Τρίτη 21 Αυγούστου 2018

To καπέλο

Τραβάει το κατσίκι της
μ’ αυτό πισωγυρίζει
χόρτο μοσκομυρίζει
και ξελιγώνεται.

Τα βάζει με την τύχη της
που αντί κυρία να ’ναι
γι αυτήνε να πονάνε
πρωί σηκώνεται

και τρέχει να βοσκήσει
στον κάμπο ξένα γίδια
άγρια να τρώει απίδια
γυμνούλα να γυρνά.

Όχι-άλλο δεν αντέχει
θα κατεβεί στην πόλη
και τη ζωή της όλη
ωραία θα περνά.

Θα ει με μοδες τότε,
με κρέμες και κραγιόν
κολιέ και μενταγιόν
θα  χει φανταχτερά,

και κάτι που μεθάει
καθώς το σκέφτεται
(γι αυτό προσεύχεται)
καπέλο και φτερά.