To κομμάτιασμα του Ορφέα
"Παρ’ το μαχαίρι!
Κόψ’ του το κεφάλι!
Χώρισ’ το από το σώμα
που καμιά γυναίκα
να το χαρεί δεν είχε αφήσει
αφότου έχασε την Ευρυδίκη.
Κόψ’ το!
Βαθιά του χώσε το μαχαίρι!
Και μες στην κίνησή σου όλη βάλε
την πίκρα που μας είχε ποτισμένες:
να τον ποθούμε μεις κι αυτός να φεύγει,
κι ανέραστος να μένει,
λες κι από μας καμιά γυναίκα η Κύπρι
με ωραίο δεν επροίκισε ένα σώμα
και δεν της έχει δώσει
τέχνες και νάζια της γλυκιάς αγάπης.
Βάλε στο χέρι την εκδίκησή μας
γιατί απρόσεχτες μας είχε αφήσει.
Απρόσεχτη να μένει η γυναίκα...
και πώς ο κόσμος μας θα προχωρήσει;
πώς τ’ άλλο το πρωί θα έβγει ο ήλιος;
πώς θα λαλήσει στο κλαρί τ’ αηδόνι;
Χτύπα λοιπόν! Του πιάνω τα μαλλιά του
και τούτη βάνω τη μεγάλη πέτρα
κάτω απ’ τον ασπροκέρινο λαιμό του.
Α! Έτσι! Να λοιπόν η κεφαλή σου
που τέτοια σου λεγε να πράττεις έργα.
Χείλη αφίλητα... μαλλιά και στήθη
αχάϊδευτα απ’ του έρωτα το χάδι...
Τι να σας πω;..
Να πάτε να χαθείτε;
Χαμένα ήσασταν και πριν και τώρα.
Χαμένο ό,τι δε βρίσκει την αγάπη.
Δος το μαχαίρι.
Βγάλ’ του το μανδύα-όσα κομμάτια του χουν απομείνει από το ξέσχισμα που με τα νύχια του εκάμαμε
όσο ακόμα εκείνος ζούσε.
Γύμνωσ’ το στήθος του που σαν μια πέτρα
έχει αναίσθητο πια τώρα μείνει.
Γύμνωσ’ το να το δούμε τώρα κάνε
γιατί τις πλάτες του ξέραμε μόνο.
Γύμνωσ’ το στήθος του να το ξεσκίσω
και να του ξεριζώσω την καρδιά του...
Καρδιά κι αυτή... κρυότερη απ’ το χιόνι...
Βράχος αν ήτανε θα με κοιτούσε
όταν γυμνή εφάνηκα μπροστά του
τάχα τα ρούχα μου πως είχα χάσει.
Τρίχες πυκνές... κατάμαυρες... λες θέλουν
και πεθαμένον να μας τόνε κρύψουν...
Πάρε το χέρι σου…
Να! Πάρ’ την πρώτη!
Να και τη δεύτερη!
Να και την τρίτη!
Μία για κάθε όχι σου σε μένα.
Ζεστό κι αχνίζει το κορμί του ακόμα…
Ζέστα κι αχνός που όσο κι αν ποθούσα
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τα νιώσω.
Πάρε και τούτη! Αντίσταση πια τώρα
δε θα μου φέρεις. Ότι θέλω κάνω
απάνω στο δικό μου πια κορμί σου.
Να η καρδιά...
φέρε και το κεφάλι...
Ας γίνουνε ψαριών τροφή τα δυο τους
στη θάλασσα-στο κύμα τα πετάω..."
"Παρ’ το μαχαίρι!
Κόψ’ του το κεφάλι!
Χώρισ’ το από το σώμα
που καμιά γυναίκα
να το χαρεί δεν είχε αφήσει
αφότου έχασε την Ευρυδίκη.
Κόψ’ το!
Βαθιά του χώσε το μαχαίρι!
Και μες στην κίνησή σου όλη βάλε
την πίκρα που μας είχε ποτισμένες:
να τον ποθούμε μεις κι αυτός να φεύγει,
κι ανέραστος να μένει,
λες κι από μας καμιά γυναίκα η Κύπρι
με ωραίο δεν επροίκισε ένα σώμα
και δεν της έχει δώσει
τέχνες και νάζια της γλυκιάς αγάπης.
Βάλε στο χέρι την εκδίκησή μας
γιατί απρόσεχτες μας είχε αφήσει.
Απρόσεχτη να μένει η γυναίκα...
και πώς ο κόσμος μας θα προχωρήσει;
πώς τ’ άλλο το πρωί θα έβγει ο ήλιος;
πώς θα λαλήσει στο κλαρί τ’ αηδόνι;
Χτύπα λοιπόν! Του πιάνω τα μαλλιά του
και τούτη βάνω τη μεγάλη πέτρα
κάτω απ’ τον ασπροκέρινο λαιμό του.
Α! Έτσι! Να λοιπόν η κεφαλή σου
που τέτοια σου λεγε να πράττεις έργα.
Χείλη αφίλητα... μαλλιά και στήθη
αχάϊδευτα απ’ του έρωτα το χάδι...
Τι να σας πω;..
Να πάτε να χαθείτε;
Χαμένα ήσασταν και πριν και τώρα.
Χαμένο ό,τι δε βρίσκει την αγάπη.
Δος το μαχαίρι.
Βγάλ’ του το μανδύα-όσα κομμάτια του χουν απομείνει από το ξέσχισμα που με τα νύχια του εκάμαμε
όσο ακόμα εκείνος ζούσε.
Γύμνωσ’ το στήθος του που σαν μια πέτρα
έχει αναίσθητο πια τώρα μείνει.
Γύμνωσ’ το να το δούμε τώρα κάνε
γιατί τις πλάτες του ξέραμε μόνο.
Γύμνωσ’ το στήθος του να το ξεσκίσω
και να του ξεριζώσω την καρδιά του...
Καρδιά κι αυτή... κρυότερη απ’ το χιόνι...
Βράχος αν ήτανε θα με κοιτούσε
όταν γυμνή εφάνηκα μπροστά του
τάχα τα ρούχα μου πως είχα χάσει.
Τρίχες πυκνές... κατάμαυρες... λες θέλουν
και πεθαμένον να μας τόνε κρύψουν...
Πάρε το χέρι σου…
Να! Πάρ’ την πρώτη!
Να και τη δεύτερη!
Να και την τρίτη!
Μία για κάθε όχι σου σε μένα.
Ζεστό κι αχνίζει το κορμί του ακόμα…
Ζέστα κι αχνός που όσο κι αν ποθούσα
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τα νιώσω.
Πάρε και τούτη! Αντίσταση πια τώρα
δε θα μου φέρεις. Ότι θέλω κάνω
απάνω στο δικό μου πια κορμί σου.
Να η καρδιά...
φέρε και το κεφάλι...
Ας γίνουνε ψαριών τροφή τα δυο τους
στη θάλασσα-στο κύμα τα πετάω..."