Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

 ΕΝΤΟΙΧΙΣΜΕΝΟ ΤΡΑΓΙΚΟ

Μπροστά μου ο μέγας ο κριτής. Δεξά μου οι τρεις μου μοίρες.
Αριστερά μου ανθόκηπος. Η κόλασή μου πίσω.
ΚΡΙΤΗΣ (σ' εμέ): Απόφαση πριν βγάλω, πριν ορίσω
πού θα σε στείλω, λέγε μου-τι έδωσες-τι πήρες.

ΕΓΩ: Χαρά εδώρισα και πήρα πίσω πόνο.
Νομίσματα έδωσα χρυσά με ιδρώτα κερδισμένα,
κατάρες πήρα και βρισιές πως λίγα είχα δοσμένα.
Δάσος ολόκληρο έδωσα, ξερόν επήρα κλώνο.

ΚΡΙΤΗΣ: Πολλά εχάρισες και πήρες πίσω λίγα,
γι αυτό μες στον ανθόκηπο να ξαποστάσεις γείρε.
ΜΟΙΡΕΣ: Εμείς του ορίσαμε τι έδωσε-τι πήρε.
ΚΡΙΤΗΣ: Πολύ εβιάστηκα και να λαθέψω πήγα.

Λέγε...τι άλλο έδωσες...τι άλλο έχεις πάρει...
ΕΓΩ (ιδρώνοντας): Βραδιές πολλές έχω χαρίσει
σ' αγάπες ανθορόδινες και πίσω πήρα μίση.
Ήλιο λαμπρόν έδωσα εγώ κι αστέρια και φεγγάρι,

και πήρα σκότος και νυχτιές-και πήρα καταιγίδες`
έδωσα το αίμα της καρδιάς και της ψυχής μου τ' άνθι-
πήρα λιωμένο σίδερο και λησμονιάς αγκάθι`
πουλιά γλυκόλαλα έδωσα και πήρα νυχτερίδες.

ΚΡΙΤΗΣ: Καλά δοσίματα. Σωστά θα σ' ανταμείψω-
άνθρωπε, ο ανθόκηπος να σε δεχτεί προσμένει.
ΜΟΙΡΕΣ: Εμείς του είχαμε όληνε ορισμένη
τη χάρη του δοσίματος-της πληρωμής του το ύψο`

ΚΡΙΤΗΣ: Τα θεία φρένα μου-ωιμέ- θα πάθαν βλάβη
και δεν μετράω καθενός την εδική του πράξη
αλλ' αν πιστά εκτέλεσε ό, τι άλλοι έχουν διατάξει
(σ' εμέ)Τι άλλο-λέγε μου-έδωσες- τι έχεις πάρει;

ΕΓΩ (με τρόμο): Εχάρισα μαλάματα κι ασήμι
και πήρα βράχια-έρωτα και πήρα καταφρόνια.
Ζεστό και άσπρο σκόρπισα και πήρα μαύρα χιόνια.
Αυτά επήρα κι έδωσα.Δεν φέρνει άλλο η μνήμη.

ΚΡΙΤΗΣ (στις μοίρες): Σεις κι αυτά του έχετε ορίσει;
ΜΟΙΡΕΣ: Και ό, τι του 'δωσαν και ό, τι έχει δώσει
οι τρεις μας του τ' ορίσαμε με τη σοφή μας γνώση.
ΚΡΙΤΗΣ (σ' εμέ): Άμε λοιπόν στην ίδια πάλι ζήση

κι όταν μονάχος κάποιανε πράξη θα κάνεις άλλη-
έξω απ' αυτές που σου' χουνε οι μοίρες ορισμένες
τότε στου κήπου τις βραγιές θα μπεις τις ανθισμένες.
ΜΟΙΡΕΣ (η μια στην άλληνε): δικός μας είναι πάλι!…




Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

Αγγελική Αγγελική
Μια συννεφιά έχεις εκεί
στη μέση του μυαλού σου
κι οι σκέψεις σου είναι σκοτεινές
κι ας πέμπει ακτίνες λαμπερές
ο ήλιος τ' ουρανού σου.

Αγγελική Αγγελική
όμορφη να 'σαι δεν μπορείς
με τέτοιο που 'χεις σώμα
μα η ομορφιά που 'χει η ψυχή
κανείς κουρέλια κι αν ντυθεί
λάμπει και τότε ακόμα.

Λάμπει κι ανθίζει και φωτά
χωρίς αυτή να σε ρωτά
ή εσύ να την προσέχεις `
Η ομορφιά η σπάνια αυτή
Αγγελική, είν' η ανθρωπιά-
κι ούτε κι αυτή την έχεις.








ΕΤΣΙ

Τη βέργα παίζοντας στο χέρι του
στην πολυθρόνα καθιστός,
άλλοτε ο ρόζος της χτυπάει στο δάχτυλό του
κι άλλοτε άγγιχτο τ’ αφήνει.

Έτσι.

Τυχαία.

Όπως τα σύμπαντα χαλιούνται η φτιάχνονται.




ΠΟΙΗΤΗΣ
ΟΥ ΠΟΙΩΝ,
ΕΝ ΤΡΙΠΟΛΕΙ

Ίνα
ποιητής τις
εις μίαν πόλην
έλξει της φαιδράς
καθημερινότητος την προσοχήν
απαραιτήτως δέον
ορισμένας προϋποθέσεις
η βίωσίς του εις την πόλιν να πληροί,
ως, φερ’ ειπείν,
τους άρχοντας της πόλεως να θυμιά,
ενδεδυμένος πάντοτε κατά συρμόν
να εμφανίζεται
και απαραιτήτως μετά λαιμοδέτου,
κενούς νοός πολίτας να υμνεί,
να συγχρωτίζεται με «πατριώτας»,
τρεις υποκλίσεις καθημερινώς
(πρωίαν, μεσημβρίαν και εσπέραν)
προ των κτιρίων να κάμνει όπου έντυπα στεγάζουσιν,
προτού,
εισελθών,
τους πόδας τυπογράφων και εκδοτών καταφιλήσει.

Ωσαύτως δέον όπως
εις πάσαν γλοιώδη τελετήν
ην
«επώνυμοι» και «εξέχοντες» της πόλεως πολίται διοργανώνουν,
επικροτών να συμμετέχει.

Τέλος,
ουδενάκις
δια λόγων ή έργων
να αμφισβητήσει την κρατούσαν
πολιτικήν
κοινωνικήν
θρησκευτικήν και ηθικήν
σεσηπυίαν της πόλεως δομήν.

Τουτέστιν
Ίνα
ποιητής τις
εις μίαν πόλην
έλξει της φαιδράς καθημερινότητος την προσοχήν,
απαραιτήτως δέον εστί
(ραδίως ως εκ των άνω συμπεραίνεται)
να μη τυγχάνει ων ποιητής.

Όπερ
άλλωστε
συμβαίνει.


Ε ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΝ;

Ο μεγάλος ζωγράφος μ’ έναν πίνακά  του.
Ε και λοιπόν;
Και το παιδί με μια γραμμή στην άμμο.
Και ο βοσκός χαράζοντας το χώμα με τη ράβδο του.

Ο μεγάλος ποιητής μ’ ένα του ποίημα.
Ε και λοιπόν;
Και ο μονάχος μ’ ένα ω.
Και το κορίτσι μ’ ένα ε.

Η ενάτη συμφωνία του Μπετόβεν.
Ο  Τανχώυζερ του Βάγκνερ.
Ε και λοιπόν;
Και το κλαδάκι μ’ ένα κρακ.






Τ’ ΑΛΟΓΑΚΙΑ

Τα μάτια σου χρυσάφι και νερό.
Καστανός τα μαλλιά σου αφρός.

Τ’ άλογα στέκουν ανυπόμονα.

Τρέμουν  τα χέρια σου.
Χείλια σου στήθη  και κορμί
Άθυρμα στου έρωτα την προσμονή.

Τ’ άλογα πάλεμα οσμίζοντας
Φρουμάζουνε με ταραγμένο το αίμα.

Μαγνήτης σαν το χέρι του εραστή να είναι
Μονάχος του ο καρπός σου εντός του πέφτει.
.
Τ’ άλογα τρέχουν γύρω γύρω τρελαμένα.
Σφιχτά δεμένη πάνω τους γυρνάς μαζί τους.

Αχ έρωτα που τελειωμό δεν έχεις!

Κι όταν τους γύρους του χορού σου πια τελειώσεις
μες στον αφρό τους βουτηγμένα
κάτω πάνε τ’ αλογάκια.




ΠΟΛΥ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ...

Θυμόμαστε πολύ Κύριε.

Λιγόστεψε τα κύτταρα της μνήμης μας
και διάγραψε κάποιες σκηνές
από το έργο της ζωής μας-
κάποια κακά που εκάναμε ή μας έκαναν,
κάποιες απόπειρες την ευτυχία να βρούμε
(που τόσο νιώθουμε γελοίοι στη θύμησή τους).

Κύριε,
πολύ εγέλασες μαζί μας.

Δώσε στη λήθη τα μαρτύρια
τις λοιδωρίες
την ταπείνωση.

Πολύ θυμόμαστε Κύριε.