Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

 Σήμερα θα' ρθω όχι όπως πρώτα
με ρόδα και με δάφνες στολισμένος-
σήμερα θα 'ρθω με τα χνώτα
του μίσους και του σκότους τυλιγμένος.

Δε θα 'χω σήμερα γιρλάντες
πλεγμένες από φως κι από λουλούδια
και του θανάτου τις μπαλάντες
θα λέω αντίς χαρούμενα τραγούδια.

Σήμερα θα 'χω της ελπίδας
το σάπιο το κορμί στην αγκαλιά μου
κι ούτε το φως μιας ηλιαχτίδας
δε θα φωτίζει τα μαλλιά μου.

Το στόμα θα 'χω σφραγισμένο
με κρύα νεκροφιλήματα και θα 'χω
επάνω στ' όνειρό μου το θαμμένο
κυλήσει του χαμού το μέγα βράχο.

Και ττότε εγώ να δω ποια θλίψη-
ποια λύπη θα μπορεί να με πληγώσει-
ποια θύελλα θα μ' έφτανε στα ύψη
που μ' έχει η Παραίτηση ανυψώσει.

Και τότε εγώ να δω ποιο κάλλος
μπορεί να συγκριθεί με το δικό μου'
και τότε εγώ να δω ποιος άλλος
μισεί όσο εγώ το εαυτό μου.



ΝΑ ΧΑΡΙΖΩ

Θα 'θελα να 'μουνα θεός και να χαρίζω δώρα-
έρωτα στους ανέραστους, χαρά στους λυπημένους
ελπίδα στους απέλπιδους-μια συντροφιά στους ξένους.
Θα 'θελα να 'μουνα θεός και να χαρίζω δώρα.

Θεός δεν είμαι μα κρατώ το πάθος να χαρίζω'
και ότι δίνω απ' της ψυχής τ' απόθεμα το δίνω'
τώρα κορμί χωρίς ψυχή χάνομαι... λυώνω... σβύνω-
θεός δεν είμαι μα κρατώ το πάθος να χαρίζω.





Η ΑΣΧΗΜΗ

Η άσχημη εγέρασε-αρρώστησε-πεθαίνει.
Μπροστά της λίγο πριν σβηστεί κι η τελευταία αχτίδα
περνά η ζωή που έζησε μόνη και πικραμένη
χωρίς του έρωτα χαρά, χωρίς χαράς ελπίδα.

Χοροί που δεν εχόρεψε' αλέες όπου δε 'διάβη'
χείλια που δεν εφίλησε' κορμιά που δεν εχάρη'
Ο θολωμένος της ο νους όσο παλιά κι αν σκάβει
χαρούμενο κι ευφρόσυνο δε βρίσκει ουτ' εν' αχνάρι.

Αλλά ενώ του λύχνου της η φλόγα τρεμοσβήνει
το σκοτισμένο βλέμμα της καθώς πλανιέται πέφτει
σ' ό,τι γι αυτήν πάντα ήτανε δεύτερη πόνου κλίνη
και πάντα την επότιζε φαρμάκι-στον καθρέφτη.

Και να! Εκεί μία μορφή χαρούμενη αντικρίζει.
Μία γυναίκα όμορφη χαμογελάει εντός του
που από λαμπράδα κι ομορφιά και από νιάτα σφύζει
λες κι ένας ήλιος μαγικός τη λούζει με το φως του.

Και πόσοι άντρες γύρω της τήνε ποθούν ωραίοι!
Πώς λιώνουν για ένα της φιλί...για ένα θερμό της χάδι...
Α! Πόσο είναι όμορφη! Τι δροσερά που πνέει
του θαυμασμού τους η δροσιά μες στο ζεστό το βράδυ!

Η άσχημη επέθανε. Όμως το πρόσωπό της
από χαρά κι απ' ομορφιά τώρα λαμποκοπούσε
κι από ευτυχία που το στερνό αυτό χαμόγελό της
για ν' απλωθεί επάνω του θαρρείς εκαρτερούσε.




ΛΥΠΗΤΕΡΗ

Λυπητερή έτσι μια μοίρα
μ' έχει αλύπητα μοιράνει
κι όλα της ζήσης μου τα μύρα
δάκρυα πικρά τα έχει κάνει.

Ο,τι κι αν έπιασα να χτίσω
κομμάτια κείτεται στο χώμα'
ό,τι επάσκισα να κλείσω
μένει ανοιχτό σα δράκου στόμα.

Και μιαν αγάπη που 'χα δέσει
με πασχαλόκλαδα και κρίνα
μες στο βυθό μού έχει πέσει
κι αυτή και πάνω της εκείνα.

Και τη χαρά που 'χα σταυρώσει
με της λεβάντας το κλωνάρι
τα χέρια η θλίψη έχει απλώσει
και από με την έχει πάρει.

Α! Λυπηρή έτσι μια μοίρα
μ' έχει αλύπητα μοιράνει
κι όλα της ζήσης μου τα μύρα
δάκρυα πικρά τα έχει κάνει..



Ο ΚΥΡΙΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ

Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Άλλον το Σώμα όπως αυτόν καλό γιατρό δεν έχει.

Έρχεται ο κύριος διευθυντής!
Ψηλός, αδύνατος και γελαστός
φορώντας την μπλουζίτσα του την πάλλευκη
την μόλις πάντα σιδερωμένη
έρχεται ο κύριος διευθυντής.
Που τίποτε γι αυτόν κρυφό δεν είναι  
που όλα στην εντέλεια κατέχει της Επιστήμης τα μυστήρια.
Έρχεται ο κύριος διευθυντής.

"Ας πάω τώρα κι εγώ-ήρθε η σειρά μου
να εμφανιστώ στην καθημερινήν επίσκεψη.
Απ' την κορφή ως τα νύχια λάμπω
και η ποδιά μου αστράφτει.
Κι ύφος δεν έχω αυστηρό
(πέρασαν οι καιροί των αυστηρών γιατρών,
τώρα ένα ύφος φροντισμένα απλό χρειάζεται).

Όλοι στην κλινική με υπολήπτονται
και δείχνουν να εκτιμούν τη μόρφωσή μου
συγκαταβατικοί-τουλάχιστο δεν κάνουν ερωτήσεις
κι αν τους ξεφύγει κάτι τι δεν επιμένουν.
Εκείνος ο αγριάνθρωπος μόνο
να ’λειπε από την παρέα μας..
Δε σέβεται και δε φοβάται ο άθλιος
ούτε τη θέληση των δικτατόρων που με κάναν Διευθυντή...
Α! Ο αγριάνθρωπος! Μονάχα που με βλέπει
καταλαβαίνω πως με οικτίρει."

Κι αρχίζει κάποτε η επίσκεψη.
και φτάνει στο μικτόν όγκο της παρωτίδος.
Αδίστακτα ο κύριος Διευθυντής
"Μαγουλάδες!" ,διαπιστώνει, "αντιβίωση! να φύγει!"
Κι όποιαν ερώτηση για να προλάβει, γρήγορα,
στον δίπλα τρέχει άρρωστο
προτού δοθεί καιρός-
α! ο κύριος...α! ο κύριος Διευθυντής!...





ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ

Επάνω στης Τραπέζης τα γραμμάτια
μικρούλικα θα γράψω ποιηματάκια-
του χρήματος τον κόσμο θα τον σβήσω-
στη θέση του έναν άλλο θα ποιήσω.

Εκείνους που λατρεύουνε το χρήμα
να πείσω δεν μπορώ-και είναι κρίμα'
ανθρώπινο τον κόσμο το δικό μου
να κάνω όμως χρωστώ στον εαυτό μου.




ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΜΑΣ ΗΘΕΛΑΝ

Οι άλλοι μας ήθελαν δικούς τους, αλλιώς
δε θα μας διναν τόπο να σταθούμε
γη να πατήσουμε.

'Ετσι και μεις εκάναμε πως είμαστε δικοί τους
σηκώναμε ψηλά τα χέρια και φωνάζαμε "ωσαννά"
και "αλληλούια" και "δόξα Σοι ο θεός"
ενώ μες στα χέρια μας κρατούσαμε
τη σάρκα ο ένας του άλλου.

Πηγαίναμε στα μέρη όπου συχνάζανε
και λέγαμε μαζί τους "τι καιρός!"
"λέτε να πέσει η κυβέρνηση;"
ή το πολύ "απόψε δεν αισθάνομαι καλά",
μα τα κρυφά μας λόγια απλώνανε τα χέρια κι αγκαλιάζονταν
και πάθιαζαν μες στο ζεστόν αέρα τους
σα γλώσσες στο φιλί μέσα στο στόμα.

Ύστερα
βράδυ
φεύγαμε λέγοντας "πάμε για ύπνο"
και είναι σίγουρο πως ούτε τότε
κανένας δεν μπορούσε να υποψιαστεί
πως ίσως δεν πηγαίναμε να κοιμηθούμε
αλλά για κάτι που ας τ' αφήσουμε ανείπωτο
γιατί δεν ξέρουμε κι εμείς ακόμα
πώς τέτοιαν άφεση
με λόγια έστω εαρινά
να περιγράψουμε.




ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Πώς έτσι έφυγε κατ' απ' τα πόδια μας η γη
και μετέωροι βρεθήκαμε (και-ποια γη; ποια πόδια;)
Πώς έτσι χωρίς ψυχή κυκλοφορούμε (και τότε
τι 'ναι αυτό που μας σκοτώνει;)
Πώς έτσι στο κενό κενοί γυρνάμε;
Πώς έτσι βυθιζόμαστε;
Πώς μνήμες κενών πραγμάτων μας εξουσιάζουν
(κάποτε αυτά έγιναν;)
και πώς εικόνες του μέλλοντος μας διαπερνούν
(κάποτε αυτά θα υπάρξουν;)

Η μνήμη και η φαντασία αρρώστιες του μυαλού είναι'
αυτό που έγινε δεν έχει γίνει
εκείνο που θα γίνει δε θα γίνει
χτες ποτέ δεν υπήρξε
αύριο ποτέ δε θα υπάρξει.

Κηρύσσω το Πολίτευμα του Τώρα
και τη νέα γραμματική του.
Λέξεις όπως το "πάντα", το "ποτέ", το "θα"
το "αν", το "ίσως", το "κάποτε"
και όλες οι δηλωτικές
μέλλοντος και παρελθόντος λέξεις
πρέπει να διαγραφούν απ' το λεξιλόγιό μας.

Οι χρόνοι των ρημάτων πλην του ενεστώτα το ίδιο.
Πρέπει τα φρούτα να 'ναι ώριμα ή να μην είναι.
Πρέπει το φως να 'ναι αναμμένο ή σβηστό.
Πρέπει να τρέχει ή να μην τρέχει το νερό.
Πρέπει να ζεις ή να μη ζεις-και τίποτ' άλλο.

Κηρύσσω το Πολίτευμα του Τώρα
(οι πληγές του δεν είναι αρκετές;)

Η ζωή μας είναι Τώρα.
Από το 'ταύ" μέχρι το "άλφα" του όλα διανύονται.
Μόνο όταν στα τέσσερα γράμματά του μέσα πλέουμε,
μόνο τότε είμαστε.
Και ιδού η τελευταία πρόταση σύμφωνα με τη νέα γραμματική μου:
στα τέσσερα γράμματά του μέσα πλέουμε,
είμαστε.




ΘΑ 'ΞΕΡΑ ΚΙΟΛΑΣ

Αν ήσουν κοντά μου
σε κάποιας μικρής σου φροντίδας τον κύκλο
θα έμπαινα να ξαποστάσω.

Τότε το χιόνι δε θα ήταν παγωμένο σάβανο
αλλά ζεστός μανδύας και χαρά στο μάτι'
του αέρα τα σφυρίγματα δε θα 'κρυβαν φαντάσματα'
οι σκιές της νύχτας θα 'ταν σκιές και τίποτ' άλλο.

Αν ήσουν κοντά μου θα πότιζες
με υγρή καλοσύνη τις ρίζες μου
κι εγώ θα ξανάνθιζα σαν νιόφυτος κρίνος.

Θα έλυνες τις πιο βαθιές μου απορίες-
πού βρίσκει το χρυσάνθεμο το άρωμά του
γιατί ο ήλιος χάνεται τη νύχτα
ποιο είναι το αληθινό πρόσωπο της πέτρας.

Και θα με κύκλωνες από παντού
σαν χάδι ερωτικό
πολυδύναμο
και θα με μάθαινες-θα 'ξερα κιόλας
πόσο απέχουν οι πηγές του Τώρα από το Τώρα
και πόσο οι ρίζες του Εδώ απ' το Εδώ.

Ανέγνοιος κι ευεπίφορος θα 'στεκα στην ποδιά σου
σαν σπουργιτάκι αδύναμο σε σίγουρη φωλιά
και θα 'τανε ο θάνατος
κοντά μου αν ήσουν
μια τρυφεροπολύγνιαστη σταγόνα ευτυχίας
που ήρεμα θα ξεχείλιζε τ' ολόγιομο ποτήρι.



Ο ΚΑΗΜΟΣ

Η π' αγαπώ είναι μακριά
και πώς να της μιλήσω
και πώς λογάκια να της πω
και πώς να τη φιλήσω...

Ήλιε που ακούραστα γυρνάς
σα θα βρεθείς κοντά της
στείλε μι' αχτίδα σου χρυσή
πα' στα χρυσά μαλλιά της

και πες της ό,τι θα 'θελα
να της ειπώ-μ' ακόμα
ένα σου δώσε της φιλί
ολόγλυκο στο στόμα-

όμως χωρίς να της ειπείς
εγώ πως σ' έχω στείλει.
Και πες μου, όταν άγγισες
τα δυο μελένια χείλη

το καλοδέχτη ή θύμωσε
με το γλυκό φιλί σου'
γιατί αν το καλοδέχτηκε
το φίλημα μαζί σου

να ξέρω-για μιαν άπιστη
να μη με τρώει εμένα
και της αγάπης ο καημός
εδώ στα μαύρα ξένα.




ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ Τ' ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ -1996

Ο χώρος ανοιχτός.
Κόσμος πολύς.
Τραγούδια στη διαπασών.
Βουή χαρούμενη του κόσμου.
Πανηγυριώτικα παιχνίδια.

Ας κάτσω εδώ βλέποντας προς την πίστα.

Μια νεαρή ντυμένη κόκκινα έχει χώσει το κεφάλι της
ανάμεσα στα σκέλια του συντρόφου της μα-αλίμονο-ξερνάει.

Ένας Αρμένης ξελαρυγγίζεται: Λίζαααα...Λίζαααα...

Μια φιλιππινέζα φοράει το παπουτσάκι του στο παιδί της' εκείνο κλαίει.

Πώς σειέται κείνη η μαυρομάτα..

Μπύρες, σουβλάκια, σόδες, κοτόπουλα...
Καλά πήγε η μέρα.
Ουρές στα ταμεία.
Ο παπάς θα πάρει καινούργιο αυτοκίνητο.

Να και ο χορός που οι γυναίκες αυνανίζονται όρθιες και ντυμένες.

Ακόμα η κόκκινη ξερνάει ένα καφέ υγρό. Ανάμεσα σε δύο εκτοξεύσεις της ψελλίζει: It's from the ouzzzo...

Δυο παιδάκια χαμένα μέσα στο μαλλί της γριάς.

Μια ποθογεννημένη με σταμπαρισμένον στο μπλουζάκι της έναν αρχαίο ναό.
Η δεξιά της ρόγα γκρεμίζει διαρκώς ένα του κιονόκρανο.

..Μα κουφή είναι αυτή η Λίζα;..

Κλείνω τ' αυτιά μου. Ο θόρυβος γίνεται ονείρου.
(Πώς με μια κίνησή μου αλλάζουν όλα!..)


Ξάφνω απ' το μεγάφωνο: "Hercules to the office please..."
Έχει γούστο...
...αλλά όχι-ένα γεροντάκι σηκώνεται
και με δυσκολία προς το γραφείο τρεκλίζοντας βαδίζει.

Η Λίζα τέλος άκουσε και γύρισε.
Ο πατέρας της την ενημερώνει: "εδώ είμαστε!"
Ανοίγω τ' αυτιά μου. Κι εγώ
εδώ είμαι πάλι.

"Πρόσεχε το ζουμί!" φωνάζει μια κυρά στον άντρα της που προπορεύεται
κρατώντας ένα πιάτο λουκουμάδες.

Δίπλα μου περνάει η ξανθούλα που κάποιος θα μπορούσε
να ερωτεύεται τις κνήμες της αιωνίως και αυτοτελώς.


Η κόκκινη συσπάται χωρίς να βγάζει τίποτα πια.
Μετά τριάντα χρόνια θα λέει σε κάποιονε: "θυμάμαι στο ελληνικό πανηγύρι
το ενενηνταέξη ξέρναγα συνέχεια".
Κι όταν το λέει αυτό
η μαυρομάτα μπορεί να 'ναι και γιαγιά.
Το κάρο του παπά θα είναι παλιοσίδερα
κι ο ίδιος ο παπάς μια χούφτα βρώμιο χώμα.
Η Λίζα θα φωνάζει η ίδια τώρα στο παιδί της σε κάποιο πανηγύρι ελληνικό για να του πει: "εδώ είμαστε".

"εδώ"...
"είμαστε"...
Ψεύτικες λέξεις ψεύτικων ανθρώπων-
η μόνη αλήθεια τους...






ΑΠΟΨΕ ΠΛΗΤΤΩ

Απόψε πλήττω-πρέπει να βγω
να πάω στο πάρκο-ν' αναπνεύσω
στ' αγνό της φύσης κρυφό σκολειό
πρέπει απόψε να μαθητέψω.

Πρέπει το κάθε μου λυπηρό
το πάρκο απόψε να μου το πάρει'
πρέπει στο ξύλο μου το ξερό
χλωρό ν' ανθίσει κάποιο κλωνάρι.

Και πρέπει ακόμα να δυνηθεί
το βλασταράκι μου να καρπίσει
πρέπ' η ελπίδα να μη χαθεί-
κάτι ατέλειωτο έχω αφήσει.




Η ΓΡΙΠΠΗ


Α! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
ναν' ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι!

Να σε πονούν τα κόκκαλα
και να σου τρέχ' η μύτη
ν' ακούς πουλιά γλυκόλαλα
μες στο ίδιο σου το σπίτι.

Να βλέπεις τον αντίχειρα
τεράστιον του χεριού σου
και ν' απορούν ανίσχυρα
η λογική κι ο νους σου.

Στον πυρετό να ψήνεσαι
αλλά να μη το νιώθεις'
απ' τα υγρά να πίνεσαι
κι ας είσαι συ ο πότης.

Α! Πώς η γρίπη θα 'θελα
αιώνια να κρατούσε-
να πλέει η ζωή σε διάσελα
που πριν δεν το μπορούσε.

Ναν' όλα ένα όνειρο
αλλά να είσαι ξύπνιος'
στο μέτωπο ξυδόνερο
να 'χεις όσο είσαι ύπτιος

κι αν ξεχαστείς κι ως στέκεσαι
γυρίσεις το κεφάλι
ολόστεγνος να αιστάνεσαι
σαν άνυδρο ακρογιάλι.

Να έχεις πονοκέφαλο-
να 'χεις καρηβαρία
να ιδρώνει το προσκέφαλο
απ' την πολλή αγγαρεία΄

κι η ζάλη η καλοπρόφταστη
κι η ζάλη η 'βλογημένη
η ζάλη η ζαχαρόπλαστη-
η ζάλη!- να σε δένει

μέ τέτοια χάδια ανάλαφρα
που πια το χώμα αφήνεις
κι αργοπλανιέσαι άπαυτα
στα πούπουλα μιας δίνης

που κάνει τα μηνίγγια σου
πουλιά που φτερακίζουν
σαν τα φτερά του Πήγασου
που-νάτα! σε αγγίζουν.

Και κει ψηλά να έρχονται
μαζί σου οι ασπιρίνες
στο πλάϊ σου α στέκονται
και ν' αρχινούν εκείνες

διόλου χωρίς να ντρέπονται
σαν φίνες ερωμένες
τα λόγια που δε λέγονται
να λένε σαστισμένες.

Να λιώνεις από αγνότητα
να πνίγεσαι στο κάλλος
και να παινιέσαι αδόκητα
λες είσαι κάποιος άλλος

ή να 'χεις λες την άβυσσο
για πάντοτε αφήσει
και να 'σαι στον παράδεισο
Αδάμ πριν αμαρτήσει.

Ω! Τι καλά έτσ' η άβολη
να φεύγει σου η λύπη
και τη χαρά την άδολη
να φέρνει μία γρίπη!

Ω! Τι καλά να βρίσκεσαι
στης γρίπης το κρεβάτι
και σε ζεστά να νήχεσαι
υγρά με λάμπον μάτι!

Τι ωραία να λυτρώνεσαι
απ' όλες σου τις έγνοιες
και σε στρωσιές να στρώνεσαι
ζεστές και μεταξένιες!

Ω! Τι καλά που αιστάνεσαι
σ' άλλη να ζεις μια πλάση
και μέσα της να χάνεσαι
σαν μέσα σε γιορτάσι-

Ω! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
ναν' ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι...





Η ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΜΟΥ Η ΕΛΕΝΗ
Η ΕΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

Μετά σαράντα χρόνια που είχε να με δει
να μου τηλεφωνήσει ή να μου γράψει
ήρθε και μ' είδε για να παραπονεθεί
πως την εξέχασα.

Από μικρή
χαζούλα ήταν η καημένη.

Της δήλωσα ορθά κοφτά κι εγώ
δεκάρα πως για συγγενείς δεν δίνω.

Μετά απ' αυτό ελπίζω να εννοήσει
και πια να μη και πάλι μ' ενοχλήσει.




ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Οι ιδέες που μπορούν να γίνουν ποιήματα
σαν ψάρια πηγαινόρχονται στη θάλασσα
Του νου του ποιητή. Κι εκείνος
ένα καλάμι όλο κι όλο έχοντας
στη θάλασσα το ρίχνει,
και πιάνει κάθε τόσο κι ένα ψάρι-πάει να πει
ποίημα κάνει μιαν από τις τόσες του ιδέες.



ΤΟ ΜΑΤΙ

Ένας καθρέφτης έχει μείνει
στην κάμαρά μου μέσα μόνο.
Μες στο γυαλί του αργοσβήνει-
χάνεται χρόνο με το χρόνο

και αφανίζεται η μορφή μου'
χτες που κοιτάχτηκα δεν είδα
παρά το μάτι το δεξί μου
ν' ανοιγοκλείνει σαν παγίδα

που κάτι τι ζητάει να πιάσει
μέσα στον κρύο τον καθρέφτη'
κι άλλο μη βρίσκοντας, με βιάση
μες στον καθρέφτη το ίδιο πέφτει.