ΜΗΤΕΡΑ, ΕΡΩΜΈΝΗ, ΑΔΕΡΦΗ, ΚΟΡΗ
Νύχτα η ώρα μία. Εννιά προς δέκα
Αυγούστου του οχτακόσα εικοσιτρία.
Ο Μάρκος Μπότσαρης με τους Σουλιώτες-
Τρακόσοι και πενήντα όλοι όλοι
Σε λίγο θα ορμήσουν καταπάνω
Στους Αλβανούς του Μουσταφά της Σκόδρας,
Που πέντε είναι χιλιάδες μετρημένοι.
Μες στο καλύβι που ’βρε για να πάρει
To Σουλιωτόπουλο μικρή μια ανάσα-
Παιδί εικοσάχρονο στην πρώτη νιότη-
Τώρα ’τοιμάζεται για το γιουρούσι.
Μέσα του ο φόβος κι η αντρειά παλεύουν.
Ζωή με θάνατο, Φως με το Σκότος.
Kι ανίκητα όλα τους και στέρια μένουν
και κάνουνε τον νιό παίγνιο δικό τους
και το παιδεύουν με το πάλεμά τους.
Κι ενώ η ώρα ό,που νάναι φτάνει
Τους άλλους που θα πάει να συναντήσει,
Όταν γυρνάει το μάτι προς την πόρτα,
Μες στο μισόφωτο δίπλα του βλέπει
Γυναίκεια μια μορφή να τον κοιτάζει.
Η εικόνα αυτή πολύ τονε σαστίζει.
Στέκει αμίλητος έτσι για λίγο.
Τέλος νικάει το φόβο η απορία
Και ήρεμα τηνε ρωτάει: «Ποιά είσαι;»
Αυτή ορθώνει το σκυφτό κεφάλι:
"Σε γέννησα. Ειμ' η μάνα σου. Με ξέρεις.»
"Καλώστηνε. Γιά ολόκληρο ένα χρόνο
ήσουν κοντά μου. Υστερα πού 'χάθης;.."
"Αλλα παιδιά επήγα να γεννήσω".
"Ναι. Άλλους άντρες γιά να βρεις επήγες".
"Μένα σκοπό μονάχα-να γεννήσω".
"Μένα σκοπό μονάχα-τη χαρά σου".
"Χίλια παιδιά κι αν κάνω είμαι γυναίκα".
"To γυναικείο κρατ' ανοιχτό δοχείο
Και δέχου τα φτυσίματα του κόσμου.
Αλλά γιατί αποψε ήρθες vα μέβρεις;
Τι θέλεις;"
«Τη ζωή που σούχω δώσει.
Μου τη χρωστάς και να την πάρω ήρθα!"
Στρέφει το πρόσωπο κατά τον τοίχο.
«Γεννούν κι οι σκύλες. Μα και κείνες όμως
Πριν σ’ άλλες ευωχίες να δοθούνε
Πρώτα αναθρέφουν τα μικρά παιδιά τους.
Όσο για τη ζωή που θέλεις πίσω
Στην έδωσα προτού να με γεννήσεις.
Κι αν άθελά μου, όμως δε μετράει.
Σε ξώφλησα προτού να με δανείσεις".
Γυρνάει και τονε βλέπεις λυσσασμένα.
Τραβάει αργά το ρούχο της και σκέπει
To πρόσωπό της το διαβολεμένο.
Στέκει για λίγο έται σκεπασμένη
Κι ύστερα λεύτερο ταφήνει πάλι.
Μα τέλεια τώρα είναι αλλαγμένη.
To μίσος της όλο έρωτας εγίνη.
Ζητούσε πριν, τώρα έτοιμη να δώσει.
Όλα της προκαλούν και προσκαλούνε.
Με χέρια πλησιάζει απλωμένα.
"Ω! Σιχαμένη! Χάσου από μπροστά μου…»
Kι αυτή φιλώντας και χαιδεύοντάς τον
«Αγαπημένε μου μη-μη με διώχνεις!
Αχ! Απο χτες ταπόγεμα δε σείδα,
Και, αγαπημένε, μούλειψες-πού ήσουν;
Κοίταζα στον καθρέφτη το κορμί μου
Kι ήταν μισό με δίχως το δικό σου".
Μέσα στο μισοσκόταδο ξεκρίνει
τα χείλια και τα μάτια της καλής του.
Συνέρχεται. Τηνε γλυκαγκαλιάζει:
"Όμως η σκέψη μου μαζί σου ήταν".
"Δε μου αρκούσε. Εσένανε ζητούσα.
Μα πες μου αλήθεια-μήπως με σκεφτόσουν
Έχοντας άλληνε στην αγκαλιά σου;»
«Και νάθελα που νάβρω τέτοια χείλια.
Κα νάθελα που νάβρω τέτοια μάτια;"
"Τα ομορφαίνει όλα η αγάπη.
Γι αυτό σε θέλω πάντοτε κοντά μου.
Να βρίσκεις όμορφη μόνον εμένα.
Για τέτοιον όπως συ ένα λεβέντη
Μάτια πολλά και χείλια θα ομορφαίναν."
«Πάντα δικός σου θάμαι. Ήσυχη νάσαι.
Μπορεί μονάχα η γλυκιά Πατρίδα
Γία λίγο να με πάρει μακριά σου.
Έχουμε πόλεμο. Έχουμε αγώνα.
Μα όταν βρίσκω κάποιαν ευκαιρία
Κοντά σου θάρχομαι αγαπημένη.
…Δε μού μιλάς; Γυναίκα κι η πατρίδα.
Δεν τη ζηλεύεις; Δε θα μου ζητήσεις
Καθόλου vα μη γνοιάζομαι για κείνην
Και να κρατώ για σε κάθε δικό μου;"
Αυτή ασταμάτητα χαιδεύοντάς τον
Κι όλο αχόρταγα φιλώντας τόνε:
"Όχι καλέ μου. Δε θα στο ζητήσω"
"Λοιπόν εδώ τι θέλεις τέτοιαν ώρα;
Σε λίγο-ξέρεις, φεύγω για τη μάχη.
Των Τούρκων τα φουσάτα πλησιάζουν.
Τήρθες λοιπόν εδώ; Καιρό δεν εχω".
"Τόβρες καλά. Κάτι από σένα θέλω.
Κι αυτήνε τη φορά δεν ειν' αγάπη.
Θελω απ’ τον πόλεμο να μη γυρίσεις!"
"Αυτήναι η αγάπη σου για μένα;
Εκεί αυτά τα χάδια σου τελειώνουν;
Θέλεις λοιπόν στη μάχη να πεθάνω;"
"Σούχω υπέροχα χαρίσει χάδια.
Σούχω αμέτρητα φιλιά δοσμένα.
Kαι τώρα σου ζητώ να με πληρώοεις.
Η ύστερή σου η μέρα αυτή να είναι"
Με μαργιολιά και πρόκληση γελώντας
Και βλέποντάς τονε μέσα στα μάτια
Με ανάστροφο το βήματης βαδίζει
Kαι χάνεται στης νύχτας το σκοτάδι.
"Λόγια παράξενα.Πώς μου ζητάει
Αυτή που πριν δε μπορειγε μακριά μου
Γιά πάντοτε απαυτήνε να χωρίσω;
Ακόμα χτες απάνω στο κρεβάτι
Μόλις καμένη μες στην αγκαλιά μου
Τη φλόγα μου και πάλι αποζητούσε".
Kαι πάλι έρχεται και μένα βλέμμα
Τώρα πονετικό τόνε κοιτάζει.
"Καλώς τηνε. Ξανάρθες. Ναι. To ξέρω:
Δεν πίστευες καθόλου αυτά που είπες.
Τάπες την πεθυμιά μου γιά νανάψεις
Η κάνοντας εν' άκαιρο αστείο.
Ελα αγαπούλα μου κι αγκάλιασέ με. .
Για το φιλί πάντα υπάρχει ώρα…»
Κάνει να πάει κοντά του. Ξάφνω στέκει.
Καλά τον βλέπει. Πίσω κάνει πάλι.
“Μα όχι! Εσύ…εσύ δεν είσαι εκείνη.
Τα μάτι' αυτά της αδερφής μου είναι.
Kαι μέσα τους φωλιάζει άλλη αγάπη.
Κι αυτή η αγάπη της ελπίδας είναι.
Συχώρα με αδερφή γιά όσα είπα.
Πριν από σε ήταν εδώ μιάν άλλη.
Α! Tι ωραία που δεν είσαι εκείνη.!
…Πάνω στην ώρα ήρθες αδερφούλα.
Ειμ' έτoιμος στη μάχη για να πάω.
Των Τούρκων ήρθαν πάλι τα λεφούσια
Κι οι σύντροφοι ενώ με περιμέναν
Kάτι απίστευτο 'δω μέσα εγίνει.
Η μάννα ήρθε κι η αγαπητικιά μου
Κι οι δυό τους-άκου-δε θα το πιστέψεις
Μου γύρεψαν στη μάχη να πεθάνω.
Λες κι είμαι γέρος εκατοχρονίτης
Κι όχι 'κοσάχρονο παλληκαράκι. ..
Ελα αδερφή μου. Τον καλό σου λόγο
Σαν χώμα τη βροχή τον περιμένω.
Γιατί αν με στέλνουν όλοι να πεθάνω
Tι λόγο θάχα τότε εγώ να ζήσω;
Μα έλα σύ. Τ’ αδερφικά σου λόγια
Αυτές ο,τι είπανε θα το συντρίψουν.
Έλα και δώσε μου ζωής ελπίδα.
Όμως ακίνητη μη στέκεις τώρα
Εσύ που πάντοτε στασό δεν είχες
Μόνο αλώνιζες το σπίτι όλο
'Μορφαίνοντας και συγυρίζοντάς το.
Κι ούτε αμίλητη σου πάει να μένεις
Εσύ που σα γλυκόφωνο αηδoνάκι
Τραγούδι εγέμιζες τη γειτονιά μας.
Kαι διόλου δε σου πάει η αυστηρότη.
Kαι πώς τα χέρια σου τα βλέπω άδεια;
Πούν’ το ψωμί, ταυγό και το κουλούρι;
Η μάχη δύναμη γυρεύει νάχω".
Σα λεϊμονίτσας κίτρινης το χρώμα
Kαι σαν νεκρής αντήχησε η φωνή της.
"Σωστά τα είπες αδερφέ μου όλα.
Kαι με τα λόγια σου μούχεις προσφέρει
Ακρες πολλές για να πιαστώ ναρχίσω.
Αλλά να κρέμονται όλες τις αφήνω.
Καινούργια σήμερα κι αρχή και τέλος.
Οι Τούρκοι αμέτρητοι σήμερα είναι
Και να πατήσουνε ζητάν την πόλη .
Λίγα τα παλληκάρια που θα πάτε
Ζητώντας vα τους φράξετε το δρόμο.
Οι ζωντανοί παραμεράνε όμως
Και ο εχθρός τρυπώνει ανάμεσό τους.
Μονάχα τάψυχα κουφάρια στήνουν
Ψηλό κι αδιάβατο βουνό. To αίμα
Μονάχα φκιάνει απέραστο ποτάμι.
Σήμερα ο Θάνατος λέγεται Νίκη".
"Κι εσύ λοιπόν.."
"Κι εγώ. Ναι αδερφέ μου.
Δεν είναι στη βουλή μου να διαλέξω.
Αυτά τα λόγια μούρχονται στα χείλη.
Κι όση κι αν πίκρα στην ψυχή μου δίνουν
Με τόση απόφαση και τη γεμίζουν.
Γιατί σαν έμπει ο Τούρκος, ουτ' εμένα
Δε θάβρει ζωντανή. Αυτό που τώρα
Ζητώ από σέ, η ίδια θα το κάνω
όταν το πόδι Τούρκου θε νακούσω
Τη σκάλα νανεβαίνει του σπιτιού μας.
Κι αδέρφια θάρθουνε άλλα μετά μας
Χαρούμενα στο δρόμο να διαβούνε
Που θα τους έχουμε 'μεις ανοιγμένον.
Κι η αδερφική χαρά θα ξανανθίσει
και θαναι σαν εμείς να τήνε ζούμε
αφού Έλληνες κι εκείνοι θα μετράνε."
"Το γυναικείο το μυαλό γεννάει
Λένε, ιδέες. Και τόχεις αποδείξει
Συ αδερφή, στα καθημερινά μας.
To Θάνατο βρες κάτι να γλιτώσω.
Βρες κάτι την ανάγκη μου που νάχει.
Βρες κάτι ζωντανό που να με θέλει
Και τότε ξέρω εγώ το πώς θα ζήσω".
"Κανείς δε θέλει ζωντανό τ' αλάφι
Tα σπλάχνα του η πείνα όταν ζεσκίζει.
Ειν' η ζωή φτιαγμένη έτσι αδέρφι
που πρώτη αυτή το θάνατό σου θέλει»
Είπες και σκύβεις τώρα το κεφάλι.
"Είπες οτ' είχες. Αλλ’ ακόμα στέκεις.
Ας δούμε τώρα ποια μορφή θα πάρεις.
Ας δούμε τώρα τι άλλο θα τολμήσεις".
Σηκώνει το κεφάλι. Τονε βλέπει.
Πάλι μετά το σκύβει. Γονατίζει
Κι αρχίζει σαν μικρό να κλαίει παιδάκι
Βαθιά πικρά καί παραπονεμένα
Και με λυγμούς, με δάκρυα και με μύξες.
"Καλά. Καλά. Το ξέρω αυτό το κλάμα.
Όταν σε μάλωνα μούκλαιγες έτσι
Και ούτε να μιλήσεις δεν μπορούσες.
Έλα κορούλα μου. Έλα μικρή μου.
Σκούπισ' τα δάκρυα σου Μην κλαις καλή μου
Ξέρω τι μου ζητάς κι εσύ να κάνω
Κι ας μην μπορούν τα δυο σου τα χειλάκια
Να μου το πουν. Σε γέννησα μικρή μου
Και κάθε σου πνοή ξέρω τι λέει.
Kαι κάθε βλέμμα σου ξέρω τι κρύβει.
Ησύχασε γλυκό μου κοριτσάκι.
Θα κάνω αυτό που πρέπει. Μη φοβάσαι.
ΟιΤούρκοι δε θαφήσω να περάσουν".
Σαγκάλιασε. Σού σκούπισε τα δάκρυα
Κι ένα φιλί αφήνει στα μαλλιά σου.
"Τώρα παιδί μου πήγαινε…μη στέκεις…"
Με τα λιανά σου πούτρεμαν χεράκια
Τον αγκαλιάζεις και βογκάς: "Πατέρα.."
Ήρεμα αυτός, σαν νάταν η ψυχή του
Που αποσπούσε απ' το νεκρό του σώμα
Σε αποσπάει απ’ τη θερμή του αγκάλη
Κι ήρεμα σοδηγεί μέχρι την πόρτα.
"Πήγαινε σπίτι γρήγορα μωρό μου.
Πήγαινε. Είναι νύχτα. Τα κορίτσια
Δεν πρέπει έξω νάναι τέτοιαν ώρα»
-----------