Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ
Σκύβοντας πάνω απ’ του Ατλαντικού τα κύματα
καθώς το πλοίο αρμένιζε σαν φέρετρο
με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς-
καθώς το πλοίο αρμένιζε σα φέρετρο
με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς
σκύβοντας πάνω απ’ του Ατλαντικού τα κύματα
πέσαμε μέσα.
Όταν μας βγάλανε
τα νερά
είχανε τ’ όνομά μας καταπιεί.
Τα νερά
είχανε τ’ όνομά μας καταφάει
όταν μας βγάλανε.
Έτσι εδώ φτάσαμε ξένοι.
Δεν ξέραμε ούτε τι είμαστε
ούτε αν κάποτε
υπήρξαμε μια υπόσταση παραδεκτή από κάτι άλλο
έξω από μας.
Απλώσαμε λοιπόν τα δίχτυα στο νερό-ό,που νερό
και τις παγίδες μας στο χώμα-ό,που χώμα προσιτό
κι υψώσαμε πολυευαίσθητες ευήκοες αντένες
μήπως κι ένα, νεκρό έστω
σκουλήκι αγκιστρώσουμε, ή κάποια μέδουσα,
ή μήπως πιάσουμε ένα μήνυμα οδύνης-
κάτι που να μας λέει πως ο καινούργιος μας πλανήτης
έχει πάνω του ζωή.
Κι οι μέρες του καινούργιου κόσμου μας
και του καινούργιου ήλιου έρχονταν
έλαμπαν, δοξάζονταν, μεσουρανούσαν,
έφευγαν,
κι οι ώρες μέσα τους ατέλειωτες πομπές
νεκρών αλλοτινών εικόνων.
Στο μεταξύ λατρεύαμε το θεό
που στην αρχή ήταν μια μεγάλη πέτρα ωοειδής
ύστερα η φωτιά και τελευταία
μια μορφή ξανθομαλλούσα ολύμπια και καρτερική.
Έτσι λατρέψαμε πολλούς χειροπιαστούς Θεούς
και όλοι ειν' αλήθεια-ας ειν’ καλά
μας ανταμείψανε και μας προστάτεψαν.
Μα ούτε οι Θεοί
ούτε οι αντένες και τα παραγάδια
μας φέραν κάποιο μήνυμα-κάποιαν αρχή.
Αυτά κενά κι εμείς χαμένοι έξω τους κι εντός τους.
Χαμένοι. Ατέλεστοι. Αδίκιωτοι. Ανύπαρκτοι.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
(να φύγουμε! από πού;
να φύγουμε! για πού;
να φύγουμε…)
ένα ταίριασμα της φαντασίας ήτανε.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
ένα παιχνίδισμα ήτανε του νου-
ένας χαμός μες στο χαμό.
Ένας μικρός παρήγορος θεός ήταν εκείνα
που ’χαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε.
Έτσι, μετά από χρόνια μη-ύπαρξης
μετά από χρόνια άγνοιας
μετά από χρόνια δίχως όνομα,
συνείδηση και φως,
είμαστε όπως όταν φτάσαμε εδώ.
Και πια καιρός ν' αρχίσουμε το χτίσιμο μονάχοι.
Να βαφτιστούμε εκ νέου-
ανάδοχοι κι αναδεκτοί εμείς
δίνοντας ένα όνομα στη νέα μας έκπτυξη-
κι ας είναι ψεύτικο όπως το παλιό-
να κάνουμε τις ίδιες πράξεις κάθε μέρα
έτσι που να φιλιώσουμε με τη συνήθεια
ν’ αρχίσουμε να υφαίνουμε τον χρόνο
να μαρμαρώνουμε το "τώρα" των τοπίων…
των αστεριών… της αγωνίας μας,
δένοντας μνήμες για το χάος του αύριο,
και να φυτέψουμε καρπούς αισχύνης, τιμής,
αγάπης για την πατρίδα,
καρπούς ευγένειας, λύπης για το θάνατο,
ευγνωμοσύνης, τρόπων καλής συμπεριφοράς,
και να φυτέψουμε καρπούς μίσους ζωογόνου
και καρπούς ανάγκης.
Να σπείρουμε ακόμα προϋποθέσεις ταξιδιών ανθρωποκτόνων.
Να φτιάξουμε με λίγα λόγια ό,τ ι
θα μας βοηθήσει να μπορέσουμε να κρατηθούμε…
να ριζώσουμε…