ΓΡΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ
ε.
Σεις λοιπόν ήσασταν χτες το φως του ήλιου
που έλαμψε ως και μέσα στην ψυχή μου!
Να βλέπεις την ψυχή σου για πρώτη φορά...
Ένα λευκό ατελείωτο.
Τι πάνω του θα γράψετε κυρία;
Ξέρετε, το λευκό,
Κάτι ζητάει για να δικαιωθεί.
Μια γκρίζα σας ματιά θα του χαρίσετε για ν' απαλυνθεί;
Ένα φιλί σας ίσως από μακριά
στα χρώματά του να το αναλύσει;
Της μέρας οι μέριμνες σάλι πλεχτό
και την επιθυμία μου σας κρύβουν;
Όμως μέσα από τα ανοίγματά του,
λέξεις βιαστικά δεν ορμούν
την επιθυμία μου να ζωγραφίσουν
στο πιάτο πάνω που μηχανικά πλένετε,
στη σκέψη σας "να πάρω αλάτι όταν βγω",
στην τηλεόραση που χωρίς να βλέπετε κοιτάτε;
Μα με πόσες φωνές να σας μιλήσω
για να με ακούσετε;
Χωρίς σας θα καταλυθούν-κοιτάξτε-
οι κόσμοι μου.
Γιατί εσείς δεν είστε η από τους Καιρούς
για μένα προορισμένη;
Εσεις τη σφραγίδα μου δεν έχετε;
Τα δάση μου
τα παλαιά και υγρά βαθύσκια,
εσείς δεν είστε που διασχίσατε,
στον κόσμο για να έρθετε,
και δίπλα μου μέσα του για να σταθείτε;
Πώς τώρα δεν αναρωτιέστε
γιατί ένα ξύλινο χώρισμα
μπορεί να σας κρατεί μακριά μου;
Των χεριών σας δέστε τις γραμμές-
έκτυπα των δικών μου δεν είναι;
Και πόσες ματιές μου θέλετε να δείτε
για να εννοήσετε
πως μόνον
για να ζήσετε μέσα τους υπήρξατε;
Των βημάτων μου τους ήχους
δεν ακούτε, καθώς αυτά,
το τσιμέντο κοιλαίνουν
γύρω σας σερνάμενα;
Στου ονείρου τ' όνειρο,
που ζωή το λένε,
θέση τα σκαλοπάτια σας για με δεν έχουν
στον δρόμο που τραβάει για την καρδιά σας;
Ακούστε με: αν γραφτό σας είναι να μοιράζεστε,
αξίζω το κομμάτι σας εγώ εκείνο
που όλην ακέρια σας κρατεί
μετά από τον ψευδή διαμελισμό σας.
Και τώρα τι;
Εσείς μακριά μου λίγα μέτρα,
Και τρόπο να μην έχω εγώ να σας ειπώ
πόσο κι οι δυο μας είμαστε χαμένοι.