ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΣΤΕΦΑΝΟ» ΤΟΥ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ
1.
(αγνώστου)
Ο Ερωτας ο άγριος αναζητείται.Τώρα,
Να, μόλις τώρα, το πρωί, τόσκασε απ' το κρεβάτι.
Παιδί. Τα δάκρυα του γλυκά. Ούτε λεφτό δε στέκει.
Τάχατες χαμηλόβλεπο. Ατρόμητο και λάλο.
Έχει φτερά στους ώμους του και κουβαλάει φαρέτρα.
Δεν ξέρω ποιος το γέννησε, γιατί ούτε ο Αέρας,
Ούτε η Γη, ουτ' η θάλασσα παιδί τους δεν το λένε-
Όλοι και όλα το μισούν γιατί θρασύ πολύ ’ναι.
Κυρίως ψάξτε σε καρδιές-θα παγιδεύει πάλι
Καμμιά μέσα στα δίχτυα του. Μα νάτονε! τον βρήκα!
Ώστε στα μάτια κρύφτηκες μέσα της Ζηνοφίλας…
Σαϊτευτή! Περίμενες να μου ξεφύγεις έτσι;..
2
(αγνώστου)
Καμαρωτή λουτράρισσα με τι φωτιά με λούζεις!
Προτού ακόμα να γδυθώ η φλόγα σου με καίει.
3.
Αέρας ας γινόμουνα και όταν την αυγούλα
θα περπατούσες με γυμνά στήθη, να μ' αναπνέεις…
4.
(αγνώστου)
Τα μάτια έχεις της Ηρας.
Χέρια έχεις Αθηνάς
Στήθη της Αφροδίτης
Της Θέτιδας σφυρά.
Τυχερός που σε βλέπει
Ευτυχής που σ' ακούει
Ο που φιλεί σε ημίθεος
Κι είναι θεός Μελίτη
Τον ερωτά σου όποιος γευτεί.
5.
(αγνώστου)
Με τον ωραίο παίζοντας
τον Σθένιο όλη τη νύχτα
Η Λέοντος ξαγρύπνησε
Μέχρι που βγήκε τ' άστρο
Του Αυγερινού το λαμπερό.
Αυτής στην Κύπρι αφιέρωμα
είναι η λύρα ετούτη
που οι Μούσες τήνε παίζανε
όλη τη νύχτα εκείνη.
6.
(αγνώστου)
Η φτώχεια και ο Ερωτας, τα δυό κακά μου
να τα!
Και το μεν πρώτο εύκολα μπορώ να το βαστάξω.
Της Κύπρης όμως τη φωτιά διόλου δεν την αντέχω.
7.
(αγνώστου)
Αγάπησα, εφίλησα, με φίλησε. Εκείνο
πού ήθελα το πέτυχα-μ' αγάπησε κι εκείνη.
Τώρα το ποιος και ποια και τι, μον’ η Θεά το ξέρει.
8.
(αγνώστου)
Οι Χάρες ήταν τέσσερες. Οι Αφροδίτες δύο.
Οι Μούσες δέκα. Σ’ όλες τους, μέσα, η Δερκυλλίδα.
ΗΔΥΛΟΥ
Δόλιες προπόσεις και κρασί, και ο γλυκός ο έρως
του Νικαγόρα, κοίμησαν βαριά την Αγλαονίκη.
Των πόθων των παρθενικών τα λάφυρα ετούτα,
που ’ναι πεσμένα εδώ, υγρά και μυρωδάτα ακόμα,
δικό της είναι χάρισμα, στην Κύπριδα στολίδια.
Και οι φωλιές οι μαλακές που ντύναν τους μαστούς της
Τον ύπνο και το παίδεμα το τότε μαρτυράνε.
ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ
Με μια δραχμή τώρα μπορείς την Αθηναία Ειρήνη
Χωρίς το φόβο κανενός δική σου να την έχεις.
Και ούτε κάνει πείσματα, και καθαρό έχει στρώμα,
Και το χειμώνα ζεστασιά. Άδικα επομένως
Αγαπημένε Δία μου μορφή βοδιού επήρες.
ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ
Η τρυφερή με σκλάβωσε, Αδωνι, η Κλειώ, σαν είδα
Τα γαλατένια στήθη της να δέρνει στη γιορτή σου.
Αν και για μένα έκανε το ίδιο σαν πεθάνω
Τότε αδιαμαρτύρητα θα έπλεα μαζί σου.
ΡΟΥΦΙΝΟΥ
1.
Στην πολυαγαπημένη μου Ελπίδα, εγώ ο Ρουφίνος
Να χαίρεται της εύχομαι-αν το μπορεί- μακριά μου.
Σ' ορκίζομαι στα μάτια μου ότι δεν τον βαστάω
Τον χωρισμό από σένανε που μόνον κι έρμον μ' έχει,
Αλλά στο δάκρυ πάντοτε πνιγμένος, ή πηγαίνω
Στην Κορησσό, ή στον ναό της Άρτεμης τον μέγα.
Αύριο η πατρίδα μου θα με δεχτεί._Εγώ όμως
Πετώντας, στα ματάκια σου κοντά τα δυό θα έρθω,
Να σου ευχηθώ μύριες φορές νάσαι καλά καλή μου.
2.
Θεοί σας το ορκίζομαι.
Δεν ήξερα η Κυθέρεια
Πως με λυμένα τα μαλλιά
Να της κυλάν στους ώμους
Λούζεται. Έλεος Θεά
δείξε γι αυτά τα μάτια,
που ένα σώμα θεΐκό
έχουν γυμνό αντικρύσει…
…Μα λάθεψα. Δεν ήτανε
Η Κυπρη, μα η Ροδόκλεια!
Αλλά πού τόση ομορφιά
Βρήκες; Νομίζω ξέρω:
Θα ’χεις ληστέψει τη θεά.
3
Ροδόκλεια σου στέλνω
Αυτό το στεφάνι
Με άνθη ωραία
πλεγμένο απ' τα ίδια
Δικά μου τα χέρια.
Φτιαγμένο το έχω
Με κρίνα μωράκια,
Νωπές ανεμώνες,
Ναρκίσσους υγρούς
Και μπλε ζουμπουλάκια.
Αυτά σα σε στέφουν
Εγωίστρια πάψε
Μεγάλη να είσαι:
Καθώς το στεφάνι
Αυτό, και συ έτσι:
Ανθείς και μαραίνεις.
4.
Αν και τους δυό μας Ερωτα ίσες φορές τοξεύεις
Είσαι Θεός. Μα αν έτσι δα μεροληπτείς, δεν είσαι.
5.
Εάν δεν έχεις δύναμη
Να κάψεις μ' ίδια φλόγα,
Πυρφόρε, και τους δύο μας,
Τότε του ενός τη φλόγα
Η σβήστη, ή βάλτηνε αλλού.
6.
Πολλές φορές επόθησα να σ' έχω μες στη νύχτα
Και, Θάλεια, τον ασίγαστον ερωτικό μου πόθο
Να τον χορτάσω. Τα γλυκά τα μέλη σου όμως τώρα,
Αν και γυμνά με ζώνουνε, εγώ, παραλυμένος
Νιώθω, και ύπνο αποζητώ. Ταλαίπωρη ψυχή μου
Στάσου ορθή! Τι έπαθες; Μην αποκάμεις τώρα!
Τέτοια μεγάλη δε θα βρεις και πάλι ευτυχία.
7.
Ποιός απ' το σπίτι σ' έδιωξε γυμνούλα και δαρμένη;
Ποιός είχε μάρμαρο ψυχή και μάτια που δε βλέπουν;
Μη μπήκε ο άντρας σου άξαφνα και σ’ έπιασε με άλλον;
Πράγματα που συμβαίνουνε. Όλες αυτό το κάνουν.
Και από τώρα κι υστέρα, κόρη μου, όταν έξω
Βρίσκετ' ο άντρας σου κι εσύ το φίλο έχεις μέσα,
Καλά την πόρτα κλείδωνε, να μη την ξαναπάθεις.
8.
Δε θέλω ούτε πολύμαθη ουτ' άμαθη να είναι-
Η μία είναι βιαστική, πολύ αργή η άλλη.
ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ
Εσύ με τα ρόδα!
Το ξέρεις πως είσαι
Σαν ρόδο ωραία;
Μα τι πουλάς; πες μου-
Εσέ ή τα ρόδα;
Η μη και τα δυό;
ΦίΛΟΔΗΜΟΥ
1.
Όσες φορές στης Κήδιλλας ζεσταίνομαι τα στήθια,
Είτε ημέρα, είτε αν, νύχτα να πάω τολμήσω,
Ξέρω πως όλα μου κορώνα γράμματα τα παίζω.
Μα αλλιώς να κάνω δε μπορώ, γιατί η γλύκα θάρρος
Δίνει στον Ερωτα, κι αυτός, ξεχνάει τ’ είναι φόβος.
2.
Νυχτερινή, αλάνισσα, δικέρατη Σελήνη
Φώτιζε μες απ’ τ’ ανοιχτό μπαίνοντας παραθύρι.
Φώτα και κάνε τη χρυσή να λάμπει την Καλλίστη.
Κακό δεν είναι να κοιτά εκείνους π' αγαπιούνται
Μια αθάνατη. Κι αυτήν κι εμέ, μάς εύχεσαι, το ξέρω,
Σελήνη, να ευτυχήσουμε. Γιατί ο Ενδυμίων
κάποτε σου εφλόγισε κι εσένα την ψυχή σου.
3.
Ω! Πόδια! Ω! Κνήμη! Ω! Μηροί, που τη ζωή μου παίρνουν.
Γλουτοί ω! Ω! Εφήβαιο! Ω! Ωμοι! Ω! Λαγόνια!
Ω! Στήθη! Ω! πεντατρύφερε τράχηλε! Ω! Ματάκια
που σα σας δω τρελαίνομαιΙ Ω! Εξοχα λαγνείας
φιλιά! ΩΙ Τα λικνίσματα τον όλεθρο που φέρνουν!
Ω! Οι φωνίτσες που με καιν! Κι αν είναι Οπικία
Και Φλώρα, κι αν τα Σαπφικά τραγούδια δεν τα λέει,
Ε…Κι ο Περσέας αγάπησε Ινδή-την Ανδρομέδα.
4.
-Γεια σου.
-Γεια σου και σένανε.
-Ποιό είναι τ' όνομά σου;
-Εσένανε;
-Περίεργη μην είσαι.
-Και συ είσαι.
-Είσαι κλεισμένη;
-Πάντοτε, με κείνον που του αρέσω.
-Τι θάλεγες για σήμερα να τρώγαμε παρέα;
-Αν θέλεις…
-Θέλω και πολύ. Και πόσο θα στοιχίσει;
-Μπροστά δε θέλω τίποτα.
-Παράξενο. -Αν όμως
Είμαι καλή, ανάλογα κρίνε και πλήρωσέ με.
-Μ' αρέσει αυτό. Πού θα σε βρω όταν θα σε γυρέψω;
-Εκεί είναι το σπίτι μου.
-Ποιά ώρα θάσαι σπίτι,}
-Την ώρα συ που θάθελες.
-Το θέλω τώρα.
-Πάμε.
ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΥ
Οπως εμένα μ' έκανες σε τούτο να κοιμάμαι
Το κρύο το πλακόστρωτο, μπροστά στην 'ξώπορτά σου,
Έτσι και σένα σου εύχομαι, Κωνώπιον, να κοιμάσαι.
Ετσι, άχαριστη, κι εσύ σου εύχομαι να κοιμάσαι,
Όπως αυτόν που σ' αγαπά κοιμίζεις. Κι ούτε λίγο
Δε με λυπάσαι. Οι γείτονες με βλέπουν και λυπούνται.
Εσύ καθόλου. Τα λευκά όμως μαλλιά σαν έρθουν
Όλες αυτές τις θύμησες μπροστά σου θα τις φέρουν.
ΑΓΑΘΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ
Δεν μου αρέσει το κρασί. Μ' αν θες να με μεθύσεις
Δέχομαι, αν πρώτα εσύ, πριν μου προσφέρεις γέψεις.
Γιατί αν τα χειλάκια σου το κύπελλο αγγίσουν
Δύσκολο τη συνήθεια μου πια θα ΄ναι να κρατήσω
Και κέρασμα τόσο γλυκό να θέλω να το χάσω.
Γιατί εκείνο το φιλί που πήρε από σένα
Μαζί του κουβαλώντας το σε μένα θα το φέρει
Και θα μου πει πόσο γλυκά τα χείλια σου φιλούνε.
ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΑΡΙΟΥ
1.
Γλυκό είναι το χαμόγελο φίλοι μου της Λαΐδας.
Γλυκό το δάκρυ των ματιών που ό,τι θωρούνε χαίρει.
Χτες, δίχως λόγο κι αφορμή έγειρε το κεφάλι
Κι ενώ πάνω στον ώμο μου το είχε ακουμπισμένο
Ν' αναστενάζει άρχισε, και παραπονεμένα
Να κλαίει. Την εφίλησα. Σαν δροσερής πηγούλας
Νεράκι ήταν τα δάκρυα που μούσμιξαν το στόμα.
Κι όταν τη ρώτησα "για ποιου τη χάρη δάκρυα χύνεις;",
"Για σένα", μου απάντησε. "Φοβάμαι μη μου φύγεις-
Γιατί οι άντρες τον πατούν τον όρκο της αγάπης".
2.
Ας βγάλουμε μικρούλα μου τα ρούχα που μας ντύνουν
Κι η γύμνια σου κι η γύμνια μου η μια την άλλη ας σμίξουν
Κι ας σμίξουμε τα μέλη μας κάτω στη γη πεσμένοι.
Κι ανάμεσά μας τίποτα. Γιατί αυτό το ρούχο
Το αλαφρό που συ φοράς, παχύτερο απ' το τείχος
Μου μοιάζει της Σεμίραμις. Ας σμίξουνε τα στήθη.
Ας σμίξουνε τα χείλη μας. Τα άλλα η σιωπή μου
Ας κρύψει-απεχθάνομαι την αθυροστομία.
3.
Μου είναι προτιμότερη Φίλλινα μια ρυτίδα
Δική σου, πάρα τον οπό να ’χω της ήβης όλης.
Και θέλω περισσότερο στα χέρια μου να νιώθω
Τα δυο εγώ που κρέμονται βαριά βαριά σου μήλα
Παρά τον όρθιο το μαστό της νέας ηλικίας.
Γιατ' είναι το Φθινόπωρο πιο όμορφο το δικό σου
Από ’κεινής την Ανοιξη, και ο δικός σου είναι
Χειμώνας, πιο θερμός παρά το καλοκαίρι άλλων.
4.
Τα μάτια σου είναι Χαρικλώ
Βαριά από τον πόθο
Που ξεφυσάει μέσα τους.
Άγρια τα μαλλιά σου.
Της ρόδινης σου της παρειάς
Η λάμψη έγινε ωχρότη.
Το σώμα σου παράλυτο.
Κι αν μεν, όλη τη νύχτα
Σώμα με σώμα πάλευες
Γι αυτό τάπαθες τούτα,
Τότε κάθε άλλη ξεπερνά
Η ευτυχία εκείνου
Που αγκαλιά σε κράτησε
Στα δυο του χέρια μέσα.
Αν όμως κι ένας έρωτας
θερμός σε λιώνει, τότε
Έτσι λιωμένη έλα σε με.
5.
Τ' ακοίμητο ξεφεύγοντας της μάνας της το βλέμμα
Δυο μήλα ροδοκόκκινα μούδωσ' η ωραία κόρη.
Όμως τα μήλα κόκκινα κρυφά τα είχε βάψει
Με του έρωτα την κόκκινη και μαγεμένη φλόγα.
Και καίγομαι ο δύστυχος μέσα στη φλόγα όλος.
Κι αντί τα δύο στήθια της-Θεοί-μέσα κρατάω
Στα άπρακτα τα χέρια μου μονάχα δύο μήλα.
6.
Αν κούκλα μου μου τάδωσες σαν σύμβολο τα μήλα
Των δυο μαστών σου, τότε αυτό με κάνει ευτυχισμένον.
Αν όμως όχι, άδικη-και να το ξέρεις-είσαι.
Γιατί ενώ μου άναψες τη λάβρα της αγάπης
Δε μου τη σβεις. Μα την πληγή του Τήλεφου είχε γιάνει
Εκείνος που την άνοιξε. Και συ μη θες μωρό μου
Σ' όσα πικρά ’χω βάσανα να μου προστέσεις κι άλλα.
ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ
1.
Δημήτριε, στην αγορά πήγαινε ν' αγοράσεις
Απ τον Αμύντα ρέγγες τρεις και γοπαδάκια δέκα.
Πάρε κι εικοσιτέσσερες (αυτός να στις μετρήσει)
Φρέσκες γαρίδες. Και μετά αμέσως να γυρίσεις.
Πάρε κι απ' του Θαβόριου έξι ματσάκια ρόδα.
Κι απ' της Τρυφέρας σαν περνάς, πες της ναρθεί κι εκείνη.
2.
Νύχτα χειμώνα-ατέλειωτη. Μισός ακόμα μένει
Δρόμος στην πούλια να κρυφτεί. Κι εγώ να βολοδέρνω
Με τη βροχή να με χτυπά, στην πόρτα της απέξω-
Της άπιστης, που ο πόθος της μ' έχει καταπληγώσει.
Γιατί δεν ήταν Ερωτα βέλος αυτό που η Κύπρη
Μού πέταξε, παρά απονιάς βέλος πυρακτωμένο.
3.
Μπροστά σε σένα τρεις φορές
μου ορκίστηκε, Λυχνάρι,
πως θα ’ρθει η Ηράκλεια.
Δεν ήρθε. Αν Λυχνάρι
Είσαι θεός, την άπιστη
Τιμώρησε την όταν
Τον φίλο μες στο σπίτι της
Θα ’χει: ενώ θα παίζουν
Σβήσου, και πια μην τους φωτάς.
4.
Είναι γλυκό να ξεδιψάς με χιόνι μες στο θέρος.
Είναι γλυκό, όταν θα δεις, σαν έβγει ο χειμώνας,
Τα πρώτα τ’ ανοιξιάτικα στεφάνια. Αλλ’ απ' όλα,
Το πιο γλυκό ειν' όταν μια τους δυο κουβέρτα κρύψει
Τους εραστές-κι αυτοί μαζί την Αφροδίτη υμνούνε.
5
Στα τρυφερά επιάστηκα τα δίχτυα της Διδήμης.
Σαν το κερί μες στη φωτιά τα κάλλη της με λιώνουν.
Κι ας είναι μαύρη-τι μ' αυτό; Το κάρβουνο αν τ' ανάψεις
Λάμπει κι εκείνο και φωτά σαν ροδομπουμπουκάκι.
6.
Χιόνι, χαλάζι, κεραυνούς, σκοτάδι ρίχνε, καίγε,
Όλα τα κόκκινα της Γης σύννεφα ταρακούνα.
Μα μόνο αν με σκότωνες θα ’παυα. ‘Οσο όμως
Να ζω μ' αφήνεις, άπαυτα εδώ κι εκεί θα τρέχω
Κι απ' όσα ως τώρα έκανα, χειρότερα θα κάνω.
Γιατί στην ίδια του θεού την εξουσία είμαι
πούσαι κι εσύ-που κάποτε, πιστός στο θέλημά του
Χρυσός μέσα σε χάλκινη εχώθηκες θαλάμη.
7.
Τι την φυλάς την παρθενιά; Όταν θα πας στον Αδη
Δε θάβρεις κόρη, εραστές. Της Κύπριδας τις χάρες
Οι ζωντανοί τις γεύονται. Θα ’μαστε μόνο στάχτες,
Και κόκκαλα, παρθένα μου, στου Αχέροντα το ρέμα.
8.
Άνθη μου στα θυρόφυλλα μείνετε κρεμασμένα.
Από τα δάκρυα που εγώ σας πότισα, μη φύλλα
βλασταίνοντας απότομα, σειστείτε-γιατί πάντα
Τα μάτια είναι των εραστών καταπλημμυρισμένα.
Και σαν η πόρτα ανοιχτεί και βγει η Αμύντα, τότε
επάνω στο κεφάλι της ρίξετε τη βροχή μου,
Ώστε τα δάκρυα να τα πιουν τα ξανθωπά μαλλάκια.
9.
Της Νικαρέτης το γλυκό πρόσωπο, που βαμμένο
Του πόθου έχει τα χρώματα, και που συχνά προβαίνει
Στο παραθύρι το ψηλό, Κύπρη αγαπημένη,
Οι λαμπερές οι αστραπές το έχουνε μαράνει
που τα γλυκά τα βλέμματα στέλνουν του Κλεοφώντα
καθώς μπροστά 'π' την πόρτα της αυτός συχνοδιαβαίνει.
10.
Απ’ το θρασύ πληγώθηκα το νάζι της Φιλαίνιο.
Και ας μη φαίνεται η πληγή. Ως μέσα στο μεδούλι
φτάνει ο πόνος. Έρωτες, χάνομαι, πάω, πεθαίνω.
Γιατί καθώς επήγαινα για ύπνο προς το σπίτι
Να! Ετσι ανέμελα, έρωτα, έκανα με μια πόρνη.
Μα τώρα ξέρω-χτύπαγα την πόρτα έτσι του Αδη.
11.
Ητανε νύχτα και βροχή.Και το κακό το τρίτο
Του έρωτα ήταν το κρασί. Βοριάς φύσαγε κρύος.
Κι εγώ μονάχος. Ο καλός ο Μόσχος νίκησε όμως.
Κι αυτά στο Δία φώναξα βρεγμένος όπως ήμουν:
«Και σένα έτσι σου εύχομαι να τριγυρίζεις, δίχως
Μια πόρτα να βρεις για να μπεις. Ως πότε έτσι Δία;
Δία, σταμάτα φίλε μου. Έχεις και συ αγαπήσει.»
ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ
1.
Αυτά Δορκάδα να της πεις. Καλλίτερα ακόμα
Πες της τα ίδια δυό φορές. Και τρεις. Λέξη προς λέξη.
Τρέχα. Μη στέκεσαι στιγμή. Πέτα. Μα... μια στιγμούλα… Στάσου… πριν όλα να στα πω πώς βιάζεσαι Δορκάδα;
Λοιπόν ακόμα να της πεις… Μάλλον… τι λέω…
Όχι. Πες της πως δεν της απαντώ. Η μάλλον πες της ότι...
Πες της τα όλα φανερά και τίποτα μην κρύβεις...
Αν και, γιατί εσένανε στέλνω να πας Δορκάδα,
Αφού κι εγώ ο ίδιος, να! μαζί σου προχωράω;..
2.
Κύμα πικρό του Ερωτα και θύελλες της ζήλειας,
Ακοίμητες, και των γιορτών νερά φουρτουνιασμένα!
Πού πάω; ‘Ολα άχρηστα του νου μου τα τιμόνια.
Θα δούμε πάλι άραγε την τρυφερή τη Σκύλλα;
3.
Ω, Συ Σελήνη που γλυκά τους π' αγαπούν φωτίζεις!
Κι άστρα! Και Νύχτα! Και μικρή συ λύρα, που συντρόφι
Σ' είχα στα ξεφαντώματα! Άραγε θα την έβρω
Μονάχη της την άσωτη; Κι άγρυπνη; Και κλαμένη;
Η βρήκε άλλον εραστή; Αν ναι, με δάκρυα τότε
Που σαν βροχή θα τρέχουνε, ετούτο το στεφάνι
θα το μαδήσω απ' τ' άνθη του, και στην εξώπορτά της
θα το κρεμάσω, με αυτά επάνω του γραμμένα:
"Κύπρη, σε σε ο Μελέαγρος, που του κορμιού σου όλα
Τ' απόκρυφα τα διάβασε σαν ανοιχτό βιβλίο
Τα ερείπια της αγάπης του έχει εδώ κρεμάσει".
4.
Στη Ζηνοφίλα έδωσε την ομορφιά ο Έρως,
Αγάπης φίλτρα η Κύπριδα, κι οι Χάριτες τη χάρη.
5.
Μα! η πλεξίδα της Τιμώς και μα! της Ηλιοδώρας
Το σάνταλο. Μα! η 'υωδιαστή ξώπορτα του Τιμάριου.
Μα! της Αντίκλειας τ' όμορφο της γλυκομάτας γέλιο
Και μα! τα φρεσκομάζευτα της Δωροθέας τ' άνθη,
Δεν έχει σαίτες φτερωτές πια η φαρέτρα σου Ερω:
Πά' στην καρδιά μου όλα σου τα βέλη τα ΄χεις ρίξει.
6.
Ναι μα! τα ερωτιάρικα, τα ομορφοπλεγμένα
Σγουρά μαλλάκια της Τιμώς. Μα! της Δημώς το σώμα.
Μα! της Ιλιάδας τα γλυκά παιχνίδια της αγάπης.
Μα! τ' άγρυπνο λυχνάρι μου που τόσα με το φως του
Ξενύχτια μου εφώτισε, λίγη μου έχει μείνει
Ερω, ψυχή στα χείλη μου. Μ' αν είναι ορισμός σου
Με μια σου λέξη μοναχά κι αυτήνε τήνε φτύνω.
7
Τα δάκρυα πριν που έχυνε και τους καημούς που ετράβα
Πολύ καλά γνωρίζοντας μου λέει η καρδιά μου:
"Από τον πόθο μακριά φύγε της Ηλιοδώρας".
Λέει αυτή. Μα δύναμη δεν έχω εγώ να φύγω.
Γιατί αυτή, η αναιδής, ενώ με συμβουλεύει,
Την ίδια ώρα που αυτά μου λέει, τη λατρεύει.
8.
Τιμάριον, φλόγα η ματιά, ξόβεργα το φιλί σου
Κι όποιον κοιτάξεις τόνε καις, κι όποιον φιλήσεις ’χάθη.
9.
Κέρνα, και πάλι "στην υγειά" λέγε «της Ηλιοδώρας!»
Πάλι και πάλι λέγε το, και το γλυκό όνομά της
Με το κρασί ανακάτευε. Και με, στεφάνωσε με
Με το στεφάνι που αυτήν θυμίζει. Μαραμένο
κι αν είναι, με αρώματα ειν' όμως ποτισμένο.
Τους αγαπούν τους εραστές-γιά δες-τα ρόδα: κλαίνε
Που σ' αγκαλιά τη βλέπουνε άλλην απ' τη δική μου.
10.
Στης Ηλιοδώρας Κύπριδας, και στης Πειθώς, κι ακόμα
Στης Χάρης της γλυκόλογης τη γεια εγώ τα πίνω.
Μία Θεά για με ειν' αυτές, αυτή που τόνομά της
το ποθητό, με το κρασί το σμίγω και το πίνω.
11.
Νύχτα, μητέρα των Θεών, θερμά παρακαλώ σε-
Συντροφε στα γιορτάσια μου, αγαπημένη Νύχτα,
Ναι, σε θερμοπαρακαλώ για ένα πράγμα μόνο:
Δέσποινα Νύχτα, κάποιος αν κατ' από την κουβέρτα
Της Ηλιοδώρας έχει μπει, και κει παρηγοριέται,
Και απαλοζεσταίνεται δίπλα στο κοιμισμένο
Το σώμα της, που πιο πολύ ο ύπνος τ' ομορφαίνει,
Τότε ο λύχνος ας σβηστεί. κι εκείνος που χαμένος
Μες στα γλυκά τα στήθια της αναπαμό δεν έχει,
Δώσε του Ενδυμίωνα να κοιμηθεί τον ύπνο.
12.
Το κύπελλο εγλύκανε γιατί της Ζηνοφίλας
Λέει της πολυαγάπητης πώς φίλησε το στόμα
Που ασταμάτητα μιλεί. Α! Τυχεροί. Ας ήταν
Τα χείλη της ν' αγγίζανε απάνω στα δικά μου
Και να ’πινε με το φιλί εκείνο την ψυχή μου.
13.
Γιατί στης Ηλιοδώρας μου το δέρμα πάνω εστάθεις
Τα άλλα τ’ ανοιξιάτικα αφήνοντας λουλούδια
Ανθοτρυγήτρα μέλισσα; Μη για να μου μηνύσεις
Πως το κεντρί του Έρωτα μες στην καρδιά του κλείνει
Εκτός από τη γλύκα του κι άφευγη μία πίκρα;
Νομίζω αυτό πως είπες-ναι .Αλλά, αγαπητή μου
Γύρισε πίσω. Από παλιά το νέο αυτό το ξέρω.
14.
Τιμάριον, φλόγα η ματιά, ξόβεργα το φιλί σου΄
Κι όποιον κοιτάξεις τόνε καις, κι όποιον φιλήσεις 'χάθη.
ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΥ (ή ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ)
Παφία Κυθέρεια, ο Κλέανδρος, απ' την ακρογιαλιά σου
Να κολυμπάει τη Νικώ στο διάφανο είδε κύμα.
Κι ο έρωτας τον έκαψε. Και κάρβουνα αναμμένα
Εμπήκαν στην καρδούλα του απ’ της μικρής το σώμα
Τ’ ολόβρεχτο. Και στην ξηρά ναυάγησεν εκείνος.
Αυτή, αφροταξίδευτη, στην παραλία εβγήκε.
Τώρα κι οι δύο σβήνουνε μέσα στον ίδιο πόθο:
Πιάσανε τόπο οι ευχές που στην ακτή είχε κάνει.
ΡΟΥΦΙΝΟΥ (ή ΑΔΕΣΠΟΤΟ)
Την ώρα βρήκα που ήτανε μόνη της η Προδίκη
Και την ικέτεψα τ' αβρά πιάνοντας γόνατα της:
"Σώσε" της είπα "κάποιονε που χάνεται για σένα.
Την που από μέσα μου ψυχή πετάει κράτησέ την".
Έκλαψε όταν μ' άκουσε. .Μου σκούπισε το δάκρυ
Και τρυφερά τα χέρια της πήρανε τα δικά μου.
--------------------------------------------------------------