Ω!
Ω! Οι γυναίκες μου οι αγαπημένες
δε μ' αγαπήσανε οι καημένες.
Ω! Οι χαρές τους οι παινεμένες
για με-για μένανε μείνανε ξένες.
Ω! Οι γυναίκες μου οι θλιμμένες
δε μ' αγαπήσανε οι καημένες.
'Αλλες μου φύγανε τρομαγμένες
άλλες μου μείνανε πάντα κρυμμένες.
Ω! Οι γυναίκες μου οι κλεισμένες!
Ω! Οι γυναίκες μου οι πονεμένες!
Ω! Οι γυναίκες μου οι λατρεμένες!
Δεν μ' αγαπήσανε οι καημένες.
ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ
(L. A. Hughes Market)
Το μαγαζί είχε κίνηση πολλή.
Θόρυβοι, κρότοι και φωνές γεμίζαν τον αέρα.
Πηγαινοερχόνταν μες στη χλαλοή.
Άραγε είχαν ιδωθεί εκείνη την ημέρα;
Ξάφνω επάνω στην πολλή δουλειά
ως ’βρέθη πίσω της αυτός, απλώνει αυτή το χέρι
και στης παλάμης της την αγκαλιά
στιγμιαία σφίγγει δυνατά τ’ αντρίκιο περιστέρι.
Χειρονομία νοήματος μεστή.
Σήμερα όχι, δεν μπορεί, δεν είχανε γιορτάσει.
Και αν δεν ειν’ η σκέψη μου σωστή
είναι τα χρόνια που περνάν και πια έχω γεράσει.
ΘΟΡΥΒΟΙ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
(8741 OWENSMOUTH-CANOGA PARK, L. A.)
Τις ώρες τις μικρές:
η πόρτα που ανοιγοκλεί γι αυτούς που αργά γυρίζουν.
Η βορινή μου διπλανή που μαγειρεύει, πλένει,
και κάνει όλες τις δουλειές νύχτα παρά ημέρα.
Οι μεξικάνοι που μιλούν δυο-δυο, τρεις τρεις αντάμα
θυμίζοντάς μου τις παλιές βεγγέρες στην πατρίδα.
Οι κλαγγές από τα ξίφη
τ' ασημένια της σελήνης
που χτυπάνε στ' ατσαλένια
των λαμπτήρων της αυλής μου
σ' ένα αγώνα για τη νύχτα και για την ψυχή του ανθρώπου.
Τo ψυγείο μου που βρυχιέται σα λιοντάρι κουρασμένο.
To ρολόϊ μου που μέσα στης νυχτιάς την ησυχία
μοιάζει σαν βαριά καμπάνα σε μεγάλη εκκλησία.
Η νοτινή μου διπλανή που ηδονικά βογκάει
κάτω από έναν εραστή καινούργιον κάθε τόσο.
Η βουή του σύμπαντος καθώς απλώνεται ολοένα.
Κλάμα μωρού από κάτω μου-νομίζω από το πέντε.
Τις ώρες τις μεγάλες:
Ο εφημεριδομοιραστής που τρέχοντας πετάει
εφημερίδες δω και κει κανείς που δεν διαβάζει,
κι οι πονεμένες, απαλές, φωνούλες των γραμμάτων
όταν χτυπάει το χαρτί επάνω στο τσιμέντο.
Η βουή του σύμπαντος καθώς απλώνεται ολοένα.
Του Πόνου το φτερούγισμα μες στο κλουβί της Πλάσης.
Κάποιος που τρεις φταρνίζεται φορές λίγο πριν φέξει.
Η νοτινή μου διπλανή που αφού βροντά την πόρτα
με βήματα τρανταχτερά διασχίζει την αυλή μας
πηγαίνοντας για τη δουλειά.
Κουδούνισμα τηλέφωνου κάπου από μακριά-
κουδούνισμα επίμονο και συνεχές για ώρα
(χρόνια εννιά κάθε αυγή
για ποιόνε να σημαίνει…
και από ποιόνε… και γιατί...)
Της νύχτας η περήφανη αναφορά στη μέρα.
Υπόκωφο κι απόκοσμο κι ανήλεο και στριγκό
του ήλιου το σκαρφάλωμα ως του βουνού τη ράχη
και από κει ψηλότερα ώσπου παντού να λάμψει,
την στοργική σκοτώνοντας και πάλι άγια νύχτα.
Τo ψυγείο.
Τo ρολόϊ.
TO ΕΞΩΣΠΙΤΟ
(L. A.)
«Όταν καήκαμε...» έλεγε
(και εννοούσε όταν οι Γερμανοί κάψανε το χωριό της)
«όταν καήκαμε,
επήγαμε και κάτσαμε στο εξώσπιτο.
Τότε είναι που 'σπασε το χέρι του ο παππούς μου-
επήγαινε να φτάσει το τσεκούρι και παράπεσε…
Μεις τα παιδιά -μια δεκαριά-ήμασταν μαζεμένα
μέσα σε κάτι φασολιές.
Είχαμε μια φοράδα που φοβότανε
όταν σφυρίζαν πάνω μας οι οβίδες.
Την πήρε ο γέρος και την έβαλε πιο πέρα
σε μία γούβα-έτσι ησύχασε-γιατί έτρεμε, το ζώο.
’πο κει που ήμασταν κρυμμένα
εβλέπαμε λαμπαδιασμένο το χωριό μας.
Όταν καήκαμε...»
Πέντε χιλιάδες μίλια μακριά κι αιώνες πίσω
η Ευσταθία ιστορεί με τον γοργό της λόγο
κι ακούμε μεις οι άλλοι
και τα λόγια της ρουφάμε που αταίριαστα,
παράξενα ηχούνε
πέντε χιλιάδες μίλια μακριά κι αιώνες πριν...
Κι ακούμε
για του χεριού το σπάσιμο και το τσεκούρι,
για το λαμπάδιασμα και για το εξώσπιτο,
για τη φοράδα και τις φασολιές.
Μα όταν φεύγουμε απ' το σπίτι της,
η Ευσταθία χάνεται μες στο σήμερα
και τα πολλά της λόγια φτιάχνουν ένα σύννεφο
που κρύβει πίσω του το νόημα της διήγησης
και πια όταν πάμε σπίτι μας λέμε α! τι όνειρο κι αυτό!
κι ετοιμαζόμαστε για τη δουλειά όπως πάντα,
μονάχα πιο ανήσυχοι από συνήθως.
Η ΓΚΑΡΣΟΝΑ
(L. A. Shoup Ave)
Μια χοντρή γκαρσόνα
με το πόδι το ’να
σπρώχνει το τραπέζι
το κουνά και παίζει.
Σαν χαζή γελάει
άπαυτα μιλάει
όλοι την κοιτάνε
και μ' αυτήν γελάνε.
Μα λεφτό δε δίνει
τι θα πουν για 'κείνη,
κι ούτε που τη νοιάζει
ποιος τηνε κοιτάζει.
Κι όταν ως κουνιέται
άνταφλα κοιμιέται,
μοιάζει φορτωμένη
σκούνα βουλιαγμένη.
Ο ΣΚΥΛΟΣ ΜΟΥ
(L. A.)
Είναι φορές που ολονυχτίς ο σκύλος μου γαυγίζει.
Καθώς το σπίτι κι η αυλή λούζονται στο φεγγάρι
κι εγώ τον πρώτο ύηνο μου έχω επιτέλους πάρει,
ατέλειωτα γαυγίσματα εκείνος τότε αρχίζει.
Ειν’ ένα γαύγισμα συρτό, μονότονο και πράο
που δίχως μια προσπάθεια του βγαίνει από το στόμα,
ενώ στητό κι ακίνητο μένει όλο του το σώμα.
Ξυπνώ και στο παράθυρο ξαγρυπνισμένος πάω.
Αλλά δεν βρίσκω αιτία καμιά όσο πολύ κι αν ψάξω
που του υπάκουου σκύλου μου τη στάση να εξηγήσω-
που δε μ' ακούει ακόμα κι αν με δύναμη φωνάξω.
Και το αναίτιο γαύγισμα στο φως το φεγγαρίσιο
αίνιγμα είναι που αν κανείς θελήσει να το λύσει
πρέπει να πάει αμέτρητες χιλιάδες χρόνια πίσω.
ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Γενέθλια του Λος Άντζελες.
Κλείνει τα εκατόν τριάντα τρία χρόνια…
Centenial Chatchworth…
Γιορτές και πανηγύρια…
Μα ούτε ολιγοήμερο έμβρυο
δεν ειν' εδώ ακόμα η Αρετή.
Τι θέλω εγώ σ' αυτό τον κόσμο μέσα;
Πώς να χαρώ εγώ με τέτοιες φιέστες;
Και όταν είμαι μέτοχος
στο πιο λαμπρό κι αλάθητο μνημείο
γιατί να ορθώνω πέτρες ακαλαίσθητες
ασύμμετρες, ογκώδεις κι αιχμηρές
σε ό,τι αυτοί αλλοπρόσαλλα οικοδομούν;
Ας πάω στον τόπο μου λοιπόν.
Ας φύγω στην πατρίδα.
Εμείς έχουμε χτίσει τις γιορτές μας
και μέσα υπάρχουμε σε αιώνια φιέστα.
Από γιορτές και φιέστες πια εμείς... κατάμεστοι…
ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ
(L. A.)
Ενώ μισώ της τεχνικής τις νέες προόδους
που σε παρόδους οδηγούν αδιεξόδους,
για το ραδιόφωνο ευχαριστίες και αίνοι
από το στόμα μου ανθούν-κι αυτό συμβαίνει,
γιατί κοντά μου φέρνει εσάς φωνές ναζιάρες
φωνές θερμές, χαδοπλεγμένες, ερωτιάρες-
γιατί κοντά μου φέρνει εσάς φωνούλες θείες
φωνές γλυκές-αγαπημένες-γυναικείες.
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Οι γυναίκες ντύνονται με τ’ ακριβά τους ρούχα
στολίζονται με τα χρυσάφια και με τα διαμάντια τους,
και στα σαλόνια πάνε
και συζητούν "δια τέχνην υψηλήν"
και παίζουν πιάνο...
Και κάθονται στον καναπέ σαn να λένε:
"κοιτάξτε με πόσο ντυμένη είμαι-
και φαντασθείτε με γυμνή..."
Και σηκώνουν το ποτήρι της σαμπάνιας
με λεπτές κινήσεις των δακτύλων σα να λένε:
"δέστε αυτά τα χέρια..
δεν πιάνουν άλλο τίποτε από το ποτήρι.
Και φαντασθείτε…"
Και: "κύριε βαρόνε", λένε,
"παρακαλώ μπορώ να έχω…"
ενώ ταυτόχρονα βλέπουν τριγύρω σα να λεν:
"ακούτε; λόγια τόσο μόνο ευγενικά
λέει το στόμα μου.
Και φαντασθείτε..."
Ύστερα γυρίζουνε στο σπίτι
αφού προσεκτικά τινάξουνε πριν μπουν
τις νότες που 'χουνε σκαλώσει επάνω τους,
κι η ηδονή γι αυτές είναι η πρώτη,
να βγάλουν τόσα ρούχα.
Μετά πατούν στον Πούσκιν για ν' ανέβουν στο κρεβάτι
όπου η δεύτερη τις περιμένει
μακριά από ψεύτικες ευγένειες και μασκαρέματα.
Και όταν αποκοιμηθούν
ο Σαίξπηρ ένα ράκος ανάμεσα στα πόδια τους.
ΣΤΗΝ CHARLEVILLE
(L. A.)
Δούλευα βάψιμο στην Charleville-
σ' ένα παλιό σπιτάκι που ανακαίνιζαν.
Την πρωτη μέρα είδα
στο φρέσκο το τσιμέντο πάνω μια γραφή:
"MARCIA LOVES BILLIE".
Gραφή χαρούμενη και βιαστική
κι η διπλανή τριανταφυλλιά την έπαιρνε
και λέγανε τα λουλουδένια χείλη:
"MARCIA LOVES BILLIE..
MARCIA LOVES BILLIE.."
Τη δεύτερη τη μέρα μια αλλαγή-
και μ' επιμέλεια καμωμένη-
πάνω στο κρύο το τσιμέντο:
"MARCIA LOVED BILLIE" εδιάβαζες.
Και η γραφή έμενε εκεί ασήκωτα πεσμένη
να την πατάν τα πόδια και να λεν
τα πετρωμένα χείλη:
"MARCIA LOVED BILLIE..
MARCIA LOVED BILLIE.."
Η ΓΙΟΡΤΗ
(L. A.)
Μία τούρτα ειν' αφημένη
στο τραπέζι το βαρύ.
Μία τούρτα μουχλιασμένη
που αναδίνει άθλιαν οσμή.
Μαύρο απόσβηστο κεράκι
στέκει πάνω της καθώς
απορφάνευτο παιδάκι
ή σαν ήλιος σκοτεινός.
To δωμάτιο παγωμένο
και το σπίτι αδειανό
σαν καράβι κουρσεμένο
σ’ ανοιχτόν ωκεανό.
Δεν ακούγονται τραγούδια
και χαρούμενες φωνές.
Δεν προσφέρονται λουλούδια
κι ούτε λέει κανείς ευχές.
Μόνο, νύχτα, το φεγγάρι
κάτι σκιές δείχνει θαμπές
που αγκαλιάζονται ομάδι
και φιλιούνται μοναχές.
Μη σταθείτε οδοιπόροι-
μην ταράξτε ούτε στιγμή
τη σιωπή που στεφανώνει
την παράξενη γιορτή.
ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ
(L. A.)
Σε φτηνό μέταλλο χυμένος,
την τιμή και την ιστορία των αλβανών,
πάνω από το σαπισμένο,
πολυκαιρινό έπιπλο που βαλμένος είναι
φροντίζει.
Το κεφάλι του-
αντίθετα από της Τεύτας-
στην Ανατολή στραμμένο,
μήπως και πάλι κάποιοι από κει
κινήσουν να 'ρθουν.
Σε φτηνό μέταλλο χυμένος.
Σε κάθε αλβανικό μέσα σπίτι.
Σαν ενθύμηση ακριβή.
Και σαν καθήκον.
ΤΟ ΡΟΖ ΚΟΡΙΤΣΙ
(L. A. CAL. 1989)
Γυρίζαμε από μια δουλειά τόσο μικρή
που ακόμα ανέβαινε ο ήλιος.
Λίγα αυτοκίνητα στην Sunset Boulevard
με τις μοντέρνες βίλες και τους πλούσιους κήπους.
Ωραία δέντρα δεξιά κι αριστερά.
Η πάχνη η πρωινή είχε μόλις διαλυθεί.
Ο Γκρέγκορυ εσφύριζε χαρούμενα
Με το ’να μόνον χέρι οδηγώντας.
Τρέχαμε με τριάντα μίλια και σκεφτόμασταν
Πόσο ξεκούραστη αυτή θα ’ταν η μέρα.
Κι ενώ βρισκόμαστε στο πιο ψηλό σημείο
Του Coldwater Canyon
στο δεξιό του δρόμου μέρος είδα ένα κορίτσι.
Ένα κορίτσι διάφανο.
Ένα κρυστάλλινο κορίτσι.
Ένα αλαβάστρινο μικρό κορίτσι
μ’ αντί για φλέβες μάρμαρου νερά,
κι ερωτοτράγουδα στη θέση των ματιών.
Όταν το είδα
Τα χέρια του ετύλιγαν τριγύρω στο κορμί
Ένα μικρό, πλεχτό, γλυκό ροζ χρώμα σάλι,
με το φουστάνι χρώμα ίδιο.
Τα πόδια δεν πατούσανε στη Γη.
Απ’ όνειρα φτιαγμένο το κορμί και από ρόδα-
όνειρα ροδοκάμωτα και ρόδα ονειρεμένα.
Μια ύπαρξη που διάβηκε τα σύνορα του ωραίου
κι αιθέρια ήρθε κι άυλη κι εστάθη εμπροστά μας.
Άφωνος τηνε κοίταζα και τήνε βλέπω ακόμα:
την ροζ επιδερμίδα της, το ροζ μικρό της στόμα…
Βέβαια παραλογίστηκα.
Ένα παιχνίδι ήταν αυτό που ’πλασε η φαντασία.
Κορίτσι αυτό δεν ήτανε- μια οπτασία ήταν.
Κορίτσι αυτό δεν ήτανε-ήτανε πλάσμα ένα
Που άπό ’να ροζ εξέφυγε ανθένιο παραμύθι.
Τέτοια κορίτσια ιδανικά η Φύση δεν τα πλάθει.
Όλα εξηγούνται έτσι δα.
Μία ψευδαίσθηση ήταν
Κι ένα ονείρεμα απ’ αυτά
που πλέκει κάποια ανάγκη.
Ήταν η ώρα πρόσφορη,
η μέρα ήταν εμπρός μου,
τα μάγια τους εφόρεσαν
οι πόθοι μου οι χρυσοί
και την αέρινη έπλασαν
και άυλη μορφή.
Βέβαια. Ή εξήγηση
δεν γίνεται να ’ναι άλλη.
Τέτοια κορίτσια δεν μπορεί να υπάρχουν.
Ένα παιχνίδι έπαιξε
Μαζί μου η φαντασία.
Το μόνο που στην άποψη
αυτήνε δεν ταιριάζει,
είναι που ο ήλιος άψυχος
την άγγιζε και κρύος,
κι όταν την άφηνε ήτανε
ζεστός κι ευτυχισμένος.