ΜΙΑ ΣΕΜΝΗ ΚΟΠΕΛΑ
(Εκείνη και Εκείνος κάθονται σε ένα καφενείο. Εκείνη με ένα ύφος αναμονής και εκείνος διστακτικά εξομολογητικός.
Το γκαρσόνι φέρνει τα ποτά. Πίνουν. Εκείνη πίνει μια γουλιά, αφήνει το κύπελλο και τον βλέπει. Εκείνος αρχίζει να μιλάει με δισταγμό στην αρχή, σαν να κάνει μπροστά σε άλλον κάτι άπρεπο.)
Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να με ακούσετε... Είναι φυσικό να περιμένετε να σας πω ξεκάθαρα και γρήγορα ό,τι έχω να σας πω... και δε θέλω να κάνω κατάχρηση της ευγένειας που μου δείξατε αποδεχόμενη την παράκληση μου να σας απασχολήσω για λίγο. Δεν ξέρω όμως πώς, αλήθεια, ν’ αρχίσω... Ίσως ακόμα ακόμα δεν ξέρω τι θέλω να σας πω.
Ξέρω, ακούγεται παράξενα, όμως έτσι είναι...
Γιατί μιλώντας ένας άντρας με μια γυναίκα, πάντοτε αυτός θα βάλει μέσα στα λόγια του, χωρίς διόλου να το θέλει και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, λίγο θαυμασμό πέρα από εκείνον που θα έδειχνε μιλώντας με έναν άντρα, και ακόμα μιαν ερωτική απόχρωση, κάτι σαν μια ροζ πινελιά στον γκρίζο τοίχο ενός δωματίου.
Ίσως έτσι να είναι από τη φύση ορισμένο, να γίνεται φανερή η αναπαραγωγική σχέση που υπάρχει ανάμεσα άντρα και γυναίκας σε κάθε συνάντηση τους, ακόμα και άσχετης με την αναπαραγωγή, όπως σε συναντήσεις επαγγελματικές, φιλικές, κοινωνικές, κάθε είδους. Σας έγινε φαντάζομαι αμέσως φανερό πως δύσκολα θα βρω τα λόγια που θα εκφράσουνε την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι αποφασίζοντας να σας μιλήσω.
Αν θα θέλατε... αν αλλάξατε ίσως γνώμη.. .ίσως να βιάζεστε... αν θέλατε να μη συνεχίσω...
(Εκείνη κινεί αρνητικά το κεφάλι ενώ κάθεται αναπαυτικότερα στην καρεκλά της και το πρόσωπο της παίρνει μιαν έκφραση κατανόησης)
Ξέρετε, μένω απέναντι από το σπίτι σας-εννοώ από το διαμέρισμα σας. Ίσως εσείς δεν θα με έχετε προσέξει.
Βέβαια η απόσταση των διαμερισμάτων μας είναι μεγάλη, ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει κανείς παρά μόλις τη σιλουέτα κάποιου ενοίκου της απέναντί του πολυκατοικίας.
Αυτό συνέβαινε και με μένα. Βλέποντας σας όμως πολλές φορές την κάθε ημέρα, άθελά μου, μπόρεσα να αποτυπώσω τις κινήσεις και τη συμπεριφορά σας τόσο καλά, ώστε να τα γνώριζα όταν τα έβλεπα σε κάποια γυναίκα, ταυτίζοντάς έτσι αυτήν με εκείνη που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρο μου.
Ίσως έχετε προσέξει πως ένα παράθυρο της απέναντι σας πολυκατοικίας μένει πάντοτε με ανοιχτές και στην ίδια πάντοτε θέση τις κουρτίνες του. Αυτό το παράθυρο είναι το δικό μου. Ζω μόνος και ένας άντρας που ζει μόνος, δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε θέματα νοικοκυροσύνης. Ακόμα η μοναξιά γίνεται πιο υποφερτή αν εκείνος που μένει μόνος κρατεί ελεύθερα από κουρτίνες τα παράθυρά του γιατί έτσι έρχεται σε ενός είδους επαφή με τον έξω κόσμο, κάτι που του δίνει την εντύπωση ότι έχει κάποια συντροφιά.
Ο Θεός βυθισμένος στην αιωνιότητα, υπέφερε από την ερημιά και τη μόνωση, και δημιούργησε τον κόσμο για να κατευνάσει την οδύνη του. Εγώ δημιούργησα ένα άνοιγμα στο παράθυρό μου.
Έχω λοιπόν για δυο χρόνια τώρα τις κουρτίνες του παραθύρου μου ορθάνοιχτες νύχτα μέρα.
Θα έχετε καταλάβει πως σε κείνο το διαμέρισμα μένει ένας άντρας βέβαια. Ποια γυναίκα θα έδειχνε τόσην ανεμελιά για κάτι τόσο βασικό γι αυτήν-τις κουρτίνες, που η νοικοκυρεμένη φροντίδα ενός σπιτιού τις θέλει κλειστές το βράδυ ώστε να μη φαίνεται τότε τι κάνει κανείς μέσα στο σπίτι του...
Εδώ θα είχα μόνο μιαν αντίρρηση, ή μια δικαιολογία αν θέλετε, για την ατσάλιά μου αυτή, μια δικαιολογία που στηρίζεται στην αντρική πρακτική, που δεν γνωρίζει από γυναικείες συνήθειες και προστατευτικές τακτικές. Και αυτή η δικαιολογία είναι ότι από πουθενά δε φαίνομαι όταν είμαι μέσα στο δωμάτιο και κάθομαι στη θέση όπου εργάζομαι. Και όταν χρειάζεται να μετακινηθώ μέσα στο δωμάτιο μου τις νυχτερινές ώρες, προσέχω να μη φανώ από όποιον θα μπορούσε κατά τύχη να βλέπει προς το παράθυρό μου. Αντιθέτως εγώ καρπώνομαι τα πλεονεκτήματα της κατάστασης αυτής-των ανοιχτών κουρτινών μου εννοώ-, όποια ώρα του εικοσιτετραώρου.
Η πρώτη φορά της ημέρας που θα κοιτάξω έξω, είναι η στιγμή που σηκώνομαι το πρωί. Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου θέλει να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του κάθε τόσο, προϋπόθεση απαραίτητη για τη συνέχιση της επίγειας ζωής του. Και η καλύτερη επιβεβαίωση γι αυτό είναι η σιγουριά της διαπίστωσης ότι ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται, να ζει, να υπάρχει. Ξέρετε, μιλώ για τον κόσμο μας αυτόν. Τον κόσμο που μέσα του ζω και ζείτε, τον κόσμο που αποτελείται από πράγματα, πράγματα χειροπιαστά, από αντικείμενα που βρίσκονται πιο κοντά ή πιο μακριά μας, από άλλους ανθρώπους, από τόσα γνωστά μας έμψυχα και άψυχα. Τον κόσμο στον οποίο κατοικεί η μοναξιά.
Βλέποντας λοιπόν τον κόσμο σιγουρεύομαι ότι ζω και ότι και πάλι θα πρέπει να προετοιμαστώ για μια δύσκολη ημέρα. Ότι θα ζήσω και αυτή την ημέρα δηλαδή.
Πολλές φορές αμέσως με την πρώτη μου αυτή ματιά, σας βλέπω.
Τα παράθυρα!
Τα παράθυρα!
Πόσο μεγάλη η προσφορά τους στους ανθρώπους!.. Και τι δεν δίνουν τα παράθυρα... Αέρα και φως μέσα σε ένα σπίτι με κλειστές πόρτες, οδούς διαφυγής όταν οι πόρτες για κάποιο λόγο δεν προσφέρονται ή δεν επιλέγονται για την έξοδο από αυτές , κουβέντες με κάποιον που βρίσκεται απέξω σταυρώνοντας αυτός που βρίσκεται μέσα τα χέρια του πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Κυρίως όμως προσφέρουν θέα.
Θέα! Πόσα μάτια που βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο δεν έχουν καθηλωθεί από ένα θέαμα που αντικρίζουν όταν κοιτάξουν έξω από ένα παράθυρο! Πόσα τοπία δεν έχουν αιχμαλωτίσει τα μάτια αυτά! Τοπία θαλασσινά, τοπία βουνήσια, τοπία κάμπων ανθόσπαρτων, ποτάμια, λίμνες, δάση, και τι δεν έχει ποζάρει έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο... Μα και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει ένα παράθυρο στα πορτραίτα τους ώστε να δουν οι άλλοι μέσα από αυτό ό,τι η μαγευτική τους δύναμη της αναπαράστασης της φύσης τους οδηγεί να πραγματώσουν! Και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει τριαντάφυλλα είτε μέσα σε ένα βάζο που βρίσκεται πάνω σε ένα παράθυρο, είτε στο τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια εκείνου που θα κοίταζε έξω από αυτό...
Λοιπόν μπροστά στα δικά μου μάτια καθώς κοιτούσα έξω, βρισκόταν η εικόνα σας.
Μια εικόνα λίγο μακρινή, λίγο θαμπή, λίγο ακαθόριστη. Μια εικόνα πολύ φωτεινή, πολύ θηλυκή, πολύχρωμη. Μια εικόνα ζωντανή, νεανική. Μια οπτασία.
Ξέρω, κάθε γυναίκα όταν ακούει να την περιγράφει ένας άντρας, διαλογίζεται ότι αυτός υπερβάλλει, ιδίως όταν η γυναίκα αυτή ακούει η ίδια την περιγραφή της. Γιατί και είναι στις συνήθειες του άντρα η υπερβολή, όταν μιλάει για μια όμορφη γυναίκα. Γι αυτό και πολλοί νομίζουν πως έγιναν ποιητές με το να μιλούνε για μια γυναίκα, μιας και της ποίησης ιδιότητα είναι η υπερβολή.
Μα εγώ μιλώντας για σας δεν υπερβάλλω. Γιατί όλα αυτά είστε.
Ύστερα δεν έχω ανάγκη να νιώσω ποιητής γιατί είμαι ποιητής.
Είμαι δηλαδή ο αυτοφυής μεσολαβητής ανάμεσα ζωής
και Θανάτου.
Είμαι ο σύντροφος του ζώου, ο έμπιστος του δέντρου, ο
φίλος του ορυκτού, ο σπουδαστής των Πραγμάτων.
Είμαι ευαίσθητος, οραματιστής, διαισθητικός.
Και αντιμετωπίζω τον εξωτερικό κόσμο με δέος, με
συστολή, με άγχος.
Έλεγα λοιπόν ότι βλέποντας μια τέτοια εικόνα-την εικόνα σας-δε χρειάζεται κανείς περισσότερο για να νιώσει ζωντανός κι αυτός, παίρνοντας από τη δική σας όση ζωντάνια του χρειάζεται για να περάσει την ημέρα. Γιατί η ζωντάνια που οι ωραίες γυναίκες ακτινοβολούν είναι ανεξάντλητη.
Ποιο θέαμα ποιου άνθους θα γεννούσε μεγαλύτερη ευτυχία στην ψυχή ενός άντρα από τη θέα μιας όμορφης γυναίκας;
Ποιος ζωγράφος θα ήταν ικανός να δώσει στο μάτι να δει πρωί πρωί κάτι ομορφότερο από σας;
Αφήστε μου το δικαίωμα να εκθειάζω την ομορφιά σας, όταν δεν το κάνω με σκοπό να κερδίσω την ερωτική σας εύνοια.
Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά σας που έχει δώσει στη
ζωή τόσες δυνατότητες ευμενούς αντιμετώπισης μου
από αυτήν.
Είναι ακόμα και το γεγονός ότι ζείτε μόνη.
Και όλα όσα πιο πάνω είπα δεν θα τα έλεγα αν δεν
συνυπήρχε αυτό το χαρακτηριστικό της δικής
σας περίπτωσης.
Συγχωρείστε μου ό,τι θα πω, που ίσως αντιβαίνει στους τρόπους καλής συμπεριφοράς απέναντι σε μια γυναίκα, όμως το γεγονός αυτό πολλαπλασιάζει την αξία που έχετε για μένα.
Μια μόνη γυναίκα είναι το δυνητικό ταίρι όλων των
αντρών.
Μια μόνη γυναίκα είναι το στημόνι για να πλέξει κάποιος μ’ αυτό όλα του τα όνειρά του.
Έχει πολλά διαμερίσματα η πολυκατοικία στην οποία
μένετε.
Μα σε κανένα διαμέρισμα δεν μένει μια γυναίκα μόνη.
Έχετε έτσι όλες τις ιδιότητες που γυρεύει μια φαντασία από την πραγματικότητα, για να απογειωθεί.
Μα θα προχωρήσω και σε μιαν άλλη ιδιαιτερότητα που
σας κοσμεί.
Και είναι αυτή ότι δεν έχετε δεσμό-έτσι δε τον λένε;
Αλήθεια, κάποιος άντρας κάνει την εμφάνιση του στο
σπίτι σας πού και πού, μα η συμπεριφορά σας απέναντι
του δεν είναι η συμπεριφορά γυναίκας που χαίρεται τη
ζωή και, περισσότερο, τον ερωτά μαζί του.
Ποτέ δεν του μιλήσατε, ποτέ δεν σας είδα κοντύτερα σ’
αυτόν πέρα από όσο επιβάλλουν οι συνθήκες ζωής σε
ένα μικρό κοινόχρηστο διαμέρισμα, και το σπουδαιότερο, ποτέ δεν τον έχετε αφήσει να βγει έξω στο μπαλκόνι, ώστε να φανεί από όλους.
Και οι κινήσεις σας είναι πάντοτε βαριεστημένες όταν
είστε μαζί του.
Δεν έχω δει ποτέ σε σας το ευτυχισμένο χαμόγελο της γυναίκας που απολαμβάνει τον έρωτα.
Είστε μόνη, ακόμα και όντας πολύ κοντά του ή για πολύ
μαζί του.
Ποιος ξέρει ποια έξω από σας ανάγκη σάς τον έχει επιβάλει, σκέπτομαι, και φρικιώ στη σκέψη αυτή, που η αλήθεια της θα σήμαινε ότι η δυστυχία είναι ο κοινός τόπος μας και η αιτία που αυτή την ώρα με ευωχείτε με την παρουσία σας.
Είτε έτσι είτε αλλιώς όμως, υποθετικά, είστε διπλά δική καθενός που σας γνωρίζει.
Είναι κάπως όπως πηγαίνει κάποιος μόνος στα "καφέ" της πόλης, γυρεύοντας να περάσει ευχάριστα την ώρα του.
Και δεν πηγαίνει εκεί για τον καφέ, πηγαίνει μόνο και
μόνο για να έχει την ευκαιρία να του προσφέρει τον
καφέ η σερβιτόρα, που τη στιγμή εκείνη είναι δική
του, όπως δική είναι σε καθέναν που πηγαίνει εκεί.
Και αυτό είναι το ζητούμενο από μια γκαρσόνα, να κάνει όλους να νομίζουν ότι είναι δική τους.
Εγώ δεν έχω τέτοιαν ανάγκη, όσα μου προσφέρετε εσείς
είναι πολύ περισσότερα από όσα μια υπάλληλος ενός καταστήματος μαζί με τον καφέ προσφέρει.
Και σας έχω μόνιμη συντροφιά όλες τις ημέρες. Και ζώντας κοντά σας, ζω από τη ζωή σας.
Σας βλέπω που πλένετε τα πιάτα σας. Σας βλέπω που
στρώνετε το κρεβάτι σας. Σας βλέπω που πλένετε το
σπίτι σας. Σας βλέπω που ξεσκονίζετε, που τρώτε, που
κουβεντιάζετε με καμιά φιλενάδα σας, που απλώνετε
τα πλυμένα ρούχα, που λιάζετε και τινάζετε τις
κουβέρτες.
Τι άλλο από αυτό θα ήθελα;
Κι όμως, μου δίνετε κι άλλα. Πολλές βραδιές κοιμάμαι αργά. Κοιτάζοντας έξω τις τέτοιες νύχτες, δεν βλέπω παρά μόνο στο παράθυρο σας φως, λες και με νοιώθει και το κάνει για να μου κρατήσει συντροφιά στις μοναχικές ξάγρυπνες νύχτες μου.
Ευχαριστώ διπλά τότε την τύχη μου που με έφερε να
κατοικήσω κοντά σας.
Και πολλές φορές το φως στο δωμάτιο σας μένει
ανοιχτό όλη τη νύχτα.
Αναρωτιέμαι γιατί.
Ίσως ,λέω, να εργάζεστε νύχτα.
Ίσως πάλι, λέω, το αποξεχνάτε διαβάζοντας και κοιμάστε με ανοιχτό το φως.
Πάλι μπορεί να φοβάστε σαν γυναίκα και το φως διώχνει το φόβο σας.
Και άλλοτε πάλι σκέφτομαι πως δεν κοιμάστε από τη στενοχώρια σας που είστε μόνη.
Δε σας έχω δει ποτέ να γελάτε. Είναι τάχα η θλίψη που σας επιβάλλει τη σοβαρότητα αυτή, ή τάχα η σοβαρότητα είναι αναπόσπαστο επακολούθημα του κλίματος του τόπου προέλευσής σας;
Γιατί με όλα αυτά που ξέρω για σας, υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν τα ξέρω.
Όπως είπα και μόλις πριν, αν είστε ελληνίδα ή όχι.
Η ξανθή, λευκόδερμη ομορφιά σας παραπέμπει στις
ρωσίδες που ήρθαν από την παλιά Σοβιετική
Ένωση και γέμισαν ομορφιά και αγνό έρωτα την
ανέραστη χώρα μου.
Ύστερα δεν ξέρω πώς σας λένε-σας έχω δώσει το όνομα Σόνια-ποιον έχετε συγγενή εδώ, ποιοι είναι οι φίλοι και οι φιλενάδες σας, αν εργάζεστε και πού.
Μα όποια και να είναι η απάντηση στις απορίες μου αυτές, δε μετράει για την αιτία που με έσπρωξε να σας μιλήσω.
Και η αιτία είναι πως θέλω να σας πω ότι χωρίς εσάς θα ήμουν έρημος στη ζωή. Χωρίς τη συντροφιά που μου έκανε το φως του παραθύρου σας θα ήμουν βυθισμένος σε ωκεανούς θλίψης. Χωρίς τη θέα σας από το παράθυρο μου θα ήμουν ο Αδάμ πριν από το πλάσιμο της Εύας. Όταν όλα τα φώτα σβήνουν στις γύρω πολυκατοικίες και μόνος εγώ ξαγρυπνώ, στρέφω με αγωνία τα μάτια μου προς το παράθυρό σας. Έχετε φως; Είμαι ευτυχισμένος. Δεν έχετε φως; Πέφτω στα δίχτυα της πιο μαύρης δυστυχίας. Νιώθω τότε σαν χαμένος μέσα σε ένα σκοτεινό αφιλόξενο σύμπαν που ο μόνος κάτοικος του είμαι εγώ.
Και ας αναρωτιέμαι: πώς γίνεται ένα μικρό πλάσμα όπως εσείς να μπορείτε να μου δίνετε τόση σιγουριά, τόση θαλπωρή, τόση ευδαιμονία να με κάνετε να αισθάνομαι; Όμως γρήγορα παύω τις ερωτήσεις και απολαμβάνω την ηδονή-ναι, αυτή είναι η λέξη-της ύπαρξης σας μαζί μου στη γη αυτήν επάνω.
Δεν σας κρύβω πως αλλιώς θα ήσαν τα πράγματα εάν στο διαμέρισμα που τώρα μένετε δεν μένατε εσείς, αλλά μια γυναίκα όχι όμορφη ή νέα. Αναλογιστείτε μόνο το γεγονός πως είμαι ποιητής, ότι ο ποιητής αναγνωρίζει πως υπάρχει αναλογία και αντιστοιχία ανάμεσα στο ρυθμό του σύμπαντος και στους χτύπους της καρδιάς του, και ότι ο θίασος του Διόνυσου με κισσούς και σμίλακα, αναπαριστάνει και δοξολογεί την κραιπάλη του σύμπαντος.
Μα δεν θα υμνήσω τα κάλλη σας.
Το έχω κάνει σε ποιήματα που ποτέ δε θα σας
ενοχλήσω με αυτά.
Μα θα ήθελα, μιας και έχετε την καλοσύνη να με ακούτε, να σας πω ορισμένα πράγματα με την πείρα που έχω σαν μεγαλύτερος. Επειδή δεν χρειάζεται να έχει γνώσεις ψυχολογίας κάποιος για να δει τη θλίψη που σας κατέχει εξαιτίας της μοναξιάς σας.
Σας παρακαλώ ακούστε με.
Μη θλίβεστε γιατί ακόμα δεν ήρθε η ώρα της χαράς σας.
Δε θα πει αυτό ότι σας ξέχασε.
Η χαρά που η φύση σας χρωστάει δε θα χαθεί.
Θα σας δοθεί αργά ή γρηγορότερα.
Και όσο αργεί τόσο θα είναι πιο επιθυμητή.
Ίσως πρέπει να ωριμάσει μέσα σας το δέντρο του πόνου πρώτα, για να δώσει τον καρπό της χαράς που ως τώρα δεν γνωρίσατε και που γι αυτό θλίβεστε.
Πιστέψτε με όμως-θα έρθει.
Θα έρθει φορώντας ίσως ρούχα άλλα από κείνα που
φαντάζεστε. Μα έτσι έτοιμη που θα είσαστε πια να τη
δεχθείτε, θα την γνωρίσετε αμέσως.
Και θα είναι όλη δική σας.
Η χαρά του έρωτα θα έρθει και για σας μικρή μου κυρία. Και αν είστε μια γυναίκα για την οποία το ερωτικό φαινόμενο είναι περιορισμένο, τότε τα όρια του θα συμπέσουν με τα όρια της ψυχής σας. Τότε ο έρωτας θα έχει το πρόσωπο ενός ταιριαστού στην αγωνία σας αρσενικού. Εάν πάλι σε σας ο έρωτας διανοίγεται και ξεφεύγει στην απλωσιά της απεριόριστης έκτασης, τότε ερωτεύοντας θα γονιμοποιήσετε όλη την περιοχή που συμπίπτει με το χώρο μιας άγνωστής σας μέχρι τώρα θηλυκότητας.
Έτσι ή αλλιώς είναι γυναίκες σαν και σας που θα σώσουν τον άνθρωπο. Γιατί το τιμιότερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει αυτός σαν απολογία μπροστά στο θεό την ώρα της έσχατης κρίσης και να το επικαλεστεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική, ούτε ή μουσική και η ποίηση, αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα που ατενίζει ήρεμα από το παράθυρο της τη νύχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσίας.
Και οι πόρνες ακόμα είναι ευλογημένες-δεν μετράει το πού φτάνει κανείς αλλά από πού άρχισε-και από την αγάπη άρχισαν κι αυτές.
Στα χέρια σας κυρία, στα χέρια που καίγονται από τη φωτιά που δεν μπορεί να ζεστάνει τίποτα, κλείνεται, σαν φτερούγισμα περιστεριών, η ταραχή του κόσμου.
Και η αδυναμία σας ακριβώς αυτή είναι η παντοδυναμία σας.
Αποδεχτείτε την σα δώρο που θα χαρίσετε με τη σειρά
σας στην ανθρωπιά του ανθρώπου.
Σαν γυναίκα κατέχετε τον έρωτα κυρία.
Και ο έρωτας είναι το πιο ισχυρό όπλο του ανθρώπου-η
σημαντικότερη δυνατότητα που του δόθηκε από τη
φύση-στον αγώνα του να προσεγγίσει την Αλήθεια, να
κατακτήσει την καθαρή, την απλή βεβαιότητα, υπερβαίνοντας τα σχετικά με την ουσία του δεσμά.
Και αν τώρα κάθομαι εδώ και σεις απέναντι μου και σας μιλώ, το θεωρώ αυτό σαν μια προσευχή μου στη Γυναίκα, την πρέσβειρα του ανθρώπινου πόνου στη χαμένη μας Χαρά.
Βλέπω στα μάτια σας ένα λαμπύρισμα που έχει το χρώμα της ελπίδας.
Βλέπω να έχει φύγει από μέσα τους η θλίψη. Και βαθαίνει σ’ αυτά η αυτοεκτίμηση.
Αν κάτι από όσα σας είπα βοήθησαν σ’ αυτό, ας θεωρηθεί το γεγονός αυτό μικρή μου κυρία σαν μια ελάχιστη ανταπόδοση για όσα εσείς μου έχετε δώσει μέχρι τώρα.
Ίσως καταχράστηκα της αποδοχής σας για μια συζήτηση και ξεπέρασα τα χρονικά όρια που θα έθετε μια γυναίκα.
Αυτά είχα να σας πω και να σας ευχαριστήσω για μια ακόμα φορά που με ακούσατε.
(Εκείνη σηκώθηκε με ήρεμες κινήσεις, στάθηκε όρθια περιμένοντας να πληρώσει εκείνος και ύστερα προχώρησε μαζί του προς την έξοδο.)