Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

 

ΜΟΥΣΑ SHERRY


1.

SHERRY   ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Αι αποχρώσεις της κλίνης σφαδάζουν ομοιομόρφως υπό το κάλλος σου.
Σεπτή, αδιάβλητος, ευπροσήγορος, άμωμος, κοιμάσαι.

Ασπίς διαχύτου φωτός σε περιβάλλει όλην.
Γυμνή και επώδυνος κείσαι εν αιθρία.
Τα χέρια του στρώματός σου κινούνται ανερυθριάστως
προς τα πλέον αγαπητά των μελών σου
πέριξ των οποίων συσπειρούνται ανενδοιάστως.
Το βαρύ αναιρείται και φεύγει.
Ελαφρότης και διάκοσμος είσαι.

Τα φθίνοντα χέρια σου εκτείνονται
έξω του καθέτου σου άξονος
προς το κεφάλι.
Το δεξί ανάμεσα λήθης και ιμέρων εντρυφά.
Το αριστερό μέσα στο ζεστό αβρά νήχεται.
Παιδάκια χωρισμένα από το πλήθος
γλυκά κι ανυπεράσπιστα
ξέγνοιαστα επίσης
περιδιαβάζοντα σε δάσος από μαργαρίτες μοιάζουν.
Οι φλέβες τους δρόμοι ευθύνης και ηδονικής διαδοχής.
Το άσπρο του δέρματός τους κατάσπασις παραπετασμάτων εαρινού θάμβους.
Και τα δάχτυλα
αδιάσπαστα δεμένα με όλα γύρω, όλα τα κρατούν-
μυτερές τρίαινες, βέλη σιδερένια
τρυπούν την αδιάσπαστη αφοσίωση και εγκαρτέρηση
απωθώντας τες στα όρια του απροχωρήτου.
Χερσονήσους λατρείας
εισχωρούσες στην επίπονη θάλασσα της ασεβείας
ωρισμένως θυμίζουν.

Οι ώμοι εκχύνοντες χρυσίζον ρέον φως
συνωθούνται μεταξύ των επικεντρωνόμενοι
και αποδίδοντες στον κορμό
την άμεμπτη θηλυκή του οξύτητα.

Τα στήθη σου, καθώς γερτή μένεις
κλίνουν ελαφρά το κεφάλι.
Σαφείς αι θηλαί των το σύμπαν αμελγόμεναι τρέφουν.
Πάνω τους παιχνιδίζουν χαρούμενα μέλισσες
και ακραιφνείς ερωδιοί φλερτάρουν ακώλυτοι.
Στήθη παιδίσκης ή εταίρας ευωνύμου τα στήθη σου είναι.

Η μέση λίγο δεξιά στρέφει
συνεχομένη εις πασιφανείς γλουτούς οδαλίσκης ανθούσης.
Επάνω της αόρατη του Μορφέως η καφαλή ακουμπά:
εκεί αυτός, όταν θέλει, κοιμάται.

Το εφήβαιον συμμετρική πάνσοφος παρουσία
προτρέχουσα
και περιτρέχουσα το έναστρον δάσος-
άστεγο κοράκι που άλλες ώρες τη θέση του
σε λευκό περιστέρι τελείως παραχωρεί.

Μηροί και κνήμες κρυφίως διαπλεκόμενοι
στον αριθμό τέσσερα
όσα και τα συστατικά τους είναι:
Φωτιά, Κύμα, Απελπισία, Έαρ.

Σε λίγο
μπροστά σε όλων τα μάτια
ένας σάτυρος έρχεται και εκεί
κοιμωμένην
σε βιάζει.



2.

Η  ΣΆΛΠΙΓΞ

Βάναυσα ηχεί το ξυπνητήρι πρωί πρωί.
Η διάρκεια αφυπνίζεται και ετοιμάζει την ετικέτα της.
Ο καθρέφτης δικά μου ενθυμήματα και φαντασιώσεις
προβάλλει όταν τον κοιτάζω.
Ένας αναστεναγμός ακούγεται από την
όλη τη νύχτα βαστάζουσα το βάρος
των βιβλίων και των ενδυμάτων μου καρέκλα.
Την αδειάζω και της χαϊδεύω απαλά την παρειά.
Αυτή κάθεται κουρασμένη.

Άλλων δωματίων όψεις αναβλύζουν
από το μέσον του πατώματος
και διαχέονται σαν βεντάλια
ασπρόμαυρη
λόγω παλαιότητος.
Στους τοίχους αποχρώσες ταπετσαρίες παρελαύνουν.
Η κρεμαμένη λάμπα αλλάζει κάθε τόσο θέση και περίγυρο.
Διαλέγω ένα σχέδιο που μ'  αρέσει και το κρατώ.
Είναι διακοσμημένο με κεραυνούς εν αιθρία
και με υπεκφυγές αναγνώρισης και οικειοθελούς παραδοχής.

Νυστάζω ακόμα.
Το χτεσινό μου σώμα πάλι ξαπλωμένο είναι.
Πρέπει να το κεντρίσω για να με ακολουθήσει.

Στην δεξιά τω εισερχομένω γωνίαν  του δωματίου μου κρέμαται ο νιπτήρας.
Καθώς πλένω τα πρόσωπά μου σταματώ στο δικό σου.
Παιδικό, αχνορόδινο ύφασμα
τριγυρισμένο με ηλιαχτίδες.
Εν τω μέσω δύο σμαραγδένιες εκλάμψεις.
Η ακραία κορυφογραμμή της ρινός
εκφεύγει των ορίων του πέτρινου προσώπου
και νήχεται στο πύρινο κάλλος αντλούσα.

Περιδεής ενασχόλησις της δεξιάς γωνίας του στόματος.
Νηνεμία.

Πουλιά ανάλαφρα οι παρειές-
προφανώς άδοντα αλλά μη ακουόμενα-
υπερίπτανται της πωγωνίου γόνδολος.

Ελικοειδείς ζωγραφικαί παραστάσεις ήπιες και νουνεχείς
στιβαρά άπτονται ένθεν και ένθεν κροταφικώς.

Ότι πάντοτε με κατέχεις SHERRY
σου είναι αδιανόητο.
Ότι ενίοτε με απασχολείς εσύ μόνον ξέρεις.
Μία γέφυρα, μία οδός, μία συνδέουσα αύλαξ απαιτείται.


3.

ΣΤΟ  ΓΡΑΦΕΙΟ

Στο γραφείο εντύπωση προκαλεί ο τρόπος
που όλα συμπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται.
Ο χαρτοκόπτης συνουσιάζεται με την γομολάστιχα.
Το σφουγγαράκι του νερού γεμάτο υγρή κόλλα.
Ο διακορευτής αξύπνητος ακόμα.
Οι καρφίτσες αιμάσσουσες,
και όλο το γραφείο μέσα στο δεξί του συρτάρι.

Πάνω απ'  όλα η φωτογραφία σου.
Με τις δύο εξουσιαστικές στήλες φωτός
λάμπουσες πλήρως πριν καλυφθούν
από το αρχόμενο και ερχόμενο σκότος
της υφασμάτινης ευωχίας.

Η εργασία αρχίζει από το τέλος ως συνήθως.
Το αναμενόμενο γίνεται παρόν και το παρόν
μετατίθεται προς τις τρεις το μεσημέρι.
Εκεί πρέπει να βιαστώ
γιατί αν δεν το προλάβω
στις τρεις και πέντε θα συνθλιβεί.

Αν και (όπως σε κάθε αρχή) όλα μεγεθύνονται
γρήγορα σε διαπεραιώνω.

Προς τις δώδεκα
ίσως κουρασμένη πια, νυστάζεις.
Ένα φλιτζάνι καφέ σε ανανήπτει.
Και μου φέρνεις το συνηθισμένο έγγραφο.
Διαβάζω: SHERRY ορχουμένη.
SHERRY δονούσα.
SHERRY ωδίνουσα.
SHERRY ακραγγίζουσα πόθω.
SHERRY αλγούσα.
SHERRY ασθμαίνουσα.
SHERRY ομιλούσα.
SHERRY κορυβαντιώσα εν οροπεδίω.
SHERRY σφύζουσα μνημών απαρεγκλίτων.

Το υπογράφω ταχύτατα και το αρχειοθετώ.

Νόημα δεν έχει η πράξις σου
όμως πάντα τέτοιαν ώρα
παίρνεις την μεγάλη αστροφεγγιά
τινάζεις τα ετοιμόρροπα αστέρια και πλησιάζεις
αγέρωχη και κρατούσα.

Η ανένδοτη επιφάνεια των ενδυμάτων μου
καλύπτεται από ψήγματα χρυσού και αργύρου
αβαρή και αδιάσειστα.
Νήχεσαι εντός τους προς όλες τις κατευθύνσεις.
Από παντού αλλού χάνεσαι.
Σε ξαναβρίσκω όταν σε κάποιαν απότομη κίνηση
όλα αυτά πέσουν.


4.
ΤΑΞΙΔΕΎΩ

Σε θάλασσες ήλιων και ατέλειωτης αγάπης ταξιδεύω.
Ξιφίες παράλληλοι και φωτεινοί εφάπτονται της σχεδίας μου ενδιαθέτως.
Μέδουσες διαφανείς και πολύπλαγκτες
το στρογγυλό πρώτο ευωδιάζουσες με προσπερνούν ευένδοτες και χαρίεις.
Μουσική αναπληρώνουσα τον απόντα χρόνο ακούεται
από αθέατα υποθαλάσσια μουσικά συγκροτήματα μελλοντικών κόσμων.

Ανεστραμμένη επιμήκης και αιμάσσουσα η μνήμη
με ακολουθεί μένοντας πάντα πίσω μου ανίσχυρος.
Φαιδραί απεικονίσεις ιδεατών μορφών υπερίπτανται ως κινούμενοι στόχοι.
Πρωί είναι
και το πρωί άλλο τρυφερό πρωινό
σε μία διαρκή ανεύθυνη ανανέωση οδηγεί.

Χρυσίζοντα τα φύλλα της θαλάσσης
και οι αρμοί των βραχιόνων της αργυροί.

Στον αφρό του παφλάζοντος ύδατος
ζωγραφείται διάστικτος και κατανεύουσα
η ανομοιομερής κατανομή σου SHERRY.
Εδώ το στόμα σου
εδώ τα χείλη των αναισχύντων κνημών σου.
Εκεί ένα περιπαικτικό χαμόγελο
Εκεί ένα ηδυπαθώς περιφερόμενο και καραδοκούν βλέμμα.

Στερουμένη και στερούσα τέως
παρέχουσα και λαμβάνουσα νυν και αεί υπάρχεις…
Και όλα κείνται υπτίως τα μέλη σου
πληρούντα τα θαλασσινά επίπεδα διαμετρικώς.

Στη γαστέρα της πολύσπερμης θάλασσας πάνω ταξιδεύω.

Αγέννητη γεννήτρα οδύνης και σπαραγμών κάποτε ήσουν.
Τώρα τις όχθες μου περιφέρεις ευτυχής.
Μία κίνησις όλη η ορμή των υδάτων έγινε-
μία προς τα εμπρός κυλιομένη ελικοειδής πρωινή αύρα.

Τα κήτη με προσπερνούν αναντιρρήτως.
Μερικά με ανυψώνουν.
Οι φωτεινές σφαίρες έτσι ολοσχερώς με καλύπτουν.
Κατερχόμενος προσκρούω βιαίως
συνήθως στην λεκάνη σου SHERRY.
Αβρά με αποθέτεις γελώντας στην προτέρα μου τροχιά.

Τους αγερώχους πυθμένας κύπτων εποπτεύω.
Πασιφανείς και ετερόκλητοι ίστανται πάνω στα άνθη τους και ακίνητοι.
Στα λάμποντα γυμνά στήθη των αιωρούνται μικρά
ξύλινα αθύρματα εμφανώς σαθρά.
Στα εύτριχα περικλεή σκέλη των
γοργόνες αείμνηστοι και νυγμώδεις, παίζουσαι,
νωχελώς ευωχούνται.

Προσβλέπεις επιπολαία και επανερχομένη ερυθριάς.

Στον αφρό της σεπτής σου θαλάσσης έλπιδοφόρος ταξιδεύω.
Κεκαθαρμένη και αποκαθαίρουσα
άστεγος και στεγάζουσα
πλήρης και πληρούσα μου ανοίγεις το ένθερμον ύδωρ σου.
Με αναιρείς με καθαιρείς και με εξουσιάζεις λανθανόντως.
Οδεύων προς σε
των ατελευτήτων υδατίνων όγκων σου τους ύμνους
κατανοώ ακουομένους.
Επίπλαστα τα ψάρια και ψευδή υπάρχουν στην επάρκειά σου.

Στα οικεία βύθη σου το χέρι μου εμβαπτίζων
το έμφρον παραίσθητον γόνυ σου SHERRY θαλασσία εγγίζω.
Ανασπάσαι βιαίως
και απροόπτως δονούν την παρειά μου
της εξάψεώς σου τα κύματα.
Ταχέως συνέρχεσαι και με νουθετείς ουδετέρα.

Σταθμίζων τας συνεπείας προσχωρώ ασθμαίνων
στην  Κοινωνία των Υδάτων σου.
Ρεμβάζουσα και Ακκιζομένη Θαλασσινή SHERRY,
τους ευκλεείς φραγμούς των ονείρων σου υπηρετών
εκγυμνούμαι
και άδων
εμβαπτίζομαι τοις σοις ύδασι.

Στους  ήλιους σου τους θαλασσινούς
και στις ατελείωτες υδάτινες αγάπες σου ταξιδεύω.


                                         5.


SHERRY  ΑΝΤΊΣΤΡΟΦΟΣ

Μέχρι τώρα των κλασμάτων τους όρους αντέστρεφα
και καμιά φορά
το πάνω στα μαλλιά μου ξεχασμένο πανωφόρι του ήλιου.
Η αντιστροφή βεβαίως πάντοτε με έθελγε
σε άλλα όμως δε την τολμούσα
εξ αιτίας της απνοίας που επιφέρει.

Των δοντιών σου το έρκος προς τα έσω κυρτούται.
Τα στήθη σου δύο κοιλάνσεις ένθεν και ένθεν της προσθίας
θωρακικής επιφανείας, με κορυφάς αντιστοιχούσας
εν ορθία ακινησία
εις το ύψος του έκτου θωρακικού σπονδύλου
(Θήτα εξ κατά την ιατρικήν σύντμησιν).
Οι ρώθωνες υπερκεράζουσιν τα ζυγωματικά.

Στο ύψος των ώμων τα δάχτυλά σου καλά κρατημένα
από το ακρωμιακό άκρο της κλειδός,
ενώ αιμάσσουσαι αι κεφαλαί των βραχιονίων κρέμανται κάτω.

Ο ομφαλός στην ιερά χώρα και έτσι να περπατάς-
προς τα πίσω φυσικά, αφού τα πέλματα δακρύουν αντιθέτως.

Πηχτές λέξεις εκβλαστάνουν από το μικρό σου στόμα:
"Ιστέ ωλέθ αν ιαμίε".
Έτσι και σε δέχομαι SHERRY.
Εντελώς αντίστροφη.
Σαν το σκοτεινό κοίλο φαιάς σφαίρας.


6.
ΕΙΣ ΚΟΙΝΉΝ  ΘΕΑΝ

Οι κνήμες σου SHERRY έπρεπε να εκτίθενται εις κοινήν θέαν.
Έστω το εκμαγείο τους.
Οι γυναίκες θα επαναστατούσαν
για να σταματήσει η επίδειξη.

SHERRY έχεις δει ποτέ τις κνήμες σου;
Μα πώς θα τις έβλεπες αφού
τα μάτια σου είναι πάνω τους.

Η προς τα πάνω προέκτασή τους συμβάλλει
στη μετωπιαία έλικα του εγκεφάλου μου.
Με το στόμα τους σε φιλώ.
Με τους πόρους του δέρματός τους αναπνέω.
Δέσμιος του αρώματός τους ενεργώ και μ'  αυτές
διασχίζω του στερεώματος τις δεντροστοιχίες.

Λοιπόν SHERRY πρόσεχε τις κνήμες σου.
Σε αλαβάστρινα βάζα μέσα θέσε τες
και υπερύψωσέ τες
καθώς σεπτές και ήπιες έτσι
υποβαστάζουν την απελπισία μου.

Και πάνω στην πήλινη πινακίδα γράψε: «πολυεύθραυστον».

Για να περπατάς θα σου βρω εγώ άλλες.
Εκείνες για μένα φύλαξέ τες.

Για να  'ρθεις εδώ πέτα-
ύστερα θα σου πω-
ξέρεις,
υπήρξα πριν απ'  αυτές.


7.

SHERRY…

Η σταχτιά επιφάνεια των τοίχων του έρωτά μου
από σε παίρνει το χρώμα-
σταχτιά-σταχτιά είσαι.

Τα πόδια σου δρασκελούν τους κόσμους που αυτά έχτισαν'
ένα βήμα ένας γαλαξίας
ένα πήδημα το "σύμπαν".

Βγαίνοντας από τα όριά τους
υπόσχεσαι επάνοδο και μάλιστα επαφή.
Αργά κατανοείς το άτοπο της υπόσχεσης
γιατί, κιόλας, έχεις οριστικά φύγει.

Τι χωρίς πόδια ν'  αγαπήσω;
Τι χωρίς χέρια;
Τι χωρίς κορμί;
Γιατί όλα φεύγουν χορεύοντας στον όρθρο.

Ένα άρωμα μένει μόνο
και μια φωτογραφία ιδανική:
λίγο ανασηκωμένο το φουστάνι
τεντωμένο από το άνοιγμα των γονάτων.
Οιμωγές... υλακές...
και αντιστρέφονται τα σημάδια της αφοσίωσης-
εγώ πρέπει στην κλειστή πόρτα απέξω
να κάθομαι και να γαυγίζω.

Ο κύκλος ακόμα δεν κλείνει.
Εντός του οκνά και αβίαστα συνωθούνται
μέλη ακόμα ανάξια για γιορτές.
Διαλέγω την πρώτη ύλη
και μαντεύω την κατοπινή διαμόρφωσή της.
Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να ευωχούμαι
κραδαίνοντας ένα αρχέγονο πόδι
ή τον δακρυικό ασκό.

Ίσως να είναι η τελευταία φορά που σε γνωρίζω.
Μα, SHERRY, πώς έγινες έτσι;
Τα μάτια σου μαύροι κύκλοι και συ μέσα τους.
Τ΄ αυτιά σου λαβύρινθος και συ στους κύκλους του χαμένη.
Το αιδοίο σου οπή κλεισμένη και συ αγέννητη ακόμα.

SHERRY πώς μετράς την αγωνία;
Με ξύλινα μέτρα ή με σίδερο πυρακτωμένο;
Και με όλη την τιμιότητα του στήθους σου πες μου-
οι νύχτες για σένα σα μέρες ευφρόσυνες είναι;

Μόνο εγώ απ'  όλα νιώθω την παρουσία σου.
Σε προσκαλώ
αλλά μόνο των μηχανών ο ξερός κρότος μου απαντάει
καθώς αυτές ξυπνώντας
γυμνές ακόμα
ανακλαδίζονται νυσταγμένες.

Ανούσια όλα χωρίς το αλάτι των δυο κρυφών χειλιών σου.
SHERRY εν τίνι αλισθήσωμαι;
Εν τίνι ζήσωμαι SHERRY;


8.

SHERRY   ΚΑΙ  ΦΩΣ

Ως στήλη υψώνεσαι έσωθεν φέγγουσα.
Αδιάθλαστες οι αείφωτες ακτίνες προς τα νεφελώματα εκφεύγουν.
Επίπλαστος χρόνος την αιωνιότητά σου σηματοδοτεί κλεψιτύπως.
Διατράνωσις γιγαντιαίων δημιουργημάτων οι αντίπερα ενοικούσες ρίζες σου-
η διαφάνειά σου δικαιώνει την παρομοίωση.

Κενά διευρυνόμενα αναμένουν την πλήρωση του αίματός σου.
Ρόδινο φέγγος δακτύλων ενσκήπτει σε κάθε ενατένισή σου.
Δια μέσου του σεπτού σου σώματος τα αντικείμενα απαστράπτουν.
Κλειστή αιχμή διαρκείας αναπαράγει το στήθος σου
κάθε φορά που αυτό φωτεινά αναλώνεται.

Ευωχία ανεκφράστως συντηρουμένη και αναιτίως αλγούσα
η ενθύμησις των πρώτων σου ερώτων
όταν, μόνον, μηδέν ήσουν.

Παιδί ελαφροντυμένο γεννούσες σφαδάζοντα σύμπαντα.
Μετρούσες από το δύο έως την έξαψη
και ενέσκηπτε το μέχρι τότε ανύπαρκτο.
Οι κόσμοι οφείλουν σε σε την απρόσκοπτη πανδαισία τους
και κάθε γυμνός γαλαξίας αντλεί την σπαργή του
από την αστείρευτη ανακαίνισή σου.

Ιδού ο αλάθητος νεανίας
της διαστίκτου από κηλίδας φωτός νυκτός
τα όρη περιέρχεται
προς συνάντησιν του πρώτου αστέρος.

Διανθίζουσαι τας σελίδας ψυχρών βιβλίων
φαιαί αποχρώσεις υπεισέρχονται.

Κράσπεδα ισορρόπου πτώσεως και ανόδου διαπλέουν το μάγμα δακρύοντα.

Στην άρνηση μέσα όλα αντιστρέφονται και σε διανθίζουν
Περίβλεπτη Ερωμένη.

Ανήκουστοι περιπαικτικοί μονόλογοι
υμνούν τη στρογγυλή μαλθακότητα των γλουτών σου.

Στρωματοβάμονες κλεψίτυποι αλγηδόνες σε προκαλούν
χωρίς ελπίδα όμως.
Διαχεομένη δέχεσαι όλα τα ερχόμενα
και προσβλέπουσα
κρύπτεσαι υπό το σεληνόφως.


9.
ΠΕΣ  ΜΟΥ  SHERRY

Ο πρωινός ήλιος κοκκινίζει ξάφνου και αμέσως κρύβεται.
Έτσι η νύχτα φέρνει νύχτα και όλα μέσα της συντελούνται.

Οι πεταλούδες ξεχνούν να γεννήσουν και του χρόνου δε θα  ’χω φτερά.
Μονάχα σκουλήκια θα έρπουν
γύρω από τα φύλλα μου-
τερπνά σκουλήκια φυτοφάγα.

Τα κουβάρια όλα θα  'χουν τελειώσει και αδιάπτωτα το σφύριγμα
των κωνοειδών σκελετών τους θα σκαρφαλώνει στ'  αυτιά μου.
Και κάθε σκελετός πλήρης φωσφόρου.

…Και συ SHERRY τι θ'  ανεμίζεις σ'  ανταπόδοση;
Ένα κρύο χλωμό φεγγάρι ή το φρυγμένο δέρμα σου;
…Και συ SHERRY πού θα κατοικείς τότε;
Πού θα κυλάς μαύρα περιστέρια πάνω σε σιδηροτροχιές;
Πού θα κάθεσαι να ενδυναμώνεις την ύπαρξή σου;
(Όλες οι καρέκλες ήταν εδώ-
γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι
ή ανάμεσα σε παλινδρομικά κινούμενα σίδερα).

Πού θα κοιτάζεις SHERRY; Και πού θα σκέφτεσαι;
Καθισμένη ανάμεσα σε δύο πλήκτρα γραφομηχανής
ή στον χώρο του Velpeau;

Μα πες μου  SHERRY
τα μάτια σου
τόσους φιλόφρονες ήλιους πού τους βρήκαν
και σπιθοβολούν και κατακαίνε;
Τα όρη της Ανδαλουσίας μιμείσαι;

Πες μου SHERRY Ολόκληρη και Μυστική πώς χωρίς στόμα περπατάς;

Πες μου SHERRY Ακλόνητη και Ωραία
γιατί αλλάζεις φίδια κάθε φορά στα μαλλιά σου;

Επιτεινόμενη όλη των χαδιών σου η λαίλαπα με απειλεί.

Πλήγωσέ με μα δεν αντέχω θωπείες ανίσχυρες.

Αφουγκράσου SHERRY!
Είναι των σπαθιών μου το ρίπισμα που σκίζει τον αέρα.
Είναι της επλιπάρησής μου η κατάπτωση.
Είναι το φρούδο φίλημά μου που έτσι αντηχεί.
Πιάσε τον ήχο και κλείστον στο άσπρο σου χέρι-
θυμάσαι, που, κρύον, με  άγγισε;

SHERRY διατρυπώσα,
SHERRY απαστράπτουσα,
μετρίασε τους παράταιρους ήχους.
Με την ευπαθή παλλομένη ευαισθησία μου συντονίσου.


10.
ΌΡΘΙΑ

SHERRY ξέρεις πόσο άβολο είναι
να γράφω πάνω σου
όχι όταν είσαι όρθια αλλά ξαπλωμένη;

Η εγγραφή δεν γίνεται απροσκόπτως.

Και αν ακόμα υπτίως κείσαι
τα λαγόνια οδηγούν τις γραμμές τους προς τα έξω
η μέση προς τα μέσα'
ο νόμος του Bernouill
βρίσκει βέβαια την εφαρμογή του
αλλά η ανάγνωσις δυσχεραίνεται.

Αν πάλι κείσαι πλαγίως, όλη η επιφάνεια
δεν είναι παρά μία ακμή
χρυσίζουσα και εκτυφλωτική
που λόγος πια για γραφή ας μη γίνεται.

Ενώ όρθια όταν είσαι τα γράμματα
σκαλώνουν γερά στις αμφιρρέουσες κλείδες
κυλούν στις απαλές καμπύλες των μαστών
εισέχουν στο επιγάστριο
πλατύνονται στην σεπτή σου γαστέρα-ο ομφαλός
φροντίζω να συμπέσει μ'  ένα όμικρον.

Στους λαγονίους βόθρους το μολύβι
πρέπει να πάρει μίαν έσω κλίση
δεξιά ή αριστερά αναλόγως.
Αφήνουμε το εφήβαιον γιατί σε κάθε χαρτί
πρέπει να μένει ένας χώρος άγραφος,
και πια τα γράμματα φεύγουν χορεύοντα
στο δίστηλο των κάτω άκρων σου.

Γι αυτό SHERRY-χαρτί όρθια σε θέλω.