ΤΟ ΠΑΡΤΥ ΣΤΟΝ «ΑΒΈΡΩΦ»
Λοιπόν στο «Αβέρωφ» έγιν' ένα πάρτι.
Ε και; Αυτός έπρεπε να ’ναι λόγος
τόσα να ειπωθούν και να γραφτούνε;
Οι άγγλοι τη σημαία έχουν βρακί τους-
λοιπόν; είναι απάτριδες οι εγγλέζοι;
Η Αγιασοφιά ως και τζαμί έχει γίνει-
δεν είναι το άστρο της Ορθοδοξίας;
Γίνονται δεξιώσεις στους στρατώνες
στις εκκλησές γινόνται πανηγύρια-
λοιπόν εχάσαν οι πιστοί την πίστη
και οι στρατιώτες σας τη γενναιότη;
Φτύσανε το Χριστό και τον εβρίσαν-
έχει απ’ αυτό Θεός να είναι πάψει;
Όργια οι παπάδες κάνουν κάθε τόσο-
λοιπόν δεν τους φιλάμε πια το χέρι;
Αν οι που τώρα βοούν για τον «Αβέρωφ»
φωνάζαν ίδια για των βουλευτών σας
τις τόσες τις κλεψιές που έχουν κάνει,
τότε καλά θα κάναν να φωνάζουν.
Μα όχι! τους εμάρανε η αξία
που τάχα έχει για κείνους ο «Αβέρωφ»,
ενώ ο νους τους είναι μ’ όσα λένε
ν’ απασχολήσουν το λαό, κι εκείνος
τις βρωμερές τις πράξεις να ξεχάσει
που κάνουν βουλευτές και υπουργοί του.
Παιδιά, σεις απ’ αυτά παρθένοι που είστε,
πετάξτε τις αξίες. Τις ανάγκες!
υπηρετείστε, νέοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
για να σας κομματιάζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Όχι οι αξίες αλλά οι ανάγκες
είναι, που αν μπορέστε να καλύψτε,
θα ζήσετε ευτυχείς στον κόσμο μέσα!
Μα και γιατί ολ’ αυτά για τον «Αβέρωφ»;
Γιατί έκανε αυτό που είχε καθήκον;
Ή τάχα γιατί μόνο αυτό το πλοίο
έκανε κάτι, ενώ τ’ άλλα όλα
ήτανε νούλες και τα θαλασσώσαν;
Ή μήπως επειδή έφερ' απ’ το Κάϊρο
τον Παπαντρέα, για να μας πουλήσει
δεμένους χεροπόδαρα στους Άγγλους
με αντίτιμο πρωθυπουργός να γίνει;
Λέει, λευτέρωσαν με τον «Αβέρωφ»
μισή από τη σημερνή Ελλάδα.
Και που τη λευτερώσανε τι τρέχει;
Την πήρανε, τη φάγανε, την τρώνε…
ποιο κέρδος ο λαός είχε από τούτο
ώστε να δίνει αξία στο «Αβέρωφ»;
Το φτιάξαν το «Αβέρωφ», λέει, κάποιοι
που ευεργέτες έκτοτε τους λένε.
Και επειδή αποφασίσαν κάποιοι
λίγα από τα κλεμμένα τους να δώσουν
σε σας απ’ όπου τα ’χανε κλεμμένα
τάχα γιατί εσάς να σας δεσμεύει-
το τι οι λεφτάδες κάνουν μεταξύ τους
συμφέροντα άνομα υπηρετώντας;
γιατί έστω λίγο σας ενδιαφέρει;
Φίλοι, αν θέλετε να φκιάστε χώρα
περήφανοι για κείνηνε που θα ’στε,
ξεχάστε τις αξίες! Τις ανάγκες!
Υπηρετείστε, φίλοι, τις ανάγκες!
Οι αξίες τα μαχαιροπήρουνα είναι
εσάς για να ξεσχίζουν οι αχρείοι
και να σας καταπίνουν λίγο λίγο.
Κάτω οι αξίες! Τις ανάγκες φίλοι
με την ορμή σας όλη θεραπέψτε
ώστε ευτυχείς να ζήσετε στον κόσμο!
Χορεύουν χορούς φτερωμένες οι ξένες
και παίρνουν μαζί τους ψηλά την ψυχή μας
σε κίνημα ένα χεριού και κορμιού τους.
Και βλέπουν οι έλληνες οι «χορογράφοι»
και λένε: «Αυτό; Να! Κι εγώ θα το κάνω!»
και βρίσκουν ανόητες κάποιες «κυρίες»
και πώς να κλοτσάνε γερά τις μαθαίνουν
και πώς χοντροειδώς να υψώνουν το χέρι
που πάει απ’ το σώμα τους να ξεκολλήσει
και πώς τα παχιά να κινούν κρέατά τους
βαριά σέρνοντάς τα σε θεάτρων το πάλκο.
Μιλούν στο λαό τους οι ηγέτες οι ξένοι
με γλώσσα που όλοι στη χώρα εννοούνε
και με πειστικό, σοβαρό έναν τρόπο-
μιλούνε σταράτα, στριγκλίσματα δίχως.
Κι εκεί οι δικοί σας «ηγέτες» οι φαύλοι
μια γλώσσα μιλάνε που αυτοί μόνο ξέρουν
και κείνοι μονάχα μπορούν να εννοήσουν.
Λένε οι απ’ αυτό έχοντες συμφέρον:
«Είμαστε απόγονοι αυτών που ζούσαν
στον τόπο αυτό προτού χιλιάδες χρόνια.
Κι είν’ ένδοξο και το δικό μας κράτος
όπως το κράτος ένδοξο ήταν κείνο.»
Ιδέτε κράτη όπως η Ινδία,
το Ισραήλ, το Ιράκ, το Ιράν, η Κίνα,
η Ιταλία,η Αίγυπτο, η Ρωσία…
που τότε ήταν ισχυρά αλήθεια,
μα που και σήμερα δύναμη έχουν
ίδια ή πιότερη απ’ την πρωτινή τους-
που είναι λαοί με κότσια-που κρατάνε
την ίδια δόξα σήμερα όπως τότε
και που ρυθμίζουν τις δικές τους τύχες
αλλά και που του κόσμου επηρεάζουν,
κι όχι που μυξοκλαίνε για βοήθεια.
Ξύπνα λαέ αν θέλεις να επιζήσεις-
ανύπαρκτους κι αστείους ξέχνα προγόνους
και μες στα χέρια σου πάρ’ τη ζωή σου…
Ποιο άλλο κράτος έχει έναν γελοίο-
έναν ηλίθιο τύπο που ντυμένον
με τα εθνικό του έλληνα τα ρούχα
του ίδιου του λαού σας σατιρίζει
την τέλεια υποταγή στους άθλιους κλέφτες
απ’ της τιβί σας το γυαλί το κοίλο;
Και δεν το κάνει για να σας ξυπνήσει
και να ξεσηκωθείτε και στους δρόμους
να βγείτε όπλα φονικά κρατώντας,
μα-με τον τρόπο του-για να χωνέψτε
ότι αυτή σας ήτανε η μοίρα
κι αδιαμαρτύρητα να τη δεχτείτε…
Πάτε σ’ αγώνες με την Εθνική σας
κι ενώ είναι η χειρότερη απ’ όλες
ύμνους εσείς υψώνετε για κείνη
και όταν χάσει-που όλο είναι χαμένη-
εσείς τα βάζετε ή με την τύχη,
ή με τον διαιτητή που άδικος είναι,
αντίς να πείτε «ναι! είμαστε χάλια!»
και όλο νεύρο ν’ ανασκουμπωθείτε
και άξια μια Εθνική να φτιάξτε άλλη.
Είστε λαός εσείς για ν’ απαιτείτε
ίσος με άλλους λαούς να θεωρείστε
που ξέρουν το σκοινί τους ως πού φτάνει
και όλο πιο πολύ και το μακραίνουν;
Οι άλλοι λαοί το λόγο τους σα δίνουν
θα τον κρατήσουν πλην αν θα πεθάνουν.
Εσείς μ’ ένα σκοπό δίνετε λόγο:
για να μπορείτε να τόνε πατάτε.
Είστε λαός εσείς για ν’ απαιτείτε
ίσος με άλλους λαούς να θεωρείστε
που έχουν «ναι» το «ναι» και «όχι» τ’ «όχι»;..
Χλεύη και όνειδος μονάχα υπάρχει
για σας στων άλλων λαών μέσα τη σκέψη.
Κι ως να ξυπνήστε και να μη σας βλέπουν
να ζητιανεύετε ελευθερία,
να κυβερνιέστε από παλιανθρώπους,
και σε ζυγό δικτατορίας να ζείτε
που την νομίζετε Δημοκρατία,
τόσο περσότερο θα σας οικτίρουν
και θα σας έχουνε κι αυτοί για δούλους.
Εμπρός! Ανοίξτε το ραδιόφωνό σας!
Τι ακούτε; Θα σας πω εγώ τι ακούτε:
Μονάχα δυο σταθμούς: της Εκκλησίας
έναν, και του ποδόσφαιρου τον άλλον.
Μ’ αυτούς τους δυο σταθμούς σας νανουρίζουν
μ’ αυτούς τους δύο σας αποβλακώνουν
μ’ αυτούς τους δυο σταθμούς σας μαστουρώνουν,
και ύστερα σας κλέβουν… σας σκοτώνουν…
Οι ξένοι βλέπουνε τις απεργίες,
βλέπουνε τα κλεισίματα των δρόμων,
βλέπουνε των σχολών τις καταλήψεις
κι αναρωτιούνται πώς-γιατί όλα τούτα,
ενώ στις χώρες τους αυτά γινόνται
χωρίς να κακοπάθουν οι πολίτες,
χωρίς συγκοινωνιών παρακωλήσεις
ή κλείσιμο σχολείων και τα τέτοια.
Δεν ξέρουν οι καημένοι οτ’ η Ελλάδα
από ληστές και κλέφτες «κυβερνιέται»
κι ότι σ’ αντάλλαγμα για τις κλεψιές τους
αφήνουν οι πολιτικοί τον κόσμο
(λαό πια έχουν πάψει να τον λένε)
να κάνει ό,τι θέλει ένας στον άλλο,
αρκεί σ’ εκείνους να μη χέρι βάλει
και τα κλεμμένα πίσω τους ζητήσει.
Έτσι κι εκείνοι κάνουν ό,τι θέλουν-
θα πει τρωγόνται αναμεταξύ τους.
Κι έτσι ενεργώντας την εντύπωση έχουν
πως ειν’ ελεύθεροι, γιατί αυτό δείχνει
που ό,τι θέλουν –οι αστείοι- κάνουν.
Και δεν γνωρίζουν πως η ελευθερία
ποτέ στους πεινασμένους δεν πηγαίνει,
καθώς δεν αγαπά η δημοκρατία
και τη σκλαβιά ποτέ δεν συντροφεύει.
Και ο πρωθυπουργός της δυστυχίας
των άμυαλων και άσωτων ελλήνων
δόστου με το τσουβάλι λόγους βγάζει
για τις θυσίες μιλώντας των ελλήνων
(καλά που δεν τις λέει κι αυτοθυσίες…)
και πως η χώρα πια το δρόμο βρήκε
στην ευτυχία που τήνε πηγαίνει,
ενώ η δυστυχία πιο κει γελάει
και μ’ ανοιχτή αγκαλιά σας καρτεράει.
Ψάχνουν οι υπουργοί να βρουν ποιοι είναι
όσοι κρυβόνται πίσω απ’ τις κουκούλες
και σπάζουνε και καίνε και ρημάζουν.
Και δεν μπορούνε. Αλλ’ από την άλλη
και ο λαός ψάχνει να βρει ποιοι είναι
αυτοί που αίμα κι ίδρωτα του πίνουν
και πίσω κρύβονται από την κουκούλα
του υπουργού, του βουλευτή κι ακόμα
των μπράβων τους και των παλληκαριών τους
(βιομήχανων και δημοσιογράφων
και λυμεώνων καρεκλοκενταύρων
και συγγενών και φίλων και κουμπάρων)
και ούτε αυτοί μπορούνε-οι καημένοι!
Κι ας έχει ο λαός δύναμη τόση
που όλους μεμιάς μπορεί να εξοντώσει΄
μα δεν το κάνει: μεγαλύτερη είναι,
από τη δύναμη, η βλακεία που ’χει.
Όσοι κατηγορούνται ότι κλέψαν
ξέρουν πολλά για τους κατήγορούς τους
κι απ’ όπου να σκεφτείτε «τους κρατάνε»,
γι αυτό κι εκείνοι δε θα τους «καρφώσουν»
κι όλοι τους τελικά θα βγούνε λάδι.
Γι αυτό και έλληνα, κουτέ λαέ μου,
μην περιμένεις κάτι να προκύψει
για να πληρώσουν οι εγκληματίες.
Αλλά τι κάνω και σε συμβουλεύω,
μιας και καλά κι εγώ και όλοι ξέρουν
πως απ’ τα πριν συ έχεις συχωρέσει
όλους τους κλέφτες τους πολιτικούς σου.
Τι λέω τώρα «έχεις συχωρέσει»…
απλά, εσύ ούτε χαμπάρι πήρες
πως σ’ έκλεψαν και το αίμα σου σού ήπιαν-
τόσο καλός σαν, λες, να μην υπάρχεις…
Ωραία: Να σε κλέβουν όλοι οι άλλοι.
Μα να σε κλέβει και ο κουτο-Άκης
ένας λιμοκοντόρος της δεκάρας;
Ο Άκης ο «ωραίος», της Αμύνης
ο υπουργός που αν άκουγε για τούρκο
επάνω του -ο ψόφιος- εχεζόνταν;
Ο Μουσολίνι των σοσιαλιστάδων;
Ο σοβαροφανής, που ο Αντρέας
τον πήρε κι υπουργό τον είχε κάνει
για να ’χει και η Βόρεια η Ελλάδα
κάποιον εκπρόσωπο στο φαγοπότι;
Μα να σε κοροϊδεύει και ο Άκης;…
Και τόσα χρόνια οι σοσιαλιστές σας
που ο κλέφτης τους επάσαρε το «έσχες»
δεν είχαν δει πως γδέρνει το Δημόσιο;
Έπρεπε να ’βγει κάποια εφημερίδα
(άλλοι αισχροί και κείνοι παλιοκλέφτες)
να πει αυτά που ολ’ η Ελλάδα ξέρει
και τότε να «σκεφτούνε» οι πασόκοι
να ερευνήσουνε του Δον Ζουάν τους
τα βρώμια και τα μαύρα και τα ξέφτια;
Αυτοί ’ναι των κομμάτων σας οι πρώτοι!
Αυτά τα βρώμια είναι κόμματά σας!
Αυτοί ’ναι οι αισχροί οι βολευτές σας!
Να τους χαιρόσαστε γιατί σας πρέπουν.
Γιατί αν δεν σου πρέπαν θα τους είχες
στείλει απ’ όπου ήρθανε αμέσως
στην πρώτη που εκάμαν κουτσικέλα.
Μυαλό αλήθεια δε θα πρέπει να ’χεις
Λαέ, κι αξιοπρέπεια, αισθήματα ούτε.
Ένα ον άβουλο κι υποταγμένο
όλη σου είναι η αξία που ’χεις.
Γιατί αυτιά και μάτια έχεις. Κι ούτε
τα χέρια σου πιασμένα δε σου είναι.
Και ούτε όπλα φονικά σου λείπουν.
Μυαλό λοιπόν! Μυαλό λαέ σου λείπει.
Ένα ρομπότ που προγραμματισμένο
στην υπακοή και στη δουλεία είσαι,
ένας λαός ντροπή της γης, που ως στρέφει
ανάμεσα στ’ αδέρφια της τ’ αστέρια,
εκείνα ειρωνικά τήνε κοιτάζουν
για το κατάντημα ενός παιδιού της,
που ως τ’ άλλα, σαν ζωή να ’χουν, δε ζούνε,
παρά κι αθάνατα είναι πεθαμένα.
Απόφαση ας το πάρουνε πια όλοι-
και πιο εγώ που κι άλλα έχω γνωρίσει
έθνη, λαούς, κράτη στη γη επάνω
και μου ’δωσε η φύση την κατάρα
μυαλό να έχω και σωστά να κρίνω-
πως οι έλληνες ποτέ δε θα εκδικήσουν
το αίμα που τους έχουνε πιωμένα.
Ότι ποτέ τους δε θα κινηθούνε
σε κείνους που τους έχουν κάναει σκλάβους.
Ελλάδα στη γη πάνω αλήθεια είσαι
η πρώτη στην ανείπωτη βλακεία.
Κάνει ο Παπαντρέου-και μαζί του
όλη η κλίκα που σε «κυβερνούσε»-
μάτσο τις διαπιστώσεις κάθε μέρα
κι ορμητικά επάνω σου τις ρίχνει
λες και τον έβαλες εκεί για να ’βρει
για τη φριχτή κατάντια σου ποιος φταίει
κι όχι για να σε βγάλει απ’ αυτήνε.
Και σου κατηγορεί τους κερδοσκόπους
και μύδρους προς Βρυξέλλες εκτοξεύει,
τη Νέα Δημοκρατία καταγγέλλει,
επίορκους και φαύλους εντοπίζει,
κι εν τέλει με τον άδικο τα βάζει
τον κόσμο έτσι που φτιαγμένος είναι.
Κι αυτός μετά ’π’ αυτά τι κάνει όλα;
Διορθώνει τίποτα; Όχι βεβαίως:
πώς με τον εαυτό του να τα βάλει
αφού όπου κι αν χτυπήσει για να σπάσει
το σάπιο και το βρώμιο και το άθλιο,
τον εαυτό του θα ’βρισκε αποκάτου
είτε σαν υπουργό, είτε σαν μέλος
και του ΠΑΣΟΚ, μα και του άθλιου όλου
του οικοδομήματος, που οι λεφτάδες
έχουνε στήσει ώστε να μη κάποιος
την εξουσία τους αμφισβητήσει…
Και πια τι κάνει ο πρωθυπουργός σου;
ΠΡΕΠΟΛΟΓΕΊ! Αυτό και μόνο κάνει.
Μιλάει και στους χρόνους όλους κλίνει
ρήματα ισοδύναμα του ΠΡΈΠΕΙ
μιας και το ίδιο-κρίμα!-αυτό το «ΠΡΕΠΕΙ»
δεν κλίνεται και πουθενά δε βγάζει
έξω απ’ τη φρούδα επανάληψή του.
Κι ας κρύβει μέσα του τόσες ελπίδες
αλλ’ ανεκπλήρωτες κι αυτές σαν το ίδιο,
που πουθενά ποτέ δε «μεταβαίνει».
Και όχι μόνον ο πρωθυπουργός σου
αλλά και όλοι οι πολιτικοί σου
«ΠΡΕΠΕΙ» φωνάζουν απ’ τα παραθύρια
που η τιβί προθύμως τους ανοίγει,
«ΠΡΕΠΕΙ» φωνάζει κάθε σαλτιμπάγκος
σαν τον ζορίσουνε ν’ αρθρώσει κάτι.
Ονόματα μπροστά σου παρελαύνουν
κρατώντας διαφθοράς μαύρες σημαίες
και συ χειροκροτείς βλέποντας μόνο
τα καλογυαλισμένα τους παπούτσια
κι ακούγοντας τις μπάντες που παιανίζουν
κι όχι τους στεναγμούς της δυστυχίας
που το λαό στα δίχτυα της τυλίγει.
Τι μεγαλοψυχία έλληνά μου!
Οι επιτροπές για διαφθορά πληθαίνουν
μ’ αποτελέσματα διόλου δε φέρνουν
και συ: «τιτάνιο αλήθεια έχουν έργο»,
λες, «ο θεός δύναμη ας τους δίνει».
Οι δημοσιογράφοι σου αραδιάζουν
ό,τι τους έχουνε διατάξει εκείνοι
την προδοσιά τους που χρυσοπληρώνουν:
κουτσομπολιά, ληστείες, μοντελάκια,
κι αφήνουν έξω αυτό που είναι ταγμένοι
να ανακαλύπτουνε και να προβάλουν.
Και συ τα φώτα της οθόνης βλέπεις
κι αρχίζεις ατελείωτους καυγάδες
για το αν έρωτα έκανε η τάδε
ή αν απλά έξω βγαίνει με τον δείνα
κι αν τα ελληνικά του Παπαντρέου
καλυτερεύουνε μέρα τη μέρα.
Χαζέ, μικρονοϊκέ, βλάκα λαέ μου
άθυρμα υπουργών και βουλευτών σου!
Κι ακούς να λέγονται λέξεις και φράσεις
που, αμόρφωτος, δεν τις καταλαβαίνεις,
μα που κουνάς το άδειο σου κεφάλι
σαν τάχα να ’χεις πλήρως εννοήσει.
Και είναι ν’ απορεί κανείς, τι χώρα
είναι αυτή όπου οι «κυβερνήτες»
άλλη μιλάνε γλώσσα απ’ το λαό της΄
αλλά είναι κι αυτό μια ιδιομορφία
του ευφυούς λαού αυτής της χώρας
κι είναι μια διαφορά του από τις τόσες
που έχει αυτός απ’ τους λαούς που λέει
«κουτόφραγκους» και «αμερικανάκια».
Και είναι φυσικά ολ’ η εξυπνάδα
στου έλληνα το τσερβέλο μαζεμένη
που πλέον χώρος δεν υπάρχει άλλος
να μπουν εκεί η τάξη, η νομιμότη,
η ανιδιοτέλεια, ο σεβασμός του άλλου,
κι η εργατικότητα κι η σωφροσύνη.
Ω! Εξυπνάδα! Ελλήνων μόνον ταίρι!
Δώρο της Φύσης που στα μάτια λάμπεις
μόνο των τετραπέρατων ελλήνων
που όλοι έξυπνοι είναι με πατέντα!
Δώσε και μένα τέτοια μια εξυπνάδα
όλα καθώς εκείνοι να τα βλέπω
ρολόϊ να βλέπω να δουλεύουν όλα
μες στην που πλέει στη χαρά πατρίδα
και που πλαντάζει από ευτυχία!
Για να ’μαι πια κι εγώ καθώς εκείνοι
έξυπνος και να μη-ο κουτός-νομίζω
πως όλα είναι στραβά σ’ αυτό τον τόπο!
Τα λεφτά τον κόσμο πλέον κυβερνάνε
κι όπου θέλουνε αυτά τον οδηγάνε.
Με αυτά ή ένας λαός μεγαλουργεί
ή να ζει να συνεχίσει δεν μπορεί.
Κι όλοι οι άνθρωποι μιας χώρας προσπαθούνε
λίγο χρήμα να μπορέσουνε να βρούνε
και μ’ αυτό είτε φτωχά είτε πιο φτωχά
να επιζούν μέσα στον άχαρο ντουνιά.
Και, λαέ ελληνικέ και συ το ίδιο.
Λίγα χρήματα πασκίζεις ν’ αποκτήσεις
ώστε ανθρώπινα στη γη πάνω να ζήσεις.
Αλλά γνώμη έχουν άλλη εκείνοι όπου
λυμεώνες και ολετήρες ειν’ του τόπου.
Ο Πρώτος σου απ’ όλους τους πολίτες
βγαίνει και τι να γίνει «ΠΡΕΠΕΙ» λέει-
κάτι που και οι κότες σου το ξέρουν
και δεν το λεν γιατί έχουν λίγη τσίπα
και δεν τη στέργουνε την κοροϊδία.
Και τον ακούς εσύ και τον θαυμάζεις.
«Μπράβο του ο τίμιος ο Πρόεδρός μας!
Ακόμα μια πενταετία να μείνει!»
Και μέσα του αυτός στα γέλια σκάει
με την ανοησία που σε δέρνει-
που αγράμματον εσένανε κρατάει
ενώ αυτός τις κόρες του σπουδάζει
στα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια.
Κι όλο «ΠΡΕΠΕΙ» τσαμπουνάει ο Παπανδρέου
κι όλο «ΠΡΕΠΕΙ» ο Κωστάκης μπεμπεκίζει
κι οι υπουργοί κι οι βουλευτές που ’χεις ψηφίσει
μόνο «ΠΡΕΠΕΙ» λέει καθείς όπου καθίσει.
Και του «θα» στα ουράνια χαίρεται η ψυχή του
που παιδί ένα έχει βγάλει αντάξιό του
και την ίδια τη δουλειά με κείνο κάνει.
Και γελάς εσύ με μπρίο και καμάρι
που το «θα» δε λένε πια οι πολιτικοί σου
και γελάς όπως ο βλάξ ο Μανωλιός
που τα ρούχα του τα έβαλε αλλιώς.
Τα λεφτά στη Σοφοκλέους σου επήραν
αλλά συ δεν τους εθύμωσες καθόλου
μόνο έσκυβες τα κέρματα να πάρεις
που απ’ τις χάσκουσες τις τσέπες τους επέφταν.
Κι η δουλειά σα να ’ναι όλων τους να λένε
όπου παν κι όπου σταθούνε μόνο «ΠΡΕΠΕΙ»,
τους ακούς με σοβαρότητα και δέος.
Κι ενώ «ΠΡΕΠΕΙ» από το στόμα όλο βγάζουν
μα το χέρι τους στην τσέπη σου το βάζουν
και σου παίρνουν ό,τι χρήματα σου μένουν.
Κι η βροχή σε πλημμυράει των τόσων «ΠΡΕΠΕΙ»
και σα να ’σουν μηχανή λαμαρινένια
μπαίνει μες στις πιο μικρές σου χαραμάδες,
κάθε κύκλο και γωνίτσα σου λαδώνει
και να! πάλι κελαδείς ευτυχισμένα
τόσα «ΠΡΕΠΕΙ» αφού σου ’χουν χαρισμένα.
Η ευκτική για σένα όλη ειν’ η ζωή σου
κι ειν’ ο παρατατικός ο θάνατός σου.
Μές σε σκάνδαλων το βάλτο σ’ έχουν ρίξει
και συ ένα καλαμάκι πήγες κι ήβρες
και μ’ αυτό αέρα λίγον ανασαίνεις
για να μη απ’ ασφυξία πας και πεθάνεις
και αυτοί ποιον πάλι θα ’χουνε να κλέψουν;
Σου λένε πως εισ’ έλληνας. Το χάφτεις
και πας στις εκκλησιές κεριά κι ανάφτεις
που ένδοξους προγόνους τόσους έχεις.
Κι οι Σλάβοι μέσα σου χορό έχουν στήσει
κι οι τούρκοι το μυαλό σου κυβερνάνε
κι οι βούλγαροι κι οι ενετοί κι οι άλλοι-
όσων σπορά μπασταρδεμένη υπάρχεις-
δεν ξέρουνε, για κλάμα ή για γέλιο
είναι το που εφτιάξανε χαρμάνι!
Κι όπως τραβάς στα μιαρά των υπουργών γραφεία
για μια θεσούλα κλαίγοντας του γιου σου ή της κόρης
έτσι και στα κανάλια τους τα βρωμερά πηγαίνεις
δίκιο εκεί μέσα για να βρεις σα δικαστήρια να ’ναι.
Και οι παλιάνθρωποι αυτοί, οι δημοσιογράφοι
μια δεύτερη κυβέρνηση έχουνε πλέον γίνει
ίδια με κείνην σε βρωμιές, σε διαφθορά και απάτες.
Κι η μια την άλληνε βοηθά για να σε κατακλέψουν
και ατιμώρητοι μετά να μείνουνε δια βίου
γιατί ο πολύς πρωθυπουργός, όποιος αυτός κι αν είναι,
«τους έστειλε στο σπίτι τους» ήσυχα για να φάνε
όσα σεμνά και ταπεινά σου έχουνε σουφρώσει.
Και στο αναγγέλλουν σαν βαριά να είναι τιμωρία
πως όσοι κλέψανε, μαζί θα πάρουν τα κλεμμένα
και με ταξίδια και χαρές και ζώντας μες σε βίλες,
θα τα χαλούν χωρίς ποτέ να δώσουν κάπου λόγο.
Και όπως τ’ οχταπλόκαμο θαλασσινό, αν πεινάει
ένα πλοκάμι του γοργά και λαίμαργα θα φάει,
έτσι και συ ο κουτεντές και ο πολυκλεμμένος
δεν τρως τις σάρκες των κλεφτών μ’ αυτές για να χορτάσεις
μα των παιδιών σου για να μη την ησυχία ταράξεις
των δολοφόνων και κλεφτών που σου ’πιανε το αίμα.
Να ο φασίστας σου ο Χαρδαβέλας
να ο Αυτιάς το τσόκαρο του Άλτερ,
να ο Παπαδάκης σου ο καραγκιόζης,
να ο ινστρούχτορας ο Πρετεντέρης,
να η παγοκολώνα σου η Τρέμη
βασίλισσα σφηκοφωλιάς αντάξια,
να ο σαλιάρης ο Παυλόπουλος σου
που μια βλακεία πετάει κάθε μέρα,
να η μικρόνους Παναγιωταρέα
για γοερά που ειν’ κλάματα δασκάλα,
να κι όσοι εδώ από μένα είναι γραμμένοι
κι όσοι δε γράφτηκαν, γιατί πολλοί ’ναι.
Να οι χρυσοπληρωμένοι σου χαφιέδες
λαέ, που όπως κάθε υπουργός σου
έτσι καθένας απ’ αυτούς σε κλέβει
και καλοζεί απ’ τον δικό σου ιδρώτα.
Χορεύουνε τα σκάνδαλα εναγύρω
κι αντί στο Ζάλογγό τους να τα στείλεις,
χαζά χοροπηδάς και συ μαζί τους.
Και να οι περιουσίες που φτιαχτήκαν
σε βουλευτηλικιού ένα μόνο χρόνο!
Να! οι αγορές σπιτιών με το τσουβάλι
να! στρέμματα χρυσά φτηνοπαρμένα
να! οι βίλες οι πανάκριβες που βγαίνουν
όπως μετά βροχή τα μανιτάρια
να! νυφικά εκατό χιλιάδες το ’να
να! οι εξαποδώ οι εταιρίες
να! η χλιδή-να! ο πλούτος ο κλεμμένος.
Και συ τ’ ακούς και όπως τα πουλάκια
πάνω σε ιπποπόταμους καθόντας
σιχαμερά τσιμπολογούν τσιμπούρια,
έτσι κι εσύ πετάς ολόγυρά τους
κι απ’ τις ευθύνες τους τούς καθαρίζεις
και καθαρούς τους αποδίδεις πάλι
στης δυστυχίας σου τον φαύλο κύκλο.
Κι οι υπουργοί όχι μονάχα κλέβουν,
μα και σκοτώνουν-μιας και τα λεφτά σου
πάνε στις τσέπες τους και όχι σ’ έργα,
αντί στους τόπους της δουλειάς ασφάλεια,
αντί των πλοίων και σιδηροδρόμων
τ’ αναίμακτα να χτίζουν δρομολόγια.
Και συ; Εσύ τους βλέπεις μετά κάθε
που εκείνοι έκαναν δολοφονία
να βγαίνουν και ανενδοίαστα να λένε
ότι «ΕΔΕ διετάχθη παραχρήμα»
και ότι «μέτρα θα ληφθούν έτσι ώστε
ποτέ να μη ξανασυμβούν παρόμοια».
Κι αν και αυτά στα έχουν ειπωμένα
χίλιες φορές, μα συ με χαίνον στόμα
τους βλέπεις και πιστεύεις ό,τι λένε
και ήσυχος πηγαίνεις στη δουλειά σου
μετά ’πο την κηδεία των δικών σου
που μες σε δρόμους και μες σ’ εργοστάσια
την τελευταία αφήσανε πνοή τους
που δροσερό αγεράκι είναι για κείνους
που με τον πλούτο για όπλο τους σκοτώσαν.
Δε βασανίζουν τώρα το κορμί σου
με κνούτα, με τροχούς και με τανάλιες
αλλά στοχεύουνε μες στο μυαλό σου
με διαφημίσεις και γελοία «σόου».
Οι δημοσιογράφοι σου μπορούνε
να πουν ό,τι θελήσουν, αρκεί μόνο
ενάντια στις κλεψιές να μη μιλήσουν.
Και συ ακόμα, το δικαίωμα έχεις
να πεις όποιαν ιδέα σου κατέβει
έξω από κείνες που ενάντιά τους στρέφουν
αυτούς που την κλεψιά δεν την αντέχουν.
Και σ΄ έχουν μάθει να πιστεύεις ότι
το κράτος δεν δικιώνεται να κλέβει
(κι ας κλέβει, κι ας ληστεύει κι ας ρημάζει),
μα το δικαίωμα να κλέβουν το ’χουν
οι ιδιωτικές μεγαλοεπιχειρήσεις,
λες και αυτές το χρήμα δεν το κλέβουν
απ’ το λαό σαν που το κράτος κάνει.
Κι έτσι αν κάποτε έφτιαχνες το κράτος
και κείνο έπαυε τελείως να κλέβει,
όλα σου τα κλεμμένα τότε θα ’ταν
στων επιχειρηματιών τις τσέπες-
θα πει όχι και πάλι στις δικές σου.
Και τώρα που για πτώχευση πηγαίνεις
κι ούτε να φας δεν έχεις κακομοίρη
αυτοί επιτροπές σκαρώνουν τάχα
για ομόλογα, για ζήμενς, βατοπέδι,
και κάνουν πάλι τα ίδια και τα ίδια:
Κωλυσιεργούν, τσακώνονται από πάνω
από το πεινασμένο το κορμί σου,
συμψηφισμούς ακόμα τώρα κάνουν,
και αναλώνονται σε κείνα μόνο
που θα τροφοδοτήσουν τα κανάλια.
Και πάλι κάποιο πόρισμα θα βγάλουν
«ήξεις αφίξεις, τρία και δύο πέντε,
μου δίνεις και σου δίνω» και τα τέτοια,
και να! κανείς τιμωρημένος πάλι,
να! τα λεφτά μες στων κλεφτών τις τσέπες!
Και όλοι ενώ γνωρίζουν στην Ελλάδα
ποιοι είναι οι κλέφτες κι ο καθένας πόσα
έχει απ’ του κράτους τα λεφτά κλεμμένα,
κανένας δεν κινείται να τους πιάσει
και μες στη φυλακή να τους σταυλίσει
και να τους πάρει τα κλεμμένα πίσω.
Και νοιώθεις να ’σαι τρισευτυχισμένος
ν’ ακούς να λέει ο πρωθυπουργός σου
ότι μαζί στο δρόμο προχωράτε
κάνοντας και οι δυο βαριές θυσίες
για της πατρίδας σας τη σωτηρία.
Αλλά τι λέω-αυτό καλά το ξέρεις
εσύ, που συναντώντας μες στο δρόμο
τον πρόεδρο της κυβερνήσεώς σου
τον σταματάς με δάκρυα στα μάτια
και τον παρακαλείς: «Ω! Μη διστάζεις!
Να! Κόψε τους μισθούς μου! Η Ελλάδα!
Η Ελλάδα να σωθεί κι εγώ ας πάω!..»
«Φιλοπατρία» που σε δέρνει αλήθεια…
Βεβαίως. Αφού σ’ έχουν συνηθίσει
με Βουγιουκλάκες για ηθοποιούς σου
με Καστρινό-Φλερύ για χορογράφους,
με άθλιο σινεμά και θέατρο νούλα,
με «δρώμενα» που αν τα στύψεις όλα
ούτε σταγόνα Τέχνη δε θα βγάλεις,
με τηλεόρασης καρικατούρα,
πια έμαθες στ’ ανύπαρκτα ή στα μέτρια
και που δεν έχεις δε σε νοιάζει Υγεία,
κι ουτ’ η Παιδεία διόλου δε σου λείπει.
Και, καραγκιόζης συ, στέκεις αντίκρυ
από λαούς γεμάτους με ζωντάνια,
λαούς με εργατικότητα, συνέπεια,
λαούς που ξέρουν από πού κρατιόνται,
που έχουν εργοστάσια και αγρότες
κι όχι τεμπέληδες και συντεχνίες,
λαούς μπροστά γερά που περπατάνε
στις ίδιες τους δυνάμεις στηριγμένοι
κι όχι μ’ ΕΟΚ και ΝΑΤΟ δεκανίκια,
λαούς που τους αντρώνει η περηφάνεια
κι όχι το ψευτοπαίνεμα με λόγια,
λαούς που έχουν σύνορα και φράχτες
που μέσα τους κανείς δεν μπαίνει ξένος
κι όχι Αιγαία που έχουν και που εντός τους
οι γείτονες χορό έχουνε στήσει,
λαούς που οι ξένοι τους υπολογίζουν
και δεν τους έχουνε για να γελάνε,
λαούς ισάξιους με κεινούς σε κότσια
που δόξα δεν μετράνε αυτήν που όλοι
κερδίζουν στους αντρόφονους πολέμους,
μα κείνη που κερδίζουν στην ειρήνη
με εργατικότητα, μ’ ιδρώτα κι αίμα.
Λαούς, πολιτικούς κι ηγέτες που έχουν
κι όχι αντρείκελα των ευρωπαίων-
γάλλων και γερμανών ή όποιων άλλων-,
ηγέτες που μιλάνε όπως ίσοι
με όποιους μεγάλους άλλους κι αν βρεθούνε.
Ηγέτες που όταν τους χτυπά στην πλάτη
κάποιος Ζισκάρ ή Σαρκοζί κανένας
δεν χαίρονται βραβείο σαν να πήραν
ούτε χεσμένοι εδώ μας ξαναρχόνται,
τρανοί κι αυτοί θαρρώντας πως εγίναν.
Ηγέτες όπου δεν εκλιπαρούνε
και δεν ακκίζονται πόρνες σαν να ’ναι
ούτε σαν κίναιδοι-που είναι-κουνιόνται
και ως τ’ αυτιά τους δεν ανοιούν το στόμα
σε κάποιο αστείο που ο Μεγάλος είπε
σαν από κάτω του να είναι κιόλας
και κατακόκκινοι να ευχαριστιόνται
ζητώντας ένα βλέμμα να τους ρίξει
ο αμερικάνος πρόεδρος, να το ’χουν
να λένε και για να το δείχνουν και-οι γελοίοι-
να το εξαργυρώνουνε με ψήφους…
Σε πείραξε το πάρτυ στον «Αβέρωφ»
Ολόκληρες γκαμήλες καταπίνεις
Και πνίγεσαι από ένα κουνουπάκι…
……………………………………..
Λος Άντζελες