To ποτάμι
Κυλάει το ποτάμι. Ακώ τη βουή του.
Τι δέντρα… τι πέτρες θα σέρνει η ορμή του...
Ακώ τη βουή. Τα νερά του βογκάνε
μουγκρίζουν... βουϊζουν... τι άγριο που θα ’ναι...
Οι άνθρωποι γύρω αδιάφοροι πάνε
γελούν, διασκεδάζουν, μισούν, αγαπάνε...
Και φτάνει εκείνο θολό στην οργή του
κι αυτούς όπως όλα να πάρει μαζί του.
To φως ποιας αυγής δε θα λάμψει για κείνους;
To φως ποιας αυγής δε θα δει πάλι κρίνους
καθώς όλα θα ’ναι για πάντα χαμένα;
Ποτάμι, πριν σβήσεις του νου τους φλογίνους
πυρρούς ποταμούς, που γεννήσαν και σένα
τη νέα τους πάλι προφήτεψε γέννα.
Κυλάει το ποτάμι. Ακώ τη βουή του.
Τι δέντρα… τι πέτρες θα σέρνει η ορμή του...
Ακώ τη βουή. Τα νερά του βογκάνε
μουγκρίζουν... βουϊζουν... τι άγριο που θα ’ναι...
Οι άνθρωποι γύρω αδιάφοροι πάνε
γελούν, διασκεδάζουν, μισούν, αγαπάνε...
Και φτάνει εκείνο θολό στην οργή του
κι αυτούς όπως όλα να πάρει μαζί του.
To φως ποιας αυγής δε θα λάμψει για κείνους;
To φως ποιας αυγής δε θα δει πάλι κρίνους
καθώς όλα θα ’ναι για πάντα χαμένα;
Ποτάμι, πριν σβήσεις του νου τους φλογίνους
πυρρούς ποταμούς, που γεννήσαν και σένα
τη νέα τους πάλι προφήτεψε γέννα.