Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

            Ο  ΜΟΝΑΧΟΣ

Τα χείλη του ματαίως ψάλλουν υμνωδίας.
Aνίερα φιλήματα τω όντι επιθυμούν.
Kι αντί του οίνου της Θείας  Κοινωνίας
θα  ’θελε το ποτήριον να  ’ναι πλήρες ηδονής.

Μα δεν τον έστειλε κανείς-
μόνος του επήγε
-μάλιστα άνευ εμφανούς αιτίας-
και εμόνασε.
Φαίνεται ανήκει εις αυτούς που προτιμούν
μόνο όταν είναι λίαν επικίνδυνοι
τας αμαρτίας.
   ΠΑΙΔΙΚΑ  ΧΡΟΝΙΑ

Παιδικά ωραία χρόνια!
Τι αξέχαστες χαρές!
Τι αγνοί αλήθεια πόθοι!
Τι ελπίδες καθαρές!

Τι τρελά που με μεθούσε
κάθε ρόδου ευωδιά
και πώς χτύπαγε να σπάσει
στη χαρά της η καρδιά…

Μα περάσανε τα χρόνια.
Παν οι όμορφοι καιροί.
Εβρωμίσαν οι ελπίδες 
κι ειν'  οι πόθοι νοσηροί.

Όσα ρόδα κι αν μυρίσω
τώρα πια δεν ωφελεί
της τρελής εκείνης μέθης
δε θα νιώσω το φιλί.

Κι απ'  τα χρόνια που  'χουν φύγει
και ποτέ δε θα  'ρθουν πια
έχει μόνη απομείνει
μία θύμηση γλυκιά.

Μία θύμηση πλεγμένη
με χιλιάδες μυστικά-
χρόνια όμορφα, ωραία,
χρόνια πλάνα, παιδικά…
    ΤΙ  ΜΑΣ  ΛΕΣ

Κι αν περνώντας απ'  το πλάϊ
καλημέρα δε μας λες
τι μας λες
τι μας λες

κι αν ξεχνάς κάτι κουβέντες
που ελέγαμε τρελές
τι μας λες
τι μας λες

κι αν εσύ γελάς σαν κλαίω
κι αν γελάω εγώ σαν κλαις
τι μας λες
τι μας λες

αν εσύ με διώχνεις μία
με γυρεύουνε πολλές
τι μας λες
τι μας λες.
ΨΥΧΡΗ

Του χρόνου σκέφτομαι
τέτοιον καιρό πού θα  'μαι...
σε ποιας μικρής την αγκαλιά
θα κοιμάμαι...
Θα είναι όμορφη; θα  'ναι θερμή;
Κοκέτα; και θα ξέρει
το άρωμα να βάζει που της πάει;

Μεγάλα λόγια όμως δε λέω.
Προβλέψεις δε θα κάνω πια.
Ό, τι μου τύχει`
γιατί τα ίδια έλεγα και πέρσι
κι ενώ εδιάλεγα ένα χρόνο
μου έτυχε για φέτος η Μαρία:
κι άσχημη και στον έρωτα ψυχρή.
Ό, τι μου τύχει.
      Η  ΒΑΛΑΝΙΔΙΑ

Στην αυλή του φτωχικού μας
όπου παίζαμε παιδιά
έχει μόνη απομείνει
μια γριά βαλανιδιά.

Και θυμάται λυπημένη
τη ζωή της την παλιά
στη δροσιά της τα παιδάκια
στα κλωνιά της τα πουλιά.

Στις ζημιές μας καταφύγιο
του σπιτιού μας φυλαχτό
και τα φύλαγε και κείνη
όταν παίζαμε κρυφτό.

Χτες επήγα και την είδα.
Όταν μ' είδε τι χαρά!
και πώς γέμισαν με δάκρυα
τα κλωνιά της τα ξερά!

Κι όταν κίνησα να φύγω
με θλιμμένη την καρδιά
κι ως για τελευταία τώρα
την εκοίταξα φορά,

είδα πάνω της ν'  ανθίζει
ένα πράσινο κλαδί:
είχε γίνει πάλι νέα
κι εγώ ήμουνα παιδί.
               ΣΤΟ  ΜΟΥΣΕΙΟ

Τα κίτρινα τα πρόσωπα αυτού του κάδρου
όπου φιλούν τα πόδια του Ισαύρου
λες κι έχουν μέσα τους κάποιαν αρρώστια-
χτικιό σαν να τους τρώει τα εντόσθια.

Η επιφάνεια του τζαμιού η λεία
η σιγανή που πάνω του σπάζει ομιλία
τα πρόσωπά μας καθρεφτίζει τα ωραία
καθώς οι δυο κοιτάζουμε παρέα.

Ολύμπια ηρεμία στο Μουσείο.
Στου φύλακα το μέτωπο το θείο
μονάχα μία μύγα περπατάει
τριγύρω όταν βαριέται να πετάει.
                              ΜΟΝΑ

Στις τρεις Αυγούστου πέθανες Άγγελε Τερζάκη.
Στις τρεις Αυγούστου έσβησε το μεγάλο τζάκι
που γύρω του μας μάζευε τις νύχτες του χειμώνα
σαν τα παιδιά που, αδύναμα, φοβούνται να  'ναι μόνα.

Μες στο βιβλίο των  Καιρών καινούργια μια σελίδα
θ'  ανοίξει` και ολόλαμπρη επάνω της μι’ αχτίδα-
της μούσας σου συντρόφισσα κι αδέρφι του Πηγάσου-
στοχαστική διαβαίνοντας θα γράψει τ'  όνομά σου

5 Αυγούστου 1979