Δ
ΣΠΑΡΤΗ-3
Όπως βλέπεις Γιωργία, η αντρική φιγούρα της περιόδου της Σπάρτης ήταν ο παππούς μου. Τώρα το συνειδητοποιώ κι εγώ. Και αναρωτιέμαι αν ο πατέρας μου έλειπε για κάποιο μεγάλο διάστημα υπηρετώντας σε άλλη πόλη και γι αυτό δεν τον θυμάμαι εκείνη την περίοδο, ή αν όχι. Ήταν δημόσιος υπάλληλος-ταμειακός. Ποτέ άλλοτε δεν αναρωτήθηκα σχετικά με αυτό. Ίσως να ήταν πάντοτε εκεί και επειδή έλειπε για πολλές ώρες κάθε μέρα (τότε το ωράριο των Υπηρεσιών ήτανε πρωί και απόγευμα), δεν ταίριαζε το δικό μου παιδικό ωράριο «δράσεως» με το δικό του. Ίσως πάλι η σχετική «τρανοσύνη» του παππού να είχε εκτοπίσει για μένα την περίοδο εκείνη τον πατέρα. Οπωσδήποτε όμως ήταν στη Σπάρτη όταν είχε κατέβει στην Πελοπόννησο ο Άρης Βελουχιώτης, όπως θα δεις πιο κάτω.
Ο παππούς λοιπόν είχε στο μέτωπό του δεξιά ένα λίπωμα μεγέθους περίπου δύο επί δύο εκατοστά. Όταν τον ρωτούσα πώς το απόκτησε, εφεύρισκε κάποια καινούργια αστεία απάντηση κάθε φορά. Ας πούμε μου έλεγε «έχω πολύ μυαλό και δε χώραγε μέσα στο κεφάλι μου και βγήκε έξω» ή «όταν κάποιο αεροπλάνο έριχνε προκηρύξεις, ένα μάτσο που έριξε δεν άνοιξε και με βρήκε στο μέτωπό μου».
Κάτι που έκανε ο παππούς μου και εκνεύριζε τη γιαγιά μου ήταν ότι κακομεταχειριζότανε τα φαγητά που αυτή έφτιαχνε. Όταν έφτιαχνε ας πούμε τυρόπιττες τηγανιτές, ο παππούς μου για να κρυώσουν και να μπορέσει να τις φάει γρήγορα, άνοιγε τη βρύση και μία μία τις κρατούσε κάτω από το κρύο νερό να κρυώσουν. Ή όταν είχαμε κάποια σούπα, έριχνε μέσα ένα κομμάτι πάγου για να κρυώσει. Αυτό το έκανε για να μπορέσει να φάει γρήγορα και να πάει πάλι στο μαγαζί, γιατί τις περισσότερες μέρες πεταγόταν κατά τις μία ή δύο το μεσημέρι στο σπίτι, έτρωγε γρήγορα και έφευγε πάλι για εκεί. Η απόσταση σπίτι-μαγαζί ήτανε πέντε λεφτά δρόμος, με τα πόδια εννοείται.
Μου έλεγε καμιά φορά ο παππούς μου όταν είχε εύθυμη διάθεση: «Γιώργη, όταν πεθάνω θα σου αφήσω στη διαθήκη μου τις κληματαριές να τρως σταφύλια». Δεν έλεγα τίποτα, όπως συνήθως, όμως δεν μπορούσα να ταιριάσω πώς μπορεί κάποιος να μένει σε ένα σπίτι του οποίου κάποιος άλλος να έχει δικές του τις κληματαριές.
Μια φορά μπήκανε γερμανοί στο σπίτι κάνοντάς το άνω κάτω από το ψάξιμο. Ούτε εγώ ήξερα τι ζητούσαν, ούτε κανείς άλλος. Απλώς έμπαιναν και έψαχναν. Τη φορά αυτή λοιπόν άκουσα τον παππού μου όταν έφυγαν να λέει «ευτυχώς που δεν βρήκαν την καταπακτή». Τον ρώτησα τι εννοούσε και μου είπε «έλα να σου δείξω». Με πήγε σε ένα από τα δωμάτια που είχε μέσα ένα διπλό κρεβάτι, έσκυψε από κάτω του, έβγαλε ένα στρωσίδι από το πάτωμα και φάνηκε χαραγμένο ένα τετραγωνο κομμάτι στο πάτωμα. Ο παππούς το απόσπασε και φάνηκε η καταπακτή κάτω από αυτό. Μέσα εκεί υπήρχε ένα μικρό σακκί που έκλεινε στο πλάι. Το άνοιξε και στα έκπληκτα μάτια μου παρουσιάστηκαν ράβδοι από καλάι. Λαμπεροί, απαστράπτοντες, πανέμορφοι. Μου εξήγησε πως αυτά τα χρησιμιποιεί στη δουλειά του για κολλήματα και ότι ήσαν ακριβά.
Στην ίδια καταπακτή είδα αργότερα, αφού είχαν φύγει οι γερμανοί, τρία σακιά γεμάτα με χαρτονομίσματα. Ήταν τα πληθωρικά χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν την Κατοχή, από εκατοντάδραχμα μέχρι χαρτονομίσματα των εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών, που δεν είχαν καμιά αξία πια. Ας πούμε με εκατό εκατομμύρια δραχμες μπορούσες να αγοράσεις ένα κουλούρι. Και όλα ήσαν άχρηστα. Τα πετάξαμε στα σκουπίδια. Θυμάμαι είχα φυλάξει μερικά, όμως όταν γύρισα από την Αμερική δεν τα βρήκα.
Θύμησες.
Όπως σου είπα πιο πάνω ο παππούς κάπνιζε ολημερίς το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Σπίρτα δεν χρησιμοποιούσε γιατί άναβε το ένα τσιγάρο με τη φωτιά του προηγούμενου, πριν σαν γόπα το πετάξει. Σε ένα μαγάλο συρτάρι φύλαγε τα τσιγάρα του. Τα αγόραζε χοντρικά σε «κούτες» που περιείχαν πενήντα τσιγάρα καθεμιά αν θυμάμαι καλά. Όταν τελείωνε μια κούτα με έστελνε και του έφερνα καινούργια.
Η γιαγιά μου ήτανε μια ήσυχη γυναίκα, που την επισκίαζε η πληθωρική παρουσία του παππού. Την θυμάμαι να κάνει ήσυχα ήσυχα τις δουλειές του σπιτιού και ύστερα να κάθεται σε μια καρέκλα σκουπίζοντας τα μάτια της που από μια ηλικία και μετά δακρυρροούσαν.
Θυμάμαι που την ενοχλούσαν οι συχνές μεταβάσεις του παππού στην Αθήνα και έλεγε ότι αυτός δεν πήγαινε εκεί πάντοτε για δουλειές αλλά και για τσιλιμπουρδίσματα. Γνωρίζοντας τόσο καλά τον παππού μου έλεγα μέσα μου ότι ίσως η γιαγιά να έχει δίκιο. Εκείνο που σίγουρα γινόταν, είναι ότι ο παππούς πήγαινε σε θεατρικές παραστάσεις όποτε πήγαινε στην Αθήνα. Και γυρίζοντας μου διηγόταν τι είδε.
Νεαρός άκουγα τους παλιότερους να μιλάνε για την παλιά Αθήνα. Ρωτούσα τι στο καλό είχε εκείνη η Αθήνα και έπαιρνα την απάντηση «είχε καντάδες, ήρεμη και απλή ζωή». Το ίδιο άκουγα και από τον παππού μου να μου απαντάει όταν τον ρωτούσα σχετικά. Μα κι εγώ σήμερα μιλάω για την παλιά Αθήνα. Μου μοιάζει λοιπόν ότι όποτε κάποιος εξυμνεί την παλιά Αθήνα, αναπολεί τον καιρό της νιότης του και όχι της παλιάς καλής Αθήνας. Και βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, η Αθήνα, όπως και κάθε τόπος, αλλάζει. Και κάθε αλλαγή ειναι προς το χειρότερο για τους παλιούς, με την έννοια πως γίνεται όλο και πιο θορυβώδης, τσιμεντοκρατούμενη, αυτοκινητοξαρτώμενη, πολυπληθέστερη. Και αφού γίνεται όλο και χειρότερη, κάθε πριν της κατάσταση ήταν και καλλίτερη.
Λοιπόν το 1944 ήρθε ο Άρης Βελουχιώτης στην Πελοπόννησο. Για να την καθαρίσει από τους ταγτματασφαλίτες και τους δοσίλογους. Κάποια ημέρα εκείνης της χρονιάς έγινε το λεγόμενο «μεγάλο συλλαλητήριο της Σπάρτης». Θυμάμαι που οι αντάρτες, με μια εύκολη έφοδο στις φυλακές της Σπάρτης, έβγαλαν έξω τους φυλακισμένους, που οι περισσότεροι ήσαν αριστεροί. Ήμουνα εκεί και τους έβέπα να βγαίνουν ένας έκας. Οι γειτόνισσες φώναζαν «βγαίνουν οι φυλακισμένοι!», «οι φυλακές άνοιξαν!». Όπως σου είπα πιο πάνω οι φυλακές ήτανε πενήντα μέτρα από το σπίτι μας, λίγο μετά τη διασταύρωση της Άγιδος με τον πρώτο κάθετό της δρόμο, δίπλα στο σπίτι της Νίνας Μαγέτου, αυτής που τα βράδια ερχόταν στις βεγγέρες μας. Στο συλλαλητήριο εκείνο ο πατέρας μου κρατώντας την κόκκινη σημαία ανέβηκε με άλλους στο Δημαρχείο και από το μπαλκόνι του την ανέμιζε προς τους χιλιάδες συγκεντρωμένους στην πλατεία. Ήτανε από παλιά γραμμένος στο ΕΑΜ. Η μητέρα μου του έλεγε, όπως μας έλεγε αργότερα, να μην πάρει μέρος στο συλλαλητήριο για να μην μπλέξει και αυτός και η οικογένειά του σε περιπέτειες. Αυτός όμως δεν την άκουσε. Και πράγματι, έμπλεξε και ο ίδιος και η οικογένειά του σε μεγάλες περιπέτειες. Για μένα οι περιπέτειες αυτές υπήρξαν καθοριστικές για τη μετέπειτα ζωή μου. Η πρώτη συνέπεια της ενέργειας αυτής του πατέρα μου, όταν μετά την αποχώρηση των γερμανών επικράτησαν οι Δεξιοί, ήταν η μετάθεσή του από τη Σπάρτη στην Τρίπολη. Δεν ξέρω αν αυτή η μετάθεση ήτανε μια μικρή τιμωρία για την αριστερή δράση του, ή αν έγινε με ενέργειες του παππού μου για να προφυλάξει και εκείνον και την οκικογένειά του από το μένος των Δεξιών εναντίον του-γιατί άκουσα κάποτε και μια τέτοια εκδοχή. Ας τελειώσω εδώ Γιωργία και αυτό το κεφάλαιο για μπω μετά στα της Τρίπολης, όπου αρχίζει και το δράμα που λέγεται ζωή μου.
Μα πριν τελειώσω να πω και κάτι που θυμάμαι από τη φυγή των γερμανών από την Ελλάδα και ειδικότερα από τη Σπάρτη και... εοδικότερα, από τη μεγάλη φυγή των γερμανών που έχει σχέση με την μικρή αφεντιά μου.
Ητανε κάποιο μεσημέρι του 1944. Ήμουν μόνος στο δρόμο έξω από το σπίτι μας. Βλέπω να έρχονται από τη μεριά του Τάφου πέντε-έξη γερμανοί, με τις στολές τους, πάνω σε άλογα. Όταν τους είδα κρύφτηκα στο κοίλωμα του τοίχου που συναντάει την εξώπορτα του σπιτιού μας. Εκείνοι πέρασαν με καλπάζοντα τα άλογά τους και έστριψαν στον πρώτο κάθετο δρόμο δεξιά, προς τον Αγιάννη. Καθώς βγήκα από την,τόσο φανερή αλήθεια, κρυψώνα μου, νάσου να έρχεται από το μέρος του Τάφου κι αυτός, ένας γερμανός καβαλάρης, που έψαχνε προς τα πού πήγαν οι υπόλοιποι για να τους ακολουθήσει. Όταν με είδε, τράβηξε τα ηνία του αλόγου του και σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μου. Κίνησε τα ηνία έτσι ώστε το άλογο να οπισθοχωρήσει ώσπου έφτασε στο ύψος μου και τότε με νοήματα μου έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε να μάθει προς τα πού πήγαν οι προπορευόμενοι γερμανοί. Του έδειξα προς τα δεξιά του κάθετου δρόμου και αμέσως σπηρούνισε το άλογό του και χάθηκε κι αυτός στη στροφή.
ΣΠΑΡΤΗ-3
Όπως βλέπεις Γιωργία, η αντρική φιγούρα της περιόδου της Σπάρτης ήταν ο παππούς μου. Τώρα το συνειδητοποιώ κι εγώ. Και αναρωτιέμαι αν ο πατέρας μου έλειπε για κάποιο μεγάλο διάστημα υπηρετώντας σε άλλη πόλη και γι αυτό δεν τον θυμάμαι εκείνη την περίοδο, ή αν όχι. Ήταν δημόσιος υπάλληλος-ταμειακός. Ποτέ άλλοτε δεν αναρωτήθηκα σχετικά με αυτό. Ίσως να ήταν πάντοτε εκεί και επειδή έλειπε για πολλές ώρες κάθε μέρα (τότε το ωράριο των Υπηρεσιών ήτανε πρωί και απόγευμα), δεν ταίριαζε το δικό μου παιδικό ωράριο «δράσεως» με το δικό του. Ίσως πάλι η σχετική «τρανοσύνη» του παππού να είχε εκτοπίσει για μένα την περίοδο εκείνη τον πατέρα. Οπωσδήποτε όμως ήταν στη Σπάρτη όταν είχε κατέβει στην Πελοπόννησο ο Άρης Βελουχιώτης, όπως θα δεις πιο κάτω.
Ο παππούς λοιπόν είχε στο μέτωπό του δεξιά ένα λίπωμα μεγέθους περίπου δύο επί δύο εκατοστά. Όταν τον ρωτούσα πώς το απόκτησε, εφεύρισκε κάποια καινούργια αστεία απάντηση κάθε φορά. Ας πούμε μου έλεγε «έχω πολύ μυαλό και δε χώραγε μέσα στο κεφάλι μου και βγήκε έξω» ή «όταν κάποιο αεροπλάνο έριχνε προκηρύξεις, ένα μάτσο που έριξε δεν άνοιξε και με βρήκε στο μέτωπό μου».
Κάτι που έκανε ο παππούς μου και εκνεύριζε τη γιαγιά μου ήταν ότι κακομεταχειριζότανε τα φαγητά που αυτή έφτιαχνε. Όταν έφτιαχνε ας πούμε τυρόπιττες τηγανιτές, ο παππούς μου για να κρυώσουν και να μπορέσει να τις φάει γρήγορα, άνοιγε τη βρύση και μία μία τις κρατούσε κάτω από το κρύο νερό να κρυώσουν. Ή όταν είχαμε κάποια σούπα, έριχνε μέσα ένα κομμάτι πάγου για να κρυώσει. Αυτό το έκανε για να μπορέσει να φάει γρήγορα και να πάει πάλι στο μαγαζί, γιατί τις περισσότερες μέρες πεταγόταν κατά τις μία ή δύο το μεσημέρι στο σπίτι, έτρωγε γρήγορα και έφευγε πάλι για εκεί. Η απόσταση σπίτι-μαγαζί ήτανε πέντε λεφτά δρόμος, με τα πόδια εννοείται.
Μου έλεγε καμιά φορά ο παππούς μου όταν είχε εύθυμη διάθεση: «Γιώργη, όταν πεθάνω θα σου αφήσω στη διαθήκη μου τις κληματαριές να τρως σταφύλια». Δεν έλεγα τίποτα, όπως συνήθως, όμως δεν μπορούσα να ταιριάσω πώς μπορεί κάποιος να μένει σε ένα σπίτι του οποίου κάποιος άλλος να έχει δικές του τις κληματαριές.
Μια φορά μπήκανε γερμανοί στο σπίτι κάνοντάς το άνω κάτω από το ψάξιμο. Ούτε εγώ ήξερα τι ζητούσαν, ούτε κανείς άλλος. Απλώς έμπαιναν και έψαχναν. Τη φορά αυτή λοιπόν άκουσα τον παππού μου όταν έφυγαν να λέει «ευτυχώς που δεν βρήκαν την καταπακτή». Τον ρώτησα τι εννοούσε και μου είπε «έλα να σου δείξω». Με πήγε σε ένα από τα δωμάτια που είχε μέσα ένα διπλό κρεβάτι, έσκυψε από κάτω του, έβγαλε ένα στρωσίδι από το πάτωμα και φάνηκε χαραγμένο ένα τετραγωνο κομμάτι στο πάτωμα. Ο παππούς το απόσπασε και φάνηκε η καταπακτή κάτω από αυτό. Μέσα εκεί υπήρχε ένα μικρό σακκί που έκλεινε στο πλάι. Το άνοιξε και στα έκπληκτα μάτια μου παρουσιάστηκαν ράβδοι από καλάι. Λαμπεροί, απαστράπτοντες, πανέμορφοι. Μου εξήγησε πως αυτά τα χρησιμιποιεί στη δουλειά του για κολλήματα και ότι ήσαν ακριβά.
Στην ίδια καταπακτή είδα αργότερα, αφού είχαν φύγει οι γερμανοί, τρία σακιά γεμάτα με χαρτονομίσματα. Ήταν τα πληθωρικά χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν την Κατοχή, από εκατοντάδραχμα μέχρι χαρτονομίσματα των εκατό δισεκατομμυρίων δραχμών, που δεν είχαν καμιά αξία πια. Ας πούμε με εκατό εκατομμύρια δραχμες μπορούσες να αγοράσεις ένα κουλούρι. Και όλα ήσαν άχρηστα. Τα πετάξαμε στα σκουπίδια. Θυμάμαι είχα φυλάξει μερικά, όμως όταν γύρισα από την Αμερική δεν τα βρήκα.
Θύμησες.
Όπως σου είπα πιο πάνω ο παππούς κάπνιζε ολημερίς το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Σπίρτα δεν χρησιμοποιούσε γιατί άναβε το ένα τσιγάρο με τη φωτιά του προηγούμενου, πριν σαν γόπα το πετάξει. Σε ένα μαγάλο συρτάρι φύλαγε τα τσιγάρα του. Τα αγόραζε χοντρικά σε «κούτες» που περιείχαν πενήντα τσιγάρα καθεμιά αν θυμάμαι καλά. Όταν τελείωνε μια κούτα με έστελνε και του έφερνα καινούργια.
Η γιαγιά μου ήτανε μια ήσυχη γυναίκα, που την επισκίαζε η πληθωρική παρουσία του παππού. Την θυμάμαι να κάνει ήσυχα ήσυχα τις δουλειές του σπιτιού και ύστερα να κάθεται σε μια καρέκλα σκουπίζοντας τα μάτια της που από μια ηλικία και μετά δακρυρροούσαν.
Θυμάμαι που την ενοχλούσαν οι συχνές μεταβάσεις του παππού στην Αθήνα και έλεγε ότι αυτός δεν πήγαινε εκεί πάντοτε για δουλειές αλλά και για τσιλιμπουρδίσματα. Γνωρίζοντας τόσο καλά τον παππού μου έλεγα μέσα μου ότι ίσως η γιαγιά να έχει δίκιο. Εκείνο που σίγουρα γινόταν, είναι ότι ο παππούς πήγαινε σε θεατρικές παραστάσεις όποτε πήγαινε στην Αθήνα. Και γυρίζοντας μου διηγόταν τι είδε.
Νεαρός άκουγα τους παλιότερους να μιλάνε για την παλιά Αθήνα. Ρωτούσα τι στο καλό είχε εκείνη η Αθήνα και έπαιρνα την απάντηση «είχε καντάδες, ήρεμη και απλή ζωή». Το ίδιο άκουγα και από τον παππού μου να μου απαντάει όταν τον ρωτούσα σχετικά. Μα κι εγώ σήμερα μιλάω για την παλιά Αθήνα. Μου μοιάζει λοιπόν ότι όποτε κάποιος εξυμνεί την παλιά Αθήνα, αναπολεί τον καιρό της νιότης του και όχι της παλιάς καλής Αθήνας. Και βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, η Αθήνα, όπως και κάθε τόπος, αλλάζει. Και κάθε αλλαγή ειναι προς το χειρότερο για τους παλιούς, με την έννοια πως γίνεται όλο και πιο θορυβώδης, τσιμεντοκρατούμενη, αυτοκινητοξαρτώμενη, πολυπληθέστερη. Και αφού γίνεται όλο και χειρότερη, κάθε πριν της κατάσταση ήταν και καλλίτερη.
Λοιπόν το 1944 ήρθε ο Άρης Βελουχιώτης στην Πελοπόννησο. Για να την καθαρίσει από τους ταγτματασφαλίτες και τους δοσίλογους. Κάποια ημέρα εκείνης της χρονιάς έγινε το λεγόμενο «μεγάλο συλλαλητήριο της Σπάρτης». Θυμάμαι που οι αντάρτες, με μια εύκολη έφοδο στις φυλακές της Σπάρτης, έβγαλαν έξω τους φυλακισμένους, που οι περισσότεροι ήσαν αριστεροί. Ήμουνα εκεί και τους έβέπα να βγαίνουν ένας έκας. Οι γειτόνισσες φώναζαν «βγαίνουν οι φυλακισμένοι!», «οι φυλακές άνοιξαν!». Όπως σου είπα πιο πάνω οι φυλακές ήτανε πενήντα μέτρα από το σπίτι μας, λίγο μετά τη διασταύρωση της Άγιδος με τον πρώτο κάθετό της δρόμο, δίπλα στο σπίτι της Νίνας Μαγέτου, αυτής που τα βράδια ερχόταν στις βεγγέρες μας. Στο συλλαλητήριο εκείνο ο πατέρας μου κρατώντας την κόκκινη σημαία ανέβηκε με άλλους στο Δημαρχείο και από το μπαλκόνι του την ανέμιζε προς τους χιλιάδες συγκεντρωμένους στην πλατεία. Ήτανε από παλιά γραμμένος στο ΕΑΜ. Η μητέρα μου του έλεγε, όπως μας έλεγε αργότερα, να μην πάρει μέρος στο συλλαλητήριο για να μην μπλέξει και αυτός και η οικογένειά του σε περιπέτειες. Αυτός όμως δεν την άκουσε. Και πράγματι, έμπλεξε και ο ίδιος και η οικογένειά του σε μεγάλες περιπέτειες. Για μένα οι περιπέτειες αυτές υπήρξαν καθοριστικές για τη μετέπειτα ζωή μου. Η πρώτη συνέπεια της ενέργειας αυτής του πατέρα μου, όταν μετά την αποχώρηση των γερμανών επικράτησαν οι Δεξιοί, ήταν η μετάθεσή του από τη Σπάρτη στην Τρίπολη. Δεν ξέρω αν αυτή η μετάθεση ήτανε μια μικρή τιμωρία για την αριστερή δράση του, ή αν έγινε με ενέργειες του παππού μου για να προφυλάξει και εκείνον και την οκικογένειά του από το μένος των Δεξιών εναντίον του-γιατί άκουσα κάποτε και μια τέτοια εκδοχή. Ας τελειώσω εδώ Γιωργία και αυτό το κεφάλαιο για μπω μετά στα της Τρίπολης, όπου αρχίζει και το δράμα που λέγεται ζωή μου.
Μα πριν τελειώσω να πω και κάτι που θυμάμαι από τη φυγή των γερμανών από την Ελλάδα και ειδικότερα από τη Σπάρτη και... εοδικότερα, από τη μεγάλη φυγή των γερμανών που έχει σχέση με την μικρή αφεντιά μου.
Ητανε κάποιο μεσημέρι του 1944. Ήμουν μόνος στο δρόμο έξω από το σπίτι μας. Βλέπω να έρχονται από τη μεριά του Τάφου πέντε-έξη γερμανοί, με τις στολές τους, πάνω σε άλογα. Όταν τους είδα κρύφτηκα στο κοίλωμα του τοίχου που συναντάει την εξώπορτα του σπιτιού μας. Εκείνοι πέρασαν με καλπάζοντα τα άλογά τους και έστριψαν στον πρώτο κάθετο δρόμο δεξιά, προς τον Αγιάννη. Καθώς βγήκα από την,τόσο φανερή αλήθεια, κρυψώνα μου, νάσου να έρχεται από το μέρος του Τάφου κι αυτός, ένας γερμανός καβαλάρης, που έψαχνε προς τα πού πήγαν οι υπόλοιποι για να τους ακολουθήσει. Όταν με είδε, τράβηξε τα ηνία του αλόγου του και σταμάτησε λίγα μέτρα μακριά μου. Κίνησε τα ηνία έτσι ώστε το άλογο να οπισθοχωρήσει ώσπου έφτασε στο ύψος μου και τότε με νοήματα μου έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε να μάθει προς τα πού πήγαν οι προπορευόμενοι γερμανοί. Του έδειξα προς τα δεξιά του κάθετου δρόμου και αμέσως σπηρούνισε το άλογό του και χάθηκε κι αυτός στη στροφή.