Ο ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ
Πρόσωπα:
ΕΡΙΝΑΣΤΟΣ (ΕΡΙ)
ΦΕΛΛΙΝΗ (ΦΕΛ)
ΖΩΗ
Χρόνος: Ιούλης 2010
Τόπος: Κάπου στον κόσμο.
Δωμάτιο του Εριναστού. Τραπέζι, κρεβάτι, δυο καρέκλες, πλήθος ανάκατες
κόλλες χαρτιού στις γωνιές του πατώματος, άλλες πάνω στο τραπέζι, βιβλία
παντού. Ένα πιστόλι πάνω στο τραπέζι.
ΕΡΙ
(μόνος, ταχτοποιώντας χαρτιά)
Αυτό στα άχρηστα… κι αυτό… κι αυτό… αυτό μένει… άχρηστο… άχρηστο…
άχρηστο… μένει… Μένει; Μα… πού μένει; Τι μένει; Πού μένουν όλα αυτά; Σε
ποιον-σε τι μένουν;… Ακόμα λοιπόν μπορεί και μιλάει για μένα η αυταπάτη;
(αποφασιστικά)
Για τελευταία της φορά όμως!
(με μια κίνηση του χεριού του):
Όλα στα άχρηστα!
(στρέφει γύρω)
Το κρεβάτι; Ας το πάρει όποιος το θέλει. Οι καρέκλες, το τραπέζι, η
απλώστρα των ρούχων, το ρολόι… ε, ας γίνουν ό,τι θέλουν. Και τι κρατάω;
«Τι κρατάω»… αλλά μήπως και κάποτε κρατούσα κάτι… ω! πόσες μορφές
μπορείς να πάρεις αλήθεια Μεγάλο Τίποτα!... Μα ναι, κάτι κρατάω-το
πιστόλι. Αλλά και κείνο θα φύγει από το χέρι μου και από τη ζωή μου
αμέσως μετά…
«Από τη ζωή μου»… Μα πάλι τι θα πει ζωή;.. και τι ήταν η ζωή μου-τι
είναι η ζωή μου; Και ό,τι αυτή ήταν, ήτανε «μου»;… Ζωή… Η δυνατότητα να
νιώθω; Έρωτας με διαλείμματα; Η συγκέντρωση ύλης σ’ ένα τέτοιον
συνδυασμό που να φτιάξει εμένα; Και τι είμαι εγώ; Τι «έφτιαξε»; Και
ποιος «έφτιαξε»; Ουφ! Τα ίδια και τα ίδια. Και πάντοτε το πράγμα
καταλήγει στην Απελπισία, στο Κενό, στο Τίποτα, στο Μηδέν…
Και όλα αυτά τα βιβλία… τα σοφά βιβλία… Όλα τα διάβασα προσπαθώντας να
καταλάβω, να μάθω το Μεγάλο Μυστικό. Μάταια. Όλα, καθένα τους διηγείται
τη γνώμη εκεινού που το ’γραψε, τη θεωρία του. Χαίρω πολύ. Κι εγώ έγραψα
τη δικιά μου θεωρία-λοιπόν, βρήκα έτσι μιαν απάντηση στα ρωτήματά μου;
Όχι. Μόνο κάποιος ή κάποιοι θα διαβάσουν και τα δικά μου γραφόμενα για
να καταλήξουν όπου κι εγώ. Πρέπει να διαβάζει ο άνθρωπος, περνάει την
ώρα του έτσι, περνάει τη ζωή του… Αν τους αρέσει έτσι, ας συνεχίσουν να
κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Εγώ δε θα το κάνω. Αρκετά.
Εγώ έμαθα από τα βιβλία πως ούτε σ’ αυτά βρίσκεται η λύση. Φεύγω λοιπόν.
… Αν όλα αυτά που τραβάω οδηγούσαν σ’ ένα σκοπό, κάπου… τότε θα εξέταζα
την αξία του σκοπού και αν έκρινα πως αξίζει να υποφέρω γι αυτόν... Μα
δεν υπάρχει σκοπός ούτε νόημα. Λοιπόν… απόρριψις!..
(Πιάνει με τα δυο χέρια το κεφάλι του)
Κεφάλι μου, σύμβουλε και τύραννέ μου εσύ, να γίνονταν να ζω χωρίς εσένα καλή θα ήταν η ζωή κι ας μη δυνόμουν να το ξέρω τότε…
(Βγάζει από την τσέπη του το τηλέφωνό του)
Ας επικοινωνήσω για τελευταία φορά με κάποια από τα δυστυχισμένα όντα
που δεν έχουν μυαλό να καταλάβουν τη δυστυχία τους-ας παίξω για μιαν
ακόμα φορά το παιχνίδι τους.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Εμπρός!
ΕΡΙ
Γεια σου Στηβ. Τι κάνεις;
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Καλά. Μόλις γυρίσαμε από την εξοχή. Περάσαμε θαυμάσια!..Έπρεπε να έρθεις κι εσύ καημένε… Ήτανε και η Στέϊσυ… Έχασες.
ΕΡΙ
Δος της χαιρετίσματα. Χάρηκα που διασκεδάσατε. Τα παιδιά καλά;
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Καλά, μόνο δεν έχουνε διαβάσει για αύριο. Θα τα ξυπνήσω όμως αύριο πρωί πρωί να διαβάσουνε. Εσύ πώς περνάς;
ΕΡΙ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις. Μα να σ’ αφήσω να ξεκουραστείς και τα λέμε. Χαιρετίσματα στη Βεράνκα και φιλιά στα παιδιά. Γεια.
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Γεια. Τα λέμε.
ΕΡΙ
(κλείνει το τηλέφωνο)
Γεια σου ηλίθιε και γι αυτό ευτυχισμένε φίλε μου.
(παίρνει τηλέφωνο)
Γεια σου Ντόρα.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Γεια σου αγάπη μου-θα έρθεις σήμερα;
ΕΡΙ
Όχι σήμερα. Τι κάνεις;
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
(Με νάζι)
Τι να κάνω; Θέλω να βγω έξω και δεν έχω μια τσάντα να κρατώ που να
ταιριάζει με το φουστανάκι μου. Αν δεν έρθεις στείλε μου τουλάχιστο με
το Νικ δυο χιλιαδούλες… ναι αγαπούλα;
ΕΡΙ
Καλά, θα δω τι μπορώ να κάνω. Γεια σου για τώρα.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Γεια σου αγαπούλα (ήχος φιλιού)
ΕΡΙ
(κλείνει το τηλέφωνο)
Γεια σου πόρνη και συ και οι χιλιάδες σου.
(παίρνει χαρτί και μολύβι)
Κι ένα γράμμα για τον Νικ. (γράφει μιλώντας ) Νικ φεύγω. Ίσως να το
έχεις καταλάβει από τη χτεσινή κουβέντα μας. Δεν ήθελα να σου το πω
φανερά γιατί θα έκανες το παν για να με αποτρέψεις. Όλα όσα βρεις εδώ
μέσα κάνε ό,τι θέλεις μ’ αυτά. Στο μέρος που ξέρεις θα βρεις κάμποσα
λεφτά. Δώσε δυο χιλιάρικα στη Ντόρα και τα υπόλοιπα στη διάθεσή σου.
(Όλα αυτά βέβαια αν υπάρχει οτιδήποτε μετά την αυτοκτονία μου). Γεια
χαρά. Εριναστός.
(Διπλώνει και αφήνει το γράμμα πάνω στο τραπέζι. Πηγαίνει αργά προς το παράθυρο)
Γεια σου ήλιε. Που τόσο οι θνητοί σε αγαπάνε. Γεια σου ήλιε που απέξω κι ανακατωτά σε ξέρω.
Να! σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα και σ' όλα γύρω σου ένα πορτοκαλί θα
δώσεις χρώμα. Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο, που λίγο λίγο αναιμικά θ'
αδυνατίζει, κι όταν τελείως πια θα 'χεις βυθιστεί, ένα μολυβί βαρύ. Και
ξέρω, τ' άλλο πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις καθώς θα 'ρχεσαι:
μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί, και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο, εξονυχιστικά
ερευνητικό, παμφάγο άσπρο. Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια...και τα
ίδια...και τα ίδια... Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια φανερώματα.
Σε βαρέθηκα ήλιε!
Α! να λυτρωθεί κανείς απ’ όλα!..
Γεια σου ουρανέ και γη και όλα τα γεννήματά σας: κραυγές, πεδιάδες,
πόνοι, έρωτες, ιδέες, μυαλά, ποιητές και φαντασία… Γεια σας βροντές και
αστραπές και βλέμματα του μίσους… γεια σας μεγαλοφυίες και ασπόνδυλα και
χοίροι… τη ρίζα σας να συναντήσω έρχομαι.
Γεια σου κόσμε που νόημα σου δίνει η ανοησία των ανθρώπων.
Γεια σου της ζωής το ψέμα με τις παγίδες σου, που με ανίδεα τρέφεσαι νιάτα.
Γεια σας άνθρωποι που είστε τόσο σίγουροι λέγοντας «βρέχει» ή «αυτό είναι εδώ».
Γεια σας άνθρωποι με τις πατρίδες σας, με το χρυσάφι σας, με την ηθική και τη γλώσσα σας καθένας.
Γεια σου Γυναίκα, των ανέραστων παράδεισε.
Γεια σου θεέ, μηχανή αόρατη, δυνάστη των ανθρώπων-κατασκευαστών σου.
Πράγματα, σοφοί χωρίς λαλιά, έρχομαι κοντά σας.
Γεια σου πιστόλι μου, ύστατο καταφύγιο του κάθε εσύ κυνηγημένου.
(Παίρνει στα χέρια του το πιστόλι. Χτύποι στην πόρτα. Απορημένος)
Άνθρωποι! Τι θέλουν πάλι από μένα;
(Δυνατά, αλλάζοντας τη φωνή του)
Ο κύριος Μόρισον λείπει από το σπίτι και μου έδωσε εντολή να μην ανοίξω σε κανέναν.
(Σιγά, χαμογελώντας)
Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό…
(Οι χτύποι συνεχίζονται πιο δυνατοί)
ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Ανοίξτε παρακαλώ.
ΕΡΙ
Δεν είναι κανένας στο σπίτι. Ούτε εγώ.
(Χαμόγελο. Σιγά)
Καμιά ζητιάνα θα είναι. Ή καμιά παραδουλεύτρα που ζητάει δουλειά.
ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Κύριε Εριναστέ ανοίξτε σας παρακαλώ.
ΕΡΙ
Ποια είσαι που ξέρεις τ’ όνομά μου;
ΦΩΝΗ ΦΕΛΛΙΝΗΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ
Κύριε Μόρισον, είμαι κοινωνική λειτουργός από το Τμήμα Προλήψεως
Αυτοκτονιών. Ο κύριος Νικ Πρέστον μας έδωσε τη διεύθυνσή σας. Τηλεφώνησα
επανειλημμένα, όμως είχατε κλειστό το τηλέφωνο.
ΕΡΙ
(Για μια στιγμή ξαφνιάζεται. Μετά αμέσως χαμογελά. Στον εαυτό του)
Ώστε κατάλαβε… και έδρασε… Α! τον καλό, τον κουτό μου τον Νικ… καλά, ας είναι, ας το δω κι αυτό…
(Πηγαίνει προς την πόρτα, κοντοστέκεται, γυρίζει και αφήνει το πιστόλι
πάνω στο τραπέζι. Ανοίγει την πόρτα. Μια γυναίκα νέα στέκει εκεί, λίγο
ανήσυχη, λίγο χλωμή)
Περάστε.
(Η Φελλίνη μπαίνει βλέποντας γύρω το δωμάτιο)
Καθήστε παρακαλώ.
(Η Φελλίνη κάθεται στην καρέκλα κοντά στο παράθυρο και περνάει την τσάντα της στη ράχη της καρέκλας)
ΦΕΛ
Ευχαριστώ.
(στον εαυτό της με ανακούφιση)
Ευτυχώς πρόλαβα.
ΕΡΙ
Λοιπόν;..Τι λέει ο καλός μου φίλος Νικ;
(συνέχεια)
ΦΕΛ
Κύριε Εριναστέ ξέρετε γιατί είμαι εδώ, άλλωστε σας είπα ποια είμαι.
Θέλετε να αυτοκτονήσετε και εγώ είμαι εδώ για να σας αποτρέψω από μια
τέτοια ενέργεια. Η υπηρεσία μας έλαβε σοβαρά υπόψιν της αυτά που μας
κατέθεσε ο κύριος Πρέστον-και βλέπω ότι καλά έκανε-
(δείχνειμε τα μάτια της το πιστόλι)
και έστειλε εμένα που είμαι εκπαιδευμένη στην αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων.
ΕΡΙ
Η υπηρεσία σας;..
(Χωρίς να εννοεί ό,τι λέει)
Και αυτό σας δίνει λέτε το δικαίωμα να μπείτε σε ένα ξένο σπίτι; Ξέρετε
φαντάζομαι, ότι μπορώ να σας πετάξω έξω αυτή τη στιγμή χωρίς να δώσω
λόγο σε κανένα-μην ξεχνάτε ότι εδώ είναι το σπίτι μου.
ΦΕΛ
Εσείς μου ανοίξατε κύριε Μόρισον. Και σας παρακαλώ να μη το κάνετε -δε
θα το αρνηθείτε αυτό σε μια γυναίκα που σας παρακαλεί. Είμαι καινούργια
στην Υπηρεσία ξέρετε και αν με διώχνατε…
ΕΡΙ
Μα φυσικά… Δεν έχω σκοπό να σας στερήσω τη δουλειά σας. Σας εύχομαι
μάλιστα και να ριζώσετε σ’ αυτήν. Όμως πέστε μου, πώς ξέρετε ότι ο φίλος
μου ο Νικ σας είπε την αλήθεια για μένα-ότι πράγματι θέλω να
αυτοκτονήσω;
ΦΕΛ
Η πείρα μου είναι μικρή, όμως η αντίδρασή σας στα λόγια μου με πείθει
πως έτσι έχουν τα πράγματα. Όταν σας είπα το σκοπό της επίσκεψής μου δεν
εκπλαγήκατε, δεν παραξενευτήκατε καν και συζητάτε το θέμα μαζί μου τόσο
ήρεμα, σαν αποφασισμένος γι αυτό.
ΕΡΙ
Έχετε δίκιο. Πράγματι θ’ αυτοκτονήσω. Θα μπορούσα βέβαια να αρνηθώ πως
έχω τέτοια πρόθεση, να σας εφοδιάσω με κάποιο σημείωμα που θα βεβαίωνε
για το αντίθετο και να σας συνοδεύσω μέχρι την πόρτα. Μα δε θα το κάνω.
Όχι πως περιμένω να με μεταπείσετε, μα για να μάθω πώς εργάζεστε, κάτι
που μέχρι τώρα δεν μου είχε τύχει να δω. Όχι καθόλου για τίποτε άλλο.
Γιατί όλα είναι μάταια. Όλα τελείωσαν για μένα πάνω στη γη. Μα και πάλι
θα σας ακούσω και για να έχω την ευκαιρία να αντικρούσω τα επιχειρήματά
σας-γιατί φυσικά δεν θα παλέψετε μαζί μου για να μου πάρετε το πιστόλι,
ούτε θα με δέσετε ώστε να μην μπορώ να πιάσω το όπλο- αυτά θα ήσαν
αλυσιτελή μέσα, αφού, και αν ακόμα τα καταφέρνατε, με την πρώτη νέα
ευκαιρία θα πραγματοποιούσα την απόφασή μου. Ούτε σκοπεύετε να με
κρατήσετε φυλακισμένον και υπό φρούρηση ώσπου να πεθάνω από φυσική
αιτία, παρά θα προσπαθήσετε να με αποτρέψετε από την αυτοκτονία
χρησιμοποιώντας την πειθώ-ή έχω λάθος;
ΦΕΛ
Όχι, δεν κάνετε λάθος. Όμως πάλι, μια ιδέα μου περνάει από το νου. Μήπως
όλο αυτό είναι ένα αστείο, ένα τέχνασμα για να διασκεδάσετε. Επειδή
μπορεί, λέω, όλη αυτή η ηρεμία και η ψύχραιμη συμπεριφορά σας να μην
είναι παρά η πραγματική σας καθημερινή συμπεριφορά, που όμως θελήσατε
σήμερα να την στρέψετε προς άλλη κατεύθυνση, εκείνη που οι
αδικαιολόγητες υποψίες του φίλου σας μόλις σάς ενέπνευσαν να κάνετε.
ΕΡΙ
Α! Όσο γι αυτό όχι. Κυρία μου, πράγματι έχετε μπροστά σας έναν υποψήφιο
αυτόχειρα. Αναπτύξτε λοιπόν το ταλέντο και αξιοποιείστε τις γνώσεις σας,
προσπαθώντας να με πείσετε να μην πεθάνω. Είμαι εδώ και περιμένω. Ποιος
ξέρει, μπορεί κάτι να μου έχει ξεφύγει και όταν μου το γνωρίσετε να
αλλάξω γνώμη, που ως τώρα, παρά την επί τόσην ώρα παρουσία σας εδώ, δεν
κάνατε καμία προσπάθεια να μου αλλάξετε.
ΦΕΛ
Κύριε Μόρισον μπορείτε να μου πείτε το λόγο για τον οποίο θέλετε να
βάλετε τέλος στη ζωή σας; Δώστε μου μιαν αιτία, γιατί απ’ ό,τι εγώ
βλέπω, αδυνατώ να σκεφτώ κάτι που να σας έφερε στην κατάσταση αυτή.
ΕΡΙ
Με ρωτάτε για το λόγο που με κάνει να βάλω τέλος στη ζωή μου. Επιτρέψτε
μου πριν απαντήσω να σας κάνω εγώ μιαν ερώτηση: τι είναι η ζωή, που
ενδιαφέρεστε τόσο γι αυτήν-να μη τη χάσω;
ΦΕΛ
Μα… ζωή… το να υπάρχουμε… να ζούμε… όλοι ξέρουν τι λέμε ζωή… αυτό το ωραίο δώρο του θεού στους ανθρώπους.
ΕΡΙ
Δεν θα σας ρωτήσω τι είναι θεός. Όμως πώς ξέρετε ότι υπάρχουμε-ότι ζούμε;
ΦΕΛ
Μα σας βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια!
ΕΡΙ
Κι όταν κλείσετε τα μάτια σας τότε υπάρχω;
ΦΕΛ
Μα και βέβαια υπάρχετε.
ΕΡΙ
Πώς τότε το ξέρετε αυτό αφού δεν με βλέπετε;
ΦΕΛ
Μα μπορώ να σας ακούσω…
ΕΡΙ
Κι αν κάποιος σας κλείσει και τ’ αυτιά ή αν κουφαθήτε και δεν μπορείτε να ακούτε;
ΦΕΛ
Κύριε Εριναστέ… τι να πω… θα σας αγγίζω, θα…
ΕΡΙ
Κι αν και οι πέντε αισθήσεις σας καταργηθούν εξακολουθώ να υπάρχω-να ζω, αφού τότε δεν θα μπορείτε να το επιβεβαιώσετε κάπως;
Με λίγα λόγια κυρία μου, ποιο είναι εκείνο το σταθερό κάτι, πάνω στο
οποίο γερά πατώντας θα μπορούσατε να είστε βέβαιη για οτιδήποτε;
ΦΕΛ
……
ΕΡΙ
Πολύ καλά. Με ρωτάτε να σας πω γιατί θέλω να φύγω από τη ζωή, όμως δεν ξέρετε τι είναι ζωή…
ΦΕΛ
Μα… δεν είμαι εδώ τώρα μαζί σας και σας ρωτώ ορισμένα πράγματα;
ΕΡΙ
Να υποθέσω λοιπόν ότι ζωή είναι να είσαι μαζί με κάποιον και να του κάνεις ερωτήσεις;
ΕΡΙ
Είναι φανερό πως από αυτό αποδεικνύεται ότι είμαστε ζωντανοί…
ΕΡΙ
(σιγά, στον εαυτό του)
Ξαναγυρίζουμε στα ίδια! Αδιέξοδο!
(στην κυρία Φελίνι)
Λοιπόν κυρία μου δεν θα συνεχίσω πάνω σ’ αυτό και θα αφεθώ στη διάθεσή
σας ακολουθώντας σας στον τρόπο που έχετε κατά νου να χειριστείτε την
υπόθεσή μου.
(Χαμογελαστά και κινώντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού δήθεν επιτιμητικά προς το μέρος της κυρίας Φελίνι)
Όμως κρατώ ότι δεν μου απαντήσατε στην ερώτησή μου αν υπάρχει ζωή…
ΦΕΛ
(ενοχλημένη)
Τι να πω… ίσως έχετε δίκιο. Μα ας περιοριστούμε στα λίγα που ξέρει ο
καθένας για τη ζωή και πάνω σ’ αυτά ας συνεχίσουμε την κουβέντα μας.
ΕΡΙ
Δεν έχω αντίρρηση. Και απαντώ στην ερώτησή σας τι με έφερε σ’ αυτή την
κατάσταση. Για να μην σας κουράζω, μια κι έξω, όλα με έφεραν εδώ, να
θέλω δηλαδή ν’ απαλλαγώ από τη ζωή. Όλα μαζί και καθένα χωριστά.
ΦΕΛ
Ομολογώ ότι εκπλήσσομαι. Όλα είναι για σας άσχημα;
ΕΡΙ
Αν κάτι δεν είναι, βοηθήστε με να το δω-γι αυτό εξάλλου είστε εδώ.
ΦΕΛ
Πρώτα κύριε Μόρισον θέλω να σας πω αυτό με το οποίο πάντοτε ξεκινάνε
όλοι οι συνάδελφοι τη δουλειά τους σε παρόμοιες περιστάσεις, πως τίποτε
δεν αξίζει να πεθάνει κανείς γι αυτό. Συμφωνείτε;
ΕΡΙ
Θα συμφωνήσω αντιστρέφοντας την διαπίστωσή σας: τίποτα δεν αξίζει να ζει κανείς γι αυτό.
ΦΕΛ
Ωστόσο η ζωή είναι γεμάτη με ομορφιές. Το λάλημα του σπίνου το πρωί, η
ανατολή και το ηλιοβασίλεμα, η ζεστασιά στη σόμπα τις νύχτες του
χειμώνα, ένας ωραίος πίνακας, το χαμόγελο των κοριτσιών, τα τραγούδια,
οι εκδρομές, το βλέμμα των μικρών παιδιών, η θέα ενός όμορφου τοπίου… θα
μπορούσα να μιλώ για ώρες χωρίς να φτάσω στο τέλος του μακριού
κατάλογου… όλα αυτά για σας είναι απορριπτέα;-και μόνο για να
απολαμβάνετε αυτά δεν θα έπρεπε να ζήσετε;
ΕΡΙ
Μέσα σε όλα αυτά εσείς βλέπετε να θάλλει η ζωή;
ΦΕΛ
Η ζωή στις καλύτερές της ώρες-πραγματικά κύριε Μόρισον έτσι το βλέπω.
ΕΡΙ
Μα πέστε μου κυρία, πού είναι όλα αυτά τα ωραία που περιγράψατε τόσο
ζωντανά; Πού είναι τα χαμόγελα των κοριτσιών που άνθισαν ως τώρα; Πού
είναι τα τόσα βλέμματα των μικρών παιδιών; Τι έγιναν αυτά;
ΦΕΛ
Τι εννοείτε;...
ΕΡΙ
Εννοώ αυτό ακριβώς που λέω: πού είναι όλα αυτά; Ξέρετε να
μου πείτε;
ΦΕΛ
Μα τι να πω… έγιναν… τελείωσαν… πάνε…
ΕΡΙ
Πάνε!.. Αυτό έχετε να πείτε μόνο… Υπήρξαν όμως;.. Υπήρξαν;.. Πώς μπορείτε να μου το αποδείξετε;
(κοιτάζοντας τη Φελλίνη στα μάτια, έντονα)
…Πέστε μου-υπήρξαν;..
ΦΕΛ
Μα… πώς… όλοι θυμόμαστε πως έγιναν…
ΕΡΙ
(δυνατά, σχεδόν επιθετικά)
Κι αν σας αφαιρέσω τη μνήμη… αν σας καταστρέψω τη μνήμη… αν όλοι οι
άνθρωποι ξαφνικά έχαναν τη μνήμη τους, θα είχαν τότε κάποτε αυτά
υπάρξει;..
(αντιλαμβάνεται ότι δεν θα πάρει απάντηση. Παραιτημένος και χαμηλώνοντας τη φωνή του)
Ω! Να μη σας κουράζω με τέτοια. Ας ξαναγυρίσουμε στην ερώτησή σας. Και
ήταν αυτή, γιατί κι εγώ δεν βλέπω μέσα σε όσα αραδιάσατε να θάλλει η
ζωή. Επειδή τα μάτια μας διαφέρουν κυρία μου, γι αυτό. Εγώ παρατηρώντας
με τα δικά μου μάτια τις εκδηλώσεις της ζωής, εγνώρισα μόνο το θάνατο
μέσα σ’ αυτές. Ένα ψέμα είναι η ζωή. Ένα μεγάλο φάντασμα με μέσα του
άλλα μικρότερα που το ίδιο γεννάει. Όλα είναι θάνατος κυρία. Έχετε δει
ποτέ την αμαρτία μεταμφιεσμένη σε αρετή; Το ίδιο είναι και με τη Ζωή:
είναι ο θάνατος μεταμφιεσμένος. Ζωή δεν υπάρχει-είναι ένα όνειρο χωρίς
καν ονειρευτή. Και σεις προσπαθείτε να με αποτρέψετε από κάτι που ποτέ
δε θα κάνω.
ΦΕΛ
Κύριε Μόρισον, δεν ήμουν προετοιμασμένη να αντιμετωπίσω τέτοιες απόψεις.
Ίσως δε θα γίνω ποτέ ικανή γι αυτό. Όμως με τρομάζετε όσο δεν πάει άλλο
όταν μου λέτε ότι γνωρίσατε το θάνατο βλέποντας τον ήλιο ν’ ανατέλλει, ή
ένα δροσερό ρυάκι μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού. Ή δεν κατάλαβα καλά;
ΕΡΙ
Όπως το λέτε. Καλά καταλάβατε. Ναι, μέσα σε όλα τα αξιοθαύμαστα, για
σας, της ζωής, εκεί εγώ εγνώρισα το θάνατο. Και αφού σας τρόμαξα όσο δεν
πάει άλλο, δε θα σας τρομάξω περισσότερο αν, σηκώνοντας για χατίρι σας
και κάποιες άλλες πέτρες γύρω μας, σας αφήσω να δείτε το θάνατο που
βρίσκεται κάτω απ’ όποια πέτρα κι αν σηκώσει κανείς. Δεν είναι λοιπόν
που εγνώρισα το θάνατο μέσα σε όσα μου αραδιάσατε. Παντού κοιτάζοντας
τον βρήκα, γιατί αυτός παντού είναι για όποιον μπορεί να τον δει: Είδα
το θάνατο μέσα στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου. Είδα το θάνατο
στις κρύες νύχτες του χειμώνα, στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού.
Είδα το θάνατο μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων. Μέσα στα μάτια
πληγωμένου ελαφιού, μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον
ιδρώτα, μέσα σε νερά γαλήνια, νύχτα ανάστερη, το σοβαρό και αμέτοχο
πρόσωπό του μου γελούσε. Εγνώρισα το θάνατο στα επιφωνήματα των άστρων
όταν πέφτουν. Στο κρυφομίλημα παρθένων. Στο γέλιο των πορνών. Κάτω από
λέξεις χωματένιες, βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν είδα το θάνατο. Είδα
το θάνατο μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες. Μέσα στην
άτολμη οργή και την αμηχανία, μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση, στην
τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή. Είδα το θάνατο μέσα στων αηδονιών το
γλυκολάλημα, μες στην καρδιά και μέσα μέσα στις έλικες τις ευφυείς του
εγκεφάλου. Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα είδα το θάνατο.
Είδα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού
χωρίζει από το σώμα. Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και
ρόγας είδα το θάνατο… λυπάμαι αν σας εκπλήσσω δυσάρεστα…
ΦΕΛ
(έκπληκτη για ό,τι άκουσε)
Θεέ μου, εσείς καταργείτε την ανθρώπινη φύση!
(κάνοντας προσπάθεια να συνέλθει)
μα απόψεις είναι αυτές, απόψεις σεβαστές, που μάλιστα επιβεβαιώνουν τη
διαφορετικότητα των ανθρώπων… Δεν πρέπει να ξεχάσω γιατί είμαι εδώ…
Μάλιστα… Κύριε Μόρισον αντιμετωπίσατε πρόσφατα κάποια ερωτική
απογοήτευση;
ΕΡΙ
Ω! Δεν υπάρχει για μένα ερωτική απογοήτευση. Όταν ερωτευτώ μια πόρνη,
και αυτό συμβαίνει πολύ συχνά, δε χολοσκάζω, ούτε αρχίζω τις πολιορκίες
και τα κομπλιμέντα. Της λέω: «κυρά μου θέλω να παίξω μια παρτίδα έρωτα
μαζί σου και σου δίνω γι αυτό τόσα χρήματα. Συμφωνείς;» Αν πει ναι
καλώς, αλλιώτικα σειρά έχει η επόμενη. Είναι τόσο πολλές οι πόρνες που
μου αρέσουν, ώστε δεν έχει νόημα να αργοπορώ κολλημένος σε μίαν από
αυτές.
Η ερώτησή σας όμως έχει λόγο-μερικοί πράγματι αυτοκτονούν για τον έρωτα.
Αλλά όχι για τον έρωτα μιας γυναίκας, αλλά γιατί ένας έρωτας,
οποιοσδήποτε έρωτας, τους αποκαλύπτει τη γύμνια, τη δυστυχία, την
αδυναμία του, το τίποτα.
Μα εγώ δεν περίμενα αυτόν για να μάθω.
ΦΕΛ
Όμως κύριε Μόρισον μιλήσατε για πόρνες. Μόνο με πόρνες κάνετε έρωτα εσείς;
ΕΡΙ
Υπάρχει και άλλο είδος γυναικών;
ΦΕΛ
Δεν υπάρχουν και αξιοπρεπείς κυρίες;
ΕΡΙ
Αυτές δεν πουλιούνται;
ΕΛ
Νομίζετε;
ΕΡΙ
Ό,τι και να νομίζω και ό,τι και να νομίζετε κυρία, στη γη, στον πλανήτη
της συναλλαγής, δε σας φαίνεται απίθανο να υπήρχε μία εξαίρεση του
κανόνα και αυτή μάλιστα η εξαίρεση να ήταν εκείνη ακριβώς μέσα στις
αμέτρητες συνιστώσες του, που θα ικανοποιούσε την ιδέα που έχετε για τις
«αξιοπρεπείς» κυρίες σας;.. Για χάρη σας όμως, στη συζήτησή μας θα πάψω
να αναφέρομαι στους θηλυκούς ανθρώπους σαν σε πόρνες και θα τις
μνημονεύω με τη διαφορετικότητα του φύλου τους: γυναίκες.
ΦΕΛ
(εμφανώς δίνοντας τόπο στην οργή της)
Έχω ξανακούσει αυτή τη θεωρία… Μα πέστε μου, τα οικονομικά σας βρίσκονται σε καλή κατάσταση;
ΕΡΙ
Καλλίτερα δεν θα μπορούσε να είναι. Και κυριολεκτώ. Πάντοτε είχα όσα
χρήματα μου αρκούσαν για να εξοφλώ το νοίκι μου, να αγοράζω τα τρόφιμά
μου και να πληρώνω τις ερωτικές μου συντρόφους. Να ικανοποιώ δηλαδή τις
ανάγκες της ζωής. Ποτέ περισσότερα, ενίοτε λιγότερα… Μα φαίνομαι σαν
κάποιος που θα αυτοκτονούσε από έλλειψη χρημάτων;
ΦΕΛ
Πράγματι όχι. Δείχνετε αυτάρκης.
ΕΡΙ
Και είμαι.
ΦΕΛ
Δεν με βοηθάτε όμως να διαγνώσω την αιτία της πράξης που μελετάτε να κάνετε.
ΕΡΙ
Σας είπα ότι τίποτε δεν υπάρχει να με κρατάει στη ζωή. Πώς αλλιώς να το ’λεγα;
ΦΕΛ
Έχετε συγγενείς-γονείς, αδέλφια κύριε Μόρισον;-όλο σας ρωτώ, μα δικαιολογείστε με-πρέπει να βρω κάτι από όπου να πιαστώ…
ΕΡΙ
…για ν’ αρχίστε τη νουθεσία σας. Το καταλαβαίνω απολύτως, μη σας
στενοχωρεί το πράγμα. Λοιπόν δεν έχω αδέρφια. Είχα δύο αλλά ήσαν
φιλάσθενα-έχουν πεθάνει. Και οι γονείς μου έχουν πεθάνει από καιρό.
ΦΕΛ
Από τι πέθαναν τ’ αδέρφια σας;
ΕΡΙ
Καλά καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ο αδερφός μου πέθανε στα δεκαπέντε χρόνια του
όταν εγώ ήμουν έντεκα. Κάθε τόσο του έκαναν μετάγγιση αίματος και μόνον
έτσι έζησε μέχρι τότε. Εγώ έδινα το αίμα κάθε φορά. Θυμάμαι μόνο τα
γεγονότα της ημέρας που πέθανε. Είχα τελειώσει το σχολείο και γύριζα στο
σπίτι. Έπρεπε να περάσω από ένα δρόμο όπου οι ένοικοι των σπιτιών του
την ώρα εκείνη είχαν τελειώσει το μεσημεριανό τους φαγητό και κάθονταν
σε καρέκλες έξω από τις πόρτες τους κουβεντιάζοντας και
κουτσομπολεύοντας τους σπάνιους περαστικούς. Κάθε που περνούσα μόνος από
κει, ένιωθα τις ματιές τους να φτάνουνε ως την ψυχή μου και άκουγα τις
χαμηλόφωνες κουβέντες τους να τρυπάνε τ’ αυτιά μου μιλώντας για μένα.
Αυτή η κατάσταση ήταν ένα μαρτύριο κάθε μέρα. Τη μέρα εκείνη μια ελπίδα
έφεξε, όταν είδα να πηγαίνει κάμποσο μπροστά μου μόνος του ο αδερφός
μου. Του φώναξα μια, δυο, μ’ άκουσε και γύρισε να με δει. «Περίμενε!»
του φώναξα, βλέποντάς τονε σαν το στήριγμά μου για να διαβώ από τις
συμπληγάδες της γειτονιάς εκείνης, που κάθε τόσο κλείνοντας κόβανε
κομμάτια από την ψυχή μου. Τον έφτασα τρέχοντας. «Γιατί με φώναξες;»
ρώτησε. «Για να πάμε μαζί στο σπίτι», του είπα λαχανιασμένος. «Γι αυτό
με ήθελες;» είπε ενοχλημένος και συνέχισε μόνος του το δρόμο. Το βράδυ
της μέρας εκείνης έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο.
Η αδερφή μου πέθανε λίγα χρόνια μετά. Όλο αυτό το διάστημα έβηχε
τρομερά. «Έχει αδύνατο οργανισμό», έλεγαν όλοι. Για να δυναμώσει της
έδινα κάθε μέρα το μισό φαγητό μου. Η μέρα εκείνη ήταν η μέρα που της
είχα δώσει να μου φυλάξει ένα τετράδιο με ποιήματά μου, γιατί έπρεπε να
πάω κάπου. Όταν γύρισα και της ζήτησα το τετράδιο, «τις έκαψα τις
βλακείες σου», μου είπε, δείχνοντάς μου τη σόμπα. Ήτανε το βράδυ εκείνης
της ημέρας που πέθανε και η αδερφή μου.
Καμιά φορά λέω ότι πέθαναν εκείνοι για να ζήσω εγώ. Γιατί με τόσες αφαιμάξεις και με τόση νηστεία δεν θ’ άντεχα για πολύ ακόμα.
ΦΕΛ
Θα ήτανε μεγάλο σοκ για σας αφού από τις μέρες αυτές έχουν καταγραφεί στη μνήμη σας περιστατικά.
ΕΡΙ
Δε θα έλεγα ότι με τάραξαν-έβλεπα τα σημάδια, το περίμενα. Μα ήμουν μικρός βλέπετε…
ΕΛ
Δεν αγαπήσατε κάποια γυναίκα κύριε Μόρισον;
ΕΡΙ
Θα μπορούσα να σας ρωτήσω τι είναι αγάπη, αλλά υποψιάζομαι πως δεν θα
έπαιρνα απάντηση όπως δεν πήρα απάντηση και στην ερώτησή μου τι είναι
ζωή. Αντιλαμβάνομαι πως δεν είναι μέσα στα καθήκοντά σας να ξέρετε κάτι
περισσότερο από τους άλλους ανθρώπους για τη ζωή ή για την αγάπη
προκειμένου να κάνετε καλά ή όχι τη δουλειά σας.
Να σας πω λοιπόν εγώ τι είναι η ανθρώπινη αγάπη. Είναι το συμφέρον μας
καθρεφτισμένο στο πρόσωπο κάποιου άλλου. Και βέβαια αγάπησα. Αγάπησα
πολλές γυναίκες, όλες όσες έκανα έρωτα μαζί τους και για όσην ώρα
διάρκεσε αυτός. Ναι, ακούω πολλές φορές τη λέξη αγάπη. Μα τη μεταφράζω
αμέσως: συμφέρον.
Οι άνθρωποι ν’ αγαπήσουν; Τι αστείο! Οι άνθρωποι ερωτεύονται μόνο. Και
ερωτεύονται σημαίνει κάτι που αυτοί δεν συνειδητοποιούν: πως θέλουν να
πεθάνουν. Ο πόθος του άντρα για τη γυναίκα είναι ο πόθος του θανάτου.
Θέλουν μπαίνοντας στη γυναίκα να ξαναγίνουν ό,τι ήσαν πριν βγουν από
εκεί μέσα, προτού υπάρξουν-να χαθούν μέσα στη μήτρα της. Τι ειρωνεία
όμως! Όχι μόνον αυτοί δεν πεθαίνουν, μα η επιθυμία τους για θάνατο
γεννάει κι άλλα δυστυχισμένα ανθρωπάκια. Και αυτή η αποτρόπαια συνέπεια
του έρωτα και η ανομολόγητη ντροπή που κουβαλάει, είναι ο λόγος που για
να ερωτευτούνε κρύβονται οι άνθρωποι. Σκεφτείτε! Τόσοι ύμνοι για τον
έρωτα, τόσες προσπάθειες ολοζωής ώσπου να κερδηθεί το θηλυκό και όταν
αυτό γίνει, τότε, ο έρωτας, το πολυϋμνητο όνειρο κάθε ανθρώπου να πρέπει
να γίνει κρυφά… Και είναι αυτή η ευτυχία που ζητούν οι γυναίκες από
τους άντρες. Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να καταλάβω τι εννοούν τα γελοία
υποκείμενα-οι άντρες, λέγοντας στη γυναίκα που θέλουν να παντρευτούν το
ψέμα: «θα σε κάνω ευτυχισμένη»… Λες και είναι δυνατό να κάνουν έρωτα
εικοσιτέσσερες ώρες το εικοσιτετράωρο για όσα χρόνια ζήσουν… Και το ίδιο
εννοούν και οι πατεράδες-μαστροποί λέγοντας στον υποψήφιο γαμπρό : «Να
κάνεις την κόρη μου ευτυχισμένη»… Τόσος φόβος και να ψελλίσει ακόμα
κανείς τη λέξη «έρωτας»... Πόση δύναμη αλήθεια έχει η γλώσσα που όλοι
αποφεύγουν να την χρησιμοποιούν σωστά… Και όμως να! ύστερα από όλα αυτά,
οι γυναίκες βγαίνουν έξω με φουσκωμένη την κοιλιά και επιδεικνύονται
περήφανες που με την πονηρία τους κατάφεραν να διαιωνίσουν τη δυστυχία.
Και πόση προσπάθεια για να πετύχει αυτή η αποτυχία! Κοιτάζω τους
κακόμοιρους τους άντρες. Τους κακότυχους. Τους δύστυχους. Που τρέχουν
πίσω από τις γυναίκες σαν ζητιάνοι… πώς τις περιτριγυρίζουν ελπίζοντας
πως εκείνες θα κοιμηθούνε μαζί τους… πώς κάνουνε ό,τι μπορούνε για να
σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι τους…-μιλάνε, γελάνε, υπόσχονται, πληρώνουν,
εκθειάζουν, γελοιοποιούνται. Και όλα γιατί; Γιατί αγαπούν, λένε!
Δυστυχισμένοι, κακόμοιροι άντρες, τι μοίρα που σας έχει οριστεί, να
γυρεύετε σ’ όλη σας τη ζωή και ποτέ να μη βρίσκετε… κακόμοιρα υποταγμένα
αντρικά όντα!
Κι ύστερα έρχονται τα παιδιά… Εκείνα τα πλάσματα που τα γεννάει ο
άνθρωπος «γιατί έτσι κάνουν όλοι» και που ποτέ ούτε θα τον καταλάβουνε
αυτά ούτε αυτός θα τα καταλάβει-ένα ακόμα από τα σωσίβια που
μηχανεύονται οι αδύναμοι ενάντια στη μοναξιά. Και τότε πια… ω! τότε πια
έχουμε άλλες αγάπες… Όλοι αγαπάνε τα παιδιά… Μα η μητέρα περισσότερο.!..
Τόμοι και τόμοι έχουν γραφτεί για την αγάπη της μητέρας στο παιδί. Μα
αγάπη-τι κρίμα!-δεν υπάρχει… Πρόκειται για ένστικτο κυρία μου! Ένστικτο!
Όλη αυτή η υπέροχη αγάπη είναι το αποτέλεσμα της έκκρισης ενός αδένα
μέσα στο σώμα της γυναίκας. Του ίδιου αδένα που δημιουργεί την ίδια
αγάπη για τα παιδιά τους και στη λιονταρίνα και στην ύαινα και στη
μαϊμού. Τι άλλη μεγαλύτερη απόδειξη θέλετε πως δεν υπάρχει αγάπη στους
ανθρώπους; Η φύση το ξέρει και γι αυτό έδωσε το ένστικτο. Και το ξέρουν
πολύ καλά και οι υποκριτές άνθρωποι που έχουν φτιάξει ημέρα της αγάπης,
μα δεν έχουν ορίσει και ημέρα καρποφορίας των δέντρων ή ημέρα της
αναπνοής…
Ναι κυρία μου, αγάπησα πολλές γυναίκες με την ανθρώπινη, τη ζωώδικη
αγάπη-την αληθινή-την άλλη σας αγάπη, το φάντασμα της αγαπης, τη χαρίζω
στους κενούς να γεμίσουν μ’ αυτήν την κενή ζωή τους.
ΦΕΛ
Και απ’ ό,τι έχω καταλάβει από όσα άκουσα, δεν αγαπήσατε κανέναν άλλον.
ΕΡΙ
Καλά καταλάβατε.
ΦΕΛ
Τίποτα δεν αξίζει στους ανθρώπους ώστε να νιώσετε ευνοϊκά γι αυτούς;
ΕΡΙ
Αν κάτι έχουν που να αξίζει είναι τόσο καλά κρυμμένο που δε μετράει.
ΦΕΛ
Μήπως έξω από τους ανθρώπους τουλάχιστον, υπάρχει κάτι άξιο ν’ αγαπηθεί κύριε Μόρισον;
ΕΡΙ
Υπάρχει κυρία. Όχι απλά κάτι αξιαγάπητο, μα που αυτό το κάτι είναι η
ίδια η αγάπη. Κάτι αξιοπρόσεχτο θα έλεγα, το μόνο αξιοπρόσεχτο. Αυτό
είναι τα Πράγματα. Και στην κοινωνία των Πραγμάτων είναι που θα φτάσω
φεύγοντας σε λίγο από εδώ.
ΦΕΛ
Τόσο κοντά αισθάνεστε με τα Πράγματα, ώστε επιζητείτε την κοινωνία τους αντί αυτής των ανθρώπων;
ΕΡΙ
Τόσο κοντά, που κιόλας νιώθω πως είμαι κι εγώ ένα Πράγμα. Ένα Πράγμα που
όπως κι εκείνα, αφήνεται σε όλα. Αφήνεται να το πηγαίνουν όπου θέλουν
οι άνθρωποι, αφήνεται στην κάθε καταιγίδα ανυπεράσπιστο, σε καμιάς
αντιξοότητας την επιδρομή δεν αντιμάχεται, καμιά δόξα δεν επιζητεί.
Πλέει μέσα στα νερά της ύπαρξης τελείως άβουλο και τελείως αθώο.
Ο τρόπος βέβαια ύπαρξής μου μέσα στον κόσμο είναι ο ανθρώπινος. Μα έξω
από το σχήμα τίποτε άλλο δεν είναι ανθρώπινο σε μένα. Και είμαι και
γίνομαι, συνεχώς, Πράγμα.
ΦΕΛ
Ομολογώ ότι μου μοιάζει παράξενο να σας ακούω να υπερηφανεύεστε πως
είστε ένα Πράγμα. Θα μπορούσατε να μου αναφέρετε μερικά στοιχεία της
υπεροχής των Πραγμάτων έναντι των ανθρώπων;
ΕΡΙ
Ω! Θα μπορούσα να μιλώ ασταμάτητα γι αυτά…
ΦΕΛ
Τότε μιλήστε κύριε Μόρισον!
ΕΡΙ
Να σας αναφέρω μερικά στοιχεία της υπεροχής των Πραγμάτων έναντι των
ανθρώπων ρωτάτε, και περιμένετε απάντηση, λες κι έχετε μέθοδο
συνεννόησης μεταξύ σας οι άνθρωποι. Λες και αυτό που λέτε γλώσσα, σας
επιτρέπει να γνωρίσετε τι θέλει να πει ο ένας στον άλλο. Θα προσπαθήσω
με λέξεις ανθρώπινες να σας δώσω να καταλάβετε, πράγμα αδύνατο, αλλά
τουλάχιστο να πλησιάσετε στην κατανόηση της αλήθειας. Και θα σας μιλήσω
σαν Πράγμα –άνθρωπος ή αν θέλεις σαν άνθρωπος-Πράγμα, έτσι σαν όπως οι
εραστές μεταμορφώνονται ο ένας στον άλλονε κάθε στιγμή.
ΦΕΛ
Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβω;
ΕΡΙ
Είναι τόσο δύσκολο-ακατόρθωτο είναι. Γιατί κάθε ανθρώπινη λέξη έχει
τέτοια μπερδεμένη σημασία, γιατί κάθε ανθρώπινη λέξη προϋποθέτει για να
τη νιώσει κάποιος, τη γνώση τόσων άλλων λέξεων και γιατί οι έννοιες που
οι συνδυασμοί της γλώσσας σας εκφράζουν, δεν μπορούν να συλληφθούν από
τον εγκέφαλό σας επειδή χάνονται στα μισά του δρόμου και για κείνον που
τις λέει και για κείνον που τις ακούει. Έτσι έχετε οι ίδιοι εσείς
καταντήσει τη γλώσσα σας για να υπηρετεί τη βολική για σας αοριστία. Όσα
λέτε, πύργοι στην άμμο. Και παραδέρνετε έκτοτε-δηλαδή για
πάντοτε-αδαείς, ανίδεοι, απληροφόρητοι, ανεπικοινώνητοι. Όλες τις φορές
που ο άνθρωπος προσπάθησε ν' ανέβει, ανέβηκε όχι προς την κατανόηση και
την αλήθεια, αλλά προς την άγνοια και το ψέμα. Ο άνθρωπος είναι ανίκανος
να δει την αληθινή όψη της πραγματικότητας και να σωθεί. Τη βλέπει όπως
τη ζωγραφίζουν τα μάτια του και τ' αυτιά του. Και κάθε φορά ο άνθρωπος
πιάνεται από τις γνώσεις που του δίνουν οι αιστήσεις του και προχωράει.
Και φτιάχνει πολιτισμούς και γαντζώνεται με τα νύχια της γνώσης πάνω στο
ανύπαρκτο δέντρο της ζωής και χτίζει ψεύτικα παλάτια πάνω του. Κι
έρχεται ένας αγέρας και όλα τα ρίχνει. Και πάλι ξαναρχίζει και πάλι
προχωρεί βαδίζοντας στο στραβό δρόμο και πάλι το κτίσμα του γκρεμίζεται
στον πρώτον αέρα. Αξιολύπητα όντα, αλλά και αξιοκατάκριτα για την
επιλογή τους.
Οι άνθρωποι! Η ντροπή της οικουμένης! Τα σαθρά δοχεία σαθρών έργων και
λόγων! Το όνειδος της ζωής! Οι δυνάστες της! Σκέφτηκε ποτέ κανείς πόσο
υποφέρει ο κόσμος από τους ανθρώπους; Πόσο πληγώνεται η αγνότητά του;
Πόσο καταβαραθρώνεται η ευαισθησία του; Πόσο η μεγαλοσύνη του κόσμου
μικραίνει επειδή κλείνει μέσα στους κόλπους του τέτοια όντα; Λες και ο
νους σάς δόθηκε για να εξουσιάσετε κι όχι για να υποταχτείτε. Λες και το
ύψος σας δόθηκε για να το ανεβείτε κι όχι για να το κατεβείτε. Λες και η
ζωή σας δόθηκε σαν χάρισμα κι όχι σαν εργαλείο. Οι άνθρωποι! Η άπρεπη
εκλογή! Η εκλογή που εντυπωσιάζει με την ασυμβατότητά της με την καθαρή
γνώση. Η εκλογή που κηλιδώνει το στερέωμα. Είστε τα όντα που έχετε νου.
Μα ο νους δε σας δόθηκε για να τσακίζετε ο ένας τον άλλο. Δε σας δόθηκε
για να κυριέψετε δήθεν το σύμπαν. Δε σας δόθηκε για να τον ξοδέψετε
ψάχνοντας να βρείτε τρόπους να ζήσετε μιαν άσκοπη ζωή. Ο νους σας δόθηκε
για να σκοτώσετε, με όπλο αυτόν, το μίσος. Για να μερέψετε τα ένστικτά
σας. Για να κατακτήσετε τον εαυτό σας. Είναι το εργαλείο που έδωσε σε
σας η φύση για να συναδερφωθείτε μαζί της. Και σεις τι κάνετε; Με το νου
μαστιγώνετε τα ένστικτα κι αυτά αγριεύουν πιο πολύ. Και θρέφετε το
μίσος σας κι αυτό γίνεται όλεθρος.
Όντα λογικά! Που το ένα ζητάει να σπαράξει το άλλο και χρειάζονται νόμοι
για να τα συγκρατούν. Όντα λογικά! Που κοιτάτε έξω σας όλο και
μακρύτερα και δεν ξέρετε τίποτα για ό,τι έχετε μέσα σας. Η κίνηση σας
δόθηκε λες για να κυνηγάτε ο ένας τον άλλο. Η ομιλία για να κρύβετε την
αλήθεια. Μια υποκρισία όλη σας η ζωή. Για τι; Για ποιον; Για να πετύχετε
τι; Τίποτα. Κι όμως, μια υποκρισία τέτοια που όσο ζείτε ποτέ να μην
γίνετε ο πραγματικός σας εαυτός. Και τόσο φτιαχτά-τόσο υποκριτικά
υπάρχετε, που η πραγματική ζωή με τα αισθήματα, τα πάθη, τις επιδιώξεις
της, είναι κάτι άγνωστο για σας. Και για να πάρετε μια ιδέα της
πηγαίνετε να δείτε θεατρικές παραστάσεις. Και εκεί βλέπετε για λίγο να
ξετυλίγεται η πραγματική ζωή που εσείς την έχετε αντικαταστήσει με την
ψεύτικη της κοινωνίας και φεύγετε πιο αποφασισμένοι να συνεχίσετε να
ζείτε ψεύτικα, κοινωνικά. Και μεγαλόσχημοι φιλόσοφοι λένε «κάθαρση». Μα
τι μπορεί να καθαρίσει την ψευτιά της κοινωνίας σας; Και ακόμα, αν αυτό
ήταν δυνατό, γιατί η κάθαρση να γίνεται από έξω προς τα μέσα και όχι από
μέσα προς τα έξω να λάμψει το σύμπαν;
Μια υποκρισία όλη σας η ζωή… Και μια επιθυμία. Επιθυμία για δόξα, για
χρήμα, για δύναμη-για όλα τα ανθρώπινα φαντάσματα που σας έχουν γίνει
δύστροπα αφεντικά. Όντα λογικά! Που ανακαλύψατε κάτι κύτταρα στο
μικροσκόπιό σας και αυτοδικαιολογείστε να κάνετε έρωτα εσείς μόνο απ’
όλα τα ζώα ολοχρονίς. Και γιατί; Γιατί αυτό σας βοηθάει να φτιάξετε
απογόνους, δηλαδή άλλα όντα, ασυνεπή και ανεύθυνα κι αυτά, που κι εκείνα
θα κάνουν άλλους απογόνους…. Αν όλα αυτά είχαν σαν κατάληξη την
αθανασία, ας ήταν κι έτσι ασυνεπή κι έτσι ανεύθυνα. Μα πού είναι η
αθανασία για σας;
Πράττετε και μιλάτε σαν να ’σαστε το κέντρο του σύμπαντος, γιατί
θαρρείτε ότι αυτό είναι κάτι περισσότερο από το "υπόλοιπο" σύμπαν-γιατί
δεν ξέρετε πως στην αληθινή ύπαρξη δεν υπάρχει πρωτιά. Και ύστερα
έρχεται το τέλος σας και δε μένει ούτε η ανάμνησή σας. Σκοτωνόσαστε να
φτιάξετε λογής έργα, σκοτωνόσαστε να γράψετε λογής γραφτά, σκοτωνόσαστε
να κάνετε λογής πράξεις, γιατί; Για να μη μείνει μια μέρα τίποτε από
αυτά όλα. Για να τα καλύψει όλα ένα πέπλο ανυπαρξίας-τόσο ψεύτικα είναι
όλα σας. Ενώ εγώ, ενώ εμείς, τα Πράγματα, τι διαφορά! Εμείς είμαστε η
πραγματική ουσία. Εμείς είμαστε η μόνη αλήθεια. Εμείς. Αναλλοίωτα,
άφθαρτα, αμέτοχα, άφοβα, παντοτινά. Ανοιχτά σε κάθε τι. Τη μια μας
παίρνει ο αέρας, την άλλη μας μαστιγώνει η βροχή. Μα αφηνόμαστε και
πάμε. Εμείς, η μόνη αλήθεια. Εμείς, το μόνο αληθινά υπάρχον.
Αστείοι που μας φαίνεστε οι άνθρωποι με τις παραξενιές και με τις
τσιριμόνιες σας… Κάτι άσπρες πέτρες μόνο μένουνε από σας κι αυτές παρά
τη θέλησή σας, περίτεχνα σκαλισμένες, όμοιες αναμεταξύ τους, φτιαγμένες
όλες στο ίδιο καλούπι-της ματαιοδοξίας σας. Και τα υπολείμματά σας ακόμα
υποκρισία και σπουδαιοφάνεια γεμάτα. Ενώ εμείς… Εμείς δεν έχουμε ανάγκη
ν' αφήσουμε μνημεία. Είμαστε τα ίδια εμείς μνημεία αιώνια-γιατί εμείς
είμαστε ό,τι υπάρχει. Οι άνθρωποι είστε ξεριζωμένοι. Εμείς έχουμε
ριζώσει, σαν τα φυτά και τα λουλούδια που είναι όλο ευωδιά και το
φύλλωμά τους είναι πάντοτε τρυφερό και ποικιλόμορφο. Κοιτάξτε μας καλά.
Με ποιους μπορείτε να μας συγκρίνετε; Κινούμαστε και σαλεύουμε σαν να
είμαστε των ανέμων το λάφυρο και η λεία. Κι αν αλλάζουμε μορφή κι αν
αλλάζουμε σχήμα κι αν φαίνεται πως με τον καιρό αλλάζουμε, μα μένουμε
πάντοτε ίδια. Γιατί και πριν και πάντοτε και τώρα είμαστε δοσμένα σε όλα
μέσα στην ασήμαντη πολλαπλότητά μας. Γιατί εμείς δεν είμαστε πολλά,
είμαστε ένα, με πλήθος όψεις και μορφές. Γιατί εμείς δεν έχουμε ανάγκη
από τη ζωή για να ζήσουμε. Εμείς δίνουμε τη ζωή στα ζωντανά. Και όχι πως
τη δίνουμε κάνοντας μιαν ιδιαίτερη παραχώρηση σε κάτι, ούτε πως τάχα
κοπιάζουμε γι αυτό-τι λόγος. Πως τα ζωντανά υπάρχουν το βλέπουμε μόνο σα
γεννηθούνε. Τόση σημασία δίνουμε στην ύπαρξή τους. Η ζωή που τόσο
άπληστα σεις ζητάτε είναι για μας μια από τις τόσες καθημερινές μας
άγνοιες. Εμείς υπάρχουμε μέσα στην αιωνιότητα. Εσείς είστε που αλλάζετε
χίλια πρόσωπα σε κάθε μια στιγμή. Και όλα σας τα πρόσωπα φθαρτά. Και
όλες οι δραστηριότητές σας καταστροφικές της αθανασίας σας. Αθάνατη δεν
μπορεί να είναι η κίνηση. Αθάνατη μπορεί να είναι η ακινησία. Αθάνατος
δεν μπορεί να είναι ο νους-αθάνατο μπορεί να είναι εκείνο που
δημιούργησε το νου. Ό,τι έχει ελευθερία θα χαθεί από την ίδια του την
ελευθερία. Θα μείνει μόνο το υποταγμένο, το παραχωρημένο, το άβουλο, το
αμέτοχο, το ακίνητο, το Πράγμα. Εκεί έπρεπε να σας οδηγεί ο νους σας-στη
μετουσίωσή σας σε Πράγματα. Θα έπρεπε ο νους σας να σας σκοτώνει ο
ίδιος παραδίνοντάς σας στην αιωνιότητα και όχι να διαλέγετε να γινόσαστε
άβουλη λεία στο θάνατο που είναι η φθορά και η ανυπαρξία. Τώρα ο νους
σας, οδηγημένος από την άγνοιά σας, σας απομακρύνει όλο και πιο πολύ από
την ύπαρξη. Σας οδηγεί να βλέπετε για ίσιο το στραβό και για στραβό το
ίσιο. Σας οδηγεί να ζητάτε στην αγάπη την αιωνιότητα. Καλή σκέψη, μα
στραβώνει στην εφαρμογή της όπως κάθε σας προσπάθεια. Γιατί αυτό που
εσείς λέτε αγάπη δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση της ματαιοδοξίας σας.
Αγάπη για σας είναι να υποτάξετε κι όχι να υποταχτείτε. Να εξυψωθείτε
κι όχι να ταπεινωθείτε. Να υποδουλώσετε και όχι να υποδουλωθείτε. Και
οδηγημένοι έτσι από τον φθοροποιό σας νου, χάνετε τη μοναδική ευκαιρία
να γίνετε αθάνατοι. Ακολουθείτε το δρόμο προς τ' άστρα και χάνεστε στο
άπειρο. Ενώ εμείς ακολουθούμε το δρόμο προς τη λάσπη και υπάρχουμε
αιώνια. Είσαστε το ψέμα, είμαστε η αλήθεια. Είσαστε οι προσωρινοί,
είμαστε τα παντοτινά.
ΦΕΛ
Είναι μια ενδιαφέρουσα θεωρία, αν και όχι αισιόδοξη.
ΕΡΙ
Αισιόδοξοι είναι οι κουτοί. Δεν θα με κατηγορήσετε που μπορώ και σκέφτομαι.
ΦΕΛ
Όχι. Μα θα αιστανόμουν πιο άνετα μαζί σας αν δεν ήσασταν τόσο κατηγορηματικός.
ΕΡΙ
Αυτός που έχει κάνει το γύρο όλου του κύκλου -αυτός μπορεί να είναι κατηγορηματικός.
ΦΕΛ
Κάνοντας κανείς τον γύρο του κύκλου θα ξαναβρεθεί στο σημείο από όπου
άρχισε την πορεία του-και αν ναι, τότε γιατί όλη η προσπάθεια;
ΕΡΙ
Έχετε δίκιο. Θα βρεθεί πράγματι στο σημείο από όπου άρχισε. Τώρα όμως γνωρίζοντας. Και αυτό κάνει όλη τη διαφορά.
ΦΕΛ
Κύριε Μόρισον, όλα αυτά θα ήσαν ωραία και ίσως θα δικαιολογούσαν-αν
μπορεί να δικαιολογηθεί μια τέτοια πρόθεση-την απόφασή σας να φύγετε από
τη ζωή, όμως.... όμως να! Πώς μπορείτε εσείς να κατέχετε τη σωστή
ερμηνεία της ζωής και να γνωρίζετε όλες τις συνιστώσες της, ώστε να
αποφαίνεστε πώς θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι, πώς θα έπρεπε να είναι
οι σχέσεις τους και να υποβαθμίζετε την αξία πανανθρώπινων
συναισθημάτων; Δεν είναι λίγο εγωιστικό αυτό;
ΕΡΙ
Κυρία-αλήθεια πώς σας λένε;..
ΦΕΛ
Φελλίνη. Φελλίνη Σμιθ.
ΕΡΙ
Κυρία Σμιθ, οι άνθρωποι ή θα ζήσουν τη ζωή ή θα τη γνωρίσουν. Εμένα μου
δόθηκε να τη γνωρίσω. Και δεν ξύπνησα μια μέρα με γεμάτο το κεφάλι μου
με όλα όσα σας είπα. Όλα αυτά και όσα θα ακούσετε αν επιμείνετε στη
συνέχεια της συζήτησής μας, είναι γέννημα χρόνων πόνου και θλίψης. Και
όχι πως υπερηφανεύομαι γι αυτό, μάλιστα έρχονταν ώρες που καταριόμουν
όποιον έβαλε μέσα μου την άφευγη τάση να δίνομαι σε ό,τι πιο άχαρο
υπάρχει στον κόσμο- στη συνεχή προσπάθεια κατανόησης των γύρω μου, στην
έρευνα, στην εξέταση κάθε πιθανής αιτιότητας, προοπτικής και έκβασης των
κάθε φορά δεδομένων-που θα ήθελα να ήμουν ένας από τους πολλούς που
δέχονται τα πράγματα όπως είναι, χωρίς ν’ αναρωτιούνται και χωρίς να
ψάχνουν ασταμάτητα απαντήσεις στα πλήθος γιατί τους. Που θα ήθελα να
ζήσω και να πεθάνω ανυποψίαστος για όσα φοβερά η κάθε μέρα φέρνει μαζί
της, τυφλός στη θεατρική παράσταση της φρικτής καθημερινότητας,
ευχαριστημένος από την καλή τύχη που με έφερε σ’ αυτό τον κόσμο.
Μα όχι! Πάντοτε υπερίσχυε η γνώμη πως η χαρά είναι βάρβαρη, η θλίψη
ευγενική και πως η άσκεφτη πράξη είναι ανήθικη. Το να υποφέρω, για μένα
ήταν τρόπος ζωής. Και αν δεν έχω την απαίτηση να ενστερνιστείτε τις
απόψεις μου, όμως δεν θα έστεργα να μου αφαιρέσετε το δικαίωμα να δρω
σύμφωνα με αυτές.
Έτσι λοιπόν έφτασα εκεί που έφτασα.
Πρέπει κανείς σε όλη τη ζωή του να μην έχει στο μυαλό του άλλην ιδέα από
αυτή-πώς να γίνει ό,τι πραγματικά είναι. Πρέπει σ’ όλη τη ζωή του να
τον τυραννάνε τα μεγάλα ρωτήματα και να διερευνά κάθε πιθανή απάντηση
ώσπου να έβρει τη σωστή. Πρέπει να έχει απαρνηθεί τα γήινα και να είναι
όλος μια σμίλη, που μ’ αυτήν πετώντας κάθε περιττό Ψέμα από πάνω του, θα
αφήσει να λάμψει μόνο η Αλήθεια, αστραφτερή και αθάνατη κι ωραία.
Πρέπει να μην έχει χαρεί ούτε μια μέρα του βίου του -αλήθεια ποιος σας
είπε πως η αναζήτηση της χαράς και όχι του πόνου, είναι ο σκοπός του
ανθρώπου πάνω στη γη;..-πρέπει όταν ταξιδεύει να μην απολαμβάνει το
ταξίδι, αλλά να σκέφτεται το αίμα που έχυσαν οι εργάτες φτιάχνοντας το
δρόμο. Πρέπει σε έναν αγώνα τένις, αυτός να βλέπει μπροστά του να
ξεκοιλιάζεται η γάτα που θα δώσει τα έντερά της για να φτιαχτεί η
ρακέτα. Πρέπει όταν είναι πέντε χρονών, μια βραδιά που η μητέρα του θα
τηγανίζει πατάτες μέσα στην κουζίνα της τρώγλης όπου ζει, αυτός να βάλει
τα κλάματα γιατί είδε το θάνατο μπροστά του και, μικρό παιδί, τρόμαξε
απ’ αυτόν. Πρέπει όταν βλέπει ένα γερό κορμί, το μυαλό του να χτίζει
νεκροταφεία. Πρέπει όλα αυτά και άλλα ατελείωτα για να μπορέσει μια μέρα
να πει στον εαυτό του: «Αρκετά, αυτό ήταν όλο. Ο προορισμός σου πάνω σ’
αυτή τη γη εκτελέστηκε. Κάνε τώρα εκείνο που ξέρεις. Άφησε αυτό τον
κόσμο για να ξαναγυρίσεις στο Μηδέν, στην Ανυπαρξία, στο Μεγάλο Τίποτα,
στη Μήτρα αυτή του παντός. Αρκετά ξεπόρτισες. Γύρνα σπίτι. Ούτε συν ούτε
πλην. Επιτέλους, η ισορροπία, η πλήρης αρμονία.» Και, παραδεχτείτε το,
αφού ο έρωτας-η αναζήτηση δηλαδή του θανάτου- δίνει τόσην ηδονή στον
άνθρωπο, ο ίδιος ο θάνατος δε θα κάνει όλβιον εκείνον που θα βυθιστεί
μέσα του; Και όμως, εσείς είστε εδώ επιζητώντας να μου στερήσετε τη
μέγιστη των ηδονών-το θάνατο...
ΦΕΛ
Ψάχνοντας και παρατηρώντας και υπολογίζοντας δεν έτυχε να βρείτε μπροστά
σας έναν αδιαπέραστο τοίχο, που κι εσείς αποτελείτε ένα μικρό του
κομματάκι-την κοινωνία κύριε Μόρισον, που έχει άλλες ιδέες από τις δικές
σας; Πώς μπορέσατε να αγνοήσετε ότι ένα πλήθος εκατομμυρίων-τι λέω
εκατομμυρίων, δισεκατομμυρίων-ανθρώπων έχει αντίθετη άποψη για τη ζωή
από ό,τι εσείς;
ΕΡΙ
Κυρία Σμιθ, μου αρέσει να μιλώ και είστε καλός ακροατής, αν και
αμφιβάλλω αν συμφωνείτε με κάτι από όσα μέχρι τώρα είπα. Αν όμως
ξεπεράσω τα όριά σας, ο τρόπος για να σταματήσω, για να ξέρετε, είναι να
μην μου κάνετε άλλες ερωτήσεις. Αλλιώς φοβάμαι ότι θα σας κουράσω με
την πολυλογία μου.
ΦΕΛ
Κοιτάξτε κύριε Μόρισον… για να είμαι ειλικρινής μαζί σας… αν εννοείτε
ξεπέρασμα των ορίων μου την ικανότητά μου να αντικρούω απόψεις, ομολογώ
ότι αυτό ξεπεράστηκε από ώρα. Γιατί δεν έχω ίσως τις γνώσεις να
παρακολουθήσω όσα λέτε ή γιατί άκουσα τόσα πολλά σε τόσο μικρό διάστημα
που δεν έχω καιρό να τα βάλω σε μια σειρά και να προσπαθήσω να τα
αντικρούσω ένα ένα. Μην σκέπτεστε όμως καθόλου ότι μπορεί να με
κουράσετε μιλώντας. Μπορεί να μην συμφωνώ με όλα όσα ακούω, μα μου είναι
ευχάριστο να σας ακούω. Ύστερα εμείς το επιδιώκουμε αυτό. Άνθρωπος που
μιλάει είναι ακόμα ζωντανός… Και ακόμα η ομιλία για κάτι που μας ενοχλεί
και η εξωτερίκευση συναισθημάτων μ’ αυτήν, θα ξέρετε και σεις πως
επηρεάζει θετικά την ψυχική κατάσταση εκείνου που μιλάει. Μη σας περάσει
λοιπόν από το μυαλό ότι με ενοχλείτε μιλώντας μου.
ΕΡΙ
Ωραία λοιπόν! Με ρωτήσατε κάτι για την κοινωνία…
ΦΕΛ
Ναι, ρώτησα πώς μπορέσατε και αναπτύξατε απόψεις που έρχονται σε
αντίθεση με τα κρατούντα-με κείνα που λαοί και κοινωνίες ολόκληρες έχουν
θεσπίσει για χιλιετίες πάνω στη γη αυτή. Και όχι μόνο
θεωρητικολογώντας, αλλά επεκτείνοντας την αντίθεσή σας αυτή ως το σημείο
να θέλετε να πεθάνετε από και για τις ιδέες σας αυτές.
ΈΡΙ
Η κοινωνία!.. Μα, κυρία Σμιθ, υπάρχει άλλο ανοητότερο σύνολο από αυτόν
τον αηδιαστικό συμφυρμό κοινά παραδεγμένων κανόνων συμπεριφοράς και
διαβίωσης; Αυτή δεν είναι που γεννάει όλες τις προκαταλήψεις και
ενστερνίζεται κάθε στραβή ιδέα που κάποιος λαοπλάνος εκμεταλλευτής
ξεστομίζει;
Η κοινωνία!.. οι δουλείες της… τα ήθη και τα έθιμά της… οι συνθήκες της…
Και η μεγαλύτερη δουλεία της η θρησκεία! Το πιο ανθρώπων με μεγάλα
συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που
θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή και οι προσευχές των πιστών
ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα
που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα
πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα
εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί απλά ακολουθούν και
όσοι είναι ξύπνιοι κάνουν πως τα χάφτουν. Και όλοι μαζί δημιουργούν ένα
θέατρο και μέσα του βάζουν χαρτονένιες φιγούρες και καθισμένοι στην
πλατεία, παρακολουθούν τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζουν μ’ αυτά ή
δυσφορούν. Και ό,τι οι φιγούρες πούνε οι θεατές τ’ ακούνε και ό,τι
διατάξουν αυτοί το εκτελούν, σαν να μην ξέρουν πως αυτοί οι ίδιοι τις
ανέβασαν εκεί.
Μερικές φορές κάποιος μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον
εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της συνεχούς του απασχόλησης με το
θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα.
Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη
σκηνή. Και απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σαν θεούς, σαν
ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών που ανέβηκαν στην πλατεία για να
διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα
λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χανόνταν η καημένη.
Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου
βρίσκουν μιαν απασχόληση ακολουθώντας τους. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες
φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα
μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’
αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους.
Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν
μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό.
Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα
φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν
όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Και όλες αυτές οι ανόητες ενασχολήσεις ,
ίσα για να ξεχνούνε την ιδέα του θανάτου.
Μα πώς όλοι αυτοί βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους
ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση
ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι;
Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι
αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να
είναι άνθρωποι αφού υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους,
υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα.
Δεν είναι άνθρωποι όσοι σκορπάν έτσι ανώφελα τη ζωή τους γεμίζοντάς την
με εύκολη φιλία, με ευκαιριακή καλοπέραση, με χρήμα που αποκτιέται και
ξοδεύεται σαν να μην υπήρξε, με υποκριτικά συναισθήματα, με ανόητες
περιπέτειες. Άνθρωποι είναι οι ξεχωριστοί, οι ανόμοιοι, οι μοναχοί, οι
ανυπόταχτοι, οι ανεξάρτητοι.
Α! Κάποιο λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Άνθρωποι έπρεπε τα ζώα να λέγονται! Αυτά ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα.
Ενώ για τους ανθρώπους… για τους ανθρώπους η ζωή είναι ένα σύνολο
ντροπερών πράξεων και λόγων. Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η
μοναδική!.. Ω! Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει
σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ανυπαρξία της και ο
άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους
τροχούς της τους ανθρώπους.
Η ζωή: ένας αγώνας για το τίποτα… για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για
δόξα… για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και
πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα, ύστερα από τα τόσα που απόχτησαν,
με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το
δώσει-μια συντροφιά, ένα χάδι…
Ω! Άγια μοναξιά! Με συνείδηση τουλάχιστον της μηδενικότητάς σου! Με
αποδοχή της Μοίρας σου χωρίς τσιριμόνιες και ψευτοφάρμακα! Χωρίς
υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου
ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία,
την κόλαση των υποταγμένων όντων, που οι άνθρωποι έχουν εφεύρει για να
ξεγελούνε τη μοναξιά που μισούν και το θάνατο που φοβούνται.
Κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά όπου μια
ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, μ’ ένα πανωφόρι… Γιατί να μην
ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο
μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας
φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεινάσει, ας
πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί-μόνος του. Μετά ας
αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όμως αυτοί; Μια συνεχής πάλη… Για τι; Για ποιον;
Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Και εδώ είναι ο
παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με
άλλους, από άλλους, για άλλους.
Ω! Μόνωση-Δόξα του ανθρώπου!
Και ω! Κοινωνία!-Όνειδος και κατάρα του ανθρώπου!
Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο
σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα
δεις να τα κόψεις. Ευτυχής ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο
ένας να κλέβει τον άλλονε ωραία ευτυχία μα την αλήθεια.
Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις
γιατί οι δυνατοί τους σκότωσαν κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ.
Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας.
Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα
ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και
ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει.
Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας.
Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι θέλουν να μάθεις
αυτοί που χτίσανε τα σχολεία ακριβώς για να σε δουλώσουν. Κι αυτή είναι η
δόξα της μεγαλειότητάς τους- ποιας μεγαλειότητάς τους; η μικρότητα
είναι η ουσία τους.
Ή μήπως θα με κρατούσε στη ζωή η Τέχνη; Που τόσο μακριά από την αποστολή
της αρμενίζει ώστε βλέπει τον κόσμο με τα μάτια του ανθρώπου, ενώ από
την τέτοια τέχνη μένουν εκστατικοί μόνον οι ανεπαρκείς… Όχι! Μακριά! Να
μην αηδιάζω από τα όσα μηχανεύονται οι άνθρωποι για να δώσουν σκοπό στην
έτσι κι αλλιώς άχαρη και άσκοπη ζωή τους-για να μην αηδιάζω από την
προσπάθειά τους να ωραιοποιήσουν την ασχήμια.
Όχι! Τέτοια κοινωνία σας τη χαρίζω.
Τα υποταγμένα όντα ας μένουν μέσα σ’ αυτήν. Για κείνα είναι πλασμένη. Η
κοινωνία ας βασανίζει αυτά, ας κουρελιάζει την ψυχή τους, ας ματώνει την
καρδιά τους. Τα υποταγμένα όντα ευχαριστιούνται μ’ αυτό. Νιώθουν ότι
αυτό είναι ο προορισμός τους πάνω στη γη, νιώθουν πως έτσι τα έχει
φτιάξει ο καλός θεός και πως θα ’τανε αμαρτία να προσπαθήσουν ν’
αλλάξουν. Τα υποταγμένα όντα τόσο μυαλό έχουν, τόσο μόνο μπορούν να
κρίνουν, τέτοια μάτια έχουν, τόσο μόνο κοντά μπορούνε να δουν.
Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας.
Σεις τη φτιάξατε, για σας είναι. Εσείς όταν μένετε μέσα της νιώθετε
δικαιωμένοι σαν υποταγμένα όντα που είστε. Κρατήστε την, σας ανήκει
δικαιωματικά.
Μείνετε ο ένας κοντά στον άλλο. Σφιχτείτε ο ένας κοντά στον άλλο, ώστε
όταν έρθει ο σωστός λόγος να μπορείτε να τον πετροβολήσετε όλοι μαζί,
χωρίς να του αφήσετε περιθώρια νίκης.
«Ο ένας κοντά στον άλλο!» Με τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ζήσει
και θα ζήσει με κάποιον άλλο; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Πόσο σας
λυπάμαι! Πόσο φτιαγμένα για την άφτερη ζωή είσαστε! Πόσο κάτω, κάτω,
κάτω βρισκόσαστε!
Συνεταίροι: το μαχαίρι κρυμμένο για λίγο πίσω από την πλάτη του ενός
ώσπου να βρει ευκαιρία να καρφωθεί στην πλάτη του άλλου. Συνάδελφοι στο
ίδιο γραφείο; Ο κοντυλοφόρος γίνεται κάθε στιγμή κοντάρι έτοιμο να
μπηχτεί στο στήθος του συνάδελφου. Αγάπη-το κοράκι που τρώει ό,τι έχει
απομείνει από τα άλλα θηρία: τιμή, εμπιστοσύνη, ηθικότητα κι άλλα… κι
άλλα… όλα βδελυρά φαντάσματα ενός βδελυρότερου νου.
Ο φόβος! Ο φόβος είναι που ενώνει τα υποταγμένα όντα. Και όχι ο φόβος
για τα άγρια θηρία και για τα στοιχεία της φύσης, αλλά ο φόβος του ενός
υποταγμένου όντος για το άλλο. Ο φόβος που πρέπει να χωρίζει τα
ανθρώπινα όντα το ένα από το άλλο, ο ίδιος φόβος είναι που, επειδή είναι
τόσο ισχυρός, σπρώχνει τελικά τον ένα κοντά στον άλλο. Για να μπορεί να
βλέπει καλά καλά ο ένας τα χέρια του άλλου άδεια από όπλα. Τόσος τόπος
στη γη κι εκείνοι μαζεύονται σε λίγες πόλεις, κοιμούνται ο ένας πάνω
στον άλλο, τρώνε ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ο ένας πάνω στον άλλο,
γιατί; Από το φόβο. Γιατί έτσι φυλάγεται καλλίτερα ο ένας από τον άλλο.
Και φτιάχνουν οι δυνατοί λέει νόμους, που τάχα προστατεύουν τους
πολίτες. Νόμοι: η επίσημη σκλαβιά!
Πόσο αντιανθρώπινοι είναι οι άνθρωποι εκεί, πόσο υποταγμένοι! Ενώ
ντυμένοι τη μόνωσή τους, τότε και μόνον είναι άνθρωποι. Γιατί τότε ό,τι
κάνουν το κάνουν για τον εαυτό τους. Είναι αυτάρκεις και γι αυτό
αξιοπρεπείς. Καμία εξάρτηση, καμία υποχρέωση, κανένα δικαίωμα άλλο, παρά
το μεγάλο και μοναδικό δικαίωμα που τους δίνει το ότι γεννήθηκαν. Όλα
τα άλλα καθήκοντα και όλες οι άλλες υποχρεώσεις είναι πλαστές. Μόνοι
τους! Μόνοι τους με τα φυτά, τα ζώα, τη συνείδησή τους, το χώμα, τον
ουρανό- τ’ αδέρφια τους.
Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, κοινωνία μ’ ένα λόγο, όλα βιαστές.
Βιαστές της μεγαλοσύνης του ανθρώπου, της αξιοπρέπειάς του, της δύναμής
του ακόμα. Κάνουν τη δύναμή του αδυναμία. Και ο άνθρωπος ζητάει,
παρακαλεί, εκλιπαρεί αντί να παίρνει, αντί ν’ αρπάζει, αντί να κατέχει
τέλεια και υπεύθυνα όλες τις συνιστώσες του. Κακόμοιρα υποταγμένα όντα!
Κακόμοιρα άμυαλα όντα! Ντροπή της φύσης! Και πόσο φοβούνται το θάνατο!
Δε θέλουν να πάψουν να υπάρχουν…
Τόσο υπερεκτίμησαν τον εαυτό τους τα υποταγμένα όντα. Δε βλέπουν το
κάλλος του άνθους. Δε νιώθουν τη δόξα των λόφων. Δεν τους τυφλώνει η
λαμπρότητα της πέτρας. Δεν ακούνε τη μελωδία του αέρα περνώντας από τη
χαραμάδα του παράθυρου… Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Δεν ήρθατε στον
κόσμο-σάς έφεραν. Δε ζήσατε. Άλλοι για σας έκαναν, είπαν, γέλασαν. Και
δε θα φύγετε από τον κόσμο-θα σας διώξουν όποτε το θελήσουν οι δυνάστες
σας. Και μέσα σ’ όλα ο χειρότερος δυνάστης: ο γάμος! Η υποχρέωση δυο
ανθρώπων που μισούνται αναμεταξύ τους, να κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι.
Άνθρωποι ενωμένοι μόνο τις στιγμές που σαν γουρούνια κυλιούνται πάνω στο
βρωμερό κρεβάτι τους. Και τότε ενωμένα τα κορμιά τους μόνο. Οι
παραδόσεις τους, οι καταγωγές, οι φυλές, οι ρίζες τους, μάχη και την ώρα
εκείνη δίνουν. Και πώς τρέχουν να πλυθούν μετά το κάθε σμίξιμό τους
δείχνοντας έτσι τη σιχαμάρα τους για τους συντρόφους που οι ίδιοι πριν
από λίγο, σπρωγμένοι από κάποιες ορμόνες επιζητούσαν… Τ’ αστέρια με το
φεγγάρι, ο ήλιος με τη γη, πιο κοντά βρίσκονται το ένα στ’ άλλο. από
ό,τι οι «σύζυγοι» μεταξύ τους. Α! Οι συγκοιμώμενοι! Που ζουν με το φόβο
πως ο ένας θα σκοτώσει τον άλλονε τη νύχτα. Ασφαλίζουν κι αυτοί την
πόρτα τις νύχτες, μα ποιο το όφελος;-ο εχθρός κοιμάται δίπλα τους. Πώς
να είναι σίγουροι ότι θα ζουν το πρωί; Και α! μέθοδες που
επιστρατεύονται για να σιγουρέψουν πως θα ξυπνήσουν την άλλη μέρα: τα
παιδιά, οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν, τα τηλεφωνήματα σε
κοινούς γνωστούς πριν από τον ύπνο για να είναι μάρτυρες, κείνη η
πανάρχαια συνήθεια που ακόμα διατηρούν-το άνοιγμα διάπλατα του στόματος
πριν τον ύπνο, για να δείξουν τα κοφτερά δόντια τους, η υπόσχεση για
κάποιο δώρο ή για κάποιο ποσό χρημάτων, ένα βαρύ αντικείμενο ή ένα όπλο
στο κομοδίνο, δίπλα τους… Όχι κυρία Σμιθ, κρατήστε την κοινωνία σας!
ΦΕΛ
Είμαι νέα ακόμα και δεν έχω ακούσει άλλη φορά τέτοιες απόψεις, τέτοιες
φοβερές σκέψεις. Και αισθάνομαι τον εαυτό μου υποχρεωμένο να αντιδράσει
σε αυτή την καταιγίδα μειωτικών για τους ανθρώπους χαρακτηρισμών,
προβάλλοντας, με όσην ένταση μπορώ να το κάνω, την άλλη άποψη, την άποψη
της αισιοδοξίας, κάτι που κι εσάς πιστεύω θα ωφελήσει. Αν και αυτό θα
είναι κάτι δύσκολο για μένα… όμως πρέπει, δεν έχω το δικαίωμα να αφήσω
ανυπαράσπιστες τις χαρές της ζωής… την ίδια τη ζωή… γι αυτό επιτρέψτε
μου να πω κι εγώ λίγα λόγια…
(Θόρυβος από την πόρτα όπως κλειδιού που γυρίζει στην κλειδαρότρυπά της.
Εριναστός και Φελλίνη κοιτάζουν προς τα εκεί. Η Φελλίνη στρέφει
ερωτηματικά προς τον Εριναστό)
ΕΡΙ
Ιδέα δεν έχω ποιος μπορεί να έχει το κλειδί μου.
(Η πόρτα ανοίγει και στο άνοιγμά της εμφανίζεται η Ζωή. Είναι μια νέα
και όμορφη γυναίκα, ζωηρόχρωμα και παρδαλά ντυμένη. Έχει πλούσια ξανθά
μαλλιά, φοράει σανδάλια, είναι ζωηρά βαμμένη, στο λαιμό έχει γιρλάντες
από αγριολούλουδα, βραχιόλια στα χέρια και μια ζώνη κομψή πράσινη στη
μέση της. Είναι χαρούμενη και ποτέ στη συνέχεια το χαμόγελο δεν φεύγει
από τα χείλη της.)
ΖΩΗ
(γελώντας με την έκπληξή τους, και ενώ ο Εριναστός, όσο αυτή μιλάει, την κοιτάζει προσεκτικά, η Φελλίνη με περιέργεια και θυμό)
Από μακριά άκουσα την κουβέντα σας –διαθέτω μια καταπληκτική ακοή- και
μέσα της άκουσα πολλές φορές τ’ όνομά μου. Και μιας και τίποτα καλλίτερο
δεν είχα, είπα ας πάω να γνωρίσω αυτούς τους συνομιλητές. Και να ’μαι!
(Πηγαίνει προς το τραπέζι)
Ου! Βιβλία! Εσείς πρέπει να είσαστε σοφοί!
Εγώ δεν έμαθα να διαβάζω. Μα τι μου χρειάζεται; Όπου και να σταθώ με
ταϊζουν. Και ποτέ δεν μένω χωρίς στέγη, χωρίς διασκέδαση, χωρίς εραστές.
Όλοι, άντρες και γυναίκες με καλοέχουν. Ποτέ έγνοια δε βάζω για τίποτε.
Όλος ο χρόνος μου είναι ελεύθερος και δεν ξέρω τι να τον κάνω. Και
τριγυρνάω εδώ κι εκεί κάνοντας όποια τρέλα μου έρθει. Και παρέα στις
τρέλες μου αυτές δεν μου λείπει-ουρά κάνουν οι άνθρωποι για να με
συντροφεύουν. Τους δικαιολογώ. Ποιος άντρας δε θα ’θελε τη συντροφιά
μιας νέας και όμορφης κοπέλας και ποια γυναίκα δε θα με ήθελε για
φιλενάδα της-κράχτη αρσενικών; Πόρτα, όπως είδατε με τα ίδια σας τα
μάτια, καμία δεν μου αντιστέκεται. Μπαίνω όπου θέλω με το μοναδικό μου
κλειδί, που όμως ανοίγει όλες τις πόρτες. Χα!.. Μα εσείς τι κάνετε εδώ;
Πρέπει να έχετε κάποια σοβαρή συζήτηση. Αν είναι έτσι να σηκωθώ να φύγω
γιατί τα σοβαρά μου φέρνουν ανία.
(στη Φελλίνη, με ενδιαφέρον)
Μικρή μου να συμμαζέψεις και να σηκώσεις επάνω τα μαλλάκια σου. Είσαι στρογγυλοπρόσωπη και δε σου πάνε έτσι κάτω ριγμένα.
ΕΡΙ
Είπες πως άκουσες τ’ όνομά σου. Ποιο είναι αυτό;
ΖΩΗ
Ζωή.
ΦΕΛ
(Στον Εριναστό, με επιτιμητική απορία)
Κύριε Μόρισον, δεν σας νοιάζει που μια ξένη μπαίνει απρόσκλητη μέσα στο
σπίτι σας και φέρεται τόσο αναιδώς, παρά σας ενδιαφέρει μόνο τ’ όνομά
της;
ΕΡΙ
(γελώντας και εξετάζοντας τη Ζωή ενώ μιλάει)
Ελάτε κυρία Σμιθ, τι θα είχα να φοβηθώ; Μήπως με κλέψει ή μήπως με
σκοτώσει; Ύστερα δεν ξέρω… μπορεί να μοιάζει για ξένη, όμως μάλλον μου
είναι πολύ γνωστή.
ΖΩΗ
(συνεχίζει όπως πριν μη δίνοντας σημασία στις κουβέντες τους)
Η αλήθεια είναι πως λίγοι με ξέρουν. Οι περισσότεροι με φαντάζονται
μόνον. Ή με γνωρίζουν από τα επιτραπέζια παιχνίδια μου που όλους τους
ενδιαφέρουν. Α! Παίζω πολλά παιχνιδάκια. Το «πόλεμος-ειρήνη» είναι το
αγαπημένο μου. «Για γερά νεύρα», «Ο γιατρός και οι αρρώστιες»,
«Απρόσμενες εξελίξεις», είναι επίσης πολύ καλά. «Οι φυσικές καταστροφές»
δεν μου αρέσουν και πολύ, όμως είμαι υποχρεωμένη να το παίζω κι αυτό.
Να μη σας παίρνω το χρόνο σας λέγοντάς σας περισσότερα, όταν μάλιστα ο
χρόνος είναι τόσο περιορισμένος για κάποιον από τους δυο σας. Αλήθεια,
ποιος πρόκειται να μας αφήσει χρόνους-έτσι δεν το λέτε;
(Η Φελλίνη περιμένει μιαν αντίδραση του Εριναστού και όταν βλέπει ότι αυτός δεν αντιδρά αποφασίζει να μιλήσει εκείνη)
ΦΕΛ
Απορώ με σένα δεσποινίς Ζωή. Μπαίνεις απρόσκλητη σ’ ένα σπίτι και
φέρεσαι σαν να ήτανε το δικό σου, ενώ ο οικοδεσπότης είναι παρών και
μάλιστα έχει μια παρέα που συζητάει μαζί της. Τι συμπεριφορά είναι αυτή;
Έτσι κάνεις πάντοτε εσύ; Και τι άπρεπες ερωτήσεις!..
ΖΩΗ
Κοπέλα μου πουθενά δεν μπαίνω απρόσκλητη. Έχω πρόσκληση διαρκείας από
όλους. Και όχι μπαίνω μα έχω την αίσθηση πως πάντοτε βρίσκομαι σα στο
σπίτι μου σε κάθε σπίτι που βρίσκομαι. Μόνο που οι περισσότεροι με έχουν
συνηθίσει πια και είναι σαν να μην υπάρχω γι αυτούς. Μπορώ να πω πως
δεν με βλέπουν καν. Και στο δικό σου το σπίτι έχω έρθει -δεν μένεις στην
Owensmouth 8741; μα ήμουν τόσο κοντά σου που δεν με είδες.
ΦΕΛ
(κοιτάζει απορημένη μια τη Ζωή μια τον Εριναστό. Στη Ζωή)
Πράγματι… εκεί μένω… Μα ποια είσαι;..
ΖΩΗ
Η Ζωή-μια ζωντανή κοπέλα που όλο γυρνάει.
(Η Φελλίνη σηκώνεται. Κάνει να μιλήσει στη Ζωή, αλλάζει γνώμη και στρέφει στον Εριναστό)
ΦΕΛ
Κύριε Μόρισον νομίζετε πως θα πρέπει να δώσουμε σημασία στη δεσποινίδα ή
θα ήταν καλλίτερα να συνεχίσουμε τη δουλειά μας-τη δουλειά μου αν
θέλετε; Εκτός αν η παρουσία της σας άλλαξε διάθεση και σκεφτόσαστε
διαφορετικά για ό,τι είχατε αποφασίσει.
ΕΡΙ
Κυρία Σμιθ ας ασχοληθούμε με τη δεσποινίδα Ζωή.
(Κοιτάζοντας τη Ζωή)
Ίσως μάθουμε πολλά απόψε και γι αυτήν και για τους εαυτούς μας. Καθίστε παρακαλώ.
(Η Φελλίνη κάθεται. Στη Ζωή)
Εγώ είμαι που πρόκειται να σας αφήσω δεσποινίς Ζωή.
ΖΩΗ
Με τι; Δηλητήριο, κρεμάλα, γκρέμισμα, πιστόλι;..
ΦΕΛ
Αυτό μόνον έχεις να πεις- «Με τι;» Δε θα τον αποτρέψεις; Εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω-γι αυτό είμαι εδώ.
ΖΩΗ
Γιατί να τον αποτρέψω;
ΦΕΛ
Καλή είναι αυτή! Μα να τον αφήσουμε να πεθάνει;
ΖΩΗ
Κοπέλα μου, διακόσια δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν πεθάνει μέχρι σήμερα.
Ένας ακόμα σε τι-ποιον θα πείραζε; ως για αυτοκτονίες, κάθε μέρα
δεκαριές χιλιάδες αυτοκτονούν. Και οι αρρώστιες και τα δυστυχήματα
σκοτώνουν περισσότερους. Λοιπόν τι;
ΕΡΙ
(στη Ζωή, που όσο αυτή μιλούσε με την Φελλίνη αυτός την παρατηρούσε προσεκτικά)
Νομίζω ότι μια τούφα από τα μαλλιά σου έχει ξεστρατίσει.
(σηκώνεται και απλώνει το χέρι του στα μαλλιά της Ζωής)
Μου επιτρέπεις…
(Καθώς προσπαθεί να στρώσει τα μαλλιά της Ζωής μένει στο χέρι του
ολόκληρη η περούκα που αποδείχνεται ότι αυτή φοράει, αποκαλύπτοντας μια
κατάμαυρη, λεία επιφάνεια στο μέρος όπου πριν καλύπτονταν από την
περούκα)
ΦΕΛ
(με αηδία)
Θεέ μου! Κι ήταν τόσο όμορφη κοπέλα…
ΖΩΗ
(ανέμελα και αδιάφορα)
Ήτανε δώρο ενός φίλου. Θα βρω κάτι άλλο πάλι.
(στη Φελλίνη, συνεχίζοντας την προηγούμενη κουβέντα)
Και ξέρεις πόσοι χάνονται με τα καράβια; Ο βυθός της θάλασσας δε φαίνεται από τα κουφάρια τους.
ΕΡΙ
(στη Ζωή)
Καθώς βλέπω από εδώ που βρίσκομαι, το δεξί σου στήθος σαν να μπαινοβγαίνει σε κάθε σου κίνηση. Σαν ψεύτικο μου μοιάζει.
(σηκώνεται, πλησιάζει τη Ζωή, που δέχεται αδιάφορα τις επεμβάσεις του
και της ανοίγει τη μπλούζα. Στο άνοιγμά της φαίνεται όχι δέρμα, μα η
ίδια άψυχη συμπαγής και κατάμαυρη επιφάνεια όπως του κρανίου της, με
πάνω της, στη θέση όπου έπρεπε να είναι τα στήθη της Ζωής, δυο ψεύτικα
στήθη. Ο Εριναστός βγάζει τα ψεύτικα στήθη και αμέσως μετά τη μπλούζα.
Δυο τρύπες μένουν στη θέση του στήθους. Η Φελλίνη σηκώνεται και
οπισθοχωρεί τρομαγμένη)
ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ω! χάλασαν όλα. Μα και τι να περίμενα μετά τόσον καιρό. Πρέπει να πάω για ανασύσταση όπως και να το κάνεις…
(στον Εριναστό, τελείως φυσικά)
Και γιατί θέλεις ν’ αυτοκτονήσεις;
(Ο Εριναστός δεν της απαντάει. Της λύνει τη ζώνη και κατεβάζει την
πολύχρωμη φούστα της. Φαίνονται μέση, γλουτοί, μηροί, κνήμες, όπως και
πιο πάνω. Η Φελλίνη κραυγάζοντας φωνές φρίκης και τρόμου κρύβεται όπως
μπορεί πίσω από τον Εριναστό. Ο Εριναστός κοιτάζει προς το πρόσωπο της
Ζωής, το μόνο ανθρώπινο που έχει μείνει από ό,τι πριν ήταν η Ζωή. Την
πλησιάζει βλέποντας προς αυτό.)
ΖΩΗ
(βλέποντάς τον, χωρίς προσπάθεια αντίδρασης, σιγά)
Θα φτάσεις λοιπόν ως εκεί;
(Ο Εριναστός σηκώνει το χέρι του ως το μέτωπο της Ζωής, πιάνει το δέρμα
από τη γραμμή που χωρίζει το δέρμα και το μαύρο του κρανίου και το
τραβάει. Το πρόσωπο της Ζωής είναι μια μάσκα που μένει στα χέρια του
Εριναστού, ενώ κάτω από αυτήν αποκαλύπτεται η μαύρη επιφάνεια όπως και
πιο πάνω, με τρύπες στη θέση των ματιών της μύτης και του στόματος, που
μόλις η Φελλίνη και ο Εριναστός προλαβαίνουν να δουν. Μια δυνατή
απόκοσμη κραυγή βγαίνει από το μαύρο που αντιστοιχούσε στο στόμα της
Ζωής και την ίδια στιγμή βαθύ σκοτάδι καλύπτει το δωμάτιο. Η Φελλίνη
κραυγάζει όλο και πιο δυνατά)
ΕΡΙ
(δυνατά)
Ησυχάστε!.. Ησυχάστε κυρία Σμιθ!
(πολύ δυνατά)
Σταματήστε!
(Οι φωνές της Φελλίνης χαμηλώνουν)
Κάπου έχω ένα κερί… νάτο, το βρήκα…
(ακούγεται ο ήχος ανάμματος ενός σπίρτου και το κερί ανάβεται. Ότι είχε
απομείνει από τη Ζωή έχει εξαφανιστεί και μόνο τα ρούχα και η μάσκα της
μένουν πεσμένα στο πάτωμα. Η Φελλίνη ρίχνεται στην αγκαλιά του Εριναστού
κοιτάζοντας φοβισμένη γύρω. Ο Εριναστός απωθώντας ήρεμα την Φελλίνη
απελευθερώνεται από το αγκάλιασμά της. Καθησυχαστικά)
Ησυχάστε κυρία Σμιθ. Όλα πέρασαν πια. Ξέρω, ήτανε φοβερό το θέαμα, για μια γυναίκα τουλάχιστον… Ηρεμήστε…
(Η Φελλίνη κοιτάζει γύρω στο δωμάτιο, ώσπου να βεβαιωθεί ότι όλα είναι όπως πριν εισβάλει η Ζωή σ’ αυτό)
Είστε καλά τώρα;
ΦΕΛ
(Ακόμα επηρεασμένη από τα προηγούμενα, σιγά)
Κύριε Μόρισον… τι φοβερό!..
ΕΡΙ
Αλήθεια φοβερό. Και νομίζω πως ύστερα απ’ αυτό δεν θα έχετε διάθεση για
συνέχιση της προσπάθειάς σας, γι αυτό καλλίτερα θα ήταν να πηγαίνατε στο
σπίτι σας.
ΦΕΛ
(πάντοτε ταραγμένη)
Έχετε δίκιο. Μου είναι αδύνατο να σταθώ άλλο εδώ μέσα-με συγχωρείτε… Αν
και θα ήθελα να σας πω κι εγώ κάποιες γνώμες μου… μα τώρα… μου είναι
αδύνατον. Σας παρακαλώ κύριε Μόρισον, δώστε μου την ευκαιρία να σας
μιλήσω κάποιαν άλλη μέρα…(παίρνει την τσάντα της από την καρέκλα και
κάνει μερικά βήματα προσέχοντας να πατάει μακριά από τα ρούχα της Ζωής)
ΕΡΙ
Σας καταλαβαίνω απόλυτα. Να πάτε στο καλό. Μόνο όταν καλείστε από δω και
πέρα σε παρόμοιες περιπτώσεις, επικαλεστείτε οποιαδήποτε επιχειρήματα,
μόνο μην υποστηρίξετε ότι η ζωή υπάρχει, ή πώς, αν υπάρχει, ότι είναι
ωραία…
ΦΕΛ
Ούτε λόγος… Μόνο σκέπτομαι ότι θα κουβαλώ μέσα μου ολοζωής αυτή τη
φρικτή γνώση, χωρίς να μπορώ να μιλήσω γι αυτήν σε κανέναν-ποιος θα με
πίστευε…
(Δίνει το χέρι της που ακόμα τρέμει στον Εριναστό)
Σας εύχομαι το καλλίτερο κύριε Μόρισον.
(Βγαίνει γρήγορα αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα πίσω της)
ΕΡΙ
Γεια σας κυρία Σμιθ.
(Κλείνει την πόρτα και κατευθύνεται προς το τραπέζι. Σταματάει για λίγο και με το πόδι του αγγίζει τα ρούχα της Ζωής.)
Τουλάχιστον να φορούσε μαύρα…
(Παίρνει το πιστόλι στο χέρι του και με αργές και σίγουρες κινήσεις το
κατευθύνει προς τον κρόταφό του ενώ ταυτόχρονα πέφτει κατακόκκινη η)
ΑΥΛΑΙΑ