30 Μαρτίου γεννήθηκε ο Βαν Γκόγκ
PINK PEACH TREES
(Van Gogh)
Α! Ροζ μικρές ροδακινιές! Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς, χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.
Κοντά σας να ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’ αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’ την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.
Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".
CAFE TERRACE AT NIGHT
(Van Gogh)
Φωτοπερίχυτη γωνιά με δάπεδο ερυθρό
δίπλα του σούρουπου η ζωή-της νύχτας η πειθώ
δυο κόσμοι-ο ένας ζωντανός, λουσμένος μες στο φως
κι ο άλλος πλάι του σταχτίς, αφώτιστος, κρυφός.
Ένα "καφέ" παρισινό. Μικρά και στρογγυλά
τα τραπεζάκια στέκονται κομψούλια και ψηλά
με τις καρέκλες δίπλα τους κυρίες ελκυστικές
χίλιες μικρές απόκρυφες να υπόσχονται χαρές.
Νύχτα! Παρίσι! Άνοιξη! Ζολά! Μπωντλαίρ! Ουγκώ!
Ω! αηδονάκι του φωτός στον κόσμο τον βουβό!
Α! και ζωγράφε που πολύ ό,τι ήθελα να δω
αφού εγώ δεν πήγα εκεί μου το ’φερες εδώ.
SIEN WITH CIGAR IN WHITE DRESS
SITS NEXT TO STOVE ON THE FLOOR
(Van Gogh)
Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου
δίπλα στη σόμπα καθιστή,επάνω στις σανίδες
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.
Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ήλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του
ανθρώπου.
Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
ένα τσιγάρο μοναχά η μόνη σου συντρόφια
κι αυτό χωμένο άτονα στα χέρια σου σαν βέλος
μέσα σε σάρκες άζωες-σε περιστέρια ψόφια...
Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δε σ’ άρπαξε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει. Μα εμάς για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας
SUNFLOWERS, MUNICH,
NOUE PINAKOTEK
(Van Gogh)
Ποιος μας ζωγράφισε σκληρός ζωγράφος
κι είναι τα φύλλα μας κιτρινισμένα
κι έτσι κειτόμαστε σαν πεθαμένα
κι είναι το βάζο μας πικρό σαν τάφος;
Εμάς που στρέφαμε τα πρόσωπά μας
στο μέγα του ήλιου πυρρό στεφάνι
τώρα ένα μαύρο πικρό μελάνι
κλέβει το γέλιο μας και τη χαρά μας.
Μα ο μεγάλος μας καημός και θλίψη
για σένανε είναι ζωγράφε πλάστη:
σ' αυτόν που έτσι μας εφαντάστη
θα 'χουν κι ο έρωτας κι η αγάπη λείψει.
HOUSES IN ANTWERP
(Van Gogh-1885)
Σπίτια στο Αντβέρπ. Σπίτια ενωμένα
με κοινές αυλές, σκεπές και τοίχους
σπίτια μες στο φως παραδομένα
και τους δρόμους ενατρόγυρα ησύχους.
Ξύλινα σπιτάκια που παλιώσαν.
Που η σκόνη τα ’χει μισοασπρίσει.
Σπίτια ευλογημένα που δε νοιώσαν
στη μακριά τους τη ζωή πάθη και μίση.
Σπίτια ανθρωπινά που ενώ τελείως
έχουνε χαθεί απ’ τη ζωή μας
ένας φεγγερός χρωστήρας θείος
τώρα τα προσφέρει στην ψυχή μας.
RISES
(VAN GOGH)
Και βέβαια οι ίριδες ανθίζουνε το Μάη
στου Αγίου Παύλου της Μωσόλ το μοναστήρι
κι όταν κανείς απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτάει
ένα πολύχρωμο θωρεί μπροστά του πανηγύρι.
Μα του ζωγράφου η ματιά τις ίριδες τις θέλει
μες σ' ένα γκρίζο πήλινο χωριάτικο κανάτι
και από κει τα φύλλα τους να υψώνονται σαΝ βέλη
και λυπηρά μηνύματα να στέλνουνε στο μάτι.
Τις θέλει να στριμώχνουνε τ' αβρά στηρίγματά τους
μες στου δοχείου το στενό καμπυλωμένο στόμιο.
Θέλει κρυμμένη να κρατεί εκεί μέσα τη χαρά τους
σε σχήματα που ουτ' ένα τους με τ' άλλο δεν είν’
όμοιο.
Και θέλει τ' άνθη τα μαβιά να γέρνουν κουρασμένα
και να γεμίζουν την ψυχή με πένθιμες εικόνες'
και θέλει τα να μοιάζουνε πουλάκια πεθαμένα
κι ελπίδες που τις σκέπασαν της λησμονιάς οι
σκόνες.
Και κάποιο ανθάκι εκεί δεξά, ψηλά ψηλά το στήνει
και με ποτάμια αιμάτινα στολίζει τη θωριά του.
Κι είναι σαν η ύστατη ζωή στο άνθος αυτό να σβήνει
ή σαν το φάντασμα εκεί να στέκει του θανάτου.
L' ARLESIENNE: (MADAME JOSEPH-MICHEL GINOUX)
(VAN GOGH)
Αναπόληση; Απορία; Θαυμασμός
Πάνω απ' τ' ανοιγμένο το βιβλίο;
Ένας σύντομος, τυχαίος χαιρετισμός
Η το ύστερο στη ζωή πικρό αντίο;
Το ’να χέρι στου βιβλίου τις σειρές
Και στον κρόταφο το άλλο έχει διπλώσει
Λες και θέλει στου μυαλού τις αυλακιές
Ο,τι γράφει το βιβλίο ν΄ αποτυπώσει.
Μαύρο χρώμα το τραπέζι, τα μαλλιά
Το παλτό, τα ωραία μάτια και τα φρύδια
Φόντο πλούσιο μία κίτρινη αντηλιά
Και στον άσπρο το γιακά κόκκινα φίδια.
Μα η καρέκλα αν είναι κόκκινο βαθύ
Κατακόκκινα κι αν ειν' και τα βιβλία
Μας δονεί το ερυθρό που ’χει απλωθεί
Στων χειλιών την αναρχίνιστη ομιλία.
Σε ποια βάθη βυθισμένη είσαι κυρά;
Ποιες το διάβασμα κλειστές σ' άνοιξε θύρες
Και ορμήσανε της σκέψης τα νερά
Και σε πνίγουν στις μεγάλες τους πλημμύρες;
SIESTA
(Vincent Van Gogh)
Βουνά υψώνονται τα στάχια
κομμένα πια και στοιβαγμένα.
Σαν χρυσωπά φαντάζουν βράχια
σε χρυσοπέλαγο ριγμένα.
Στη σκιά που ρίχνουν τα δεμάτια
δυο δουλευτές έχουν ξαπλώσει
και στα κλεισμένα τους τα μάτια
βαρύς ο ύπνος έχει απλώσει
Ο άντρας ύπτιος με βαλμένα
τα δυο του χέρια προσκεφάλι.
Δίπλα τα δρέπανα αφημένα.
Tου θέρου μέσα τους η ζάλη.
Στο άλλο πλάι του εκείνη
σχεδόν πρηνής, σκυφτή λιγάκι
και προς το μέρος του να κλίνει
τ’ ωραίο της το κεφαλάκι.
Αυτή σεμνή κι υποταγμένη-
αυτός αφέντης και δεσπότης
άραγε τέτοια ταιριασμένη
ζωή να ζει και στ’ όνειρό της;..