ΣΑΝ ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ
Όπου αυτοί πάνε, σκοτεινά πάντοτε είναι.
Αντικρύ τους, κάποτε, δεξιά ή και αριστερά τους,
φώτα ξεχύνονται και το κάθε τι λαμπρύνουν.
Και τα μάτια τους τα βλέπουν,
και επιθυμούν να είναι εκεί,
και κάθε ματιά τους
να γεννάει τα γύρω πράγματα ένα ένα,
και κείνα να έρχονται ζωντανά,
και όχι η σκιά τους μόνο να τα ορίζει.
Τώρα, νοήματα από άλλους τελειωμένα
θέση παίρνουν στη σειρά, ένα ένα,
απ' αυτούς για να εννοηθούν όχι σαν γέννας ευωχία,
αλλά σαν τελευταίων στιγμών ανημπόρια,
πριν στο χωνευτήρι πέσουν,
απ' όπου κάποτε, σε κάποιο άλλο φως,
μακριά,
θα ξαναγεννηθούν.