ΔΙΣΤΟΜΟ
Τον τελευταίο τον καιρό δε στάθηκε τ’ ασκέρι.
Όλο στους δρόμους ήμασταν και ο Καραϊσκάκης
Καθόλου δεν ησύχασε τους τούρκους κυνηγώντας
Και πολεμώντας τους. Κι εγώ, απόκοντα μαζί του.
Οντας στο Μαυρολίθαρο ακόμα ο Καραϊσκάκης .
Εμαθε από χωρικούς πως ο Ομέρ της Εύβοιας
Ερχόταν για τα μέρη μας, μαζί του κουβαλώντας
Καβαλαραίους και πεζούς ως τέσσερες χιλιάδες.
Αμέσως μόλις το ’μαθε τραβάει για τη Βελίτσα.
Φτάνουμε εκεί στις δεκοχτώ Γενάρη. Εκεί μας λένε
Πως έστησε ο Ομέρπασας ορδί στο Τουρκοχώρι.
Τραβά για κει. Μα του ’φεραν στο δρόμο το μαντάτο
Πως φύγαν οι τουρκοί από κει εδώ και τρεις μέρες. ...
Γυρνάμε πίσω άστεκα και πάλι στη Βελίτσα.
Εκεί έφτασε το σίγουρο το νέο πως οι τούρκοι
Τραβήξαν για το Δίστομο, χτυπήσαν τους δικούς μας,
Και κει τους εκρατάγανε τώρα μπλοκαρισμένους.
Μετά απ’ αυτά όμως ήτανε τ’ ασκέρι κουρασμένο.
Κι απ’ όλους πρώτος το ’ξερε αυτό ο Καραϊσκάκης.
Καθώς όμως φοβήθηκε πως με το χασομέρι
Μπορεί να ’ρθεί καταστροφή, διάλεγει παλληκάρια
τα πιο γερά κι αντρεία του, ίσα με τετρακόσα
Τους λέει ναπομείνουνε μόνο με το γελέκι
Για να μπορούν πιο γρήγορα να τρέξουνε, και πρώτος
Αυτός πετάει την λάπα του, ο άρρωστος,ο χτικιάρης,
Κι ας ήταν όλα τα βουνά όθε ήθελε διαβούνε
Χιόνια γεμάτα κι ο βοριάς θέριζε τις πλαγιές τους.
Όμως καθώς θα πέρναγαν από τη Δαύλεια δίπλα
Οπου είχανε ορδί εκεί του Ομέρ στημένο οι τούρκοι,
Προστάζει να μην ανεβεί σε άλογο κανένας
Για να μπορούν, αθέατοι, εύκολα να περάσουν.
Του λεν αυτός τουλάχιστο σε άλογο ν’ ανέβει,
Δε δέχεται. Κι έναν γερό φωνάζει πεζολάτη
Και αμοιβή μεγάληνε του τάζει, αν φυτρώντας
Φτερά στα πόδια, πέρναγε ανάμεσα ’π’ τους τούρκους
Κι έφτανε ως το Δίστομο να δώσει το μαντάτο
Ότι την ίδια νύχτα αυτή θα ειν’ εκεί φτασμένος
Και πως όταν ακούσουνε οι κλεισμένοι ντουφεκίδι
Θα πει ότι χτυπάει αυτός τις πλάτες των τουρκώνε
Και τότε να χτυπήσουνε κι αυτοί, ώστε να βλάψουν
Όσο μπορούνε πιό πολύ τους τούρκους. Και κινάει
Απ’ τή Βελίτσα, απόγεμα, στο Δίστομο να πάει.
Ο Ομέρπασας στο μεταξύ, στις δεκαφτά Γενάρη
Φτάνει στο Δίστομο. Εκεί, βλέπει πως οι δικοί μας
Δεν ειν’ πολλοί, και σκέφτηκε ότι δε θα μπορέσουν
Ν’ αντέξουνε αν έκανε γερό ένα γιουρούσι.
Φέρνει κι ένα κανόνι εκεί κι αρχίζει να χτυπάει.
Και του Γενάρη δεκαεννιά οι άπιστοι ορμάνε.
Μα οι δικοί μας τους κρατούν μακριά. Και όχι μόνο
Αλλά τους παίρνουν στο κοντό- και μακριά τους διώχνουν.
Καθώς το σούρουπο έπεφτε, φτάνει ο Γιώργος Δράκος.
Ερχόταν απ’ τά Σάλωνα. Μαζί του κι οι Σουλιώτες
Όπου με τα γεννήματα θυμώσαν του Σαφάκα.
Διώχνουν τον Καραμφίλμπεη απ’τον που εκράτει λόφο
Και ταμπουρώνονται σ’ αυτόν. Τώρα ο Καραϊσκάκης
Μετά ’πο τόσο δρόμο μες στης νύχτας το σκοτάδι
Και από κακοτράχαλα μέρη στρατολατώντας,
Φτάνει αλαφροπάτητος σα να ’τανε αγρίμι
Πρωί, μπροστά στου Ομέρπασα τ’ ορδί. Εκεί εστάθη
Για λίγη ωρα αμίλητος και συλλογή γεμάτος,
Ακίνητος, κοιτάζοντας τα τούρκικα τσαντήρια.
Αν γύρευαν άλλο να βρουν μέρος για να περάσουν,
θα τους εχαμπαρίζανε στα σίγουρα οι τούρκοι.
Και παίρνει μία τολμηρή απόφαση, μα πάλι
Που ήτανε και συνετή: από μέσα θα περνούσε
Απ’ τά τσαντήρια των τουρκών. Ευθύς λοιπόν προστάζει
Αυτή του την απόφαση ο ένας να πει στον άλλο,
Ψιθυριστά, μην ακουστούν. Κι ακόμα να προσέχουν
Μη μπερδευτούνε στα σκοινιά των τσαντηριών. Και πρώτος
Τραβά μπροστά, ενώ πίσω του ακολουθούνε όλοι.
Σα μπήκαν στο στρατόπεδο, μπήγουν φωνές κι αρχίζουν
Να ντουφεκάνε στις σκηνές δεξά κι αριστερά τους.
Αστροπελέκι να ’πεφτε πάνου στους τουρκαλάδες
Με τέτοιο δε θα σκώνονταν τρόμο από τον ύπνο.
Είπαν πως πάει, έφτασε η τελευταία τους ώρα.
Κι απ’ τό τσαντήρι του κανείς έξω δεν ξεπροβάλλει,
Μα ντουφεκάν στα κουτουρού, χωρίς το πού να βλέπουν.
Οι έλληνες στο Δίστομο ακούν το ντουφεκίδι
Κι αναρωτιούνται τί έτρεξε. Γιατί ο πεζολάτης
Που το μαντάτο θα ’φερνε, δείλιασε να περάσει.
Σε λίγο ξεχωρίζουνε στης νύχτας το σκοτάδι
Να ’ρχετ’ ασκέρι ολόκληρο από τ’ ορδί των τούρκων,
Και να τραβάει απάνου τους ολόισα. Θαρρώντας
Τούρκοι ότι τους ρίχνονται , αρχίζουνε να ρίχνουν.
"Αδέρφια είμαστ’ έλληνες! Μη ντουφεκάτε αδέρφια!"
Οι αποκλεισμένοι θάμαξαν για το καινούργιο τούτο
’Πικίντυνο κατόρθωμα που καν’ ο Καραΐσκάκης.
Πρέπει να βλάφτηκαν οι οχτροί πολύ, μιας κι οι δικοί μας
Χτυπούσανε από σιμά των τούρκων τα τσαντήρια.
Απ’ τούς λεβέντες του αρχηγού δύο στον τόπο μείναν.
Κι ένανε που μπερδεύτηκε στων τσαντηριών τα δίχτυα,
Οι τούρκοι τόνε πιάσανε κι αμέσως τον χαλάσαν.
Οταν συνήλθαν οι άπιστοι και του ’πανε τι εγίνη-
Πως απ’ τ’ ορδί τους πέρασε μέσα ο Καραϊσκάκης-
Ο Ομερπασας ελύσσαξε. Είπε να ταμπουρώσουν
Καλά το τέτοια που ’παθε ζημιά στρατόπεδο του,
Και τα κεφάλια διάταξε και πήρανε εκεινώνε
Που ήταν οι κακόμοιροι σκοποί το βράδυ εκείνο,
Να μάθουνε καλλίτερα οι άλλοι να φυλάνε.
Σα μπήκε μες στο Δίστομο, ξάπλωσ’ ο Καραΐσκάκης
Για μία ώρα. Υστερα (έπαιρνε να χαράζει)
Σηκώθηκε και πήγε κει που ήταν ταμπουρωμένα
Τα παλληκάρια που του 'Όμέρ βαστήξανε τ’ ασκέρι.
Ολο επαίνους ήτανε για κάθε παλληκάρι
Που αντιστάθη στον εχθρό στις δεκαεννιά Γενάρη.
Μετά να λέει άρχισε τ’ αστεία τα δικά του
Και οι λεβέντες δάκρυζαν απ’ τά πολλά τα γέλια.
Κανείς δεν ήξερε απ’ αυτόν πιότερο να κερδίζει
Των αντρειωμένων τις καρδιές. Ελεγες και μαζί του
Περπάταγε του Πνεύματος του Ελληνικού η λάμψη.
Οταν τ’ αστεία τέλειωσαν, κάποιος τόνε ρωτάει:
"Ποια είν’ τα προτερήματα που πρέπει ο Καπετάνιος
Να ’χει για να μπορεί κι αυτός όσα έκανες να κάνει;"
"Να σας ειπώ μετά χαράς αφού μου το ζητάτε.
Φρόνημα να ’χει πετεινού (για να εξουσιάζει),
Την καλωσύνη του σκυλιού (για να τον αγαπάνε),
Λιόντα θωριά και λεβεντιά (για να τόνε φοβούνται)
Περπατησά κι ύπνο λαγού (γοργός κι άγρυπνος να ’ναι)
Και γυναικεία πονηρία (για να γελά τους Τούρκους).
Αφού όλους τους εγκάρδιωσε, ανέβη σ’ ένα βράχο
Και βλέπει κατά τον εχθρό. Προσέχει πως οι τούρκοι
Κατέχουν ένα ύψωμα πολύ κοντά στ’ ορδί τους,
Όπου θα του χρησίμευε αν ήτανε δικό του.
Προστάζει να γεμίσουνε με χώμα όσα καλάθια
Και όσα ασκιά τους βρίσκονταν, και μόλις πέφτει η νύχτα
Ρίχνεται πα’ στο ύψωμα, διώχνει τους τουρκαλάδες
Και με καλάθια και μασκιά ένα ταμπούρι φκιάνει
Από το Τούρκικο τ’ ορδί σαράντα οργιές πιο πέρα.
Τώρα ο Ομέρ λογάριασε ότι αφού δεν πήρε
Με τους δικούς του το χωριό πριν έρθει ο Καραϊσκάκης
Μάταιος κόπος θα ’τανε τώρα να προσπαθήσει.
Και άλλο πια δεν του ’μενε απ’ την πολιορκία.
Ο Καραϊσκάκης βλέποντας πως δε μπορεί να διώξει
Με πόλεμο ένα δυνατό σαν του Ομέρ ασκέρι,
Σκέφτεται πώς θα γίνονταν τους δρόμους να του κόψει
Απ’ όπου επερνούσανε οι εφοδιοπομπές του,
Και αν μπορούσε νάκανε της Ράχοβας το κόλπο,
θα πει από παντού τ’ ορδί και του Ομέρ να κλείσει.
Φέρνει από τα Σάλωνα κι από το Λιδωρίκι
Τους καπετάνιους που ’χανε οριστεί να τα φυλάνε.
Προστάζει στην Αράχοβα να πάει ο Δυοβουνιώτης
Και με τους καβαλάρηδες στο Στείρι ο Γιαννούσης.
Υστερα έκατσε κι έγραψε στη Διοίκηση ένα γράμμα
Να τον προφτάσει με τροφές, γιατί από μέρες τώρα
Πάλι γερή εθέριζε πείνα τα παλληκάρια:
«Σεβαστή Διοίκησις,
η εσχάτη ελπίς του υπερήφανου Κιουτχή είναι το στρατόπεδον τούτο, το οποίον όταν ημείς το αφανίσωμεν, τότε και αυτός πρέπει να απελπισθεί. Δια τούτο εμετακαλέσαμεν και τα επίλοιπα στρατεύματα μας, δια να πιάσουν τας αναγκαίας θέσεις,ώστε οι πολιορκηταί μας να μείνουν πολιορκημένοι, και άμποτες η ευχή της Σεβαστής Διοικήσεως να μας ενισχύσει δια να εξολοθρεύσωμεν και αυτούς, ωσάν τον Κεχαγιά-μπεην και τον Μουστάμπεην, χρεωστούμεν όμως να παρουσιάσωμεν εις την Σεβαστην Διοίκησιν ότι από τας επί νυν πεμπομένας τροφάς, ολίγα στρατεύματα εζωοτροφήθησαν και μόλις ημπορούμεν να περάσωμεν ακόμα μη το πολύ δύο ημέρας, όθεν ως αναγκαιότατος ούτος ο πόλεμος, εις την νίκην του οποίου κρέμαται η σωτηρία της πολυπαθούς Ελλάδος, παρακαλείται θερμώς η Σεβαστη Διοίκησις να επιμεληθεί ως μήτηρ φιλόστοργος με όλην την δυνατήν δραστηριότητα ώστε τα αδύνατα να γίνουν δυνατά και να μας προβλέψει όσον τάχος με τας αναγκαίας τροφάς, γνωρίζομεν, Σεβαστή Διοίκησις, ότι τας πολλάς κακουχίας τας υποφέρει ο άνθρωπος, την δε πείναν δεν δύναται, ότι η βία είναι ακαταμάχητος, δια τούτο λοιπόν εξαποστέλλομεν επί
ταυτού τον κύριον Ιω. Σούτζον, οπού δια του ιδίου , να μας προφθάσητε με τροφάς και μίαν ώραν αρχήτερα, επειδή της πείνης τα αποτελέσματα τα ηξεύρομεν και αλλοίμονον θα είναι ο χαμός μας, ενώ ημπορούμεν να έχωμεν την νίκην εις τας χείρας, επαναλαμβάνομεν πάλιν και παρακαλούμεν Σεβαστή Διοίκησις, δι όνομα του θεού, δι αγάπην της Πατρίδος, τας τροφάς να μη τας χρονοτριβήσετε διόλου, αλλ’ όσον το ογληγορώτερον
να σταλθώσι δια να δοξασθεί ο τόπος ούτος του Διστόμου, και να βαφεί με το αίμα των εχθρών. Παρακαλείται η Σεβαστή Διοίκησις να παρακινήσει και τον κύριον Μπαλήν δια να μας προφθάσει με τροφάς.
Αναφέρομαι προσέτι προς την Σεβαστήν Διοίκησιν, ότι είναι ωφελιμώτατον πράγμα, τα εις Ελευσίνα συναχθέντα στρατιωτικά σώματα να διορισθώσι να υπάγωσι παρεμπρός, ώστε να προξενούσι κάποιαν βλάβην του εχθρού, έως να ημπορέσωμεν και ημείς να εξολοθρεύσωμεν το στρατόπεδον τούτο, και επομένως με αρκετά στρατεύματα προφθάνομεν και ημείς αμέσως, συγχρόνως με τας τροφάς να μας εξαποστείλητε και τζιμπιχανέ, ότι τον καίομεν εις τον πόλεμον και όχι ματαίως, ωσαύτως και κριθάρι δια το ιππικόν, ότι δεν έχομεν ούτε κλονί.
Τη 21 Ιανουαρίου 1827, Δίστομον
Ο ευπειθής πατριώτης
Καραϊσκάκης»
Οι τούρκοι μας εβάραγαν μ’ ένα κανόνι που ’χαν
Κιενώ βλαφτόμασταν εμείς, άβλαφτοι εκείνοι μέναν.
Για να διορθώσει το κακό, πρόσταζει ο Καραϊσκάκης
Να πα να κουβαλήσουνε απ’ τή Σκάλα των Σαλώνων,
Από το πλοίο το τούρκικο που πήρε με ρεσάλτο,
Δύο κανόνια. Τα ’φεραν. Κι ο πόλεμος γινόταν
Μονάχα με χοντρή φωτιά για κάμποσες ημέρες.
Προψές, τριάντα Γεναριού, αυτοί που ’ταν στο Στείρι
Κάτι αφύλαχτα είδανε τούρκικα ζα κοντά τους.
Τρέξαν να τα προγκήξουνε και να τα παν στο Στείρι.
Οι τουρκαλάδες τρέχουνε να τους τα πάρουν πίσω.
Όσοι στο Στείρι απόμεναν δικοί μας, όταν είδαν
Πως κιντυνεύουν κι άνθρωποι εκτός από τα ζώα,
Τρέχουνε να βοηθήσουνε. Και κυνηγάν τους τούρκους.
Οταν να πέφτουν ντουφεκιές ακούει ο Καραϊσκάκης
Ανέβη σ’ ένα ύψωμα, βλέπει το τι συμβαίνει
Και στέλνει από τό Δίστομο μια δύναμη να τρέξει
Με διαταγή στο τούρκικο τ’ ορδί να βάλει πόδι.
Εκείνοι ό,τι διατάχτηκαν το κάνανε στ’ ακέριο.
Πήραν τ’ ορδί. Μα επειδή κοντά ήτανε στους τούρκους,
Πάει, και αποπίσω του πιάνει ο Καραϊσκάκης
Εν’ άλλο μέρος που ήτανε ανάμεσα σε κείνους
Και στο χωριό, για να βαστά το δρόμο ανοιχτόνε.
Μα ξάφνου κι ενώ ο πόλεμος εβάσταγε ακόμα
Τί βλεπουνε οι Ελληνες... να ρχονται απ’ αντίκρυ
Δυο τάγματα του τακτικού στρατού. Με ξιφολόγχες,
Με τάξη ευρωπαΐκιά, και τετραγωνισμένα.
Οι Ελληνες ταράχτηκαν σαν τα ’δανε κι αρχίζουν
Ν’ αποτραβιούνται στην κορφή του λόφου να σωθούνε.
Οι άλλοι σαν τους βλεπουνε νομίζουν πως το σκάνε
Κι αρχίζουνε να τρέχουνε κι εκείνοι προς τα πίσω.
Βλέπονταςτούτο που ’γινε του εχθρού η καβαλαρία,
Τρέχει με το σκοπό να βγει στις πλάτες των δικών μας
Και να τους κόψει τη φυγή. Βλέπει ο Καραϊσκάκης
Πως τόσα εκινδύνευε να χάσει παλληκάρια
Και μένει εκεί που ήτανε να τα υποστηρίξει:
"Δε φεύγω αν δε γλιτώσουνε πρώτα εκείνοι" λέει.
Οσοι μαζί του ήτανε, βλέπουν πως ο χαμός τους
Σίγουρος είναι. Δείλιασαν και τρέχουνε και φεύγουν.
Ο Καραΐσκάκης έμεινε μ’ είκοσι παλληκάρια
Για ν’ αντιβγεί σ’ όλο του εχθρού το μπούγιο που ερχόταν.
Κι αλήθεια οι τούρκοι χύμηξαν. Μα τέτοια άμυνα βρίσκουν
Οπου αναγκαστήκανε να κόψουν την ορμή τους.
Οταν περάσαν άβλαφτοι κι οι τελευταίοι δικοί μας,
Τότε και παίρνει απόφαση να φύγει ο Καραϊσκάκης.
Ομως μες στα ταμπούρια του είναι οι τούρκοι τώρα.
Τον αλαφροπληγώνουνε. Τον έχουν κυκλωμένο.
Λίγο ακόμα χάνονταν. Μα δύο παλληκάρια,
Ο Γριβογιώργος ο Κωστής κι ο Διαμαντής ο Ζέρβας,
Ορμάν και τον γλιτώνουνε. Κι ενώ γλιτώνει ο Ζέρβας,
Ομως αρπάζουν ζωντανό το Γριβογιώργο οι τούρκοι.
Ο Καραϊσκάκης να σωθεί, τρέχει και να γκαρδιώσει
Ζητάει όσους φεύγανε, για να γυρίσουν πίσω.
Από την αγανάχτηση που ’χε που δε στεκόνταν,
Αρπαζε τα ντουφέκια τους και τράβαγε ο ίδιος.
Στο μεταξύ εβγήκανε απ’ τό Δίστομο οι άλλοι
Κι οι τούρκοι αναγκάστηκαν να τους απαρατήσουν.
Αφότου εκινήσαμε για Ρούμελη επέρσυ,
Αυτή η πρώτη είναι φορά που έλληνες νικιούνται.
Και όμως σκοτωθήκανε μονάχα έξη, κι ένας
Πιάστηκε μόνο ζωντανός μες στη φυγή ετούτη.
Και να τι γράφει σχετικά ο Δήμος ο Αινιάνας:
"Είναι τω όντι παράδοξον πως εις τόσον σημαντικήν φυγήν να μη βλαφθώσι περισσοτερον οι Ελληνες, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και την τολμηράν απόφασιν του Καραϊσκάκη, ο οποίος αν δεν ήθελε πιάσει εκείνην την θέσιν και δεν ήθελεν επιμείνει εις αυτήν, καταφρονών γενναίως τον επικείμενον κίνδυνον, πολλοί από τους Ελληνας ήθελον περοκλεισθεί επί του λόφου και δεν ήθελον δυνηθεί να διασωθώσιν".
Ο Καραϊσκάκης τίμαγε πολύ τα παλληκάρια
Κι ήταν απαρηγόρητος που πιάστη ο Γριβογιώργος.
Μαντατοφόρο έστειλε του Ομέρπασα ζητώντας
Το Γριβογιώργο ν’ άλλαζε με δυο αγάδες τούρκους.
Μα κείνος δεν τον έδωσε έχοντας υποψία
Πως έτσι για να τον ζητά πολύ ο Καραϊσκάκης,
Κάποιο θα ήταν υψηλό πρόσωπο των ελλήνων.
ΛΕΥΤΕΡΗ Η ΡΟΥΜΕΛΗ
Το ταχτικό το τούρκικο το τάγμα πήρε θάρρος
Και νόμισε πως μόνο του τους έλληνες θα πάρει.
Και ξεκινάει. Εβαλε όμως ο Καραϊσκάκης
Τα παλληκάρια που καλούς ήξερε στο σημάδι
Σε μια γραμμή μπροστά μπροστά, και διάταξε τους άλλους
Πίσω τους, να γεμίζουνε τα όπλα για τους πρώτους,
Ωστε να είναι συνεχές κι αλάθητο το βόλι.
Την ίδια ώρα έστειλε τ’ άλλα τα παλληκάρια
Να τρέξουνε και να χτυπούν τους τούρκους απ’ τά πλάγια.
Βλέποντας τώρα οι ταχτικοί ολούθε να χτυπιούνται,
Πισωγυρίζουν. Οι Ελληνες τους παίρνουν από πίσω.
Απ’ την ημέρα οι Ελληνες αυτή, καταφρονέσαν
Ολότελα το ταχτικό τ’ ασκέρι του Σουλτάνου.
Την ίδια εκείνη έτυχε νύχτα να κάνει κρύο,
Τέτοιο που την Αράχοβα εθύμισε στους τούρκους.
Και μάλιστα όταν μάθανε ότι στην Αταλάντη
Κάναν ντισμπάρκο οι έλληνες φοβήθηκαν μην πάθουν
Τα ίδια του Μουστάμπεη. Λοιπόν την ίδια νύχτα,
Πέντε Φλεβάρη, αφήνοντας στημένες τις σκηνές τους
Για να μην κάνουν θόρυβο, φεύγουνε σαν τους κλέφτες.
Γι αυτό και δεν τους πήρανε οι έλληνες χαμπάρι,
Ωσπου ένας σκλάβος έλληνας που το ’σκασε απ’ τούς τούρκους
Τους έφερε την είδηση. Ετρέξανε αμέσως
Αλλά δεν τους προλάβανε. Ζωγρήσανε μονάχα
Τριάντα, που πηγαίνανε αργότερα απ’ τους άλλους.
Χωρίς καθόλου να στεθεί ανάσα για να πάρει
Ο Ομέρπασας ετράβηξε ίσα κατά τη Δαύλεια
Πήρε όσους βρίσκονταν εκεί, περνάει απτή Λεβάδεια.
Παίρνει τους τούρκους κι από κει, και για Εύβοια τραβάει.
Οι τούρκοι που στα Σαλωνα είχανε απομείνει,
Σαν όλα τούτα μάθανε σηκώθηκαν κι εκείνοι
Και φύγανε αθόρυβα κι αυτοί σαν τον Ομέρη,
Αφήνοντας το κάθε τι στο γρήγορο φευγιό τους.
Μαζί τους σέρναν χριστιανούς καμπόσους που ’χαν σκλάβους.
Καθώς όμως τους πήρανε οι δικοί μας του κυνηγού
Κι αυτούς τους λευτερώσανε, κι απτούς δικούς τους χάσαν.
Ολόκληρη έτσι η Ρούμελη ελεύθερη ήταν τώρα.
Οχτώβρη όταν κίνησε πέρσυ ο Καραϊσκάκης
Την εκστρατεία του αυτή, στέναζε η Ρούμελη όλη
Κατ’ απ’ τον Τούρκικο ζυγό. Τεσσεροι μήνες φτάσαν
Για να ’ναι πάλι λεύτερη κι από χαρά ν’ αστράφτει.
«ΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΩΜΑΣΤΕ ΕΝΑ!»
Ενώ το πολυβάσανο του Καραϊσκάκη ασκέρι
Λευτέρωνε τη Ρούμελη, την ίδια κείνη ώρα
Μάλωναν οι πολιτικοί για το ποιος πρέπει να ’ναι
Ο τόπος που η Συνέλευση τους βόλευε να γίνει.
Αλλοι ήθελαν την Αίγινα κι άλλοι την Ερμιόνη,
Κι άλλοι τον Πόρο διάλεγαν. Για λίγο ν’ αρπαχτούνε.
Και όλοι τους ζητάγανε απ’ τον Καραϊσκάκη
Με το δικό τους ο καθείς το σχέδιο να συμπράξει.
Όμως αυτός αηδίαζε τις τέτοιες τσιριμόνιες-
Και πιό που εγινόντανε την ώρα τούτη απάνου
Που η Πατρίδα χρειάζονταν όλοι να τη συντρέξουν.
Και θυμωμένος μ’ όλους τους, τους έγραψε ενα γράμμα
Ενώ ακόμα βρίσκονταν μες στη φωτιά της μάχης.
Αλήθεια τον λυπόμουνα εκείνες τις ημέρες.
Τ’ασκέρι του Ομέρ πασά να ’χει απέναντί του,
Με τους στρατιώτες να πεινάν, και να ’χει να παλεύει
Με δαίμονες και με θεούς και με την αρρωστιά του, Και να ’χει και το φόβο πως, ότ’ είχε αυτός κερδίσει θα τα χαλάσουνε αυτοί με τα μαλώματά τους. Εκατσε και τους έγραψε λοιπόν αυτό το γράμμα:
«Εξοχώτατοι και ευγενέστατοι αδελφοί Κύριοι πληρεξούσιοι των αρμάτων και επαρχιών
Μετά τον αδελφικόν μας ασπασμόν σας ειδοποιούμεν
ότι με απορίαν μας μεγάλην βλέπομεν την αναβολήν της συγκροτήσεως της εθνοσυνελεύσεως
και ότι μέχρι τούδε λογοτριβείτε περί τόπου, γενόμενοι εις δύο κόμματα οι πληρεξούσιοι του έθνους, οι μεν εις Αίγιναν, οι δε εις Ερμιόνην, και ούτω βραδύνεται η έναρξις της συνελεύσεως, εκ της οποίας προσδοκούμεν καλόν σύστημα του έθνους μας και χρηστά αποτελέσματα. Ημείς ενταύθα, ως σας είναι γνωστόν, αγωνιζόμεθα περιφερόμενοι με τόσας κακουχίας δια να εξολοθρεύσωμεν τον εχθρόν και δια να έχωμεν πάλιν την Στερεάν Ελλάδα ελευθέραν από τους απίστους, ως πρότερον, και προχωρούμεν με την εξ ύψους δύναμιν και με την ευχήν του έθνους. Από μέρους σας όμως ελπίζομεν την εκτέλεσαν της Εθνοσυ-νελεύσεως και δυσαρεστούμεθα βλέποντες αυτά τα δύο κόμματα να διαφέρωνται πρώτον περί τόπου. Ο τόπος, αδελφοί, δεν είναι οπού να εκτελεί τα καλά και συμφέροντα του έθνους,αλλά τα καλά και απαθή αισθήματα των υποκειμένων και η ομόνοια και η αδελφωσύνη, από τα οποία ταύτα κρέμαται η σωτηρία όλων μας και είμεθα όλοι μας αδελφοί και εν έθνος.Ας λείψει το Πελοποννήσιοι,Νησιώται,Ρουμελιώται,αλλ' όλοι να νομιζώμεθα εν ως και είμεθα,και δια το περί τόπου της συνελεύσεως είναι το συμφερδτερον.επειδή και έχομεν,ως βλέπετε,κατά το παρόν τας δυο ταύτας μεγαλωτάτας ανάγκας,των δύο στρατοπέδων του της Αττικής και της Στερεάς,εξ ων κρέμανται αϊ ελπίδες του έθνους μας.να συγκροτηθεί η συνέλευσις εις το πλησιέστερον μέρος,δια να προφθάνει η εζοικονδμησις των δύο τούτων εκστρατειών,όθεν ή εις Αιγιναν.ή το ύστερον ας γίνει εις Σαλαμίνα*είναι και μέρος ήσυχον δια την συνέλευσιν,και προφθανόμεθα και ημείς τα δύο μέρη με κάθε αναγκαίον,το οποίον είναι το κυριώτερον να προνοείται και να προμηθεύεται, μη τύχει,ο μη γένοιτο,και διαλυθούν τα στρατόπεδα ταύτα και έπειτα μήτε συνέλευσις γίνεται,μήτε ελπίζεται πλέον σωτηρία.Και είσθε αρκετοί να γνωρίσετε τα τοιαύτα,δια τούτο και δεν σας εκτεινόμεθα περισσότερον.Εκ του στρατοπέδου Διστόμου.
ο πατριώτης και αδελφός σας
ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ »
Αλλά δεν του ζητάγανε όλοι τη βοήθεια του
Μόνο για τη συνέλευση.Ακόμα του ζητούσαν,
Με γράμματα που απανωτά εφτάνανε στ’ ορδί μας,
Να πάει το γρηγορώτερο στης Αττικής τα μέρη.
Γράμματα τέτοια λάβαινε κι απ’ τούς Ακροπολίτες.
Αλλά κι απ’ τα στρατέματα που ’τανε μαζεμένα
Απέναντι απ’ τον Κιουταχή. Γιατ’ ήξεραν πια όλοι
Μετά απ’ τα κατορθώματα πούκαν’ ο Καραΐσκάκης,
Πως μόνο αυτός τον Κιουταχή μπορούσε να χαλάσει.
Μα τώρα που η Ρούμελη ελεύτερη ήταν πάλι,
Κι αν δεν του το ζητούσανε, θα ’τρεχε μοναχός του
Εκεί που την ανάγκη του είχε η Πατρίδα πάλι.
Κι αυτό και γίνηκε. Αφού στα ελευθερωμένα
Τα μέρη άφησε φρουρές για να ’ναι ασφαλισμένα,
Φλεβάρη στις εικοσιμιά κινήσαμε. Νομάτοι
Περίπου εμετράγαμε ως χίλιοι πεντακόσοι.
Σε δύο μέρες μοναχά, γυμνοί, νηστικωμένοι,
Μ’ ογδόντα δράμια που κανείς είχε αλεύρι πάρει
Ξυπόλητοι, από βουνά περνώντας κι από λόφους,
Επήγαμε απ’ το Δίστομο μέχρι την Ελευσίνα.
Λένε εκατόν είκοσι χιλιόμετρα πως είναι".
Μαρία ναι. Χιλιόμετρα εκατόν είκοσι είναι.
Και ναι. Σε σαρανταοχτώ μέσα τα κάνατε ώρες.
Και συ, και το ασκέρι σας, και ο Καραϊσκάκης.
Κι όχι σε ίσο δρόμο αλλά λόφους, βουνά περνώντας.
Και η πορεία σας αυτή ονομαστή έχει μείνει
Μαζί με άλλες όμοιες της για την ταχύτητα της.
Και έγραψε ο Περραιβός:
"Κατήντησαν καθ’ οδόν να τρώγωσι χόρτα, ως τ' άλογα ζα, ίνα μη, αποκαμόντες, γίνωσιν τροφή των ορνέων".
Από πορείες ύστερα τόσες, κι από πολέμους
Που κάνατε μες στην καρδιά του πιο βαριού χειμώνα
Μοιάζατε πιότερο άγρια θεριά κι όχι άνθρωποι…
Η Ελευσίνα ήτανε άδεια. Σιμά οι τούρκοι.
Κι ο Κασομούλης ιστορεί για τον Καραϊσκάκη:
"χωρίς συστολήν διηύθυνεν τον στρατόν εκεί και εστρατοπέδευσεν".
Και όταν εμαθεύτηκε, λέει, ο ερχομός του,
"όλοι οι στρατιώται εμψυχώθησαν' χαρά γενική πλέον και αλησμονησία των δεινών των. Τοιαύτη ήτον η επήρεια του Αρχηγού τούτου εις τας ψυχάς των στρατιωτών εις ταύτην την περίστασιν".
«25 Φλεβάρη 1827
Η τρίτη μέρα σήμερα που ’μαι στην Ελευσίνα.
Φύγαμε από τη Ρούμελη και τ’Αγραφα-τα μέρη
Που γνώριζαν τον Αρχηγό και που τον αγαπούσαν.
Σ’ άγνωστους τώρα ήρθαμε κάμπους βουνά και λόφους.
Και δίπλα μας η θάλασσα η πολυκυματούσα.
Η θάλασσα που ανοιχτή σ’ όλα τα ξένα είναι.
Η θάλασσα οπού κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει
Πάνω στο κάθε κύμα της-κι είναι τα κύματα της
Ατέλειωτα. Και φεύγουνε… κι έρχονται ολοένα…
Και ήρθαμε κοντύτερα στην Αίγινα, στο Ναύπλιο.
Και ήρθαμε κοντύτερα και στον Μαυροκορδάτο.
Και στους πολιτικούς που εχθρούς έχουν τους Καπετάνιους.
Τι άραγε τον καρτερεί εδώ τον Καραϊσκάκη;
Ας ήταν όλα τα καλά να ’βρει μπροστά του θε μου.
Ας ήταν όλα τα κακά να πάνε να βυθίσουν
Στ’ ανήλια και στα κρυερά τα βάθη της θαλάσσης.
’Κει μέσα ειν’ η θέση τους. Ιδια με κείνα είναι.
Και ’δω να μείνουν τα ζεστά και φωτεινά μονάχα.
Αυτά ταιριάζουν στη ζωή στον ήλιο και στη μέρα.
Εδώ που στέκω, στου σπιτιού που ’βραμε την αυλίτσα,
Κοιτάω προς την Πάρνηθα όμως δεν τηνε βλέπω.
Μια καταχνιά σκοταδερή την έχει σκεπασμένη.
Ισως να βρέξει το βραδύ. Μα τώρα δε μας νοιάζει.
Ολοι σε σπίτια είμαστε και μ’ αναμμένα τζάκια.
Λοιπόν καρεκλοπόδαρα κι αν ήθελε να ρίξει
Την ομορφιά θα γέψουμε μονάχα από τη μπόρα
Κι όχι τις δυσκολίες της. Και όχι τ’ άσχημά της.
Ας βρέξει. Έτσι θα πλενε’ και τούτη τη μαυρίλα
Που, θε μου, όταν τη θωρώ τα μαύρα μου θυμίζει
Τα ρούχα που ολοχρινίς φορεί ο Μαυροκορδάτος.
Γιατί καλούς δεν έκανες θε όλους τους ανθρώπους;
Όλα καλά θα ήτανε και άγια. Όμως τώρα
Κατ’ απ’τον ήλιο, πα’ στή γη, μες στο ανθρωπομάνι
Τι διαφορές υπάρχουνε! Καθένας άλλο κάτι.
Αλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, νέοι άλλοι, άλλοι γέροι,
Αλλοι όμορφοι, άλλοι άσχημοι, κουτοί και άλλοι ξύπνιοι,
Πλούσιοι, φτωχοί, ευαίσθητοι, γαϊδούρια με σαμάρι.
Κι υπάρχουν οι αγράμματοι και οι γραμματισμένοι.
Και τα μυαλά εκείνωνε που ’ναι γραμματισμένοι
Αέρα κρύο παίρνουνε και τους ψηλώνει η μύτη
και κάτι ξέχωρο θαρρούν πως ειν’ από τους άλλους-
Καλλίτερο, ευγενέστερο, τελειότερο, πιο ωραίο.
Γιατί; Γιατί εμάθανε με μαύρο ένα καλάμι
Κάτι ορνιθοσκαλίσματα να γράφουνε σε κόλλες.
Και πιό κουτό: καθείς θαρρεί πως είναι ό,τι γράφει
Πρωτάκουστο, πρωτότυπο και πρωτοειδωμένο.
Και μες σ’ αυτή τη ζάλη τους και τον εγωισμό τους
Δε σκέφτονται ότι μπορεί πιο χρήσιμη κι ωραία
Πιό τίμια και πι’ όμορφη, πιό ανθρώπινη, πες θεία,
Να ’ναι η δουλειά η αγροτική, του εργάτη, του τεχνίτη.
Αλλά με τέτοια οίηση που όμοια της δεν υπάρχει,
Θαρρούν πως το να γράφουνε, τους φέρνει κάποια αξία
Που να τηνε πληρώνουνε οι άλλοι όλοι πρέπει
Με σεβασμό, μ’ εκτίμηση και με δουλοφροσύνη.
Το σκάλισμα περιφρονούν της γης απ’ τον αγρότη
Και το δικό τους στο χαρτί μόνον απάνου βλέπουν
Χωρίς να σκέφτονται οι χαζοί ότι κοντά στο χώμα
Βρίσκεται η μόνη αληθινή γνώση, τιμή κι αξία.
Και λέγοντας "βουλόμεθα" κι όχι όπως όλοι "θέμε",
Νομίζουν ότι κάνουνε κάποια σπουδαία πράξη.
Και θέλουν γνώμη να ’χουνε για όλους και για όλα.
Και θεωρούν πως ειν’ αυτοί απ’ όλους τους ανθρώπους
Αξιοι για κάθε προσοχή και τίμημα και σέβας.
Ετσι κι οι Κουντουριώτηδες, και οι Μαυροκορδάτοι,
Που να διοικήσουν θέλουνε και το στρατό και το έθνος.
Κι ακόμη περισσότερο που αρκετοί από δαύτους
Λένε ότι κατάγονται από του Βυζαντίου
Τάχα τα τζάκια, κι επειδή μένανε στο Φανάρι
Τους βγήκε το παράνομα ετούτο: Φαναριώτες.
Αλλά ούτε και στ’ όνομα οι άθλιοι δεν πετύχαν-
Όταν ακούς Φανάρι, φως προσμένεις ν’ αντικρύσεις.
Όμως αυτοί σκοτείδιασαν ό,τι καταπιαστήκαν.
Αραγε τί να γίνεται στις άλλες τις πατρίδες…
Εχουν κι εκείνες-η Φραγκιά, ή κι σως η Ιγγλετέρα-
Μαυροκορδάτους; Εχουνε ανθρώπους που όπως κείνος
Να θέλει όλοι γύρω του για κείνον να δουλεύουν;
Εκείνονε να προσκυνούν και να δοξολογούνε;
Εχει ανθρώπους το κακό που ’χουνε στο μυαλό τους,
Που κυνηγάνε όποιον δουν αληθινά ν’ αξίζει
και σ’ όλα θέλουνε αυτοί να ’χουν τον πρώτο λόγο,
Χωρίς και να ’ναι ικανοί διόλου για κάτι τέτοιο;
Ποιος ξέρει… και να το ξερε ποιος θα το πει σ’ εμένα.
Υπάρχουν άνθρωποι κι εκεί που όταν η Πατρίδα
Αγώνα, από τις στάχτες της, δίνει, για να υπάρξει,
Εκείνοι να τσακώνονται για τα συμφέροντα τους;
Και όλη να ’ν’ η έγνιοα τους το πού εκείνη η δόλια
Θα γίνει η Συνέλευση; Μπορεί και να υπάρχουν.
Μα θα ’ναι κι αν υπάρχουνε λίγοι. Αλλιώς δε θα ’ταν
Μεγάλες οι πατρίδες τους σαν που ’ναι οι δικές τους.
Σκέψεις που κάθομαι κι εγώ μονάχη εδώ και κάνω...
Ομως πολλά ρωτήματα τέτοια με βασανίζουν.
Και με τις ώρες προσπαθώ απάντηση να έβρω.
Αλλά καμμιά δε βρίσκεται .Ομως δεν είμαι η μόνη.
Σκέψεις παρόμοιες μ’ αυτές κάνει κι ο Καραϊσκάκης.
Οπως ετότε, μαφορμή το γράμμα του Εϋνάρδου…
Ήτανε κάπου εκεί κοντά στα μέσα του Δεκέμβρη,
Τότε, μετά τη Ράχοβα, που έλαμψεν ο τόπος.
Ειν’ ο Εϋνάρδος ελβετός και φίλος των Ελλήνων,
Πάμπλουτος, και με όνομα σ’ όληνε την Ευρώπη.
Κάποτε ο Καποδίστριας τον βόηθησε σε κάτι
Και τώρα τη βοήθεια που πήρε ανταποδίδει.
Ενα σωρό έδωσε λεφτά για τον Αγώνα ως τώρα.
Προψές έκατσε κι έγραψε γράμμα στον Καραϊσκάκη.
Να ενθουσιάζεται πολύ δεν είδα όμως εκείνος.
Το γράμμα βέβαια διάβασε, και χάρηκε που μέγας
Ανθρωπος ένας σαν αυτόν του έχει στείλει γράμμα.
Ομως στην πάντα το ’βαλε όταν του το διαβάσαν
Και δεν εξαναμίλησε γι αυτό μέχρι το βράδυ
Οταν για ύπνο ξάπλωσε-στο πάτωμα-στο στρώμα:
"Μαριώ" μου λέει, "πρόσωπο μεγάλο ο Εϋνάρδος.
Και ας τον έχει ο θεός καλά που μας βοηθάει.
Και στη γραφή που μου ’στειλε γοργά θα τ’ απαντήσω.
Τόσον καιρό όμως ρε Μαριώ που πολεμάω τους τούρκους,
Γράμμα ποτέ δεν έλαβα από τον Εϋνάρδο.
Γράφει σε αρχιστράτηγους μόνον η αφεντιά του.
Σκέφτομαι αρχιστράτηγος όταν θα πάψω να ’μια
Πως δε θα θέλει να με δει ούτε και να μ’ ακουσει".
"Από τη θέση σου αυτή ποτέ δε θα σε βγάλουν".
"Ναι. Θα με βγάλουνε Μαριώ, όταν σ’ αυτή θελήσουν
Να βάλουν κάποιον άλλονε. Έστω και αν εκείνος
Ειν’ άχρηστος και αν μ’ αυτό θα βλάψουν την Πατρίδα.
Ετσι ειν’ τα πράματα Μαριώ. Και πες μου-σε ρωτάω
Ποιοί ειν’ αυτοί ωρέ Μαριώ που στρατηγούς διορίζουν
και τους αλλάζουν σα βρακιά όταν τους κάνει κέφι;
Ποιοί ειν’ αυτοί ; Στη θέση αυτή που ’χουν ποιός τους διορίζει;
Ποιοι είν’ αυτοί οι πολιτικοί όπου χαρτιά κρατώντας
Την τύχη ολόκληρου λαού έτσι αποφασίζουν ;
Που εμάς να σκοτωνόμαστε μας στέλνουνε, κι εκείνοι
Παίρνουν τα μέρη που εμείς έχουμε λευτερώσει,
Και σαν αγάδες να ’τανε μας κάνουν τον σπουδαίο;
Χύνουμε μείς το αίμα μας, δίνουμε τη ζωή μας.
Κι εκείνοι έρχονται μετά, στην άκρη μας καθίζουν,
Και διαφεντεύουνε αυτοί τα κόπια τα δικά μας."
"Ετσι όλα κάνουν σήμερα τα κράτη μες στον κόσμο.
Φύγανε κείνοι οι καιροί που οι ίδιοι πολεμούσαν
κι οι ίδιοι κυβερνούσανε. Αυτά έχουν περάσει.
Και πρέπει στην κατάσταση να μάθουμε τη νέα".
"Τουλάχιστο ας μη ζήταγαν σαν τον τεσσαρομάτη
Να κάνουνε και πόλεμο, πόλεμο αφού δεν ξέρουν".
"Αν πήγαινες να τους τα πεις όπως τα λες σε μένα…"
"Μαριώ δε θα μ’ακούγανε. Θα κάνουν το δικό τους
Εστω κι αν στόματα σωστά χίλια σαν το δικό μου
Τους πουν ότι στον πόλεμο να μπαίνουνε δεν πρέπει
Γιατί τα θαλασσώνουνε. Μαριώ, έτσι δεν είναι;"
Τι να του πω... Τον σκέπασα καλά με την κουβέρτα,
Εκατσα δίπλα του κι εγώ, κι άρχισα να χαϊδεύω
Τα κορακάτα του μαλλιά, ώσπου τον πηρ’ ο ύπνος".