Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

 ΣΕΡΤΖΙΟ ΚΑΙ ΙΛΟΝΑ

Χρόνος: 2007, μεσημέρι μιας φθινοπωρινής μέρας.
Τόπος: Μικρή πόλη της Ρωσίας
Πρόσωπα:
ΙΛΟΝΑ
ΣΕΡΤΖΙΟ σύντροφος της Ιλόνας
ΑΛΙΟΣΑ και ΚΑΤΑΡΙΝΑ παιδιά της Ιλόνας


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Ο Σέρτζιο καθιστός στην πολυθρόνα του γραφείου του γράφει σε μια κόλλα χαρτί. Όταν τελειώνει κοιτάζει στο χαρτί ενώ μια φωνή διαβάζει:
"Αγαπημένη
αν έχεις μια γλυκιά γυναίκα για ερωτικό σου ταίρι, μπορείς να δεχτείς να στερηθείς τον έρωτα. Όταν όμως έχεις για παρέα σου την ίδια τη Γλύκα, τον ίδιο τον Έρωτα, την ίδια  την Ομορφιά, αυτό δεν αντέχεται.
Ζωή χωρίς έρωτα μαζί σου είναι αδιανόητη
Καλλίτερα ο θάνατος.
Σ’ αγαπώ ασυγκράτητα.
Συγχώρησέ με.
Σου θυμίζω τον λογαριασμό μου στην Τράπεζα
που ποτέ δεν χρησιμοποίησες: ΖΗ 2903-44-58-SI
Τα παιδιά μεγαλώνουν, έχουν ανάγκες.
 Κατάλαβε με: Σ’ ΑΓΑΠΩ.»
(Βάζει την κόλλα σε ένα φάκελο, το κλείνει και το βάζει στο πορτοφόλι του.)

ΣΕΡΤΖΙΟ
(ψιθυριστά)
Συγχώρησέ με-αν μπορέσεις.
(Σηκώνεται και βάλνεται να φτιάξει καφέ. Μπαίνουν ορμητικά και ξαναμμένα ο Αλιόσα και η Καταρίνα)

ΑΛΙΟΣΑ
Παππού, παππού, η Ρίνα όλο έκλαιγε στο σχολείο!

ΣΕΡΤΖΙΟ
Αλιόσα, πού είναι το "γεια σου παππού";

ΑΛΙΟΣΑ
Γεια σου παππού, η Ρίνα όλο έκλαιγε στο σχολείο!

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(με μάτια κόκκινα)
Ψέματα!
(στον Αλιόσα)
Προδότη!
(στον Σέρτζιο)
Γεια σου παππού.
(φιλάει τον Σέρτζιο)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τι μάθατε σήμερα στο σχολείο Αλιόσα;

ΑΛΙΟΣΑ
Μέτρημα από το είκοσι μέχρι το τριάντα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν το έμαθε όμως παππού. Στο δρόμο μού τα μπέρδευε.

ΑΛΙΟΣΑ
Στο δάσκαλο το είπα φαρσί. Μου είπε μπράβο.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μη θυμώνεις Αλιόσα. Και να το ξέχασες δεν είναι σπουδαίο. Θα το ξαναδιαβάσεις, θα το μάθεις. Για μέτρησέ μου.

ΑΛΙΟΣΑ
Να! Εικοσιένα, εικοσιδύο, είκοσι τρία, εικοσιπέντε...

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(δυνατά επιτιμητικά)
Είκοσι τέσσερα!...

ΑΛΙΟΣΑ
Εσύ να πάψεις. Με τον παππού μιλάω.
(δυνατά)
Και δεν είμαι ψεύτης. Έκλαιγε παππού!

ΣΕΡΤΖΙΟ
Λοιπόν εσείς τσακώνεστε χωρίς λόγο. Δουλειά δικιά της είναι της Ρίνας αν κλαίει, και δουλειά δική σου είναι αν ξέχασες να μετράς. Κάνετέ μου τη χάρη να ησυχάστε. Σε λίγο θα έρθει η μητέρα σας από τη δουλειά και δεν πρέπει να σας δει μαλωμένους. Θα στενοχωρηθεί-δεν τη λυπόσαστε την καημένη; Έλα Αλιόσα, πήγαινε να πλυθείς και να διαβάσεις. Και συ Ρίνα μη τον ξεσυνερίζεσαι τον αδερφό σου. Είναι μικρός ακόμα. Έφτιαξα λίγο καφέ. Σε παρακαλώ τον βάζεις σ’ ένα φλιτζάνι να μου τον προσφέρεις γιατί εγώ πήγα να φτιάξω αλλά δεν νογάω και θα κάνω καμιά ζημιά;

ΑΛΙΟΣΑ
(στην Καταρίνα)
Θα τα πω χωρίς κανένα λάθος στη μαμά όταν έρθει... θα το δεις...
(βγαίνει)

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μα παππού, γιατί δεν περίμενες να σου φτιάξω εγώ καφέ;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τον ήθελα πολύ. Όπως ας πούμε θέλεις εσύ καμιά φορά εκείνη την πάστα στου Σεριόζα και δεν μπορείς να κρατηθείς. Πριν όμως έλα εδώ κοντά μου, κάτσε στην αγκαλιά μου…

(Η Καταρίνα κάθεται στα γόνατα του Σέρτζιο)

…και πες μου τι σε έκανε να κλαις. Ο μούργος ο Αλιόσα μπορεί να λέει κανένα ψέμα που και που, όμως τώρα έλεγε αλήθεια. Μα και τίποτα να μην έλεγε θα το καταλάβαινα εγώ. Τα ματάκια σου είναι κατακόκκινα. Και τα μάτια κοκκινίζουν έτσι μόνον όταν κλαίμε. Έλα, πες στον παππού τι σε έκανε να κλάψεις. Σε μάλωσε ο δάσκαλος;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
 Όχι.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τσακώθηκες με κανέναν;


ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχασες καμιά μπογιά;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μη με κάνεις να σε ρωτάω συνέχεια για ένα ένα πράγμα. Έτσι θα κάτσουμε εδώ με τις ώρες χωρίς αποτέλεσμα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν έκλαιγα παππού...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έλα Καταρίνα... δεν είπαμε;… έλα, πες μου...

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(ξεσπώντας σε κλάματα και πέφτοντας στην αγκαλιά του Σέρτζιο)
Δε θέλω να πεθάνεις παππού...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπα μπα μπα... και ποιος είπε παρακαλώ ότι θα πεθάνω;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(Ανάμεσα από αναφιλητά)
Άκουσα χτες το γιατρό να λέει στη μαμά ότι είσαι βαριά άρρωστος και πρέπει να προσέχεις πολύ γιατί... η καρδιά σου...

ΣΕΡΤΖΙΟ
(σκουπίζοντας τα μάτια της Καταρίνας)
Καλό μου κοριτσάκι, και επειδή πρέπει να προσέχω σημαίνει ότι θα πεθάνω; Δυο μήνες τα ίδια λέει ο γιατρός και όμως βλέπεις ότι δεν πέθανα… Όλοι πρέπει να προσέχουμε στη ζωή μας. Μην κλαις. Ύστερα οι γιατροί νομίζεις πως πάντοτε ξέρουν τι λένε; Δεν ξεχνάνε κι αυτοί κάποτε αυτά που έχουν μάθει; Να που ο Αλιόσα ξέχασε αυτά που έμαθε πριν από μόλις δυο ώρες. Αυτοί που ό,τι μάθανε το μάθανε πριν από χρόνια δεν ξεχνάνε νομίζεις και δεν κάνουνε λάθη; Πού ξέρει ο γιατρός τι έχω εγώ μέσα μου; Έλα, σταμάτα να μου στενοχωριέσαι. Και να σου πω κάτι; Όταν κλαις δεν είσαι το ίδιο όμορφη όσο όταν γελάς, και τ’ αγόρια δε θα σε θέλουνε όταν σε βλέπουνε κλαμένη.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ποιος τα λογαριάζει τα αγόρια παππού... Εγώ εσένα αγαπώ και δε θέλω να πάθεις τίποτα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Το μικρό μου αγαπάκι! Ω! που όταν έρθει η ώρα ν’ αγαπήσεις τα αγόρια, ούτε θα θυμάσαι ότι έλεγες κάποτε έτσι στον παππού σου...

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι! Ποτέ δε θα προδώσω την αγάπη μου για σένα για όποιο αγόρι, ούτε ακόμα και για τον Εβγκένι!
 
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Σίγουρα. Σε πιστεύω μωρό μου. Και τώρα άκουσε κάτι που θα σου πω και να το θυμάσαι. Και βέβαια δεν το ’χω σκοπό να πεθάνω, όμως, κάποτε δε θα γίνει κι αυτό κοριτσάκι μου;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
 Όχι!..Όχι!..

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι αλλά... κανείς δε ζει για πάντα μωρό μου. Είσαι αρκετά μεγάλη και το ξέρεις αυτό. Άκουσε με λοιπόν σα μεγάλη κοπέλα τώρα. Βλέπεις, δεν τα λέω αυτά στον Αλιόσα γιατί είναι μικρός ακόμα. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν κάποτε πεθάνω, αν λέω, δε θα κλάψεις ούτε θα στενοχωρηθείς. Δε λέω καθόλου, όμως θέλω να σκεφτείς και τότε αυτό που σου είπα τώρα, πως για όλους έρχεται αυτή η ώρα. Πρέπει λοιπόν να σου περάσει γρήγορα η στενοχώρια σου, και μάλιστα εσύ, σαν μεγαλύτερη, πρέπει να παρηγορήσεις και τη μαμά σου.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού, μιλάς σαν να πρόκειται να... να γίνει γρήγορα αυτό.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι κοριτσάκι μου, όμως για όλα πρέπει να είναι έτοιμος ο άνθρωπος. Ρώτα και τον Εβγκένι,-ίσως ξέρει περισσότερα πάνω σ’ αυτό-και δες τι θα σου πει.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Του το είπα όταν με ρώτησε κι αυτός γιατί κλαίω. Και, παππού, έχει πεθάνει η γιαγιά του πριν έξη μήνες. Μου είπε πως τώρα την έχει ξεχάσει. Δεν τον πίστεψα, μου το είπε για να μη με στενοχωρήσει.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Εμπρός λοιπόν τώρα, υποσχέσου πως θα θυμάσαι αυτά που σου είπα.



ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Κι εσύ όμως θα μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις ό, τι σου λέει ο γιατρός.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Στο υπόσχομαι.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Κι εγώ παππού.
(τον φιλάει)
Σ’ αγαπώ.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Εγώ να δεις… Εμπρός λοιπόν, δουλειά, διάβασμα ως την ώρα του φαγητού, για να μπορείτε να βγείτε να παίξετε το απόγεμα. Όμως μ’ αυτά και μ’ αυτά δε σε ρώτησα τι καινούργιο μου φέρνεις σήμερα από το σχολείο.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Να μη σου φτιάξω τον καφέ πρώτα παππού;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Άστον αυτόν για αργότερα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Καλά. Να! Η γη παππού είναι στρογγυλή και μέσα της καίει φωτιά. Είναι αλήθεια στρογγυλή;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Και βέβαια είναι. Αυτό μου είχαν μάθει και μένα στο σχολείο.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Και γυρίζει γύρω γύρω λέει με μεγάλη ταχύτητα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Κι αυτό είναι σωστό.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Και πώς δε ζαλιζόμαστε παππού; Και πώς δεν πέφτουμε;
(Μπαίνει η Ιλόνα. Σεμνή, ωραία, ζωντανή και γεμάτη αγάπη κι ενδιαφέρον. Φιλάει τον Σέρτζιο και την Καταρίνα)

ΙΛΟΝΑ
Γεια σας.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλώς τηνε.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γεια σου μαμά.



ΙΛΟΝΑ
Διακόπτω τίποτα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Κάτι για τη γη που γυρίζει σα σβούρα γύρω από τον ήλιο.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ναι! Από τον ήλιο!

ΙΛΟΝΑ
Ο Αλιόσα;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μέσα, διαβάζει.

ΙΛΟΝΑ
Μπράβο του. Ρίνα, είσαι κλαμένη ή έτσι μου φαίνεται;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έτσι σου φαίνεται αγάπη μου. Κάτι είχε μπει στο μάτι της.
(Η Ιλόνα βγαίνει)



ΣΕΡΤΖΙΟ
Λοιπόν Ρίνα, πήγαινε τώρα, κι εγώ θα ετοιμάσω ένα σχέδιο στο χαρτί, να προσπαθήσω να μαζέψω τις γνώσεις που απόκτησα μέχρι τώρα για το θέμα, και θα σου εξηγήσω αυτό που και μένα με παίδεψε πολύ ώσπου να το μάθω, δηλαδή πώς και δε  πέφτουμε αφού η γη γυρνάει.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ευχαριστώ παππού. Είναι δύσκολο;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Για σένα όχι εξυπνούλα μου.
(Μπαίνει η Ιλόνα)

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γεια σου παππού.
(βγαίνει. Μπαίνει η Ιλόνα και κάθεται στο πάτωμα μπροστά στον Σέρτζιο, παίρνει στα χέρια της και του φιλεί τα χέρια, αγκαλιάζει τα γόνατα του και ακουμπάει το κεφάλι της επάνω τους)

ΙΛΟΝΑ
(ψιθυριστά)
Μου έλειψες καλέ μου.

ΣΕΡΤΖΙΟ
(το ίδιο κι αυτός)
Σ’ αγαπώ.
(σιωπή)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έκλαιγε αλήθεια η Ρίνα.

ΙΛΟΝΑ
Το κατάλαβα. Γιατί;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Άκουσε το γιατρό που σου μιλούσε πάλι χτες και κατάλαβε πολλά. Πρόσεχε σε παρακαλώ, τα παιδιά δεν πρέπει να ξέρουν όλη την αλήθεια.

ΙΛΟΝΑ
Δεν ήξερα πως ακούει. Πήρες τα χάπια σου;    

ΣΕΡΤΖΙΟ
Και τα δύο.

ΙΛΟΝΑ
Θα σε βοηθήσουν. Μα πρέπει να προσέχεις και συ. Η Αλέξεβνα πέρασε;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Πέρασε, με ρώτησε αν ήθελα τίποτα, δεν ήθελα. Καλή γυναίκα.

ΙΛΟΝΑ
Και δε θέλει να παίρνει τα λεφτά που της δίνω. "Για τον κύριο Σέρτζιο...", μου λέει, "όχι, δε θέλω λεφτά".  Σ' αγαπάει. Τι έχεις πάνω σου και σ’ αγαπάει όλος ο κόσμος;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπα, τώρα τελευταία μου συμβαίνει. Κάτι θα κόλλησα από σένα. Είναι καλή γυναίκα πράγματι. Σήκω να σε δω λίγο που χώθηκες εκεί...
(Η Ιλόνα σηκώνεται και κάθεται στα γόνατα του Σερτζιο με τα χέρια της γύρω στον λαιμό του)  
Πώς πήγε σήμερα η δουλειά;

ΙΛΟΝΑ
Τα ίδια. Τίποτα νεότερο.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Άλλοτε όταν καθόσουνα στα γόνατα μου δεν ήτανε για ν’ αναπαυτείς.

ΙΛΟΝΑ
Άλλοτε.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Σ’ αγαπώ.


ΙΛΟΝΑ
Σε λατρεύω.
(μικρή σιωπή)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τρία χρόνια μαζί κλείνουμε σήμερα.

ΙΛΟΝΑ
Το ξέρω. Για την ακρίβεια τρία χρονιά θα είναι το απόγεμα στις έξη παρά τέταρτο. Την ώρα εκείνη έφτασες και ζήτησες να νοικιάσεις δωμάτιο…

ΣΕΡΤΖΙΟ
Και συ μ’ έβαλες μέσα στην καρδιά σου.

ΙΛΟΝΑ
Πάντοτε ήσουνα εκεί. Την ημέρα εκείνη είναι που το κατάλαβα. Γιατί αναγνώρισα σε σένα την εικόνα που αυτή έκλεινε πάντοτε μέσα της.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Από τότε σ’ αγαπώ κάθε μέρα και περισσότερο.

ΙΛΟΝΑ
Περάσαμε ωραίες μέρες μαζί.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Και ωραιότερες νύχτες.-πόσο μου λείπεις!..

ΙΛΟΝΑ
Θα ’λεγα κι εγώ το ίδιο. Όμως η ευτυχία που μου έδωσες αυτές τις νύχτες φτάνει για να κάνει ευτυχισμένες δέκα ζωές μου. Σκέψου έτσι και συ και θα δεις πως δεν είναι δύσκολο να ζούμε χωρίς έρωτα. Μα και η αγάπη μας αυτή τι είναι αν όχι ένας διαρκής έρωτας; Όλος δικός μου εσύ και όλη δική σου εγώ. Μέσα στην καρδιά μου εσύ και μέσα στην καρδιά σου εγώ.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Είσαι τόσο καλή! Δυο μήνες πέρασαν και ποτέ δεν παραπονέθηκες, ποτέ δεν μου ζήτησες κάτι που δεν πρέπει να κάνω. Όλα για σένα είναι όπως τότε...

ΙΛΟΝΑ
Και πράγματι είναι αγάπη μου. Τι μας λείπει;  Όντας εσύ κοντά μου όλα είναι δικά μου. Το φως, ο παράδεισος. Τι άλλο θα ήθελα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ο παράδεισος. Ναι. Ένας παράδεισος με απαγορευμένο το γλυκύτερο φρούτο του.

ΙΛΟΝΑ
Ίσως έτσι να είναι οι παράδεισοι. Το ίδιο δεν ήταν και ο Παράδεισος του Αδάμ;.. Έλα Σερτζιο! Μη σκέπτεσαι έτσι. Και για μένα το ίδιο είναι μα δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο από το να σ’ έχω εδώ, κοντά μου, δίπλα μου, η ανάσα σου στην ανάσα μου, το χέρι σου στο χέρι μου. Ύστερα μην ξεχνάς πως ο γιατρός δεν είναι απαισιόδοξος.

 ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Οι γιατροί! Ό,τι τους κατέβει λένε. Από τη μια μου λέει να μη βγαίνω ούτε στην αυλή, από την άλλη μου δίνει ελπίδες.

ΙΛΟΝΑ
Αγάπη μου, κάτι πιο πάνω ξέρει αυτός από μας.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Δυο μήνες-χωρίς-να μου επιτρέπεται να σε αγγίσω...

ΙΛΟΝΑ
Σ’ όλη μου τη ζωή θα καθόμουν κοντά σου όπως τώρα κάθομαι, χωρίς να ζητώ τίποτε άλλο. Είσαι ο άντρας μου, ο ερωτάς μου, η αγάπη μου η μεγάλη. Μη με κάνεις να λέω λόγια που τα
ξέρεις, που σου τα έχω πει χίλιες φορές μέχρι τώρα. Τίποτα δε θα με κάνει ν’ αλλάξω. Όσο για να με αγγίζεις, κι αυτό τώρα άγγιγμα δεν είναι; Δεν με φιλάς και δε σε φιλώ; Ας μην είμαστε άδικοι με τη ζωή, μας έδωσε τόσα. Και κάθε βράδυ στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι, δε χαιρόμαστε τη χαρά της αγάπης μας , και μεθυσμένους απ’ αυτήν δεν μας παίρνει ο ύπνος;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι, σαν μικρά παιδιά... όμως ξέρω τι σημαίνει ο έρωτας και για σένα. Και τι σημαίνεις εσύ για κείνον. Αλήθεια καλλίτερο πλασιέ δεν θα έβρισκε αυτός άλλον από σένα.

ΙΛΟΝΑ
Πόσο θα κοκκίνιζα μ’ αυτό που είπες, αν όλο το κόκκινό μου δεν το είχα καταναλώσει τις ώρες του ερωτά μας... μα ξέρεις τι λέω; Ο καλλίτερος πλασιέ δεν μετράει, αν δε βρει τον κατάλληλο αγοραστή. Είσαι ο ιδανικός πελάτης μου φιλαράκο.
(χαμογελούν κι οι δυο)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τελευταία θ’ ακούς γκρίνιες πολλές από το αφεντικό σου. Μη σ’ απολύσει πρόσεξε.

ΙΛΟΝΑ
Δεν το μπορεί πια. Παραιτήθηκα.




ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλά. Μόνο, θα έλεγα, σήμερα, που είναι η επέτειος της γνωριμίας μας, ν’ αλλάξουμε ένα φιλί κι ένα χάδι παραπάνω από ό,τι κάθε μέρα.

ΙΛΟΝΑ
Κι εγώ θα το 'θελα, μα όμως τίποτα πιο πάνω από αυτό-μου το υπόσχεσαι;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ξέρω, ιατρικές εντολές.

ΙΛΟΝΑ
Σε λατρεύω.
(Ό Σέρτζιο χαϊδεύει και φιλεί την Ιλόνα όπου μπορεί. Εκείνη δέχεται τα φιλιά και τα χάδια αυτά προσπαθώντας να κρύψει την ερωτική χαρά που της δίνουν κάτω από μικρά επιφωνήματα που όμως προσπαθεί να είναι τέτοια που να μπορούν να εκληφθούν και σαν ένα επιφωνήματα μιας συνηθισμένης, άσχετης με τον έρωτα ευχαρίστησης. Σταθερά, αλλά ήπια και διακριτικά ξεφεύγει από το αγκάλιασμα του Σέρτζιο )
Έλα αγάπη μου… φτάνει… έλα… αρκετά…
(σιωπή)



ΣΕΡΤΖΙΟ
Μισώ τη δουλειά σου που σε παίρνει μακριά από μένα. Μισώ τον εαυτό μου που μπόρεσε να χαρεί προτού να σε γνωρίσει. Μισώ τα χέρια μου που άγγιξαν άλλα χέρια. Αν μπορούσα να γίνω μια θάλασσα θα ’θελα συ να είσαι το μοναδικό νησί. Αν η ζωή ήτανε μια μόνο νύχτα, θα ήθελα να τηνε ζούσαμε μαζί.

ΙΛΟΝΑ
Κρυφά θα ’ρχόμουνα κοντά σου αν δε μ’ ήθελες. Σκιά σου θα γινόμουν την ημέρα, φεγγαραχτίδα τις νυχτιές, και τις αφέγγαρες βραδιές αγέρα χάδι στα μαλλιά σου.
(Γλιστράει κάτω αγκαλιάζοντας τα πόδια του)
Άσε με ν’ αγκαλιάσω τα πόδια σου. Αυτά σε φέρανε σε μένα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Σα σκολιαρόπαιδα λέμε ερωτόλογα και σαν πρωτάρηδες από τα χάδια φυλαγόμαστε. Σ’ αγαπώ.

ΙΛΟΝΑ
Όλα μετράνε στην αγάπη. Και τα μαλώματα και οι βρισιές ακόμα, είναι γλυκά όταν απ’ το αγαπημένο στόμα βγαίνουν. Μέσα στον κόσμο που ένα τίποτα μας διαφεντεύει, το μόνο που μετράει είναι το κάτι του έρωτα, Είσαι το δικό μου κάτι.  

ΣΕΡΤΖΙΟ
Αν δεν υπήρχες εσύ, πόσο ατάραχη θα ήταν η ψυχή μου την άνοιξη!

ΙΛΟΝΑ
Τα φεγγαρόφωτα βράδια δεν μου αρέσουν. Πολλά τέτοια φεγγάρια φέρνουνε το τέλος της ζωής, που σημαίνει το τέλος της αγάπης.  

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όταν να μου λες γλυκόλογα παύεις, κάνω πως δε σου δίνω σημασία ώστε να ξαναρχίσεις.

ΙΛΟΝΑ
Και χωρίς αυτό δεν θα σταματούσα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μερικά άνθη πέφτουν ακόμα κι όταν αγέρας δεν φυσά. Η αγάπη μου, και λυσσαμένοι αγέρηδες να τη φυσήσουν, δε θα σβήσει. Ας μπορούσε ο κόσμος να ήταν πάντα τόσο όμορφος: καθισμένη εσύ εκεί χαρούμενα να μου γελάς…


ΙΛΟΝΑ
Εσύ κρατάς τις φτερούγες της χαράς μου.

ΣΕΡΤΖΙΟ  
Ο ήλιος κόβει βόλτες πάνω από τη γη μας άδικα. Γιατί τον  κόσμο εσύ τόνε φωτίζεις.

ΙΛΟΝΑ
Τα όνειρά μου περνάνε από μέσα σου όπως οι αχτίδες περνούν αχάλαστες μέσα από το κρύσταλλο.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Αγαπιόμαστε όπως αγαπιούνται τα σκοτεινά πράγματα μέσα σ’ ένα δωμάτιο μια νύχτα χειμωνιάτικη.
Ποτέ δεν θα μπορέσω να προσπεράσω τη μορφή σου.

ΙΛΟΝΑ
Τι είμαι για σένα λοιπόν;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Είσαι μια γυναίκα με γλυκά χείλια.
Σαν λάμψη αστραπής με φωτίζεις και με τρομάζεις.

ΙΛΟΝΑ
Χοροπηδώντας πάνω στα σύννεφα, πλέοντας πάνω στη θάλασσα θα ερχόμουν για να σε βρω.


ΣΕΡΤΖΙΟ
Η καρδιά μου είναι το μαύρο του στήθους σου.
(σιωπή)

ΙΛΟΝΑ
Γεννηθήκαμε για να συναντηθούμε μέσα στη ζωή. Και η χαρά απ’ αυτή τη συνάντηση είναι όλη δικιά μας. Αυτό που ζούμε κάθε μέρα τι είναι αν όχι χαρά; Τι είναι να είμαστε μαζί; Τι είναι να σε βλέπω και να με βλέπεις; Τι είναι να μου ζητάς ένα ποτήρι νερό κι εγώ να σου το φέρνω;
Ας μη μιλήσουμε άλλο. Ας χαθούμε στη σιωπή. Όλα τα έχουμε πει και όλα τα έχουμε κάνει. Νιώσαμε όλα όσα μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Υπήρξαμε και μεις κάτω απ’ τον ήλιο.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ  ΣΚΗΝΗΣ
 



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Χρόνος: Απόβραδο της ίδιας μέρας.
Τόπος, Πρόσωπα: τα ίδια.

(Ο Σέρτζιο και η Ιλόνα καθιστοί, ο Σέρτζιο στην πολυθρόνα του και η Ιλόνα στον καναπέ. Θόρυβοι του δρόμου. Μακρινές φωνές παιδιών που παίζουν)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Πάει κι άλλη μια μέρα.

ΙΛΟΝΑ
Πάει κι άλλη μια ευτυχισμένη μέρα. Μια μέρα μαζί σου.
(βάζει καφέ στο ποτήρι της)
Θα ήθελες λίγο καφέ ακόμα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι, αρκετός ήτανε αυτός. Και πάντα τον πετυχαίνεις. Ενώ εγώ…

ΙΛΟΝΑ
Έχω μάθει από τη μητέρα μου, αυτό είναι όλο.


ΣΕΡΤΖΙΟ
Άναψε ένα κεράκι στον τάφο της από μένα. Γιατί σε γέννησε. Μου αρέσει η συντροφιά σου, μου αρέσουν οι ιδέες σου, οι καθημερινές συνήθειές σου που είναι ίδιες με τις δικές μου, η καθαριότητα μέσα στο σπίτι... Ευγνωμοσύνη νιώθω μερικές φορές για σένα, όταν η αγάπη μού αφήνει κάποια περιθώρια.


ΙΛΟΝΑ
Πρόσεξε! Μόλις ομολόγησες ότι υπάρχουν στιγμές που δεν μ’ αγαπάς.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Χμ! Ας το πω τότε αλλιώς. Μέσα στην αγάπη μου στριμώχνονται μερικές φορές κι αισθήματα ευγνωμοσύνης, που προσπαθούν να βρούνε μια μόνιμη θέση. Καλά τώρα;

ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Νομίζω ότι τα θαλασσώσαμε και οι δύο. Μέσα στην αγάπη χωράνε όλα τα άλλα όμορφα αισθήματα, άραγε και η ευγνωμοσύνη. Όταν με αγαπάς νιώθεις και ευγνωμοσύνη για μένα όπως κι εγώ για σένα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Μα έννοια πλατύτερη κι από την αγάπη είναι ο έρωτας. Γιατί όταν είσαι ερωτευμένος, αγαπάς οπωσδήποτε εκείνο με το οποίο είσαι ερωτευμένος.

ΙΛΟΝΑ
Πρόκειται για τη θεωρία σου πως αγάπη υπάρχει ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα μόνο μέσω του έρωτα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ακριβώς. Σ’ αγαπώ γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Όταν είμαι ερωτευμένος μαζί σου δεν είναι δυνατό να θέλω να κακοπάθεις-να κακοπάθει το αντικείμενο του ερωτά μου. Λοιπόν το αγαπώ-σε αγαπώ. Κάποια αντίρρηση;

ΙΛΟΝΑ
Κι αν εγώ πάψω να σε ενδιαφέρω ερωτικά τότε θα πάψεις να μ’ αγαπάς;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Δε θα υπάρξει ημέρα που να μην είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Δε θα υπάρξει ούτε μια στιγμή που να μην είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Λοιπόν πάντα θα σ’ αγαπώ.

ΙΛΟΝΑ
Φτάνει που είναι έτσι και που δε θ’ αλλάξει ποτέ. Φτάνει που μ' αγαπάς.
 (Πηγαίνει πίσω από την πολυθρόνα του Σέρτζιο και τον αγκαλιάζει τρυφερά, ακραγγίζοντας με τα χείλη της λατρευτικά τα μαλλιά του με ανάερα φιλήματα. Τέλος αγκαλιάζει με τα χέρια της το κεφάλι του, ακουμπώντας το μάγουλο της πάνω σ’ αυτό και στέκει εκεί για λίγο σιωπηλή. Ο Σέρτζιο παίρνει τα χέρια της και τα φιλεί.)
Αγάπη μου τι λες, μήπως είναι ώρα να έρθουν μέσα τα παιδιά;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Νομίζω ναι. Αλήθεια σου μέτρησε ο Αλιόσα ως το τριάντα;

ΙΛΟΝΑ
(χαμογελώντας)
Όχι. Μ’ έχει προετοιμάσει όμως και το περιμένω...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Η Ρίνα θέλει να μάθει πώς και δεν πέφτουμε αφού η γη γυρίζει. Βοήθεια! Τι να της πω; Έχεις καμιά ιδέα; Θα με ρωτήσει. Τι θα της έλεγες εσύ;

ΙΛΟΝΑ
(πηγαίνοντας προς την πόρτα)
Ω! Οι απορίες των παιδιών! Σαν οι μεγάλοι να πρέπει να τα ξέρουν όλα! Τι να σου πω... Δοκίμασε με το πορτοκάλι κι ένα μερμήγκι επάνω του.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλό μου μοιάζει.
( Η Ιλόνα βγαίνει)

ΦΩΝΗ ΙΛΟΝΑΣ
Ρίνα! Αλιόσα! Ελάτε! Νύχτωσε πια!  
(μπαίνει η Ιλόνα)
Αύριο το απόγευμα πρέπει να πάρω τους ελέγχους. Νομίζω η Ρίνα δεν τα ’χει πάει καλά αυτό το τρίμηνο.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι έξυπνη. Θα πάει καλά. Δε σου είπα, της αρέσει ένα αγόρι!..

ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Σώπα! Σου είπε τίποτα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι. Το κατάλαβα. Τα παιδιά! Πώς παίζουν με ό,τι εμάς μας καίει...

ΙΛΟΝΑ
Δεν έχουν ανάψει καν τη φωτιά ακόμη αγάπη μου. Ξύλα μαζεύουν και θα μαζεύουν για καιρό ακόμα.
(μπαίνει τρέχοντας ο Αλιόσα, και πίσω του η Καταρίνα)
Καλώς τους. Πώς πήγε το παιχνίδι;

ΑΛΙΟΣΑ
Κέρδισα τρεις μπίλιες. Και η μία μεγάλη!
(τις δείχνει)
Κοίτα παππού!

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπράβο σου. Από τον Νικήτα;

ΑΛΙΟΣΑ
Ναι.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(φιλάει τον Σέρτζιο)
Παππού! Γεια σου μαμά! Μαμά, θα έρθεις αύριο για τους ελέγχους;

ΙΛΟΝΑ
Και βέβαια θα έρθω.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν ξέρω πόσο θα έχω πάρει. Θα δούμε…

ΣΕΡΤΖΙΟ
Δεν έχει μεγάλη σημασία τι έχεις πάρει για βαθμό Ρίνα. Σημασία έχει τι έχεις μάθει.

ΑΛΙΟΣΑ
Μαμά, να σου μετρήσω τώρα;

ΙΛΟΝΑ
Ναι. Και μετά θα πάω να σας βάλω φαγητό. Ακούω.

ΑΛΙΟΣΑ
(συγκεντρώνεται)
Είκοσι. Εικοσιένα, είκοσι δύο, είκοσι τρία, είκοσι τέσσερα, είκοσι πέντε, είκοσι έξι, είκοσι εφτά, είκσι οχτώ, είκοσι εννέα, τριάντα!
(γυρίζει στην Καταρίνα. Χειρονομία ικανοποίησης)
Να!

ΙΛΟΝΑ
Μπράβο αγόρι μου! Ήξερα πως θα το μάθαινες. Πάω να σας βάλω φαγητό.
(βγαίνει)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Αλιόσα, πας μέχρι το μπακάλικο να μου φέρεις ένα κουτί μπισκότα;

ΑΛΙΟΣΑ
Ναι! Να πάρω και καραμέλες;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Πάρε με τα ρέστα.
(του δίνει λεφτά)

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Να πάω μαζί του παππού;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι Ρίνα. Κάτσε εσύ.

ΑΛΙΟΣΑ  
(στην Καταρίνα)
Δε σε χρειάζομαι, ξέρω και μόνος μου.
(βγαίνει)

ΣΕΡΤΖΙΟ
 Έλα εδώ Ρίνα μου. Θέλω να σε παρακαλέσω να κάνεις μια δουλειά για μένα.
(βγάζει τον φάκελο από το πορτοφόλι του)
 Θα σου δώσω αυτό τον φάκελο να τον δώσεις αύριο το πρωί στη μαμά σου. Ως τότε όμως δε θα το ξέρει αυτό κανένας άλλος εκτός από μένα και από σένα. Σύμφωνοι;

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γιατί δεν της το δίνεις εσύ παππού; Τι έχει μέσα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι μυστικό. Δος της το αύριο σε παρακαλώ. Παρ’ το και κρυψ’ το.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Καλά παππού.
(κρύβει το γράμμα μέσα στη μπλούζα της)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ευχαριστώ κορίτσι μου.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού, θα μου πεις για τη γη;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι Ρίνα... Κοίτα!.. Να! Δε ζαλιζόμαστε επειδή η γη είναι πολύ μεγάλη και εμείς πολύ μικροί. Να, βλέπεις αυτό το πορτοκάλι; Ας φανταστούμε πως επάνω του υπάρχει ένα μυρμηγκάκι. Θα ξέρεις πως αν γυρίσουμε ανάποδα το πορτοκάλι, το μερμηγκάκι δε θα καταλάβει τίποτα. Ούτε θα ζαλιστεί αν αρχίσουμε να γυρίζουμε το πορτοκάλι γύρω γύρω.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν κατάλαβα. Γιατί δεν πέφτει κι αυτό; Και γιατί δεν πέφτουμε κι εμείς να σπάσουμε τα μούτρα μας στη γη;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Γιατί... γιατί... επειδή μας τραβάει η γη σαν μαγνήτης.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο παππού, δεν τραβάει τους ανθρώπους...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Να...

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι...

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μου φαίνεται πως ούτε και συ ξέρεις πώς και δεν πέφτουμε, ούτε πώς και δε ζαλιζόμαστε αφού η γη γυρίζει.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Ούτε καλά ξέρω, αλλά και το λίγο που ξέρω δεν μπορώ να το πω με λόγια.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Τώρα τι θέλεις να έκανα εγώ αν ήμουνα δασκάλα με σένα; Θα σου έβαζα ένα μεγάλο μεγάλο μηδενικό, αυτό θα έκανα. Και θα είχα δίκιο. Θα ρωτήσω αύριο τη δασκάλα να μου εξηγήσει, αν δε μας το πει από μόνη της.



ΣΕΡΤΖΙΟ
Νομίζω είναι η καλλίτερη λύση. Αυτή σίγουρα θα ξέρει. Και θα μου πεις και μένα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ελπίζω να το καταλάβω.
(μπαίνει ο Αλιόσα)

ΑΛΙΟΣΑ
Παππού, τα μπισκότα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Ευχαριστώ Αλιόσα. Πάρτε τώρα αυτά τα λεφτά να πάρετε αύριο από μια πάστα εσύ και η Καταρίνα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μα είναι πολλά.

ΣΕΡΤΖΙΟ    
Κεράστε και τον Εβγκένι και την Κατιούσκα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Τον Εβγκένι ναι. Όμως η Κατιούσκα έχει λεφτά να πάρει μόνη της. Θα πάρουμε κάτι άλλο με όσα μείνουν. Πάμε να φάμε Αλιόσα;

ΣΕΡΤΖΙΟ
(στον Αλιόσα)
Ρώτα τη μαμά, είναι έτοιμα;

ΑΛΙΟΣΑ
(δυνατά)
Μαμά, έτοιμα;

ΦΩΝΗ ΙΛΟΝΑΣ
Ναι! Ελάτε!
(βγαίνουν ο Αλιόσα και η Καταρίνα ενώ μπαίνει
η Ιλόνα)

ΙΛΟΝΑ
(δυνατά)
Και μετά ύπνο. Και χωρίς ζημιές Αλιόσα!
(στον Σέρτζιο)
Δεν είχε τυρί, εύχομαι να μη το αναζητήσουν. Ξέχασα να πάρω.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Αν τους λείψει ας πάνε μια βόλτα να πάρουν. Τι θα ’λεγες να πάρει η Ρίνα μαθήματα πιάνου;

ΙΛΟΝΑ
Νομίζω πως είναι μεγάλη για πιάνο. Ίσως θα ταίριαζε καλλίτερα να παρακολουθήσει μπαλέτο.



ΣΕΡΤΖΙΟ
Ό,τι να ’ναι. Κάτι να κάνει, κάτι να μάθει παραπέρα.

ΙΛΟΝΑ
Να ρωτήσω αύριο τη δασκάλα αν ξέρει κάτι εδώ κοντά.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Φαντάζεσαι τη Ρίνα μεγάλη χορεύτρια κάποτε;

ΙΛΟΝΑ
Όλα μπορώ να τα φανταστώ πια, αφού βρήκα εσένα που ούτε μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ ότι θα έβρισκα.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τόσο σπάνιος είμαι λοιπόν;

ΙΛΟΝΑ
Έδωσες περιεχόμενο στη ζωή μου.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Τι να πω εγώ τότε;

ΙΛΟΝΑ
Το ίδιο ακριβώς με μένα. Δε χρειάζεται να ψάξεις. Εμπρός,  πες το να το ακούσω...

ΣΕΡΤΖΙΟ
Εσύ μου έδωσες την ίδια τη ζωή. Δεν ζούσα πριν σε γνωρίσω.

ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Α! Σέρτζιο!..
(τον φιλεί στο μάγουλο)
Δεν ξέρω γιατί σήμερα είναι σαν να σ’ αγαπώ  περισσότερο από ποτέ αλλοτε-ίσως επειδή είναι η επέτειος της γνωριμίας μας;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Κρίμα, κι εγώ νόμιζα φυσιολογικό να μ’ αγαπάς κάθε μέρα περισσότερο από την προηγούμενη.

ΙΛΟΝΑ
Ω! Σέρτζιο! Πες μου πως ό,τι ζούμε δεν είναι κάποιο όνειρο που θα διαλυθεί ένα πρωί. Πες μου πως δε θα τελειώσει ποτέ ο,τι ζούμε τώρα. Πες μου πως όλα δεν τα καταπίνει ο χρόνος με το παμφάγο στόμα του. Πως μια τέτοια αγάπη δε γίνεται παρά να μείνει ζωντανή στην αιωνιότητα. Πες μου, θα χαθεί η αγάπη μας ποτέ;



ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλή μου, ζήσε τις στιγμές αυτές που τόσο μας αρέσουν χωρίς να ρωτάς. Αυτό που ζεις, που ζούμε τώρα, αυτό είναι η αιωνιότητα. Άδραξε την ουσία της κάθε στιγμής-έτσι θα την έχεις αιώνια. Ποια άλλη αιωνιότητα θα μπορούσε να υπάρξει;

ΙΛΟΝΑ
Πολλά που ζητάω! Δίκιο έχεις. Τι θα πει αιωνιότητα... μια λέξη ακόμα χωρίς κανένα νόημα. Λέξεις... λέξεις... προτιμότερη είναι η σιωπή.

ΣΕΡΤΖΙΟ
Το βράδυ πάντα φέρνει μαζί του την τάση για φιλοσοφία, μα και πάλι, η σιωπή, ναι, είναι πάντοτε το καλλίτερο. Κάθε σιωπή. Η σιωπή του δάσους τις νύχτες, η σιωπή του χωριού, η σιωπή του έρημου σπιτιού, η σιωπή του τάφου...

ΙΛΟΝΑ
Όχι τέτοια πράγματα αγάπη μου στην επέτειο της γνωριμίας μας! Ας μη φιλοσοφήσουμε ποτέ αν εκεί μας οδηγεί η φιλοσοφία. Να δω τι κάνουν τα παιδιά;
(δυνατά)
Έτοιμοι παιδιά;


ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ναι μαμά.

ΙΛΟΝΑ
Εμπρός! Ύπνο!

ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι καλά παιδιά. Και έξυπνα. Θα προοδέψουν στη ζωή τους.

ΙΛΟΝΑ
Το εύχομαι γιατί το αξίζουν πραγματικά.
(μπαίνουν η Καταρίνα και ο Αλιόσα)

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
καληνύχτα παππού, μαμά...
(τους φιλεί)

ΣΕΡΤΖΙΟ
Καληνύχτα, και μην ξεχάσεις αυτό που είπαμε Ρίνα.

ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού.

ΑΛΙΟΣΑ
(φιλεί τον Σέρτζιο και την Ιλόνα)
Καληνύχτα παππού, καληνύχτα μαμά.

ΣΕΡΤΖΙΟ ΚΑΙ ΙΛΟΝΑ
Καληνύχτα.
(Αλιοσα και Καταρίνα βγαίνουν)

ΙΛΟΝΑ
(δυνατά)
Και αφήστε ανοιχτά τα παράθυρα. Κάνει ζέστη απόψε!

ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΙΝΑΣ
Ναι μαμά.

ΙΛΟΝΑ
Να πέσουμε και μεις αγάπη μου;

ΣΕΡΤΖΙΟ
Μα ναι, νομίζω είναι ώρα.
(σηκώνεται)

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Τόπος: ο ίδιος.
Χρόνος: αργά το βράδυ της ίδιας μέρας.
Πρόσωπα: Σέρτζιο, Ιλόνα.  

(Η Ιλόνα με το νυχτικό της και ο Σέρτζιο με τις πιζάμες του. Πέφτουν στο διπλό κρεβάτι, στραμμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Φιλιούνται στο μάγουλο.)

ΙΛΟΝΑ
Καληνύχτα.  

ΣΕΡΤΖΙΟ
Καληνύχτα.
(Η Ιλόνα σβήνει το φως. Σκοτάδι. Μικρή σιωπή)

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
(ανήσυχη)
όχι... όχι… τι πας να κάνεις;.. Όχι... Όχι αγάπη μου... Δεν κάνει… Όχι... Μη Σέρτζιο… Σε παρακαλώ, μη... Όχι...

ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΕΡΤΖΙΟ
(άγρια, βραχνή, αποφασισμένη, επιτακτική)
Σώπα!

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
Μη! Δεν πρέπει! Όχι αγάπη μου!.. όχι!... Όχι...

ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΕΡΤΖΙΟ
(όπως πριν)
Θέλεις να σε βιάσω λοιπόν;..

(Η φωνή της Ιλόνας εξακολουθεί να λέει "όχι" όλο και πιο αδύναμα κάθε φορά, ώσπου το "όχι" της να γίνει ένας γλυκός απαλός βόγγος ταιριασμένος με τα ολοένα πιο δυνατά μουγκρητά του Σέρτζιο. Τέλος δεν ακούγονται παρά τα βαριά γλυκανασάσματά τους)

ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
Δεν έπρεπε αγάπη μου... δεν έπρεπε... δεν έπρεπε... έλα τώρα, πες μου ένα σ’ αγαπώ και ησύχασε. Τίποτ’ άλλο πια αγάπη μου... Έλα Σέρτζιο... δος μου το χέρι σου…
(ανήσυχα)
Σέρτζιο… Σέρτζιο...
(Σηκώνεται και ανοίγει το φως. Κοιτάζοντας με τρόμο το πρόσωπο του Σέρτζιο. Αδύναμα)
Σέρτζιο... αγάπη μου... Σέρτζιοοο!..
Φέρνει την παλάμη της στο στόμα. Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα στον Σέρτζιο. Μένει για λίγο σ’ αυτή τη στάση. Παίρνει απαλά το χέρι του, το κρατεί για λίγο μέσα στα δικά της, το φιλεί και το αποθέτει πάλι απαλά στο κρεβάτι. Μένει εκεί για πολλή ώρα, κοιτάζοντας προς τον νεκρό Σέρτζιο και κλαίγοντας βουβά με τον πόνο ζωγραφισμένο στο ωραίο πρόσωπο της. Κατόπι σηκώνεται και κάθεται στην καρέκλα της σκυφτή, κρύβοντας το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της.)

                                       ΑΥΛΑΙΑ

                          ΜΙΑ ΣΕΜΝΗ ΚΟΠΕΛΑ

(Εκείνη και Εκείνος κάθονται σε ένα καφενείο. Εκείνη με ένα ύφος αναμονής και εκείνος διστακτικά εξομολογητικός.
Το γκαρσόνι φέρνει τα ποτά. Πίνουν. Εκείνη πίνει μια γουλιά, αφήνει το κύπελλο και τον βλέπει. Εκείνος αρχίζει να μιλάει με δισταγμό στην αρχή, σαν να κάνει μπροστά σε άλλον κάτι άπρεπο.)

Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να με ακούσετε... Είναι φυσικό να περιμένετε να σας πω ξεκάθαρα και γρήγορα ό,τι έχω να σας πω... και δε θέλω να κάνω κατάχρηση της ευγένειας που μου δείξατε αποδεχόμενη την παράκληση μου να σας απασχολήσω για λίγο. Δεν ξέρω όμως πώς, αλήθεια, ν’ αρχίσω... Ίσως ακόμα ακόμα δεν ξέρω τι θέλω να σας πω.
Ξέρω, ακούγεται παράξενα, όμως έτσι είναι...
Γιατί μιλώντας ένας άντρας με μια γυναίκα, πάντοτε αυτός θα βάλει μέσα στα λόγια του, χωρίς διόλου να το θέλει και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει, λίγο θαυμασμό πέρα από εκείνον που θα έδειχνε μιλώντας με έναν άντρα, και ακόμα μιαν ερωτική απόχρωση, κάτι σαν μια ροζ πινελιά στον γκρίζο τοίχο ενός δωματίου.
Ίσως έτσι να είναι από τη φύση ορισμένο, να γίνεται φανερή η αναπαραγωγική σχέση που υπάρχει ανάμεσα άντρα και γυναίκας σε κάθε συνάντηση τους, ακόμα και άσχετης με την αναπαραγωγή, όπως σε συναντήσεις επαγγελματικές, φιλικές, κοινωνικές, κάθε είδους. Σας έγινε φαντάζομαι αμέσως φανερό πως δύσκολα θα βρω τα λόγια που θα εκφράσουνε την κατάσταση στην οποία βρίσκομαι αποφασίζοντας να σας μιλήσω.
Αν θα θέλατε... αν αλλάξατε ίσως γνώμη.. .ίσως να βιάζεστε... αν θέλατε να μη συνεχίσω...

(Εκείνη κινεί αρνητικά το κεφάλι ενώ κάθεται αναπαυτικότερα στην καρεκλά της και το πρόσωπο της παίρνει μιαν έκφραση κατανόησης)

Ξέρετε, μένω απέναντι από το σπίτι σας-εννοώ από το διαμέρισμα σας. Ίσως εσείς δεν θα με έχετε προσέξει.
Βέβαια η απόσταση των διαμερισμάτων μας είναι μεγάλη, ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει κανείς παρά μόλις τη σιλουέτα κάποιου ενοίκου της απέναντί του πολυκατοικίας.
Αυτό συνέβαινε και με μένα. Βλέποντας σας όμως πολλές φορές την κάθε ημέρα, άθελά μου, μπόρεσα να αποτυπώσω τις κινήσεις και τη συμπεριφορά σας τόσο καλά, ώστε να τα γνώριζα όταν τα έβλεπα σε κάποια γυναίκα, ταυτίζοντάς έτσι αυτήν με εκείνη που βλέπω κάθε μέρα από το παράθυρο μου.

Ίσως έχετε προσέξει πως ένα παράθυρο της απέναντι σας πολυκατοικίας μένει πάντοτε με ανοιχτές  και στην ίδια πάντοτε θέση τις κουρτίνες του. Αυτό το παράθυρο είναι το δικό μου. Ζω μόνος και ένας άντρας που ζει μόνος, δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε θέματα νοικοκυροσύνης. Ακόμα η μοναξιά γίνεται πιο υποφερτή αν εκείνος που μένει μόνος κρατεί ελεύθερα από κουρτίνες τα παράθυρά του γιατί έτσι έρχεται σε ενός είδους επαφή με τον έξω κόσμο, κάτι που του δίνει την εντύπωση ότι έχει κάποια συντροφιά.
Ο Θεός βυθισμένος στην αιωνιότητα, υπέφερε από την ερημιά και τη μόνωση, και δημιούργησε τον κόσμο για να κατευνάσει την οδύνη του. Εγώ δημιούργησα ένα άνοιγμα στο παράθυρό μου.

Έχω λοιπόν για δυο χρόνια τώρα τις κουρτίνες του παραθύρου μου ορθάνοιχτες νύχτα μέρα.
Θα έχετε καταλάβει πως σε κείνο το διαμέρισμα μένει ένας άντρας βέβαια. Ποια γυναίκα θα έδειχνε τόσην ανεμελιά για κάτι τόσο βασικό γι αυτήν-τις κουρτίνες, που η νοικοκυρεμένη φροντίδα ενός σπιτιού τις θέλει κλειστές το βράδυ ώστε να μη φαίνεται τότε τι κάνει κανείς μέσα στο σπίτι του...
Εδώ θα είχα μόνο μιαν αντίρρηση, ή μια δικαιολογία αν θέλετε, για την ατσάλιά μου αυτή, μια δικαιολογία που στηρίζεται στην αντρική πρακτική, που δεν γνωρίζει από γυναικείες συνήθειες και προστατευτικές τακτικές. Και αυτή η δικαιολογία είναι ότι από πουθενά δε φαίνομαι όταν είμαι μέσα στο δωμάτιο και κάθομαι στη θέση όπου εργάζομαι. Και όταν χρειάζεται να μετακινηθώ μέσα στο δωμάτιο μου τις νυχτερινές ώρες, προσέχω να μη φανώ από όποιον θα μπορούσε κατά τύχη να βλέπει προς το παράθυρό μου. Αντιθέτως εγώ καρπώνομαι τα πλεονεκτήματα της κατάστασης αυτής-των ανοιχτών κουρτινών μου εννοώ-, όποια ώρα του εικοσιτετραώρου.
Η πρώτη φορά της ημέρας που θα κοιτάξω έξω, είναι η στιγμή που σηκώνομαι το πρωί. Ένας άνθρωπος της ηλικίας μου θέλει να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του κάθε τόσο, προϋπόθεση απαραίτητη για τη συνέχιση της επίγειας ζωής του. Και η καλύτερη επιβεβαίωση γι αυτό είναι η σιγουριά της διαπίστωσης ότι ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται, να ζει, να υπάρχει. Ξέρετε, μιλώ για τον κόσμο μας αυτόν. Τον κόσμο που μέσα του ζω και ζείτε, τον κόσμο που αποτελείται από πράγματα, πράγματα χειροπιαστά, από αντικείμενα που βρίσκονται πιο κοντά ή πιο μακριά μας, από άλλους ανθρώπους, από τόσα γνωστά μας έμψυχα και άψυχα. Τον κόσμο στον οποίο κατοικεί η μοναξιά.
Βλέποντας λοιπόν τον κόσμο σιγουρεύομαι ότι ζω και ότι και πάλι θα πρέπει να προετοιμαστώ για μια δύσκολη ημέρα. Ότι θα ζήσω και αυτή την ημέρα δηλαδή.

Πολλές φορές αμέσως με την πρώτη μου αυτή ματιά, σας βλέπω.
Τα παράθυρα!
Τα παράθυρα!
Πόσο μεγάλη η προσφορά τους στους ανθρώπους!.. Και τι δεν δίνουν τα παράθυρα... Αέρα και φως μέσα σε ένα σπίτι με κλειστές πόρτες, οδούς διαφυγής όταν οι πόρτες για κάποιο λόγο δεν προσφέρονται  ή δεν επιλέγονται για την έξοδο από αυτές , κουβέντες με κάποιον που βρίσκεται απέξω σταυρώνοντας αυτός που βρίσκεται μέσα τα χέρια του πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Κυρίως όμως προσφέρουν θέα.
Θέα! Πόσα μάτια που βρίσκονταν μέσα σε ένα δωμάτιο δεν έχουν καθηλωθεί από ένα θέαμα που αντικρίζουν όταν κοιτάξουν έξω από ένα παράθυρο! Πόσα τοπία δεν έχουν αιχμαλωτίσει τα μάτια αυτά! Τοπία θαλασσινά, τοπία βουνήσια, τοπία κάμπων ανθόσπαρτων, ποτάμια, λίμνες, δάση, και τι δεν έχει ποζάρει έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο... Μα και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει ένα παράθυρο στα πορτραίτα τους ώστε να δουν οι άλλοι μέσα από αυτό ό,τι η μαγευτική τους δύναμη της αναπαράστασης της φύσης τους οδηγεί να πραγματώσουν! Και πόσοι ζωγράφοι δεν έχουν βάλει τριαντάφυλλα είτε μέσα σε ένα βάζο που βρίσκεται πάνω σε ένα παράθυρο, είτε στο τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια εκείνου που θα κοίταζε έξω από αυτό...
Λοιπόν μπροστά στα δικά μου μάτια καθώς κοιτούσα έξω, βρισκόταν η εικόνα σας.
Μια εικόνα λίγο μακρινή, λίγο θαμπή, λίγο ακαθόριστη. Μια εικόνα πολύ φωτεινή, πολύ θηλυκή, πολύχρωμη. Μια εικόνα ζωντανή, νεανική. Μια οπτασία.
Ξέρω, κάθε γυναίκα όταν ακούει να την περιγράφει ένας άντρας, διαλογίζεται ότι αυτός υπερβάλλει, ιδίως όταν η γυναίκα αυτή ακούει η ίδια την περιγραφή της. Γιατί και είναι στις συνήθειες του άντρα η υπερβολή, όταν μιλάει για μια όμορφη γυναίκα. Γι αυτό και πολλοί νομίζουν πως έγιναν ποιητές με το να μιλούνε για μια γυναίκα, μιας και της ποίησης ιδιότητα είναι η υπερβολή.
Μα εγώ μιλώντας για σας δεν υπερβάλλω. Γιατί όλα αυτά είστε.
Ύστερα δεν έχω ανάγκη να νιώσω ποιητής γιατί είμαι ποιητής.
Είμαι δηλαδή ο αυτοφυής μεσολαβητής ανάμεσα ζωής
και Θανάτου.
Είμαι ο σύντροφος του ζώου, ο έμπιστος του δέντρου, ο
φίλος του ορυκτού, ο σπουδαστής των Πραγμάτων.
Είμαι ευαίσθητος, οραματιστής, διαισθητικός.
Και αντιμετωπίζω τον εξωτερικό κόσμο με δέος, με
συστολή, με άγχος.
Έλεγα λοιπόν ότι βλέποντας μια τέτοια εικόνα-την εικόνα σας-δε χρειάζεται κανείς περισσότερο για να νιώσει ζωντανός κι αυτός, παίρνοντας από τη δική σας όση ζωντάνια του χρειάζεται για να περάσει την ημέρα. Γιατί η ζωντάνια που οι ωραίες γυναίκες ακτινοβολούν είναι ανεξάντλητη.
Ποιο θέαμα ποιου άνθους θα γεννούσε μεγαλύτερη ευτυχία στην ψυχή ενός άντρα από τη θέα μιας όμορφης γυναίκας;
Ποιος ζωγράφος θα ήταν ικανός να δώσει στο μάτι να δει πρωί πρωί κάτι ομορφότερο από σας;
Αφήστε μου το δικαίωμα να εκθειάζω την ομορφιά σας, όταν δεν το κάνω με σκοπό να κερδίσω την ερωτική σας εύνοια.
 
Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά σας που έχει δώσει στη
ζωή τόσες δυνατότητες ευμενούς αντιμετώπισης μου
από αυτήν.
Είναι ακόμα και το γεγονός ότι ζείτε μόνη.
Και όλα όσα πιο πάνω είπα δεν θα τα έλεγα αν δεν
συνυπήρχε αυτό το χαρακτηριστικό της δικής
σας περίπτωσης.
Συγχωρείστε μου ό,τι θα πω, που ίσως αντιβαίνει στους τρόπους καλής συμπεριφοράς απέναντι σε μια γυναίκα, όμως το γεγονός αυτό πολλαπλασιάζει την αξία που έχετε για μένα.
Μια μόνη γυναίκα είναι το δυνητικό ταίρι όλων των
αντρών.
Μια μόνη γυναίκα είναι το στημόνι για να πλέξει κάποιος μ’ αυτό όλα του τα όνειρά του.  

Έχει πολλά διαμερίσματα η πολυκατοικία στην οποία
μένετε.
Μα σε κανένα διαμέρισμα δεν μένει μια γυναίκα μόνη.
Έχετε έτσι όλες τις ιδιότητες που γυρεύει μια φαντασία από την πραγματικότητα, για να απογειωθεί.
Μα θα προχωρήσω και σε μιαν άλλη ιδιαιτερότητα που
σας κοσμεί.
Και είναι αυτή ότι δεν έχετε δεσμό-έτσι δε τον λένε;
Αλήθεια, κάποιος άντρας κάνει την εμφάνιση του στο
σπίτι σας πού και πού, μα η συμπεριφορά σας απέναντι
του δεν είναι η συμπεριφορά γυναίκας που χαίρεται τη
ζωή και, περισσότερο, τον ερωτά μαζί του.
Ποτέ δεν του μιλήσατε, ποτέ δεν σας είδα κοντύτερα σ’
αυτόν πέρα από όσο επιβάλλουν οι συνθήκες ζωής σε
ένα μικρό κοινόχρηστο διαμέρισμα, και το σπουδαιότερο, ποτέ δεν τον έχετε αφήσει να βγει έξω στο μπαλκόνι, ώστε να φανεί από όλους.
Και οι κινήσεις σας είναι πάντοτε βαριεστημένες όταν
είστε μαζί του.
Δεν έχω δει ποτέ σε σας το ευτυχισμένο χαμόγελο της γυναίκας που απολαμβάνει τον έρωτα.
Είστε μόνη, ακόμα και όντας πολύ κοντά του ή για πολύ
μαζί του.
Ποιος ξέρει ποια έξω από σας ανάγκη σάς τον έχει επιβάλει, σκέπτομαι, και φρικιώ στη σκέψη αυτή, που η αλήθεια της θα σήμαινε ότι η δυστυχία είναι ο κοινός τόπος μας και η αιτία που αυτή την ώρα με ευωχείτε με την παρουσία σας.

Είτε έτσι είτε αλλιώς όμως, υποθετικά, είστε διπλά δική καθενός που σας γνωρίζει.
Είναι κάπως όπως πηγαίνει κάποιος μόνος στα "καφέ" της πόλης, γυρεύοντας να περάσει ευχάριστα την ώρα του.
Και δεν πηγαίνει εκεί για τον καφέ, πηγαίνει μόνο και
μόνο για να έχει την ευκαιρία να του προσφέρει τον
καφέ η σερβιτόρα, που τη στιγμή εκείνη είναι δική
του, όπως δική είναι σε καθέναν που πηγαίνει εκεί.
Και αυτό είναι το ζητούμενο από μια γκαρσόνα, να κάνει όλους να νομίζουν ότι είναι δική τους.
Εγώ δεν έχω τέτοιαν ανάγκη, όσα μου προσφέρετε εσείς
είναι πολύ περισσότερα από όσα μια υπάλληλος ενός καταστήματος μαζί με τον καφέ προσφέρει.

Και σας έχω μόνιμη συντροφιά όλες τις ημέρες. Και ζώντας κοντά σας, ζω από τη ζωή σας.
Σας βλέπω που πλένετε τα πιάτα σας. Σας βλέπω που
στρώνετε το κρεβάτι σας. Σας βλέπω που πλένετε το
σπίτι σας. Σας βλέπω που ξεσκονίζετε, που τρώτε, που
κουβεντιάζετε με καμιά φιλενάδα σας, που απλώνετε
τα πλυμένα ρούχα, που λιάζετε και τινάζετε τις
κουβέρτες.
Τι άλλο από αυτό θα ήθελα;
Κι όμως, μου δίνετε κι άλλα. Πολλές βραδιές κοιμάμαι αργά. Κοιτάζοντας έξω τις τέτοιες νύχτες, δεν βλέπω παρά μόνο στο παράθυρο σας φως, λες και με νοιώθει και το κάνει για να μου κρατήσει συντροφιά στις μοναχικές ξάγρυπνες νύχτες μου.
Ευχαριστώ διπλά τότε την τύχη μου που με έφερε να
κατοικήσω κοντά σας.
Και πολλές φορές το φως στο δωμάτιο σας μένει
ανοιχτό όλη τη νύχτα.
Αναρωτιέμαι γιατί.
Ίσως ,λέω, να εργάζεστε νύχτα.
Ίσως πάλι, λέω, το αποξεχνάτε διαβάζοντας και κοιμάστε με ανοιχτό το φως.
Πάλι μπορεί να φοβάστε σαν γυναίκα και το φως διώχνει το φόβο σας.
Και άλλοτε πάλι σκέφτομαι πως δεν κοιμάστε από τη στενοχώρια σας που είστε μόνη.
Δε σας έχω δει ποτέ να γελάτε. Είναι τάχα η θλίψη που σας επιβάλλει τη σοβαρότητα αυτή, ή τάχα η σοβαρότητα είναι αναπόσπαστο επακολούθημα του κλίματος του τόπου προέλευσής σας;

Γιατί με όλα αυτά που ξέρω για σας, υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν τα ξέρω.
Όπως είπα και μόλις πριν, αν είστε ελληνίδα ή όχι.
Η ξανθή, λευκόδερμη ομορφιά σας παραπέμπει στις
ρωσίδες που ήρθαν από την παλιά Σοβιετική
Ένωση και γέμισαν ομορφιά και αγνό έρωτα την
ανέραστη χώρα μου.
Ύστερα δεν ξέρω πώς σας λένε-σας έχω δώσει το όνομα Σόνια-ποιον έχετε συγγενή εδώ, ποιοι είναι οι φίλοι και οι φιλενάδες σας, αν εργάζεστε και πού.
Μα όποια και να είναι η απάντηση στις απορίες μου αυτές, δε μετράει για την αιτία που με έσπρωξε να σας μιλήσω.
Και η αιτία είναι πως θέλω να σας πω ότι χωρίς εσάς θα ήμουν έρημος στη ζωή. Χωρίς τη συντροφιά που μου έκανε το φως του παραθύρου σας θα ήμουν βυθισμένος σε ωκεανούς θλίψης. Χωρίς τη θέα σας από το παράθυρο μου θα ήμουν ο Αδάμ πριν από το πλάσιμο της Εύας. Όταν όλα τα φώτα σβήνουν στις γύρω πολυκατοικίες και μόνος εγώ ξαγρυπνώ, στρέφω με αγωνία τα μάτια μου προς το παράθυρό σας. Έχετε φως; Είμαι ευτυχισμένος. Δεν έχετε φως; Πέφτω στα δίχτυα της πιο μαύρης δυστυχίας. Νιώθω τότε σαν χαμένος μέσα σε ένα σκοτεινό αφιλόξενο σύμπαν που ο μόνος κάτοικος του είμαι εγώ.
Και ας αναρωτιέμαι: πώς γίνεται ένα μικρό πλάσμα όπως εσείς να μπορείτε να μου δίνετε τόση σιγουριά, τόση θαλπωρή, τόση ευδαιμονία να με κάνετε να αισθάνομαι;  Όμως γρήγορα παύω τις ερωτήσεις και απολαμβάνω την ηδονή-ναι, αυτή είναι η λέξη-της ύπαρξης σας μαζί μου στη γη αυτήν επάνω.
Δεν σας κρύβω πως αλλιώς θα ήσαν τα πράγματα εάν στο διαμέρισμα που τώρα μένετε δεν μένατε εσείς, αλλά μια γυναίκα όχι όμορφη ή νέα. Αναλογιστείτε μόνο το γεγονός πως είμαι ποιητής, ότι ο ποιητής αναγνωρίζει πως υπάρχει αναλογία και αντιστοιχία ανάμεσα στο ρυθμό του σύμπαντος και στους χτύπους της καρδιάς του, και ότι ο θίασος του Διόνυσου με κισσούς και σμίλακα, αναπαριστάνει και δοξολογεί την κραιπάλη του σύμπαντος.
Μα δεν θα υμνήσω τα κάλλη σας.
Το έχω κάνει σε ποιήματα που ποτέ δε θα σας
ενοχλήσω με αυτά.
Μα θα ήθελα, μιας και έχετε την καλοσύνη να με ακούτε, να σας πω ορισμένα πράγματα με την πείρα που έχω σαν μεγαλύτερος. Επειδή δεν χρειάζεται να έχει γνώσεις ψυχολογίας κάποιος για να δει τη θλίψη που σας κατέχει εξαιτίας της μοναξιάς σας.
Σας παρακαλώ ακούστε με.
Μη θλίβεστε γιατί ακόμα δεν ήρθε η ώρα της χαράς σας.
Δε θα πει αυτό ότι σας ξέχασε.
Η χαρά που η φύση σας χρωστάει δε θα χαθεί.
Θα σας δοθεί αργά ή γρηγορότερα.
Και όσο αργεί τόσο θα είναι πιο επιθυμητή.
Ίσως πρέπει να ωριμάσει μέσα σας το δέντρο του πόνου πρώτα, για να δώσει τον καρπό της χαράς που ως τώρα δεν γνωρίσατε και που γι αυτό θλίβεστε.
Πιστέψτε με όμως-θα έρθει.
Θα έρθει φορώντας ίσως ρούχα άλλα από κείνα που
φαντάζεστε. Μα έτσι έτοιμη που θα είσαστε πια να τη
δεχθείτε, θα την γνωρίσετε αμέσως.
Και θα είναι όλη δική σας.
Η χαρά του έρωτα θα έρθει και για σας μικρή μου κυρία. Και αν είστε μια γυναίκα για την οποία το ερωτικό φαινόμενο είναι περιορισμένο, τότε τα όρια του θα συμπέσουν με τα όρια της ψυχής σας. Τότε ο έρωτας θα έχει το πρόσωπο ενός ταιριαστού στην αγωνία σας αρσενικού. Εάν πάλι σε σας ο έρωτας διανοίγεται και ξεφεύγει στην απλωσιά της απεριόριστης έκτασης, τότε ερωτεύοντας θα γονιμοποιήσετε όλη την περιοχή που συμπίπτει με το χώρο μιας άγνωστής σας μέχρι τώρα θηλυκότητας.
Έτσι ή αλλιώς είναι γυναίκες σαν και σας που θα σώσουν τον άνθρωπο. Γιατί το τιμιότερο έργο που θα είχε να παρουσιάσει αυτός σαν απολογία μπροστά στο θεό την ώρα της έσχατης κρίσης και να το επικαλεστεί για να μαρτυρήσει την αγωνιστική προθυμία του, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική, ούτε ή μουσική και η ποίηση, αλλά μια ερωτευμένη γυναίκα που ατενίζει ήρεμα από το παράθυρο της τη νύχτα και διαλέγεται με τα σκοτάδια της ερωτικής απουσίας.
Και οι πόρνες ακόμα είναι ευλογημένες-δεν μετράει το πού φτάνει κανείς αλλά από πού άρχισε-και από την αγάπη άρχισαν κι αυτές.
Στα χέρια σας κυρία, στα χέρια που καίγονται από τη φωτιά που δεν μπορεί να ζεστάνει τίποτα, κλείνεται, σαν φτερούγισμα περιστεριών, η ταραχή του κόσμου.
Και η αδυναμία σας ακριβώς αυτή είναι η παντοδυναμία σας.
Αποδεχτείτε την σα δώρο που θα χαρίσετε με τη σειρά
σας στην ανθρωπιά του ανθρώπου.

Σαν γυναίκα κατέχετε τον έρωτα κυρία.
Και ο έρωτας είναι το πιο ισχυρό όπλο του ανθρώπου-η
σημαντικότερη δυνατότητα που του δόθηκε από τη
φύση-στον αγώνα του να προσεγγίσει την Αλήθεια, να
κατακτήσει την καθαρή, την απλή βεβαιότητα, υπερβαίνοντας τα σχετικά με την ουσία του δεσμά.
Και αν τώρα κάθομαι εδώ και σεις απέναντι μου και σας μιλώ, το θεωρώ αυτό σαν μια προσευχή μου στη Γυναίκα, την πρέσβειρα του ανθρώπινου πόνου στη χαμένη μας Χαρά.
Βλέπω στα μάτια σας ένα λαμπύρισμα που έχει το χρώμα της ελπίδας.
Βλέπω να έχει φύγει από μέσα τους η θλίψη. Και βαθαίνει σ’ αυτά η αυτοεκτίμηση.
Αν κάτι από όσα σας είπα βοήθησαν σ’ αυτό, ας θεωρηθεί το γεγονός αυτό μικρή μου κυρία σαν μια ελάχιστη ανταπόδοση για όσα εσείς μου έχετε δώσει μέχρι τώρα.
Ίσως καταχράστηκα της αποδοχής σας για μια συζήτηση και ξεπέρασα τα χρονικά όρια που θα έθετε μια γυναίκα.
Αυτά είχα να σας πω και να σας ευχαριστήσω για μια ακόμα φορά που με ακούσατε.
 (Εκείνη σηκώθηκε με ήρεμες κινήσεις, στάθηκε όρθια περιμένοντας να πληρώσει εκείνος και ύστερα προχώρησε μαζί του προς την έξοδο.)

 

 ΡΕΒΕΚΚΑ

 ΓΕΝΕΣΗ 24 (57-61)
57 οἱ δὲ εἶπαν· καλέσωμεν τὴν παῖδα καὶ ἐρωτήσωμεν τὸ στόμα αὐτῆς. 58 καὶ ἐκάλεσαν τὴν Ρεβέκκαν καὶ εἶπαν αὐτῇ· πορεύσῃ μετὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἡ δὲ εἶπε· πορεύσομαι. …………….61 ἀναστᾶσα δὲ Ρεβέκκα καὶ αἱ ἅβραι αὐτῆς, ἐπέβησαν ἐπὶ τὰς καμήλους καὶ ἐπορεύθησαν μετὰ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀναλαβὼν ὁ παῖς τὴν Ρεβέκκαν ἀπῆλθεν.


ΡΕΒΕΚΚΑ

Ήσουνα λέει δίπλα καθισμένη
Στην όχθη του αφρισμένου του Ευφράτη
Που εκατέβαζε πέτρες και ξύλα.
Και τρέχαν τα κορίτσια και τα παίρναν
Κι ανάμεσα στα στήθη τους τα βάζαν-
Άλλη μια πέτρα, ένα σαπόξυλο άλλη,
Άλλη μια χούφτα λάσπης, κι αυτό ήταν
Γάμου ευτυχία και χαρά για κείνες.
Και συ τις έβλεπες κει καθισμένη
Ατάραχη και ήρεμη, σαν κάτι
Κρυφό να ήξερες που αυτές δεν ξέραν.
Και να! Ο Ευφράτης άνθρωπος εγίνει.
Όμορφος. Πλούσιος. Νέος. Και μπροστά σου
ήρθε και στάθηκε, και δυο διαμάντια
Σου ’βαλε ανάμεσα στα δυο σου στήθη.
Και υστέρα σε πήρε από το χέρι
Και φιλικά κοιτάζοντάς σε, "Πάμε"
Σου είπε, "να ποτίσουμε τον κόσμο".
Και στην βαθιά του εμπήκατε την κοίτη
Και έγινες και συ νερό μαζί του.
Και τώρα ζείδωρο καρπό γεμάτο
Το δρόμο του τραβούσε το ποτάμι.

Αποβραδίς αυτό ήταν τ’ όνειρό σου.
Και την ημέρα έφτασε την άλλη
Ο ανυπόμονος απεσταλμένος.

Και ήθελα να σ’ έβλεπα Ρεβέκκα
Καθώς καβάλα επάνω στην καμήλα
Προς του γαμπρού επήγαινες το σπίτι,
Με το ριχτό μακρύ το φόρεμά σου
Που χρώμα μπλε είχε σπάνιας πορσελάνης
Και  με  τον άλικο και  τον ιώδη
Τον νεανικό τον κεφαλόδεσμό σου.
Χρυσό κολιέ, βραχιόλια, σκουλαρίκια,
Χρυσός και του φορέματος ο γύρος
Που στου λαιμού το ύψος τελειώνει
Με τα κοσμήματα για να ταιριάζει.
Ένα προφίλ ωραίας πατρικίας
Με φρύδια τοξωτά καμπυλωμένα,
Με όλο έκφραση κι ευγένεια μάτια,
Με μια ελαφρά κυρτή όμορφη μύτη,
Κι  ένα σφιχτό, όμως  αθώο στόμα.

Και ο θεός από ψηλά να βλέπει
Μπροστά στα μάτια του να γίνεται ότι
Αυτός είχε ο ίδιος ετοιμάσει-
Ο θεός ο παντοδύναμος και δίκιος
Που θέλοντας το Ωραίο να μας δείξει
Παιδί του Δύσκολου πως πάντοτε είναι,
Το έθνος για να κάμει το δικό του
Πλήθιο καθώς την άμμο της θαλάσσης   
Και άμετρο σαν τ’ ουρανού τ’ αστέρια,
Στείρες εδιάλεξε δύο γυναίκες.

Τάχα θεέ μου είχες μέσα βάλει
Στο μυαλουδάκι της παρθένας κόρης
Μιαν υποψία για το πόσο μέγα
Μέσα της είχε προορισμό κρυμμένο
Η προθυμία της που πράξη εγίνη-
Τον ξένο και τα ζώα του να ποτίσει;
Και πόση στα παρθένα είχε στήθη
Δύναμη μπει από τη δύναμη Σου
Που δίχως φόβο ή δισταγμό κανένα
Τα χείλη την απόφαση δηλώσαν
Που η ψυχή αμέσως είχε πάρει
Σπίτι ευθύς ν’ αφήσει και οικογένεια,
Και, η άβγαλτη ως τότε και παρθένα
Σε ξένη χώρα νια ζωή ν’ αρχίσει;

Κι α! την πορεία να ’βλεπα ποθούσα
Που πήρε η κόρη πάνω στην καμήλα
Οδηγημένη απ’ του θεού τη γνώμη.
Κι α! την πορεία να ’βλεπα ποθούσα
Το γιορτινό που ’κανε καραβάνι,
Που έμβρυο μαζί του κουβαλούσε
Το φωτεινό το μέλλον του ανθρώπου-
Που σαν πομπή ξεκίνησε γαμήλια
Και ότι γήινο τ’ άφησε στο δρόμο
Και στον πολύποθο προορισμό του
σαν θεία λατρεία έφτασε και πίστη.

Και θα ’θελα ένα της να ήμουν μέλος
Της θεοσύνταχτης αυτής πορείας.
Ή ας ήμουν ένα ρούχο από κείνα
που του βραδιού το κρύο έδιωχνε πέρα
Από το κορμί αυτών που ταξίδευαν. . .
Ή να ’μουν μιας καμήλας ένα γκέμι
Ή ένας κόκκος άμμου της ερήμου  
Που στροβιλίζονταν μες στον αέρα.
Ω! θα ’θελα κι εγώ να ήμουν κάτι
Στην ιστορία εκείνης της πορείας
Για να ’χω τώρα πέρφανος να λέω
Πώς άδικα στην πλάση δεν υπήρξα-
πως κάτι, έστω λίγο, μου είχε λάχει
που θα ’ξιζε αθάνατο να μείνει.

Και  η πομπή από  τη Ναχώρ κινάει…
Και  του Βαλήκ διασχίζει  την κοιλάδα.
Και  του Ευφράτη  προσπερνά τις όχθες.
Και  μες  στην έρημο  τη λιοκαμένη
Και  την χωρίς  ουτ’ ένα μονοπάτι
Μπαίνει καθώς προς Δαμασκό τραβάει.
Και  πάνω  από  τους λόφους  του Λιβάνου
περνάει, και  στους πράσινους  τους λόφους
Της Γαλιλαίας  γεμάτη  σκόνη  φτάνει.
Μετά από κει οι κίτρινες πεδιάδες
Γύρω απ' την Μπεέρ Σεμπά  την  περιμένουν.
Και πια στα γόνιμα πέφτει λιβάδια
Της Χαναάν, όπου ο γαμπρός προσμένει.

Σειρά έχει η Αίγυπτος  με  τα δεινά της.
Κι  ο  Μωυσής. Κι  η Έξοδος. Κατόπι
Κριτές, και βασιλείς. Και οι προφήτες.
Κι Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Ρωμαίοι.
Κι ο Αδριανός που ’ρήμωσε τη χώρα.
Κι ύστερα ο  βίος στα πολιτισμένα
Και στα Χριστιανικά του κόσμου κράτη.
Και οι  διωγμοί από την Ισπανία,
Αγγλία, Ιταλία, Ουγγαρία,
Την τσαρική Ρωσία, και  στο τέλος
η πρόσφατη  η  φρίκη η  μεγάλη.

Και  όλη αυτή η πόρεία γεμάτη αίμα
Και πόνο, και δυσβάσταχτη αδικία-
Καθώς κάθε λαού είτε ανθρώπου
που μοναχός στον κόσμο στέκει επάνω
Χωρίς δική του να ’χει μια πατρίδα.
Καθώς κάθε λαού είτε ανθρώπου
Που ξένος λογαριάζεται όπου πάει.
Αλλά και  μια πορεία γεμάτη πίστη-
Αλλά και  μια πορεία φως γεμάτη
Που κάνει να μην είναι διόλου ψέμα
Στη φύση του ενάντια, αν πει κανένας:
Αξίζει  μια ζωή με τόσον Πόνο
Ελπίδα, φως και πίστη αφού γεννάει!

Και  η  πορεία απ’ τη Ναχώρ κινάει…
και  μετά τόσα πάθη κι αλλά τόσα
Και  στην Αμερική να! έχει  φτάσει.
Να! στο Λος Άντζελες είναι  μπασμένη
Με  τη Ρεβέκκα για μπροστάρισσά της
Και  μ’ ακολούθους ότι  θείο κι ωραίο.
Και να! Στο στήθος μέσα κάθε εβραίου
Η ιδέα της Ρεβέκκας θρονιασμένη!
Και να κι  εδώ τη γη να κατακτάει
Με  τα  μοναδικά δικά της  όπλα
Που το ’να ειν'  μεγαλύτερο από τ’ άλλο-
που το ’να ακολουθάει άσφαλτα τ’ άλλο:
Ελπίδα, Πίστη, Φως: τα ίδια όπλα
που μες απ’  τους αιώνες η γαμήλια
Πομπή  της κι η Ρεβέκκα τα ’χει κάνει
Ιδανικά της άφθαρτης φυλής  της.

Και να η Ρεβέκκα Ιδέα έχοντας γίνει
Να συγκλονίζει και  να συναρπάζει
Ενού ποιητή  τη διψασμένη πέννα
Και να την κάνει ενώ είναι χρυσαλίδα
Φτερά σα να ’χει ξάφνου, να πετάει.

Ας είναι  δοξασμένο τ’ όνομά σου
Κι η ώρα που γεννήθηκες Ρεβέκκα.
Και τρεις φορές ας είναι  ευλογημένη
Η ώρα απ’ τη Γραφή όπου εβγήκες
Κι ήρθες και  θρόνιασες  μες στην καρδιά μου
Διώχνοντας από κει κάθε της ξένο
Και τα δικά σου κάνοντας δικά της.

Έτσι σε νιώθουμε Ρεβέκκα. Όμως
Όσο ψηλά κι αν φτάσει  ο λογισμός  μας,
Όσο κι αν μας  δονείς και μας κατέχεις,
Όσο κι αν είμαστε δική σου γέννα,
Όμως, Ρεβέκκα, κάθε  που η  ψυχή  μας
Να παρουσιαστεί  πρέπει  μπροστά σου-
Κάθε  που  διψασμένη αποζητάει
Να δροσιστεί απ’ τη στάμνα τη  δική  σου-
Κάθε φορά Ρεβέκκα που  θα πρέπει
Μπροστά η ψυχή μας να σταθεί σε σένα,
Προτού, τότε γυρεύουμε Ρεβέκκα
Το θέριστρο, κι εμείς, να σκεπαστούμε,
Για να μη  δείξουμε γυμνή  μπροστά σου
Έστω κι αν της αξίζει, την ψυχή μας,
Όπως εσύ, τον Ισαάκ σαν είδες
Από μακριά, το πρόσωπο είχες κρύψει.

Και το επόμενο βήμα μας θα ’ναι
Και κει θα στρέφει η προσπάθειά μας όλη,
Όταν ξανά Ρεβέκκα θα σε δούμε,
Να μη χρειαστεί να σκεπαστεί η ψυχή μας
Μα να σταθεί ολόγυμνη μπροστά σου
Σα φλόγα σ' άλλη ολόλαμπρη μπρος φλόγα.

Ποια θα ’ναι άραγε η ώρα εκείνη
Αυτό συ να το πεις μονάχα ξέρεις.
Αλλά να μας το πεις δε θέλουμε όμως.
Καθόλου. Θα  το  βρούμε  μοναχοί   μας
Η ώρα και  γι αυτό η καλή  σα θα ’ρθει.

                              -----

                           ΘΕΙΑ

Η ύπέργηρη Θεία κάθεται στην πολυθρόνα στο δωμάτιό της, με αδημονία να διαγράφεται στις αδιόρατες κινήσεις ή στο βλέμμα της που συχνά γυρνάει προς το παράθυρο, από όπου φαίνεται ο χωματόδρομος.
Τα παλαιικά μισοσάπια έπιπλα του δωματίου μοιάζουν σαν να στέκονται μόλις στα πόδια τους.
Ακούγεται το σαράκι που δουλεύει στις σανίδες
του ταβανιού.
Χτυπάει η πόρτα.
 Η Θεία πηγαίνει ως αυτήν και την ανοίγει. Στο έμπα της στέκει ο Στύμφαλος.
Σαν να ήταν αυτό που περίμενε η Θεία, αρχίζει να μιλάει με φωνή σιγανή αλλά ξεκάθαρη.

ΘΕΙΑ

Καλώς τόνε.
Πέρασε.
Μου είπανε ότι μπορεί να ερχόσουν.
Οι εκδρομές με το σχολείο έχουν κι αυτά τα ευχάριστα, να ξαναβλέπει κανείς συγγενείς που είχε χρόνια να δει.
Κάτσε αγαπητό μου παιδί.

(Ο Στύμφαλος κλείνει την πόρτα και κάθεται με το κορμί στητό στην πολυθρόνα απέναντι στη Θεία)

Πόσα χρόνια έχω να σε δω; Δέκα; Εκατό; Εκατό χιλιάδες; Τι σημασία έχει; Τι αλλάζει; Τίποτα δεν αλλάζει. Όλα είναι ίδια, τόσο ίδια που δεν ξέρεις αν ζεις στο τώρα ή στο τότε. Δεν ξέρεις καν τι θα πει τότε και τι τώρα. Και ο όρος επανάληψη έχει χάσει κάθε έννοια. Λες και ο χρόνος δεν υπάρχει.  
Τότε παιδιά παίζανε με ψεύτικα τόξα, τώρα παίζουνε με ψεύτικα περίστροφα. Τότε οι μεγάλοι τσακώνονταν ποιος θα γίνει βασιλιάς, τώρα ποιος θα γίνει πρωθυπουργός. Κι εγώ ανάμεσα σε δύο κόσμους, ίδια μακριά και ίδια κοντά από τον ένα και με τον άλλο-κι εγώ ανάμεσα σε δυο κόσμους, τόσο μεγάλη και τόσο μικρή...
Έχω ξεχάσει πια πόσων χρονών είμαι.
Νομίζω πως έχω πεθάνει κιόλας και πως και όλοι οι άλλοι είσαστε πεθαμένοι και πως ετούτος είναι ο Άδης και όλα γίνονται σ' αυτόνε μέσα.
Και βουίζουν στ' αυτιά μου οι φωνές από τα γλέντια και από τους θρήνους του παλατιού μας τότε, και βουίζουν τ' αυτιά μου από τα τραγούδια στο μαγνητόφωνο και από το θόρυβο των αυτοκινήτων σήμερα. Και να ζυγιάζω σε μια ζυγαριά τη ζωή του τότε και τη ζωή του σήμερα και διαφορά να μη βρίσκω. Τόσοι πόλεμοι, τόσοι θάνατοι, τόση δυστυχία, τόσος πόνος για τι; Γιατί έπρεπε να γίνουν όλα εκείνα; Για να πετάνε με αεροπλάνα οι Αρκάδες σήμερα και να γεμίζουν οι νέοι μας τα καφενεία; Γι αυτό ο πατέρας μου ο Λυκάονας έγινε λύκος; Γι αυτό ο γάμος του Πελασγού με τη Μελίβοια, το χτίσιμο της Παρρασίας από αυτόν, η γέννα του Αρκάδα από την Καλλιστώ με το Δία και η μεταμόρφωσή των δυο τους σε αστερισμό, γι αυτό το κεραυνοβόλημα των αδερφών μου, ο γάμος του Αρκάδα με την Ερατώ που γέννησε τον πατέρα σου, η γέννα η δική σου για να γίνεις και συ βασιλιάς της Αρκαδίας-αλήθεια γι αυτό δεν προετοιμάζεσαι;-γι αυτό όλα αυτά-για να ζούνε σήμερα στο ίδιο αυτό μέρος άνθρωποι ίδιοι σαν και μας, με τα ίδια πάθη και με τις ίδιες ψεύτικες και πεθαμένες από τη γέννα τους χαρές;
Επανάληψη, επανάληψη, τίποτα χειρότερο, τίποτα καλλίτερο... Τίποτα προς τα εμπρός, τίποτα προς τα επάνω. Όλο προς τα κάτω, κάτω, κάτω, κάτω... Και μέσα σ' αυτόνε το βάλτο να πρέπει να ζούμε και να πεθαίνουμε… και να ξαναζούμε...

Μα σε άρχισα με όλα αυτά και θα αναρωτιέσαι για την παράξενη προγιαγιά σου. Νέο παιδί εσύ κι εγώ κάθομαι και σου λέω τι;
Μα δε μου έμεινε μυαλό παρά για να σκέφτομαι τέτοια.
Και σ' έχω μπροστά μου εσένα παιδί του εγγονού μου, που μόνο μια φορά σ' είδα λίγο μετά τη γέννα σου και, η ξεμωραμένη εγώ, άρχισα τα δικά μου.
Μα πόσο μεγάλος και πόσο όμορφος έχεις γίνει καλέ μου Στύμφαλε!
Αν δεν ήξερα πως θα ’ρθεις δε θα σε γνώριζα.
Και μοιάζεις περισσότερο του παππού σου παρά του πατέρα σου έτσι που έχεις και συ αφήσει μακριά τα μαλλιά σου και το ίδιο πείσμα και την ίδια δύναμη βλέπει κανείς στο στόμα και στο πηγούνι σου.
Έχω την εντύπωση ότι αν δε σ' έστελναν δε θα ερχόσουν από μόνος σου να με δεις, κι ας έφτασε το πούλμαν κοντά στο προγονικό σπίτι σου, κι ας ξέρεις πως βρίσκομαι εδώ εγώ, η προγιαγιά σου, που ζει μονάχη της τόσα και τόσα χρόνια τώρα.
Μα όπως και να ’χει είσαι εδώ.

Η Ελάτεια πρέπει να είναι όμορφη πόλη. Ο πατέρας σου θα είναι πολύ υπερήφανος που έκανε εκεί μια αποικία και που ρίζωσε και άνθισε.
Δεν έχω πάει.
Πουθενά δεν έχω πάει.
Μένω πάντα εδώ, σ' αυτό το μεγάλο σπίτι το μισογκρεμισμένο πια, παρέα με τις κουκουβάγιες που έχουν χτίσει στα χαλάσματα του τις φωλιές τους.
Και κανείς δε με ξέρει, ούτε ποτέ με ήξερε κανείς. Ω! ναι, με ήξεραν σαν κόρη του Λυκάονα. Εμένα, τη Θεία, για τον εαυτό μου, κανείς δε μ’ ήξερε ουδέ με ξέρει. Όλοι γνωρίζουν όμως την Καλλιστώ. Βλέπεις εκείνη ήταν η όμορφη, η ζωηρή, η τολμηρή, εκείνη διάλεξε ο θεός να κάνει έρωτα μαζί της.
Μα κάτσε πιο βολικά στην καρέκλα σου. Εσείς οι νέοι, πάντοτε έτοιμοι για κίνηση, για τίναγμα, για φευγιό.
Όπως βλέπεις μου βρίσκονται καρέκλες ακόμα.
Μα και τι τις θέλω;..
Τις βλέπω κάθε μέρα έτσι έρημες μπροστά μου και λέω να δω ποιος θα βαστάξει περισσότερο, εγώ ή αυτές...
Όμως χώρος υπάρχει εδώ μέσα για πολλά έπιπλα. Κάποτε ζούσαν σ' αυτό το σπίτι πενήντα παιδιά, χώρια το υπόλοιπο σόι.
Θα στα ’χουν πει.
Οι άνθρωποι και όχι ο χώρος λείπουν από το σπίτι ετούτο που  κάποτε πλαντούσε από ζωή.
Δε θα πετάξω τις καρέκλες όσο κι αν παλιώσουν. Κάποτε μπορεί τα κουρασμένα σώματα των πεθαμένων να ζητάνε να ξεκουραστούνε. Και πού αλλού θα πήγαιναν παρά στο σπίτι τους;
Όταν έχει συννεφιά πώς ξέρω ότι ο παππούς σου ή η μητέρα του δεν έρχονται για να ξεκουραστούν λίγο εδώ μέσα;
Καμιά φορά έχω την αίσθηση πως κιόλας είναι εδώ και ανοίγω κουβέντα μαζί τους, ίδια καθώς τώρα κουβεντιάζω με σένα.
 Το καταλαβαίνω πως είναι εδώ γιατί οι πολυθρόνες που κάθονται πάνω τους λάμπουν μ’ ένα χρυσό αστροφώς.
Και κάποτε ήρθε ο πατέρας μου ο ίδιος και κάθισε σε κείνην εκεί την καρέκλα.
Το κατάλαβα από τον τρόμο που πήραν οι γάτες που μαζεύονται στην εξώπορτα και από τα ανήσυχα γαυγίσματα των σκύλων γύρω από το σπίτι.
Ποιος ξέρει, μπορεί να έρχονται και τα πενήντα αδέρφια μου, μοιάζοντας σαν ανθρακωρύχοι που έχουν γίνει ένα με το κάρβουνο, έτσι καθώς τους άφησε με τις σάρκες καρβουνιασμένες από τους κεραυνούς του ο μεγάλος μας θεός. Μας ρήμαξε αλήθεια ο θεός αυτός.
Έδωσε λέει θεϊκή ρίζα στο γένος μας. Ποιος του το ζήτησε; Ύστερα θεϊκή ρίζα δεν έλειπε από το γένος μας. Η Γη, ο Πόντος, ο Ωκεανός, η Τηθύς, ήτανε προγονοί μας.
Ναι, μιλάω τόσο ελεύθερα για τους θεούς γιατί είμαι τόσο γριά που σχεδόν είμαι αθάνατη κι εγώ. Τίποτε άλλο δεν ξεχωρίζει τους θεούς από τους ανθρώπους παρά η αθανασία τους. Γι αυτό οι γέροι και οι γριές τους πλησιάζουν κι έχουν το δικαίωμα να μιλάνε γι αυτούς άφοβα. Μετριούνται σαν ίσοι προς ίσους πια με κείνους. Γιατί βλέπουν πως δεν είναι οι θεοί αθάνατοι, μόνο οι άνθρωποι είναι θνητοί και δεν προλαβαίνουν να δουν τους θεούς να πεθαίνουν.

Σου έλεγα πριν πως μπορεί να ’ρχονται και τα πενήντα αδέρφια μου εδώ μέσα. Μια μυρουδιά σερνικού γεμίζει τότε το σπίτι. Και μπορεί η δύσπνοια που με πιάνει τις ημέρες εκείνες να είναι από το συνωστισμό με τόσους νεκρούς που μαζεύονται τότε, καθώς κουβαλούν μαζί τους και την άπνοια και μένουν εδώ για κάμποσο.
Α! Πόσο διαφορετικά ήταν όταν όλοι αυτοί ήσαν ζωντανοί και το παλάτι έμοιαζε σαν μια μεγάλη κυψέλη που χαρούμενες μέλισσες το γέμιζαν…
Ναι, μου ’ρχονται στη θύμηση μου τέτοια κάποτε, σαν τώρα που σε είδα.
Τι αίσθηση και κείνη, να είμαστε μαζί με την προγιαγιά σου την Καλλιστώ οι μόνες αδερφές μέσα σε πενήντα αγόρια!
Είσαι μοναχογιός και δεν ξέρεις τι θα πει αδερφός και αδερφή.
Δεν μπορείς να ξέρεις πόσο θα καμάρωνες να βγαίνεις με την αδερφούλα σου στο παζάρι ή για να μαζέψετε ξύλα και να μην μπορεί να την πειράξει κανείς επειδή εσύ θα την προστάτευες.
Και βέβαια δεν θα ήξερες ούτε τότε, πόσο ήσυχες, αμέριμνες, ασφαλείς από κάθε κακό και πόσο περήφανες αισθάνονται δυο αδερφές με πενήντα αδέρφια.
Αν φτιάχνανε αυτοί ένα γύρο και μεις καθόμασταν δίπλα του, θα ήμασταν τα πολύτιμα πετράδια σ’ αυτό το δαχτυλίδι.

Όλοι μας ζήλευαν να έχουμε αδέρφια τόσα.
Αλλά κι αυτά μας αγαπούσαν.
Κι η πιο παράξενη πεθυμιά μας ήτανε διαταγή γι αυτούς.
Η Καλλιστώ πολλές φορές τους είχε ζητήσει χάρες, κάτι  εγώ δεν τόλμησα ποτέ να κάνω.
Μια φορά θυμάμαι-πόσο μακρινές θύμησες!-τους απαίτησε να της φέρουνε τρία λιοντάρια μέσα σε κλουβιά.
Ήθελε, τους είπε, να νιώσει βασίλισσα των λιονταριών έτσι που θα τα έκανε ότι ήθελε καθώς αυτά θα ήσαν φυλακισμένα.
Το έκαναν. Πενήντα θεριά τι ήτανε γι αυτούς να πιάσουνε τρία άλλα θεριά ζωντανά;
Και στάθηκαν μετά όλα τ’ αδέρφια στη σειρά να περάσει και να τους φιλήσει έναν έναν μετά το κατόρθωμα τους η Καλλιστώ, για να τους δείξει την αγάπη της και για να τους ανταμείψει για την υπακοή τους.
Για μέρες παίδευε τα κακόμοιρα τα λιοντάρια.
Πόσα δεν είχανε κάνει τ’ αδέρφια της γι αυτήν!
Δε λέω, και μένα μ’ αγαπούσαν, όμως εγώ δεν τους γύρεψα τίποτε άλλο παρά την ήρεμη και σίγουρη αγάπη τους. Και είναι αλήθεια πως ποτέ δεν με ρώτησαν και μένα αν θέλω κάτι.
 Επειδή δεν ήμουν αρκετά όμορφη σαν την Καλλιστώ; Επειδή ήξεραν πως θα τους έλεγα πως δε θέλω τίποτα; Ποιος ξέρει.
Η ντροπαλή-έτσι μ’ έλεγαν.
Και ήμουνα.
Πάλι ποιος μπορεί να ξέρει τι έχει μέσα του το μυαλό πενήντα νέων που τους ενώνει το ίδιο αίμα και που αυτό το αίμα βράζει από νιάτα, από δύναμη, από ομορφιά και εξουσία;
Κυρίως το τελευταίο.
Και είχανε μεγάλη περηφάνια να είναι πριγκιπόπουλα της Αρκαδίας.

Και καθότανε με τις ώρες ο πατέρας μας να τους διηγιέται την καταγωγή μας και την ανωτερότητα τους απέναντι σε άλλους, άσημους βασιλιάδες. Τα βράδια μπρος στο τζάκι, στη μεγάλη πίσω αίθουσα, ό πατέρας έλεγε κι έλεγε, ενώ με περιέργεια και με ενδιαφέρον τον ακούγανε πηγαινοέρχοντας τα παιδιά και τσιμπώντας την ίδια στιγμή από τα ανθρώπινα κρέατα που ψήνονταν στο μεγάλο τζάκι. Κι αν έχαναν κάποιο κομμάτι από τη διήγηση δεν τα πείραζε. Στην αυριανή ή στην παραυριανή μάζωξη θα τα ξανάκουγαν. Δε βαριότανε-τι λέω δε βαριότανε, ευκαιρίες γύρευε να τα λέει και να τα ξαναλέει ο παππούς σου.
Και με τη μυρωδιά από ψημένα κρέατα να γεμίζει την αίθουσα, τους έλεγε για τον πατέρα του τον Πελασγό, πόσο γενναίος και έξυπνος ήταν ανάμεσα στους συμπατριώτες του και πόσο ένιωθε να μη τον χωράει ο τόπος που ζούσε ώστε έχτισε δική του πόλη, την Παρρασία, και έγινε βασιλιάς της για εικοσιπέντε χρόνια.

Είμαι σίγουρη πως ξέρεις τα ονόματα όλων των προγόνων και συ, μα μπορεί και να τους μπέρδευες καμιά φορά. Γιατί βλέπω πως κάποτε πρέπει να σκέφτεσαι για λίγο, ώστε να μπορέσεις να παρακολουθήσεις τα λεγόμενα μου. Και αυτό το βρίσκω φυσικό μιας και ζεις μακριά από την Αρκαδία.
Γι αυτό θα ακούσεις κι από μένα λίγα για του σογιού μας την γενεαλογία-έτσι δεν τη λέτε στο σχολείο σας;
Ο Πελασγός ήτανε ο παππούς μου. Πατέρας του πατέρα μου του Λυκάονα.
Ο πατέρας μου λοιπόν, διηγιόταν συχνά τα κατορθώματα και τις νίκες που είχε κάνει ο δικός του πατέρας, ο Πελασγός, σε τοπικούς πολέμους, ώσπου να επικρατήσει στην περιοχή χτίζοντας την Παρρασία.

Τους έλεγε ακόμα για τον παππού του τον Αρέστορα, πατέρα του Πελασγού, που είχε την καταγωγή του από τον Φόρκυ, γιο του Πόντου και της Γης, για τη μητέρα του τη Μελίβοια, που ήτανε παιδί του Ωκεανού και της Τηθύς, τους έλεγε ιστορίες που ο πατέρας και η μητέρα η δική του του είχαν διηγηθεί.
Εκείνο όμως που περισσότερο χαιρόταν να λέει και να ξαναλέει ήτανε για τη ζωή του σαν πριγκιπόπουλου της Παρρασίας-πριν γίνει βασιλιάς ολόκληρης της Αρκαδίας.
Και έλεγε... και έλεγε...
Και αν κάποιος απ’ όλους τον ρωτούσε πώς αυτός που ήτανε γέννημα της θάλασσας από πατέρα και μάνα κατάντησε να ζει σε μια χώρα πετρωτή και βουνίσια, τότε σταμάταγε τη διήγηση, έμενε για λίγο σκεφτικός και ύστερα σήκωνε το μεγάλο χοντρό του κεφάλι προς εκείνον που τον ρώτησε και ξύνοντας το πηγούνι του έκανε απορημένος: "Έλα ντε!"
Όλοι γελούσαν κι εκεί τελείωνε η διήγηση για
κείνο το βράδυ.

Η ζωή ήταν δική μας τότε. Και τι την κάναμε;
Τίποτα.
Η ζωή είναι δική σας τώρα.
Και τι θα την κάνετε;
Τίποτα.
Πού είναι όλα εκείνα που πέρασαν; Χάθηκαν μέσα στο Κενό που όλα στο τέλος καταπίνει.

Θύμησες...
Μα τι άλλο είναι η ζωή παρά θύμησες;
Ως και το που κάτι σου είπα μέχρι τώρα, μόνο να το θυμάμαι μπορώ. Γιατί κι αυτό περασμένο πια είναι.
Ώρες ώρες λέω πως ο άνθρωπος είναι άνθρωπος μόνο επειδή έχει μνήμη. Μα ας έλειπε τέτοια βασανιστική ανθρωπιά.
Α! Και τι δε θα είχα να θυμηθώ! Τα παιχνίδια μας στο δάσος; Το σκαρφάλωμα στα γύρω βουνά;

Όλοι με πρόσεχαν και με περιποιόνταν τότε.
Έψαχνα να βρω το γιατί.
Ούτε που μου πήγαινε στο μυαλό πως στο πρόσωπο μου τιμούσαν τον Λυκάονα που φοβόνταν, και τ’ αδέρφια μου και την αδερφή μου.
Όταν ο Δίας κεραύνωσε τ’ αδέρφια μου, έχασα όλη τη χαρά μου. Τα παιχνίδια σταμάτησαν, η περηφάνια που έκρυβα κι εγώ μέσα μου για την καταγωγή μου έχασε τα φτερά της. Η αδερφή μου μόνο η Καλλιστώ εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται σαν να μην έγινε τίποτα. Γι αυτήν σα να μην χάθηκαν σαράντα εννέα αδέρφια της, κρεμάστηκε τώρα από το λαιμό του Νύκτιμου, του μόνου που μας άφησε ζωντανόν ο Δίας και που ανάλαβε τη βασιλεία της χώρας όταν τον παππού σου τον Λυκάονα τον μεταμόρφωσε ο Δίας σε λύκο. Δεν ξέρω αν σου έχουν πει την αιτία αυτής της μεταμόρφωσης, όμως θα στην πω εγώ έτσι κι αλλιώς, γιατί πρέπει να ξέρεις όλα για την οικογένεια σου που είναι και δική μου. Βασιλιάς λοιπόν όντας ο Λυκάονας, κάλεσε σε τραπέζι το Δία. Νέος θεός τότε ο Δίας και με την ανάγκη όλων για να σταθεροποιηθεί στο θρόνο του, δεχόνταν προσκλήσεις τέτοιες από ισχυρούς θνητούς.
Είναι όπως όταν σήμερα οι βουλευτές σας κάνουνε κουμπαριές.
Μα στην Αρκαδία τρώγαμε ακόμα ανθρώπινο κρέας. Είτε των εχθρών που πιάνονταν αιχμάλωτοι, είτε πολιτικών εχθρών του βασιλιά. Και ενώ είναι η αλήθεια ότι πρόσφερε πολλά καλά στην Αρκαδία ο πατέρας, όπως ας πούμε ημέρεψε τους κατοίκους και τους έμαθε να ζούνε σε πόλεις και όχι ένας ένας σαν τα θηρία, όμως δεν είχε αλλάξει τη συνήθεια της ανθρωποφαγίας.
Πρόσφερε λοιπόν και στο Δια κρέας ανθρώπινο.
Αυτό είναι και η αιτία που όταν το έμαθε ο Δίας εξαγριώθηκε κι έκανε λύκο τον πατέρα μου και κατακαρβούνιασε με τους κεραυνούς του τα παιδιά του και αδέρφια μου.

Όταν λοιπόν ο πατέρας μου έγινε λύκος και πήρε τα βουνά και ο Νύκτιμος έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας, ακόμα ο κόσμος με σέβονταν και με θεωρούσε κάποια με αξία. Μα όταν ανάλαβε ο ανηψιός μου και παππούς σου, ο Αρκάδας, που όπως ξέρεις έγινε βασιλιάς της Αρκαδίας σκοτώνοντας τον Νυκτιμο, τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο για μένα. Δε με ήθελε διόλου.

Κανείς δε νοιάζονταν για μένα τότε.
Με ενοχλούσε αυτό στην αρχή, όταν δεν είχα καταλάβει ακόμα την αιτία της αλλαγής τους.
Περίμενα να παραμερίζουν στο δρόμο όταν περνούσα, όμως αυτοί ούτε που έβλεπαν ότι υπάρχω. Επίτηδες πήγαινα στην αγορά μόνη μου και γύριζα κουβαλώντας δυο τρεις γεμάτες μεγάλες τσάντες για να δω αν κανείς θα προθυμοποιόνταν να με βοηθήσει.
Τίποτα. Ούτε σα γριά που σχεδόν ήμουν κιόλας.
Κι αν τους εμπόδιζα στο διάβα τους με βρίζανε από πάνου.
Θα πεις πως οι μεγάλοι που με γνώριζαν για χρόνια είχαν λείψει οι περισσότεροι ή σε μάχες σκοτωμένοι ή, σε μετανάστεψη, ή έχοντας πεθάνει νέοι.
Μα έμεναν ακόμα αρκετοί. Κι αυτοί όμως σα να μην με γνώριζαν έκαναν.
Μερικοί περπατώντας με χαιρετούσαν μόνο βιαστικά.
Ένιωσα πως δεν άξιζα πια τίποτα στην Αρκαδία μέσα.

Το πράγμα χειροτέρεψε όταν ο παππούς σου άφησε αυτό το σπίτι για να φτιάξει το καινούργιο του παλάτι "μακριά από τις γριές" όπως έλεγε. Η άλλη γριά ήτανε η Μαία, η γυναίκα που τον ανάθρεψε όταν η Καλλιστώ έγινε αστερισμός. Κι όταν κι αυτόν οι θεοί τον κάνανε αστερισμό και ανέβηκε κι αυτός να κάνει παρέα με τη μητέρα του μέσα στα κρύα πλάτη του ουρανού, ένιωσα τέλεια μόνη και αδύναμη.

Ο παππούς σου θα μπορούσε να είχε αλλάξει μερικά πράγματα σ' αυτό το σπίτι που κάποτε ήτανε παλάτι, αν τα πήγαινε καλά μαζί μου.
Δεν ξέρω γιατί δε με συμπάθησε.
Ίσως γιατί δεν πέθανα κι εγώ καθώς η μητέρα του.
Μετά, ίσως επειδή ήτανε παιδί θεού είχε μεγάλη περηφάνια και δεν ανεχότανε να ζει κοντά σε παρακατιανούς συγγενείς. Μου ’λεγε όταν τον πιάνανε τα νεύρα του «εκτος που είμαι βασιλιάς είμαι και μισός θεός-τι συγγένεια έχεις εσύ με μένα;"
Δεν τον παρεξηγούσα. Μάλιστα τον καταλάβαινα. Δεν ήτανε πολλά τα παιδιά θεών στον κόσμο.

Κοιτάζω από το παράθυρο τα βράδια και τον βλέπω στον ουρανό. Τα πέντε αστέρια του λάμπουνε σχεδόν σαν της μητέρας του. Κι έτσι όπως είναι βαλμένοι οι δυο τους μοιάζει σαν να τον πιάνει από το χέρι η μητέρα του και γιαγιά σου.
Και ο προπάππος σου, όταν αυτοί βγαίνουν σον ουρανό, εκείνος αρχίζει τις σπαραχτικές κραυγές του μέσα από τα δάση, σαν να τους καλεί να ξανάρθουν ή σαν να θέλει κάτι να τους πει-λες και θα τον άκουγαν εκεί πάνω,
Κι εγώ τον ακούω να αλυχτάει φρικώδικα μέσα στο σκοτάδι και η καρδιά μου σπαράζει.
Μα έτσι το θέλησε ο Δίας. Και ποιος μπορεί να πάει κόντρα στη θέληση του;
Μας βάζει νόμους και μεις τους τηρούμε και ζούμε μ’ αυτούς.
Και ξαφνικά η βουλή του αλλάζει. Πώς θα έπρεπε να ξέρει ο πατέρας μου πως δεν πρέπει πια να τρώει ανθρώπινο κρέας;
Μα όταν οι θεοί θέλουνε να χαλάσουνe κάποιον, δε λογαριάζουν νόμους κι ας τους είχανε οι ίδιοι βάλει.

Εγώ βαθιά μου δεν πολυπίστευα πως οι θεοί κανονίζουν όλα τα ανθρώπινα. Και αυτό ο παππούς σου το είχε καταλάβει και ήταν ένας άλλος λόγος αυτό να μην με ανέχεται. Γιατί ήταν σαν έτσι να αμφισβητούσα την αξία της καταγωγής του από το Δία από τη μια και από την άλλη να πρόσβαλα την τιμή της μητέρας του.
Βέβαια θα σου έχουν μάθει όλες τις ιστορίες σχετικά με την καταγωγή σου, με τους προγόνους, με τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους.
Μα ξέρω πως οι νέοι θέλουν ν' ακούνε οικογενειακές ιστορίες από κάποιον που ο ίδιος τις έχει ζήσει. Και περισσότερο όταν πρόκειται για ιστορίες πολύ δικών του προσώπων.
Και μένα μου άρεσε αυτό όταν ήμουνα μικρή.
Μικρή! Ποιος ξέρει πόσον καιρό πριν... Από μια ηλικία κι ύστερα δεν παίζουν ρόλο τα χρόνια, όσα κι αν περάσουν.
Φτάνει να καταλάβει κανείς μερικά πράγματα για
να είναι όλα ίδια από κει και πέρα.
Αυτό ίσως δίνει μιαν άλλη όψη στα πρόσωπα και στα γεγονότα, και γι αυτό μπορεί οι νέοι να θέλουν ν' ακούνε τα ίδια πράγματα κι από άλλους. Μπορεί να ’χουν μια κρυφή ελπίδα να μάθουν κάτι που οι γονείς τους τους το έκρυψαν, ή ότι κάποιο περιστατικό δεν έγινε ακριβώς έτσι όπως τους το έχουν πει.
Και καμιά φορά αυτό αλλάζει πολλά πράγματα στη ζωή των νέων.
Και ακόμα όντας νέοι, το μυαλό τους είναι στα παιχνίδια, ξεχνάνε συχνά ό,τι ακούνε και πρέπει να το ακούσουν πολλές φορές για να το θυμούνται.
Ενώ εμένα κάθε ρυτίδα μου είναι κι ένα αυλάκι στο χωράφι της γνώσης. Βλέπεις, όλο τ’ όργωσα.
Εσένα υνί δε βυθίστηκε ακόμα στο δικό σου χωράφι.
Είσαι τόσο νέος!...
Είσαι το μέλλον, είμαι το παρελθόν.
Α! Οι γριές έπρεπε να πεθαίνουν.
Ο πατέρας σου είμαι σίγουρη θα με είχε σκοτώσει και ίσως να μ' έτρωγε αν δε φοβόταν την εκδίκηση του Δία.
Οι γέροι και οι γριές έπρεπε να πεθαίνουν.
Γιατί κανείς δεν τους υπολογίζει.
Ούτε πια και η ζωή.
Είναι γι αυτήν όπως ένα ρούχο παλιό, χιλιοφορεμένο, που όμως δεν το πετά γιατί τους θυμίζει την παλιά της εποχή.
Οι γέροι άνθρωποι είναι σαν τα χιόνια τα βρώμικα και μισοπαγωμένα που μένουν σε κάτι σκιερές γωνιές όταν όλα τα άλλα έχουν λιώσει.
Κανείς, ούτε και τα φοβάται πια, ούτε και χαίρεται
μαζί τους.
Οι πόρτες κλείνουν γι αυτούς όπως κλείνουν για έναν άγνωστο ή για έναν αλήτη.
Γιατί τι να πει κανείς μ’ ένα γέρο;
Για να μιλήσει ένας γέρος σε κάποιον πρέπει να τον πληρώσει ώστε αυτός να τον ακούσει.
Και ποιος θα πάει να μου ψωνίσει εμένα; Εγώ μόλις που μπορώ να πηγαίνω ως το κρεβάτι μου την ώρα του ύπνου.
Περνάει κανένα γειτονοπούλα και του δίνω να μου φέρει κάτι. Αλλιώς περνάω με παξιμάδια που έχω πάντοτε κοντά μου.
Και έτσι που ο παππούς σου με έχει εγκαταλείψει, όταν πεθάνω, θα με βρουν από τη βρώμα που θα αναδίνει το λιωμένο σώμα ή όταν έρθει το παιδί για να δει αν θέλω τίποτα.
Μα ήμουν συνηθισμένη στην τέτοια ζωή από μικρή.
Κανείς νέος δε ζήτησε να χορέψει μαζί μου στα γλέντια μας, ενώ γύρω από την Καλλιστώ σχηματίζονταν ένας φράχτης από αντρικά κορμιά που ποθούσαν ν' αγγίξουν το δικό της.
Τότε...
Τα πρωινά, όταν ακόμα ένας κρύος αχνός σκέπαζε τις σπορές, συνήθιζα να βγαίνω έξω απ’ το παλάτι και να κάνω βόλτες στον κήπο και στα γύρω χωράφια.
Άκουγα το τραγούδι των δροσοπηγών μέσα στη βαθιά γαλήνη της φύσης.
Τα γύρω βουνά μοιάζανε σαν τεράστιοι βωμοί με την ομίχλη μυρωμένη κνίσα να χαϊδεύει ερωτικά τις κορφές τους.
Το τελευταίο αστέρι έσβηνε στον ουρανό αφήνοντάς τον όλον άδειο, για να φανερωθεί σε όλη του τη βασιλική μεγαλοπρέπεια ο μεγάλος άρχοντας, ο ήλιος.
Τότε αυτός γινόταν ένα με την ψυχή μου.
Τέτοια πρωινά η θλίψη ήτανε ποτισμένη από τη δροσιά, που δεν ήτανε νερό αλλά δάκρυα χυμένα για κάποιο συντριμμένο ειδύλλιο. Οι μαργαριτούλες των πράσινων λιβαδιών-μικροί ήλιοι-τέντωναν τα φυλλαράκια τους σαν αχτίδες γύρω από το κροκάτο κίτρινο κέντρο τους.
Το παλάτι πίσω μου έμοιαζε μες στην πρωινή πάχνη σαν ένα πλοίο χωρίς κατάρτια και πανιά.
Μα ένα καράβι με άξιον κυβερνήτη, τον Λυκάονα, τον άγιο πατέρα μου.  
Ένα καράβι που οι γύρω θάλασσες το σέβονταν.
Κι όταν μέσα από το παλάτι ακούγονταν ο θόρυβος των τετζερέδων, οι θόρυβοι του αρμέγματος και οι φωνές από τα αλληλοπειράγματα των αδερφών μου καθώς πλένονταν για να διώξουν από πάνω τους τα όνειρα και τις σκιές του ύπνου, τότε ήξερα πως είναι ώρα να γυρίσω.
Μετά το φαγητό τ’ αδέρφια μου σκορπίζονταν με τα κοπάδια στα γύρω χωράφια και οι δούλες ξανασυγύριζαν την αυλή από την αντρική αναστάτωση στη γυναικεία τάξη.
Το χειμώνα κλεινόμασταν όλοι μέσα στο παλάτι και τρώγαμε τραχανά το πρωί και παστό χοιρινό το μεσημέρι.
Τα ψωμιά ψήνονταν κάθε μέρα στους φούρνους που είχε χτίσει ο πατέρας.
Τριζοβολούσανε τα ξύλα στο τζάκι.
Η Μαία μάζευε γύρω της τις γυναίκες του σπιτιού και λέγαμε τις γυναικείες μας κουβέντες με χάχανα και με ιστορίες για αγόρια.
Οι άντρες γυρίζοντας κουβαλούσανε ξύλα και ταχτοποιούσανε στο τζάκι το κρέας.
Το κρασί έτρεχε από τα γένια τους καθώς έπιναν ρίχνοντας ξαναμμένα βλέμματα στις καλόβολες δούλες.
Και τα καλοκαίρια περνούσαν, και οι χειμώνες και
τα χρόνια περνούσαν.

Και ήρθε η ώρα να έρθει ο Δίας στο παλάτι μας και να ταϊστεί το απαίσιο φαγητό. Και πάνε οι αδερφοί μου, εκτός από τον Νύκτιμο στον Άδη, και πάει ο πατέρας μου ο Λυκάονας στα βουνά ν’ αλυχτάει.
Η Καλλιστώ αργότερα έφυγε από το σπίτι.
Την ξεμυάλισε μια φίλη της να αφιερωθεί στην Άρτεμι. Και κείνη, με τόση ζωή και με τόση πεθυμιά μέσα της επήγε, κι ας ήξερε πως η Άρτεμι δε συγχωρεί τους παραβάτες των κανόνων της.
Και σε μια πομπή προς τιμήν της θεάς την είδε ο Δίας και την ερωτεύτηκε.
Λέω πως δε θα δυσκολεύτηκε να τηνε κατακτήσει.
Μα όταν έμαθε η Ήρα ότι η Καλλιστώ εγέννησε από το Δία τον παππού σου τον Αρκάδα, φρένιασε.
Και περίμενε την ευκαιρία να εκδικηθεί.
Ήτανε ρημαγμένο το σπίτι μας, θα του ’ρχονταν κι άλλα κακά.
Ο Νύκτιμος δεν είχε τη δύναμη που χρειάζονταν το παλάτι και η Αρκαδία για να κυβερνηθούνε. Οι δούλοι και οι δούλες το ’σκασαν. Και οι γύρω χωρικοί, που ο πατέρας μου είχε συμμαζώξει και τους έβαλε να ζουν σαν άνθρωποι μέσα σε πόλη κι όχι ένας ένας σαν αγρίμια, να δουν ότι ο Νύκτιμος δεν ήξερε από διοίκηση, αρχίσανε να ξεσηκώνονται και να ζητάνε.
Ως για τον Αρκάδα, μικρός ακόμα ήτανε για βασιλιάς. Κι όταν μεγάλωσε κι αυτός και είχε βγει κάποια μέρα για κυνήγι, η Ήρα, για να εκδικηθεί μέχρι τέλους, τού έστειλε μπροστά του τη μάνα του και αδερφή μου, την Καλλιστώ μεταμφιεσμένη σε αρκούδα, ώστε ο ίδιος της ο γιος να την τοξέψει. Μα ο Δίας πρόλαβε, την πήρε από κει, κι αστερισμό την έκανε στον ουρανό. Κι έχετε σεις σήμερα τη Μεγάλη Άρκτο που βοηθάει τους ναυτικούς να βρίσκουνε το δρόμο τους.
Και σαν έφτασε σε ηλικία ο Αρκάδας κι ήρθε η ώρα κι έγινε ο ίδιος βασιλιάς, έδιωξε τον ανάξιο θείο του κι η Αρκαδία βασίλειο έγινε πάλι ισχυρό.
Και παντρεύτηκε ο παππούς σου εσένα και μένα τ’ ανίψι μου, ο Αρκάδας, την Ερατώ, κι έκανε τρεις γιους-τον πατέρα σου και τους δυο θείους σου, τον Αζάν και τον Αφείδαντα.
Αυτά πια είναι κοντινά, τα ξέρεις.
Το γιο του Αζάν τον Κλείτορα έχει η Αρκαδία τώρα βασιλιά, αφότου οι θεοί κάμανε αστερισμό και τον παππού σου τον Αρκάδα, και δίπλα τον εβάλανε στη μάνα του να μένει σαν η Άρκτος η Μικρή.
Μόνο στον ουρανό θα γλίτωναν οι δυο τους από της Ήρας τη μανία.
Μα κι εκεί ήσυχους δεν τους άφησε η μανιασμένη γυναίκα του ερωτύλου του θεού.
Είπε στους θεούς των θαλασσών να μην αφήνουν τις δυο ουράνιες αρκούδες να βουτάνε μέσα τους και να δροσίζονται.
Έτσι εξηγιέται που και οι δυο αυτοί, μόνοι από τους άλλους τους αστερισμούς, μένουνε πάντα φανεροί στον ουρανό.
Κι απέ ο Αφείδαντας κι ο γιος του ο Αλεός πιάσανε την Τεγέα, ενώ εσένα ο πατέρας σου σου ’καμε δώρο την Ελάτεια στη Φωκίδα. Μα ξέρω και ας μη κανείς να μου το πει, πως ζήτημα χρόνου είναι της Αρκαδίας τα γκέμια συ να τα πάρεις.
Εμείς οι γριές μπορούμε να διαβάζουμε.
 Όταν έχεις ζήσει τόσα χρόνια κι έχεις δει τόσα πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται ίδια και ίδια, τότε μ’ ένα βλέμμα που θα ρίξεις σε έναν άνθρωπο καταλαβαίνεις τα πάντα γι αυτόν.
Από τον τρόπο που μιλάει, από το ύφος που παίρνει για να ξεστομίσει την κάθε λέξη, από τα συναισθήματα που διαβάζεις σαν σε βιβλίο ανοιχτό μέσα στα μάτια του, από τον τρόπο που κινεί τα χέρια του ή το κορμί του ολόκληρο μιλώντας, από ένα μικρό σπασμό της γωνίας του στόματος του, οι γέροι άνθρωποι, από το καθένα απ’ αυτά και από όλα μαζί, οι γέροι μπορούν να σου
πουν τα πάντα για κάποιον άλλο.
Οι γύφτισσες που λένε τη μοίρα στης Τρίπολης τα σπίτια, οι καφετζούδες που βλέπουν το μέλλον στο φλιτζάνι, οι χαρτορίχτρες, οι πεντοβολατζούδες και τόσες άλλες γυναίκες που λένε τη μοίρα στην πόλη σου ή στην Αρκαδία ή στα παζάρια της Ανατολής, δεν είναι παρά έξυπνες και εξασκημένες γυναίκες, που με μια ματιά που θα ρίξουν στον άνθρωπο που πάει να μάθει τη μοίρα του, μπορούν να πουν τα πάντα-πίστεψέ με: τα πάντα-για τον άνθρωπο αυτόν. Και όλα να βγουν αληθινά. Και το που ρίχνουν τα χαρτιά και τα πεντόβολα, και το που κοιτάνε το φλιτζάνι, είναι για τους ευκολόπιστους μονάχα.
Έτσι κι εγώ που βλέποντάς σε ξέρω τα πάντα για σένα, σου δίνω τη σίγουρη πρόβλεψη ότι θα βασιλέψεις στην Αρκαδία.
Και σου αξίζει.
Και της αξίζει.
Έχει πολύν δρόμο να κάνει ακόμα η Αρκαδία-κι ένα της βήμα θα είσαι εσύ.
Εγώ θα σε βλέπω από εδώ μέσα, από το σπίτι-παλάτι από όπου ξεκίνησε η πορεία των βασιλιάδων της Αρκαδίας και θα μαθαίνω από τ’ αστέρια πώς προοδεύει η βασιλεία σου, κοιτάζοντάς τα από το παράθυρό μου μέσα.

Και τι δεν μπορεί να δει κανείς από το παράθυρο του!
Τον Απρίλη να φτάνει φορτωμένον ελπίδες κι αρώματα, τα δέντρα να φιλιούνται στο μισοσκόταδο, τη χλόη κάθε μέρα και πιο ζωντανή, τη φρεσκάδα των ολοκόκκινων λουλουδιών, το άσπρο φεγγάρι, τα μαραμένα φύλλα του χινόπωρου, τη γαλήνια λευκότητα του χιονιού το χειμώνα.
Και ακούς...
Ακούς τους λυγμούς των δέντρων για τα πουλιά που τους έφυγαν, τον αντίλαλο των κραυγών των πουλιών που τρομάζουν από τα γεράκια, τα καμπίσια σκυλιά να γαυγίζουν τους περαστικούς, τον αγέρα να καρφώνει τα κρύα του δόντια στα παράθυρα, το μονότονο και θλιβερό τραγούδι της βροχής.
Κάποιες φορές το δείλι,  κάποιο παιδί με βοηθάει να κατέβω στον κήπο.
Τότε παίρνω μια βέργα και χαράζω γραμμές στο χώμα. Γραμμές που δεν ξέρω γιατί, αλλά μου μοιάζουνε σαν οι εικόνες τους να βγαίνουν από την ψυχή μου. Κάθομαι και τις κοιτάζω ώρα πολλή.
Και τότε νιώθω ελαφριά την ψυχή μου σαν να έβγαλε πολύ βάρος από μέσα της και γίνομαι εγώ το μελτέμι που περνάει μέσα από τα τραχιά δέντρα, και γίνομαι εγώ τα πέταλα τα άλικα των ανθών, και είμαι εγώ κι όχι οι πηγές που αναβλύζουν το δροσερό νερό, και είμαι εγώ ο μεταξένιος ιστός της αράχνης που χωρίζει το γαλάζιο τ’ ουρανού από το γαλάζιο της θάλασσας. Και πέφτοντας ο ήλιος, βλέπω τον κάμπο πέρα να θρηνεί και βλέπω τον πράσινο βάλτο να σβήνει τα φώτα του και ν’ ανάβει τις πράσινες φωνές των βατραχιών του, και βλέπω να μεθάει όλη η φύση με πιοτό καμωμένο από δάκρυα…

Μιλάω και συ αγαπητό μου παιδί δεν με διακόπτεις.
Με ακούς με προσοχή και θα έλεγα όλο και με περισσότερο σέβας.
Μα παιδί μου, ολοζωής κι αν μιλάει ο άνθρωπος δεν καταφέρνει να πει όσα ένα πράγμα με την ύπαρξη του μόνο λέει.
Α! Τα πράγματα!
Και με την ανάσα μας μόνο τα βεβηλώνουμε!
Τα πράγματα!
Που μόνο επειδή αυτά μας ανέχονται υπάρχουμε! Κοίτα αυτές τις ξεχαρβαλωμένες καρέκλες που ρήμαξαν από τα βλήματα της κακίας και της ψευτοπερηφάνιας μας!  
Πότε άραγε θα πάψουμε να πληγώνουμε την αγιότητα της σιγής τους με επινοημένα βλήματα λέξεων που δε ζουν παρά ώσπου να διαγράψουν την τροχιά τους στον έρημο αέρα και που ποτέ δεν βρίσκουν το στόχο τους; Αχ! Θα μπορέσουν ποτέ να μας συγχωρήσουν όλα αυτά που, προσπαθώντας να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας, περιγράφουμε;
Μα σε κρατώ και ίσως θέλεις να πας κάπου με τους φίλους σου, να δεις την πόλη.

(Ο Στύμφαλος κυττάζει το ρολόι του και το πρόσωπό του παίρνει μια καθησυχαστική έκφραση. Σιωπή.)

Έχω καιρό να μιλήσω τόσο.
Είχα σωπάσει.
Δεν μιλούσα σε κανέναν.
Είχα αρχίσει να βυθίζομαι στην επικράτεια της αδιάλυτης ομίχλης.
Έχω τόσον καιρό να μιλήσω που αύριο, λέω, θα με πονάει ο λαιμός μου-όχι, μην ανησυχείς, ευχάριστος πόνος θα είναι.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι θα είχαν απογίνει τα αδέρφια μου αν είχαν ζήσει, και δίνω μόνη την απάντηση: θα είχαν απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο μακρύτερα από όσο οι γαλαξίες, που όπως λένε οι σοφοί σας όλο και απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο-όσοι θα προλάβαιναν να επιζήσουν από το αλληλοεξόντωμα για την εξουσία-γιατί λίγοι θα επιζούσαν.
Και γιατί άραγε θα σκότωναν ο ένας τον άλλο; Μα για τη γωνιά της γης που λέγεται Αρκαδία, Τεγέα, Παρρασία, Ελάτεια, 'Αργος…
Τι τάχα περιμένουν οι άνθρωποι διεκδικώντας μια δράκα γης; Τι περιμένουν μπαινοβγαίνοντας σαν τους τυφλοπόντικες μέσα στις τρύπες τους; Πού οδηγάει όλο αυτό το ρέμα της ασέβειας και της αναξιοπρέπειας;

(Μικρή σιωπή. Η Θεία τινάζει ελαφρά το κεφάλι σαν για να διώξει ένα έντομο ή μια σκέψη ανεπιθύμητη)

Πού έχετε αλήθεια αφήσει το λεωφορείο; Στην πλατεία του Άρεως υποθέτω. Όλοι οι τουρίστες εκεί κατεβαίνουν. Τρώνε βιαστικά το σουβλάκι τους ενώ ο οδηγός που πάντοτε τελειώνει γρήγορα και πηγαίνει πρώτος στο αμάξι του τους φωνάζει:
"Άντε, αργήσαμε, έχουμε δρόμο!"
Δρόμο για πού; Δρόμο για τι; Και πότε τελειώνει αυτός ο δρόμος;
Και άραγε στο τέλος του θα ξαναβρούμε την αγνή μας ψυχή;

Νοιώθω πως το μυαλό σου ανταριάζει αγαπημένε απόγονέ μου από τα σχέδια και τις σκέψεις γι αυτό που έχεις βάλει για σκοπό της ζωής σου: να κερδίσεις το θρόνο της Αρκαδίας.
Όμως μην ανυπομονείς. Ξέρεις και συ αλλά και η αρχαία μου γνώση στο επιβεβαιώνει, ότι δικός σου θα γίνει ο θρόνος της.
Ο Κλείτορας δε θα σου φέρει αντίσταση. Δεν έχει άξιους βοηθούς.
Ο Αλεός, και να είχε τα κότσια να τόνε βοηθήσει, είναι τόσο τώρα απασχολημένος με τους έρωτες της κόρης του της Αυγής με τον Ηρακλή, και είναι ευκαιρία θα ’λεγα, να κάνεις τώρα κείνο που είναι να γίνει.
Άλλωστε του Κλείτορα η καρδιά χτυπάει για βόρια.
Δεν ξέρω αν έχεις γνωρίσει το γιο του το Λυκούργο που ’κανε με κάποια Νέαιρα.
Αυτός είναι ακίνδυνος, όμως ένας γιος εκείνου του Λυκούργου, Αγκαίο τόνε λένε, είναι σκληρός και τον τραβάει η δόξα.
Έμοιασε της Ευρυνόμης της μητέρας του-το θρακιώτικο πείσμα της έχει πάρει.
Αυτός μετά από σένα στης Αρκαδίας το θρόνο θα καθίσει.
Εσύ θα ’χεις γεράσει πια.
Γενιά κι αυτός δικιά μας-τι να πεις...

Μα τα δικά μας τώρα ας δούμε.
Εσύ θα γίνεις βασιλιάς κι εγώ από δω όλα θα τα μαθαίνω για σένα.
Μα ακόμα βασιλιάς δεν είσαι, και τώρα για το σπίτι σου γυρνάς.
Όταν λοιπόν θα πας εκεί με το καλό, να μου φιλήσεις τη μητέρα σου. Θαρρώ απ’ όλο μας το σόι εκείνη μόνο μ’ αγαπάει.
Και οι γέροι που μονάχοι ζουν, θέλουνε κάποιος να τους δείξει πως τάχα τους αγαπάει. Κάποιος να τους ειπεί μια λέξη φιλική. Τότε νομίζουν ότι παίρνουν κάποια αξία και πως γι αυτήνε τη ζητιανεμένη αξία έχουν δικαίωμα να ζήσουν λίγο ακόμα.
Θλιβεροί δεν είναι οι γέροι;    
Α! Πόση ζωή να μου ’δωσε τάχα αυτή η επίσκεψή σου;
Βλέπεις κάθομαι εδώ και περιμένω να έρθει κάποιος να με δει. Ναι, έτσι είναι. Έτσι έκανα από μικρή. Νόμιζα πως κάποιος ωραίος και πλούσιος νέος θα ερχότανε να μου πει πόσο ωραία είμαι και δε θα φύγει πια από κοντά μου. Θα με παίρνει από πίσω όπου πάω παρακαλώντας με να τον παντρευτώ. Και μη νομίσεις πως θ’ άλλαζα κι αν ακόμα ήξερα πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει. Και δεν άλλαξα. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Πεθαίνει ίδιος όπως γεννιέται, μόνο τώρα με γεμάτο ζάρες το πρόσωπο.
Κι έτσι αργά, θλιμμένη και σκεπασμένη τον μανδύα της σιωπής όπως ζω, έτσι και θα περάσω την πύλη του θανάτου.
 Κι αν αργεί ακόμα ο θάνατος να έρθει είναι λέω που δεν μπορεί να με βρει εδώ μέσα χωμένη που είμαι.

Η αδερφή μου δε γνώρισε τέτοιες ανησυχίες. Το ίδιο κι ο πατέρας και τ’ αδέρφια μου. Κι αναρωτιέμαι-αυτοί ή εγώ είμαι η κερδισμένη που ζω για να με βασανίζουν όλα τούτα;
Μα τι ρωτάω; Ποιος θα μου απαντήσει;
Θα μένω μόνη εδώ βλέποντας με νοσταλγία να φεύγουν το πρωί τα κοπάδια των προβάτων σηκώνοντας κουρνιαχτό στον ήσυχο δρόμο.
Οι πηγές θα ζητούνε τα χείλια μου, τα δέντρα το άγγιγμα μου, μα εγώ θα μένω ακίνητη σ’ αυτή την ετοιμόρροπη πολυθρόνα και θα πετώ βορά στις τύψεις τη συνείδηση μου κοιτάζοντας το φεγγάρι που γυρίζει την πλάτη του στους γαλαξίες για να συντροφεύει συμπονετικά και ανυστερόβουλα τη γη.
Η αθώα ψυχή της χλόης και τα τραγούδια του νερού, θα ζευγαρώνουνε κάθε μέρα στο ζείδωρο πάντρεμά τους, πλέκοντας το πράσινο πλατύ κρεβάτι της γης, το πάντα έτοιμο για έρωτα ή για θάνατο.
Θα βλέπω τα βουνά ν’ αναπνέουν, το φως να μαραίνεται κάθε βράδυ, και θα νιώθω το μυτερό αγκάθι της θλίψης θα εξερευνάει τα βάθη της ανήσυχής μου ψυχής.
Η απελπισία δεν έχει μυστικά από μένα.
Οι σταγόνες της βροχής θ' αργοπεθαίνουν στα τζάμια του παράθυρου και σκιά βαριά θα σκέπει τα δρομάκια της πικρής μου σκέψης.
Θα είμαι μια γριά που θα βλέπει να θρυμματίζεται ο ουρανός και θα νιώθει την ψυχή της γεμάτη με πόνο για ό,τι άγνωστο της μένει. Κι αυτό θα είναι το τέλος του παραμυθιού. Μόνο που κανένα παιδάκι δε θα λυπηθεί γι αυτό-κανένα δε θα τ’ ακούσει.

(Ακούγεται κόρνα αυτοκινήτου. Ο Στύμφαλος σηκώνεται)

Στύμφαλε συ, που έδωσες τ’ όνομα σου στη λίμνη με τα σιδερένια πουλιά-και που έδωσες ζωή και πάλι σε μια ετοιμοθάνατη γριά, η ορισμένη ώρα που ήμασταν μαζί πέρασε. Ναι, πρέπει να πηγαίνεις.
Οι οδηγοί είναι ανυπόμονοι και εγωιστές. Νομίζουν πως οδηγούν τον κόσμο ολόκληρο.
Δε σε κέρασα τίποτα-τίποτα δεν μου βρίσκεται. Μα βγαίνοντας, κόψε από τον κήπο μήλα και κέρασε και τους φίλους σου, Φαίνονται ακόμα οι καρποί πάνω στα δέντρα.
Μην πεις όλα τούτα στην οικογένεια.
Πες τους πως περνώ καλά με μια μαγείρισσα και με μια υπηρέτρα.
Μπορείς ακόμα να τους πεις πως δε με βρήκες, ή πως σου είπαν ότι έχω πεθάνει.
Εξάλλου δε θα πεις και κανένα μεγάλο ψέμα.
Κράτησε για τον εαυτό σου τη συνάντηση αυτή.
Πάλι όπως θέλεις. Εσύ είσαι ο βασιλιάς, εσύ αποφασίζεις.
Μόνο, αν αποφασίσεις να πεις πως πέθανα, στη μητέρα σου να πεις την αλήθεια.
Και μην ξεχάσεις να τηνε χαιρετίσεις από μέρους μου.
Στάσου να σου κατεβάσω λίγο πίσω το πουλόβερ σου. Ίδια όπως του παππού σου τραβάει προς τα πάνω.
Σκύψε να σε φιλήσω.
Και τώρα βόηθα με να έρθω μαζί σου μέχρι την πόρτα.
Όταν φύγεις, κλείνοντάς την πίσω σου, όλα θα γίνουν πάλι ίδια εδώ μέσα. Με μιαν ανάμνηση παραπάνω μέσα σε αυτές που ακόμα δεν έχουν παραδοθεί: την επίσκεψη σου.
Στο καλό παιδί μου.

(Ακούγεται κόρνα αυτοκινήτου)

Καλά, καλά, έρχεται.

(Στον Στύμφαλο)

Καλό σου δρόμο συνεχιστή της ιστορίας της Αρκαδίας και της οικογένειας.
Και πες του οδηγού να μην τρέχει.
Οι δρόμοι μας δεν είναι οι καλύτεροι.

(Ο Στύμφαλος βγαίνει. Η Θεία κλείνει την πόρτα και κάθεται στην πολυθρόνα.  Μένει για λίγο ακίνητη. Ακούγεται η μηχανή του αυτοκινήτου. Ένα χαμόγελο σχηματίζεται στα χείλη της και σηκώνει το χέρι της σε αργή κίνηση αποχαιρετισμού).


 ΖΑΝΕΤ

ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.  
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός  όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)

ΑΝΤΑΜ
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ μέσα. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και για όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά  και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω.  Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μην διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Μέχρι τώρα, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Βγες από τον εαυτό σου Ζανέτ μου.  Ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας δουν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα πάντα ήθελα-το ξέρεις- να έκανα κάποιου είδους μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … στον έρωτα;..

ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις κάθε φορά είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι..
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο  φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.  
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι;  Κι όμως κάτι μου λείπει  Θε μου. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
(ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σε κείνο το νησάκι.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις.   Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
ΖΑΝΕΤ
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ  
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι, και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)  
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεούλη μου!
(την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά!  Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα!  Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπει να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα: Απατώ! Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο του είπα να έρθει πάλι του Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….

ΑΥΛΑΙΑ