Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

 ΛΩΘΑ



Ερεί τις ως το γήρας ουκ αισχύνομαι
μέλλων χορεύειν κράτα κισσώσας εμόν;
Ου γαρ διήρηχ' ο θεός,είτε τον νέον
ει χρη χορεύειν είτε τον γεραίτερον,
αλλ' εξ απάντων βούλεται τιμάς έχειν
κοινάς.

(Τειρεσίας στον Κάδμο, ΒΑΚΧΕΣ)




Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα
στα δυο κοριτσίστικα στήθη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ






Πρόσωπα του έργου:

ΘΑΛΗΣ-γέρος ερωτευμένος με τη Λώρα.
ΜΕΝΩΝ-φίλος του Θαλή.
Α' νέα και Β' νέα-φίλες.
Νέος-περαστικός.
Φίλη του νέου (βουβό πρόσωπο)
Άλλος νέος.
Μεθυσμένος.
Τύχη.
Λώρα-γειτονοπούλα του Θαλή.
Α' γειτόνισσα.
Β' γειτόνισσα.
Θεος.
Κακίστρα.
Μητέρα της Λώρας.
Φίλη της Λώρας.
Ο παπάς της ενορίας.
Νέος που αγαπούσε τη Λώρα.
Το δωμάτιο του Θαλή.
Η δυστυχία.
Χορός των αντικειμένων του δωματίου του Θαλή.
Λώρα και Θαλής.
Η γη.
Ο ψευτοφιλόσοφος.
Η πόρνη.
Τα λουλούδια.
Η πολυτελής ερωμένη.
Υπουργός.
Λώθα.








Πράξη πρώτη
(τόπος:πλατεία)




ΘΑΛΗΣ
Λοιπόν εδώ στον τόπο αυτό
πολύ το βρίσκω λογικό
να βρούμε Μένων κάτι
που άγνωστο μας το εκράτει
ως τώρα η ζωή.
Του πλήθους χλαλοή
και της καρδιάς σκιρτήματα
μ' ελπιδοφόρα βήματα
το σώμα μας ωθούνε
και κάπου τ' οδηγούνε
που κάποια τύχη χαρωπή
"δική σου είμαι" θα του πει.

ΜΕΝΩΝ
Γέροι σχεδόν εμείς
στο δρόμο της θερμής
οδεύουμε της νιότης
ενώ χυμάει γοργά
για να χυθεί οργά
μέσα μας η αιωνιότης.

ΘΑΛΗΣ
Κι έχουμε πεθυμιά
γιούλια και γιασεμιά
να δούμε μες στο κρύο
της μοναξιάς μας της πικρής
και στης χαράς μας της νεκρής
να μπουν το ανθοδοχείο,
και τη χαρά να βρούμε
όσο ακόμα ζούμε
που όμοια της δεν ειν' άλλη-
και τη χαρά να βρούμε
και να τηνε τρυγούμε
πανώρια και μεγάλη.

(περνούν δίπλα τους δυο νέες)

Α' ΝΕΑ
Να και δυο γέροι. Θέαμα οικτρότατο βεβαίως-
όπως τουλάχιστον αυτό το βλέπει κάθε νέος-
που ήρθανε στο φετινό της Τύχης πανηγύρι
ν' ανθίσουνε προσμένοντας οι πόθοι τους οι στείροι.

Β' ΝΕΑ
Τι να γυρεύουν τάχα λες; Μήπως καινούργια δόντια;
Ή νιάτα πάλι να 'χουνε; Κακόμοιρα γερόντια!..

Α' ΝΕΑ
Μην τους γελάς. Μπορεί κανείς δικόν του κάποιον να ` χει
που ίσως με το θάνατο να δίνει τώρα μάχη
και να ζητάει για κείνονε της Τύχης τη βοήθεια.
Ή κι ίσως κάποιον φίλο τους να 'χουν αυτοί αλήθεια
και μια βοήθεια σήμερα για κείνον να ζητάνε.
Αλλά, πάμε να φύγουμε. Νομίζω μας κοιτάνε.

(φεύγουν` περνούν νέος με νέα)

ΝΕΟΣ
Αν το λαχείο κερδίζαμε
και με λεφτά γεμίζαμε
ω! τότε αντίο φτώχεια
και δυστυχίας βρόχια.
Τότε υπηρέτες θα 'χαμε
και με χρυσά θα γράφαμε
γράμματα τ' όνομά μας
με πέννα τη χαρά μας.

(περνούν` έρχεται μεθυσμένος κρατώντας στα χέρια του πεσσούς)

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ
Κόσμε με γέννησες εσύ
ή εγώ σ' έχω γεννήσει;
Και ποιος το ήπιε το κρασί;
Και ποιος έχει μεθύσει;
Ω! τυχεροί μου εσείς πεσσοί!
Ω! Κινουμένη φύση!

(ρίχνει στο χώμα τους πεσσούς)

Ω! Ζάρια μου που να σας δω
δεν το μπορώ καθάρια
κι έτσι δεν ξέρω τι έχω 'δω-
δυάρες ή τεσσάρια;
Κι αν ειν' δυάρια πια ας μην μπω στης Τύχης τον κατάλογο-
με τέτοια γκίνια θα 'τανε αυτό πολύ παράλογο.
Μα θα 'μπω κι ας αδυνατώ
ποιο το σωστό είναι να πω.
Ίσως και όλη να 'ναι αυτή του κόσμου η ιστορία
εξάρες να 'ναι τα διπλά, το έξη να 'ναι τρία...

(βγαίνει)

ΘΑΛΗΣ
Πώς κάθε όμως μηχάνημα τάχατες να δουλεύει;
Άραγε γράφει πάνω του της χρήσης οδηγίες;

ΜΕΝΩΝ
Νομίζω ο νους σου αδύνατο πως κάτι τι γυρεύει.
Τα τέτοια τ΄ αναγράφουνε μόνο οι βιομηχανίες.
Δε γίνανε οι μηχανές
αυτές με χέρι ανθρώπινο
αλλ' απ' το σύμπαν το αχανές
μας ήρθαν δώρο αδόκητο-
κι εδώ εγκαταστάθηκαν
σε τούτη την πλατεία-
κι έκτοτε δε σταμάτησαν
να έχουν πελατεία
και κάθε χρόνο τυχερόν
βγάζουνε κι από ένανε.

ΘΑΛΗΣ
Κι ήρθα κι εγώ και καρτερώ
να βγάλουνε κι εμένανε.
Αλλά για ρώτησε αυτά
εκεί τα παιδαρέλια
που λεν αστεία φωναχτά
και σκάζουνε στα γέλια,
πώς πρέπει αυτή τη μηχανή να τηνε χειριστώ
αν μες στο δώμα κείνο εκεί μαζί της θα κλειστώ;

ΜΕΝΩΝ
(στα παιδιά)

Παιδιά για πέστε μου, καλό να έχετε
σεις που τις μηχανές αυτές καλά κατέχετε
πώς πρέπει ο φίλος μου μέσα σαν μπει
να κάνει;

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Θα πατήσει το κουμπί
και τ' άλλα είναι δουλειά της μηχανής'
μα μέσα να μην είναι άλλος κανείς.

ΜΕΝΩΝ
Αυτό ειν' όλο κι όλο που θα κάνει;
Πέστε μου γιατί εύκολα τα χάνει.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Το πράγμα βέβαια μόνο του μιλάει
αφού και άλλον βάζει να ρωτάει.
Μα όμως όλο κι όλο ειν' αυτό
Κι ίσως της τύχης του είναι γραφτό
εκείνο που γυρεύει να πετύχει.

ΜΕΝΩΝ
Ευχαριστώ παιδιά. Καλή σας τύχη.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Νομίζω γέροντα με κοροϊδεύεις.
Ένας θα είναι μόνο ο τυχερός
και βέβαια νικητή αν συ γυρεύεις
ο φίλος σου θα θέλεις να 'ναι αυτός.

(γελάνε` φεύγουν)

ΜΕΝΩΝ
(στον Θαλή)
Μονάχα ένα κουμπάκι θα πατήσεις.
Δεν ξέρουν άλλο τι κι οι νεαροί.
Δε θα 'τανε κι αυτοί εδώ επίσης
αν κάποτε υπήρξαν τυχεροί.

ΘΑΛΗΣ
Ξέρεις, δε θα 'κανα τέτοιο κάτι
τη δύναμη αν είχα να πεθάνω.
Μα είμαι ανίκανος όπως το μάτι
να δει κατά τον ήλιο ίσα πάνω.
Και ποιος μου λέει πάλι
απ' τη ζωή πως σβηώντας
το ίδιο τούτο χάλι
δε θα τραβώ πονώντας;
Ποιος ήρθε να μας πει
αν όταν θα κοπεί
του βίου μας το νήμα
και μπούμε μες στο μνήμα
δε θα 'χουμε βρεθεί
σε άλλη μια ζωή
και η μορφή της Λώρας
κάθε λεφτό της ώρας
δε θα με τυραννεί
και δε θα με πονεί;
Ίσως το χρέος του κάθε ον
στη γη αν δεν ξοφλήσει
το άστρο του θα σβήσει
στα χάη των ουρανών.
Πρέπει γι αυτό να κάμω
στη ζωή ό,τι χρωστώ-
να δέσω πρέπει γάμο
με ό,τι μου πιο αρεστό.
Και ειν' αυτό η Λώρα
και είναι το καλλίτερο
από της γης τα δώρα
και είναι τ' ομορφύτερο.
Μον' έτσι θα σωθώ-
μόνο θα λυτρωθώ,
στα κάλλη της αν πέσω-
σε κείνην αν θ' αρέσω.

ΜΕΝΩΝ
Σ΄ άκουγα να το λες
μα νόμιζα μαθές
πως έλεγες αστεία,
πως κάνεις κωμωδία.
Κι εγώ καμιά φορά
θυμούμαι τα παλιά
και σιγαναστενάζω
καμία σαν κυττάζω.
Μα να πονώ γερά
θα 'τανε συφορά.
Το κάθε τι που φτάνει
χρήσιμο μας το κάνει
κι ωφέλιμο ασφαλώς
μονάχα ο καιρός.
Καιρός για το παιχνίδι
καιρός για τη δουλειά
κι ειν' ο καιρός μας ήδη
τα έρμα γηρατειά.
Κι ειν' ό,τι θέλουνε αυτά
χουζούρι, ζεστασιά,
και όχι μαύρα μάτια
και κόρης αγκαλιά.

ΘΑΛΗΣ
Μπορεί από σε να παίρνουν
τα έρμα γερατειά
όμως σε μένα φέρνουν
μαγεία και γητειά.
Και όποια αγάπη άλλη
τώρα δεν επαρκεί-
της Λώρας μόνο η ζάλη
περσεύει και αρκεί.
Πρέπει να μ' αγαπήσει-
πρέπει να με θελήσει-
πρέπει να με φιλήσει
και μέσα μου να σβήσει.
Κι αφού σ' αυτής τη δίνη
σώζω την ύπαρξή μου
ευνόητο και κείνη
πως σώζεται μαζί μου.
Χρόνια πολλά επέρασα μεσοκοπιάς και νιότης
γυρεύοντας το αθάνατο νερό της αιωνιότης.
Και μ' έδωσε στα γερατειά ο ανάλγητος ο Χρόνος
και μέσα τους με άφησε να υποφέρω μόνος.
Κι ενώ απαρηγόρητος κι απελπισμένος άκρως
μετρώντας εκαθόμουνα του δρόμου μου το μάκρος
ξάφνου μι' αχτίδα έπεσε στο μάτι μου μ' ορμή
από 'να φως που ως τα πριν δεν το 'βλεπαν τα μάτια.
Και των ελπίδων μέσα μου καλπάσαν πάλι τ' άτια-
και η αχτίδα ήταν αυτή της Λώρας το κορμί.
Και ήταν οι καμπύλες του ωσάν για να ταιριάσουν
με το δικό μου σώμα
μες σε κρυφό ένα δώμα`
και ήρθανε οι κύκλοι του βαριά να μ' ανταριάσουν.
Το φύτρο πώς αποζητά το χάδι του Απρίλη
για να προβάλουνε στο φως τ' αφώτιστά του χείλη...
Πώς του χειμάρρου τα νερά τ' αγριοπεριδίνητα
κλεισμένα μες σε δυο βουνά που τα θωρούν ακίνητα
το πλάνταμά τους το πολύ τα σπρώχνει να 'βρουν πόρο
σκορπώντας μια βροντόφωνη βουή στο γύρω χώρο...
Πώς το φιλί του έρωτα στόμα να βρει γυρεύει...
πώς η ανόητη ζωή αποζητάει τη χλεύη...
με τέτοια δύναμη κι εγώ κι έτσι αφροχτυπώντας
κι έτσι τα χέρια μου κι εγώ απελπισμένα απλώντας
ζητάω εκείνης το κορμί. Κι ολόκληρη η ύπαρξή μου
και η ουσία όλη μου τ' αποζητάει μαζί μου.
Και άφριζα και λύσσαγα
κι έβραζα και ξεφύσαγα
κι ήμουνα κλειδωμένος
στον πόνο μου κλεισμένος.
Πόσες φορές το χέρι μου δεν άπλωσα να πιάσω
μιαν άκρη από το ρούχο της, μια τρίχα των μαλλιών
έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα γιορτάσω
την πανδαισία των όσων της μου λείψανε φιλιών...
Πόσες φορές δεν κράτησα βαθιά μου την ανάσα
που ρούφηξα σαν πέρναγεν εκείνη από μπρος μου
στη ζάλη μου νομίζοντας πως θα 'ταν σύντροφός μου
η ανάσα αυτή όταν θα μπω στην ξύλινή μου κάσσα...
Μάταιος κόπος` πάντα αυτή βιάζονταν να μου φύγει
αφήνοντας τα χέρια μου πάντοτε αδειανά.
Κι η ευτυχία που έλπιζα έτσι να νιώσω η λίγη
στης δυστυχιάς βυθίζονταν την άβυσσο ξανά.
Αλλά δεν παραιτιόμουνα. Ένα θεριό εντός μου
ουρλιάζοντας με κέντριζε πάντα να προσπαθώ
για να 'χω έστω τ' άρωμα μονάχα απ' τον ανθό.
Του δινα δίκιο. Το θεριό ήμουν εγώ εκείνο
και μέσα του ένας άλλος μου κλεινόταν εαυτός
κι αδίκιωτος αν ένιωθα πολλές φορές να σβήνω
θέριευεν όμως κι άγριευε και μούγκριζεν αυτός.
Και κάτω δεν το έβαλα ποτέ κι ούτε το βάζω
κι ας λένε ό,τι θέλουνε οι άνθρωποι της γης`
ακόμα και να πέθαινα τη γνώμη δεν αλλάζω-
δε θα οδηγήσω εγώ ποτέ το άρμα της φυγής.
Φυγής! Να φύγω από πού; Μέσα σ' αυτή την πλάση
ποιο μέρος θα εβρίσκονταν σωτήριο; Μες στα δάση
τι άλλο θα 'βρισκε κανείς από φυτά και δέντρα:
στη γούβα τι άλλο των φιδιών από έρυκα κι οχέντρα;
Κι ό,τι κι αν εγινόμουνα στου κόσμου όποιαν άκρη
ο πόνος δε θα μ' έλυωνε και το πικρό το δάκρυ;
Τι αν ειμ' εδώ, αν ειμ' εκεί, αν είμαι παραπέρα-
στου σύμπαντος τις εσχατιές, στα ύψη του αιθέρα;
Το ένα στ' άλλο αφού μπορεί το κάθε τι ν' αλλάζει
όλα τα τρώει ο καημός και το πικρό μαράζι.
Όποιος εδώ επόνεσε παντού θα νιώθει πόνο
και μια φορά όποιος πόνεσε όλον πονεί το χρόνο.
Αλλά δεν είναι η Λώρα μου του κόσμου αυτού παιδί.
Δεν έχει χρόνου μέστωμα-δεν έχει τόπου ντύμα.
Από τους κόσμους έρχεται που δε γνωρίζουν μνήμα
που αυτί ποτέ δεν άκουσε-μάτι δεν έχει δει.
Είναι οι κόσμοι που απαλά φαίνονται κάθε απόβραδο
σιγαλινοί κι αβρόπλαστοι μέσα να ξεπροβάλουν
από τα βάθη του είναι μας και σαν ανθοί να θάλλουν-
κι είναι πρωινή δροσοφεγγιά γι αυτούς το μισοσκόταδο.
Είναι οι κόσμοι που όταν πια μες στη βαθιά τη θλίψη
έχουνε όλα βυθιστεί κι έχουνε απολείψει
τότε γεμίζουν τ' αδειανό αυτοί με πλήθος μάγια
που 'ναι γι αυτά πρωτόγονα τα ιερά και τ' άγια.
Είναι οι κόσμοι που σ΄αυτούς κανείς όταν βρεθεί
θα πει πως έχει μ' ό,τι εδώ του λείπει ενωθεί.
Ένα κομμάτι από αυτούς τους κόσμους ειν' η αγάπη μου.
Άλλου ενός δείγμα ουρανού-ενός απείρου άνθινου.
...Όχι άνθινου...όχι ουρανού…όχι…δεν ξέρω τι…
λέξεις δεν έχουν για να πουν τ' Ωραίο οι θνητοί.
Ποτέ για το ανέκφραστο δε θα υπάρξουν λέξεις
και θα 'ναι ατελέσφορες νιες όσες και να πλέξεις.
Κι όμως της Λώρας μου οι γραμμές εμένα μου θυμίζουν
τα μήλα δέντρων αλλωνών κι άλλες ακρογιαλιές.
Κι ακούραστα στα μάτια της μέσαθε φτερακίζουν
σπίθες απ' άλλες, άγνωστες, πιο λαμπερές φωτιές.
Η Λώρα μου αν στη ζωή αυτήν δε μ' αγαπήσει
κάθε μου ελπίδα γι ζωή αιώνια, θα σβύσει.

ΜΕΝΩΝ
Αλλ’ ανοίξανε οι πόρτες
που στους χώρους οδηγούν
που άδειοι τώρα καρτερούν
του τυχαίου τους θιασώτες.
Να χωθείς μέσα σε μια τους
βιάσου φίλε μου κι εσύ
γιατ' η ώρα προχωρεί
και θα κλείσει τ' άνοιγμά τους.

ΘΑΛΗΣ
Κι αν απόφαση έχω πάρει
να 'μπω μέσα ανυπερθέτως
μα ο διάολος να με πάρει
δεν αισθάνομαι ανέτως.

ΜΕΝΩΝ
Είναι που μεγάλος είσαι`
μα τους όποιους δισταγμούς
σου γεννάει τώρα ο νους
στην καρδιά σου μέσα σβήσε
και μπες μέσα γιατί αλλιώς
θα περάσει ο καιρός
και τα πέλματα του πόνου
θα σε λιώσουν ως του χρόνου.

ΘΑΛΗΣ
Δεν μπορώ έτσι να ζήσω
δίχως καν να προσπαθήσω.
Τρέχω μέσα. Προσευχήσου.

ΜΕΝΩΝ
Το καλό Θαλή μαζί σου.


(τέλος της πρώτης πράξης)










πράξη δεύτερη
(τόπος: αίθουσα Τύχης)





ΘΑΛΗΣ
Καλώς τηνε. Ποια εισ' εσύ;
Μα η Τύχη υποθέτω.

ΤΥΧΗ
Ναι. Είμαι η Τύχη η χρυσή.
Κι ήρθα σε σένα φέτο.
Ο πόθος σου μεγάλος
όσο κανένας άλλος.
Όλο το χρόνο ερχόταν
στα πόδια μου πιανόταν.
Παρακαλιόταν, έκλαιγε,
και "κόπιασε" μου έλεγε
«Κυρά στ' αφεντικό μου
να βρω το λυτρωμό μου.
Μόνο εσύ μπορείς αυτό
να μου το κάνεις το καλό.
Χρόνια κοντά του με κρατεί
ο γέρος κύριός μου
μαζί μου πάντα περπατεί-
ο δρόμος του δικός μου.
Και όλο και θεριεύω
και όλο μεγαλώνω
και χρόνο με το χρόνο
και κείνονε παιδεύω
αλλά κι εγώ παιδεύομαι
γιατί δεν περιμένω
να 'χω αυτό που ορέγομαι-
πάντα θα μου είναι ξένο.
Έλα Κυρά και δώσε
σε κείνονε τη Λώρα.
Με τ' ακριβά σου σώσε
και με και κείνον δώρα.
Κι αν δε θελήσεις να χαρίσεις
σ' αυτόν τη Λώρα, λύτρωσε 'μένα-
πάρε μου όσα είχα αγαπημένα:
έλα τη ζήση μου να τηνε σβήσεις».
Έλα λοιπόν πες πώς
θέλεις κοντά σου να 'ρθει:
σαν διάβολος καλός;
σαν άγγελος με πάθη;

ΘΑΛΗΣ
Άγγελο τη θέλω με φτερά
δίχως πάθη, δίχως συμφωνίες`
άγγελο με λόγια γιορτερά
και με πονογιάτρευτες θωπείες.
Την αγάπη στην ψυχή της μέσα να 'χει
κι ό,τι ενάντιο μου, με μία της μιλιά
να το λιώνουν του χαμού οι βράχοι-
να το πνίγει χαλασμού χοντρή θηλειά.
Να 'ναι φως γεμάτη
κι όλη ξεγνιασιά
γελαστή, κεφάτη,
χάρη και δροσιά.
Να σκορπάει τριγύρω ευτυχία
και στο τζάκι της υποταγής
ολ' αυτά να καιν σαν ξύλα θεία
και σαν άστρα μιας χρυσής αυγής.
Κι όλα να ξεχάσω τα παλιά μου
και στη γη επάνω εγώ κι αυτή
μόνοι να 'μαστε: αυτή καρδιά μου
και ανάπνια της εγώ καυτή.

ΤΥΧΗ
Βλέπω τέλεια να 'ναι
όλα γινωμένα
θέλεις από μένα.

ΘΑΛΗΣ
Όλα-ναι, έτσι να 'ναι.

ΤΥΧΗ
Όντα σεις κενά!
Όλο τον καιρό
μες στη λάσπη ζείτε
και στα υστερνά
μες στον ουρανό
θέτε να βρεθείτε.
Άμοιροι ανθρώποι!
Από τότε που θα δείτε ήλιου φως
ώσπου ο χάρος να σας κόψει ο τρομερός
όλοι σας οι τόποι
μακριά σας διώχνουν-
στο χαμό σας σπρώχνουν.

ΘΑΛΗΣ
(μη δίνοντας σημασία στα λόγια της Τύχης)
Όμως ζωντανή
θέλω να φανεί-
σάρκα όλη- η Λώρα
όπως καληώρα
ζωντανός εγώ
έχω έρθει εδώ.
Κι όλα της τα "ναι"
να τα λέει σε με
και το μαύρο τ' 'όχι'
γι αλλουνούς να το 'χει.

ΤΥΧΗ
Όλα θα γινούν όπως τα 'χεις πει.
Πήγαινε λοιπόν στο γεροντικό
έρμο σου το σπίτι και θα δεις εκεί
τ' όνειρό σου αυτό να 'ναι ζωντανό.
Γιατί μάθε γέρο
στων θεών μπορώ
τις βουλές εγώ
αλλαγή να φέρω.
Κι όταν μόνο εγώ θελήσω
το που σκέπει την κακία
μαύρο βέλο θ΄ αφανίσω
να προβάλει η ευτυχία.
Όλα τα 'χω κανονίσει.
Φύγε, πήγαινε και βρες την:
μιαν ευτυχισμένη ζήση
σου προσφέρω-απόλαψέ την.


(τέλος της δεύτερης πράξης)






Πράξη τρίτη
(τόπος: δωμάτιο του Θαλή. Μόνη η Λώρα.)


ΛΩΡΑ
Τι γυρεύω εγώ
στο δωμάτιο αυτό;
Κι ας το ξέρω, ακόμα,
δεν μπορεί το στόμα
να 'ναι μου κλειστό
και να μη ρωτώ.
Μ' άρπαξε ένα χέρι
σιδεροφτιαγμένο
και σαν περιστέρι
μ' έχει φτερωμένο
εδώ μέσα φέρει-
του ανθρώπου ταίρι
που χαρά μου έχω
πίσω του να τρέχω.
Αλλ' ακώ να φτάνει
και ντροπή με πιάνει
μπρος του να με δει
ένα εμέ παιδί
μες στο δωμάτιό του
να 'μαι το δικό του.
Κάπου ας κρυφτώ..
πού; α! να, εδώ
πίσω απ' την κουρτίνα.
(κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Μπαίνει ο Θαλής)

ΘΑΛΗΣ
Ω! Τι λόγια εκείνα!
Όσα κι αν περάσω
Δε θα τα ξεχάσω.

(βλέπει γύρω)

Μα τι να 'ναι η αλλαγή
που μπροστά μου βλέπω αυτή;
Δεν μου είπε η Τύχη λέξη
τέτοιο κάτι πως θα τρέξει.
Όλα ταχτοποιημένα-
καθαρά, ζεστά, στρωμένα,
όλα ωραία, λαμπερά,
και γελούνε με χαρά.
Α! Ποιο χέρι τα 'χει κάνει;
Λίγο κάτι ο νους μου βάνει
μα με σιγουριά να πω
αν δε δω δεν το μπορώ.
Τι ασπράδα τα σεντόνια-
σαν να πλύθηκαν με χιόνια!
Και το πάτωμα πώς λάμπει!
Σαν μετά 'πο τη βροχή
με λαμπράδα μοναχή
φέγγουν όμορφα οι κάμποι.
Κι ούτε σκόνη πουθενά.
Όλα φέγγουν από πάστρα
και λαμποκοπούν σαν άστρα
όπως πριν ποτέ ξανά.
Κι οι κουρτίνες πώς φωτάνε
ήλιους λες γεμάτες να 'ναι.

(Βλέπει τη Λώρα)

Μα τι βλέπω εδώ πέρα;
Κάτι που κρυφά κοιτά
και που φως λαμπρό σκορπά
περισσότερο απ' τη μέρα.
Έλα Λώρα μου χρυσή`
τώρα ξέρω το γιατί
όλα έτσι έχουν φτιαχτεί-
γιατί τα 'φτιαξες εσύ.

ΛΩΡΑ
Όλα με σπρώχνανε-όλα μου λέγαν
να 'ρθω εδώ πέρα` όλα με στέλναν
να 'ρθω εδώ μέσα και να φροντίσω-
να βάλω τάξη, να συγυρίσω.
Ήξερα κύριε-και συγχωρείστε
την αγένειά μου αν είναι αγένεια-
πως σεις για τούτα δεν είχατ' έννοια.
Το ξέρω, γι άλλα στενοχωριέστε.
Και όταν λείπατε πήρα το θάρρος
να 'ρθω και σ΄ όλα σας να βάλω τάξη.
Για με δεν ήτανε καθόλου βάρος`
και -το 'δατε-όλα έχουν αλλάξει'
Δεν είμαι και καλή νοικοκυρά
τα χέρια μου όμως πιάνουνε γερά`
μικρή είμαι ακόμα-σα μεγαλώσω
τα λάθη μου όλα θα τα διορθώσω.

ΘΑΛΗΣ
Καλό κορίτσι, αγαπημένο,
τι πράξη ετούτη πονετική!
Τι μυαλουδάκι ευλογημένο
στο κεφαλάκι κρύβεις εκεί!
Για ό,τι έκανες ευχαριστώ.
Μα θα πληρώσω για ολ' αυτά
και θα σου δώσω καλά λεφτά.
Ορίστε! Πάρε παρακαλώ!
Στο σπίτι θα σε περιμένουν.
Αργά είναι, πάρτα και μην αργείς.
Χρήματα λίγα, πάρτα, δε δένουν.
πάρτα καλή μου, τι καρτερείς;

ΛΩΡΑ
Για ό,τι έκανα δεν θέλω χρήμα.
Κι ούτε θα φύγω ποτέ από δω.
Για να 'ρθω έκανα το μέγα βήμα
και τόπο άλλονε πια δεν πατώ.
Τον τελευταίο καιρό κοιτάζω
περσότερο όλο τον ουρανό
και μόνο βλέπω σαν τον ξετάζω
μιαν έλλειψη όλο κι ένα κενό.
Κοιτάζω κάτω στην έρμη γη μας
και βλέπω σκότος και παγωνιά`
μ' αίμα ξανοίγει κάθε αυγή μας
και μ' αίμα αρχίζει κάθε βραδιά.
Πηδώ τα χρόνια που με χωρίζουν
απ' του θανάτου την αγκαλιά
και τονε φτάνω-και κροταλίζουν
τ' άσαρκα χέρια του τα μαβιά.
Και μ' αγκαλιάζει` και όλα πάνε
και ό,τι έζησα όλα περνάνε
και πάνε όλα στο χαμό-
κανείς δεν έχει γλιτωμό.
Γυρνάω πίσω, βλέπω τη ζωή μου
άσκοποι πόνοι, πίκρες μεγάλες
μέχρι την ύστερην αναπνοή μου
βάσανα μύρια, θλίψες και ζάλες.
Άνθρωποι τρέχουν, τρώνε, κοιμούνται
κι ύστερα πάνε-πεθαίνουν, σβυούνται.
Κι όταν για τούτα λέω σε κανένα
αυτός παράξενα με κοιτά
σαν να μιλάω με λόγια ξένα
κι από πού έχω ερθεί ρωτά.
Βλέπω την ώρα που πεθαμένη
θα 'μαι στο στρώμα μου ξαπλωμένη
και λέω στον εαυτό μου, τόσον δρόμο
γεμάτον περιπέτειες και τρόμο
να τον περάσω δεν το βρίσκω λογικό
με το μυαλό μου αυτό το παιδικό,
που όμως βλέπει, ακούει, διαβάζει
και νους πολλούς μεγάλους κάτου βάζει.
Πηδώ λοιπόν τον μέγα φράχτη
και βλέπω στην αντίπερα οχτιά.
Όχι, ο νους μου διόλου δεν 'ταράχτη
καμμιά δεν έχει το μυαλό μου σκιά.
Στα μάτια σας το βλέπω-με πιστεύετε
και λόγια να 'βρετε σωστά γυρεύετε
να μ' απαντήσετε σ' όσα λέω
σαν να 'χατε ακούσει κάτι νέο.

ΘΑΛΗΣ
Όχι μικρή μου, όμως να, φαντάστηκα
σ' ό,τι ακούω ίσως πως γελάστηκα.
Δεν επερίμενα από μια μικρούλα
σωστή να μου δειχτεί νοικοκυρούλα,
ούτε αληθινά σοφία τόση
στο μυαλουδάκι της να 'χει ριζώσει.

ΛΩΡΑ
Ω! Το σκεφτόμουνα για μήνες τώρα.
Βήματα ήξερα πως κάνω πρωτοπόρα,
μα ούτε ήθελα να κάνω πίσω,
κι ούτε μπορούσα πάλι να γυρίσω
στης ζήσης τη φριχτή κενότητα
χωρίς χαρά, ψυχή, ενότητα.
Κι ως για το πού θα πήγαινα, ω! είχα
μέχρι την πιο μικρή μου νιώσει τρίχα
ότι το μέρος για να ρθώ ήταν...εδώ`
αδιάντροπη μη, όχι, με νομίσετε,
όμως δε θέλω ένοιες να πηδώ-
πώς έφτασα εδώ για να γνωρίσετε.
Σιχάθηκα τους νέους και τις νέες
που αψιά και βίαιη μια ζήση ζούνε'
τις σχέσεις τους νομίζουνε ωραίες
ενώ με κείνες τη ζωή τους σπούνε
και χύνονται έξω οι βρωμιές της
στους δρόμους και στις γειτονιές της.
Δεν βγάζει πουθενά
της ζωής το μονοπάτι`
κακά μόνο γεννά:
κάθε χαρά φευγάτη.
Κι όσα γνωρίζουμε
δεν μας αξίζουνε
και μας γερνάνε
και μας πετάνε
τέλος-γνωρίζετε, τι να το πω-
σε δύο μέτρα χώμα νωπό.
Τη ζωή αρνούμαι
αυτήν να ζήσω.
Θα την αφήσω
και, αν σεις το θέτε
κι όχι δε λέτε,
..μαζί θα ζούμε..
Σεις είστε ώριμος
και λογικός.
Σας είναι γνώριμος
κάθε σκοπός.
Σεις όλα τα 'χετε
τέλεια γνωρίσει`
με σας δε μάχεται
του βίου η δύση.
Σεις έχετε μυαλό
κάτω από τα μαλλιά σας
γι αυτό παρακαλώ
δεχτείτε με κοντά σας.
Και όσο κι αν μικρό είμαι κοριτσάκι
μα σαν καιρό γειτόνισσά σας
μου λέει αυτό μου το μικρό το μυαλουδάκι
ότι με θέλετε για συντροφιά σας.
Γιατί σας έχω δει πώς με κοιτάτε`
πόσον κρυμμένο πόθο
έχετε στη φωνή σα μου μιλάτε-
είμαι μικρή μα νιώθω.
Αν δεν ειν' έτσι, πέστε μου ευθύς
κι εγώ θα φύγω-
έτσι θα 'κανε ντροπή ο καθείς
που θα 'χε λίγο...

ΘΑΛΗΣ
Όχι να φύγεις μοναχά δεν θέλω
μα να σ' έχω ποθώ
κι απ' τη σκέψη μεθώ
τον άγγελο πως θα 'χω των αγγέλω
για πάντα συντροφιά
στα έρμα γερατειά.
Μα τι θα πεις στο σπίτι
αν φύγεις από κει
γλυκούλα μου μικρή-
κάτι δε θα τους λείπει;


ΛΩΡΑ
Αδέρφια είμαστε πολλά.
Εγώ είμαι το έκτο.
Μετά, καμιά φορά
πηγαίνω και τους βλέπω
σ' αυτό αν συμφωνείτε
και "ναι" αν σεις μου πείτε.
Και αφού ως εδώ συμφωνούμε
δεν υπάρχει άλλο τι για να πούμε:
εγώ ειμ' η σκλάβα σας κι εσείς το αφεντικό-
καθένας στη ζωή με το δικό του μερτικό.
Θα φέρω από το σπίτι σε λιγάκι
να βάλω το μικρό μου κρεβατάκι
εδώ, σ' αυτήνε τη γωνιά
με λίγα λεμονιάς κλωνιά.

ΘΑΛΗΣ
Δε θέλω γάμους να 'χουμε δω πέρα.

ΛΩΡΑ
Τι λόγος! Όχι βέβαια κύριέ μου`
αυτό δε θα το ήθελα ποτέ μου-
θα ήτανε η πιο μαύρη μου ημέρα.

ΘΑΛΗΣ
Βέβαια τούτο πάλι δε σημαίνει
πως εδώ μέσα θα 'μαστε δυο ξένοι..

ΛΩΡΑ
Όχι κύριέ μου, Όποτε ποθείτε
δεν έχετε παρά να μου το πείτε.

ΘΑΛΗΣ
Ω! Ευτυχία που μου δίνεις Λώρα!

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου! Μη με θέλετε και τώρα;

ΘΑΛΗΣ
Τώρα θα ήθελα το πόδι το δεξί μου
να 'ρχόσουνα να έτριβες εδώ μαζί μου.
Το θέλω αυτό από πολλή ώρα τόσο...

ΛΩΡΑ
Θα σας μαλώσω που δεν το 'πατε ωστόσο.
Πέστε μου πού ακριβώς
και πώς, και πόσο δυνατά.

ΘΑΛΗΣ

Εδώ. Και να 'ναι ο ρυθμός
ταχύς. Και ώρα να κρατά.

ΛΩΡΑ
Έτσι καλέ μου κύριε; Καλά είναι;

ΘΑΛΗΣ
Καλά. Δύναμη λίγη πιότερο όμως δίνε.

ΛΩΡΑ
Ναι κύριέ μου. Α! Ωραία που νιώθω
να σας υπηρετώ! Σαν κάποιον πόθο
έτσι να σβηώ
τυραννικό
που το κορμί μου ως τώρα εβασάνιζε
και ήθελε σε σας να τον εχάριζε.

ΘΑΛΗΣ
Έτσι όπως το ποδάρι μου χαϊδεύεις
άστο για λίγο αγαπητό μου κοριτσάκι
κι απ' το μπλουζάκι σου, κάπου αν πιστεύεις
ξεκούμπωσε ακόμα ένα κουμπάκι.

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου, αυτό το κάτι εσείς μου είστε.
Κοιτάτε! Το ξεκούμπωσα-ορίστε!
..Μήπως να ξεκουμπώσω κι άλλο ένα;

ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήτανε αλήθεια.

(η Λώρα το ξεκουμπώνει)

ΛΩΡΑ
Σε σας να δείχνω τα γλυκά μου στήθια
κύριέ μου…να...αρέσει και σε μένα…

ΘΑΛΗΣ
Ένα λοιπόν ξεκούμπωσε ακόμα!..

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου μού εστέγνωσε το στόμα!..

ΘΑΛΗΣ
Τότε λοιπόν τα πόδια μου άφησέ μου
και στο κρεβάτι μου τρέξε άγγελέ μου.
Δεν ξέρεις πόσο η τραγανή σου σάρκα
ωραία για το ταξίδι μου είναι βάρκα..
Σ' ένα θερμό κορμί σαν το κορμί σου
σαν θ' ακουμπώ
θα 'μαι θαρρώ
σ' ενός τα σπάνια μέρη παραδείσου...

ΛΩΡΑ
Δεν ξέρετε κι εγώ πόσο ποθούσα
το σώμα το ακριβό σας ν' ακουμπούσα.

ΘΑΛΗΣ
Ώστε και συ με αγαπάς καλή μου;

ΛΩΡΑ
Ω! Κύριέ μου! Θα σας εξηγήσω-
με λίγα λόγια, για να μην αργήσω
στα χέρια σας ν' αφήσω το κορμί μου:
όταν κανείς παπάς που θέλει κάπου
την Κοινωνία τη Θεία του ν' αδειάσει,
δοχείο δεν έχει, και θωρώντας κάτου
της πόρνης βλέπει το χαλκό το τάσι
που εκείνη πλένει μέσα τις βρωμιές της,
και σκύβει και το παίρνει και την Άγια
την Κοινωνία εντός του αποθηκεύει,
έτσι και μένα βρωμερή και άδεια
η λέξη "αγάπη" μοιάζει` κι ας γυρεύει
η γλώσσα αυτή τη λέξη να ψελλίσει:
όπως την έχει ο κόσμος καταντήσει
δεν είναι διόλου άξια αυτή η λέξη
το ρόλο που εμείς θέλουμε να παίξει.
Γι αυτό παρακαλώ τον κύριό μου
σωστόν αν βρίσκει το συλλογισμό μου
τη χάρη αυτή αν θέλει να μου κάνει-
για μας η λέξη 'αγάπη" να πεθάνει.
Κάτι 'ψηλότερο απ' αυτό τους δυο μας
στον κόσμο θα ενώσει τον δικό μας.
...Ειν' έτοιμος για μένα ο κύριός μου;

ΘΑΛΗΣ
Μισό λεφτό καλή μου ακόμα δος μου:
τη λέξη "αγάπη" τώρα στραγγαλίζω
και "Λώρα" ό,τι νιώθω το βαφτίζω.

ΛΩΡΑ
Εγώ το 'χω βαφτίσει "Κύριέ μου".

ΘΑΛΗΣ
Σωστά το 'χεις βαφτίσει άγγελέ μου.
Μα έλα τώρα,,. μην αργείς...δεν πρέπει...

(Η Λώρα τρέχει στο κρεβάτι του Θαλή)

ΛΩΡΑ
Η βιάση σας κύριέ μου πώς με τέρπει!..


(τέλος της τρίτης πράξης)





πράξη τέταρτη
(τόπος: γη και ουρανός)


ΘΑΛΗΣ
Ο απόηχος κάποιων λόγων
ως εδώ που είμαι φτάνει`
σαν για κάποιον να 'χουν ψόγον-
ποιοι τα λένε; ποιος τους βάνει;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ
Α'
Νέο κορίτσι κι έτσι να πεθάνει…
Το νου του πια κανείς μ' αυτά τον χάνει.
Στο θάνατο ένα γέρο να θελήσει
κορίτσι νέο να τον ακολουθήσει..

Β'
Χρόνια οι δυο τους ζήσανε μαζί θαρρώ.

Α'
Ναι. Παραήτανε το πράγμα βρωμερό.

Β'
Μια κοπέλα μ' ένα γέρο
να τα μπλέξει και καλά!..
Και στον έρωτα να πέσουν
γέροντας και κοπελιά!..

Α'
Ο Θεός να με σχωρέσει-
δε μιλώ με ξιπασιά,
αλλ' αρνείται να πιστέψει
τέτια ο νους ξετσιπωσιά.
Όμως δε μιλάω άλλο-
οι νεκροί, λένε, μπορούν
και κακό κάνουν μεγάλο
αν κακό για κείνους πουν.

Β'
Τόσον κόσμο μαζεμένο
δεν περίμενα να δω
για ζευγάρι σαν αυτό.

Α'
Π’ ούτε κι ήταν παντρεμένο..

Β'
Θα ήρθαν για να δούνε
και να 'χουνε να πούνε
πως ήτανε αλήθεια
και όχι παραμύθια
ό,τι άκουγαν ως τώρα
για κείνον και τη Λώρα.

ΘΕΟΣ
Αν υπήρχα
θα τους είχα
με τα δύο μου τα χέρια
βάλει πάνω από τ' αστέρια.

ΚΑΚΙΣΤΡΑ
Πάει κι αυτός πάει κι εκείνη.
Τέλειωσαν-πεθάνανε.
Ό,τι έπρεπε τους 'γίνει
με αυτά που κάνανε.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ

Πήγε κι έμπλεξε με γέρο!
Να 'χε κάνε μου παρά…
Τι να πω κι εγώ δεν ξέρω`
τι βρωμιάρα μια φορά!

ΜΕΝΩΝ
Την ευτυχία εβρήκες.
Στα περιβόλια εμπήκες
τα πάντα ολανθισμένα-
τα πάντα ερωτευμένα.

ΦΙΛΗ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ
Της έλεγα να τονε παρατήσει.
Δεν ήθελε ούτε να τ' ακούσει.
Πόσοι νέοι την είχανε ζητήσει-
καλοντυμένοι, όμορφοι, πλούσιοι…

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
Ο Θεός να με σχωρέσει,
πρέπει να καθαριστεί
η μαγάρα που 'χε πέσει-
που 'φεραν οι δυο αυτοί.

ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΛΩΡΑ
Ανώμαλη η φουκαριάρα θα 'τανε`
οι γέροι-άκου εκεί-να της αρέσουν..
ενώ με μένα όλες τις τρέλες θα 'κανε
που μέσα τους οι νέοι ζητούν να πέσουν.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Και δωμάτια μερικά κρατούνε
αποκλειστικότητες.
Από γέρο άλλα δε θα δούνε
τέτοιες παιδικότητες.

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ
Λίγο να ζούσανε ακόμα
δε θ' άντεχα' η νίκη ολοσχερώς
θα 'χε δοθεί στη βρώμα
την ευτυχία-πεθάναν ευτυχώς.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Νομίζαμε κανένας δεν πεθαίνει
στων πραγμάτων τη χώρα.
Μα όσο γερνά κανείς μαθαίνει-
πάει ο Θαλής, πάει κι η Λώρα.

ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Όλο λιγότερο
μπορώ κι ακώ
καθώς ψηλότερα-
πέρα τραβώ.
Και όλα όσα λέν δεν ξεχωρίζουνε-
καλολογούνε άραγε ή βρίζουνε;

Η ΓΗ
Τους βλέπω να μακραίνουν
αλλά κι από ψηλά
η γλύκα που ανασαίνουν
μέχρις εδώ κυλά.

Ο ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
Όλα με το θάνατο τελειώνουν-
δυο νεκρά κορμιά που τώρα λιώνουν...

Η ΠΟΡΝΗ
Κι εγώ πάω με γέρους μα έχουν χρήμα.
Αλλιώς δε θα τους σήκωνε το κλίμα.
Μα γέρος και φτωχός!..Η καημενούλα
φαινότανε πως ήτανε χαζούλα.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Κι αν τα κορμιά μας κάποτε μαραίνουν
τ' αρώματα που δίνουμε όμως μένουν.
Καλότυχος αυτός που το μπορεί
να τα μυρίζει κι αν δεν μας θωρεί.

Η ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗ
Να κάνω εγώ αυτό που θέλει εκείνος
σαν να 'μουνα υπάκουο σκυλάκι;
Αυτός θα υπηρετεί των "θέλω" μου το σμήνος
κι εγώ δε θα κουνάω δαχτυλάκι!


ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήταν αν σωπαίναν.
Μα φαίνεται έτσι κάποιοι τους μαθαίναν.
Να! Τώρα όλα σχεδόν έχουν σωπάσει
Φαίνεται όλα πια έχουν περάσει.

(ησυχία για λίγο)

ΛΩΘΑ

Δε βλέπω τίποτα ούτε ακώ
μία μήτρα μόνο ειν' εδώ
που τον τράχηλο έχει μαλακό
και η μήτρα είμαι αυτή εγώ


ΑΥΛΑΙΑ