Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Τόπος:
Επαρχιακή πόλη στην Ιταλία-σπίτι του Τζιόρτζιο
Πρόσωπα:
Τζιόρτζιο, Έλενα.
Δωμάτιο του Τζιόρτζιο. Ακατάστατο. Αργά το βράδυ. Ο Τζιόρτζιο διαβάζει εφημερίδα. Δειλοί χτύποι στην πόρτα. Ο Τζιόρτζιο την ανοίγει. Μπρος του στέκει η Έλενα με τα μάτια να βλέπουν χαμηλά.
Στέκουν έτσι και οι δύο για λίγη ώρα. Τέλος η Έλενα μπαίνει με μικρά, σιγανά βήματα και στέκει δίπλα στην πόρτα.
Ο Τζιόρτζιο κλείνει την πόρτα.
Στέκουν έτσι για λίγο. Η Έλενα προχωρεί λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο. Ο Τζιόρτζιο της δείχνει μια καρέκλα.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Παρακαλώ καθίστε.
(Η έλενα κάθεται. ο Τζιόρτζιο κάθεται σε μιαν άλλη καρέκλα απέναντί της.
Η Έλενα κοιτάζοντας κάτω και ο Τζιόρτζιο δείχνοντας αμηχανία.)
ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνει για μια στιγμή τα μάτια ίσα λες για να δει μ’ αυτά την εικόνα της ανοιχτής εφημερίδας πάνω στο τραπέζι. Σιγά)
Τι γράφει η εφημερίδα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Παίρνοντας την εφημερίδα στα χέρια του και αφήνοντας την πάλι στο τραπέζι. Το ίδιο σιγά κι αυτός, λες και οι δύο προσέχουν να μη ραγίσουν με μια δυνατότερη φωνή ένα πολύτιμο, λεπτό κρύσταλλο)
Ακρίβεια, κλοπές... τα ίδια...
(Σιωπή. Σαν δύο άνθρωποι που τα έχουν πει όλα και δε μένει τίποτε άλλο να μιλήσουν γι αυτό.)
Είναι ακατάστατα εδώ μέσα...
ΈΛΕΝΑ
(Σαν να μην το άκουσε, σχεδόν ψιθυριστά)
Δεν παίρνω πια τα βιβλία σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι. Δεν σας τα στέλνω.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
(μιλώντας συνεχώς σιγά και σαν διστακτικά)
Τι είναι η αγάπη;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ό,τι μόνο μπορεί να είναι δικό μας.
ΈΛΕΝΑ
Δικό μας-τίνος;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Εκείνου που είμαστε-ό,τι είμαστε.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
Μου αρέσουν τα ποιήματά σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γι αυτό τα έγραφα.
ΈΛΕΝΑ
Τι είναι η ποίηση;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να προσπαθείς να βάλεις τα αισθήματα σου στο χαρτί.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί η ψυχή να προμοιάζεται με ένα μικρό αγνό μπουμπουκάκι; Και γιατί να της ταιριάζει αυτό το παρόμοιασμα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί έτσι τη θέλουμε να είναι.
ΈΛΕΝΑ
Στο "Χιόνι" σας λέτε πως θα μπορούσατε να κάνετε έρωτα με τις νιφάδες του χιονιού.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν ήξερα πως αυτές μ’ αγαπούν, ναι.
ΈΛΕΝΑ
Δεν το ξέρετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν το ήξερα δεν θα ζητούσα τον ερωτά σας. Θέλω να ξέρω πως εκείνο που θα κάνω έρωτα μαζί του με θέλει κι αυτό. Και σαν άνθρωπος που είμαι, μόνο για άλλους ανθρώπους μπορώ να το καταλάβω.
ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνεται. Πηγαίνει στο παράθυρο. Παραμερίζει την κουρτίνα, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς τον Τζιόρτζιο.
Βλέποντας έξω)
…Εγώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τι εσείς;
ΈΛΕΝΑ
Εγώ-σας αγαπώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάθεται στην καρέκλα της με κάποια άνεση τώρα. Τρίβοντας το βραχίονα του ενός χεριού της με την παλάμη του άλλου)
Κρυώνω...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ξεχάστηκα. Εχω μια σόμπα...
ΈΛΕΝΑ
Την ανάβετε σας παρακαλώ;
(Ο Τζιόρτζιο ανάβει τη σόμπα και την τοποθετεί κοντά στην 'Έλενα. Η Έλενα ζεσταίνει τα χέρια της. Σε λίγο, κοιτάζοντας τον Τζιόρτζιο)
Κι όμως μ’ άγγιζαν τα ποιήματα σας. Επεφτα σε μια γλυκειά νάρκη όταν τα διάβαζα... Έλεγα "όλα αυτά είμαι εγώ;"… Πόσο διαφορετικό είναι να μου πει κάποιος ότι τα μάτια μου είναι ωραία, και πόσο πιο όμορφα μου το είπε εκείνο σας το ποίημα... Κι όταν με κάματε να είμαι εγώ οι νόμοι του Σύμπαντος, ένιωσα σαν πράγματι εγώ να έδινα την εντολή για το κάθε τι που γίνεται. Και τα λουλούδια που στείλατε ποιητικά με τον φίλο σας, αλήθεια τα γέμισα με χίλια φανταστικά φιλιά, τόσο πολύ όσο θα θέλατε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη ακούγοντας σας να μου λέτε για τα ποιήματα μου τέτοια λόγια, καθισμένη εδώ, δίπλα μου, όσο μεγάλη ήτανε η θλίψη μου όταν τα έγραφα, όντας σεις μακριά μου.
ΈΛΕΝΑ
Είναι αλήθεια ότι κοιτάζατε αν βγαίνει φως από τη χαραμάδα της πόρτας μου και τότε μόνον ησυχάζατε αν το δωμάτιο είχε φως, αλλιώς βασανιζόσασταν όλη τη νύχτα να σκέφτεστε πού βρίσκομαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αλήθεια είναι.
ΈΛΕΝΑ
Αξίζει να ζείτε μόνο για να με βλέπετε, λέτε αλλού. Πως τα λόγια που κάποτε σας είπα είναι το μόνο ποτό που πίνετεκι ότι με κείνο μεθάτε... τι να πρωτοθυμηθώ... Από ένα "ευχαριστώ" που σας είπα κάποτε, χτίσατε ολόκληρο κάστρο μ’ αυτό.
Τι βρήκατε σε κείνο το "ευχαριστώ" μου που να σας εμπνεύσει αυτό το ωραίο ποίημα για μένα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ήταν δικό σας. Και σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Είμαι τόσο ωραία όσο λέτε στα ποιήματά σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είστε ωραιότερη.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί μόνο για σας; Τόσοι άλλοι που με βλέπουν δε μου έχουν πει κάτι παρόμοιο. Μου φέρονται σαν μια γυναίκα όπως όλες.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί εγώ σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Και γιατί με αγαπάτε;.. ναι.ξέρω, δεν υπάρχει απάντηση...
(Μεγάλη σιωπή. Σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Τι ωραία ποιήματα!
(Σηκώνεται και κινείται αργά μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνει ένα ραδιόφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Σας ζητώ συγνώμη για την ακαταστασία.
ΈΛΕΝΑ
Έτσι το περίμενα το δωμάτιό σας. Δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει.
(Στηρίζεται σε μια γωνία του δωματίου κοντά στο παράθυρο. Χωρίς να κοιτάζει τον Τζιόρτζιο)
Γράφετε για μένα ποιήματα τόσον καιρό και μου τα στέλνετε σε βιβλία. Τι περιμένατε από μένα στέλνοντας μου τα ποιήματα σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να με αγαπήσετε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια κίνηση δυσφορίας. Απότομα και έντονα)
Ουφ! Να σας αγαπήσω! Αγάπη! Που δεν ξέρει κανείς ούτε τι είναι!
(Καταληκτικά)
Να σας αγαπήσω.
(Με ήρεμο πάθος)
Αγαπώ τα ποιήματα σας. Με μεθούνε. Με βυθίζουν σε μια πρωτόγνωρη απόλαυση. Με πονούν θα έλεγα. Τόσο βαθιά τα νιώθω. Μα αγάπη...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είμαι μεγαλύτερος σας. Και όχι κομψός. Καταλαβαίνω. Γι αυτό και δεν τόλμησα να σας πω ποτέ τίποτε.
ΈΛΕΝΑ
(Σοβαρά, ήσυχα, σαν σκέψη)
Μη το ξαναπείτε. Όποιος γράφει τέτοια ποιήματα είναι και νέος και όμορφος.
(Μια απρόσμενη σιωπή, όπως να πρέπει να ειπωθεί κάτι σημαντικό που όμως δεν είναι μπορετό να ειπωθεί. Ενα αυτοκίνητο ακούγεται να παρκάρει στον δίπλα από την πολυκατοικία χώρο. Ήρεμα, σαν θυμωμένη με το αυτοκίνητο)
Μας έχουν ζαλίσει κι αυτά...
(Μεγάλη σιωπή. Κάθεται πάλι στην καρέκλα)
Ωραία η πολυκατοικία σας, καθαρή. Κουράστηκα ν’ ανέβω όμως τρία πατώματα χωρίς ασανσέρ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν με ειδοποιούσατε θα σας έβλεπα κάπου
έξω.
ΈΛΕΝΑ
Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να μας δει κάποιος. Ύστερα θα έλεγαν ό,τι ήθελαν.
(Κοιτάζει πάνω στο τραπέζι. Χαμογελώντας)
Πώς ξεχωρίζετε το χαρτί που θέλετε ανάμεσα σε τόσα ανακατωμένα χαρτιά;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(με ίδια διάθεση)
Είναι θέμα υπολογισμού. Στο μυαλό μου οι σωροί των χαρτιών αυτών έχουν χωριστεί σε κατηγορίες. Μία κατηγορία ας πούμε διαμορφώνεται ανάλογα με το πόσο μακριά είναι από το απλωμένο προς αυτά χέρι μου ή πόσο κοντά σ’ αυτό. Άλλη από την πιθανότητα να χρειαστώ σύντομα ένα χαρτί ή άλλο. Ανάλογα με την πιθανότητα αυτή, τα τοποθετώ κοντά μου ή τα πετώ μακρύτερα πάνω στο τραπέζι όταν δε φτάνω να τα βάλω εκεί.
ΈΛΕΝΑ
Δεν μπερδεύεστε με τόσες πιθανότητες;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πολές φορές είναι η αλήθεια, όμως το ρισκάρω παρά να σηκώνομαι κάθε φορά να τοποθετώ ένα χαρτί στη θέση του ή να πάρω ένα αλλο...
ΈΛΕΝΑ
Τα χαρτιά με τα ποιήματα μου πόσο μακριά σας τα έχετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ω! Μπορεί και κει πέρα...
(δείχνει ένα τραπεζάκι)
...δεν μετριέται έτσι η αγάπη.
ΈΛΕΝΑ
(σοβαρά)
Πάλι η αγάπη!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δε θα θέλατε να λέμε αυτή τη λέξη;
ΈΛΕΝΑ
Μα όλους τους ανθρώπους τους αγαπώ. Γιατί να μη λέμε τη λέξη αγάπη… μα για την αγάπη εκείνη που έχει μέσα της τον έρωτα, αυτήνε... Γιατί από ό,τι διαβάζω στα ποιήματα σας για μένα, αυτή την αγάπη εννοείτε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω να υπάρχει κι άλλη αγάπη ανάμεσα σε έναν άντρα και σε μια γυναίκα.
ΈΛΕΝΑ
Σωστά.
(Σηκώνεται και πηγαίνει προς το παράθυρο)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Μήπως υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί εδώ μέσα κυρία;
ΈΛΕΝΑ
(Στρέφει εμπρός. Γρήγορα)
Όχι...όχι...
(Κάθεται. Σιωπή)
Πώς ξέρατε ότι θα μου αρέσει και μένα ο έρωτας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω πώς να απαντήσω....Το θεωρώ δεδομένο... Τον έχετε γνωρίσει. Ήσασταν παντρεμένη. Έχετε δυο παιδιά...
ΈΛΕΝΑ
(με μια χροιά ειρωνίας)
Δεν παντρεύονται όλοι από έρωτα κύριε Περτίνι,, αυτό θα το ξέρετε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Και βέβαια το ξέρω. Υπάρχουν και τα συνοικέσια.
ΈΛΕΝΑ
(ίδια)
Δεν εννοώ αυτό. Πολλές γυναίκες παντρεύονται όχι για να έβρουν μόνιμο εραστή, αλλά για να κάνουν οικογένεια, σπιτικό, παιδιά, για να αποκτήσουν μια οντότητα, μια υπόσταση, που στις επαρχίες αλλιώς δεν την αποκτούν.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ετσι είναι, όμως αυτά πάνε μαζί. Ο έρωτας, θέλει κανείς ή δε θέλει, είναι το επακόλουθο ενός γάμου.
ΈΛΕΝΑ
Αν με έρωτα εννοείτε την απόκτηση παιδιών, ναι.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Με έρωτα εννοώ τον έρωτα.
ΈΛΕΝΑ
(πιο δυνατά, επιθετικά, σχεδόν εχθρικά)
Εννοείτε το πέσιμο σ’ ένα κρεβάτι όπου αγκομαχώντας από τον πόθο δυο κορμιά, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό κυλιούνται νιώθοντας τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που μπορεί να νιώσει άνθρωπος!;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Με βγάλατε από τη δύσκολη θέση να το πω εγώ. Ναι, αυτό εννοώ.
ΈΛΕΝΑ
(ψυχρά και χωρίς δισταγμό)
Κύριε Περτίνι, δεν έχω γνωρίσει τον έρωτα.
(Σιωπή. Ο Τζιόρτζιο δεν αντιδρά)
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, αγάπησα για ένα διάστημα τον άντρα μου, πολλές φορές έπεσα μαζί του στο κρεβάτι, όμως έρωτα δεν ένιωσα.
Στο κτήνος που μούγκριζε υπόκωφα δίπλα μου ποτέ δεν έγινα σύντροφος.
Τα παιδιά γίνανε χωρίς να ξέρω πώς.
Το παράπονο του άντρα μου ήτανε πως δεν του είπα ποτέ ότι τον αγαπώ. Ήξερα τι σήμαινε το αγαπώ που θα λεγόταν τις ώρες του έρωτα-του ερωτά του-και δεν μπορούσα να το πω. Με διάφορες δικαιολογίες απόφευγα να το λέω-πώς θα μπορούσα να κορόιδευα όχι εκείνον, αλλά τον εαυτό μου για ένα τέτιο σοβαρό θέμα; Άκουγα τις άλλες γυναίκες να μιλάνε για τις χαρές του έρωτα, συζητούσαν μαζί μου γι αυτές στις γυναικείες συντροφιές μας, κι εγώ συμφωνούσα σε όλα μαζί τους δείχνοντας έτσι πως ίδια ήταν τα πράγματα και για μένα. Δεν τολμούσα να τους ομολογήσω πως δεν είχα βιώσει αυτό που για κείνες ήτανε όπως λέγανε μια μεγάλη, η μεγαλύτερη χαρά στη ζωή τους μέσα.
Έχω άλλες χαρές κι εγώ, ίδιες αυτές με κείνες που ακούω να έχουν οι άλλες γυναίκες, όμως ποτέ δεν είχα τον έρωτα-ούτε τι εννοούν ξέρω λέγοντάς το. Ένα ξένο σώμα έμπαινε μέσα μου σε κάθε επαφή μου με τον άντρα μου. Μια ενόχληση ήτανε για μένα κάθε φορά ό,τι για τους άλλους ήταν ο ωραίος έρωτας. Σε κανέναν δεν μιλούσα γι αυτό.
(Σιωπή)
Αγαπήσατε μια γυναίκα που δεν είναι γυναίκα κύριε Περτίνι.
(Σιωπή. Με ψεύτικη ειρωνία)
Τι λάθος μεγάλο! Φυσικά δεν μπορούσατε να ξέρετε. Τόσο πάθος, τόση επιθυμία, χωρίς αντίκρισμα…
(Σιωπή. Η Έλενα περιμένει μιαν αντίδραση του Τζιόρτζιο. Εκείνος δε μιλά)
Δε μιλάτε λοιπόν; Δεν έχετε τίποτε να πείτε; Θα θέλατε να φύγω ίσως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σταθερά)
Είμαι γιατρός. Έχω δει μερικές ψυχρές γυναίκες. Δεν είσαστε ο τύπος της ψυχρής γυναίκας κυρία. Και ως για να φύγετε, ξέρετε τι είστε για μένα. Αν, τώρα που ήρθατε, φεύγατε, θα ήμουν πιο δυστυχής από πρώτα.
Μιλάτε σε έναν άντρα που σας λατρεύει. Μη το ξεχάσετε ποτέ αυτό.
ΈΛΕΝΑ
Που λατρεύει τι; Ένα κομμάτι πάγο;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, μη γίνεστε κακή με τον εαυτό σας-δεν το αξίζετε.
ΈΛΕΝΑ
Ναι. Έχετε δίκιο. Ούτε αυτό δεν αξίζω... Αφού όμως ακόμα δε με διώχνετε, θα συνεχίσω να μιλώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ξέρετε πως είναι απόλαυση για μένα να ακούω τη φωνή σας.
ΈΛΕΝΑ
(πιο ήρεμα και σαν να περίμενε να ακούσει αυτό για να μιλήσει)
Με πείραζε πολύ η κατάσταση αυτή. Όχι γιατί στερούμουν κάτι τόσο όμορφο, αφού δεν ήξερα ούτε τι είναι αυτό. Μα επειδή ήμουν μια γυναίκα που διέφερε από τις άλλες. Ένιωθα σαν να πρόδινα το φύλο μου. Ένιωθα παρακατιανή, ήταν σα να ήμουν μια πριγκίπισσα που όμως για κάποιο λόγο που δεν εξαρτιόταν από αυτήν, ποτέ δε θα φορούσε το βασιλικό στέμμα. Έβλεπα τις φίλες μου με τους άντρες τους, έβλεπα τις ερωτικές σκηνές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, και υπόφερα. Εγώ, που αν έβλεπα τον άντρα μου σε ένα κρεβάτι με άλλη γυναίκα δε θα ζήλευα, εγώ ένιωθα δυστυχής κάθε φορά που άκουγα μόνο τη λέξη έρωτας. Διάβασα βιβλία που να μιλούνε για την ψυχρότητα των γυναικών. Δεν μπορούσα να ταιριάσω τα αίτια που περιγράφανε σαν αιτία της στη δική μου περίπτωση. Μα και κανέναν δεν άφηνα να νιώσει τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Ήμουν σε όλες μου τις υποχρεώσεις εντάξει. Μόνον εμένα έτρωγε το σαράκι. Σας κουράζω μήπως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Καθόλου κυρία. Και μιας και διακόψατε για να μου κάνετε αυτή την ερώτηση θέλω να σας πω ότι υπάρχουν γυναίκες που δέχονται αυτή την κατάσταση σαν φυσιολογική και δεν αντιδρούν καθόλου σ’ αυτήν. Και πιστέψτε με, εκτιμώ πολύ την αγωνία σας και τις προσπάθειες που κάνατε για να αλλάξετε αυτή την κατάσταση. Δείχνει αυτό πως τα συναισθήματα που μου γέννησε η παρουσία σας στη γειτονιά μας και η πίστη μου στην ανωτερότητα σας είχαν δίκαια δημιουργηθεί. Παρακαλώ συνεχίστε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια ήρεμη ευχαρίστηση να διαγράφεται στο πρόσωπο της)
Ευχαριστώ. Μου δίνετε θάρρος να σας πω τα χειρότερα.
Γιατί έφτασα σε σημείο να σκεφτώ πως δεν έφταιγα εγώ για ό,τι γινόταν, αλλά ο άντρας μου.
'Ετσι, όταν, για λόγους άλλους, χωρίσαμε, σκέφτηκα να δοκιμάσω μήπως με κάποιον άλλον άντρα τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά. Μήπως όταν βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα, έπαυα να νιώθω την ψύχρα εκείνη που σφράγιζε κάθε μου επαφή μαζί του.
Υπήρχε κάποιος πελάτης του πριν άντρα μου που έδειχνε από καιρό να του αρέσω. Ήτανε στην ηλικία μου και με παρουσιαστικό που θα τραβούσε κάθε άλλη γυναίκα. Με κριτήρια αυτά, που θα χρησιμοποιούσε μια γυναίκα για να αποκτήσει έναν άντρα, με αυτά τα ξένα κριτήρια αποφάσισα κι εγώ να δοκιμάσω για δεύτερη και τελευταία φορά.
Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα στο ξενοδοχείο μιας γειτονικής πόλης.
Τα χέρια μου άτονα κρέμονταν κάτω όταν με φιλούσε. Το θεώρησε σαν ένα είδος ντροπής από μέρους μου και έβαλε αυτός τα χέρια μου πάνω στους ώμους του.
Τον δέχτηκα μέσα μου με την ίδια ψυχρότητα-μπορώ να πω απέχθεια-με την οποία δεχόμουν τον άντρα μου.
Με μια πρόφαση δεν τον ξαναείδα.
Αυτή είναι κύριε Περτίνι η αγαπημένη σας.
Ύστερα ήρθατε εσείς.
(Γυρίζει και τον βλέπει. Με συγκίνηση)
Γιατί να διαλέξετε εμένα από όλες τις γυναίκες της πόλης κύριε Περτίνι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν έχετε την απάντηση διαβάζοντας τα τόσα
ποιήματα μου;
ΈΛΕΝΑ
Αυτό είναι αλήθεια. Ναι, δεν ξέρω τι έχει μείνει που να μην έχετε πει που να δικαιολογεί την αγάπη σας για μένα. Εσείς, ο ποιητής, θα έχετε οπωσδήπτε κι άλλα να πείτε, όμως για μένα αυτά ήσαν αρκετά για να με συγκινήσουν. Ναι, αυτή είναι η λέξη-να με συγκινήσουν. Όχι βέβαια ερωτικά, όμως συγκίνηση είναι να ταράζεται η ψυχή σου από κάτι. Συγκίνηση είναι να νιώθεις χαρά βλέποντας απέξω από την πόρτα σου ένα βιβλίο που μιλάει για σένα σαν να ήσουν μια φυσιολογική γυναίκα. Μια φυσιολογική γυναίκα! Χαιρόμουν από τη μια, μα λυπόμουν όταν σκεφτόμουνα ότι όλα αυτά δεν ταιριάζουν σε μένα. Ότι ένα λάθος ήτανε η συνύπαρξη μας-εμένα και εκείνων των γραφτών. Οτι σε κάποιαν άλλη έπρεπε να είχανε πάει.
Όλα εκείνα τα χαριτωμένα λόγια σας, όλα τα υμνητικά της ομορφιάς μου ποιητικά εφευρήματα σας, εκείνες οι παρομοιώσεις σας που μ’ έκαναν να νιώθω πουλί τη μια φορά, αγεράκι την άλλη, μήτρα του Σύμπαντος μετά, θέληση που κάνει τη γη να γυρίζει, όλες εκείνες οι λεπτές σας παρατηρήσεις για τον ψυχισμό της γυναίκας, τα γεμάτα υψηλό ερωτικό περιεχόμενο νοήματα που στριμώχνατε τόσο ταιριαστά μέσα σε λίγες γραμμές, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω σαν μια μικρή μάγισσα, αφού εγώ τα είχα καταφέρει, αφού εγώ έκανα να υπάρξουν. Μια μάγισσα που όμως-αλλίμονο-δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της ανεκτά ευτυχισμένον.
Όμως, μ’ αυτά ζούσα ό,τι μου είχε στερήσει η Φύση. Μ’ αυτά γινόμουν γυναίκα. Στη φαντασία μου πάντοτε, όμως πόσο δυνατή ήτανε αυτή η φαντασία! Ό,τι μου είχε στερήσει η ζωή, μου το χάριζαν τα ποιήματα σας. Γινόμουν μια γυναίκα που ένας άντρας βρίσκει σ’ αυτήν τόσα πράγματα που εκείνη δεν ήξερε πως είχε. Και πιο πολύ, βρίσκει μια θερμή γυναίκα. Μια γυναίκα που τα φιλιά της θα τον έκαναν ευτυχισμένο. Τα δικά μου φιλιά... (γελάει πικρά) που αν τα έδινα σε κανένα, θα τον πάγωναν... Είναι φοβερό να μην αγαπάς!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Φοβερότερο είναι ν’ αγαπάς.
ΈΛΕΝΑ
Ίσως. Δεν μπορώ να πω. Εσείς τα έχετε γνωρίσει και τα δύο.
Εγώ λοιπόν, εγώ η ανέραστη, ζούσα έναν, ψεύτικο έστω, έρωτα στα ποιήματα σας μέσα.
Κοιμόμουν μαζί τους. Τα κουβαλούσα στην τσάντα μου. Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως τα χάσω. Σκεφτόμουν να κάνω αντίγραφα τους που να τα φυλάξω σε ένα άλλο μέρος, πιο ασφαλές. Και από τότε που αγάπησα έστω με αυτή την αγάπη τα ποιήματα σας, από τότε που γνώρισα αυτή τη μικρή και παράξενη αγάπη, άρχισα να καταλαβαίνω τι στερούμαι και τι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα νιώσει ποτέ.
Κι έτσι σκέφτηκα... είπα... πως σας ώφειλα μιαν εξήγηση για τη στάση μου απέναντι σας όλον αυτό τον καιρό που εσείς μου γράφατε τα ποιήματα σας.
Θα έπρεπε να σας είχα πει κάτι, ένα όχι έστω, θα έπρεπε να σας έχω δείξει ότι ναι, σας καταλαβαίνω, ναι, εγώ είμαι αυτή, αλλά ξέρετε κύριε Περτίνι, σας ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χαρίσατε, σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε, σας ευχαριστώ που διαλέγοντας εμένα να πείτε όλα αυτά τα ωραία πράγματα με κάνατε πολύ χαρούμενη, όμως... και να έβρισκα ένα ψέμμα που να σκότωνε κάθε ελπίδα ίσως σε σας, και κάθε χαρά για μένα. Ένιωθα ένοχη να παίρνω όλα αυτά τα χαριτωμένα και να μη λέω ούτε ένα ευχαριστώ. Ήταν σαν να τα έκλεβα. Και είπα να έρθω να σας δω. Κι ακόμα για έναν άλλο λόγο όμως ήρθα. Ήθελα να δω από κοντά και να μιλήσω μαζί σας, μαζί με τον άνθρωπο που είχα καταφέρει άθελα μου να κοροίδέψω, δηλαδή να κάνω να με αγαπήσει. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί αυτό. Είναι πολύ άδικο για σας. Ποια μοίρα φέρνει σε μια γειτονιά δυο ανθρώπους σαν και μας και τους κάνει να γνωριστούνε; Πόσο φρικτή είναι η ζωή με τέτοιες άστοχες πράξεις της!
Και μαζί είχα την περιέργεια να δω πώς θα αντιμετωπίζατε το αντικείμενο της αγάπης σας όταν αυτό θα σας αποκάλυπτε την αλήθεια για την κατάσταση του. Γιατί από τη στιγμή που αποφάσισα να σας αντικρίσω ούτε για μια σιγμή δεν μου ξανάρθε στη σκέψη να σας πω ψέμματα. Θα ’τανε σαν να έριχνα μια σκοτεινή αχτίδα στον ήλιο, σαν να έγραφα ένα όχι σε χίλια ναι ανάμεσα.
Και είδα.
Σας είδα και βρήκα να ταιριάζουν όσα λέτε με ό,τι είστε. Ετσι ακριβώς φανταζόμουν τη συνάντηση μας καθώς ερχόμουν εδώ πάνω για να σας δω. Τα ήξερα όλα σαν να είχαν ξαναγίνει κάποτε, παλιά, και απλά τώρα τα έφερνα στη μνήμη μου πάλι. Κάθε γραμμή των γραφτών σας ταιριάζει με κάθε λέξη σας. Κάθε στροφή των ποιημάτων σας είναι μια μικρή κίνηση σας. Κάθε σας βλέμμα είναι κι ένα από τα ποιήματα σας. Αιστάνομαι σαν να κρατώ ένα αντίγραφο σας έχοντας τα ποιήματα σας στο σπίτι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Μιλάτε ποιητικά.
ΕΛΕΝΑ
Ίσως να έμαθα κάτι μετά από τόσες φορές που διαβάζω τόσα ποιήματα.
(σιωπή)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, είπατε όσα είχατε να πείτε;
ΈΛΕΝΑ
Όχι. Ένα ευχαριστώ μεγάλο θέλω να σας πω και μια συγνώμη να σας ζητήσω.
Τώρα ναι, τελείωσα.
Και νομίζω πως πρέπει πια να πηγαίνω.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, ήρθε η ώρα να μιλήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ να μη φύγετε αν πρώτα δεν με ακούσετε.
Μου λέτε πως είπατε ό,τι είχατε να πείτε και ότι θα έπρεπε ίσως να πηγαίνετε…
ΈΛΕΝΑ
Ναι, δεν έχω να σας πω άλλο τίποτε, και όσο
για να σας ζητήσω κάτι ούτε λόγος να
γίνεται.
Έκανα το καθήκον μου νομίζω απέναντί σας.
Δεν ήθελα να σας αφήνω να πονάτε για κάτι
που δεν αξίζει πόνος γι αυτό. Συχωρείστε με
που άργησα, δείξτε την κατανόηση που θα
απάλυνε τον δικό μου πόνο, και διατηρείστε την ανάμνηση μιας γυναίκας που αγαπήσατε κάποτε χωρίς να τη χαρείτε, όχι επειδή δε θα το ήθελε η ίδια, μα επειδή η Πλάση δεν το θέλει.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η Πλάση κυρία δεν είναι κάτι έξω από σας και από μένα. Είμαστε και μεις κομμάτι της. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Αν κάτι παράξενο ή άσχημο συμβαίνει στον καθένα, τούτο δεν είναι παράξενο ή άσχημο, ή ό,τι άλλο. Εμείς είμαστε που το ονομάζουμε έτσι. Αυτό είναι απλά και ξεκάθαρα ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι αυτου που λέμε Φύση, Κόσμο, Πλάση, Δημιουργία-όπως θέλετε πέστε το-και τίποτε άλλο. Και ο Κόσμος αυτός κυρία ποτέ δεν μένει ο ίδιος. Βλέπετε μέσα σε μια μέρα πόσο διαφορετικά πράγματα μας δίνει. Βλέπετε ακόμα πόσες μορφές κάνει να παίρνει ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ή, σκεφτείτε ακόμα πως το ίδιο πράγμα αλλάζει και ανάλογα με τη διάθεση εκείνου που το βλέπει.
Ο ήλιος είναι αυτός που το πρωί είναι κόκκινος και όχι πολύ ζεστός, ο ίδιος ήλιος είναι που το μεσημέρι καίει και είναι ολόλευκος, και που το απόγεμα και το βράδυ το χρυσοκόκκινρ χρώμα του μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε άλλον πλανήτη, ολότελα διαφορετικόν από τον πρωινό μόλις.
Αυτή η Πλάση είναι που κάνει το λουλουδάκι να
πρωτοφαίνεται σαν μπουμπούκι την άνοιξη, μετά λίγες μέρες να ανοίγει, και τέλος να μαραίνεται και να πεθαίνει.
Αυτή είναι που φτιάχνει το κουκούλι που μέσα του θα πλαστεί η χρυσαλίδα. Η χρυσαλίδα που η ίδια αργότερα, όταν η άνοιξη θα στείλει τη ζωοδότρα πνοή της να φυσήξει πάνω από στεριές και θάλασσες, πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από κήπους και βραγιές-η ίδια αυτή χρυσαλίδα θα γίνει η ωραία πεταλούδα, το στολίδι αυτό της άνοιξης, κυρία. Μήπως, κυρία, είστε η χρυσαλίδα και το μπουμπουκάκι, μήπως είστε ο πρωινός ήλιος, και προσμένετε την άνοιξη για να ανοίξετε τα φτερά σας, και προσμένετε την άνοιξη για να ανθίσετε, και προσμένετε το δείλι για να φλογίσετε-το σκεφτήκατε ποτέ;
ΈΛΕΝΑ
Ωραία όλα αυτά κύριε Περτίνι και πολύ όμορφα ακούγονται. Μακάρι να είχε η άνοιξη έγνοια και για μένα, μακάρι το μεσημέρι να φρόντιζε και για τη λαύρα μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν είστε λουλουδάκι και ήλιος. Είστε γυναίκα. Και για τη γυναίκα ο ήλιος είναι ο άντρας και η άνοιξη είναι η αγάπη του. Δεν ταιριάζουν;
ΈΛΕΝΑ
Ναι, και ίσως ο άντρας για μένα να ήσασταν εσεις... Μα είναι αργά πια για μένα. Δεν είμαι χρυσαλίδα πια κύριε Περτίνι, και δεν είμαι ο πρωινός ήλιος, είμαι στο μεσημέρι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τόσο μικρή ιδέα έχετε για τη Φύση; Τόσο την υποτιμάτε; Υπάρχει αργά και νωρίς γι αυτήν;
Υπάρχει αδύνατο κάτι για την παντοδυναμία της; Είναι δυνατό σ’ αυτήν να σας δημιουργήσει, και της είναι αδύνατο να σας φέρει όποτε αυτή θέλει την άνοιξη; Και το νωρίς και το αργά με τι μέτρα τα μετράτε κυρία; Έχουμε μέτρα εμείς για το μεγαλείο της;
ΕΛΕΝΑ
Πόσο θα ήθελα να πιστέψω σε θαύματα κύριε Περτίνι… Και τότε πόσο εύκολο θα ήτανε να πειστώ ότι όλα μπορούνε να γίνουν στον κόσμο αυτό! Και τότε... τότε... πώς θα έλπιζα!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Όσο ο Τζιόρτζιο μιλάει, η 'Έλενα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην αρχή, με συγκίνηση προς το τέλος)
Αφού μιλήσατε για θαύματα κυρία, ακούστε κάτι που θα σας διηγηθώ, και πιστέψτε ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τη δύναμη που μας κυβερνά όταν κάτι πολύ το ζητάει, όταν η ίδια δηλαδή το θέλει. Με άλλα λόγια θα σας διηγηθώ ένα θαύμα που έγινε σε μένα κυρία. Βρισκόμουν στην εξορία. Το σπίτι που καθόμουν, το χώριζε από το απέναντι σπίτι ένας στενός δρομάκος. Στον κήπο του απέναντι σπιτιού φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, που ένα από τα κλαδιά του έφτανε, περνώντας σαν μεγάλη αψίδα πάνω από το δρομάκι, ως το παράθυρο μου. Κάθε άνοιξη το παράθυρό μου γέμιζε φύλλα καταπράσινα και πεντατρύφερα και τα κλαδάκια της μεγάλης εκείνης κλάρας γέμιζαν με πουλιά, που λαλούσανε τόσο γλυκά ώστε διώχνανε κάθε λύπη. Εκείνη η χρονιά που έγινε το θάμα που γι αυτό σας μιλώ, ήτανε μια δύσκολη χρονιά για μένα. Όλα πήγαιναν στραβά. Οι σχέσεις μου με την πολιτεία, η σχέση μου με τους φίλους και με τη φιλενάδα μου, τα οικονομικά μου... Μόνη παρηγοριά μου ήταν το φυλλοβόλημα του δέντρου, και άραγε μαζί και της κλάρας μου, η οποία κάλυπτε με τον ευεργετικόν όγκο της όλο το πλάτος και μήκος του παραθύρου μου.
Και κάθε πρωί-ήτανε καιρός της άνοιξης-άνοιγα, πρώτη μου δουλειά ξυπνώντας, το παράθυρο μου, ελπίζοντας να δω το πρώτο φυλλαράκι, προπομπό των υπόλοιπων. Ήταν το μόνο που θα μου έδινε μια ανακούφιση από τις στενοχώριες της περιόδου εκείνης. Ήταν το μόνο που θα μου έφερνε το μήνυμα της αναγέννησης, της επίδας ότι όπως τα ξερά κλαριά άνθιζαν, έτσι θα άνθιζε και η ζωή μου πάλι.
Και όλο παρακαλούσα την άνοιξη να στέρξει να μου κάνει γρήγορα τη χάρη να δω εκείνα τα φυλλαράκια που θα μου έδιναν τη δύναμη ν’ αντέξω.
Μα τίποτε. Και όλο περισσότερο με πλήγωνε η έλλειψη του φυλλοβοληματος, καθώς αυτό θα ήτανε το μήνυμα, από κείνη σταλμένο, που θα μου έλεγε: μη φοβάσαι τίποτα και για τίποτα μη λυπάσαι, εγώ είμαι εδώ, και είμαι μαζί σου. Να! σου έστειλα τον αγγελιαφόρο μου. Χάρου! Δε σε ξέχασα.
Και όσο αργούσε το άνθισμα του δέντρου, τόσο η θλίψη μου με έσπρωχνε όλο και περισσότερο να βρω άπρεπες και καταστροφικές λύσεις στα προβλήματά μου που όλο και διογκώνονταν απειλώντας να με πνίξουν.
Το βράδυ το προηγούμενο του θαύματος, είχα ξαπλώσει με συντροφιά μου τις πιο πένθιμες σκέψεις. Και ο ύπνος μου δεν ήτανε ύπνος παρά εφιάλτες, τρομαγμένα ξυπνήματα και άσκοπα στριφογυρίσματα πάνω στο κρεβάτι.
Σηκώθηκα το πρωί σαν μελλοθάνατος που ήρθε η μέρα της εκτέλεσής του. Χωρίς ελπίδα καμμία πια για χάρη, από συνήθεια και μόνο άνοιξα το πραθυρο εκείνο το πρωί.
Και, κυρία, μη βιαστείτε να πείτε ότι το δέντρο είχε επιτέλους ανθίσει. Όχι κυρία. Δεν είχε ανθίσει οόκληρο το δέντρο. Ολάνθιστη και καταπράσινη στεκόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μόνον η κλάρα που φιλούσε το παράθυρο μου.
Το υπόλοιπο δέντρο κυρία, άνθισε όταν άνθισαν και όλα τα άλλα δέντρα μαζί.
ΈΛΕΝΑ
(με έκπληξη)
Συγκλονιστικό! Θεέ μου!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σιγανά, γέρνοντας με αγάπη και ενδιαφέρον προς το μέρος της Έλενας)
Ήρθε νωρίς για μένα. Γιατί να μην έρθει πιο αργά για σας;
(Η Έλενα κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο. Στέκει με την πλάτη γυρισμένη προς τον Τζιόρτζιο)
ΈΛΕΝΑ
(σιγά)
Νομίζετε... πως θα έπρεπε... να δοκιμάσουμε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σηκώνεται)
Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα ενώ μπορούμε όλα να κερδίσουμε.
(Μένουν έτσι για λίγο. Τέλος η Έλενα στρέφει αργά και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Τζόρτζιο. Κοιτάζει κάτω. Ο Τζιόρτζιο την πλησιάζει αργά, με τα χείλη του ακραγγίζει τα δικά της και κάνει ένα βήμα πίσω. Η Έλενα μένει ακίνητη και ταραγμένη. Αργά φέρνει το δεξί της χέρι στα χείλη της και αγγίζει με τα δάχτυλα του τα χείλη της. Βλέπει κατόπιν για πολλή ώρα τα δάχτυλα της, σαν να περίμενε να δει κάτι εκεί απορώντας που δεν το βλέπει. Βλέπει προς τον Τζιόρτζιο με μια παράξενη έκφραση. Τέλος απλώνει το χέρι της προς αυτόν, πιάνει το χέρι του και με τα μάτια της λάμποντας από προσμονή τον έλκει απαλά προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώνονται. Τα χέρια της Έλενας αργά αργά υψώνονται και τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του Τζιόρτζιο. Τέλος χωρίζουν. Η Έλενα, εκστασιασμένη, κάθεται στην καρέκλα. Ο Τζιόρτζιο μένει ορθός.)
ΈΛΕΝΑ
(Χωρίς να βλέπει προς αυτόν, κατάπληκτη ακόμα)
Τζιόρτζιο, εσύ που είσαι ποιητής και βλέπεις ό,τι δεν βλέπουν άλλοι, είδες μόλις πριν να βγαίνουν από μέσα μου η λύπη, η κατάρα, η κακοτυχιά, η δυστυχία, η ντροπή τόσων χρόνων;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι. Όμως είδα να μπαίνουν μέσα σου η χαρά, η ευλογία, η ευτυχία, η περηφάνεια.
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι... Έλενα...
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
(τον κοιτάζει φανερώνοντας ένα πρόσωπο ευτυχισμένο, νεανικό, έτοιμο να εκραγεί από χαρά. Ψιθυριστά)
Νομίζω... ότι… σ’ αγαπώ!
(Ο Τζιόρτζιο την σηκώνει, την αγκαλιάζει και φιλιούνται μ’ ένα ατελείωτο παθιασμένο φιλί.
Όλα από δω και πέρα γίνονται και από τους δυο πολύ γρήγορα και με ζωντάνια, σαν να σήμανε η ώρα να γίνει κάτι που για χρόνια και οι δυο περίμεναν)
Θα φύγουμε από δω. Θα πιάσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ως τότε θα μετακομίσω εδώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(την τραβάει προς την πόρτα)
Τώρα. Πάμε!
ΈΛΕΝΑ
(Τον συγκρατεί)
Ορκίσου μου ότι ούτε θα κοιτάξεις ποτέ σου άλλη γυναίκα!
(Πριν προλάβει ο Τζιόρτζιο να απαντήσει, χαρούμενα έκπληκτη, μιλώντας στον εαυτό της)
Ζηλεύω! Ζηλεύω!
(σηκώνοντας τα χέρια και το κεφάλι ψηλά. Δυνατά)
Ζηλεύω!
(ξάφνω γυρίζει προς τον Τζιόρτζιο)
Δεν πειράζει αυτό. Μου το ορκίζεσαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
Πιο δυνατά!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(δυνατά)
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάνοντας αέρα με τα χέρια της στο πρόσωπο της)
Και σβήσε αυτή τη σόμπα επιτέλους-πώς
την αντέχεις...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Με μια κίνηση προσποιητής αγανάκτησης
σβήνει τη σόμπα)
Πάμε να φέρουμε τα πράγματά σου!
(πιάνει την Έλενα από το χέρι και την πηγαίνει προς την πόρτα. Εκείνη τον σταματά)
ΈΛΕΝΑ
Ε, φίλε, δεν μου λες, τα πράγματα έχουν πόδια;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πόδια... τα πράγματα... όχι βέβαια.
ΈΛΕΝΑ
Λοιπόν δεν πρόκειται να φύγουν ως αύριο!
(βλέπει προς το κρεβάτι)
Το κρεβάτι όμως έχει. Ας το κουράσουμε ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Έλα!
(Πέφτει στο κρεβάτι και ανοιγοκλείνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού προς το μέρος του Τζιόρτζιο. Εκείνος την κοιτάζει, πηγαίνει στο κρεβάτι και προσποιητά σκεφτικός κάθεται δίπλα στην ξαπλωμένη Έλενα)
Τι σκέφτεσαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πως πρέπει να γραφτώ στο βιβλίο του Γκίνες. Είμαι ο πρώτος άντρας που θα κάνω γυναίκα μία γυναίκα!
(Η Έλενα τραβώντας τον τον ρίχνει στο κρεβάτι δίπλα της, ενώ την ίδια στιγμή πέφτει, κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ, η κόκκινη
ΑΥΛΑΙΑ