Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

25 Ιούνη
Σαν σήμερα πέθανε ο Μάικλ Τζάκσον

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
το τραγούδι-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Κέρβερος

Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
ούτε κι η ουρά του να τόνε τυλίξει; 

Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη 
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα μπορούσε να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό! 
και πόσες μέσα του απειλές να κρύβει … 

 Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…

«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο 
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Ούτε μια κατσαρίδα φέτος. Να σιχαθώ τουλάχιστον.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Φίλε Αντρέα
Την περίοδο αυτή βρίσκομαι σε ένα σταυροδρόμι κυκεώνων.  Οι κυκεώνες: υπαρξιακός, οικονομικός, λογοτεχνικός. Όλους αυτούς ήρθε να τους αναμοχλεύσει και να τους δραστηριοποιήσει η επιχειρούμενη έκδοση των Απάντων μου.
Και μεταξύ κομπιούτερ, εκτυπωτή και βιβλιοδέτη παρεμβάλλονται μυριάδες προβλήματα, που η επίλυση όλων και μόνον εγγυάται μια στοιχειωδώς ανεκτή εμφάνιση των Απάντων μου. Η δαπόφαση για κάθε προσπάθεια επίλυσης κάθενός από αυτά τα προβλήματα, είναι δικιά μου.
Θα απαντήσω στο ερώτημά σου κλέβοντας χρόνο από τα παραπάνω, όχι μόνο γιατί εκτιμώ την εμβάθυνσή σου σε λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και για να ξαναβρεθώ για λίγο πάλι σε γνωστά μου λημέρια και έτσι να ανασάνω από τα άγνωστα για μένα προβλήματα στη θάλασσα των οποίων έχω πέσει με σωσίβιο την επιθυμία μου πριν πεθάνω να προλάβω να κλειστώ μέσα στους τόμους των γραφτών μου, που σημαίνει να αφήσω πίσω μου τον κόσμο-το σύμπαν που δημιούργησα.

Να λοιπόν ένας τρόπος και μια θέση από την οποία κοιτάζοντας θα ανέλυα ότι κάνει αυτό το ποίημα να μου αρέσει. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι τρόποι.

Αλήθεια πόσο απελπισμένος είναι ο φίλος μας που ούτε στα όνειρα του να μην έχει πια ελπίδες...
Πόσα πολλά μπορεί κανείς να πει πάνω σε ένα ποιηματάκι πέντε στροφών... Δεν θα εκμεταλλευτώ όμως την επιθυμία που έχεις να με διαβάζεις ώστε να τα πω.
Το ποίημα ρίζωσε σαν μια απλή ερώτηση που μου σφηνώθηκε στο μυαλό κοιτάοντας την πανσέληνο: "πώς να πας να κοιμηθείς-και ν’ αφήσεις το φεγγάρι;.."  Και άπαξ και μου σφηνώθηκε ο πρώτος στίχος στο μυαλό, αυτό δεν άλλαζε πια με τίποτα.
Η δεύτερη στροφή του είναι μια καλή εικόνα και ικανή
μόνη αυτή να δώσει τη μαγεία του φεγγαρόφωτος.
Το "εσύ" στην πρώτη και στην τελευταία στροφή δίνουν
με ένταση και χωρίς αμφισβήτηση τη μόνιμη, προϋπάρχουσα οπωσδήποτε του ποιήματος  κατάσταση, αλληλεπίδρασης τουλάχιστον, του προσώπου του ποιήματος με το φεγγάρι.
Το πρόσωπο αυτό λατρεύει το φεγγάρι για τη θλίψη και
για τη χάρη του (β' στροφή), που αυτό τον
καλεί (γλυκά) να τα απολαύσει (δ΄ στροφή).
Το "απ’ τα ουράνια τέτοιο σώμα" της (δ) στροφής, εκτός από το φεγγάρι σαν ουράνιο σώμα, παραπέμπει και σε σώμα γυναικείο, αφήνοντας ορθάνοιχτο το δρόμο και για
τέτοια, ερωτική προσέγγιση και ερμηνεία.
Το "απαρνηθείς" σημαίνει βέβαια πως αποποιείσαι κάτι
που σου προσφέρεται. Ώστε δεν θα είχε πρόβλημα το
πρόσωπο του ποιήματος αν προτιμούσε το φεγγάρι από
τη γη, να του αρνηθεί αυτό ό, τι εκείνος θα του ζητούσε.
Αυτό το γεγονός οξύνει και μεγεθύνει την αιτία που
έκανε το πρόσωπο να σκεφτεί την αυτοκτονία (κρατάει
μαχαίρι, θέλει ν’ αφήσει το φεγγάρι, το μόνο φως, θέλει να κοιμηθεί-ας σκεφτούμε εδώ ότι μερικοί άνθρωποι, όπως οι άγιοι, δεν πεθαίνουνε, κοιμούνται), επειδή πρέπει η αιτία αυτή να είναι ισχυρότερη από την απόλαυση του φεγγαριού από ένα λάτρη του.
Η γη πάλι, αν και ντυμένη σαν νύφη (και όχι «νυφούλα», που θα προδιάθετε και το πρόσωπο του ποιήματος αλλά και τον αναγνώστη πολύ πιο ευνοϊκά γι αυτήν), και αν και είναι λαμπρή απόψε, δεν παύει να είναι μαύρη
("μαυρίλα", γ'στροφή), «να έχει για στρώμα το χώμα» και το φιλί της να είναι «αιώνιος ύπνος».
Μεγάλη και η διαφορά αυτή της γης από το
Φεγγάρι-δεν είναι; Η μία «κάτω», το άλλο «επάνω», στα ουράνια, με ό,τι συνειρμούς γεννάει αυτό.
 Ποιος ξέρει τι έκανε το πρόσωπο του ποιήματος να θελήσει να πεθάνει, χάνοντας όλα τα πλεονεκτήματα που του εξασφάλιζε άνετα η αγάπη του προς το φεγγάρι...
Η αλλαγή της αναφοράς του φεγγαριού σαν σελήνης (προτελευταίος στίχος), κάνει τη γη να χάνει ακόμα ένα, το βασικότερο ίσως πλεονέκτημα που είχε μέχρι τώρα μεσα στο ποίημα, δηλαδή το ότι αυτή είναι θηλυκό, ενώ το φεγγάρι ουδέτερο, και το πρόσωπο που μιλάει στο ποίημα είναι σαφώς αρσενικό, άραγε έλκεται από τα θηλυκά.
Τώρα και το φεγγάρι γίνεται θηλυκό, ώστε παύει πια η γη να έχει πιθανότητες να κερδίσει με τη βοήθεια και του φύλου της, το μέχρι πιο πριν αμφιταλαντευόμενο πρόσωπο. Τέλος το πρόσωπο ρίχνει κάτω το μαχαίρι και δε θ’ αγκαλιάσει-δε θα "κοιμηθεί" τη γη. (Ας θυμηθούμε εδώ εκτός από τον ύπνο-θάνατο και τον ύπνο-έρωτα του Μακρυγιάννη).
Μπαίνουμε τώρα σε μια δισημία, με την όχι έντονη εδώ επισήμανση της οποίας, μπορεί να τελειώνει αυτό το ποίημα, που όμως κάνει να αρχίζει μια ολόκληρη συζήτηση για τη σχέση έρωτα-θάνατου, που δε θα μπω σ’ αυτήν.
Μία απόπειρα λοιπόν αυτοκτονίας ακόμα (δεν μας λέει το ποίημα αν και πόσες έχει κάνει ακόμα το πρόσωπο του), που έμεινε απόπειρα.
Και το πρόσωπο δεν πεθαίνει, όχι γιατί βρήκε κάτι πάνω στη γη για το οποίο να αξίζει να ζήσει, αλλά γιατί εξακολουθεί να έλκεται από την ομορφιά του φεγγαριού, να είναι ένας ονειρευτής, αν και άπελπος, ακόμα και σαν ονειρευτής.
Ίσως την επόμενη φορά που το πρόσωπο θα επιχειρήσει να αυτοαναιρεθεί σαν "αντικείμενο", να μην υπάρχει φεγγάρι, και να μην βρεθεί κανείς μέσα ή έξω του που να τον πείσει, με τα λόγια, (με το Λόγο) να πετάξει το μαχαίρι, αλλά να το χρησιμοποιήσει και να "κοιμηθεί" τη γη.-
Γεια σου

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

                 ΠΕΡΙ ΑΝΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, υπήρχε μια χώρα πλούσια και ισχυρή.
Λαμπροί δρόμοι, λαμπροί κήποι και αλέες, λαμπρά κτίρια και ανάκτορα. 
Οι άνθρωποι της χώρας ζούσαν ξέγνοιαστοι και γελαστοί.
Η χώρα ώφειλε τον πλούτο της στους ανθρώπους.
Στους ανθρώπους και δικούς της αλλά και στους ανθρώπους άλλων χωρών. 
Οι δικοί της άνθρωποι που βοήθησαν στην ευμάρεια της χώρας ήσαν οι μηχανικοί και οι γεωπόνοι. 
Οι μηχανικοί της είχαν εφεύρει έναν πολύ έξυπνο τρόπο οικοδόμησης κτιρίων και δημιουργίας δρόμων. 
Η εφεύρεση συνίστατο στην μετά θάνατον κατάλληλη επεξεργασία των νεκρών σωμάτων των ανθρώπων άλλων χωρών, ώστε αυτά, μετά την αποστράγγιση του αίματος και των άλλων υγρών τους να καθίστανται συμπαγή και κατάλληλα για την χρησιμοποίησή τους σαν δομικών υλικών.
Αυτή η εφεύρεση βοήθησε στην δόμηση γερών μεγάλων κτιρίων, δρόμων, πλατειών και γενικά κτισμάτων που απαιτούσαν ανθεκτικά, ελαφρά και, πρακτικά άφθαρτα, υλικά. 
Οι γεωπόνοι από τη δική τους μεριά εφηύραν μία σχεδόν αδάπανη μέθοδο εμπλουτισμού των νεκρών ανθρώπινων σωμάτων σε ορμόνες και σε χημικές ουσίες που απαιτούσε η ανάπτυξη φυτών και δέντρων παντός είδους.
Οι άνθρωποι των άλλων χωρών βοήθησαν σε όλα αυτά  μόνο γιατί είχαν γεννηθεί. Η χώρα με τους εφευρετικούς και φιλοπρόοδους επιστήμονες δεν είχε παρά να τους σκοτώνει και ύστερα μετά την κατάλληλη διαμόρφωση να τους χρησιμοποιεί. 
Και αυτό έκανε. Με τον καιρό μάλιστα και για να εξοικονομεί  ενέργεια κατά την αφυδάτωση, εφάρμοσε την εν ζωή αφυδάτωση των υποψηφίων δομικών μονάδων-των ανθρώπων- , κάτι που επιτεύχτηκε στερώντας από αυτούς νερό και τροφή.
Γρήγορα και άλλες χώρες σκέφτηκαν ίδια και συνασπίστηκαν με την πρώτη διδάξασα χώρα ώστε δημιουργήθηκε ένα τραστ χωρών λαμπρών και πλούσιων.
Και οι χώρες αυτές έγιναν τρανές και πολλοί τις ζήλευαν στην υφήλιο.
Και ο πλούτος και η ευμάρεια όλο και μεγάλωναν, επειδή σπουδαίοι επιστήμονες βρήκαν μεθόδους χρήσης των νεκρών και για άλλες ανάγκες. Για παράδειγμα ανακατεύοντας σκόνη από τριμένα ανθρώπινα κόκαλα κατασκεύαζαν σκούπες, μηχανές πλυσίματος, υλικά κατασκευής μέσων μετακίνησης, έπιπλα, τέλος με τον κατάλληλο συνδυασμό όλων αυτών και με την πρόοδο της τεχνογνωσίας έφτιαχναν εργοστάσια, φράγματα, τρυπούσαν βουνά για να συντομέψουν διαδρομές.
Και όλα καλά τραβούσαν για τις πλούσιες και από τον θεό τους ευλογημένες χώρες, ώσπου κάποτε, κάποιοι συγγενείς των νεκρών ανθρώπων-δομικών υλικών, αποφάσισαν να σκοτώσουν αυτοί τώρα μερικούς ανθρώπους των πλούσιων χωρών, θεωρώντας ότι αυτό ήταν κάτι καλό αφού το έκαναν πλούσιοι και λαμπροί άνθρωποι.
Από τις πρώτες προσπάθειές τους όμως αυτοί θεωρήθηκαν άνανδροι, δειλοί, βάρβαροι, τρομοκράτες, θρασύδειλοι, τα συμβαίνοντα σε κάθε επίθεσή τους χαρακτηρίζονταν φρικτά, σοκαριστικά, τραγικά, οι επιθέσεις τους εσκεμμένες και θρασύδειλες ενάντια σε αθώους πολίτες και σε επισκέπτες, και όλοι οι μεγάλοι της κάθε πλούσιας χώρας υπογράμμιζαν ότι οι σκέψεις όλων τους πάνε στα θύματα των άνανδρων επιθέσεων και στους οικείους τους, και πως όλοι προσεύχονται  για τις χώρες στις οποίες κάθε φορά έγινε η άνανδρη ενέργεια.
Και ύστερα από όλες αυτές τις αντιδράσεις τόσων ευλογημένων χωρών, απορίας άξιον είναι για τους ιστορικούς ότι οι άνανδρες επιθέσεις συνεχίστηκαν.

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Φίλοι της Πορτογαλίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ και της Αλάσκας ιδιαιτέρως, της Νότιας Αφρικής, της Γαλλίας, της Ουγγαρίας, της Ρωσίας, βέβαια της Ελλάδας αλλά και του υπόλοιπου κόσμου όπου διαβάζεται το μπλογκ αυτό, σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε που δεν δημοσιεύω αυτό τον καιρό. Θα με καταλάβετε και θα με δικαιολογήσετε εσείς-εσείς που τα γραφόμενά μου σας κρατούν συντροφιά. Θα με καταλάβετε γιατί είμαι σίγουρος πως συμφωνείτε ότι πρέπει πριν φύγω από αυτή τη ζωή να αφήσω τα γραφτά αυτά κάπου. Ίσως κάποιοι και στο μέλλον να βρουν κάτι καλό σ’ αυτά. Και ακριβώς για να βάλω αυτά τα γραφτά σε μερικά βιβλία μέσα αγωνίζομαι τον καιρό αυτόν. Όταν η δουλειά θα έχει μπει, σύντομα ελπίζω, στο δρόμο της, θα είμαι πάλι κοντά σας. Αλλά το σπαουδαιότερο θα είστε πάλι κοντά μου.
Με αγάπη Γιώργης Χολιαστός

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

31 Μάη-διεθνής ημέρα κατά του καπνίσματος

Ο ΚΑΠΝΙΣΤΉΣ

Για βρογχίτιδα ψοφώ!
Λαχταρώ καρκίνο!
Το τσιγάρο φίλοι μου
όχι-δεν το σβήνω!

Καθαρός αέρας στοπ!
Στοπ στην ευεξία!
Σύνθημά μου σταθερό:
Κάτω η υγεία!

Άγιο μου τσιγάρο εσύ!
Λατρευτέ μου Χάρε!
Έλα και καπνίζοντας
τη ζωή μου πάρε!

Καλλίτερα μιας ώρας
ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια
καθάρια αναπνοή!