Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025

  ΝΎΧΤΑ 9-10-98

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; είκοσι τέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει.

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο φτερό τους ό,τι φανταστείς,
πουλιά
με δυσανάγνωστα ονόματα σε ταυτότητες φθαρμένες
ξεκουράζονται πάνω στο σκοινί όπως σε νησί όταν μεταναστεύουν
τότε το ταλάντεμα παίρνει άλλον ρυθμό
που ως να προλάβει να στεριωθεί κι αυτός
οι δυο εικόνες ζαλίζουνε το μάτι και θολώνουνε το νου
τέτοιο ταλάντεμα μπορεί ακόμα να το προκαλέσει
ένα κουφέτο ή το κλάμα ενός μωρού-
πράγματα τόσο τραγικά στη βαθιάν ουσία τους,
όσο καλόδεχτα στο μασκάρεμά τους

απόψε ήμουνα παν’ από πρόσωπα και ιδέες
στο χώρο που το Τίποτα απλώνει-κι είδα
μέσα του σπόροι εφιαλτικοί και τερατώδεις να πλανιώνται
φαντάσματα ακόμα αγέννητων μορφών
και «μορφές» εδιάβαζες
και «σπίτια» και «γράμματα»
κι ένα σα μέσα σε αχλύ κρυμμένο σπέρμα
«Λόγος»
έγραφε πάνω του διστακτικά

βέβαια το να τρέξει κανείς για να ξεφύγει είναι η πρώτη σκέψη
όμως πού να πας-τα χέρια πίσω δεμένα, τα πόδια ξέψυχα
και-λες να χρειαζότανε κι αυτό-
η θάλασσα απέραστη μπροστά

ο θάνατος ειν’ ένα άγριο σκυλί αν δεν του πετάς
που και που καμιά πέτρα να φοβηθεί
θα σε φάει

και η ζωή είναι καλή έχει τις παγίδες της
τις ορέξεις, τους διαλογισμούς της,
τα νεύρα της καμιά φορά
στο βάθος δεν είναι μεγάλη συφορά
να είσαι ζωντανός
οι χάντρες στον σκοτεινό της λαιμό
λάμπουν σαν μπάλες πολύχρωμες σε πανηγύρι
το γέλιο της δεν είναι πάντοτε σαρκαστικό
και το σακούλι των ελπίδων της ξέχειλο-απλώνεις
και παίρνεις όσες θέλεις-ασυλλόγιστα
τώρα θα πεις γιατί μιλάω έτσι για τη ζωή
πρώτα δεν κινδυνεύω να μ’ ακούσει κι ύστερα
ας ακουστούν για λόγου της και μερικές αλήθειες

δε θρέφει ο καρπός τη ρίζα αλλά η ρίζα τον καρπό
οι χυμοί στα τριχοειδή ανεβαίνουν δεν κατεβαίνουν
τα κύματα του ατλαντικού στέλνουν τον αφρό τους
κατά τον άλλο κόσμο-ο αέρας φυσάει δυτικά
αυτά είναι ξένα για τα ρομπότ που ροκανίζουν ανθρώπους
και για το Χρόνο, που άνετα ροκανίζει και τους δυο

στιγμιότυπα
«θυμάσαι τις χάντρες;»
«όχι»
«καλά
γιατί δεν υπήρχαν χάντρες»
άλλο:
«ο κύριος βαρόνος έχει επιληψία»
«αλήθεια;»
«δεν ξέρω, ο κύριος βαρόνος δεν έχει επιληψία μα να πούμε κάτι…»

α! τυχεροί που είμαστε που δεν μιλούν οι πεθαμένοι-
που δεν έχουνε φωνή που ν’ ακούγεται από τ’ αυτιά μας
και που όταν με το στόμα το δικό τους κάτι πούνε
μόνο οι άλλοι πεθαμένοι τους ακούν και ακόμα
κάποιοι ζωντανοί που εντός τους σέρνουν πεθαμένους

οι αρμοί του κόσμου σκουριάζουν οι ρόδες του φθείρονται
οι κήποι του γεμίζουν αγκαθερά ξερόχορτα
Σκουριά, Φθορά, Ξέρα
λίγα βρύα μόνο πάνω τους θυμίζουν ζωή

όλα καλά
μα να φεύγεις νικημένος-αυτό μετράει.
έξω κι αν η νίκη είναι ήττα…

κλειστός ουρανός κλειστές λέξεις κλειστά νοήματα-όχι νοήματα
πώς να καταλάβεις;
ανηφόρες, πείνες, αποχωρισμοί, ερείπια
πώς ν’ ανασάνεις;

«έλα λοιπόν εδώ να δεις πώς ζούμε» της έγραψε
«να δεις πώς από μια κλωστή μονάχα κρατημένοι
σεργιανάμε με καμάρι τη ζωή μας, απλώνοντας
ψηλαφητά το πόδι σα σε ναρκοπέδιο, μη σκοντάψουμε
και πέσει η ζωή μας και τη χάσουμε
τη μοναδική

έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα-
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ είναι ανάποδα φτιαγμένα
τα σκοτάδια μας γνωρίζουνε
τα περιβόλια μας έχουν ξεχασμένους
όταν μας πέσει κάτω το μαντήλι μας
δε σκύβουμε να το σηκώσουμε
τους επαίνους
τους ακούμε αδιάφορα
και αστόλιστοι
μπορούμε να πάμε και σε γάμο ακόμα
έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ ξένα είναι και γι αυτό
γίνονται όπως πρέπει
κι αν κάποιος μας κακολογεί τόνε λυπούμαστε
όχι από υψηλοφροσύνη τάχα μα γιατί
χάνει τα λόγια του άσκοπα-ο καημένος
έλα, μας βρίσκεις δε μας βρίσκεις
εδώ που τα λέμε υπάρχουν και στιγμές
που η ζωή μας ξεγελάει ακόμα με κάτι πράγματα
σαν άνθη που μπερδεύονται με το χιόνι
σου είπα-ξεγελάσματα
όνειρα από θύμησες φτιαγμένα
μνήμες που ξανάρχονται σαν ζωντανές
κι αφού η ζωή λοιπόν μοιάζει με θάνατο
λέμε καμιά φορά μήπως μπερδέψαμε τις λέξεις
μα κι έτσι πάλι
ότι ελέγαμε για τη ζωή καθόλου δεν αλλάζει
μόνο που τώρα θα το λέμε για το θάνατο
μα ούτε τα παιχνίδια αυτά δεν μας τραβάνε πια
κι αν θέλεις να μας περιγράψεις με μια λέξη, να τη:
παραδομένοι
και πώς όχι- ας μάχονται
όσοι ακόμα δεν εξόδεψαν όλες τις ήττες τους»

οι νόμοι της Φυσικής αδιαφορούν για τα βιβλία που τους περιγράφουν
οι νόμοι της ζωής αδιαφορούν για τους ανθρώπους που διαφεντεύουν
το αχ δεν έχει παράσταση στις εξισώσεις της Φυσικής και της Χημείας
ούτε μπορούν οι νότες να το περιγράψουν
φωλιάζει στην ψυχή-εκεί που δε χωράνε
τα τεχνητά φθαρτά
και ούτε φθόγγος είναι ούτε αριθμός αλλά βέλος
που διατρυπάει την απεραντοσύνη
(το ρολόι μας δε φοράει προσωπίδα-οι χτύποι του
είναι χτύποι τσεκουριού σε κούφιο γέρικο κορμό)

«για συζήτηση μην κάνεις σκέψη
μιλάει κάποιος και κανείς δεν τον ακούει
κι αν τον ακούει δεν τον εννοεί
άλλες έννοιες κλείνει για τον καθένα η ίδια λέξη
ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, τις εμπειρίες του
και μοιάζουμε όταν μιλάμε σαν να παίζουμε
εκείνο το παιχνίδι που σ’ ένα χαρτί
γράφει ερωτήσεις ένας κι ο άλλος απαντήσεις
διασταυρώνοντάς τες ύστερα στην τύχη
καταλαβαίνεις, κι αν τυχαία κάποιο ταίριασμα υπάρξει
πάλι σε κατανόηση δεν οδηγεί αλλά επισφραγίζει
τη δυνατότητα διαφόρων απαντήσεων στην ίδια ερώτηση
έτσι το μόνο που μπορούμε
είναι να καθόμαστε αμίλητοι ένας απέναντι στον άλλο
και αυτή η στάση μας-όπως θα δεις-μας δίνει
μιαν αξιοπρέπεια που δεν έχει ο λόγος
ελα να μας δεις»

καλή η Αθήνα μα καλή κι η Έδεσσα
οι πλατείες της λάμπουν χλωμά τα φθινοπωρινά απογέματα
τα ροδάκινα ένας μικρός ήλιος το καθένα
οι καταρράκτες της ανύπαρκτοι όπως η ύπαρξη
του Μεγαλέξαντρου η ανίκητη ορμή τραντάζει ακόμα τη γη περνώντας
μα πόσο ακόμα οι λάμψεις;
ως πόσο οι πλατείες και τ’ απογέματα;
σφυράει το τρένο
ο αποχαιρετισμός
ιλαρός γιατί εγκαταλείπονται μηδενικά και εικασίες
και γιατί το τρένο είναι το μεγαλύτερο μηδενικό

μερίδιο στην ευτυχία δεν έχει ο χορηγός
η ευτυχία δεν έχει μερίδιο στη ζωή

τιποτένιοι απατεώνες μας πήρανε το πορτοφόλι.
με μέσα του όλα τα χαρτιά: αποδείξεις
κάρτες, τα εισιτήρια του θεάτρου, το σημείωμα
με τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν
και ξέρουμε-όλα τα πέταξαν εκτός από τα χρήματα που βρήκαν μέσα
αν τουλάχιστον χανόταν κανείς από κάτι μεγάλο…

το βράδυ όταν σβήνουμε το φως χάνεται ο κόσμος
τίποτε τότε δεν υπάρχει
οι χώρες μένουν μόνο στο μυαλό
(και κείνο ξέρουμε όλοι τι σκαρώνει)
το ίδιο και οι άλλοι χώροι
μένει ο δικός μας κόσμος μόνο-το δωμάτιό μας
ή το κρεβάτι με το σώμα μας επάνω
ή το σώμα μας μόνο χωρίς τίποτα
έξω ή μέσα του

επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχαμε
γι αυτό καλώ τη μνήμη μοναδικό θεό
επειδή χωρίς τη μνήμη δε θα κέρδιζε
η αδημονία την υπομονή μας
το σκοτάδι το φως
ο θάνατος τη ζωή
επειδή η μνήμη γέννησε και μας και την ψυχή μας
την απληστία και την αγωνία μας
επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχε ο κόσμος
γι αυτό καλώ τη Μνήμη τον Μοναδικό
ανήλεο θεό

ένα τεστ
ξενιτεμένοι είναι κείνοι που φεύγουν ή αυτοί που μένουν;
απάντηση: κείνοι που φεύγουν
αυτό, κι ας μην ξενιτευτείτε, πρέπει να το μάθετε
και ποιανού η κούπα έχει φαρμάκι κρύσταλλο αντί για πάτο;
του ξενιτεμένου, να το θυμόσαστε
και ποιανού το πρόσωπο είναι κείνο που είναι;
να ξέρετε, του ξενιτεμένου
για ποιον ο ήλιος είναι πηγή σκότους;
για ποιον του μαχαιριού κόβει και η λαβή του;
για ποιον στη γη επάνω δεν υπάρχει πανδοχείο;
για ποιον ο χειμώνας σέρνει πίσω του το πτώμα της Άνοιξης;
για το μετανάστη
να το ξέρετε
και ποιος είναι-ας το ξαναπούμε-
ο μετανάστης; κείνος που φεύγει ή κείνος που μένει;
κείνος που φεύγει-το θυμόσαστε, μπράβο


καλή είναι η Αθήνα
οι γειτονιές της έχουν ακόμα χρώμα
η ανάσα της έχει ακόμα ευωδιά
τόσο παλιά όσο το στρέβλωμα του νου
και όσο της ανθρώπινης δυστυχίας το μονοπάτι
είναι κι αυτό μια πρωτιά φανταχτερή για των θνητών τα μέτρα
καλή είναι η Αθήνα
με το τσιμέντο της
με τις εκκλησίες της, με τα νυφιάτικα μαγαζιά της,
με δυο άδειες τρύπες για μάτια, με ρουζ στα άσπρα ζυγωματικά,
με μάρμαρο στη θέση των ανθρώπων
κουφέτα, ανθοδέσμες, ρύζι, κώνειο, μηκώνιο
καλός κι ο ουρανός της Αθήνας-γαλανός
η περηφάνια του ντόπιου-η απόλαυση των τουριστών
οι περηφάνιες και οι απολαύσεις-δυο τραγανά κεράσια στη δλητηριασμένη τούρτα.

τη νύχτα δεν κοιμάσαι σε ξυπνάν τα ελικόπτερα
ψάχνοντας για φονιάδες και για κλέφτες
το φως τους εντονότερο από των άστρων
το μέγεθός τους πολλαπλάσιο του ήλιου
το βογγητό τους πιο βαθύ από τη θάλασσα.
γι αυτό οι άνθρωποι πιστεύουν στα ελικόπτερα
κι όχι στ’ αστέρια και στον ουρανό
γι αυτό οι αισθήσεις ειν’ ολέθριες-μας ξεγελούν
γι αυτό στραβά τα βλέπουμε όλα
κι η ζωή
μας οδηγεί σε λάθος δρόμο-μα και τι
αν κοίταζε τ’ αστέρια
θα ’πεφτε μέσα σε γκρεμό κανέναν

«έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές
τις μικροσκοπικές
που από λίγα μίλια μακριά δεν φαίνονται
ούτε αυτές ουτ’ εμείς μέσα τους
λέω για τα σπίτια που ’χουμ’ εδώ
κομψούλια καγκελάκια στα παράθυρα
συναγερμοί ηλεκτρονικοί που φτιάχνουν δίχτυ γύρω
η πόρτα με τρεις φραγμένη κλειδαριές
πίσω της το όπλο
κατ’ απ’ το μαξιλάρι το πιστόλι μας
έλα να δεις τις όμορφές μας φυλακές
με μόχθο από μας τους ίδιους σκαλιγμένες
πάνω στα κοφτερά του τρόμου βράχια
με περηφάνια γιατί τους εφτιάξαμε
μικρά όμορφα φρούρια
του κήπου το βράδυ τα φώτα αυτόματα ανάβουν    
στο πέταγμα των πουλιών της νύχτας
ή στο σούρσιμο κάποιας αλαφροπάτητης γατούλας
καθώς το γεύμα της ψωνίζει
μόνο εμείς δε βλέπουμε τον κήπο μας
γιατί μέσα του έκθετοι
θα ’μασταν στόχος
έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές που μέσα τους
κλεινόμαστε πριν πέσει ο ήλιος
γιατί εδώ η σελήνη ο δικτάτορας απαγορεύει την κυκλοφορία
έλα να δεις τις φυλακές μας
πριν μας τις πάρει η τράπεζα γιατί εδώ
ως και τις φυλακές μας τις χρωστάμε
έλα να δεις»

έσπρωξε το καρότσι της με δυσκολία ως τ’ αυτοκίνητο
προσεκτικά έβαλε τις σακούλες στο καπό
μια ντομάτα κύλησε στο χώμα
την εκοίταξε, σκέφτηκε λίγο
στα σκουπίδια τέλος την πήρε και την πέταξε
πηγαίνοντας την έσπρωχνε ο αέρας κι έτρεχε άθελά της
γυρίζοντας επήγαινε αργά αργά σαν κολυμπώντας στον αέρα ενάντια
ή σαν να μάχονταν με το λεπτό της σώμα   
ν’ ανοίξει δρόμο μες στο πλήθος
τα μαλλιά της οριζοντιωμένα για πρώτηνε φορά κερδίζοντας
η επανάστασή τους στη βαρύτητα ενάντια
τέλος
με το μικρό της σώμα ταλαντευόμενο σαν βάρκα σε νερού γρήγορα κυματάκια
εμπήκε στ’ αυτοκίνητο με δυσκολία
και συνενοχικά γελώντας μου όταν ξαφνικά με είδε,
έκλεισε την πόρτα του αυτοκίνητου
έβαλε μπρος
έφυγε
ήταν εκείνη η Κυριακή που ο νοτιάς είχε λυσσάξει

οι μετανάστες! τα παιδιά της Νύχτας κι οι αδερφοί των αστεριών!
ζιζάνια με κόπο ξεριζωμένα
που ξεραίνονται κατ’ απ’ τον ήλιο
το χωράφι τότε βγάζει καλόν καρπό
σοδιά καλή για τον παραγωγό με πλούσια κέρδη
ο ιδρώτας του αγρότη τότε δικαιώνεται

απόψε το φεγγάρι ήρθε και ’στάθη στο παράθυρό μου
ίσα εκεί που έπεφτε το βλέμμα μου
τέτοια ωραία συμφωνία ήταν απρόσμενη
γι αυτό και αποκαλυπτική
ένοιωσα τότε πώς μπορούν
με τόσα πράγματα να παρομοιάζουν το φεγγάρι οι ποιητές
κάτι φωτεινό μες στ’ άφωτα τα πλάτη τ’ ουρανού
μπορείς με ό,τι θέλεις να το παρομοιάσεις
αφού ό,τι να πεις ταιριάζει όχι μόνο στου φεγγαριού
αλλά σε κάθε υποστάσεως τη μοναδικότητα

Τους φίλους τους είχα μέσα στο τσεπάκι του γιλέκου μου
σαν ρολόι χρυσό
χτυπούσαν εκεί δίπλα στους χτύπους της καρδιάς μου
καμιά φορά μπερδεύονταν οι δύο ήχοι- έλεγα
ας τους να μπερδεύονται, έτσι είναι οι φίλοι
να μην ξέρεις αν αυτοί είσαι εσύ ή εσύ εκείνοι
μια τέτοια εμπλοκή έλεγα είναι ευπρόσδεκτη
κι έτσι τραβούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα
που είχε συννεφιά κι ο ήλιος δεν προσδιόριζε τις ώρες
αυτή τη μέρα θέλησα να δω τι ώρα είναι
τότε είδα
πως του ρολογιού μου οι δείχτες γυρίζουν ανάποδα
κι ότι χαμένος είμαι μες στο Χρόνο
το πέταξα κι εγώ και δόθηκα ολόβολος
στη νύχτα ή στη μέρα αδιαφορώντας πού

όταν έρθει η ώρα που όλα ησυχάζουν τότε είναι πολύ αργά
η άφωνη σάλπιγγα πρέπει μέσα στο σάλο να ηχήσει
κατόπι βλέπεις όλα από ένα επίπεδο πιο πάνω-κι αυτό
η δόξα είναι της ζωής για τους μικρούς ανθρώπους-κάτω βλέπεις ν’ αναδεύονται επιθυμίες αδιαμόρφωτες, πάθη θερμά,
πράξεις άσκοπες, ψευδαισθήσεις
και ο μικρός άνθρωπος-εσύ-
δεν μετράς πια στ’ ανθρώπινα

στις μεγάλες ηλικίες κανείς πρέπει να κάνει δίαιτα
όχι ξηρούς καρπούς, όχι λησμονιά όχι τσιγαριστά όχι εγκατάλειψη, όχι πολύ αλάτι, όχι αδιαφορία
χλωρούς καρπούς ναι, ελεημοσύνη ναι, βρασμένα χορταρικά ναι ψέματα καλοβρασμένα ναι ευγένεια ναι ζυμαρικά ναι
καμιά φορά μπερδεύονται τα πιάτα
άλλοτε κάποιος έχει αλλάξει ετικέτες στα μπουκάλια
ή κάποιο φαγητό τελείωσε
τότε τα πράγματα δυσκολεύουν
η διαδικασία αντιστρέφεται
τα ναι παίρνονται για όχι και τα όχι για ναι
μπορεί ακόμα και να ξαναγυρίσει κανείς για λίγο στην παιδικότητα

το δέντρο έξω από την κρεβατοκάμαρά μου ρίχνει τα φύλλα του
και τώρα φαίνονται τα πουλιά στα κλώνια του
να λυπηθεί κανείς για το θάνατο των φύλλων
ή να χαρεί για το φανέρωμα των πουλιών;

Επειδή όταν κανείς πεθαίνει τα πράγματά του μένουν ορφανά
αυτό δε θα πει πως δεν έπρεπε να πεθάνει
θα πει πως δεν έπρεπε να είχε ζήσει

αυτά δεν γράφονται για να εξασφαλιστεί μια ευπροσήγορη όαση
γιατί αν την ευπροσηγορία τη ζητάς
την έχεις κιόλας εξαντλήσει
γράφω για να μάθετε
για το μέλλον
ή για να κληροδοτήσετε τη γνώση στα παιδιά σας
για το μέλλον τους
κι έτσι κι αυτά ώσπου κάποτε
να μη φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αδίκιωτοι

ένας καλός λόγος χτυπάει κατάστηθα τη μοναξιά
αυτιά που δεν ακούνε τέτοιο λόγο απέξω
ψάχνουνε σε δικούς τους ήχους να τον βρουν
κι όταν τον βρούνε ειν’ αυτός ο λόγος ασταμάτητος
και ρέει ανυστερόβουλα
σαν το ποτάμι που κυλάει έτσι απλά κι ούτε γνωρίζει
πως γεωργοί ποτίζουν τα χωράφια τους με τα νερά του
κι όποιος θα πάρει το μαχαίρι να χωρίσει
το λόγο σε καλόν και σε κακόν
το αδύνατο του εγχειρήματος τόνε συνθλίβει

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; εικοσιτέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο………