Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Είμαι πανέτοιμος.
Ο θάνατος είνα η λύτρωση από τα δεινά της ζωής.
Γι αυτό τον καλωσορίζω.
Τι γαλήνη! Τι ηρεμία! Τι ευτυχία!
Το κρεβάτι μου.
Εγώ ξαπλωμένος πάνω του.
Πόσο αγόγγυστα και αδιαμαρτύρητα δεχόταν το βάρος μου τόσα χρόνια!
Οι τοίχοι, φυλάσσοντάς με μέσα στο δωματιό μου, ανάμεσα σε τόσα γνώριμα και αγαπημένα, μακριά από τους κινδύνους του έξω!
Το καλαθάκι των αχρήστων!
Από πόσες βρωμιές με απάλλαζε με μόνη την υποχρέωσή μου να το αδειάζω μια φορά την ημέρα!
Η απλώστρα των ρούχων που στέγνωνε τα ρούχα μου δίνοντάς τα μου πάλι στεγνά για να τα φορέσω! 
Το τραπέζι δεξιά μου! Πόσα  που χρειαζόμουν  μου έβαζε στο χέρι μου κάθε μέρα!
Τα βιβλία μου! Που με μάθανε πως ο καιρός που ασχολήθηκα μαζί τους ήτανε ολότελα χαμένος μιας και τίποτα δεν μου μάθανε. Μα όχι, μου μάθανε πως τίποτα δεν μαθαίνει κανείς από αυτά. 
Το τραπεζάκι με το τραπεζομάντηλο! Ό,τι απόμεινε από τις θύμησες της παιδικής ηλικίας! 
Θάνατε, εκτός που θα με γλιτώσεις από τα βάσανα της ζωής, άραγε θα έχεις ένα σκοπό εσύ τουλάχιστον;
Μα άλλο δεν ρωτώ.
Στην αιωνιότητά σου παραδίνομαι.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

  ΑΥΤΟ!

Η πρώτη ύλη που ’φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να ’ταν χώμα.
Πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να ’ταν χρώμα.

Και ούτε τον εφύσησε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.

Αυτή ’ναι η εξήγηση που μέσα σα βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.

Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ’ αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.

Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνη, το βραχνό,
αυτό! πώς θα μπορέσω;

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

ΒΕΒΑΙΩΣ ΠΛΗΝ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Δειλοί οι απόγονοι του Λεωνίδα, είπε ο Αλέξανδρος.

Μα η αλήθεια είναι να τους ταπεινώσει πως εγύρευε
γιατί δεν τόνε καλωσόρισαν σαν δούλοι
καθώς οι άλλοι οι έλληνες είχανε κάνει.

Και με το «πλην», μαζί, των «Λακεδαιμονίων»,
και τριακόσες ο γελοίος ασπίδες έστειλε
τάχα να τους θυμίσει τους γενναίους του Λεωνίδα. 

Οι καιροσκόποι αθηναίοι άλλο που δεν ήθελαν
κάποιον να δουν με τους Σπαρτιάτες να τα βάζει, 
με λόγια έστω,  
μιας κι ούτε εκείνος ούτε αυτοί
το θάρρος είχαν να τους πολεμήσουν-
οι Αθηναίοι γιατ’ είχανε το μάθημά τους πάρει
και κείνος
γιατί αν μπλέκονταν μαζί τους
ζήτημα είναι αν θα του ’μενε στρατιώτης
να πάει τους λαούς να σφάξει στην Ασία
που οι σπαρτιάτες διώξαν από την Ελλάδα. Ύστερα
ήτανε και κείνο το «Αν…»
που είχε πάρει ο πατέρας του για απάντηση.   

Οι Σπαρτιάτες τώρα,
που, κιόλας πες
από ψηλά
το χώμα και τα πλάσματά του εθωρούσαν, 
πιστοί στο να είναι αρχηγοί στις εκστρατείες τους όλες,
ορθοί όταν οι άλλοι σκύβαν το κεφάλι και υποτάσσονταν, 
και μη έχοντας καταδεχτεί να πάρουν μέρος
σε πόλεμο δικός τους που δεν ήταν, 
μείναν εκεί. Αντιμακεδόνες
ακλόνητοι στη γνώμη τους. 

Έτσι καθένας πήγε στη σειρά του.

Κι ας πάει να λέει και να κάνει
όποιος βάρβαρος Αλέξανδρος.

Ας πάει να λέει και να κάνει.  

Η Σπάρτη φέγγει μόνη,
απρόσιτη,
ανεπανάληπτη,
στην κορυφή.

Γιατί αλήθεια
Μέγας ποιος είναι;
Αυτός που υποδούλωσε λαούς
ή εκείνος που τιθάσσεψε τον εαυτό του;

Βεβαίως πλην Λακεδαιμονίων.

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

ΤΥΧΗ ΦΘΟΝΕΡΗ

Μια τύχη φθονερή τον κυνηγά
και τις χαρές για κείνον που είναι αυτή τρυγά.

Με το μαγικό το ραβδί της
την όμορφη μέρα του αγγίζει
και κείνη πηγαίνει μαζί της
και κείνον νυχτιά με τυλίγει.

Ζωή μια με ρόδα πλεγμένη
εκείνη αγκαθένια την κάνει
κι ενώ ευωδιές περιμένει
αυτή με πληγές θα τον ράνει.

Και ό,τι να σπείρει καλό και φυτρώσει
την ώρα του θέρου το χέρι θ' απλώσει
και κείνη θα δρέψει καρπούς που δικά του
ποτάμια ποτίζανε δάκρυα καυτά.

Μια τύχη φθονερή τον κυνηγά
και τις χαρές για κείνον που είναι αυτή τρυγά.
Η ΑΓΧΟΝΗ

Τα ζώα εκκρίνουν θανατικό.
Τα δέντρα διαπνέουν υδροκυάνιο.
Το χώμα είναι σκόνη φαρμακερή
κι ό ήλιος με τις ακτίνες του μας σκοτώνει.

Εμείς με ύφος γιορταστικό
τον κόσμο μας υμνούμε το σπάνιο
τη γη ευγνωμονούμε την καρπερή
και του φωτός λατρεύουμε την αγχόνη.
ΟΙ ΚΛΩΣΤΕΣ

Μ’ ένα ρυθμό αργό αργό και ρυθμικό συνάμα
οι πλεκτικές οι μηχανές κινούν τις κεφαλές τους
ενώ αυτός υπηρετεί τροχαίους κι αναπαίστους
μια το μολύβι αδράχνοντας, μια πιάνοντας τη λάμα.

Σε δύο μέτρα απόσταση μ’ ακρίβεια μετρημένη
οι κεφαλές των μηχανών πηγαίνουν και γυρίζουν
κι απ’ την ευθεία άλλη γραμμή σάμπως να μη γνωρίζουν
η ρότα τους ακλόνητα ευθεία πάντα μένει.

Κι αν δεν εκόβονταν ποτέ οι τρεχαλητές κλωστίτσες
κι αν δεν εσπάζανε ποτέ οι γυαλιστερές βελόνες
τότε οι καλές μας μηχανές θα πλέκαν για αιώνες
γιακάδες και πουκάμισα, πουλόβερ και φουστίτσες.

Έτσι κι εμείς δεν παύουμε να τρέχουμε ολημέρα
κάθε ημέρα κάνοντας τα πράγματα τα ίδια.
Για παρεκκλίσεις χαρωπές και για τρελά παιχνίδια
καιρός δε μένει κι οι χαρές οι ωραίες πάνε πέρα.

Κι αιώνια θα κινούσαμε κι εμείς τις κεφαλές μας
κι άχθος αρούρης θα ’μασταν στ’ άλλο της πάνω βάρος
αν κάθε τόσο ο τρομερός κι αλύπητος κουρσάρος
δεν έκοβε τις, άλλωστε, λεπτότατες κλωστές μας.
ΚΑΠΩΣ ΑΛΛΙΩΣ

Για κάποιαν άλλην απ’ αυτήν που τώρα έχει
ήταν προορισμένος.

Γι αυτό μαζί σαν είναι οι δυο τους νιώθουν άβολα.
Με περιττές μπερδεύονται χειρονομίες
αταίριαστα γέλια τους ξεφεύγουν
οι λέξεις δεν τους υπακούν.

Φανερό πως όλα
κάπως αλλιώς τα πράγματα που έκαναν
θα έπρεπε αλήθεια να έχουν γίνει.