Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

 ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟ
 
Τη μοναχή σου τη ζωή κοσμοκαλόγερε
Πόσα δεν γράφτηκαν βιβλία να εξηγήσουν…
«Ιδέαι υψηλαί, μεσταί, ανώτεραι…»
Γράφουν πως σ’ έσπρωξαν σ’ αυτήνε τη ζωή σου.

Κανείς δεν ξέρει να διαβάζει μες στα λόγια σου.
Κανείς τις λέξεις σου δεν ξέρει να ερμηνεύει.
Κανείς πώς σκέφτεται δεν ξέρει του αχόρταστου
Ο νους-πώς η ψυχή του αγριεύει.

Κανείς δεν είδε στο κορμί σου ν’ αντρειεύεται
Η φλόγα του Έρωτα και όλον να σε καίει.
Κανείς δεν είδε να εξολοθρεύεται
Η ύπαρξή σου, απ’ αυτήν στον άνεμο που πνέει.

Κανείς δεν είδε η να δει δεν θέλησε
Του πόθου να σε ντύνει το μαγνάδι.
Κανείς δεν είδε το μαχαίρι που εξέσχισε
Της ευτυχίας σου το μόνο το μοιράδι.

Κανείς δεν είδε να σε κόφτει ανομολόγητο
Το πάθος για το στήθος της Ανθούλας.
Κανείς δεν είδε μ’ έναν τρόπο απόλυτο
Τα χείλη να ποθείς κάποιας παιδούλας.

Κανείς δεν είδε τους τρανούς αυτούς τους πόθους σου
Αδύνατο πως σου ήταν να κορέσεις.
Πως δε μπορούσες με το βάλσαμο του λόγου σου
Τέτοιο θηρίο νικηφόρα να παλέψεις.

Κανείς, πως σου είχε εμφυσήσει μες στα φρένα σου
Ο Θεός, εκτός απ’ την ακόρεστη λαγνεία
Και τη δειλία που σ’ ακλούθαε απ’ τη γέννα σου:
Αχ! Τη μεγάλη και μονάχη σου αμαρτία!

Και δεν τολμούσες-μα τι λέω-δεν φανταζόσουνα
Ότι μπορούσες σε γυναίκα να προτείνεις
Να περπατήσετε μαζί μέσα σε ρόδινα
Πτυχώματα θερμής ερωτοκλίνης…

Ότι μονάχη η Φύση επερίμενες
Να ’χει το φάρμακο έτοιμο να δώσει
Στης σάρκας τις αιτήσεις τις επίμονες ,
Κι από τον πυρετό να σε γλυτώσει.

Τα χρόνια όμως που άχαρα περνούσανε
Σ’ έκαναν κάποτε να καταλάβεις
Πως ό,τι οι αίσθησές σου εζητούσανε
Δε θα γινότανε ποτέ να λάβεις.

Τότε ασυζήτητα επήρες την απόφαση
Πως θα περνούσε ανέραστος ο βιος
Κι η αξιοπρέπεια σου προτίμησε τη μόναση
Αντί να γίνεσαι καθημερνά γελοίος.

Και στάθηκες μακριά από τον παράλογο
Τον κλοιό, που τραγική μια ειρωνεία
Σου ετοίμασε: σταμάτησες το διάλογο
Και τη γνωστή μας χάραξες πορεία.
    
Πόσες νυχτιές τόσο έκλαψες, βλαστήμησες,
Τόσο εδάρθηκες στο άδειο σου κρεβάτι
Ώσπου ο κάματος του πόθου που δεν τρύγησες
Το διψασμένο σου να κλείσει μάτι…

Πόσες ημέρες μοναχός σου ετριγύρναγες
ελπίζοντας πως ίσως θάμα γίνει
Κι ότι την πείνα θα εχόρταινες που πείναγες
Και τόσα βάσανα τρανά σου δίνει…

Α! Κι αν γυναίκας ένα χέρι θα σε χάιδευε!
Α! Κι αν μία γυναίκα σ’ αγαπούσε!
A! Κι αν τα φυλλοκάρδια σου τα άρδευε
Μ’ ότι ωραίο εντός της κουβαλούσε!..

Αλλά το χέρι αυτό για σένα δεν εβρέθηκε
Κι έμεινες μόνος μες στου κόσμου τη μαυρίλα
Κι η πίκρα με τη ζήση σου εδέθηκε
Στο δέντρο απάνου καθώς δένονται τα φύλλα.

Και το Φθινόπωρο σαν ήρθε και χειμώνιασε
Το τέλος ήτανε για σε και της ζωής σου΄
Κι από της μιάς ο θάνατος σε καταχώνιασε
στα βάθη άλλης δυσθεώρητης αβύσσου.

Το αγνό κρασί, το άγιο, το θεόσταλτο,
Παρηγοριά σού εστάθη στη φρικτή σου μοίρα:
Να χαμηλώνει της πικρίας το ύψος το θεόρατο
Και να μερώνει των παθών σου την πλημμύρα.

Άκρατο, δροσερό και πονολύτικο
Ερχόντανε και σύσμιγε σε σένα
Την ευλογιά απ’ το χώμα το Σκιαθίτικο
με όλα τ’ άλλα σου τα ευλογημένα.

Οχι πως δεν εστάθηκες μέγας και άξιος…
Όχι πως δεν προστρέχουμε κοντά σου
Για να ’βρουμε τα νάματα της τάξεως
Του Κόσμου, στα μεστά διηγήματα σου…

Οχι ότι σαν Άγιο και σαν μάρτυρα
Της Άκρατης Λαγνείας δεν σε τιμούμε,
Κι όχι πως της ψυχής μας τα παράθυρα
Στο φως σου ολορθάνοιχτα τ’ ανοιούμε,

Αλλ’ ακριβώς γι αυτό Μύστη περίτρανε
Θέμε να στήσουμε την άμωμη μορφή σου
Ψηλή κι αληθινή όπως και ήτανε-
Σαν αγγέλου ολόλευκου του Παραδείσου.

Όπως και τότε, όταν ζούσες, ψέματα
Δεν εχωρούσανε στον βίο τον σεμνό σου,
Ούτε και τώρα δεν χωρούν πλανέματα
Μετά τον σάρκινο τον θάνατό σου.

Αλέξανδρε από την φλόγα εκάηκες
Του γυναικείου κορμιού του ωραίου και λάγνου.
Από το μάγεμα το έκπληκτο εχάθηκες
Του κοριτσίστικου του βλέμματος του ολάγνου.

.Αυτός εστάθη ο λόγος που ρημάχτηκε
Ο νους και η καρδιά. Μα η ψυχή σου-
Λέω κυρ Αλέξανδρε- καθόλου δεν πειράχτηκε:
 έμεινε η ψυχή η μοναδική σου.

Τάχα στα ύφη τα θεόρατα που ανέβηκες
Το κόρεσες το πάθος σου Παπαδιαμάντη;
Αστόλιστη εδώ μια ζήση αν εδιάβηκες
Εβρήκες εκεί πάνω το διαμάντι;

Πες μας εκεί απάνω -πες- απόλαψες
Γυμνό τ’ ωραίο γυναικείο σώμα;
Πες μας εκεί-εκεί-εκεί-πες, χόρτασες
φιλιά τ’ αφίλητό σου εδώ το στόμα;

Ή μήπως-πες-ειν’ η κατάρα αιώνια
Και το μαρτύριο ατέλειωτο υπάρχει!;
Κι αν ναι ποιά δύναμη έτσι καταχθόνια,
Ποιος; Ποιος φτιαγμένα έτσι τάχει;

Παπαδιαμάντη εμείς δεν γράφουμε διηγήματα.
Δεν ειν’ αυτό μας το κοινό με σένα.
Γράφουμε μόνο κάτι άνοστα ποιήματα
Κάτι ποιήματα ισχνά σαν πεθαμένα.

Παπαδιαμάντη ξέρω πως δεν θάθελες
Από κανέναν αμαθό σου βιογράφο
Με τις αξίνες του σκαλίζοντας τις άφτερες
τον άνανθό σου να συλήσει τάφο.

Κι εγώ δεν κάνω-συ το ξέρεις-τίποτε άνομο.
Κι αν κάποιον τάφο, τον δικό μου μόνο ανοίγω.
Και το δικό μου κουβαλώντας το παράπονο
Με το δικό σου το βαθύ παράπονο το σμίγω.

Μάης του 1970