ΠΑΤΡΙΔΑ...
Βρε τι ζωή εγώ τραβώ! Τι μοίρα έχω γραμμένη!
Τι χάλι απ’ όλη μόνο εγώ έχω την οικουμένη!
Τι έκανα και πάνω μου τα βάσανα όλα πέσαν;
Τι και του κόσμου τα δεινά σε μένα όλα δέσαν;
Ποιανού πληρώνω η έρημη εγώ τις αμαρτίες;
Ποιανού με δάκρυα εγώ ξεπλένω τις κακίες;
Ποιος θεός με καταράστηκε δυστυχισμένη να ’μαι,
και όμορφο ούτε όνειρο να βλέπω σαν κοιμάμαι;
Χαζός ποιος με σπερμάτισε κι έχω λωλούς γεννήσει;
Τον ήλιο μου ποιος σκότισε και πάντα βλέπω δύση;
Φαρμάκι ποιος επότισε πικρό τον ουρανό μου
κι ως κι η βροχή πέφτει πικρή στο χώμα το δικό μου;
Σε ποιο γραμμένο είναι χαρτί φαρμάκια όλο να πίνω
και λύπης μόνο δάκρυα στο χώμα μου να χύνω;
Μάγισσα ποια ξεδόντιαστη φριχτά με καταράστη
και της χαράς μου η Άνοιξη με λύπη εσκεπάστη;
Κι αχ! ποιον να έβρω για να πω τον που με καίει πόνο;
Κι αχ! πού να έβρω ξεγνοιασιάς στην έρημό μου κλώνο;
Να κρύψω πού την που έχω εγώ γι άλλες πατρίδες ζήλεια
που άνθη έχουν στα μαλλιά και γέλιο έχουν στα χείλια;
Και που να πάω να κρυφτώ για την ντροπή που νιώθω
που αν και χρυσή έχω κλωνά φτηνά κουρέλια κλώθω;
Αχ! Τόσες είναι οι πληγές που μου τρυπούν τα στήθια
που πρώτη θα ’θελα φορά να μη μιλώ αλήθεια
και ψέματα να ήτανε όσα εδώ αραδιάζω,
που αναθυμώντας τα βαθιά κι απέλπιδα σπαράζω.
Όμως δεν είναι. Να! εδώ, πεσμένο το μαχαίρι
που λίγο πριν το εκράταγε κακόβουλο ένα χέρι.
Και να! η πληγή στα στήθια μου που έχει αυτό ανοίξει!
Να! το αίμα από παλιές πληγές που πάει να με πνίξει.
Και να! το βόλι ιδέτε αυτό που έχει ξεκινήσει
και που στον Άδη έχει σκοπό, ταχύ, να με βυθίσει.
Κι εγώ θωρώ χωρίς ψυχή και δίχως μάτι βλέπω
να με χτυπούν όσοι μ’ αγνή κι άδολη αγάπη σκέπω-
κι εγώ θωρώ δίχως ψυχή μες απ’ τα δάκρυά μου
να με χτυπούν όχι εχθροί, μα τα ίδια τα παιδιά μου...
Χρόνια καμιά διακοσαριά προτού το άθλιο Τώρα,
ρωσοαγγλογάλλοι έφτιαξαν μία καινούργια χώρα-
εμένα-κι αποφάσισαν Ελλάδα να με πούνε
κι έλληνες όσους πάνω μου δυο αιώνες τώρα ζούνε.
Φτώχεια τον τόπο μου έδερνε καθώς και τώρα΄ κι ήταν
οι κοτζαμπάσηδες αυτοί που τρώγανε την πίττα,
κι απόκοντα οι κλέφταροι που φέραν Φαναριώτες-
καθώς όταν ο κόκορας λαλεί έρχονται οι κότες-
για να περιδρομιάσουνε κι αυτοί και να μου κλέψουν
τα λίγα που είχα τα καλά και πλιο να με παιδέψουν.
Και μέσα σ’ όλους πρώτος τους ήρθε ο Μαυροκορδάτος
για πλιάτσικο πανέτοιμος και γι αρχηγία κεφάτος.
Κι αιματοκύλισε αυτός τ’ άμοιρα τα παιδιά μου-
καρπούς τού με τη δυστυχιά μονάκριβού μου γάμου.
Και των παιδιών μου άρχισε ο χωρισμός σε κόμματα
που –τι ντροπή!- ξένων χωρών επήρανε ονόματα
και αγγλικό και γαλλικό και ρώσικο ελέγονταν-
και η καρδιά μου τ’ άκουγε και μυστικά μού εκλαίγονταν.
Το ’κοσιοχτώ μου στείλανε κείνο τον Καποδίστρια
για κυβερνήτη, που με βια τον φέραν-απ’ την Ίστρια
λες και δεν είχα εγώ παιδιά να γίνουν κυβερνήτες
και ξένον να μου στείλουνε θα ’πρεπε οι προξενήτρες.
Κι όταν αυτόν τον σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι,
άλλοι μονάρχες ήτανε να μου ερθούνε νέοι.
Έτσι, τον Όθωνα εδώ μού στείλαν οι Δυνάμεις.
Τόνε μισούσα-μοναχή όντας όμως τι να κάμεις;
τον ακλουθούσαν Βαυαροί. Και μες σε λίγα χρόνια
σαν Βαυαρή με κάνανε. Στων δέντρων μου τα κλώνια
για τριάντα δυο όλες χρονιές πουλάκια κελαδούσαν
που όχι γλώσσα ελληνική, μα Βαυαρή ελαλούσαν.
Και κάναν ό,τι θέλανε στα χώματά μου οι ξένοι
λες κι οι έλληνες πως ήτανε όλοι τους πεθαμένοι
ή πως δεν είχανε ψυχή να διώξουνε τους ξένους
παρά τους ανεχόντουσαν καπηλευτές του Γένους.
Και μεταξύ τους τρώγονταν οι έλληνες οι φαύλοι
ποιος πιότερο των Βαυαρών θ’ ανέχονταν το χάλι,
ενώ τους έκλεβαν κι αυτοί κι οι ντόπιοι μου προδότες
τη συμφωνία της Ζωής και της Χαράς τις νότες.
Ύστερα τον Γεώργιο τον Πρώτο μού κουβάλησαν
και στον ισχνό τον σβέρκο μου δραγάτη τόνε κάθισαν.
Και συμμαχίες ανίερες και πλούτος κλεψιμέϊκος
κάναν τού κάθε κλέφτη μου ο βίος να ’ναι μπέϊκος,
και να πληθαίνουν οι πολλοί και να πλουτούν οι λίγοι.
Αχ! τι ντροπή μου ένιωθα η δόλια να με πνίγει
που ενώ έδενα καρπούς να φάνε οι δικοί μου
άλλοι αυτούς να καλοτρών μοίρα ήτανε κακή μου!
Σαράντα χρόνια έκατσε ο βασιλιάς στο θρόνο
κι εγώ εκακοπάθαινα δεινά χρόνο το χρόνο.
Τα χρόνια αυτά, με δυο αυτοί που έκαναν Συνθήκες-
οι Ξένοι- μέσα εβγάλανε από τις αποθήκες
Μακεδονία κι Ήπειρο, πάνω μου τις εδέσαν
και σαν κοράκια πάνω μου κατόπι αμέσως πέσαν,
τρυγώντας μου ό,τι βρίσκανε να έχει απομείνει-
ό,τι είχε μείνει ατρύγητο από τα ντόπια κτήνη.
Κι ενώ οι Μεγάλες Δύναμες μ’ είχανε μεγαλώσει,
τον τίτλο Εθνάρχη σ’ έλληνα κάποιονε είχαν δώσει.
(πότε θα πάψουν τάχατες οι γιοι μου να προσμένουν
από άλλους την πατρίδα τους-εμένα- ν’ αβγαταίνουν;
Ως πότε αυτοί τη μοίρα τους στα χέρια δε θα παίρνουν
και μες σε ξένης ζυγαριάς το δίσκο θε’ να γέρνουν;)
Καλλίτερα κι άλλα να μη μου χάριζαν εδάφη
κι οι μαύροι ας τα έτρωγαν της μάνας Γης οι τάφοι,
πάρα που δίνοντάς τα μου πιότερα μού ζητούσαν
και τα παιδιά μου έβλεπα που πιο εδυστυχούσαν.
Κάλλιο μικρό το σπίτι μου κι εύτυχα τα παιδιά μου
πάρα διπλάσια εγώ, κι αυτά να δυστυχούν κοντά μου.
Μα δεν με ρώταγε κανείς... οι πλούσιοι κυβερνούσαν
και ό,τι εγώ τους έδινα στους ξένους το δωρούσαν.
Κι εγώ τι τάχα θέλατε να κάνω; Τα φτωχά μου
να προστατέψω τα παιδιά, ή να τ’ αφήσω χάμου
να τα πατούν τα πλούσια και τα καλοβαλμένα
σα να μού ήταν άγνωστα και φορτικά και ξένα;
Ό,τι και να μου λέγατε, δε θ’ άφηνα ποτέ μου
τ’ άμοιρα τέκνα μου στη βια όποιου έρχονταν ανέμου.
Πάντα γι αυτά θα πόναγα και θα παρακαλούσα
στις μυστικές μου προσευχές, και πάντα θα ζητούσα
από τη μάνα μου τη Γη ώρα καλή να βρούνε
και μ’ αξιοπρέπεια πάνω μου και μ’ ευλογιά να ζούνε.
Έτσι δεν κάνει μια καλή, πονετική μητέρα;
Ή άλλα παιδιά της αγαπά κι άλλα τα κάνει πέρα;
Μετά ο παγκόσμιος πόλεμος ο πρώτος με χτυπάει.
Κι αν πιο μεγάλο από πριν το μπόι μου μετράει,
όμως και μεγαλύτερα γινήκαν τα δεινά μου
και μένα κι όσων έφερε ο πόλεμος κοντά μου.
Μα λες δε μ’ έφταναν αυτά, και τη ντροπή επήρα
να γίνω βδελυρών σκοπών μέσο η κακομοίρα:
στα βορινά με στείλανε-μια λάμψη απ’ τη λεπίδα
που θα ’χανε την μοναχή πάνω στη γης ελπίδα.
Μετά ήρθ’ η ώρα κι η Τουρκιά το μέλλον να κοιτάξει
και μες στο χάος της αυτή λίγη να βάλει τάξη-
κι ήρθε η ώρα κι η Τουρκιά να δει το σπιτικό της,
μέσα του να εμάζευε ό,τ’ ήτανε δικό της,
και να κρατήσει μόνο αυτούς που της σταθήκαν φίλοι
κι όλους τους άλλους από κει που ήρθαν να τους στείλει.
Και έδιωξε τους έλληνες. Και κείνοι ήρθαν σε μένα
σέρνοντας αξεδίπλωτα, μαύρα φτερά, καμένα.
Πρόσφυγες μου προσπέσανε ζητώντας να τους ζήσω.
Τους δέχτηκα. Τι να ’κανα; Να τους γυρίσω πίσω;
Χρόνια μετά ο πόλεμος ο δεύτερος ξεσπάει.
Κι οι γερμανοί με πάτησαν. Και τα παιδιά μου δώσαν
τον πιο καλό τους εαυτό. Και μ’ απολευτερώσαν.
Κι αντίς ετούτη τη στιγμή να μείνουν ενωμένοι,
το δρόμο αυτοί εστρώσανε για να ’ρθουνε οι ξένοι:
Ο Παπαντρέας, ο παππούς του σημερνού «Γιωργάκη»,
αιματωμένα ακόμα εγώ ενώ φορούσα ράκη
κι ενώ το αίμα έτρεχε απ’ τις πληγές μου ακόμα,
κι από τους πόνους έσκουζα, μου έφραξε το στόμα,
με αλυσόδεσε, και πια, σαν πράγμα ένα να ’μουν,
στους άγγλους με παράδωσε για να με αποκάμουν.
Και για ό,τι μου ’καμε κακό οι άγγλοι τόνε πληρώσαν:
μια χρυσοφόρα, αιμόσταχτη, πρωθυπουργία του δώσαν.
Αργότερα ο Καραμανλής πρωθυπουργός εγίνη.
Το πιο απ’ όλα τρύπιο μου ήταν αυτό λαγήνι.
Κι ως Αχιλλέας τον Πάτροκλο νεκρό γύρω τον έσερνε
αυτός εμένα ζωντανή πίσω απ’ το άτι του έδενε
κι έτσι και κείνος μ’ έσερνε ώστε ο λαός να μάθει
τι, να μιλήσει αν θα ’θελε, του έμελλε να πάθει.
Και όλο επαναλάβαινε σα μέσα σε μεθύσι,
κι ως να βραχνιάσει απ’ τις φωνές: «ανήκουμε στη Δύση!»
Αυτός ανήκε-ναι! Και αυτοί που τον χρυσοπληρώναν.
Κι όσοι γλεντώντας πάνω μου, εμένανε χρεώναν.
Και το Λαμπράκη εσκότωσε και μου ’φερε τη χούντα.
Κι ενώ το Κάντο Γκενεράλ έγραφε ο Νερούντα
εγώ με άλλους γκενεράλς να πολεμήσω είχα
για να ξανάβρω τον που αυτοί μου είχαν κόψει βήχα.
Όμως κρατούσανε καλά. Κι όσο κι αν προσπαθούσα
τίποτα εναντίον τους να κάνω δεν μπορούσα.
Ώσπου η Μεγάλη έκρινε Δύναμη-η Αμερικάνα-
Ότι πολύ οι στρατιωτικοί αυτοί το παρακάναν
και λεύτερη αποφάσισε και πάλι να μ’ αφήσει
πλέον αφού τσιράκι της με είχε κάνει η Δύση.
Και τότε είναι που ’ρθανε κάποιοι μου καιροσκόποι,
που βλέποντας πως στη δεξά δε μέναν άλλοι τρόποι,
μες στο Πολυτεχνείο μου εμπήκαν και φωνάζανε
πως θα με λευτερώσουνε κι ότι θα με αλλάζανε.
Κι όταν επήραν εντολή οι στρατηγοί να φύγουνε,
αυτοί σε μία πράσινη σημαία με τυλίγουνε
και με πρωθυπουργό το γιο του τότε Παπαντρέου
σε βάλτου μ’ έριξαν ενός τις βρώμιες λάσπες νέου.
Κι η πρωθυπουργοποίηση του τύπου εκείνου ήτανε
η πληρωμή του, που άφησε και πάνω μου στρωθήκανε
οι φράγκοι κι οι αμερικανοί που νέοι αφέντες γίνανε
και του λαού το αίμα μου αχόρταγα επίνανε,
για συνεταίρους παίρνοντας του Παπαντρέου την κλίκα
που κι απ’ τους ξένους πιο πολύ αχόρταγη τη βρήκα.
Κι ο νέος Παπαντρέου, αυτός, βορά με είχε ρίξει
στους σκύλους που την όρεξη για χρήμα είχε ανοίξει
το ότι εκείνοι τάχατες τη χούντα είχανε ρίξει.
Και κατακλέψανε κι αυτοί τον ίδρω και το αίμα
των τίμιών μου των παιδιών΄ και σ’ ένα μόνο γνέμα
του βρωμερού τους αρχηγού τα πάνω φέραν κάτω
μέχρι σε βούρκου ενός βαθιού που μ’ έριξαν τον πάτο.
Και από τότε μένω εκεί. Και μακριά στεκόντας
μη κι απ’ τις λάσπες λερωθούν, και ξαναμμένοι όντας,
παλεύουν τώρα οι αρχηγοί δύο τρανών κομμάτων-
που ζουν και που πλουταίνουνε απ’ το πάτημα πτωμάτων-
να με τραβήξουν και νεκρή στη βάρκα τους καθένας,
και να με φάνε ή μαζί ή ίσως κι ένας ένας.
Ο πρώτος είναι ένα παιδί με αέρα στα μυαλά του
όπου και ξένα και δικά, τα θέλει όλα δικά του.
Ένας ακόμα απ’ τους πολλούς που εξουσία διψάνε
πάνω σ’ ανθρώπους να ’χουνε που εξουσία ζητάνε,
για τον εαυτό του ο καθείς. Ένας ξεμωραμένος
πριν γίνει γέροντας. Γερά κι αυτός αρματωμένος
με υποσχέσεις, με ψευτιές και με αδηφαγία,
να κυβερνήσει αποζητά τη γη μου την αγία.
Ο δεύτερος, συνεχιστής των ιδεών εκείνου
του πρωτινού μου αρχηγού, του μόνου υπευθύνου
για την κατάντια όπου ζω κι αυτός μου ’χει φερμένη
μια χώρα καταγέλαστη να ’μαι στην οικουμένη.
Αυτοί λοιπόν τώρα οι δυο την ψήφο θέλουν να ’χουν
από κεινούς που για φαϊ μες στα σκουπίδια ψάχουν.
Και δέστε όσοι έχετε τα μάτια για να βλέπουν,
κι όχι το φύλο μοναχά το άλλο για να έλκουν-
δέστε, Παιδεία ειν’ αυτή; Και ειν’ αυτή Υγεία;
Παρέχω εγώ ισότητα; Δε ζω στην αδικία;
Παιδιά δεν έχω που άλλα τους τρων με χρυσά κουτάλια
κι άλλα-φτωχά μου!-που πεινούν, ντύνονται με ρετάλια,
ψάχνουνε κάτι για να φαν στων σκουπιδιών τη βρώμα,
κι αντί της ζωής το ρόδινο, ωχρό έχουν το χρώμα,
διασκέδαση δε βλέπουνε καθόλου στη ζωή τους
κι όπως στη φτώχεια είναι γραφτό τρώγονται μεταξύ τους;
Τι δράμα, κάποιον απ’ τους δυο να πρέπει να ψηφίσουν
αυτοί που να τους ’γγίσουνε μονάχα θα βρωμίσουν;
Αχ! Οι άνθρωποι του τόπου μου! Θύτες και θύματα όλοι:
ένας να έχει κι ο άλλος τους να κλέβει πορτοφόλι!...
Κουτοί οι μεν, κουτότεροι οι άλλοι, ένας κι άλλος:
κουτός και όποιος κλέβεται, αλλά και πιο μεγάλος
αυτός που κλέβει. Ο δυστυχής! Δεν ξέρει η ευτυχία
πως αν δε σκέπει ολουνούς, τότε είναι δυστυχία.
Κουτά και δύστυχα παιδιά εγέννησα ωιμένα!
Που και αυτά κακοπερνούν και θλίβουνε κι εμένα.
Α! Όσο περισσότερο τον άνθρωπο γνωρίζω
τόσο τα ζώα εγώ αγαπώ που τρέφω και ταγίζω.
Γιατί αυτά απ’ της λογικής δεν ήπιαν τις πηγές
και απ’ αυτά δεν καρτερώ ενέργειες «λογικές».
Λοιπόν τραβάτε όλοι εσείς στην κάλπη να ψηφίστε.
Το τελευταίο της ντροπής το μόριο αψηφήστε.
Μην ξεσκωθείτε τους μιαρούς μια κι έξω να πετάξτε.
Μόνο τον ένα με ίδιονε άλλονε κάποιο αλλάξτε.
Διαλέξτε τον καινούργιο σας αφέντη και δυνάστη
τα δάκρυά μου αφού από σας κανείς δεν εσεβάστη.
Όμως ορκίζομαι στο φως που κι είδατε και είδα,
πως ούτ’ εγώ έχω πια παιδιά, ούτε και σεις πατρίδα.