Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Εξακόσες.  Πέρσες, Προμηθέας, Ικέτιδες, Επτά επί, υπολογίζω πενήντα έως εξήντα άλφα πέντε το καθένα.
Ο Αγαμέμνονάς μου έχει χαθεί. Υπάρχει μόνο στη Βιβλιοθήκη Κογκρέσου με το κοπιράιτ του. Εκεί μπορείς να βρεις και τα «άπαντά» μου-ότι δεν έχει ο Πητ.
Χούμνος υπάρχει.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Γιωργία θέλω τη γνώμη σου. Θέλω να μου πεις αν θα έκανα καλά να εκδώσω και τα άλλα, σχετικά μεγάλα σε όγκο έργα μου όπως την «Ειρήνη την Αθηναία», τις τραγωδίες του Αισχύλου, τον «Ιππόλυτο» του Ευρυπίδη και τα «¨Εργα και Ημέρες» του Ησίοδου.  Την αξία τους την ξέρω, δε σε ρωτάω γι αυτό. Σε ρωτάω  για κάτι πιο προσωπικό, για το αν αξίζει να υποβληθώ στον κόπο της  έκδοσης με την γνωστή σου κατάσταση της υγείας μου, δεδομένου ότι αυτή η ταλαιπωρία μπορεί να με σκοτώσει. Δεδομένου ότι σαν ελεύθερος άνθρωπος είμαι ανοιχτός σε όλα, διαλέγω να αφήσω σε σένα την επιλογή. Ναι ή όχι λοιπόν; Και ξέρεις ότι ο θάνατος θα είναι ευπρόσδεκτος γιατί θα με απαλλάξει από τη ζωή μέσα σε μια κοινωνία τόσο ξένη για μένα, τόσο απάνθρωπη, τόσο άσκοπη. Αν σου λείπει κάποιο από τα έργα μου αυτά, ο Πήτ τα έχει όλα, ζήτησέ του το.
Απάντησέ μου γρήγορα. Για την περίπτωση θετικής απάντησής σου, έχω αρχίσει τη δουλειά με το «Επτά επί Θήβας». Μετά από τόσα χρόνια που το ξαναβλέπω το βρίσκω καταπληκτικό.
Γεια

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Γιωργία ο «Καραϊσκάκης» τελείωσε. Το σκανάρισμά του και οι διορθώσεις  του εννοώ. Είναι πια στο Τυπογραφείο. Σε πέντε μέρες υπολογίζω ότι θα σου τον στείλω. Θα τον στείλω στη διεύθυνση της Δέσποινας-στην Αστόρια, να έχεις το νου σου.
Γεια

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Φ



ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Γιωργία χτες είχαμε εκλογές.
Ο Τσίπρας εξαφανίστηκε.
Ξέρεις πόσο εναντίον ήμουνα του Τσιπρα αφού διαβάζεις όσα κατά καιρούς γράφω.
 Για να συνοψίσω ενημερώνοντάς σε ταυτόχρονα στα ελληνικά πολιτικά πράγματα:
Θα έπρεπε να έχω ένα γάμμα, ένα χι και ένα κάπα μεγάλα όσο το μυαλό του ανθρώπου για να σου περιγράψω τον Τσίπρα. Το γάμμα για το Γελοίος, το χι για το Χαζοχαρούμενος, το κάπα για το Κακομοίρης.
Ένα άχερο που ο αέρας το σήκωσε για μια στιγμή και το σαβούρντισε κάτω την επόμενη στιγμή.
Ένα δημιούργημα της στιγμής, ένα ευτελές ιντερμέδιο στην ελληνικη φαρσοκωμωδία.
Διάφοροι κομπιναδόροι της πολιτικής διάλεξαν ένα κακομαθημένο βουτυρόπαιδο για μόστρα.
Το πήρανε από τις  σχολικές καταλήψεις που έκανε, με μόνο το πουκάμισο που φορούσε και το κάναν αρχηγό κόμματος. 
Οι ξένοι είδαν με καλό μάτι αυτή την κατάσταση μιας και το κακομαθημένο βουτυρόπαιδο τους έδωσε πριν «εκλεγεί» πρωθυπουργός ό,τι του ζήτησαν:
Στην Αμερική τη Μακεδονία, στην Ευρώπη τη συγκατάθεση στη βουλιμική διάθεσή της, στον Πάπα τη σιγουριά ότι δεν θα κάνει ενοχλητικές αλλαγές. 
Κι αφού οι «σύντροφοί» του και οι έξω το ξεζούμισαν, το πέταξαν σαν μια ως τη φλούδα της στιμένη λεμονόκουπα. 
Το πουκάμισο που όταν το μαμόθρεφτο ερχόταν έντυνε ένα ονειροπαρμένο ηλίθιο πλάσμα, χτες το βράδυ, ράκος το ίδιο, τύλιγε ένα άλλο ανθρώπινο ράκος, τον αξιοθρήκητο κάτοχό του. Μαζί οι δυο θα περιφέρονται για ένα μήνα ακόμα στους δρόμους ζητιανεύοντας, πριν πάει καθένα στα δικά του: το πουκάμισο σε κάποιον κάδο απορριμάτων, ο ιδιοκτήτης του στο σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας.
Έρχεται ο Μητσοτάκης. Και αν οι έλληνες-καττσαρίδες σιγοπέθαιναν μέσα στις αναθυμιάσεις του εντομοκτόνου του Γελοίου και κακομαθημένου βουτυρόπαιδου, τώρα θα λιώνουν κάτω από το πέλμα του νέου τους ολετήρα.
Έλληνες. Ένας βλάκας λαός. 
Αλλά ας ξαναγυρίσω στα «απομνημονεύματά» μου.
Έχω την αίσθηση ότι λέγοντας ότι γράφω τα «απομνημονεύματά» μου λέω ψέμματα.
Γιατί είναι αδυνατο, ακόμη και αν έγραφα σε όλη μου τη ζωή, να γράψω όλα όσα θυμάμαι από τη ζωή μου.
Και αν ακόμα το κατόρθωνα αυτό, πάλι θα ήμουν υπόλογος γιατί δεν θυμάμαι όλα όσα έζησα. Και τότε όλα θα ήσαν έωλα επειδή και θα έλειπαν τα «μη ενθυμούμενα», αλλά και διότι και όσα εθυμόμουν θα ήσαν λειψά, χωρίς αξία, «κουτσουρεμένα», χωρίς τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, που βέβαια κι αυτά θα έπρεπε να είναι στοιχεία της «μνήμης»μου, αν αυτή θα ήθελα να θεωρείται συνεπής και ολοκληρωμένη.
Αν ξεχνάω μικρά πράγματα μόνον, δεν είμαι εντούτοις και πάλι σύμφωνος με τον όρο «απομνημόνευση», επειδή μπορεί να έχει μεγάλη σημασία αν, ας πούμε,την 15-9-1956 σηκώθηκα από την καρέκλα όπου καθόμουν και κοίταξα έξω από το παράθυρο για να δω τι ήταν η αιτία ενός θόρυβου που άκουσα απέξω. Και όχι μόνον αυτό, αλλά αν δεν περιγράψω και τις σκέψεις που έκανα πριν από τον θόρυβο αυτό, και οι οποίες σταμάτησαν για να τις ακολουθήσουν άλλες, που σχετίζονταν ή όχι με την αιτία (και αυτό ζητούμενο) της διακοπής των πριν σκέψεών μου.
Από τα λίγα αυτά καταλαβαίνει καμείς πόσο κακό κάνει στη γλώσσα και στην αντικειμενικότητα, όταν γράφοντας ό,τι του κατέβει τη στιγμή της γραφής, ισχυρίζεται ότι κάνει «απομνημόμευση» της ζωής του. Και ας μη, κάποιος κουτούτσικος, μας πει πως γράφει τα «σημαντικότερα» γεγονότα, τη στιγμή που μια στιγμή από την ιστορία του, ή μία λέξη που είπε ή που δεν είπε, αυτός, ο κουτούτσικος, μπορεί να έχουν αλλάξει την ιστορία του κόσμου.
Είναι ουτοπικό να θέλει να γράψει κανείς όλες τις πράξεις και σκέψεις της ζωής του, κάτι που μόνον αυτό θα μπορούσε να ονομάσει ¨απομνημονεύματα».
 Γι αυτό και βλέπεις κάποιες φορές, γράφοντας τα δικά μου «απομνημονεύματα», να πηγαίνω από το ένα γεγονός στο άλλο, από τη μία σκέψη στην άλλη, από μια εντύπωση  σε άλλη. Μα μόνο που ξέρω τη σημασία που έχουν όσα, απέραντα σε έκταση, παραλείπω, εξιλεώνομαι κάπως στα μάτια σου για τις «στιγμές» σκέψεων, γεγονότων, καταστάσεων, που διαδέχονται η μια την άλλη, χωρίς άμεση μεταξύ τους σχέση στα γραφτά μου αυτά. Πολύ περισσότερο που ούτε το χρόνο-κυρίως αυτό- έχω, ούτε το κίνητρο, ούτε  την γνώση της σοβαρότητας κάθε τι από τα παραπάνω, που θα καθόριζε, αν-η σοβαρότης του- υπήρχε, την ενδελεχή επεξεργασία και από όλες τις πλευρές θέαση και ανάλυση του κάθε φορά έτσι θεωρούμενου θέματος των όσων, ενθυμούμενος, περιληπτικά, αποσπασματικά και πηδώντας από το ένα στο άλλο εδώ γράφω.
Αυτή τη στιγμή ας πούμε, μου ήρθε στο νου να γράψω-και το κάνω-, κάτι που από καιρού εις καιρόν θυμάμαι και λέω μέσα μου «να θυμηθώ να το γράψω κι αυτό!», το εξής: ότι η λύση του «μυστήριου» της ζωής βρίσκεται μπροστά μας ολοφάνερα λυμένο (δηλαδή δεν είναι καθόλου μυστήριο),  αλλά δεν το «βλέπουμε». Το «βλέπουμε» το εννοώ όπως όταν οι κάτοικοι της γης έβλεπαν μπροστά τους την απόδειξη της καμπυλότητας της γης (στα απομακρυνόμενα από τα λιμάνια τους καράβια), όμως κανείς δεν το «προχώρησε».
Λέω λοιπόν ότι το ίδιο συμβαίνει και με άλλα «μυστήρια»του κόσμου μας, μόνο που δεν τα «βλέπουμε».
(Και, αν θέλεις, εδώ βρίσκεται η περίπτωση της διάνοιας των μεγάλων ποιητών, που «ξέρουν»,  «νοούν», ή υποθέτουν μετά βεβαιότητος αλήθειες που οι άλλοι άνθρωποι ακόμα δεν «ξέρουν», και που τις απλώνουν στα ποιήματά τους, ποιήματα που απλωμένα σαν σταφίδα, λιάζονται μπροστά στα μάτια ανθρώπων που δεν έχουν ακόμα ούτε το σταφύλι ανακαλύψει.)
Περνάει τόσο χρονικό διάστημα από τη μια στην άλλη συνέχεια των «απομνημονευμάτων» μου, που ξεχνάω τι έχω γράψει και ίσως το ξαναγράφω.
Πάλι στην Ελλάδα λοιπόν-αυτή είναι η περίοδος της ζωής μου που αρχίω να διηγούμαι στο κεφάλαιο αυτό.
Εύκολα αυτό γράφεται μα δύσκολο είναι.
Ένας θάνατος δεκατέσσερων χρόνων έχει μεσολαβήσει. Δεν βλέπεις όσους άφησες εκεί, ουτε αυτοι σε βλέπουν. «Ξέρεις» ότι είναι «εκεί πέρα» αυτοί, και αυτοί «ξέρουν» ότι εσύ είσαι «εκεί πέρα». Μα πού είσαι; Σε ένα άγνωστο μέρος. Σαν να έχεις πάει ταξίδι στο Διάστημα. Και τι κάνεις και κάνουν εκεί που είσαι-είναι; Ιδέα δεν έχεις-έχουν. Πώς θα σου φαινόταν όταν μετά δεκατέσσερα χρόνια μετά που είχε πεθάνει, κάποιος θα ανασταινόταν;  Δεν θα ήταν ένας άγνωστος; Πώς μπορείς να δεχτείς έναν για χρόνια πεθαμένο πίσω στη ζωή σου; Αυτός γύρισε από το Άγωστο για σένα. Ιδεα δεν έχεις τι κουβαλαει μαζί του αυτός ο νεκραναστημένος. Τι έμαθε στο βασίλειο των νεκρών, τι έπαθε εκεί, τι αγάπησε, τι έπραξε, τι γνώρισε τι…τι…τι.
Ένα χάσμα ανοίγεται ανάμεσα σε κείνους που έμειναν και σε κείνον που γύρισε. Δυο μέρες λείπει από το σπίτι του κάποιος και όταν γυρίζει ήδη τον βλέπουν οι παραμείναντες με καχυποψία-ποιος ξέρει τι έκανε εκεί πέρα, τι του είπανε, τι του κάνανε, τι…τι…τι.
Δυο ξένοι συναντιούνται όταν συναντιούνται οι παραμείναντες με τον επιστρέψαντα.
Αν η γη ήτανε πλανήτης της αγάπης τότε όλα θα ήσαν όπως πριν, όσο και να λείψει κάποιος ή του λείψουν κάποιοι. Το χάσμα μόνον με αγάπη θα μπορούσε να πληρωθεί. Μα μόνο στη φαντασία υπάρχει η αγάπη. Και η φανταστική αγάπη δεν δημιουργεί, διαλύει, αποσυνθέτει, ναρκοθετεί.
Αντίθετα, το μίσος είναι το κυρίαρχο συναίσθημα των ανθρώπων πάνω στη γη, το μίσος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της γης.
Μίσος. Αυτό είναι η ζωή μας-η ουσία της, το ψωμοτύρι της, το μεδούλι της. 
Είμαι άξιος κάτοικος της μητέρας γης. Μίσησα και μισήθηκα όσο κανένας άλλος υποθέτω.
Μίσησα συγγενείς, γυναίκες, «φίλους», συναδέλφους, γνωστούς και άγνωστούς μου ανθρώπους.
Μίσησα τους ανθρώπους που δεν μου έδωσαν ό,τι ήθελα-είτε τους το ζήτησα και μου το αρνήθηκαν, καθώς και εκείνους που δεν κατάλαβαν πως κάτι ήθελα για να μου το δώσουν.
Είμαι βέρος γιος της γης, του πλανήτη του μίσους.
Γέλιο σαρκαστικό μόνο ου προξενεί η «αγάπη» ό,που και αν ακούγεται.
   Να και λίγοι παλιοί μου στίχοι σχετικά:

                      Η ΑΠΟΙΚΙΑ

Τίποτ’ απ' όσα έπλασες Θεέ δεν έχει αλλάξει.
Με τ' άγιο Μίσος σου οδηγό βαδίζει η ανθρωπότης
που το πλαισιώνουν όσα Συ έχεις σοφά διατάξει:
κακία, έχθρα, διαφθορά, υποκρισία, δολιότης.

Μισώντας πάντα εαυτούς αλλά κυρίως αλλήλους
οι άνθρωποι τρέχουν στης μικρής ζωής τον
Μαραθώνιο
που έχει και ποιότητα και διάρκεια αδήλους
και μόνο μία σιγουριά-το Μίσος το Αιώνιο.

Με «αγάπης» ρούχα ντύνοντας το μίσος που
κοχλάζει
ένας στον άλλο ρίχνονται με ζηλευτή μανία
κι ένας τον άλλο με τυφλή μανία κατασπαράζει:
είμαστε Θε μου μια πιστή του Μίσους Σου αποικία.
*
Η γνώμη μου για το θέατρο είναι ότι οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή πρέπει να θρηνούν. Τη μοίρα του ανθρώπου. Θρήνοι, γόοι, κοπετοί, χτυπήματα στο στήθος, και όσα κάθε λαός έχει δεχτεί σαν σημάδια θρήνου, να συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Ούτε λόγια άλλα, ούτε έργα θεατρικά με σενάριο. Ούτε καν έργα. Μόνον θρήνος.
*
Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα οι άνθρωποι-δικαιώματα ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας και μόνον όμως, όλες τις πανηγυρικές διακηρύξεις για την ύπαρξη, θέσπιση, υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τις κάνει κουρελόχαρτα. 
Και όμως, ποντάροντας στη βλακεία των ανθρώπων, πάμπλουτοι πρωθυπουργοί βλέπεις να κάθονται στην «ουρά»  μαζί με τους φτωχούς.

*
Η κόρη του σπιτονοικοκύρη μου με αποφεύγει. Από ντροπή, από σεβασμό ή από φόβο; Από όλα μαζί πιστεύω. Λέει μέσα της τι κάνει αυτός ο γέρος που δεν ακούγεται καθόλου όλη μέρα;  που ούτε τηλεόραση δε βάζει ποτέ; Τι κάνουν αυτά τα κορίτσια που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι του άλλα κάθε φορά;

*

Η κόρη του σπιτονοικοκύρη μου φοβάται το άγνωστο. Ενώ εγώ, ο γέρος, ξέρω τι κάνει στο σπίτι της αυτή κι ας μην ακούγεται. Ξέρω γιατι πέρασα από την ηλικία της. Η άγνοια αυτή πώς θα γεφυρωθεί που για χιλιετηρίδες συντηρεί τον ρατσισμό των ηλικιών; Με «εμφυτεύσεις μνήμης» ίσως, όπως βλέπουμε στα έργα επιστημονικής φαντασίας;
*
Γιωργία στην ογδοντάχρονη ζωή μου έχω ακούσει και δει το ρήμα ερωτεύομαι να κλίνεται πολλές φορές σε διάφορες περιπτώσεις. Στη ζωή,στον κινηματογράφο, σε έντυπα.
Τον έρωτα όμως ανάμεσα σε δύο νθρώπους τον είδα μια και μόνη φορά. Που θα μου μείνει αξέχαστη. Μπροστά της κάθε άλλη περίπτωση έρωτα είναι ψεύτικη-δεν είναι έρωτας.
Βρισκόμουν στην Αθήνα λίγομετά την επιστροφή μου από την Αμερική.
Ένα απομεσήμερο μπήκα σε ένα τρόλει.
Καθώς καθόμουν, ήμουν αντιμέτωπος  με δύο-έναν άντρα και μια γυναίκα, που κάθονταν μπροστά και αριστερά μου. Λίγο ψηλότερος ο άντρας. Πανέμορφοι και οι δύο. Μελαχρινοί. Πρόσωπα καθαρά, μαλλιά μαύρα περιποιημένα χωρίς εκζήτηση. Ντυμένοι και οι δυο με καθαρά ρούχα χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Μου έμοιαζαν σαν μιγάδες.  Μάτια κατάμαυρα, έξυπνα και λαμπερά. Θύμιζαν φυλές κρεολές ή Μαορί, ή Μαριοκινούς-δεν τα ξέρω καλά αυτά και ούτε από τη γλώσσα που μιλούσαν κατάλαβα την προέλευσή τους.
Είπα από τη γλώσσα που μιλούσαν. Λάθος. Εκείνη δεν μίλησε καθόλου. Εκείνος δεν σταμάτησε καθόλου να μιλάει. Αυτό σε όλη τη διάρκεια του «ταξιδιού» με το τρόλει που κράτησε μισή ώρα.
Ο άντρας μιλούσε. Μιλούσε στη γυναίκα. Μιλούσε κοιτάζοντας πότε ευθεία μπροστά του και πότε στρέφοντας ελαφρά προς τα αριστερά-όπου κάθονταν η γυναίκα-το κεφάλι του, χωρίς ποτέ, ούτε για μια στιγμή, να κοιτάξει τη γυναίκα. Ο λόγος του απευθυνόταν στη γυναίκα. Και ήταν σαν να της διηγόταν κάτι που έγινε χωρίς αυτή να ήταν εκεί για να το έχει δει, ή σαν να ανέπτυσσε μία θεωρία που την εξηγούσε με απλά και κατανοητά λόγια.
Το στόμα του δεν σταμάτησε να μιλάει ούτε για να πάρει μια ανάσα. Μιλούσε αβίαστα, όχι δυνατά, χρωματίζοντας τη φωνή του και χωρίς χειρονομίες. Μιλούσε σίγουρος ότι η γυναίκα τον ακούει.
Δεν αγνοούσε τη γυναίκα, ξεκάθαρα σ’ αυτήν μιλούσε, το έδειχναν αυτό οι κινησεις του κεφαλιού του.  Ενός κεφαλιού όμορφου, υπερήφανου, που ούτε μια φορά δεν έσκυψε  για να δει τη γυναίκα.
Και η γυναίκα; Η γυναίκα τι έκανε όλη αυτή την ώρα;
Η γυναίκα λοιπόν, είχε στραμμένο το πρόσωπό της δεξιά και ελαφρά προς τα πάνω, ώστε να βλέπει τον άντρα. Και σε όλη τη διάρκεια του «ταξιδιού» δεν κίνησε το κεφάλι της καθόλου από τη θεση του εκείνη. Ούτε οι στροφές του τρόλει, ούτε οι στάσεις, ούτε το ανεβοκατέβασμα των ανθρώπων στις στάσεις , έκαναν αυτήν να μετακινήσει για μιά έστω φορά και έστω για λίγο το κεφάλι της, ούτε τον άντρα  να σταματήσει το λόγο του.
Ωραία θα μου πεις, δυο ρομπότ που έχουν κουρντιστεί σε αυτές τις στάσεις και κινήσεις.
Έτσι θα ήταν, αν δεν υπήρχε η λατρεία στο βλέμμα της γυναίκας και αν η στάση και η συμπεριφορλα του άντρα δεν έδιχνε το αρσενικό, που  σίγουρο για την επιρροή του στη γυναίκα, την αντιμετώπιζε με σεβασμό από τη μια αλλά και με φανερό το αίσθημα της κυριαρχίας επάνω της.
Η γυναίκα έτρωγε με τα ωραία, λαμπερά και ορθάνοιχνα μάτια της κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του άντρα.  Όλο το είναι της σε όλη τη διαδρομή ήταν αφοσιωμένο στον άντρα. Ούτε μια φορά δεν πήρε να μάτια της από πάνω του.  Η λατρεία, ο θαυμασμός, η αφοσίωση, η προσήλωσή της σ’ αυτόν, ούτε για μια στιγμή δεν έλειψε από το πρόσωπό της.  Τον κοίταζε σαν μαγεμένη.
Ο Έρωτας σε όλο του το μεγαλείο.
Το να πέσουν στο κρεβάτι, θα ήταν ένα ασήμαντο επεισόδιο μέσα στην εποποιία που διαγραφόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.
Στην αρχή με προσοχή τους έβλεπα, φοβούμενος μήπως φανώ αδιάκριτος. Όταν είδα όμως ότι αυτοί δεν επηρεάζονταν από την προσοχή που τους έδινα, στράφηκα στο κάθισμά μου και απόλαυσα όλο το μεγαλείο των στιγμών εκείνων.
Και καλά έκανα. Εκείνο το μισάωρο θα με έχει πάντα αιχμαλωτισμένον στη μεγαλοσύνη του.
Το έγραψα κι αυτό. 

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

WEST L.A. 22810

Κάθε πρωί βλέπεις νεαρά κορίτσια να κυκλοφορούν κρατώντας στη μασχάλη τους ένα κομένο γυναικείο κεφάλι.
Μερικά κορίτσια το κρατούν σφιγμένο ανάμεσα πλευρών και βραχίονος, με το πρόσωπο στραμένο στα πλευρά τους. Η μύτη και το στόμα έτσι πιέζονται.
Άλλα το βάζουν στην ίδια θέση αλλά με τον κομένο λαιμό ν’ ακουμπάει στον βραχίονα και η κορυφή τιυ κρανίου στα πλευρά τους.  Τότε το πρόσωπο είναι ελεύθερο και απαραβίαστο.
Άλλα το κρατούν από τα μαλλιά ή από κάποιο αυτί.
Συνηθισμένη εικόνα στο WEST Los Angeles  22810,  Vine Street, όπου στο είκοσι δύο οχτακόσα δέκα λειτουργεί μία Σχολή Κομμωτριών, και όπου κάθε πρωί οι κοπέλες πηγαίνουν για το μάθημά τους.
ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΙ

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι στέκουμε εμείς και πράοι
Όταν το παν βυθίζεται τριγύρω μας και πλάι.
Ο ήλιος τ’ άρμα του απ’ τη γη απόμακρα οδηγεί.
Αγύριστα εστέρεψε κάθε νεροπηγή.

Η θαλασα ξεράθηκε. Το αλάτι της τυλίγει
Σαν άσπρο σάβανο τη γη-μια νεκροφόρα κλίνη
Που κουβαλεί στη φλούδα της επάνω τη ρικνή
Κουφάρια άζωα καθώς νωθρή γυρνά κι οκνή.

Α! Και η σάρκα η ρόδινη κι η ποθοσμιλεμένη
Τώρα μπροστά μας κείτεται νεκρή και σαπισμένη
Κι ως πάνω της η μνήμη μας με πάθος ασελγεί
Μηχανικά συσπάται αυτή λες νιώθει και αλγεί.

Τ’ άστρα τα λάμποντα μ’ ορμή πέφτουν απά στη γη μας
Και περγελά η όψη τους σκληρά την ποίησή μας
Γιατί όταν πλησιάζουνε μοιάζουνε σκοτεινά
Στόματα που καθένα τους λάμψη και φως πεινά.

Σ’ αυτόν το μέγα το σεισμό μον’ ο σεισμός μένει όρθιος.
Ετούτο τ’ απολείτουργο δε θ’ ακλουθήσει όρθρος.
Δε θ’ακλουθήσει ανάσταση ετούτη τη θανή
Στη σταχτη μέσα σπίθα μια δε θα ξαναφανεί.

Σ’ έρμη μια μέσα παγωνιά το άρωμα του σκίνου
Με το γλυκό μπερδεύεται κελάδημα του σπίνου
Ερωτοζευγαρώνονται και το μηδέν γεννούν
Και χάνονται και στ’ άοσμο και στ’ άλαλο γυρνούν.

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι στέκουμε εμείς και πράοι
Όταν το παν βυθίζεται τριγύρω μας και πλάι,
Ακίνητοι ατενιζοντας τη λάβα που κυλά
Και, ερωμένη ακόρεστη, σκοτώνει ό,τι φιλά.
ΤΟ ΠΟΥΛΑΚΙ

Ένα πουλάκι ήρθε καθώς
Στο δρόμο περπατούσα
Και άφοβο εστάθηκε
Στο ρόδοπου κρατούσα.

Και λάλησε και βόγγησε
Κι έσκουξε και μιλάει
Και μέσα μου ο λόγος του
Λάβα καυτή κυλάει:

«Όπως τη μέρα τη γλυκειά
Μαύρο σκουτί τη ντύνει 
Και κάθε όμορφη στιγμή
Και κάθε ελπίδα σβήνει, 

Έτσι θα σβήσει κι ο άνθρωπος
Όταν ο γίγας όπου
Τον άνθρωπο ονειρεύεται
στο νύχτιο τ’ όνειρό του,

Ξυπνήσει. Κι αν εξύπναγε
Τώρα που εμιλούσα
Το ρόδο θα ’πεφτε στη γη
κι εγώ θε να πετούσα.

Γιατί δε θα ταν τίποτα
Πλέον να μας κρατούσε 
Όταν ξυπνούσε ο γίγαντας
και τ’ όνειρό του σβηούσε.

Κι όπως στα βάθη του ωκεανού
Βυθιέται το ατσάλι
Έτσι θα πέσουν στο μηδέν
Χωρίς ν’ ανθίσουν πάλι

Όλα τ’ ανθρώπινα. Και πια
Καθάριο θε ν’ ανθίσει
Ό,τι ο ανθρώπινος ο νους
Είχε στη γη βρωμίσει.

Άνθρωποι έφτεσ’ η ώρα σας.
Αυτό ήτανε και πάει.
Άνθρωποι έφτασ’ η ώρα σας-
Ο γίγαντας ξυπνάει.
Η ΕΝΩΣΗ

Πιο χωρισμένοι οι άνθρωποι
Δεν ειν’ παρα στη ζήση.
Τι τσακωμοί αδιάκοποι!
Τι αβυσσαλέα μίση!

Και βλέπεις όλους να ’χουνε
Τη μοναξιά στη σκέψη
Και πάντοτε να ψαχνουνε
Καθείς τους να μισέψει   

Και πια να ζει μονάχος του
Μακριά από δήθεν φίλους
Μακριά κι από τα πάθη του
Κι από έρωτες βεβήλους.

Και έρχεται η χάρη Σου
Κρατώντας μία κάσσα 
Και το κυρτό δρεπάνι σου
Τους κόβει την ανάσα.

Κι έρχεσαι συ, ω! Θάνατε,
Το χέρι σου απλώνεις
Και όλους κι όλα, Αθάνατε ,
Αχώριστα ενώνεις.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

(συνέχεια ¨Αρη Βελουχιώτη)

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Προσωρινή στρατοπέδευση του Άρη στο βουνό.
ΘΥΕΛΛΑ(μόνη)
Πάει η Αθηνα,Χάθηκε μες απ' τα χέρια μας.Με γύρω γύρω της αντάρτες μας,και με μέσα της δικούς μας ανθρώπους έτοιμους να κινηθούνε στο πρώτο σφύριγμα, και την αφήσαμε την Αθήνα να χαθεί γιατί έτσι τόθελε ο Σιάντος ο προδότης.Και τώρα όμως μπορούμε να νικήσουμε αν κινηθούμε όπως πρέπει.Οι Αγγλοι δεν μπορούνε να ρίξουνε πολλές δυνάμεις ακόμα μέσα στην Αθήνα,και το κύριο σώμα του στρατού μας είναι ακόμα ανέπαφο.Μπορούνε να διορθωθούνε όλα και τώρα ακόμα.' Ισως με μεγαλύτερες θυσίες,όμως μπορούνε.Μπορούμε να κυκλώσουμε την Αθήνα και να την πάρουμε μέσα σε πέντε μέρες.Ο κόσμος της λίγο μόνο θέλει να δει από μας για να ξεσηκωθεί.Και όταν πάρουμε την Αθήνα πάλι,τότε όλα είναι και πάλι όπως πριν ωραία και καλά,και οι ελπίδες μας για λεφτεριά στην Ελλάδα πάλι φτερωμένες. Θα τολμήσει όμως ο ' Αρης;Θα αψηφήσει τους Σιάντους και τους Ιωαννίδηδες ή θα περιμένει την ευλογία τους πρώτα για να δράσει;Γιατί αν ειν' έτσι πάλι τίποτα δε θα γίνει-ο Σιάντος ποτέ δεν πρόκειται να στραφεί ενάντια στους ' Αγγλους.
Αχ! Επρεπε εμείς οι γυναίκες να κάνουμε κουμάντο.Τα φουστάνια να κυβερνάνε κι όχι τα παντελόνια.Να μην παίρνουμε τις αποφάσεις μας σύμφωνα με το τι θέλουν οι άλλοι,αλλά σύμφωνα με το πώς αιστανόμαστε εμείς.Και να πέφτουμε με πάθος μέσα στη φωτιά για να πετύχουμε εκείνο που η διαίσθηση μας και όχι η λογική μας λέει πως είναι το σωστό. Και ξέροντας τις επιδιώξεις του αντιπάλου που θάτανε κι αυτή γυναίκα να πολεμάμε έναν αγώνα καθαρό που θα νικήσει όχι εκείνος που έχει τα καλύτερα όπλα,αλλά εκείνη που το πάθος της έχει πιο κόκκινο χρώμα.Α! Νάμουνα ο Σιάντος,νίκη θάταν η ανάσα μου,το περπάτημα μου θ' άπλωνε πάνω στα πτώματα των εχθρών του κουμουνισμού,ο λόγος μου θάτανε καυτό σίδερο στις σάρκες τους. Ο,τι έβαζα σκοπό δε θα ησύχαζα αν δεν το τελείωνα.Με λυδία λίθο τη λέξη "κουμουνισμός" θα έκανα τη συντηρητικότητα εξτρεμισμό και θα εξολόθρευα κάθε τι Αγγλικό που θάθελε να σταθεί στο δρόμο της λευτεριάς που θα τραβούσα.Κι αν χρειάζονταν και πονηριές,πρώτη θάμουνα και σ' αυτές. Μα όλες θα στρέφανε τα βέλη τους ενάντια στον εχθρό,όχι ενάντια στο κίνημα μας όπως τα βέλη του Σιάντου.Ενώ μπορούμε να φκιάσουμε μιαν Ελλάδα λεύτερη μας λέει "μη". Ενώ μπορούμε να φέρουμε τον κουμουνισμό στην Ελλάδα,μας λέει "μη". Νάμαστε λέει μαλακοί,λες και ο αγώνας γίνεται με πούπουλα κι όχι με σφαίρες.Κι αν κάποιος σκοτώνει να τον αφήνουμε να σκοτώνει.Κι αν κάποιος κλέβει να τον αφήνουμε να κλέβει.Και ν' αφήνουμε τους βιαστές να βιάζουνε.Και τότε γιατί βγήκαμε στο βουνό;Για να διώξουμε τους Γερμανούς και να ξανάρθουν εκείνοι που σκοτώνουνε και κλέβουν και βιάζουνε; Η μήπως φοβάται πως αν διώξουμε τους τυράννους, μετά δε θάχει το Κόμμα ποιον να πολεμάει;' Εχει θεριά να πολεμήσει το Κόμμα που θα τραβήξει πολύ ο αγώνας του και χωρίς τύραννο..' Εχει την αγραμματωσύνη,τη Φτώχεια,την Πορνεία,το ' Εγκλημα,την Απανθρωπιά,την Αδικία..θεριά να θέλεις και δεν τελειώνουνε.Τι φοβάται τότε;Γιατί δεν προχωράει στη ελευθερία του ελληνικού Λαού που στο ενενήντα στα εκατό είναι δικός μας;Κι αντίς γι αυτό,μας πήγε στο Λίβανο,μας έκαμε την Καζέρτα,παράδωσε την Αθήνα στους Άγγλους,και ποιος ξέρει τι ετοιμάζει ακόμα. Όλο και πιο βαθιά μες στη σκλαβιά μας σπρώχνει με τις συμφωνίες που πάει και σκαρώνει.Αν ήτανε Άγγλος θάχε κάνει και κάποιο λάθος που να βγει σε κέρδος των Ελλήνων.Τώρα που είναι  Ελληνας όλα τα πάει ρολόϊ για τους  Αγγλους. Μα αφού οι γυναίκες δε γίνεται ν' αρχηγεύουν,θάθελα νάμουν άντρας.Και ποιος άντρας;Ο  Αρης Βελουχιώτης νάμουνα. Ξέρω,και σαν ευχή ακόμα πολύ είναι να μοιάσει κανείς του Άρη.Μα μόνο τότε θάκανα εκείνο που για να το κάνω ζητάω ν' αλλάξω φύλο.(Μπαίνει ο Άρης αθέατος από τη Θύελλα )
Γιατί τότε θα κατέβαινα στην Αθήνα,θάδενα την Κεντρική Επιτροπή και θα γινόμουνα εγώ γενικός γραμματέας.Κι όποιον θα είχε αντίρρηση θα τον πετσόκοβα.Και η πρώτη μου κουβέντα θάτανε "έξω οι Άγγλοι".Κι αυτή κι η πρώτη πράξη μου θα ήτανε.Μετά όλα θάρχονταν σωστά και βολικά.Μα δεν είμαι Άρης.Ρωτάω όμως:"γιατί Άρη δεν τους δένεις;"
ΑΡΗ Θύελλα!
Καπετάνιε!
ΑΡΗ
Τι λόγια ειν' αυτά Θύελλα;
ΘΥΕ
Έτσι νιώθω Καπετάνιε,έτσι μιλάω.Κι αν θες να με σκοτώσεις γι αυτά που είπα σκότωσε με Καπετάνιε.Τη ζωή μου την έχω δώσει στον εχθρό-στον Καπετάνιο μου δε θα τη δώσω;Κι αν με σκοτώσεις εσύ καπετάνιε,θάχεις δίκιο για να το κάνεις.
ΑΡΗ
Οχι Θύελλα,το ίδιο άδικο θάχω που έχω και τώρα.Γιατί θάπρεπε να σκότωνα μαζί με σένα και τους περσότερους καπεταναίους μου.Γιατί όλοι αυτοί τα ίδια σκέφτονται κι ας μη το λένε.
Καπετάνιο,το μυαλό μου εβγήκε έξω από το κεφάλι μου και μέσα στο κρανίο μου εμπήκε τ' όνομα μου.Και τώρα έχω μια θύελλα μες στο κεφάλι μου,και τ' όνομα μου είναι Ανέμυαλη.Κι αν μια τέτιαν ανεμοζάλη έχουν μέσα στο κεφάλι τους και οι καπεταναίοι σου,χάρη θα τους κάνεις να τους σκοτώσεις.Ως για μένα,σκότωσέ με καπετάνιο,όμως πρώτα πες μου:γιατί δε χαλάς το Σιάντο;
ΑΡΗ Πάψε!
ΘΥΕ
Γιατί;Δεν το μπορώ άλλο ετούτο το μαρτύριο-να βλέπω να τραβάμε μες στο στόμα του λύκου με σένανε αρχηγό-του λύκου που βγήκαμε στα βουνά για να τόνε σκοτώσουμε.Κι ούτε μπορώ να βλέπω το ίδιο ρώτημα ζωγραφισμένο στα πρόσωπα των συναγωνιστών μου.Εσύ καπετάνιε μας εξηγείς το κάθε τι.Δε μας αφήνεις στο σκοτάδι.Κάθε διαταγή που μας δίνεις ξέρουμε το λόγο της,Και ύστερ' από κάθε μάχη κάνουμε την κριτική της.Και ομολογεί καθένας τα λάθη του,και βλέπει τις ελλείψεις του,και όλοι μαζί βγάζουμε κάποιο συμπέρασμα ώστε να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη.Εξήγησε μου τώρα ετούτο:γιατί κάνεις αυτό που λένε εκείνοι που μας οδηγάνε στραβά και δεν παίρνεις το τιμόνι στα χέρια σου;
ΑΡΗ
Θύελλα δεν ειν' εύκολο.
ΘΥΕ
Αν δεν ειν' εύκολο για σένανε καπετάνιο τότε για ποιόνε θάτανε;Είσαι δυνατός-τι άλλο μετράει;Κατάφερες να πλάσεις στρατό από το τίποτα,βάζοντας την ψυχή σου για προζύμι.Και η ζύμη φούσκωσε και σκέπασε όλη την Ελλάδα.Και ψήθηκε απ' τον ήλιο της πατρίδας και τώρα είναι έτοιμο το ψωμί να δώσεις σ' όποιον εσύ το κρίνεις.Δώσε στους ' Ελληνες τη λευτεριά τους καπετάνιο.
ΑΡΗ
Θύελλα,δε θα τόχα κάνει αν το μπορούσα;
ΘΥΕ
Καπετάνιο αν δεν μπορείς εσύ ποιος το μπορεί;0 λαός με τ' όνομα σου κοιμάται και με τόνομά σου ξυπνάει.Οι Γερμανοί εσένα μόνο υπολογίζουν μέσα στην Ελλάδα για αντίπαλο τους,και οι Εγγλέζοι τη δική σου αντίδραση στα άνομα σχέδια τους υπολογίζουν μόνο.Πάνω απ' τη μισήν Ελλάδα την έχεις λεφτερώσει κάτω από τη μύτη των Γερμανών και έχεις θεμελιώσει τη δημοκρατία όπου πάτησε το πόδι σου-μια δημοκρατία τόσο βαθιά και καθαρή,που λέω καπετάνιο πως κι αν ακόμα χαθούνε όλα τ' άλλα σου καλά καμώματα, μόνο η δημοκρατία αυτή με τις ρίζες που έχει ρίξει θα δείχνει το δρόμο στις γενιές των Ελλήνων που θάρθουνε.Οι φασίστες σε ακούνε και τρέμουνε καπετάνιο.Τα βουνά και τα λαγκάδια της πατρίδας αν εσύ χαθείς θα μαράνουνε τα δέντρα τους από τη λύπη.Ψυχωμένα κι άψυχα σ' έχουνε για στήριγμα τους μέσα στη μαύρη νύχτα που περνάμε-είσαι η απαντοχή τους για

το φως της μέραςΔεν είναι δύναμη αυτή μεγαλύτερη από τη δύναμη των όπλων μάλιστα;' Οταν έχεις τις ψυχές δικές σου και σφαίρες να μην είχες πάλι θα νικούσες σ' όποιον αγώνα.Και συ έχεις και τις ψυχές των Ελλήνων δικές σου.' Ολα δικά σου είναι καπετάνιο.Και οι καπεταναίοι ορκίζονται στ' όνομα σου.Συχώρα με καπετάνιο,μα θα φτάσω ως το κόκκαλο τώρα που τράβηξα μαχαίρι.Στείλε ανθρώπους να καθαρίσουνε όλους τους αντίθετους τη στιγμή που θάναι όλοι μαζεμένοι και θα κουβεντιάζουνε πώς θα χαλάσουνε την Ελλάδα.Καπετάνιο,ένα λόγο σου θέλω και-μα το ντουφ;εκι μου-κάνω εγώ η ίδια τη δουλειά..θέλεις αλλιώς;Φέρτους στο βουνό και καθάρισέ τους εδώ. Κι αμέσως γίνε συ γενικός γραμματέας. Και κάμε δικτατορία στο κόμμα και φέρε την ανάσταση στον τόπο.
ΑΡΗ
Θύελλα,στα λόγια όλα είναι εύκολα.Αν όμως σηκώσω μπαϊράκι τότε οι μισοί καπεταναίοι δε θα μ' ακολουθήσουνε.Ορκίζονται στ' όνομα μου όσο ακολουθάω τη γραμμή που χάραξε το Κόμμα.Η Κεντρική Επιτροπή διορίζει τους καπεταναίους-όχι εγώ.Και κάθε καπετάνιος σέρνει πίσω του αντάρτες που μόνο αυτόν ακούνε.Αν σηκωθώ λοιπόν ενάντια στο Σιάντο θάχω να χτυπηθώ με τους δικούς του.Και τότε το αντάρτικο πάει κάλλια του. Ύστερα θύελλα,εγώ είμαι στρατιωτικός,δεν είμαι πολιτικός.Εγώ έφτιαξα ανίκητο στρατό. Χρειαζόμαστε έναν πολιτικό που ν' αξιοποιήσει τη δύναμη μας αυτή.Να τους αλλάξουμε μυαλά,να τι μπορούμε μόνο να προσπαθήσουμε.
ΘΥΕ
Δεν αλλάζουν αυτοί μυαλά καπετάνιο.
ΑΡΗ
Τότε θα χαθούμε όλοι.
ΘΥΕ
Καπετάνιο,βαρύ το κρίμα.Και το μισό το παίρνουμε στο λαιμό μας.Κάμε την επανάσταση σου καπετάνιε.Κάτι καλλίτερο θα βγει.
ΑΡΗ
Θα βγει ένα αντάρτικο πετσοκομμένο, ένα βουλιαγμένο Κόμμα,και ο λαός θάχει πληρώσει με χιλιάδες θύματα την επανάσταση μας.Ενώ αν το Κόμμα παραμένει έστω στραβό αλλά δυνατό και ο στρατός μας ακέριος,υπάρχουν ελπίδες ακόμα.
ΘΥΕ
Ποιες;
ΑΡΗ
Ν' αλλάξουμε μυαλά στο Σιάντο-τίποτ' άλλο δε γίνεται.
ΘΥΕ
Καπετάνιε,η νύχτα είναι μάνα δολοφόνα.Γεννάει παιδιά και πάλι τα σκοτώνει.Γεννάει ιδέες που πλανιούνται λίγο μες στο σκοτάδι και ύστερα χάνονται όπως φανήκανε.Και το πρωϊ έρχεται πεντακάθαρο σαν τίποτα να μη συνέβηκε μέσα στη νύχτα,γιατί ούτε σαν όνειρο δε μένει η γέννα της νύχτας. Μια τέτια ιδέα μούρχεται και μένα τις νύχτες καπετάνιο. Απόψε όμως δε θα την αφήσω να πεθάνει.Θα τρυπήσω το κόκκαλο και θα φτάσω ως το μεδούλι.Η ιδέα αυτή είναι καπετάνιε,ότι δειλιάζεις να τα βάλεις με την Κεντρική.Και πως της δειλίας σου το δέντρο έχει τις ρίζες του στη φυλακή της Αίγινας,σ' ένα γραφείο φασιστικό μέσα,εκεί που υπόγραψες ένα χαρτί..
ΑΡΗ
Συνέχισε.
ΘΥΕ
..Εκεί που υπόγραψες μια δήλωση.Και λένε πως η υπογραφή εκείνη είναι που σε κάνει υποταχτικόν στο Σιάντο.Στο Σιάντο που δεν υπόγραψε.
ΑΡΗ

Μη χαμηλώνεις τη φωνή σου.Πες ό,τι έχεις να πεις.
ΘΥΕ
Τι άλλο να πω αρχηγέ;Τ’ άλλα είναι λόγια.Και λένε πως τάχα αυτή ήτανε μια στιγμή αδυναμίας του Άρη..ή ένα λάθος του.Τι άλλο να πω αρχηγέ;Εσύ θέλω να μου μιλήσεις.
ΑΡΗ
Λένε..
ΘΥΕ
Ναι καπετάνιε,έτσι λένε. Εγώ λέω πάλι πως δεν μπορεί νάτανε λάθος.Τέτια λάθη δεν τα κάνει ο Άρης.Και ακόμα λέω πως στιγμές αδυναμίας δεν έχει το μυαλό του Άρη.
ΑΡΗ
Αν μπορεί να κάνει κανείς ένα λάθος που να μην είναι λάθος,τόκανα εγώ.Αν μπορεί μια στιγμή αδυναμίας να είναι πηγή δύναμης,αυτή ήτανε η στιγμή που υπόγραψα τη δήλωση.
Το πραγματικό λάθος Θύελλα,τόκανε η τότε ηγεσία του Κόμματος.' Επρεπε να δοθεί εντολή σε όλους να κάνουν δήλωση.' Ετσι θα ξεδοντιάζανε το θηρίο.Δεν είχαν την εξυπνάδα να το
κάνουν.Τύποι που σκοτώνουν την ουσία.Που δημιουργούν προβλήματα δυσκολόλυτα στο Κόμμα. Επρεπε να βγω.Να δράσω.Ούτε μια ώρα δεν πρέπει να πηγαίνει από τον αγώνα.Κι
υπήρχαν πολλά να γίνουν την εποχή εκείνη για το Κόμμα.
Ποιος ξέρει πόσο θα κρατούσε η φυλάκιση μου χωρίς τη δήλωση..Απόδραση από κει αποκλειότανε.' Επρεπε να βγω με κάποιον τρόπο.Είναι ευχής έργο που αρκούσε να κάνει
κανείς δήλωση για να βγει.
Είναι γελοίο να αχρηστεύωνται τόσοι αγωνιστές επειδή υπόγραψαν ένα χαρτί.Πού είναι η διαλεκτική μας;Είναι γελοίο να διαλυθεί ένα Κόμμα από μια στραβή κρίση της ηγεσίας του. Οσο για μένα,τότε μπορούσα να παρακούσω.Δε ρίσκαρα τίποτε άλλο παρά μόνο την κομματική μου θέση.Κι αυτή στη θεωρία μόνο.Ποιος θα πίστευε ύστερ' από τόσους αγώνες που είχα κάνει ως τότε πως η δήλωση μου ήταν αληθινή;Και πράγματι κανείς δεν το πίστεψε.
Τώρα όμως είναι διαφορετικά.Αν παρακούσω στο Κόμμα,φέρνω συμφορές στο Κόμμα,στο λαό,στην πατρίδα.
' Εκανα δήλωση για να βοηθήσω το Κόμμα.Τώρα αυτή η δήλωση μ' εμποδίζει να βοηθήσω και το Κόμμα και την πατρίδα.
Αν δεν είχα κάνει τη δήλωση δε θα είχα φτιάξει το αντάρτικο.Κι επειδή έκανα τη δήλωση,δεν μπορώ να γλιτώσω από τα νύχια του Σιάντου.
' Οχι όμως Θύελλα επειδή ντρέπομαι για τη δήλωση μου.' Οχι,χίλιες φορές όχι.Οι άλλοι εκμεταλλεύονται τη δήλωση μου για ν' αγνοούν τις γνώμες μου,για να μη μου αναγνωρίζουν τη δύναμη που έχω,για να ρίχνουν επάνω μου κάθε βρωμιά.Οι άλλοι είναι που προσέχουνε τη δήλωση μου Θύελλα.Για μένα έπρεπε να γίνει.Η δήλωση μου δεν ενοχλεί εμένα,ενοχλεί τους στενοκέφαλους.Αγνόησα μια στραβή απόφαση του Κόμματος και τώρα είμαι υποχρεωμένος να δέχωμαι όλες τις στραβές του αποφάσεις.
ΘΥΕ
Καπετάνιο,χαμένοι για χαμένοι.Κάνε το!
ΑΡΗ
Εμείς ναι,χαμένοι για χαμένοι.Ο λαός όμως δε θα χαθεί.Θα τον πολεμήσουνε,θα τον βασανίσουνε,θα τον φυλακίσουνε,μα πάλι κάποια μέρα θα πάρει την τύχη του στα χέρια του.Πήγαινε να ησυχάσεις Θύελλα.Και νάσαι έτοιμη να δεις την πατρίδα σκλαβωμένη πάλι.
Να μη ζήσω να το δω αυτό καπετάνιο(ξεσπάει σε κλάμματα και βγαίνει τρέχοντας)
ΑΡΗ
Γυναίκες!Όσο κι αν είναι καλές αντάρτισσες,το δάκρυ τόχουνε το ίδιο ευκολόχυτο με το αίμα..
(βγαίνει)
(τέλος της δεύτερης σκηνής της τέταρτης πράξης)



Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

 (συνέχεια Άρη Βελουχιώτη)

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Δωμάτιο σπιτιού στην Κοκκινιά.Ο παππούς ξαπλωμένος στο κρεββατι. Ο Σπίνος καθιστός
κατάχαμα δουλεύει. Μακριά ακούγονται ντουφεκιες και αντάρα μάχης)
ΣΠΙΝΟΣ (τραγουδάει)
Τα κορίτσια που ’χαν πρώτα Γερμανούς
Καμαραντ
Τα κορίτσια πουχαν πρώτα Ιταλούς    '
Σενιοριτα
Τώρα έχουν Εγγλεζάκια
Με κοντά παντελονάκια
Κι από πίσω ένα σύνταγμα Ινδούς…

ΠΑΠΠΟΥΣ
Πάψε περονόσπορε, μου πήρες τ' αυτιά.
ΣΠΙ
(συνεχίζει)
Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά;
Τόνα μου φωνάζει γιες
Τάλλο μου φωνάζει για
Τίνος είναι βρε γυναίκα τα παιδιά;
Παππού ,σταματα.

ΠΑΠΠ
Κύττα ρε σκασμένο ποιοι φαίνονται στη γωνία.
ΣΠΙ
Μη βιάζεσαι. Πρώτα η δουλειά.
ΠΑΠΠ
Τι φτιάχνεις ρε αχρόνιαγο με τα κονσερβοκούτια;
ΣΠΙ
Κονσέρβες του Σκόμπυ.
ΠΑΠΠ
Τι βάζεις μέσα;
ΣΠΙ
Ό,τι πρέπει.
ΠΑΠΠ
Τι βρε σαλαμάντρα;
ΣΠΙ
Δυο λουκουμάκια, γυαλιά, καρφιά και έτοιμη η κονσέρβα.Τα καρφιά για να μπαίνουνε στον κόλο
των Εγγλέζων,και τα γυαλιά για να τους κόβουνε τον που..
ΠΑΠΠ
Πάψε ζωύφιο!Πού τάμαθες αυτά τα λόγια;
ΣΠΙ
Είμαι αυτοδίδακτος.
ΠΑΠΠ
Αυτοδίδακτος ζαρωμένο!Αυτοδίδακτος!..Αχ δε θα λευτερωθούμε;Πρωί- βράδυ θα πηγαίνεις σχολείο να μάθεις ό,τι έχασες.
ΣΠΙ
Να φύγει ο Σκόμπυ κι εγώ θα πηγαίνω και το μεσημέρι.
ΠΑΠΠ
Πόσες έχεις να κάνεις ακόμα βρωμιαρόγατε;
ΣΠΙ
Πέντε
ΠΑΠΠ
(δυνατά)
Αμαλία!
ΣΠΙ
Δεν ακούει.Τ' αυτιά της μπουκώσανε σφαίρες.
ΠΑΠΠ
(δυνατά)
Αμαλία!
ΓΥΝΑΙΚΑ
(από μέσα)
Τι είναι;
ΠΑΠΠ
Ελα μαρή!
(μπαίνει η Γυναίκα)
Κύττα μαρη,ακόμα στη γωνία είναι οι δικοί μας ή προχωρέσανε καθόλου ; Ο γιος σου του λέω και πέρα βρέχει.
ΓΥΝΑΙΚΑ
(κυττάει από την πόρτα)
Ακόμα εκεί είναι.Κρατάνε τα παλιόσκυλα.
ΠΑΠΠ
Ο Θεός να φυλάει τα παιδιά μας.
ΓΥΝ
Αμήν Παναγία μου-εσύ τι κάνεις εκεί;
ΣΠΙ
Καλά είμαι και κονσέρβες του Σκόμπυ κάνω.
ΓΥΝ
Και τι θα πάθαινες να κάνεις ένα θέλημα του παππού σου;
ΣΠΙ
Του κάνω δεν του κάνω,αυτός είναι άχρηστος στον αγώνα. Η αυριανή τον βρίσκει δεν τον βρίσκει. Όλο τον αέρα που αναπνέει τον κάνει βήχα.Εμείς είναι που φυσάμε κι ανεμίζουνε οι κόκκινες σημαίες μας.
ΓΥΝ
Εσύ να τ' αφήσεις αυτά.Είναι για τους μεγάλους...Κι ακόμα καμία είδηση από τον Αντρέα.Αχάραγα ξεκίνησε για το φούρνο του Μανώλη.Κι από κει;Πού;
Ποιος ξέρει. Οπου τους πάει της μάχης η στροφή και η αντάρα..
Παλιόσκυλα!ΙΦονιάδες Εγγλέζοι!Τομάρια!χτες το βράδυ πήρανε λέει το πρώτο και το τρίτο αστυνομικό τμήμα.Ο Θεός να φυλάει τους άντρες μας.Ο Θεός να φυλάει την Κοκκινιά μας.
ΠΑΠΠ
Όταν η Αθήνα ήτανε δική μας δεν την παίρναμε,τώρα που την πήρανε οι Αγγλοι τώρα τηνε
θέλουμε.Καμώματα του Σιάντου του προδότη!..
ΓΥΝ
Σώπα.Δεν ξέρουμε τι έγινε.
ΠΑΠΠ
Εσύ μπορεί να μην ξέρεις,εγώ όμως ξέρω.
ΓΥΝ
Μη μιλάς έτσι.Κουβεντιάζει με τους μεγάλους.Κάτι πιο πάνω θα ξέρει.
ΠΑΠΠ
Σκατα ξέρει.Οσο εγώ ξέρω να μαγειρεύω.Αχ! Που' ναι ο ' Αρης…μόνο αυτός θα κανόνιζε τους
Εγγλέζους. Πουν' τος;Τον στείλανε στην ' Ηπειρο να χαλάσει λέει το Ζέρβα..Τώρα τους ξύνισε ο Ζέρβας.' Οταν τους παρακάλαγε ο ' Αρης να τόνε διαλύσει, εκείνοι δεν τον αφήνανε.Τώρα το θυμήθηκαν για να μπορέσουνε να πουλήσουνε την Αθήνα..' Ελα φτιάξε μου τα σκεπάσματα γιατί κρυώνω!
ΓΥΝ
Αυτό κι εγώ το λέω:αφού θέλανε την Αθήνα γιατί δεν κατέβαζαν τον ' Αρη;
ΠΑΠΠ
Να σου πω γιατί.Γιατί αν πάρει την Αθήνα ο ' Αρης,πάει και ο Σιάντος.Γι αυτό!   Αλλά ο δικός μου γιος και ο άντρας σου πληρώνει τη νύφη.Αυτός πολεμάει ένας με τέσσερους.Και πού ξέρει από μάχη;Στους δέκα δικούς μας μόνο οι τρεις έχουνε πολεμήσει.
ΓΥΝ
Κακό να σκέφτωνται έτσι οι κόκκινοι.Κόκκινος και να θέλει να βγάλει το μάτι του άλλου..Και η Ρουσσία μας έχει ξεχασμένους..
ΠΑΠΠ
Τι να κυττάξει από μας;Αφού πήγαμε και κάναμε το Σκόμπυ αρχηγό του αντάρτικου για να μας
κυττάξει είμαστε;Και ναρχότανε ενάντια μας δίκιο θα τούδινα.Άκου να μας κυττάξει!.
ΣΠΙ
Δηλαδή ο Σιάντος τάκανε ρόϊδο..
ΓΥΝ
Εσύ τελείωνε να πας λίγη σούπα στην κυρα-Γιάννού.
ΣΠΙ
Ακόμα ζει αυτή;
ΓΥΝ
Σταμάτα!Και τελείωνε.
ΣΠΙ
Τελειώνω.Δώσε μου κείνα τα δύο λουκουμάκια από το κομοδίνο.
ΠΑΠΠ
Τ' είναι τα λουκουμάκια μαρή Αμαλία;
ΓΥΝ
Δυναμίτη είναι.Αυτό είναι!Λουκουμάκια ονειρεύονται τα παιδιά,λουκουμάκια βλέπουνε και στο δυναμίτη.
(Μπαίνει η γειτόνισσα)
ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Τα μάθατε;Παραιτήθηκε ο Παπαντρέου!
ΣΠΙ
Ωχ! Χάλασε η σούπα!..
ΠΑΠΠ
Εμ βέβαια,μας παράδωσε στους Άγγλους-αυτός ήταν ο σκοπός του,τέλειωσε.
ΓΥΝ
Πού τόμαθες;
ΓΥΝ
Μου το μήνυσε ο Πέτρος με τον ξάδερφο του.
ΓΥΝ
Καλό να μας βρει Θεέ μουΙΤι άλλο είπε;Είναι όλοι καλά;
ΓΕΙ
Καλά είναι.Και προχωρέσανε ως το σχολείο.Είναι έτοιμη η σούπα μας;' Αργησα σήμερα.Θα
πεινάσουνε οι άντρες μας.
ΓΥΝ
Κάτσε να στη φέρω
(βγαίνει)
ΣΠΙ
Νάρθω κι εγώ να σε βοηθήσω κυρα-Πέτραινα;
ΓΕΙ
Δε θέλω έγνιες στο κεφάλι μου.Μου φτάνει να προσέχω τον εαυτό μου.Μόνο άμα ετοίμασες
τίποτα δόστο να το πάω.
ΣΠΙ
Οχτώ κονσέρβες και δώδεκα πυροτεχνήματα.
ΓΕΙ
Δόστα.
(Μπαίνει η ΓΥΝΑΙΚΑ)
ΓΥΝ
Πάρε.
ΣΠΙ
Να πάω κι εγώ να βοηθήσω;Η σούπα είναι βαριά.
ΓΥΝ
Σε πήρε ο πόνος για την κυρα-Πέτραινα;Κάτσε εκεί που κάθεσαι.Ο πόλεμος δεν είναι για σένα.-
Αντε και πρόσεχε.Κι αν μάθεις τίποτα πες μας.
ΓΕΙ
' Οχι θ' αφήσω..Γεια σας.
ΓΥΝ
Εδώ,μέσα στο πεσκίρι έχω λίγες τηγανίτες.
ΓΕΙ
Λαμπρή θα κάνουνε σήμερα οι λεβέντες μας.Γεια.Γεια σου παππού.
ΓΥΝ
Γεια.Στο καλό.Πρόσεχε.
(Η ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ βγαίνει)
ΣΠΙ
(Πηγαίνει προς την πόρτα)
Να μας γράφεις κυρα-Πέτραινα.
ΓΕΙ
(απ' έξω)
Μέσα μέσα!
ΣΠΙ
Μάνα,κύττα η δασκάλα.
ΓΥΝ
Τι η δασκάλα;
ΣΠΙ
Ελα να δεις.Κρέμασε ένα σεντόνι από το μπαλκόνι της με κάτι γράμματα επάνω.Μου φαίνεται
είναι γραμμένα με ντοματόζουμο-ακόμα τρέχει σακάτου.
ΓΥΝ
Μου-Ο-Μο.Λου-Ω-Νι:Λων.Μόλων!Λου-Α:Λά.Βου-Ε:Βε:Λάβε.Μόλων Λάβε.Τι νάναι τούτο;Παππού
ξέρεις τι θα πει μόλων λάβε-τόχει γράψει η δασκάλα στο μπαλκόνι της.
ΠΑΠΠ
Πες το πάλι!
ΓΥΝ
Μόλων λάβε.
ΠΑΠΠ
Αχ αγράμματη!Μολών λαβέ.Δηλαδή το γράφει για το Σκόμπυ.Του λέει έλα αν σου κοτάει να μας
πάρεις τα σπίτια μας-εμείς δε σου τα δίνουμε.
ΣΠΙ
Να πάρει ο διάολος! Οταν διώξω το Σκόμπυ θα μάθω γράμματα.(Φωνές από μακριά που πλησιάζουν)
ΓΥΝ
Τι γίνεται;Μας πισωγύρισαν;
(Πηγαίνει προς την πόρτα)
Κάποιον φέρνουνε-Θεέ μου!
ΠΑΠΠ Ποιοι;Ποιον;
ΓΥΝ
Δυο δικοί μας.Κάποιον κουβαλάνε στα χέρια.Εκείνος βογγάει.Θεέ μου!Είναι ο Αντρέας! (Βγαίνει.Ακολουθεί ο ΣΠ1ΝΟΣ.Μπαίνουν ο ΒΑΣΟΣ και ο ΘΥΜΙΟΣ κουβαλώντας τον ΑΝΤΡΕΑ, και η ΓΥΝΑΙΚΑ)
ΑΝΤΡΕΑΣ
Μου σπάσανε το κόκκαλο οι μπάσταρδοι. Ωχ! Αχ! Δώσε μου κάτι Αμαλία-λίγο νερό...
ΓΥΝ
Κακό που με βρήκε!Θεέ μου Είναι γεμάτος αίματα.Πάω να φέρω νερό και πετσέτες να τον
πλύνω, (βγαίνει)
ΘΥΜΙΟΣ
' Εχεις ρακί κυρα-Αντρέαινα;
ΓΥΝ
Έχω.
ΘΥΜ
Φερτό να του λιγέψει ο πόνος.Εσύ Βάσο τράβα να φέρεις το γιατρό.ζέρεις το σπίτι του;
ΒΑΣΟΣ
Το ξέρω
(βγαίνει)
ΑΝΤ
Αχ!Παλιοφασίστες!Θα μου το πληρώστε!
ΠΑΠΠ
Πονάς πολύ παιδί μου;
ΑΝΤ
Δεν είναι τίποτα πατέρα.Μόνο που δεν μπορώ να πολεμήσω.
ΓΥΝ
Να το ρακί.Πιες άντρα μου.Πιάσε το νερό σύντροφε.Ρίχνε μου.Θεέ μου!
ΑΝΤ
Δεν είναι τίποτα Αμαλία.Μόνο που πονάει το άτιμο
(πίνει)
Αχ!Τράβα Θύμιο, φύγε.Σ' ευχαριστώ.Δε χρειάζεσαι εδώ.Τράβα στους άλλους.Πάρε και τ' όπλο μου.Είναι γερό.Δόστο στον Πετρόπουλο γιατί το δικό του είναι λειψό.
ΘΥΜ
Καλά,πάω.Μη γνιάζεσαι.Θάρθει ο γιατρός.Με θέλεις κυρα-Αντρέαινα;
ΓΥΝ
Όχι σύντροφε..
ΘΥΜ
..Θύμιος.Σε λίγο θάρθει ο Βάσος με το γιατρό.
ΓΥΝ
Τότε καλύτερα.Πήγαινε στην ευκή του Θεού.
ΘΥΜ
Πού τόβαλες το όπλο σου;
ΑΝΤ
Εδώ. Στα χέρια μου το κράταγα.. 'Οχι,τόδωσα στο Σπίνο.Πού είναι ο Σπίνος;Σπίνο!Σπίνο!
ΑΝΤ
Κύττα στην αυλή.
(Ο Θύμιος βγαίνει και ξαναμπαίνει)
ΘΥΜ
Δεν είναι.
ΓΥΝ
Πήρε τ' όπλο κι έφυγε !Α!Το διαβολόπαιδο φωτιά που μ' άναψε. Τρέξε σύντροφε και στείλτονε
πίσω.Α!Το διαβολόπαιδο!
(Πάει στην πόρτα,βλέπει έξω,γυρ'ιζει πίσω)
ΑΝΤ
Τράβα Θύμιο.Και φέρτονε δεμένονε.
ΘΥΜ
Πάω
(βγαίνει)
ΑΝΤ
Φέρε μου κι άλλο ρακί γυναίκα.Μου λιγοστεύει τους πόνους.
ΓΥΝ
Πάω-κακό που μας βρήκε!..
(βγαίνει)


(τέλος της πρώτης σκηνής της τέταρτης πράξης)

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

ΛΥΠΗΜΕΝΗ

Φωτογραφία απέναντί μου
στέκει στον τοίχο κρεμασμένη
Εκστατική κι αγαπημένη
Βάλσαμο σκέψης αποδήμου.

Ενα τοπίο νησιού Πατρίδας
Κομμάτι Χώρας-το λιμάνι
Ο,που να δει το μάτι φτάνει
Φως απ’ τον λύχνο της ελπίδας.

Ο,που τα’ αυτί μπορεί ν’ ακούσει
Γέλια, χαρές, φωνές, τραγούδια
Και πολυχρώμτα λουλούδια
Που και σε πέτρες πάνω ανθούσι.

Σπίτια κάτασπρα από ασβέστη
Χρυσή λαμπράδα στον αέρα
Ηλιογιορτή κάθε ημέρα
Κάθε στιγμή Χριστός ανέστη.

Μες 'το χαρτί χιλιάδες μάτια
Μ’ αποζητούνε-με φωνάζουν.
Αλλ’ αλμυρά νερά σκεπάζουν
Του γυρισμού τα μονοπάτια.

Φωτογραφία κρεμασμένη
Στέκει στον τοίχο απέναντί μου
Κι είν' το τοπίο της ερήμου
Κι ειν' η θωριά της λυπημένη.

Λος Άντζελες 1990
Η ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ

Κάθε που μαύρα σύννεφα τον ουρανό σκεπάζουν
Κι η μέρα νύχτα γίνεται σα να ’ναι άλλη Πλάση
Πόσο ειν' της θλίψης τα φτερά πλατιά και με τι βιάση
Μες στην ψυχή απελπισία κι απόγνωση στιβάζουν…

Μα όμως σαν τ’ ατσάλινα τα σύννεφα τρυπήσει
Με το γλυκό κι επίμονο φώς της μια ηλιαχτίδα
Μαζί της πώς μες στην ψυχή γεννιέται η ελπίδα!
Κι αν δεις της θλίψης τα φτερά πια έχουνε μαδήσει.

Λος Άντζελες  15-7-89
ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Σε μία χώρα μακρΙνή
Σ’ ενός βουνού τα πλάγια
Την ώρα που την αυγινή
Γρικιέται η κουκουβάγια,  

Που τα ελάτια τα ψηλά
Ψιλή κουβέντα στήνουν
Με το νεράκι που κυλά
Από τις πηγές και δίνουν

Στον γύρω αέρα ευωδιά
Και σιγουριά στο χώμα
Ενώ μερεύει την καρδιά
Το πράσινό τους χρώμα,

Εκεί ο ήλιος ο πρωινός
Μεριάζοντας τις σκάλες
Κατρακυλά και χαρωπός
Γλυκοφιλάει τις στάλες

Της παγωμένης της δροσιάς
Σα να ’ναι αγαπημένος
Που της καλής του φορεσιάς
Τ' ασημικά ντυμένος

Ερωτα νέον ξεκινά
Και γνώρα νέα δένει
Με κάθε στάλα σαν με μια
Καινούργια αγαπημένη, 

Στη μακρυνή αυτή πλαγιά
Που έλατο μυρίζει,
Μέσα στων δέντρων τα κλαδιά
Ενα χωριό ανθίζει.

Εκεί ο νους μου τριγυρνά
Κι η σκέψη μου πετάει.
Εκεί και θέλω στα στερνά
Του βίου να με πάει

Η Μοίρα εμέ-να ξαπλωθώ
Στο χώμα του επάνω-
Τούτο είν' όλο που ποθώ
Και έτσι να πεθάνω.

 λος Άντζελες 15-7-89
Ο ΚΑΙΝ ΜΟΝΟΛΟΓΕΙ ΙΙΑΝΏ ΑΠΟ ΤΟ ΠΤΩΜΑ ΤΟΥ ΑΒΕΛ

Επεσε κάτω δίχως να το θέλει.
Τον έριξα εγώ χτυπώντας τον μ’ αυτή την πέτρα.
Τα μάτια του έκλεισαν
Και κρύος είναι και ωχρός.
Τι άνθρωπος τώρα ειν' αυτός
Να μη μπορεί να δει, ν' ακούσει, 
Να φάει, να περπατήσει.
Μα έτσι τώρα που είναι, αυτό είναι καλό για μένα-
Να με χτυπήσει δεν μπορεί
Ή να μου πάρει τα χωράφια μου.
Και ολ' αυτά γιατί τον χτύπησα με μία πέτρα.

Τώρα πια ξέρω: μπορώ να κάνω το ίδιο
Και με όποιον άλλο αδερφό μου.
Ολα δικά μου τώρα θα ’ναι.
Ε! Συ! Θα σου πάρω τα χωράφια σου!
Δε μιλάει…
Θα πάρω τη γυναίκα σου..: Ακίνητος.
Αλλοτε όταν αυτό του το ’λεγα
Ορμούσε για να με χτυπήσει.
Τώρα να μ' εμποδίσει δεν μπορεί.
Αρκεί για πάντοτε να μείνει έτσι.
Αλλά τι; Αν πάλι σηκωθεί,
Θα τον ξαναχτυπήσω.
Μόνο το νου μου ας έχω.
Πρέπει να κουβαλώ μαζί μου αυτή την πέτρα.

Μα όχι. Πέτρες υπάρχουνε παντού.
Μ' αυτές ότοιονε θέλω θα χτυπάω
Κι όλα δικά μου θα ’ναι τα δικά του.
Αρκεί καλά το μυστικό μου να το κρύψω
Να μη το μάθουν κι οι άλλοι.
Κι αν ο πατέρας μας
Που πολύ τον αγαπέι
Να τόνε βλέπει θέλει,
Του τόνε πάω.
Τον κουβαλώ στο σπίτι
Και τον απαρατάω σε μια γωνιά.
Να τόνε βλέπει θα χορτάσει τότε
Αφού για πάντοτε θα ειν' εκεί
Κοντά του.
ΔΙΣΤΟΜΟ           

Τον τελευταίο τον καιρό δε στάθηκε τ’ ασκέρι.
Όλο στους δρόμους ήμασταν και ο Καραϊσκάκης
Καθόλου δεν ησύχασε τους τούρκους κυνηγώντας
Και πολεμώντας τους. Κι εγώ, απόκοντα μαζί του.

Οντας στο Μαυρολίθαρο ακόμα ο Καραϊσκάκης .
Εμαθε από χωρικούς πως ο Ομέρ της Εύβοιας
Ερχόταν για τα μέρη μας, μαζί του κουβαλώντας
Καβαλαραίους και πεζούς ως τέσσερες χιλιάδες.
Αμέσως μόλις το ’μαθε τραβάει για τη Βελίτσα.
Φτάνουμε εκεί στις δεκοχτώ Γενάρη. Εκεί μας λένε
Πως έστησε ο Ομέρπασας ορδί στο Τουρκοχώρι.
Τραβά για κει. Μα του ’φεραν στο δρόμο το μαντάτο
Πως φύγαν οι τουρκοί από κει εδώ και τρεις μέρες. ... 
Γυρνάμε πίσω άστεκα και πάλι στη Βελίτσα.
Εκεί έφτασε το σίγουρο  το νέο πως οι τούρκοι
Τραβήξαν για το Δίστομο, χτυπήσαν τους δικούς μας,
Και κει τους εκρατάγανε τώρα μπλοκαρισμένους.
Μετά απ’ αυτά όμως ήτανε τ’ ασκέρι κουρασμένο.
Κι απ’ όλους πρώτος το ’ξερε αυτό ο Καραϊσκάκης.
Καθώς όμως φοβήθηκε πως με το χασομέρι 
Μπορεί να ’ρθεί καταστροφή, διάλεγει παλληκάρια
τα πιο γερά κι αντρεία του,  ίσα με τετρακόσα
Τους λέει ναπομείνουνε μόνο με το γελέκι
Για να μπορούν πιο γρήγορα να τρέξουνε, και πρώτος
Αυτός πετάει την λάπα του, ο άρρωστος,ο χτικιάρης,
Κι ας ήταν όλα τα βουνά όθε ήθελε διαβούνε
Χιόνια γεμάτα κι ο βοριάς θέριζε τις πλαγιές τους.
Όμως καθώς θα πέρναγαν από τη Δαύλεια δίπλα
Οπου είχανε ορδί εκεί του Ομέρ στημένο οι τούρκοι,
Προστάζει να μην ανεβεί σε άλογο κανένας
Για να μπορούν, αθέατοι, εύκολα να περάσουν.
Του λεν αυτός τουλάχιστο σε άλογο ν’ ανέβει,
Δε δέχεται. Κι έναν γερό φωνάζει πεζολάτη
Και αμοιβή μεγάληνε του τάζει, αν φυτρώντας
Φτερά στα πόδια, πέρναγε ανάμεσα ’π’ τους τούρκους
Κι έφτανε ως το Δίστομο να δώσει το μαντάτο
Ότι την ίδια νύχτα αυτή θα ειν’ εκεί φτασμένος
Και πως όταν ακούσουνε οι κλεισμένοι ντουφεκίδι
Θα πει ότι χτυπάει αυτός τις πλάτες των τουρκώνε
Και τότε να χτυπήσουνε κι αυτοί, ώστε να βλάψουν
Όσο μπορούνε πιό πολύ τους τούρκους. Και κινάει
Απ’ τή Βελίτσα, απόγεμα, στο Δίστομο να πάει.
Ο Ομέρπασας στο μεταξύ, στις δεκαφτά Γενάρη
Φτάνει στο Δίστομο. Εκεί, βλέπει πως οι δικοί μας
Δεν ειν’ πολλοί, και σκέφτηκε  ότι δε θα μπορέσουν
Ν’ αντέξουνε αν έκανε γερό ένα γιουρούσι.
Φέρνει κι ένα κανόνι εκεί κι αρχίζει να χτυπάει.
Και του Γενάρη δεκαεννιά οι άπιστοι ορμάνε.
Μα οι δικοί μας τους κρατούν μακριά. Και όχι μόνο
Αλλά τους παίρνουν στο κοντό- και μακριά τους διώχνουν.
Καθώς το σούρουπο έπεφτε, φτάνει ο Γιώργος Δράκος.
Ερχόταν απ’ τά Σάλωνα. Μαζί του κι οι Σουλιώτες
Όπου με τα γεννήματα θυμώσαν του Σαφάκα.
Διώχνουν τον Καραμφίλμπεη απ’τον που εκράτει λόφο
Και ταμπουρώνονται σ’ αυτόν. Τώρα ο Καραϊσκάκης
Μετά ’πο τόσο δρόμο μες στης νύχτας το σκοτάδι
Και από κακοτράχαλα μέρη στρατολατώντας,
Φτάνει αλαφροπάτητος σα να ’τανε αγρίμι
Πρωί, μπροστά στου Ομέρπασα τ’ ορδί. Εκεί εστάθη
Για λίγη ωρα αμίλητος και συλλογή γεμάτος,
Ακίνητος, κοιτάζοντας τα τούρκικα τσαντήρια.
Αν γύρευαν άλλο να βρουν μέρος για να περάσουν,
θα τους εχαμπαρίζανε στα σίγουρα οι τούρκοι.
Και παίρνει μία τολμηρή απόφαση, μα πάλι
Που ήτανε και συνετή: από μέσα θα περνούσε
Απ’ τά τσαντήρια των τουρκών. Ευθύς λοιπόν προστάζει
Αυτή του την απόφαση ο ένας να πει στον άλλο,
Ψιθυριστά, μην ακουστούν. Κι ακόμα να προσέχουν
Μη μπερδευτούνε στα σκοινιά των τσαντηριών. Και πρώτος
Τραβά μπροστά, ενώ πίσω του ακολουθούνε όλοι.
Σα μπήκαν στο στρατόπεδο, μπήγουν φωνές κι αρχίζουν
Να ντουφεκάνε στις σκηνές δεξά κι αριστερά τους.
Αστροπελέκι να ’πεφτε πάνου στους τουρκαλάδες
Με τέτοιο δε θα σκώνονταν τρόμο από τον ύπνο.
Είπαν πως πάει, έφτασε η τελευταία τους ώρα.
Κι απ’ τό τσαντήρι του κανείς έξω δεν ξεπροβάλλει,
Μα ντουφεκάν στα κουτουρού, χωρίς το πού να βλέπουν.
Οι έλληνες στο Δίστομο ακούν το ντουφεκίδι
Κι αναρωτιούνται τί έτρεξε. Γιατί ο πεζολάτης
Που το μαντάτο θα ’φερνε, δείλιασε να περάσει.
Σε λίγο ξεχωρίζουνε στης νύχτας το σκοτάδι
Να ’ρχετ’ ασκέρι ολόκληρο από τ’ ορδί των τούρκων,
Και να τραβάει απάνου τους ολόισα. Θαρρώντας
Τούρκοι ότι τους ρίχνονται , αρχίζουνε να ρίχνουν.
"Αδέρφια είμαστ’ έλληνες! Μη ντουφεκάτε αδέρφια!"
Οι αποκλεισμένοι θάμαξαν για το καινούργιο τούτο
’Πικίντυνο κατόρθωμα που καν’ ο Καραΐσκάκης.
Πρέπει να βλάφτηκαν οι οχτροί πολύ, μιας κι οι δικοί μας
Χτυπούσανε από σιμά των τούρκων τα τσαντήρια.
Απ’ τούς λεβέντες του αρχηγού δύο στον τόπο μείναν.
Κι ένανε που μπερδεύτηκε στων τσαντηριών τα δίχτυα,
Οι τούρκοι τόνε πιάσανε κι αμέσως τον χαλάσαν.

Οταν συνήλθαν οι άπιστοι και του ’πανε τι εγίνη-
Πως απ’ τ’ ορδί τους πέρασε μέσα ο Καραϊσκάκης-
Ο Ομερπασας ελύσσαξε. Είπε να ταμπουρώσουν
Καλά το τέτοια που ’παθε ζημιά στρατόπεδο του,
Και τα κεφάλια διάταξε και πήρανε εκεινώνε
Που ήταν οι κακόμοιροι σκοποί το βράδυ εκείνο,
Να μάθουνε καλλίτερα οι άλλοι να φυλάνε.

Σα μπήκε μες στο Δίστομο, ξάπλωσ’ ο Καραΐσκάκης
Για μία ώρα. Υστερα (έπαιρνε να χαράζει)
Σηκώθηκε και πήγε κει που ήταν ταμπουρωμένα
Τα παλληκάρια που του 'Όμέρ βαστήξανε τ’ ασκέρι.
Ολο επαίνους ήτανε για κάθε παλληκάρι
Που αντιστάθη στον εχθρό στις δεκαεννιά Γενάρη. 
Μετά να λέει άρχισε τ’ αστεία τα δικά του
Και οι λεβέντες δάκρυζαν απ’ τά πολλά τα γέλια.
Κανείς δεν ήξερε απ’ αυτόν πιότερο να κερδίζει
Των αντρειωμένων τις καρδιές. Ελεγες και μαζί του
Περπάταγε του Πνεύματος του Ελληνικού η λάμψη.
Οταν τ’ αστεία τέλειωσαν, κάποιος τόνε ρωτάει:
"Ποια είν’ τα προτερήματα που πρέπει ο Καπετάνιος
Να ’χει για να μπορεί κι αυτός όσα έκανες να κάνει;"
"Να σας ειπώ μετά χαράς αφού μου το ζητάτε.
Φρόνημα να ’χει πετεινού (για να εξουσιάζει),
Την καλωσύνη του σκυλιού (για να τον αγαπάνε), 
Λιόντα θωριά και λεβεντιά (για να τόνε φοβούνται)
Περπατησά κι ύπνο λαγού (γοργός κι άγρυπνος να ’ναι)
Και γυναικεία πονηρία (για να γελά τους Τούρκους).

Αφού όλους τους εγκάρδιωσε, ανέβη σ’ ένα βράχο
Και βλέπει κατά τον εχθρό. Προσέχει πως οι τούρκοι
Κατέχουν ένα ύψωμα πολύ κοντά στ’ ορδί τους,
Όπου θα του χρησίμευε  αν ήτανε δικό του.
Προστάζει να γεμίσουνε με χώμα όσα καλάθια
Και όσα ασκιά τους βρίσκονταν, και μόλις πέφτει η νύχτα
Ρίχνεται πα’ στο ύψωμα, διώχνει τους τουρκαλάδες
Και με καλάθια και μασκιά ένα ταμπούρι φκιάνει
Από το Τούρκικο τ’ ορδί σαράντα οργιές πιο πέρα.
Τώρα ο Ομέρ λογάριασε ότι αφού δεν πήρε
Με τους δικούς του το χωριό πριν έρθει ο Καραϊσκάκης
Μάταιος κόπος θα ’τανε τώρα να προσπαθήσει.
Και άλλο πια δεν του ’μενε απ’ την πολιορκία.
Ο Καραϊσκάκης βλέποντας πως δε μπορεί να διώξει
Με πόλεμο ένα δυνατό σαν του Ομέρ ασκέρι,
Σκέφτεται πώς θα γίνονταν τους δρόμους να του κόψει
Απ’ όπου επερνούσανε οι εφοδιοπομπές του,
Και αν μπορούσε νάκανε της Ράχοβας το κόλπο,
θα πει από παντού τ’ ορδί και του Ομέρ να κλείσει.

Φέρνει από τα Σάλωνα κι από το Λιδωρίκι 
Τους καπετάνιους που ’χανε οριστεί να τα φυλάνε.
Προστάζει στην Αράχοβα να πάει ο Δυοβουνιώτης
Και με τους καβαλάρηδες στο Στείρι ο Γιαννούσης.
Υστερα έκατσε κι έγραψε στη Διοίκηση ένα γράμμα
Να τον προφτάσει με τροφές, γιατί από μέρες τώρα
Πάλι γερή εθέριζε πείνα τα παλληκάρια:
   
«Σεβαστή Διοίκησις,
η εσχάτη ελπίς του υπερήφανου Κιουτχή είναι το  στρατόπεδον τούτο, το οποίον όταν ημείς το αφανίσωμεν, τότε και αυτός πρέπει να απελπισθεί. Δια τούτο εμετακαλέσαμεν και τα επίλοιπα στρατεύματα μας,  δια να πιάσουν τας αναγκαίας θέσεις,ώστε οι πολιορκηταί μας να μείνουν πολιορκημένοι, και άμποτες η ευχή της Σεβαστής Διοικήσεως να μας ενισχύσει δια να εξολοθρεύσωμεν και αυτούς, ωσάν τον Κεχαγιά-μπεην και τον Μουστάμπεην, χρεωστούμεν όμως να παρουσιάσωμεν εις την Σεβαστην Διοίκησιν ότι από τας επί νυν πεμπομένας τροφάς, ολίγα στρατεύματα εζωοτροφήθησαν και μόλις ημπορούμεν να περάσωμεν ακόμα μη το πολύ δύο ημέρας, όθεν ως αναγκαιότατος ούτος ο πόλεμος, εις την νίκην του οποίου κρέμαται η σωτηρία της πολυπαθούς Ελλάδος, παρακαλείται θερμώς η Σεβαστη Διοίκησις να επιμεληθεί ως μήτηρ φιλόστοργος με όλην την δυνατήν δραστηριότητα ώστε τα αδύνατα να γίνουν δυνατά και να μας προβλέψει όσον τάχος με τας αναγκαίας τροφάς, γνωρίζομεν, Σεβαστή Διοίκησις, ότι τας πολλάς κακουχίας τας υποφέρει ο άνθρωπος, την δε πείναν δεν δύναται, ότι η βία είναι ακαταμάχητος, δια τούτο λοιπόν εξαποστέλλομεν επί
ταυτού τον κύριον Ιω. Σούτζον, οπού δια του ιδίου , να μας προφθάσητε με τροφάς και μίαν ώραν αρχήτερα, επειδή της πείνης τα αποτελέσματα τα ηξεύρομεν και αλλοίμονον θα είναι ο χαμός μας, ενώ ημπορούμεν να έχωμεν την νίκην εις τας χείρας, επαναλαμβάνομεν πάλιν και παρακαλούμεν Σεβαστή Διοίκησις, δι όνομα του θεού, δι αγάπην της Πατρίδος, τας τροφάς να μη τας χρονοτριβήσετε διόλου, αλλ’ όσον το ογληγορώτερον
να σταλθώσι δια να δοξασθεί ο τόπος ούτος του Διστόμου, και να βαφεί με το αίμα των εχθρών. Παρακαλείται η Σεβαστή Διοίκησις να παρακινήσει και τον κύριον Μπαλήν δια να μας προφθάσει με τροφάς.
Αναφέρομαι προσέτι προς την Σεβαστήν Διοίκησιν, ότι είναι ωφελιμώτατον πράγμα, τα εις Ελευσίνα συναχθέντα στρατιωτικά σώματα να διορισθώσι να υπάγωσι παρεμπρός, ώστε να προξενούσι κάποιαν βλάβην του εχθρού, έως να ημπορέσωμεν και ημείς να εξολοθρεύσωμεν το στρατόπεδον τούτο, και επομένως με αρκετά στρατεύματα προφθάνομεν και ημείς αμέσως, συγχρόνως με τας τροφάς να μας εξαποστείλητε και τζιμπιχανέ, ότι τον καίομεν εις τον πόλεμον και όχι ματαίως, ωσαύτως και κριθάρι δια το ιππικόν, ότι δεν έχομεν ούτε κλονί.
Τη 21 Ιανουαρίου 1827, Δίστομον
Ο ευπειθής πατριώτης
Καραϊσκάκης»

Οι τούρκοι μας εβάραγαν μ’ ένα κανόνι που ’χαν
Κιενώ βλαφτόμασταν εμείς, άβλαφτοι εκείνοι μέναν.
Για να διορθώσει το κακό, πρόσταζει ο Καραϊσκάκης 
Να πα να κουβαλήσουνε απ’ τή Σκάλα των Σαλώνων,
Από το πλοίο το τούρκικο που πήρε με ρεσάλτο,
Δύο κανόνια. Τα ’φεραν. Κι ο πόλεμος γινόταν
Μονάχα με χοντρή φωτιά για κάμποσες ημέρες.

Προψές, τριάντα Γεναριού, αυτοί που ’ταν στο Στείρι
Κάτι αφύλαχτα είδανε τούρκικα ζα κοντά τους.
Τρέξαν να τα προγκήξουνε και να τα παν στο Στείρι.
Οι τουρκαλάδες τρέχουνε να τους τα πάρουν πίσω.
Όσοι στο Στείρι απόμεναν δικοί μας, όταν είδαν
Πως κιντυνεύουν κι άνθρωποι εκτός από τα ζώα,
Τρέχουνε να βοηθήσουνε. Και κυνηγάν τους τούρκους.
Οταν να πέφτουν ντουφεκιές ακούει ο Καραϊσκάκης
Ανέβη σ’ ένα ύψωμα, βλέπει το τι συμβαίνει
Και στέλνει από τό Δίστομο μια δύναμη να τρέξει
Με διαταγή στο τούρκικο τ’ ορδί να βάλει πόδι.
Εκείνοι ό,τι διατάχτηκαν το κάνανε στ’ ακέριο.
Πήραν τ’ ορδί. Μα επειδή κοντά ήτανε στους τούρκους,
Πάει, και αποπίσω του πιάνει ο Καραϊσκάκης
Εν’ άλλο μέρος που ήτανε ανάμεσα σε κείνους
Και στο χωριό, για να βαστά το δρόμο ανοιχτόνε.
Μα ξάφνου κι ενώ ο πόλεμος εβάσταγε ακόμα
Τί βλεπουνε οι Ελληνες... να ρχονται απ’ αντίκρυ
Δυο τάγματα του τακτικού στρατού. Με ξιφολόγχες,
Με τάξη ευρωπαΐκιά, και τετραγωνισμένα.
Οι Ελληνες ταράχτηκαν σαν τα ’δανε κι αρχίζουν
Ν’ αποτραβιούνται στην κορφή του λόφου να σωθούνε.
Οι άλλοι σαν τους βλεπουνε νομίζουν πως το σκάνε
Κι αρχίζουνε να τρέχουνε κι εκείνοι προς τα πίσω.
Βλέπονταςτούτο που ’γινε του εχθρού η καβαλαρία,
Τρέχει με το σκοπό να βγει στις πλάτες των δικών μας
Και να τους κόψει τη φυγή. Βλέπει ο Καραϊσκάκης
Πως τόσα εκινδύνευε να χάσει παλληκάρια
Και μένει εκεί που ήτανε να τα υποστηρίξει:
"Δε φεύγω αν δε γλιτώσουνε πρώτα εκείνοι" λέει.
Οσοι μαζί του ήτανε, βλέπουν πως ο χαμός τους
Σίγουρος είναι. Δείλιασαν και τρέχουνε και φεύγουν.
Ο Καραΐσκάκης έμεινε μ’ είκοσι παλληκάρια
Για ν’ αντιβγεί σ’ όλο του εχθρού το μπούγιο που ερχόταν.
Κι αλήθεια οι τούρκοι χύμηξαν. Μα τέτοια άμυνα βρίσκουν
Οπου αναγκαστήκανε να κόψουν την ορμή τους.
Οταν περάσαν άβλαφτοι κι οι τελευταίοι δικοί μας,
Τότε και παίρνει απόφαση να φύγει ο Καραϊσκάκης.
Ομως μες στα ταμπούρια του είναι οι τούρκοι τώρα.
Τον αλαφροπληγώνουνε. Τον έχουν κυκλωμένο.
Λίγο ακόμα χάνονταν. Μα δύο παλληκάρια,
Ο Γριβογιώργος ο Κωστής κι ο Διαμαντής ο Ζέρβας,
Ορμάν και τον γλιτώνουνε. Κι ενώ γλιτώνει ο Ζέρβας,
Ομως αρπάζουν ζωντανό το Γριβογιώργο οι τούρκοι.
Ο Καραϊσκάκης να σωθεί, τρέχει και να γκαρδιώσει
Ζητάει όσους φεύγανε, για να γυρίσουν πίσω.
Από την αγανάχτηση που ’χε που δε στεκόνταν,
Αρπαζε τα ντουφέκια τους και τράβαγε ο ίδιος.
Στο μεταξύ εβγήκανε απ’ τό Δίστομο οι άλλοι
Κι οι τούρκοι αναγκάστηκαν να τους απαρατήσουν.

Αφότου εκινήσαμε για Ρούμελη επέρσυ,
Αυτή η πρώτη είναι φορά που έλληνες νικιούνται.
Και όμως σκοτωθήκανε μονάχα έξη, κι ένας
Πιάστηκε μόνο ζωντανός μες στη φυγή ετούτη.
Και να τι γράφει σχετικά ο Δήμος ο Αινιάνας:

"Είναι τω όντι παράδοξον πως εις τόσον σημαντικήν φυγήν να μη βλαφθώσι περισσοτερον οι Ελληνες, αλλά χάρις εις την φρόνησιν και την τολμηράν απόφασιν του Καραϊσκάκη, ο οποίος αν δεν ήθελε πιάσει εκείνην την θέσιν και δεν ήθελεν επιμείνει εις αυτήν, καταφρονών γενναίως τον επικείμενον κίνδυνον, πολλοί από τους Ελληνας ήθελον περοκλεισθεί επί του λόφου και δεν ήθελον δυνηθεί να διασωθώσιν".

Ο Καραϊσκάκης τίμαγε πολύ τα παλληκάρια
Κι ήταν απαρηγόρητος που πιάστη ο Γριβογιώργος.
Μαντατοφόρο έστειλε του Ομέρπασα ζητώντας
Το Γριβογιώργο ν’ άλλαζε με δυο αγάδες τούρκους.
Μα κείνος δεν τον έδωσε έχοντας  υποψία
Πως έτσι για να τον ζητά πολύ ο Καραϊσκάκης,
Κάποιο θα ήταν υψηλό πρόσωπο των ελλήνων.




ΛΕΥΤΕΡΗ Η ΡΟΥΜΕΛΗ

Το ταχτικό το τούρκικο το τάγμα πήρε θάρρος
Και νόμισε πως μόνο του τους έλληνες θα πάρει.
Και ξεκινάει. Εβαλε όμως ο Καραϊσκάκης
Τα παλληκάρια που καλούς ήξερε στο σημάδι
Σε μια γραμμή μπροστά μπροστά, και διάταξε τους άλλους
Πίσω τους, να γεμίζουνε τα όπλα για τους πρώτους,
Ωστε να είναι συνεχές κι αλάθητο το βόλι.
Την ίδια ώρα έστειλε τ’ άλλα τα παλληκάρια
Να τρέξουνε και να χτυπούν τους τούρκους απ’ τά πλάγια.
Βλέποντας τώρα οι ταχτικοί ολούθε να χτυπιούνται,
Πισωγυρίζουν. Οι Ελληνες τους παίρνουν από πίσω.
Απ’ την ημέρα οι Ελληνες αυτή, καταφρονέσαν
Ολότελα το ταχτικό τ’ ασκέρι του Σουλτάνου.

Την ίδια εκείνη έτυχε νύχτα να κάνει κρύο,
Τέτοιο που την Αράχοβα εθύμισε στους τούρκους.
Και μάλιστα όταν μάθανε ότι στην Αταλάντη
Κάναν ντισμπάρκο οι έλληνες φοβήθηκαν μην πάθουν
Τα ίδια του Μουστάμπεη. Λοιπόν την ίδια νύχτα,
Πέντε Φλεβάρη, αφήνοντας στημένες τις σκηνές τους
Για να μην κάνουν θόρυβο, φεύγουνε σαν τους κλέφτες.
Γι αυτό και δεν τους πήρανε οι έλληνες χαμπάρι,
Ωσπου ένας σκλάβος έλληνας που το ’σκασε απ’ τούς τούρκους
Τους έφερε την είδηση. Ετρέξανε αμέσως
Αλλά δεν τους προλάβανε. Ζωγρήσανε μονάχα
Τριάντα, που πηγαίνανε αργότερα απ’ τους άλλους.

Χωρίς καθόλου να στεθεί ανάσα για να πάρει
Ο Ομέρπασας ετράβηξε ίσα κατά τη Δαύλεια
Πήρε όσους βρίσκονταν εκεί, περνάει απτή Λεβάδεια.
Παίρνει τους τούρκους κι από κει, και για Εύβοια τραβάει. 
Οι τούρκοι που στα Σαλωνα είχανε απομείνει,
Σαν όλα τούτα μάθανε σηκώθηκαν κι εκείνοι
Και φύγανε αθόρυβα κι αυτοί σαν τον Ομέρη,
Αφήνοντας το κάθε τι στο γρήγορο φευγιό τους.
Μαζί τους σέρναν  χριστιανούς καμπόσους που ’χαν σκλάβους. 
Καθώς όμως τους πήρανε οι δικοί μας του κυνηγού
Κι αυτούς τους λευτερώσανε, κι απτούς δικούς τους χάσαν.

Ολόκληρη έτσι η Ρούμελη ελεύθερη ήταν τώρα.
Οχτώβρη όταν κίνησε πέρσυ ο Καραϊσκάκης
Την εκστρατεία του αυτή, στέναζε η Ρούμελη όλη
Κατ’ απ’ τον Τούρκικο ζυγό. Τεσσεροι μήνες φτάσαν 
Για να ’ναι πάλι λεύτερη κι από χαρά ν’ αστράφτει.



«ΑΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΩΜΑΣΤΕ  ΕΝΑ!»   

 Ενώ το πολυβάσανο του Καραϊσκάκη ασκέρι
Λευτέρωνε τη Ρούμελη, την ίδια κείνη ώρα
Μάλωναν οι πολιτικοί για το ποιος πρέπει να ’ναι
Ο τόπος που η Συνέλευση τους βόλευε να γίνει.
Αλλοι ήθελαν την Αίγινα κι άλλοι την Ερμιόνη,
Κι άλλοι τον Πόρο διάλεγαν. Για λίγο ν’ αρπαχτούνε.
Και όλοι τους ζητάγανε απ’ τον Καραϊσκάκη
Με το δικό τους ο καθείς το σχέδιο να συμπράξει.
Όμως αυτός αηδίαζε τις τέτοιες τσιριμόνιες-
Και πιό που εγινόντανε την ώρα τούτη απάνου
Που η Πατρίδα χρειάζονταν όλοι να τη συντρέξουν.
Και θυμωμένος μ’ όλους τους, τους έγραψε ενα γράμμα
Ενώ ακόμα βρίσκονταν μες στη φωτιά της μάχης.
Αλήθεια τον λυπόμουνα εκείνες τις ημέρες.
Τ’ασκέρι του Ομέρ πασά να ’χει απέναντί του, 
Με τους στρατιώτες να πεινάν, και να ’χει να παλεύει
Με δαίμονες και με θεούς και με την αρρωστιά του, Και να ’χει και το φόβο πως, ότ’ είχε αυτός κερδίσει θα τα χαλάσουνε αυτοί με τα μαλώματά τους. Εκατσε και τους έγραψε λοιπόν αυτό το γράμμα:

«Εξοχώτατοι και ευγενέστατοι αδελφοί Κύριοι πληρεξούσιοι των αρμάτων και επαρχιών
Μετά τον αδελφικόν μας ασπασμόν σας ειδοποιούμεν
ότι με απορίαν μας μεγάλην βλέπομεν την αναβολήν της συγκροτήσεως της εθνοσυνελεύσεως
και ότι μέχρι τούδε λογοτριβείτε περί τόπου, γενόμενοι εις δύο κόμματα οι πληρεξούσιοι του έθνους, οι μεν εις Αίγιναν, οι δε εις Ερμιόνην, και ούτω βραδύνεται η έναρξις της συνελεύσεως, εκ της οποίας προσδοκούμεν καλόν σύστημα του έθνους μας και χρηστά αποτελέσματα. Ημείς ενταύθα, ως σας είναι γνωστόν, αγωνιζόμεθα περιφερόμενοι με τόσας κακουχίας δια να εξολοθρεύσωμεν τον εχθρόν και δια να έχωμεν πάλιν την Στερεάν Ελλάδα ελευθέραν από τους απίστους, ως πρότερον, και προχωρούμεν με την εξ ύψους δύναμιν και με την ευχήν του έθνους. Από μέρους σας όμως ελπίζομεν την εκτέλεσαν της Εθνοσυ-νελεύσεως και δυσαρεστούμεθα βλέποντες αυτά τα δύο κόμματα να διαφέρωνται πρώτον περί τόπου. Ο τόπος, αδελφοί, δεν είναι οπού να εκτελεί τα καλά και συμφέροντα  του έθνους,αλλά τα καλά και απαθή αισθήματα των υποκειμένων και η ομόνοια και η αδελφωσύνη, από τα οποία ταύτα κρέμαται η σωτηρία όλων μας και είμεθα όλοι μας αδελφοί και εν έθνος.Ας λείψει το Πελοποννήσιοι,Νησιώται,Ρουμελιώται,αλλ' όλοι να νομιζώμεθα εν ως και είμεθα,και δια το περί τόπου της συνελεύσεως είναι το συμφερδτερον.επειδή και έχομεν,ως βλέπετε,κατά το παρόν τας δυο ταύτας μεγαλωτάτας ανάγκας,των δύο στρατοπέδων του της Αττικής και της Στερεάς,εξ ων κρέμανται αϊ ελπίδες του έθνους μας.να συγκροτηθεί η συνέλευσις εις το πλησιέστερον μέρος,δια να προφθάνει η εζοικονδμησις των δύο τούτων εκστρατειών,όθεν ή εις Αιγιναν.ή το ύστερον ας γίνει εις Σαλαμίνα*είναι και μέρος ήσυχον δια την συνέλευσιν,και προφθανόμεθα και ημείς τα δύο μέρη με κάθε αναγκαίον,το οποίον είναι το κυριώτερον να προνοείται και να προμηθεύεται, μη τύχει,ο μη γένοιτο,και διαλυθούν τα στρατόπεδα ταύτα και έπειτα μήτε συνέλευσις γίνεται,μήτε ελπίζεται πλέον σωτηρία.Και είσθε αρκετοί να γνωρίσετε τα τοιαύτα,δια τούτο και δεν σας εκτεινόμεθα περισσότερον.Εκ του στρατοπέδου Διστόμου.
ο πατριώτης και αδελφός σας
ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ »

Αλλά δεν του ζητάγανε όλοι τη βοήθεια του
Μόνο για τη συνέλευση.Ακόμα του ζητούσαν,
Με γράμματα που απανωτά εφτάνανε στ’ ορδί μας,
Να πάει το γρηγορώτερο στης Αττικής τα μέρη.
Γράμματα τέτοια λάβαινε κι απ’ τούς Ακροπολίτες.
Αλλά κι απ’ τα στρατέματα που ’τανε μαζεμένα
Απέναντι απ’ τον Κιουταχή. Γιατ’ ήξεραν πια όλοι
Μετά απ’ τα κατορθώματα πούκαν’ ο Καραΐσκάκης,
Πως μόνο αυτός τον Κιουταχή μπορούσε να χαλάσει.
Μα τώρα που η Ρούμελη ελεύτερη ήταν πάλι,
Κι αν δεν του το ζητούσανε, θα ’τρεχε μοναχός του
Εκεί που την ανάγκη του είχε η Πατρίδα πάλι.
Κι αυτό και γίνηκε. Αφού στα ελευθερωμένα
Τα μέρη άφησε φρουρές για να ’ναι ασφαλισμένα,
Φλεβάρη στις εικοσιμιά κινήσαμε. Νομάτοι
Περίπου εμετράγαμε ως χίλιοι πεντακόσοι.
Σε δύο μέρες μοναχά, γυμνοί, νηστικωμένοι,
Μ’ ογδόντα δράμια που κανείς είχε αλεύρι πάρει
Ξυπόλητοι, από βουνά περνώντας κι από λόφους,
Επήγαμε απ’ το Δίστομο μέχρι την Ελευσίνα.
Λένε εκατόν είκοσι χιλιόμετρα πως είναι".

Μαρία ναι. Χιλιόμετρα εκατόν είκοσι είναι.
Και ναι. Σε σαρανταοχτώ μέσα τα κάνατε ώρες.
Και συ, και το ασκέρι σας, και ο Καραϊσκάκης.
Κι όχι σε ίσο δρόμο αλλά λόφους, βουνά περνώντας.
Και η πορεία σας αυτή ονομαστή έχει μείνει
Μαζί με άλλες όμοιες της για την ταχύτητα της.
Και έγραψε ο Περραιβός:

"Κατήντησαν καθ’ οδόν να τρώγωσι χόρτα, ως τ' άλογα ζα, ίνα μη, αποκαμόντες, γίνωσιν τροφή των ορνέων".

Από πορείες ύστερα τόσες, κι από πολέμους
Που κάνατε μες στην καρδιά του πιο βαριού χειμώνα
Μοιάζατε πιότερο άγρια θεριά κι όχι άνθρωποι…
Η Ελευσίνα ήτανε άδεια. Σιμά οι τούρκοι.
Κι ο Κασομούλης ιστορεί για τον Καραϊσκάκη:

"χωρίς συστολήν διηύθυνεν τον στρατόν εκεί και εστρατοπέδευσεν".

Και όταν εμαθεύτηκε, λέει, ο ερχομός του,

"όλοι οι στρατιώται εμψυχώθησαν' χαρά γενική πλέον και αλησμονησία των δεινών των. Τοιαύτη ήτον η επήρεια του Αρχηγού τούτου εις τας ψυχάς των στρατιωτών εις ταύτην την περίστασιν".

«25 Φλεβάρη 1827
Η τρίτη μέρα σήμερα που ’μαι στην Ελευσίνα.
Φύγαμε από τη Ρούμελη και τ’Αγραφα-τα μέρη
Που γνώριζαν τον Αρχηγό και που τον αγαπούσαν.
Σ’ άγνωστους τώρα ήρθαμε κάμπους βουνά και λόφους.
Και δίπλα μας η θάλασσα η πολυκυματούσα.
Η θάλασσα που ανοιχτή σ’ όλα τα ξένα είναι.
Η θάλασσα οπού κανείς δεν ξέρει τι θα φέρει
Πάνω στο κάθε κύμα της-κι είναι τα κύματα της
Ατέλειωτα. Και φεύγουνε… κι έρχονται ολοένα…
Και ήρθαμε κοντύτερα στην Αίγινα, στο Ναύπλιο.
Και ήρθαμε κοντύτερα και στον Μαυροκορδάτο.
Και στους πολιτικούς που εχθρούς έχουν τους Καπετάνιους.
Τι άραγε τον καρτερεί εδώ τον Καραϊσκάκη;
Ας ήταν όλα τα καλά να ’βρει μπροστά του θε μου.
Ας ήταν όλα τα κακά να πάνε να βυθίσουν
Στ’ ανήλια και στα κρυερά τα βάθη της θαλάσσης.
’Κει μέσα ειν’ η θέση τους. Ιδια με κείνα είναι.
Και ’δω να μείνουν τα ζεστά και φωτεινά μονάχα.
Αυτά ταιριάζουν στη ζωή στον ήλιο και στη μέρα.
Εδώ που στέκω, στου σπιτιού που ’βραμε την αυλίτσα, 
Κοιτάω προς την Πάρνηθα όμως δεν τηνε βλέπω.
Μια καταχνιά σκοταδερή την έχει σκεπασμένη.
Ισως να βρέξει το βραδύ. Μα τώρα δε μας νοιάζει.
Ολοι σε σπίτια είμαστε και μ’ αναμμένα τζάκια.
Λοιπόν καρεκλοπόδαρα κι αν ήθελε να ρίξει
Την ομορφιά θα γέψουμε μονάχα από τη μπόρα
Κι όχι τις δυσκολίες της. Και όχι τ’ άσχημά της.
Ας βρέξει. Έτσι θα πλενε’ και τούτη τη μαυρίλα
Που, θε μου, όταν τη θωρώ τα μαύρα μου θυμίζει
Τα ρούχα που ολοχρινίς φορεί ο Μαυροκορδάτος.

Γιατί καλούς δεν έκανες θε όλους τους ανθρώπους;
Όλα καλά θα ήτανε και άγια. Όμως τώρα
Κατ’ απ’τον ήλιο, πα’ στή γη, μες στο ανθρωπομάνι
Τι διαφορές υπάρχουνε!  Καθένας άλλο κάτι.
Αλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, νέοι άλλοι, άλλοι γέροι,
Αλλοι όμορφοι, άλλοι άσχημοι, κουτοί και άλλοι ξύπνιοι,
Πλούσιοι, φτωχοί, ευαίσθητοι, γαϊδούρια με σαμάρι.
Κι υπάρχουν οι αγράμματοι και οι γραμματισμένοι.

Και τα μυαλά εκείνωνε που ’ναι γραμματισμένοι
Αέρα κρύο παίρνουνε και τους ψηλώνει η μύτη
και κάτι ξέχωρο θαρρούν πως ειν’ από τους άλλους-
Καλλίτερο, ευγενέστερο, τελειότερο, πιο ωραίο.
Γιατί; Γιατί εμάθανε με μαύρο ένα καλάμι
Κάτι ορνιθοσκαλίσματα να γράφουνε σε κόλλες.
Και πιό κουτό: καθείς θαρρεί πως είναι ό,τι γράφει
Πρωτάκουστο, πρωτότυπο και πρωτοειδωμένο.
Και μες σ’ αυτή τη ζάλη τους και τον εγωισμό τους
Δε σκέφτονται ότι μπορεί πιο χρήσιμη κι ωραία
Πιό τίμια και πι’ όμορφη, πιό ανθρώπινη, πες θεία,
Να ’ναι η δουλειά η αγροτική, του εργάτη, του τεχνίτη.
Αλλά με τέτοια οίηση που όμοια της δεν υπάρχει,
Θαρρούν πως το να γράφουνε, τους φέρνει κάποια αξία
Που να τηνε πληρώνουνε οι άλλοι όλοι πρέπει
Με σεβασμό, μ’ εκτίμηση και με δουλοφροσύνη.
Το σκάλισμα περιφρονούν της γης απ’ τον αγρότη
Και το δικό τους στο χαρτί μόνον απάνου βλέπουν
Χωρίς να σκέφτονται οι χαζοί ότι κοντά στο χώμα
Βρίσκεται η μόνη αληθινή γνώση, τιμή κι αξία.
Και λέγοντας "βουλόμεθα" κι όχι όπως όλοι "θέμε",
Νομίζουν ότι κάνουνε κάποια σπουδαία πράξη.
Και θέλουν γνώμη να ’χουνε για όλους και για όλα.
Και θεωρούν πως ειν’ αυτοί απ’ όλους τους ανθρώπους
Αξιοι για κάθε προσοχή και τίμημα και σέβας.
Ετσι κι οι Κουντουριώτηδες, και οι Μαυροκορδάτοι,
Που να διοικήσουν θέλουνε και το στρατό και το έθνος.
Κι ακόμη περισσότερο που αρκετοί από δαύτους
Λένε ότι κατάγονται από του Βυζαντίου 
Τάχα τα τζάκια, κι επειδή μένανε στο Φανάρι
Τους βγήκε το παράνομα ετούτο: Φαναριώτες.
Αλλά ούτε και στ’ όνομα οι άθλιοι δεν πετύχαν-
Όταν ακούς Φανάρι, φως προσμένεις ν’ αντικρύσεις.
Όμως αυτοί σκοτείδιασαν ό,τι καταπιαστήκαν.

Αραγε τί να γίνεται στις άλλες τις πατρίδες… 
Εχουν κι εκείνες-η Φραγκιά, ή κι σως η Ιγγλετέρα-
Μαυροκορδάτους; Εχουνε ανθρώπους που όπως κείνος
Να θέλει όλοι γύρω του για κείνον να δουλεύουν;
Εκείνονε να προσκυνούν και να δοξολογούνε;
Εχει ανθρώπους το κακό που ’χουνε στο μυαλό τους, 
Που κυνηγάνε όποιον δουν αληθινά ν’ αξίζει
και σ’ όλα θέλουνε αυτοί να ’χουν τον πρώτο λόγο,
Χωρίς και να ’ναι ικανοί διόλου για κάτι τέτοιο;
Ποιος ξέρει… και να το ξερε ποιος θα το πει σ’ εμένα.
Υπάρχουν άνθρωποι κι εκεί που όταν η Πατρίδα
Αγώνα, από τις στάχτες της, δίνει, για να υπάρξει,
Εκείνοι να τσακώνονται για τα συμφέροντα τους;
Και όλη να ’ν’ η έγνιοα τους το πού εκείνη η δόλια
Θα γίνει η Συνέλευση; Μπορεί και να υπάρχουν.
Μα θα ’ναι κι αν υπάρχουνε λίγοι. Αλλιώς δε θα ’ταν
Μεγάλες οι πατρίδες τους σαν που ’ναι οι δικές τους.
Σκέψεις που κάθομαι κι εγώ μονάχη εδώ και κάνω... 
Ομως πολλά ρωτήματα τέτοια με βασανίζουν.
Και με τις ώρες προσπαθώ απάντηση να έβρω.
Αλλά καμμιά δε βρίσκεται .Ομως δεν είμαι η μόνη.
Σκέψεις παρόμοιες μ’ αυτές κάνει κι ο Καραϊσκάκης.
Οπως ετότε, μαφορμή το γράμμα του Εϋνάρδου…

Ήτανε κάπου εκεί κοντά στα μέσα του Δεκέμβρη,
Τότε, μετά τη Ράχοβα, που έλαμψεν ο τόπος.
Ειν’ ο Εϋνάρδος ελβετός και φίλος των Ελλήνων,
Πάμπλουτος, και με όνομα σ’ όληνε την Ευρώπη.
Κάποτε ο Καποδίστριας τον βόηθησε σε κάτι
Και τώρα τη βοήθεια που πήρε ανταποδίδει.
Ενα σωρό έδωσε λεφτά για τον Αγώνα ως τώρα.
Προψές έκατσε κι έγραψε γράμμα στον Καραϊσκάκη.
Να ενθουσιάζεται πολύ δεν είδα όμως εκείνος.
Το γράμμα βέβαια διάβασε, και χάρηκε που μέγας
Ανθρωπος ένας σαν αυτόν του έχει στείλει γράμμα.
Ομως στην πάντα το ’βαλε όταν του το διαβάσαν
Και δεν εξαναμίλησε γι αυτό μέχρι το βράδυ
Οταν για ύπνο ξάπλωσε-στο πάτωμα-στο στρώμα:
"Μαριώ" μου λέει, "πρόσωπο μεγάλο ο Εϋνάρδος.
Και ας τον έχει ο θεός καλά που μας βοηθάει.
Και στη γραφή που μου ’στειλε γοργά θα τ’ απαντήσω.
Τόσον καιρό όμως ρε Μαριώ που πολεμάω τους τούρκους,
Γράμμα ποτέ δεν έλαβα από τον Εϋνάρδο.
Γράφει σε αρχιστράτηγους μόνον η αφεντιά του.
Σκέφτομαι αρχιστράτηγος όταν θα πάψω να ’μια
Πως δε θα θέλει να με δει ούτε και να μ’ ακουσει".
"Από τη θέση σου αυτή ποτέ δε θα σε βγάλουν".
"Ναι. Θα με βγάλουνε Μαριώ, όταν σ’ αυτή θελήσουν
Να βάλουν κάποιον άλλονε. Έστω και αν εκείνος
Ειν’ άχρηστος και αν μ’ αυτό θα βλάψουν την Πατρίδα.
Ετσι ειν’ τα πράματα Μαριώ. Και πες μου-σε ρωτάω
Ποιοί ειν’ αυτοί ωρέ Μαριώ που στρατηγούς διορίζουν
και τους αλλάζουν σα βρακιά όταν τους κάνει κέφι;
Ποιοί ειν’ αυτοί ; Στη θέση αυτή που ’χουν ποιός τους διορίζει;
Ποιοι είν’ αυτοί οι πολιτικοί όπου χαρτιά κρατώντας
Την τύχη ολόκληρου λαού έτσι αποφασίζουν ;
Που εμάς να σκοτωνόμαστε μας στέλνουνε, κι εκείνοι
Παίρνουν τα μέρη που εμείς έχουμε λευτερώσει,
Και σαν αγάδες να ’τανε μας κάνουν τον σπουδαίο;
Χύνουμε μείς το αίμα μας, δίνουμε τη ζωή μας.
Κι εκείνοι έρχονται μετά, στην άκρη μας καθίζουν,
Και διαφεντεύουνε αυτοί τα κόπια τα δικά μας."
"Ετσι όλα κάνουν σήμερα τα κράτη μες στον κόσμο.
 Φύγανε κείνοι οι καιροί που οι ίδιοι πολεμούσαν
κι οι ίδιοι κυβερνούσανε. Αυτά έχουν περάσει.
Και πρέπει στην κατάσταση να μάθουμε τη νέα".
"Τουλάχιστο ας μη ζήταγαν σαν τον τεσσαρομάτη
Να κάνουνε και πόλεμο, πόλεμο αφού δεν ξέρουν".
"Αν πήγαινες να τους τα πεις όπως τα λες σε μένα…"
"Μαριώ δε θα μ’ακούγανε. Θα κάνουν το δικό τους
Εστω κι αν στόματα σωστά χίλια σαν το δικό μου
Τους πουν ότι στον πόλεμο να μπαίνουνε δεν πρέπει
Γιατί τα θαλασσώνουνε. Μαριώ, έτσι δεν είναι;"
Τι να του πω... Τον σκέπασα καλά με την κουβέρτα,
Εκατσα δίπλα του κι εγώ, κι άρχισα να χαϊδεύω
Τα κορακάτα του μαλλιά, ώσπου τον πηρ’ ο ύπνος".

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

(συνέχεια  ΚΑΡΑΪΑΣΚΑΚΗ)

Ως για τα τούρκικα τ’ αυτιά που ο Καραϊσκάκης
Τσαπελιασμένα τα ’στειλε στ’ Ανάπλι σαν τα σύκα
Σε κάποιο γράμμα του καιρού εκείνου γράφει ετούτα:

"Αυτοί οι αιχμάλωτοι εσήκωναν εις επιμήκη δόρατα εννέα αρμαθούς αυτιά εις μήκος έκαστον δύο τσαπέλων σύκων... Εν μέσω δε των δορυφόρων τούτων υψούντο αι μιαραί κεφαλαί των αλκίμων και στρατηγηματικωτάτων μεγάλων αρχηγών Κεχαγιά μπέη και Μουστά μπέη".

Αλλά το λόγο ας δώσουμε και πάλι στη Μαρία.




 «ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ

30 Νοεμβρίου 1826  

Υστερα από τη Ράχοβα στέλνει ο Καραϊσκάκης
Το Δράκο για τα Σάλωνα, να τα πολιορκήσει.
Εναν Σουλιώτη ηρωΐκό στέλνει, τον Μπαϊρακτάρη
Να πάει και το Δίστομο γερά να ταμπουρώσει,
Και στέλνει και τους Περραιβό, Ρούκη και Δυοβουνιώτη
Ως τετρακόσοι όλοι τους να πιάσουν τη Βελίτσα.
Δεν ήθελε αφύλαχτα ν’ αφήσει αυτά τα μέρη
Γιατί ακόμα ο κίνδυνος των τούρκων εκρατούσε.
Υστερα στην Κυβέρνηση ένα γράμμα είχε στείλει   
Ζητώντας τους με Θεσσαλούς και με τους Μακεδόνες
Στην Αταλάντη να ’μπουνε, ώστε αυτοί από κείθε
Κι αυτός από την άλληνε, να κόψουν του Κιουτάγια
Τους δρόμους που περνάγανε οι εφοδιοπομπές του.
Μετά κι ο ίδιος τράβηξε και πήγε στη Βελίτσα,
Να κυνηγήσει θέλοντας τους τούρκους απ’ τη Δαύλεια.

Μαζί μας βρίσκονταν εδώ και κάμποσες ημέρες
Μια κεφαλή των Φιλικών. Ηρθε ’κοσπέντε Νοέμβρη
Κι όλο κουβέντες εκανε με τον Καραϊσκάκη.
Ειν’ ο Αναγνωστόπουλος και είχε ’ρθεί ζητώντας
Να συμφωνήσούνε μαζί με τον Καραϊσκάκη
Αναφορά να στείλουνε στον Τσάρο να ζητάνε
Βοήθεια στον που έκανε το Εθνος μας Αγώνα.
Ο ίδιος την αναφορά θα τήνε πάει στον Τσάρο.
Αμέσως εσυμφώνησε μ’ αυτά ο Καραϊσκάκης
Και σήμερα τ’ απόβραδο ήρθανε στο τσαντήρι 
Κι έβαλε στην αναφορά ’ποκάτου τ’ όνομά του.
Αυριο ’Αναγνωστόπουλος τραβάει για τ’ Ανάπλι
Και με το πρώτο πλεούμενο κινάει για Ρουσσία.
Το λόγο που τον έφερε ως τον Καραϊσκάκη
Κράταγε’ ο Αναγνωστόπουλος κρυφόν από τους άλλους.
Μονάχα ο Νικηταράς εγνώριζε τα πάντα.

Αλλά η αξία του χαρτιού που ο Καραϊσκάκης
Με τον Αναγνωστόπουλο έστειλε για τον Τσάρο,
Θα γίνει ολοφάνερη όταν κανένας μάθει
Για κάποιο άλλο έγγραφο που ο Μαυροκορδάτος   
Κινώντας γη και ουρανό εφρόντισε να στείλει   
Χωρίς καθόλου να ντραπεί στη φίλη του Αγγλία,   
Και που μ’ αυτό το έγγραφο τον τόπο ξεπουλούσε
Στους ταπεινούς κι αδίστακτους, στους δολοφόνους Αγγλους.
Και που αυτό το έγγραφο που τις κακές συνέπειες
Που θα ’χε, να προλάβαινε θέλησε ο Καραΐσκάκης
Ενα δικό του έγγραφο στέλνοντας προς τον Τσάρο.

Και τ’ άνομο αυτό χαρτί, το προδοσιά γεμάτο
πολλοί το υπογράψανε-είτε ξεγελασμένοι,
Είτε γιατ’ ήταν έπειτα απ’ του Ιμπραήμ τη νίκη
Που ’χε στην Αλωνίσταινα-κι όλοι χαμένα τα ’χαν,
Είτε γιατί-όπως δυστυχώς και ο Κολοκοτρώνης-
θέλανε ν’ αποδείξουνε ότι τους λεν αδίκως
Αντιάγγλους και Ρωσσόφιλους. Μον’ ο Καραϊσκάκης
Υπογραφή δεν έβαλε σαυτό το βρωμοχάρτι.
Και δεν το υπογράψανε ουτ’ οι Καπεταναίοι
Που τη Μεσολογγίτικη Φρουρά την οδήγησαν
Στην Εξοδο και από κει προς την Αθανασία.
Αλλά με σκέψη καθαρή και φωτεινή μια γνώση
Ο Υψηλάντης μας μιλεί με μιά επιστολή του
Όπου στον Γκούρα έστειλε, για να του εξηγήσει
Γιατί δεν πρέπει το χαρτί εκείνο να υπογράψει.
Σ’ αυτό, με λόγια ζωντανά τους κόπους του θυμίζει
Που οι Ελληνες υπόφεραν και τις θυσίες που κάναν
Ωστε ν’αποτινάξουνε την τουρκική δουλεία.
Και τούτα τα προφητικά λόγια ακολουθούνε-
Κι είναι προφητικά γιατί έτσι σωστά ειπωμένα,
Είναι σα να τα μίλησε η ίδια η Πατρίδα:

"Ε, λοιπόν.Όλοι αυτοί οι κόποι , όλαι εκείναι αι θυ-σίαι και όλαι αι τόσαι ζημίαι σήμερον ματαιώνονται πλέον, επειδή και ολίγοι κακοί πατριώται, βλέποντας ότι εις την κατάστασιν όπου εκατήντησαν εξ αιτίας των τα πράγματα, αυτοί δεν θα ημπορέσουν να βασταχθούν εις τα πόστα των, απόφασιν έκαμαν να παραδώσουν την πατρίδα εις τα χέρια των Αγγλων, κάμνοντας τους τελείους νοικοκυραίους εις όλα μας. Διατί αυτό σημαίνει η απόλυτος υπεράσπισις όπου ζητούν από τους Αγγλους. Πολλά ολίγον τους μέλει ότι σκλαβώνουν την πατρίδα χειρότερα παρά οπού ήτον αποκάτω από τον Τούρκον. Αυτοί στοχάζονται ότι οι Αγγλοι αυτούς θα τους τιμήσουν με άξίαις και θα τους κυβερνήσουν διατί τους έδωκαν αυτοί την Ελλάδα. Όθεν άλλο δεν κάμνουν νύκτα και ημέραν, παρά να τάζουν μεγάλα καλά τον ένα και τον άλλον, δια να τους κάμουν να υπογράψουν εις την πώλησιν ταύτην και έτζι να την κάμνουν ως από μέρους όλων των Ελλήνων.
Τώρα να σας ειπώ ότι οι Αγγλοι, σαν μας βάλουν εις το χέρι τους, έχουν πρώτα όλους τους σημαντικούς μας, αν δεν τους φαρμακωσουν, καθώς έκαμαν εις τας Ινδίας όλους τους μεγάλους, τ' ολιγώτερον να τους εξαρματώσουν δια να μην έχουν κανένα φόβον από αυτούς και να φέρουν εδικά τους άρματα εις τον τόπον μας, ύστερα δια να ημπορούν να κρατούν τον λαόν εις την εξουσίαν τους και να τον κάμουν ό,τι θέλουν, θα του σηκώσουν όλα τα μέσα του πλουτισμού και ως πραγματευταί ιντερεσσάτοι θα εξοδεύουν ταίς πραγματείαις των εις τον τόπον μας, ως εις τον καιρόν της Τουρκίας και ως νοικοκυραίοι θα παίρνουν αυτοί ταις εδικαίς μας. Να σας ειπώ όλα αυτά, χρεία είναι να εμβώ εις βαθειαίς πολιτικαίς θεωρείαις και να σας φέρω χιλιάδες παραδείγματα δια να τα αποδείξω. Στέκομαι μόνον εν ταις ακόλουθαις παρατήρησαις των φρονίμων πατριωτών. Όσοι τάζουν τόσα καλά, αν υπογράφουν να έλθουν οι Αγγλοι, από λόγου τους μας τα τάζουν, ή το μινιστέριον της Αγγλίας τους τα υποσχεθη; Αν είναι, το πρώτον, θέλουν γρονθοκόπισμα,  πρώτον ότι τάζουν εύκολα όσα δεν είναι εις το χέρι τους και δεύτερον ότι καταπιάνονται υποθέσεις, που ουδέ η Διοίκησις χωρίς πληρεξουσιότητα εθνικην δεν ημπορεί να ταις αναλάβει. Αν πάλιν το μινιστέριον τα υπόσχεται, η Αγγλία από καλωσύνην της μόνον θ' ανοίξει πόλεμον με την Τουρκίαν και ακολούθως με όλην την Ευρώπην, που απεφάσισε να μην ανακατωθεί καμμία δύναμις εις τα πράγματα μας, η δια ιντερέσσον της*. Αν το πρώτον πώς να το βεβαιωθώμεν; Αν το δεύτερον,διατί να μην ηξεύρωμεν και ημείς ποίον είναι το ιντερέσσον της; Επειτα ποίος μας βεβαιώνει ότι η Αγγλία δεν θα βάζει πάλιν ημάς κατά την συνήθειάν της εις την φωτιάν, διότι η ιδία έχει πολλά ολίγους στρατιώτας,ώστε και να τους θυσιάζει δι ημάς; Και εις καιρόν ειρήνης δεν θα μας εξαρματώνει δι’ ασφάλειάν της ωσάν γυναίκας; Και τότε τί μας ωφελεί τέτοια υπεράσπισις από αφέντην προς σκλάβον; Τέλος πάντων οι πωληταί μας, αποκρίνονται με το κεφάλι των, ότι οι Αγγλοι αν ιδούν τα στενά, δεν θα μας παραδώσουν εις τα χέρια του Τούρκου, καθώς την Πάργαν, διά να πάρουν τα δάνεια των οπίσω, και έτζι να γλιτώσουν τα έξοδα και την τύχην ενός πολέμου τόσον εκτεταμένου!
Τί λοιπόν άλλο δείχνει η προσπάθεια των αντιπατρι-ωτών να μας δώσουν εις τους Αγγλους παρά την ελπίδα να αυθεντεύουν αυτοί εφ’ όρου ζωής εις την πατρίδα μας; Αφού τόσον τυφλά ενεργούν τάχα δια το καλόν μας, εις ημάς λοιπόν μένει να ενωθώμεν όσοι αληθώς αγαπώμεν την πατρίδα και να εναντιωθώμεν εις τους τοιούτους, δια να μην αφήσωμεν να σκλαβωθεί χειρότερα και πρέπει να πάρωμεν (μία λέξη της επιστολής δυσανάγνωστη) και επιδεξίως τα μέτρα μας διά να εμποδίσωμεν το κακόν από την ρίζαν αυτήν. Εξοχώτατε! Εχομεν παρά πολύ ακριβά αγορασμένην την ελευθερίαν μας, ώστε να την χαρίσωμεν τόσον φθηνά εις τον τυχόντα...  Αρχηγέ! η πατρίς είναι  το αγιώτερον, το τιμιώτερον και το μεγαλύτερον πράγμα εις τους ανθρώπους. Προσέξατε μη δώσητε υπογραφήν, οπού να την βλάψει ανίατα, διότι εκτός της ατιμίας, θέλετε αιώνια έχει την κατάραν του έθνους δια το οποίον επολεμήσατε και πολεμείτε ακόμη να δοξάσετε. Μένω με όλον το προσήκον σέβας.
Τη 3 Αυγούστου 1825,εν Ναυπλίω.
Ο ως αδελφός και πατριώτης Δημήτριος Υψηλάντης".


«Ομοια χαρακτηριστική στέκεται κι η διαμαρτυρία με ημερομηνία 1 Αυγούστου 1825, του Β. Τ. Ουάσιγκτων-ανεψιού του μεγάλου Ουάσιγκτων-όπου σ’ αυτή τόνιζε πως η πράξη γράφτηκε ιταλικά στην Κέρκυρα και μεταφράστηκε Ελληνικά στην Υδρα. Σηκώθηκε μάλιστα κι έφυγε, λέγοντας πως δεν ήρθε ν’ αγωνιστεί, για να γίνει η Ελλάδα Αγγλική αποικία".

Αυτό το επονείδιστο το έγγραφο εστάθη.
Και εμπνευστής του ήτανε κι άξιος του πρωτεργάτης
Ο πάντοτε ιδιοτελής κι άθλιος Μαυροκορδάτος.
Και τ’ όνειδος που το χαρτί αυτό μας είχε φέρει,
Και τα κακά που σίγουρα θα ’φερνε η εφαρμογή του,
Αυτό ήθελε να ’σβηνε, κι εκείνα να προλάβει
Ο Καραϊσκάκης και μαζί οι που ζήτησαν του Τσάρου
Να επέμβει κι από το χαμό να σώσει την Ελλάδα.
Και αν αλλιώς τα πράγματα ήρθανε, δεν μικραίνει
Με τούτο ο πατριωτισμός και η μεγαλωσύνη
Εκείνων που ζητήσανε βοήθεια απ’τη Ρωσσία.
Γιατί αυτοί βλέπαν μακριά κι είχαν πλατύ το πνεύμα
Και την πατρίδα είχανε μονάχα στο μυαλό τους
Κι όχι την ιδιοτέλεια και διορισμούς και γρόσα.

Αποστολή σήμερα μιά κίνησε για τ’ Ανάπλι.
Η τελευταία ήτανε που ’φυγε κουβαλώντας
Αιχμάλωτους της Ράχοβας και κάμποσα τσαντήρια.
Μαυτήνε κι ένας Ελληνας ταξίδεψε προδότης.
Ενας προδότης που ήτανε απ’ τούς πολύ μεγάλους.
Που ο Μουστάμπεης πάντοτε τον έσερνε μαζί του,
Και αρχηγό τον έχρισε της αντιπροσωπείας
Που έστειλε περίτρομος προς τον Καραϊσκάκη
Οταν εγύρευε να βρει τρόπο για να γλιτώσει
Απ’ την που του ’χαν οι έλληνες στημένηνε παγάνα.
Τάτση Μαγγίνα τόνε λεν. Με τον τεσσαρομάτη
Ητανε κόλος και βρακί, κι αυτόνε είχε βάλει
Μ’ άλλους μαζί για μάρτυρα στη δίκη που εγίνη
Ώστε απ’ τη μέση να ’βγαινε τότε ο Καραϊσκάκης.
Σαν έγινε η Εξοδος ’βρέθη στο Μισολόγγι.
Κι όταν στα χέρια έπεσε του Κιουταχή, αμέσως
Υποταγή του δήλωσε. Τόσο πολύ ο Κιουτάγιας
Μαζί του φίλος ήτανε και τον πολυαγαπούσε,
Ωστε αρχικοτζάμπαση σκόπευε να τον κάνει,
Οταν θα την υπόταζε, της Δυτικής Ελλάδας.
Κι η τύχη τώρα το ’φερε και στου Καραϊσκάκη
Τα χέρια μέσα έπεσε σαν ποντικός στη φάκα:
"Τώρα στα χέρια σε κρατώ τσογλάνι του Κιουτάγια
Που γύρευες εμένανε να βγάλεις για προδότη…" 
Κι άλλα πολλά του έψαλε, κι ως πάντα ο Καραϊσκάκης
Λέει βρωμόλογα πολλά, έτσι έκανε και τώρα.
Ομως τα τετοια λόγια του δε θέλω να τα γράψω
Του ’πε… και τί δεν του ’σουρε. Στο τέλος μια του δίνει
Και ζαμπλαρώνεται αυτός φαρδύς πλατύς στο χώμα:
"Τα χέρια μου με το αίμα σου όμως δε θα λερώσω-
Μαζί με του αφέντη σου Μουστάμπεη το κεφάλι   
Δεμένον στην κυβέρνηση και σένανε θα στείλω
Κι αυτή ας σου δώσει όποιανε σου αξίζει τιμωρία".       
Και τον παράδωσε σαυτούς που είχαν αναλάβει
Να κάνουν τις μεταφορές όλες: το Γιώργη Βάγια,
Το Γιώργο Αγαλλόπουλο, το Γιώργο Κουτσονίκα.



ΤΟΥΡΚΟΧΩΡΙ

5 Δεκέμβρη 1826    

Εχτές ο Γιώργης έμαθε πως από τη Φοντάνα
θα διάβαιναν Τούρκοι πολλοί εφόδια κουβαλώντας
Για το στρατό του Κιουταχή.Περίπου εφτακόσοι.
Με το μυαλό του το ξυπνό κατάλαβε αμέσως 
Οτι θα κάνανε σταθμό για να ξεκουραστούνε  
Στο που το εθαρρούσανε λεύτερο Τουρκοχώρι.
Τρέχει,το πιάνει, έβαλε το πεζικό του μέσα,
Κι αυτός πήγε και κρύφτηκε με την καβαλαρία
Μες σ’ ένα λόγγο που κοντά βρισκότανε στο δρόμο.
Θα ’φηνε να περάσουνε οι Τούρκοι και κατόπι  
Σαν το ντουφέκι θα ’ναβε μέσα στο Τουρκοχώρι
Τους τούρκους θα εμπόδιζε να φύγουν να σωθούνε.
Ως τα ’λεγε και γίνανε. Σε λίγο να οι τούρκοι   
Να ’ρχονται σε μια ατέλειωτη κορδέλα ζα κι άνθρωποι.      
Πασάδες, μπέηδες, έμποροι, αγάδες, ταγκαλάκια.
Αλλοι καβάλα άλλοι πεζοί ξέγνοιαστα επηγαίναν
Ελπίζοντας πως στο χωριό φτάνουνε όπου να ’ναι
Και κει τους περιμένουνε ξεκούραση και μάσα.
Τους πετεινούς των ντουφεκιών έχοντας σηκωμένους,
Κρυμμένοι μες σε σύδεντρα και πισω από κοτρώνια,
Χαμογελώντας την πομπή έβλεπαν οι δικοί μας.
Σε λίγο η Τουρκοσειρά δίπλα τους εβρισκόταν.
Οι ομιλίες ακούγονταν και τα χουγιάσματά τους.
Τους άφησαν και πέρασαν προς το χωριό τραβώντας
Οσο που λίγες δρασκελιές το κόντεψαν μονάχα.
Και τότε η πρώτη μπαταρία βρόντηξε των Ελλήνων
Από τα γκρέμια του χωριού που οι τούρκοι το ’χαν κάψει
Μήνες οχτώ πρωτύτερα.Το τί εγίνη τότε…
Τα ζώα επρογκήξανε κι εκύλησαν στο χώμα
Μπαϊράκια και φορτώματα, σαρίκια και καφτάνια.
Οι τούρκοι εσαστίσανε. Γυρεύουν να γυρίσουν
Τα φορτωμένα τους τα ζα μπρος πίσω και να φύγουν.       
Στενός ο τόπος, σπρώχνονται, μπερδεύονται, πατιούνται,
Κι ένα κουβάρι γίνονται. Φωνάζουν, βλαστημάνε…
Και τότε να! Σαν αστραπή πέφτει ο Καραϊσκάκης
Από τα πλάγια πάνου τους με την καβαλαρία.
Και το σωρό κόβει στα δυό. Κι αρχίζει να χτυπάει.
Τρόμος το ξάφνιασμα έγινε και πανικός τους πιάνει.
Οι αγωγιάτες παρατάν τα ζώα. Οι εμπόροι
Αφήνουν τις πραμάτιες τους και όπου φύγει φύγει.
Μπήγει φωνές γκαρδιωτικές κι ορμά ο Καραϊσκάκης.
Μες στο σωρό απ’ τις φορεσιές και από τα στολίδια
Που φόραγαν οι επίσημοι κι είχανε τ’ άλογά τους,
Ξεκρίνει τους σημαντικούς τούρκους και τους χυμάει.
Κι αυτός ο ίδιος σκότωσε τον αρχηγό των Τούρκων
Μεχμέτ πασά. Παράλυσαν τελείως πια οι άλλοι-
ΙΙετάνε ό,τι κράταγαν κι αρχίζουν την πιλάλα.
Οι Ελληνες τους κυνήγησαν μέχρι τη Μπουδουνίτσα. 
Χίλια δικά μας γίνανε άλογα και μουλάρια
Με του θεού όλα τ’ αγαθά πάνω τους φορτωμένα.
Εγινε και μια νόστιμη σήμερα ιστορία.
Κοντά μας έχουμε καιρό ένα νεαρό κοντούλη,
Ασχημομούρη και σπανό, ξερακιανό, με μία
Κουρελιασμένη και λερή πάντοτε φουστανέλλα.
Κι όλοι τον κοροΐδεύανε και γέλαγαν μαζί του.
Ηταν γνωστός με τ’ όνομα σ’ όλους Κλανομαρία.
Είχε ένα παλιοντούφεκο το πιό πολύ για μόστρα
Παρά για πόλεμο, γιατί στον πόλεμο κρυβόταν.
Τον είχαμε μόνο καλόν θελήματα να κάνει.
Μέσα στη μάχη σήμερα και στην αναμπουμπούλα,
Καθώς απάνου στ’ άλογο ήταν ο Καραϊσκάκης
Με τις φωνές του ολόγυρα τραντάζοντας τις ράχες,
Κρυμμένη σ’ ένα σύδεντρο βλέπει την Κλανομάρω.
Τάχα παραξενεύτηκε: "Ωρέ, σύ εδώ πέρα;"
Του κάνει, "πώς δεν πολεμάς; " Εκείνος: "Καπετάνιο
Στόμωσε το ντουφέκι μου. Με τί να πολεμήσω;"
Πως τον πιστεύει τάχατες κάνει ο Καραϊσκάκης
Και τον ασημοκάμωτο και φλωροκαπνισμένο
Το σισανέ του του ’δωκε: "Να, πάρε το δικό μου"
Του λέει, "και τράβα τούρκικα κεφάλια να μου φέρεις".
Η Κλανομάρω να ιδεί πως ο Καραϊσκάκης
Του ’δωσε το ντουφέκι του-κάτι που θα ζηλεύαν
Απ’ τά παλληκαρόπουλα τα πιό αντρειωμένα-
Γίνεται άλλος άνθρωπος. Ορμάει μες στη μάχη
Κι έρχεται πίσω φέρνοντας δυό τούρκικα κεφάλια.
Και από τότε ήτανε πια η Κλάνομαρία
Ενα με τάλλα τα πολλά ισάξο παλληκάρι
Και πάντοτε τον έβλεπες σ’ όλες τις μάχες πρώτον.
Να με ποιόν τρόπο ήξερε να κάνει ο Καραϊσκάκης,
Από κείνους που ήτανε κιοτήδες, παλληκάρια.


ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ
8 Δεκέμβρη 1827

Να με πειράζει σήμερα είχε όρεξη ο Γιώργης.
Κι όσο κοκκίνιζα εγώ από ντροπή, εκείνος
Τόσο και μου γινότανε με τα χοντρά του λόγια:
"Μωρή Μαριώ" αρχίνισε "με πόσους εκοιμήθης;"
"Αφέντη μη με τυραννάς. Σού είπα-με κανέναν".
"Μωρή σ’ αρέσει ο Διαμαντής; Ωραίο παλληκάρι.
Αϊντε μωρή, κοιμήσου τον, σου κάνω αυτή τη χάρη".
"Καλλίτερα να κοιμηθώ παρέα με το Χάρο".
"Γιατί μωρή; Αφού εγώ σ’ αφήνω. Άντε. Τράβα."
"Αν μου το πεις πάλι αυτό τα κλάηματα θ’ αρχίσω.» 
"Τάχα γιατί; Αντρας εγώ, άντρας κι εκείνος. Τράβα."
"Γιώργη, γυναίκα δυό αντρών γυναίκα όλου του κόσμου. 
Κι όποια δυό άντρες κοιμηθεί όλη τη γης κοιμήθη".
"Κι ο άντρας τ’ είν’ ωρέ Μαριώ σαν έχει δυο γυναίκες;"
"Ο άντρας μια ή χίλιες μια, πάλι λεβέντης είναι".
"Κι αν μ’ άλλη πάω ’ρε Μαριώ, δε θα θυμώσεις; Πες μου".
"Με όσες θέλεις πήγαινε. Μόνο κοντά σου να ’μαι
Και να σου ψήνω τον καφφέ, να πλένω σου τα ρούχα
Κι όταν τα βράδυ θα ’ρχεται δίπλα μου να σε νιώθω.
Στον ίδιο να ’σαι τον οντά με μένα. Τίποτ’ άλλο".
"Και δε σε νιάζει αν πέφτουμε στο ίδιο το κρεββάτι;"
«Όχι αν εσύ δε νοιάζεσαι. Το αφεντικό εσύ ’σαι.
Του χνώτου σου μόνο ζητώ τη ζεστασιά να νιώθω
Σαν ανασαίνεις δίπλα μου. Να ξέρω πως μονάχη
Δεν είμαι μέσα στη ζωή-δεν είμαι μες στη νύχτα".
"Εγνώρισες τη μοναξά φαίνεται στη ζωή σου".
"Αλήθεια τήνε γνώρισα. Κι είθε ποτέ μου πάλι.
Ούτε να τήνε σκέφτομαι δε θέλω. Θέλω πάντα
Κάποιον να νοιώθω δίπλα μου. Κατι με μένα να ’χει
Κοινό. Ας είναι μυστικό ένα. Η ένα χάδι.
Η μια συνήθεια. Ή μοναχά μια λέξη, ένα πράγμα-
Μια χτένα που και με και σε να στρώνει τα μαλλιά μας
Η μία στάμνα που νερό θα δίνει και στους δυό μας
Η μια ματιά ένας τ’ αλλουνού να ρίχνει κάθε τόσο".
"Κι εγώ ενόμιζα ωρή πως μ’ ήθελες σαν άντρα".
"Μονάχα σα θελήσεις συ τότε διπλά εγώ θέλω.
Μ’ αν συ δε θες, ούτε κι εγώ. Αυτό θα πει γυναίκα".
"Τότε δεν είσαι άνθρωπος μα ζωντανό". "Δεν είμαι,
Οχι, δεν είμαι ζωντανό. Κι εγώ άνθρωπος είμαι.
Μα μια ανθρωπιά είδους αλλουνού μέσα μου ειν’ απλωμένη.
Η σκλάβα ’γω, συ ο κύρης μου. Αυτή ’ν’ η μόνη αλήθεια.
Κι αυτή θεμέλιο του έρωτα είναι, και κει απάνου
Ολα του κόσμου τα καλά μπορούνε να πυργώσουν."
"Άει μωρή κακόμοιρη κι εσύ. Ζωής σκουπίδι.
Όπως εμέ κι εσύ ορφανή κι έρμη στον κόσμο μέσα.
Αλλα εγώ είχα δύναμη. Και θέληση. Και θάρρος.
Και πάλεψα. Και μόνος μου ό,τ’ ήθελα επήρα.
Και συ εμένα διάλεξες για να σε προστατέψω.
Μα ξέρω τ’ είναι μοναξά και τ’ είναι δυστυχία.
Δε θα σ’ αφήσω μόνη σου μες στη ζωή. Στο λέω.
Κι όταν θα ξετελέψουνε τα βάσανα μια μέρα
Και πάλι μες σε σπιτικό θα μπω, μαζί μου θα ’χω
Και σένανε ωρή Μαριώ-στο ίδιο σπίτι μέσα.
Κι αν ο Ζαφείρης εισ’ εδώ, εκεί θα ’σαι η Μαρία.
Και θα ’σαι δίπλα μου κυρά η πρώτη μες στις πρώτες".
"Οχι κυρά. Όχι κυρά. Δούλα σου θέλω να ’μαι".
"Ωρέ μανία με τη σκλαβιά. Εγώ που στην Ελλάδα
Ζητάω να δώσω λεφτεριά, με δούλα θα κοιμάμαι!"
"Ναι Γιώργη μου. Συμπάθα με. Αυτό θα πει γυναίκα.
Δούλα εγώ, αφέντης συ. Διατάζεις κι υπακούω.
Αλλιώς τα μίση, οι φωνές, οι πίκρες κι οι καυγάδες!
Κόλαση θα ’ταν η ζωή αλλιώς καλέ μου Γιώργη".
"Κι αν σκοτωθώ εγώ Μαριώ,θα γίνεις δούλα σ’ άλλον;"
"Γι αυτό εσένα διάλεξα που Χάρο δε φοβάσαι.
Που δεν τολμάει κανείς σ’ αντρειά μαζί σου να παρέβγει.
Που πάντα θα ’μαι δούλα σου και κύρης συ δικός μου".




ΤΟΥ ΤΑ ΧΑΡΙΣΕ Ο ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ
11 Δεκέμβρη 1826

Είμαστε στην Αγόριανη. Εχτές, πέντε Δεκέμβρη
Αφού το Νάκο Πανουργιά και Περραιβό και Ρούκη
Ο Καραϊσκάκης διάταξε να μείνουν στη Βελίτσα
Τραβά με τ’ αποδέλοιπο τ’ ασκέρι για Υπάτη.
Το σχέδιο που ’χει στο μυαλό είναι να δυσκολέψει
Ζορίζοντας από παντού τους Τούρκους που κρατούσαν
Το Λΐδωρίκι, Κράβαρα κι αυτό το Καρπενήσι, 
Και να τους κάνει από κει απολέμητα να φύγουν
Αφήνοντας ελεύθερα στους έλληνες τα μέρη.
Καθώς όμως κινήσαμε, μας έπιασε μια μπόρα
Που βάσταξε όλο το πρωί κι όλο σχεδόν το γιόμα.
Για να διαβούμε της Γραβιάς το φουσκωτό ποτάμι
Εμπήκαμε μες στο νερό ως πάνου από τη μέση.
Δώδεκα λεβεντόπαιδα χαθήκανε στο ρέμα
Και δυό ακόμα χάθηκαν από την κακουχία.
Σταθήκαμε ν’ ανάψουμε φωτιές να ζεσταθούμε.
Μα πού. Τα ξύλα ήτανε ογρά και λασπωμένα.
Τα παλληκάρια ξέσπασαν κι αρχίσανε να βρίζουν
Με τις χειρότερες βρισές τον αρχηγό τον ίδιο:
"Το μούλο! Που μας έφερε στον τόπο του διαβόλου!

Τον κερατά! Που θα μας φάει όλους να ησυχάσει…"
Αυτός που εκατάλαβε πως τα ’χανε μαζί του
Ολη τη νύχτα έτρεχε ή ξύλα να μαζεύει
Η να βοηθάει στις φωτιές, ή έλεγε αστεία,
Η πάλι αναθεμάτιζε πότε τον εαυτό του
Και πότε τον παλιόκαιρο. Και διόλου δεν εστάθη
Λίγο κι αυτός να ζεσταθεί και λίγο να στεγνώσει 
Μον’ έτσι πηγε ως το πρωί. Κι από το λέγε λέγε
Αλλά κι απ’ τοπαράδειγμα που έδινε στους άλλους
Τα παλληκάρια μέρεψαν κι αρχίσαν να γελάνε.
Αφού μισοστεγνώσανε κι είχανε πια ’συχάσει
Σαν ο θεός ξημέρωσε και νοιώθοντας πως είχαν
Τ’ανθρώπινα ξεπεραστεί της αντοχής τους τα όρια,
Πήρε τα παλληκάρια του και, ο Καραϊσκάκης, 
Σ’ Αγόριανη τα έβαλε και στο χωριό Σοβάλα,
Για να ξεκουραστούν εκεί και για να γιατρευτούνε
Οσα ’π’ την προηγούμενη μέρα είχαν άρρωστήσει.
Και μόνον όταν φτάσαμε κι είχαν τελειώσει όλα
Κι ενώ τα ρούχα πάνου του είχαν διπλοστεγνώσει,
Τότε μονάχα έγειρε στο στρώμα ο Καραϊσκάκης
Το κουρασμένο του κορμί λίγο να ξεκουράσει.
Τον άφησα να κοιμηθεί ώσπου μας πήρε γιόμα.


15 Δεκέμβρη 1826
Δυό μέρες ξεκουράστηκαν καλά τα παλληκάρια.
Σήμερα όμως το πρωΐ μαθαίνει ο Καραϊσκάκης
Ότι από την Κάρυστο ο Ομέρπασας ’τοιμάζει
Ασκέρι ένα δυνατό, τους τούρκους να βοηθήσει
Οπου κλεισμένους είχανε στα Σάλωνα οι δικοί μας.
Αμέσως απαράτησε το σχέδιο της Υπάτης
Και στην Αράχοβα γυρνά ώστε σιμά να στέκει
Στ’ άλλα μας τα στρατόπεδα κι αν τόνε χρειαστούνε
Να βρίσκεται κοντά εκεί έτοιμος να συντρέξει.
Σαν βλέπει πως ο Ομέρπασας να ’ρθει καθυστερούσε
Ο Καραϊσκάκης που αργός δεν ήθελε να μένει
Κινάει για τα Κράβαρα και για το Λιδωρίκι,
Λογιάζοντας πως του φταναν δυό μέρες για να διώξει
Τους τούρκους απ’ τά μέρη αυτά και τρόφιμα να έβρει
Γιατί τα παλληκάρια του δεν είχανε να φάνε.
Στο δρόμο παίρνει μήνυμα από Ξύδη και Καλύβα
Πως όσοι μες στα Κράβαρα ήταν Καπεταναίοι
Δε θέλουν τα καπάκια τους να σπάσουν με τους τούρκους.
Λέει στο Δημήτρη το Μάκρη να πάει να τους πείσει
Κι άμα δε θεν με το καλό, να τους εξαναγκάσει.
Με το καλό με τ’ άγριο, τα σπάνε τα καπάκια.
Μες στους Καπεταναίους αυτούς που ’ταν προσκυνημένοι,
Απ’ όλους πιό σημαντικός ήτανε ο Σαφάκας.

Ενώ αυτά εγίνονταν κινά ο Καραϊσκάκης
Με τον δικό του νταιφά και πάει στο Κλημάκι,
Για να χτυπήσει τους εχθρούς που ορδί εκεί ’χαν στήσει.
Τούρκοι ήτανε και  Χριστιανοί ως χίλιοι οχτακόσοι
Κι είχαν αυτοί γι κεφαλές τον Ίσκο τον Αντρέα,
 Κι απόκοντά του άλλοι δυο-οι  Στράτος και Σαδήμας.
Κι οι τρεις αυτοί λογάριαζαν τα Σάλωνα περνώντας
Στην Αττική να κατεβούν και βοηθοί να γίνουν
Στον Κιουταχή που ήθελε να μπει μες στην Αθήνα.
Και ταμπουρώθηκαν γερά. Ομως δε βγαίναν έξω
Με τους δικούς μας να πιαστούν, όσο κι αν οι δικοι μας
Για να τους ερεθίσουνε τους φώναζαν κιοτήδες.
Σαν είδαν να τους απειλεί όμως ο Καραϊσκάκης,
Το σκασαν και περίτρομοι στη Ναύπακτο κρυφτήκαν.

Μα τώρα έμενε φαΐ να βρούνε οι στρατιώτες.
Αυτό το πρώτο μέλημα ήταν του Καραϊσκάκη
Για το στρατό του-πάντοτε να είναι χορτασμένος.
Στο Λιδωρίκι βρίσκονταν μέσα κάτι αποθήκες
Γεμάτες με γεννήματα τέσσερους χιλιοτόνους.
Ηταν τα δεκατιάτικα που μάζεψε ο Σαφάκας
Απ’ τους αγρότες τη χρονιά που πέρασε για φόρο. 
Δε βάσταγε η έρημη καρδιά του Καραϊσκάκη  
Αυτά να στέκουν άχρηστα ενώ τα παλληκάρια  .
Κακοπαθούσαν νηστικά και ξετραχηλισμένα
Μες σε βροχές και παγωνιές, σε λάσπες και σε χιόνια.  
Τα ζήτησε του Σάφακα. Εκείνος λέει όχι.
"Μου ταδωσε ο Κιουταχής" του λέει,"κι είναι βιός μου,
Και θα τα δώσω μοναχά σ’ όποιονε με πληρώσει".
"Καλά. Δε θες με το καλό, τα παίρνω με το ζόρι".
Εκεί ήτανε ο Βέικος , απ’ τούς τρανούς Σουλιώτες.
Πηγαίνει στο κονάκι του ο Σαφάκας, του λέει:
"Θ’ αφήσουμε το γύφτο αυτόν να κάνει ό,τι θέλει;
Δε φτάνει που βαλε βουλή το βιος μου να μ’ αρπάξει
Μα και τ’ Αρματολίκι μου που μου ’δωκε ο Κιουτάγιας
Δε μου τ’ αναγνωρίζει λέει, και θέλεινα το πάρει".
Ο Βέικος υποσχέθηκε πως θα τόνε βοηθήσει:
"Θα σε υποστηρίξουνε οι Σουλιώτες μου» του λέει.
«Αλλ’ αν μαζί μας θα ’χουμε και λίγους Ρουμελιώτες
Τότε πατάμε πιό γερά. Ξέρω πού θα τους έβρω».
Τον παίρνει και τραβάν μαζί και παν στους Ρουμελιώτες.
Τους Σπυρομήλιο βρίσκουνε  και Χρήστο Χατζηπέτρο.
"Πρέπει να συμμαζέψουμε" τους λεν, "αυτόν το μούλο.
Κανείς δε μας ακούει πιά. Σ’ όλες τις υποθέσεις
Γίνεται ό,τι πει αυτός". "Τί θέλετε να γίνει;"
"Να τον μποδίσουμε το βιός να πάρει του Σαφάκα, .
Κι επιτροπή να φτιάξουμε κι αυτή να κυβερνάει".
Το μέγα ήταν των Σουλιωτών μαράζι, το γκουβέρνο.
Οι δυό κάνουν πως δέχονται. Γιατί κι οι δύο είναι       
Καπτάνιοι που ορκίζονται στ’ όνομα Καραΐσκάκης,
Αλλά να ξεσκεπάσουνε θέλανε τους Σουλιώτες.
Πρωΐ πρωί συνάχτηκαν σήμερα οι Καπετάνιοι
Γυρεύοντας το επίμαχο το πρόβλημα να λύσουν.
Ανέγνοιαστος και σίγουρος όντας ο Καραϊσκάκης
Πως όλοι θα τον δίκιωναν, τον Βέικο ακούει
Ξάφνου να μη συντάζεται μαζί του και να παίρνει
Τα δίκια του φιλότουρκου Σηφάκα. Επικράθη.
Γυρνάει στους υπόλοιπους Σουλιώτες και ρωτάει
"Και σεις τα ίδια λέτε ωρέ;" "Και μεις" του απαντάνε.
Σε Χατζηπέτρο γύρισε μετά και Σπυρομήλιο,
Τους Ρουμελιώτες που το "ναι" είπανε στο Σαφάκα.
" Γιατί σεις δε μιλάτε ωρέ! Με ποιου το μέρος πάτε;"
"Με σένα είμαστ’ αρχηγέ" του λένε μ’ ένα στόμα.
«Δικά του τα γεννήματα δεν είναι. Να τα δώσει.
Ως για τ’ Αρματολίκι του, νομίζουμε κι οι δύο
Πως η Κυβέρνηση γι αυτό πρέπει ν’ αποφασίσει". 
Δαγκώθηκε ο Βέικος. Χάρηκ’ ο Καραΐσκάκης.
Σαν οι Σουλιώτες φύγανε σ’κώνεται κι αγκαλιάζει       
Και τους φιλάει σταυρωτά τους δυό Καπεταναίους:
"Αδέρφια συχωράτε με αν για χατήρι εκείνων
Κάποτε σας αδίκησα. Βλέπω πως δεν τ’ αξίζαν".

Το ’πε αυτό γιατί προψές για χάρη των Σουλιώτων
Στενοχωρήθη ο Πανουργιάς με τον Καραϊσκάκη:
Ο Καραϊσκάκης πρόβλεπε ότι σε λίγες μέρες
Λέφτερα και τα Σάλωνα θα ’ταν από τους τούρκους
Κι από τα τώρα έψαχνε κάποιον εκεί ν’ αφήσει 
Όταν οι τούρκοι φεύγανε, για να τα διαφεντεύει.
Τώρα ο Νάκος Πανουργίας ήτανε Σαλωνιώτης.
Πήγε λοιπόν στον αρχηγό κι επίμονα του εζήτει
Αυτόν να κάνει Διοικητή. Μα ο Καραϊσκάκης
Οσο και να τον παίδεψε, δεν του ’κανε τη χάρη.
"Γιατί; Δε μ’ έχεις ικανό για μία τέτοια θέση;"
"Αδέρφι Νάκο Πανουργιά, μη με ζορίζεις άλλο.
Δεν είναι που για ικανό δε σ’ έχω ή γι αντρείο.
Όμως αδέρφι, εμείς οι δυο, είμαστε Ρουμελιώτες
Και παρεξήγηση του ενού δεν του κρατεί ο άλλος.
Θέλω να κάνω την καρδιά σε κείνους τους Σουλιώτες.
Το ξέρεις πως σε μια κλωνά κρέμεται η φιλιά τους.
Δε θέλω αφορμή καμμιά για κάκια να τους δώσω. 
Κι ακόμα ωρέ Πανουργιά, δε θέλω, σου το λέω,
Να βάζω ντόπιους να φυλάν τα ίδια τους τα μέρη.
Γιατί όσο κι αν καλός κανείς, η γνωριμιά που έχει
Και η φιλιά του μ’ άψυχα πράματα και μ’ ανθρώπους
Σε δίκια μία Διοίκηση εμπόδια θα του γίνουν".

Τις σχέσεις του γυρεύοντας που ’χε με τους Σουλιώτες
Να τις στεριώσει, προσκαλεί το Βέϊκο ο Σαφάκας
Να του βαφτίσει το παιδί, πέρα στην Αρτοτίνα.
Όσο αυτοί γλεντάγανε, φεύγει ο Καραϊσκάκης
Και πάει κατά τη Λειβαδιά τους Τούρκους να χτυπήσει.
Για να ’ναι όμως σίγουρος ότι στις επαρχίες
Που πάλι πήραν τ’ άρματα δε θα πατήσουν τούρκοι,
Στέλνει το Γιώτη το Δαγκλή στα γύρω της Βελίτσας,
Και το Γιαννούλη διάταξε να πάει στο Παλιοξάρι
Και να σηκώσει το Λαό. Κι έστειλε στο Λεσίνι
Το Δήμο Τσέλιο. Ύστερα, πήρε απ’ τις αποθήκες
Τα όσα είχε γεννήματα συνάξει ο Σαφάκας
Και πάει στο Μαυρολίθαρο. Εδώ είμαστε τώρα
Μπόλικο αλεύρι έχοντας για κάμποσες ημέρες.

Εδώ για μια συζήτηση με τον Καραϊσκάκη 
θα πω, που ’χα επέρυσι, εξω απ’ το Μισολόγγι. 
Σήμερα τη θυμήθηκα μετά το επεισόδιο
Ανάμεσα των Σουλιωτών και του Καραϊσκάκη.
Τον Καραϊσκάκη ανέκαθεν τον βλέπαν οι Σουλιώτες
Σαν ένα τους αντίπαλο μεγάλο στους αγώνες
Που κάνανε από παλιά για το αρχηγιλίκι.
Αυτοί οι αγώνες μερικές φορές γινόνταν μ’ όπλα.
Σ’ αγώνα έναν απ’ αυτούς λοιπόν ο Καραϊσκάκης
Ενα Σουλιώτη σκότωσε κι αιχμάλωτο έπιασ’ άλλον.
Κι εκείνου που σκοτώθηκε του ’κοψε το κεφάλι
Κι έστειλε τον αιχμάλωτο μαζί με το κομμένο
Κεφάλι, στον Χουρσίτπασα. Τον ρώτησα μια μέρα
Αληθεια αν ήταν όλα αυτά. Μού είπε ήταν αλήθεια.
"Το εικοστρία ήτανε και τον Απρίλη μήνα. 
Ητανε η περίσταση που ο τεσσαρομάτης
θέλοντας να ξεφορτωθεί τους Τζαβελαίους Σουλιώτες
Τους έστειλε μες στ’ Αγραφα-να ’ρθουνε να τα πάρουν.
Έτσι εγλίτωνε απ’ αυτούς, αλλά μαζί με κείνους
Και από μένα ησύχαζε που πάντα προσπαθούσε
Μια ευκαιρία κατάλληλη να βρει να με χαλάσει.
Ετσι εμένανε έβαλε, και από τους Σουλιώτες
Τους Τζαβελαίους που πείναγαν, σε πόλεμο να ’ρθούμε.
Γιατ’ ήξερε ότι εγώ δε θα ’στεργα ποτέ μου
Αλλοι να μου πατήσουνε, όποιοι ήταν, τ’ Άγραφά μου.
Στη μάχη που εκάμαμε, γενναίοι οι Σουλιώτες,
Σαν το λαγό με κάνανε να τρέχω να γλιτώσω.
Και πέντε μου σκοτώσανε. Κι ένας από τους πέντε
Ο Συντεκνιώτης ήτανε, φίλος μου κι αδερφός μου.
Μα δεν τους άφησα κι εγώ άβλαφτους να γλιτώσουν.
Κι έπιασα έναν ζωντανό, κι εχάλασα άλλον έναν.
Κι έπιασα-ναι-και του νεκρού έκοψα το κεφάλι
Και με τον ζωντανό μαζί το ’στειλα στο Χουρσίτη.
Θέλεις γιατί εθύμωσα με τον τεσσαρομάτη
Που όλα τ’ ανακάτωνε, θέλεις με τους Σουλιώτες
Που ασυλλόγιστα ό,τι αυτός τους είπε είχαν κάνει".
Είχε αρχίσει κι έπεφτε της νύχτας το σκοτάδι.
Σταμάτησε το λόγο του. Μ’ εστειλε να του φέρω
Το γιασεμί του.Το ’φερα κι άρχισε να καπνίζει.
Αφού ετράβηξε δυο τρεις μετά εσοβαρεύτη,
Από το χέρι μ’ έπιασε, με κάθισε κοντά του,
Και με φωνή συνέχισε βαθιά και ταραγμένη:
"Τ’ Αγραφα ήτανε για με ολόκληρη η ζωή μου.
Σε κείνα πρωταντίκρυσαν τα μάτια μου το φως τους.
Εκείνα ήτανε για με και μάνα και πατέρας.
Εκείνα μ’ αναθρέψανε. Με μέστωσαν εκείνα.
Τ’ αγρίμια και τ’ αγριόχορτα με τάισαν της γης τους.
Οταν κανείς δε μου ’δινε ούτε ψωμί να φάω
Τα σπήλια τους με κρύβανε απ’ οσους με γυρεύαν
Για να με κόψουνε γιατί με τις κλεψές εζούσα.
Αυτό τον τόπο ήξερα κι αυτός μ’ ήξερε μόνο.
Αλλον, αν τ’ Άγραφα έχανα, μες σ’ όλη την Ελλάδα
Τόπο δεν είχα να σταθώ. Πέρα, στο Μισολόγγι,
Εχθροί με καρτερούσανε θανάσιμοι και άγριοι -
Κι η Διοίκηση ολόκληρη και ο τεσσαρομάτης
Με κατατρέχαν. Μόνη μου απαντοχή κι ελπίδα
Ηταν για μένα τ’ Αγραφα. Για τούτο τα γνοιαζόμουν.
Αν τ’ Αγραφα εχάνονταν χανόμουνα μαζί τους.
Αν το Σουλιώτη έστειλα πεσκέσι στο Χουρσίτη,
Το ’κανα επειδή ήθελα να δείξω πως ειμ’άγριος.
Και οι Σουλιώτες να το δουν αυτό, να φοβηθούνε
Και να μην έρθουνε ποτέ στα μέρη μου και πάλι.
Πεσκέσι όταν έστειλα στον Τούρκο το Σουλιώτη
Πολέμαγα για τη ζωή και για τα όνειρά μου.
Μα κι άχτι ένα εξω απ’ αυτά τους είχα τους Σουλιώτες:
Οι διάολοι του κερατά μπορεί να ’ναι λεβέντες
Μα έμαθαν να πολεμάν μόνο στα βράχια πάνου.
Όταν βρεθούν στα πεδινά ειν’ έξω απ’ τά νερά τους.
Και όταν με το νταΐφά ήμουν του Κατσαντώνη
Δύο φορές μας κάψανε με τα φερσίματα τους.
Τη μιά-μαζί μας ήτανε απ’ αυτούς ένα μπουλούκι-
Βρεθήκαμε κάποιο πρωί απέναντι στους τούρκους
Που αρχηγό τους το Μπεκήρ είχαν τον Τζογαδούρο.
Οι Τούρκοι ήτανε πολλοί. Βρισκόμασταν στο Βάλτο.
Ητανε το πιό φρόνιμο να πιάσουμε άλλη θέση
Γιατί εκεί που ήμασταν μπορούσανε οι τούρκοι
Λίγο μυαλό αν είχανε, γερά να μας στριμώξουν.
Μα οι Σουλιώτες ήθελαν εκεί να πολεμήσουν.
Ο Κατσαντώνης μάλωσε μαζί τους, μα στο τέλος
Αθελα υποχώρησε κι έδωσε εκεί τη μάχη.
Και μας εκλείσαν. Χρειάστηκε να κάνουμε γιουρούσι.
Κι ήταν το αποτέλεσμα να πληγωθεί ο Αντώνης,
Θαύμα είναι πώς τον πήραμε απ’ τών τουρκών τα χέρια.
Γιατί; Γιατί το ήθελαν εκείνα τα τσογλάνια.
Κι οι ίδιοι γίναν αίτιοι και χάθηκε ο Δίπλας,
Θείος μου, λεβεντάνθρωπος και πρώτος Καπετάνιος,
Που Κλέφτης με τ’ ασκέρι του πρωτόβγε ο Κατσαντώνης.
Ηταν όταν μας στρίμωξε ο Αγος Μουχουρντάρης.
Είπε ο Δίπλας στον Κοσμά, Σουλιώτη Καπετάνιο,
Να φύγουνε. Να παν αλλού. Εκείνος δεν εδέχτη.
Οι Τούρκοι μας ελιάνισαν. Σκοτώθηκε ο Δίπλας
Κι έντεκα ακόμα έλληνες.Τότε κι εγώ Μαρία
Πρώτη φορά πληγώθηκα. Και γίναν όλα τούτα
Γιατί τα ξεροκέφαλα των Σουλιωτών το θέλαν".


(συνεχίζεται)