ΜΙΑ ΑΒΟΛΗ ΣΤΙΓΜΗ
Χτες. Είμαι στο σούπερ μάρκετ, στο ταμείο. «Εικοσιτρία ευρώ» αποφαίνεται η ταμίας. Της δίνω πενηντάρικο. «Δεν έχετε τίποτε ψιλά, ε;» «Για να δω…» Βάζω το χέρι στην τσέπη γρήγορα γρήγορα. Μέσα υπάρχουν τρία ευρώ ακριβώς! Βγάζω τα τρία ευρώ, τείνω την παλάμη μου ανοιχτή με τα ευρώ πάνω της προς την ταμία. Όλα αυτά σε κλάσματα του δευτερολέπτου-πολύ γρήγορα γιατί περιμένει και κόσμος. Και: «Πάρτε και τα τρία μου!», της λέω. Μόλις το είπα, τότε σκέφτηκα τι είπα. Τι να έκανα τώρα; Ακολουθεί μια βαριά στιγμιαία σιγή. Ταυτόχρονα ένα ανεπαίσθητο σάλεμα του χεριού μου προς τα πίσω, ενώ αυτό παρέμενε όμως μακροσκοπικά στην ίδια θέση-απλωμένο με τα τρία ευρώ επάνω του. Από την πλευρά της ταμίας μια ανεπαίσθητη επίσης τάση για ακινητοποίηση του δικού της χεριού, χωρίς πρακτικά αυτή να συμβεί. Και με την άκρη του ματιού μου διέκρινα ένα, αχνό κι αυτό, τράβηγμα των χειλιών της ταμίας προς τα πλάγια σαν σε ανθυπομειδίαμα, χωρίς όμως το μειδίαμα αυτό να γίνει καν χαμόγελο και χωρίς κανενός μας τα μάτια σα σηκωθούν από το τρίευρο που, αθέλητος μαστροπός, είχε δημιουργήσει την όλη δύσκολη αυτή κατάσταση.
Ευτυχώς είχα πέσει σε ταμία με τακτ και όλα πήγαν όπως σας τα περιέγραψα. Φανταστείτε κάποιον να λέει «συγνώμη» σε μια τέτοια περίσταση, ή κάποια ταμία να αγριοκοιτάξει τον πελάτη…