Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

 Η ΤΕΓΕΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ


Το χώμα σήμερα Τεγεάτη που πατάς
και που κι εγώ από μικρός πατούσα
έχει πολλά να πει για την περφάνια
και για τη δόξα και την προκοπή του.

Φίλε Τεγεάτη κοντογείτονά μου
που ευγένεια την ψυχή έχεις γεμάτη,
καθώς στης γης τη φλούδα πάνω ζούμε
που τη χαρά με τη σταγόνα δίνει,
έλα να ψάξουμε να βρούμε κάτι
που την πικρή ζωή μας να ομορφύνει.

Έλα και μακριά πολύ ας πάμε
σε περασμένων χρόνων τα λημέρια
εκεί που θα μετράμε μόνο δόξες
κι αντρείες και δάφνες και μεγαλοσύνες.

Τεγέα! Πόλη από τις μεγάλες
τότε που η Ελλάδα ιερουργούσε
την ιστορία υφαίνοντας της γης μας
και τον πολιτισμό της καλλιεργώντας.

Τεγέα! ακούγανε τα τότε πλήθη
και σεβασμού σιγή το στόμα κλειούσε.
Τεγέα! προφέραν των λαών τα χείλη
και θαμασμό εγέμιζε η ψυχή τους.

Η Αθηνά η Αλέα το ιερό της
στη γη αυτή εδιάλεξε να χτίσει
κι ήταν, στης Πελοπόννησου τον χώρο,
το ιερό αυτό το πιο σεβάσμιο.
Όποιοι σ' αυτό κατάφευγαν ικέτες,
κανείς να τους πειράξει, όχι μόνο,
μα ούτε να ζητήσει δεν τολμούσε
να πάνε πίσω απ' όπου είχανε φύγει,
ακόμα κι αν τη Σπάρτη ή και το Άργος
οι ικέτες τύχαινε πατρίδα να 'χουν.

Από των Μυκηναίων τα χρόνια κιόλας
εκατοικούνταν η όμορφη Τεγέα.
Η ακρόπολή της ήτανε χτισμένη
στον σημερνό το λόφο του Αη-Σώστη.

Στον Κλάριο λόφο, στον Αη-Σώστη δίπλα,
εμάζεψε τους γιους του ο Αρκάδας
και τους εμοίρασε την Αρκαδία.
Ο τόπος γύρω από την Τεγέα
έλαχε στον Αφείδοντα, που ο γιος του,
ο Αλεός, έχτισε την Τεγέα,
εννιά ενώνοντας τριγύρω δήμους.
Ανάμεσά τους δήμος Κορυθέων,
Γαρυατών, Οιατών και Μανθυρέων,
και των Καρυατών και Αδειμαντίων.

Στον πόλεμο της Τροίας οι Τεγεάτες
να μην ειν' απ' τους πρώτους δε γινόνταν΄
με άξιον αρχηγό το βασιλιά τους-
τον Αγαπήνορα- πήρανε μέρος.

Ο Αγαμέμνονας του είχε εξήντα
πλοία δοσμένα, για να βάλει μέσα
και στο Ίλιο τους στρατιώτες του να πάει.
Εκεί κι ο βασιλιάς και οι στρατιώτες
πολέμησαν γενναία, και γυρνώντας
και πλανεμένοι φτάνοντας στην Κύπρο
την Πάφο ιδρύσαν, την μεγάλη πόλη.

Ο Αγαπήνορας ήταν μες στ' άλλα
κι ένας απ' τους μνηστήρες της Ελένης
που για χατίρι της ’ματοκυλίστη
ο τότε ελληνισμός στης Τροίας τα μέρη.
Κι η Κυδωνία κι η Γόρτυνα στην Κρήτη,
το φως να δούνε, στην Τεγέα χρωστάνε.

Και κει στην Καλυδώνα, τη χτισμένη
στου Εύηνου τις όχθες, Τεγεάτες
από τους πρώτους πρώτους πήραν μέρος
στου Καλυδώνιου Κάπρου το κυνήγι,
όπου εσκοτώθη ο εγγονός του Αλέα,
ο Αγκαίος, που η κόρη του η Αύγη
τον Τήλεφο στον Ηρακλή γεννάει
που βασιλιάς εγίνη της Μυσίας
κι ενάντια επάλεψε στον Αχιλλέα
εκεί, στην πολυπαίδευτη την Τροία.

Κι ήταν οργανωμένο το κυνήγι
απ' τον Μελέαγρο, γιο του Θεστία.

Κι ας δούμε ο Μελέαγρος πώς ’γεννήθη
και πώς άδοξα τόσο είχε πεθάνει,
αφού στην ιστορία της θανής του
ακούεται τ' όνομα και του Κηφέα,
γιου του Λυκούργου από την Αρκαδία,
αλλά και του αδερφού του του Αγκαίου
και της αρκαδοπούλας Αταλάντης:

Ο Οινέας, βασιλιάς της Καλυδώνας,
πόλης της Αιτωλίας, που εκτεινόταν
στον ποταμό τον Εύηνο τριγύρω,
παντρεύτηκε την κόρη του Θεστία
που τ' ονομά της ήτανε Αλθαία.
Αυτή πολεμικές ήξερε τέχνες
κι αρματηλάτισσα ήτανε γενναία
κι αγωνιστήκαν για την ομορφιά της
ο Ηρακλής κι ο άσπρος Αχελώος.

Η Αλθαία τον Μελέαγρο γεννάει.
Μετά τη γέννα του εφτά ημέρες,
πάνε στην κούνια του οι τρεις οι Μοίρες
και λένε το παιδί πως θα πεθάνει
όταν ένας δαυλός, που εκαιγόταν
την ώρα εκείνη στου σπιτιού το τζάκι,
θα καίγονταν τελείως να γίνει στάχτη.
Τ' ακούει αυτό η μητέρα του και πάει
και βγάζει τον δαυλό από τις φλόγες
και σε σεντούκι μέσα τον φυλάει.

Τώρα ο Οινέας, κάνοντας θυσία
τους πρώτους που 'κανε καρπούς η γη του,
ξέχασε μες στην κούραση της μέρας
στη θεά Άρτέμιδα να θυσιάσει.
Εκείνη, θυμωμένη απ' τη λησμόνια,
στην Καλυδώνα στέλνει έναν κάπρο
σε σώμα και σε δύναμη τεράστιον
που τους κατοίκους έκλεινε στα σπίτια-
για του αγριογούρουνου το φόβο-
κι αγρό κανένας δεν καλλιεργούσε,
κι ο Καλυδώνιος ο λαός πεινούσε.
Τότε ο Μελέαγρος όλους μαζεύει
τους άντρες τους γενναίους της Ελλάδας
να πάνε να σκοτώσουνε τον κάπρο.
Και πρώτη και καλλίτερη διαλέγει
και τη γενναία παίρνει Αταλάντη,
που, δίχως να το λέει, την αγαπούσε.
Παίρνει και τον Κηφέα και τον Αγκαίο,
τους γιους του βασιλέα της Τεγέας.

Κι οι δυο αυτοί ελέγανε στους άλλους
ότι τιμή μεγάλη δεν τους κάνει
να πάνε με γυναίκα στο κυνήγι.
Μα ο Μελέαγρος είχε άλλη γνώμη
κι η γνώμη του επικράτησε στο τέλος.
Και συμφωνία έγινε το δέρμα
να πάρει του αγριόχοιρου, εκείνος,
που τ' άγριο θηρίο θα σκοτώσει.
Κι όλοι τραβήξανε για το κυνήγι.

Και πρώτη το θηρίο η Αταλάντη
στα νώτα χτύπησε. Του Αμφιάραου
το βέλος μες στο μάτι του το βρήκε,
και του Μελέαγρου ίσα στην κοιλιά του
και πάει, αποτελειώθηκε ο κάπρος.

Το δέρμα που ο Μελέαγρος επήρε
χάρισμα το 'δωσε στην Αταλάντη.
Τότε οι θειοί του, οι αδερφοί του Θέστιου,
πήραν το δέρμα από την Αταλάντη
λέγοντας πως αυτοί να το 'χουν πρέπει
αν ο Μελέαγρος ίσως δεν το θέλει,
γιατί αυτοί συγγένεια είχαν μαζί του
την πλέον κοντινή απ' τους άλλους όλους.

Μα ο Μελέαγρος μ' αυτά θυμώνει
και τους δυο θείους του ευθύς σκοτώνει.
Και τότε η μητέρα του, η Αλθαία,
για να εκδικηθεί των αδερφιών της
το θάνατο απ' το ίδιο το παιδί της,
βγάζει και, το δαυλό, απ' το σεντούκι
μέσα στο ίδιο τζάκι τόνε ρίχνει
και ο δαυλός ολόκληρος εκάει.
Κι αμέσως ο Μελέαγρος πεθαίνει.
Αυτά και ο Μελέαγρος είχε πάθει
από την ομορφιά μίας γυναίκας-
γιατί αυτά τα είχε όλα κάνει
για τα ωραία της Αταλάντης μάτια…

Και οι αρχαίοι συγγραφείς λεν όλοι
πως η Τεγέα όλο της χρωστάει
στην Αθηνά το κλέος και τη δόξα,
γιατ' είχε στον Κηφέα, γιο του Αλέα,
λίγη αυτή απ' την κόμη χαρισμένη
της Μέδουσας, για φυλαχτό της πόλης.
Και με τη μεσολάβηση είχε γίνει
αυτό, του Ηρακλή, όταν εκείνος
συμμάχους τους Τεγεάτες εζητούσε.

Κι ας δούμε το γιατί τους εζητούσε
και πώς η κόμη 'δόθη στους Τεγεάτες:
Ο Ηρακλής εκδίκηση ποθώντας
για τους Λακεδαιμόνιους, που σκοτώσαν
τον Οιωνό, έναν καλό του φίλο,
σύμμαχους έψαχνε απ' την Αρκαδία.
Και στην Τεγέα έφτασε ζητώντας.
Μα ο Κηφέας, βασιλιάς της πόλης,
δεν ήθελε να φύγει απ' την Τεγέα
γιατί φοβότανε πως οι Αργείοι
ενάντια της σα φύγει θα εκστρατέψουν.
Κι ο Ηρακλής, ζητώντας να τον πείσει,
απ' τη θεά την Αθηνά επήρε
πλεξούδα από της Μέδουσας την κόμη,
σε χάλκινη μια στάμνα τήνε βάζει
και στου Κηφέα την κόρη τήνε δίνει
που τ' όνομά της ήτανε Στερόπη.
Της είπε, αν ερχόνταν οι Αργείοι,
ν' ανέβαινε στα τείχη της Τεγέας
και από κει να υψώσει την πλεξούδα
για τρεις φορές, χωρίς να την κοιτάζει-
γιατί αν το κάνει πέτρα θα γινόνταν.
Κι όταν οι Αργείοι βλέπαν την πλεξούδα
θα το 'βαζαν σαν τους λαγούς στα πόδια.

Και πήρε τον Κηφέα έτσι μαζί του,
ησυχασμένον πια, για την Τεγέα,
και κρίμα που στον πόλεμο εσκοτώθη
και κείνος και τα είκοσι παιδιά του.
Και είναι ύστερα απ' αυτό, που όταν
απ' την Τεγέα ο Ηρακλής περνούσε
εγίνει ο,τι εγίνει με την Αύγη.

Και να κι η ιστορία με την Αύγη
την όμορφή μας Τεγεατοπούλα
που σαν αυγούλα Μάη όμορφη ήταν:
Από το γιο του Δία, τον Αρκάδα,
κι απ' τη Λεάνειρα, κόρη του Αμύκλα
γίναν ο Έλατος και ο Αφείδας.
Τώρα ο Αλεός, γιος του Αφείδα
και η Νεαίρα, κόρη του Περέα
ένα κορίτσι απόκτησαν, την Αύγη,
και δύο γιους: Κηφέα και Λυκούργο,
που βασιλιάδες γίναν της Τεγέας.

Ο Ηρακής αγάπησε την Αύγη
κι απ' την αγάπη αυτή παιδί ’γεννήθη,
που η Αύγη το 'κρυψε στο περιβόλι
του ιερού της Αθηνάς, που η ίδια
από τις πρώτες του ήταν ιέρειες.
Αλλά δεν ευλογείται η ασέβεια:
η γη καρπούς σταμάτησε να δίνει
και λέγαν οι χρησμοί πως μες στο ωραίο
του ιερού της Αθηνάς περβόλι
ασέβεια μια μεγάλη εκρυβόνταν.

Όταν αποκαλύφτηκε το πράγμα,
της Αύγης ο πατέρας τήνε πήρε
και στου Ναυπλίου τον κτήτορα τη δίνει,
τον Ναύπλιο, μ' εντολή να τη σκοτώσει.
Τη διαταγή εκείνος παρακούει
και απ' αυτόν, την Αύγη πήρε ο Τεύθρας,
ο βασιλιάς της εύφορης Μυσίας-
χώρας της Μικρασίας απ' τις πλούσιες-
και την παντρεύτηκε. Ως για το βρέφος
τ' άφησε μόνο στο βουνό Παρθένι
και μια λαφίνα το 'θρεψε. Για τούτο
και τ' όνομά του Τήλεφος το είπαν.

Και οι βοϊδοβοσκοί κάποιου Κορύθου
που εκεί κοντά τα βοσκοτόπια του είχε,
στο σπίτι του το είχαν αναθρέψει.
Κι όταν μεγάλωσε, κι απ' το μαντείο
έμαθε της μητέρας του την τύχη,
στον Τεύθραντα επήγε -στην Μυσία-,
θετό του γιό ευθύς αυτός τον κάνει
και άξιο διάδοχο στο βασίλειό του.

Ο Έχεμος ο Τεγεάτης πάλι
που είχε παντρευτεί με την Τιμάνδρα,
την αδερφή της άπιστης Ελένης,
το γιο τού Ηρακλή νικάει, τον Ύλλο,
στο στένωμα του ισθμού της Κορινθίας,
ματαιώνοντας με τον ηρωισμό του
την εισβολή των πρώτων Δωριέων-
των βάρβαρων απ' το Βορρά που ήρθαν.
Και η αντίσταση που οι Τεγεάτες
στων Δωριέων την κάθοδο προβάλαν
είν' η αιτία που στην Αρκαδία-
μόνη απ' την υπόλοιπη Ελλάδα-
δεν είχαν τότε Δωριείς πατήσει.

Κι όταν ο Πολυμήστωρ, στην Τεγέα
ήτανε βασιλιάς, και οι Σπαρτιάτες
στην Αρκαδία εμπήκαν, οι Τεγεάτες
όχι τους νίκησαν μονάχα πρώτοι,
μα και πολλούς αιχμάλωτους επιάσαν
και δούλους τους τούς είχαν στα χωράφια
και στα σεπτά τα σπίτια της Τεγέας.
(Στου Παυσανία τον καιρό ακόμα,
όπως ο ίδιος στα βιβλία του λέει,
σώζονταν τα δεσμά κι οι αλυσίδες
που οι Τεγεάτες δέναν τους Σπαρτιάτες!).

Στις μάχες των Ελλήνων με τους Πέρσες
οι Τεγεάτες πρώτοι. Ο Λεωνίδας
με τους τρακόσους του αν είχε μείνει,
και μόνο αυτούς θυμάται η Ιστορία,
φαίνεται αυτή μνήμη καλή δεν έχει.
Γιατί με τους τρακόσους τους Σπαρτιάτες
στη μάχη που αγίασε την Ελλάδα
και πεντακόσιοι επέσαν Τεγεάτες.

Και στις Πλαταιές χιλιάδες τρεις Τεγεάτες
δώσανε τον καλλίτερο εαυτό τους
και στο στρατόπεδο πρώτοι εμπήκαν-
όταν αυτός σκοτώθη-του Μαρδόνιου.

Μετά, στην εκστρατεία της Σικελίας
στη μάχη της Μαντίνειας παίρνει μέρος,
στη συμμαχία των Αιτωλών συντρέχει,
και πια η Τεγέα στα χέρια των Ρωμαίων
καθώς και όλες οι άλλες πόλεις πέφτει,
και ο Αντίγονος την κάνει ο Δώσων
της Αχαϊκής Συμπολιτείας μέλος.

Το άγαλμα το θεσπέσιο της Αλέας
ύστερα από τη νίκη του στο Άκτιο
ατός του ο βασιλιάς Οκτάβιος παίρνει
στη Ρώμη το πηγαίνει και το στήνει
στην Αγορά που έχει τ' όνομά του.

Το χώμα σήμερα Τεγεάτη που πατάς
αθέρας τέχνης πάνω του σπαρμένος.
Του Σκόπα η σμίλη έχει εδώ δουλέψει.
Το ναό αυτός σχεδίασε της Αλέας,
κι η τέχνη του τον έχει διακοσμήσει.
Οι βάσεις του από ντόπιο ήταν λιθάρι.
Κίονες, αετώματα, επιστύλια
όλα με ντόπιο μάρμαρο φτιαγμένα.
Χρυσελεφάντινο άγαλμα εντός του-
έργο του γλύπτη Ευδοίου-της Αλέας
(αυτό που είχε ο Οκτάβιος πάρει).
Ακόμα του Ασκληπιού και της Υγείας
τα μαρμαρένια αγάλματα είχε μέσα,
έργα του θείου Σκόπα και τα δυο τους.
Με θέματα απ' τους μύθους τους εντόπιους
ανάγλυφες βρισκόνταν παραστάσεις
στις πάνω στα επιστύλια μετόπες
του πρόναου και του οπισθοδόμου.

Από τ' αγάλματα των αετωμάτων
σωθήκαν λείψανα που μας φωτίζουν
προσωπικότητα κι έργο του Σκόπα.
Και να! του κάπρου μπρος μας το κυνήγι.
Στη μέση ο κάπρος και η Αταλάντη.

Στο ανατολικό αέτωμά του
όσοι αγωνίστηκαν ήρωες μαζί της:
Μελέαγρος, Θησέας, Τελαμώνας,
Ιόλαος, Πηλέας, Πολυδεύκης,
ο Έποχος, που τον Αγκαίο βαστάει
ετοιμοθάνατον απ’ το θηρίο,
Κάστορας, Αμφιάραος και άλλοι.

Στο δυτικό, του Τήλεφου ο αγώνας
(της Αύγης γιου, αφέντη της Μυσίας),
ενάντια στον ταχύποδο Αχιλλέα
στην πράσινη του Καύκου την πεδιάδα.
Κυμάτια κι έλικες μ' άκανθας φύλλα,
λεοντοκεφαλές και υδρορρόες
την πανδαισία της Τέχνης συμπληρώνουν
που το ναό κοσμούσε της Αλέας.

Όσα γλυπτά εσώθηκαν, εκφράζουν,
και κύρια τα κεφάλια-με τα μάτια
βαθιά μέσα στις κόγχες τους βαλμένα
και το που στρέφουν προς τα πάνω βλέμμα-
με τα ευγενικά τα μέτωπά τους,
όλο το πάθος και την αγωνία
τους κύριους δηλαδή τους χαρακτήρες
της πάντοτε άφταστης σχολής του Σκόπα.

Μπροστά από το ναό βωμού θεμέλιο-
βωμού που όλος ήταν στολισμένος
με των Μουσών αγάλματα ωραία
και της μητέρας τους της Μνημοσύνης,
και τις ανάγλυφες τις παραστάσεις
της Ρέας, γυναίκας του παμφάγου Κρόνου,
και της Οινόης με τον Δία βρέφος,
κι άλλων Νυμφών, φτιαγμένων απ' το χέρι
του Σάτυρου, του Σκόπα συνεργάτη.
Στα βόρια του ναού ίχνη της κρήνης
που ο Ηρακλής συνάντησε την Αύγη.

Την πόλη ακόμα της Τεγέας στολίζαν
ναοί περίλαμπροι, καθώς εκείνος
της Αθηνάς Πολιάτιδας, κι ακόμα
του Αίπυτου Ερμή, της Αφροδίτης,
της Καρποφόρου Δήμητρος και Κόρης,
του Απόλλωνα-μ’ επίχρυσο άγαλμά του
που έργο ήτανε του Χειρισόφου-,
ιερά πολλά-του Διόνυσου τα δύο-,
βωμοί αναρίθμητοι με ανάμεσά τους
τον αψηλό βωμό του Τέλειου Δια.

Έξω απ' το τείχος που 'κλεινε την πόλη-
που μήκους ήταν έξη χιλιομέτρων
και μέτρα εξήμισυ που είχε ύψος-
το ιερό της Δήμητρος βρισκόνταν
με ειδώλια πλήθος που ήταν, χάλκινα άλλα,
κι άλλα που ήσαν με πηλό φτιαγμένα.
Είναι αυτά που σήμερα θα βρούμε
στο τοπικό Τεγεάτικο Μουσείο.

Τρία χιλιόμετρα από την Τεγέα,
στα δυτικά, ιερό του Ποσειδώνα,
και άλλο της Αρτέμιδας που Σώζει,
σε δωρικό οικοδόμημα, που ήταν
τον έκτο χρόνο προ Χριστού φτιαγμένο.

Η Άρτεμις η Κνακεάτις πάλι
ναό μαρμάρινο είχε στο Μαυρίκι
που βρίσκεται παρέκει απ' την Τεγέα,
κι αυτόν του έκτου προ Χριστού αιώνα.

Κι εκεί που σήμερα είναι το Στάδιο,
βρίσκονταν τότε-άλλο τι;-το Στάδιο,
φκιασμένο από χώμα σωρεμένο.
Και μέσα κει γινόνταν τ' Αλεαία
σ' ανάμνηση της ένωσης των Δήμων,
μα και τ' Αλώϊα, για να μην ξεχνιέται
η νίκη ενάντια στους δεινούς σπαρτιάτες,
κι ότι αιχμάλωτους πιάσανε τόσους.

Στης Παλαιάς Επισκοπής τη θέση
που της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
χτίστηκε αργότερα η εκκλησία,
το Θέατρο βρισκόνταν της Τεγέας
που ο Αντίοχος έχτισε ο Τρίτος,
ο Επιφανής. Εκεί στημένα ήσαν
χάλκινα αγάλματα΄ κι απ' όλα ένα
τον Φιλοποίμενα αναπαριστούσε,
τον στρατηγό το Μεγαλοπολίτη
της Αχαϊκής κραταιάς Συμπολιτείας.

Μα και στα γράμματα δεν υστερούσε
η πόλη σας η τότε, η Τεγέα.
Και άξια ήσαν της αίγλη της κι εκείνα.
Ο Αρίαθος, ο ιστορικός, Τεγεάτης.
Ο τραγωδός Αρίσταρχος επίσης
που μέχρι τα εκατό έζησε χρόνια
και εβδομήντα έγραψε τραγωδίες
που με τις δυο απ' αυτές είχε νικήσει
στους τότε που διεξάγονταν αγώνες.

Και ο Κλωνάς ο ποιητής ο μέγας,
στα μέσα του έβδομου που 'ζησε αιώνα,
το δέκατο παιδί της Μνημοσύνης,
ο λυρικός  ο ποιητής, που είχε
της αύλησης τους νόμους καθιερώσει
για να 'ρθουνε κατόπι του οι άλλοι
του πέμπτου του αιώνα οι μεγάλοι
και στα καλούπια που 'φκιασεν εκείνος
τους στίχους τους δικούς τους να ξεχύσουν.

Κι είχε Βουλή μια τότε η Τεγέα
από τρακόσους βουλευτές, σαν τώρα
που τόσους έχει ολόκληρη η Ελλάδα
(να τους χαιρόμαστε τους τωρινούς μας…)
Κι είχε προστάτες, στρατηγούς, ιππάρχους,
κι είχε και θεωρούς και αγορανόμους,
και θεωρούς και ηλιαστές' κι ακόμα
νομίσματα δικά της είχε κόψει.

Τώρα οι έλληνες μακριά από δόξες
ψάχνουμε από κάπου να πιαστούμε
λαός πως είμαστε κι εμείς να πούμε
που κάτι αναμετάξυ μας μάς δένει.

Βλέπουμε τη φριχτή αγραμματοσύνη
καταστροφή μας να μας έχει γίνει
χάμου καθώς δεμένους μας κρατάει.

Βλέπουμε λίγους που κοκορευόνται-
που σαν το εικοσιένα οι φαναριώτες
δούλοι σα να 'μαστε, μας διαφεντεύουν.

Τους άλλους βλέπουμε λαούς να υψώνουν
ελευτεριάς σημαίες και προόδου
και τους χλευάζουμε γιατί θαρρούμε-
γιατί μας έχουν έτσι μαθημένους-
πως λευτεριά σημαίνει ανηθικότη
και πρόοδος σημαίνει αμαρτία.

Βλέπουμε τους λαούς να 'χουνε μπέσα
κι ο λόγος τους συμβόλαιο να μετράει,
και μεις τους θεωρούμε-γιατί έτσι
μας έχουν οι αφεντάδες μας διδάξει-
"κουτόφραγκους" και "αμερικανάκια".

Βλέπουμε πόλεις καθαρές να έχουν,
βλέπουμε να δουλεύουν, με συνέπεια
να υπακούν στους νόμους τούς θωρούμε-
πολιτισμένοι να 'ναι μ' ένα λόγο-
και λέμε ’μεις-γιατί τ' αφεντικά μας
έτσι συφέρο έχουνε να λέμε-
"ω! τους καημένους! σκλάβοι της δουλειάς τους,
των νόμων και της καθαριότητάς τους!
ενώ εμείς...κάνουμε ό,τι θέ 'με!"

Και μας οικτίρει Αμερική κι Ευρώπη.
Και για μονάχο έχουμε όπλο ενάντια
στην ανεπάρκεια και στη δυστυχιά μας
να λέμε: "ναι, αλλά, οι πρόγονοί μας..."
και ν' αραδιάζουμε πράγματα τέτοια
καθώς κι εγώ πιο πάνω έχω αραδιάσει.

Μα μόνο γιατί ζούμε σ' έναν τόπο
που κάποτε όσοι μέσα τους εζούσαν
κάτι καλό εκάμαν, δεν σημαίνει
ότι κι εμείς κολλάμε από κείνων
τις δόξες και τις Τέχνες και τα κλέη.
Αν μόνος του κανείς δεν φτιάξει κάτι,
κι όσα κι αν κλέψει ξένα και τα δείχνει
και περηφάνια όση γι αυτά κι αν νιώθει,
φρούδα κι η περηφάνια κι η χαρά του:
καλό για κάτι όχλος αν κοπιάσει
τότε θα τον δεχτεί λαό η Πλάση.
                                               
                                           Αύγουστος 2004