Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΟΥΝΕ 0Ι ΜΑΣΚΕΣ

"Ενδιαφέρομαι πολύ λίγο για τον ανάλατο συρφετό των μέτριων ποιητών, των ευτελών ριμαδόρων και προ πάντων σήμερα που είναι τόσοι πολλοί. Αξίζει μάλιστα να εξετάσουμε σοβαρά σε ποίο σημείο αυτοί οι μέτριοι ποιητές έχασαν τον καιρό τους, κι εκείνον των άλλων, πόσο χαρτί σπατάλησαν, πόσο ολέθρια είναι η επίδρασή τους. Από το ένα μέρος πράγματι, το κοινό ζητάει άπληστα ό,τι είναι καινούργιο' από το άλλο, έχει φυσικά περισσότερη κλίση προς το παράλογο και το ευτελές, όπως προς κάτι το πιο σύμμορφο με τη φύση του: γι αυτό τα έργα των μέτριων ποιητών το εκτρέπουν από τα καθαρά αριστουργήματα' δουλεύουν ενάντια στην ευεργετική επίδραση του πνεύματος' διαφθείρουν όλο και πιο πολύ το γούστο, κι έτσι σταματούν την πρόοδο του αιώνα. Γι αυτό η κριτική και η σάτιρα θα έπρεπε, χωρίς επιείκεια και χωρίς έλεος, να τους μαστιγώνουν, μέχρις ότου, για τη δική τους βελτίωση, διαβάζουν καλά, στη σχόλη τους, αντί να γράφουν άσχημα. Γιατί, αν η αδεξιότητα ενός αμαθούς κατόρθωσε να εξοργίσει τον ειρηνικό θεό των Μουσών σε σημείο να γδάρει τον Μαρσύα, δε βλέπω πάνω σε τι η μέτρια ποίηση θα μπορέσει να στηρίξει την απαίτησή της να γίνει ανεκτή."
Σοπενχάουερ
"Κοινό σύμπτωμα σε όλα το ολοκληρωτικά περιβάλλοντα (θρησκευτικά. κομματικά, ιδεολογικά) ή στα άτομα ολοκληρωτικής νοοτροπίας, είναι ότι: Δεν σιωπούν όταν τους γίνεται κριτική, απαντάνε οπωσδήποτε και με θυμό, οργή, συχνά και βαναυσότητα. Αλλά ποτέ στις θέσεις και στα επιχειρήματα της κριτικής. Η απάντησή τους εντοπίζεται μόνο στον κριτή τους: να εξουδετερωθεί ο κριτής, όχι να αναιρεθούν τα λεγόμενά του."
Χρήστος Γιανναράς
 
Στην ιστοσελίδα αυτή περιγράφω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε ο προπηλακισμός και η χειροδικία εναντίον μου, μια μέρα του Ιουλίου του 2004 στην Τρίπολη.
Την αφορμή. για να γράψω αυτή την ιστοσελίδα μου την έδωσε η φράση που, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που θα περιγράψω, μου απεύθυνε τη μέρα εκείνη ο νοσοκόμος Στρατηγόπουλος: «Θα μείνεις στη λογοτεχνική ιστορία της Τρίπολης, σαν ο πιο τιποτένιος, ο πιο άχρηστος.»
Η φράση αυτή έπεσε στ' αυτιά μου τόσο
ευεργετική, όσο η φωνή του Κυρίου στ' αυτιά του
Σαούλ.
Ώστε η λογοτεχνία της Τρίπολης όχι μόνον υπάρχει αλλά και έχει ιστορία!
Ω! θεοί του Ολύμπου!
Και όχι μόνον αυτό, παρά και τούτο, το πιο
εκπληχτικό και απρόσμενο: Εγώ, Ε Γ Ω, εγώ ο ασήμαντος, εγώ ο μικρότατος, έχω θέση σε μια λογοτεχνία!
Δεν ξέρω πόσα θαυμαστικά να βάλω για να δείξω την έκπληξη, αλλά και τον ενθουσιασμό μου. Εγώ που μέχρι τώρα δεν είχα ποτέ ενταχτεί σε κάποια λογοτεχνία, εγώ, που δεν έχω εκδώσει ούτε ένα βιβλίο ποίησης , έ γ ώ, είμαι μέλος μιας λογοτεχνίας!..
Μεγαλύτερο δώρο δεν μπορούσα να λάβω από αυτό. Κάπου θα γραφτεί το όνομά μου λοιπόν, έστω και σαν του χειρότερου και του πιο άχρηστου! Θα μείνω στην ιστορία! Θα υπάρχω και μετά τον θάνατό μου! Ω νοσοκόμε, βάλσαμο που έβαλες στην πληγή μου!
Όλα αυτά ήρθαν σαν ανεμοστρόβιλος να αδράξουν TO νου μου και να τον ανεβάσουν στο υψηλότερο βάθρο του πνεύματος. Έμεινα πολλή ώρα χαμένος μέσα στον ανεμοστρόβιλο αυτό.
Όταν ξαναβρέθηκα στη γη, το πρώτο πράγμα που ήρθε στα προσγειωμένα πάλι μυαλά μου, ήταν πως όντας μέλος μιας λογοτεχνίας, είχα και υποχρεώσεις απέναντι σ' αυτήν και την ιστορία της, Και αν και ό,τι θα περιγράψω εδώ ήταν για μένα συνηθισμένο επεισόδιο στη ζωή μου (τη γεμάτη από αποπομπές, διώξεις, ύβρεις εναντίον μου),όμως πρώτη υποχρέωσή μου θεώρησα τώρα πως είναι η καταγραφή της συνομιλίας μου, μάλλον του μονόλογου αυτού (όπως θα φανεί παρακάτω) τριών ανθρώπων (από τους οποίους οι δύο άντρες και μία γυναίκα), κατά τη διάρκεια του οποίου ακριβώς, ο ένας από τους δύο άντρες μου απεύθυνε την ευαγγελική εκείνη φράση. Αυτό το χρωστούσα όμως όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά και στον εαυτό μου και σε όλους τους λογοτέχνες.
Σε όλους τους λογοτέχνες, γιατί κάθε λογοτεχνικό συμβάν αφορά βέβαια όλη τη λογοτεχνία και πρέπει να γίνεται γνωστό με σαφήνεια πληρότητα και καθαρότητα.
Και στον εαυτό μου, γιατί έπρεπε κάπως να δικαιωθώ για όσα φρικτά μου συνέβηκαν την ημέρα εκείνη, έπρεπε κάπως να δώσω προς τα έξω την απέχθεια και την σιχαμάρα που με έκαναν όλα εκείνα να νοιώσω.
Και ακόμα έπρεπε να γραφτούν όλα αυτά ώστε να διαβαστούν από όσα μάτια τραβήξουν πάνω τους. Και ίσως κάποιος που θα τα διαβάσει, αν δεν ξέρει θα μάθει, ότι συμπεριφορές όπως αυτές απέναντί μου, δεν έχουν θέση στη σημερινή κοινωνία. Και αν κάποιος στο μέλλον αντιμετωπίσει τα ίδια, να ξέρει ότι έχει όλο το δίκιο να αντιδράσει όπως του υπαγορεύει ο χαρακτήρας και η ιδιοσυγκρασία του, χωρίς να λογαριάσει άλλο παρά μόνον ότι είναι άνθρωπος.
Σπεύδω λοιπόν να περιγράψω τι έγινε το ημίωρο από εξήμισυ με εφτά το απόγεμα εκείνο στο περίπτερο των τριπολιτσιωτών λογοτεχνών του πανηγυριού της Τεγέας, το καλοκαίρι του 2004, έτσι ώστε το ημίωρο αυτό να πάρει τη θέση του στο μικρό ή μεγάλο βιβλίο της λογοτεχνίας της Τρίπολης, όταν κάποτε αυτό γραφτεί ή αν τώρα γράφεται.
Αφορμή για να γίνουν όσα θα περιγράψω έδωσε η κυκλοφορία ενός σατιρικού μου ποιήματος. Και εδώ υπάρχει το εξής οξύμωρο και τραγελαφικό: αν ήξερα ότι θα γίνονταν αυτά τα επεισόδια και χωρίς να γράψω τους στίχους εκείνους, δε θα τους έγραφα. Επειδή αυτά που έγιναν στο χρονικό εκείνο διάστημα, είναι μια ανεπανάληπτη σάτιρα μόνα τους-σάτιρα που φτάνει τα όρια του αυτοσαρκασμού από μέρους των τριών υβριστών μου. Kαι τι να πεις από κει και πέρα; Πόση σάτιρα να κάνεις όταν υπάρχει τέτοιος αθέμιτος ανταγωνισμός; Όμως πάλι αν δεν έγραφα το ποίημα εκείνο δεν θα υπήρχε το ερέθισμα για τη σάτιρα των αυτοσατιριζόμενων με τα λόγια και τις ενέργειές τους τριών εκείνων ανθρώπων...
Ας είναι.
Μαζί με άλλους λοιπόν πήγαινα κι εγώ στο περίπτερο των «λογοτεχνών» της Τρίπολης, στο πανηγύρι που κάθε χρόνο γίνεται στην Τεγέα, όπου όμως δεν πουλούσα τα βιβλία μου όπως οι άλλοι, παρά τα δώριζα, είτε αναρτώντας δίπλα τους μια πινακίδα που έγραφε «δωρεάν βιβλία», είτε μοιράζοντάς τα ο ίδιος στους διερχόμενους.
Και αυτό το έκανα επειδή κανένας δεν αγόραζε ποτέ βιβλία μου. Και μιας και τα βιβλία γράφονται για να διαβαστούν, αφού δεν αγοράζονται τι άλλο έμενε από το να δωριθούν, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα έστω, να αποκτήσουν κάποτε αναγνώστες;
Μέσα στα άλλα βιβλία που μοίραζα λοιπόν, ήτανε και αυτό που ανάμεσα στα περιεχόμενά του βρισκόταν και το σατιρικό κομμάτι με τίτλο : «Πανηγύρι, ποιητές και τριπολιτσιώτες»-αυτό που προκάλεσε την μήνιν των τριών παραπάνω αναφερθέντων.
Στο χώρο λοιπόν του περίπτερου των τριπολιτσιωτών  «λογοτεχνών», βρίσκονταν κάθε μέρα πολλοί από εκείνους που εξέθεταν βιβλία τους για πούλημα στο περίπτερο. Ανάμεσά τους ήταν και η Γωγώ (μία του τρίο) της οποίας το επώνυμο αγνοώ, ο νοσοκόμος  Στρατηγόπουλος Χρήστος, ο οικοδόμος Ρούνης Παναγιώτης και ο Θόδωρος, του οποίου αγνοώ επίσης το επώνυμο και του οποίου η σύζυγος είχε γράψει ένα βιβλίο μαγειρικής, που πουλιότανε κι αυτό στο περίπτερο. Σημειωτέον ότι ο Θόδωρος ήταν πάντοτε παρών στο περίπτερο και έκανε τόσο καλά τη δουλειά του ώστε το βιβλίο μαγειρικής της γυναίκας του ήτανε το μόνο που πουλιόταν και μάλιστα σε αρκετά αντίτυπα κάθε μέρα.
Φυσικά υπήρχε στο μυαλό μου η απορία τι ζητάει ένα βιβλίο μαγειρικής στο περίπτερο των ποιητών. Κανείς όμως δεν διαμαρτυρήθηκε γι αυτό, ίσως λόγω της πολυετούς γνωριμίας όλων των τριπολιτσιωτών μεταξύ τους και της εξ αυτής της γνωριμίας συμπάθειας και ανοχής που σε πολλά μέρη υπάρχει μεταξύ των τέτοιων γνωστών, ώστε να παραβλέπονται σαν κι αυτές αλλά και σοβαρότερες παρατυπίες.
Ως για μένα το γεγονός καθόλου δεν με ενδιέφερε και πολύ περισσότερο δεν με ενοχλούσε, μιας και δεν επεδίωκα να βγάλω χρήματα από την πώληση των βιβλίων μου.
Υπήρχαν κι άλλοι που έρχονταν στο περίπτερο, όμως αναφέρω αυτούς τους τέσσερες επειδή το απόγευμα εκείνο, αυτούς βρήκαμε εκεί όταν φτάσαμε με το φίλο μου τον Γιώργο Ξενοδημητρόπουλο, ποιητή, που κι αυτός εξέθετε βιβλία του στο περίπτερο.
Εδώ ας κάνω μια μικρή παρέκβαση για να πω λίγα περί του συλλόγου και των μελών του.
Στην Τρίπολη ζούσα στα παιδικά και στα εφηβικά μου χρόνια επειδή ο πατέρας μου, δημόσιος υπάλληλος, είχε μετατεθεί εκεί.
Μετά δεκαετίες πήγα πάλι εκεί, άγνωστος πια μεταξύ αγνώστων. Και πήγα γιατί διορίστηκα σαν γιατρός στο ΙΚΑ της Τρίπολης. Όμως δυο μέρες πριν αναλάβω καθήκοντα εκεί, ήρθε από το υπουργείο του κυρίου Ρέππα η ανάκληση του διορισμού μου. «Για πολιτικούς λόγους» όπως μου είπε ο τριπολιτσιώτης γενικός γραμματέας του υπουργείου Βρεττός.
 Όμως έμεινα στην Τρίπολη αφού ήδη είχα μετακομίσει εκεί.
Ανάμεσα σε άλλες ασχολίες μου, όντας στην Τρίπολη προσπάθησα δυο πράγματα να κάνω: να ανοίξω την βιβλιοθήκη της Τρίπολης που ήταν κλειστή για χρόνια και να δημιουργήσω ένα σύλλογο ποιητών, αν υπήρχαν τέτοιοι, στην πόλη.
Άνθρωποι που υποτίθεται πως ήξεραν τα λογοτεχνικά της Τρίπολης με διαβεβαίωσαν ότι υπήρχαν πάρα πολλοί ποιητές στην Τρίπολη-πάνω από σαράντα.
Τους συγκέντρωσα και έτσι μπόρεσα να δω τα έργα τους.
Είδα λοιπόν ότι από τους πάρα πολλούς ποιητές, μόνο ένας ήτανε ποιητής, μια γυναίκα, η κυρία Γωγώ Παπαβασιλείου (απλή συνωνυμία με την παραπάνω αναφερθείσα Γωγώ).
Ύστερα από τη διαπίστωση αυτή παραιτήθηκα από την επιδίωξή μου εκείνη, γιατί ποτέ δεν θα έστεργα να φτιάξω σύλλογο ποιητών χωρίς ποιητές, ούτε και να γίνω μέλος ενός τέτοιου συλλόγου αν κάποτε ιδρυόταν.
Είπα το λόγο της απόσυρσής μου στους φίλους, ενώ βρήκα μια δικαιολογία για να μην προσβάλω τους άλλους.
Το…κακό όμως είχε ήδη μπει σε τροχιά.
Και ο σύλλογος έγινε.
Την ίδρυση την ανέλαβαν τελικά οι τρεις πιο πάνω αναφερθέντες, οι οποίοι ήσαν δυναμικά στοιχεία της τοπικής κοινωνίας, αν δυναμικό στοιχείο σημαίνει νταής, φωνακλάς, ανόητος, φασίστας.
Οι δύο άντρες που ήσαν μέσα σε όλα, επηρέαζαν μικροπολιτικές καταστάσεις, κουβαλούσαν ψήφους, υπηρετούσαν κάθε «παράγοντα» του τόπου. Οι δύο αυτοί, υποθέτω ότι θα φανεί πιο κάτω, θα ήσαν ταγματασφαλίτες και τραμπούκοι αν ζούσανε στα κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια. Η γυναίκα ήτανε καθηγήτρια και βεβαίως, εκτός αν άλλο κάτι τη συνέδεε μα αυτούς, ήτανε του ιδίου φυράματος, αλλιώς δεν θα ήτανε τόσο δεμένη μαζί τους. Οι τρεις τους ήσαν πραγματικά αχώριστοι τόσο, που στα τέσσερα χρόνια της παραμονής μου στην Τρίπολη δεν θυμάμαι να είδα κανέναν τους χωρίς τους άλλους δυο μαζί του.
Η Τρίπολη είναι μια πόλη αποκλεισμένη με βουνά από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαιτίας τους το βλέμμα δεν απλώνει παραπέρα και το πνεύμα δεν αναπτύσσεται. Όλα και όλοι μένουν φυλακισμένοι μέσα στα μικρά σπίτια τους και τους στενούς τους δρόμους, με μόνη τους επικοινωνία την μεταξύ τους και με μόνη συντροφιά τα φαντάσματα του Κολοκοτρώνη και της φουστανέλας, την «εθνικοφροσύνη», τον φτηνό και αδιέξοδο πατριωτισμό και τον χριστιανισμό, μπλεγμένον αλλοπρόσαλλα με  όλα τα παραπάνω.
Οι αγαπημένες μνήμες των τριπολιτσιωτών είναι οι ταγματασφαλίτες, οι κουκουλοφόροι και οι χίτες της Κατοχής και ο τραμπουκισμός των μετακατοχικών χρόνων.
Πνευματική τους ζωή είναι η πρόσκληση φασιστών για ομιλίες ή παρουσιάσεις βιβλίων τους, το ψήσιμο αρνιών το Πάσχα, το τσάμικο, ο εκκλησιασμός, ο προσκοπισμός, η αποβλάκωση των νέων-με ένα λόγο η διατήρηση μιας νοσηρής κατάστασης που βρήκαν από τους ίδιους με αυτούς παλαιότερούς τους. Καμία πρόοδος, καμία αλλαγή, τίποτα καινούργιο. Και βράζουν με το ζουμί τους.
Όλα τα παραπάνω τα ξέρει από πρώτο χέρι όποιος από κείνους που μπορούν και βλέπουν έζησε στην Τρίπολη.
Και εγώ έζησα και παιδί όντας και μεγάλος. Και η διαπίστωσή μου είναι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει στην Τρίπολη από τότε που τραμπούκοι ρήμαζαν τους δημοκράτες που βρέθηκαν εκεί, που ο βασιλιάς (όσο υπήρχε) ήτανε ιερό και όσιο, που ο προσκοπισμός και τα κατηχητικά σχολεία ήτανε το πρώτο βήμα για την μεγάλη πλύση εγκεφάλου που θα ακολουθούσε, που ο φόβος πλάκωνε τις ψυχές, που η «εθνικοφροσύνη» ήτανε το απαραίτητο εισιτήριο για την συμμετοχή στην υλική καλοπέραση.
Σήμερα οι τραμπούκοι ντύθηκαν «ποιητές», βασιλιάς είναι ο κάθε ακροδεξιός πολιτικός, κατηχητικά σχολεία είναι τα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία και ο φόβος κρύφτηκε πίσω από τη «δημοκρατία» που η Ευρώπη μας έχει επιβάλει για το χρήμα που μας έδωσε.
Τώρα ακόμα, ξυλοδαρμοί πολιτών, ρατσιστικές εκδηλώσεις, γιορτασμοί φασιστικών επετείων, διαστρεβλωτικές της ελευθερίας και της δημοκρατίας νομιμοφανείς εκδηλώσεις, είναι κάποιες από τις ειδήσεις που βγαίνουν προς τα έξω ώστε να σχηματίσει κανείς γνώμη για την ταυτότητα της πόλης αυτής.
Και δεν φτάνουν όλα αυτά που περιγράφουν την πόλη-φάντασμα του εαυτού της, οι τριπολιτσιώτες έχουνε και την ψευδαίσθηση ότι οι ευρωπαίοι υμνώντας την Αρκαδία, υμνούν την σημερινή Αρκαδία, ψευδαίσθηση που βρίσκεται βαθιά φυτεμένη στο ανεπαρκές
«εθνικόφρον» και εθνοκτόνο μυαλό τους.

Για μένα που έζησα τέσσερα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα στην Τρίπολη, θα αρκούσαν όσα συνέβησαν σε μένα και μόνο, για να ταυτίσω την πόλη με το φασισμό και τη σύγχρονη Τρίπολη με την προ πενήντα χρόνων,  και αν ακόμα δεν συνέβαιναν εκείνα για τα οποία γράφω αυτό το κείμενο.
-Γνωστός διευθυντής εφημερίδας, όταν ανακλήθηκε ο διορισμός μου στο ΙΚΑ για πολιτικούς λόγους, με παρακάλεσε να μην ξαναπάω στο γραφείο του γιατί θα κινδύνευε η θέση που κατείχε η γυναίκα του στο Δημόσιο. (Έτος 2004, Τρίπολη)
-Κυρία, που ένα ποίημα που έγραψα για τον εκλιπόντα δημοκράτη σύζυγό της το σκάλισε σε μάρμαρο και το τοποθέτησε πάνω στον τάφο του συζύγου της, από φόβο έκρυψε από τα μέλη του συλλόγου των «ευέξαπτων» «ποιητών» την πράξη της αυτή. (Ελλάδα 2004)
-Ο οικοδόμος,  «πρόεδρος» του συλλόγου τριπολιτσιωτών «ποιητών»  λογόκρινε ευθυμογράφημά μου με τον τίτλο «Ανήκομεν εις την Δύσιν», επειδή αυτό σατίριζε τη λατρεία του γέρου Καραμανλή για τη Δύση (και όταν του είπα πως η λογοκρισία ανήκει στο παρελθόν αυτής της χώρας, μου είπε-ο καημένος-σοβαρά σοβαρά:  «Εγώ κάνω λογοκρισία; Εγώ μόνο απαγορεύω να διαβάζονται τέτοια πράγματα εδώ μέσα»! (Τρίπολη 2004)
-Για να καταφέρω να εξουδετερώσω την άρνηση των τριπολιτσιωτών να ανοίξει η βιβλιοθήκη της Τρίπολης η κλειστή από χρόνια, χρειάστηκε, αγωνιζόμενος για δώδεκα μήνες, να φτάσω ως το υπουργείο Πολιτισμού. (Τρίπολη 2004)
-Αποκορύφωμα όλων αυτών των ενεργειών των τριπολιτσιωτών απέναντί μου, ήταν ο προπηλακισμός μου και η χειροδικία σε βάρος μου-επειδή σατίρισα την ποίηση και τους «ποιητές» της Τρίπολης-, που περιγράφω στο σημείωμα αυτό. ( Τρίπολη 2004)
Και αν λέω ότι η σημερινή Τρίπολη είναι ίδια με την παλιά, μία απόδειξη γι αυτό είναι ότι και ο πατέρας μου, το σαράντα πέντε, δάρθηκε ανήλεα από τους «εθνικόφρονες» γιατί ήτανε μέλος του ΕΑΜ. Άλλες αποδείξεις δεν χρειάζονται για όποιον ξέρει τα τότε γεγονότα της Πελοποννήσου και ειδικότερα της Τρίπολης. Υπάρχει όμως πρόοδος-ο γιος του δαρμένου, εξήντα χρόνια αργότερα, δεν χρειάστηκε να μείνει ένα μήνα στο κρεβάτι με σπασμένα κόκαλα!…
Οι τρεις λοιπόν αυτοί κύριοι με τους οποίους ασχολείται ετούτη η ιστοσελίδα, είναι αληθινά παιδιά της Τρίπολης. Μόνο που πλην των άλλων νομίζουν ότι είναι και ποιητές.
Αναρωτιέμαι, τόσο ο τίτλος του ποιητή επιζητείται από μερικούς ανθρώπους; Και γιατί; Τι κερδίζουν έτσι εκτός από την προσοχή των ανίδεων και τι προκαλούν πέρα από το γέλιο ή τον οίκτο των επαϊόντων  για την κατάντια τους;
Και για να προχωρήσω πιο πολύ, τι το καλό έχει να είναι κάποιος ποιητής, αφού και η ποίηση δεν είναι παρά ένας τρόπος να περνάει κανείς το χρόνο της ζωής του;
Όταν λοιπόν μπαίνοντας στο περίπτερο το απόγευμα εκείνο με το φίλο Γιώργο χαιρετήσαμε, κανείς δεν απάντησε στο χαιρετισμό μας. Και τα πρόσωπα και των τεσσάρων που βρίσκονταν εκεί (της καθηγήτριας, του νοσοκόμου, του οικοδόμου και του Θόδωρου), αν και βλέποντας επίτηδες αλλού, άφηναν να φαίνεται μια αγριάδα, ένα στραβομουτσούνιασμα, ένας θυμός που μόλις συγκρατιόταν, μοιάζοντας καθένα σαν ουρανός που περιμένει την τελευταία αστραπή για να ξεσπάσει. Καταλάβαινες από την όλη ατμόσφαιρα που αυτά δημιουργούσαν, ότι επρόκειτο να γίνει κάτι διαφορετικό σήμερα εκεί, από ό,τι γινόταν τις άλλες ημέρες, που με σχόλια για τους περαστικούς, με βόλτες στο πανηγύρι και με κοινότυπες και ανούσιες συζητήσεις που δημιουργούνταν, περνούσε η ώρα ώσπου να κλείσει το περίπτερο το βράδυ.
Κάτσαμε εγώ και ο φίλος μου σε δυο καρέκλες που ήσαν αδειανές.
Η καταιγίδα δεν άργησε καθόλου να ξεσπάσει.  Την αρχή την έκανε η καθηγήτρια που, με τρέμοντα και ωχρά χείλη, με κίτρινο πρόσωπο και με σπασμένη φωνή μου είπε: «Κύριε Χολιαστέ μπορείτε  να μου δώσετε ένα φυλλάδιο από κείνα που μοιράζετε γιατί δεν το έχω;»
«Βεβαίως», είπα και έβγαλα και της έδωσα ένα βιβλίο από την τσάντα που είχα φέρει μαζί μου και που μέσα της είχα τα προς διανομή βιβλία μου. To πήρε και δίχως να το ανοίξει, κινώντας το στο χέρι της σαν βεντάλια και δείχνοντάς το μου, «Έδώ γράφετε ένα ποίημα για τους ποιητές...», μου είπε.
Άραγε γιατί έπρεπε πρώτα να μου ζητήσει το φυλλάδιο ώστε ύστερα απλά να μου πει τι γράφει μέσα; Θα της ήταν ευκολότερο φαίνεται να μιλάει με χέρια απασχολημένα με κάτι, όπως συμβαίνει συνήθως σε καθέναν σε παρόμοια περίσταση. Ή μήπως έτσι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των τριών να γίνει η αρχή της επίθεσης; Μάλλον το δεύτερο
Κατάλαβα για ποιο ποίημα μου μιλούσε. «Ναι, έγραψα ένα σατιρικό ποίημα», απάντησα.
Δεν πρόλαβα να συνεχίσω ρωτώντας γιατί αυτό το ενδιαφέρον. To έναυσμα είχε ήδη δοθεί, η θρυαλλίδα που όπως φαίνεται είχε ανάψει προ πολλού, είχε κιόλας φτάσει ση βόμβα, που να την! εξερράγη: ο οικοδόμος σηκώθηκε απότομα (ο νοσοκόμος ήταν ήδη ορθός) και άρχισε το πανηγύρι του πανηγυριού της Τρίπολης με σκηνικό την Τεγέα.
Οι δυο λοιπόν, ο νοσοκόμος  και ο οικοδόμος, με μάτια που πετούσαν φλόγες μίσους, άρχισαν να μου απευθύνουν το λόγο ωρυόμενοι.
Το "ωρυόμενοι", οι αναγνώστες του παρόντος πρέπει να το εννοήσουν στην κυριολεξία του.
Για την ένταση και το χρώμα της φωνής και για το όποιο φανέρωνε αυτή κάθε φορά συναίσθημα, για τους μορφασμούς των προσώπων τους και για την όλη στάση και τις κινήσεις του σώματός τους, πρέπει όποιος διαβάζει αυτό το κείμενο να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του και να επιστρατεύσει τις ψυχολογικές του ικανότητες για να τα φανταστεί στα ακρότατα όριά τους, και να συνταιριάξει όλα αυτά με τις προτάσεις που εκφέρονταν κάθε φορά από το στόμα των επικριτών μου, ώστε να μη χρειάζεται κάθε τόσο να περιγράφω εκφράσεις προσώπου, ύψος χροιά και ένταση φωνής, κινήσεις και στάσεις του σώματός τους, κάτι πoυ και πολύν χρόνο θα έπαιρνε για να τα περιγράφω κάθε που καθένας από τους τρεις μιλούσε, αλλά και επειδή για να αποδοθούν τέτοιες καταστάσεις θα απαιτούνταν το ταλέντο ενός μεγάλου μάλιστα πεζογράφου, που εγώ δεν είμαι. Αλήθεια οι δύο αυτοί άνθρωποι ήσαν κατά τη διάρκεια του μισάωρου εκείνου, εκτός εαυτού. Ακόμα πρέπει οι αναγνώστες ,για να έχουν την πλήρη εικόνα, να μη θεωρήσουν πως περνώντας η ώρα, η μήνις και οι δυνατές φωνές των επιτιθεμένων μειώθηκαν σε ένταση ή σε παλμό. Και αν όλη την ώρα εκείνη δεν ήταν παρών, καθισμένος δίπλα μου, ο φίλος Γιώργος, ίσως δε θα έγραφα τι συνέβη, γιατί κανείς δε θα πίστευε πως όλα αυτά που περιγράφω εδώ έγιναν. Και πιθανολογώ μετά βεβαιότητος, ότι αν δεν ήταν και αυτός μαζί μου την ώρα εκείνη, ίσως θα είχα μεγαλύτερα κατορθώματα των ανθρώπων αυτών να διηγηθώ-οι φασίστες, αγαπούν να δρουν χωρίς μάρτυρες.
Όμως πρέπει να πω πριν αρχίσω τη διήγηση,  ότι σε όλη τη διάρκεια του επεισοδίου ήμουν καθιστός στην καρέκλα μου και αμίλητος, αφού όμως πρώτα, διακόπτοντας αποφασιστικά τις φωνές και τα ουρλιαχτά τους, τους δήλωσα πως ό,τι και να μου πουν σχετικά, ποτέ δε θα δεχτώ υποδείξεις για το πώς και τι έγραψα η θα γράφω, δε θα δεχτώ ανάκριση για ό,τι έχω γράψει και πως το μόνο που θα δεχόμουν ήτανε κριτική για όποιο γραφτό μου, κριτική μάλιστα και κακόπιστη ακόμα, αν τέτοια θα είχε την πρόθεση κάποιος να μου κάνει.
Και από κει και πέρα τους άκουγα να λένε. Δεν έκανα και δεν έλεγα άλλο παρά μόνον "ευχαριστώ" στις βρισιές και στις κατηγόριες που μου απεύθυναν. Δεν αντέδρασα ούτε και όταν ο νοσοκόμος με έπιασε από τα πέτα της μπλούζας που φορούσα και με ταρακουνούσε πέρα δώθε. Και τα «ευχαριστώ» που τους έλεγα, τα έλεγα με ήρεμη φωνή, που όπως φαινόταν από τις εκφράσεις και από τις αντιδράσεις τους, εκνεύριζε και αποθράσυνε περισσότερο τους βασανιστές μου, που συνέχιζαν με όλο και μεγαλύτερη ορμή να φέρνουν στο τραπέζι τις φρικτές μα και αστείες μαζί συνιστώσες της ιλαροτραγωδίας αυτής.
Ας αρχίσω λοιπόν να γράφω τι ακριβώς έγινε και τι λέχτηκε εκεί μέσα, αν και πολλά δεν τα θυμάμαι πια, ή δεν προλάβαινα να τα συγκρατήσω διόλου αποσπώντας τα μέσα από τον καταρράχτη που μαζί με τα υπόλοιπα ξερνιόνταν από τα στόματά των δύο αντρών, έτσι που είναι σίγουρο πωςπολύ περισσότερα ειπώθηκαν από όσα εδώ θα γράψω.
Καθώς θα ξετυλίγω τα συμβάντα και τα λεχθέντα, μέσα σε παρένθεση θα γράφω αυτά που αμέσως μου έρχονταν στο νου κάθε φορά που αυτοί μου έλεγαν κάτι.
Όταν λοιπόν έκανε την αρχή η καθηγήτρια, ο νοσοκόμος άρπαξε τη σκυτάλη:
Νοσοκόμος: «Τι είναι αυτά που γράφεις; Ε; Τι είναι αυτά;...»
Οικοδόμος: «Αυτά πας και κάνεις εκεί έξω, ε;»
Ποια ιδιότητά τους άραγε έδωσε το δικαίωμα στους κυρίους αυτούς να μου απευθύνουν το λόγο σε υψηλό τόνο, με τέτοιο ύφος και με τέτοιον τρόπο; Τι τους δικαίωνε να θέσουν τον εαυτό τους στο βάθρο του τιμητή, του δικαστή, του κατήγορου; Ποιος τους έσπρωξε ώστε αγνοώντας κάθε κανόνα καλής συμπεριφοράς να κατέβουν τόσο χαμηλά ώστε να φέρονται έτσι σε κάποιον που δεν τους είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα; Όπως και να 'χει όμως ήμουν "κατηγορούμενος" επειδή γράφω στίχους! Στον εικοστό πρώτον αιώνα! Τρεις άνθρωποι με κατηγορούν ότι γράφω στίχους!...Και μου ζητούν ν' απολογηθώ γι αυτό!...

Άραγε τι ήταν αυτό που τους πείραξε από το ποίημα που είχα γράψει; Ήταν στίχοι που ήθελαν να δείξουν ότι η ποίηση δεν έχει καμία αξία, παρά ότι είναι μόνο μια ακόμα ασχολία για να περνάνε οι ποιητές το χρόνο τους. Ακόμα να πουν για τη ματαιότητα των προσπαθειών των ποιητών κάθε τόπου να επικοινωνήσουν με το λαό-κάτι που θεωρείται και ο σκοπός κάθε γραφτού-,να δώσουν τη γνώμη του ποιητή για το αμετάδοτο και το ανείσπρακτο της ποίησης, κάτι που την κάνει αναποτελεσματική και ίσως άχρηστη για όλους πλην, στην καλλίτερη περίπτωση του κάθε φορά δημιουργού της. Γιατί εθίγη το τρίο;
Η λογική λέει πως αν θεωρούν τους εαυτούς τους ποιητές και το στιχούργημά μου εκείνο σαν κριτική γι αυτούς, έπρεπε να το δεχτούν και να μην αντιδράσουν, όπως πρέπει να δέχεται ο κάθε ποιητής την κριτική για τα γραφτά του. Αν πάλι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ποιητές, πάλι δεν έπρεπε να αντιδράσουν κατά οποιονδήποτε τρόπο αφού αυτό το στιχούργημα δεν τους αφορούσε.
Και αν πάλι νόμιζαν πως κάπως θίγονταν (!!;;), υπήρχε άλλος τρόπος, πολιτισμένος, να αντιδράσουν. Ποιητές δεν αντιδρούν ασχημονούντες. Και αλήθεια δεν μπορώ να φανταστώ τον Έλιοτ, τον Γουίτμαν, το Ρίτσο, το Σεφέρη και όποιον ποιητή φέρω στο μυαλό μου, να φέρεται αντιποιητικά.
Ακόμα, ένας ποιητής δεν ενοχλείται αν κάποιος πει γι αυτόν ότι δεν είναι ποιητής-αν αυτή είναι τυχόν η γνώμη των τριών ότι συνέβη με την περίπτωση του στιχουργήματός μου . Γιατί αυτός, ο ποιητής, ξέρει καλλίτερα από οποιονδήποτε άλλον αν είναι ή όχι ποιητής. Οφείλει να ξέρει. Αν δεν ξέρει, τότε αυτόματα επιβεβαιώνει ότι δεν είναι ποιητής. Επειδή ο ποιητής είναι ο καλλίτερος κριτής του δικού του έργου. Πόσο μάλλον αυτό δεν ισχύει για τον νοσοκόμο, τον κυριότερο επικριτή μου, που, όπως διατυμπάνιζε όπου βρισκόταν, είχε στην κατοχή του εξήντα βραβεία για τα γραφτά του και θα μπορούσε, αν πράγματι πίστευε ότι τα βραβεία κάνουν τον ποιητή, οποιαδήποτε στιγμή να τα τρίψει στη μούρη όποιου κατηγόρου του, αποδεικνύοντας έγγραφα πως πράγματι, για κάποιους τουλάχιστον, είναι ποιητής, τη στιγμή που άλλοι δεν έχουν κανένα χαρτί που να πιστοποιεί ότι, από κάποιους έστω, λογαριάζονται σαν ποιητές. Φαίνεται όμως ότι ήξερε ότι τα βραβεία και οι έπαινοι που είχε να επιδείξει είναι για πέταμα και γι αυτό ενοχλήθηκε. Αν είναι έτσι, του πιστώνω το γνώθι σαυτόν- τουλάχιστον ως προς την ανικανότητά του να υποκρίνεται πειστικά.
(Άραγε θα έπρεπε να περιμένω την εκδήλωση της μήνυος και των υπολοίπων που πουλούσαν στο περίπτερο βιβλία; Μπορεί.)
Εξάλλου αν με τα σατιρικά κείμενα γινόνταν παρεξηγήσεις, τότε εφημερίδες, πολλά από τα περιοδικά και έντυπα θα το σκέφτονταν να κυκλοφορούν, κωμωδίες δεν θα παίζονταν και οι πολιτικοί  και γενικότερα άνθρωποι με δημόσια λειτουργήματα, θα βρίσκονταν συνεχώς σε άμυνα για τις «επιθέσεις» που καθημερινά θα δέχονταν από εκείνους που τους σατιρίζουν. Για να μην αναφέρουμε τους Σουρήδες, τους Σούτσους, τους Λασκαράτους, τον Αριστοφάνη -ας τον μνημονέψω αυτόν κι εγώ μιας και είναι της μόδας τελευταία να τον κακοποιούν με τις παραστάσεις τους "φωτισμένοι" σκηνοθέτες και «ηθοποιοί»- και τόσους ποιητές που ασχολήθηκαν με τη σάτιρα, μηδέ του δεύτερου μεγαλύτερου ποιητή της νεότερης Ελλάδας- μετά το Σολωμό-, του Καρυωτάκη, εξαιρουμένου.
Ας δούμε όμως πως θα συνεχίζονταν η που δεν ξεσήκωσε την αντεπίθεσή μου επίθεση των τεσσάρων, αλλά κύρια των δύο-του νοσοκόμου και του οικοδόμου. Η καθηγήτρια συμπληρωματικό ρόλο έπαιξε στην οργισμένη επίθεση διαρκείας των δύο, επαναλαμβάνοντας κάπου κάπου κάτι που κάποιος εκ των δύο είχε πει ή, όλο ταραχή πάντοτε, επιδοκιμάζοντας με μορφασμούς και κινήσεις χεριών και σώματος ό,τι οι άλλοι έλεγαν, ο δε κύριος Θόδωρος, επαναπαυμένος πάνω στα χρήματα που συγκέντρωνε από την πώληση της μαγειρικής του, έδειχνε ουδέτερος, και έχοντας την πλάτη του γυρισμένη προς όλους μας, ήταν ολοκληρωτικά δοσμένος στην προσεκτική παρατήρηση των διερχομένων, προσπαθώντας να ανακαλύψει ανάμεσά τους τούς καλοφαγάδες ή έστω τους πεινασμένους της στιγμής, δηλαδή τους πιθανούς πελάτες του.
Αλλά και πάλι θα καθυστερήσω την εξιστόρηση των αισχρών συμβάντων, γιατί θεωρώ πως είναι καλλίτερα να μπει εδώ το…μήλον της έριδος, αντί όπως είχα ως τώρα σκεφτεί να το βάλω στο τέλος της διήγησης αυτής.
Να λοιπόν το στιχούργημα που αιτία είναι να γράφω σήμερα ετούτες τις γραμμές:
Κι αφού πια εμείς οι ποιητές ήρθαμε στην Τεγέα
όλα θα είναι πια για σας όμορφα και ωραία.
Το κράτος θα 'ναι πια καλό-ρολόι θα δουλεύει
και υπουργός ή βουλευτής θα πάψει πια να κλέβει.
Διπλάσια θα 'ναι η σοδειά πατάτας ανά στρέμμα
κι οι γκόμενες θα ρίχνονται μ' ένα σας μόνο βλέμμα.
Πι’ όμορφη θαν' η πόλη σας απ' όσο ως τώρα ήταν
και η ομάδα κανενός δε θα γνωρίζει ήτταν.
Γεμάτες θα 'ναι οι τσέπες σας ευρώ κι έγνοια σας όλη
θα είναι πώς το πλήρες σας ν' αδειάστε πορτοφόλι.
Κι αν για την τεγεάτικη θα πεις λογοτεχνία,
τα δύο της αυτόματα θα κάνουμε ’μεις τρία:
οι τεγεάτες θα μιλούν με στίχους πλέον τώρα
και θα χαρίζουν στις γιορτές ποιήματα για δώρα.
Οι κήποι οι τεγεάτικοι λουλούδια θα γεμίσουν
και οι ψυχές μ' αισθήματα θεϊκά θα πλημμυρίσουν.
Και ποιο το όντως είναι Ον θα μάθετε επιτέλους,
αν είναι αλήθεια ή ψέματα η κίνηση του βέλους,
και τη χελώνα αν τελικά τη φτάνει ο Αχιλλέας.

Σεις όλα αυτά θα μάθετε, κάτοικοι της Τεγέας
απ' τους ποιητές της Τρίπολης, που έτσι, νέτα σκέτα
μπερδεύουνε μαγειρικές, μπαλάντες και σονέτα,
που πια κανείς δεν ξέρει τι στον πάγκο τους μυρίζει-
άρωμα ανθών ποιητικών; κοτόπουλο με ρύζι;

Κι ακόμα μεταφυσικά προβλήματα πια αντίο,
μιας κι οι ποιητές της Τρίπολης τα λύνουν δύο δύο.

Κι απ' την πολλή που φέραμε ’μεις στην Τεγέα δόξα
στους ισχυρούς όλης της γης άλλη θα έρθει λόξα:
τα Νόμπελ θα τα δίνουνε όχι στη Σουηδία
αλλά εδώ θα γίνεται όλη η διαδικασία
κι η τελετή απονομής θα 'ν' όχι στη Στοκχόλμη
μα στην Τεγέα, αφού εμείς εβρήκαμε την τόλμη-
οι ποιητές της Τρίπολης-και ως εδώ έχουμ' έρθει
γεμάτοι Απολλώνια μια στιχοπλόκα μέθη.
Γιατί καθώς θα ξέρετε-και μάθετε αν όχι-
η ψωραλέα της Τρίπολης σίγουρα η κούτρα το 'χει
να βγάζει αβέρτα ποιητές μεγάλους παγκοσμίως
που δόξες δρέπουνε διεθνείς και μάλιστα επαξίως.
Και για να μη μακρυγορώ και λέω και δε φτάνω
και όλα πριν χειρότερα με τα γραφτά μου κάνω,
και πριν ως τώρα ό,τι έγραψα πάλι ξανασκαλίσω
κι απ' το κενό που μέσα τους ιδώ αυτοκτονήσω,
ακούστε μου μια συμβουλή: πετάξτε αυτούς τους στίχους
και όλα τούτα τα χαρτιά, ή χαρείτε με τους ήχους
που κάνουν όταν σχίζονται. Και, φίλοι, συνεχίστε
να ζείτε όπως ζούσατε κι ως ήσασταν να είστε.
Στυλό, χαρτιά αγοράσαμε, γράψαμε στίχων πλήθος
στον φωτοτύπη επήγαμε καθώς πάμε συνήθως,
η αγορά εδούλεψε, κινήθηκε το χρήμα,
κι ύστερα ήρθατε και σεις και βήμα με το βήμα
μέχρις εμάς εφτάσατε, περάσατε με βιάση,
και μ' όλα ετούτα όλων μας η ώρα έχει περάσει΄
αυτό ήταν το ζητούμενο-πώς να κυλήσει ο χρόνος-
κι αυτός κυλάει μοναχά όταν δεν είσαι μόνος.
Κι αφού το χρέος κάναμε ’μεις και σεις στην κοινωνία,
πηγαίντε πια στα σπίτια σας και στο κρεβάτι ευθεία.
Και το πρωί, όταν έτοιμοι για νέα ζωή ξυπνήστε
κι από τη σκέψη σας το χτες με γόμα ντούρα σβήστε,
τότε και μας, τους "ποιητές", στην τουαλέτα αντέστε,
κι επάξια κατουρήστε εμάς και τα γραφτά μας χέστε.

                         -----



  (Στο τέλος της ιστοσελίδας θα βρείτε και το δεύτερο στιχούργημα που περιλαμβανόταν στο φυλλάδιο που απευθυνόταν στους τεγεάτες.
Πρόκειται για μια έμμετρη αναδρομή στην αρχαία Τεγέα, που θυμίζει στους σύγχρονους τεγεάτες την αίγλη που είχε η ιδιαίτερη πατρίδα τους παλιά, για όσους απ’ αυτούς την είχαν ξεχάσει.
Το θεώρησα ζήτημα ευγένειας να ευχαριστήσω, με τον μόνο άλλωστε τρόπο που μπορώ να το κάνω, τους τεγεάτες, που φιλοξένησαν τους τριπολιτσιώτες  .«ποιητές» στην πατρίδα τους, αλλά μαζί μ’ αυτούς και μένα, είτε ήξεραν είτε δεν ήξεραν τι φιλοξενούν.
Ακόμα θα βρείτε και το ποίημά μου: «ο κριτής», που δεν ξέρω γιατί, μου ήρθε και το πρόσθεσα.)

Ξαναγυρίζω στη διήγηση:
Στη συνέχεια λοιπόν, παίρνοντας τη σκυτάλη από την καθηγήτρια, ο νοσοκόμος με έπιασε από το δεξί πέτο της μπλούζας μου και ταρακουνώντας με δυνατά πέρα δώθε: «Ώστε δεν είναι τίποτα αυτά που γράφουμε, ε; Σκουπίδια είναι τα γραφτά μου, ε; ..Τι λες;..."» Αφού με πήγε και με έφερε, κρατώντας με γερά από το γιακά της μπλούζας μου δέκα τουλάχιστον μανιασμένες φορές πέρα δώθε, με άφησε με ένα τελευταίο δυνατότερο σπρώξιμο προς το μέρος της εξόδου
του περιπτέρου, τόσο δυνατό ώστε η καρέκλα μου σηκώθηκε στα δυο αριστερά της πόδια, που ευτυχώς όμως την αμέσως επόμενη στιγμή ξαναβρήκαν πάτωμα κι έτσι δεν έπεσα.
Μήπως ξανάρθαν στη ζωή οι έλληνες φασίστες που τριγύριζαν μ' ένα ρόπαλο στο χέρι μετά την Κατοχή ΚΑΙ χτυπούσαν; Μήπως ήρθε δικτατορία κι εγώ θαμμένος μέσα στα γραφτά μου δεν το πήρα είδηση; Μήπως βρέθηκα στον μεσαίωνα και τούτη η αίθουσα είναι αίθουσα βασανιστηρίων της Ισπανίας και βασανίζομαι ποιος ξέρει γιατί, από ιεροεξεταστές πιστούς σε κάποιο άγνωστό μου δόγμα;...
Ώστε αυτή τη στιγμή κάποιος που με έχει πιασμένον από τα πέτα της μπλούζας μου, με τραντάζει πηγαινοφέρνοντάς με πέρα δώθε!
Ναι;
Είναι αυτό αλήθεια;
Δεν μπορεί-όχι-να είναι αλήθεια..
Μήπως ονειρεύομαι;
Μήπως ο χρόνος πήγε κιόλας μπροστά για κάποιο λόγο και ήρθε κιόλας η ώρα που ο άνθρωπος ξαναρχίζει την ιστορία του από την αρχή;
Ή μήπως ο χρόνος πήγε πίσω και
βρίσκομαι, παιδί, στην Τρίπολη και ο Τάκης ο
Τσάμας ζητάει καυγά για μιαν αμφισβητούμενη
"μπίλια", καυγά που ευχαρίστως θα τον έχει
και σε λίγο θα βρω τον εαυτό μου πεσμένον στο χώμα της αυλής μας αγκαλιά με τον Τάκη,
μαλώνοντας ένα από τα παιδικά εκείνα μαλώματα;

Μπορεί πάλι, όπως λένε, επειδή όταν γερνάει κανείς ξαναμωραίνεται και επειδή κι εγώ σχεδόν είμαι γέρος πια, έγινα πάλι παιδί και ο νοσοκόμος είναι ένας φίλος των παιχνιδιών και δεν του ’δωσα πάσα στο ποδόσφαιρο που παίζουμε στο "χωράφι" και μου ζητάει το λόγο χειροδικώντας;
Όμως ξανακοιτάζω, βλέπω καλλίτερα, και ναι, βρίσκομαι στην Τεγέα και μάλιστα στον εικοστό πρώτον αιώνα και μάλιστα ανάμεσα σε έλληνες που η χώρα τους μπαίνει στην Ευρώπη.
Ποιος ευθύνεται άραγε για τη στάση του
ανθρώπου αυτού;
Σε ποιο σχολείο έμαθε να ασχημονεί επειδή ένα
ποίημα δεν του αρέσει;
Ποιος πολιτισμός έχει δημιουργήσει τέτοιους
τραμπούκους;
Πώς  μπορεί να σκέφτεται άραγε ένας άνθρωπος, ποια σειρά συλλογισμών ακολουθεί ώστε να αποφασίζει πως πρέπει να πιάσει κάποιον από τα πέτα και να τον ταρακουνήσει επειδή αυτός έγραψε ένα ποίημα που σε κείνον δεν αρέσει;...
Και πώς αυτός θα μπορεί να βλέπει στον καθρέφτη τον εαυτό του μετά απ' αυτό που έκανε;
Και το φριχτό, πώς κάποιος διατείνεται πως είναι λογοτέχνης, όταν έχει αντικαταστήσει την "τέχνη" του "λόγου" με τέτοιες αχαραχτήριστες πράξεις;
Νοσοκόμος: «Να πας να φτιάξεις χίλια τέτοια και να τους τα δώσεις να σκουπίζονται στην τουαλέτα!..»
Ναι. Θα το έκανα ευχαρίστως, όμως είμαι σίγουρος πως και τότε οι τεγεάτες δεν θα σκουπίζονταν στην τουαλέτα μ’ αυτά παρά θα μ’ ευχαριστούσαν όπως κάνουν τώρα και θα τα έβαζαν με αγάπη στη βιβλιοθήκη τους, δείχνοντας ότι είναι πολιτισμένοι και νοήμονες σε αντίθεση με σένα που λυσσασμένα με ταρακουνάς για κάτι τόσο απλό, που όμως αδυνατείς να εννοήσεις.
Στο μεταξύ, η καθηγήτρια είχε αφήσει το φυλλάδιο με TO επίμαχο στιχούργημα επάνω στο τραπέζι μπροστά της.
Ο νοσοκόμος, λέγοντας αυτά, τέντωσε TO βαρύ του χέρι, το σήκωσε πάνω από το τραπέζι που ήτανε δίπλα μου και στο οποίο καθόταν σε μια καρέκλα του η καθηγήτρια και το άφησε να πέσει τρανταχτά και με ανοιχτά τα δάχτυλα πάνω στο εικοσάφυλλο βιβλιαράκι, κλείνοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά του έτσι, που το βιβλιαράκι έγινε μια μάζα μέσα στο κλειστό πια σαν μέγγενη χέρι του. Συμμάζεψε το χέρι του στο μέρος του στήθους του για να του δώσει φόρα και πέταξε το έτσι τσαλακωμένο χαρτί στο πρόσωπό μου. Αυτό με βρήκε στα δεξιά του ριζορρίνιου, κοντά στο μάτι. Πρώτη φορά γραφτό μου είδε από τόσο κοντά το μάτι μου… To φυλλάδιο έπεσε κάτω κυλώντας πάνω στα ρούχα μου.
Και ο νοσοκόμος ακάθεκτος συνέχισε: «Αυτό να κάνεις! Να τους το δώσεις να σκουπίζονται! Να κάνεις χίλια από δαύτα και να τους τα μοιράσεις να σκουπίζονται!»
Και λέγοντας αυτά σήκωσε το δεξί του πόδι ψηλά ψηλά, όπως έκαναν οι ναζί στρατιώτες στη μεταβολή ή στις στροφές αριστερά και δεξιά, με σκοπό να φέρουν το έτσι σηκωμένο πόδι τους δίπλα σε κείνο που είχε ήδη εκτελέσει το μισό της εκάστοτε διαταγής για να σταθούν τελικά και πάλι στη στάση της προσοχής στη νέα τους πια θέση, και το άφησε να πέσει από εκεί ψηλά πάνω στο κάτου πεσμένο μικρό βιβλίο. Πάτησε δυνατά πάνω του, έστριψε το πόδι του πάνω στο χαρτί δεξιά-αριστερά μερικές φορές:
«Αυτά είναι σκουπίδια, όχι τα δικά μου!...»
Άκουγα τις φωνούλες των γραμμάτων καθώς συνθλίβονταν κάτω από τη φασιστική μπότα.
Λογοτέχνης που πατάει κάτω τη λογοτεχνία!
Τί μίσος πρέπει να έχει μέσα στην ψυχή του αυτός ο άνθρωπος!
Και πώς αντί για τα γραφτά μου θα ήθελε να έχει κάτω από το πόδι του και να πατάει εμένα!..
Άραγε γιατί;
Ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα μιας και οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται με τέτοιο
μίσος, μισούν και το διάλογο.
Να πατιούνται χάμου τα γραφτά μου δεν είχα δει μέχρι τώρα.
To είδα κι αυτό στη ζωή μου.

To είχα όμως προβλέψει στο ποίημά μου
"Ο ΚΡ!ΤΗΣ", γραμμένο κι αυτό στο ίδιο αυτό
φυλλάδιο που ακριβώς πατήθηκε κάτω μόλις προ ολίγου.
 Μα αν δεν είχα δει να πατιούνται τα ποιήματά μου, τα είχα δει να καίγονται. Τι προτιμώ από τα δυο δεν μπορώ να πω.
Στο μυαλό μου ήρθε ζωντανή η ιστορία των ποιημάτων μου που κάηκαν...
...Ήταν πρόπερσι. Ήμουν για πολλά χρόνια πριν στην εξορία. Είχα τη γνώμη πως τα γραφτά μου θα ήσαν καλλίτερα φυλαγμένα στη μητριά-πατρίδα. Έτσι, όταν μια γελαστή κυρία και ο σοβαρός αδερφός της μου είπαν από την Ελλάδα: «Σε μας να στέλνεις τα ποιήματά σου. Εμείς θα τα φυλάμε και όποτε θέλεις τα παίρνεις», από τότε έστελνα τα ποιήματά μου στη γελαστή κυρία και στον σοβαρό αδερφό της στην Ελλάδα. Και όταν ήρθα στην Ελλάδα πριν από δυο μήνες, πήγα στο σπίτι της γελαστής κυρίας να πάρω τα ποιήματά μου. Αυτή ήταν εκεί με τον σοβαρό αδερφό της. «Δεν τα έχω-χάθηκαν». Παρακάλεσα, τους είπα πως έτσι σκοτώνουν την ψυχή μου. Δε μου τα 'δωσαν. Φεύγοντας από το σπίτι κοίταξα από το παράθυρο μέσα στο δωμάτιο. Η γελαστή κυρία αναποδογύρισε μια πολυθρόνα, πήρε τα ποιήματά μου που είχε εκεί κρύψει και τα έριξε στο αναμμένο τζάκι λέγοντας ταυτόχρονα στον σοβαρό αδερφό της: «Αδερφούλη, έλα να
ευχαριστηθούμε τη γλυκύτερη ζέστα της ζωής μας!»
Εκείνος πλησίασε λέγοντας σοβαρά:
«Πράγματι!» Και άπλωσαν τα χέρια τους προς το τζάκι.

Νοσοκόμος: «Δεν είμαι εγώ ποιητής; Έξη εκατομμύρια δραχμές χάλασα για την ποίηση και δεν είμαι ποιητής;»
Πού πηγαίνω λοιπόν εγώ χωρίς να έχω ξοδέψει για την ποίηση χρήματα παρά μόνο για το μολύβι και το χαρτί που πάνω του γράφω;
Τώρα τι θα πει ότι έχει δώσει λεφτά «στην ποίηση», δεν το εξήγησε ο νοσοκόμος. Για να εκδώσει «ποιήματά» του; Για να αγοράσει τα βραβεία που έχει; Για να πληρώσει καθηγητές Πανεπιστημίου να «εξυμνήσουν» κάποιο βιβλίο του στην παρουσίασή του σε κάποια αίθουσα; Εφτασφράγιστο μυστικό τα λόγια του.
 Τι σχέση έχουν τα λεφτά με την ποίηση, σ' αυτό μόνον ο νοσοκόμος θα μπορούσε να απαντήσει-εγώ ούτε υπόθεση δεν μπορώ να κάνω.
Και ίσως μόνον αυτή του η φράση θα μπορούσε να χαρακτηρίσει και τον άνθρωπο και τον «ποιητή».  
Νοσοκόμος: «Έχω πάρει εξήντα βραβεία για τα ποιήματά μου!..Τα δικά σου βραβεία πού είναι;....»
Έξη εκατομμύρια…εξήντα βραβεία…εκατό χιλιάδες δραχμές το βραβείο…καλή τιμή…
Όμως καλή και η ερώτηση-που είναι τα δικά μου βραβεία;
Αλήθεια, πήρα κι εγώ κάποια βραβεία, μόνο που δεν τα περιφέρω για επίδειξη. Τα περισσότερα τα πήρα όντας στην εξορία. Και αμέσως τα πέταγα όταν παίρνοντάς τα έβλεπα
πως οι κριτές μαζί με το βραβείο μού έστελναν και ένα άδειο τσεκ για να το γεμίσω με κάποιο ποσό για την "ενίσχυση" του οργανισμού που κάθε φορά μου χορηγούσε το βραβείο. Έχουν μείνει στα χαρτιά μου τρία-τέσσερα βραβεία και άλλα τόσα θα έχουν καεί στη φωτιά της γελαστής κυρίας και του σοβαρού αδερφού της.
Να λοιπόν πού είναι ή πού ήσαν τα δικά μου βραβεία. Και αυτά τα λίγα που έχω κρατήσει, τα κράτησα γιατί οι κριτές των ποιημάτων μου για τα οποία μού δόθηκαν αυτά, όχι μόνο δε μου ζήτησαν λεφτά, μα και συνόδεψαν τον έπαινο ή το βραβείο με χρήματα που αυτοί μου έδιναν, δηλαδή γιατί έκριναν οι άνθρωποι, ας είναι καλά, ότι μου άξιζε το δόσιμο. Και στην Αμερική δεν πετάνε τα λεφτά…
Ναι, κι εγώ έχω πάρει βραβεία.
Και λοιπόν-τι έγινε;
Έγινα έτσι ποιητής;
Και αφού κανείς δε γίνεται ποιητής με όσα και όποια βραβεία, πόσο μάλλον δεν γίνεται ποιητής με τα βραβεία που του δίνουνε οι εκάστοτε τύποι που ανοίγουν ένα "κριτάδικο" για να "κονομήσουν". Κι αν μιλάω με τέτοιους χυδαίους όρους για τις επιτροπές και για το σκοπό τους, είναι γιατί τις έχω γνωρίσει καλά-μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι ανυστερόβουλοι κριτές σε κάθε χώρα.
Καθηγήτρια: « Εσείς (ω! πάλι και πάντα πληθυντικός!..τι ευγενής κυρία!..) γιατί λέτε στον κόσμο τι να κάνει τα γραφτά μας και εμάς δεν μας αφήνετε να σας υποδείξουμε τι θα γράφετε;» Τι λογική! Τι συσχετισμός! Τι επιχειρηματολογία! Και τέλος τι απαίτηση… ο φασισμός χτύπησε και την κεφάλα της καθηγήτριας-στην Τρίπολη λοιπόν και οι γυναίκες είναι χτυπημένες αυτοτελώς και αυτοφώτως από το φασισμό...
Οικοδόμος: «Κοίτα τον-φιλόλογος του μιλάει και δεν της απαντάει...»
Άραγε πόσο μικρόν βλέπει τον εαυτό του ένας φασίστας οικοδόμος συγκρίνοντάς τον με μια φασίστρια φιλόλογο; Πεδίο έρευνας για ψυχολόγους. Του αξίζει όμως οπωσδήποτε κι αυτουνού ένα βραβείο αφού κατάφερε να μάθει τη λέξη «φιλόλογος».
Οικοδόμος (στην καθηγήτρια) «Για διάβασέ μου κι εμένα να δω τι γράφει…διάβασέ μου…διάβασέ μου κι εμένα…μπρος, διάβασέ μου λοιπόν...»
Τι διάολο, αυτός με βρίζει χωρίς να ξέρει τι έχω γράψει; Και γιατί δεν το διαβάζει ή δεν το διάβασε μόνος του μέχρι τώρα, αφού για εικοσιτέσσερες ώρες το είχε στα χέρια του, παρά ζητάει από την καθηγήτρια να του το διαβάσει;...Να λοιπόν που μέλη του συλλόγου των τριπολιτσιωτών ποιητών γίνονται και αναλφάβητοι! Ευρύχωρος σύλλογος. Μα αν του πει κανείς κάτι γι αυτό, έχει την απάντηση: «Μήπως και οι ήρωες του εικοσιένα ξέρανε ανάγνωση;» Σωστά, μόνο που εδώ βρίσκεται όχι σαν ήρωας αλλά σαν «ποιητής»… Αλλά για να είναι «ποιητής» δεν χρειάζεται να ξέρει γράμματα-αρκεί να ξέρει να είναι μπράβος των ισχυρών φασιστών της πόλης.
Καθηγήτρια: «Είστε (!) ένας αισχρός… ένας αδιάντροπος…»
Νοσοκόμος: «Τη βιβλιοθήκη την άνοιξες, τράβα τώρα-φύγε από δω.»
Τη βιβλιοθήκη…
Τα λόγια του έφεραν στο νου μου τη μέρα που στο σύλλογο τριπολιτσωτών «λογοτεχνών» διάβασα ένα κείμενο, θέτοντας το θέμα της κλειστής βιβλιοθήκης της Τρίπολης στους "ανθρώπους των γραμμάτων" της περιοχής, ζητώντας τη συνδρομή τους για πίεση στο συμβούλιο του Δήμου της πόλης να την επαναλειτουργήσει.
To ερώτημα το μεγάλο επί τάπητος: Γνώση ή σκέψη; Άνθρωπος σημαίνει να ξέρεις ή να σκέφτεσαι; Και αφού η γνώση είναι αδύνατη τι απομένει για να σώσει το ανθρώπινο ον από την απώλεια παρά η σκέψη; Ο Καρτέσιος είπε "σκέφτομαι, άρα υπάρχω". Αν και δεν συμμερίζομαι την απόφανσή του, επειδή κατά τη γνώμη μου θα μπορούσε το ίδιο καλά να πει "περπατώ άρα υπάρχω" ή "ζω άρα υπάρχω", εντούτοις το χρησιμοποιώ εδώ αφού, για όσους αγαπάνε τον Καρτέσιο. Αυτό έρχεται να πριμοδοτήσει τη γνώμη μου πως η σκέψη είναι εκείνο που προσδιορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη-αν ο Καρτέσιος είχε πει "γνωρίζω άρα υπάρχω", δε θα ήτανε φιλόσοφος.
Όπως και να 'χει το πράγμα όμως, εκείνη την ημέρα που έθεσα TO θέμα "βιβλιοθήκη" στο σύλλογο, δε διανοήθηκε κανένας "συλλογικός" «τριπολιτσώτικος» "λογοτεχνικός" νους, να βοηθήσει στην προσπάθεια που έκανα να αποκτήσει βιβλιοθήκη η Τρίπολη. Μόνος μου αφέθηκα ν' αγωνίζομαι.
Οικοδόμος: «Άκου θα γράψεις εσύ κοτόπουλο με ρύζι...»
Ό,τι τους ερχόταν στο μυαλό το ξεφούρνιζαν…Μήπως κατάλαβαν ότι δεν θα έπρεπε σύλλογος λογοτεχνών να πουλάει βιβλίο μαγειρικής στην έκθεσή του; Κάτι άτοπο που κάνουμε γίνεται δυσβάσταχτο βάρος αν κάποιος μας επισημάνει την απρέπειά του. Μα γιατί τόσο τους πείραξε; Δεν πήγα εγώ να τους δικάσω ούτε να τους καταδικάσω αναφέροντας το γεγονός, μάλιστα τους χρωστούσα και ευγνωμοσύνη που εξαιτίας αυτού είχα και άλλο κάτι να σατιρίσω εκτός από την ποιητική ανεπάρκεια των «ποιητών» του συλλόγου.
Νοσοκόμος: «"Άκου κοτόπουλο με ρύζι!..»
Φαίνεται δεν τους αρέσει το κοτόπουλο με ρύζι αυτών των δυο. Θα ήθελα να τους ρωτήσω μήπως θα το προτιμούσανε με πατάτες, αλλά δεν μπορούσα να πάρω σειρά για να μιλήσω. Εξάλλου το ρύζι ταίριαζε για την ομοιοκαταληξία και ήμουνα πολύ χαρούμενος που ήρθε έτσι ωραία. Αλλά και αν το 'θελαν με πατάτες, δε θα τους χάλαγα το χατίρι. Ορίστε πώς θα μπορούσε να γίνει ας πούμε:
«…που πια δεν ξέρεις τι να βρουν έρχονται οι
πελάτες:
άρωμα ανθών ποιητικών ή κότα με πατάτες;...»
Για όλους έχει ο μπαξές.
Οικοδόμος: «Δε σε θέλουμε! Να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις!...»
Ω! Επιτέλους! Πολύ αργήσατε φίλοι μου!...Πολύ αργήσατε. Τόσους μήνες με ανεχτήκατε. Σπάσατε ρεκόρ. Με ανεχτήκατε περισσότερο από όλους όσους άλλους ανθρώπους έχω γνωρίσει. Οι άλλοι με διώχνουν στους πρώτους δυο μήνες κατά μέσον όρο. Με διώχνουν με έργα ή με πράξεις. Όμως με διώχνουν.
Αν δεν το κάνατε εσείς και σήμερα, θα είχα αρχίσει να ανησυχώ και θα έψαχνα να βρω τι συμβαίνει με μένα-πού έχω λάθος-μήπως είχα αρχίσει να συνθηκολογώ-μήπως έγινα προδότης...
Νοσοκόμος: «Να φύγεις!..»
Έτσι! Έτσι! Ωραία! Συνεχίστε!...
Νοσοκόμος: «Να φύγεις από δω!»
Ναι φίλοι μου, ναι, το άκουσα, το άκουσα και σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ που το λέτε και το ξαναλέτε τόσες φορές. Σας ευχαριστώ.
Οικοδόμος: «Να φύγεις από δω! Δε σε θέλουμε! Να φύγεις από δω!»
Ναι...ναι...ναι...
Νοσοκόμος: «Να φύγεις από δω! Μάζεψέ τα και φύγε! Δε σε θέλουμε! Φύγε! Να φύγεις από δω! Να φύγεις από δω! Να φύγεις από δω!»
Ναι φίλοι μου, ναι...
"Να φύγω από δω!..",..το ‘χω ξανακούσει αυτό πολλές φορές. Όσες φορές εγνώρισα ανθρώπους. Μερικοί ήσαν και είναι τόσο ευγενικοί που μου το λένε ευγενικά οι αγάπες μου. Άλλοι δε θέλουν να μου το πουν και μου το δείχνουν με τις πράξεις τους, με τον τρόπο που μου μιλάνε, με τον τρόπο που με κοιτάζουν, με ένα κίνημα του χεριού τους, με ένα επιφώνημα... Δε θέλουν να με πληγώσουν οι καλοί μου. Ω! Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να διώξεις κάποιον. Και ούτε ένας για να τον καλέσεις, ούτε ένας για να τον φέρεις κοντά σου. Σας ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ και σας και την αίσθηση που μου επιτρέπει να ξεχωρίζω TO νόημα των μέσων που χρησιμοποιούν κάθε φορά οι άνθρωποι για να με διώξουν. Όχι, δε θα ήθελα να είμαι εκείνος ο χαζός που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει και επιμένει να μένει κοντά σε κάποιους. ανεπιθύμητος. Ευλογημένο το μυαλό. Καταραμένη η ιδιοτελής αμυαλιά.
Ευλογημένο το διώξιμο. Κάτι άλλο θα με ζητήσει κοντά του-και τι είναι χειρότερο από τους ανθρώπους;
«Να φύγω από δω...» Η ίδια γελαστή κυρία και ο σοβαρός αδερφός της μου το ξαναείπανε και πάλι όταν γύρισα από την εξορία. Ήμουν τη φορά εκείνη στο πατρικό μου σπίτι. «Να φύγεις από δω! Φύγε! Φύγε! Να φύγεις από δω!...»
Και έφυγα.
Και πάλι το άκουσα από την ίδια κυρία, όταν αυτή και ο σοβαρός αδερφός της φόρεσαν το πρόσωπό μου και πήγαν και πήραν τα υπάρχοντά μου από το μέρος που τα είχα δώσει να μου τα φυλάνε.. Μου TO είπαν όταν ήτανε μπροστά στο γκισέ μετρώντας τα: «Φύγε από δω!»
Και έφυγα και από κει.
Ήμουν δίπλα στον ταμία.
Μα φίλοι μου πού πήγα; Εδώ δεν είμαι πάλι; Όλοι εδώ δεν είμαστε; Υπάρχει "εκεί" φίλοι; «Εδώ» δεν είμαστε όλοι; Όλοι καθώς περπατούμε δε σέρνουμε το σύμπαν μαζί μας όπως ο φυλακισμένος την μπάλα τη δεμένη στο πόδι του με αλυσίδες; Έχουμε να πάμε κάπου αλλού; "Εδώ" δεν είναι η Κόλασή μας φίλοι μου; "Εδώ" δεν είναι ο μόνος τόπος μας; "Εδώ" δεν είναι ο μόνος μας άγνωστος προορισμός; Εδώ δεν είσαστε και σεις κι εγώ; Θα είμαι εγώ ο άχρηστος και ο τιποτένιος και σεις οι άξιοι και οι ήλιοι της ποίησης; Θέλετε αντίθετα να είναι αυτά; Θέλετε να είμαι εγώ ο πολυεκατομμυριούχος και σεις οι ολόφτωχοι; Θέλετε το αντίθετο; Όπως και να το θέλετε, ένα δεν αλλάζει: πάντοτε εδώ και θα είμαι και θα είσαστε. Εδώ, εδώ, ΕΔΩ!
Νοσοκόμος: «Δε θα φύγεις;..θα φύγεις! θα φύγεις! Και αν δε φύγεις μόνος σου θα σε διώξω εγώ! Θα σε διώξω εγώ! Εγώ θα σε διώξω!»
Ναι, ναι, ναι!
Οικοδόμος: «Κοίτα τον αναίστητο! Τόσοι του λένε να φύγει κι αυτός τίποτα!...Εγώ αν μου λέγανε έτσι...»
Και χωρίς να του το έλεγαν θα έφευγε ο οικοδόμος. Είναι πολύ ευαίσθητος. Το ξέρω από τα λίαν λογοτεχνικά που έλεγε από βήματος του συλλόγου, όπου μια μέρα, εκτός από την τιμωρία με θάνατο ενός κλέφτη από τον άγιο Αθανάσιο, διότι ο κλέφτης πήρε πέτρες από την εκκλησία του για να χτίσει το σπίτι του, μας διηγήθηκε και ότι, όταν οικοδομούσε σε κάποιο σπίτι και η κυρία του σπιτιού τον έβαλε να φάει σε χωριστό τραπέζι από την οικογένειά της, εκείνος σηκώθηκε, πέταξε στα μούτρα της κυρίας την πετσέτα την δεμένη στο λαιμό του και δήλωσε πριν φύγει: «ελεύθερος γεννήθηκα, ελεύθερος θα πεθάνω!»
Έλεγε τέτοια ο οικοδόμος στο σύλλογο των λογοτεχνών.
Και αν και για κάθε τέτοια ιστορία χρειαζόταν μισή ώρα, όμως κανένας δεν τον διέκοπτε, όπως πολύ σωστά ο ίδιος διέκοπτε εκείνον που μιλούσε, όταν το ρολόι έδειχνε πως συμπληρώθηκαν πέντε λεπτά ομιλίας του.

Ύστερα τα συμπεράσματα που βγαίνουν από τέτοιες ιστορίες είναι προφανή αλλά και διδακτικότατα. Παραδείγματος χάριν από τη διήγησή του περί του αγίου, δε βγαίνει ότι δεν πρέπει να σκεφτούμε ποτέ να πάρουμε κάτι που ανήκει σε άλλον;.. Αντικουμουνιστικότατον! Τώρα σκέφτηκα ότι δεν είχα ακούσει ποτέ τον οικοδόμο να λέει λέξη που αρχίζει από «κομ» ή «κουμ». Και απορώ πώς έκανε παρέα μ’ έναν νοσο-κομ-ο…
Νοσοκόμος; «Θα βγάλω την ταμπέλα που λέει «τριπολιτσώτες λογοτέχνες» και θα βάλω άλλη που να λέει «σύλλογος τριπολιτσωτών λογοτεχνών»-τότε θα φύγεις θέλεις δε θέλεις γιατί δεν είσαι στο σύλλογο!» Πονηρός ο βλάχος!...
Πράγματι, εδήλωσα όταν μου ζητήθηκε να γίνω μέλος του συλλόγου, πως δε θα το κάνω, επειδή από τα μέλη του μέλλοντος να ιδρυθεί "συλλογου» «τριπολιτσωτών» "λογοτεχνών",μόνον ο όρος "τριπολιτσωτών" ικανοποιούνταν. Ο όρος "λογοτεχνών" ήτανε ψεύτικος, επειδή από τα περίπου τριάντα υποψήφια μέλη, μόνο δύο είχαν σχέση με τη λογοτεχνία. Και πρότεινα τον τίτλο "σύλλογος τριπολιτσωτών φίλων της λογοτεχνίας", που θα ήταν σύμφωνος με την πραγματικότητα και με τον σεβασμό από μέρους μου των λέξεων. Δεν έγινε δεκτός.
Οικοδόμος στο νοσοκόμο: «Άσε που θ’ αλλάξεις την ταμπέλλα γι αυτόν...»
Εδώ είναι που επενέβη ο Θόδωρος.
Θόδωρος: «'Έχει και δίπλα λογοτέχνες. Ας πάει εκεί.»
(Μια φορά μίλησε, αλλά μπράβο του, έδωσε λύση!)
Πώς όλοι ψάχνουν να μου βρουν μέρος να πάω!.. συγκινητικό δεν είναι;
Νοσοκόμος: «Θα φύγεις από δω! Θα φύγεις! Κι αν δε φύγεις θα σε πετάξω έξω εγώ με τις κλοτσιές! Με τις κλοτσιές θα σε διώξω από δω μέσα!»
Οικοδόμος: Άστονε γιατί αυτός είναι ικανός αν τον πετάξεις με τις κλοτσιές να φωνάξει την αστυνομία και να μας ξεφτιλίσει"
Για σκέψου, μερικοί «είναι ικανοί» να ζητάνε τη συμπαράσταση της Αστυνομίας όταν κάποιοι τους κλοτσάνε!.. Πού θα πάμε ακόμα;..
Όμως όχι κύριε Τάκη (Τάκη έτσι δε σε φωνάζει ο φίλος και ομοϊδεάτης σου Δήμαρχος;), δεν είναι η αστυνομία που θα φώναζα. Η εξορία στην Αμερική κάνει φιλίες ισχυρότερες από την αστυνομία οποιασδήποτε χώρας. Και οι γνωριμίες αυτές- πίστεψέ με-, κάνουν τα πάντα για τους φίλους τους…
 Όμως τι εκτίμηση-δεν «ξεφτιλίζονταν» με όσα έκαναν και έλεγαν τόσην ώρα, θα «ξεφτιλίζονταν»  αν αυτό το μάθαινε η αστυνομία…
Καθηγήτρια: «Είστε (!) χυδαίος να γράφετε τέτοια πράγματα!»
Δεν ξέρω ποιο ακριβώς σημείο του ποιήματος εννοούσε, όμως θα χρησιμοποιούσα το όνομα του Αριστοφάνη για να πω στην καθηγήτρια πως ο Αριστοφάνης έγραφε "χυδαιότερα" πράγματα. Δε θα το κάνω όμως, γιατί αυτό είναι και το άλλοθι των βρωμόλογων συγγραφέων επιθεωρήσεων, που εκμεταλλεύονται την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας από τους έλληνες και για να τους κάνουν να γελάσουν χρησιμοποιούν χυδαία λόγια, αφού μόνο με τέτοια εκείνοι γελάνε.
Πάντως ο Αριστοφάνης έγραφε "χειρότερα" πράγματα...

Οικοδόμος: «Ένας σιχαμένος είναι καημένη...»  (σε μένα)  «Φύγε! Βρωμίζεις την ομάδα μας!...Φύγε! Να πας να φτιάξεις δική σου ομάδα!..»


Ωπ! Να όλο το κλειδί της υπόθεσης: Ομάδα! Για σκέψου! Με ομάδες δουλεύουν λοιπόν εδώ πέρα! Ομάδες ομάδες τριγύριζαν και οι ταγματασφαλίτες στους δρόμους της Τρίπολης και μία από αυτές είχε σακατέψει τον πατέρα μου. Ομάδες φτιάχνουν και οι σημερινοί ταγματασφαλίτες για να «κυριαρχήσουν» σε κάποια παρέα, σε κάποιον σύλλογο. Κυριαρχία σε σύλλογο; Μα τι είδους σύλλογος είναι αυτός που κυριαρχείται από μια ομάδα; Και μάλιστα από μια ομάδα που είναι άσχετη με τους σκοπούς ύπαρξης και δράσης του συλλόγου;
Θα έφευγα εκείνη τη στιγμή για να φτιάξω τη δική μου (!;) ομάδα (;) ,όμως ήθελα να δω πού θα έφτανε το τρίο-η δική τους ομάδα. Δεν ήθελα να τους διακόψω. Τέτοιες συμπεριφορές είναι τόσο σπάνιες έξω από την Τρίπολη, που αξίζει τον κόπο να τις παρακολουθήσει κανείς αν βρεθεί εκεί, στον δικό τους χώρο, χωρίς να τις διακόψει. Ως το τέλος.
Καθηγήτρια: «Εμείς δε σας δεχτήκαμε στην παρέα μας όταν ήρθατε στην πόλη μας; Τώρα γιατί μας βρίζετε;»
Μία καθηγήτρια είναι δυνατό να μπερδεύει μεταξύ τους τη σάτιρα, τη βρισιά, την αλήθεια; Να που είναι! Και πάλι- τι λάθος! Όχι μόνο δε με «δεχτήκατε» γιατί δεν δέχτηκα να με «δεχτείτε», αλλά, κυρα-δασκάλα, και κάθε φορά που βρισκόμασταν μαζί τα έβαζα με την τύχη που με έφερε στο σημείο να κάνω παρέα με φασίστες.
Καθηγήτρια: «Εμείς δε σας πήραμε τηλέφωνο όταν φύγατε από το σύλλογο για να σας πούμε να ξανάρθετε;»
Βέβαια. Και δεν με πήρατε αλλά με παίρνατε και με ξαναπαίρνατε και σεις, και βάζατε και άλλους να μου τηλεφωνούν και να με παρακαλούνε να ξαναγυρίσω γιατί ξέρατε ότι μόνο η δική μου παρουσία θα έδινε κάποια αξία στο σύλλογό σας. Έλα όμως που εγώ θα έχανα όποια αξιοπρέπεια είχα, αν γινόμουν μέλος ενός «συλλόγου λογοτεχνών» με μέλη μη-λογοτέχνες…

Νοσοκόμος: «Εγώ πόσες φορές σε συμβούλεψα για τόσα πράγματα; Δε μ' άκουσες!»
Βάζοντας μεγάλη δύναμη κρατήθηκα να μην πέσω στην αγκαλιά του κραυγάζοντας: "μπαμπά!")
Οικοδόμος: «Φίδι κολοβό! Κρυφά δούλευες!» Λόγο τιμής όχι. Κατάμπροστα στα μάτια τους ήμουνα όταν μοίραζα τα βιβλία μου.)
Νοσοκόμος: «Γι αυτό έφευγες έξω! Για να μοιράζεις τα γραφτά σου!»
To βρήκε! Έξυπνος!
Πράγματι δε μοίραζα από μέσα από το περίπτερο τα βιβλία μου στους περαστικούς, επειδή ο ίδιος ο νοσοκόμος, ύστερα από υπόδειξη προς αυτόν του Θόδωρου, μου το είχε απαγορεύσει, με το αιτιολογικό πως αν έπαιρνε ένα βιβλίο δωρεάν ο περαστικός, δε θα αγόραζε πλέον βιβλίο από το περίπτερο!! Δηλαδή όσοι έρθουν στο περίπτερο των "τριπολιτσωτών" λογοτεχνών, σκοπό έχουν να φύγουν από κει με ένα οποιοδήποτε βιβλίο, και όταν αυτό τους δοθεί δωρεάν, παραιτούνται πλέον από κάθε αναζήτηση για κείνο το βιβλίο που για να βρουν ήρθαν εκεί και που θα ταίριαζε στα ενδιαφέροντά τους;!
Οικοδόμος: « Κι έρχεται και ο διπλανός και του δίνει και συγχαρητήρια!..»
Πρόκειται για τον χρήστη του κολλητού στο των «ποιητών» περίπτερο της έκθεσης. Ο άνθρωπος με συγχάρηκε για τα ποιήματά μου από ευγένεια επειδή του τα έδωσα, αλλά ο νοσοκόμος είχε προηγούμενα μ' αυτόν γι αυτό τον πείραξε ως κι αυτό.  
Οικοδόμος: «Κοίτα τον, μασάει τσίκλα!.. Είσαι και γιατρός...»
Τι έχω να μάθω ακόμα! Οι γιατροί δεν πρέπει να μασάνε τσίκλες. Ή μήπως έτσι δεν έδειχνα τον οφειλόμενο σεβασμό στους βασανιστές μου;)
Νοσοκόμος: «Δε σε θέλουμε εδώ, το κατάλαβες;»
Λίγες φορές να μου το πείτε ακόμα, πού θα μου πάει, θα το πιάσω…
Οικοδόμος: «Να μην ξέρω τόσες μέρες τι έχει
μέσα η τσάντα του να την πετάξω...»

Άρχισαν οι αναφορές σε τρίτο πρόσωπο λοιπόν; Σημάδι ότι ίσως η επίθεση τελειώνει; Κρίμα, την είχα συνηθίσει.
Νοσοκόμος: «Θα μείνεις στη λογοτεχνική ιστορία της Τρίπολης σαν ο πιο τιποτένιος, ο πιο άχρηστος!»
Αχ! Ας γραφτώ σε μια λογοτεχνική ιστορία, έστω και σαν ο πιο άχρηστος!
Αλλά η καθηγήτρια δεν άφησε στην ησυχία του ούτε το φίλο μου. Με προσποιητά ήπιο τόνο, που έπεσε μέσα στον αγριεμένο εκείνο χώρο βαρύς σαν ένα μαραμένο τριαντάφυλλο, τον ρώτησε, ελπίζοντας έτσι να του αποσπάσει μιαν έστω και έμμεση καταδίκη μου-φαίνεται πως δεν τους αρκούσε που, τέσσερις αυτοί έβαλαν εναντίον μου, αλλά ζητούσαν και πέμπτον, χωρίς να σκεφτούν ούτε για μια στιγμή πως αυτό ήταν μια απόδειξη του άδικου που είχαν: «Εσείς δε μιλάτε; Δεν έχετε γνώμη; Διαβάσατε το κείμενο; Δεν μπορεί, θα το διαβάσατε. Γιατί δεν παίρνετε θέση; Μπορεί να μας βρίζει ο κύριος Χολιαστός;»
Ο Γιώργος είναι ένας άνθρωπος ηπιοτάτων τόνων, που όταν κάποιοι τον ρίξουν κάτω και τον πατάνε στο λαιμό με τις αρβύλες τους, θα τους ζητήσει με νοήματα να του δώσουν μισό λεπτό ζωής ακόμα για να τους πει κάτι' και όταν αυτοί του επιτρέψουν να μιλήσει, θα τους πει: « Η δεξιά αρβύλα σας θέλει σόλιασμα». Γι αυτό με πόνεσε η προσπάθεια ανάμιξής του στην υπόθεση που οι τύποι αυτοί και η κυρα-δασκάλα είχαν εκ του μηδενός δημιουργήσει, περισσότερο απ' ό,τι με πόνεσε η εικόνα του βιβλίου μου να πατιέται με μανία στο πάτωμα. Και η φωνή του φίλου μου με πόνεσε περισσότερο από όσο με πόνεσαν οι φωνούλες των γραμμάτων και των λέξεων του βιβλίου μου καθώς ξεκοιλιάζονταν από τη βαρβαρότητα του νοσοκόμου. Με έθλιψε που οι άνθρωποι αυτοί ενοχλούσαν κάποιον που δεν τους είχε δώσει την παραμικρή αιτία που θα μπορούσαν να την χρησιμοποιήσουν σαν
πρόσχημα ώστε να τον φέρουν σε δύσκολη θέση. Όμως αυτός μίλησε απλά, ατάραχα, αληθινά, αφοπλιστικά και ξανά δε μίλησε, ούτε όταν αμέσως μετά ο οικοδόμος τον ειρωνεύτηκε. Είπε: «Τι να πω εγώ…εγώ νομίζω πως αυτό είναι ένα σατιρικό ποίημα.»
Οικοδόμος: «Βέβαια, τί θα πει κι αυτός...αφού κάνουνε παρεούλα οι δυο τους…"
Νοσοκόμος: (σε μένα) «Πήρες τα χάπια σου σήμερα; Ε; Πήρες τα χάπια σου σήμερα;»
Μάλλον με αυτό ήθελε να δικαιολογήσει στον εαυτό του το γεγονός ότι εγώ υπόμενα αδιαμαρτύρητα και στωικά όλα όσα μου έκαναν και μου έλεγαν, επειδή δήθεν είχα πάρει χάπια που μου δημιουργούσαν αυτή την ψυχραιμία. Του εύχομαι του κυρίου Πητ να μάθει κάποτε ότι όποιος δεν αντιμάχεται δεν γίνεται να φταίει σε τίποτα. Και αυτό, δυστυχώς γι αυτόν, δεν μαθαίνεται με χάπια.
Ας ευχαριστήσει όμως και το θεό-ή μήπως τις γνώσεις του;-ο νοσοκόμος, που τον φώτισε να μην πειραχτεί ούτε μια τρίχα από τις λιγοστές της κεφαλής μου, γιατί τότε το τίμημα που θα πλήρωνε και αυτός και οι φίλοι του θα ήτανε απρόσμενα γι αυτούς βαρύ.
Όσο για το ταρακούνημα του άφησα το πλεονέκτημα…
Νοσοκόμος: «Σκουπίδια είναι αυτά που έγραψες! Όχι τα δικά μου! Να βγάλεις άλλα χίλια και να τους τα δώσεις να σκουπίζονται στην τουαλέτα! Σκουπίδια είναι, να τι είναι!»
Άρχισαν οι επαναλήψεις;
Μανία του-μήπως είχε την πληροφορία-του επιπέδου του άλλωστε- πως οι τεγεάτες δεν έχουν χαρτιά υγείας;
Και αμέσως μετά ο νοσοκόμος, στρεφόμενος στον οικοδόμο και χαμηλώνοντας για λίγο τη φωνή του) «Όχι, έχει γράψει και καλά ποιήματα…δε λέω…του το 'χω πει κιόλας...»
Τότε να σου φέρω μωρέ νοσοκόμε όλα τα γραφτά μου, να τα διαλέξεις, να πατήσεις τέλος πάντων όσα δε σου αρέσουν και ό,τι μείνει να το κυκλοφορήσω στο αναγνωστικό κοινό. Όμως όχι νοσοκόμε, και βέβαια αστειεύομαι, αντίθετα από ό,τι θα ήσουν ικανός να πιστέψεις, δε δουλεύει έτσι καμία λογοτεχνία όπου σύμπαντος.
Όμως από την άλλη, ήρθε η καρδιά μου στη θέση της! Ένα κύμα άφατης αγαλλίασης με πλημμύρισε: Ο νοσοκόμος αναγνωρίζει πως έχω γράψει καλά ποιήματα! Ένιωσα να σηκώνομαι πάνω από το έδαφος, τόσο αλαφρός έγινα ξαφνικά)
Νοσοκόμος πάλι: (γυρίζοντας σε μένα και συνεχίζοντας άγρια όπως πριν): "...όμως ετούτα δεν είναι τίποτα-σκουπίδια είναι..."
Έτσι, όχι τίποτε άλλο, μα για να ξέρουμε! Να μην πάρω και αέρα…Ξεκαθάρισε πια, δια της επαναλήψεως, πέραν πάσης αμφιβολίας  τι είναι και τι δεν είναι σκουπίδια. Κάτι είναι κι αυτό. So far so good, όπως θα λέγανε και οι αμερικάνοι. Αλλά πάει τώρα, ό,τι άλλο και να πεις νοσοκόμε, δεν μπορείς να πάρεις πίσω πως έχω γράψει και καλά ποιήματα! Ω! Ευτυχία!
Οικοδόμος: «Να φύγεις! Να φύγεις από δω-να πάρεις τα πράγματά σου και να φύγεις…δε σε θέλουμε στην παρέα μας!..»
Ευτυχώς που μου το είπε πάλι-τώρα το εμπέδωσα.
Φαίνεται είχαν εξαντλήσει το οπλοστάσιό τους και ξανάρχιζαν από την αρχή; Και πόσο θα το συνέχιζαν;
Οικοδόμος: «Μέχρι τον πρωθυπουργό έφτασε για να διώξει τον ανθρωπάκο από τη θέση του καημένε…τι περιμένεις;..»
Δε συνέχισε για να μάθω αν τον έδιωξα τουλάχιστον τελικά.  Ή έστω για να μάθαινα τι μου έκανε ώστε να θέλω να τόνε διώξω...και το κυριότερο, για ποιον από όλους τους ανθρωπάκους μιλούσε από όσους έχω διώξει φτάνοντας μέχρι τον πρωθυπουργό... Έχω ένα χούι κι εγώ, ο οικοδόμος το 'κανε βούκινο...
Μα να, βρήκαν και κάτι άλλο:
Οικοδόμος: «'Έρχεσαι εδώ και κάθεσαι πάνω στην καρέκλα και μετά σηκώνεσαι και φεύγεις χωρίς να ξέρεις ποιος έφερε εδώ αυτή την καρέκλα…»
 (Ήτανε φανερό πια πως είχαν εξαντλήσει τα όποια όπλα της φαρέτρας τους, αφού άρχισαν να με κατηγορούν και για ανομήματα που όλοι διαπράττουν, όπως να μην ξέρει κάποιος ποιος ταχτοποίησε τις καρέκλες πριν από κάθε εκδήλωση. Μεταφυσικές απορίες;…)
Νοσοκόμος: «Δεν έχεις καμία δουλειά ανάμεσά μας! Να φύγεις και να μην ξανάρθεις εδώ πέρα!»
Οικοδόμος: «Άστονε καημένε, άστονε, δε βλέπεις ότι είναι αναίστητος και δεν καταλαβαίνει τη θέση του;»
Θεέ μου; Αλήθεια ποια ήταν η θέση μου-που ούτε την καταλάβαινα κιόλας;
Πάντως ύστερα από αυτή την εντολή του οικοδόμου, αρχηγού προφανώς της "ομάδας", προς το νοσοκόμο, όλα σταμάτησαν-και οι βρισιές και οι κατηγόριες και τα ταρακουνήματα από το γιακά, όπως σ’ ένα νεύμα του Χίτλερ σταματούσε κάθε ζωή.
Όλα έγιναν ξανά όπως όταν είχαμε έρθει εκεί ο φίλος μου κι εγώ πριν μισή ώρα, Τα πρόσωπα των τεσσάρων στο ίδιο χάλι. Φαίνεται πως κάτι άλλο θα έπρεπε να είχαν κάνει αυτοί για να εκτονωθούν, ή κάπως αλλιώς έπρεπε να περίμεναν να έχω αντιδράσει εγώ. Γιατί ήσαν αμίλητοι πάλι και πάλι σκυθρωποί και αξεθύμαστοι. Και μόνον εγώ ήξερα τώρα την αιτία, αν και μην μπορώντας να τη δω παρά σαν ένα φάντασμα, σαν μια σκιά που δεν την έβλεπε σαν ζωντανό ον παρά μόνο η παρέα των τριών καλών εκείνων φίλων).
Όλα αυτά δεν περίμενα ποτέ πως θα γίνονταν. Ούτε η μεγαλύτερη φαντασία μου δεν θα μπορούσε αλήθεια να σκαρώσει κάτι τέτοιο. Γιατί βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα. Και υπάρχει ελευθερία στη διακίνηση των ιδεών. Και είναι δικαίωμα αναφαίρετο καθενός να κρίνει την εποχή του και όλους όσους με γραφτά τους ή με λόγια τους εμφανίζονται στην αγορά.
Αυτά λοιπόν έγιναν το καλοκαίρι του 2004 στην Τρίπολη όχι της Λιβύης, αλλά της Ελλάδας.
Και γράφονται εδώ για την ιστορία της λογοτεχνίας της πόλης, που όπως έμαθα από το νοσοκόμο υπάρχει.
Τέλος μερικά σχετικά με την ουσία του θέματος. Ασχολίαστα.
-Σάτιρα είναι να λες κάτι χωρίς εντούτοις να λες τίποτε.
-Στον κόσμο της Ποίησης ξεγελιέται μόνον αυτός που ξεγελάει τον εαυτό του.
-Μόνον οι κατώτερες φύσεις αποδίδουν στους
άλλους τις ευθύνες για την έκβαση των πράξεών
τους.
Και τελευταίο:
-Παιδεία είναι ο κύκλος που διατρέχει το άτομο
για να φτάσει στην αυτογνωσία' και όποιος
αρνείται να τον ακολουθήσει, ισχνότατο κέρδος
αντλεί από το ότι έχει γεννηθεί στην πλέον φωτισμένη περίοδο της Ιστορίας

                             -----