Γ
ΣΠΑΡΤΗ-2
Τα βράδια μαζευόταν όλη η γειτονιά στο σπίτι μας και σπρώχνανε την ώρα ώσπου να έρθει η άλλη ώρα-του ύπνου.
Σε καρέκλες ή χάμου καθόντας, άντρες και γυναίκες, κουβέντιαζαν για τα νέα της ημέρας, για τον καιρό, έλεγαν αστεία ή διηγόνταν ιστορίες.
Μαζί με άλλους που δεν τους θυμάμαι, έρχονταν και η Κούλα, η Νίνα η Μαγέτου με τη μαμά της και τον μπαμπά της, μια κοπέλα από τη Σκάλα που καθόταν δίπλα από τη Δημοσταίνενα και η μητέρα του Ρωμύλου. Ο Ρωμύλος δεν ήρθε ποτέ στα βραδινά αυτά. Τα πρωινά από το σπίτι του ακουγόταν να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει. Το τραγούδι που έλεγε συχνότερα ήταν ένα που σε κάποια στροφή του έλεγε «…τα κοραλένια χείλη σου…» Τα παιδιά πήγαιναν έξω από το παράθυρό του και του φώναζαν «…τα κολαρένια χείλη σου…» Αυτός δεν αντιδρούσε. Δεν ξέρω τι έγινε ο Ρωμύλος.
Η Νίνα ήταν ένα κορίτσι που έμενε με την οικογένειά της δίπλα από τις φυλακές της Σπάρτης, που βρίσκονταν πενήντα μέτρα από το σπίτι του παππού. Τα άλλα παιδιά κορόιδευαν τη Νίνα λέγοντας ότι είναι χαζή. Δεν είχα γνώμη. Αργότερα, έμαθα ότι πήγε στην Αμερική.
Η Δημοσταίνενα ήτανε μια γριά που έμενε απέναντί μας κοντά στο σπίτι του Κωστάκη. Είχε τρία παιδιά: τη Μάτω, τη Δήμητρα και το Γιώργο, μεγάλα στην ηλικία-συνομήλικα των γονιών μας. Επώνυμό τους: Θεοφιλόπουλος. Ο γιος έγινε λαδέμπορος στην Αθήνα. Η Μάτω έμεινε ανύπαντρη. Ο Γιώργος παντρεύτηκε πολύ μεγάλος μια γυναίκα που είχε το ύφος αριστοκράτισσας. Όσοι την ήξεραν την έλεγαν ψηλομύτα επειδή δεν έκανε παρέα μαζί τους.
Η οικογένεια Θεοφιλόπουλων ήταν πλούσια οικογένεια. Το σπίτι τους ήτανε διόροφο.
Η κυρα-Δημοσταίνενα (από τον θανόντα σύζυγό της Δημοσθένη), έβγαζε μια καρέκλα τα πρωινά αλλά και τα βράδια έξω από την πόρτα του σπιτιού της και καθόταν εκεί βλέποντας εμάς που παίζαμε. Όταν έβλεπε ένα παιδί να έχει στο χέρι του κάτι φαγώσιμο, του ζητούσε: «Δώσε μου και μένα λίγο μαρή!», αν ήτανε κορίτσι, ή «Δώσε μου και μένα λίγο…» αν το παιδί ήτανε αγόρι, οπότε και ακολουθούσε το όνομα του αγοριού από το οποίο αυτή ζητούσε κάτι. Μου έλεγε η μητέρα μου ότι η αδερφή της (της μητέρας μου) η Αντιγόνη, τόσο δεν μπορούσε να ακούει μια γρηά που τα έχει όλα να ζητάει κάτι φαγώσιμο και τόσο την είχε νευριάσει ζητώντας της πάντα κάτι, που έβαζε κάτω ό,τι κρατούσε και το πάταγε, λέγοντάς ταυτόχρονα στη Δημοσταίνενα: «Το πατάω, δε στο δίνω». Η Δημοσταίνενα φαίνεται πως ήτανε λίγο λιχούδω.
Η Αντιγόνη, η αδερφή της μητέρας μου, πήγε στην Αμερική και παντρεύτηκε εκεί έναν έλληνα. Άλλα αδέρφια της μητέρας μου ήταν ο Πότης (Παναγιώτης), μαθηματικό και κατασκευαστικό μυαλό, που έγινε πολιτικός μηχανικός, και ο Γιώργος, που πέθανε από φυματίωση (υπερκόπωση την έλεγαν τότε οι γιατροί). Δούλευε πολύ στο μαγαζί του παππού μου και ίσως αυτή του η κόπωση συνέβαλε στον θάνατό του. Ο Γιώργος ήταν ποιητής. Η μητέρα μου θυμόταν ώσπου πέθανε ένα του ποίημα που ειχε γράψει για το βασιλιά. Είδα μια φωτογραφία του θείου μου του Γιώργου. Ήταν ψηλός, με λεπτά χαρακτηριστικά και με καθάρια μάτια σαν ουρανός μετά από καταιγίδα. Πέθανε όταν η μητέρα μου ήταν έγκυος σε μένα. Γι αυτό μου έδωσαν και το όνομά του. Ο θάνατος που κουβαλώ μέσα μου ίσως να έχει κάποια ρίζα του και στο γεγονός αυτό.
Μετά από αυτή την παρένθεση για τους νυχτερινούς θαμώνες του σπιτιού μας, συνεχίζω με τα παιδιά, εμάς, που παίζαμε δίπλα τους τα δικά μας παιχνίδια: κρυφτό ή κυνηγητό, ή σκαρώναμε φάρσες ο ένας του άλλου. Μια τέτια φάρσα ήτανε να δένουμε τη ζωστήρα κάποιου με μία κλωστή και να την τοποθετούμε στο ένα μέρος του δρόμου, ενώ στο απέναντι καθόταν κάποιος που κρατούσε το άλλο άκρο της κλωστής. Ύστερα κάναμε έτσι ώστε να αναγκαστεί ένα κορίτσι να περάσει ανάμεσα στην ζωστήρα και στο απέναντι αγόρι που κρατούσε το άλλο άκρο της κλωστής. Τότε το αγόρι αυτό τραβούσε την κλωστή και μέσα στο μισοσκόταδα η ζωστήρα έμοιαζε με φίδι. Το κορίτσι τρόμαζε και αυτό ήταν το τέλος αυτού του παιχνιδιού μέσα στα γέλια των υπόλοιπων παιδιών.
Μια άλλη φάρσα ήταν η εξής. Σκάβαμε στον (χωμάτινο βέβαια) δρόμο μια λακκούβα ίσα που να χωράει ένα πόδι παιδιού. Ύστερα την γεμίζαμε με κοπριά από κότες και ρίχναμε μέσα νερό. Από πάνω τοποθετούσαμε καλάμια σταυρωτά , πάνω στα καλάμια βάζαμε ένα χαρτί και πάνω του ρίχναμε χώμα ώστε να κρύψει την παγίδα. Κατόπιν παίρναμε ένα παιδί λέγοντάς του ότι θα του λέγαμε κάτι κρυφά από τους άλλους, περνούσαμε το χέρι μας γύρω από τις πλάτες του και το οδηγούσαμε έτσι ώστε να πατήσει στο μέρος του δρόμου που ήταν η λακκούβα. Το πόδι του έμπαινε μέσα, το παιδί λερωνόταν και αυτό ήταν όλο.
Θέλω να σου πω εδώ Γιωργία ότι ποτέ μου δεν συμμετείχα ενεργά σε ενέργειες όπως αυτές, ή εκείνες με την κοροϊδία γερόντων. Ούτε όμως μπορούσα να κάνω κάτι για να τις σταματήσω. Δεν ήμουν τόσο δυνατός ώστε να αντιταχτώ ή περισσότερο να επιβάλω τη γνώμη μου.. Έμενα έξω από αυτές, αλλά μερικές φορές τις ακολουθούσα για να μη φανώ λιγότερο τολμηρός από τα άλλα παιδιά ή για να μην με διώξουν από την παρέα τους. Αυτό με έκανε να ζω κάπως σαν στο περιθώριο όταν έπρεπε να πάρω θέση σε παιδικά καμώματα όπως τα παραπάνω. Τότε δεν αισθανόμουν πολύ άνετα στο βασίλειό μου, που ήταν η οδός Άγιδος στο μικρό κομμάτι της από του Λεωνίδα τον Τάφο, που ήτανε το ένα άκρο του, μέχρι που αυτή να συναντήσει την πρώτη κάθετο που δεν ήξερα ούτε τότε ούτε τώρα πώς λέγεται.
Η πρώτη κάθετος όμως αυτή, όπως και αν τη λέγανε, είχε κάτι που της έδινε ζωντάνια, χάρη και ομορφιά. Γιατί δίπλα της, και στα δυο της μέρη, κυλούσαν δυο πεντακάθαρα, κελαρυστά, δροσερά μέσα στο καλοκαίρι ρυάκια. Καθόμουν και τα έβλεπα με τις ώρες.
Θύμησες.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε μεσημέρι πριν από το μεσημεριανό φαγητό, τα καλοκαίρια, μισάνοιγε την εξώποτρα και κοίταζε έξω. Αν η περίπολος της ημέρας εκείνης ήταν ιταλός στρατιώτης, τότε έβγαζε έξω το χέρι της, που κρατούσε μια ξύλινη κανάτα για νερό, και έκανε νόημα στον φρουρό που έκανε τη βάρδια του στην Άγιδος, δείχνοντάς του προς τη βρύση του Τάφου. Αυτό ήταν η αίτηση της άδειας για να πάει να γεμίσει κρύο νερο από τη βρύση του Τάφου. Και πάντοτε η απάντηση του φρουρού ήταν θετική στο αίτημα της γιαγιάς.
Τη βρύση εκείνη τη λέω βρύση του Τάφου, επειδή έτσι την ήξεραν όλοι. Δεν ήταν μέσα στον Τάφο, ούτε δίπλα του, παρά απείχε καμιά τριανταριά μέτρα από αυτόν. Το νερό της ήτανε κρύο χειμώνα καλοκαίρι και οι περαστικοί του καλοκαιριού σταματούσαν να το γευτούν για λίγο.
Θυμάμαι τον παππού μου με ένα μεταλλικό κυπελλάκι κρεμασμένο στο στήθος του να πηγαινοέρχεται στο σπίτι μέσα. Το κυπελλάκι, που τον πάτο του φρόντιζε η γιαγιά να τον κρατάει υγρόν με νερό που έριχνε κάθε τόσο, το είχε για να ρίχνει μέσα τις στάχτες από τα τσιγάρα που κάπνιζε το ένα μετά το άλλο όλη την ημέρα. Του το είχε επιβάλει η γιαγιά μου για να μη της λερώνει τα πατώματα. Εκείνος το είχε δεχτεί σχεδόν αδιαμαρτύρητα. «Τι να της κάνω ρε Γιώργη αφού επιμένει;», μου είπε όταν του είπα ότι αυτό το πράγμα μου φαινόταν πολύ παράξενο.
Θυμάμαι ότι προσφωνούσα τη γιαγιά μου «λω νόνα». Έλεγε ότι έτσι το βρήκε και έτσι ήθελε να το κρατήσει. Έτσι λοιπόν την προσφωνούσα. Έψαξα όταν μεγάλωσα να βρω τις ρίζες αυτού του «λω» μα χάθηκα μέσα στις διάφορες υποθέσεις. Την ιδιαίτερη πατρίδα του παππού μου και της γιαγιάς μου δεν την ήξερα.
Θυμάμαι την ημέρα που θα με πήγαιναν για πρώτη φορά στον Παιδικό Σταθμό, που μόλις μια χρονιά πριν είχε ιδρυθεί. Είχα στυλώσει τα πόδια και η μάνα μου με έσερνε. Τέλος δεν άντεξε και με γύρισε πίσω.
Θυμάμαι που όταν κατέβηκε ο Άρης Βελουχιώτης στην Πελοπόννησο, ένας νεαρός αντάρτης πέρναγε από το δρόμο μας κάθε μέρα κατά το μεσημέρι. Ήταν κοντός, με ένα έξυπνο πρόσωπο, με γένια και μακριά μαλλιά, φορώντας αρβύλες και έχοντας στη μέση του μια ζώνη με σφαίρες και κρεμασμένο ένα πιστόλι. Εμείς παίζαμε ποδόσφαιρο με ένα τόπι φτιαγμένο με κουρέλια από τη μάνα κάποιου. Πάντα μας χαιρετούσε χαμογελώντας. Μια μέρα μας ρώτησε: «θέλετε να σας φέρω ένα καινούργιο τόπι;» Φυσικά και θέλαμε, αν και δεν είχαμε ιδέα πώς θα ήτανε ένα τόπι έξω από κείνο το φτιαγμένο από κουρέλια. Την τρίτη μέρα μετά από την υπόσχεσή του, μας έφερε ένα τόπι. Ήτανε πράγματι ένα ολοστρόγγυλο τόπι, χοροπηδούσε όταν το πέταγες στο χώμα, όμως ήτανε πολύ σκληρό και τις πρώτες μέρες που παίξαμε μ’ αυτό είχαμε όλοι πονεμένα πόδια. Με τον καιρό το συνηθίσαμε. Και για διαφορά από τα άλλα τόπια που κυκλοφορούσανε, το λέγαμε «το τόπι του αντάρτη».
Κάθε καλοκαίρι, όταν ωρίμαζαν τα σταφύλια, η γειτονιά είχε γιορτή. Γιατί τότε ο παππούς μου, κάποια Κυριακή, φώναζε τις γειτόνισσες και τον βοηθούσαν στον τρύγο των σταφυλιών από τις κληματαριές που όπως σου είπα βρίσκονταν του πίσω μέρος του σπιτιού. Γυναικομάνι στο σπίτι, που όλες βοηθούσαν να κοπούν και να συγκεντρωθούν τα σταφύλια σε ένα μέρος του κήπου ειδικά διευθετημένο. Ύστερα αυτά τα μοιράζονταν οι γειτόνισσες μεταξύ τους και τα κουβαλούσαν στα σπίτια τους. Ήτανε δεκάδες οκάδες σταφύλια και τι να τα έκανε όλα ο παππούς.
Έτσι γνώρισα και τον τρύγο. Και κάθε χρονιά ήμουν μάρτυρας του τρύγου, του θέρου και του πόλεμου. Βιασύνη, κόπωση αλλά και χαρά στον τρύγο και στον θέρο, κόπωση χωρισμοί ταλαιπωρία δυστυχία και θάνατος στον πόλεμο. Τον τρύγο τον γνώρισα γιατί κάθε χρόνο φρόντιζα να είμαι παρών όποτε θεριζόταν το δίπλα από το σπίτι μας χωράφι, εκείνο που τα στάχια του με τάιζε η ωραία μου Ελένη. Ως για τον πόλεμο, ζούσα μέσα σ’ αυτόν, αφού βάσταξε μαζί με την Κατοχή μας για πέντε χρόνια. Αστειευόμενος μάλιστα ο πατέρας μου αργότερα, μου έλεγε ότι εγώ έφερα τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (επειδή τη χρονιά που άρχισε αυτός γεννήθηκα κι εγώ). Αυτά ήρθαν στο μυαλό μου όταν, μεγάλος, πρωτάκουσα την ρήση του λαού «Θέρος τρύγος πόλεμος».
Στο χωράφι αυτό, όταν ήτανε θερισμένο, γερμανοί στρατιώτες έκαναν κάθε πρωί γυμναστική και παίζανε διάφορα αντρικά παιχνίδια. Ένα από αυτά ήτανε να βάζουν μέσα σε μια στρατιωτική κουβέρτα έναν στρατιώτη τους και άλλοι, πιάνοντας την κουβέρτα από τις τέσσερες άκρες της να τον εκσφενδονίζουν όσο πιο ψηλά γινόταν και να τον ξαναπιάνουν μέσα σ’ αυτήν καθώς έπεφτε κάτω. Θυμάμαι πόσο τρόμαζα κάθε φορά πως δεν θα μπορέσουν να τον «πιάσουν».
Εκτός από τα σταφύλια, οι φτωχοί γείτονες προμηθεύονταν και άλλα φαγώσιμα αγαθά από το σπίτι μας-από το σπίτι του παππού. Γιατί ο παππούς, κάνοντας χοντρές δουλειές, και επειδή το χρήμα ήταν δυσεύρετο, πληρωνόταν γι αυτές με τρόφιμα, που στον τόπο όπου έκανε τη δουλειά περίσσευαν. Έτσι είχαμε στο σπίτι αγαθά που οι γείτονες, όπως και οι περισσότεροι έλληνες, τα στερούνταν. Λάδι, μέλι, μαρμελάδες, βούτυρο, όσπρια, δεν έλειπαν από τα κελάρια του σπιτύ. Από αυτά πολλά πήγαιναν λοιπόν στις γειτόνισσες και στις οικογένειές τους, κάτι που αυτές πάντοτε το αναγνώριζαν στον παππού μου.
Θυμάμαι που η γιαγιά έφτιαχνε σαπούνι, κάθε που μαζεύονταν παλιόλαδα σε ένα δοχείο που προορίζονταν γι αυτόν το σκοπό. Έβαζε έξω από το πλυσταριό φωτιά, τοποθετούσε ένα σιδερένιο τρίποδο πάνω της και πάνω στο τρίποδο ένα καζάνι. Εκεί με έναν τρόπο άγνωστόν μου τότε, έφτιαχνε μεγάλες πλάκες σαπουνιού, που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του νοικοκυριού και της καθαριότητας. Μου έκανε εντύπωση από τότε, πώς, ένα υλικό φτιαγμένο από λάδι, έδιωχνε το λάδι από τα χέρια. Μέχρι πριν από οχτώ χρόνια φύλαγα στο σπίτι δυο τέτοιες πλάκες σαπούνι. Ώσπου μια μέρα μου λέει η ουκρανή κοπέλα που μου καθάριζε το σπίτι (αλήθεια από τότε που η γιαγιά μου έφτιαχνε το σαπούνι μέχρι να μου καθαρίσει το σπίτι μια ουκρανή, πόσες χιλιετηρίδες έχουν περάσει….): «Κύριε Γιώργο βρήκα δυο κομμάτια χαλασμένο τυρί (!) και τα πέταξα».
Τα σταφύλια που τρυγούνταν όμως ήσαν λιγότερα από όσα εξαρχής υπήρχαν πάνω στις κληματαριές. Γιατί κάποιος μικρός, όταν τα σταφύλια άρχιζαν να κοκκινίζουν-ή να ασπρίζουν, ανάλογα με τη ράτσα τους- έπαιρνε τη βαριά σκάλα που υπήρχε πάντοτε στον κήπο, την πήγαινε στις κληματαριές και τρυγούσε πριν από τον τρύγο. Ο μικρός αυτός βέβαια ήμουν εγώ. Το ίδιο έκανα και με τις ροδιές του κήπου. Όταν άρχιζαν να σχηματίζονται τα ρόδια και ενώ ακόμα μέσα ήσαν τελείως άσπρα, τα έτρωγα με μεγάλη μου ευχαρίστηση! Με λαιμαργία μεγαλύτερη όμως καταβρόχθιζα τα καϊσια από την καϊσιά που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον τοίχο του κήπου που μας χώριζε από τον κήπο του σπιτιού που βρισκόταν δίπλα μας. Στο δίπλα αυτό σπίτι έμενε η οικογένεια Κρούσκα, που η κόρη τους ήτανε η μετέπειτα ηθοποιός Βέρα Κρούσκα. Δεν θα ξεχάσω ώσπου να πεθάνω τη γεύση, το άρωμα και τη νοστιμιά αυτών των καϊσιών.
ΣΠΑΡΤΗ-2
Τα βράδια μαζευόταν όλη η γειτονιά στο σπίτι μας και σπρώχνανε την ώρα ώσπου να έρθει η άλλη ώρα-του ύπνου.
Σε καρέκλες ή χάμου καθόντας, άντρες και γυναίκες, κουβέντιαζαν για τα νέα της ημέρας, για τον καιρό, έλεγαν αστεία ή διηγόνταν ιστορίες.
Μαζί με άλλους που δεν τους θυμάμαι, έρχονταν και η Κούλα, η Νίνα η Μαγέτου με τη μαμά της και τον μπαμπά της, μια κοπέλα από τη Σκάλα που καθόταν δίπλα από τη Δημοσταίνενα και η μητέρα του Ρωμύλου. Ο Ρωμύλος δεν ήρθε ποτέ στα βραδινά αυτά. Τα πρωινά από το σπίτι του ακουγόταν να παίζει κιθάρα και να τραγουδάει. Το τραγούδι που έλεγε συχνότερα ήταν ένα που σε κάποια στροφή του έλεγε «…τα κοραλένια χείλη σου…» Τα παιδιά πήγαιναν έξω από το παράθυρό του και του φώναζαν «…τα κολαρένια χείλη σου…» Αυτός δεν αντιδρούσε. Δεν ξέρω τι έγινε ο Ρωμύλος.
Η Νίνα ήταν ένα κορίτσι που έμενε με την οικογένειά της δίπλα από τις φυλακές της Σπάρτης, που βρίσκονταν πενήντα μέτρα από το σπίτι του παππού. Τα άλλα παιδιά κορόιδευαν τη Νίνα λέγοντας ότι είναι χαζή. Δεν είχα γνώμη. Αργότερα, έμαθα ότι πήγε στην Αμερική.
Η Δημοσταίνενα ήτανε μια γριά που έμενε απέναντί μας κοντά στο σπίτι του Κωστάκη. Είχε τρία παιδιά: τη Μάτω, τη Δήμητρα και το Γιώργο, μεγάλα στην ηλικία-συνομήλικα των γονιών μας. Επώνυμό τους: Θεοφιλόπουλος. Ο γιος έγινε λαδέμπορος στην Αθήνα. Η Μάτω έμεινε ανύπαντρη. Ο Γιώργος παντρεύτηκε πολύ μεγάλος μια γυναίκα που είχε το ύφος αριστοκράτισσας. Όσοι την ήξεραν την έλεγαν ψηλομύτα επειδή δεν έκανε παρέα μαζί τους.
Η οικογένεια Θεοφιλόπουλων ήταν πλούσια οικογένεια. Το σπίτι τους ήτανε διόροφο.
Η κυρα-Δημοσταίνενα (από τον θανόντα σύζυγό της Δημοσθένη), έβγαζε μια καρέκλα τα πρωινά αλλά και τα βράδια έξω από την πόρτα του σπιτιού της και καθόταν εκεί βλέποντας εμάς που παίζαμε. Όταν έβλεπε ένα παιδί να έχει στο χέρι του κάτι φαγώσιμο, του ζητούσε: «Δώσε μου και μένα λίγο μαρή!», αν ήτανε κορίτσι, ή «Δώσε μου και μένα λίγο…» αν το παιδί ήτανε αγόρι, οπότε και ακολουθούσε το όνομα του αγοριού από το οποίο αυτή ζητούσε κάτι. Μου έλεγε η μητέρα μου ότι η αδερφή της (της μητέρας μου) η Αντιγόνη, τόσο δεν μπορούσε να ακούει μια γρηά που τα έχει όλα να ζητάει κάτι φαγώσιμο και τόσο την είχε νευριάσει ζητώντας της πάντα κάτι, που έβαζε κάτω ό,τι κρατούσε και το πάταγε, λέγοντάς ταυτόχρονα στη Δημοσταίνενα: «Το πατάω, δε στο δίνω». Η Δημοσταίνενα φαίνεται πως ήτανε λίγο λιχούδω.
Η Αντιγόνη, η αδερφή της μητέρας μου, πήγε στην Αμερική και παντρεύτηκε εκεί έναν έλληνα. Άλλα αδέρφια της μητέρας μου ήταν ο Πότης (Παναγιώτης), μαθηματικό και κατασκευαστικό μυαλό, που έγινε πολιτικός μηχανικός, και ο Γιώργος, που πέθανε από φυματίωση (υπερκόπωση την έλεγαν τότε οι γιατροί). Δούλευε πολύ στο μαγαζί του παππού μου και ίσως αυτή του η κόπωση συνέβαλε στον θάνατό του. Ο Γιώργος ήταν ποιητής. Η μητέρα μου θυμόταν ώσπου πέθανε ένα του ποίημα που ειχε γράψει για το βασιλιά. Είδα μια φωτογραφία του θείου μου του Γιώργου. Ήταν ψηλός, με λεπτά χαρακτηριστικά και με καθάρια μάτια σαν ουρανός μετά από καταιγίδα. Πέθανε όταν η μητέρα μου ήταν έγκυος σε μένα. Γι αυτό μου έδωσαν και το όνομά του. Ο θάνατος που κουβαλώ μέσα μου ίσως να έχει κάποια ρίζα του και στο γεγονός αυτό.
Μετά από αυτή την παρένθεση για τους νυχτερινούς θαμώνες του σπιτιού μας, συνεχίζω με τα παιδιά, εμάς, που παίζαμε δίπλα τους τα δικά μας παιχνίδια: κρυφτό ή κυνηγητό, ή σκαρώναμε φάρσες ο ένας του άλλου. Μια τέτια φάρσα ήτανε να δένουμε τη ζωστήρα κάποιου με μία κλωστή και να την τοποθετούμε στο ένα μέρος του δρόμου, ενώ στο απέναντι καθόταν κάποιος που κρατούσε το άλλο άκρο της κλωστής. Ύστερα κάναμε έτσι ώστε να αναγκαστεί ένα κορίτσι να περάσει ανάμεσα στην ζωστήρα και στο απέναντι αγόρι που κρατούσε το άλλο άκρο της κλωστής. Τότε το αγόρι αυτό τραβούσε την κλωστή και μέσα στο μισοσκόταδα η ζωστήρα έμοιαζε με φίδι. Το κορίτσι τρόμαζε και αυτό ήταν το τέλος αυτού του παιχνιδιού μέσα στα γέλια των υπόλοιπων παιδιών.
Μια άλλη φάρσα ήταν η εξής. Σκάβαμε στον (χωμάτινο βέβαια) δρόμο μια λακκούβα ίσα που να χωράει ένα πόδι παιδιού. Ύστερα την γεμίζαμε με κοπριά από κότες και ρίχναμε μέσα νερό. Από πάνω τοποθετούσαμε καλάμια σταυρωτά , πάνω στα καλάμια βάζαμε ένα χαρτί και πάνω του ρίχναμε χώμα ώστε να κρύψει την παγίδα. Κατόπιν παίρναμε ένα παιδί λέγοντάς του ότι θα του λέγαμε κάτι κρυφά από τους άλλους, περνούσαμε το χέρι μας γύρω από τις πλάτες του και το οδηγούσαμε έτσι ώστε να πατήσει στο μέρος του δρόμου που ήταν η λακκούβα. Το πόδι του έμπαινε μέσα, το παιδί λερωνόταν και αυτό ήταν όλο.
Θέλω να σου πω εδώ Γιωργία ότι ποτέ μου δεν συμμετείχα ενεργά σε ενέργειες όπως αυτές, ή εκείνες με την κοροϊδία γερόντων. Ούτε όμως μπορούσα να κάνω κάτι για να τις σταματήσω. Δεν ήμουν τόσο δυνατός ώστε να αντιταχτώ ή περισσότερο να επιβάλω τη γνώμη μου.. Έμενα έξω από αυτές, αλλά μερικές φορές τις ακολουθούσα για να μη φανώ λιγότερο τολμηρός από τα άλλα παιδιά ή για να μην με διώξουν από την παρέα τους. Αυτό με έκανε να ζω κάπως σαν στο περιθώριο όταν έπρεπε να πάρω θέση σε παιδικά καμώματα όπως τα παραπάνω. Τότε δεν αισθανόμουν πολύ άνετα στο βασίλειό μου, που ήταν η οδός Άγιδος στο μικρό κομμάτι της από του Λεωνίδα τον Τάφο, που ήτανε το ένα άκρο του, μέχρι που αυτή να συναντήσει την πρώτη κάθετο που δεν ήξερα ούτε τότε ούτε τώρα πώς λέγεται.
Η πρώτη κάθετος όμως αυτή, όπως και αν τη λέγανε, είχε κάτι που της έδινε ζωντάνια, χάρη και ομορφιά. Γιατί δίπλα της, και στα δυο της μέρη, κυλούσαν δυο πεντακάθαρα, κελαρυστά, δροσερά μέσα στο καλοκαίρι ρυάκια. Καθόμουν και τα έβλεπα με τις ώρες.
Θύμησες.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε μεσημέρι πριν από το μεσημεριανό φαγητό, τα καλοκαίρια, μισάνοιγε την εξώποτρα και κοίταζε έξω. Αν η περίπολος της ημέρας εκείνης ήταν ιταλός στρατιώτης, τότε έβγαζε έξω το χέρι της, που κρατούσε μια ξύλινη κανάτα για νερό, και έκανε νόημα στον φρουρό που έκανε τη βάρδια του στην Άγιδος, δείχνοντάς του προς τη βρύση του Τάφου. Αυτό ήταν η αίτηση της άδειας για να πάει να γεμίσει κρύο νερο από τη βρύση του Τάφου. Και πάντοτε η απάντηση του φρουρού ήταν θετική στο αίτημα της γιαγιάς.
Τη βρύση εκείνη τη λέω βρύση του Τάφου, επειδή έτσι την ήξεραν όλοι. Δεν ήταν μέσα στον Τάφο, ούτε δίπλα του, παρά απείχε καμιά τριανταριά μέτρα από αυτόν. Το νερό της ήτανε κρύο χειμώνα καλοκαίρι και οι περαστικοί του καλοκαιριού σταματούσαν να το γευτούν για λίγο.
Θυμάμαι τον παππού μου με ένα μεταλλικό κυπελλάκι κρεμασμένο στο στήθος του να πηγαινοέρχεται στο σπίτι μέσα. Το κυπελλάκι, που τον πάτο του φρόντιζε η γιαγιά να τον κρατάει υγρόν με νερό που έριχνε κάθε τόσο, το είχε για να ρίχνει μέσα τις στάχτες από τα τσιγάρα που κάπνιζε το ένα μετά το άλλο όλη την ημέρα. Του το είχε επιβάλει η γιαγιά μου για να μη της λερώνει τα πατώματα. Εκείνος το είχε δεχτεί σχεδόν αδιαμαρτύρητα. «Τι να της κάνω ρε Γιώργη αφού επιμένει;», μου είπε όταν του είπα ότι αυτό το πράγμα μου φαινόταν πολύ παράξενο.
Θυμάμαι ότι προσφωνούσα τη γιαγιά μου «λω νόνα». Έλεγε ότι έτσι το βρήκε και έτσι ήθελε να το κρατήσει. Έτσι λοιπόν την προσφωνούσα. Έψαξα όταν μεγάλωσα να βρω τις ρίζες αυτού του «λω» μα χάθηκα μέσα στις διάφορες υποθέσεις. Την ιδιαίτερη πατρίδα του παππού μου και της γιαγιάς μου δεν την ήξερα.
Θυμάμαι την ημέρα που θα με πήγαιναν για πρώτη φορά στον Παιδικό Σταθμό, που μόλις μια χρονιά πριν είχε ιδρυθεί. Είχα στυλώσει τα πόδια και η μάνα μου με έσερνε. Τέλος δεν άντεξε και με γύρισε πίσω.
Θυμάμαι που όταν κατέβηκε ο Άρης Βελουχιώτης στην Πελοπόννησο, ένας νεαρός αντάρτης πέρναγε από το δρόμο μας κάθε μέρα κατά το μεσημέρι. Ήταν κοντός, με ένα έξυπνο πρόσωπο, με γένια και μακριά μαλλιά, φορώντας αρβύλες και έχοντας στη μέση του μια ζώνη με σφαίρες και κρεμασμένο ένα πιστόλι. Εμείς παίζαμε ποδόσφαιρο με ένα τόπι φτιαγμένο με κουρέλια από τη μάνα κάποιου. Πάντα μας χαιρετούσε χαμογελώντας. Μια μέρα μας ρώτησε: «θέλετε να σας φέρω ένα καινούργιο τόπι;» Φυσικά και θέλαμε, αν και δεν είχαμε ιδέα πώς θα ήτανε ένα τόπι έξω από κείνο το φτιαγμένο από κουρέλια. Την τρίτη μέρα μετά από την υπόσχεσή του, μας έφερε ένα τόπι. Ήτανε πράγματι ένα ολοστρόγγυλο τόπι, χοροπηδούσε όταν το πέταγες στο χώμα, όμως ήτανε πολύ σκληρό και τις πρώτες μέρες που παίξαμε μ’ αυτό είχαμε όλοι πονεμένα πόδια. Με τον καιρό το συνηθίσαμε. Και για διαφορά από τα άλλα τόπια που κυκλοφορούσανε, το λέγαμε «το τόπι του αντάρτη».
Κάθε καλοκαίρι, όταν ωρίμαζαν τα σταφύλια, η γειτονιά είχε γιορτή. Γιατί τότε ο παππούς μου, κάποια Κυριακή, φώναζε τις γειτόνισσες και τον βοηθούσαν στον τρύγο των σταφυλιών από τις κληματαριές που όπως σου είπα βρίσκονταν του πίσω μέρος του σπιτιού. Γυναικομάνι στο σπίτι, που όλες βοηθούσαν να κοπούν και να συγκεντρωθούν τα σταφύλια σε ένα μέρος του κήπου ειδικά διευθετημένο. Ύστερα αυτά τα μοιράζονταν οι γειτόνισσες μεταξύ τους και τα κουβαλούσαν στα σπίτια τους. Ήτανε δεκάδες οκάδες σταφύλια και τι να τα έκανε όλα ο παππούς.
Έτσι γνώρισα και τον τρύγο. Και κάθε χρονιά ήμουν μάρτυρας του τρύγου, του θέρου και του πόλεμου. Βιασύνη, κόπωση αλλά και χαρά στον τρύγο και στον θέρο, κόπωση χωρισμοί ταλαιπωρία δυστυχία και θάνατος στον πόλεμο. Τον τρύγο τον γνώρισα γιατί κάθε χρόνο φρόντιζα να είμαι παρών όποτε θεριζόταν το δίπλα από το σπίτι μας χωράφι, εκείνο που τα στάχια του με τάιζε η ωραία μου Ελένη. Ως για τον πόλεμο, ζούσα μέσα σ’ αυτόν, αφού βάσταξε μαζί με την Κατοχή μας για πέντε χρόνια. Αστειευόμενος μάλιστα ο πατέρας μου αργότερα, μου έλεγε ότι εγώ έφερα τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (επειδή τη χρονιά που άρχισε αυτός γεννήθηκα κι εγώ). Αυτά ήρθαν στο μυαλό μου όταν, μεγάλος, πρωτάκουσα την ρήση του λαού «Θέρος τρύγος πόλεμος».
Στο χωράφι αυτό, όταν ήτανε θερισμένο, γερμανοί στρατιώτες έκαναν κάθε πρωί γυμναστική και παίζανε διάφορα αντρικά παιχνίδια. Ένα από αυτά ήτανε να βάζουν μέσα σε μια στρατιωτική κουβέρτα έναν στρατιώτη τους και άλλοι, πιάνοντας την κουβέρτα από τις τέσσερες άκρες της να τον εκσφενδονίζουν όσο πιο ψηλά γινόταν και να τον ξαναπιάνουν μέσα σ’ αυτήν καθώς έπεφτε κάτω. Θυμάμαι πόσο τρόμαζα κάθε φορά πως δεν θα μπορέσουν να τον «πιάσουν».
Εκτός από τα σταφύλια, οι φτωχοί γείτονες προμηθεύονταν και άλλα φαγώσιμα αγαθά από το σπίτι μας-από το σπίτι του παππού. Γιατί ο παππούς, κάνοντας χοντρές δουλειές, και επειδή το χρήμα ήταν δυσεύρετο, πληρωνόταν γι αυτές με τρόφιμα, που στον τόπο όπου έκανε τη δουλειά περίσσευαν. Έτσι είχαμε στο σπίτι αγαθά που οι γείτονες, όπως και οι περισσότεροι έλληνες, τα στερούνταν. Λάδι, μέλι, μαρμελάδες, βούτυρο, όσπρια, δεν έλειπαν από τα κελάρια του σπιτύ. Από αυτά πολλά πήγαιναν λοιπόν στις γειτόνισσες και στις οικογένειές τους, κάτι που αυτές πάντοτε το αναγνώριζαν στον παππού μου.
Θυμάμαι που η γιαγιά έφτιαχνε σαπούνι, κάθε που μαζεύονταν παλιόλαδα σε ένα δοχείο που προορίζονταν γι αυτόν το σκοπό. Έβαζε έξω από το πλυσταριό φωτιά, τοποθετούσε ένα σιδερένιο τρίποδο πάνω της και πάνω στο τρίποδο ένα καζάνι. Εκεί με έναν τρόπο άγνωστόν μου τότε, έφτιαχνε μεγάλες πλάκες σαπουνιού, που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του νοικοκυριού και της καθαριότητας. Μου έκανε εντύπωση από τότε, πώς, ένα υλικό φτιαγμένο από λάδι, έδιωχνε το λάδι από τα χέρια. Μέχρι πριν από οχτώ χρόνια φύλαγα στο σπίτι δυο τέτοιες πλάκες σαπούνι. Ώσπου μια μέρα μου λέει η ουκρανή κοπέλα που μου καθάριζε το σπίτι (αλήθεια από τότε που η γιαγιά μου έφτιαχνε το σαπούνι μέχρι να μου καθαρίσει το σπίτι μια ουκρανή, πόσες χιλιετηρίδες έχουν περάσει….): «Κύριε Γιώργο βρήκα δυο κομμάτια χαλασμένο τυρί (!) και τα πέταξα».
Τα σταφύλια που τρυγούνταν όμως ήσαν λιγότερα από όσα εξαρχής υπήρχαν πάνω στις κληματαριές. Γιατί κάποιος μικρός, όταν τα σταφύλια άρχιζαν να κοκκινίζουν-ή να ασπρίζουν, ανάλογα με τη ράτσα τους- έπαιρνε τη βαριά σκάλα που υπήρχε πάντοτε στον κήπο, την πήγαινε στις κληματαριές και τρυγούσε πριν από τον τρύγο. Ο μικρός αυτός βέβαια ήμουν εγώ. Το ίδιο έκανα και με τις ροδιές του κήπου. Όταν άρχιζαν να σχηματίζονται τα ρόδια και ενώ ακόμα μέσα ήσαν τελείως άσπρα, τα έτρωγα με μεγάλη μου ευχαρίστηση! Με λαιμαργία μεγαλύτερη όμως καταβρόχθιζα τα καϊσια από την καϊσιά που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στον τοίχο του κήπου που μας χώριζε από τον κήπο του σπιτιού που βρισκόταν δίπλα μας. Στο δίπλα αυτό σπίτι έμενε η οικογένεια Κρούσκα, που η κόρη τους ήτανε η μετέπειτα ηθοποιός Βέρα Κρούσκα. Δεν θα ξεχάσω ώσπου να πεθάνω τη γεύση, το άρωμα και τη νοστιμιά αυτών των καϊσιών.