Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 SHERRY





ΜΕ  ΔΙΑΧΩΡΙΖΕΙ

Κύπελλο λευκό στα χέρια μου
παίρνω τη μετάληψή σου την Αγία
γη μου αστέγαστη και απωθούσα.

Από χώμα άλλου πλανήτη είμαι πλασμένος'
το εδώ χώμα με απορρίπτει.
Με μεθυστικό νερό άλλου στερεώματος ζυμώθηκα'
το εδώ νερό με διαχωρίζει-
ως έλαιον επιπλέω αγόμενος.







SHERRY  ΑΝΎΠΟΠΤΗ

Το απόγευμα πέφτει κάπως βαρύ στους λεπτούς ώμους σου
και το σχήμα τους παίρνει.
Οι κλείδες δύο σκιερές αιχμές της επερχομένης εσπέρας
(οι αστυνόμοι περιπολούν άτεγκτοι και αδηφάγοι εδώ).

Γιορτινά σε κρατώ από το σφύζον χέρι σου.
Η βασιλική φλέβα σου
πορφύραν αιδούς περιβαλλομένη
πάλλει φαιδρά στο αδρό κράτημά μου.

Ενύπνια τρόμου εποφθαλμιούν τους κοιμωμένους.

Διάσπαρτοι ευτυχείς βόμβοι μελισσών
γεμίζουν τη θλίψη της ώρας με αδιάπτωτο παράπονο.
Το μονοπάτι με τις πέτρες, τις επιγραφές, τις πεταλούδες
και με τα πουλιά κατιόντα πάνω στα στίλβοντα βατόμουρα
δικαιώνει τη γέννησή μας και επιτείνει
την απόφαση βαδίσματος.
Σαν τόξο πάνω μου γέρνεις.
Βέλη ευφρόσυνα εκτοξεύεις κάθε τόσο
που τις αυστηρές μορφές απαλύνουν.
Σε κάθε λουλούδι που βλέπεις φεύγεις και έρχεσαι.
Γερτός σε δέχομαι και σε προπέμπω.

Οι ασθενείς άνεμοι του μετεωρολογικού δελτίου
δε θα ταράξουν το κάλλος του απογεύματος
που με σένα απούσα
μέσα του περιδιαβαίνω.






Η  ΣΤΡΌΦΙΓΓΑ

Και ξαφνικά από δέρμα αποτελούμαι μόνον.
Εντός του, όπου θα  'πρεπε
τα Όργανα και τα Συστήματα να βρίσκονται
κενό το απόλυτο
χωρίς ελαστικότητα-χωρίς επιείκεια.

Από συνήθεια κάνω τις κινήσεις της αναπνοής-
τίποτα μέσα μου δεν μπαίνει'
χωρίς εγκέφαλο πώς σκέφτομαι;
χωρίς οστά πώς κινούμαι;
Και το δέρμα μου το διατηρεί ζεστό κάποιος μηχανισμός
που πάνω στο ίδιο το δέρμα εδράζεται.
Στη θέση των ματιών
δυο ιριδιζουσών πομφολύγων το τοίχωμα έρπει.

Κινήσεις γραφής το δεξί μου χέρι κάνει
και το αριστερό πλήρες κενού το χαρτί σφίγγει.
Ώρες ώρες θαρρώ πως έτοιμος να σηκωθώ είμαι
αλλά του μολυβιού το βάρος έρμα και με συγκρατεί.

Και ενώ από μήνες έχεις φύγει
χωρίς να δώσεις έκτοτε σημεία ζωής
ανοίγεις τώρα την πόρτα του δωματίου μου
και με μαλώνεις: "πάλι τα ίδια;
άνοιξε τη στρόφιγγα αμέσως!"

Προσποιούμαι πως δε σε άκουσα ή δε σε είδα.
Αποφασιστικά έρχεσαι και κατεβάζεις ένα μικρό μοχλό
που τώρα καταλαβαίνω ότι υπάρχει στο σημείο
που αντιστοιχεί στη μετωπιαία πηγή'
με στήνεις ύστερα όρθιον και με γεμίζεις
με θλίψη μέχρι τα ριζομήρια
από κει μέχρι το λαιμό με αγάπη
και ύστερα με αμφιβολία ως επάνω.







                                  Η  ΣΆΛΠΙΓΞ

Βάναυσα ηχεί το ξυπνητήρι πρωί πρωί.
Η διάρκεια αφυπνίζεται και ετοιμάζει την ετικέτα της.
Ο καθρέφτης δικά μου ενθυμήματα και φαντασιώσεις
προβάλλει όταν τον κοιτάζω.
Ένας αναστεναγμός ακούγεται από την
όλη τη νύχτα βαστάζουσα το βάρος
των βιβλίων και των ενδυμάτων μου καρέκλα.
Την αδειάζω και της χαϊδεύω απαλά την παρειά.
Αυτή κάθεται κουρασμένη.

Άλλων δωματίων όψεις αναβλύζουν
από το μέσον του πατώματος
και διαχέονται σαν βεντάλια
ασπρόμαυρη
λόγω παλαιότητος.
Στους τοίχους αποχρώσες ταπετσαρίες παρελαύνουν.
Η κρεμαμένη λάμπα αλλάζει κάθε τόσο θέση και περίγυρο.
Διαλέγω ένα σχέδιο που μ'  αρέσει και το κρατώ.
Είναι διακοσμημένο με κεραυνούς εν αιθρία
και με υπεκφυγές αναγνώρισης και οικειοθελούς παραδοχής.

Νυστάζω ακόμα.
Το χτεσινό μου σώμα πάλι ξαπλωμένο είναι.
Πρέπει να το κεντρίσω για να με ακολουθήσει.

Στη δεξιά τω εισερχομένω γωνία  του δωματίου μου κρέμεται ο νιπτήρας.
Καθώς πλένω τα πρόσωπά μου σταματώ στο δικό σου.
Παιδικό, αχνορόδινο ύφασμα
τριγυρισμένο με ηλιαχτίδες.
Εν τω μέσω δύο σμαραγδένιες εκλάμψεις.
Η ακραία κορυφογραμμή της ρινός
εκφεύγει των ορίων του πέτρινου προσώπου
και νήχεται στο πύρινο κάλλος αντλούσα.
Περιδεής ενασχόλησις της δεξιάς γωνίας του στόματος.
Νηνεμία.
Πουλιά ανάλαφρα οι παρειές-
προφανώς άδοντα αλλά μη ακουόμενα-
υπερίπτανται της πωγωνίου γόνδολος.
Ελικοειδείς ζωγραφικαί παραστάσεις ήπιες και νουνεχείς
στιβαρά άπτονται ένθεν και ένθεν κροταφικώς.

Ότι πάντοτε με κατέχεις SHERRY
σου είναι αδιανόητο.
Ότι ενίοτε με απασχολείς εσύ μόνον ξέρεις.
Μία γέφυρα, μία οδός, μία συνδέουσα αύλαξ απαιτείται.








ΣΑΝ  ΦΡΟΎΤΟ

Η βραδινή δραστηριότητα αρχίζει το πρωί.
Καμία βελόνα σπασμένη.
ΟΙ κλωστές όλες δουλεύουν.
SHERRY χάνομαι!
Το ύφασμα θα κοπεί στις δώδεκα.
Γράψιμο αμέσως μετά.

Σε ποια κερασιά ανθείς SHERRY;
Ή καρποδένεις; Ή μήπως κιόλας τρώγεσαι
SHERRY αναπάντεχη;
Εγώ όμως σε κρατώ μέσα στην αδιαφορία μου
σαν φρούτο ανύποπτο.



EAΡ

Έαρ αντίξοον και κνησμώδες
έαρ αντίστροφον και δυσώδες-
έτσι το έαρ μου κατάντησες'
και γιατρειά δε βρίσκεται γιατί
πληθυντικό το έαρ δεν έχει-
ενικό λεπτεπίλεπτον και πρισματικόν έχει.




ΣΎΓΧΥΣΙΣ

Η ελαφρά μουσική που ασταμάτητα παίζει το ραδιόφωνο
σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια εκτονώσεως
έρπει στο πάτωμα
και σκαρφαλώνει ως τ'  αυτιά
ματώνοντας με τα δόντια της το κορμί μου.

Μερικές νότες σκαλώνουν για λίγο ή για πολύ
στις χαραματιές του δαπέδου
ενώ οι διπλανές προχωρούν κανονικά.
Το ακουστικό αποτέλεσμα τότε είναι συγκεχυμένο.






Ο  ΒΡΟΝΤΌΣΑΥΡΟΣ

Στις αφύσικες καμπυλότητες του κεφαλαίου μι
είναι χτισμένο το κέντρο.
Μέσα του τα ατσάλινα ρομπότ παίρνουν τον καφέ τους.
Μπαίνω και περιμένω να περάσεις όπως κάθε μέρα.

Στους τοίχους περπατούν χορεύοντας
πολλοί μικροί road runners.
Απρόσεκτοι πέφτουν μέσα στα ποτήρια.
Οι ατσάλινοι τους καταπίνουν.

Ακόμα το χτες από δω δεν έχει φύγει.
Υγρό ιξώδες όλα τα περιβάλλει.
Οι ατσάλινοι αυτό έχουν στο μέρος της κεφαλής.

Ένα χέρι ανοίγει το ραδιόφωνο.
Ακούγεται η φωνή του αρχηγού:
"We insist.." Ζητωκραυγές.
Το ραδιόφωνο κλείνει.

Την ίδια στιγμή μπαίνεις νωχελής και εύχαρις.
Με κόβεις σε εκατό κομμάτια και με διαμοιράζεις.
Απορώ: "Γιατί SHERRY;"
Απορείς με τη σειρά σου: "Αλλιώς θα φάνε εμένα!"
Σε κατανοώ.

Άλλο ένα πρωί πέρασε.






ΕΠΑΛΛΗΛΕΣ

Σε ζητώ στους ανέμους που φύγαν.
Σε ζητώ στους ανέμους που θα  ’ρθουν.
Σε ζητώ στου πιο ήπιου κυκλάμινου το άρωμα.
Σε ζητώ στον πιο φιλάσθενο ήλιο.
Σε ζητώ στου ξύλου την ελαστικότητα.
Σε ζητώ στο χαρτί που μέσα του
γράφω επάλληλες ουτιδανές συστοιχίες.
Σε ζητώ στην ανάμνησή σου.
Σε ζητώ στης Ηρώς το οφιοειδές σχήμα.
Σε ζητώ στης ανέμης το νήμα.
Σε ζητώ στο φως'
πουθενά δεν είσαι.

Κάποτε βλέπω παρόμοιες εικόνες.
Για λίγο ξεγελιέμαι και ετοιμάζω τις κληματόβεργες.
Το αρνί κοντά μου' το μαχαίρι επίσης.
Και μέσα μου η κόκκινη μπογιά-
του ισχνού επάρματός σου το χρώμα.






ΑΝ  ΤΙΣ  ΓΥΝΑΊΚΕΣ  ΈΘΕΛΓΑΝ

Αν τις γυναίκες έθελγαν οι άσχημοι κι οι γέροι
αντί γι  αέρα θ'  ανάσαινα-ω! πόθοι μου!- τη SHERRY'
και τα φιλιά μας θα  'τανε χρυσή αστροβροχή
αν τις γυναίκες έθελγαν οι γέροι κι οι φτωχοί.

Αν τις γυναίκες έθελγαν οι άσχημοι κι οι γέροι
μέσα στο φουστανάκι της θα είχα εγώ λημέρι'
και του έρωτα θα ήτανε για μας καθ'  εποχή
αν τις γυναίκες έθελγαν οι γέροι κι οι φτωχοί.






                                      ΦΤΗΝΌΤΕΡΑ

Βλέπω ό,τι κάνεις-έχω τον καθρέφτη σου.
Το πρωί πέρασες από το σουπερμάρκετ.
Δίστασες να πάρεις τα ready  pαncakes.
Στο ταμείο το τελευταίο σου φύλλο αποθέτεις.

Ενοίκιο δεν έχεις να πληρώσεις
Μετακόμιση κάπου φτηνότερα.

Προς τις δώδεκα το μεσημέρι
έσπρωξες τον τενεκέ των σκουπιδιών
με το αριστερό πόδι'
εκείνος πόνεσε και σε δάγκωσε.
Στο ημίφως
έλαμψε η μεταλλικότης του ιωδίου
και η λευκότης της γάζας.





ΑΝΑΖΗΤΉΣΕΙΣ

Σε αναζήτηση του χαμένου μου ονείρου φεύγω.

Τοπία οκνά θα περνάνε μπροστά μου
ανύποπτα και μεγαλοπρεπή.
Τη μεγάλη αψίδα για να διαβούν
θα σκύβουν ανεπαίσθητα το ισχνό τους κεφάλι.
Νεοπαγή πλοιάρια φθόνου θα διαπλέουν
το σοβαροφανές ποτάμι της υπομονής.
Πουλιά ακίνητα τα φτερά τους βιαίως θ'  ανοίγουν
σε κινήσεις πετάγματος.
Όλα από μια στιγμή μακριά
στον χαμένον ορίζοντα θα εκκινούν,
θα στρέφουν προς τα επάνω,
ύστερα πλατυνόμενα
θα παρελαύνουν μπροστά μου ακκιζόμενα
(η στιγμή θ'  αντιστοιχεί προς το νύχι
του μικρού δακτύλου μυθικού όντος).

Του έαρος το τοπίο θα βρίθει
θυελλών και χιονοστιβάδων διαρκών'
του τρύγου το τοπίο θα βασανίζεται από πολυδαίδαλα
μικρά, αλληλοσυμπλεκόμενα, ασύντακτα ρυάκια'
της αμφιβόλου παραδοχής θα είναι πλήρες ημιθανών
μόλις αναπνεόντων φρύνων.







ΠΡΩΙ

Διάσπαρτοι ήχοι σπουν τη μέλαινα ηρεμία.
Βαρείς πέφτουν στον πεπερασμένο ωκεανό του περιβάλλοντος
αφήνοντας στον αέρα τη φαιά τους τροχιά.

Τα δέντρα που επέζησαν του σκότους
τινάζουν την υγρασία από τα χέρια τους
και ετοιμάζουν τις απόχες του ήλιου.
Ξαφνιασμένα φεύγουν τα αδίστακτα ιπτάμενα όντα
από τα φυλλώματά τους και ανοιγόμενα
περιρρέουν το σίγμα του Σύμπαντος
(ο αέρας καλά τα κρατεί).

Το άδοξο αστέρι
από την πτώση του ζαλισμένο και άθυμο
μεγαλουργεί πάλι για τις μικρές υπάρξεις.
Πίσω του τα ομοιώματα όλων των ανθρώπων
κείνται ζεσταίνοντας το κρύο τους χνώτο.

Κραυγάζουσα η πρώτη ακτίς επιπίπτει
επί της πρώτης ασπαιρούσης δρόσου
που, αναιρομένη τώρα, υπερυψούται.
Όλα αναλύονται, διαλύονται και καταλύονται
κάτω από τον διαστέλλοντα δίσκον
του εγγύς ανέτου στερεώματος.

Τα ζώα ποικιλοτρόπως διαμαρτύρονται για τη νέα ενόχληση.
Φύλλα κλειστών ανθέων
καταρτίζουν σε άσπρο χαρτί το πρόγραμμα της ημέρας.

Οι μάζες του σκότους σιγά σιγά απωθούνται ολοένα
πέρα από την ύπαρξή τους.
Το αίμα των ουρανών μεταποιείται εις λέμφον
καθώς το οργιαστικό πρωί εκπίπτει.

Οι βράχοι
βαρείς και οκνοί
δεν ξέρουν από που να δεχτούν το φως.
Πολλοί, απρόσεκτοι, το συνθλίβουν.
Αυτό τότε αναφαίνεται αντίπερα αναλάμπον.





ΠΡΩΙΝΗ  SHERRY

Μικρή ανήκουστη νεράϊδα
επίσπευσε την ανοικοδόμησή σου.
Μάζεψε γρήγορα τα κομμάτια του ύπνου σου
και ξαναζήσε.

Τους φαγωμένους από την υγρασία της νύχτας αρμούς
λείανέ τους στον τροχό της επιείκειας
αλλιώς η συναρμολόγηση θα εμποδιστεί.
Βγάλε καμιά από τις παγίδες του σκότους
αν έτυχε να κάτσει πάνω σε κάποιο σου αστέρι.
Αν και πάλι τα κομμάτια δε σου  'ρχονται
ζέστανέ τα στο περιβόλι του ήλιου.

Αλλά, SHERRY, πρόσεξε μην αλλάξεις τη σειρά.
Όπως πάντοτε ήσουν σε θέλω.
Μια ανταρσία της γωνίας του στόματος
μπορεί να οικοδομήσει γύρω σου
το απρόσιτο θάμπος.
Μια ανώφελη κίνηση του χεριού
μπορεί να μας συντρίψει. Αυτά
δεν είναι πράγματα για ν'  αστειεύεται κανείς.

Και αφού υπάρξεις πάλι μέσα στο λαμπρό πρωινό
ντύσου τη φορεσιά που σου χάρισα
(γιατί εδώ κάνει κρύο το πρωί)
πλύσου στην αστερόβρυση τη χθαμαλή
φάε λίγο ψημένο έαρ
πάρε μαζί σου την ανάμνηση και έλα'
ο τροχός μου περιμένει το φύσημά σου.







ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Κυρίαρχο εξαπτέρυγο ο ήλιος στον ουρανό.
Οι πληγές των ακτίνων του στο πρόσωπο της μεσημβρίας.
Απόσβεσις αδηφάγος για κάθε δυσβάστακτο χρέος.
Άφεσις όλων των πρωινών αμαρτιών.
Σύμμειξις, συσπείρωσις, ανάφλεξις.
Τα εορταστικά νάματα εντοιχισμένα για υστερότερες ώρες.
Οι φιλικές νύξεις του κόσμου εν ληθάργω.

Η άπνοια κλυδωνίζουσες τρικυμίες
περικλείει και αποκλείει εντός της.
Όλοι κοιμούνται οι φόβοι
και παραλύουν οι παραινέσεις εξισορρόπησης.

Παραδόξους και ανησυχητικούς σχεδιασμούς μηχανεύονται οι αμυνόμενοι
πλην ατελεσφόρως.










ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ  SHERRY

Οι νύχτες απελπισμένες μένουν
στην ατέλειωτη διάρκεια του μεσημεριού.
Η γη αλλάζει από το  'να χέρι της στο άλλο
το δυσβάστακτο βάρος του.
Το βράδυ έξω από την πόρτα περιμένει τη σειρά του
ζεσταινόμενο λίγο.
Το απόγευμα πουλί μέσα στα χέρια σου
που δε λέει να πετάξει'
και συ ενσφηνωμένη στο μεσημέρι
βουβή σαν ισχνή φέτα πρωινού,
επίπεδη και κοίλη
σύννους
προβάλλεις εύκαμπτες επιφάνειες
προσδοκώντας ταχείαν αποκατάστασιν.

Διάστικτη και διάσπαρτη
από πιθανές και επιδιωκόμενες μικρές νίκες
την ανεπανόρθωτον πτώσιν ενεδύθης.
Σύννεφο πύρινο ο ενθουσιασμός
της κενής σου πομφόλυγος
σε υδάτινη δίνη εσβύστη
αφήνοντάς σε έκθετην
και σε νύξη έστω δροσιάς.

Μεσημβρινή SHERRY στους κύκλους σου υποκλίνομαι.
Δική μου, καθόλου πια δεν είσαι.
Αυτή είναι η ώρα της κατοχής σου.
Αδιαμαρτύρητα και άψογα την δέχομαι
πλην με υστεροβουλίαν
επειδή γνωρίζω πως ,ύστερα πάλι,
μεγαλοπρεπής και ασθμαίνουσα
σφριγώσα και ρέουσα
στης ματαιοδοξίας μου τα λεπτά ανθεκτικά πέπλα
μπλεγμένη μέχρι το άλλο μεσημέρι
πλήρως θα σ'  έχω.





ΌΡΘΙΑ

SHERRY ξέρεις πόσο άβολο είναι
να γράφω πάνω σου
όχι όταν είσαι όρθια αλλά ξαπλωμένη;
Η εγγραφή δεν γίνεται απροσκόπτως.
Και αν ακόμα υπτίως κείσαι
τα λαγόνια οδηγούν τις γραμμές τους προς τα έξω
η μέση προς τα μέσα'
ο νόμος του Bernouill
βρίσκει βέβαια την εφαρμογή του
αλλά η ανάγνωσις δυσχεραίνεται.

Αν πάλι κείσαι πλαγίως, όλη η επιφάνεια
δεν είναι παρά μία ακμή
χρυσίζουσα και εκτυφλωτική
που λόγος πια για γραφή ας μη γίνεται.

Ενώ όρθια όταν είσαι τα γράμματα
σκαλώνουν γερά στις αμφιρέουσες κλείδες
κυλούν στις απαλές καμπύλες των μαστών
εισέχουν στο επιγάστριο
πλατύνονται στην σεπτή σου γαστέρα (ο ομφαλός
φροντίζω να συμπέσει μ'  ένα όμικρον).
Στους λαγονίους βόθρους το μολύβι
πρέπει να πάρει μίαν έσω κλίση
δεξιά ή αριστερά αναλόγως.
Αφήνουμε το εφήβαιον γιατί σε κάθε χαρτί
πρέπει να μένει ένας χώρος άγραφος
και πια τα γράμματα φεύγουν χορεύοντα
στο δίστηλο των κάτω άκρων σου.

Γι αυτό SHERRY-χαρτί όρθια σε θέλω.








Α!  ΜΕΡΕΣ...

Μοσχοκάρυα και φρύγανα ευωδιάζοντα
το καλάθι της ανεπαρκείας σου πλήρες.
Αρώματα, σχήματα, χρώματα χαριέντως συγχέεις.
Ανέμελη και άδολη αγνοείς
πού τα μοσχοκάρυα και πού τα φρύγανα ν'  αποδώσεις.
Αστεϊζομένη χαρίζεις τα πάντα-και το καλάθι μαζί.
Α! Μέρες κι αυτές της δωρεάς!
Α! Μέρες του σκορπίσματος και της ωραίας νιότης!
Α! Μέρες που ανέφελες κι ανέγνοιαστες διαβαίναν!
Α! Πρωτοξύπνητη, γλυκιά, λουλουδιασμένη ζήση!
Α! Που και πέτρα να  ’σπερνες σου ήθελεν ανθίσει!
Α! Μυστικόπιοτες βραδιές!
Α! Πάλλουσες πρωίες!
Α! Ηλιογέρματα ερυθρά-σαν όνειρο-σαν ψέμα'
Α! Ροδοδάχτυλες αυγές!
Α! Πόδια φτερωμένα!








ΟΛΕΣ

Η ζωή είναι ολιγαρκής.
Ένα ποτήρι νερό ξεπλένει όλες τις αναμνήσεις
Ένα χαμόγελο κοριτσιού ανοίγει μια τρύπα
στο τείχος της απνοίας.

Στην ευρύστερνη πολλαπλότητα των εναντιώσεων
το αεί νοούν φωλιάζει εφησυχάζον.








ΠΕΣ  ΜΟΥ  SHERRY

Ο πρωινός ήλιος κοκκινίζει ξάφνου και αμέσως κρύβεται.
Έτσι η νύχτα φέρνει νύχτα και όλα μέσα της συντελούνται.
Οι πεταλούδες ξεχνούν να γεννήσουν και του χρόνου δε θα  ’χω φτερά.
Μονάχα σκουλήκια θα έρπουν
γύρω από τα φύλλα μου-
τερπνά σκουλήκια φυτοφάγα.

Τα κουβάρια όλα θα  'χουν τελειώσει και αδιάπτωτα το σφύριγμα
των κωνοειδών σκελετών τους θα σκαρφαλώνει στ'  αυτιά μου.
Και κάθε σκελετός πλήρης φωσφόρου.

…Κ αι συ SHERRY τι θ'  ανεμίζεις σ'  ανταπόδωση;
Ένα κρύο χλωμό φεγγάρι ή το φρυγμένο δέρμα σου;
…Και συ SHERRY πού θα κατοικείς τότε;
Πού θα κυλάς μαύρα περιστέρια πάνω σε σιδηροτροχιές;
Πού θα κάθεσαι να ενδυναμώνεις την ύπαρξή σου;
(Όλες οι καρέκλες ήταν εδώ-
γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι
ή ανάμεσα σε παλινδρομικά κινούμενα σίδερα).
Πού θα κοιτάζεις SHERRY; Και πού θα σκέφτεσαι;
Καθισμένη ανάμεσα σε δύο πλήκτρα γραφομηχανής
ή στο χώρο του Velpeau;

Μα πες μου  SHERRY
τα μάτια σου
τόσους φιλόφρονες ήλιους πού τους βρήκαν
και σπιθοβολούν και κατακαίνε;
Τα όρη της Ανδαλουσίας μιμείσαι;
Πες μου SHERRY Ολόκληρη και Μυστική πώς χωρίς στόμα περπατάς;
Πες μου SHERRY Ακλόνητη και Ωραία
γιατί αλλάζεις φίδια κάθε φορά στα μαλλιά σου;

Επιτεινόμενη όλη των χαδιών σου η λαίλαπα με απειλεί.
Πλήγωσέ με μα δεν αντέχω θωπείες ανίσχυρες.

Αφουγκράσου SHERRY!
Είναι των σπαθιών μου το ρίπισμα που σκίζει τον αέρα'
είναι της επλιπάρησής μου η κατάπτωση'
είναι το φρούδο φίλημά μου που έτσι αντηχεί.
Πιάσε τον ήχο και κλείστον στο άσπρο σου χέρι-
θυμάσαι, που, κρύον, μ'  άγγισε;

SHERRY διατρυπώσα
SHERRY απαστράπτουσα
μετρίασε τους παράταιρους ήχους.
Με την ευπαθή παλλομένη ευαισθησία μου συντονίσου.






ΟΧΙ, ΔΕΝ  ΕΤΥΧΕ

Τώρα μην ξαναπείς: "εδώ είμαι" ή "ήρθα".
Ποτέ δεν ήρθες
ούτε ήσουν εδώ, αφού, τώρα, έφυγες.

Εξοικονομώ δυνάμεις για να καταλάβω
πώς εσύ που μόνο σε μένα μπορείς να χωρέσεις
με προσπερνάς.
Κροταφική επιληψία-μηνιγγίτις
αυτά μόνο μπορούν να με αποδώσουν.
Και κείτομαι νεκρός ζων.

Ομάδες περιφρούρησης θα βάλω
στο σώμα σου επάνω
να σε επιτηρούν
να περιπολούν

να μη σ'  αρπάξει
να μην ταράξει
τίποτε το ωραίο δέρμα
τίποτε την ουλή από σπέρμα.

Ωραία ποιηματάκια σε περιγράφουν-πελιδνά.
SHERRY πελιδνή ελθέ'
και ο  Κύριος ημών πελιδνός
σε όλες τις εκφάνσεις του βρισκόταν'
ωχρός δεν ταιριάζει να τον λέμε-να μη το λέμε…
πελιδνός και ύπτιος'
ύπτιος για να δώσει
εσύ ύπτια για να πάρεις δίνοντας.
Χριστός και SHERRY
ζευγάρι ωραίο ύπτιοι θα κάνατε-
ασυντόνιστο.

Στου σταυρού την κώχη δεν έτυχε ποτέ να σταυρωθείς'
καλά δε λέω;
Ή μήπως εκείνο το βράδυ…
Όχι, θα φαίνονταν οι πληγές σου την ώρα της γαλήνης.
Όχι, δεν έτυχε να σταυρωθείς'
τον σταυρό σου τον σήκωσαν πολλοί άλλοι
κραδαίνοντας ξύλινα πέη σε σχήμα σταυρού
και ραίνοντας μ'  αυτά την είσοδό σου στα Ιεροσόλυμα.

…Κάτι μου κρύβεις SHERRY.






ΒΡΑΔΥ

Αντίθετη μείξις υγρού σκότους και ψυχράς ανησυχίας
κλώθει μέλανες χιτώνες επαλλήλους.
Η παράγουσα μηχανή, αδιάβλητος και αλάθητος
τις ίνες του σκότους σε θολά
παραπετάσματα αδιαφάνειας μεταπλάθει.

Κρυπτογελούσα η θλίψις έρχεται
και φωλιάζει στα μέρη της.

Ο ήλιος μαζεύει ό,τι είχε απλώσει και πάει στο εργαστήρι του.
Η σαϊτα του απογεύματος κιτρινοκόκκινη τροχιά διαγράφει
πριν, γρήγορα, στο δικό της πρωινό πάει.
Οι ανεπαίσθητοι θόρυβοι των πλασμάτων της νύχτας
ακούγονται υπογείως καθώς αυτά ανεβαίνουν
παίρνοντας θέση για τη μεταμεσονύκτια ζωή τους.
Η μέρα διασταυρούμενη με το βράδυ
χαμογελάει καλωσυνάτα, ξέγνοιαστη καθώς
το βιβλίο αναφοράς πεπραγμένων της παραδίνει.
Τα δέντρα ντύνονται την επιφύλαξή τους.
Τα ελαφρά ρόδα συγκλίνουν στο ανεπαρκές κέντρο τους.
Οι δρόμοι της μεγάλης πόλης χαιρετιούνται
και κλείνουν τα βλέφαρα νυσταγμένοι
(τα φώτα μένουν ανοιχτά στα μπαλκόνια τους
για τους αργοπορημένους).

Αεριούχα ποτά εκσφενδονίζονται προς πύρινες,
διαφανείς, ζέουσες και ροδόχροες επιφάνειες
εξαεριζόμενα κύκλω.

Κάπου η αυθαιρεσία των διαπύρων σωματιδίων ευοδούται.
Ακολουθούν γρήγορες ενέργειες για την εξάλειψη
του παράδοξου φωτεινού φαινομένου μέσα στη νύχτα.
Διάχυσις.





ΤΟ  ΙΔΙΟ

Χτες ήτανε που οι κόσμοι γεννήθηκαν.
Θυμάμαι την πελώρια έκρηξη
(μόριο θυμιάματος ήμουν).
Μάζες ύλης σκορπίζονταν σε κάθε κατεύθυνση
ξεκινώντας από το κέντρο της διάπυρης σφαίρας.
Τα παλλόμενα στοιχεία έφευγαν
όπως τα λαμπερά μαλλιά σου φεύγουν
από το ανοιχτό σου κρανίο.

Ένα φλεγόμενο σύστημα πρωτογενών νεφελωμάτων
επέπεσε επί των χειλέων σου και έτσι γεννήθηκε
η μικρή σχισμή του κάτω χείλους.
Άλλες μικρότερες εκρήξεις φτιάξανε
τα μάτια, τη μύτη, το στόμα.
Το έρκος των δοντιών σου μόνο δεν είδα
να καθορίζεται-το φαντάστηκα.
Αργότερα διαγράφτηκαν οι μηροί, οι κνήμες…
Έτσι σε είδα να σχηματίζεσαι όλη.
Πώς να μη σε γνωρίσω όταν σε είδα
εδώ πια
στο Λος Άντζελες
μεγάλη και καταξιωμένη πόρνη
και πώς να μην ξαναζήσω εκείνη την έξαψη
αφού το ίδιο αυτό στόμα με καταπίνει..

Κρούσε με SHERRY'
θα δεις πως οι ήχοι μου είναι οι δικοί σου.






SHERRY   ΚΑΙ  ΦΩΣ

Ως στήλη υψώνεσαι έσωθεν φέγγουσα.
Αδιάθλαστες οι αείφωτες ακτίνες προς τα νεφελώματα εκφεύγουν.
Επίπλαστος χρόνος την αιωνιότητά σου σηματοδοτεί κλεψιτύπως.
Διατράνωσις γιγαντιαίων δημιουργημάτων οι αντίπερα ενοικούσες ρίζες σου
(η διαφάνειά σου δικαιώνει την παρομοίωση).

Κενά διευρυνόμενα αναμένουν την πλήρωση του αίματός σου.
Ρόδινο φέγγος δακτύλων ενσκήπτει σε κάθε ενατένισή σου.
Δια μέσου του σεπτού σου σώματος τα αντικείμενα απαστράπτουν.
Κλειστή αιχμή διαρκείας αναπαράγει το στήθος σου
κάθε φορά που αυτό φωτεινά αναλώνεται.

Ευωχία ανεκφράστως συντηρουμένη και αναιτίως αλγούσα
η ενθύμησις των πρώτων σου ερώτων
όταν, μόνον, μηδέν ήσουν.
Παιδί ελαφροντυμένο γεννούσες σφαδάζοντα σύμπαντα.
Μετρούσες από το δύο έως την έξαψη
και ενέσκηπτε το μέχρι τότε ανύπαρκτο.
Οι κόσμοι οφείλουν σε σε την απρόσκοπτη πανδαισία τους΄
και κάθε γυμνός γαλαξίας αντλεί τη σπαργή του
από την αστείρευτη ανακαίνισή σου.

Ιδού ο αλάθητος νεανίας
της διαστίκτου από κηλίδας φωτός νυκτός τα όρη περιέρχεται
προς συνάντησιν του πρώτου αστέρος.
Διανθίζουσαι τας σελίδας ψυχρών βιβλίων
φαιαί αποχρώσεις υπεισέρχονται.
Κράσπεδα ισορρόπου πτώσεως και ανόδου διαπλέουν το μάγμα δακρύοντα.

Στην άρνηση μέσα όλα αντιστρέφονται και σε διανθίζουν
Περίβλεπτη Ερωμένη.
Ανήκουστοι περιπαικτικοί μονόλογοι
υμνούν τη στρογγυλή μαλθακότητα των γλουτών σου.
Στρωματοβάμονες κλεψίτυποι αλγηδόνες σε προκαλούν
χωρίς ελπίδα όμως.
Διαχεομένη δέχεσαι όλα τα ερχόμενα
και προσβλέπουσα
κρύπτεσαι υπό το σεληνόφως.








SHERRY…

Η σταχτιά επιφάνεια των τοίχων του έρωτά μου
από σε παίρνει το χρώμα-
σταχτιά-σταχτιά είσαι.

Τα πόδια σου δρασκελούν τους κόσμους που αυτά έχτισαν'
ένα βήμα ένας γαλαξίας
ένα πήδημα το "σύμπαν".
Βγαίνοντας από τα όριά τους
υπόσχεσαι επάνοδο και μάλιστα επαφή.
Αργά κατανοείς το άτοπο της υπόσχεσης
γιατί, κιόλας, έχεις οριστικά φύγει.

Τι χωρίς πόδια ν'  αγαπήσω;
Τι χωρίς χέρια;
Τι χωρίς κορμί;
Γιατί όλα φεύγουν χορεύοντας στον όρθρο.
Ένα άρωμα μένει μόνο
και μια φωτογραφία ιδανική:
λίγο ανασηκωμένο το φουστάνι
τεντωμένο από το άνοιγμα των γονάτων'
οιμωγές...υλακές...
και αντιστρέφονται τα σημάδια της αφοσίωσης-
εγώ πρέπει στην κλειστή πόρτα απέξω
να κάθομαι και να γαυγίζω.

Ο κύκλος ακόμα δεν κλείνει.
Εντός του οκνά και αβίαστα συνωθούνται
μέλη ακόμα ανάξια για γιορτές.
Διαλέγω την πρώτη ύλη
και μαντεύω την κατοπινή διαμόρφωσή της.
Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να ευωχούμαι
κραδαίνοντας ένα αρχέγονο πόδι
ή τον δακρυικό ασκό.

Ίσως να είναι η τελευταία φορά που σε γνωρίζω.
Μα, SHERRY, πώς έγινες έτσι;
Τα μάτια σου μαύροι κύκλοι και συ μέσα τους.
Τ΄ αυτιά σου λαβύρινθος και συ στους κύκλους τουχαμένη.
Το αιδοίο σου οπή κλεισμένη και συ αγέννητη ακόμα.

SHERRY πώς μετράς την αγωνία;
Με ξύλινα μέτρα ή με σίδερο πυρακτωμένο;
Και με όλη την τιμιότητα του στήθους σου πες μου-
οι νύχτες για σένα σα μέρες ευφρόσυνες είναι;

Μόνο εγώ απ'  όλα νιώθω την παρουσία σου.
Σε προσκαλώ
αλλά μόνο των μηχανών ο ξερός κρότος μου απαντάει
καθώς αυτές ξυπνώντας
γυμνές ακόμα
ανακλαδίζονται νυσταγμένες.

Ανούσια όλα χωρίς το αλάτι των δυο κρυφών χειλιών σου.
SHERRY εν τίνι αλισθήσωμαι;
Εν τίνι ζήσωμαι SHERRY;





ΕΙΣ ΚΟΙΝΉΝ  ΘΕΑΝ

Οι κνήμες σου SHERRY έπρεπε να εκτίθενται εις κοινήν θέαν.
Έστω το εκμαγείο τους (οι γυναίκες θα επαναστατούσαν
για να σταματήσει η επίδειξη).

SHERRY έχεις δει ποτέ τις κνήμες σου;
Μα πώς θα τις έβλεπες αφού
τα μάτια σου είναι πάνω τους.
Η προς τα πάνω προέκτασή τους συμβάλλει
στη μετωπιαία έλικα του εγκεφάλου μου.
Με το στόμα τους σε φιλώ.
Με τους πόρους του δέρματός τους αναπνέω.
Δέσμιος του αρώματός τους ενεργώ και μ'  αυτές
διασχίζω του στερεώματος τις δεντροστοιχίες.

Λοιπόν SHERRY πρόσεχε τις κνήμες σου.
Σε αλαβάστρινα βάζα μέσα θέσε τες
και υπερύψωσέ τες
σεπτές και ήπιες έτσι καθώς
υποβαστάζουν την απελπισία μου.

Και πάνω στην πήλινη πινακίδα γράψε: «πολυεύθραυστον».

Για να περπατάς θα σου βρω εγώ άλλες.
Εκείνες για μένα φύλαξέ τες.

Για να  'ρθεις εδώ πέτα-
ύστερα θα σου πω
(ξέρεις
υπήρξα πριν απ'  αυτές).



Η  ΑΠΟΠΕΙΡΑ

Εντύπωση δεν κάνει η απόπειρα αλλά η εξοικείωση μαζί της.
Πολύν χρόνο θα προετοιμαζόσουν.
Και το στόμα σου εκηβόλο λίαν.
Τα βλήματά σου SHERRY πώς δεν τα  ’χα δει καθόλου;
Βαθιά σου σα σπέρμα ήσαν;

Πες μου, σημάδευες πολλήν ώρα για να βρεις την επιφάνειά μου;
Μα όλην σε είχε καλύψει..
Όπου και να χτυπούσες εγώ θα ήμουν.
Και κάθε κομμάτι μου καρδιά.
Και το χέρι μου στο χέρι σου καρδιά στην καρδιά.
Και ο ιδρώτας στο μαντήλι σου αίμα και λέμφος
(να μην ξεχνάμε και τη λέμφο…)





SHERRY  ΑΝΤΊΣΤΡΟΦΟΣ

Μέχρι τώρα των κλασμάτων τους όρους αντέστρεφα
και καμιά φορά
το πάνω στα μαλλιά μου ξεχασμένο πανωφόρι του ήλιου.
Η αντιστροφή βεβαίως πάντοτε με έθελγε
σε άλλα όμως δε την τολμούσα
εξ αιτίας της απνοίας που επιφέρει.

Των δοντιών σου το έρκος προς τα έσω κυρτούται.
Τα στήθη σου δύο κοιλάνσεις ένθεν και ένθεν της προσθίας
θωρακικής επιφανείας, με κορυφάς αντιστοιχούσας
εν ορθία ακινησία
εις το ύψος του έκτου θωρακικού σπονδύλου
(Θήτα εξ κατά την ιατρικήν σύντμησιν).
Οι ρώθωνες υπερκεράζουν τα ζυγωματικά.

Στο ύψος των ώμων τα δάχτυλά σου καλά κρατημένα
από το ακρωμιακό άκρο της κλειδός,

ενώ αιμάσσουσαι αι κεφαλαί των βραχιονίων κρέμανται κάτω.
Ο ομφαλός στην ιερά χώρα και έτσι να περπατάς-
προς τα πίσω φυσικά, αφού τα πέλματα δακρύουν αντιθέτως.

Πηχτές λέξεις εκβλαστάνουν από το μικρό σου στόμα:
"Ιστέ ωλέθ αν ιαμίε".
Έτσι και σε δέχομαι SHERRY
εντελώς αντίστροφη
σαν το σκοτεινό κοίλο φαιάς σφαίρας.







ΤΑΞΙΔΕΎΩ

Σε θάλασσες ήλιων και ατέλειωτης αγάπης ταξιδεύω.
Ξιφίες παράλληλοι και φωτεινοί εφάπτονται της σχεδίας μου ενδιαθέτως.
Μέδουσες διαφανείς και πολύπλαγκτες
το στρογγυλό πρώτο ευωδιάζουσες με προσπερνούν ευένδοτες και χαρίεις.
Μουσική αναπληρώνουσα τον απόντα χρόνο ακούγεται
από αθέατα υποθαλάσσια μουσικά συγκροτήματα μελλοντικών κόσμων.

Ανεστραμμένη επιμήκης και αιμάσσουσα η μνήμη
με ακολουθεί μένοντας πάντα πίσω μου ανίσχυρος.
Φαιδραί απεικονίσεις ιδεατών μορφών υπερίπτανται ως κινούμενοι στόχοι.
Πρωί είναι
και το πρωί άλλο τρυφερό πρωινό
σε μια διαρκή ανεύθυνη ανανέωση οδηγεί.
Χρυσίζοντα τα φύλλα της θαλάσσης
και οι αρμοί των βραχιόνων της αργυροί.

Στον αφρό του παφλάζοντος ύδατος
ζωγραφείται διάστικτος και κατανεύουσα
η ανομοιομερής κατανομή σου SHERRY.
Εδώ το στόμα σου
εδώ τα χείλη των αναισχύντων κνημών σου.
Εκεί ένα περιπαικτικό χαμόγελο
Εκεί ένα ηδυπαθώς περιφερόμενο και καραδοκούν βλέμμα.

Στερουμένη και στερούσα τέως
παρέχουσα και λαμβάνουσα νυν και αεί υπάρχεις…
Και όλα κείνται υπτίως τα μέλη σου
πληρούντα τα θαλασσινά επίπεδα διαμετρικώς.

Στη γαστέρα της πολύσπερμης θάλασσας πάνω ταξιδεύω.

Αγέννητη γεννήτρα οδύνης και σπαραγμών κάποτε ήσουν.
Τώρα τις όχθες μου περιφέρεις ευτυχής.
Μία κίνησις όλη η ορμή των υδάτων έγινε-
μία προς τα εμπρός κυλιομένη ελικοειδής πρωινή αύρα.

Τα κήτη με προσπερνούν αναντιρρήτως.
Μερικά με ανυψώνουν.
Οι φωτεινές σφαίρες έτσι ολοσχερώς με καλύπτουν.
Κατερχόμενος προσκρούω βιαίως
συνήθως στη λεκάνη σου SHERRY.
Αβρά με αποθέτεις γελώντας στην προτέρα μου τροχιά.

Τους αγερώχους πυθμένας κύπτων εποπτεύω.
Πασιφανείς και ετερόκλητοι κάθονται πάνω στα άνθη τους και ακίνητοι.
Στα λάμποντα γυμνά στήθη των αιωρούνται μικρά
ξύλινα αθύρματα εμφανώς σαθρά'
στα εύτριχα περικλεή σκέλη των
γοργόνες αείμνηστοι και νυγμώδεις, παίζουσαι,
νωχελώς ευωχούνται.
Προσβλέπεις επιπολαία και επανερχομένη ερυθριάς.

Στον αφρό της σεπτής σου θαλάσσης έλπιδοφόρος ταξιδεύω.
Κεκαθαρμένη και αποκαθαίρουσα
άστεγος και στεγάζουσα
πλήρης και πληρούσα μου ανοίγεις το ένθερμον ύδωρ σου.
Με αναιρείς με καθαιρείς και με εξουσιάζεις λανθανόντως.
Οδεύων προς σε
των ατελευτήτων υδατίνων όγκων σου τους ύμνους
κατανοώ ακουομένους.
Επίπλαστα τα ψάρια και ψευδή υπάρχουν στην επάρκειά σου

Στα οικεία βύθη σου το χέρι μου εμβαπτίζων
το έμφρον παραίσθητο γόνυ σου SHERRY θαλασσία εγγίζω.
Ανασπάσαι βιαίως
και απροόπτως δονούν την παρειά μου
της εξάψεώς σου τα κύματα.
Ταχέως συνέρχεσαι και με νουθετείς ουδετέρα.

Σταθμίζων τας συνεπείας προσχωρώ ασθμαίνων
στην  Κοινωνία των Υδάτων σου.
Ρεμβάζουσα και Ακκιζομένη Θαλασσινή SHERRY,
τους ευκλεείς φραγμούς των ονείρων σου υπηρετών
εκγυμνούμαι
και άδων
εμβαπτίζομαι τοις σοις ύδασι.

Στους  ήλιους σου τους θαλασσινούς
και στις ατελείωτες υδάτινες αγάπες σου ταξιδεύω.





SHERRY   ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Αι αποχρώσεις της κλίνης σφαδάζουν ομοιομόρφως υπό το κάλλος σου.
Σεπτή, αδιάβλητος, ευπροσήγορος, άμωμος, κοιμάσαι.

Ασπίς διαχύτου φωτός σε περιβάλλει όλην.
Γυμνή και επώδυνος κείσαι εν αιθρία.
Τα χέρια του στρώματός σου κινούνται ανερυθριάστως
προς τα πλέον αγαπητά των μελών σου
πέριξ των οποίων συσπειρούνται ανενδοιάστως.
Το βαρύ αναιρείται και φεύγει.
Ελαφρότης και διάκοσμος είσαι.

Τα φθίνοντα χέρια σου εκτείνονται
έξω του καθέτου σου άξονος
προς το κεφάλι.
Το δεξί ανάμεσα λήθης και ιμέρων εντρυφά.
Το αριστερό μέσα στο θερμό αβρά νήχεται.
Παιδάκια χωρισμένα από το πλήθος
γλυκά κι ανυπεράσπιστα
ξέγνοιαστα επίσης
περιδιαβάζοντα σε δάσος από μαργαρίτες μοιάζουν.
Οι φλέβες τους δρόμοι ευθύνης και ηδονικής διαδοχής.
Το άσπρο του δέρματός τους κατάσπασις παραπετασμάτων εαρινού θάμβους.
Και τα δάχτυλα
αδιάσπαστα δεμένα με όλα γύρω, όλα τα κρατούν-
μυτερές τρίαινες, βέλη σιδερένια
τρυπούν την αδιάσπαστη αφοσίωση και εγκαρτέρηση
απωθώντας τες στα όρια του απροχωρήτου΄
χερσονήσους λατρείας
εισχωρούσες στην επίπονη θάλασσα της ασεβείας
ωρισμένως θυμίζουν.

Οι ώμοι εκχύνοντες χρυσίζον ρέον φως
συνωθούνται μεταξύ των επικεντρωνόμενοι
και αποδίδοντες στον κορμό
την άμεμπτη θηλυκή του οξύτητα.

Τα στήθη σου, καθώς γερτή μένεις
κλίνουν ελαφρά το κεφάλι.
Σαφείς αι θηλαί των το σύμπαν αμελγόμεναι τρέφουν.
Πάνω τους παιχνιδίζουν χαρούμενα μέλισσες
και ακραιφνείς ερωδιοί φλερτάρουν ακώλυτοι.
Στήθη παιδίσκης ή εταίρας ευωνύμου τα στήθη σου είναι.
Η μέση λίγο δεξιά στρέφει
συνεχομένη εις πασιφανείς γλουτούς οδαλίσκης ανθούσης.
Επάνω της αόρατη του Μορφέως η καφαλή ακουμπά:
εκεί αυτός, όταν θέλει, κοιμάται.

Το εφήβαιον συμμετρική πάνσοφος παρουσία
προτρέχουσα
και περιτρέχουσα το έναστρον δάσος-
άστεγο κοράκι που άλλες ώρες τη θέση του
σε λευκό περιστέρι τελείως παραχωρεί.

Μηροί και κνήμες κρυφίως διαπλεκόμενοι
στον αριθμό τέσσερα
όσα και τα συστατικά τους είναι:
Φωτιά, Κύμα, Απελπισία, Έαρ.

Σε λίγο
μπροστά σε όλων τα μάτια
ένας σάτυρος έρχεται και εκεί
κοιμωμένην
σε βιάζει.





ΣΤΟ  ΓΡΑΦΕΙΟ

Στο γραφείο εντύπωση προκαλεί ο τρόπος
που όλα συμπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται.
Ο χαρτοκόπτης συνουσιάζεται με τη γομολάστιχα.
Το σφουγγαράκι του νερού γεμάτο υγρή κόλλα.
Ο διακορευτής αξύπνητος ακόμα.
Οι καρφίτσες αιμάσσουσες,
και όλο το γραφείο μέσα στο δεξί του συρτάρι.

Πάνω απ'  όλα η φωτογραφία σου.
Με τις δύο εξουσιαστικές στήλες φωτός
λάμπουσες πλήρως πριν καλυφθούν
από το αρχόμενο και ερχόμενο σκότος
της υφασμάτινης ευωχίας.

Η εργασία αρχίζει από το τέλος ως συνήθως.
Το αναμενόμενο γίνεται παρόν και το παρόν
μετατίθεται προς τις τρεις το μεσημέρι.
Εκεί πρέπει να βιαστώ
γιατί αν δεν το προλάβω
στις τρεις και πέντε θα συνθλιβεί.

Αν και (όπως σε κάθε αρχή) όλα μεγεθύνονται
γρήγορα σε διαπεραιώνω.

Προς τις δώδεκα
ίσως κουρασμένη πια, νυστάζεις.
Ένα φλιτζάνι καφέ σε ανανήπτει.
Και μου φέρνεις το συνηθισμένο έγγραφο.
Διαβάζω: SHERRY ορχουμένη'
SHERRY δονούσα'
SHERRY ωδίνουσα'
SHERRY ακραγγίζουσα πόθω'
SHERRY αλγούσα'
SHERRY ασθμαίνουσα'
SHERRY ομιλούσα'
SHERRY κορυβαντιώσα εν οροπεδίω'
SHERRY σφύζουσα μνημών απαρεγκλίτων.
Το υπογράφω ταχύτατα και το αρχειοθετώ.

Νόημα δεν έχει η πράξις σου
όμως πάντα τέτοιαν ώρα
παίρνεις τη μεγάλη αστροφεγγιά
τινάζεις τα ετοιμόρροπα αστέρια και πλησιάζεις
αγέρωχη και κρατούσα.
Η ανένδοτη επιφάνεια των ενδυμάτων μου
καλύπτεται από ψήγματα χρυσού και αργύρου
αβαρή και αδιάσειστα.
Νήχεσαι εντός τους προς όλες τις κατευθύνσεις.
Από παντού αλλού χάνεσαι.
Σε ξαναβρίσκω όταν σε κάποιαν απότομη κίνηση
όλα αυτά πέσουν.





SHERRY ΧΡΥΣΗ

Χρυσή βροχή πέφτοντας
με γονιμοποιεί
και με μεθά, με ζαλίζει.
Ευχές κάνω και προσπαθώ
στο στενό σου σουτιέν να χωθώ,
μια θέση να βρω στης κυλόττας σου
την υγρή επιφάνεια.
Αντιστέκεσαι και με πονάς.
Κυρίως γιατί σ' αγαπώ.
Και σ' αγαπώ γιατί έτσι.
Η αγάπη δεν έχει γιατί.
Μόνο ένα κορμί έχει
αδιάντροπο και ροδαλό
που προκαλεί.
Και την απόλαυσή του.
Τίποτ' άλλο.



SHERRY  ΜΩΒ

To πονεμένο σου το κλάμα,
η ευγένεια της ματιάς
δεν κάνανε το θάμα.
Της ώρας της κακιάς

εβλάστησε ο σπόρος
κι η μόνη έχει χαθεί
η ευκαιρία. Ο χώρος
εγέμισε σταχτί.

Η λάμψη του άστρου σβήνειι.
Μ' αφήνεις μοναχό
και μόνη έχεις μείνει
με ταίρι τον αχό

του πόθου μου που θέλει
σε σένα ν' απλωθεί
μα βρίσκει όλα τα μέλη
να σου έχουν αλωθεί

απ' τ' άδικα εκείνα
παιχνίδια τα φρικτά
που σου κρατούν για μένα
τα μάτια σου κλειστά.



                                   SHERRY  ΧΑΚΊ

Στρατιώτης σε μάχη μεγάλη
στρατιώτης σε άνιση πάλη
έτσι μαζί σου είμαι
έτσι κοντά σου κείμαι.



SHERRY  ΙΩΔΗΣ

To άδειο πληρώνεις εσύ
Sherry πανταχού παρούσα.
Σκάλα χρυσή
τα μαλλιά σου τα ρούσα.

Πληγή μου ανοίγεις παλιά
που μόνο με φιλιά κλείνει.
Αλλά δε μου δίνεις φιλιά-
η Εύα δε σ' αφήνει.

Στα σκέλη σου μέσα κρατάς
κλεισμένον με όλον
χωρίς να ’μαι εκεί. Και πατάς
με αναίσχυντον δόλον

τους όρκους που μια νυχτιά
κρυφά είχες δώσει.
Θάλασσα είσαι πλατιά
και κύμα έχεις σηκώσει

που πεσμένον με χτυπά.
To καθένα σου στήθος
στο στόμα μου χωρά-
πράγμα αδύνατο συνήθως.

To χέρι μου πάει χαμηλά
εκεί, κάτω απ’ το φουστάνι
και ύστερα κυλά
εκεί που δε φτάνει

       ο πόθος κανενός θνητού.
Και μένεις μονάχη.
Τις αισθήσεις φυτού
πρέπει να 'χει
      η αδιάφορη διαγωγή σου'
ή να ’χει διαστρεβλωθεί
από την ήπειρο που μαζί σου
παίζοντας, έχει λερωθεί.

Όλη η Αμερική
χωράει στα σκέλη σου εντός.
Τη βλέπω εκεί
καθώς κείμαι εκτός.




SHERRY ΜΠΕΖ

Δεν είχα τα χρώματα δει
της γραμμής των ώμων σου.
Tα φανταζόμουν ερυθρά
και φεύγοντα
πάνω σε μια
φωτεινή γραμμή ψευδαργύρου.
Κορμί πόρνης. Γλουτοί
που καλούν για τον στρόβιλο της αγάπης.
Στήθη ανεμίζοντα ίμερους στις άκρες τους.
Κενή μου κλίνη...






SHERRY ΟΥΡΑΝΙ

Παίρνουν τα χέρια σου τη θλίψη μου
και την περνούν απέναντι
πάντοτε περνώντας την κάτω
από τα δυο ανοιχτά σου πόδια-
το μόνο ανοιχτό
πάνω στη ματωμένη καρδιά σου.
Σε κοιτάζω με ανυπόκριτο θαυμασμό.
To εσώρουχό σου μπλε
και υγρό σαν θάλασσα.
Ματωμένη ευαισθησία σε προκαλεί.
Η καμπύλη των γοφών
και της κνήμης η αδρή παρυφή
μακραίνουν καθώς από μέσα κοιτάζω.
Είσαι ένα τριαντάφυλλο
με μακρύ μίσχο
και ζάχαρη στην κορυφή του
γεννημένο για μέλισσες οκνές
και για φιλιά θλιμμένα.
Τα πέταλά σου
την πρωινή δροσιά πίνουν.
Και τα χέρια σου τη θλίψη μου παίρνουν
και πάντοτε
απέναντι την περνούν.




                                   SHERRY  ΜΑΥΡΗ

Μαύρη -μαύρη-μαύρη-μαύρη
μαύρη μοίρα σε κρατεί
κι ηδονής χαρά δε θα 'βρει
η ύπαρξή σου η κουτή

μακριά μιας και σε διώχνει
από με που σε καλώ
και σε πέη άλλα σε σπρώχνει
το άσκεφτό σου το μυαλό.

Αν φαντάζοσουν μονάχα
πώς μαγάλα με δονεί
η ειδή σου-πόση θα ’χα
να σου δώσω αληθινή

τη γλυκιά χαρά να νιώσεις,
δε θα ζήταγες αλλού
χάδια ψεύτικα να δώσεις-
δε θα ζήταγες φαλλού

άλλου θέα ν' αντικρίσεις.
Μαύρη μοίρα σε κρατεί
και τη ζήση σου να σβήσεις
μακριά μου σου απαιτεί.


SHERRY ΚΟΚΚΙΝΗ

Τεράστια παλίρροια φουσκώνει
ο πόθος απόψε. Οργά
η ύπαρξή μου. Ματώνει
το χείλι. Γοργά

τα κύματα πάνω μου σπάνε.
Το καίον σου σεξ προκαλεί
τα χείλη που μάταια ζητάνε
στην έρημο δρόσου φιλί.

To αίμα σου μέσα μου ρέει
και άναιμη μένεις εσύ.
Στις φλέβες σου ξύλινα πέη
εκχύνουνε μπρούσκο κρασί.

Και μέσα σου είμαι' και σ' έχω
ολάκαιρη μέσα μου εγώ.
Στ' αμπέλια τα πρώτα σου τρέχω
και μούστο δροσάτον τρυγώ.

Α! Κόκκινη! Κόκκινη SherryΙ
Α! Κόκκινη Sherry γιατί
σαν τρέμον σταχτί σπουργιτάκι
η θλίψη σου εδώ περπατεί…