ΤΑ ΠΡΆΓΜΑΤΑ ΣΚΟΥΡΑΊΝΟΥΝ ΣΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΆ
Ορθώθηκε ο άρχοντας στα δυο χρυσά του πόδια
Και βλέμμα άκρως βλοσυρόν έριψεν εις τους γύρω.
Η αδελφή του, η Δούκισσα Τσοκαροβλακεντίας
Απέναντί του ίστατο με πρόσωπον οργίλον.
Κι εκρέματο εκ των ώμων της της το σάλι της το μέλαν
Και το λιπώδες σώμα της έτρεμεν ως εθώρει
Μιαν ανοικτήν επιστολήν στην τράπεζαν επάνω,
Την πλήρη σκούδων και λιρών και ναπολεονίων.
Εκ της κουζίνας ήρχοντο κρεάτων ευωδίαι
Ου μην κρομμύων τε, ωών και γιαουρτοσκορδίου.
Δεξιόθεν της τα τέκνα της έβλεπον ηλιθίως
Μια του άρχοντος το πρόσωπον και μια το της μητρός των
Ωσάν να ηρεύνων να ιδούν με τ’ απλανή των μάτια
Τις ήτο βλακωδέστερος-η Δούκισσα ή ο άρχων;
Αδημονούσαι ν’ ακουσθεί του άρχοντος η γνώμη,
Ρούχα φορώντας παστρικιάς-αυτά τα εν τη μόδα-,
Φλυαρούντα όπίσθεν αυτών ίσταντο τα κοράσια-
Αι της Δουκίσσης εγγοναί- με το κενόν των βλέμμα
Και αναλογιζόμεναι πως σήμερον θα χάσουν
Της οθωμανικής σειράς την ποθητήν συνέχειαν,
μη αντιλαμβανόμεναι διατί αυτό να γίνει
ίνα τραφεί το ασίγαστον το μίσος της Δουκίσσης
δια κάποιον γέροντα αδελφόν που ούτε τον είχον ίδει
και ούτε που έγνοιαν έχουσιν αν ζει ή αν πεθαίνει.
Η οικογένεια του άρχοντος οπίσω του ευρισκόταν
Πλην της αρχόντισσας που ωχρή, εκ της πολλής της μήνιος
με οφθαλμούς που έλαμπον από παραφροσύνην
πηγαινοερχόνταν γύρω του και έμπροσθεν και οπίσω.
Ο βλάξ υιός του άρχοντος, γελών ανευ αιτίας
Συνηγωνίζετο δεινώς τας δύο αδελφάς του
Αφού κι εκείναι βλέπουσαι η μία τους την άλλην
Χαζογελούσαν θεώμεναι την σύναξιν εκείνην
Ενώ παλαιών ερώτων των αναθυμούνταν κλίνην
Τότε που είχον οι ερασταί σειράν κάμνει όπισθέν των
Δοξολογώντας την του σεξ θείαν ελευθερίαν.
Ο γέρων άρχων τελικώς, αφού πολύ εσκέφθη
Κάμνων της ομηγύρεως μακράν την αγωνίαν,
Εμίλησε. Και ήταν ως φρύνος να είχεν πέσει
Εις λίμνην πλήρη γλοιωδών πρασίνων σαπροφύτων.
Και ήτο ωσάν να έκραζε κόραξ συναχωμένος
Ή ως σε μάχη κάποιανε με νάζι να ηχούσε
Όπλου το «κρακ» γιατί έπαθε το δόλιο αφλογιστίαν.
Και ο μικρόνους άρχοντας είπε: «Αληθώς δεν ξεύρω
Τι με τον διάβολον αυτόν που μ’ έβρηκε να κάμνω…
Πάραυτα τότε η Δούκισσα Τσοκαροβλακεντίας
Στεντόρειαν ύψωσε φωνήν και λέγει στον γελοίον:
«Ουχί; Και πότε ήξευρες; Εγώ αν δεν υπήρχον
να οδηγώ τας πράξεις σου, θα εκέρδιζεν εκείνος!..
Πια δεν σε γνοιάζει δι εμέ ούτε γυνή πως είμαι
Και πρέπει να μη φαίνομαι εις τας φιλονικίας.
Εγώ κινώ τα νήματα-ναι!- αυτής της ιστορίας,
Όλοι το ξεύρουν και ας μη δι αυτό ομιλεί ουδένας.
Το παρασκήνιον έχω εγώ δια φυσικόν μου χώρον.
Και από εκεί καθοδηγώ με νεύμα ή λέξιν μίαν
Όλας τα υποθέσεις μας τας της οικογενείας.
Το ξεύρεις είμαι σίγουρος ότι χωρίς εμένα
Δεν θα είχες λύσει πρόβλημα από αυτά κανένα.
«Δεν ξεύρεις…» Όμως άρχοντα, ποσάκις σοι τα είπον;
Μα συ βαρήκοος εις το ους, κωφός δε εις το πνεύμα.
«Δεν ξεύρω…» μα το ζήτημα άγνοιαν αυτό επιτρέπει;
Όλα βοούν και οδηγούν εις μιαν οδόν και μόνην:
Να βλάψωμεν όσον πολύ αυτόν τον φαμφαρόνον!
Δεν είδες τι ο βρωμερός στους δυο μας έχει κάμνει;
Αι πράξεις του αι απαίσιαι στους δυο μας εναντίον
Όχι σταγόνα μα θολό και μέγα είναι ποτάμι.
Έχεις τα όσα έγραψε φρικώδη λησμονήσει;
Μικρόνοα και μοχθηρόν το λησμονείς πως σ’ είπε;
Κι εμέ δεν με κατέβασε στης ηθικής τον πάτον;
Ή δε με είπε τσόκαρο; Και δεν με ευτελίζει
Εις τον "Παράξενο Άνθρωπο" και στην "Τριανταφυλλιά" του;
Κλέφτες μας είπε, ανάλγητους, φρενοβλαβείς, αχρείους…
Κι όλα δια τι; Για κάποια εκεί δύο εκατομμύρια
Που άπληστη εγώ του σούφρωσα, για το αυτοκίνητό του
Που τάχα το επωλήσαμεν ενώ δικό του ήτο,
Γιατί τους οίκους και τους δυο είχαμε εμείς κρατήσει,
Γιατί κάτι άθλιους στίχους του εκάψαμε... και τοιαύτα…
Μα είναι-ειπέ- λόγος αυτός δια να μας λέγει κλέπτας;
Και συ δεν ξεύρεις να είπεις τι… Σεμνή ω! αν δεν ήμουν,
Εγώ θα ήμην αρχηγός στην εναντίον του μάχην...
Δεν ξεύρεις λες… Ει δυνατόν το αίμα να του πιούμε!
Αυτό! Και μάθε το και μη πάλιν ειπείς «δεν ξεύρω».
Έπεσα έξω έως εδώ ποτέ εις ότι σου είπον;
Δεν έγινεν ότι ήθελα με αυτόν; Ουχί, ειπέ μου,
Δυο χρόνια τώρα που ομιλώ και οδηγίας σου δίδω
Το τι στον δικηγόρο του θα ειπεις και πώς θα κάμνεις,
Πέσαμεν έξω; Ουχί! Ποτέ λεφτά δε θα μας πάρει
Και ούτε κλείδα θα ιδεί εις οίκον δια να εισέλθει.»
Είπεν, και όλοι εθαύμασαν οι ως εκείνην κούφοι,
Ήγουν τουτέστιν δηλαδή πάντες εκεί οι μπούφοι.
Και ο μικρόνους άρχοντας εσήκωσε τα ομμάτια
Που όσην ώρα η αδελφή του η Δούκισσα ωμίλει
Κάτω εθώρουν, και ιδού! Το στόμα του ανοίγει.
«Ω: Συ κοινόν αυτάδελφον! Ω! Συ Δουκίσσης κάρα!
Και τι θα γίνει αν αυτός τον οίκον της Κουτέλης
Τονε πωλήσει εις τινα αλλοδαπόν ανέστιον
Και έλθει αυτός και θρονιαστεί κι άντε να τόνε βγάλεις;
Ή εις ανθρώπους με ειδικάς ανάγκας το πωλήσει;
Και τι θα δώσω πλέον εγώ στον φίλτατον υιόν μου
Εν ω τόσον ηυδόκησα και τόσον αγαπώ τον
Το μερίδιόν του αν δώσωμεν σ’ εκείνον τον αλήτην;
Και τι θα ειπώ στον Πλάστην μου όταν θα με καλέσει
Και λέξει μοι: «Το έργον σου έκαμνες εις την γην;
Απέκτησες πέτρας τινάς την μια πάνω στην άλλην
Ήγουν τουτέστιν δηλαδή απέκτησες οικίαν;
Και μιαν ή δυο ή πλείονας; Και ερωτώ σε διότι
Γνωρίζεις ότι έκαστος στην γην αξίαν παίρνει
Όταν επάνω εις την μια πέτραν και άλλην βάζει.
Και όσον πλείονας, αρεστός πλείω εμοί τυγχάνει.
Και τον αγώνα τον καλόν τέκνον μου ηγωνίσθης;
Προέταξες τα στήθη σου εις οίον επεθύμει
Τους λίθους που απέκτησες να κάμει ιδικούς του;
Και έτι σπουδαιότερον και πλέον αρεστόν μοι
Αν κάτι ο σεβάσμιος κατέλιπεν πατήρ σου,
Το ήρπασες από άρπαγα αδελφόν; Διότι αν όχι,
Το πυρ μου το αιώνιον θα έχεις συντροφίαν
Στους αιώνας των αιώνων μου» Κι εγώ τι τότε θα είπω;..
Ω! Λίθοι μοι αγαπητοί! Τι όλβιος που είμαι
Που σας απέκτησα! Ω! σεις! Μικροί γλυκείς θεοί μου!
Ας έλθει να μοι είπει τις πως τον προορισμόν μου
Στην γην δεν εξετέλεσα!.. Και δι αυτό αδελφή μου
Ταύτα σοι λέγω τα οικτρά… Παντοίω θέλω τρόπω
Τον άνουν μου τον υιόν με πέτρας να προικίσω…
Μα πώς αν ο αχάριστος εκείνος τας δωρίσει
Εις άλλον-αν αλλοδαπό ποδάρι εντός πατήσει-
Ή ικανοτήτων ειδικών- στας λατρευτάς μοι οικίας;"
Η Δούκισσα της Πορνικής Τσοκαροβλακεντίας
τα λίπη της συμμάζεψε ακούσασα τοιαύτα,
στα δυο ευθύς εδίπλωσε το πορνικόν της σώμα,
Τα μάτια εκατέβασε τον χουν ώς να ορώσιν
Κι είπεν αναστενάζουσα και πορνικά μιλώντας:
«Ε τότε αδελφούλη μου, την έχουμε βαμμένη…