Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

 (από τα "ΛΟΓΙΑ")

Τσίπρας προς Ευρώπη: «Δε ζητάμε ελεημοσύνη.»
Ας το μεταφράσουμε:
Μην σας ξεγελάει το απλωμένο προς σας χέρι μας με την παλάμη ανοιχτή. Δανεικά ζητάμε. Και θα σας τα δώσουμε. Μήπως αρνηθήκαμε να σας δώσουμε τα τρακόσα δισεκατομμύρια που σας χρωστάμε κιόλας; Όχι. Και δε σας ζητάμε πολλά. Ένα δισεκατομμυριάκι. Για ένα δισεκατομμυριάκι θα αφήσετε την Ελλάδα να πεθάνει; Ρούχα δεν έχουμε, για φαγητό ψάχνουμε στα σκουπίδια, δεν μπορούμε να πάρουμε φάρμακα. Προσέξτε όμως. Δεν κλαιγόμαστε. Δεν ζητιανεύουμε. Κοιτάξτε το περηφανο βλέμμα μας! Κοιτάξτε το αγέρωχο ύφος του Βαρουφάκη μας! Παρατηρήστε το παράστημά μου τώρα που απλώνω το χέρι μου προς σας-δεν είναι αξιοπρεπές; Σκύβω καθόλου; Κουστούμι καλό δεν φοράω; Και βλέπετε πόσο σοβαρός είμαι όταν μιλάω. Χαμογελάω κιόλας και χαριεντίζομαι όταν η περίστασις το απαιτεί.  Ένας αξιoπρεπέστατος κύριος. Γίνεται κάποιος σαν κι εμένα να ζητιανεύει; Κι αν σας χτυπάω την πόρτα κάθε τόσο, ξέρετε, το κάνω και για το δικό σας καλό. Χωρίς την Ελλάδα θα διαλυθεί η Ευρώπη. Πού θα κάνετε τις διακοπές σας αν τα χαλάσετε μαζί μας; Ποιος θα σας πλένει καθαρότερα το αυτοκίνητο σας από εμάς;  Και η θέση μας η γεωγραφική δεν είναι τέτοια που μας κάνει απαραίτητους σε σας; Βλέπετε; Δεν ζητιανεύω. Αν ζητιάνευα θα με ήθελε ο λαός μου, ο περήφανος ελληνικός λαός; …  Δώστε μου κάτι και ο θεός να συχωρέσει τα πεθαμένα σας…
ΠΕΡΙ ΝΤΑΟΥΛΙΩΝ
(από τα «ΛΟΓΙΑ»)

Ώχου κακό που έβρηκε τη χώρα μας την έρμη
κι αντί δροσίτσα να σκορπά την ψένει τώρα θέρμη.
Ώχου που καβαλάρηδες ενώ ήμασταν ως τώρα
στην πεζουριά τη ντροπερή ξεπέσαμε με φόρα.

Ώχου την ώρια χώρα μας ποια Μοίρα μαύρη εμοίρανε.
Ώχου που τα νταούλια μας οι ευρωπαίοι τα πήρανε.
Ώχου κι αλί και τρισαλί.  Χάσαμε τα νταούλια.
Ώχου κι αλί. Εχάσαμε  Αυγερινό και Πούλια.

Μήνα ο Τσίπρας τα ’χασε πέρα στα Βερολίνα;
Μήνα και όλο δίνοντας τα έδωκε και κείνα;
Μήνα όργανα πεθύμησε να παίξει εκειός ο Ντράγκης
Και δανεικά κι αγύριστα τα ’δωκε ο Βαρουφάκης;

Κι ήταν νταούλια όμορφα με γαιδουρίσο δέρμα.
Και είχανε από λυγιά  και κόπανο και βέργα.
Και πώς σαν τα βαράγαμε χορεύαν οι ευρωπαίοι!
Και πώς μας έδιναν λεφτά χαρίζοντάς μας χρέη!

…Νταούλια που χαθήκανε άντε να ξαναφέρεις…
Και τώρα τι θα κάνουμε και μεις κι ο νταουλιέρης;..
Τέσσεροι άντρες μου έχουν εκμυστηρευτεί ότι φοβούνται πως η γυναίκα τους θα τους σκοτώσει. Και πολλές γυναίκες μου έχουν πει πως μισούν τον άντρα τους και από ανάγκη μένουν μαζί τους. Για πόσο χρονικό διάστημα άραγε η ανάγκη θα υπερισχύει της τάσης για απαλλαγή;
Ένα ρίσκο είναι να κοιμάσαι κάτω από την ίδια στέγη με μια γυναίκα. Πολύ περισσότερο όταν κοιμάσαι μ’ αυτήν στο ίδιο κρεβάτι.
Φοβερό αλήθεια.
Όμορφη που είναι η ζωή!
 ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Σαν να παίζω κουκλοθέατρο,  Όπως στο κουκλοθέατρο έτσι κι εγώ αν θέλω να μεταφέρω κάτι το σφίγγω ανάμεσα στις δυο παράλληλα βαλμένες παλάμες μου.
Όταν άκουσα στην τηλεόραση το Χριστός ανέστη, είπα να τηρήσω το έθιμο και να τσουγκρίσω τα κόκκινα αυγά. Είχα αγοράσει δύο από ένα ζαχαροπλαστείο αποβραδίς. Πιάνω λοιπόν από ένα αυγό σε κάθε χέρι σφίγγοντάς το ανάμεσα στο θέναρ και στα αλγούντα δάχτυλα, έφερα τα δυο χέρια στο ίδιο ύψος από το πάτωμα και με τις μύτες των αυγών στραμμένες τη μια στην άλλη τσούγκρισα τα δυο αυγά προσέχοντας να βάλω ίδια δύναμη στο κάθε χέρι. 
Έσπασε το αυγό που κρατούσα στο δεξί χέρι.
Ως εδώ καλά. Και αν τελείωνε εδώ το πράγμα δεν θα είχε κάτι το ιδιαίτερο η ιστορία. Όταν όμως πήγα να καθαρίσω το αυγό, δεν μπορούσα να σηκώσω το δεξιό μου χέρι για να κάνει το ξεφλούδισμα του αυγού. Το ίδιο και όταν πήγα να σηκώσω το κύπελλο με τον καφέ για να πιω μια γουλιά.
Το χέρι μου κρεμόταν κάτω σαν παράλυτο σε αντίθεση με το αριστερό, που έκανε κάτι συσπάσεις λες και ήθελε να μου δείξει ότι μπορούσα να βασίζομαι σ’ αυτό και με παρότρυνε να χρησιμοποιήσω εκείνο στη δουλειά που ήθελα να κάνω. Και αυτό έκανα αφού απόθεσα πρώτα το δεξί μου χέρι σαν πράγμα δίπλα μου πάνω στο τραπέζι.
Πήγα να κοιμηθώ με σκέψεις για το τι μπορούσε να είναι η αιτία της αδυναμίας του χεριού μου να κινηθεί. Και σκεφτόμουν πράγματα που δε στέκουν ιατρικά, προσπαθώντας να τα ταιριάξω με την καινούργια αυτή κατάσταση. Μια πάρεση; Μα για ποιο λόγο; Και πόνο δεν ένιωθα για να έλεγα πως μια απίθανη εμβολή κάποιας αρτηρίας θα ήταν η αιτία. Οξεία μυοπάθεια δεν ακούστηκε ποτέ. Κανένα νεύρο δεν είχε κοπεί-θα με τρέλαινε στον πόνο. Εγκεφαλικό; Τόσο μικρό ώστε να είναι αθόρυβο και να έκανε τέτοια ζημιά; Όχι.
Στο κρεβάτι ξάπλωσα στο αριστερό πλευρό για να μην πιέζω το παθημένο χέρι μου, ελπίζοντας ότι θα επανερχόταν γρήγορα όπως είχε παραλύσει.
Είχα μισοκοιμηθεί αναλογιζόμενος αν οι γιατροί θα είχαν μία εξήγηση στο νοσοκομείο που ήμουν αποφασισμένος να επισκεφτώ πρώτη μου δουλειά το πρωί αν η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν.
Και ξαφνικά άκουσα κάτι σαν ψίθυρο. Ξεχώρισα κάποιες λέξεις σαν κάποιος να έλεγε «δεν μπορείς… αυτό… πρώτη φορά…». Είδα προς τη  τηλεόραση μήπως την είχα ξεχάσει ανοιχτή. Όχι. Θα είναι οι διπλανοί, σκέφτηκα, ή η τηλεόρασή τους που την έχουν χαμηλόφωνη για να μην ενοχλούν. Γιατί είχαν έρθει για το Πάσχα οι ένοικοι του διπλανού διαμερίσματος.
Στο μεταξύ, ενώ εγώ έψαχνα να βρω την πηγή τους, οι ψίθυροι είχαν σταματήσει. Ή και ίσως να ήτανε μια παραίσθηση.
Όταν όμως βολεύτηκα και είχα μισογλαρώσει, να που πάλι ακούστηκαν.
Αυτή τη φορά δεν κινήθηκα, γιατί αφού η τηλεόρασή μου ήτανε κλειστή, συμπέρανα ότι σίγουρα οι ψίθυροι προέρχονταν από δίπλα. Και δεν είχα όρεξη να σηκωθώ και να στήσω αυτί για να βεβαιωθώ για κάτι που και ήτανε σχεδόν  σίγουρο αλλά και που δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι αυτό.
Όμως σε αντίθεση με αυτό που είχα συμπεράνει, αυτή τη φορά είχα την αίσθηση ότι οι ψιθυρισμοί έρχονταν όχι από κάπου μακριά, αλλά από πολύ κοντά μου. Σαν όπως να κοιμάται κάποιος δικός σου δίπλα σου, μέσα στη νύχτα να ξύπνησε για κάποιο λόγο, και μιλάει δειλά και σιγανά μέσα στο σκοτάδι ίσα για να καταλάβεις ότι θέλει κάτι να σου πει, αλλά και χωρίς να θέλει να σε ξυπνήσει αν κοιμάσαι.
Με τη διαπίστωση αυτή ένιωσα πολύ παράξενα και αν δεν σηκώθηκα απότομα πάνω για να δω περί τίνος πρόκειται δεν είναι γιατί δεν φοβήθηκα από ό,τι άκουσα, αλλά από μια ενστικτώδη προφύλαξη, για να μη φανερώσω δηλαδή σε ό,τι ήταν αυτό που έκανε αυτούς τους ήχους ότι το κατάλαβα, επειδή τότε θα κινδύνευα σε περίπτωση που αυτό θα είχε λόγους να μην έχει γίνει αντιληπτό από μένα. Γιατί αν δεν το ενδιέφερε να γίνει αντιληπτό, φως φανάρι ότι θα μιλούσε δυνατά.
Και αποδείχτηκε σοφή η απόφασή μου να μην κινηθώ, γιατί έτσι θα άκουγα τι λεγόταν και θα είχα το πλεονέκτημα ότι ξέρω, σε περίπτωση που θα έπρεπε να προφυλαχτώ από αυτό.
Καθώς οι ψίθυροι ξανάρχισαν, μου έδωσαν την εντύπωση ότι τα δύο στόματα ή τα δύο πράγματα που μιλούσαν, το ένα ήτανε στα δεξιά μου και το άλλο στα αριστερά μου. Σκέφτηκα με τρόμο, αφού ήμουν ξαπλωμένος στο αριστερό πλευρό, μήπως η φωνή από αριστερά μου ερχόταν κάτω από το κρεβάτι μου; Μα και πάλι η ίδια συλλογιστική, του κινδύνου δηλαδή αν άφηνα να γίνει αντιληπτό ότι δεν κοιμάμαι, με έκανε, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, να ησυχάζω.
Και όντας ξαπλωμένος άνοιξα τα μάτια μου διάπλατα μέσα στη νύχτα, λες και θα άκουγα με αυτά, και  έστησα αυτί, χωρίς όμως και να κινηθώ καθόλου.
Ώσπου να καταλάβω ότι ήμουν προφυλαγμένος όσο θεωρούμουν κοιμισμένος, είχα χάσει εν γνώσει μου τα πρώτα ψιθυριστά λόγια. Όμως η, όπως κατάλαβα, με μεγάλη προσοχή, για να μην την ακούσω, ψιθυριστή συζήτηση που γινόταν-γιατί συζήτηση ήτανε τελικά-συνεχίστηκε.
«Χρόνια στο έλεγα αλλά δεν με πίστευες» άκουσα τη φωνή από αριστερά μου. «Ούτε τώρα σε πιστεύω. Δεν είναι απόδειξη αυτή.» ακούστηκε από δεξιά. Και πάλι από αριστερά: «Η δύναμη ήτανε η ίδια. Και τα αυγά δεν είναι το ένα δυνατότερο από το άλλο. Άραγε η δική μου προσπάθεια είναι που σε κέρδισε.» «Σαν να άργησες να καταλάβεις ότι είσαι πιο δυνατό, δεν νομίζεις;» «Μπορεί, όμως έτσι είναι. Κάτι θα έπαθες. Ίσως αρρώστησες. Εσύ βρες την αιτία. Εγώ ξέρω το αποτέλεσμα και αυτό μου αρκεί. Και αυτό είναι πως εγώ, εγώ, έσπασα το αυγό σου. Και αυτό σε έβαλε στο περιθώριο από την ίδια τη στιγμή της νίκης μου.» «Και νομίζεις ότι θα κάνω αυτό που σου κατέβηκε στο κεφάλι;»  «Δεν μου κατέβηκε στο κεφάλι και το ξέρεις πολύ καλά. Ξέρεις τι ο Οργανισμός Ιστών Οργάνων και Μελών αναφέρει για την αξία της δύναμης όταν αυτή αποδειχτεί αναμφισβήτητα σε μια αναμέτρηση.» «Ας πάει να το αποδείξει επιτέλους.» «Άκου, αν δε συμμορφωθείς θα σε αναφέρω και η αλήθεια θα λάμψει, γιατί όπως ξέρεις όλα καταγράφονται. Μια αίτηση στην Εγκεφαλική Αρχή θα δείξει ότι έχω δίκιο σε ότι λέω…»
Η συνειδητοποίηση ότι μιλούσαν μεταξύ τους τα δυο μου χέρια με συντάραξε τόσο, που έπαψα πια να προσέχω στο γεγονός, και κατανικώντας την τρομάρα μου και την μεγάλη μου επιθυμία να βάλω τις φωνές μπροστά σε κάτι πρωτοφανές και τόσο παράδοξο που συνέβαινε δίπλα μου, τι λέω δίπλα μου, μέσα μου, προσπάθησα γρήγορα γρήγορα κάπως να το δικαιολογήσω! Στο μυαλό μου αστραπιαία ήρθαν τα μεταφυσικά διαβάσματά μου, κάτι θεωρίες για παράλληλα σύμπαντα, για σκεπτόμενη ύλη, για το αυτοδύναμο των υπάρξεων. Μου ήρθε ακόμα η τόσο διαδομένη συνήθεια σε τέτοιες περιπτώσεις να τσιμπιόμαστε για να είμαστε σίγουροι ότι αυτά που συμβαίνουν δεν συμβαίνουν σε ένα μας όνειρο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των σκέψεών μου ήτανε ότι για κάποιο λόγο ό,τι γινόταν ήτανε πραγματικότητα. Τόσα είναι που δεν ξέρουμε, σκέφτηκα, γιατί αυτό να μην είναι κάτι από αυτά;
Όταν ησύχασα, και αφού είχα πειστεί ότι δεν κινδύνευα από μια συζήτηση δυο χεριών, και μάλιστα των δικών μου χεριών, ξαναβάλθηκα να ακούω. 
Όμως η συζήτηση φαίνεται ότι είχε σχεδόν τελειώσει γιατί άκουσα μόνον «…δε θα το αφήσω έτσι αυτό…» από δεξιά, και ένα «ότι και να κάνεις τίποτα δε θα καταφέρεις» από αριστερά και μετά απόλυτη σιγή.
Άργησα να κοιμηθώ ύστερα από ότι έγινε. 
Το πρωί έφτιαξα καφέ με το αριστερό μου χέρι.
Νέα Ιωνία 2010
Ωραία μέρα σήμερα είκοσι δύο του Απρίλη. Βγαίνω στο δρόμο. Περπατώ στην αγορά.
Ένας εικοσάρης νεαρός και μια δεκαοχτάχρονη δροσερή κοπέλα πλάι του βαδίζουν μπροστά μου.
Περπατώντας αντίθετα στη δική τους κατεύθυνση να και μια άλλη όμορφη κοπέλα.
Όταν βλέπονται, τρέχουν το ζευγάρι προς την κοπέλα και εκείνη προς αυτούς, σταματάνε, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια από ευχάριστη έκπληξη, και αμέσως μετά τα χέρια σε αγκάλιασμα.
Αγκάλιασμα που γίνεται αμέσως, ενώ την ίδια στιγμή, ανάμεσα σε κραυγές χαράς, επιφωνήματα και γέλια, τα χείλη των τριών ζευγαρώνουν του ενός με του άλλου.
Και ενώ είχαν όλοι αλληλοφιληθεί, βλέπω με δική μου τώρα έκπληξη, να  συνεχίζονται τα φιλήματα ανάμεσά τους, σαν με τα περίσσια φιλιά να ήθελαν να εκμηδενίσουν κάποιον μακρύ χωρισμό που δεν είχε φέρει λησμονιά.
Στο μεταξύ είχα φτάσει στο ύψος τους, όχι περπατώντας λες, αλλά κολυμπώντας σε μια θάλασσα φιλιών και έχοντας μπει κι εγώ μέσα στο κλίμα αυτό της χαράς τόσο, που ένιωθα όχι συμμέτοχός της, δικαιούχος της όμως τόσο, που μου έμοιαζε απρόσμενο και άδικο να βρίσκομαι έξω από αυτό το χαρούμενο πανηγύρι.
Με αυτά τα συναισθήματα και όταν ήμουν ακριβώς στο μάτι του ευφρόσυνου κυκλώνα στάθηκα, γύρισα προς το μέρος της παρέας και κοιτάζοντας  τα κορίτσια, τους είπα γελαστά και παραπονεμένα: «Εγώ;»
Μια έκπληξη στην αρχή, ώσπου να καταλάβουν πού πήγαινε αυτό το «εγώ;»
Το ύφος μου όμως φαίνεται πως είχε πιεί νερό από την ίδια βρύση που είχε ξεδιψάσει και την ψυχή μου και η έκπληξη δεν κράτησε πάνω από ένα ανοιγόκλεισμα ματιού. Οι δυο κοπέλες όρμησαν προς εμένα και αγκαλιάζοντάς με σφιχτά η μία μετά την άλλη, μου έδωσαν από ένα σκαστό και γεμάτο φιλί.
Αμέσως ύστερα γύρισαν στα δικά τους, εγώ συνέχισα το δρόμο μου και όλα από κει και ύστερα έγιναν με την κανονική τους σειρά.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

 ΣΤΑ ΡΙΖΟΜΗΡΙΑ

Αν είχα βρει κάτι ακτίνες
που να τρυπάνε τις κουρτίνες
θα 'βλεπα μέσα στα σπιτάκια
της γειτονιάς τα κοριτσάκια: 

πώς ξαναμμένα μέσα μπαίνουν
πώς τη σκαλίτσα ανεβαίνουν
πώς στο μικρό το δωματιάκι
πάνε να κάτσουνε λογάκι.

Πως στον καθρέφτη καμαρώνουν
τ' άσπρο κορμάκι όταν γυμνώνουν
και πώς λυγίζουνε τη μέση
να πάρουν κάτι που έχει πέσει.

Έτσι αβρά κι έτσι αγνούλια
πώς τα στηθάκια τα μικρούλια
ψαύουν γλυκά-στα ριζομήρια
χαδάκια πώς χαρίζουν μύρια.
Η ΑΠΑΙΣΙΑ ΠΡΑΞΙΣ

Ορθοί στο κρύο και στη μονάξα
ρούχα ντυμένοι φτωχά η μετάξια
δυστυχισμένων ένα κοπάδι
ζητούν οι άνθρωποι ένα χάδι.

Η καταφρόνια κι η ειρωνεία
σκέπουν τη μαύρη τους ερημία-
όντα πανάθλια, ρημαγμένα,
όντα στον πόνο παραδομένα.

Και τώρα πες μου πάνσοφε, μέγα,
πες μου το άλφα συ και τ' ωμέγα
γιατί τον άνθρωπο έχεις πλάσει
σε μιαν απάθρωπη έτσι πλάση;

Ποιο λόγο είχες και ποιαν αιτία
για μία πράξη τόσο απαισία-
γιατί να υπάρξουνε τέτοιες ξένες
σκιες μονάχες-δυστυχισμένες;