Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2024

 Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Τα ποδάκια της στο νερό πλέκουν.
-Άνοιξε το βήμα σου παιδόπουλο της άνοιξης.
Κάποιονε σαν εσένα καρτερεί και λαχταράει.
-Βαριά η καρδιά μου κι άβουλο το χέρι
Εχτές ο φίλος μου αρρώστησε και πέθανε.
Θέση δεν είχε στο νοσοκομείο.

Αχ! Τα ποδάκια αχάιδευτα θα μείvουνε του κοριτσιού με το νερό που παίζει;
Μα όχι-να, εκείνος,
που το σπίτι του
με τα κρεβάτια των νοσοκομείων έφτιαξε
πλησιάζει προς την ακροθαλασσιά.
-Φύγε μικρούλα απ' το νερό. Τρέξε στο σπίτι σου μικρούλα.
-Εγώ θέλω στ’ αυτιά μου σκουλαρίκια
και φόρεμα η μάνα μου καινούργιο.
Και ο πατέρας
από ταβέρνα οε ταβέρνα τριγυρνάει χωρίς δουλειά.
-Φύγε μικρούλα. Κάτι θα βρεθεί.
-Βρέθηκε κιόλας. Βιαστικός
έρχεται κατά μένα ο πλούσιος.
Κι εγώ τον κόρφο τον μικρό μου
τον αμεγάλωτο ακόμα ετοιμάζω.


 Ο πρωθυπουργός κλέβει.
Μικρή καμπανούλα του αγρού
ο πρωθυπουργός κλέβει.
-Ο αγέρας με φυσά και δεν ακούω.
Πιο δυνατά καλέ μου.
-Ο πρωθυπουργός κλέβει
μικρή καμπανούλα του αγρού!
O πρωθυπουργόοοοος κλέβειειειειειειει..
-Αχ! ο αγέρας παίρνει τη φωνή σου-
τίποτα δεν ακώ κι ας βάζεις
τις απαλάμες σου γύρω απ' το στόμα.
Μα συ μ' ακούς παλληκαράκι του Βουνού.
Άκου λοιπόν τί ο αγέρας που φυσάει μου λέει:
"Ο πρωθυπουργός κλέβει" μου φωνάζει.
Άκου και κάνε κάτι
συ του λαού παλληκαράκι.
Ο πρωθυπουργός κλέβει.

 Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Σκύβοντας πάνω στου Ατλαντικού τα κύματα
Καθώς το πλοίο αρμένιζε σα φέρετρο
Με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς-
Καθώς το πλοίο αρμένιζε σα φέρετρο
Με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς
Σκύβοντας πάνω απ’ του Ατλαντικού τα κύματα
Πέσαμε μέσα.

Όταν μας βγάλανε
Τα νερά
Είχανε τ’ όνομά μας καταπιεί.
Τα νερά
Είχανε τ’ όνομά μας καταφάει
Όταν μας βγάλανε.

Έτσι εδώ φτάσαμε ξένοι.
Δεν ξέραμε ούτε τι είμαστε
Ούτε αν κάποτε
Υπήρξαμε μια υπόσταση παραδεκτή από κάτι άλλο
Έξω από μας.

Απλώσαμε λοιπόν τα δίχτυα στο νερό-ό,που νερό
Και τις παγίδες μας στο χώμα-ό,που χώμα προσιτό
Κι υψώσαμε πολυευαίσθητες ευήκοες αντέννες
Μήπως κι ένα, νεκρό έστω
Σκουλήκι αγκιστρώσουμε ή κάποια μέδουσα
Ή μήπως πιάσουμε ένα μήνυμα οδύνης-
Κάτι που να μας λέει πως ο καινούργιος μας πλανήτης
Έχει πάνω του ζωή.

Κι οι μέρες του καινούργιου κόσμου μας
Και του καινούργιου ήλιου έρχονταν
Έλαμπαν, δοξάζονταν, μεσουρανούσαν
Έφευγαν
Κι οι ώρες μέσα τους ατέλειωτες πομπές
Νεκρών αλλοτινών εικόνων.

Στο μεταξύ λατρεύαμε το θεό
Που στην αρχή ήταν μια μεγάλη πέτρα ωοειδής
Ύστερα η φωτιά και τελευταία
Μια μορφή ξανθομαλλούσα ολύμπια και καρτερική.
Έτσι λατρέψαμε πολλούς χειροπιαστούς Θεούς
Και όλοι ειν' αλήθεια-ας ειν’ καλά
Μας ανταμείψανε και μας προστάτεψαν.

Μα ούτε οι Θεοί
Ούτε οι αντένες και τα παραγάδια
Μας φέραν κάποιο μήνυμα-κάποιαν αρχή.
Αυτά κενά κι εμείς χαμένοι έξω τους κι εντός τους.
Χαμένοι. Ατέλεστοι. Αδίκιωτοι. Ανύπαρκτοι.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
(Να φύγουμε!Από πού;
Να φύγουμε! Για πού;
Να φύγουμε…)
ένα ταίριασμα της φαντασίας ήτανε.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
Ένα παιχνίδισμα ήτανε του νου-
ένας χαμός μες στο χαμό.
Ένας μικρός παρήγορος θεός ήταν εκείνα
Που ’χαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε.

Έτσι, μετά από χρόνια μη-ύπαρξης
Μετά από χρόνια άγνοιας
μετά από χρόνια δίχως όνομα, συνείδηση και φως,
είμαστε όπως όταν φτάσαμε εδώ.
Και πια καιρός ν' αρχίσουμε το χτίσιμο μονάχοι.
Να βαφτιστούμε εκ νέου-
Ανάδοχοι κι αναδεκτοί εμείς
Δίνοντας ένα όνομα στη νέα μας έκπτυξη-
κι ας είναι ψεύτικο όπως το παλιό-
να κάνουμε  τις  ίδιες πράξεις κάθε  μέρα
έτσι που να φιλιώσουμε με τη συνήθεια
ν’ αρχίσουμε να υφαίνουμε το χρόνο
να μαρμαρώνουμε το "τώρα" των τοπίων… των αστεριών… της αγωνίας μας
δένοντας μνήμες για το χάος του αύριο.
Και να φυτέψουμε καρπούς αισχύνης, τιμής,
Αγάπης για την πατρίδα,
Καρπούς ευγένειας, λύπης για το θάνατο,
Ευγνωμοσύνης, τρόπων καλής συμπεριφοράς
Και να φυτέψουμε καρπούς μίσους ζωογόνου
Και καρπούς ανάγκης.
 
Να σπείρουμε ακόμα προϋποθέσεις ταξιδιών ανθρωποκτόνων.
Να φτιάξουμε με λίγα λόγια ό,τι
θα μας βοηθήσει να μπορέσουμε να κρατηθούμε…
Να ριζώσουμε…

 ΗΜΙΣΠΑΣΤΑ

Αυτός που διψούσε νάματα-
αυτός που δάγκωνε τα χείλη του ξερά-
τι ειρωνεία τώρα
να πνίγεται μέσα στη θάλασσα της δίψας του.

*

Ο άλλος κόσμος
θα ’ναι ο ίδιος βέβαια μ’ αυτόν
από τα έξω ιδωμένος.

*

Ο χειμώνας γεννάει την Άνοιξη κάθε χρόνο
καθώς  ο ήλιος τη δυστυχία κάθε μέρα.

*

Αν δεν υπήρχε ο Νείλος κι οι αιγύπτιοι
οι τάφοι μας μπορεί και να ’τανε ακόμα στρογγυλοί.


*

Μέσα στη θύελλα την καλοκαιρινή
λυσσάει ο άνεμος και η βροχή μανιάζει.
Πέφτουν τα φύλλα
πέφτει ο ουρανός
πέφτει και μια μπλουζίτσα ολάσπρη απλωμένη
από το λυσσομάνι ξεσκισμένη.

 *

Πού είναι το φιλί που φτάνει ως το θάνατο!
Πού ’ναι το χάδι που ευφραίνει στον αιώνα!

*

Όλη η ζωή μας αν καλοσκεφτείς
μας δόθηκε να μάθουμε
γιατί δεν πέφτουνε τα δέντρα απ’ τον αέρα.
Και ούτε αυτό δε μάθαμε.

 *

Η ανάκουστη φωνή της πέτρας
μόνο απ’ Αυτόν ακούγεται. Είναι γιατί Αυτός
της ακοής τους νόμους έχει θέσει.

*

Είναι η γκλίτσα στο χέρι του βοσκού
και ο σταυρός στο χέρι του επίσκοπου.
Γι αυτό και μια τον παίρνει ο θάνατος μια η ζωή τον πάει.

 *

Αφότου εγεννήθηκε
εν’ αγκάθι στην ψυχή του.

*

Τα πεύκα τα ξέρανε ο μελιτοβάκιλλος.
Χαλάλι του.
Η εικόνα αξίζει.

 *

Τις νύχτες
τα βουνά
σαν ζώα υπάκουα
τραβάν στη θάλασσα και πλένονται.
Γι αυτό και λάμπουν πεντακάθαρα το πρωί
στου πρώτου ήλιου τις αχτίδες.

*

Όταν εκπνεύσει στον καθρέφτη του
και ο καθρέφτης δεν θαμπώσει
τότε ο καθρέφτης θα ’ναι αυτός.

 *

Το τέλος φτάνει.
Ο αμαξάς πληγώθηκε.
Οι ινδιάνοι πλησιάζουν όλο.
Και μακριά η πόλη.

*

Κληρονομιά θ’ αφήσει στους ερχόμενους
τη γνώση πως δεν έρχονται
μα ότι όπως όλα
κι αυτοί πηγαίνουν μόνο.

 *

Κοιτάζοντας κατάματα την πυρκαγιά
καθώς το κύμα ο ναυαγός,
ολόρθος θα θαφτεί μέσα στη στάχτη των ονείρων.

*

 Παγώνι, ο αντίζηλος των ποιητών.

*

Όταν θα πάει Εκεί
θα είναι ένα κατάξανθο
ένα ωραίο ωραίο μηδενικό.
Όταν θα πάει Εκεί.

*

Τα δέντρα ομορφιές γεμάτα και χαρούμενα
Λουζόνταν μέσα στο γλυκό το θάμπος του πρωιού.
Την ίδια ώρα ο χωρικός
λάδωνε το πριόνι του.

*

Κάποτε η μέρα είχε διάρκεια τριών λεπτών.
Πόσα εκατομμύρια άσκοπα χρόνια!

*

Μπορείς να φανταστείς τον ουρανό χωρίς αστέρια;
Έτσι και δεν γινότανε να μην υπάρξεις.

 *

Τα νησάκια των ποταμών.
Η ασφάλεια μες στον κίνδυνο.

*

Ο Προμηθέας μπορούσε να μη δώσει στους ανθρώπους τη φωτιά.
Όμως κάπως αλλιώς θα παράκουγε το Δία.
Γιατί Προμηθέας σημαίνει παρακοή.

 *

-"Πώς είστε;"
-"Άσχημα"
Λες και τον ρώτησαν από ενδιαφέρον.

*

Όπως κάθε άνθρωπος χρειάζεται έναν άγγελο προστάτη
έτσι και κάθε άγγελος έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο.
Αλλιώς η ύπαρξη του θα ήταν αδιανόητη.

*

Του αρέσει των κομμένων των κλαδιών η μυρωδιά κάθε Άνοιξη.
Γι αυτό η Άνοιξη έρχεται.

*

Τάχα πώς λεν τη γη τους οι άνθρωποι του φεγγαριού;
Φεγγάρι βέβαια.

*

Κουμπιά… κουμπιά… κουμπιά...
Κουμπιά με δύο τρύπες
κουμπιά με τρεις τρύπες
κουμπιά με τέσσερις τρύπες.
Και ψάχνανε κι αυτός κι αυτή το ποιο ταιριάζει στο σακάκι του.

*

Μην μπορώντας ν’ αντέξουνε κάτω από τη γη
κάθε βράδυ οι νεκροί έρχονται
και μέσα μας μπαίνουν.
Γι αυτό τους βλέπουμε τη νύχτα στα όνειρα μας.


 *

Αν επιζούσε ο Ρωμαίος
θα ’χε ξεχάσει την Ιουλιέτα σ’ ένα μήνα.

*

Όταν στης λύπης το δέντρο
τα φύλλα πυκνώνουνε
τότε τελείως κρύβουνε το άστρο της χαράς.

 *

Οι νέοι και η επανάσταση πάνε μαζί.
Καμμιά φορά, σε κάποιο χάνι
οι νέοι παρατρών και παραπίνουνε.
Τότε γυρίζουνε και λεν στην επανάσταση:
προχώρα κι έρχομαι.
Κι η οικουμένη τότε δυστυχεί.

*

Περιπλάνηση σε τοπία ηλιοβασιλέματος.
Το άνθος της Σιωπής εδώ περίλαμπρο.

*

Ο ποιητής ζει μέσα στα ποιήματα του
όπως ένας νεκρός μέσα σε τάφο
που ο ίδιος έσκαψε.

*

Να συλλέγεις-ναι. Μα τι;
Πάνω σ' αυτό το "τι;" ζυγιάζονται όλα.

*

Κάθε καινούργια μέρα μια Δευτέρα Παρουσία
μετά το θάνατο της νύχτας.

*

Ήτανε όχι μια αγριοροδιά.
Μα μία ήμερη, μια σοβαρή
μια ήρεμη, όμορφη ροδιά.
Όχι μια πρόκληση στην ερημιά
μα μια γλυκιά οπτασία στον κόσμο μέσα.

*

Παράδεισος σημαίνει ανυπαρξία έρωτα.

 *

Όσα δεν υπάρχουν
είναι απείρως περισσότερα από τα υπάρχοντα.

*

Ο βάτραχος που έγινε πρίγκηπας μ’ ένα φιλί
έχει τη σημασία του ονείρου
που γίνεται αλήθεια μόνο μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο δηλαδή.

*

Με τα χίλια μικρά ξεγελασμένοι
χάνουμε το ένα Μεγάλο.

*
Στο μισοσκόταδο
οι τσουκνίδες μοιάζουν με άνθη.

*

Έμβρυα μέσα στον κορμό του δέντρου
νήχονται τραπέζια, κρεβάτια, σκαμνιά.

*

Από τη φυλακή του εικοστού αιώνα
στη φυλακή του εικοστού πρώτου.

*

Η Ηγησώ ζει ακόμα χάρη στην Τέχνη.
Βάρβαρη που ’ναι η Τέχνη!

*

Γιατί ζαλίζεται απ’ το γύρισμα της,
γι αυτό από παντού ξερνοβολάει νερό η γη.

*

Σκοτεινή Θάλασσα της Ηδονής!
Σκοτεινή Μήτρα της Επιθυμίας!
Λατρεία Σού πρέπει και Τελετές Μυστηριακές.


---------------
 

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

 Η ΚΛΟΠΗ

Ανθρώπινα τα λάθη κι οι αστοχίες.
Κι ας κουβαλούνε όσες αβαρίες,
όμως στο τέλος συγχωρούνται,
ποτέ κι αν ίσως δεν ξεχνιούνται.

Έτσι, ας ήρθαν τα Μνημόνια
κι ας κρατούν δεκάδες χρόνια.
Τέμπη, Μνημόνια, Ντάνιελ, Μάτι,
φρικτά, μα συγγνωστά είναι κάτι.

Αυτά όλα όμως με μια μόνη
προϋπόθεση-αλλιώς αγχόνη!:
για κάθε φρίκη που συνέβη
ο υπεύθυνός της να μην κλέβει!

Γιατί αν η κλοπή ειν’ η αιτία
για κάθε που συμβαίνει δυστυχία,
έλεος κανένα για τον κλέφτη-
βαρύς ο πέλεκυς να πέφτει!

Κι αν κρίνω απ’ όσα μας συμβήκαν
και στην ψυχή μας κάρφος μπήκαν,
όλα κλεψιές τα ’χουν γεννήσει
κι όχι οι συνθήκες και η Φύση.

Κι ούτε κι εγώ θα ’χα να ψάξω
κι αυτούς τους στίχους να ταιριάξω-
γιατί αν κανείς δεν είχε κλέψει,
όλα, ευτυχώς θα ’χαν τελέψει.
                        -----

 ΤΟ ΤΕΡΕΤΙΣΜΑ

Υπάκουα τα παιδάκια ως βαδίζουν
πιασμένα απ’ της μητέρας τους το χέρι
τη μαύρη την ημέρα μας φωτίζουν
καθώς μαύρο ουρανό λαμπρό αστέρι.

Λέει το στοματάκι τους και λέει…
Μιλάνε… και μιλάνε… και μιλάνε…
Λεν: «Της Αντρέγιεβνας η κούκλα κλαίει
και όλα τα παιδάκια την κοιτάνε…

…και κούκλα εγώ θα πάρω μια μεγάλη,
καπέλο θα της βάλω και φουστάνι
κι αν ο Γεβγένι μου την πάρει πάλι,
νταντά η κυρία μας θα τόνε κάνει…»

Και πού και πού, «ναι…» η μητέρα λέει
έτσι αδιάφορα κι από συνήθεια
καθώς στο νου της τριγυρνούν τα χρέη
και τα προβλήματα της ζωής  τα πλήθια.

Και το μικρό παιδάκι τερετίζει
σίγουρο πως το άκουσε η μητέρα,
και  λέει… και λέει…  δίχως να γνωρίζει
πως η λαλιά του τέρπει την ημέρα…

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

 ΛΩΘΑ
(έμμετρο μονόπακτο)




Ερεί τις ως το γήρας ουκ αισχύνομαι
μέλλων χορεύειν κράτα κισσώσας εμόν;
Ου γαρ διήρηχ' ο θεός,είτε τον νέον
ει χρη χορεύειν είτε τον γεραίτερον,
αλλ' εξ απάντων βούλεται τιμάς έχειν
κοινάς.

(Τειρεσίας στον Κάδμο, ΒΑΚΧΕΣ)




Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα
στα δυο κοριτσίστικα στήθη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ







Πρόσωπα του έργου:

ΘΑΛΗΣ-γέρος ερωτευμένος με τη Λώρα.
ΜΕΝΩΝ-φίλος του Θαλή.
Α' νέα και Β' νέα-φίλες.
Νέος-περαστικός.
Φίλη του νέου (βουβό πρόσωπο)
Ένας νέος.
Μεθυσμένος.
Τύχη.
Λώρα-γειτονοπούλα του Θαλή.
Α' γειτόνισσα.
Β' γειτόνισσα.
Θεος.
Κακίστρα.
Μητέρα της Λώρας.
Φίλη της Λώρας.
Ο παπάς της ενορίας.
Νέος που αγαπούσε τη Λώρα.
Το δωμάτιο του Θαλή.
Η δυστυχία.
Χορός των αντικειμένων του δωματίου του Θαλή.
Λώρα και Θαλής.
Η γη.
Ο ψευτοφιλόσοφος.
Η πόρνη.
Τα λουλούδια.
Η πολυτελής ερωμένη.
Υπουργός.
Λώθα.





Σκηνή πρώτη
(τόπος:πλατεία)




ΘΑΛΗΣ
Λοιπόν εδώ στον τόπο αυτό
πολύ το βρίσκω λογικό
να βρούμε Μένων κάτι
που άγνωστο μας το εκράτει
ως τώρα η ζωή.
Του πλήθους χλαλοή
και της καρδιάς σκιρτήματα
μ' ελπιδοφόρα βήματα
το σώμα μας ωθούνε
και κάπου τ' οδηγούνε
που κάποια τύχη χαρωπή
"δική σου είμαι" θα του πει.

ΜΕΝΩΝ
Γέροι σχεδόν εμείς
στο δρόμο της θερμής
οδεύουμε της νιότης
ενώ χυμάει γοργά
για να χυθεί οργά
μέσα μας η αιωνιότης.

ΘΑΛΗΣ
Κι έχουμε πεθυμιά
γιούλια και γιασεμιά
να δούμε μες στο κρύο
της μοναξιάς μας της πικρής
και στης χαράς μας της νεκρής
να μπουν το ανθοδοχείο,
και τη χαρά να βρούμε
όσο ακόμα ζούμε
που όμοια της δεν ειν' άλλη-
και τη χαρά να βρούμε
και να τηνε τρυγούμε
πανώρια και μεγάλη.

(περνούν δίπλα τους δυο νέες)

Α' ΝΕΑ
Να και δυο γέροι. Θέαμα οικτρότατο βεβαίως-
όπως τουλάχιστον αυτό το βλέπει κάθε νέος-
που ήρθανε στο φετινό της Τύχης πανηγύρι
ν' ανθίσουνε προσμένοντας οι πόθοι τους οι στείροι.

Β' ΝΕΑ
Τι να γυρεύουν τάχα λες; Μήπως καινούργια δόντια;
Ή νιάτα πάλι να 'χουνε; Κακόμοιρα γερόντια!

Α' ΝΕΑ
Μην τους γελάς. Μπορεί κανείς δικόν του κάποιον να ` χει
που ίσως με το θάνατο να δίνει τώρα μάχη
και να ζητάει για κείνονε της Τύχης τη βοήθεια.
Ή κι ίσως κάποιον φίλο τους να 'χουν αυτοί αλήθεια
και μια βοήθεια σήμερα για κείνον να ζητάνε.
Αλλά, πάμε να φύγουμε. Νομίζω μας κοιτάνε.

(φεύγουν` περνούν νέος με νέα)

ΝΕΟΣ
Αν το λαχείο κερδίζαμε
και με λεφτά γεμίζαμε
ω! τότε αντίο φτώχεια
και δυστυχίας βρόχια.
Τότε υπηρέτες θα 'χαμε
και με χρυσά θα γράφαμε
γράμματα τ' όνομά μας
με πέννα τη χαρά μας.

(περνούν` έρχεται μεθυσμένος κρατώντας στα χέρια του πεσσούς)

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ
Κόσμε με γέννησες εσύ
ή εγώ σ' έχω γεννήσει;
Και ποιος το ήπιε το κρασί;
Και ποιος έχει μεθύσει;
Ω! τυχεροί μου εσείς πεσσοί!
Ω! Κινουμένη φύση!

(ρίχνει στο χώμα τους πεσσούς)

Ω! Ζάρια μου που να σας δω
δεν το μπορώ καθάρια
κι έτσι δεν ξέρω τι έχω 'δω-
δυάρες ή τεσσάρια;
Κι αν ειν' δυάρια πια ας μην μπω στης Τύχης τον κατάλογο-
με τέτοια γκίνια θα 'τανε αυτό πολύ παράλογο.
Μα θα 'μπω κι ας αδυνατώ
ποιο το σωστό είναι να πω.
Ίσως και όλη να 'ναι αυτή του κόσμου η ιστορία
εξάρες να 'ναι τα διπλά, το έξη να 'ναι τρία...

(βγαίνει)

ΘΑΛΗΣ
Πώς κάθε όμως μηχάνημα τάχατες να δουλεύει;
Άραγε γράφει πάνω του της χρήσης οδηγίες;

ΜΕΝΩΝ
Νομίζω ο νους σου αδύνατο πως κάτι τι γυρεύει.
Τα τέτοια τ΄ αναγράφουνε μόνο οι βιομηχανίες.
Δε γίνανε οι μηχανές
αυτές με χέρι ανθρώπινο
αλλ' απ' το σύμπαν το αχανές
μας ήρθαν δώρο αδόκητο-
κι εδώ εγκαταστάθηκαν
σε τούτη την πλατεία-
κι έκτοτε δε σταμάτησαν
να έχουν πελατεία
και κάθε χρόνο τυχερόν
βγάζουνε κι από ένανε.

ΘΑΛΗΣ
Κι ήρθα κι εγώ και καρτερώ
να βγάλουνε κι εμένανε.
Αλλά για ρώτησε αυτά
εκεί τα παιδαρέλια
που λεν αστεία φωναχτά
και σκάζουνε στα γέλια,
πώς πρέπει αυτή τη μηχανή να τηνε χειριστώ
αν μες στο δώμα κείνο εκεί μαζί της θα κλειστώ;

ΜΕΝΩΝ
Παιδιά για πέστε μου, καλό να έχετε
σεις που τις μηχανές αυτές καλά κατέχετε
πώς πρέπει ο φίλος μου μέσα σαν μπει
να κάνει;

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Θα πατήσει το κουμπί
και τ' άλλα είναι δουλειά της μηχανής'
μα μέσα να μην είναι άλλος κανείς.

ΜΕΝΩΝ
Αυτό ειν' όλο κι όλο που θα κάνει;
Πέστε μου γιατί εύκολα τα χάνει.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Το πράγμα βέβαια μόνο του μιλάει
αφού και άλλον βάζει να ρωτάει.
Μα όμως όλο κι όλο ειν' αυτό
Κι ίσως της τύχης του είναι γραφτό
εκείνο που γυρεύει να πετύχει.

ΜΕΝΩΝ
Ευχαριστώ παιδιά. Καλή σας τύχη.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Νομίζω γέροντα με κοροϊδεύεις.
Ένας θα είναι μόνο ο τυχερός
και βέβαια νικητή αν συ γυρεύεις
ο φίλος σου θα θέλεις να 'ναι αυτός.

(γελάνε` φεύγουν)

ΜΕΝΩΝ
(στον Θαλή)
Μονάχα ένα κουμπάκι θα πατήσεις.
Δεν ξέρουν άλλο τι κι οι νεαροί.
Δε θα 'τανε κι αυτοί εδώ επίσης
αν κάποτε υπήρξαν τυχεροί.

ΘΑΛΗΣ
Ξέρεις, δε θα 'κανα τέτοιο κάτι
τη δύναμη αν είχα να πεθάνω.
Μα είμαι ανίκανος όπως το μάτι
να δει κατά τον ήλιο ίσα πάνω.
Και ποιος μου λέει πάλι
απ' τη ζωή πως σβηώντας
το ίδιο τούτο χάλι
δε θα τραβώ πονώντας;
Ποιος ήρθε να μας πει
αν όταν θα κοπεί
του βίου μας το νήμα
και μπούμε μες στο μνήμα,
δε θα 'χουμε βρεθεί
σε άλλη μια ζωή
και η μορφή της Λώρας
κάθε λεφτό της ώρας
δε θα με τυραννεί
και δε θα με πονεί;
Ίσως το χρέος του κάθε ον
στη γη αν δεν ξοφλήσει
να 'ναι άστρο δίχως δύση
στα χάη των ουρανών.
Πρέπει γι αυτό να κάμω
στη ζωή ό,τι χρωστώ-
να δέσω πρέπει γάμο
με ό,τι μου πιο αρεστό.
Και ειν' αυτό η Λώρα
και είναι το καλλίτερο
από της γης τα δώρα
και είναι τ' ομορφύτερο.
Μον' έτσι θα σωθώ-
μόνο θα λυτρωθώ
στο πλάι της αν πέσω-
σε κείνην αν θ' αρέσω.

ΜΕΝΩΝ
Σ΄ άκουγα να το λες
μα νόμιζα μαθές
πως έλεγες αστεία,
πως κάνεις κωμωδία.
Κι εγώ καμιά φορά
θυμούμαι τα παλιά
και σιγαναστενάζω
καμία σαν κυττάζω.
Μα να πονώ γερά
θα 'τανε συφορά`
σ' αυτή την ηλικία
το θεωρώ βλακεία.
Το κάθε τι που φτάνει
χρήσιμο μας το κάνει
κι ωφέλιμο ασφαλώς
μονάχα ο καιρός.
Καιρός για το παιχνίδι
καιρός για τη δουλειά
κι ειν' ο καιρός μας ήδη
τα έρμα γηρατειά.
Κι ειν' ό,τι θέλουνε αυτά
χουζούρι, ζεστασιά,
και όχι μαύρα μάτια
και κόρης αγκαλιά.

ΘΑΛΗΣ
Μπορεί από σε να παίρνουν
τα έρμα γερατειά
όμως σε μένα φέρνουν
μαγεία και γητειά.
Και όποια αγάπη άλλη,
τώρα δεν επαρκεί-
της Λώρας μόνο η ζάλη
περσεύει και αρκεί.
Πρέπει να μ' αγαπήσει-
πρέπει να με θελήσει-
πρέπει να με φιλήσει
και μέσα μου να σβήσει.
Κι αφού σ' αυτήν τη δίνη
σώζω την ύπαρξή μου
ευνόητο και κείνη
πως σώζεται μαζί μου.
Χρόνια πολλά επέρασα μεσοκοπιάς και νιότης
γυρεύοντας το αθάνατο νερό της αιωνιότης.
Και μ' έδωσε στα γερατειά ο ανάλγητος ο Χρόνος
και μέσα τους με άφησε να υποφέρω μόνος.
Κι ενώ απαρηγόρητος κι απελπισμένος άκρως
μετρώντας εκαθόμουνα του δρόμου μου το μάκρος
ξάφνου μι' αχτίδα έπεσε στο μάτι μου μ' ορμή
από 'να φως που ως τα πριν δεν το 'βλεπαν τα μάτια.
Και των ελπίδων μέσα μου καλπάσαν πάλι τ' άτια-
και η αχτίδα ήταν αυτή της Λώρας το κορμί.
Και ήταν οι καμπύλες του ωσάν για να ταιριάσουν
με το δικό μου σώμα
μες σε κρυφό ένα δώμα`
και ήρθανε οι κύκλοι του βαριά να μ' ανταριάσουν.
Το φύτρο πώς αποζητά το χάδι του Απρίλη
για να προβάλουνε στο φως τ' αφώτιστά του χείλη...
Πώς του χειμάρρου τα νερά τ' αγριοπεριδίνητα
κλεισμένα μες σε δυο βουνά που τα θωρούν ακίνητα
το πλάνταμά τους το πολύ τα σπρώχνει να 'βρουν πόρο
σκορπώντας μια βροντόφωνη βουή στο γύρω χώρο...
Πώς το φιλί του έρωτα στόμα να βρει γυρεύει...
πώς η ανόητη ζωή αποζητάει τη χλεύη...
μα τέτοια δύναμη κι εγώ κι έτσι αφροχτυπώντας
κι έτσι τα χέρια μου κι εγώ απελπισμένα απλώντας
ζητάω εκείνης το κορμί. Κι ολόκληρ' η ύπαρξή μου
και η ουσία όλη μου τ' αποζητάει μαζί μου.
Και άφριζα και λύσσαγα
κι έβραζα και ξεφύσαγα
κι ήμουνα κλειδωμένος
στον πόνο μου κλεισμένος.
Πόσες φορές το χέρι μου δεν άπλωσα να πιάσω
μιαν άκρη από το ρούχο της, μια τρίχα των μαλλιών
έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα γιορτάσω
την πανδαισία των όσων της δεν μου ’δωσε φιλιών...
Πόσες φορές δεν κράτησα βαθιά μου την ανάσα
που ρούφηξα σαν πέρναγεν εκείνη από μπρος μου
στη ζάλη μου νομίζοντας πως θα 'ταν σύντροφός μου
η ανάσα αυτή όταν θα μπω στην ξύλινή μου κάσσα...
Μάταιος κόπος` πάντα αυτή βιάζονταν να μου φύγει
αφήνοντας τα χέρια μου πάντοτε αδειανά.
Κι η ευτυχία που έλπιζα έτσι να νιώσω η λίγη
στης δυστυχίας βυθίζονταν την άβυσσο ξανά.
Αλλά δεν παραιτιόμουνα. Ένα θεριό εντός μου
ουρλιάζοντας με κέντριζε πάντα να προσπαθώ
για να 'χω έστω τ' άρωμα μονάχα απ' τον ανθό.
Του δινα δίκιο. Το θεριό ήμουν εγώ εκείνο
και μέσα του ένας άλλος μου κλεινόταν εαυτός
κι αδίκιωτος αν ένιωθα πολλές φορές να σβήνω
θέριευεν όμως κι άγριευε και μούγκριζεν αυτός.
Και κάτω δεν το έβαλα ποτέ κι ούτε το βάζω
κι ας λένε ό,τι θέλουνε οι άνθρωποι της γης`
ακόμα και να πέθαινα τη γνώμη δεν αλλάζω-
δε θα οδηγήσω εγώ ποτέ το άρμα της φυγής.
Φυγής! Να φύγω από πού; Μέσα σ' αυτή την πλάση
ποιο μέρος θα εβρίσκονταν σωτήριο; Μες στα δάση
τι άλλο θα 'βρισκε κανείς από φυτά και δέντρα:
στη γούβα τι άλλο των φιδιών από έρυκα κι οχέντρα;
Κι ό,τι κι αν εγινόμουνα στου κόσμου όποιαν άκρη
ο πόνος δε θα μ' έλιωνε και το πικρό το δάκρυ;
Τι αν ειμ' εδώ, αν ειμ' εκεί, αν είμαι παραπέρα-
στου σύμπαντος τις εσχατιές, στα ύψη του αιθέρα;
Το ένα στ' άλλο αφού μπορεί το κάθε τι ν' αλλάζει
όλα τα τρώει ο καημός και το πικρό μαράζι.
Όποιος εδώ επόνεσε παντού θα νιώθει πόνο
και μια φορά όποιος πόνεσε όλον πονεί το χρόνο.
Αλλά δεν είναι η Λώρα μου του κόσμου αυτού παιδί.
Δεν έχει χρόνου μέστωμα-δεν έχει τόπου ντύμα.
Από τους κόσμους έρχεται που δεν γνωρίζουν μνήμα
που αυτί ποτέ δεν άκουσε-μάτι δεν έχει δει.
Είναι οι κόσμοι που απαλά φαίνονται κάθε απόβραδο
σιγαλινοί κι αβρόπλαστοι μέσα να ξεπροβάλουν
από τα βάθη του είναι μας και σαν ανθοί να θάλλουν-
κι είναι πρωινή δροσοφεγγιά γι αυτούς το μισοσκόταδο.
Είναι οι κόσμοι που όταν πια μες στη βαθιά τη θλίψη
έχουνε όλα βυθιστεί κι έχουνε απολείψει,
τότε γεμίζουν τ' αδειανό αυτοί με πλήθος μάγια
που 'ναι γι αυτά πρωτόγονα τα ιερά και τ' άγια.
Είναι οι κόσμοι που σ΄αυτούς κανείς όταν βρεθεί
θα πει πως έχει μ' ό,τι εδώ του λείπει ενωθεί.
Ένα κομμάτι απ’ αυτούς τους κόσμους ειν' η αγάπη μου.
Άλλου ενός δείγμα ουρανού-ενός απείρου άνθινου.
...Όχι άνθινου...όχι ουρανού…όχι…δεν ξέρω τι…
λέξεις δεν έχουν για να πουν τ' Ωραίο οι θνητοί.
Ποτέ για το ανέκφραστο δε θα υπάρξουν λέξεις
και θα 'ναι ατελέσφορες νιες όσες και να πλέξεις.
Κι όμως της Λώρας μου οι γραμμές εμένα μου θυμίζουν
τα μήλα δέντρων αλλωνών κι άλλες ακρογιαλιές.
Κι ακούραστα στα μάτια της μέσαθε φτερακίζουν
σπίθες απ' άλλες, άγνωστες, πιο λαμπερές φωτιές.
Η Λώρα μου αν στη ζωή αυτήν δε μ' αγαπήσει
κάθε μου ελπίδα γι ζωή αιώνια, θα σβήσει…

ΜΕΝΩΝ
Αλλ’ ανοίξανε οι πόρτες
που στους χώρους οδηγούν
που άδειοι τώρα καρτερούν
του τυχαίου τους θιασώτες.
Να χωθείς μέσα σε μια τους
βιάσου φίλε μου κι εσύ
γιατ' η ώρα προχωρεί
και θα κλείσει τ' άνοιγμά τους.

ΘΑΛΗΣ
Κι αν απόφαση έχω πάρει
να 'μπω μέσα ανυπερθέτως,
μα ο διάολος να με πάρει
δεν αισθάνομαι ανέτως.

ΜΕΝΩΝ
Είναι που μεγάλος είσαι`
μα τους όποιους δισταγμούς
σου γεννάει τώρα ο νους
στην καρδιά σου μέσα σβήσε
και μπες μέσα γιατί αλλιώς
θα περάσει ο καιρός
και τα πέλματα του πόνου
θα σε λιώσουν ως του χρόνου.

ΘΑΛΗΣ
Δεν μπορώ έτσι να ζήσω
δίχως καν να προσπαθήσω.
Πάω μέσα. Προσευχήσου.

ΜΕΝΩΝ
Το καλό Θαλή μαζί σου.


(τέλος της πρώτης σκηνής)






Σκηνή δεύτερη
(τόπος: αίθουσα Τύχης)





ΘΑΛΗΣ
Καλώς τηνε. Ποια εισ' εσύ;
Μα η Τύχη υποθέτω.

ΤΥΧΗ
Ναι. Είμαι η Τύχη η χρυσή.
Κι ήρθα σε σένα φέτο.
Ο πόθος σου μεγάλος
όσο κανένας άλλος.
Όλο το χρόνο ερχόνταν
στα πόδια μου πιανόταν.
Παρακαλιόταν, έκλαιγε,
και «κόπιασε» μου έλεγε
«Κυρά στ' αφεντικό μου
να βρω το λυτρωμό μου.
Μόνο εσύ μπορείς αυτό
να μου χαρίσεις το καλό.
Χρόνια κοντά του με κρατεί
ο γέρος κύριός μου
μαζί μου πάντα περπατεί-
ο δρόμος του δικός μου.
Και όλο και θεριεύω
και όλο μεγαλώνω
και χρόνο με το χρόνο
και κείνονε παιδεύω
αλλά κι εγώ παιδεύομαι
γιατί δεν περιμένω
να 'χω αυτό που ορέγομαι-
πάντα θα μου είναι ξένο.
Έλα Κυρά και δώσε
σε κείνονε τη Λώρα.
Με τ' ακριβά σου σώσε
και με και κείνον δώρα.
Κι αν δε θελήσεις να χαρίσεις
σ' αυτόν τη Λώρα, λύτρωσε 'μένα-
πάρε μου όσα μου αγαπημένα:
έλα τη ζήση μου να τηνε σβήσεις».

Έλα λοιπόν πες πώς
θέλεις κοντά σου να 'ρθει:
σαν διάβολος καλός;
σαν άγγελος με πάθη;

ΘΑΛΗΣ
Άγγελο τη θέλω με φτερά
δίχως πάθη, δίχως συμφωνίες`
άγγελο με λόγια γιορτερά
και με πονογιάτρευτες θωπείες.
Την αγάπη στην ψυχή της μέσα να 'χει
κι ό,τι ενάντιο μου, με μία της μιλιά
να το λιώνουν του χαμού οι βράχοι-
να το πνίγει του χαμού η χοντρή θηλειά.
να 'ναι φως γεμάτη
κι όλη ξεγνιασιά
γελαστή, κεφάτη,
χάρη και δροσιά.
Να σκορπάει τριγύρω ευτυχία
και στο τζάκι της υποταγής
ολ' αυτά να καιν σαν ξύλα θεία
και σαν άστρα μιας χρυσής αυγής.
Κι όλα να ξεχάσω τα παλιά μου
και στη γη επάνω εγώ κι αυτή
μόνοι να 'μαστε: αυτή καρδιά μου
και ανάπνια της εγώ καυτή.

ΤΥΧΗ
Βλέπω τέλεια να 'ναι
όλα γινωμένα
θέλεις από μένα.

ΘΑΛΗΣ
Όλα-ναι, έτσι να 'ναι.

ΤΥΧΗ
Όντα σεις κενά!
Όλο τον καιρό
μες στη λάσπη ζείτε
και στα υστερνά
μες στον ουρανό
θέτε να βρεθείτε.
Άμοιροι ανθρώποι!
Από τότε που θα δείτε ήλιου φως
ώσπου ο χάρος να σας κόψει ο τρομερός
όλοι σας οι τόποι
μακριά σας διώχνουν-
στο χαμό σας σπρώχνουν.

ΘΑΛΗΣ
Όμως ζωντανή
θέλω να φανεί-
σάρκα όλη- η Λώρα
όπως καληώρα
ζωντανός εγώ
έχω έρθει εδώ.
Κι όλα της τα "ναι"
να τα λέει σε με
και το μαύρο τ' 'όχι'
γι αλλουνούς να το 'χει.

ΤΥΧΗ
Όλα θα γινούν όπως τα 'χεις πει.
Πήγαινε λοιπόν στο γεροντικό
έρμο σου το σπίτι και θα δεις εκεί
τ' όνειρό σου αυτό να 'ναι ζωντανό.
Γιατί μάθε γέρο
στων θεών μπορώ
τις βουλές εγώ
αλλαγή να φέρω.
Κι όταν μόνο εγώ θελήσω
το που σκέπει την κακία
μαύρο βέλο θ΄ αφανίσω
να προβάλει η ευτυχία.
Όλα τα 'χω κανονίσει.
Φύγε, πήγαινε και βρες την:
μιαν ευτυχισμένη ζήση
σου προσφέρω-απόλαψέ την.

(τέλος της δεύτερης σκηνής)




Σκηνή τρίτη
(τόπος: δωμάτιο του Θαλή)


ΛΩΡΑ
Τι γυρεύω εγώ
στο δωμάτιο αυτό;
Κι ας το ξέρω, ακόμα
δεν μπορεί το στόμα
να 'ναι μου κλειστό
και να μη ρωτώ.
Μ' άρπαξεένα χέρι
σιδεροφτιαγμένο
και σαν περιστέρι
μ' έχει φτερωμένο
εδώ μέσα φέρει-
του ανθρώπου ταίρι
που χαρά μου έχω
πίσω του να τρέχω.
Αλλ' ακώ να φτάνει
και ντροπή με πιάνει
μπρος του να με δει
ένα εμέ παιδί
μες στο δωμάτιό του
να 'μαι το δικό του.
Κάπου ας κρυφτώ..
πού; α! να!,εδώ
πίσω απ' την κουρτίνα.

(μπαίνει ο Θαλής)

ΘΑΛΗΣ
Ω! Τι λόγια εκείνα!
Όσα κι αν περάσω
Δε θα τα ξεχάσω.

(βλέπει γύρω)

Μα τι να 'ναι η αλλαγή
που μπροστά μου βλέπω αυτή;
Δεν μου είπε η Τύχη λέξη
τέτοιο κάτι πως θα τρέξει.
Όλα ταχτοποιημένα-
καθαρά, ζεστά, στρωμένα,
όλα ωραία, λαμπερά
και γελούνε με χαρά.
Α! Ποιο χέρι τα 'χει κάνει;
Λίγο κάτι ο νους μου βάνει
μα με σιγουριά να πω
αν δε δω δεν το μπορώ.
Τι ασπράδα τα σεντόνια-
σαν να πλύθηκαν με χιόνια!
Και το πάτωμα πώς λάμπει!
Σαν μετά 'πο τη βροχή
με λαμπράδα μοναχή
φέγγουν όμορφα οι κάμποι.
Κι ούτε σκόνη πουθενά.
Όλα φέγγουν από πάστρα
και λαμποκοπούν σαν άστρα
όπως πριν ποτέ ξανά.
Κι οι κουρτίνες πώς φωτάνε
ήλιους λες γεμάτες να 'ναι.
Μα τι βλέπω εδώ πέρα;..
Κάτι που κρυφά κοιτά
και που φως λαμπρό σκορπά
περισσότερο απ' τη μέρα…
Έλα Λώρα μου χρυσή`
τώρα ξέρω το γιατί
όλα έτσι έχουν φτιαχτεί-
γιατί τα 'φτιαξες εσύ.

ΛΩΡΑ
Όλα με σπρώχνανε-όλα μου λέγαν
να 'ρθω εδώ πέρα` όλα με στέλναν
να 'ρθω εδώ μέσα και να φροντίσω-
να βάλω τάξη, να συγυρίσω.
Ήξερα κύριε-και συγχωρείστε
την αγένειά μου αν είναι αγένεια-
πως σεις για τούτα δεν είχατ' έννοια.
Το ξέρω, γι άλλα στενοχωριέστε.
Και όταν λείπατε πήρα το θάρρος
να 'ρθω και σ΄ όλα σας να βάλω τάξη.
Για με δεν ήτανε καθόλου βάρος`
και -το 'δατε-όλα έχουν αλλάξει'
Δεν είμαι και καλή νοικοκυρά
τα χέρια μου όμως πιάνουνε γερά`
μικρή είμαι ακόμα-σα μεγαλώσω
τα λάθη μου όλα θα τα διορθώσω.

ΘΑΛΗΣ
Καλό κορίτσι, αγαπημένο,
τι πράξη ετούτη πονετική!
Τι μυαλουδάκι ευλογημένο
στο κεφαλάκι κρύβεις εκεί!
Για ό,τι έκανες ευχαριστώ.
Μα θα πληρώσω για ολ' αυτά
και θα σου δώσω καλά λεφτά.
Ορίστε! Πάρε παρακαλώ!
Στο σπίτι θα σε περιμένουν.
Αργά είναι, πάρτα και μην αργείς.
Χρήματα λίγα, πάρτα, δε δένουν.
πάρτα καλή μου, τι καρτερείς;

ΛΩΡΑ
Για ό,τι έκανα δεν θέλω χρήμα.
Κι ούτε θα φύγω ποτέ από δω.
Για να 'ρθω έκανα το μέγα βήμα
και τόπο άλλονε πια δεν πατώ.
Τον τελευταίο καιρό κοιτάζω
περσότερο όλο τον ουρανό
και μόνο βλέπω σαν τον ξετάζω
μιαν έλλειψη όλο κι ένα κενό.
Κοιτάζω κάτω στην έρμη γη μας
και βλέπω σκότος και παγωνιά`
μ' αίμα ξανοίγει κάθε αυγή μας
και μ' αίμα αρχίζει κάθε βραδιά.
Πηδώ τα χρόνια που με χωρίζουν
απ' του θανάτου την αγκαλιά
και τονε φτάνω-και κροταλίζουν
τ' άσαρκα χέρια του τα μαβιά.
Και μ' αγκαλιάζει` και όλα πάνε
και ό,τι έζησα όλα περνάνε
και πάνε όλα στο χαμό-
κανείς δεν έχει γλιτωμό.
Γυρνάω πίσω, βλέπω τη ζωή μου
άσκοποι πόνοι, πίκρες μεγάλες
μέχρι την ύστερην αναπνοή μου
βάσανα μύρια, θλίψες και ζάλες.
Άνθρωποι τρέχουν, τρώνε, κοιμούνται
κι ύστερα πάνε-πεθαίνουν, σβηούνται.
Κι όταν για τούτα λέω σε κανένα
αυτός παράξενα με κοιτά
σαν να μιλάω με λόγια ξένα
κι από πού έχω ερθεί ρωτά.
Βλέπω την ώρα που πεθαμένη
θα 'μαι στο στρώμα μου ξαπλωμένη
και λέω στον εαυτό μου :τόσον δρόμο
γεμάτον περιπέτειες και τρόμο
να τον περάσω δεν το βρίσκω λογικό
με το μυαλό μου αυτό το παιδικό,
που όμως βλέπει, ακούει, διαβάζει
και νους πολλούς μεγάλους κάτου βάζει.
Πηδώ λοιπόν το μέγα φράχτη
και βλέπω στην αντίπερα οχτιά.
Όχι, ο νους μου διόλου δεν 'ταράχτη
καμμιά δεν έχει το μυαλό μου σκιά.
Στα μάτια σας το βλέπω-με πιστεύετε
και λόγια να 'βρετε σωστά γυρεύετε
να μ' απαντήσετε σ' όσα λέω
σαν να 'χατε ακούσει κάτι νέο.

ΘΑΛΗΣ
Όχι μικρή μου, όμως να, φαντάστηκα
σ' ό,τι ακούω ίσως πως γελάστηκα.
Δεν επερίμενα από μια μικρούλα
σωστή να μου δειχτεί νοικοκυρούλα,
ούτε αληθινά σοφία τόση
στο μυαλουδάκι της να 'χει ριζώσει.

ΛΩΡΑ
Ω! Το σκεφτόμουνα για μήνες τώρα.
Βήματα ήξερα πως κάνω πρωτοπόρα,
μα ούτε ήθελα να κάνω πίσω,
κι ούτε μπορούσα πάλι να γυρίσω
στης  ζήσης τη φριχτή κενότητα
χωρίς χαρά, ψυχή, ενότητα.
Κι ως για το πού θα πήγαινα, ω! είχα
μέχρι την πιο μικρή μου νιώσει τρίχα
ότι το μέρος για να ρθώ ήταν...εδώ`
αδιάντροπη μη, όχι, με νομίσετε,
όμως δε θέλω έννοιες να πηδώ-
πώς έφτασα εδώ για να γνωρίσετε.
Σιχάθηκα τους νέους και τις νέες
που αψιά και βίαιη μια ζήση ζούνε'
τις σχέσεις τους νομίζουνε ωραίες
ενώ με κείνες τη ζωή τους σπούνε
και χύνονται έξω οι βρωμιές της
στους δρόμους και στις γειτονιές της.
Δε βγάζει πουθενά
της ζωής το μονοπάτι`
κακά μόνο γεννά:
κάθε χαρά φευγάτη.
Κι όσα γνωρίζουμε
δε μας αξίζουνε
και μας γερνάνε
και μας πετάνε
τέλος-γνωρίζετε, τι να το πω-
σε δύο μέτρα χώμα νωπό.
Τη ζωή αρνούμαι
αυτήν να ζήσω.
Θα την αφήσω
και, αν σεις το θέτε
κι όχι δε λέτε,
..μαζί θα ζούμε..
Σεις είστε ώριμος
και λογικός.
Σας είναι γνώριμος
κάθε σκοπός.
Σεις όλα τα 'χετε
τέλεια γνωρίσει`
με σας δε μάχεται
του βίου η δύση.
Σεις έχετε μυαλό
κάτω από τα μαλλιά σας
γι αυτό παρακαλώ
δεχτείτε με κοντά σας.
Και όσο κι αν μικρό είμαι κοριτσάκι
μα σαν καιρό γειτόνισσά σας
μου λέει αυτό μου το μικρό το μυαλουδάκι
ότι με θέλετε για συντροφιά σας.
Γιατί σας έχω δει πώς με κοιτάτε`
πόσον κρυμμένο πόθο
έχετε στη φωνή σα μου μιλάτε-
είμαι μικρή μα νιώθω.
Αν δεν ειν' έτσι, πέστε μου ευθύς
κι εγώ θα φύγω-
έτσι θα 'κανε ντροπή ο καθείς
που θα 'χε λίγο...

ΘΑΛΗΣ
Όχι να φύγεις μοναχά δε θέλω
μα να σ' έχω ποθώ
κι απ' τη σκέψη μεθώ
τον άγγελο πως θα 'χω των αγγέλω`
για πάντα συντροφιά
στα έρμα γερατειά.
Μα τι θα πεις στο σπίτι
αν φύγεις από κει
γλυκούλα μου μικρή-
κάτι δε θα τους λείπει;

ΛΩΡΑ
Αδέρφια είμαστε πολλά.
Εγώ είμαι το έκτο.
Μετά, καμιά φορά
πηγαίνω και τους βλέπω
σ' αυτό αν συμφωνείτε
και "ναι" αν σεις μου πείτε.
Και αφού ως εδώ συμφωνούμε
δεν υπάρχει άλλο τι για να πούμε:
εγώ ειμ' η σκλάβα σας κι εσείς το αφεντικό-
καθένας στη ζωή με το δικό του μερτικό.
Θα φέρω από το σπίτι σε λιγάκι
να βάλω το μικρό μου κρεβατάκι
εδώ, σ' αυτήνε τη γωνιά
με λίγα λεμονιάς κλωνιά.

ΘΑΛΗΣ
Δε θέλω γάμους να 'χουμε δω πέρα.

ΛΩΡΑ
Τι λόγος! Όχι βέβαια κύριέ μου`
αυτό δε θα το ήθελα ποτέ μου-
θα ήτανε η πιο μαύρη μου ημέρα.

ΘΑΛΗΣ
Βέβαια τούτο πάλι δε σημαίνει
πως εδώ μέσα θα 'μαστε δυο ξένοι..

ΛΩΡΑ
Όχι κύριέ μου, Όποτε ποθείτε
δεν έχετε παρά να μου το πείτε.

ΘΑΛΗΣ
Ω! Ευτυχία που μου δίνεις Λώρα!

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου! Μη με θέλετε και τώρα;

ΘΑΛΗΣ
Τώρα θα ήθελα το πόδι το δεξί μου
να 'ρχόσουνα να έτριβες εδώ μαζί μου.
Το θέλω αυτό από πολλή ώρα τόσο...

ΛΩΡΑ
Θα σας μαλώσω που δεν το 'πατε ωστόσο.
Πέστε μου πού ακριβώς
και πώς, και πόσο δυνατά.

ΘΑΛΗΣ

Εδώ. Και να 'ναι ο ρυθμός
ταχύς. Και ώρα να κρατά.

ΛΩΡΑ
Έτσι καλέ μου κύριε; Καλά είναι;

ΘΑΛΗΣ
Καλά. Δύναμη λίγη πιότερο όμως δίνε.

ΛΩΡΑ
Ναι κύριέ μου. Α! Ωραία που νιώθω
να σας υπηρετώ! Σαν κάποιον πόθο
έτσι να σβηώ
τυραννικό
που το κορμί μου ως τώρα εβασάνιζε
και ήθελε σε σας να τον εχάριζε.

ΘΑΛΗΣ
Έτσι όπως το ποδάρι μου χαϊδεύεις
άστο για λίγο αγαπητό μου κοριτσάκι
κι απ' το μπλουζάκι σου, κάπου αν πιστεύεις
ξεκούμπωσε ακόμα ένα κουμπάκι.

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου, αυτό το κάτι εσείς μου είστε.
Κοιτάτε! Το ξεκούμπωσα-ορίστε!
..Μήπως να ξεκουμπώσω κι άλλο ένα;

ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήτανε αλήθεια.

(η Λώρα το ξεκουμπώνει)

ΛΩΡΑ
Σε σας να δείχνω τα γλυκά μου στήθια
κύριέ μου…να!...αρέσει και σε μένα…

ΘΑΛΗΣ
Ένα λοιπόν ξεκούμπωσε ακόμα!..

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου μού εστέγνωσε το στόμα!..

ΘΑΛΗΣ
Τότε λοιπόν τα πόδια μου άφησέ μου
και στο κρεβάτι μου τρέξε άγγελέ μου.
Δεν ξέρεις πόσο η τραγανή σου σάρκα
ωραία για το ταξίδι μου είναι βάρκα..
Σ' ένα θερμό κορμί σαν το κορμί σου
σαν θ' ακουμπώ
θα 'μαι θαρρώ
σ' ενός τα σπάνια μέρη παραδείσου...

ΛΩΡΑ
Δεν ξέρετε κι εγώ πόσο ποθούσα
το σώμα το ακριβό σας ν' ακουμπούσα.

ΘΑΛΗΣ
Ώστε και συ με αγαπάς καλή μου;

ΛΩΡΑ
Ω! Κύριέ μου! Θα σας εξηγήσω-
με λίγα λόγια, για να μην αργήσω
στα χέρια σας ν' αφήσω το κορμί μου:
όταν κανείς παπάς που θέλει κάπου
την Κοινωνία τη Θεία του ν' αδειάσει,
δοχείο δεν έχει, και θωρώντας κάτου
της πόρνης βλέπει το χαλκό το τάσι
που εκείνη πλένει μέσα τις βρωμιές της,
και σκύβει και το παίρνει και την Άγια
την Κοινωνία εντός του αποθηκεύει,
έτσι και μένα βρωμερή και άδεια
η λέξη "αγάπη" μοιάζει` κι ας γυρεύει
η γλώσσα αυτή τη λέξη να ψελλίσει:
όπως την έχει ο κόσμος καταντήσει
δεν είναι διόλου άξια αυτή η λέξη
το ρόλο που εμείς θέλουμε να παίξει.
Γι αυτό παρακαλώ τον κύριό μου
σωστόν αν βρίσκει το συλλογισμό μου
τη χάρη αυτή αν θέλει να μου κάνει-
για μας η λέξη 'αγάπη" να πεθάνει.
Κάτι 'ψηλότερο απ' αυτό τους δυο μας
στον κόσμο θα ενώσει το δικό μας.
...Ειν' έτοιμος για μένα ο κύριός μου;

ΘΑΛΗΣ
Μισό λεφτό καλή μου ακόμα δος μου:
τη λέξη "αγάπη" τώρα στραγγαλίζω
και "Λώρα" ό,τι νιώθω το βαφτίζω.

ΛΩΡΑ
Εγώ το 'χω βαφτίσει "Κύριέ μου".

ΘΑΛΗΣ
Σωστά το 'χεις βαφτίσει άγγελέ μου.
Μα έλα τώρα...μην αργείς...δεν πρέπει...

(Η Λώρα τρέχει στο κρεβάτι του Θαλή)

ΛΩΡΑ
Η βιάση σας κύριέ μου πώς με τέρπει!..

(τέλος της τρίτης σκηνής)




Σκηνή τέταρτη
(τόπος: γη και ουρανός)


ΘΑΛΗΣ
Ο απόηχος κάποιων λόγων
ως εδώ που είμαι φτάνει.
Σαν για κάποιον να 'χουν ψόγον-
ποιοι τα λένε; ποιος τους βάνει;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ
Α'
Νέο κορίτσι κι έτσι να πεθάνει…
Το νου του πια κανείς μ' αυτά τον χάνει.
Στο θάνατο ένα γέρο να θελήσει
κορίτσι νέο να τον ακολουθήσει..

Β'
Χρόνια οι δυο τους ζήσανε μαζί θαρρώ.

Α'
Ναι. Παραήτανε το πράγμα βρωμερό.

Β'
Μια κοπέλα μ' ένα γέρο
να τα μπλέξει και καλά!..
Και στον έρωτα να πέσουν
γέροντας και κοπελιά!..

Α'
Ο Θεός να με σχωρέσει-
δε μιλώ με ξιπασιά,
αλλ' αρνείται να πιστέψει
τέτοια ο νους ξετσιπωσιά.
Όμως δε μιλάω άλλο-
οι νεκροί, λένε, μπορούν
και κακό κάνουν μεγάλο
αν κακό για κείνους πουν.

Β'
Τόσον κόσμο μαζεμένο
δεν περίμενα να δω
για ζευγάρι σαν αυτό.

Α'
Π’ ούτε κι ήταν παντρεμένο..

Β'
Θα ήρθαν για να δούνε
και να 'χουνε να πούνε
πως ήτανε αλήθεια
και όχι παραμύθια
ό,τι άκουγαν ως τώρα
για κείνον και τη Λώρα.

ΘΕΟΣ
Αν υπήρχα
θα τους είχα
με τα δύο μου τα χέρια
βάλει πάνω από τ' αστέρια.

ΚΑΚΙΣΤΡΑ
Πάει κι αυτός πάει κι εκείνη.
Τέλειωσαν-πεθάνανε.
Ό,τι έπρεπε τους 'γίνει
μ' αυτά που κάνανε.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ

Πήγε κι έμπλεξε με γέρο!
Να 'χε κάνε μου παρά…
Τι να πω κι εγώ δεν ξέρω`
τι βρωμιάρα μια φορά!

ΜΕΝΩΝ
Την ευτυχία εβρήκες.
Στα περιβόλια εμπήκες
τα πάντα ολανθισμένα-
τα πάντα ερωτευμένα.

ΦΙΛΗ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ
Της έλεγα να τονε παρατήσει.
Δεν ήθελε ούτε να τ' ακούσει.
Πόσοι νέοι την είχανε ζητήσει-
καλοντυμένοι, όμορφοι, πλούσιοι..

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
Ο Θεός να με σχωρέσει
έχει πια καθαριστεί
η μαγάρα που 'χε πέσει-
που 'φεραν οι δυο αυτοί.

ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ Η ΛΩΡΑ
Ανώμαλη η φουκαριάρα θα 'τανε`
οι γέροι-άκου εκεί-να της αρέσουν..
ενώ με μένα όλες τις τρέλες θα 'κανε
που μέσα τους οι νέοι ζητούν να πέσουν.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Και δωμάτια μερικά κρατούνε
αποκλειστικότητες.
Από γέρο άλλα δε θα δούνε
τέτοιες παιδικότητες.

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ
Λίγο να ζούσανε ακόμα
δε θ' άντεχα' η νίκη ολοσχερώς
θα 'χε δοθεί στη βρώμα
την ευτυχία-πεθάναν ευτυχώς.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Νομίζαμε κανένας δεν πεθαίνει
στων πραγμάτων τη χώρα.
Μα όσο γερνά κανείς μαθαίνει-
πάει ο Θαλής, πάει κι η Λώρα.

ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Όλο λιγότερο
μπορώ κι ακώ
καθώς ψηλότερα-
πέρα τραβώ.
Και όλα όσα λέν δεν ξεχωρίζουνε-
καλολογούνε άραγε ή βρίζουνε;

Η ΓΗ
Τους βλέπω να μακραίνουν
αλλά κι από ψηλά
η γλύκα που ανασαίνουν
μέχρις εδώ κυλά.

Ο ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
Όλα με το θάνατο τελειώνουν-
δυο νεκρά κορμιά που τώρα λιώνουν...

Η ΠΟΡΝΗ
Κι εγώ πάω με γέρους μα έχουν χρήμα
αλλιώς δε θα τους σήκωνε το κλίμα….
Μα γέρος και φτωχός!..Η καημενούλα
φαινότανε πως ήτανε χαζούλα.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Κι αν τα κορμιά μας κάποτε μαραίνουν
τ' αρώματα που δίνουμε όμως μένουν.
Καλότυχος αυτός που το μπορεί
να τα μυρίζει κι αν δε μας θωρεί.

Η ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗ
Να κάνω εγώ αυτό που θέλει εκείνος
σαν να 'μουνα υπάκουο σκυλάκι;
Αυτός θα υπηρετεί των "θέλω" μου το σμήνος
κι εγώ δε θα κουνάω δαχτυλάκι…


ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήταν αν σωπαίναν.
Μα φαίνεται έτσι κάποιοι τους μαθαίναν.
Να! Τώρα όλα σχεδόν έχουν σωπάσει
Φαίνεται όλα πια έχουν περάσει.

(ησυχία)

ΛΩΘΑ

Δε βλέπω τίποτα ούτε ακώ
μία μήτρα μόνο ειν' εδώ
που τον τράχηλο έχει μαλακό
και η μήτρα είμαι αυτή εγώ


ΑΥΛΑΙΑ

 ΗΜΙΣΠΑΣΤΑ

Αυτός που διψούσε νάματα-
αυτός που δάγκωνε τα χείλη του ξερά-
τι ειρωνεία τώρα
να πνίγεται μέσα στη θάλασσα της δίψας του.

*

Ο άλλος κόσμος
θα ’ναι ο ίδιος βέβαια μ’ αυτόν
από τα έξω ιδωμένος.

*

Ο χειμώνας γεννάει την Άνοιξη κάθε χρόνο
καθώς  ο ήλιος τη δυστυχία κάθε μέρα.

*

Αν δεν υπήρχε ο Νείλος κι οι αιγύπτιοι
οι τάφοι μας μπορεί και να ’τανε ακόμα στρογγυλοί.


*

Μέσα στη θύελλα την καλοκαιρινή
λυσσάει ο άνεμος και η βροχή μανιάζει.
Πέφτουν τα φύλλα
πέφτει ο ουρανός
πέφτει και μια μπλουζίτσα ολάσπρη απλωμένη
από το λυσσομάνι ξεσκισμένη.

 *

Πού είναι το φιλί που φτάνει ως το θάνατο!
Πού ’ναι το χάδι που ευφραίνει στον αιώνα!

*

Όλη η ζωή μας αν καλοσκεφτείς
μας δόθηκε να μάθουμε
γιατί δεν πέφτουνε τα δέντρα απ’ τον αέρα.
Και ούτε αυτό δε μάθαμε.

 *

Η ανάκουστη φωνή της πέτρας
μόνο απ’ Αυτόν ακούγεται. Είναι γιατί Αυτός
της ακοής τους νόμους έχει θέσει.

*

Είναι η γκλίτσα στο χέρι του βοσκού
και ο σταυρός στο χέρι του επίσκοπου.
Γι αυτό και μια τον παίρνει ο θάνατος μια η ζωή τον πάει.

 *

Αφότου εγεννήθηκε
εν’ αγκάθι στην ψυχή του.

*

Τα πεύκα τα ξέρανε ο μελιτοβάκιλλος.
Χαλάλι του.
Η εικόνα αξίζει.

 *

Τις νύχτες τα βουνά σαν ζώα υπάκουα
τραβάν στη θάλασσα και πλένονται.
Γι αυτό και λάμπουν πεντακάθαρα το πρωί
στου πρώτου ήλιου τις αχτίδες.

*

Όταν εκπνεύσει στον καθρέφτη του
και ο καθρέφτης δεν θαμπώσει
τότε ο καθρέφτης θα ’ναι αυτός.

 *

Το τέλος φτάνει.
Ο αμαξάς πληγώθηκε.
Οι ινδιάνοι πλησιάζουν όλο.
Και η πόλη μακριά.

*

Κληρονομιά θ’ αφήσει στους ερχόμενους
τη γνώση πως δεν έρχονται
μα ότι όπως όλα
κι αυτοί μονάχα πάνε.

*

 Το παγώνι-ο αντίζηλος των ποιητών!

*

Όταν θα πάει Εκεί
θα είναι μόνο ένα κατάξανθο
ένα ωραίο ωραίο μηδενικό.
Όταν θα πάει Εκεί.

*

Τα δέντρα ομορφιές γεμάτα και χαρούμενα
Λουζόνταν μέσα στο γλυκό το θάμπος του πρωιού.
Την ίδια ώρα ο χωρικός
λάδωνε το πριόνι του.

*

Κάποτε η μέρα είχε διάρκεια τριών λεπτών.
Πόσα δισεκατομμύρια άσκοπα χρόνια!

*

Μπορείς να φανταστείς τον ουρανό χωρίς αστέρια;
Έτσι και δεν γινότανε να μην υπάρξεις.

 *

Τα νησάκια των ποταμών.
Η ασφάλεια μέσα στον κίνδυνο.

 *

-"Πώς είστε;"
-"Άσχημα"
Λες και τον ρώτησαν από ενδιαφέρον.

*

Όπως κάθε άνθρωπος χρειάζεται έναν άγγελο προστάτη
έτσι και κάθε άγγελος έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο.
Αλλιώς η ύπαρξη του θα ήταν αδιανόητη.

*

Του αρέσει των κομμένων των κλαδιών η μυρωδιά κάθε Άνοιξη.
Γι αυτό η Άνοιξη έρχεται.

*

Τάχα πώς λεν τη γη τους οι άνθρωποι του φεγγαριού;
Φεγγάρι βέβαια.

*

Κουμπιά… κουμπιά… κουμπιά...
Κουμπιά με δύο τρύπες
κουμπιά με τρεις τρύπες
κουμπιά με τέσσερις τρύπες.
Και ψάχνανε το ποιο ταιριάζει στο σακάκι του.

*

Αν επιζούσε ο Ρωμαίος
θα είχε ξεχάσει την Ιουλιέτα σ’ ένα μήνα.

*

Όταν στης λύπης το δέντρο
τα φύλλα πυκνώνουνε
τότε τελείως κρύβουνε το άστρο της χαράς.

 *

Οι νέοι και η επανάσταση πάνε μαζί.
Καμιά φορά, σε κάποιο χάνι
οι νέοι παρατρών και παραπίνουνε.
Τότε γυρίζουνε και λεν στην επανάσταση:
«προχώρα κι έρχομαι.»
Κι η οικουμένη τότε δυστυχεί.

*

Περιπλάνηση σε τοπία ηλιοβασιλέματος.
Το άνθος της Σιωπής εδώ περίλαμπρο.

*

Ο ποιητής ζει μέσα στα ποιήματα του
όπως ένας νεκρός μέσα σε τάφο
που ο ίδιος έσκαψε.

*

Να συλλέγεις-ναι. Μα τι;
Πάνω σ' αυτό το "τι;" ζυγιάζονται όλα.

*

Κάθε καινούργια μέρα μια Δευτέρα Παρουσία
μετά το θάνατο της νύχτας.

*

Ήτανε όχι μια αγριοροδιά.
Μα μία ήμερη, μια σοβαρή
μια ήρεμη, όμορφη ροδιά.
Όχι μια πρόκληση στην ερημιά
μα μια γλυκιά οπτασία στον κόσμο μέσα.

*

Παράδεισος σημαίνει ανυπαρξία έρωτα.

*

Οι νεκροί μιας μάχης
δείχνουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόλεμος.

 *

Όσα δεν υπάρχουν
είναι απείρως περισσότερα από τα υπάρχοντα.

*

Ο βάτραχος που έγινε πρίγκηπας μ’ ένα φιλί
έχει τη σημασία του ονείρου
που γίνεται αλήθεια μόνο μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο δηλαδή.

*

Με τα χίλια μικρά ξεγελασμένοι
χάνουμε το ένα Μεγάλο.

*
Στο μισοσκόταδο
οι τσουκνίδες μοιάζουν με άνθη.

*

Έμβρυα μέσα στον κορμό του δέντρου
νήχονται τραπέζια, κρεβάτια, σκαμνιά.

*

Από τη φυλακή του εικοστού αιώνα
στη φυλακή του εικοστού πρώτου.

*

Η Ηγησώ ζει ακόμα χάρη στην Τέχνη.
Βάρβαρη που ’ναι η Τέχνη!

*

Γιατί ζαλίζεται απ’ το γύρισμα της,
γι αυτό από παντού ξερνοβολάει νερό η γη.

 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Όταν τελείωσε ο μακρύς αιμάτινος ο δρόμος
λύθηκε ο όρκος ο βαρύς κι αμέσως δρόμο πήρα
και βρέθηκα στης θάλασσας το κρύο και την αρμύρα.
Όλα ήταν ίδια σαν και πριν μον' έλειπε ο τρόμος.

Γλάρος κανείς δε φαίνονταν, ουτε άστρο ούτε καράβι
μόνος εγώ κι η θάλασσα και τ' αφρισμένο κύμα
μόνος εγώ κι η θάλασσα και το κομμένο νήμα
κι η γλώσσα μου της θάλασσας έτσι τα βύθη σκάβει:

"Κάλλιο να θανατώνονταν στους κόλπους τους υγρούς σου
η πρωταρχή κάθε ζωής, όταν στα μαύρα βύθη
των άφωτων σου ωκεανών ν’ ανθίσει εβουλήθη.
Τότε κι εσύ δε θα ’κουγες κατάρες απ’ τους γιους σου,

μέσα σου αφού αγέννητοι θα κείτονταν αιώνια,
ούτε και θα κατάκαιγαν τη σκέψη τους εκείνοι
στων ιδεών το φλογερό κι ανάλγητο καμίνι
μόρια αφού θα ’μεναν νερού μες στα υγρά σου αλώνια.

Γύρισα! Με ξαπόστειλες στ' άγρια της γης τα πλάτη
μου 'δωσες πόνο αντίς τροφή κι αντίς για πιόμα δάκρυ.
Και μ' έδιωξες. Εμέτρησα τη λύπη απ' άκρη σ' άκρη
πνοή χαράς γυρεύοντας που πάντα ήταν φευγάτη.

To Ναι και τ' Όχι μεσα μου ολοζωής με παλεύαν,
Κι ίσην ως είχαν δύναμη δεν κέρδιζε κανένα
μόνο μου ανταριάζανε το νου μου και τα φρένα.
To αίμα τους επότιζε το Φόβο μου τον Μέγα

και κείνος εμεγάλωνε ώσπου με σκέπασε όλον.
Νύχτες επέρασα άγρυπνος ψάχνοντας στο σκοτάδι
για του ηλιού τη φωταυγή κι όλο έφτανα στον Άδη
να με κεντούν οι μαχαιριές βασανιστών διαβόλων.

Και κάθε μέρα σ' έπινα και σ' έμπαζα εντός μου
λες για ν' αντέξω κι όλο αυτό το χάος να γνωρίσω.
Μα να 'μαι τώρα! Έκανα ο,τ' είπες κι ήρθα πίσω!
Και τώρα απάντηση σ' αυτό που σε ρωτάω δος μου.

Πες μου η Πρώτη εσύ Αρχή-η Αιτία εσύ η Πρώτη
πες μου εσύ κάθε ζωής πάνω στη γη γεννήτρα
ποιος έσπειρε το σπόρο του στη σκοτεινή σου μήτρα
κι έπλασ' εμάς τους άχαρους η άχαρή σου νιότη;

Ποιος τάχα σε ξελόγιασε κι έχει η ζωή αρχίσει;
Και ποιος γυμνούς μας πέταξε στο κρύο και στο xιόνι
να μας θερίζει η Πεθυμιά κι ο Πόθος να μας λιώνει-
ποιος μας εμίσησε προτού ακόμα μας γεννήσει;

Ή είσαι εσύ του Σύμπαντος μια πόρνη σιχαμένη
και αγνοείς τα τέκνα σου ποιον έχουνε πατέρα-
πες μου λοιπόν ποιος όρισε να βλέπουνε τη μέρα
τα όντα και οι άνθρωποι που 'ναι από σε βγαλμένοι;"

Και μία ήσυχη φωνή στο βόγγο μου απαντάει:
'Έλα και κοίτα στων θολών νερών μου τον καθρέφτη'
θα δεις τη σκιά σου πάνω του μ' ορμή και βια να πέφτει
και το είδωλό μου τ' άψυχο με λύσσα να φιλάει.

Εσύ ο αίτιος-εσύ- της μακρινής πορείας.
Εσύ Σποριάς, εσύ Γαμπρός, εσύ και Σπόρος Γέννας.
Εσύ και από σένανε άλλος ποτέ κανένας
στα βάθη της απάνθρωπης αέναης Ουτοπίας".

 

 ΝΑ ΣΩΠΑΙΝΕΙ

Μια κούκλα από τις όμορφες τις πλαστικές εκείνες
που τις βιτρίνες των λαμπρών εμπορικών στολίζουν
απέραντα, ασυγκράτητα κι ασίγαστα αγαπώ.
Της το 'πα. Δε με κράτησε ο φόβος μην ντραπώ
κι ούτε έκρυβα τα μάτια μου που αγάπη καθρεφτίζουν
ούτε προτού να της το πω σκεφτόμουνα για μήνες.

Και κείνη δεν εμόρφασε με αηδία ή με "λύπη"
και ούτε με παράξενο με κύτταξε ένα βλέμμα
σαν να μου λέει: "μπορείς και συ γι αγάπη να μιλάς;
μπορείς και συ αληθινά τάχατες να φιλάς;
μπορεί κι εσέ πιο κόκκινο να γίνει σου το αίμα
και της καρδιάς σου πιο γοργοί να γίνουνε οι χτύποι;"

για ν' απαντήσει μέσα της αμέσως: «βέβαια κι όχι»
και να με διώξει σίγουρη ότι δεν κάνει λάθος.
Μονάχα στέκονταν ορθή ακούοντας σιωπηλά
ενώ άφηνα του λόγου μου το ρυάκι να κυλά
και να της λέει για το άσβεστο που μ' άναψε το πάθος
στου κόσμου αυτού την άξενη που βρέθηκα την κώχη.

Μια μέρα που τα ψώνια μου θα έχω τελειώσει
απ' το λαμπρό κατάστημα εκείνο θα περάσω,
θα βρω τον ιδιοκτήτη του και κει ορθά κοφτά
δίνοντας ακατέβατα όσα μου πει λεφτά
το φως που τη βιτρίνα του στολίζει θ' αγοράσω
(σα δει το χρήμα πως κρατώ αμέσως θα τη δώσει).

Κι έτσι για πάντα δίπλα μου θα 'χω μια αγαπημένη
που "όχι" σ' ό,τι της ζητώ ποτέ της δε θα λέει,
τις νύχτες σro κρεββάτι μας θα πέφτουμε αγκαλιά,
όλα όσα μέσα μου κρατώ θα παίρνει τα φιλιά,
δε θα γελάει ψεύτικα ούτε ψεύτικα θα κλαίει,
και στις στιγμές τις μυστικές θα ξέρει να σωπαίνει.

Τα βράδια θα γυρίζουμε στις σκοτεινές παρόδους
(τη μέρα αν τηνε βλέπανε μπορεί να μου την κλέψουν)
λίγο για ν' αναπνεύσουμε αέρα καθαρό-
κι ύστερα αμέσως έρωτα που τόσο λαχταρώ.
Κι όσοι τα περί έρωτος αρνούνται να πιστέψουν
της τεχνικής στη σκέψη τους ας φέρουν τις προόδους.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2024

 Μονόλογος του Ελβυτέρ από την «ΕΡΙΛΗ»
ΕΛΒΥΤΕΡ
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα
γιατί χαράς δε μου 'δωσες να δω και γω μια μέρα;
Πέτρα την πέτρα το βουνό δένεις και δε χαλιέται.
Το κύμα κάνεις στο γιαλό άπαυτα να χτυπιέται.
Δένεις αέρα, γη, νερό, σε μία σφαίρα στέρια
τηνε κεντάς κι ανάμεσα από τ' άλλα σου τ' αστέρια
τρέχει αυτή ακράτηγη. Για τι; Για πού; Ποιος ξέρει
παρά το που την έπλασε αλύπητό σου χέρι…
Στου σπόρου μέσα το κορμί, χωμένο μες στο χώμα
συνάζεις μύρα, σχήματα, σταλάζεις φως και χρώμα
και κάθε χρόνο απα' στης γης τα μέρη τα σκορπίζεις'
τάχα για ποιον; τάχα για τι; Μόνον εσύ γνωρίζεις.
Μέσα στη θάλασσα οδηγάς και χύνεις τα ποτάμια,
τον πόθο για το ψήλωμα φυτεύεις στα καλάμια.
Δένεις τη μέρα με το φως, τη νύχτα με τα μάγια,
τη δυστυχιά με τη ζωή, τον πλούτο με τ' αρπάγια.
Το φλόγινο το κόκκινο ταιριάζεις με τη δύση
τον ερχομό της άνοιξης με το γλυκό μεθύσι
τη νοστιμιά του χταποδιού με του χελιού την πείνα
τη νύχτα με τ' αστέρια της και με τη λάμψη εκείνα,
τα ψάρια με τη θάλασσα, πουλιά με τον αέρα,
και με το μαύρο θάνατο της ερημιάς την ξέρα.
Τ' αρνί οδηγάς προς τη σφαγή, το φως προς το σκοτάδι,
τα ρόδα προς το μάραμα, τη ζήση προς τον Άδη.
Βαθιά ποτίζεις το χαρτί με δίψα για μελάνι
και του σωστού τ’ ακρόριζα ποτίζεις με την πλάνη.
Την πεταλούδα στη φωτιά ρίχνεις και το μικρούλι
σε τρομερό ένα θάνατο σπρώχνεις αγκαθοπούλι.
Τις αίστησες εγέννησες και κάνοντας να νιώθουν
τη δυστυχιά την ίδια τους τις έβαλες να κλώθουν.
Κι ό,τι εγέννας το 'στειλες μονάχο του να πάει
μες στα ψυχρά, παντέρημα και σκοτεινά σου χάη
και να ζητάει αιώνια χωρίς ποτέ του να 'βρει
το ταίρι του, που του 'κρυψε η βούλησή σου η μαύρη.
Έσμιξες, εξεχώρισες, σμίγεις κι ξεχωρίζεις
συγκλόνισες, ετάραξες, ταράζεις, συγκλονίζεις
και μέσα στην ασύγκριτη σύγχυση και τη βία-
και μέσα σ' όλων των στοιχειών τη φοβερή μανία
και μας μαζί μας στροβιλάς και μας μαζί μας δέρνεις
κι απ' το 'να γκρεμοτσάκισμα στ' άλλο γοργά μας φέρνεις.
Και στης ψυχής μας τ' άμετρα, τ' αβυσσαλέα βάθη
ολέθρια εφύτεψες και ψυχοφθόρα πάθη-
μικρά και μεγαλύτερα, μέγιστα και ακόμα
πάθη που αν είναι να τα πει δειλιάει κάθε στόμα.
Το πάθος για του ιππόδρομου έβαλες τ' αλογάκια,
το πάθος για τ' αλκολικό ποτό, για τα χαρτάκια,
για τα ταξίδια, τα όμορφα ρούχα και τα στολίδια,
την τέχνη, την κολύμβηση, τα δάση, τα βιβλία,
κι ακόμα πάθη χίλια δυο μπορώ να ονομάσω
χωρίς στο τέλος του μακριού κατάλογου να φτάσω.
Τόσο τα πάθη που σκορπάς πολλά και δίχως τέλος.
Τόσα. Και για καθένα τους ένα μικρό σου βέλος.
Κι οι άνθρωποι τα πάθη τους υπηρετούν. Και όλοι
άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ, κάθε αργία και σκόλη
την αφιερώνουν δουλικά στο πάθος που τους πάει
και με το πάθος του καθείς στον κόσμο αυτόν μεθάει.
Μα ένα πάθος διάφορο υπάρχει από τ' άλλα
που πιο μεγάλο είναι μαζί απ' όλα τα μεγάλα:
για το γυναίκειο το κορμί το ακοίμητο το πάθος
που πλάτος έχει άσωστο κι αμέτρητο έχει βάθος.
Ποιος που δεν είναι ανόητος μπορεί να θεωρήσει
πως με το χρόνο αυτό εδώ το πάθος θα ξεφτίσει;
Ποιος η ύστερή του η πνοή προτού το σώμα αφήσει
του πάθους τούτου η ορμή πως θα γνωρίσει δύση-
πως από μέσα του η ορμή αυτού του πάθους φεύγει
προτού η στερνή του η πνοή απ' το κορμί του έβγει;
Ποιος θα τολμούσε να 'λεγε Κόλαση πως υπάρχει
που απ' το γυναίκειο το κορμί αιτίαν άλλη να 'χει;
Ποιος ότι τάχα μια φωτιά υπάρχει πιο φλογάτη
από τη φλόγα που σκορπάει το γυναικείο μάτι;
Ποιος πως βασανιστήριο πιο μέγα έχει γίνει
παρά να μη τον αγαπά-να μη τον θέλει Εκείνη;
Όμως οι άθλιοι άνθρωποι με κάτι ξεγελιούνται
όταν Αυτή δεν τους κοιτά-κάπως παρηγοριούνται.
Τη μια με κάποιο γέλιο Της, άλλη με μια ματιά Της
και άλλοτε μ' εν' άγγιγμα 'π' τα χέρια τ΄ακριβά Της.
Για όλους μες στη δυστυχιά υπάρχει μια ελπίδα-
για όλους έχει μι αστραπή μέσα στην καταιγίδα.
Ένα λογάκι, μιας μικρής υπόσχεσης η σπίθα
λαφρώνει το πλεούμενο που αλλιώτικα θα εβύθα.
Για όλους πλην για μένανε. Κλειστοί για μένα είναι
οι δρόμοι όλοι. Ανοιχτός μονάχα μ' απομένει
και ολορθάνοιχτος, αυτός του οριστικού χαμού μου-
χαμού κορμιού που ακολουθά εκείνονε του νου μου.
Η καθ' ελπίδα είναι για με ολότελα σβησμένη.
Κάθε χαρά ερωτική πριν γεννηθεί πεθαίνει.
Και τι ελπίδα, τι χαρά μπορώ να περιμένω
αφού η αγάπη μου γι αυτήν της είναι κάτι ξένο…
αφού δεν ξέρει τίποτα-και πώς μπορεί να ξέρει
αφού της είναι αφάνταστο πως αγαπούν κι οι γέροι..
Αφού τα δίχτυα αν μέριαζα για μια στιγμή του τρόμου
και αν Της εφανέρωνα μια μέρα τον καημό μου,
ξέρω, το γέλιο θ’ άρχιζε και δε θα σταματούσε
παρά μονάχα επειδή απ΄το γέλιο θα πονούσε.
Ναι! Είμαι γέρος! Και λοιπόν; Τι κι αν παλιά η βάρκα
σαν ταξιδεύει μέσα της μια μεθυσμένη σάρκα;
Τι κι αν τοιχώματα σκληρά φτιάχνουνε την κυψέλη
αφού πλαντάζει μέσα της η γλύκα από το μέλι;
Τι κι αν μεγάλο το δεντρί αφού κλωνάρια απλώνει
χλωρά, κάθε που Άνοιξη την ξέρα του ζυγώνει;
Και το κρασί γλυκύτερο γίνεται όσο παλιώνει.
Κι αν πάγοι σκέπουνε τη γη, ολάκερη πυρώνει.
Ίδια σοφία το παλιό βιβλίο εντός του κλείνει,
ίδια τη μάθηση σκορπά, ίδια τη γνώση δίνει.
Κι έχει ο γερο-πλάτανος μυριάριθμα κλαδάκια
όπου απαλότερ' από δυο χαϊδεύουνε χεράκια.
Πολύ καλά συ Έρωτα ξέρεις γιατί μιλάω
όσο καλά ξέρω κι εγώ πως άπαυτα πονάω.
Μάρτυρες άλλους δε ζητώ σ' αυτήν τη συφορά μου'
δω έχουμε να κάνουμε 'γω, συ και η Κυρά μου.
Εσύ όπου με λάβωσες, Αυτή που με σκοτώνει
και γω που η πληγίτσα Της τώρα με ξεματώνει.
Γιατί καιρός μ' απόμεινε λίγος για πόνο ακόμα.
’Τι θα δεχτεί τον πόνο μου το άπονο το χώμα.
Τι να Της ζήταγα λοιπόν; Ούτε αυτή τη χάρη
έχω, ενός όχι Της σκληρού να μ' έκοφταν οι χάροι.
Στέκομαι μόνο αδύναμος, πιασμένος μες στο δίχτυ
που μέσα του η λατρεία Της δεμένονε με ρίχτει.
Γέρος. Και με ποια πρόφαση μπορώ να Την αγγίξω;
Πάνω Της ούτε θαυμασμού βλέμμα μπορώ να ρίξω
Στο νου δεν το 'χει-αμήχανα κι αφύσικα θα νιώσει.
Πάλι μπορεί να προσβληθεί κι ίσως και να θυμώσει
που τέτοια μια, γέρος εγώ, έχω τολμήσει τόλμη.
Μπορεί και να το έλεγε στους γύρω Της ακόμη.
Έτσι αδιάφορο πολύ το βλέμμα πρέπει να 'χω
σαν, σπάνια, συναντιόμαστε. Και μια ευκαιρία να ψάχω
θα πρέπει για πολύν καιρό μέχρι να καταφέρω
χωρίς αυτή να με θωρεί-εμένανε, το γέρο-
να Τηνε κλείσω μες σε μιας ματιάς μου την απόχη-
και πάλι γρήγορη ματιά, ρηχή, σαν πρωτοβρόχι.
Και μήπως τάχατε συχνά Τη βλέπω; συ το ξέρεις:
όποτε πλάϊ μου θα 'θελες τυχαία να Τη φέρεις.
Κι ίσως καλλίτερο ειν' αυτό γιατί βαθιά πληγώνει
να μου μιλάει σαν να 'πλεκε, να ράβει η να ζυμώνει.
Γιατί μου είναι αβάσταγο ψυχρά να με κοιτάνε
τα μάτια Εκείνης που 'πρεπε δική μου όλη να 'ναι.
Την τελευταία τη φορά θυμάμαι που Την είδα.
Πριν λίγες μέρες ήτανε. Στο σπίτι Της επήγα.
Μα ποιο το κέρδος; Σ' όποιο πριν να πάω ήμουνα χάλι
στο ίδιο και χειρότερο σαν έφυγα ήμουν πάλι.


                                    SARAH
(Όταν δούλευα στο εργοστάσιο με τις πλεκτικές μηχανές,
το εργοσυτάσιο της οδού Plummer του L. A.
Η Σάρα, μια ανεπανάληπτη ύπαρξη της παρέας του
παιδιού του αφεντικού, που μπήκε για λίγο στο εργοστάσιο)


Του εργοστάσιου η σκόνη κι η μουτζούρα
Που στο πάτωμα ως γυρνά σκορπά η σβούρα,
Κι οι βρωμιές πάνω στη φόρμα μου από λάδι
Δεν μπορέσαν όπως κάνουν κάθε βράδυ

Να σκοτώσουνε κι απόψε τα όνειρά μου.
Κουρασμένος όπως κάθομαι εδώ χάμου
Δεν με δέρνουνε ο πόνος και η λύπη
Η γνωστή απελπισιά μου απόψε λείπει,

Και η τρίαινα του φόβου που αναδεύει
Τα απύθμενα του νου μου τα ερέβη
Ενεκρώθηκε κι αυτή-όλα σιγήσαν
Και ελεύθερον ολόκληρο μ’ αφήσαν,

Για ναρθούν η φαντασία και η μνήμη
Και μ’ ανθόνερο και ζάχαρη για ζύμη
Ν’ αναπλάσουν μιά μορφή αυτές ως ξέρουν
Κι ολοζώντανη μπροστά μου να τη φέρουν.

Μιά μορφή που κι αν ποτέ δεν αξιώθη
Να την ντύσουν οι ίμεροί μου και οι πόθοι
Είν’ η μόνη ποθητή κι αγαπημένη
Στα ιερά του έρωτά μου τα τεμένη.

Μιά πεντάμορφη με φίλντισι το δέρμα
Που το γέλιο της ηλιού θυμίζει γέρμα
Που η κομψότητα κι η χάρη τής χαρίζουν
Οσα δώρα και χαρίσματα ορίζουν.

Που δασών θυμίζει Νύμφη και Ναϊάδα
Η ολάσπρη απαλή χιονονιφάδα,
Που απ’ του ωραίου του ουρανό αργά ως πέφτει
Των ματιών μας ομορφαίνει τον καθρέφτη.

Κι αν μονάχα η φαντασία το κορμί της
Μου χαρίζει και η μνήμη τη μορφή της,
Φαντασίας όμως γέννημα φευγάτης
Το υπέροχο δεν είναι τ’ άρωμά της.

Είν’ εδώ και με αόρατη με δένει
Μια βελούδινη κλωστή ηδονοπλεγμένη
Ειν’ εδώ και τις αισθήσεις μου κεντρίζει
Με τρελαίνει-με δονεί-με ερεθίζει.

…Μα ως βαθιά με βλέπουν άλλοι ν’ ανασαίνω
Τ’ άρωμά της που ολούθε ειν’ αφημένο
“Θα του λείπει” λεν «αέρας»-και πριν φύγουν
Τα παράθυρα διάπλατα ανοίγουν…

 ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ

Ελάτε μαζί μου
στης Άγιας Ρωσίας
να πάμε τα χώματα.

Τον αέρα τον κρύο
που πνέει καθάρια
βαθιά ν’ αναπνεύσουμε.

Ελάτε μαζί μου
μακριά από του πλούτου
τη βρώμικη έρημο.

Μακριά από τη χώρα
που είναι για όλους
μια απάνθρωπη Κόλαση.

Μακριά απ’ των πολλώνε
την άτιμη φτώχεια
που αξαίνει απολέμητη.

Μακριά απ’ την οδύνη
τη λύπη, το φθόνο
και την εκμετάλλευση.

Ας πάμε στη χώρα
που ανθίζει η ελπίδα-
ας πάμε στα ολάνθιστα

χωράφια του Ωραίου:
στης Άγιας Ρωσίας
ας πάμε τα χώματα.

Να ειν’ η δουλειά μας
τραγούδι της Φύσης
και του Άνεμου κύλισμα

να λάμψουν εντός μας
του Δίκιου τα φώτα
που τόσο μας λείψανε.

Μαζί να κινούμε
το κάθε πρωί μας
μαζί να δουλεύουμε

μαζί να μοχτούμε
και όλοι να τρώμε
στον ήλιο ομοτράπεζα.

Να πάψουν οι πόνοι
να λείψουν διακρίσεις
και άγρια εκμετάλλευση.

Κοινός ο σκοπός μας
κοινή μας η πίστη
κοινά τα ωφελήματα-

η φτώχεια κι ο πλούτος
να πάψουν να υπάρχουν
και όλοι να ζήσουμε

σε μια κοινωνία
που θα ‘ναι φτιαγμένη
για όλους αδιάκριτα,

χωρίς αδικίες
κατώτερα πάθη
και μίσους ξεσπάσματα.

Στην Άγια τη  χώρα
που λάμπουν πληθώρα
τ’ αγνά τα αισθήματα-

στης Άγιας Ρωσίας
ελάτε μαζί μου
να πάμε τα χώματα!

(Τρίπολη, 1956)

 ΛΥΠΗ

Λυπημένος.
Μ’ ένα θαμπό βλέμμα κοιτάζει τον κόσμο.
Οι ώμοι κυρτωμένοι.  
Το κεφάλι σκυφτό.
Με μια βραδυκινησία ποτισμένο το κορμί του όλο.

Αν τώρα
όταν ένας ξένος εμφανιζόταν
αυτός σήκωνε το κεφάλι
Και ξανάβρισκε τη ζωηρή κι ευκίνητη περπατησιά του,
τι άλλο θα ’μενε από τη λύπη του παρά,
μια υπόσχεση να ξαναβρεθεί μαζί της
μετά την αποχώρηση του επισκέπτη;

Λυπημένος ώσπου να 'ρθει ένας επισκέπτης-
αυτή λοιπόν είναι η λύπη;

Όχι. Λύπη είναι η ανεξίτηλη στάμπα του θανάτου
πάνω στα πρόσωπα των ζωντανών.

 ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ

Διάβαζα ένα Ποιήσεως βιβλίο.
Χτύποι, στην πόρτα μου τη φτωχική.
Κάποιος θα υποφέρει μες στο κρύο.
Ας πάω να δω ποιός ειν' εκεί.

Ανοίγω. Η Αθλιότητα μπροστά μου
Μέσα να μπει ζητάει φορτικά.
Να μπει και να μου πάρει  τα κλειδιά μου
Και τα γυαλιά μου τα πρεσβυωπικά.

Καλή μου καλώς ήρθες. Πέρνα μέσα.
Πάντα μου ήθελα μια συντροφιά
Πάντοτε αναζητούσα μια μαιτρέσσα
Στη λύπη  σύντροφο-στην ακεφιά.

         (στην κυρία Ρωρερκάρ)

Η πόλη κόκκινο γιορντάνι λαμπερό
στολίστηκε όλη και παντού ακούς τραγούδια-
τραγούδια που ’χαν ν' ακουστούνε για καιρό-
κι ωραίον εστήσανε χορό φως και λουλούδια.

Σήμερα ο ήλιος γελαστός έχει φανεί.
Σήμερα επιάστηκε στο δόκανο η λύπη.
Σήμερα πια η καρδιά δεν είναι ορφανή.
Σήμερα φέγγουν ανθηρά βραγιές και κήποι.

Να 'ναι που οι άρχοντες μοιράζουνε φλουριά;
Να 'ναι που διώξαν τους εχθρούς από τη χώρα;
Να 'ναι που κάθε θάλασσά μας και στεριά
της λευτεριάς της τώρα χαίρεται τα δώρα;

Ίσως γι αυτά ετούτοι όλοι να γελούν.
Μα τη χαρά μου 'χει εμένανε φερμένη
κάτι όχι τέτοιο που οι χρόνοι καταλούν,
παρά του γέλιου σου η λάμψη, αγαπημένη.

   ΣΤΟ ΜΑΡΑΚΙ ΜΟΥ

(μιας και δεν μπορούσα να τα
πω στήν κυρία Ρωρερκάρ,
τα είπα στην εφτάχρονη κόρη της)

Βρε για στάσου! Τι έχω πάθει;
Πώς την Τρίπολη αφήνω
δίχως κάτι τι να γράψω
για το κοριτσάκι εκείνο

που ομορφότερο δεν είναι
άλλο μες στην πόλη ετούτη,
λες κι ο θεός μόνο σε κείνο
χάρισε όλα του τα πλούτη-

ντροπαλότητα κι ευγένεια!
πρωτοφάνταχτη ομορφάδα!
και κομψότητα,και χάρη,
τρόπους, ήθος, εξυπνάδα!..

Κι ομορφότερο κουκλάκι
αν θα βρει κανείς στην Πλάση,
από τ΄ άσπρα μου τα γένια
δέχομαι να με κρεμάσει.

Κι αν κανένας, κοριτσάκι
δει στην πόλη πιο ωραίο
τότε εγώ τα ποιήματά μου
(τόσο που αγαπώ!) τα καίω.

Σοβαρότητα γεμάτο
μες στο δρόμο περπατάει,
δεν αργεί και δε χαζεύει,
και σ΄ αγνώστους δε μιλάει.

Απ΄το σπίτι στο σχολείο
κι από το σκολιό στο σπίτι
και το βήμα του ταχύνει
σα θα δει κάποιον αλήτη.

Και δεν κάνει όπως τ΄ άλλα
τα κορίτσια κουταμάρες.
Κι ούτε γνοιάζεται για μόδες
και στολίδια και φανφάρες.

Παντελόνι φτάνει μόνο
και μπλουζί να βάλει άσπρα,
κι οι αγγέλοι τη ζηλεύουν
και της πιάνουν κάκια τ΄άστρα.

Σε κομμώτριες δεν πάει
να χτενίζει το μαλλί της
κι ούτε ανάγκη σκουλαρίκια
να κρεμάσει έχει στ΄ αυτί της.

Κι όμως, όλα τα ωραία
μες στην Τρίπολη τ΄ αγόρια
για χατίρι της πιανόνται
και μαλώνουν σαν κοκόρια.

Αλλά όμως το Μαράκι
που μυαλό έχει στο κεφάλι
σημασία καμιά δε δίνει
σ΄ όποια τέτοια βλέπει πάλη.

Τα μαθήματά του έχει
για φροντίδα του μονάχη
και για να τα μάθει, η μόνη
είναι αυτό που δίνει μάχη.

Και γι αυτό στη γειτονιά μας
τη μικρή, όλοι όσοι ζούνε,
για τ΄ ωραίο το Μαράκι
καλό λόγο έχουν να πούνε.

Και καλλίτερον απ΄όλους
λέω εγώ, που κάθε μέρα
ίδιες σκάλες ανεβαίνω
κι αναπνέω ίδιον αέρα,

μιας και μένουμε κι οι δύο
Σοφοκλέους νούμερο τρία
και μαζί κι οι δυο τραβάμε
της Τριπόλεως τα κρύα.

Μα, μικρούλι μου ομορφούλι,
απ΄ της πόλης σου τα μέρη
με φυσάει με μανία
της ζωής τώρα τ΄ αγέρι.

Και προτού απ΄ το φύσα φύσα
σα σημαίας ράκη γίνω,
άλλο δεν μπορώ να κάνω:
τα μαζεύω και του δίνω!

Μα πριν φύγω μάθε τούτο:
πως το «γεια σου» που μού είπες
ένα μήνα πριν περίπου-
στο ισόγειο που με είδες-,

που από την αγνή κι αθώα
την ψυχούλα σου εβγήκε,
σ΄ όλαγνη κι αθώα κι εκείνη
μια ψυχή άλλην εμπήκε:

την ψυχή την εδική μου
παιδική κι αυτή που είναι,
οι ψυχές ως όλες είναι
των ποιητών, όπου δε γίνε-

ται χωρίς αγνή κι αθώα
μια ψυχή αυτοί να ζήσουν-
και που μόνο τους αφήνει,
σαν κεράκια όταν σβήσουν.

Και αυτή σου την εικόνα
(στα ολόλευκα ντυμένη
κι ένα «γεια σου» να μου στέλνεις
που στο νου για πάντα μένει),

θα τηνε κρατώ στη σκέψη
ως την ώρα τη στερνή μου.
Και για όσα έχω δώσει
θα ΄ν΄ αυτή πληρωμή μου.

Και αυτό, καλό, γλυκό μου,
ντροπαλό μου κοριτσάκι,
πιόμα ολόγλυκο θα κάνει
του χαμού μου το φαρμάκι.

Αλλά φεύγοντας δε θέλω
με φαρμάκια να σ΄ αφήσω,
παρά θέλω μ΄ ένα δώρο
να σε αποχαιρετήσω,

για να με θυμάσαι όταν
θα ΄χω φύγει από την πόλη-
πόλη για την ομορφιά σου
που να λέει έχει όλη.

Κι άλλο δεν μπορώ να κάνω
Παρά ένα ποιηματάκι
Σαν αυτό να σου χαρίσω
Αντί γι άλλο ένα δωράκι.

Γιατί αυτό εσύ το παίρνεις
Από του σπιτιού τη σκάλα
Ενώ θα ΄χα  να στα φέρω
Δώρα αν θα σου ΄κανα άλλα.

Μα στο σπίτι σου να έρθω
και την πόρτα να χτυπήσω
δεν τολμώ, κι όλο τον κόσμο
να ΄θελα να σου χαρίσω.

Και θα είχε όλο το δίκιο
να μου πει όποιος μού ανοίξει:
«τι ζητάς εδώ κύριέ μου;»,
Και την πόρτα να μου δείξει.

Σου επήρα ένα κομπιούτερ,
το αμπαλάρισα για δώρο,
και στου ισόγειου είχα φτάσει
τον ιερό για μένα χώρο,

και το χέρι μου είχα απλώσει
το κουδούνι να χτυπήσω.
Μα όσα παραπάνω σου ΄πα,
μ΄ έσπρωξαν και πάλι πίσω.

Σ΄ ένα βουλγαράκι επήγα
Και το έδωσα, που ιδέα
Ούτε από κομπιούτερ έχει,
Και στους δρόμους όλο τρέχει.

Και αληθινά σου λέω
δε λυπάμαι για το χρήμα
μα για το κομπιούτερ-πες μου-
τσάμπα πάει, δεν είναι κρίμα;..

Τέλος πάντων, δεν πειράζει.
Από σε χρήμα δε λείπει
και γι αυτό διόλου δε νιώθω
για ό,τι έχει γίνει λύπη.

Και στο κάτου κάτου ποίημα
δε θα πάρεις ποτέ άλλο.
Κράτα αυτό λοιπόν Μαράκι
και ας ειν΄ λίγο μεγάλο.

Κι αφού φεύγω, άκου ακόμα
και παράπονο ένα που ΄χω,
και που κουβαλώ μαζί μου
σα βαρύ να είναι ρούχο:

Είναι που σε με δεν ήρθες
είτε συ, ο Χρήστος είτε,
κάλαντα των Χριστουγέννων
ή Νέου Έτους να μου πείτε,

σαν μικρά ήσασταν ακόμα.
Κι άλλα έψαχνα, άγνωστά μου,
να μου τα ειπούν παιδάκια,
κι όχι εσείς, που είστε δικά μου.

Χίλια παλιοευρώ κρατούσα
κάθε μια φορά που οι δυο σας
θα τα λέγατε σε μένα
με τον τρόπο τον δικό σας.

Τρεις χιλιάδες κάθε χρόνο
για σας τα ΄χα φυλαγμένα-
για τα κάλαντα που θ΄ άκουα
’πό το Χρήστο κι από σένα.

Όχι γιατί πλούσιος είμαι,
μα γιατί καμιάν αξία
τα λεφτά για με δεν έχουν
και καμία σημασία.

Κι επειδή θα τα ΄χα δώσει
σε παιδάκια δυο, που η ζήση
με χαρίσματα απ΄ τα σπάνια
τα ΄χει απλόχερα προικίσει.

Ποιος σας κράτησε το βήμα
δώθε πάνω να μη ΄ρθείτε
με τη θεία σας φωνούλα
και σε μένα να τα πείτε;

Όμως παύω-δεν ρωτάω.
Μόνο πριν το Νέο Έτος
φεύγω, πριν ιδώ και πάλι
πως δε θα ΄ρθετε ούτε φέτος.

Κάκια όμως δεν κρατάω
(πώς θα το ΄κανα γι αγγέλους;)
μόνο πίκρα μια μεγάλη
που θα μ΄ έχει μέχρι τέλους.

Μα εμπρός! Τραγούδι πιάστε
σεις μικρό, εγώ μεγάλο
κι ας ριχτούμε ο καθένας
στης ζωής τον όποιο σάλο!

Όσο οι άνθρωποι υπάρχουν
και η γη όσο γυρίζει,
τα παράπονα δε σώνουν
κι η ομορφιά θα ξεχειλίζει.

Μπρος! Καινούργιες  περιπέτειες!
Μπρος! Καινούργια καρδιοχτύπια!
Για καινούργιους μπρος γειτόνους-
γέρους, γριές, και νιες, και νήπια!

Μπρος! Η ζήση καρτεράει-
οι ανοιχτές της οι αγκάλες
χίλια μυρια έχουν ισόγεια
και τριώροφα με σκάλες!

Ας αφήσω πια τις κλάψες
και τ΄ αποχαιρετιστήρια-
οι ταμίες του μέλλοντός μας
τσάμπα δίνουν εισιτήρια

για χαρές, για διασκεδάσεις,
για ωραίες γνωριμίες-
οι θεοί του μέλλοντός μας
από μας ζητούν θυσίες.

Ας τρυγήσουμε τα κάλλη
κάθε Άνοιξης και Θέρους!
Κι άλλα θα ΄βρω εγώ κουκλάκια
και ποιητές  συ συνεταίρους.

Ζήτω ο κόσμος ο μεγάλος!
Μια γωνίτσα η Σοφοκλέους!
Ζήτω η ζάλη της ελπίδας
που μας έχει πάντα νέους!

Ζήτω τα όμορφα ταξίδια!
Ο θεός ο Έρως ζήτω!
Ζήτω οι έξυπνοι ανθρώποι!
Ζήτω ακόμα κάθε βλήτο!

Όλοι έχουν στη γη πάνω
το δικαίωμα να ζήσουν,
να χαρούνε, να χορέψουν,
κι όλοι τους να ευτυχήσουν.

Κι όπου βρει την ευτυχία
ο καθένας, χάρισμά του
κι ας τη βρήκε ίσως μέσα
στα σκοτάδια του θανάτου,

κι ας τη βρήκε στο μεθύσι,
στα χαρτιά ή στην αγάπη,
στον Ιππόδρομο, στον τζόγο,
ή στης θάλασσας τα πλάτη.

Περί ορέξεως ου λόγος.
Κάθε άνθρωπος και λόξα.
Άλλα όνειρα, άλλες σκέψεις,
άλλα βέλη, άλλα τόξα.

Απ΄ αυτές τις μπούρδες όμως
να κρατήσεις συ Μαράκι
ένα πράγμα: ότι κάθε
αγοράκι ή κοριτσάκι,

κάθε άνθρωπος μεγάλος,
ή μικρός, ή όποιος να ΄ναι,
είναι κάποιος που όμοιός του,
κανείς άλλος δε θε΄ να ΄ναι.

Πλάσμα που για μια μονάχα
φάνηκε φορά στην Πλάση,
και μ΄ αυτό ίδιο, κανένα,
και ποτέ δε θα περάσει.

Και αυτό σημαίνει ότι
μόνο συ μπορείς να κρίνεις
τι σε σένανε ταιριάζει,
τι απορρίπτεις, τι εγκρίνεις.

Όπως είναι το δικό σου
το μυαλό, δε θα ΄ρθει άλλο,
κι αν το σύμπαν μας ακόμα
όσο ήθελε ειν΄ μεγάλο,

κι όσοι κι αν θα γεννηθούνε
σ΄ όποια αστέρια, κι όσοι ανθρώποι,
κι όσοι κι αν κατοικηθούνε
από ανθρώπους, κι όποιοι τόποι.

Κι αφού ξέρεις πια Μαράκι
τη μοναδικότητά σου,
είσαι υπεύθυνη για όλα
που είναι μοναχά δικά σου.

Το σχολείο, τα βιβλία,
τις παρέες, το φαί σου,
μ΄ ένα λόγο για την ίδια
είσαι υπεύθυνη ζωή σου.

Τη ζωή που είναι δικιά σου
κι άλλου κανενός. Τελεία.
Και ας λέει ό,τι θέλει
όποιος κύριος ή κυρία.

Είχαμε...-α!- στα «ζήτω» μείνει.
Ζήτω το λοιπόν τα πάντα.
Το χαρτί, η κιμωλία,
το μολύβι σου, η τσάντα!

Ζήτω! Πες και συ Μαράκι
σ΄ όλα γύρω σου κι εντός σου!
Ζήτω! Και ιδές-ο κόσμος
ευθύς έγινε δικός σου.

Ζήτω η φύση η αιώνια,
η καλή ζήτω η φιλία,
ζήτω τα όμορφα τ΄ αγόρια,
ζήτω-φευ-και τα σχολεία!..

Αλλά φόρα έχω πάρει
και δε λέω να τελειώσω.
Γεια σου το λοιπόν Μαρία
που πεντάμορφη είσαι τόσο.

Και σ΄ ευχαριστώ και πάλι
για το «γεια σου» αυτό που μου ΄πες
που αξίζει όσο βραβείων
ασημένιες χίλιες κούπες.

Γεια σου. Και να με θυμάσαι.
μια φορά το μήνα έστω
(το Κου Κου Ε όσο θυμάται
του Καρλ Μαρξ το μανιφέστο)’

Οπου να ’μαι θα το νιώθω.
Γιατί τότε αναμφιβόλως,
ένα κύμα καλοσύνης
κι ομορφιάς θα είμαι όλος.

9-12-2004

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

 Και βέβαια ψήφισα Φώτη.
Είχα να διαλέξω ανάμεσα στο «θα σταματήσω τους πολέμους» του Τραμπ, και του δεξιού μισού του κάτω χείλους της Κάμαλα όταν αυτή μιλάει με ένταση για κάτι.
Ξέρεις τι εννοώ.
Αν εκλέξουμε τον δικό μας άνθρωπο, ετοιμάσου για το σχέδιό μου-μας.
Πες στα παιδιά να συντονιστούν μαζί  μας.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΡΙΕΣ
(του Θεόκριτου)

Δάφνες και φίλτρα Θεστυλί! Πού είναι; Φέρε μου τα.
Πάρε το πρόβιο το μαλλί το ραφιναρισμένο
και το ποτήρι σκέπασε για να τον μαγιοδέσω
αυτόν που εγώ τον αγαπώ κι εκείνος με παιδεύει.
Που ο άθλιος τώρα δώδεκα έχει χαθεί ημέρες
Κι αν ζω ή αν επέθανα δε ρώτησε να μάθει.
Την πόρτα ο αχάριστος δε χτύπησε-και βέβαια
αλλού τον αλαφρόμυαλο τον έχουνε τραβήξει
η Αφροδίτη κι ο Ερωτας. Αύριο στην παλαίστρα
του Τιμαγήτου να τον δω θα πάω, να τον ψάλλω
για όσα μούκανε. Αλλά, τώρα θα τόνε δέσω
με τούτα δω τ' αρώματα. Φώτα καλά Σελήνη
γιατί θα πω ένα σιγανό τραγούδι και σε σένα
και στην Εκάβη που στης γης τα μαύρα βάθη μένει
και που την τρέμουν τα σκυλιά όταν από τα μέρη
των πεθαμένων έρχεται περνώντας μαύρο αίμα.
Εκάτη! χαίρε τρομερή! και ώσπου να τελειώσω
στα μάγια μου βοήθα με και κάνε από της Μήδειας
ή απ' της Κίρκης ή απ' της ξανθής της Περιμήδης
να μη γινούν χειρότερα αλλά με κείνων ίδια.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ιυγγα φέρε μου τον.

Πρώτα τ' αλεύρι στη φωτιά να πέσει πρέπει. Ελα,
πασπάλιζέ το Θεστυλί. Άθλια-πού τρέχει ο νους σου;
Άραγε με τη λύπη μου μη χαίρεσαι βρωμιάρα;
Σκόρπα το και "τα κόκκαλα", να λες, "σκορπώ του Δέλφι"

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Ο Δελφις μ' έκαψε κι εγώ δάφνη στον Δέλφι καίω.
Κι όπως φουντώνει ξαφνικά κι αυτή τριζοβολώντας
και καίγεται αναλάμποντας και στάχτη δεν αφήνει
και το κορμί του να χαθεί κι εκείνου μες στη φλόγα.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Κι ως με βοηθό μου τη Θεά του’ το κερί εγώ λιώνω,
έτσι να λιώσει από έρωτα ο Μύνδιος ο Δελφις.
Κι ως η Αφροδίτη τον χαλκό αυτόν γυρίζει δίσκο
έτσι κι αυτός στην πόρτα μου απόξω να γυρνάει.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Τώρα θα κάψω Αρτεμη τα πίτουρα σε σένα
που και τα σίδερα μπορείς του Αδη να κουνήσεις
και ό,τι άλλο, όσο κι αν αυτό είναι στεριωμένο.
Για μας στην πόλη Θεστυλί ουρλιάζουνε οι σκύλοι.
Θα ’ναι η θεά στα τρίστρατα. Χτύπα το δίσκο. Βιάσου!..

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Να! Ησυχάζει η θάλασσα, ’συχάζουν κι οι ανέμοι
μόνον ο μες στα στήθια μου πόνος δεν ησυχάζει
παρά για κείνον καίγομαι ολάκληρη-γιά κείνον
που αντίς να ’μαι γυναίκα του μ' έχει ξεπαρθενέψει
και πομπεμένη μ' άφησε τη δύστυχη εμένα.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Φορές τρεις στάζω Δέσποινα και τρεις φορές φωνάζω:
"Είτε γυναίκα δίπλα του κοιμάται είτε άντρας
Τόσο απ’ αυτόν να ξεχαστεί όσο ο Θησέας στη Δία
Λεν την ομορφοπλέξουδη πως ξέχασε Αριάδνη."

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Υπάρχει αλογοβότανο ένα στην Αρκαδία
που αν φαγωθεί από γρήγορες φοράδες ή πουλάρια
παίρνουνε, όλα, τα βουνά. Έτσι να δω τον Δέλφι
παρόμοια να πετάγεται απ' τη λαμπρή παλαίστρα
και σαν τρελός μέσα σ' αυτό να μου ’ρχεται το σπίτι.

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Αυτή την άκρη που απ' του Δέλφι εκόπηκε τη χλαίνη
ξεφτώντας την στην άγρια φωτιά τη ρίχνω τώρα.
Αλίμονο! Γιατί Έρωτα σαν τη λιμνίσια βδέλλα
έχεις κολλήσει επάνω μου και πίνεις μου το αίμα;

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Ενα πιοτό της συφοράς αύριο θα σου φέρω
μια σαύρα κοπανίζοντας. Τώρα ετούτα πάρε
συ Θεστυλί, τα βότανα, και πήγαινε με τρόπο
κι άλειψε το κατώφλι του όσο ειν' ακόμα νύχτα.
Και φτύνοντας "τα κόκκαλα", να λες, "του Δέλφι αλείφω".

Στο σπίτι μου τον άντρα αυτόν Ίυγγα φέρε μου τον.

Τώρα που μόνη έμεινα πούθε να πρωταρχίσω
να κλαίω την αγάπη μου; Πώς το κακό που μ' ήβρε
τούτο να πω; Η Αναξώ, του Εύβουλου η κόρη
κανιστροφόρα έφτασε στης Αρτεμης το δάσος.
Πίσω και πλάι της πολλά πηγαίνανε θηρία
κι ανάμεσα τους μάλιστα ήταν μια λιονταρίνα.

Πες από πούθε ο ερωτάς μούρθε κυρα Σελήνη.

Και τότε μια Θρακιώτισσα, τροφός του Θεοχαρίδα,
γειτόνισσά μου-δε ζει πια- μ’ εθερμοπαρακάλει
μαζί να δούμε την πομπή. Κι η δύστυχη επήγα
τον βυσσινί ωραίο μου φορώντας τον χιτώνα
και τυλιγμένη στο μακρύ παλτό της Κλεαρίστας.

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Στου δρόμου μας θα ήμουνα τη μέση όταν είδα
εκεί, κοντά στου Λύκωνα, τον Δέλφι να βαδίζει
μαζί με τον Ευδάμιππο. Απ' της γαζίας τ' άνθη
είχανε γένια πιο ξανθά' και λάμπαν τους τα στήθια
πιότερο κι από σένανε, Σελήνη, έτσι όπως είχαν
μόλις αφήσει τους καλούς αγώνες της παλαίστρας.

Πες από πουθ' ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Τον είδα και τρελάθηκα. Κι αμέσως η καρδιά μου
της δόλιας, επληγώθηκε. Χάθηκε η ομορφιά μου
Και δε σκεφτόμουν πια πομπή. Πώς βρέθηκα στο σπίτι
ούτε που το κατάλαβα. Και μ’ έπιασε μια θέρμη
που ήρθε και με ρήμαξε. Έπεσα στο κρεβάτι
και δέκα μέρες έμεινα εκεί και δέκα νύχτες.

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Εκιτρινοφυλλιάστηκα και πέσαν τα μαλλιά μου-
ήμουν πετσί και κόκκαλο. Και τι δεν είχα κάνει…
Και ποια γριά δε ρώτησα που ξέρει να ξορκίζει…
Τίποτα δε μ' αλάφραινε. Μόνο περνούσε ο χρόνος.

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Ώσπου τη δούλα φώναξα και της τα είπα όλα.
"Βρες μου", της λέω, "βρε Θεστυλί κάποια γιατρειά σε τούτη
την τρομερή αρρώστια μου. Μ' έχει σκλαβώσει ο Μύνδιος.
Στου Τιμαγήτου πήγαινε και φύλα την παλαίστρα-
τ' αρέσει εκεί να κάθεται κι έτσι συχνοπηγαίνει".

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

"Κι όταν τον δεις μονάχο του, τότε με τρόπο γνεψ' του
και πες του ότι τον ζητά η Σιμαίθα-κι εδώ φέρτον".
Όταν της τόπα πήγε αυτή και τον λαμπρό τον Δέλφι
τον έφερε στο σπίτι μου. Κι ως ένιωσα πως ήρθε,
κι ακόμη πριν το πόδι του την πόρτα να περάσει…

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

...από το χιόνι έγινα πιό κρύα κι ο ιδρώτας
μούσταζε από το μέτωπο σα νοτινή δροσούλα
και η μιλιά μου κόπηκε, και δε μπορούσα ούτε
φωνή να βγαλω, όπως αυτή που βγάζουν τα μωράκια
σα μες στον ύπνο τους καλούν την π' αγαπούν μητέρα.
Και νέκρωσα, σα νάμουνα κερένια μια κούκλα.

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Κι όταν με είδε ο άπονος, χαμήλωσε τα μάτια
κι έκατσε στο κρεβάτι μου κι αυτά τα λόγια μούπε:
"Σιμαίθα, αλήθεια, όπως εγώ τον όμορφο Φιλίνο
Στο τρέξιμο ξεπέρασα τις άλλες, και συ εμένα
Το ίδιο με ξεπέρασες καλώντας με κοντά σου..."

Πες από πουθ' ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

"...Γιατί θαρχόμουνα εγώ. Στ' ορκίζομαι-θαρχόμουν-
Μα το γλυκό τον Ερωτα! στο σπίτι σου απόψε,
κι ας είχες αγαπητικόν άλλονε. Και θα είχα
τα μήλα μες στον κόρφο μου του Διόνυσου κρυμμένα
Και θα ’χα στο κεφάλι μου στεφάνι  απ’ το κλωνάρι
Το ιερό του Ηρακλή, κομμένο από λεύκα
και στολισμένο ολόγυρα με κόκκινες κορδέλες".

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

Κι αν με δεχόσουνα καλά όπως μ’ εδέχτης τώρα
(όλοι το λένε όμορφος και λυγερός πως είμαι
στα παλληκάρια ανάμεσα), θα ησύχαζα, ακόμα
κι αν μοναχά το στόμα σου τ’ όμορφο εφιλούσα.
Αλλά κι αν μ' έδιωχνες κι η πόρτα ήταν μανταλωμένη
Τότε τσεκούρια και δαυλοί θα μ' έφερναν σε σένα… "

Πες από πούθε ο έρωτας μούρθε κυρα-Σεληνη.

"…και πρώτα-πρώτα χάρη εγώ στην Κύπριδα χρωστάω
κι ύστερα από την Κύπριδα σε σένανε καλή μου
που μ' έβγαλες απ’ τη φωτιά μισοκαμμένον έτσι
καλώντας με στο σπίτι σου. Πολλές φορές ο Ερως
έχει φωτιά πιο δυνατή και απ’ αυτήν ακόμα
του Λιπαραίου του Ηφαιστου-και πιο πολύ φλογίζει…"

Πς από που ο έρωτας μούρθε κυρα-Σελήνη.

"…και την παρθένα σαν τρελή την κάνει από το σπίτι
να φεύγει, και τη νιόπαντρη να παρατάει το στρώμα
που απ’ το κορμί του άντρα της ζεστό είναι ακόμα".
Έτσι μου είπε αυτός. Κι εγώ τον πήρα από το χέρι
κι έπεσα, η ευκολόπιστη, μαζί του στο κρεβάτι.
Και γρήγορα τα σώματα τα δυο αγκαλιαστήκαν
και μια απαλή τα τύλιξε ζέστα.Τα πρόσωπα μας
απ’ όσο ήταν πιότερο είχανε τώρα ανάψει
και της αγάπης οι γλυκοί οι ψίθυροι άρχισαν.
Και για να μην πολυλογώ Σελήνη αγαπημένη
καήκαμε κι οι δύο μας στον πόθο το μεγάλο.
Κι ίσα με χτες δεν είχε αυτός παράπονο από μένα
ούτε κι εγώ είχα απ’ αυτόν. Μα σήμερα στο σπίτι,
ήρθε της αυλητρίδας μου η μάννα,της Μελίστας
-που έχει και τη Μελιξώ- την ώρα που κινώντας
από τη θάλασσα, ψηλά, στον ουρανό ανεβαίνουν
τ' άλογα, τη ροδόθρεφτη που υψώνανε αυγούλα,
και μέσα σ' άλλα μούπε πως ο Δέλφις ξελογιάστη
και πως δεν είναι σίγουρη-με άντρα ή με γυναίκα,
μα ξέρει πως πολλές φορές γέμιζε το ποτήρι
κι έπινε στης αγάπης του τ' όνομα, κρασί σκέτο
και ότι τέλος έφευγε λέγοντας πως θα πάει
στην πόρτα της αγάπης του στεφάνι να κρεμάσει.
Αυτά μου τα ’πε η ίδια αυτή, και πρέπει να ’ναι  αλήθεια.
Γιατί και τρεις και τέσσερες φορές άλλοτε ερχόταν
κι ακούμπαγε πολλές φορές το δωρικό σταμνί του
στο σπίτι μου. Και τώρα τι; Δώδεκα μέρες πάνε
που δεν τον είδα. Σίγουρα κάποια καινούργια γλύκα
θα έχει βρει γι αυτό και με μ’ έχει αποξεχάσει.
Μα τώρα θα τον δέσουνε τα μάγια. Κι αν και πάλι
θα με πικράνει έτσι δα, ε, τότε, μα τις Μοίρες,
του Άδη την εξώπορτα θα πάει να χτύπησει.
Τέτοια μες στο σακούλι μου-το λέω-φαρμάκια κρύβω
που ένας ξένος, Δέσποινα, μου τα ’μαθε, Ασσύριος.

Οδήγα τ’ άτια σου εσυ χαρούμενη κυρά μου
απάνω απ' τον Ωκεανό και όπως μέχρι τώρα
την πίκρα εγώ τη βάσταγα, πάλι θα τη βαστάξω.

Χαίρε Σελήνη λαμπερή και τ’ άλλα σεις αστέρια-
χαίρετε σύντροφοι ήσυχοι του άρματος της Νύχτας.


                                  ---------

 ΚΟΨΕ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ


Σε μια βαθιά χαράδρα σ’ αιμάτινο ποτάμι
Ο Χάρος εκοιμόνταν εχόντας αποκάμει.

Από το μονοπάτι  που ο ίδιος είχε κάνει
Ζυγώνω και του παίρνω το κοφτερό δρεπάνι.

Και φεύγω τρεχαλώντας και το δρεπάνι θάφτω
Και λίθο μέγα βαζω απάνω από δαύτο.

Τη νύχτα σα φωνίτσες ψιλές χοντρές ακούω
Κανένανε δε βλέπω -δόντια από φρίκη κρούω.

Βουίζει η μονιά μου. Κινώ να πάω να φύγω
Φωνίτσες μ’ ακλουθάνε-παντού με κείνες σμίγω.

Στήνω αυτί-γρικάω λόγια να ξεχωρίσω
κατάρες και βλαστήμιες ο αγέρας φέρνει πίσω.

«Δος το δρεπάνι σκύλε στου Χάροντα το χέρι
στου Χάροντα το χέρι δος σκύλε το μαχαίρι.

Σπασμένη είμαστε κούκλα στης ζήσης τα παιχνίδια!
Στης γης το τόπι πάνω του ήλιου αποκαϊδια!»

Δεν ξέρουν οι καλοί μου. Βάσανα, δυστυχία,
Κάποτε παύουν. Θα ’ρθει ’φροσύνη, ευτυχία.

«Υπομονή καλοί μου. Η σφαίρα μας γυρίζει
Και όχι μόνο λύπη μα και χαρά χαρίζει.»

Πάλι μιλούν: «Μεγάλα ρωτήματα  μας ρέβουν
Πάντα άλυτα μενόντας  μας καίνε, μας παιδεύουν.

Το δρέπανο του Χάρου δος το κακό να σώσει…»
"Φίλοι», τους λέω, «ο Χρονος τη λύση θα σας δώσει.»

Κι ακούω παρακάλια πικρά και ξεπνεμένα
"Κοίταξε τα στεγνά μας μάτια τα στερεμένα.

Υπάρξεις κολασμένες, μονάχες τριγυρνάμε.
Άπελπα κι αναπόδοτα και άσωστα αγαπάμε.»

«Παρ’ το δρεπάνι Χάρε κι αγάπησε μαζί μου
Και πρώτα απ’ όλες Χάρε, θέρισε τη ζωή μου.»

 Η ΜΞΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Σκύβοντας πάνω στου Ατλαντικού τα κύματα
καθώς το πλοίο αρμένιζε σα φέρετρο
με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς
καθώς το πλοίο αρμένιζε σα φέρετρο
με μας επάνω ζωντανούς-νεκρούς
σκύβοντας πάνω στου Ατλαντικού τα κύματα
πέσαμε μέσα.

Οταν μας βγάλανε
τα νερά
είχανε τ’ όνομά μας καταπιεί.
τα νερά
είχανε τ’ όνομά μας καταφάει
όταν μας βγάλανε.

Ετσι εδώ φτάσαμε ξένοι.
Δεν ξέραμε ούτε τι είμαστε
ούτε αν κάποτε
υπήρξαμε μια υπόσταση παραδεκτή από κάτι άλλο
έξω από μας.

Απλώσαμε λοιπόν τα δίχτυα στο νερό-ό,που νερό
και τις παγίδες μας στο χώμα-ό,που χώμα προσιτό
κι υψώσαμε πολυευαίσθητες ευήκοες αντέννες
μήπως κι ένα, νεκρό έστω
σκουλήκι ή μέδουσα κάποια ν’ αγκιστρώσουμε
ή μήπως πιάσουμε ένα μήνυμα οδύνης-
κάτι που να μας λέει πως ο καινούργιος μας πλανήτης
έχει πάνω του ζωή.

Κι οι μέρες του καινούργιου κόσμου μας
και του καινούργιου ήλιου έρχονταν
έλαμπαν, δοξάζονταν, μεσουρανούσαν
έφευγαν
κι οι ώρες μέσα τους ατέλειωτες πομπές
νεκρών αλλοτινών εικόνων.

Στο μεταξύ λατρεύαμε το θεό
που στην αρχή ήταν μια μεγάλη πέτρα ωοειδής
ύστερα η φωτιά και τελευταία
μία μορφή ξανθομαλλούσα ολύμπια και καρτερική.
Ετσι λατρέψαμε πολλούς χειροπιαστούς θεούς
και όλοι ειν' αλήθεια-ας ειν’ καλά
μας ανταμείψανε και μας προστάτεψαν.

Μα ούτε οι Θεοί
ούτε οι αντέννες και τα παραγάδια
μας φέραν κάποιο μήνυμα-κάποια αρχή.
Αυτά κενά κι εμείς χαμένοι έξω τους κι εντός τους.
Χαμένοι. Ατέλεστοι. Αδίκιωτοι. Ανύπαρκτοι.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
(Να φύγουμε!Από πού;
Να φύγουμε! Για πού;
Να φύγουμε..)
ένα ταίριασμα της φαντασίας ήτανε.
Εκείνα που είχαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε
Ενα παιχνίδισμα ήτανε του νου
ένας χαμός μες στο χαμό.
Ενας μικρός παρήγορος θεός ήταν εκείνα
Που ’χαμε αφήσει πίσω για να φύγουμε.

Ετσι, μετά από χρόνια μη-ύπαρξης
Μετά από χρόνια άγνοιας
μετά απο χρόνια δίχως όνομα, συνείδηση και φως,
είμαστε όπως όταν φτάσαμε εδώ.
Και πια καιρός ν' αρχίσουμε το χτίσιμο μονάχοι.
Να βαφτιστούμε εκ νέου-
ανάδοχοι κι αναδεκτοί εμείς
δίνοντας ένα όνομα στη νέα μας έκπτυξη
κι ας είναι ψεύτικο όπως το παληό,
να κάνουμε  τις  ίδιες πράξεις κάθε  μέρα
έτσι που να φιλιώσουμε με τη συνήθεια,
ν’ αρχίσουμε να υφαίνουμε το χρόνο,
να μαρμαρώνουμε το "τώρα" των τοπίων… των αστεριών…της αγωνίας μας
δένοντας μνήμες για το χάος του αύριο.
Κα φυτέψουμε καρπούς αισχύνης, τιμής,
αγάπης για την πατρίδα,
καρπούς ευγένειας, λύπης για το θάνατο,
ευγνωμοσύνης, τρόπων καλής συμπεριφοράς
και να φυτέψουμε καρπούς μίσους ζωογόνου
και καρπούς ανάγκης, 
να σπείρουμε ακόμα προϋποθέσεις ταξιδιών ανθρωποκτόνων, 
να φτιάξουμε με λίγα λόγια ό,τ ι
θα μας βοήθησει να μπορέσουμε να κρατηθούμε…
να ριζώσουμε…

 Ο ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ
 Στην κόρη της Βάσως Κάθυ με αγάπη

Να ’ξερα-που’ναι οι ψυχές-
να πάω να τις ρωτήσω
και να τους πω: "Γιατί ψυχές
μπαίνετε μες στο σώμα;

Ποιο χέρι στην αιώνια σας
την ύπαρξη απλώνει
και στο θνητό έτσι κορμί
σας φυλακάει τ’ ανθρώπου;

Και σεις γιατί την πρώτη σας
ουσία δεν ξεχνάτε
κι ακίνητες κι αμίλητες
δε στέκετε εκεί μέσα

μόνο τα βελουδόπλαστα
φτεράκια αργοχτυπάτε-
και κάθε χτύπος ευλογιά,
μάλαμα και ’φροσύνη-

μόνο το διαμαντένιο σας
το φως γλυκοσκορπάτε-
και  κάθε αχτίδα του χαρά
και λάμψη κι ομορφάδα;"

Ύστερα να κατέβαινα
ήθελα από τα ύψη
των καθαρών τους των κορφών
και μέσα να βυθίσω

στού νου τις πετροκάμωτες
και σκοτεινές χαράδρες
και με φωνή που ο άδικος
ο πόνος την τρανεύει

να του φωνάξω: "Πες μυαλό
κι συ με τη σειρά σου,
ποιος μες στο άδειο το καυκί
σε όρισε του ανθρώπου,

να τρως από την τέρψη του 
να πίνεις τη χαρά του,
κάθε του γλυκοθάμπωμα
να πικροχρωματίζεις,

κι ό,τι η ψυχή γεννάει καλό
και απαλό κι ωραίο
με τα γαμψά να το ξεσκείς
και μυτερά σου νύχιά-

ποιος στο σερνόμενο έδωσε
το φίδι, εξουσία
να ’χει στο λεύτερον αητό
πάνω, τον υψικράτη;"

Κι ανήμπορος τα δύο τους
ν’ ακούσω τι μου λένε, 
απάνω απ’ τ’ αγεφύρωτα
κρεμάμενος τα χάη,

και πριν να πέσω να χαθώ,
και πριν ξαναγυρίσω
απ’ το μηδέν που βρίσκομαι
στο τίποτα από όπου ’ρθα,

φριχτή να βγάλω μια κραυγή
κι οι Κόσμοι να τρεμίσουν
στριγγιά φωνή που ν’ ακουστεί
στα μάκρη των Συμπάντων:

"Ποιος σαδιστής δημιουργός
έπλασε τέτοια αμάχη
και μέσα την εφύτεψε
στ’ ανθρώπιν κουφάρι;

Ποιου πλαστουργού ανίερου
η διεστραμμένη σμίλη
έχει ένα τέτοιο σύμπλεγμα
πανάθλιο σμιλέψει

και το ζωντάνεψε και μες
στ’ ανθρώπινα τ’ αλώνια
το ’ζεψε, κι ασταμάτητα
γυρίζοντας εκείνο

ποδοπατάει αλύπητα
την ευτυχία τ’ Ανθρώπου
χωρίς αυτή όχι καρπό,
μα ούτ’ ανθί να δώσει:

Ποιος; Ας φανερωθεί λοιπόν
ώστε προτού να σβήσω
πάνω στο σιχαμένο του
το πρόσωπο να φτύσω."

Μα ούτε τότε απόκριση
θα έπαιρνα καμμία.
Μόνο θ’ ακούγονταν βραχνός
μέσα στην ερημία

ο αντίλαλος απ’ τις τρανές
φωνές μου που θα ’ρχόνταν
από μακριά κι από βαθιά
κάπου, σαν όπως φτάνει

στ’ αυτιά μας το υπόκωφο
βόγγημα της γυναίκας
όταν αυτή κάτω από μας-
μπροστά μας σπαρταράει.

 ΑΠΟΡΙΑ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Θαρθεί η γιαγιά μου
κοντά μας να μείνει-
το είπε ο μπαμπάς μου
το θέλει κι εκείνη.

Η μαμά μου θα "κοιτάξει"
τη γιαγιά. Το 'πε με λύπη.
Κι ο μπαμπάς μου είπε:"έντάξει
αν μας δώσει αυτή το σπίτι".

Και πολίτη ως δε με θε 'νε
στων μεγάλωνε τη χώρα
όπως τόσα άλλα που λένε
δεν κατάλαβα και τώρα:

Το μικρό μου μυαλουδάκι
δεν μπορεί να νιώσει μπίτη
της αγάπης το μεράκι
πώς μπορεί να γίνει σπίτι.

 ΜΑΥΡΟ-ΑΣΠΡΟ

Οι μαύροι ωκεανοί δε με φοβίζουν
πιοτό φαρμακερό αλλά τους πίνω.
Μα η άσπρη όταν έρχεται σταγόνα
το φως της το πολύ πώς ν'  απαλύνω;

Άχου-τη λύπη την κρατώ
μες στο φαρδύ μου ράσο
μα τη χαρά μου-τη χαρά!
με ποιον να τη μοιράσω;

      ΤΟ  ΛΕΙΟ

Κάθε  Σαββάτο το πρωί μες στο λεωφορείο
σπερνά και γριές μαυρόντυτες βλέπει παντού η ματιά
και λυπημένοι ψίθυροι μου σκίζουνε τ'  αυτιά
καθώς σιγά πηγαίνουμε προς το νεκροταφείο.

Όταν κατέβουμε, οι γριές, που τρέμουν μες στο κρύο
μπροστά στους τάφους στέκονται, και με βαριά καρδιά,
ενώ τον ήλιο σύννεφα σκεπάζουν μολυβιά,
προσεκτικά ευπρεπίζουνε το μάρμαρο το λείο.

Ύστερα τ'  άνθη τα παλιά με τα καινούργια αλλάζουν
και με λογάκια τρυφερά στη λύπη βουτηγμένα
σαν οι νεκροί να ζούσανε μαζί τους κουβεντιάζουν.

Κι εκείνοι, αργά τα κρύα τους που δάκρυ στάζουν κι αίμα
στον όρθρο μισανοίγοντας μάτια τα σαπισμένα,
μ'  ένα πικρό τις άχρωμες γριές κοιτάζουν βλέμμα.

 

ΤΗΣ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

 Όχι-της λύπης δρόμο μη μου ανοίξεις.
Μη θρήνου μού γεννήσεις συ αιτία.
Μη στης απελπισιάς συ τη θητεία-
στο ζωντανό το θάνατο-με ρίξεις.

Τ' "όχι" σου το φρικτό μη μου πετάξεις-
δλητηριασμένο στην ψυχή μου βέλος.
Καλλίτερα στην ύπαρξή μου τέλος
παρά όντας ζωντανή να τη ρημάξεις.

Καλό είναι το μαχαίρι όταν σκοτώνει
κι όχι αν αγιάτρευτες πληγές αφήνει.
καλή 'ναι η κατάρα σαν πετρώνει
κι όχι σε δυστυχιάς ειρκτή που κλείνει.

Στον Άδη κάλλιο οιμωγές ν’ ακούω
πόρτα παρά ολόκλειστη να κρούω.

 ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ

Όλοι έχουμε περιόδους μ΄ ενδοστρέφεια κι εξωστρέφεια
αναλόγως με τα γούστα κι αναλόγως με τα κέφια.
Πότε λιώνουμε στο κλάμα πότε ακράτητα γελάμε
κι ή μας πιάνει μουγγαμάρα ή ασταμάτητα μιλάμε.

Πότε μέτριο τονε θε 'με τον καφέ πότε γλυκύ.
Να βρισκόμαστε ζητάμε ποτε εδώ και ποτε εκεί.
Για τους ίδιους τους ανθρώπους όταν κάποιος μας ρωτά
πότε είμαστε υπέρ τους, πότε είμαστε κατά.

Πότε θέλουμε μονάξα πότε θέλουμε παρέα
πότε όλα είναι σκάρτα πότε όλα ειν' ωραία
και το ρόφημα το ίδιο ή πολύ θα μας αρέσει
ή ζητάμε απ' το γκαρσόνι να το πάρει από τη μέση.

Κι αν θα πεις για τα γραφτά μας δίχως άλλο είναι καλά.
Μα η διάθεση την άλλη τη στιγμή πάλι χαλά
κι όχι πια-δε μας αρέσουν-τι στιχάκια του συρμού-
δε θα κόψουμε ποτέ μας κεφαλές εμείς Ερμού.

Κι η ζωή μας είναι όλη μια στο κρύο μια στη ζέστη-
ή "ζωή" θ' ακούς "εν τάφω" ή θ' ακούς "Χριστός ανέστη".
Κι επειδή χαρά και λύπη δεν κολλούν να κάνουν κράμα
και ο Χάρος θα μας έβρει ή στο γέλιο ή στο κλάμα.

 

"ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ" ΤΩΝ ΠΕΤΣΑΚΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

 Αντίλαλος"! Δύο πολύκορφοι
πράσινοι λόφοι
ένας στον άλλον αντικρύ
κι αναμεσό τους ένα πλάτωμα
που βέβηλη διασχίζει δημοσιά.

Μικροχαράδρες-
ρυτιδούλες σε ωραίο πάνω πρόσωπο
που γελά-
χαράζουν τις πλαγιές κάθε λοφίσκου.

Κοιτάς τ' απόγεμα
από 'να λόφο απέναντι τον άλλο
και βλέπεις σαν μες σε καθρέφτη
λουσμένη μόλις λες μία θεσπέσια Φύση
να τήνε στέφει φως ερυθρωπό.
Κι η φύση αυτή σε προσκαλεί-
κι ας είσαι μέσα της-
βαθιά ως την ψυχή της μέσα να 'μπεις.

"Αντίλαλος"!
Φωνές που πολλαπλασιάζονται
καθώς σε τραγωδία.

Κι όμως
Αντίλαλος παράξενος και μισητός:
λες τ' όνομα της πολυπόθητης
κι ακούς "όχι... όχι... όχι..."
λες "τληνε θέλω"
κι ακούς "χα χα!... χα χα!..."

Μόνο μια σφαίρα αν ρίξεις
η σφυριχτή βουή της θα ξανακουστεί
ίδια καθάρια και αλύπητα ηχηρή.