ΛΟΥΣΥ
Πριν από λίγα χρόνια, επιστήμονες ανακάλυψαν ένα σκελετό
ανθρώπου, ηλικίας τεσσάρων εκατομμυρίων ετών.
Ήταν ο σκελετός του πρώτου ανθρώπινου όντος πάνω στη γη.
Ήταν σκελετός θηλυκού ανθρώπου.
Όπως ξεκαθάρισαν οι ειδικοί, η γυναίκα στην οποία ανήκε ο
σκελετός αυτός είναι η μητέρα όλων των ανθρώπων της γης.
Της έδωσαν το όνομα Λούση.
Παρακάτω εκτίθεται η πρώτη σκηνή της πρώτης πράξης του έργου. Το υπόλοιπο έργο θα προστίθεται χρονικά παράλληλα με την ανάκτησή του με τη μέθοδο του scanning από το ομότιτλό μου βιβλίο.
Γιώργης Χολιαστός
ΛΟΥΣΥ
(έργο σε πέντε πράξεις)
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Χρόνος: Κάποια μέρα στους καιρούς μας.
Τόπος: To δωμάτιο του ποιητή.
Πρόσωπα: Ποιητής, Αστραπή, Λούσυ.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Τάχα πώς θα 'ναι ο έρωτας μαζί σου;
Έρωτας με μια αθώα κι απλή γυναίκα-
με μια γυναίκα αγιότητα γεμάτη;
Χωρίς εγωισμό κι υποκρισία΄
Που δεν αναστενάζει μ' ιδιοτέλεια,
που "ναι" είναι το "ναι" της πέρα ως πέρα,
και τ' "όχι" της αδιάβατο ποτάμι΄
Που στο κρεβάτι του άντρα δεν τη σπρώχνει
ο πόθος για το χρήμα ή για τη δόξα,
που ούτε η ζήλεια, ούτε και το πείσμα
θέση δεν έχουνε στον έρωτά της.
Πώς θαν' ο έρωτας με μια γυναίκα
που σμίγει με το ταίρι της σαν ήλιος
και που απ' αυτό χωρίζει σαν φεγγάρι;
Μακριά από μισερές σεμνοτυφίες
και από συμφερόντων επιδιώξεις;
Μακριά απ’ το γάμο, το θεσμό της φρίκης,
έξω απ' τη μέγγενη της κοινωνίας
που όλα μες στη μαύρη τα συνθλίβει
θατανογεννημένη της αγκάλη;
Πώς θα 'ναι τάχα ο έρωτας μαζί σου;
Με μια γυναίκα μ' άβαφα τα χείλη,
με ατρύπητα τ' αυτιά και την ψυχή της,
δίχως αρώματα που να νοθεύουν
της Φύσης τη Δροσιά και την Ευθύνη;
Από αλοιφές αμόλυντη και κρέμες,
δίχως το σώμα τεχνητά πλασμένο
σα δήθεν ποθητό-δήθεν ωραίο;
Χωρίς την ομιλία που σκοτώνει
ό,τι καλό στον έρωτα απομένει;
Μακριά απ' τα ηλεκτρικά, τα κρύα φώτα,
μακριά από αίθουσες που όλα κρύβουν-
μεσα στο φως και στην ελπίδα έξω;
Πώς θα 'ναι ο έρωτας τάχα μαζί σου;
Χωρίς την πρόθεση να βασανίσεις
τον άντρα που στα χέρια του σε πήρε,
χωρίς επιθυμία να σκοτώσεις
τον άντρα που βαθιά σ' έχει φιλήσει…
Ελεύθερη από μίσος και μωρία,
από βρωμιές ελεύθερη και ψεύδη'
στον καθαρόν ελεύθερη το χώρο
στον καθαρόν ελεύθερη το Χρόνο.
Ολόαγνη πα 'στον αίθριο τον πλανήτη
που πρώτη συ επάνω του έχεις ζήσει
με στήθη άσπιλα από άγγιγμα άλλου-
ποιος θα μπορούσε να σ' αγγίξει εσένα...-
με βλέμμα καθαρό από κοίταγμα άλλου-
ποιον άλλον θα μπορούσες να κοιτάξεις...-
με χείλια ξεραμένα από τον ήλιο
και μέσα τους μονάχα μεινεσμένον
τον πόθο για φιλί σταφιδιασμένον;
Με πέτρινους γλουτούς, με σώμα χώμα,
με πόδια ρίζες που της γης τη φλούδα
πρωτόγνωρα βυζαίνουν περπατώντας,
με ριζομήρια που η αγνότητά τους
συναγωνίζεται κείνην του σκίνου,
των θάμνων, της ροδής και τ' άγριου βάτου;
Ω! Λούσυ! Πόσα χρόνια μας χωρίζουν!
Εκατομμύρια μετρημένα χρόνια...
Πόσοι ν' αστράψαν κεραυνοί από τότε
που του μυαλού σου η σπίθα έχει ανάψει;
Πόσα να έχουν τάχα δέντρα πέσει
αφότου εσύ τα πρώτα είχες φύλλα
του δέντρου του ανθρώπινου βλαστήσει!
Και πόσοι πόλεμοι από τότε Λούσυ
το αίμα λιγοστέψαν των ανθρώπων;
Λούσυ αγνή σαν του αγρού τα ρόδα!
Λούσυ ζεστή σαν πρωινή ηλιαχτίδα!
Άσπροι ήσαν άραγε και τότε οι κρίνοι;
Περιζωσμένοι με κισσού πλοκάμια
και τότε οι κορμοί ήταν των πλατάνων;
Και το φεγγάρι ωχρό ήταν και τότε;
Και πες, δροσά εκελάρυζαν ρυάκια;
Μα, Λούσυ, σε ρωτώ χωρίς να ξέρω:
είχες καιρό τα τέτοια να προσέξεις
ή έγνοιες άλλες παίρναν το μυαλό σου:
Και πες, μια Κόλαση κι ένα Μαρτύριο
ήτανε η ζωή και τότε Λούσυ;
Πώς τάχα να 'ναι ο έρωτας μαζί σου!
Ω! Μήτρα συ Αγνή Θεών κι ανθρώπων!
Ω! Πρώτη συ Φωνή στο φως του Κόσμου!
Ω! Συ! Αρχή και τέλος του Ονείρου!
Ω! Που γιατί εσύ θελήσει το 'χες
φτερά εφύτρωσες στου νου το σώμα!
Ω! Συ! Μικρή! Ω! Συ! Γλυκιά κι ωραία!
Ξύπνα απ' τ' ανήλια βάθη των αιώνων,
μπες πάλι στο λευκόν το σκελετό σου,
ντύσου τη σάρκα σου κι έλα κοντά μου
(γράφω "τη σάρκα σου" κι ανθώνες μύριοι
τρέμουλο ένα φτάχνουνε δικό της…)
Έλα, γιατί αφότου έχω αντικρύσει
τα κόκαλά σου τα λευκά και λεία
δε θέλω άλλο από το να γνωρίσω
την ηρεμία που 'χε η μορφή σου
όταν τις χειμωνιάτικες ημέρες
στου σπήλιου σου το βάθος εκλεινόσουν.
Ω! Λούσυ! Απ' τ' άφωτα φύγε τα πλάτια
κι έλα στο φως των ημερών και πάλι.
Κι ό,τι γνωρίζεις συ, που εγώ δεν ξέρω,
κοντά μου κάτσε και διηγήσουτό μου.
Κοντά μου κάτσε και ψιθύριστό μου.
Έλα γιαγιά εσύ αγαπημένη
και πάρε με απαλά στα γόνατά σου
και σαν ολόγλυκο ένα παραμύθι,
προτού στου ύπνου να δοθώ τη χάρη,
τα μυστικά σου πες μου τα μεγάλα.
Μάθε με όλα όσα ξέρεις μάγια.
Ό,τι γραφτό μού είναι μες στη ζήση
να μη γνωρίσω, έλα συ καλή μου
κι έστω στη φαντασιά μου χάριστό μου.
Α! Τι αξία έχει η ζωη τα’ ανθρώπου
αν κείνο που ποθεί δεν αποκτήσει...
Δε θέλω, δεν μπορώ σα θα πεθάνω
άλλο μη βρίσκοντας, να πω σαν κάποιους:
"Αυτό το μάθημα είναι το μεγάλο-
πως τίποτα δεν είχα να γνωρίσω".
Καθείς αυτό μπορεί να πει στο τέλος
γιατί οι τελευταίες τους οι λέξεις
ντυμένες είναι των ανθρώπων όλων
τον ψεύτικο μανδύα της αλήθειας.
Λούσυ λοιπόν αγαπημένη έλα
και τον αγνό τον έρωτά σου δος μου.
Και μες στον λαμπερό του τον καθρέφτη
κάθε σου γνώση άφησε να πέσει.
Και φως ας τη δεχτούν τα δυο μου μάτια.
Κι αν τίποτε, καλή κι εσύ δεν ξέρεις,
έλα να γεφυρώσουμε τις δυο μας
τις δυσκολοβαστούμενες τις άγνοιες'
δυο φόβοι σα δεθούν και γίνουν ένας
παντοτινά την αφοβιά γεννούνε.
Ω! Λούση! Φάρμακο της αρρωστιάς μου!
Ω! Λούσυ! Για τις τόσες δυστυχιές μου,
πανάκεια θαν' ο έρωτας μαζί σου...
(Μπαίνουν η Αστραπή και η Λούσυ)
ΑΑΣΤΡΑΠΗ
Είμαι η Αστραπή. Κι αυτή 'ναι η Λούσυ.
Πολύ τη θέλησες-στην έχω φέρει.
ΠΟΙΗΤΗΣ
Μα πώς…Θέλω να πω...
ΑΣΤΡΑΠΗ
Τι θέλεις; Πες το!
ΠΟΙΗΤΗΣ
Κάποιος μού σκάρωσε αστείο κάποιο.
Τέτοια δεν είναι δυνατό να γίνουν.
ΑΣΤ
Γιατί το λες αυτό; Ταιριάζουν όλα:
εκάλεσες τη Λούσυ, έχει έρθει!
ΠΟΙ
Μα δεν περίμενα να γίνει αλήθεια.
Ναι, βέβαια, με συγκλόνισε η Λούσυ.
Μα δεν επέρασε από το μυαλό μου
πως κάποτε θα στέκονταν εμπρός μου.
ΑΣΤ
To δίκιο είναι λίγο και δικό σου.
Γιατί τη ζήτησες εδώ έχει έρθει'
Όμως δεν το 'κανε μονο για σένα.
To 'κανε πιο πολύ γι αυτή την ίδια.
Με τον καημό τον μέγα έχει πεθάνει
τα μυστικά του κόσμου όλα να μάθει
όσα της ήτανε τότε κρυμμένα.
Κι από το μέρος όπου τώρα μένει
με παρακάλεσε να τηνε πάρω
και να τη φέρω μέχρι εδώ-σε σένα
που τόσο ήθελες να τη γνωρίσεις-
στον μόνο που ενδιαφέρθηκε για κείνην,
Γιατί αυτή σου η επιθυμία
όταν σκορπίστηκε στον γύρω χώρο
κι ως στα νεκρά τ' αυτιά της είχε φτάσει
την εσυντάραξε, καθώς εσένα
σ' αντάριασε η θέα των οστών της.
ΠΟΙ
Και δεν μπορούσε μόνη της να έρθει;
ΑΣΤ
Μόνη της έρχοντας από κει πέρα
τόσο πολύ στο δρόμο της θ' αργούσε
που θα 'φτανε όταν συ θα είχες φύγει.
ΠΟΙ
Ωραία! Την έφερες! Άσε μας τώρα!
Κατάλαβα όσα μου 'χεις ειπωμένα.
Σ' ευχαριστώ και άμε στο καλό σου.
Θέλω να μείνω μόνος μου μαζί της.
Φύγε! Να πούμε θέλω τα δικά μας.
ΣΤ
Η Λούσυ δεν μπορεί να σου μιλήσει.
ΠΟΙΗ
Τότε με νοήματα θα της μιλήσω.
ΑΣΤ
Αυτό προϋποθέτει εξυπνάδα.
Κι η Λούσυ όχι μόνον εξυπνάδα,
μα ούτε νόηση δεν έχει διόλου.
Η Λούση ακόμα είναι πεθαμένη.
ΠΟΙ
Γι αυτό ακίνητη στέκει κοντά σου
κι έχει κλειστά τα μάτια και το στόμα
και κίτρινο αντί ροζ έχει το χρώμα;
ΑΣΤ Ρ
Γι αυτό.
ΠΟ!
Μία νεκρή μου 'χεις φερμένη;
ΑΣΤ
Ναι. Κι είσαι συ που θα τη ζωντανέψεις
ένα φιλί μονάχα δίνοντάς της
αν όπως λες την αγαπάς στ’ αλήθεια.
ΠΟΙ
Αν συ όταν σου ζήτησα είχες φύγει,
θα 'τανε ζωντανή τώρα η Λούσυ.
Τι αστραπή είσαι συ που τόσην ώρα
δε λες από τη γη να ξεκολλήσεις;
ΑΣΤ
Απ' του μυαλού ως της ψυχής το σπίτι
μπορεί πολλά εμπόδια ο δρόμος να 'χει.
Αν το φιλί τους δυο σας σάς ενώσει
τότε να μείνω λόγο πια δε θα 'χω.
Μα αν το φιλί τον ένα από τον άλλο
αντί να τον τραβήξει τονε διώξει
(όλα στον κόσμο σας μπορούν να γίνουν),
τότε νεκρή την παίρνω πάλι πίσω:
σκιώντας της νύχτας τα πηχτά σκοτάδια
πολλά οι αστραπές στη γη σας βλέπουν.
ΠΟΙ
Μπορείς τουλάχιστο το πρόσωπό σου
να το γυρίσεις κατά κει-στον τοίχο;
ΑΣΤ
Αυτό μετά χαράς, ντροπή αν το 'χεις
σ' άλλους μπροστά να δίνεις χα φιλιά σου.
(Η Αστραπή γυρίζει, ο ποιητής φιλάει τη Λούσυ, αυτή ανοίγει τα μάτια και κοιτάζει τον ποιητή. Στην Αστραπή)
ΛΟΥΣΥ
Τώρα μπορείς να φύγεις αστραπίτσα.
Σ' ευχαριστώ εδώ που μ' έχεις φέρει.
(Η Αστραπή γίνεται ευθύς άφαντη. Η Λούσυ και ο ποιητής κοιτάζονται στα μάτια)
ΠΟΙ και ΛΟΥ
(μαζί)
Τα μάτια σου!
ΠΟΙ
Τα μάτια σου! Τι φέγγος!
Θα 'λεγα δεν υπάρχουν. Τι διαφάνεια!...
Δεν είναι αυτά όποιου ωραίου καθρέφτες.
Είναι παράθυρα ανοιχτά που βγάζουν-
σε τι άγνωστο για μένα; Πες μου Λούσυ...
ΛΟΥ
Τα μάτια σου! Πώς έτσι σκοτισμένα!
Παράθυρα ολότελα κλεισμένα
με πέτρες που-ποιο είναι τ' όνομά τους;
ΠΟΙ
Ναι! Όλα οι δυο μας θα τα πούμε τώρα
μιας και μιλάς με τη δική μου γλώσσα.
ΛΟΥ
Ναι, Μου την έμαθες. Οι δυο μας γλώσσες
μία γινήκανε με το φιλί μας.
Μα θα μιλώ κουβέντες του αέρα
αν κι αίσθηση και νου δεν μου χαρίσεις.
Κι αυτά θα τα ξανάβρω και τα δύο
όταν ο έρωτας θα μας ενώσει.
Εμπρός λοιπόν! Παράτα το μολύβι
και βάλε με γοργά στην αγκαλιά σου.
Πάνω από το ποτάμι της αγάπης
τις σάρκινες στεριές μας που ορίζει
του έρωτά μας χτίσε το γιοφύρι.
Έλα λοιπόν...δε θες να κουβεντιάζεις
με μια χαζούλα βέβαια γυναίκα...
Εμπρός λοιπόν! Τον έρωτά σου δος μου!
Αγαπημένε, βιαζομαι να υπάρξω!
ΠΟΙ
Αυτός ο πόθος μου κι εμένα ο πρώτος-
στην αγκαλιά μου, Λούσυ, να σε κλείσω
κι ολόκληρος να σβύσω μέσα σ' ό,τι
για μήνες τώρα τόσο λαχταρούσα...
(Αγκαλιάζονται. Τα φώτα σβήνουν)
ΤΈΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΣΚΗΝΉΣ
ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΠΡΆΞΗΣ