Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ
Ή
ΧΡΙΣΤΟΣ
To σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.
ΧΡΙΣΤΟΣ
Δώσε μου λίγο γερό... ήτανε μια δύσκολη μέρα...
(Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
σκοτάδι. Κάθεται. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)
Ήρθανε να με πιάσουν.
Τους ξέφυγα.
Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις...
Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την ψυχή.
Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό, κι εκείνος
έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα-αλήθεια, καιρό έχω να σε δω να τη
φοράς.
Ήταν όλα ήσυχα.
Τίποτα δεν ακούγονταν.
Ξάφνου κάτι έλιωσε κάτω από τα πόδια μου
βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί
κάποιο κλαδί να έσπασε.
Τρόμαξα.
Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί.
Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση
ήτανε δική μου.
Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια οικογένεια ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός
της γης, ζητώντας κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει
τ' αυτιά μου...
Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που
είχαμε όταν ήμουνα μικρός. Δεν είχε καθόλου
πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με
κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και
τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας
την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για
να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε για
αυγό, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή.
Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
από τα πόδια μου.
Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν
κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι
σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε
και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την
κότα.
Την έσφαξε ο πατέρας όταν δεν γεννούσε πια.
Διάλεξα να φάω το λαιμό της.
Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια
μου.
Ήθελα να μπω μέσα στην ουσία του, να βρω την
πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν
σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη
φορά εκείνη την ημέρα δοκίμασα ή αν ήτανε από τη
ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι έκανα δικόν
μου, μαζί με το μυστικό που έκλεινε μέσα του, τον
λαιμό εκείνον.
Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του
ρωμαϊκού αποσπάσματος.
Ήξερα πως θα ’ρχονταν.
Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
Προχώρησα προς την πέτρα.
Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα
κοντά στους δασκάλους.
Χρόνια και χρόνια μελέτης ώσπου να 'ρθει ο καιρός να κατέβω και να διδάξω-γι αυτό μ' ετοιμάζανε...
Ύστερα η γνωριμία μας.
Στα Μάγδαλα.
Στη λίμνη.
Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. Τον
πηγαιμό μας εκεί με τη μητέρα και μένα πάνω σ'
ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ' ένα
σκοινί.
Περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι
τόσο μικρός που ήμουνα.
Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα.
Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα.
Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο.
Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς...
Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, μετά από χρόνια, ξαναγυρίσαμε στη Ναζαρέτ.
Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
"Να λευτερωθούμε!", μου ’λεγε ο πατέρας κοιτάζοντάς με μέ τα σοβαρά του μάτια.
"Να μάθεις να πετάς γρήγορα το τόξο και το
κοντάρι", μου ’λεγε. «Να πολεμήσεις και συ για τη
λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!"
Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
συναντήσει κάποιον.
Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
λουλούδια πολύχρωμα.
Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
χρέος μου: λευτεριά!-που τόσο αλήθεια άργησα να εννοήσω.
Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δε μ'
άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους γύρω λόφους.
Κοίταζα τα δέντρα.
Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή ένα σημείο του κορμού τους.
Το κοίταζα για ώρα.
Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το γνώριζε oλόκληρο από μέσα, από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.
Άλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και του σίδερου.
To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο.
Θυμάμαι το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
Βρέθηκα μέσα σ’ ένα σύννεφο.
Και το σύννεφο λέει ήτανε ο θεός.
Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του.
Και πάσκιζα να ξεφύγω.
Έκανα δεξιά, τίποτα.
Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα.
Ό,τι και να έκανα βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του σύννεφου.
Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω για να γλιτώσω.
Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για τελευταία φορά, είπα: "Σύννεφο δεν υπάρχει". Και τo σύννεφο διαλύθηκε αμέσως.
Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν.
Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη.
Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα.
Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί.
Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν.
Και ο θάνατος με περίμενε ύστερα.
Χωρίς αμφιβολία.
Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες. Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..
Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω.
To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη;
Χτύπησε πάνω στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε.
Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα.
Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα.
Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη του κόσμου.
Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν.
Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω;
Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "μείνε!" και μιαν άλλη μου ’λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου.
Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπίτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο!
Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού… και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ!
Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες...
Πάλι χίμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες έμεινα στο βουνό.
Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την καλύβα μου.
Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ απ’ όλους.
Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο αγαθός που όλα μας δίνει.
Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
Και κατέβηκα. Και άρχισα να λέω, να κηρύττω.
Έλεγα... έλεγα... ξόδευα το φως μου... σπαταλούσα τις αχτίδες μου...
Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον
που του παίρνει τη ζεστασιά;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του κρατεί το ψωμί;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον που του την παίρνει;
Αγάπη!..
Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι αγάπη...είμαι λοιπόν ένας ανόητος;
Κι έλεγα: "Στον ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη. Και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να υποφέρουν".
Ο άθλιος εγώ!
Μου λέγαν: «Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ πονάμε, κρυώνουμε, πεινάμε, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε μας φαγητό, γυναίκα, ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε
μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλίτερα.
Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας".
Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους εγκατέλειψα, χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.
Μάταιος κόπος.
Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους
βοηθήσω.
Μετά έχασαν την υπομονή τους.
Έφυγαν όλοι.
Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο
Ιούδας.
Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο
θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση
μου όταν εγώ θα λείψω.
Ακούμπησα στην πέτρα.
Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου.
Παραλογίστηκα.
Θάρρεψα πως ήσουνα εκεί.
Κοίταξα στα ριζά της, έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δε σε βρήκα ξανάπεσα στο φόβο και στη μοναξιά μου.
Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος.
Και τότε την άκουσα να μου μιλάει.
Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι ενώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνοιάζομαι. 'Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταϊσεις τους πεινασμένους.
Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι. Δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί κι εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς; Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που εβγήκε από το στόμα σου σωστό. Μα και μ' αυτό τι έγινε; Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες και συ-κανείς. Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες το πανωφόρι από κείνονε που το ’χει διπλό και το ’δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους δούλους; Όχι! Όχι! Όχι!
Πήγαινε χάσου λοιπόν.
Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
Αρκετά σε ανέχτηκα.
Φύγε!"
Μέσα μου ξάφνω άστραψε το αληθινό φως και είδα.
Είδα τη ζωή μου.
Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και
ψεύτικα.
Και την ίδια ώρα έγινε μέσα μου μια πάλη
πρωτόγνωρη.
Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και
τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια.
Στάχτες και συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα
ζήσει.
Και νίκησε στη μάχη αυτή όχι οι σοφοί δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο λαός με τα δικά τους.
Ο λαός είναι που έμαθε εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα
Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας
βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας λόγχες τόξα και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό.
Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου
λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που
τους σκότωναν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται
και να σκοτώνονται.
Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου
ζωή.
Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
Και τώρα;
Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα
τώρα, το ίδιο εγωιστής και παράλογος δεν θα ήμουν
αν προσευχόμουν;
Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να
ζητήσω κάτι από το θεό λες και θα μπορούσα ν'
αλλάξω εγώ τη βουλή του;
Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα;
Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους... από πόσους δούλους δεν στέρησα τον πόθο ν’ αντιταχτούν…
Σηκώθηκα.
Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των στρατιωτών.
Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
Καλλίτερα έτσι.
Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι
που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και
θα ’χα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς
δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.
(Ο Χριστός σηκώνεται)
Φέρε μου το μαχαίρι που σου είχε δώσει
εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας
χάδια σου.
Είναι γερό και κοφτερό.
Θα φύγω.
Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα
για να κάμω έργα.
Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι
με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με
ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα
καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
Θα πάψω να δουλώνω το λαό-θα τον λευτερώσω.
Όσους προλάβω.
Όσους μπορέσω.
Κι όχι μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες
πάνω από το κεφάλι τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.
Όσους προλάβουμε.
Όσους μπορέσουμε.
Και ύστερα θα ’ρθουν κι άλλοι σαν και μας.
Που δε θα αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει από τη βία των αφεντάδων του...
Α! Ο Βαραββάς! Ο Βαραββάς! Εκείνος διάλεξε το σωστό δρόμο!
Κι αν θέλεις… σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως
πολλά, μα όμως- σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα έχω στο μυαλό μου.
Έλα μαζί μου.
Κι όταν θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το φιλί σου θα με δυναμώνει,
Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνα σου ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
Έλα μαζί μου.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Χωρισμένοι τίποτα.
Έλα μαζί μου.
(Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στον Χριστό.
Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
Και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.)
Τρίτη 30 Απριλίου 2024
Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ
«Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ»
Ο ΕΘΝΑΡΧΗΣ
Θεατρικό σε πέντε πράξεις
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Αμερική
Καραμανλής
Γύφτισσα
Παπανδρέου
Αμερικανός Πρέσβης
Ακόλουθος της Αμερικανικής Πρεσβείας
Γραμματέας ( η φωνή της)
Τραμπούκος Α΄
Τραμπούκος Β΄
Απανθρωπιά
Νέος
Πρόεδρος Βιομηχάνων
Ηλιού
Λαμπράκης
Θόδωρος
«Με τα λάθη που έχουν γίνει και με το στραβό δρόμο που πήρε το κίνημά μας, με μια κουραμάνα και μια κονσέρβα θα μας σκοτώσουν.»
Άρης Βελουχιώτης
ΠΡΑΞΗ Α΄
ΧΡΟΝΟΣ: Έτος 1955
ΤΟΠΟΣ: Γραφείο Καραμανλή
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Αμερική
Καραμανλής,
Γύφτισσα
ΑΜΕΡΙΚΗ (ΑΜΕ)
Θα σας δώσω την πρωθυπουργία
αν αντίρρηση δεν έχετε καμία.
Δείτε μου το δάχτυλό μου αυτό:
δίχως να του το ζητάω
μ’ ακολουθεί όταν περπατώ
και πάει όπου πάω.
Ν’ αντισταθεί
δεν του μπορεί
κανείς κι ό,τι ακουμπήσει
αν θέλω εγώ
το συγκρατώ
αλλιώς θα το τσακίσει.
Δεν σας αρέσει να είστε
μεγάλου κάποιου μικρό κομμάτι-
αυτός αν σας πει να κινείστε-
δε νιώθετε έτσι πως είστε κάτι;.
Και. δέστε: δαχτυλίδια χρυσά, αργυρά
που ’χει το δαχτυλάκι μου τριγύρω του!
και σαπούνια δεν του λείπουν και νερά ,
στα κρύα το γάντι και πάντα το μύρο του.
Δικό μας να είσαστε ένα πιόνι
αυτό θαρρώ σας εξυψώνει.
Για τη δουλειά που θέλουμε μας κάνετε
κι ευχάριστα θα περνάτε την ώρα σας
ενώ θα βλέπετε να προοδεύει η χώρα σας
αφού τις πληγές της όλες σεις θα γιάνετε.
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (ΚΑΡ)
Τη πατρίδα μου βλέπω προσέξατε
και κοντά της βοηθοί της ετρέξατε'
για ν' ανάψω το φως της το σβηστό
που εμένα διαλέξατε ευχαριστώ.
Στιβαρό αληθινά μόνο ένα χέρι
θα μπορούσε πρόοδο σ’ αυτήν να φέρει.
Ιδίως το θέμα το Κυπριακό
μεγάλο έγνοιας ζητάει μερτικό.
ΑΜΕ
Δεν σας κρύβω, όταν στραφήκαμε προς σας
το μεγάλο αυτό θέμα στο νου είχαμε.
Κι αν από όσας δείχνετε μόνο τας μισάς
ικανότητας έχετε, σίγουρα πετύχαμε.
ΚΑΡ
Με κολακεύετε. Έχω μόνο
για τον τόπο μου μέσα μου πόνο.
Ως για ικανότητες πιστεύω
με πυγμήν και σθένος θ’ αρχηγεύω-
αν τελικώς εις συμφωνίαν καταλήξωμεν
και όλα κάτω δεν τα βροντήξωμεν.
ΑΜΕ
Φόβος δεν υπάρχει αυτό να γίνει
αν λογικός αναντιρρήτως καθώς είστε
λογικά και το θέμα αυτό αντιμετωπίστε.
Και ευκαιρίας άνθρωπος λογικός δεν αφήνει.
ΚΑΡ
Νιώθω μια μεγάλη μέσα μου ορμή
να κατέχει ψυχή μου και κορμί.
Αν αυτή δεν είναι ορμή αρχηγική
τότε τι άλλο έχω δεν γνωρίζω εκεί.
Και με όσα σεις, η δύναμη η μεγάλη
μιλώντας τώρα δα μου λέει
στην ορμή μου αυτήν δίνει φτερά και ζάλη
και δόξης της χαρίζει κλέη.
Α Μ E
Όλα αυτά να νιώθετε πολύ είναι φυσικό,
και τα λέτε με ύφος τόσο πειστικό-
γιατί αφού είναι αλήθεια έτσι λέγονται-
που αμέσως πάψαν ν' αντρειεύονται
οι ως τώρα μέσα μου δισταγμοί-
τους διαλύσατε σε μια στιγμή.
Δε θα ένιωθα έκπληξη το δίχως άλλο
αν μια μέρα σας ονόμαζαν Μεγάλο.
KAP
Ω! Αυτό μπορώ να πω σίγουρα όντως
πως δεν είναι του παρόντος.
Μόνο, αφού οι δυο ως τώρα συμφωνούμε
στη συζήτηση βαθιά ας μπούμε.
Δυο τρυγόνια ‘ένα σμπάρο:
τι θα δώσω τι θα πάρω.
ΑΜΕ
Με το Κυπριακόν
ας αρχίσουμε λοιπόν.
Θέλω να μπει γρήγορα στο ράφι
όπως λεν κι οι δημοσιογράφοι.
Γιατί αν ο λαός επιμείνει για λύση
η Αγγλία τότε θα θυμώσει
κι εναντίον σας θα ξεσπαθώσει
και του NATO η αλκή θ' αδυνατίσει.
Θα μπορέσετε τους έλληνες να πείσετε
και το Κυπριακό θέμα να κλείσετε;
Γιατί αυτό μας ενδιαφέρει βεβαίως.
ΚΑΡ
Μη το πείτε πάλι. Είμαι νέος
όμως γνωρίζω τι λέγω όταν ομιλώ.
Θα κλείσω το Κυπριακό και μάλιστα με το καλό.
Μόνο που δημοσίως δεν θα πω
τον πραγματικό μου τον σκοπό.
ΑΜΕ
Αυτό με μένα είναι εντάξει.
Λόγια λέγετε όσα θέλετε,
για μας πρέπει να ξεύρετε
αξίαν έχει μόνον η πράξη.
Και ερχόμαστε στ’ άλλα,
μικρότερα, μα κι αυτά μεγάλα.
Θέλω πάντα να συμμορφούσθε προς τας οδηγίας
που εκ της εν Αθήναις θα λαμβάνετε πρεσβείας.
Ανυπακοή εις ό,τι αυτή σας ζητήσει
πάρα πολύ θα με δυσαρεστήσει.
Αλλά εκείνο που πρωτίστως πρέπει
είναι την τάσιν να αναχαιτίσετε
του λαού σας, που εκ φύσεως ρέπει-
έτσι είναι και παρακαλώ να με συγχωρήσετε-
προς του κομμουνισμού την αναρχίαν
που την θεωρεί ελευθερίαν.
Θέλω αυτά όλα να τα έχω ασφαλή.
Κάτι που και σας ιδιαιτέρως θα ωφελεί.
(μπαίνει η Γύφτισσα)
ΓΥΦΤΙΣΣΑ (ΓΥΦ)
Κάτω από το φως του ουράνιου θόλου
έκανα το γύρο του κόσμου όλου
γυρεύοντας το χέρι στα χέρια μου να πιάσω
που πάνω του ευτυχία να γράφει να διαβάσω.
Είδα χέρια που ευλογούσαν
είδα χέρια που μισούσαν
άλλα που ’διναν κατάρες
άλλα που σκορπίζαν χάρες.
Είδα χέρια που ζητιάνευαν
χέρια χαρωπά πoυ διάνευαν
είδα χέρια βουτηγμένα
μες στο χρήμα-μες στο αίμα.
Είδα χέρια που ψεμάτιζαν-
πίσω παίρναν ό,τι εχάριζαν
είδα χέρια που ’χαν μείνει
έρημα σε κρύα κλίνη
είδα χέρια πεθαμένα
που δεν ήτανε θαμένα
είδα χέρια που απλώνανε
κι ό,τι άγγίζανε το λιώνανε
είδα χέρια που είχαν νύχια
σουβλερά κι ακονισμένα
κι ήτανε βαθιά χωμένα
σε ψυχών μέσα τα μύχια.
Είδα χέρια που αγκαλιάζαν
και που ευτυχισμένα μοιάζαν
ως ν’ ανοίξουν και να φύγει
η χαρά που ’χαν η λίγη.
(στην Αμερική και στον Καραμανλή)
Δώστε τα χέρια σας την τύχη να σας πω.
Για με σε χέρι δεν υπάρχει μυστικό.
Όλα εγώ θα σας πω τα μελλούμενα
είτε σας είναι θλιβερά είτε χαρούμενα.
(παίρνει το χέρι της Αμερικής)
Περιβόλι γεμάτο μ’ αγκάθια.
Του κόσμου όλα τα κατακάθια
εκεί έχουν μαζευτεί-
μονιά άξια γι αυτά και ζηλευτή.
Ποτάμια αίμα το ποτίζουν
και με κείνο τ’ αγκάθια καρπίζουν.
Μια μέρα κοντινή, πεσμένην χάμου
το αίμα αυτό θα σε πνίξει κυρά μου.
(στρέφει στον Καραμανλή)
Ας δω τώρα και το χέρι αυτού του κακομοίρη
που κιόλας θαρρεί η δόξα πάνω του έχει γείρει.
(παίρνει το χέρι του Καραμανλή στα χέρια της)
Κακόμοιρο, αστείο ανθρωπάκι!
Γελοίο, κορδωτό καραγκιοζάκι!
Πόσο ακριβά ο λαός σου θα πληρώσει
την κάθε ψήφο που θα σου δώσει...
Καταστροφές στη χώρα σου θα φέρει
το που κρατώ σου αυτό εδώ το χέρι
που στη μιαρή ετοιμάζεσαι αυτή κυρία
να πουλήσεις για την πρωθυπουργία
Εμπρός λοιπόν! Πούλα πατρίδα, πούλα
λαό, πούλα τη μόνη μου ελπίδα, πούλα
την ευτυχία λαού ολόκληρου
σ' άλλο λαό, από ήθη απόκληρου.
Κάθε που τραβώντας θα κάνεις βήμα
μια παρανομία κι ένα κρίμα.
Ω! Ανθρωπάκι που γυρεύεις δόξα
των φρυδιών σου κοίταξε τα τόξα-
δεν είναι αψίδων θριάμβου τόξα παρά φίδια'
της πόρτας είναι του Χαμού αντικλείδια.
Παίξε το παιχνίδι σου λοιπόν κι εσύ ον αγροίκο.
Βδελυρόν πρόσθεσε ένα κρίκο
στων Καιρών τη βρωμερή αλυσίδα-
έναν ακόμα θα δω-τόσους είδα...
(κάθεται λυπημένη και απογοητευμένη)
Κάτω από το φως του ουράνιου θόλου
έκανα το γύρο του κόσμου όλου
γυρεύοντας στα χέρια μου το χέρι να πιάσω
που πάνω του ευτυχία να γράφει θα διαβάσω.
Μα ένα χέρι δε βρήκα
που να 'χει την τόλμη για προίκα
που μες στα τραχιά δάχτυλά του
της οργής το μαχαίρι της πικρής θα κρατήσει
και με βία του πλούτου το κορμί θα χτυπήσει
σωριάζοντας τ' άνομο κουφάρι του κάτου.
Χέρια-χέρια-χέρια-χέρια
που καθένα κάτω με τραβάει
και κανένα ως ψηλά στ' αστέρια
απαλά η θωριά του ποτέ δε με πάει.
Φεύγω. Με την ησυχία σας καθίστε
το φριχτό έργο σας να συνεχίστε.
ΑΜΕ
Γύφτισσες! Ακόμα πώς τις ανεχόσαστε;
ΚΑΡ
Αφήστε τες να λένε-μη γνοιαζόσαστε.
Ποιος ξέρει από πού έρχονται...πού πάνε...
Την τύχη λένε κάτι για να φάνε.
AME
Λοιπόν νομίζω πλήρως κατανοείτε
πως ακέφαλος ένας λαός
όπως τώρα ο ελληνικός
στο χαμό και στην αναρχίαν οδηγείται.
Γι αυτό χρειάζεται έναν αρχηγό.
ΚΑΡ
Μ' αυτό συμφωνώ απολύτως κι εγώ.
ΑΜΕ
Βλέπετε και μόνος σας πόσο πασκίζω
τη ορθή πορεία του κόσμου να κανονίζω.
Μακριά από τον απαίσιο κομμουνισμό
που την ελευθερία
και όποιαν άλλη αξία
στο χάος οδηγεί και στον αφανισμό.
Ευτυχώς συμμάχους έχουμε πιστούς
ελευθερίας και δημοκρατίας μεστούς'
μα για να γίνει πιο καλή η δουλειά
και για πιότερη σιγουριά
πως δε θα γίνουν όλα ανω κάτω,
εφτιάξαμε και το NATO.
Και εκτιμούμε βαθιά που μέλος του γίνατε
και απαθείς στων Καιρών το κάλεσμα δεν εμείνατε.
Σε κόπους πολλούς μπαίνουμε
τον ιστό αυτόν καθώς υφαίνουμε
που ελευθερία θα εξασφαλίσει
σ' ολόκληρη τη Δύση.
Βλέπετε είναι oι χώρες οι ευρωπαϊκές
καταστραμμένες-μεγάλες και μικρές-
και τη βοήθεια που ζητούνε
σε μας μόνο μπορούν να βρούνε.
Δεν τους την αρνούμαστε
μα θαρρώ δικαιούμαστε
να σιγουρέψουμε πως η βοήθειά μας
θα χτίσει τα κοινά ιδανικά μας.
Γι αυτό κι εγώ μεγάλη μια
της γης όλης έγινα μητέρα
που ο νους μου είναι όλη μέρα
σε σας-τ' αγαπημένα της παιδιά.
Αν ο κομμουνισμός δεν καραδοκούσε
να πιάσει όποιον καθυστερούσε
και στο μαύρο του τσουβάλι
σιδερόδετον να τον βάλει
τότε δεν θα επειγόμασταν να βοηθούμε
και χώρες άλλες, φίλες μας καλές να κρατούμε.
Μα τώρα το πράγμα επείγει
αλλιώς η Ρωσία μας πνίγει.
Φορές λέω για τον κομμουνισμό
πως είναι μια καλή δικαιολογία
για να οδηγήσουμε τον κόσμο-έστω τον μισό-
στην ειρήνη και την ελευθερία.
Γι αυτό η Αμερική το χέρι έχει απλώσει
βοήθεια στους λαούς να δώσει.
Γι αυτό και ο λαός μας αξιωματικούς του
δεν λυπάται να στέλνει παντού δικούς του
που σωστά τους στρατούς των χωρών οδηγούνε
και σε δρόμο σωστό-Δυτικό-τον κρατούνε.
Και επειδή στης γης όλα τα κράτη
η Ρωσία κακό θέλει να κάνει κάτι,
γι αυτό τους καλούς εμείς διαλέγουμε
και μαζί-βοηθοί τους-αρχηγεύουμε.
Βαρύ ειν' αλήθεια πολύ, φορτίο έχω επωμιστεί'
αλλ' ας μη
ούτε στιγμή
απ' αυτό πως ποτέ θα λυγίσω να μη νομιστεί-
όταν κάποιος το δίκαιον υπηρετεί
κάθε βάρος μπορεί σταθερά να κρατεί.
ΚΑΡ
Συμφωνώ απολύτως με όσα λέτε.
Την απόφαση στα μάτια μου δέτε
το λαό μου σωστά να κυβερνήσω
και μακριά από την κόκκινη βία
στη Δυτικήν ελευθερία
αληθινά ευτυχισμένον να οδηγήσω.
Μόνο τη δική σας αν έχω βοήθεια
τίποτ' άλλο εγώ δε θέλω αλήθεια.
ΑΜΕ
Θα την έχετε πάντα και πλήρη.
Δε θ 'αφήσουμε ο εχθρός να σας φθείρει.
ΚΑΡ
Συμφωνούμε σε όλα λοιπόν-
θα παλέψω κατά των κακών.
Όμως όλα πρέπει να τα κανονίσουμε
πριν να πούμε πως τελείως συμφωνήσαμε.
Για όλ' αυτά ποιαν εγώ θα έχω πληρωμή;
ΑΜΕ
Αλλά, φυσικά, την τρανή τιμή
πως στον ίσο δρόμο ένα λαόν οδηγείτε.
Ακόμα όμως πως πρωθυπουργείτε:
σε σας τους έλληνες ιδιαίτερη έχει ικανότητα
όποιον κάνετε αρχηγό
να μη χάνει καιρό
αλλά να κερδοσκοπεί μέσα στην κοινότητα.
Μπορεί ας πούμε σεις με πλοία
να ανακατευθείτε, ή με εργοστάσια,
και με τραπεζίτας να πιάσετε φιλία-
δεν είναι όλα αυτά θαυμάσια;
Και αν δεν έχετε υιόν
ημπορεί να κάμετε ανεψιόν-
έτοιμα χρήματα πρέπει αυτός να έβρει
και τι θα τα κάνει εκείνος ξεύρει-
άμοιρος δεν θα είναι δα
της ικανότητος καθώς εσείς να κυβερνά.
Σκεφθείτε, αν ανατραφεί με πολιτισμόν-
που σημαίνει με αφθονίαν χρημάτων-
και τον κάνουμε όπως εσάς πρωθυπουργόν,
εν μέσω πεινώντων αυτόν χορτάτον,
τότε μη έχοντας να εξαγάγει άλλο τι
πολιτισμού θα κάμει εξαγωγή
από τον μπόλικον που θα έχει λάβει
και πολιτισμού φωτιές
όμορφες και λαμπερές
σε κράτη απολίτιστα θα ανάβει.
Αποκτήσατε λοιπόν ατράνταχτον περιουσίαν'
μερικών δισεκατομμυρίων του την απουσίαν
την οφείλει εις σας ο κρατικός κορβανάς.
Και ο λαός τας τσέπας του ας έχει αδειανάς.
Πληρώνει κανείς
δια να είναι ασφαλής.
Αυτό εμείς δεν θα το βρούμε διόλου κακό.
Μόνο προσέξετε μην αμελήσετε το Κυπριακό.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
ΓΕΝΑΡΗΣ 2015-ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΡΙΖΑ
(παλιές πολιτικίζουσες ιστορίες)Σάλος. Φουρτούνα, Ταραχή. Αντάρα. Τρικυμία.
Κουμουνιστές εκάμανε γκουβέρνο στη Γραικία.
Φόβος και τρόμος άπλωσε πάνω από την Ευρώπη.
Βλέπουν με μάτι ανήσυχο εδώθε όλοι οι τόποι.
«Τσάι», «τσουράπι», «τσαγανό», «τσιγάρο», «τσιμινιέρα»,
Λέξεις που ως τώρα ήσυχες πλανιόνταν στον αέρα
Μα κι όσες άλλες από «τσ» τους έλαχε ν’ αρχίζουν
Τον Τσίπρα στους ταλαίπωρους τους γήινους θυμίζουν
Και πλέον γόοι και κοπετοί την οικουμένη ζώνουν.
Κουμουνιστές. Κουμουνιστές τη γη μας την αλώνουν.
Ο Λένιν αναστήθηκε. Ζωντάνεψε ο Μαρξ.
Και το ’νιωσε αυτό καλά και ο καθένας βλαξ.
Μέχρι κι εγώ ο αδαής περί τα πολιτίκς
Και που γι αυτά ολοζωής βαθιά με ζώνει νυξ,
Κι εγώ λοιπόν κατάλαβα πολλές τι αλλαγές
Θα δει η Ελλαδίτσα μας μεγάλες και μικρές.
Πια τώρα δε θα έχουμε την Τρόικα να μας τρώει
Μα θα συναλλασσόμαστε αισίως με μια Κατρόι.
Κι αντί να μας ταλαιπωρεί τ’ άθλιο Μνημόνιο εκείνο
Θα έχουμε ένα ανθρώπινο κι ευγενικό Μηομνίνο.
Αντίς καφέ θα πίνουμε μες στα καφεποτεία
Τα φρέσκα του ο καθένας μας τα σπέρματα τα κρύα.
Στα εστιατόρια με μισή μερίδα περηφάνια
Γαρνιρισμένη με άρωμα από χαρισμένα δάνεια
Τελείως θα χορταίνουμε την που είχαμε πριν πείνα
Και τα συσσίτια ν’ ανθούν θα πάψουν στην Αθήνα.
Τη λέξη όταν «Σύνταγμα» θα λέμε θα δακρύζουμε
Κι αντίγραφα Μνημόνιου καθημερνά θα σκίζουμε
Ενώ ο λαός ρακένδυτος στα μαύρα του τα κρέπια
Θα πλέει μέσα σε πέλαγο γεμάτο αξιοπρέπεια.
Δραχμές θα κουδουνίζουνε αντίς ευρώ στις τσέπες
Και θα ’ναι όνειρο άπιαστο οι πίτσες και οι κρέπες.
Κι οι ευρωπαίοι ενώ εμάς κοιτώντας θα γελάνε
Ο Τσίπρας θα αισθάνεται-αλί-πανευτυχής
Αγνοώντας πως γυμνόποδες στ’ αγκάθια όσοι πάνε
Είναι ηλίθιοι-τρισαλί-και όχι ευφυείς.
Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
(παλιές πολιτικίζουσες ιστορίες
Τόπος: παιδική χαρά
Χρόνος: 26 Γενάρη 2015, μεσημέρι.
Πρόσωπα:
Μικρός Αλέξης
Μικρός Αντωνάκης
Μπαμπάς Λαός, μπαμπάς τους
Μαμά Δεξιά, μαμά τους
Άνθρωποι γύρω.
(Ο
Μπαμπάς Λαός ανεβάζει και κουνάει τον Μικρό Αλέξη στη μοναδική κούνια
της Παιδικής Χαράς, ενώ ο Μικρός Αντωνάκης κλαίει στην αγκαλιά της
μητέρας του)
Μικρός Αντώνης
Σέλω την κούνια μου…
Μαμά Δεξιά
(με λατρεία και ρίχνοντας άγριες ματιές στον Μπαμπά Λαό)
Δικιά σου είναι η κούνια μωράκι μου. Αλλά ας κουνηθεί λίγο και το αδερφάκι σου. Ναι;
Μικρός Αντώνης
Όσι. Σέλω μόνον εγώ…
Μπαμπάς Λαός
(Στον Μικρό Αντωνάκη που παρακολουθεί από μακριά. Δυνατά)
Έλα και συ καλό μου να κουνήσεις τον αδερφούλη σου Έλα!... Κοίτα…Ωωωωωπ… Κοίτα πόσο ψηλά πάει… Έλα… Ωωωωωπ…
Μικρός Αντώνης
(κλαίγοντας γοερά, κλωτσώντας τον αέρα και χτυπώντας με τα χέρια του το στήθος της μητέρας του)
Όσι! Εγώ μόνο σέλω! Ζικιά μου κούνιαααα…
Μπαμπάς Λαός
Μην κλαίς γιατί θα τις φας.
( ο Μικρός Αντωνάκης στριγγλίζει)
Μαμά Δεξιά
(ξεσπώντας, στον Μπαμπά Λαό)
Για τόλμα! Δε βλέπεις πώς σπαράζει το καημενούλι; Πατέρας είσαι συ;
(στον Μικρό Αντώνη)
Σώπα μωράκι μου, δικιά σου είναι η κούνια. Θα τον κάνω ντα εγώ τον μπαμπά. Μην μου κλαις μωράκι μου…
(γονείς από γύρω έχουν στρέψει την προσοχή τους στο κλάμα του Μικρός Αντώνης και παρακολουθούν τη λογομαχία των γονιών του)
Μπαμπάς Λαός
(αφήνει τον Μικρό Αλέξη να κουνιέται και πηγαίνει προς τη μητέρα χαμογελώντας στον Μικρό Αντωνάκη καθώς πλησιάζει)
Έλα
το παιδάκι μου εμένα, έλα το μωράκι μου, έλα στον μπαμπά μωρό μου να
πάμε να κουνήσουμε μαζί τον αδερφούλη σου. Έλα αγαπούλα μου…
(απλώνει τα χέρια προσκαλώντας τον Μικρό Αντωνάκη στην αγκαλιά του)
Μικρός Αντώνης
Ζε σέλω. Εγώ σέλω κούνια. Όσι αζεφούλη μου. Εγώ εγώ εγώ…
(δίνει μια με το χέρι του στο πρόσωπο του πατέρα του)
Μαμά Δεξιά
Κοίτα πώς το κατάντησες το παιδί… Θα μου σκάσει από το κλάμα το μωρό μου. Πατέρας είσαι συ;
Μπαμπάς Λαός
Όχι, εσύ είσαι μητέρα. Δώστου μια στον κόλο να δεις πώς σταματάει.
Μαμά Δεξιά
Να το χτυπήσω; Να χτυπήσω εγώ τον Μικρό Αντωνάκη μου;
(στρέφει με το ελεύθερο χέρι της το πρόσωπο του Μικρού Αντωνάκη προς τον Μπαμπά Λαό)
Κοίτα! Σπυράκια έβγαλε στο προσωπάκι του το μωρό μου. Από το κλάμα κι από τη σκασίλα του…
Μπαμπάς Λαός
Καλά
καλά. Θα τα συζητήσουμε στο σπίτι αυτά. Σταμάτα το τώρα να κλαίει.
Γίναμε ρεζίλι στον κόσμο… Μόνο ο Αντωνάκης να κουνηθεί δηλαδή; Ο Αλέξης
δεν είναι παιδί σου;
(στον Μικρό Αντωνάκη)
Έλα μωρό μου. Να μην
κουνηθεί λίγο και ο αδερφούλης σου; Έλα μωρό μου, κάνε τη χάρη στον
μπαμπάκα που σε αγαπάει πολύ και πάμε να δώσεις ένα φιλάκι στο αδερφάκι
σου. Έλα στον μπαμπά μωρό μου και θα σου αγοράσω εγώ μια μικρή κούνια να
είναι μόνον δικιά σου. Να φτάνουνε τα ποδαράκια σου στο χώμα και να
κουνιέσαι μόνος σου. Αυτή κοίτα… είναι μεγάλη για σένα και μπορεί να
πέσεις κάτω και να χτυπήσεις το κεφαλάκι σου. Έλα μωρό μου…
Μικρός Αντώνης
Ζε σέλω μική κούνια. Σέλω τη μεζάλη.
(δίνει
μια στο πρόσωπο του πατέρα του και χώνεται όπως πρώτα στην αγκαλιά της
μητέρας του ουρλιάζοντας. Ο Μπαμπάς Λαός πηγαίνει στον Μικρό Αλέξη)
Μικρός Αλέξης
Ζε σα έσει;
Μπαμπάς Λαός
Όχι μωρό μου, δε θα έρθει. Θα πάει στο σπίτι με τη μαμά. Θα παίξουμε μόνοι μας.
ΑΥΛΑΙΑ
Δευτέρα 29 Απριλίου 2024
ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ
Τόσο πολύ το θάνατο γνώρισε στη ζωή του
όπου δε θα ’χει τίποτα καινούργιο να του δώσει
όταν τα χέρια τα γκρενά επάνω του θ’ απλώσει
και απαλά σαν σ’ όνειρο θα κόψει την πνοή του.
Θα ’ναι ένα βράδυ όμορφο, ζεστό και μυροβόλο.
Θα ξανοιχτούνε στη χαρά που η κουβέντα ανοίγει
κι ως πάντοτε, προς το πρωί, θα σηκωθεί να φύγει.
Μόνο που τώρα θα του πει: "πάμε μαζί;"-κι αυτό θαν’ όλο.
ΔΕΝ ΤΑ ’ΚΑΙΓΕ…
Τ’ αδέρφια μου τα ποιήματά μου κάψανε.
Και βρώμισε ο αέρας.
Του Καρυωτάκη η σπιτονοικοκυρά
Στην Πρέβεζα
Μου είπε πως
Όταν εκείνος πέθανε
Πέταξε τα χαρτιά που βρήκε μες στο δωμάτιό του
Γιατί δεν ήξερε πως ήσαν ποιήματα.
Δεν τα ’καιγε να ευωδιάσει ο κόσμος;
Να οσφραινόμαστε οι άνθρωποι εσαεί
Μύρα Τέχνης
Ευωδιές Πόνου Ανθρώπων και Πραγμάτων
Κι ανάσα θάνατου να μας μυρώνει…
ΚΟΛΥΜΠΙ
Πόσο καλά οι άλλοι κολυμπάνε!
Μες στο νερό στριφογυρνούν,
βουτούν, ξαναβγαίνουν, χαριεντίζονται…
Εκείνος δύσκολο πολύ το βρίσκει
όλα αυτά να κάνει.
Άρνηση μια, κάθε του τέτοια κίνηση περιορίζει.
Και ούτε την ευελιξία,
ούτε την ελαφρότητα των άλλων έχει.
Πολύ αυτό τον θλίβει. Και τα χρυσόψαρα
γύρω από κείνους μόνο τριγυρνούν.
Μα θλίβεται αδίκως.
Αυτός
στα ρηχά όχι, μα στα βαθιά νήχεται.
Και κει οι κινήσεις του είναι ακώλυτες.
Και αν ούτε χρυσόψαρα εκεί πηγαίνουν,
μα ανάγκη,
τέτοιο όποιος γνωρίσει βάθος,
δεν έχει από χρυσόψαρα κι ευελιξίες.
ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ
Σαν να ήταν τη στερνή Κοινωνία να πάρω
σαν να ήταν το αίμα του Αεί να πιω
και σαν πέρα από το Χρόνο να ’ταν
με του Νου τη βάρκα ν' ανοιχτώ
κι ως να μη του κόσμου αυτού
όλες οι συγνώμες
μου ήσαν αρκετές,
σαν αισχρές, σαν ένοχες πέρα τις σκορπώ,
κι από σκιές ανάστατες κι άστατες
και πελαγοδρόμες,
για το αμαρτωλό μου βουερό κοπάδι
τη Συγνώμη τη Μεγάλη-
τη Μεγάλη Άφεση ζητώ.
Αλλά,
τόσο Μεγαλόψυχο
τη Συχώρια ποιο,
θα βρεθεί ένα Πνέμα
που σε σας θα δώσει,
ω! Φαντασίες;
ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι:
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος,
τους αποκοίμιζε. Κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια,
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ' τα βιβλία ελπίδα.
Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της Πρέβεζας, και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.
Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να 'ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.
Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα,
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα:
οι δράκοι μας εσπάραξαν κι αφήσαν μόνο ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις Καρυωτάκη.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
(2009-2010)
ΡΕ ΧΟΝΤΡΟΎΛΗ…
(Ο Καραμανλής υπόσχεται λιτότητα προεκλογικά, το 2009)
Ρε χοντρούλη πώς εβγήκες έτσι μόνος μες στη στράτα
και πώς τα ’πες έτσι χύμα και φορτσάτα και σταράτα;
Ξάφνου πώς η κάρα σου έχει τέτοια απόφαση παρμένη
και λεφτό ουτ’ ένα ακόμα δεν μπορεί να περιμένει
μόνο λέει κι όλο λέει και ξερνάει και παρλάρει
και των βουλευτών σου όλων τα μυαλά τα έχεις πάρει;
Και καλά για τον εαυτό σου-ήθελες ν’ αυτοκτονήσεις
μα δε σκέφτηκες τους άλλους που ’χουν άλλες απαιτήσεις-
που από τη ζωή ζητάνε σαν και σένα να πλουτίσουν
πριν τα έδρανα της πόρνης της Βουλής απαρατήσουν;
Κι αν εσύ δυο θείους είχες την Ελλάδα που ρημάξαν
και περιουσίες μυθώδεις με το κλέψιμο εφτιάξαν
κι απ’ τα κλεψιμέϊκα είναι τα περσότερα δικά σου
ώστε να ’χουν και να τρώνε ως και τα οχταέγγονά σου,
όμως όλοι οι βουλευτές σου δεν προλάβανε να φάνε
και οι κακόμοιροι φωνάζουν σαν τους λύκους που πεινάνε.
Τι ψυχή θα παραδώσεις στο Θεό κάποια ημέρα
έτσι όπου κάθε όσιο κι ιερό έχεις κάνει πέρα-
όσους σ’ έβγαλαν ν’ αφήνεις νηστικούς και πεινασμένους
και να τους κοιτάζεις τάχα σαν αγνώστους και σαν ξένους;
………………………………………………………
ΟΙ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
(προεκλογικά 2009)
Ο παππούς
προδότης του λαού και της πατρίδας του
με τις πληγές ακόμα της ψυχής μας ανοιχτές
και τους νεκρούς μας άθαφτους
μας επαράδωσε αλυσόδετους στους Άγγλους.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο γιος
προδότης του λαού και της πατρίδας του
ζωσμένος το αλεξίσφαιρο γιλέκο του-
τάχα πως κινδυνεύει ο γελοίος-
και μ' ένα τσούρμο αλήτες από πίσω του,
με τα πλεμόνια του γεμάτα υποσχέσεις,
πανούργος κι άπληστος σαν αρχηγός Αυλής
Θαυμάτων
στα πόδια μπρος μας πέταξε των ευρωπαίων
αφού εφοδίασε πρώτα τον καθένα μας με
βούρτσες
μπογιές και μ' ένα κασελάκι.
Αντίτιμο της προδοσίας του: η πρωθυπουργία.
Ο εγγονός
πιστός στις παραδόσεις της οικογενειάς του
και στου λαού του ιδιου πάντα υπολογίζοντας
τη διανοητικήν αναπηρία
τα νύχια του ακονίζει,
αθόρυβα λακέδες στρατολογεί
και σκάβει το λαγούμι του για να βρεθεί
κάτω από την καρέκλα του πρωθυπουργού
ώστε την ώρα την κατάλληλη,
να ωρθωθεί και πια,
γεμάτος λάσπη, σκότος και σκουλήκια
να κάτσει πάνω της.
Για να μας ρίξει κι αυτός με τη σειρά του σε ποιανού
νέου όρνιου νύχια τώρα;
ΔΥΑΡΧΙΑ
(Σημίτη-Παπανδρέου)
Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος
στην απλή ζωή μας μπήκεΙ
Ένας ξέραμε ως τα τωρα
πως το αίμα μάς ρουφάει,
πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.
Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.
Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.
Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος
που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
και στη διαφθορά βιρτουόζος.
Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας,
έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…
Και θα έχουμε από τώρα
έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.
Εναν ξέραμε βρωμιάρη
και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.
Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;
Και ο ένας θα νικήσει
στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε ισοπαλία
και θ' αλληλοφαγωθούνε;
Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;
Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;
Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;
Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;
Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;
Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;
Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοι και οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;
Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;
Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;
Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;
Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;
Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;
Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,
που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;
Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;
Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;
Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;
Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;
Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο
ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;
Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του
νίκης πλάνο την βαφτίζει,
ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα
και τα κόλπα του εκείνα
τώρα νέα τα λέει όπλα;
Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω
και αυτοί όταν μ’ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.
Και περνάει ο καιρός μας
κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
κι εγώ εδώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...
Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΓΥΦΤΩΝ
Ή
ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΠΟ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΓΙΑΤΟ ΙΚΑ ΓΙΑΤΡΩΝ
(συνταχθέν από τον ίδιο τον διοικητή του ΙΚΑ κύριο Νεκτάριο)
1. Κατά τη γνώμη σας έχουν λόγο ύπαρξης στην Ελλάδα άλλα κόμματα πλην του κυβερνώντος; ΝΑΙ-ΟΧΙ
2. Όταν θέλετε να πείτε μία λέξη που αρχίζει από ΠΑ-καταβάλλετε προσπάθεια για να μη τη συνεχίσετε με -ΣΟΚ; ΝΑΙ-ΟΧΙ
3. Ποια ήταν η τέταρτη λέξη του λόγου που εκφώνησε ο Α. Π. στο Σύνταγμα στις 8-10-88; (αν δεν ξέρετε τι σημαίνει το Α. Π, είναι περιττό να συνεχίσετε να απαντάτε στο παρόν ερωτηματολόγιο)
4. Αν προσληφθείτε, θα χορηγείτε στους ασθενείς σας και φάρμακα που έχουν άλλο χρώμα εκτός από το πράσινο;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
5. Αντικειμενικά κρίνοντας, ο Λεφτέρης Βελιζέλος μεγάλωσε περισσότερο την Ελλάδα ή ο Κώστας Σημίτης (υπογραμμίστε το σωστό-μη συμπεριλάβετε στην εκτίμησή σας ξερονησίδες)
(Βενιζέλος-Κώστας Σημίτης)
6. Όταν ακούτε λέξεις που περιέχουν συνεχόμενα τα γράμματα "νου" και "δου", κάνετε εμετό ή απλά νιώθετε ναυτία; (υπογραμμίστε το σωστό)
(εμετός-ναυτία)
7. Προσεύχεστε στο Θεό ή στον άγιο Νεκτάριο; (υπογραμμίστε το σωστό)
(Θεός-άγιος Νεκτάριος)
8. Πιστεύετε στις φήμες για την ύπαρξη στο παρελθόν κάποιου πολιτικού με το όνομα )Κωνσταντίνος Καραμανλής; ΝΑΙ-ΟΧΙ)
9. Όταν οδηγείτε στην πόλη, στρίβετε ποτέ δεξιά, έστω και αν επιτρέπεται, ή διαλέγετε να κάνετε το γύρο του τετραγώνου και να βρεθείτε στο μέρος που θέλετε να πάτε στρίβοντας όλο αριστερά; (υπογραμμίστε αναλόγως)
(δεξιά-αριστερά)
10. (Ερώτηση μόνο για όσους γράφουν ποίηση.Οι υπόλοιποι παρακαλούνται να αγνοήσουν την ερώτηση)
Έχετε ριμάρει ποτέ το ΙΚΑ με "κλίκα";
ΝΑΙ-ΟΧΙ
11. Έχει κάποιος συγγενής σας - μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείας- γαλανά μάτια;
ΝΑΙ-ΟΧΙ
12. Σας έχει περάσει ποτέ, έστω και σαν απλή υποψία από το μυαλό, ότι στο ΙΚΑ γίνονται προσλήψεις με κομματικά κριτήρια; ΝΑΙ-ΟΧΙ
(Ημερομηνία, Υπογραφή)
«ΠΟΡΤΑ» ΕΦΑΓΕ Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΠΑΜΑ
(Οι εφημερίδες, Μάης 2013)
ΣΤΟΝ ΧΟΛΝΤΡΕΝ Ο ΟΜΠΑΜΑ ΕΞΗΓΕΙ
ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΜΠΟΡΕΙ
-Πρόεδρε γιατί ο Σαμαράς να έρθει εδώ δε θέλετε;
Αυτός ο έρμος κόπτεται για μια συνάντησή σας.
Όπου κι αν πάει κι όπου σταθεί αυτό μονάχα σκέπτεται-
μόνον αυτό δε θα ’φτανε ν’ αλλάξει τη βουλή σας;
-Τζων μη με πιέζεις-δεν μπορώ να δω αυτό τον τύπο
και αιτιάσεις μη ζητείς- δεν ημπορώ να είπω.
-Μα κύριε Πρόεδρε γιατί να πείτε δεν μπορείτε;
Όπως εμένα ακροατή άλλονε ποιον θα βρείτε
που ό,τι πείτε μέσα του να το κρατεί ως τάφος;
-…Πως πουθενά δε θα ειπείς ό,τι εδώ σου πω
αυτό να μου το έδινες θα ηδύνασο κι εγγράφως;
-Βεβαίως κύριε Πρόεδρε-κι ιδού το! Α προπό
έχω έγγραφη μια δήλωση ετοιμασμένη κιόλας.
Και να! Υπογράφω τα γραφτά αυτής εδώ της κόλλας!
-Για να ιδώ… ο σύμβουλος… ναι… σας διαβεβαιώνω…
ναι… ναι… ναι… ναι… ναι… μάλιστα! Τότε κι εγώ δηλώνω
ότι αμέσως θα σου πω
ό,τι δεν είχα πριν σκοπό.
Λοιπόν εγώ αν δε θα δω ποτέ το Σαμαρά
όσο και αν στο μάρμαρο τον κόλο του χτυπά,
είναι γιατ’ είναι-αλλίμονο- πολύ ανώτερός μου
και γίγαντας θα φαίνεται όταν σταθεί εμπρός μου.
Όμως μπορούσα αυτό να πω; Είπα δουλειές πως έχω:
ότι σε Πούτιν κι Άνγκελα για τη Συρία τρέχω,
και… ξέρεις, ότι μ’ ολ’ αυτά δεν μου απομένει χρόνος
μιας και πολλά μ’ απασχολούν εντόνως κι επιμόνως…
-Μα κύριε Πρόεδρε γιατί αυτός θα είναι ανώτερος
αφού κάθε άλλος μπρος σε σας είναι πολύ κατώτερος;
Τι τέλος πάντων έχει αυτός, Πρόεδρε, ο Σαμαράς
ώστε καλλίτερος πολύ να είναι από σας;
-Δεν βλέπεις μωρέ Χόλντρεν μου τι κάνει στην Ελλάδα;
Δεν βλέπεις που προβλήματα λύνει αυτός αράδα;
Αφότου την που κέρδισε πήρε πρωθυπουργία,
απ’ όσες μάχες έδωσε δεν έχασε καμία.
Την ανεργία έβαλε πρώτα σκοπό να ελέγξει.
Ε! στην επίθεσή του, αυτή, δεν μπόρεσε ν’ αντέξει.
Κι ας λέει πως κατάφερε μόνο να τήνε κάνει
να μην αυτή κι άλλο ανεβεί. Από μετριοφροσύνη
στην πάταξή της κάνει πως δεν δείχνει αυτός βιασύνη.
Κι εγώ τι εκατάφερα κατά της ανεργίας;
Μια τρύπα μόνο στο νερό-κι εκείνη μετά βίας…
Τα μαγαζιά που κλείσανε τα έχει ξανανοίξει,
τον υψηλό τιμάριθμο τον έχει χάμου ρίξει,
τις παραπαίουσες Τράπεζες στα πόδια τους τις έστησε
τις απεργίες επάταξε, φοροφυγάδες έπιασε,
πετρέλαιο βρήκε… κι αν θα πεις για το Χρηματιστήριο
στα ύψη το ανέβασε… Πώς το ’κανε; Μυστήριο…
Και φως στο τούνελ βλέπει αυτός με το καλό του μάτι…
Εγώ καλό, έν’ απ’ αυτά, έκανα-πες μου-κάτι;
Εγώ ακόμα πολεμώ στην ανεργία ενάντια.
Και ξέρεις την που έχουμε στις Τράπεζες κατάντια…
Για να μην πω πως έχουμε φοροφυγάδες τόσους
που-είμαι σίγουρος γι αυτό-περνάμε και τους ρώσους…
Ή μήπως τον τιμάριθμο τον έχω εγώ μειώσει;
Ή κλέφτη μη κανένανε στη φυλακή έχω χώσει
όπως τον Άκι έχωσε αυτός; Να πω θα ’θελες κι άλλα
απ’ όσα έκανε αυτός μικρά είτε μεγάλα;
Να! Την Ελλάδα δυνατή και πάλι δεν την έκανε
εκεί που όλοι λέγανε ότι αυτή πάει-πέθανε;
Και δεν την υπολήπτονται και πάλι οι ευρωπαίοι
ενώ ως τα χτες τη βλέπανε οικτρά να παραπαίει;
Δεν μπήκε πάλι στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης-
και, ο αθεόφοβος, τολμώ, να πω, ποσίν αβρόχοις;..
Ο Ερντογκάν ξέρεις καλά ότι μπροστά του τρέμει
σαν ξάφνω να τον χτύπησαν όλης της γης οι ανέμοι,
η Μέρκελ απομέσα της θερμά παρακαλάει
από θυμό του Σαμαρά ο θεός να τη φυλάει,
κι ο Πούτιν περισσότερες σ’ αυτόν κάνει μετάνοιες
απ’ όσες κάνει στο Χριστό προσποιητές και σπάνιες…
Κι έχει και κάτι υπουργούς διαμάντια αληθινά-
(τέτοιους δυο τρεις να ’χα κι εγώ θαύματα θα ’κανα…)
Αλλά κι αυτοί μη εκεινού επιλογές δεν ήταν
ώστε στον μέγα αγώνα του να μη γνωρίσει ήτταν;
Και όπου να ’ναι καταργεί της πείνας τα συσσίτια
και στο λαό δίνει ξανά όσα έχουν χάσει σπίτια…
Και συ μου λες να τον δεχτώ. Αλλ’ αν μαζί μάς δούνε,
«αυτός κοντά στο Σαμαρά ποιος είναι;» θα ρωτούνε.
Ω! Τζων! Τέτοιο δε θ’ άντεχα στιγμή ένα ρεζιλίκι-
στο δρόμο εγώ του Σαμαρά εν’ άσημο χαλίκι!..
Και κείνο το μαργιόλικο παίξιμο του ματιού του…
Κι η πονηριά του τάχατες αθώου χαμόγελού του…
Απ’ όπου κι αν τον έπιανες με με να τον συγκρίνεις
αυτόν θα βρίσκεις πρώτονε και πίσω εμέ θ’ αφήνεις…
Και ξέρεις όταν σπούδαζε σε μας-στο Άμχερστ πέρα-
(βλέπεις; αυτός από παλιά
παντού τα πήγαινε καλά)
όλων εκεί των θηλυκών επήρε τον αέρα-
ενώ εγώ μόνο τη Μισέλ κατόρθωσα να ρίξω…
Ούτε κι εδώ κάτι καλό λοιπόν έχω να δείξω…
και ότι πίσω πήγαινε στις μπίζνες μην το πεις
γιατί μ’ αυτό που θα σου πω σίγουρα θα ντραπείς:
Τα χρήματα για τις σπουδές, μονάχος του τα κέρδιζε!
Μάλιστα! Η πιτσαρία του, παρόλ σου λέω, έσκιζε…
Ζηλεύω Τζων… πώς να στο πω… κάποιονε δεν μπορώ
που πίτσες μας ετοίμαζε, κοντά μου να θωρώ…
Εγώ, τη γη που διοικώ ως μέγας πλανητάρχης
να συγχρωτίζομαι μ’ αυτόν ως έλλην καναλάρχης;
Αν όσα αυτός επέτυχε είχα κι εγώ πετύχει…
ίσως… μα ούτε στο μικρό τού φτάνω εγώ το νύχι…
Πες μου λοιπόν πώς ολ’ αυτά εγώ να τ’ αγνοήσω
και πώς να έρθει να με δει, πες μου, να του ζητήσω;
-Πρόεδρε δεν τα ’ξερα ολ’ αυτά. Δίκιο έχετε λοιπόν.
Από τους καλεσμένους μας ας είναι πάντα απών.
Καλλίτερα από μακριά τα νέα του ν’ ακούμε
παρά για ώρα έστω μισή εδώ να τον λουστούμε.
TO ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΣΕΛΙΔΑΣ
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
(Χώρος δρόμου ελληνικής πόλης με ένα κτίριο στο βάθος.
Μεσα απο το κτίριο ακούγεται η φωνη και τα κλάματα του Νεονάκη ενώ δυο πολίτες μπαίνουν)
ΦΩΝΗ NEONAKΗ
Θέλω να προσφέρω στον τόπο! Ανοίξτε μου! θέλω να προσφέρω στο λαό!
Α' πολίτης
Ποιος φωνάζει;
Β' πολίτης
Ο Νεονάκης είναι. Θέλει να τον βγάλουνε έξω για να προσφέρει στο λαό λέει.
Α'
Και γιατί δεν τον βγάζουνε;
Β'
Ξέρω κι εγώ;
Α'
Ας τον βγάλουμε, Θέλει να προσφέρει στον τόπο-κρίμα είναι να πάει χαμένη όποια προσφορά.
{Ανοίγουν την πόρτα και βγαίνει εξω ο Νεονακης. Αμέσως πηγαίνει πισω απο τον Α΄ πολίτη και με ύφος έξαλλο, μάτια λάμποντα από απληστία και με ταχύτατες κινήσεις βάζει στις τσέπες τους τα χέρια του και βγάζει από εκεί o,τι αυτές περιέχουν, πετάει τα άλλα και βάζει στις δικές του τσέπες τα χρήματα).
Α'
ΕΙ Τι κάνεις εκεί;
(Ο Νεονάκης συνεχίζει αυτό που κάνει σαν να μη του μίλησε κανείς. Ο Α' πολίτης τον αποσπά με δυσκολία από πάνω του και ο Νεονάκης συνεχίζει τα ίδια με τον Β΄πολίτη)
Β'
Φύγε! Φύγε ρε! Τι κάνεις;
(Τέλος ακινητοποιούν τον Νεονάκη)
Α'
Τι κάνεις εκεί;
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
Προσφέρω στον τόπο.
Α'
Προσφέρεις στον τόπο; Εσύ μας κλέβεις! Αυτό που κάνεις λέγεται κλεψιά.
ΝΕΟ
Δεν ξέρω πώς το λέτε σεις ,εμείς το λέμε προσφορά στον τόπο.
(Οι δύο πολίτες συνεννοούνται με τα μάτια και ξανακλείνουν το Νεονάκη πάλι μέσα, αφού πρώτα του πάρουν μέσα από τις τσέπες του ό,τι τους πήρε)
ΝΕΟΝΑΚΗΣ
Όχι! Δε θέλω! Μη με κλείνετε μέσα! Μη! Όχι!
Α'
Πάμε από δω. Τι πήγαμε να πάθουμε… Πάμε.
Β'
Πάμε
(Βγαίνουν ενώ ακούγονται πάλι οι φωνές και τα κλάματα του Νεονάκη)
ΦΩΝΗ ΝΕΟΝΑΚΗ
Ανοίξτε μου! Θελω να προσφέρω στον τόπο! Θέλω να προσφέρω στον τόπο!..
ΑΥΛΑΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ
Τώρα ετοιμάζουν το φαϊ τους ελληνικέ λαέ.
Κοίτα τους πως γύρω από το λαιμό τους
πετσέτες τα ιδανικά μας δένουν...
Τώρα τρώνε ελληνικέ λαέ. Κοίτα τους
πώς τις σάρκες καταβροχθίζουν των παιδιών σου.
Κοίτα πώς σπίθες το αγριεμένο βλέμμα τους πετάει.
Τώρα πίνουν ελληνικέ λαέ. Δες πώς ασταμάτητα
ανεβοκατεβαίνει ο λάρυγγάς τους,
καθώς άπληστα το αίμα σου ρουφάνε...
Τώρα χωνεύουν ελληνικέ λαέ. Άκου τα ρεψίματα
και τους αερισμούς τους
ξαπλωμένοι όντας στη λάσπη...
Τώρα χτίζουν ελληνικέ λαέ.
Χτίζουν μια πολιτεία ελεύθερη λένε.
Χτίζουν μια πολιτεία δίκαιη λένε.
Χτίζουν μια Ελλάδα μεγάλη λένε.
Χτίζουν μια δημοκρατική πολιτεία για τα παιδιά σου λένε.
Ελληνικέ λαέ,
τους βλέπεις όλους,
πώς
διασκεδάζοντας,
κινήσεις χτισίματος με άδεια χέρια κάνουν.
ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
VS
ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Ύφος έχω μπλαζέ
και μ’ αυτό λαέ χαζέ
σε τουμπάρω.
Κι είμαι τόσο καλός
που σε πείθω ασφαλώς
κι ας σνομπάρω.
Βασιλείου αγνοώ
και θρασέως βοώ:
«είμαι πρώτος!»
κι ας μην είμαι παρά
ενός μόνο παρά
καμαρότος.
Κι όσο άλλος κανείς,
υπουργός, ευγενής,
λίγο είρων,
στα χαρτιά καταργώ
και τη γρίππη εγώ
την των χοίρων.
ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ…
Γιατί δεν ξέρω ΛΆΟΣ σαν ακούω
από τη φρίκη μου τα δόντια κρούω
κι έχω μερμήγκια σ’ όλο το κορμί.
Άραγε ποια να είναι η αφορμή;
Μήπως και είναι που όλους τους φασίστες
έχει μαζέψει και τους αριβίστες
κι αυτοί δηλητηριάζουν το λαό;
Βεβαίως θα μπορούσε να ’ναι αυτό.
Μην είναι που εξυμνούνε την Ελλάδα
που κάποτε υπήρξε και που αράδα
λεν πως συνέχεια είν’ αυτή εκεινής;
(τι ακούει αλήθεια σήμερα κανείς!..)
Μη γιατί μούχλα όλοι τους μυρίζουν;
Μη στη Νου Δου που ύδωρ και γη χαρίζουν;
Μη που είναι γόνοι των φρικτών Χιτών
και των μιαρών ταγματασφαλιτών;
Ή γιατί ακούνε Μαρξ κι ανατριχιάζουν
και Ζέρβα υμνούν και Μεταξά δοξάζουν;
Μπερδεύομαι… τι τάχα να μου φταίει
κι ο ουρανός μου αν τους ακούσω κλαίει;
Μη που όντας σ’ ένα Σκιάς ο ΛΆΟΣ ρόλον
στερεί από τους έλληνες το φως τους-
Ή μη που είναι των ελλήνων όλων
ο εαυτός ο άλλος, ο κρυφός τους;…
ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΝ, ΛΕΝΕ, ΤΟ ΑΣΥΛΟ…
Φέρτε πίσω τα λεφτά που ’χετε κλέψει,
να σκοτώνετε στους δρόμους πάψτε ανθρώπους,
κάντε τούβλα η Παιδεία να μη βγάζει,
για Υγεία πάψτε να ’χετε μια Πόρνη,
να καθόσαστε στους Τούρκους σταματήστε,
πάψτε να ’χετε παρέα τη διαφθορά,
πέστε αλήθεια μόνον έστω μια φορά,
σταματήστε το ασταμάτητο ρουσφέτι,
προσιτά κάντε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εφορίες,
να τσακώνεστε σαν τσούλες κάντε κράτει
(τις βρωμιές σας έτσι θέλοντας να κρύψτε),
δώστε πάλι στη Ζωή μας τις Αξίες,
τα κλεμμένα Ιδανικά μας φέρτε πίσω,
μ’ ένα λόγο Δικιοσύνης φκιάστε Κράτος
και, αλήτες βουλευτές, τότε αν θέ ’τε,
καταργείστε όλα τ’ Άσυλα του κόσμου-
τότε ανάγκη δεν θα τα ’χει πια κανένας.
Μα ως τότε, αν μονάχα το τολμείστε,
τα μαρτύρια του Ιώβ θα μαρτυρήστε!
ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΑΠΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ
Η Ακρόπολη αποκλείστηκε για δεύτερη φορά
από υπαλλήλους που ζητούν λεφτά απ’ το Σαμαρά.
Και η τι-βι όλη φρύαξε. Σκούζουν οι εφημερίδες.
Σύλλογοι εξανίστανται. Βοούν μανδάμ και δίδες.
«Να κλείσουν την Ακρόπολη!…Την τόσο μας αρχαία!…
Πολιτισμού οι τύποι αυτοί δεν έχουνε ιδέα;!…»
Μαντάμες και υπουργάκοι μου και Τύπε κίτρινέ μου
ό,τ’ είπατε και γράψατε πηγαίνει κατ’ ανέμου.
Εικοσιτρείς ακρόπολες κι εξήντα παρθενώνες,
όσους κι αν πριν εχτίστηκαν δακρύβρεχτους αιώνες,
ας πάνε όλες στο χαμό μ’ αυτό αν είναι να ’βρει
ένα ο φτωχός ξεγέλασμα στην πείνα του τη μαύρη.
Άνθρωποι που παθιάζονται για πέτρινα μνημεία
και που για φτώχεια μέριμνα δε δείχνουνε καμία,
ψευτόκλαμα ειν’ το κλάμα τους κι αγύρτικη η οργή τους-
περσότερο τους γνοιάζει αυτούς μια πέννα απ’ το πουγκί τους.
Λεν οι αχρείοι: «τον Τουρισμό αυτό πολύ θα βλάψει
ξένος αφού στον τόπο μας να έρχεται θα πάψει!
…πέσαμε δέκα στα εκατό ήδη στον Τουρισμό!
Με την Ακρόπολη κλειστή τραβάμε στο χαμό!..»
Μα ή μ’ εκατό τοις εκατό ή με σαράντα μείον
του έρμου φτωχού δε θ’ αυξηθεί καθόλου το ταμείο’.
Συντρίμμια όλα τα μάρμαρα του τόπου αυτού να γίνουν
αν είναι μόνον ίδρωτα κι αίμα λαών να πίνουν.
Και παρανάλωμα φωτιάς ας γίνουν τα Μουσεία
αν πείνα στη φτωχολογιά φέρνουν κι απελπισία.
Του κόσμου κάθε άψυχο λιθάρι ας χαθεί
αν είναι μόνο μια ζωή ανθρώπου να σωθεί.
--------
ΣΤΟΥΣ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΥΣ ΜΕΤΑ
ΤΗΝ ΕΠΊΘΕΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΉ
Τρέξαν όλοι οι συνεργάτες
ν’ αλληλοσυλληπηθούν
και για μια φορά ακόμα
στη βρωμιά τους να ενωθούν-
τρέξαν οι συνένοχοι όλοι
για να γλύψουνε τον Τύπο
που στον ίδιο οι καρδιές τους
οι αισχρές χτυπούνε χτύπο.
Μον’ αυτό δεν είναι λόγος.
αναγκαίος και ικανός
ώστε ούτε κοκαλάκι
να μη μείνει κανενός;
Βουλευτές, δημοσιογράφοι,
τραπεζίτες , υπουργοί,
να η τετράδα που καθ’ έννοια
δικιοσύνης καταργεί!
Τι λοιπόν; Άλλον θα ψάξτε
στόχο να ’βρετε-αλλού;-
μη στα όρη προσδοκάτε
να ’βρετε νερό γιαλού;
Τούτοι δω είν’ η αιτία
που ο πολίτης δυστυχεί!
τούτοι δω που γόος και θρήνος
ολογύρω αντηχεί!
Δημοσιογράφους κόψτε
μιας κι αρχίσατε από κει,
που ενώ είναι παντογνώστες
«αγνοούν» διαλεκτική,
κι έτσι όλα τα δικά σας
τα Ωραία και Φωτεινά,
στο λαό τα μεταφέρουν
δολερά και σκοτεινά.
Κι αφού πρώτα αυτούς χτυπήστε
και ξαπλώσετε στη γη,
των αχρείων βουλευτών μας
αφανίστε την πληγή.
Κι απ’ αυτούς αρχίστε πρώτα
που «εμείς τα λέμε!» λεν
κι έτσι κάνοντας θαρρούνε
πως δε γίνεται να φταιν.
Λάθος τους: ήρθαν μαζί σας
να ματώσουνε τους δρόμους;
Ήρθανε κοντά σας κόντρα
στους παράνομους τους νόμους;
Σ’ όλους τους λοιπόν λεπίδι!
Βόλι σ’ όλους και φωτιά!
ώστε απ’ όπου θα τους στείλτε
να μην κλέβουν άλλο πια.
ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Τι το ’θελες το –άκης; σκέτο Τράγος!
Τ’ όνομα αυτό σου πάει μια χαρά!
Τράγος: κατάρα, μίασμα και άγος
κι όσα άλλα κουβαλάει τρομερά.
Τραγάκης. Λίθινη Εποχή. Μεσαίων.
Τραγάκης. Ξύδι. Βύσσινο. Κινίνο.
Στον κόσμο αφότου έχει έρθει, πλέον
δεν χρειαζόμαστε καν τον Δαρβίνο.
Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Επήγε ο Κωστάκης στην Ευρώπη
σαν φουσκωτό μικρούλι τόπι.
Όμως, κι ας είχε όσο καμάρι,
μόνο στ’ αστεία τον είχαν πάρει
όσοι βρισκόνταν εκεί πέρα:
ξέραν πως έχει μέσα αέρα.
Και με τα πόδια τους να παίζει
τον είχαν κάτω απ’ το τραπέζι.
Και περφανεύτηκε γυρνώντας
έτσι αλαφρός και άδειος όντας:
«Όλοι όσοι εκεί πέρα ήσαν
ενάντια μου δεν εμιλήσαν!»
Και με μια γκέλα όλο νάζι
πάει στη Ραφήνα και αράζει.
ΛΙΓΗ ΒΕΝΖΙΝΑ ΚΙ ΈΝΑ ΣΠΙΡΤΟ
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και η Ελπίδα ξαναζεί-
κι η Ανθρωπιά-όπως της πρέπει
με τους Ανθρώπους πάει μαζί.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
πάνε Δημόσιο, ΕΣΥ, ΟΤΕ
και η Ελλάδα τόσο φέγγει
όσο δεν έφεξε ποτέ.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και πάν Βουλή και Βουλευτές΄
τ’ Αύριο ο Λαός καλημερίζει
κι Αντίο λέει στο βρώμιο Χτες.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και το που Θάμα μοιάζει, να!
μιας Κοινωνίας μες απ’ τις Στάχτες
Δίκιας η Γέννα ξεκινά!
ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Στον Κωστάκη εικοσιπέντε
μέτρα φέρνει ο ΣYΡΙΖΑ
που όμως ο «στερεάς παιδείας»
τα κλαδεύει σύρριζα.
Ο ολίγος Παπανδρέου
πέντε μέτρα του προτείνει
μα ο Κωστάκης με παλάμη
ανοιχτή, πίσω τα δίνει.
Ο ΛΑΌΣ φέρνει προτάσεις
τέσσερες συμπυκνωμένες
μα ζουμί μέσα δεν είχαν,
παρά αέρα οι καημένες.
To Κου Κου Ε δεν έχει δέσμες
ή σημεία ή προτάσεις
μόν’ πορείες, καταλήψεις
και λαϊκές επαναστάσεις.
Και ο Κωστάκης πλέον μονάχος του
την κρίση διαχειρίζεται,
με άλλα λόγια ο κόσμος χάνεται
και το ….. χτενίζεται…
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗ ΚΥΡΙΕ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ…
Εκτός απ’ τα βιβλία που διαβάζεις
κι οίησης πλήρης μας παρουσιάζεις,
υπάρχουν Άδωνι βιβλία κι άλλα:
λεπτά, λεπτότερα, μικρά, μεγάλα…
Και όλα εκείνα-τ’ άλλα τα βιβλία-
ομοιότητα δεν έχουνε καμία
με τα δικά σου- άλλες ιστορίες…
άλλες ιδέες και φιλοσοφίες…
Κι ανοίγουνε στα πνεύματα άλλους κόσμους,
απ’ τους δικούς σου εκτός-τους αποκόσμους.
Και αν πασκίζεις να τους αποκλείσεις
αυτοί ’ναι ’κεί όσο κι αν συ γαυγίσεις.
Κι αν θα ’χε απ’ τα βιβλία αυτά κονόμα
κανείς, θα μπόρειγε (και συ ακόμα)
χιλιάδες εκπομπές γι’ αυτά να κάνει
με κέρδη που ο νους σου ούτε που βάνει.
Μη το λοιπόν απόλυτος τόσο είσαι-
μα κι ούτε ίσως να το προσποιείσαι,
γιατί σ’ αμφότερες τις περιπτώσεις
είσαι Άδωνί μου ήρως βλακείας τόσης…
Τη στάλα των ιδεών όπου πρεσβεύεις
σε ωκεανό μη την αναγορεύεις-
μάλιστα που αυτή ’ναι μία στάλα
που μες στου Χτες μουχλιάζει την μπουκάλα...
«ΩΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι κι αν βρεθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.
Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού
σε μια Φωνή, σ’ ένα Λυγμό,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…
Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που Χρυσός είναι Σιωπή.
Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.
Πρώτοι!.. Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και απομέσα τους γελούν-
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
για ν’ ακουστούν δυο τρεις «κυρίες»!
Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…
ΩΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΩΡΑ ΒΟΥΛΗΣ!
«Για μία ώρα η Βουλή θα μείνει στο σκοτάδι.»
Ε τι; Για νέο μας το λεν; Διακόσα χρόνια τώρα
μέσα στο σκότος ζει αυτή και πλέκει μες στο βράδυ
αντάμα σκοτεινιάζοντας κι ολόκληρη τη χώρα.
Απ’ τη στιγμή που φτιάχτηκε, στο Μαύρο είναι κρυμμένη.
Ψυχή ολόμαυρη έχουνε οι βουλευτές της όλοι,
μαύρο μυαλό, μαύρα όνειρα, στα μαύρα είναι ντυμένοι
και χρήμα μαύρο κουβαλούν στο μαύρο πορτοφόλι.
Άκου θα κλείσει η Βουλή βράδυ οχτώ τα φώτα!
Μα κλειώντας φώτα ολοζωής εκείνη διασκεδάζει:
φώτα Παιδείας… Πνεύματος… και σαν του Κουίκ μια κότα
όταν βαριέται να τα κλει… ε τότε… μας τ’ αλλάζει…
ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
Παπαληγούρας: άλλος ένας
κεφαλαιοκράτης από γέννα
που απ’ της πλουτοκρατίας τα κόλπα
δεν του εξέφυγε κανένα.
Τη Δικιοσύνη έχει ρημάξει,
τη Ναυτιλία παίρνει τώρα
ώσπου με δόσεις να ληστέψει
όλην την άμοιρη τη χώρα.
Πτώματα «ανέβηκε» πατώντας.
Των ναυτικών του ’χανε λείψει.
Ιδού τα! Κι ένα πτωματάκι
στην Κόρινθό «του» ίσως δωρίσει.
ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΚΛΕΨΙΑ
ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ-ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ
Μπορεί να βρούμε πότε άρχισε το Σύμπαν-
το CERN φιλότιμα πολύ γι αυτό δουλεύει-,
μα κι αν τα κάνουμε ακόμα όλα λίμπα
ποτέ δε θα’ βρουμε γιατί ο έλλην κλέβει.
Είναι η κλεψιά για τον κάθ’ έλληνα η τιμή του.
Κι είναι αγέννητη και άφθαρτη-ειν’ αιώνια.
Μ’ αυτήν γεννήθηκε και με αυτήν μαζί του
στα μαρμαρένια θα παλέψει αυτός τ’ αλώνια.
ΒΟΥΛΗ ΚΑΙ ΑΣΥΛΟ
(στους έλληνες πολιτικούς)
Θέλετε το Άσυλο να καταργείστε!
Αλήθεια όντα κτηνώδη τόσο είστε;
Το Άσυλο Ιδανικών είναι φωλιά!
Θέτε να ρίξτε τ’ Άγια στα σκυλιά;
Στο Άσυλο, από σας κυνηγημένη
η Αγνότη φέγγει με ψυχές δεμένη.
Με συντροφιά της άδολα παιδιά-
εκεί χτυπάει του Έθνους η καρδιά.
Μα έχετε και σεις το άσυλό σας,
τον πλούτο που φυλάει τον άνομό σας
τη μαύρη σας που κρύβει την ψυχή
και τη συνείδησή σας τη ρηχή-
άσυλο κάθε σας που σκέπει βρώμα
καθώς νεκρού σαπίλα σκέπει χώμα.
Και να ποια του Λαού η Εντολή:
αχρείοι, καταργείστε ΤΗ ΒΟΥΛΗ!
28 ΟΧΤΩΒΡΗ
ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ
Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχεν οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική.
Μα ως γνωστόν εκτός απ' τ' ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να 'χει μέσα της και ΝΑΙ.
Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.
Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά
.
Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που τής ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.
ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ' ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.
ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις.
ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ' Αγγλία και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.
ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.
ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ' απολύσεις ΝΑΙ απεργών.
ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.
ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
τον 'ρημώνει από χαρά.
ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
και στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε…
Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.
Και σα βλάκες μεις γελάμε
και κανένας δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ.
Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει...
Αλλ' ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.
Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα...
Ω! Αστεία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης.
ΦΟΙΤΗΤΕΣ
ΚΑΙ
ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ
Ο κυρ-Γιάννης έχει τρία παιδιά
κι ένα μαγαζάκι στη γωνία.
Και τον τρώει η αναπαραδιά.
Και τον βασανίζει η αγωνία.
Κάθε Κόμματος ο βουλευτής
έχει μετοχές, κότερο, βίλλα
του λαού μας είναι ο «δουλευτής»
και σε μία είναι μέλος καμαρίλα.
Φοιτητές, που έχετε μυαλό,
και μπροστάρηδές μας πια μετράτε:
παίρνονται αυτοί με το καλό
ή το χρόνο σας έτσι χαλάτε;
Χάστε αυτό τον άθλιο συρφετό
όπου κλέβει κάθε σας ικμάδα!
Κι αν δεν είστε δυνατοί γι αυτό,
κάψτε πέρα ως πέρα τέτοια Ελλάδα!
Η ΠΙΤΑ
Οι μιαροί, οι βρωμεροί πολιτικοί μας
ας ωρύονται φρικτά στη διαπασών,
δεν μπορούνε να σκεπάσουν τη φωνή μας-
που φωνή είναι πλέον πάντων και πασών.
Ξέρουν όλοι τους πως έχουν κατακλέψει.
Μα κανένας για τον άλλον δε μιλά
γιατί τότε η αποκάλυψη θα τρέξει
και σαν κόλλα πάνω σ’ όλους θα κολλά.
Λες και όταν εψηφίζαμε, δεν ήταν
για να εκλέξουμε Βουλή, πρωθυπουργό,
μα το σύνθημα να δίναμε, στην πίτα
να επιπέσουνε με βήμα αυτοί γοργό.
.
Αν μια τέτοια το λοιπόν δημοκρατία
ειν’ αυτή για την οποία αυτοί μιλούν,
απ’ αυτήνε προτιμώ εγώ τη βία
όσων τέτοιο ένα αίσχος καταλούν.
Και παράξενα μας βλέπουν λες και κάτι
να τους λέμε μ’ εξωγήινων μιλιά.
Λοιπόν πάλι: «Κι εμείς θέλουμε κομμάτι!
Ή το παίρνουμε απ’ την τρύπια σας κοιλιά!»
ΝΕΑ ΚΟΜΜΑΤΑ
Νέο κόμμα! Νέο κόμμα! Να τι θέλει η Ελλάδα!
Την πολλή που είχε ως τώρα εβαρέθηκε λιακάδα
κι απ’ το μπλε το χρώμα έχει τόσο πλέον βαριεστήσει
που νουδού πασόκ και λάος απ’ το χάρτη θα τα σβήσει.
Νέο κόμμα της Ελλάδος τώρα η όρεξη τραβάει
κι υλικό ως νέο δεν έχει βολικό που να μετράει,
τα παλιά υλικά ζυμώνει, κόμματα δυο νέα χτίζει
και ΝΟΥΣΟΚ λέει το ένα και ΠΑΔΟΥ τ’ άλλο βαφτίζει.
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟ
ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ
(Ο Μήτρακας αχάραγα σπίτι του Γιάννου πάει
και το κουδούνι δυνατά της πόρτας του χτυπάει)
-Τι θες ρε Μήτρο και χτυπάς χαράματα την πόρτα
προτού το πράσινο φανεί ακόμα από τα χόρτα;
-Γιάννο μου ξύπνα και κακό μεγάλο έχει γίνει
που ξάγρυπνον και μ’ άφησε και λύπηση μου δίνει.
-Τ’ είναι μωρέ; Για πες το μου να δω τι ιδέες πάλι
το αδειανό κατέβασε κουτό σου το κεφάλι…
-Γιάννο μου τούτη τη φορά θα δεις πως δίκιο έχω
που πριν τα ξημερώματα γοργά να σ’ έβρω τρέχω.
-Λέγε λοιπόν.
- Γιαννάκο μου όταν αυτό θα μάθεις
ίδια με μένα ταραχή κι ελόγου σου θα πάθεις.
-Λέγε μωρέ και μ’ έσκασες. Τι έγινε επί τέλους;
-Γιαννάκο να τι έγινε- έγιν’ η αρχή του τέλους
για κράτος, για κυβέρνηση, για έθνος, για πατρίδα.
-Ακούω-να δω πρωί πρωί ποια σου ’χει στρίψει βίδα.
-Γιάννο μου ο πρωθυπουργός στο σκάνδαλο μπλεγμένος
είναι του Βατοπέδιου. Και πάει πια ο καημένος…
-Αυτό μωρέ ήρθες να μου πεις; Αυτό δεν είναι νέο.
-Χτές βράδυ εγώ το άκουσα Γιαννάκο μου, δε φταίω.
Ώστε λοιπόν ξέρεις και συ τι τρέχει στου Μαξίμου;
-Το ξέρω γιατί από χτες το πήρε το αυτί μου.
-Γιάννο μου κι έτσι αδιάφορος μπορείς και κρύος να μένεις;
-Και τάχα τι να έκανα ρε Μήτρο περιμένεις;
-Γιάννο μου ο εκλεγμένος μας πρωθυπουργός μάς κλέβει!
-Κι αυτό γιατί τον άνοα το νου σου να παιδεύει;
Ούτε ο πρώτος ειν’ αυτός ούτε ο τελευταίος.
Ή αγνοείς πως κλέβανε ασύστολα κι οι τέως;
-Μια επιστήμων Γιάννο μου το ’πε-μια δικηγόρος.
Λοιπόν μη το όλο ζήτημα το βλέπεις αδιαφόρως.
Είπε πως ο Καραμανλής διάταξε τον Ψωμιάδη
να υπογράψει τα χαρτιά χωρίς ούτε να τά ’δει.
-Ε και λοιπόν; Θα βγάλουνε ψεύτρα τη δικηγόρο.
Μπορεί και να της δώσουνε κανα μεγάλο δώρο
και η υπόθεση εκεί μια δια παντός θα κλείσει.
Νομίζεις να τον πιάσουνε ο Καραμανλής θ’ αφήσει;
-Μα τ’ όνομά του ακούστηκε. Το είπε ο Ψωμιάδης.
-Μήτρο μου ο Κέρβερος φυλάει τα όσα κρύβει ο Άδης.
-Αυτό δεν το κατάλαβα Γιαννάκο, πέστο πάλι.
-Λέω πως ο Καραμανλής λάδι θα τηνε βγάλει.
-Μα φως φανάρι Γιάννο μου είναι πως έχει κλέψει
και ο λαός ολόκληρος το έχει αυτό πιστέψει.
-Τώρα καζάντησες! Ρε συ λαό έχει η Ελλάδα;
-Αλλά τι έχει Γιάννο μου; Τ΄ είμαστε όλοι αράδα;
-Μήτρο η Ελλάδα συρφετό κι όχι λαό ειν’ γεμάτη.
Μια μάζα ανέμυαλη, δειλή και στο μυαλό φευγάτη.
Αλλιώς θα τους καθάριζε όλους αν είχε γνώση
κι άλλους στη θέση τους, αγνούς, θα ’χε στη χώρα δώσει.
-…Και λένε το Ρουσόπουλο γι αυτό τον είχαν διώξει…
-Τον έδιωξε ο Καραμανλής. Κι ως βλέπει το καράβι
νερά πως κάνει, κι αλλουνούς θα φάει το σκοτάδι.
Για να γλιτώσει αυτός, πολλούς Μήτρο θα «παραιτήσει»
Ποιος ένανε Καραμανλή θα τονε σταματήσει;
-Τόσο μεγάλη δύναμη έχει αυτός Γιαννάκο;
-Μήτρο η Ελλάδα έχει αυτόν και η ελιά το δάκο.
Πέντε ειν’ τα που ’φαγε αυτός τα δισεκατομμύρια.
κι αν λέει χιλιάδες είκοσι πως έχει και δυο κτίρια
είν’ για να κάνει εσένανε που άμυαλος είσαι Μήτρο
να λες πως δεν κρατεί αυτός του πλούτου τ’ άθλιο σκήπτρο
κι ότι όσο υποφέρουνε οι άλλοι, έτσι κι εκείνος-
κι ας είναι όχι άνθρωπος σαν κείνους, αλλά κτήνος.
Έχεις ιδεί το βλέμμα του από μάτια γουρουνίσια;
Έχεις ιδεί τα χέρια του τους λόγους του όταν βγάζει,
που τα κουνάει σαν τη στιγμή και κείνηνε ν’ αρπάζει;
Έχεις προσέξει τι πολλή προσπάθεια καταβάλλει
να δείξει ότι δίκαια θέση έχει αυτός μεγάλη;
Τον βλέπεις πόση σαν αετός που ’χει αρπάξει αηδόνι
ασφάλεια νιώθει κι ηδονή το στόμα όταν μπουκώνει;
Και πες- καμιά μήπως φορά τον είδες να γελάει-
όχι! το δώρο που άνθρωπος κρατεί σ’ αυτόν δεν πάει.
-Γιαννάκο μου λες δηλαδή για όσα έχει κλεμμένα
πως λόγο αυτός δεν πρόκειται να δώσει σε κανένα;
-Ρε Μήτρο έδωσε ποτέ λόγο σ’ ανθό το φύτρο;
Λόγο λοιπόν σε ποιον αυτός να δώσει μωρέ Μήτρο;
Ύστερα φίλε μου καλέ αν και λίγο βαρεμένε,
αφού δεν ξέρεις, άκουσε κι αυτό λοιπόν καημένε:
Ποιος, υπουργός ή βουλευτής έχει ποτέ πληρώσει
για όσα έχει ολοζωής κλεμμένα χλαπακώσει;
Μήτρο μου, εκείνοι κλέβουνε, αυτοί νομοθετούνε
αυτοί αλληλοδικάζονται-και δε θ’ αθωωθούνε;
-Και ο Ψωμιάδης Γιάννο μου σ’ αυτά τι ρόλο παίζει;
-Του ανθρώπου που όντας σίγουρος ότι γερά πατάει
ξάφνω μια πεπονόφλουδα βαδίζοντας πατάει
κι η για τον Κώστα που ’χτιζε εικόνα τόσα χρόνια
έλιωσε ως τρύπα όζοντος τ’ άλιωτα λιώνει χιόνια.
Τώρα ν’ ακούσει έχει αυτός τόσα από τον Μεγάλο
που θα φωνάζει έντρομος: «φτάνει!» και «όχι άλλο!».
Μ’ αν θ’ αρπαχτούνε δυο Νονοί, ή νύχτας είναι ή μέρας
το μεγαλύτερο απ’ τα δυο θα επιβιώσει Τέρας.
Και ο Ψωμιάδης ο πολύς με όλα τα στραβά του
πάει Μήτρο μου-τον χάνουμε-τα ’φαγε τα ψωμιά του΄
θα τονε φάει ο χοντρός που τόσους έχει φάει
και που όλο ρεύεται, ξερνά, και πάλι όλο μασάει.
-Γιάννο μου ήρθα ο καψερός νέο ένα να σου φέρω
κι απ’ όσα ερχόντας ήξερα πιότερα τώρα ξέρω…
-Θα φύγεις Μήτρο; Ευτυχώς. Έτσι θα ξαναπέσω
τον ύπνο που μου έκοψες να τονε ξαναδέσω
και ως τις δέκα ή έντεκα μιας και Σαββάτο είναι
θα κοιμηθώ μιας κι έχω πού την κεφαλήν μου κλίναι.
-Ύπνο καλό Γιαννάκο μου και όταν θα ξυπνήσεις
αν θες να πάμε για καφέ, να μου τηλεφωνήσεις.
-Ναι βρε Μητρούση μου, γιατί, αν και λειψός λιγάκι
είσαι το πιο καλλίτερο που έχω φιλαράκι.
(Και χωριστήκανε οι δυο κι ο ένας πάει για ύπνο
ενώ ο άλλος-δυστυχώς-κοιμάται και στο ξύπνιο)
ΑΓΡΟΤΕΣ-ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ
Ποιος είπε πως δεν είμαστε απογόνοι
εκείνων των αρχαίων μας προγόνων-
ή ότι τάχα αυτοί δεν είν’ προγόνοι
των τόσο που τους μοιάζουνε απογόνων;
Κι ιδού η απόδειξη μπροστά μας ζώσα:
Οι αγρότες μας, η δόξα κι η τιμή μας,
που όλοι οφείλουμε σε κείνους τόσα-
που με το αίμα τους καρπίζει η γη μας-
οι αγρότες μας λοιπόν οι τιμημένοι
Σπαρτιατική λιτότητα εδείξαν
κι όταν τους δώσαν ψίχουλα-οι καημένοι...-
τους δρόμους που ’κλειναν ευθύς ανοίξαν!
Και παν τα μπλόκα…πάνε οι φωνές τους…
Και δείξαν ότι όσα τσαμπουνούσαν
δεν τα πιστέψαν ούτε αυτοί ποτέ τους .
Κι ήταν νεκροί όταν λέγαμε πως ζούσαν.
Μπράβο αγρότες σεις! Σπαρτιάτες νέοι!
Που αντί ως αυτούς οι νόμοι της Ακέλας,
εσάς ένας ζωμός φτηνός σας καίει,
που όμως Γαλάζιος είναι κι όχι Μέλας.
Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΚΩΣΤΑ
Να ’ταν η Ελλάδα φυλακή και η Νου Δου Ριτζάϊ
και να δραπέτευε και α! έξω από δω να πάει…
Να ’ταν η Ελλάδα θάλασσα και το ΠΑΣΟΚ ναυάγιο…
θα ’τανε φως φανάρι πως η Ελλάδα έχει άγιο…
Να ’πεφτε το ελικόπτερο επάνω στη Βουλή…
Μα ο θεός δεν αγαπάει τους έλληνες πολύ…
Να ’ταν το ελικόπτερο που πήρε τον Αλκέτ
ο διάολος-και ο Αλκέτ να ήτανε η ΝΕΤ…
Ο Παλαιοκώστας να ’τανε οι τρακόσοι βουλευτές
και να ’βρισκαν το στόχο τους οι σφαίρες οι καυτές…
Ή να ’τανε η κυβέρνηση, λέει, η κηροζίνη,
κι αφού ανάψει, να σβηστεί μόν’ αφού στάχτη γίνει…
Ο Γιώργος να ’ταν νυσταλέος της φυλακής φρουρός
και: «τι έγινε;..τι έγινε;..» να κάνει ο καψερός…
Κι ο Γεωργιάδης του ΛΑΟΣ, μες στην αναμπουμπούλα
«Ιδιώνυμο!» να ωρύεται, «Ιδιώνυμο η κουκούλα!»…
ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ
Ζητάτε να καταργηθεί το Άσυλο. Εμάς πάλι
ακούστε λόγια ποια γι αυτό το στήθος μας θα βγάλει:
Το Άσυλο τη Διαφθορά μακριά από μας κρατάει
που και τους νέους ακόμα αυτή υπηρέτες της ζητάει.
Το Άσυλο είν’ η ασπίδα μας στα αιχμηρά τα βέλη
που ίσια κατεπάνω μας ο πλουτισμός σας στέλλει.
Το Άσυλο είναι τ’ Άγια μας-είναι τα Ιερά μας
είναι τα που γλιτώσαμε από σας Ιδανικά μας.
Το Άσυλο ειν’ η ανάσα μας που εσείς μας τη στερείτε.
Ειν’ η Ψυχή μας που εσείς μέσα της δεν θα μπείτε.
Είναι του Ανθρώπου η μαγιά στη ζύμη την κτηνώδη.
Μες στον κοπρώδη κήπο σας τ’ άνθ’ είναι τα ευώδη.
Εσείς αν χάμου σέρνεστε, Αυτό είναι τα φτερά μας.
Για σας ειν’ ο εφιάλτης σας , για μας τα Όνειρά μας.
Κι αν στείλτε, όποιον άρπαγα, το Άσυλο να μας πάρει
δε θα το πάρτε-όχι-ποτέ-δε θα σας γίνει η χάρη:
τάφους θ’ ανοίξουμε βαθιούς για όποιονε θελήσει
τ’ Αστέρια απ’ τον ολόλαμπρο Ουρανό μας να τα σβήσει.
Γενείτε Φως του πρωιού που όλα ζεστά φωτίζει
και τότε το τραγούδι μας θα σας καλωσορίζει.
Γενείτε Ανάσα και Ψυχή, και Ιερά και Άγια,
γενείτε Άνθος κι Ευωδιά σε λόφου αγνού τα πλάγια-
γενείτε Όνειρο κι εσείς μες στης Ζωής το Ξύπνο
και πια θα κάτσουμε κι οι δυο μαζί στο Μέγα Δείπνο
που έχει η γης αζήτητα για όλους μας στρωμένα.
Γενείτε Ανθρώποι και τα Πριν πια όλα ξεχασμένα.
Διαλέξτε. Ή θα ’χετε Οχτρό θανάσιμον καρσί σας
ή φίλο έναν διαλεχτό δίπλα-κοντά-μαζί σας.
Κάντε να μην ντρεπόμαστε που έλληνες μετράμε
και πια εμείς το Άσυλο γιατί να το ζητάμε;
Άσυλο τότε ολόκληρη για όλους θα ’ναι η χώρα,
και με μεγάλη απλοχεριά, σ' όλους θα στέλλει δώρα.
Κυριακή 28 Απριλίου 2024
ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
(ΚΑΙΡΟΣ ΚΡΙΣΗΣ)
ΤΟ ΡΈΜΑ
Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.
Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.
Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,
το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
για να ξανάβγεις κάποτε
πρωθυπουργός δι αυτών.
Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.
ΤΙΣ ΠΤΑΊΕΙ….
Μη φωνάζετε-μη σκάτε
και μην κακομελετάτε.
Ή Καραμανλή ψηφίστε,
ή στην πάντα τον αφήστε
κι όποιον φέρτε, ίδιο χάλι
τουτ’ η χώρα θα ‘χει πάλι.
Φίλοι μου οι εκλεγμένοι
δε σας φταίνε –οι καημένοι!-
Φταίνε μόνο οι εκλογείς:
φταίτε φίλοι μου ΕΣΕΙΣ.
ΓΡΑΪΔΙΑ…
Πάγκαλος, Παπουτσής και Βενιζέλος,
Κουβέλης, Καστανίδης και Μαγκριώτης,
και Βερελής και Ρέππας κι Ευθυμίου,
Πρωτόπαππας, Φλωρίδης, Κακλαμάνης,
Παπαντωνίου, Βάσω, Σηφουνάκης,
Μαρία, Τσοχαντζόπουλος, Χυτήρης-
και πάλι μία γεύση από τα ίδια-
μόνο που πια τα «ίδια» είναι γραϊδια.
ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΚΑΙ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΗ
Δεν ξέρω πώς δεν έχετε
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο
μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό κι αφού ρωτήσατε
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά
λύνω το Κυπριακό.
και με μιαν άσκηση σωστή
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ "μπράβο" αποσπώ
του πρόεδρου του Γάλλου.
Με μοναχά λίγα πους-απς
τον Μπλερ μπορώ να πείσω
τα μάρμαρα που μας κρατεί
να μας τα δώσει πίσω
και μ' ένα τζόκινγκ μου απ'
αυτά
που μ' είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός
τα όρια τηνε φτάνω.
Και ένα κάνοντας μασσάζ
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα
τον ίδιονε τον Μπους.
Δύο φορές σηκώνοντας
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογάν
ως κι ενενήντα μοίρες
και-κάτι που κυβέρνηση
δεν το 'χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι ευθύς
την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες μου δυο και γίνομαι
πρωθυπουργός το Μάρτη.
Και τότε δύο έλξεις μου
και μα την Παναγία
θα πάψει πια η χώρα μου
να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά
μια επίκυψη χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής
σοφός να λογαριάζεται.
Ως για το μέγα πρόβλημα
που είναι η Υγεία
μία στροφή θα χρειαστεί
του σώματος πλαγία.
Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου,
κάθε που θέλω αλλαγή
θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση
δεν το 'χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα
σας ταλανίζει η γρίππη-
αν και αυτό τ' ομολογώ
πως σας το λέω με λύπη-,
γιατί εγώ-μη βλέπετε
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου
αν δε το δείξω σκάω.
Ίσως μιαν άλληνε φορά
που θα 'σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα
που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
όχι, δε μου είναι κόπος-
να! τα πους-απς μου αύριο
σε σας θα τ' αφιερώσω
κι απ' το μαρτύριο του ιού
ευθύς θα σας γλιτώσω.
(Απόσπασμα από το έργο «Η ΖΗΤΙΆΝΑ»
………………………………
(μπαίνει ο Καραμανλής)
Καραμανλής
Εγώ να! τους δικούς μου να βολέψω
για να τους έχω αν τους χρειαστώ,
όσο μπορέσω πιο πολλά να κλέψω
και πια κι εγώ να πάω στο καλό.
Τώρα τι λέτε για βιβλιοθήκες
για πνεύμα τι και για πολιτισμούς-
άλλες για μένανε μετράνε νίκες
και άλλων πολιτών ακούω εσμούς.
Κι αν υπουργός πολιτισμού έχω γίνει
και αν γι Ακαδημίες σας μιλώ
είναι που τρέξιμο αυτό μου δίνει
να χάσω έτσι και κανα κιλό.
Ας πάει κατά διαόλου κι η Ελλάδα
κι οί έλληνες μαζί της-μόνο εγώ
να 'μαι καλά και όσο η αγελάδα
γάλα έχει,με μανία να της ρουφώ.
Χέστηκα εγώ αν μια βιβλιοθήκη
ή είναι ή και δεν είναι ανοιχτή...
Δε δίνω για την Τρίπολη καπίκι-
το μόνο της που θέλω ειν η πηχτή.
Κι ο Παπαντρέου στην πόλη σας αν έρθει
και μου τον φέρτε από κει νεκρό
μέσα στης πρώτης μου χαράς τη μέθη
τότε μπορεί να δείτε κανα ευρώ.
Και μη μου ενοχλείτε τογ Τατούλη
αφήστε τον να φάει καλά κι αυτός
ως ο Πυθέας έφαγε απ’ τη Θούλη
κι ως τρώει ξύλα ο φούρνος ο καυτός.
Τέταρτο πλαίσιο έρχεται-τι λέτε;
θα θέλατε ν'αφήσω το ψητό
και να προσέχω εσάς που μιξοκλαίτε
για κάποιο θηλυκό εκεί κουτό;
Κι αν ο πολιτισμός τάχα φροντίζει
καθώς η βιβλιοθήκη για το πνεύμα,
για μένα πρόσκαιρο είναι μετερίζι
και τον χαλώ αν θέλω μ' ένα νεύμα.
Μα όλα αυτά που τώρα δα σας λέω
να τα ξεχάστε ο ίδιος θα σας κάνω
στων εκλογών το γύρο όταν τον νέο
θ' ανηφορίσω πάλι εκεί πάνω,
και με τουπέ και μ' ύφος και με πάθος
λαγούς θα υπόσχομαι με πετραχήλια
προσέχοντας μη κάποια λέξη λάθος
καθώς μιλώ μου βγει από τα χείλια.
Και τότε πάλι εσείς θα με ψηφίστε
όπως τ' αρνιά ψηφίζουν το λιοντάρι'
και ήσυχον και πάλι θα με αφήστε
του ...κράτους να σηκώσω εγώ τα βάρη.
Και πάλι όλους θα σας κοροϊδεύω
και πάλι θα τα πάρω όλα μπλαστρί
και πάλι εγώ παρέα θα σας δουλεύω
με τον πατριώτη σας απ' το Καστρί.
Και όλ' αυτά γιατί όποιον κι αν φηφίστε,
ζώα έτσι που 'σαστε τέτοια ζητάτε''
γιατί καθόσαστε όπου βρωμίστε
κι όπου πριν φτύνατε μετά φιλάτε.
Λοιπόν βιβλιοθήκες θα σας φτιάξω
για να ξυπνείστε και να με πετάξτε;
Όχι-κι όπου τις βρω θα τις ρημάξω
καινούργιες όσες κι αν εσείς θα ψτιάξτε.
Γεια σας κορόϊδα. Για όλα ευχαριστώ σας-
για τον ιόρώτα σας, τη σάρκα, το αίμα...
μα πιο πολύ φχαρστώ για το μυαλό σας'
μα το θεό-ποτέ δεν είπα ψέμα...
(βγαίνει ο Καραμανλής)………..
TA ΜΑΡΜΑΡΑ
Βρε κοίτα πώς αλλάζουνε σε μία μέρα όλα
κι ενώ ο Σημίτης έλεγα πως θα τη φάει τη φόλα
κοίτα πώς τώρα γύρισε το φύλλο! Και να δείτε
πως προ εκπλήξεως κι εγώ κι εσείς θε να βρεθείτε.
Πια γκόβερνο όχι-δε θ'α 'ρθει-Νέας Δημοκρατίας,
γιατί απλούστατα ο Μπλέρ, ο ηγέτης της Αγγλίας
οσα έκλεψαν αγάλματα ο Ελγιν και οί άλλοι
εδήλωσε πως γρήγορα θα μας τα δώσει πάλι.
Kι αυτό θα γίνει σύντομα, πριν εκλογές να 'ρθούνε
ώστε όποιοι τώρα κυβερνούν, πάλι θα κυβερνούνε.
Γιατί; Θέλει και ρώτημα; Γιατί αν αυτό θά γίνει
φαϊ θα έχουμε όλοι μάς-και πια τo θέμα κλείνει.
Οι διαδηλώσεις παύουνε, παύουν κι οι απεργίες.
Και παύουν γιατί για όλα αυτά θα λείψουν οι αιτίες
αφού ο κόσμος τότε πια θα τρώει όσο θέλει
και τότε όλα ζάχαρη-και τότε όλα μέλι.
Τότε αν πεινάει ο λαός και πάει γι απεργία
δίχως καθόλου άργητα ή κωλυσιεργία
μια ψησταριά θα στήνεται με σίδερο ένα ντούρο,
και η κυβέρνηση εκεί θα ψήνει έναν Κούρο.
Kι όταν φωνάζουν οι άνεργοι φαϊ πως δεν υπάρχει
μία Καρυάτιδα βραστή θα τρώνε δίχως πάχη.
Και βλοσυροί όσοι ροβολάν βοσκοί μας απ' τα ‘ορη
θα τους σερβίρεται άμεσα κοκκινιστή μια Κόρη.
Τους Κένταυρους θα βάλουμε για μας δουλειές να κάνουν,
τους Γίγαντες τα έργα μας τα επίπονα θα φκιάνουν,
οι Νύμφες μας ημίγυμνες χορούς θα μας χορεύουν
με Σειλινούς και Σάτυρους αισχρά να τις χαϊδεύουν.
Θα καταργήσουμε τη ΔΕΗ γιατί ο φωτοδότης
Απόλλων, φως ποιότητας θα μας παρέχει πρώτης'
και πάει ο ΟΤΕ και τα ΕΛΤΑ, ο Ερμής αφού ο μαγκιόρος
ανέξοδος και γρήγορος θα ‘ναι μαντατοφόρος.
Ταν Δία-Ρέππα μοναχά που από τo υπουργείο
στη φτώχεια πάνου κεραυνούς σβουρίζει δύο δύο-
από το χρυσοφόρο του θα πάρουμε to πόστο
ώστε-ίδιο μάρμαρο κι αυτόν-να τονε φάμε ρόστο.
Η Άρτεμη θ' αντικαθιστά τη δεκαεφτά Νοέμβρη
αφού ένα βέλος θ' αμολά κι αυτή και όποιον έβρει,
με τα ποτάμια ο Ηρακλής θα καθαρίζει βούρκους,
κι ο Άρης,άμα μας ριχτούν,θα σταματάει τους τούρκους.
Και τότε πια παράδεισος θα είναι η Ελλάδα
κι ανάμνηση η που τρώγαμε ως τώρα φασουλάδα,
Και ο Σημίτης θα ’ναι πια πρωθυπουργός και πάλι
μιας και τη φτώχεια στη γωνιά θα 'χει για πάντα βάλει.
Πλην αν μετ’ τ’ άλλα αγάλματα μας έρθεί και η Δίκη.
Γιατί αυτή απ’ τη χρυσή θα βγάλεί ευθύς τη θήκη
τo ξίφος Της, που θάνατο σε άθλιους κλέφτες δίνει,
κι από την κλίκα του ΠΑΣΟΚ ρουθούνι δε θα μείνει.
ΠΑΛI Τ΄ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
Λόγος για κάτι μάρμαρα γίνεται τελευταία
που μας τα πήραν λέει πριν πολλές δεκάδες
χρόνια
κι η κλίκα τώρα του ΠΑΣΟΚ τα θέλει πάλι πίσω.
Κι ήταν δικά της μάρμαρα, λεει, γιατί εβρεθήκαν
στο μέρος όπου τώρα ζει-τόσο μυαλό κρατάει
να λέει πως απόγονος κάποιων ελλήνων είναι-
αυτών τη γη που παλαιά ετούτη κατοικούσαν...
Δε θέλει μάρμαρα ο λαός γελοίοι "κινηματίες".
Αν θέλετε ζητάτε τα μα όχι στ' όνομά του.
Φράγκο δε δίνει ο λαός γι αυτές τις παλιοπέτρες
που σχήμα κάποιοι ανθρώπινο ή ζώου τους έχουν
δώσει.
Τα μάρμαρα, τις τσέπες σας κοιτάζετε μονάχα,
απ' ό,τι τώρα, πιότερο ακόμα να γεμίσουν.
Πώς; Μόνο σεις το ξέρετε. Εγώ υποθέτω μόνον'
και λέω πως περιμένετε τον τουρισμό ν' αυξήστε
γιατ' οι τουρίστες θα 'ρχωνται τα μάρμαρα να
δούνε
και τον αγλέουρα κι από κει εσείς να ξαναφάτε-
και σεις και τα δισέγγονα και τα τρισέγγονά σας.
Μα κι έτσι να 'ναι, ο λαός δραχμή δε θα 'δει πάλι-
με μάρμαρα είτε δίχως τους εκείνος θα πεινάει
όπως πεινούσε πάντοτε καί ιδιαιτέρως όταν
ό,τι βρωμιά, την κάνετε τάχατες στ' όνομά του.
Τα μάρμαρά σας ο λαός δε θέλει να τα ξέρει-
κι αν θα τα πάρτε φάτε τα καθώς τις σάρκες
τρώτε
του λαού που κάθεται άβουλος και ηλίθια σας κοιτάζει
το αίμα και τον ίδρω του λαίμαργα να ρουφάτε.
Φαϊ ζητάει ο λαός που σεις δε θα του δώστε
είτε τα βρωμομάρμαρα τα πάρετε είτε όχι.
Παλέψτε για τα μάρμαρα λοιπόν με δύναμη όση
σας δΐνει η αηληστία σας'να ξέρετε όμως οτι
όλες σας τις βρωμόπετρες που για να σας τις
δώσουν
σα γύφτοι εκλιπαρήσατε, ο λαος τις γράφει όπου
μελάνι εκεί που κι η σοφή λέει παροιμία, δεν
πιάνει.
Αυτός όλα τα μάρμαρα γι αντάλλαγμα τα δίνει
μιανής ημέρας φαγητό σ' ενού άνεργου τραπέζι.
Κάντε ό,τι θέλετε λοιπόν με τις βρωμόπετρές
σας-
και πότε κάνατε ο λαός ό,τι ζητάει και θέλει;-
και πώς μπορούσατε ποτέ αυτό να 'χατε κάνει,
αφού ο λαός πεινάει ψωμί κι όλο εσείς το τρώτε;
Και μηπως αν τα πάρετε τ' αρχαία μάρμαρά σας
να τα φυλάξτε είστε ικανοί; Σε δύο χρόνια μόνο
καταστραμμένα θαν' κι αυτά σαν που όλα τ άλλα
είναι.
Τουλάχιστο, τρομάρα σας, να ξέρατε από Τέχνη...
Η μόνη τέχνη που καλά έχετε μαθημένα
ειν' η κλεψιά.Γιατί λοιπον δεν πάτε να τα κλέψτε
ώστε επιτέλους να 'ρθουνε, να πάψτε σα ζητιάνοι
το χέρι σας ν' απλώνετε κι εκτός από δολάρια
και πέτρες τώρα δουλικά να κλαίγεστε να πάρτε;
Άντέστε κομματόσκυλα, εμπρός, κλαφτείτε ακόμα'
μα να 'χετε καλά στο νου: η κλίκα σας μονάχα-
η ξεκομμένη απ' το λαό-τα μάρμαρα ζητάει.
Όπως η κλίκα η ίδια σας εζήτησε να κάνει
κι αγώνες ολυμπιακούς-ακόμα έν' από κείνα
που ο λαός αμέτοχος τα βλέπει, γιατί νιώθει
πως πιο δυστυχισμένονε με κείνους θα τον κάντε.
Κάντε λοιπόν το κέφι σας αισχροί "κινηματίες".
Και να φχαρστάτε συνεχώς το θεό σας μην
ξεχνάτε,
που ενός χαζού σας έδωσε λαού αφέντες να 'στε,
λαού ενος δουλόπρεπου που τα όπλα δε σηκώνει
κι όσοι μετρώντας είστε βρει, τόσους ν' ανοίξει
τάφους.
Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΠΑΕΙ
ΓΙΑ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ;
(Οι εφημερίδες, Σεπτ. 2009 )
Του ταιριάζει. Ό,τι πρέπει.
Θαυμαστά θα γράψει έπη.
Θα κοιμάται όλη μέρα
ειτ’ έχει ήλιο ή αέρα,
και για λίγο θα ξυπνάει
όταν είναι για να φάει.
Η μπουλντόγκ του η μουσούδα
θα χοντρύνει σαν του Βούδα
και ο ----- του ο παχύς
θ’ απαιτεί καρέκλες τρεις.
Κι αθλητής άρσης βαρών
θα ’ναι δίπλα του παρών,
που για πλούσιο κασέ
με μια κίνηση αρασέ
θα σηκώνει του το χέρι
από πάνω να το φέρει
από όποιο άσπρο χαρτί
είναι να υπογραφεί.
Μοναχά το φασισμό του
μην ξεχνώντας τον ωμό του,
πριν υπογραφή να βάλει
θα ρωτάει-τέτοιο χάλι-
τον αρχιβιομήχανό του
που θα έχει σύμβουλό του,
μη και κάποιο απ’ τα χαρτιά
προξενεί στον ΣΕΒ ζημιά.
Έτσι ο νυν πρωθυπουργός μας
και ο μέλλων Πρόεδρός μας
δίχως τσίπα και ντροπή
το λαό θα «υπηρετεί».
ΑΚΗΣ
(Σεπτ. 2009)
(Ο Άκης ο ωραίος
φέρελπις πάλαι νέος
και νυν οικτρός και τέως
με λωποδύτη κλέος)
Πολύ μεγάλη προσβολή στο πρόσωπό μου έγινε
που ούτε ο Βαρδάρης μου ακόμα δεν την ξέπλυνε.
Γιατί ιδού –αλίμονο- τι μου ’γραφε η μοίρα:
Είπαν για με πως τ’ άρπαξα! Ψεύδος! Κακώς: τα πήρα!
Κι είναι μεγάλη η διαφορά του παίρνω απ’ το αρπάζω.
Κάτι κι εγώ από γράμματα-το βλέπετε- σκαμπάζω.
Δεν είμαι τόσο αγροίκος πια κι ας είμαι μακεδόνας-
χώρας καθ’ όλα ελληνικής ως λέω (κατά μόνας,
γιατί αν το πω κι απόξω μου θα γίνει μέγας σάλος
καθώς μου το απαγόρεψε αυστηρώς και ο Μεγάλος.)
Κι αν πήρα στη γυναίκα μου χλιδάτο νυφικό
ε, τι; Χιλιάδες έκανε μονάχα εκατό.
Το νυφικό εστοίχισε τριπλά της Σαρκοζίνας-
είμαστε ή δεν είμαστε κι εμείς σκληρός πυρήνας;
Κι αφού αμπέλι ξέφραγο είναι η χώρα ετούτη
τι; θα φοβόμουν να γευτώ τα τόσα της τα πλούτη;
Μονάχα ένας πρωθυπουργός θα μ’ έστελνε σε δίκη
Μ’ αν το ΄κανε θα έτρεμε μία δική μας νίκη,
αφού θα τον εστέλναμε τότε στη φυλακή
για όσα δις έκλεψε ευρώ από δω και από κεί.
Κι ούτε οφ σορ ίδρυσα εγώ -καθώς ο Βουλγαράκης
παρά ησύχως τα έβαλα στην τσέπη κατευθείαν
Οδούς εγώ αγνοώ σκολιάς. Εγώ είμαι ο Άκης!
Πολιτικός ου μην αλλά κι αγνός και τίμιος λίαν.
Στο τέλος αν δε φάμε εμείς οι Εθνικής Αμύνης,
θα ’τρωγε ο Οικονομικών απ’ τους μιστούς της πείνης;
Τι κάθομαι όμως τώρα εγώ και λέω και τσαμπουνάω;
σα να μην είχα τάχατες δικαίωμα να φάω…
Αφού στην κλίκα του ΠΑΣΟΚ η τύχη μ’ είχε πάει
ήτανε σα να μου ‘λεγε: Άρπαζε! Κλέψε! Φάει!
Με τα όπλα που αγοράζουμε σώζουμε την Ελλάδα-
σωτήρες της πατρίδας τους να τρώνε φασολάδα;
Το είχε πει κι ο Πρόεδρος ο πολυαγαπητός μου-
είχε ο ίδιος τότε πει: «ε, όχι και πεντακόσα!»
γι αυτό κι εγώ εβούτηξα μονάχα τετρακόσα.
Του αρχηγού μου τη γραμμή εγώ δε θα τηρούσα-
εγώ που για τον αρχηγό εκείνον μόνο ζούσα;
Και φυσικά ο πρόεδρος μιλούσε για δραχμές,
μα αν ζούσε τώρα για ευρώ θα μίλαγε βεβαίως.
Γι αυτό σας λέω άδικες μου άφησαν αιχμές ΄
σαν να ισχυρίζονταν κανείς ότι δεν είμαι ωραίος…
Για τις αιχμές λοιπόν αυτές δε θα ’μαι υποψήφιος.
Κι όλοι ας λεν πως είμαι βλαξ ή έστω και ηλίθιος,
αλλά δεν είμαι απ’ αυτά τίποτε ορισμένως
είμαι ως τα μπούνια μονάχα-το ξαναλέω-θιγμένος.
Ταύτα είπα και ελάλησα και αμαρτίαν ουκ έχω
κι όταν ακούω «εισαγγελεύς» σαν το λαγό ας τρέχω.
Οι κρετίνοι στην Ελλάδα χάρηκαν όταν ακυρώθηκε η συνάντηση Ερντογκάν Μπάιντεν.
Λες κι έχει ανάγκη η Τουρκία τον Μπάιντεν.
Στον Κόσμο-Οργανισμό μας, ω! κρετίνοι, η Τουρκία είναι η καρδιά. Που στέλνει το ζωογόνο αίμα παντού όπου χρειάζεται, επεμβαίνοντας καθοριστικά σε κάθε ενέργεια, σε κάθε λήψη απόφασης, σε κάθε αναφυόμενο πρόβλημα σε Ανατολή και Δύση.
Ποιος οργανισμός δεν έχει ανάγκη την καρδιά; Που αρρώστησε πριν από διακόσα-τρακόσα χρόνια και ο οργανισμός ολόκληρος αναστατώθηκε;
Η Αγγλία είναι ο εγκέφαλος.
Οι ΗΠΑ είναι το μυικό σύστημα που με χέρια και πόδια κλωτσάει και πνίγει.
Η Ευρώπη είναι το πεπτικό σύστημα που χωνεύει ό,τι την ταϊζουν τα χέρια της Αμερικής και το διοχετεύει στον υπόλοιπο κόσμο σαν πολιτισμό. Ο ναζισμός της Γερμανίας θέλησε να αντιδράσει στα καταπινόμενα, και η Ευρώπη εξ αιτίας αυτού ακόμα ξερνάει κι έχει αφυδατωθεί.
Η Ασία είναι τα κόκκαλα που χωρίς αυτά ο γήινος οργανισμός μας δεν θα έστεκε όρθιος.
Οι μύες των αμερικάνικων ποδιών τραβάνε προς τα δεξιά, τα κόκκαλα της Ανατολής στέκονται ακίνητα και πολλές φορές μπουρδουκλώνεται ο Οργανισμός της Οικουμένης.
Και επειδή κάθε Οργανισμός έχει ανάγκη και από ψυχή, ψυχή του είναι η Ρωσία.
Η Ελλάδα, όντας όπως βλέπει ο καθείς κοιτάζοντας τον γεωγραφικό χάρτη, το τελευταίο προς τα κάτω κομμάτι του πεπτικού συστήματος «Ευρώπη», καταλαβαίνει ποια είναι η ουσία, το περιεχόμενο και η αποστολή της στον Οργανισμό που λέγεται Οικουμένη, ή Υφήλιος, ή Γηίνη Σφαίρα.
Σάββατο 27 Απριλίου 2024
ΓΡΑΦΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΕΚΛΟΓΈΣ ΤΗΣ 17 ΙΟΎΝΗ 2012
Αν έβγει η Νου Δυο
θα τρώμε πού και πού.
Αν έβγει η ΔΗΜΑΡ
νεράκι και χορτάρ’.
Με το ΠΑΣΟΚ θα τρώει
ο Άκης και το σόϊ.
Με τον Καμένο αν πάμε
θα φασιστοπεινάμε.
Με Τσίπρα, κάθε μέρα
κοπανιστόν αέρα.
Με το Μιχαλολιάκο
απ’ την εληά μον’ δάκο.
Θα τρώμε με ΑΝΤΑΡΣΎΑ
μόνο στη φαντασία.
Με ΔΗΜΙΟΥΡΓΊΑ ΞΑΝΆ
φαγητό ποτέ ξανά.
Με το Κου Κου Ε μια φάπα
θα μας δίνει η ΧΑ στη μάπα.
ΕΛΛΆΔΑ ΠΡΩΤΑΘΛΉΤΡΙΑ ΣΤΟ ΜΠΆΣΚΕΤ
Η Ελλάδα νίκησε στο μπάσκετ!
Η πατρίδα σώθηκε!..
Μια γαλήνη στην Ελλάδα
πέρα ως πέρα απλώθηκε!..
Τώρα η Μέρκελ πια στα σκέλια
θα τη βάλει την ουρά
κι ο Όλι Ρεν θα πει «συγνώμη»
και θα κλαίει γοερά...
Ο πολύς ως τώρα Γκρουέφσκι,
αρχηγός έθνους ανάνδρου,
το που έστησε θα ρίξει
άγαλμα του Αλεξάνδρου...
Τώρα κάθε μία χώρα
που μας είχε ευρώ δανείσει
δίχως δεύτερη μια σκέψη
όλα θα μας τα χαρίσει...
Πάνε πια τα που η Ελλάδα
τόσα χρόνια είχε χάλια-
τώρα οι έλληνες θα τρώνε
με χρυσά όλοι κουτάλια...
Κι ο Ομπάμα όταν θα μάθει
ότι πρώτοι έχουμ’ έρθει,
μια βοήθεια εν τω άμα
θα μας δώσει ευμεγέθη…
...Α! Ρε έλληνες κουτάβια
που σας κάνουν να πιστέψτε
πως μετά από τέτοια νίκη
απ’ την πείνα πια ας ρέψτε…
...Α! ρε έλληνες κουτάβια
που ένα κόκαλο σας δίνουν
που «αθλητισμό» το λένε
και το αίμα αυτοί σας πίνουν…
...Α! ρε έλληνες κουτάβια
πόσα ακόμα τάχα χρόνια
θα φοβάστε τη σκιά σας-
ή θα είναι’ αυτό αιώνια;..
ΠΑΤΡΊΣ ΕΝ ΠΟΡΝΕΊΑ ΘΝΉΣΚΟΥΣΑ
«Ποιος είναι αναμάρτητος
να ρίξει πρώτος πέτρα;
Τις ανομίες ολωνών
θα μπόρειε ποιος να εμέτρα;
Από τον άθλιο βασιλιά
ως τ’ άμετρά μου πιόνια
μέσα μου ποιος δεν έκλεβε
τώρα και τόσα χρόνια;
Κι αφού ο λαός με πρόδωσε
ποιος μένει να με γιάνει
και όχι πόρνη αλλά κυρί
α πάλι να με κάνει;..
Κανείς! Γι αυτό ελάτε μου
της γης οι άντρες όλοι!..
…και βιάστε με…και πάρτε με…
…δική σας είμαι όλη…»
ΒΡΕ ΤΙ ΧΏΡΑ ΕΙΝ’ ΑΥΤΉ…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
βρε σε τόπο ποιόνε ζούμε
κι ούτε ώρα μια καλή
δεν μπορούμε μείς να δούμε;
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που τα τρόφιμα ακριβαίνουν
κι όπου φτάσουν κι ανεβούν
πια από κει δεν κατεβαίνουν…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που είν’ οι βουλευτές αντάρτες
το μπαξίσι καθεστώς
και οι τραπεζίτες γδάρτες…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή!
Βρε τι κράτος είναι τούτο!
Τι στενός που ’ναι κορσές,
τι καπέλο και τι φρούτο!
Γιατί ναι. Όλα είν’ αυτά.
Και αμφιβολία διόλου
δεν χωρεί πως δυστυχώς
όλα παν κατά διαόλου,
και πως θα ’ρθει ο καιρός
που ωραία θα περνάμε,
στα ουράνια μοναχά
όταν …πεθαμένοι πάμε.
Τότε όλα θα ’ν’ καλά
δίχως χρείες και ανάγκες
ή «σεμνά και ταπεινά»,
«κουμπαριές» και «τσάμπα μάγκες».
Πάσχα σωτήριον Πάσχα
Αλήθεια πώς θα ήτανε το Πάσχα αν ήτανε σωτήριο;
Ας δούμε.
Σ’ ένα σωτήριο Πάσχα θα ανασταίνονταν ο Λαός και όχι ο Χριστός.
Θα σφίγγαμε όχι τα χέρια αλλά τους λαιμούς των υπουργών.
Θα σπάζαμε όχι αυγά αλλά τα κεφάλια των πλουσίων.
Το κερί θα το ανάβαμε στον τάφο των εργοστασιαρχών.
Δε θα σουβλίζαμε αρνί αλλά τους βουλευτές.
Τα αυγά θα τα βάφαμε με το αίμα των εκμεταλλευτών μας.
Και πια θα αλληλοχαιρετιόμασταν με «Ελλάδα ανέστη εκ νεκρών».
Πάσχα σωτήριον Πάσχα
ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ,
ΠΟΔΙ ΚΑΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ
(οι εφημερίδες της 27-8-08)
Στη «βάρβαρη» τη χώρα-την Τουρκία-
κάτω απ’ το φως του ζωοδότη ηλίου
σ’ ανασκαφές που γίνονται στη χώρα
βρέθηκε το κεφάλι του Αυρηλίου.
Εμπρός λοιπόν Καραμανλή Κωστάκη
εμπρός και ανοικονόμητη συ Ντόρα
κάντε διαβήματα να μας δοθούνε
όσα η σκαπάνη έχει ανασκάψει δώρα.
Κι ας ήτανε αυτοκράτορας ρωμαίος
μα ελληνικά αφού έγραφε κι ωμίλει
έλληνας ήταν΄ κι αν μας αρνηθούνε
τουλάχιστο ας μας δώσουνε τα χείλη…
Τόσους που ελληνικά έχουνε γράψει
(Σαμοσατείς κι ας ήσαν… ή και Σύροι… )
έλληνες όλους τους εμείς τους λέμε-
το ’χουμε πάρει πλέον ψωμοτύρι.
(Κι εγώ λοιπόν δυο τόμους ποιημάτων
στην αγγλική που έχω εκδώσει γλώσσα,
κι εγώ γι αμερκανάκι θα μοστράρω
μετά ’πό χρόνια τόσα κι άλλα τόσα;)
Σ’ άπταιστα ελληνικά κι ο αυτοκράτωρ
τα «Εις Εαυτόν» λεν είχε αυτός γραμμένα.
Ψέμα! Δεν τα ‘γραψε του Εαυτού του:
στους έλληνες τα είχε αυτός ταμένα!
Λοιπόν με τ’ άλλα μάρμαρα-του Έλγιν-
ζητάτε τώρα και του Αυρηλίου
να ‘χετε να το λέτε στους κρετίνους
στις εκλογές του Σιούφα-του Απριλίου.
Ο Κωστάκης
Ρε μπελά που έχω βάλει
στο φασιστικό μυαλό μου
και να κάνω τώρα πρέπει
τον ανασχηματισμό μου!
Κι η «Παιδεία η στέρεή» μου
δε βοηθάει σ’ αυτό καθόλου
και μου φαίνεται πως όλα
θα μου παν κατά διαόλου…
Για να δούμε: να κρατήσω
πρέπει πρώτα τη Θοδώρα,
του δανδή να συγκρατήσω
Αβραμόπουλου τη φόρα…
Ποιον να βάλω…ποιον ν’ αφήσω;
ποιον να κόψω…ποιον να σβήσω;
Να! αυτόν θα βάλω εδώ!
Όχι! Θα θυμώσει ο άλλος.!
Μ’ αν αυτός θα πάει εκεί
τότε πού θα μπει εκείνος;
και με των υφυπουργών
τι να κάνω εγώ το σμήνος;..
Α! Μου φαίνεται πως φέρνει
Πονοκέφαλο η Αθήνα.
Μπα! Θα φύγω απ’ το Μαξίμου
Και θα πάω για Ραφήνα.
Η ΠΙΤΑ
Οι μιαροί, οι βρωμεροί πολιτικοί μας
ας ωρύονται φρικτά στη διαπασών,
δεν μπορούνε να σκεπάσουν τη φωνή μας-
που φωνή είναι πλέον πάντων και πασών.
Ξέρουν όλοι τους πως έχουν κατακλέψει.
Μα κανένας για τον άλλον δε μιλά
γιατί τότε η αποκάλυψη θα τρέξει
και σαν κόλλα πάνω σ’ όλους θα κολλά.
Λες και όταν εψηφίζαμε, δεν ήταν
για να εκλέξουμε Βουλή, πρωθυπουργό,
μα το σύνθημα να δίναμε, στην πίτα
να επιπέσουνε με βήμα αυτοί γοργό.
.
Αν μια τέτοια το λοιπόν δημοκρατία
ειν’ αυτή για την οποία αυτοί μιλούν,
απ’ αυτήνε προτιμώ εγώ τη βία
όσων τέτοιο ένα αίσχος καταλούν.
Και παράξενα μας βλέπουν λες και κάτι
να τους λέμε μ’ εξωγήινων μιλιά.
Λοιπόν πάλι: «Κι εμείς θέλουμε κομμάτι!
Ή το παίρνουμε απ’ την τρύπια σας κοιλιά!»
ΑΕΤΟΙ ΚΑΙ ΠΑΠΑΚΙΑ
(στους πολιτικούς μας)
Μας βασανίζετε δεκάδες χρόνια.
Και μας σκοτώνετε. Και μας πατάτε.
Και σαν να ήμασταν φτηνά λεμόνια
έτσι μας στύβετε και μας πετάτε.
Και κάνουν οι κουκουέδες διαδηλώσεις.
Κι υπέρ μας κάποιοι στη Βουλή αγορεύουν.
Μα όμως πορείες όσες ή δηλώσεις,
όλο και πιότερο σας αγριεύουν.
Μα να! Ιδέτε τους κουκουλοφόρους!
που λόγια αντίς, λαμπρές βιτρίνες σπάζουν,
που λαμπαδιάζουνε τις λεωφόρους
κι απ’ το περίσσεμα του πλούτου αρπάζουν!
Και μια τρανή ηδονή μάς συνταράζει
να βασανίζονται οι βασανιστές μας΄
και φωτερό το Αύριο μάς φαντάζει
το μαύρο κάποιοι να γδικιούνται Χτες μας.
Και τώρα εσείς με κάτι τροχοφόρα
να πιάστε πάτε αυτούς που σας χτυπούνε.
Μα όση κι αν μ’ αυτά παίρνετε φόρα
αετοί αυτοί: πετούν-δεν περπατούνε.
Κι αν έναν πιάστε-δυο θα φυτρώνουν-
κι αν έναν χάνετε-δυό θ’ ανασταίνουν
και τ’ άνομά σας πλούτη θα στοιχειώνουν
κι όλο τη δύναμή σας θα λιγαίνουν.
Και σύντομα, στο φύλλο των Αγώνων,
στο αίμα σας χρυσή βουτώντας πέννα,
το χέρι θα σημειώσει των Αιώνων:
«Αετοί-Κοράκια σημειώσατε ένα!»
ΝΤΌΡΑ
Ντόρα! Κρέατα και λίπη
Ντόρα! Μπούτια και ποποί-
το μυαλό μονάχα λείπει
κι η σεμνότη κι η ντροπή.
Σαν αλόγα περπατάει
με αναίδεια όλο μιλεί
βλακωδώς πάντα γελάει
και το Λόγο προκαλεί.
Δίνει σε Αμερικάνους,
δίνει σ’ Άγγλους, Γερμανούς,
σε Βουλγάρους, Αφρικάνους,
σε Κροναίους, σε Αρειανούς.
Δίνει Κύπρο, δίνει Θράκη,
δίνει αξιοπρέπεια
δίνει και κανα νησάκι
άμα τύχει στην Τουρκιά.
Το πουγκί της μόνο κλείνει
σα να δώσει η ώρα ερθεί-
κτήμα της ό,τι έχει εκείνη
που ’χει απ’ το λαό παρθεί.
Τότε σ’ όποιον χέρι απλώσει
τόνε γράφει στα παλιά
κι αν κανείς «δώσε μου» αρθρώσει
παριστάνει…τον Σουφλιά!
Και φυλάει τα κλεμμένα
μακριά από ήλιου φως
και να τα ’δει αυγατισμένα
λαχταράει πώς και πώς.
Κι έχει τόση μία βιάση
να γενεί πρωθυπουργίνα
που τον τίτλο ν’ αγοράσει
θα ’δινε και την Αθήνα.
Όμως έλπιζε Ντορούλα!
Ο λαός-τόση έχει κρίση
που έναν πάλι φαταούλα
και αχρείον θα ψηφίσει.
ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΈΡΗΣ
Γιατί δεν ξέρω όλοι φασίστα με θαρρούν…
Από μια Νέα βγήκα εγώ Δημοκρατία!
Παιδί της είμαι εγώ φτυστό! Κι όσοι απορούν
στα που κρατεί αυτή ας ψάξουνε αρχεία.
Ξέρετε πόσους βουλευτές εγώ κρατώ.
Μ’ ακραίος αν ήμουν δε θ’ ανέχομουν κανέναν.
Ως για τους ξένους μας, πολύ τους αγαπώ΄
αυτοί μισούν-ποιος το γιατί ξέρει …-εμένα…
Και αν να πάρουμε την Πόλη θέλω εγώ
είναι γιατί έχω εκεί πέρα εν’ αμπελάκι
που μία θειά μου το τρυγάει κι όχι εγώ,
και που ούτε μου ’στειλε ποτέ ένα σταφυλάκι.
Κι αν στους αρχαίους βρίσκω εγώ την ηδονή
και δεν μου ειν’ οι ήρωές τους διόλου ξένοι,
είναι που εκείνο το παιδί-τον Άδωνι-
θέλω να δω στα εκδοτικά να πετυχαίνει.
Το να μ’ αρέσει από «φασ» ό,τι αρχινά
από παιδί στην Κατοχή μού έχει μείνει-
τότε φασ-όλια που εζητιάνευα συχνά
κι αυτά τα γράμματα ζακόνι μου ’χουν γίνει.
Γι αυτό σας λέω μη γνιαζόσαστε γι αυτά
και ψήφο δώστε μου σα φτάσουμε στην κάλπη-
πρωθυπουργό κι εμένα κάντε μια φορά:
γιατ’ οι άλλοι ’κάναν τον Ομπάμα;.. έναν αράπη;!..
Όχι! Εγώ
δεν είμαι ακραίος όπως λέτε κάθε μέρα΄
κι αν στέκω εδώ
είναι που- κρίμα!- δεν υπάρχει παραπέρα…
ΚΡΊΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΊΑ
Η τελευταία σου ευκαιρία
είναι η Κρίση, Κοινωνία!
Είναι αυτή ό,τι καρτερούσες
και με λαχτάρα ό,τι ζητούσες.
Κι η που ό,τι τ’ Άδικο χρωστάει,
στη φτώχεια αυτή ξαναγυρνάει.
Το λάβωμα είναι στο θηρίο
στο αιώνιο του πριν πάει Κρύο.
Είν’ η αχτίδα του ήλιου η πρώτη
που της νυχτιάς νικάει τα σκότη.
Μα δε θα γίνει αυτό μονάχο.
Κύμα απαλό δε ρίχνει βράχο.
Θέλει ατσάλινο το κύμα
για ν’ ανοιχτεί του πλούτου μνήμα.
Χτύπημα θέλει τσεκουράτο
για να ’ρθουνε τα πάνω κάτω.
Σπάσε, κατάστρεψε, ορθώσου-
σε χαλασμό μεγάλο απλώσου.
Το κάθε εμπόδιο αφάνισέ το
κάθε ψηλό ισοπέδωσέ το:
Σαν ελαβώθη το θηρίο
ξεκάνεται με βόλια δύο.
Κρίση αλλαγή σημαίνει ρόλων-
Άδης αυτοί-εσύ Απόλλων!
Πάρε όλα πίσω όσα σου κλέψαν
πνίξ’ τους στο αίμα που σου γέψαν.
“Μην καις”, σού λένε, “θα καούμε!”
Μα μόνο εκείνοι θα καούνε.
“Λεφτά χαλάς”, λένε, “σα σπάζεις.”
Μα συ σε φως το χρήμα αλλάζεις.
Αιώνες δυο σε βασανίζουν
με βάσανα που δε σ’ αξίζουν
μπροστά σου να! η ώρα Tώρα
πλούσια για σένα έχει δώρα.
Της ιστορίας το ρολόι
που απ’ τις δικές σου ώρες τρώει
βάλτο στην ώρα του χαμού τους-
αυτών που στ’ Άδικο ειν’ ο νους τους.
Τώρα πεσμένο που είν’ το Κράτος
το ύψος κάνετό του πλάτος
και τόσο ως θα ’ναι μεινεσμένο
στείλτο στον τάφο λιανισμένο.
Τόσους καιρούς ήσουν σκυμμένη
κι έτρωγες κλώτσους ματωμένη.
Δε θες αφέντρα συ να γίνεις
στη γης που σου ’λαχε να μείνεις;
Την που οι Καιροί σου στείλαν εύνοια
με πρόφαση μια τιποτένια
μην αρνηθείς να την αρπάξεις-
αν τους σφαγείς σου εσύ δε σφάξεις,
τότε παράπονο κανένα
μην από χέρια έχεις ξένα:
όλα σού πρέπουν που παθαίνεις
και Δούλα πρέπει σου να μένεις.
Ή θα σε βγάλουν απ’ την Κρίση
αυτοί εκεί που σ’ έχουν ρίξει;
Λαέ, αν τώρα δεν ξυπνήσεις
σ’ αξύπνητο ύπνο θα βυθίσεις.
Η τελευταία σου ευκαιρία
είναι η Κρίση Κοινωνία.
Ο ΑΡΧΗΓΟΣ
Πάχος που τονε κάνει να βαδίζει
με ανοιχτά τα πόδια, μη και πέσει΄
Στενό σακάκι που ασφυκτιά στη μέση
απ’ την κοιλιά που πλούσια το γεμίζει.
Και πάντοτε σκυφτός πάει λιγάκι
σαν έτοιμος κάθε στιγμή να ορμήσει
καθώς η λέαινα όταν συναντήσει
λαφίνα κάποια…ένα ζαρκαδάκι…
Με ύφος Χίτλερ, με στυφό το στόμα,
πάντα, μιλώντας, τη φωνή σηκώνει
σαν όλη την Ελλάδα να μαλώνει
κι όταν καλός να δείξει θέλει ακόμα.
Γλοιωδώς στον ισχυρό μπροστά γελάει
λυσσώντας ν’ αποσπάσει μια ματιά του,
ενώ αδύναμους σα δει μπροστά του,
τους τρώει, τους λιανίζει, τους μασάει.
Και πονηρός καθώς η αλεπού,
και ύπουλος σαν ύαινα και σα φίδι
μπράβους μονάχα έχει εν κτακλείδι:
φίλοι γι αυτόνε να βρεθούνε πού;
ΣΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΈΣ ΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΕΙΡΗΝΙΚΆ ΔΙΑΔΉΛΩΣΑΝ ΦΈΤΟΣ ΤΟ ΔΕΚΈΜΒΡΗ ΚΑΙ ΠΟΥ ΤΌΣΟ ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΣΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΠΗΡΑΝ ΟΙ ΚΡΑΤΙΚΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ
Μόνο που δεν επέσατε
στα γόνατα ρε φίλοι-
και μόνο που δε φάγατε
σαν πρόβατα τριφύλλι…
Μόνο που δε φιλήσατε
ποδιές κατουρημένες
καθώς δειλά προφέρατε
λέξεις υποταγμένες...
Η Ελλάδα κατακλέβεται
απ’ τους πολιτικούς σας,
και σας να δείξτε ευγένεια
στους φαύλους είναι ο νους σας.
Βγαίνετε και κλαιγόσαστε
ότι δε σας ταϊζουν
και κείνοι από μέσα τους
χλευάζουν κι ονειδίζουν.
Με πιάτου ένα φαγητό-
πού θε’ μου έχετε φτάσει!..-
μπορεί ένας κλέφτης υπουργός
όλους σας ν’ αγοράσει....
Λες και δικό σας το φαϊ
δεν είν’ που χλαπακιάζουν,
και πρέπει να επαιτήσετε
για να σας το μοιράζουν.
Τέτoια ετούτο τον καιρό
κατάντια έχετε δείξει.
που ουτ’ έναν οι κουβέντες σας
δεν έχουνε αγγίξει.
Τα ίδια σας βλέπετε να τρων
αυτοί τα κρέατά σας,
και τους εκλιπαρείτε σεις
για εν’ απ’ τα κόκαλά σας...
«Σοσιαλιστή» έναν υπουργό
βρήκατε και χαιρό ’στε!!!
Μπράβο σας! Κι εις ανώτερα!
Αετοί μου!.. Δεν πιανό ’στε!!!...
Και πια, σας φταίνε οι βουλευτές-
δε σας ακούνε λέτε...
Μα όμως εξεχάσατε:
Θα’πρεπε και να κλαίτε...
Και πως τραβάτε είπατε
ένα σωρό μαρτύρια
(Κρίμα... πώς έγινε αυτό;
Βρε πράματα μυστήρια!...
Σεις τόσες τα ’χετε φορές
αυτά όλα ειπωμένα-
Πώς και οι υπηρέτες σας
Δεν τα ’χουν καμωμένα;)
Και τα λεφτά που δόθηκαν
στην κάθε μια Σχολή σας
δεν ξέρετε πού πήγανε...
Γκαρντάσια μου, άφερίμ σας!..
Μα μη σας γνοιάζει. Μία δυο
συνέντευξες ακόμα
και στο δικό σας τα λεφτά
θα έρθουνε το στρώμα...
Μον’ λείψατε να έχετε
μαζί σας και λιβάνι.
Και θυμιατό. Και άμφια.
Για δοκιμάστε... πιάνει!..
Όσο για ύφος...(δεν μπορεί
να γράψει η πένα ψέμα),
κλαψούρικο ήταν αρκετά!
Και νερωμένο το αίμα!
Και θέλετε, αν καλάκουσα,
πολλές πορείες να κάντε.
Βλέπω ψηλά στοχεύετε,
δεν είστε άντε άντε...
Μία πορεία το λοιπόν
ακόμα ετοιμάστε
που θα σας σεργιανούν αυτοί
ενώ σείς θα κοιμάστε...
Σφραγίδα κράτους θέλετε
δυο λόγια για να πείτε!...
Στους δρόμους θα σας έκοφτε,
ψοφοδεείς!, να βγείτε
και φοβερά ν’ αστράψετε-
τα νιάτα όπως μπορούνε-
που ως και τ’ αστέρια όταν σας δουν
κι εκείνα να κρυφτούνε;...
Μα μια σταγόνα είστε και σεις
στο έλος που λεν Ελλάδα.
Μαύρη καπνιά από της σβηστής
της λευτεριάς της δάδα.
Της τύχης σας είστε άξιοι-
της ατυχιάς σας ήτοι:
μην ξεσηκώνεστε-μπορεί
ν’ ανοίξει καμιά μύτη...
Και ο …σεμνός σας πρύτανης
ωραίο σάς ήταν ταίρι!
Μα μπρος! η φιέστα τέλειωσε-
φιλήστε του το χέρι
και πέστε πως τού αναρχισμού
θα σκίστε τη σημαία
και θα ’ναι πάλι στο εξής
όλα όμορφα κι ωραία.
Και πια καθείς στο σπίτι σας
ωραία ωραία καθίστε,
τα χέρια σας σταυρώσετε
κι απ’ το θεό ζητήστε.
Έτσι θα πάρτε πιο εύκολα
εκείνα που ζητάτε
πόρτες ατσάλινες παρά
με άνθη να χτυπάτε.
Πιο, έτσι, θα ’ναι πιθανό
να σας ακούσει κάποιος,
απ’ όσο είναι ένας νεκρός
να ζωντανέψει, σάπιος.
Μα φίλοι μου, ή λαθέψατε
ή έχετε κακομάθει-
αυγά κανένας με πορδές-
πασίγνωστο- δε βάφει.
Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
το Δίκιο να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!
Για να φλογίσει, φίλοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-αλίμονο!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.
Δε θέλει ζητιανέματα
και σαχλοκαταλήψεις.
Δε θέλει κανακέματα
και γλείψιμο όπου φτύσεις.
Δε θέλει μέσα χώσιμο
του κεφαλιού στην άμμο-
δε θέλει με κακομοιριά
και με ραστώνη γάμο.
Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε.
Θέλει στα μάτια φλόγισμα.
Θέλει στο χέρι αξιότη.
Θέλει την άκρατην ορμή
της νεολαίας την πρώτη.
Δε θέλει με τους άδικους
κουβέντα πουλημένη.
Δε θέλει λόγια όμορφα
κι έκφραση μια θλιμμένη.
Ελευθερία φέρετε!
Αυτός ειν’ ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.
Αλλιώς σας μυκτηρίζουνε
και σας οικτίρουν όλοι-
και οι φτωχοί κι όσοι έχουνε
γεμάτο πορτοφόλι.
Όλων το ντρόπιασμα είσαστε
σεις τότε των ελλήνων
μιας και μιλάτε στ’ όνομα
μα και στη θέση εκείνων.
Κανόνες δημοκρατικούς
μη θέτε να τηρείτε
όταν με ανύπαρκτους μιστούς
και με υποτέλεια ζείτε;
Αν ναι, να τη χαιρόσαστε
τέτοια δημοκρατία.
Μα ό,τ’ είναι Ανθρώπινο,
σχέση μ’ εσάς καμία.
Κανόνες που εθέσπισαν
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
σε λίγο θα μετράτε.
Μα φαίνεται πως το ’χετε
Φίλοι μου αποφασίσει
τα μάτια σας στη λογική
καθείς σας να τα κλείσει.
Μπάτε στο Σύστημα λοιπόν
κι εσείς , καλοί μου φίλοι:
η που σ’ αυτό σας οδηγεί
ορθάνοιχτη ειν’ η Πύλη.
Δε σώζεται αδέρφια μου
η χώρα με τα λόγια
ούτε με μια που θα ’ρχονταν
από ψηλά ευλόγια.
Λοιπόν τραβάτε στο καλό
και στην καλή σας ώρα.
Με νέους ως σας-όχι, δε ζει
μα θάβεται μια χώρα.
Ξίφος εδώ χρειάζεται
και όχι δεκανίκι.
Με νέους άπραγους κι ωμούς
ποτέ δε θα ’ρθει η νίκη.
Ίσως φιλόσοφοι πολύ
μια μέρα εσείς να γίνετε,
μα του Αγώνα τη φωτιά
φίλε μου, έτσι τη σβήνετε.
Κι αν σ’ όλες μέρος λάβατε
τις που ’γιναν πορείες.
γι αγρίους είναι μόνο αυτό
καλοί μου ιστορίες.
Τους πλούσιους και τους ισχυρούς
αν δεν ταρακουνήστε,
ούτε ο αγώνας, ούτε σεις
τίποτα θα κερδίστε.
Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνετε
ζήτουλες όλοι έζήσατε,
ζήτουλες θα πεθάνετε.
Αγκάθι αν πολύαλγο
δεν είστε στο πλευρό τους
τότε νερό είστε γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.
Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.
Και με πορείες σαν αυτήν
που έκανες τις προάλλες,
των φοιτητών το κίνημα
κατρακυλάει τις σκάλες.
Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τώρα ειν’ άχρηστα΄
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!
Νέε, κάτσε στην καρέκλα σου
και γράφε στον κομπιούτερ.
Και για να μην κουράζεσαι
κάνε πορείες με σκούτερ…
Μ’ από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο΄
ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο για όλους δείπνο.
Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Κι η βία θέλει βια.
Αλλιώς και σάς εμπαίζετε
τους ίδιους, και το λαό σας,
που έχει κάνει δίκιο του
το δίκιο το δικό σας.
Μα να τελειώνω. Έγραψα εγώ
λόγια εδώ φλογάτα,
μετά τα «γράψατε» κι εσείς,
κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.
Λοιπόν αντέστε κάνετε
κι άλλη καμιά πορεία,
κι αφήστε όσους μάχονται
να γράφουν Ιστορία.
-----
12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»
Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.
‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.
Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.
ΧΊΤΛΕΡ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ:
ΒΙΟΙ ΠΑΝΑΘΛΙΟΙ
Εγώ αυτόν τον Χίτλερ κουτόν τον θεωρώ
που σοβαρά επήρε τα εγκλήματα σωρό
κι ο ίδιος που είχε κάνει κι όλοι του οι στρατηγοί-
τόσα που αίμα όλη εβάφτηκε η γη.
Αν ζούσε ανάμεσό μας, όσων κι αν ήτο ετών,
μια μέρα που ενώπιον θα ομίλει ηγετών,
τρανό ένα συγνώμη θα έλεγε ευθαρσώς
κι ευθύς θα εγινόταν ως άζαξ καθαρός.
Πού είσαι καημένε Χίτλερ-πού είσαι να σωθείς-
πού είσαι του Βενιζέλου να γίνεις μαθητής
που ενώ την κοινωνία χάμου τήνε πατάει
δίχως ντροπή καμία, συγνώμη της ζητάει…
ΚΛΟΠΈΣ ΚΑΙ ΚΟΡΟΪΔΊΕΣ
Με κοροϊδεύουνε οι ταξιτζήδες
με κοροϊδεύουνε οι παντοπώλες
με κοροϊδεύουνε οι μπουζουκτσήδες
με κοροϊδεύουνε οι ζυθοπώλες.
Με κλέβουνε υπάλληλοι κι εμπόροι,
πρωθυπουργοί, υπουργοί και βουλευτάδες΄
με κλέβουν μαθητές και προφεσόροι
με κλέβουν διάκοι, μοναχοί, παπάδες.
Με κλέβουνε για χρόνια και για χρόνια.
Με κοροϊδεύουν για αιώνων αιώνες-
Της ζήσης μου ερημάχτηκαν τα κλώνια
μεγαλεξάντρειες μου οι χαρές γοργόνες.
Νόμο αφού έκανες την κοροϊδία
πότε, Θεέ, κι εγώ θα κοροϊδέψω;
Κι αφού όλοι κλέβουν μες στην κοινωνία,
εγώ θεέ μου, πότε-ποιον θα κλέψω;..
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ-
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ
Και είναι απορίας άξιον: πώς,
ο πρώτος ο πολίτης μας εγκρίνει
τα μέτρα που δε θέλει ο Λαός;
(…και άραγε το θέμα έτσι κλείνει;..)
Καλά , ο Λαός δεν είναι ο Παπούλιας;
Δεν είναι αυτός ο πληρεξούσιός Του;
Πώς χούγια γίνεται να έχει Πούλιας
αντίς να είναι ο Αυγερινός Του;
Το χέρι το Λαό που προστατεύει
πώς τώρα γίνεται να Τον χτυπάει
και όσους Τον σκοτώνουν να χαϊδεύει,
να τους καλόχει και να τους φιλάει;
Ο Πρόεδρος φρενάρει τους πολίτες
ή δυνατά το γκάζι σανιδώνει-
σπρώχνει στη δυστυχία τους ψωμοζήτες
ή την αντίστασή τους δυναμώνει;
...Τουλάχιστο στα τόσα κούφια έπη
που θ’ ακουστούνε μέσα στο Συμβούλιο
έριξε ο Πρόεδρος και λίγα «πρέπει»-
χωνευτικά σε γεύμα ένα λουκούλλειο.
ΕΚΛΟΓΕΣ 6 ΜΑΗ ’12
Αργείοι και Τρώες ως μάχονταν στα φύλλα της Ιλιάδας
για τη σορό του Έκτορα την καταματωμένη,
έτσι και οι πολιτικοί σα σκύλοι λυσσασμένοι,
μάχονται πάνω απ’ τη σορό της άτυχης Ελλάδας.
ΚΛΈΦΤΕΣ
Ποιος κλέβει επιτέλους στην Ελλάδα;
Μήπως εκτός από τους βιομηχάνους,
και τους πολιτικούς, τους τσιφλικάδες,
εφοπλιστές, εφοριακούς, εμπόρους,
κι απ’ τους πολλούς μικρούς, κι απ’ τους μεσαίους,
κλέβει και όλος ο λαός συλλήβδην
ήγουν και ο μικρός ο εμποράκος,
και ο μανάβης και ο μπακαλάκος
και ο υπάλληλος είτε ο δημόσιος
ή ο ιδιωτικός, κι ο ιδιοκτήτης
κάποιου μικρού έστω μόνο κτίριου
κι ο λαχειοπώλης και ο παγοπώλης
των λαϊκών των αγορών οι τύποι,
της αγιογδύτισσας της Βαρβακείου
κι οι λιανοπωλητές οι υπαίθριοί μας
κι ο χτίστης κι ο σκαφτιάς κι οι λασπιτζήδες
και οι υδραυλικοί κι οι ηλεκτρολόγοι
κι οι δάσκαλοι και οι καθηγητάδες-
μην κλέβουν κι όλοι αυτοί οι κερατάδες;
Ε, το λοιπό’, και τούτοι όλοι κλέβουν!
Το κατά δύναμιν βεβαίως, μα όμως
γόνα κι αυτών το κλέψιμο πηγαίνει!
Κι αυτή ’ναι η αιτία που ο λαός μας
δεν ξεσηκώνεται σ’ αυτούς ενάντια
που τα χοντρά λεφτά του τόπου τρώνε.
Κοράκου κόρακας μάτι δε βγάζει
και κλέφτης κλέφτη δεν τόνε πειράζει
μόνο καθένας ψάχνει να μπορέσει
σε κόλπο τρανταχτό ένα να πέσει
και την καλή κι αυτός γερά να πιάσει
και στη ζωή του να καλοπεράσει.
Γι αυτό ατιμώρητοι μένουνε τώρα
όσοι ρημάξαν στην κλεψιά τη χώρα.
Γι αυτό κι ελέω του καθενός μας κλέφτη,
η Ελλάδα σούμπητη στο χάος πέφτει.
ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»
Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιές πηγαίναν..
Κι ο ελληνικός βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη..
Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
που αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
μα αυτό εν τέλει του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
και πάει κι εκείνος και το «θα» που πια είχε αποκάνει.
Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.
Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.
«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.
Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια
για να χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
και πια ποτέ τα ζωντανά να μη γινούν ανθρώποι..
Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»: «γιατί έτσι…πρέπει!»..
ΛΑΓΚΆΡΝΤ ΚΑΙ ΈΛΛΗΝΑΣ
Τι περηφάνια ειν’ αυτή ‘Ελληνα που σε δέρνει-
που σ’ αξιοπρέπειας τ’ άβατα και τα ιερά σε φέρνει!
Και πόσο πίσω αφήνεις συ στρατιές λαών που τρέχουν
στον ίδιο αγώνισμα με σε, μα δίχως και ν’ αντέχουν…
Φοροφυγάδα η Λαγκράντ τόλμησε να σε πει.
Εσένα! Όπου προτιμάς η ζωή σου να κοπεί
παρά φόρο απλήρωτο ν’ αφήσεις! Τι κακία
στα λόγια της όπου αυτή έδειξε η κυρία!
Αλλά και ζήλεια προφανώς ,γιατί ο λαός εκείνης
ανέχεται η πατρίδα του να τελευτά εκ πείνης
παρά αυτός τους φόρους του να δώσει που χρωστάει
για να μπορέσει και αυτή η τάλαινα να φάει…
Μα σύ το φοροδοτικό κράτα ψηλά κεφάλι
και, έλληνα, πες της της Λαγκάρντ πως σου χρωστάει και πάλι-
γιατί ενώ ψευτιές όπως αυτές για σένα έχει ξεράσει,
μα δεν την έχεις, έλληνα, ακόμα εσύ σχολάσει…
ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΕΥΡΩΠΑΊΩΝ ΗΓΕΤΏΝ
Θα έλεγα τον Μάριο Ντράγκι
πως δεν τον έχουμε ανάγκη.
Αντίθετα όμως τον Ρομπάϊ-
αυτόν τον έχουμε σταντ-μπάϊ.
Για την Λαγκάρντ μας την Κριστίν
είναι ψηλή, άσ’ την αυτήν…
Η γερμανίδα η Μέρκελ μας η Άγγελα
πρωθυπουργός μας να ’ταν θα ’θελα.
Και απορώ τι ο μαύρος Σόιμπλε
με το δικό μας κόμμα έχει το μπλε…
«Αυτά που λέει ο Κλοντ Γιουνκέρ,
πες Μητσοτάκη τ’ είναι;» -«Ανφαίρ»…
Το ύφος του Ολάντ του Φρανσουά
δεν είναι σα να λέει: “L’ Etat c’ est moi!”?..
Αφού κι εσύ υπάρχεις Μάριο Μόντι
έχουμε στην Ευρώπη κι εμείς «δόντι»…
Συνάδελφέ μας συ –ΟΛΈ!- Ραχόϊ
σαράκι και τους δυο ίδιο μας τρώει…
Αν μας βοηθήσεις τελικά
Μπαρόζο μου εσύ Ζοζέ,
θα ’χεις μπουκάλι ένα κρασί-
το θέλεις άσπρο ή ροζέ;
Και συ ωρέ Νικόλα Σαρκοζί
Μα πήρα φόρα…όχι, αυτός δε ζει…
ΕΧΟΥΜΕ...
Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.
Έχουμε κάτι υπουργούς που κλέβουνε.
Έχουμε κάτι πολιτικούς μυαλά του μεσαίωνα.
Έχουμε κάτι ποιητές ανόητους.
Έχουμε κάτι πίθηκους που καθηγητές πανεπιστημίου τους λέμε.
Έχουμε κάτι τραγούδια τούρκικα.
Έχουμε κάτι πρόγονους που δεν είμαστε απόγονοί τους.
Έχουμε κάτι ήθη κι έθιμα που τα κάναμε τρόπο ζωής.
Έχουμε κάτι νέους αγράμματους.
Έχουμε κάτι βιβλία ιστορίας γεμάτα ψέματα.
Έχουμε Παιδεία στ΄ όνομα μονάχα.
Έχουμε για πολιτισμό μια βαρβαρότητα.
Έχουμε για δικό μας ό,τι άχρηστο πετούνε οι ξένοι.
Έχουμε μίσος για ό,τι φιλοπρόοδο.
Έχουμε την ιδέα πως είμαστε έξυπνοι.
Έχουμε πόλεις βρώμικες.
Έχουμε κάλπικα σταθμά.
Έχουμε την τελευταία σειρά σε όλα τα καλά.
Έχουμε πρωτιά σε κάθε κακό.
Έχουμε για πρωθυπουργό έναν εκμεταλλευτή.
Είμαστε ένας λαός ηλίθιος που υπηρετεί αδιαμαρτύρητα τους βασανιστές του.
Είμαστε αγενείς και φθονεροί.
Θεωρούμε την ανευθυνότητα για προτέρημα.
Έχουμε διεφθαρμένους υπαλλήλους.
Έχουμε την απαίτηση να μας δώσουν οι άγγλοι κάτι ξένα αγάλματα.
Έχουμε το θράσος να καυχιόμαστε για την παλιανθρωπιά μας.
Έχουμε την ιδέα πως η Μακεδονία μας ανήκει.
Έχουμε την ιδέα πως οι λήσταρχοι του εικοσιένα ήσαν ήρωες.
Έχουμε την ιδέα πως τώρα δεν έχουμε δικτατορία.
Έχουμε τον φόβο σε όσον χώρο της ψυχής μας δεν κατέχει η βλακεία.
Έχουμε τη δουλεία στο αίμα μας.
Έχουμε δικτατορίσκους γραφειοκράτες για υπάλληλους δημοσίου και δήμων και Οργανισμών..
Έχουμε ευαισθησίες για θέματα φτηνά.
Έχουμε τη συνήθεια να χλευάζουμε τους ευεργέτες μας.
Έχουμε κάνει την ανεπάρκεια συστατικό της καθημερινότητάς μας.
Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.
Ό,ΤΙ ΈΓΙΝΕ ΈΓΙΝΕ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Εγώ που ζούσα πάντοτε
σα να ’μουνα σε Κρίση
στην απορία μου: «ΓΙΑΤΙ;»
η Κρίση έχει απαντήσει.
Πάντοτε καταλάβαινα
ή ένοιωθα κατά βάθος
πως το πολύ το ξάνοιγμα
ήτανε κάπως λάθος.
Γιατί κανείς στον κόσμο αυτό
δωρεάν κάτι δε δίνει
κι ότι όσα του εδόθηκαν
η λήθη δεν τα σβήνει.
Κι αυτός που του τα έδωσε
τριπλά θα τα ζητήσει
όταν θελήσει-όποτε
αυτός αποφασίσει.
Έτσι κι η Ευρώπη ζήτησε
τριπλά όσα μας έδινε
που αλόγιστα ο έλληνας
έτρωγε, γλένταγε, έπινε…
ΑΣΤΕΙΟΤΗΤΕΣ
Τι αστείο να βρω
που να μην το ’χει πει
πριν κανένας-
που απ’ το μαύρο υγρό
να μην έχει γραφτεί
όποιας πένας;
Όχι: αφότου στο φως
έχει βγει το ΠΑΣΟΚ
το γελοίο
τα ’χει πει μέχρι ενός
και πια νιξ, νο και γιοκ
κάθε αστείο.
ΚΑΤΑΡΑ
Άν ο εθνικός μας ύμνος άραγε
είχε σκοπό και λόγια άλλα
πάλι η ψυχή έτσι μεγάλα
ακούγοντάς τον θα λαχτάραγε;
Πάλι το δέντρο εντός μας θα ΄κανε
του έθνους σύγκορμο να τρέμει
σα με μανία να το χτυπάγανε
χίλιων Αιόλων οι ανέμοι;
Πάλι οι ρίζες του θα τράνταζαν
σα να γυρεύαν να πετάξουν;
Πάλι οι χυμοί του θ΄ αφροπλάνταζαν
να βυζαχτούνε...να διδάξουν;
Και μεις, ιερείς ενός πρωτάκουστου
θεριού που τρώει τα κρέατά του-
άθλιοι γραικοί πάνω στους κλάδους του-
θα το σωριάζαμε και πάλι κάτου;
ΌΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΈΣ ΚΛΈΒΟΥΝ
Οι αρχικλέφτες βουλευτές
με κάσα πορτοφόλι,
λένε πως είναι φασισμός
να λες πως κλέβουν όλοι.
Και όλοι οι αρχικλέφταροι
απ’ τους δημοσιογράφους
το πήραν και το λεν κι αυτοί
στους έλληνες τους κάφρους,
μα αμέσως ύστερα από το
«οι βουλευτές μας κλέβουν»
να συμπληρώσουν τρέμοντας
«όμως όχι όλοι!» σπεύδουν.
Και ο καθένας βουλευτής,
κρατεί σαν λάβαρό του
αυτό που κάθε της τιβί
λέει φερέφωνό του,
και σεργιανάει ανάμεσα
στους τίμιους ανθρώπους
σα να ’ναι το αριστούργημα
αυτός όλου του corpus.
Κι ενώ Κανάλια και Βουλή
ότι μας κλέβουν όλοι
η Πλάση βοά-ποιοι το αγνοούν;
οι έλληνες χαχόλοι.
ΑΛΛΑΓΗ ΛΟΓΩ ΚΡΙΣΗΣ
Τι λαός που είμαστε όμως!
Πώς αλλάζουμε συντόμως
έξεις τάσεις και συνήθειες
αναχλές είτε και βύθιες…
Ήταν η ζωή μας τότες
να την τρώνε μόνο οι κότες
κι οι νεκροί πάνω στα κάρα
δυο ντουζίνες μια δεκάρα.
Τώρα όμως τι λαός
που εγίναμε ακριβός-
Ένας κάπου αν πεθάνει
θέμα η τιβί το κάνει.
Αμ το άλλο; Χρόνια τώρα
κατακλέβανε τη χώρα
στρατιές πολιτικών
δεξιών κι αριστερών.
Και οργίαζε η σπατάλη
κι από δώθε παν οι άλλοι
και ανθούσε η διαφθορά
και κρυφά και φανερά.
Και να! βίλλες και οφ-σορ
να! κι αρμάνι και ντιορ
να! και πύργοι να! και κότερα
με ροζ σκάνδαλα στα ενδότερα.
Τώρα όμως τι λαός
που εγίναμε ηθικός
και κανένας πια δεν κλέβει
απ’ την πείνα και ας ρεύει…
Τι βαρύ να πάθαν σοκ
η Νου Δου και το ΠΑΣΟΚ
και να κλέβουν σταματήσαν
λες τιμιότητα μεθύσαν;
Τι λαός που είμαστ’ αλήθεια!
Τι καρδιά κλειούμε στα στήθια!
Πώς γοργά που ’χουμε αλλάξει!
και στα λόγια και στην πράξη…
ΑΝΤΊΟ ΕΛΛΆΔΑ
Λίγα λογάκια θα ειπώ και πάλι ως συνήθως
όχι για κάποιο σήμερα ωραίο γυναίκας στήθος
μα για το κράτος που ’χουμε όλοι μαζί μοντάρει
και τέτοιο που ’ναι ήρθ’ ο καιρός ο διάολος να το πάρει.
Κράτος που μάτια ας έχει δυο, μα με το ένα βλέπει
που ’χει στραμμένο μόνιμα προς του λαού την τσέπη
ενώ υπουργούς και βουλευτές άβλεπους τους αφήνει
να τρώνε όλο, αδιάφοροι η χώρα τι θα γίνει.
Κι έπρεπε το μονόφθαλμο κράτος να πάει καλιά του,
να διαλυθούν τα κρέατα, και μένοντας τα οστά του
η άφατη φρίκη να φανεί του άσπρου των κοκάλων
κατάμαυρου απ’ το αδιάλειπτο λάδωμα των «μεγάλων».
Και τα οστά τα ανέλιωτα στο διάβα των αιώνων
θα δείχνουν στις που έρχονται γενιές επιστημόνων
πόσο μπορεί ένας λαός τέτοια κατάντια να ’χει
που να κοπεί απ’ της κλεψιάς το δρέπανο σαν στάχυ.
ΤΟ ΝΈΟ ΠΟΥ ΈΡΧΕΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Σαν κύμα που έχει ανάκουστο κινήσει
κι έρχεται όλα τα παλιά να σβήσει-
σαν αύρα που όσο πάει δυναμώνει
και φτάνει σίφουνας κι όλα νεκρώνει-
κι ως φόνος που ακόμα δεν τον ξέρει
ούτε το φονικό του το μαχαίρι,
έτσι και κάτι έχει κινήσει Νέο
που τρέχει προς τα ’δω Μέγα κι Ωραίο.
Κι όλοι ενώ στη χώρα ησυχάζουν
κι άσκοπα ευχές και μόδας ρούχα αλλάζουν
Εκείνο φτάνει ανεμελιά γεμάτο.
Κι αφρός Αυτό κι όλα συντρίμμια κάτω.
ΔΙΛΉΜΜΑΤΑ
Θεέ μου! Παναγίτσα μου! Τόσο πολύ αξίζω
που όλοι οι πολιτικοί βαλθήκαν να με σώσουν
κι απ’ το αισχρό Μνημόνιο ζητούν να με γλιτώσουν;
Κι αν ναι, γιατί εγώ θλίβομαι και δεν πανηγυρίζω;
Αυτά λέω και χαίρομαι,
ότι αξίζω επαίρομαι
και ευτυχής πετώ
στον έβδομο ουρανό.
…Μα πάλι, λέω, δεν ειν’ αυτοί
που έτσι με καταντήσανε:
μ’ ενός Μνημόνιου να γυρνώ
στην πλάτη μου το βάρος
και να μην έχω ούτε καν
διαμαρτυρίας το θάρρος;
Τι; Τώρα αυτοί ανάνηψαν
και ήθος αποκτήσανε;
Και με αυτό ζαλίζομαι
και πιο βαθιά βυθίζομαι
στο τέλμα που με άδειασαν
αφού με ξεπαράδιασαν.
ΑΡΧΗ ΣΑΜΑΡΑ
Αφότου άρχει ο Σαμαράς
ο Μνημονιομανής,
τέρμα: από δώ και ύστερα
χορτάτος πια κανείς!
Με άλλα λόγια νηστικοί
εις το εξής θα μένουμε
και θα μας επιτρέπεται
μονάχα ν’ ανασαίνουμε.
Γλιτώνουμε έτσι οριστικά
από της μάσας τη σκλαβιά
κι απ’ όσα το φαϊ της
κουβάλαγε μαζί της.
Και πια θα καταργήσουμε
την τουαλέτα ευθύς-
βάσανο από τα μέγιστα
που υφίσταται καθείς.
Δίαιτες δε θα χρειάζονται
για να ’μαστε λεπτοί
και μάλιστα η διαφορά
αμέσως θα ’ναι απτή.
Χοντροί δε θα υπάρχουνε
και οι αρρώστιες πάνε
που του μεγάλου πάχους μας
απότοκες μετράνε.
Και τότε θα βαφτίζεται
το μανεκέν «Τουίγκι»,
όχι αν είναι αδύνατο
μα αν έχει λίγο ξύγκι.
Κλείνουν τα φαστφουντάδικα,
κλείνουν τα εστιατόρια,
και πάρτυ καθημερινό
θα στήνουν τα κοκόρια.
Θα πεταχτούνε στ’ άχρηστα
οι χύτρες, τα τηγάνια
και δε θα φκιάνουν κακαβιά
τα πλοία στα λιμάνια.
Παύουν οι στομαχόπονοι,
οι αυπνίες τα βράδια,
και παύουν να γεμίζουνε
τα γένια μας με λάδια.
Τόσα καλά οι εκλογές
οι τελευταίες μας φέρανε
που πόσο μας βοήθησαν
ούτε κι αυτές δεν ξέρουνε.
Κι όταν ο Χάρος θα χυθεί
να πάρει τη ζωή μας
για να τη βρει δε θα ’χει πια
να ψάξει στο κορμί μας,
αφού είτε είμαστε σοφοί,
είτε χαζοί είτε φρόκαλα
θα έχουν μείνει από μας
μόνο πετσί και κόκαλα,
κι η αφού η ζωή μας προ πολλού
θα είναι ξεπνοϊσμένη:
θα ’μαστε λόγω ζωντανοί,
έργω όμως πεθαμένοι…
ΤΣΆΒΕΣ 5-3-13
Η οικουμένη φτώχυνε.
Σκοτίδιασε η γη.
Της ανθρωπιάς του ανθρώπου
εστέρεψε η πηγή.
Στα μάκρη των Συμπάντων
τρεμόσβησε εν’ αστέρι.
Θρηνητικό απόψε
και ξέπνοο τ’ αγέρι.
ΚΩΣΤΆΚΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ
Καλά φυλάγεται
μες στη Ραφήνα.
Να κάθεται άστονε
στα μέρη εκείνα
κεφάλαιο να ‘χουμε
κάπου βαλμένο
μη και μας χρειαστεί
το ξορκισμένο.
Κι αν μας χρειαστεί ξανά
πάλι τον φέρνουμε
κι από το βάρος του
όλοι ας γέρνουμε.
Κι οκταετία μια
θα φέρει νέα
με όλα της παλιάς
τα τόσα ωραία:
Τους Γκοτζαμάνηδες,
το παρακράτος,
κλέψιμο πάλι ως
να του ’βγει ο πάτος,
Δεξιών Παράδεισο,
Κου Κου Ε κυνήγι
κι η νεολαία μας
που φύγει φύγει.
Κι όταν θα φάει
και την τυλώσει,
με τη βλακεία μας
εμείς την τόση
Εθνάρχη σίγουρα
ευθύς τον χρίζουμε
Και φίνο άγαλμα
τρανό του χτίζουμε-
δίπλα στο θείο του
να ’ναι κι αυτός,
να τους θαυμάζουμε
οικογενειακώς.
ΊΔΙΟΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΌΤΕΡΟΙ
«Μας βάζουν στο ίδιο τσουβάλι όλους-λένε πως όλοι κλέβουμε. Όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
(οι πολιτικοί στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις)
«Δεν είμαστε ίδιοι όλοι μας». Είσαστε όμως κύριοι.
και μάλιστα χειρότερος ο ένας απ’ τον άλλον.
Και κλέφτες και παλιάνθρωποι και κτήνη κι αλιτήριοι,
αλλά προπάντων ψεύταροι εκ των πολύ μεγάλων.
Μπορεί από το φόβο τους κάποιοι να μη σουφρώνουν.
Σημαίνει αυτό όμως πως κλεψιά δεν κάνανε καμία;
Τότε πού βρήκαν τα λεφτά-και κείνα που δηλώνουν
αλλά και κείνα σε κρυφά όπου φυλάν ταμεία;
Πού-που αυτός που εργάζεται οχτάωρο για χρόνια
δεν έχει ούτε δεύτερο σακάκι να φορέσει;
Πού-που λεφτά για διακοπές σε ήλιους ή σε χιόνια
ποτέ ο τίμιος δουλευτής δεν είχε να διαθέσει;
Όποιος δεν κλέφτει, ή άλληνε ωφέλεια αν δεν έχει
από κεινούς που κλέβουνε, τότε στο λαό μπρος πάει
και ξεμπροστιάζει τους μιαρούς. Κι αυτό αν δεν τ’ αντέχει
την κλίκα κάνε των κλεφτών αμέσως παρατάει.
Μα κτήνη ειν’ όλοι οι βουλευτές κι ολόπαχα γουρούνια.
Και πίνουν το αίμα του λαού και στον ιδρώ του πλένε.
Και είναι μέσα στη βρωμιά χωμένοι ως τα μπούνια.
Κι είναι οι χειρότεροι απ’ αυτούς οι, που δεν κλέβουν, λένε.
Και πρώτα μες στα λίπη τους η λάμα θα βυθίσει
που τη ζωή απ’ το σαπρό κορμί τους θα χωρίσει.
Και τότε μία θα πλαστεί αληθινή πατρίδα
που κάθε θα ’ναι της παιδί του ήλιου της μι’ αχτίδα.
ΕIMAI EΛΕYΘΕΡΟΣ
(Ο έλληνας μιλάει
για την ελευθερία του)
Μες στην Ελλάδα, την ωραία μου πατρίδα,
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω.
Καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.
Είμαι ελεύθερος να ψάχνω για εργασία
και να μη βρίσκω-και για δούλος να πουλιέμαι.
Είμαι ελεύθερος να ζω στην υγρασία
και για το άθλιο δωμάτιό μου να παινιέμαι.
Είμαι ελεύθερος να ζω δυστυχισμένος
ενώ τα πράσινα τα κτήνη θησαυρίζουν.
Είμαι ελεύθερος να υφίσταμαι το μένος
των μπλε υαινών όπου το βιος μου ξεκληρίζουν.
Είμαι ελεύθερος να ζω μέσα στη χώρα
που τη ρημάζουν της Βουλής οι συμμορίες
και είμ’ ελεύθερος ν' ακούω όλη την ώρα
όσες μεγάλες οι υπουργοί τους λεν βλακείες.
Είμαι ελεύθερος τις ζεύγλες να υπομένω
που μου πληγώνουνε το δέρμα του τραχήλου-
είμαι ελεύθερος σας λέω-κι επιμένω-
με τ' αποφάγια να χορταίνω εγώ του σκύλου.
Είμαι ελεύθερος ρακένδυτος και πένης
μες στης αθλιότητας το βούρκο να κυλιέμαι
και να οργώνω τον αγρό φυτείας ξένης-
και είμ' ελεύθερος μ’ αυτό να ευχαριστιέμαι.
Και μη μου πείτε πως δεν είν' ελευθερία
μες σε συντρίμματα απ’ οράματα κι ελπίδες
μόνος εγώ χωρίς βοήθεια ούτε μία
τις πιο μεγάλες να διαλέγω παρωπίδες.
Είμαι ελεύθερος μισθό έναν να παίρνω
που δε μ’ αφήνει περιθώριο για να ζήσω
κι από το βάρος των βασάνων μου να γέρνω
κι αντίς μπροστά, να προχωράω πάντα πίσω.
Νέο τύπο "ανθρώπου" ειμ' ελεύθερος να χτίζω
και με αυτόνε τους ανθρώπους να τρομάζω-
τον Χόμο Σάπιενς εγώ να τον γκρεμίζω
και τον "Μνημόνιαν" στη θέση του να βάζω.
Και είμ’ ελεύθερος αν κάποιος χέρι απλώσει
τα κρύα κάγκελα να σπάσει του κλουβιού μου
να τόνε κάνω ακριβά να το πληρώσει
και επιείκεια να ζητάει τ’ αφεντικού μου.
Να διαδηλώνω είμ' ελεύθερος ησύχως
χέρι αρκεί σ' όσα μου κλέψαν μην απλώσω.
Και να πεθαίνω είμαι ελεύθερος μα δίχως
μαχαίρι πάνω στους φονιάδες μου να υψώσω.
Είμαι ελεύθερος να δένω μοναχός μου
και πιο σφιχτά κάθε ημέρα τα δεσμά μου
και είμαι ελεύθερος στο πείσμα όλου του κόσμου
ελευθερία να ονομάζω τη σκλαβιά μου.
Μες στην ελεύθερη-μεγάλη μου πατρίδα
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω'
καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.
ΣΥΓΚΥΒΈΡΝΗΣΗ ΣΑΜΑΡΆ-
ΒΕΝΙΖΈΛΟΥ-ΚΟΥΒΈΛΗ
Συγκυβέρνηση! Καλό!
Τρία σ’ ένα! Λογικό,
ο σκοπός αφού κοινός:
να λεηλατηθεί ο λαός.
Συγκυβέρνηση: οι πολίτες
την κυβέρνηση όταν βρίζουν
υπουργό να μη διαλέγουν-
να μη κόμμα ξεχωρίζουν.
Συγκυβέρνηση: τη χώρα
να τη βλάφτουν τρεις μαζί
και οι τρεις ψιλό τη φτώχεια
να δουλεύουνε γαζί.
Να μη ρίχνουν μεταξύ τους
ένας τ’ άλλου φταίξιμο
και κοινό να είναι κι ίδιο
το λαμογιοκλέψιμο.
Και σε τσέπη ίδια να μπαίνουν
πλέον όλα τα κλεμμένα
και σωστά να τα μοιράζουν
τσακωμό δίχως κανένα.
Να ’ταν κι ο Καρατζαφέρης
τότε θα ’τανε τετράδα
οι ρομποτοειδείς φασίστες
που ρημάζουν την Ελλάδα.
ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ
Οι κυρίες των υπουργών!
Τι καλές γυναίκες που ’ναι!
Και στα τόσα του σπιτιού
πόσο τα έξοδα βοηθούνε!
Βάζουν μια υπογραφή
και μία βίλλα-ιδού! κερδίζουν
Βάζουνε και άλλη μια
και-οι καλές μας!- θησαυρίζουν!
Και, οι καημένες, προσπαθούν
τις δουλειές γοργά να σπρώξουν
μη τον σύζυγο-υπουργό
απ’ το υπουργείο διώξουν
κι αρκεστούν τα όσα ως πριν,
έχουν φάει, να μασάνε,
μιας και –αλίμονο!- υπουργού
πια γυναίκες δεν μετράνε…
Και μην πάει το μυαλό
κανενός που με διαβάζει
πως μονάχα υπουργού
σύζυγος, χρυσάφι βγάζει-
όχι-το ίδιο θα γινόταν
και αν μόνο κόρη του ήταν:
πάλι ούτε μια θα είχε
στις που κάνει μπίζνες ήτταν.
Και κουνιάδα κι αδερφή
και γνωστή και φιλενάδα
τέτοια θα ’χε κέρδη αυτή
στην ταλαίπωρη Ελλάδα.
Κι όλες τους γι αυτό κοιτούν
πώς συγγένεια ν’ αποκτήσουν
οι γυναίκες, με υπουργό,
έτσι ώστε να πλουτίσουν.
ΑΓΡΟΤΕΣ-ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ
Ποιος είπε πως δεν είμαστε απογόνοι
εκείνων των αρχαίων μας προγόνων-
ή ότι τάχα αυτοί δεν είν’ οι προγόνοι
των τόσο που τους μοιάζουν απογόνων;
Κι ιδού η απόδειξη μπροστά μας ζώσα:
Οι αγρότες μας, η δόξα κι η τιμή μας,
που όλοι οφείλουμε σε κείνους τόσα-
που με το αίμα τους καρπίζει η γη μας-
οι αγρότες μας λοιπόν οι τιμημένοι
Σπαρτιατική λιτότητα εδείξαν
κι όταν τους δώσαν ψίχουλα-οι καημένοι...-
τους δρόμους που ‘κλειναν ευθύς ανοίξαν!
Και παν τα μπλόκα…πάνε οι φωνές τους…
Και δείξαν ότι όσα τσαμπουνούσαν
δεν τα πιστέψαν ούτε αυτοί ποτέ τους .
Κι ήταν νεκροί όταν λέγαμε πως ζούσαν.
Ο ΜΠΑΝΤΑΒΌΣ
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.
Που τη σούπα του έτρωγε
με πιρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».
Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες όλο προτιμούσε.
Και στο γάϊδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας
για κεφάλι γαϊδουρίσο.
Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.
Του ελέγαν: «στάσου όρθιος»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος πήγαινε στον πάτο.
Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.
Κι όλοι τονε κοροϊδεύαν
και μαζί του πλάκα εσπάζαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.
Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.
Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.
Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.
Απ’ τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι,
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το τσαμπί απ’ το σταφύλι.
Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν
σύμβουλό του να τον κάνει.
Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό δεν το ’λεγε ίσο».
Και τον είχε σύμβουλό του
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.
Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά», τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»
(Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι,
η κοιλιά πως είναι η ράχη
κι η ειρήνη ότ’ είναι μάχη).
Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα».
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΉ ΝΟΥ ΔΟΥ
(Άδωνις και Βορίδης στη Ν.Δ.)
Γιατρούς γεμάτη είναι και δικηγόρους
η δόλια η Βουλή. Καθόλου απόρους
δε δέχεται να έχει βουλευτές...
Μα όχι φίλοι μου. Αυτά ως τα χτες.
Η λαϊκή μας Νέα Δημοκρατία
κι εδώ μας έδειξε πρωτοπορία:
μετράει στις τάξεις της-σπώντας το νόμο-
και βιβλιοπώλη, μα και υλοτόμο…