ΣΑN ΣΚΥΛΙΑ
(L. A.)
Αφότου έφυγα πριν χρόνια απ' την πατρίδα
κι όσο περνάει ο καιρός, καταλαβαίνω
πως κάθε μέρα πιο πολύ σβήνει η ελπίδα
πως κάθε μέρα περισσότερο πεθαίνω.
Άδης η χώρα τούτη εδώ. Γύρω σκοτάδι.
Τυφλών σκιές όταν βαδίζω διασταυρώνω
που κάποιος λες ψυχοπομπός τις πάει ομάδι
πέρα απ' το Διάστημα και πέρα από το Χρόνο.
Η γειτονιά μου ένα μικρό νεκροταφείο
με τους γειτόνους μου βρυκόλακες αϋλους
που σαν σκυλιά είτε με ζέστη είτε με κρύο
πρωί και βράδυ κατουρούν δέντρα και στύλους.
Αντίς για φώτα βράδυ φέγγουνε κεράκια
και τις προθήκες δείχνουνε των εστιατορίων
σπερνά γεμάτες-και ορμούν μαύρα κοράκια
και τρων τις σάρκες τις ωμές πτωμάτων μακαβρίων.
Και οι γνωστοί μού στέλνουν γράμματα, καρτούλες,
σαν όπως στέλνουν προσφορές στην εκκλησία.
Πάνω τους ζωγραφίζουνε μικρές καρδούλες
που θάβονται οι χτύποι τους στην τόσην ερημία.
Κι όλο περσότερο βαθιά βυθίζω
στο σκότος το άμετρο της χώρας όπου ξένος,
μόνος, ανέραοτος, απέλπιδος σαπίζω
και πιο πολύ είμαι κάθε μέρα πεθαμένος.