Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

 ΣΤΟΝ ΒΩΜΟ

Στον βωμό της Γυναίκας πάνω
το σφαγμένο σώμα του.
Με νύχια, με δόντια, με σαρκασμούς,
με υπονοούμενα,
γυμνές γυναίκες το κατασπάραξαν
με γυμνούς αγκαλιασμένες άντρες,
για να πάρουν δύναμη ώστε
όλο ζωντάνια να ξαπλώνουν
σε στρώματα πάνω, λερώνοντάς τα
με ζάρες-της ψυχής του- και με σπέρματα-
απομιμήσεις του αίματός του.




ΣΕΡΒΙΟΣ ΣΟΥΛΠΙΚΙΟΣ.

Ω! Τι ωφέλιμο! Ο ύπνος να είναι
ο ψεύτικος
βαθύτερος απ’ τον αληθινό!

Να μπορούσε κανείς τα μάτια του
μπροστά στην άλλην όψη-την αληθινή-
της ζωής να κλείνει!

Μα τέτοια πού πουλάν υπνωτικά; Που σχήματα
να μην υπάρχουν τότε άλλα απ’ αυτά
που τ’ ανοιχτά τα μάτια βλέπουν μόνο...

Ω! Ο κόσμος σου Σέρβιε Σουλπίκιε
ο τόσο ξέχωρος απ’ τους κοινούς δικούς μας,
που πάνω στο προσκέφαλο αφήνει τον θάνατο
σαν ένα μυρωδάτο κρίνο!

Και το πως έχεις μάτια
και όταν θέλεις ξυπνητός είσαι,
πιότερο αυτό τον θαυμασμό μας μεγαλώνει.
Γιατί αλλιώς
φρούδα θα ήταν η σοφία σου.




ΝΑ ΗΤΑΝΕ, ΓΑΛΗΝΗ

Να ήτανε, Γαλήνη, αφήνοντας τη θάλασσα
Και σε μάς τους στεριανούς να έρθεις!
Σε μάς που κύματα άλλα μάς τινάζουν
Όχι σε άλλο κύμα πάνω
Μα σε άλλη θάλασσα κάθε φορά…

Να ’ρθείς, κόρη του Αμίλητου και του Ησυχασμένου
Και να σταθείς εμπρός μας Ολόκληρη και Δυνατή.

Στον ώμο σου ν’ ανέβουμε τον υψηλό
Και συ ακίνητη
Να μάς πηγαίνεις και να μας πηγαίνεις
Πάνω στο άβαθο το αυλάκι
Που το σώμα σου, με μυστικές-
Που εσύ μόνο γνωρίζεις
Προσταγές
Αθώρητο για μάς, ανοίγει.

Γαλήνη! Πολυαγάπητη Νητηϊδα!
Αρκετά τους τολμηρούς ναυτικούς εφίλησες. Έλα
Και τους ταραγμένους,
Τους δειλούς εμάς
Να γαληνέψεις.



ΕΜΠΟΡΟΙ
Έμποροι που οργώνετε τη γη μου
Που την ποτίζετε με τον ιδρώτα μου
Και με το χέρι μου δρεπάνι
Σοδιάζετε στάρι, χρήμα και αυτοπεποίθηση…

Έμποροι, που το έτσι αποχτημένο εμπόρευμα
Σε μένα πάλι το πουλάτε
Μεσάζοντες εσείς ανάμεσα
Στην αθωότητα και την άγνοιά μου…

Έμποροι
Έφτασε η ώρα που και τη ζωή μου
Για πενταροδεκάρες θ’ αγοράστε.

Μα να ξέρετε: από κει και πέρα
Ο έμπορος θα ειμ’ εγώ
Και με τους νόμους του δικού μου κράτους
Θα σας αγοράζω
Και θα σας αργάζω και θα σας πουλώ.





ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Ισορροπεί σαν ακροβάτης χρόνια τώρα
πάνω στο σχοινί, ανάμεσα ζωής και θάνατου,
τη βέργα του ζυγιάζοντας-
’πιδέξια μιας και ακόμα βρίσκεται κει πάνω.

Να κοιτάξει κάτω δεν γινόνταν
χωρίς τον κίνδυνο της πτώσης. Μόνο τώρα
που καλός ισορροπιστής ένιωσε
‘εσκυψε κι είδε:
Ούτε ζωή ούτε θάνατος.

Τώρα περπατεί στο τεντωμένο σχοινί επάνω
σαν σε πλατεία συμπαγή και στέρια
δίχως την άσκοπη
και οδυνηρή φροντίδα αποφυγής της πτώσης.

Κι έτσι θα σεργιανίζει πέρα δώθε
απ’ του σκοινιού τη μια άκρη ως την άλλη,
ώσπου να δει
πως ούτε σχοινί υπάρχει.