Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

 ΠΑΤΕΡΟΥΛΗ…
(2000, στο πέσιμο της Σοβιετικής Ένωσης)

Α.
Πατερούλη
Το χώμα όλης  της γης φούσκωσε θέληση από τη  θέληση σου.
Νόμισαν πως σε  θάψανε μα σ'  έσπειραν
και πλαντάζεις τώρα και αντρειεύεσαι  μες στο υγρό σκοτάδι
κι ετοιμάζεσαι
να πεταχτείς όλο ζωή  
ελπίδες για να δώσεις στον αγώνα μας.
Να πεταχτείς όλο ζωή
τη σιγουριά της νίκης μας για να σφραγίσεις.
Να υψωθείς σαν πλάτανος χιλιόχρονος
και κλωνιά ν'  απλώσεις
να κρεμάμε πάνω τους τα όπλα του αγώνα.
Φύλλα να στολιστείς σαν αρματωλός της Οικουμένης
για  να καθόμαστε στον ίσκιο σου να πίνουμε της λευτεριάς το πιόμα
και  της  αγάπης  μας  ο λόγος να στολίζει  με πουλιά γλυκόλαλα κάθε κορφή σου χλωροπράσινη.
Να τριγυρίσεις  όληνε  τη γη σαν  ουρανός ζωοδότης-
σαν  ουρανός χεροπιαστός  
μ'  αστέρια λαμπερά γεμάτος: Ψωμί, Φιλία, Συντροφιά, Χαρά, Ειρήνη, Γιατροπόρεμα, Ανθρωπιά.
Κι  ο ήλιος  τ'   ουρανού σου η ευτυχία.

Β
Πατερούλη
έφυγες κι άφησες αφύλαχτα τα στενά.
Και μπήκαν μέσα οι εχθροί .
Κι ό,τι ορθό εβρήκαν τόριξαν.
Κι ό,τι  θρεμένο είχες με το αίμα της περήφανης καρδιάς σου
με κίνηση μια των χεριών τους των ανίερων το γκρέμισαν.
Και πήραν το αίμα του λαού που τότρεφες με την επιμονή σου
κι έφτιαξαν λίμνες για να κολυμπάνε μέσα τους.
Και πήρανε τον ίδρω του λαού και τόνε πίνουν να δροσίζονται.
Και φτιάξανε θερμάστρες να ζεσταίνονται
και οι θερμάστρες καίνε κάρβουνο τη λευτεριά μας.
Και μες στα εργοστάσια ταΐζοντας τα με την άγια εργασία μας
φτιάχνουνε όπλα για να μας σκοτώνουνε.

Γ
Πήραν το φως που σκόρπιζες σαν ήσουνα μαζί μας
και φτιάξανε ίσκιο έναν όπου μέσα του
άφωτους κι άπελπους μας έχουνε να ζούμε.
Και μας μονάχα τ' Ονειρο μας έμεινε κι αυτό γεμάτο εφιάλτες
σαν ένα ολόλευκο πανί με πάνω του ποτάμια αίμα.
Μα μες σ' ετούτο τ’ όνειρο
και ο δικός τους εφιάλτης ύπνο πίνοντας θεριεύει
για να γεμίσει τον δικό τους ύπνο τον αιώνιο
που μέσα του θα τους βυθίσει ο ερχομός σου Πατερούλη.

Δ
Πατερούλη
Ο Χίτλερ μπήκε μες στην άγια τη Ρωσία μας-
πού είσαι να τον σταματήσεις;
Ο Τρότσκυ περιμένει από τη Δύση αναγνώριση-
πού είσαι να τον συνετίσεις;
Ο Τουχατσέβσκυ κάνει του κεφαλιού του-
ποιος θα τον βγάλει από τη μέση;
Ο Γιαγκόντα χτυπάει με τους μπράβους του τη λεφτεριά-
ποιος θα μας απαλλάξει κι απ’ αυτόν;

Ε
Ποιός θα βγάλει από τη μέση τους Ζινόβιεφ, Κάμενοφ, Μπουχάριν, Ρύκοφ
που βιάζουν την Ειρήνη και ποδοπατούν τις κατακτήσεις μας;
Ο  Τσώρτσιλ έδωσε  τα όπλα του  στον Τρούμαν κι   εκείνος  με  τη δύναμη  του  μας  εσκλάβωσε.
Και  η Ρωσία, η  πατρίδα σου Πατερούλη, παραδόθηκε.
Δράκο  την άφησες φεύγοντας Πατερούλη
Και   μπαίγνιο εκατάντησε στα χέρια πόρνων και θεατρίνων.
Φονιά την άφησες  φονιάδων Πατερούλη
και  θύμα έγινε των συμφερόντων τους.

ΣΤ
Με  τρόμο  κατά την Ανατολή έβλεπαν τότε οι άρπαγες. Τώρα
ως και  τον ήλιο της  τον σκοτειδιάσαν.
Κι   οι  Ρώσοι  που ψυχώνανε τον κόσμο  
με  τα τραγούδια τους της λεφτεριάς και  με τη λεβεντιά τους
και με τις μελωδίες τους που θέρμαιναν ψυχές,
άψυχοι  τώρα και σαν πιόνια  μοιάζουν κάτω από τον δυτικό δυνάστη.
Και  η  σημαία τώρα Πατερούλη η Ρούσικη  
δεν  είναι  η κόκκινη η   βαμμένη   με  το  αίμα των παιδιών  της,
μα ένα παντελόνι  
που ανεμίζει  όχι  από  το  φύσημα  του αγέρα της  δημοκρατίας απαλά
μα που  φουσκώνει-ξεφουσκώνει  πλαταγίζοντας σαν λυσσασμένο
απ'   τον  αέρα του ανεμιστήρα  της καπιταλιστικής
τρομοκρατίας:
μ'   ένα  μπλου  τζην  αλλάξανε  την  ανθρωπιά οι Ρώσοι  Πατερούλη.

Ζ
Όχι ότι δεν έπρεπε να πέσουνε τα κάγκελα Πατερούλη,
μα έπρεπε να τα ρίξουν οι φυλακισμένοι.

Η
Πατερούλη
Σ' όλη τη γη μπολιάσανε τον τρόπο της ζωής τους
και τους ανθρώπους κάθε χώρας
ρομπότ τους κάνανε από κείνους κουρντισμένα.    
Κανένας δεν τολμάει όχι να πει.
Κανένας δεν τολμάει να μιλήσει-να πει το δίκιο και τη λεφτεριά και την ειρήνη.
Και δεν τολμάει κανένας να τους φωνάξει: "φονιάδες"-τονε σκοτώνουνε προτού τη λέξη αποσώσει.
Ο τρόμος
βροντώντας τις βαριές πατούσες του στο χώμα
περιπολεί στους δρόμους, στις αυλές, στα σπίτια, στις ψυχές μας. Η βία
κρατώντας τ' όπλο της με την σκανδάλη σηκωμένη
στέκει απέναντι απ’ τον καθένα μας
έτοιμη να σκοτώσει κάθε μας για λεφτεριά προσπάθεια.

Θ
Όταν γεννάνε οι γυναίκες μας,
πρώτα στις αλυσίδες δίνουνε ζωή-στις αλυσίδες
που τα παιδιά τους τα νιογέννητα θα σφιχτοδέσουν.
Όταν αναστενάζουμε,
το κάθε ωχ! είναι η κραυγή απ’ το μαχαίρι
που η τυφλή τους δύναμη όπου βρει σάρκα λεύτερη το μπήχνει.
Τον κόσμο ανάμεσά τους καλά καλά τονε μοιράσαν Πατερούλη.
Και θέση μέσα του για μας δεν έχει παρά μόνο
στα εργοστάσια εργάτες,
στ’ αρχοντικά υπηρέτες,
κι  ένοχοι στα δικαστήρια.
Και δικαστήρια κι εργοστάσια και αρχοντικά, όλα δικά τους Πατερούλη.
Πού είσαι να μας φέρεις λεφτεριά και ειρήνη;
Πού είσαι Πατερούλη να μοιράσεις δίκια το ψωμί;

Ι
Ο χτίστης Πατερούλη χτίζει σπίτια ολοζωής και άστεγος πεθαίνει.
Ο παπουτσής ξυπόλυτος γυρίζει κι ο φουρνάρης πεινασμένος.
Δακρύζουν οι φτωχοί σαν τα κεριά που λιώνουν Πατερούλη.
Άραγε πρέπει κάνοντας χωνί τα δυο μου χέρια γύρω από το στόμα μου-
πρέπει να σκύψω προς τη γη και να φωνάξω για ν’ ακούσεις;
Όχι! Εσύ μ’ ακούς χωρίς καθόλου να μιλήσω.
Γιατ’ η φωνή μου είναι η αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι μέσα στο νερό που απ’ την κορφή κυλάει του βουνού.
Και η αλήθεια είναι μέσα στην κραυγή των αγριοπερίστερων.
Και η αλήθεια είναι μες στα μάτια των τυραγνισμένων.
Και η αλήθεια είναι μες στου άδικημένου την ψυχή.
Και η αλήθεια είναι μες στης γης τα σπλάχνα τα καυτά
και πρώτα εσένα καίει Πατερούλη.
Γιατ' η αλήθεια από σένανε ξεκίνησε-μες απ' του στήθους του δασού σου τις φωλιές-
κι απλώθηκε στον κόσμο.
.
ΙΑ
Γιατ’ η αλήθεια βγήκε από τη σκέψη σου καθώς από το ρόδο τ’ άρωμα.
Κι όταν αυτή,
σ' όλη τη γη κυνηγημένη
ζητάει πάλι νάβρει καταφύγιο να κρυφτεί,
σε σένα πάλι έρχεται-
στην προαιώνια της τη μήτρα Πατερούλη.
Γιατί αλλού να πάει τόπο δεν έχει-
όλα το ψέμα τούτου του λαού τα ’χει γεμίσει.
Και συ-τι άλλο θα την έκανες συ την αλήθεια-
τη στέλνεις με μηνύματα κρυφά-συντροφικά
σε κείνους που μπορούν να τήνε νιώσουνε
για να ετοιμάζουνται για τον καινούργιο αγώνα,
τη νίκη την αιώνια που θα φέρει τώρα.

ΙΒ
Ήσυχος να είσαι Πατερούλη.
Γενιά γενιά, ψυχή ψυχή, άδικο τ’ άδικο
Η αλήθεια σου-η αλήθεια μας
ζει και φουντώνει μέσα στις καρδιές μας
κι ετοιμάζεται
και θα την έβρεις έτοιμη όταν
παίρνοντας του εκδικητή την άγρια την όψη θα ’ρθεις πάλι
οριστικά ετούτη τη φορά
να μοιραστείς τον λυτρωμό μας.

ΙΓ
Το νέον άνθρωπο εμόχθησες να φκιάσεις Πατερούλη.
Νέο έναν άνθρωπο και τούτοι πλάθουν.
Και μη την ησυχία σου χαλάς να ’ρθεις να τόνε δεις.
θα σου τον πω εγώ (λες και ανάγκη έχεις εσύ από κάποιον να σου πει):
Δυο φανοί τα μάτια του που ψάχνουνε τη νύχτα
κάποιον κρυμμένο άνθρωπο να βρούνε να τον κόψουνε. Ο λαιμός του
με αλυσίδες γύρω,
ύμνους ψάλλει στους δυνάστες του ολημέρα.
Το πρόσωπό του
με τρελό ένα γέλιο πάντα σφραγισμένο.
Ένα ρομπότ με σιδερένιες που βαδίζει μπότες
σε πτώματα πατώντας πάνω ανθρώπων.
Και μες στα χέρια του ένα μπαλτά κρατεί
λιανίζοντας Λευτεριά κι Ειρήνη κι Ανθρωπιά.
Πρώτος σε πόλεμο που είναι ν' αρπάξει.
Σε πόλεμο που είναι να δουλώσει πάλι πρώτος.
Στο αίμα βουτηγμένος πάει μπροστά
με αγκαλιά τ’ αγαπημένα τέρατά του:
Φόνο, Κλοπή, Πορνεία,
Εκμετάλλευση του ανθρώπου.

ΙΔ
Και μπροστά του οδηγός αντάξιος του ο αρχηγός του
Και,  
Πατερούλη,
όλοι του οι ακόλουθοι καθένας τους με νου μικρό,
που δεν μπορεί ούτε να σκεφτεί ότι δεν είναι άνθρωπος.
Αυτός είναι ο νέος άνθρωπος τους Πατερούλη-
τους έζησες, τους ξέρεις.

ΙΕ
Πατερούλη
Στο Γκορν όπου γεννήθηκες
αητοί πετάγαν στον αέρα γύρω,
και τα φτερά, την  αντοχή,
την περηφάνια, το φρόνημά τους πήρες;
Και πες  μου, ο Ριόνι  έτσι  ορμητικά κυλούσε
ανάμεσα Σχάρα και  Μποκοβόϊ τα νερά του
όπως  εσύ
με ορμή  τους  προδότες  της Επανάστασης  εσάρωνες;  
Πες μου
ακλόνητος κι ατάραχος  στη Μόσχα όταν βρισκόσουν
σχέδια στο Φασισμό ενάντια καταστρώνοντας,
Της  Ούζμπας  τις κορφές  τις χιονισμένες  ζωγραφίζανε  οι  προσταγές  σου;



ΙΣΤ.
Πρώτος  ο Μεγαλέξαντρος  σού  δούλωσε  τη  χώρα.
Μετά ο Χριστιανισμός, η  δουλοποιήτρα μηχανή τη   βρήκε.
Κι  οι  διεφθαρμένοι Βυζαντίνοι
κι  οι Πέρσες, μαλθακοί  σαν γυναικεία παρειά  
και   του  Μωάμεθ  οι πιστοί
κι οι υπέροχοι  Μογγόλοι
κι  οι  Ρώσοι  οι αιθερόψυχοι.
Οι  αχόρταγοι ύστερα οι Τούρκοι
Κι οι σιδερόφραχτοι  οι Γερμανοί
και  οι κτηνώδεις Άγγλοι την ορέχτηκαν.
Κι  όλους  τους  είδες και  τους  ζύγιασες.
Και  διάλεξες  τους Ρώσους.
Και κοντά τους πήγες, και τους πήρες στα φτερά σου και τους ύψωσες
όπου ψηλότερα μπορεί άνθρωπος  να φτάσει.

ΙΖ
Κι  αν λείποντας εσύ πήρε ο εχθρός  τους κάμπους,
μα οι  ψηλές  βουνοκορφές  μένουνε  λέφτερες.
Κι   αν  πήρε  ο  εχθρός  τα ηλεκτρικά  τα φώτα
μα  του  ηλιού  το φως  να πάρει δεν  μπορεί.   .
Κι  όλα τα ναι  αν πήρε, μένει τ’  όχι
που λεν τ’ αγκάθια στα πουλιά και στους δειλούς τ’ αστέρια.
Ναι Πατερούλη! Τους αφήσαμε την κόπρο και τη σκιά-
πουλιά κι αστέρια είναι δικά μας.
Και κάθε μια κορφή  έχει  πάνω της  γραμμένο  τ’ όνομά μας.
Κι  ο ήλιος  στην καρδιά του  έχει  την αγάπη  μας.
Κι η γης
μ’ ανθούς  της  ανθρωπιάς μας  Πατερούλη ωραΐζεται.

ΙΗ

Βγάλαν  τους  δολοφόνους  όλους απ’  τις  φυλακές  
τους  φόρτωσαν σε σαπιοκάραβα
και  τους ξαπόστειλαν  να τους ξεφορτωθούνε.
Ήρθαν  εκείνοι  εδώ.
Και  πιάσαν  τη  δουλειά τους: ξεπαστρέψαν
όσους μπροστά τους βρήκανε.
Και χάθηκε η αγνή φυλή του ανθρώπου.
Κι όταν δεν είχανε να ξεπαστρέψουν άλλους
Αρχισαν να χαλιούνται αναμετάξυ τους.
Τους είπε τότε το μυαλό το βρώμιο τους:
"Ας φτιάξουμε καράβια
Να πάρουμε τις θάλασσες
Κι άλλους πολλούς να ξεπαστρέψουμε.
Αίμα πολύ να πιούμε εκεί μας περιμένει".

ΙΘ
Και φτιάξανε καράβια κι αυτοκίνητα,
Και φτιάξαν σιδερόδρομους και τανκς,
Και φτιάξαν αερόπλανα και πύραυλους
Και ξεπαστρεύουν έκτοτε λαούς
Και ξεπαστρεύουνε πατρίδες
Και ξεπαστρεύουν ηθική, θρησκείες και ιερά.
Τη φτώχεια μοναχά και τη δουλεία κρατάνε ανέγγιχτες
Για να τους φέρνουνε πλούτη κι ανέσεις-
Πού είσαι πατερούλη να μας προστατέψεις;

Κ
Έφυγες πατερούλη κι άφησες ανίκανους διαδόχους.
Τη χώρα πήρανε μεγάλη και τρανή
Και τήνε μίκρυναν.
Σταυρώσανε τα χέρια και περίμεναν
Με την ειρήνη να κρατήσουν την ειρήνη.
Τα όπλα τάβαλαν στις αποθήκες
Κι άφησαν τον εχθρό να τους σκοτώνει
Για να μη κάποιος πολεμόχαρους τους πει.
Βλέπαν το λύκο νάρχεται στη στάνη
Και του ανοίγανε το έμπα του μαντριού
Να μη τους πουν οι λύκοι αγενείς.
Και εγκρεμίσανε τον πύργο πούχτισες με πόνο κι αίμα
Και χτίσανε καλύβες και στεγάσαν μέσα τους
Της Δύσης τη σαπίλα όλη πατερούλη.

ΚΑ
Άφησαν της Ρωσίας την ξεγνοιασιά
μια νάιλον κάλτσα γυναικεία να την πνίξει.
Κι άφησαν στης Ρωσίας την ομορφιά τη λαμπερή επάνω
σεξομανή άψυχα όντα ν' ασελγήσουν.

Έφυγες πατερούλη πίσω σου αφήνοντας
μιαν υποθήκη για παγκόσμια ευτυχία.
Κι ο Κρούστσεφ τη διαθήκη σου αγνόησε
κι ο Μπρέζνιεφ την επούλησε στους Αμερκάνους
κι ο Γκορμπατσώφ προδότης της πατρίδας του έγινε
κι όλης της γης προδότης.
Και η γη μας
περιμένει πάλι μόνον από σένανε
να πεταχτείς όλο ζωή  
ελπίδες για να δώσεις στον αγώνα μας.
Να πεταχτείς όλο ζωή
τη σιγουριά της νίκης μας για να σφραγίσεις.
Να υψωθείς σαν πλάτανος χιλιόχρονος
και κλωνιά ν’  απλώσεις
να κρεμάμε πάνω τους τα όπλα του αγώνα.
Η γη μας
περιμένει πάλι μόνον από σένανε
το λυτρωμό της
Πατερούλη.

                                     -----


 
Παν μοι συναρμόζει,ο σοι ευάρεστον εστίν,ω
κόσμε' ουδέν μοι πρόωρον ουδέ όψιμον το σοι
εύκαιρον' παν μοι καρπός,ο φέρουσιν αι σαι
ώραι,ω Φύσις' εκ σου πάντα,εν σοι πάντα,εις
σε πάντα..

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ




Αν ήμουνα βασιλιάς θα έδινα το θρόνο μου για
ένα συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Κι αν ήμουνα θεός θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ



Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μ’’εσα σε δύομκοριτσίστικα στήθη.
ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


Οι μεν ιππήων στρότον
οι δε πέσδων οι δε νάων
φαις’ επί γαν μέλαιναν
έμμεναι κάλλιστον
εγώ δε κην' όττω τις έρραται.
ΣΑΠΦΩ



Θεοίς μεν ήδη παρημελήμεθα
χάρις δ΄αφ' ημών ολομένων θαυμάζεται'
τι ουν ετ' αν σαίνοιμεν ολέθριον μόρον;

(ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ, Ετεοκλής, 702-704)









Το θάμα που όταν πεις τ’ όνομά του γυρίζει και σου απαντάει, το είδε στόνειρό του.
Και έμεινε κοντά του έξη μήνες.
Και έγινε η σκια του.
Και όταν του εγύρεψε , αυτό του είπε τι να αγαπήσω από μια σκιά.

'Οταν εξύπνησε είχανε μαζευτεί μέσα του λόγια που τον εκαίγανε.
Και επήρε μολύβι, και επήρε και χαρτί να απλώσει τη φωτιά του απάνου του, αλλά το χαρτί του έφευγε από το χέρι.
Και το ίδιο και το μολύβι.
Και δεν ήξερε τι να κάνει γιατί δεν είχε άλλον τρόπο να ησυχάσει.
Και θα επέθαινε γιατί δεν είχε κανένανε να του μιλήσει.

Εκεί κοντά στη γειτονιά του ήτανε το άγαλμα ενού νεαρού πρίγκηπα που λένε πως επέθανε από την πολλή του αγάπη για μια γυναίκα που δεν τον ήθελε.
Και εγύρισε τη φωνή του στο άγαλμα.
Και εκείνο δεν επερίμενε δεύτερη κουβέντα.
Εκατέβηκε αμέσως από το στήσιμό του και πήγε μαζί του στο σπίτι του.
Και από ένα κόψιμο που έκανε στο δέρμα του, μπροστά, από το κεφάλι ίσαμε ανάμεσα από τα σκέλια του, εμπήκε μέσα του ολόκληρο και το εξανάκλεισε.

Και για ώρες μετά εκαταλάβαινε τα κόκκαλα του αγάλματος να ανοίγουνε και μέσα τους να μπαίνουνε τα δικά του.
Και το ίδιο έγινε και με τα μούσκουλα και με όλα του τα σπλάχνα.
Και όλη τη νύχτα δεν εκοιμήθηκε από τα μαστορέματα.

Το άλλο πρωί επήρε το χαρτί στα χέρια του και το χαρτί τού εστάθηκε.
Και δεν εστάθηκε στο δικό του το χέρι αλλά στο χέρι από το άγαλμα.
Και το μολύβι στο χέρι από το άγαλμα εκρατιότανε.

Και άρχισε να γράφει.
Και δεν έγραφε αυτός.  
Ούτε ήτανε αυτός.
Και οι άλλοι δεν εκαταλάβανε τίποτα από όλα τούτα που του εγίνανε, γιατί το άγαλμα ήτανε ακόμα στη θέση του.

1.
KΑΘΗΜΕΡΝΕ ΜΟΥ

Το "σ' αγαπώ" το έγραψες με όμικρον
και το ετόνισες με οξεία'
α! δέρνει τον ελληνισμόν τον απόδημον
πολλή ανορθογραφία!

Το "σ' αγαπώ" καθημερνέ μου θάνατε
γράφεται με φιλιά.και παίρνει
(τίποτα στο σχολείο σας δε μάθατε;)
όχι οξεία ή περισπωμένη

αλλά στο ύστατο φιλί μιαν αιωνιότητα
κι αυτά όχι για λόγους στίξης
μα για να ξέρεις πού θα έβγεις αν αρώτητα
το δρόμο της αγάπης θα τραβήξεις.



2.
ΜΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ

Μια νύχτα θα σπάσω του τάφου μου
το κρύο το μάρμαρο κι άσπρο
και θα 'ρθω του μύρου σου του άγουρου
κι αβρού να κουρσέψω το κάστρο.

Θα ρθώ μία νύχτα κι αδιάφανος,
με τόλμη θα μπω στο κορμί σου-
τα χρέη δεν ξεγράφει ο θάνατος
και συ μου χρωστάς το φιλί σου.



3.
ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΙΣ

Κι αν μου στύψεις το κεφάλι
την ψυχή κι αν θα μου γδάρεις
ουτ' ευχή δε θα 'βρει πάλι
από μένανε να πάρεις.

Λες και πάντα ήταν για μένα
δεκατέσσερες Φλεβάρη
σου τα εχω όλα δοσμένα
και μου τα 'χεις όλα πάρει.

Έτσι αν θέλεις του εθίμου
τη σειρά να συνεχίσεις
πρέπει του άγιου Βαλεντίνου
κάτι εσύ να μου χαρίσεις.



4.

ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ

Στον μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.

Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.

Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.


5.
ΧΤΕΣ

Χτες η αγάπη είχε γίνει φως
που μ' όλα τα τριγύρω στέρια δένει
σαν ένα τόπι ο ήλιος αλαφρός
ανάμεσα ουρανό και οικουμένη.

Χτες ένα σύννεφο ήταν η χαρά
ολάσπρο, ευτυχία πλημμυρισμένο
που κράταε στ' ανοιχτά του τα φτερά
του δειλινού το ρόδο το ανοιγμένο.

Χτες μία στάλα ήταν η ζωή
ωσάν αυτές που πέφτουν απ' τα φύλλα
όταν του κρύου αγέρα η πνοή
με φρίκη τα δονεί κι ανατριχίλα.

Της ύπαρξής μας χτες το μυστικό
στα πάνωθέ μας χάη εφανερώθη,
μας έγνεψε για λίγο θριαμβικό
και πάλι το σκεπάσανε οι πόθοι.

Χτες στης αγάπης μου την αγκαλιά
ο έρως ζωηρός είχε φωλιάσει
κι από τ' αυθάδη του τα φιλιά
κοκκίνιζεν εκείνη σαν κεράσι.

Χλωμή εχτές μια μάσκα από κερί
κρεμόταν απ' του κόσμου το μπαλκόνι'
κι έβλεπες ένα γέλιο να φορεί
και κάτω από το γέλιο της να λιώνει.



6.

ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θα 'ρθει ο καιρός τα χέρια μου
να 'ναι άσαρκα και κρύα
αυτή θα είναι τότε μια
πολύ γριά κυρία

και με τη μνήμη οδηγό
γυρνώντας πάλι πίσω
θα λέει: "πώς έτσι έγινε
να μη τον αγαπήσω;"

Θα 'ρθει ο καιρός το στόμα μου
να 'ναι γεμάτο χώμα
αλλά για με δε θα πονά
ούτε και τότε ακόμα.



7.

ΑΥΤΟ

Η πρώτη ύλη που 'φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να 'ταν χώμα
πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να 'ταν χώμα.

Και ούτε τον εφύσηξε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.

Αυτή 'ναι η εξήγηση που μέσα σα βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.

Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ' αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.

Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνην, το βραχνό,
αυτό, πώς θα μπορέσω;



8.

ΑΡΡΩΣΤΗ

Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;

Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;

Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:

ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί…



9.

ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ

Μες στ' όνειρό της θα 'θελα να μπω κι ένα φιλί
ερωτικό να έδινα στο ροζ μικρό της στόμα.
Απότομα να ξύπναγε αυτή και πελιδνή
ν' αναζητούσε λυτρωμό απ' το που θα 'καιε στρώμα.

Και το πρωί όταν θα 'ρχονταν θα 'θελα να κοιτά
φωνές και ήχους και μορφής σημάδια να ταιριάσει
και της νυχτιάς τον άλυπο εραστή καθώς ζητά
στις ρίζες της λατρείας μου της άπειρης να φτάσει.

Και να την έβλεπα ήθελα καθώς διστακτική
να σκαρφαλώνει θα 'ρχιζε γεμάτη δυσπιστίες
στο δέντρο μου-εδώ 'γγίζοντας, μυρίζοντας εκεί
τις άγνωστές της ψάχνοντας ν' αναγνωρίσει αξίες.

Τ' αλάθητα έτσι άμαθη χνάρια να προσπερνά
το τάσι άδειο να θαρρεί που έρωτα 'ξεχείλα
κι απελπισμένη απ' του κορμού τη μέση να γυρνά
ενώ θα τρέμουν-θα πλαντούν-θα σκούζουνε τα φύλλα.




10.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Απ' τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ' τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ' τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ' τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι'

απ' τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ' ανάσασμα αντρικό δε σ' έχει ακόμ' αγγίξει
απ' τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη

απ' τη στιγμή που όταν κανείς τ' ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ' ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου

απ' τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας

απ' τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα
αντίο τότε πες μικρή σ' όλα τα παιδικά σου
και σ' όλη την αξία σου-πια έγινες γυναίκα.

 ΠΑΣΙΦΑΗ

Νύχτα σ’ ένα νησί. Κρήτη το λένε.
Μέγας πολιτισμός εδώ ανθίζει.
Και δύναμη. Δικό της το Αιγαίο.
Και η Ελλάδα υποταχτική της.
Του βασιλιά τού Μίνωα το παλάτι
Τη δόξα του απλώνει στο σκοτάδι
Σαν ένα πέρφανο γερό κατάρτι.
Και το νησί ολόκληρο ένα πλοίο.
Στη νοτινή γωνιά του ένα δωμάτιο
Ακόμα φωτισμένο. Και σκυμμένος
Ο Δαίδαλος απάνω στα σχέδιά του.
Ανοιγει η πόρτα. Κι είναι η Πασιφάη.
Τη βλέπει εκείνος παραξενεμένος.
«Βασίλισσα. πώς μόνη τέτοιαν ώρα;
Και πως στο εργαστήρι μου; Τι θέλεις;»
«Δαίδαλε θέλω από σε μια χάρη.
Τα μυστικά της τέχνης σου ζητάω
Στη δούλεψή μου τώρα να τα βάλεις".
"Ό,τι μου πεις μετά χαράς θα κάνω.
Είσαι βασίλισσα. Σε υπακούω.
Κι είσαι του Απόλλωνα παιδί. Δε θέλω
Θεού επάνω μου οργή να πέσει.
Ακούω βασίλισσα τις διαταγές σου".
"Δεν ξέρω πώς ν’ αρχίσω να μιλάω
Και το φρικτό να πω που μου συμβαίνει.
Από τη μια η ντροπή με σταματάει΄
Τα πάθη με κεντούν από την άλλη .
Nαι. Θα σου πω τι θέλω. Γι αυτό ήρθα.
Μα πρέπει Δαίδαλε να περιμένεις
Κάτι για πρώτη σου φορά νακούσεις".
"Είμαι μεγάλος και πολλά 'χω ακούσει
Κ ι έχουν πολλά τα μάτια μου ιδωμένα.
Κι είσαι βασίλισσα. Οι βασιλιάδες
Ό,τι κι αν πουν καλά ’ναι ειπωμένο".

"Ξέρεις του ταύρο που ο Ποσειδώνας
Στο βασιλιά γιά δώρο έχει στείλει.
Που ολημερίς γυρνάει στα παράλια
Kι ό,τι στο διάβα του έβρει το ρημάζει.
Kι ειναι κι αντρών και γυναικών ο τρόμος.
Έτυχε να τον δω μιά μέρα όταν
Στο κύμα πήγα με τη συνοδειά μου.
Από την ώρα εκείνη η καρδιά μου
Σε χίλια εραγίστηκε κομμάτια...
Μη...μη μιλάς τώρα που έχω αρχίσει...
Πήγα και ξαναπήγα και τον είδα.
Πάω και ξαναπάω κάθε μέρα.
Ξέρω τα μέρη που περνάει ή στέκει
Kι έχω κρυψώνες βρει και τον κοιτάζω.
Κι ειμ' όλη μάτια τις στιγμές εκείνες.
Σαν το αθώο ταρνάκι είναι κατάσπρος.
Και δέκα λιονταριών η δύναμή του.
Άγριος κι όμορφος. Τα κέρατά του
Μπορούν χιλιάδες να νικήσουν όπλα.
Εβρήκα τρόπο να τον πλησιάσω.
Κρυφά. Δίχως να με ’δει. Τον φοβόμουν.
Η μυρωδιά του ακόμα με ζαλίζει.
Μ’ εχει ποτίσει μέχρι το μεδούλι.
Ταυρίσια μυρωδιά. Aψιά! Βαρβάτη!..
Και τώρα που τη σκέφτομαι μονάχα
To κόκκινό μου ανταριάζει το αίμα.
Kαι, Δαίδαλε, μια μέρα από κείνες
Εκει, ανάμεσα στα πόδια του είδα
Να κρέμονται με ηδονή γεμάτα
Τα σκήπτρα της αντρίκιας βασιλείας.
Και τίποτ' άλλο δε θυμάμαι. Οι δούλες
Με βρήκανε πεσμένη πα' στην άμμο.
Λιπόθυμη. Με σήκωσαν. Καμιά τους
Γι αυτό δε λέει κι ας έχουν καταλάβει-
Δαίδαλε! Αγαπώ αυτόν τον ταύρο.."
"Βασίλισσα. ."
«Βασίλισσα δεν είμαι
Αν ό,τι πιο πολύ ποθώ μου λείπει.
Ό,τι να πεις σωστό βέβαια θάναι.
Μα τα σωστά ο έρωτας τα λιώνει
Σαν φρύγανα κατ' απ' τα πέλματά του.
Ξέρω ποιά ειν' η αιτία για όλα τούτα.
Η Αφροδίτη μού το είπε η ίδια
Ερχόντας στ’ όνειρό μου ένα βράδυ.
Σαν ο Έρωτας την πλήγωσε κι Εκείνη
Για το κορμί το αρρενωπό του Αρη,
Κι ενώ πα' στο κρεβάτι ήταν οι δυο τους
Ο Απόλλωνας το είπε του Ηφαίστου.
Κι αφού δεν δύναται η Αφροδίτη
τίποτα στον Απόλλωνα να κάνει
Σ’ εμέ την κόρη του ξεσπά η οργή της.
Και ν’ αγαπήσω μέβαλε τον ταύρο!
Να το παραδεχτώ της πρέπει όμως:
Καλά σε πράξη βάζει τη βουλή της.
Μα το γιατί, δεν ωφελεί να ξέρω.
Όπως κι αν ήρθε δυνατό είναι τόσο
Που γρήγορα. θα γινει η πλήρωσή του.
Κι ήρθα σε σένα για να με βοηθήσεις:
Όποτε φανερά τον πλησιάζω
ορμάει πάνω μου να με ξεσχίσει.
Δεν ειν' αυτό που θέλω από κείνον.
Τη βία του αλλιώς vα νιώσω θέλω.
Και το μυαλό μου εγέννησε ιδέες
που γυναικείο μυαλό μόνο γεννάει-
Ιδέες που θα με σμίγανε μαζί του.
Στην πράξη όμως δεν άντεξε καμιά τους.
Μα η καινούργια που μου ήρθε ιδέα
Είναι η μόνη που μπορεί την τέτοια
Τη φλόγα που με καίει να τήνε σβήσει.
Κι εσύ μπορείς να τήνε κάνεις πράξη.
Θέλω την τέχνη σου όληνε να βάλεις
Και από δέρμα, ξύλα ή ό,τι άλλο
Nα φτιάξεις μία ψεύτικη αγελάδα.
Μετά θα με βοηθήσεις να την πάμε
Στα μέρη όπου ο ταύρος τριγυρίζει.
Kαι φύγε συ. Κι εγώ θα έμπω μέσα...
Όταν ο ταύρος δει την αγελάδα...
Θεοί! Στη σκέψη μόνο της μεγάλης
Της ευτυχίας που θα μ’ έβρει λιώνω.
Λοιπόν απόψε αρχίνα. Σε διατάζω
To συντομότερο να μού τελειώσεις
Ό,τι την ευτυχία μου θ’ αρχίσει".
"Την τέχνη μου βασίλισσα θα βάλω
Kι ό,τι μου είπες γρήγορα θα το ’χεις.
Kαι η ψυχή μονάχα θα του λείπει
Γιά να ’ναι ζωντανό το τέχνημά μου.»
Στο παραθύρι στράφηκες κατόπι
Κι άρχισες να μιλάς προς το σκοτάδι.
"Ωραίο τόσο πλάσμα δεν ξανάδα.
Kι εγώ δεν ξέρω αν γιατί ειν’ ωραίος
Γι αυτό τόνε ποθώ, ή τάχα ο πόθος
Στα μάτια μου ωραίο τόνε κάνει.
Μα ξέρω δυνατά πως τόνε θέλω.
To πρώτο ερωτικό μου το τραγούδι
Ένα σα γίνουμε, θα τραγουδήσω.
Άλαλος ως τα τώρα ο έρωτας μου.
Κορμιά χωρίς ψυχή λες μ’ αγκαλιάζαν...
Του ήλιου του μονάκριβου είμαι κόρη,
Kαι το μονάκριβο ποθώ να σμίξω.
Ωκεανίδα η μάννα μου, κι ο πόθος
Βαθύς όπως η θάλασσα ο δικός μου.
Είμαι γυναίκα. Να ενωθώ ζητάω
Με ό,τι δυνατότερο υπάρχει.
Kαι να! ο ταύρος! Όπως καταιγίδα
Kαι μανιασμένη θύελλα ορμάει.
Kαι τρέμουν τα βουνά στο πέρασμά του.
Κι ας είναι τρομερός. Έχει μια γλύκα
Στο πρόσωπο που μόνο εγώ τη βλέπω.
Τί μοναξιά πρέπει να νοιώθει αλήθεια
Καθώς βοσκάει στους κάμπους δίχως ταίρι…
Αχ! Πόσο θάθελα να τόνε κλείσω
Στην αγκαλιά μου. Να τόνε χαιδέψω
Να τον ταγίσω απ' το γλυκό μου στήθος
Και να τον νανουρίσω σαν παιδάκι.
Η άγια η στιγμή πότε θα φτάσει
Που άβουλη από κάτω του θα κείμαι,
Γιά μιά φορά σκλάβα του έστω μόνο
Σ’ αυτόν ολότελα υποταγμένη...
Kι αv ασυνήθιστη μια τέτοια σμίξη
Μα όμως ειν' εκείνη που μ’ αρέσει.
Kαι ποιος θα εμποδίσει μια γυναίκα
To πιο επιθυμητό της vα διαλέξει;
Toν ταύρο εδιάλεξα κι αυτόν θα πάρω,
Ακόμα κι αν ό,τι έκανα όταν μάθει
Σκληρά ο Μίνωας με τιμωρήσει.
Εγώ, η πολύαντρη η Πασιφάη
Σαν έφηβη αιστάνομαι, που πρώτη
Του Έρωτα φορά την έλξη νιώθει.
Κι έχω ξεχάσει όλα μου τα πρώτα
Kι ένα μεθύσι μόνο περιμένω-
Εκείνο που ο δικέρατος θα δώσει
Σε μέ, με το ταυρίσο το κρασί του".
Και στράφηκες στον Δαίδαλο και  ’πες:
"Δαίδαλε ταίριαξε την τέχνη σου όλη-
Θέλω και σαν ΄γελάδα όμορφη να ’μαι!."

 ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑΚΙΑ
ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ.
(ή:ΟΥΚ ΕΝ ΤΩ ΠΟΛΛΩ ΤΟ ΕΥ…)


1.

ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗ

Τα Χριστούγεννα από το πολύ
ο Αγιοβασίλης φαγητό του,
εβυθίστηκε στο χιόνι
κάθοντας στο έλκυθρό του.

Του Αγιοβασίλη ο τάρανδος
σε αυστηρό του είπε τόνο:
«Θα σε τραβήξω από το χιόνι έξω
Αν μου δώσεις λεφτά και μόνο.»

«Λεφτά δεν έχω. Άχυρα μονάχα.
Σε παρακαλώ εδώ μη μ’ αφήνεις.»
«Λυπάμαι πολύ άνθρωπέ μου
Αλλά τότε εκεί θα μείνεις.»



2.

Η ΝΕΡΑΙΔΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

-Μικρή νεράιδα-μικρή νεράιδα
Τι βλέπεις πες.
-Φωτάκια που λάμπουν
Σ’ ελάτων κορφές.

-Μικρή νεράιδα-μικρή νεράιδα
Πες τι όμορφο ακούς;
- Γλυκά κουδουνάκια
Που φέρνουν ταράνδους.

-Μικρή νεράιδα-μικρή νεράιδα
Μυρίζεις κάτι καλό;
-Κάτι στο φούρνο ψήνεται
Μα τι δε θα πω.

-Μικρή νεράιδα μικρή νεράιδα
Αιστάνεσαι κάτι;
-Γενειάδα Αη-Βασίλη
Μακριά και χιονάτη.

-Μικρή νεράιδα μικρή νεράιδα
και τι μασουλάς;
-Γλυκό που σε λίγο
Και συ θα το φας.


3.

Ο ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ ΒΛΕΠΕΙ

Χριστούγεννα έρχονται. Είναι ώρα
πως είναι καλά να δείχνουν τα παιδιά,
γιατί ο Αγιοβασίλης βλέπει
και τις αταξίες δεν ξεχνά.

Το δωμάτιο συγύρισμα
το αυτοκίνητο πλύσιμο
στη μαμά βοήθεια
στις παρέες όχι βρίσιμο.

Ησυχία χωρίς πολλές κουβέντες,
βοήθεια στου σπιτιού τις δουλειές.
…Αργότερα θα ’χουμε χρόνο
Για τρέλες πολλές.


4.

Ο ΝΤΡΟΠΑΛΟΣ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ

Παράξενο δεν είναι πράγμα πως
ο Αγιοβασίλης είναι τόσο ντροπαλός;

Ποτέ μου δεν τον έχω συναντήσει
Και ας το έχω τόσο προσπαθήσει!

Και ούτε ωφελεί να ’μαι κρυμμένος.
Γιατί ο μπαμπάς μου ο αγαπημένος,
μου είπε πως εκείνος πάντα φτάνει
-κρίμα δεν είναι;- όταν κάνω νάνι.


5.

ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ ΣΤΟΥ ΣΑΝΤΑ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

Τα ξωτικά στου Σάντα το εργαστήρι
δουλεύουνε σα να ’χουν πανηγύρι.
Και δεν ψηφούν τον κόπο της δουλειάς
Παιχνίδια για να φτιάξουνε για σας.

Κουκλένια προσωπάκια χρωματίζουν,
Τραινάκια βάζουν πάνω σε τροχιές,
Με χάντρες λαμπερές ρούχα στολίζουν,
Και βίδες σφίγγουν που είναι χαλαρές.

Ενώ εσείς κοιμόσαστε γλυκά
στο μαλακό σας πάνω το κρεβάτι
αυτά στα εργαστήρια του Βορρά
με κέφι, με χαρά και με μεράκι,

ό,τι μπορούνε κάνουν πιο καλό
έτσι που απ’ τα παιδάκια το καθένα,
όπως και πέρσι, και το χρόνο αυτό,
Χριστούγεννα να έχει ευτυχισμένα.




6.

ΜΝΗΜΕΣ

Χριστούγεννα! Χαράς γιορτή,
καιρός γι αγάπη αληθινή,
για να φτιαχτούνε μνήμες
για δώδεκα όλους μήνες.



7.

ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ

Ο Αγιοβασίλης είναι
αψηλός και χοντρουλός,
και φοράει μαύρες μπότες
κι ένα κόκκινο καπέλο.  

Έχει κόκκινη μια μύτη
σαν την πιπεριά καυτή
και με «χο! χο! χο!» γελάει
απ’ τα νύχια ως την κορφή.



8

ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΑΚΙ

Είμαι ένα μικρούλι
δέντρο Χριστουγέννων
που η θωριά μου λάμπει
πιότερο απ’ αγγέλων.  

Την κορφή μου εν’ άστρο
φωτεινό στολίζει
και στα πόδια πλήθος
δώρων λαμπυρίζει.

Κι έχω φορτωμένα
τα κλαδιά να πέσουν
με γλυκά καλούδια
σ’ όλους  που αρέσουν.



9.

ΣΤΟΛΙΖΟΥΜΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Φτιάχνουμε μικρά δωράκια
Για του δέντρου τα κλαδάκια,
ψαλιδίζουμε, κολλάμε,
διόλου εμείς δεν σταματάμε…

Φτιάχνουμε χρυσές καμπάνες
και χιονιού άσπρες νιφάδες,
Αηβασίληδες χοντρούς
και αγγέλους χαρωπούς.
 
Και αντί για καπελάκι
;σημί εν’αστεράκι
για του δέντρου την κορφή
να το βλέπουν όλοι εκεί.



10.

ΔΩΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ

Υπάρχουν δώρα που αγοράζονται
κι άλλα υπάρχουνε που φτιάχνονται.
Μα υπάρχουν κι άλλα δώρα πά’ στη γη
που αξίζουν από κείνα πιο πολύ.

Να είσαι ευγενικός, να βοηθάς,
έτοιμος πάντα να χαμογελάς,
ευχάριστα να φέρεσαι και φιλικά…
Λοιπόν, το αποφάσισα οριστικά:
τα Χριστούγεννα δώρα καθώς αυτά
θκάνω-που δεν θέλουν και λεφτά.



11.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά.
Έτσι τουλάχιστο λένε όλοι.
Είναι η ώρα των μεγάλων έκπληκτων ματιών
Στη μαγική αυτή τη σκόλη.

Όπου γλυκά και μελόπιτες
χαρά γεμίζουν το στομάχι,
και νυσταγμένα προσπαθούν παιδιά
να μείνουν ξάγρυπνα το βράδυ.

Ναι, τα Χριστούγεννα για τα παιδιά είναι.
Και ξέρουνε καλά εκείνα πόσο-
το αναβόσβημα των λαμπιονιών στο δέντρο
κάνουν τα μάτια τους να λάμπουν τόσο!

Κάθε πακέτο και κάθε κάλτσα
με χαρά αθώα πλησιάζεται
κι εύθυμες ακούγονται τσιρίδες
απ’ τα παιδιά που χαρωπά παθιάζονται.

Ναι, τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά.
Έτσι λένε όλοι πάλι και πάλι.
Και είναι ωραίο πως τα Χριστούγεννα
παιδιά γίνονται και οι μεγάλοι.



12.

ΜΥΣΤΙΚΑ

Μυστικά ψιθυρίζει ο αέρας
με φωνή απαλή, σιγανή.
Μυστικά σαν το χιόνι το άσπρo
καθώς πέφτει αβρά προς τη γη.

Μυστικά κρύβει ως και το βήμα
των ανθρώπων γοργά που περνούν,
μυστικά και τα ωραία κουτάκια
χαρωποί που στα χέρια κρατούν.

Κι οι γονείς μυστικά είναι γεμάτοι-
δεν τα λένε, γελούν μοναχά.
Κι οι ματιές των παιδιών παιχνιδίζουν
με κρυφή προσμονή και γλυκιά.

Μυστικά είναι ο κόσμος γεμάτος.
Στάσου ήσυχα κάπου εδωνά
κι όλα αυτά θα φανούν σαν με μάγια
όταν έρθουν τα Χριστούγεννα.




13.

ΔΥΟ ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ

Τ’ Αγιοβασιλιού το χέρι
Δώρα αν θέλεις να σου φέρει,
Τότε μάθε και να λες
Δυο μικρές μικρές στροφές:

«Δώρα απ’ τον Αγιοβασίλη
Μη ζητάς και μη γυρεύεις
Αν βαθιά μες στην ψυχή σου
Πως υπάρχει δεν πιστεύεις».




14.

ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Περίμενα Χριστούγεννα.
Κι η μέρα τους χαράζει!
Περίμενα Χριστούγεννα.
Κι ο άγιος να! Πλησιάζει…

Τα κουδούνια του έλκηθρου χτυπάνε
Οι τάρανδοι πετούν.
Τα παιδιά ενώ τραγουδάνε
Τον ουρανό κοιτούν.



15.

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Βοηθήσαμε στο κέικ
γλύφοντας το ταψί,
τυλίξαμε όμορφα όμορφα
του δέντρου τα πακέτα,
κρεμάσαμε τις κάλτσες
στο τζάκι το ζεστό
και πια δεν έχουμε άλλο
παρά να περιμένουμε.



16.
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ

Χιονάνθρωπος είμαι
κοντός και παχύς.
Κασκόλ και καπέλο
Φορώ σαν δανδής.

Και όταν το χιόνι
να πέφτει αρχινά
Μ’ ακούς να φωνάζω
πολύ δυνατά.

«Παιδιά έξω βγέστε
Μαζί μου να παίξτε!»



17.

ΧΑΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Χριστούγεννα να είναι πράγματα πολλά μπορεί,
ή τόσο λίγα που κανένας ν’ απορεί.
Για σένα είναι να έχεις το παιχνίδι που ονειρεύεσαι,
για μένα είναι να σε βλέπω που τόσο χαίρεσαι.




18.

Η ΠΙΟ ΑΣΤΕΙΑ ΦΑΤΣΟΥΛΑ

Η πιο αστεία φατσούλα
με κοίταξε από μία
μπάλα των Χριστουγέννων
στο δέντρο πάνω.

Σαν του ελαφιού μου εφάνη.
Σκύβω να δω,
δεν ήταν το ελάφι:
ήμουν εγώ!



19.

ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ήταν ένας χιονανθρωπος.
Στεκόταν στην αυλή
και μες στο σπίτι να ’μπαινε
το ήθελε πολύ.
Να ζεσταθεί δίπλα ήθελε
στην κόκκινη φωτιά
και στα σεντόνια να χωθεί
κατόπιν τα λευκά.

Και γύρισε προς το νοτιά:
«Βόηθα παρακαλώ
γιατί εντελώς ξεπάγιασα
στέκοντας όλο εδώ.»

Και ο νοτιάς τον βόηθησε
και μες στο σπίτι μπήκε-
μ’ αν πάτε εκεί, αντίς γι αυτόν,
λίγο νερό θα βρείτε.



20.

ΤΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ

Αν θέλεις τα Χριστούγεννα
να δώσεις γύρω σου χαρά
τα κάλαντα που τραγουδάς
πρέπει να ηχούνε δυνατά.

Και για να ηχούνε δυνατά
πες τ’ Αηβασίλη να σου φέρει
ένα μικρόφωνο για φέτος,
απ’ τα καλά-εκείνος ξέρει.



21.

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Κοντεύει η μέρα να ερθεί
του χρόνου η πιο καλή.
Ω! Να ’τανε σήμερα αυτή
πώς θα ’θελα πολύ!

Κάθε ημέρα που περνά
στα δάχτυλα μετρώ,
σε πόσες τα Χριστούγεννα
βδομάδες θα ’ναι εδώ.

 Κι όταν οι πρώτες του χιονιού
πέφτουν αργά νιφάδες,
και ο βοριάς τις πια γυμνές
φυσάει των δέντρων κλάρες,

τα δάχτυλά μου δεν ψηφώ
που απ’ το κρύο μουδιάζουν,
γιατί Χριστούγεννα ήρθανε-
φτάνουνε-πλησιάζουν!




22.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΚΙ

Χριστούγεννα ήρθαν!
Ας ψάλλουμε όλοι.
Απ’ όλες του χρόνου
η πιο όμορφη σκόλη.

Κρεμάστε όλοι γκι
κουτάκια και δώρα
στολίστε το σπίτι-
γιορτής είναι ώρα.

Χαράς είναι μέρα.
Τριγύρω απ’ το τζάκι
παππούς κι εγγονάκι,
πατέρας, μητέρα.




23.

ΠΑΙΔΑΚΙ ΚΑΙ ΑΓΙΟΒΑΣΙΛΗΣ

Μ’ αρέσει να πηγαίνω στον Αγιοβασίλη
όταν τα Χριστούγεννα είναι κοντά.
Διασκεδάζω να πηδώ στην αγκαλιά του
και στ’ αυτί του να μιλώ ψιθυριστά.

Μου λέει: «Καλώς το μου. Ήσουνα καλό παιδάκι;
Έκανες αυτό που σου ’λεγε η μητέρα;
Βούρτσιζες τα δόντια σου πρωί βράδυ;
Φερόσουν ευγενικά όλη τη μέρα;»

Ακούω την κάθε του ερώτηση
Και «ναι» σε κάθε μια τους απαντώ
αν και -ντρέπομαι πολύ γι αυτό-
σε κάποιες «όχι» θα ’πρεπε να πω.

Μα ο Αγιοβασίλης δεν θυμώνει
ούτε καν που ενοχλείται.
Μόνο μου λέει: «αφού είσαι παιδάκι
πως είσαι καλό εννοείται.»

Μ’ αρέσει να πηγαίνω στον Αγιοβασίλη
όταν τα Χριστούγεννα είναι κοντά.
Διασκεδάζω να πηδώ στην αγκαλιά του
και στ’ αυτί του να μιλώ ψιθυριστά.




24.

ΟΧΤΩ ΜΙΚΡΟΙ ΤΑΡΑΝΔΟΙ

1,2,3,4,5 μικροί τάρανδοι
είναι έτοιμοι στην πόρτα μπρός.
«Αγιοβασίλη γρήγορα,
Θ’ αργήσουμε» λέει ο πιο μικρός.

«1,2,3,4,5 μικροί τάρανδοι
περιμένετε ένα λεφτό,
έρχονται ακόμα τρεις τάρανδοι
για να γίνετε οχτώ».
25.

ΑΝ

Αν ήμουν ένα έλατο
με φύλλα μυτερά
αν ήμουν ένα πεύκο
με πράσινα κλαδιά

ξέρετε τι θα ήθελα
να γίνω κάποια μέρα;
Ένα χριστουγεννιάτικο
δεντράκι για παιδιά.



26.

ΚΡΥΜΕΝΟΣ

Σσσστ! Σσσστ! Έχω κρεμάσει
τις κάλτσες μου στο τζάκι
και κρύβομαι να δω όταν θα φτάσει
ο Αγιοβασίλης: θα τις γεμίσει
με δώρα (ήμουνα καλό παιδάκι),
ή δίχως δώρα φέτος θα με αφήσει;




27.

ΜΑΝΤΕΨΕ

Μάντεψε ποιανού τα γένια
Είναι άσπρα και μακριά;
Είναι άσπρα και μακριά;
Τ’ Αη-Βασίλη!
Τ’ Αη-Βασίλη!  

Μάντεψε ποιανού τα ρούχα
Κόκκινα είναι και λευκά;
Κόκκινα είναι και λευκά;
Τ’ Αη-Βασίλη!
Τ’ Αη-Βασίλη!

Μάντεψε των Χριστουγέννων
Ποιος θα έρθει τη νυχτιά;
Ποιος θα έρθει τη νυχτιά;
Ο Αη-Βασίλης!
Ο Αη-Βασίλης!



28.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΗΡΘΑΝ

Γιατί τα μούρα είναι τόσο κόκκινα;
Γιατί το χιόνι τόσο είναι άσπρο;
Γιατί τα πεύκα είναι τόσο πράσινα;
Γιατί κάθε κερί λάμπει σαν άστρο;

Χριστούγεννα ήρθαν-δεν το μαντεύεις;
Γι αυτό τόσο φέγγει λαμπρά κάθε τι.
Γι αυτό οι καρδιές χαρά είναι γεμάτες.
Χριστούγεννα ήρθαν-εσύ δεν το ξέρεις;


29.

ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΕΛΑΤΑΚΙΑ

Πέντε μικρούλια ελατάκια
Στέκουν έξω στη σειρά.
Λέει το πρώτο: «Ω! ελάτε
Να κοιτάξουμε το χιόνι.»
Λέει το δεύτερο: «Αχ αχ
Το κορμάκι μου κρυώνει.»
Λέει το τρίτο: «Δεν νομίζω
Τα Χριστούγεννα ν’ αργήσουν.»
Λέει το τέταρτο: «Α! Πώς θέλω
Κι εμάς όλα να στολίσουν!»
Λέει το πέμπτο: «Αχ! Μακάρι!
Ας ελπίζουμε-θα δούμε.»



30.

ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ ΣΤΟΥ ΣΑΝΤΑ ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ

Τα ξωτικά στου Σάντα το εργαστήρι
Δουλεύουνε σαν να ’χουν πανηγύρι.
Και δεν ψηφούν τον κόπο της δουλειάς
Παιχνίδια για να φτιάξουνε για σας.

Κουκλένια προσωπάκια χρωματίζουν,
Τραινάκια βάζουν πάνω σε τροχιές,
Με χάντρες λαμπερές ρούχα στολίζουν
Και βίδες σφίγγουν που είναι χαλαρές.

Ενώ εσείς κοιμόσαστε γλυκά
στο μαλακό σας πάνω το κρεβάτι
αυτά, στα εργαστήρια του Βορρά,
με κέφι, με χαρά και με μεράκι,

ό,τι μπορούνε κάνουν πιο καλό
έτσι που απ’ τα παιδάκια το καθένα
όπως και πέρσι, και το χρόνο αυτό
Χριστούγεννα να έχει ευτυχισμένα.



31.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΑΚΙ

Είμαι ένα μικρούλι
Δέντρο Χριστουγέννων
Που η θωριά μου λάμπει
Πιότερο απ’ αγγέλων.  

Την κορφή μου εν’ άστρο
Φωτεινό χρυσίζει
Και στα πόδια πλήθος
Δώρων λαμπυρίζει.

Κι έχω φορτωμένα
Τα κλαδιά να πέσουν
Με γλυκά καλούδια
Σ’ όλους  που αρέσουν.



32.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Γιατί τα έλατα-ξέρετε;-
στέκουν ψηλά και ίσια;
Γιατί τους κλάδους τους κρατούν
Αλύγιστους περίσσια,

και δεν τους σκύβουνε ποτέ
όποιοι καιροί κι α’ ρθούνε;
Α! Ειν’ αυτό ένα μυστικό
Που αυτά δε θα το πούνε.

Σε μένα το είπε ο βοριάς
Κι εγώ το λέω και σε σας:
Γιατί ελπίζουν ότι πάντοτε
επάνω στο βουνό δε θ’ απομείνουν
μα θα ’ρθει η μέρα όπου κάποτε
δέντρα χριστουγεννιάτικα θα γίνουν.




33.

ΔΩΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Δέκα δώρα στη σειρά όμορφα κι ωραία.
Τ’ αεροπλάνο παίρνει ο Ρόμπερτ κι έμειναν εννέα.

Εννιά δώρα μένουνε, αλλά στο λεφτό
Παίρνει ο Μπόμπης το τρενάκι κι έμειναν οχτώ.

Οχτώ δώρα που πολλά κάνανε λεφτά.
Παίρνει ο Ρόμπι το σουγιά κι έμειναν εφτά.

Εφτά δώρα-το ένα τους απ’ το θείο Αλέξη.
Παίρνει ο Μπόμπυ τα γλυκά κι απομείναν έξη.

Έξη δώρα στη σειρά-το ένα λέει κουβέντες.
Παίρνει το στρατιώτη ο Ρομπ κι έμειναν πια πέντε.

Πέντε δώρα ωραία τώρα έχουν μείνει στη σειρά.
Το σκυλάκι παίρνει ο Μπόμπιν  
κι απομείναν τέσσερα.

Τέσσερα τα δώρα πια-το ένα είναι από τη θεία.
Το βιβλίο παίρνει ο Μπόμπετ κι έχουν μείνει τρία.

Τρία δώρα μείνανε-το ένα από το θείο.
Παίρνει ο Ρόμπιν τη στολή κι απομείναν δύο.

Δύο δώρα-το ένα τους απ’ τη θεία Λένα.
Παίρνει ο Μπόμπλες τον Ζορρό κι έμεινε μόνο ένα.

Ένα δώρα έχει μείνει: ένα έλκυθρο στην πέννα.
Παίρνει ο Μπόμπινετ κι αυτό και δεν έμεινε κανένα.

Και το ίδιο το παιδί πήρε κάθε παιχνιδάκι:
τόσα ονόματα χαϊδευτικά είχε το μικρό αγοράκι.


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

   Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ



Δυο φίλοι κάθονται σε μια πλατεία και παρακολουθούν ένα μετανάστη που τη σκουπίζει.
A
Κοίτα φίλε μου τι κάνει η φτώχεια. Ήρθε από ποιος ξέρει πού για να καθαρίσει την πλατεία αυτή και να πάρει λίγα ευρώ για να ζήσει.
Β
Δεν το κάνει η φτώχεια-τα λεφτά το κάνουν. Αν δεν υπήρχαν τα λεφτά που πρέπει να τα κερδίσει, δε θα έφευγε από την πατρίδα του ο ξένος αυτός.
A
Εννοείται. Μα καθώς τα λεφτά δε γίνεται παρά να υπάρχουν, το θεωρώ δεδομένο και με βάση την ύπαρξή τους μιλάω,
Β
Νομίζεις ότι δε γίνεται να μην υπάρχουν τα
λεφτά;
A
Όχι νομίζω, είμαι σίγουρος. Έχεις μήπως άλλη γνώμη;
Β
Kαι βέβαια. Είμαι σίγουρος πως κάποτε τα λεφτά θα πάψουν να υπάρχουν. Και αυτή θα είναι η αρχή της ευτυχίας του ανθρώπου.
A
Πώς θα γίνει αυτό; Δε θα πουλάμε; Δε θα αγοράζουμε; Θα έρθουμε στην ανταλλαγή προϊόντων, δηλαδή εκεί από όπου ξεκινήσαμε;
Β
Ακριβώς. Αλλά τώρα πια οργανωμένα και ανεπίστροφα. Επιστημονικά. Κι όχι μόνο τα λεφτά θα καταργηθούν, αλλά και πολλές από τις αναγκαίες σήμερα υπηρεσίες. Όπως ας πούμε τα υπουργεία Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης, Εξωτερικών. Θα μείνουν μερικά απαραίτητα όργανα που δε θα θυμίζουν καν υπουργεία.
A
Πολύ προχώρησες. Καταργείς το κράτος έτσι.
Β
Αυτό πρώτα πρώτα. Όλη η γη τότε θα είναι μια κοινότητα, όχι ένα κράτος.
A
Και αυτή η κοινότητα δε θα έχει δικαιοσύνη; Δε θα έχει Δημόσια Τάξη; Άγγελοι θα ζουν τότε πάνω στη γη και όχι άνθρωποι;
Β
Θα μπορούσα να το πω κι έτσι. Σ' ευχαριστώ που μου το υπέδειξες.
A
Μα πώς;..
Β
Επειδή όλα αυτά δε θα χρειάζονται. Δε θα
υπάρχουν τότε κλέφτες, ψεύτες, δολοφόνοι.
A
Δε μου τα λες καλά, Πώς οι άνθρωποι δε θα κλέβουν;
Β
Δε θα κλέβουν γιατί δε θα υπάρχει λόγος να κλέψουν. Κλέβουν οι άνθρωποι για να αποκτήσουν κάτι που δεν έχουν. Τότε θα έχουν ό,τι θέλουν.
A
Είσαι σίγουρος πως μιλάμε για τη γη;
Β
Βεβαίως για τη γη μιλάμε.
A
Όμως εγώ επιμένω πως ίσως βρεθεί κάποιος
που να θέλει να κλέψει.
Β
Τέτοιος άνθρωπος δε θα υπάρχει στην κοινωνία
εκείνη.
Θα ήταν σαν σήμερα να πήγαινε κάποιος στο
σπίτι του άλλου για να του κλέψει τον αέρα
που αυτός αναπνέει.
A
Κατάλαβα. Όμως στάσου, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα, πώς και πότε θα γίνει αυτό το πράγμα.
Β
To πώς, θα γίνει όταν οι άνθρωποι αποκτήσουνε περισσότερο μυαλό. Για το πότε δεν έχω ιδέα. Θα χρειαστούνε πεντακόσα χρόνια; Δύο χιλιάδες χρόνια; Δέκα χιλιάδες χρόνια; Δεν μπορώ να το πω.
A
Ας περιοριστούμε λοιπόν στο τι θα είναι αυτό το πράγμα, όταν και όπως γίνει.
Β
Κατ' ανάγκην, αν θέλεις πράγματι να μάθεις πώς θα είναι τότε τα πράγματα. Ή δεν έχεις όρεξη να μάθεις;
A
Δε νομίζω να σου έδειξα πως δε θέλω να μάθω. Αντίθετα μου έχεις κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Θέλεις να μου λες εσύ και όπου έχω απορία να σε σταματώ ή καλλίτερο το βρίσκεις να σε ρωτάω εγώ και συ να απαντάς;
Β
To δεύτερο είναι καλλίτερο, αρκεί να μου
αφήνεις χρόνο για την απάντηση.
A
Και βέβαια θα σου αφήνω. Καταλαβαίνω εξάλλου ότι θα έχεις πολλή δουλειά να κάνεις για να μου εξηγήσεις τα ανεξήγητα κι έτσι θα σεβαστώ την προσπάθειά σου.
Β
Σ' ευχαριστώ, αν και το πράγμα είναι πολύ
απλό. Όμως ίσως έχεις δίκιο, τα απλούστερα
πράγματα μπορεί να είναι και πιο δύσκολο να
εξηγηθούν.
A
Λοιπόν, αφού συμφωνήσαμε, ας αρχίσω με μια ερώτηση βασική και απαραίτητη για ν' αρχίσει η κουβέντα. Και είναι αυτή: πώς θα προμηθεύονται τα αγαθά και πώς θα έχουν τις
υπηρεσίες που τους είναι απαραίτητες οι άνθρωποι, αν όχι αγοράζοντάς τα;
Β
Ό,τι οι άνθρωποι χρειάζονται, θα πηγαίνουν απλά να το προμηθεύονται από το πλησιέστερο ειδικό κατάστημα. Τέτοια καταστήματα θα υπάρχουν όπου υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Ας πούμε θέλει να προμηθευτεί ένα κρεβάτι κάποιος άνθρωπος; Θα πηγαίνει να το παίρνει. Έτσι απλά.
(συνεχίζεται)

A
Χωρίς λεφτά;
Β
Είπαμε, λεφτά δε θα υπάρχουν.
A
Ποιος θα φροντίζει να είναι εκεί το κρεβάτι;
Β
Θα υπάρχουν άνθρωποι που αυτή θα είναι η δουλειά τους. Θα ξέρουν ποια είναι η ανάγκη της περιοχής τους. Αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα που δεν μπορούν να το λύσουν οι άνθρωποι αυτοί, τότε μόνο θα επεμβαίνει μια τοπική Επιτροπή που θα έχει όλα τα δεδομένα ώστε να δώσει τη λύση.
A
Και έτσι θα πηγαίνει να παίρνει ένα κρεβάτι όποιος θέλει;
Β
Έτσι. Και έτσι θα παίρνει και ό,τι άλλο του χρειάζεται. Από ένα μολύβι για να γράφει, μέχρι ένα αυτοκίνητο.
A
Και θα παίρνει όσα κρεβάτια θέλει κανείς;
Β
Όσα του χρειάζονται. Δηλαδή ένα. Δε νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να κοιμάται σε δυο κρεβάτια-τι λες;
A
Όχι, αλλά μπορεί κάποιος να θέλει να πάρει πέντε κρεβάτια ή πέντε αυτοκίνητα. Θα
μπορεί;
Β
Δε θα βρεθεί κανένας τέτοιος. Γιατί κάποιος να γεμίσει το σπίτι κρεβάτια και να μην έχει τόπο να κουνηθεί; Και τι να τα κάνει πέντε αυτοκίνητα αφού ένα μόνο του χρειάζεται για τη δουλειά και για τη διασκέδασή του και αφού θα έχει αμέσως και τα δυο;
A
Ας πούμε ότι του χάλασε το αυτοκίνητο. Τι θα γίνει τότε;
Β
Θα πάει να πάρει αμέσως ένα άλλο ώσπου να επισκευαστεί το δικό του.
A
Μπορεί κάποιος να θέλει να έχει καλλίτερο αυτοκίνητο. Θα μπορεί να πάρει;
Β
Αν η δυνατότητα της κοινότητας θα μπορεί να του ικανοποιήσει μια τέτοια επιθυμία, να διαλέγει δηλαδή μεταξύ περισσότερων από ένα είδος αυτοκινήτου, τότε φυσικά θα του αλλάξει το αυτοκίνητο με ένα καλλίτερο. Αυτό όμως θα προϋποθέτει ότι πρώτα έχουν ικανοποιηθεί όλες οι πρωτεύουσες ανάγκες όλων των επί γης ανθρώπων, και ακόμα όλων οι ανάγκες για αυτοκίνητο. Αν όμως μόνο ένας τύπος αυτοκινήτου υπάρχει, τότε δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να έχει κανένας άλλην επιλογή.
Αν δηλαδή η κοινότητα μπορεί να παράγει κι άλλα είδη αυτοκινήτων, τότε θα παράγει. Αυτό θα κανονίζεται από τις ώρες που θα αποφασίζουν να δουλεύουν οι άνθρωποι. Αν ας πούμε η κοινότητα δει πως όλοι έχουν όλα τα απαραίτητα και μπορεί να γίνει λόγος για ένα καλλίτερο αυτοκίνητο, τότε θα το φτιάξει. Ό,τι όμως καλλίτερο κατασκευάζεται, θα κατασκευάζεται για όλους. Και σε όλους θα επιμεριστούν οι ώρες εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή κάποιου καλλίτερου αγαθού, ή αν θέλεις κάποιου πολυτελέστερου αντικειμένου. Ας πούμε ότι για την παραγωγή ενός καλλίτερου αυτοκινήτου θα χρειαστεί οι άνθρωποι να δουλέψουν αντί τρεις ώρες την ημέρα, τρεις ώρες και ένα τέταρτο για ένα χρόνο. Αν αυτό το θέλουν οι άνθρωποι, τότε θα γίνει. Αν όχι, δε θα γίνει. Πάντως είτε γίνει ή όχι, θα γίνει ή δε θα γίνει για όλους. Έγινε κατανοητό αυτό ή δεν το είπα καλά;
A
Πολύ καλά μάλιστα. Ανατριχιαστικά καλά. Αν κατάλαβα καλά θα υπάρχει ένα είδος αυτοκινήτου.
Β
Ναι.
A
Και το λες τόσο απλά; Πού είναι η ποικιλία που δίνει ομορφιά και ίσως αξία στη ζωή;
Β
Η ποικιλία δίνει ομορφιά και ίσως αξία, όμως σήμερα την ποικιλία την έχουν λίγοι ενώ οι πολλοί δεν έχουν καμία επιλογή. Αυτό θα ήθελες να συμβαίνει; Τότε ξαναγυρίζουμε στο σήμερα, το οποίο η ανυπαρξία χρημάτων καταργεί.
Πιο κάτω όμως θα δεις ότι η ποικιλία θα υπάρχει και μάλιστα μεγαλύτερη από ό,τι σήμερα. Οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι τότε και δεν είναι το καλλίτερο αυτοκίνητο που θα τους κάνει ευτυχισμένους.
Α
Κι αν κάποιος θέλει να τρέξει με εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα θα μπορεί με το αυτοκίνητο που θα παίρνει;

Β
Τότε οι άνθρωποι θα τρέχουν με τόσα χιλιόμετρα, όσα είναι ασφαλή για τους ίδιους και για τους άλλους. Δεν μπορώ να ξέρω πόσα θα είναι τα χιλιόμετρα με τα οποία θα επιτρέπεται να τρέχουν οι άνθρωποι τότε. Είναι σίγουρο όμως πως όποιος θέλει να τρέξει με το αυτοκίνητο πολλά χιλιόμετρα την ώρα, θα υπάρχουν πίστες ειδικές και ειδικά αυτοκίνητα, όπου θα μπορεί να το κάνει. Οι μεγάλες ταχύτητες θα είναι ένα χόμπυ τότε, που θα μπορεί να το ικανοποιήσει κάποιος όποτε θέλει.
Όλοι όμως, στη δουλειά και στη διασκέδαση θα πηγαίνουν με όσα χιλιόμετρα παρέχουν ασφάλεια.
A
Μάλιστα. Και πόσες ώρες θα δουλεύει ο άνθρωπος τότε; Κάτι είπες για τρεις ώρες την ημέρα...
Β
Όλοι θα εργάζονται τόσες ώρες την ημέρα όσες και οι άλλοι, ή ισοδύναμες ώρες με τους άλλους.
Πόσες θα είναι οι ώρες αυτές δεν ξέρω, σίγουρα όμως πολύ λιγότερες από το σημερινό οχτάωρο. Και η αύξηση ή η ελάττωση των ωρών εργασίας των τότε ανθρώπων, θα γίνεται με τη θέληση των ίδιων των εργαζόμενων, δηλαδή όλων των ανθρώπων της παγκόσμιας κοινότητας ή της τοπικής κοινότητας.
A
Ίδιες ώρες θα εργάζεται ο ανθρακωρύχος και ίδιες ο πωλητής-με συγχωρείς-ο εργαζόμενος σε ένα κατάστημα όπου η δουλειά του είναι ευκολότερη; Και αυτό θα είναι ισότητα; Ή μήπως δε θα υπάρχουν ανθρακωρύχοι τότε;
Β
Μπορείς αν θέλεις να γίνεσαι ειρωνικός ή ακόμα και σαρκαστικός. Όμως όταν παίρνεις απαντήσεις που καταρρίπτουν την ανάγκη να φέρεσαι ειρωνικά δε θα αιστανθείς άσχημα; Εμένα αυτό δε με ενοχλεί, οι απαντήσεις θα δίνονται στις ερωτήσεις σου έτσι ή αλλιώς. Λοιπόν, σωστή η απορία σου. Ο εργαζόμενος λοιπόν σε ανθρακωρυχείο, θα εργάζεται πολύ λιγότερες ώρες την εβδομάδα από όσες οι άλλοι και θα παύει να εργάζεται πολύ νωρίτερα στη ζωή του από όσο οι άλλοι. Αυτό θα γίνεται με υπολογισμούς ειδικών στο θέμα. Έτσι όλοι οι άνθρωποι θα έχουν από τη δουλειά τους ίδια επίπτωση στη ζωή τους και σε όλες τις δραστηριότητες που την απαρτίζουν.
A
Ποιος θα τα καθορίζει όλα αυτά; Είπες κάτι για μια Επιτροπή.
(συνεχίζεται)

Β
Είπα για Επιτροπή, αλλά ακόμα είπα πως αυτή δεν θα ασχολείται με οτιδήποτε πλην αν υπάρξει κάποιο πρόβλημα. Οι άνθρωποι από το σχολείο τους θα ξέρουν τα βασκικά της κάθε δουλειάς. Θα είναι λοιπόν ρουτίνα γι αυτούς
οι κανόνες της κάθε δουλειάς και αυτό, μαζί με την ικανότητά τους να λύνουν προβλήματα, πολύ λίγες επεμβάσεις θα αφήνουν για την κάθε επιτροπή. Και αυτά θα είναι πραγματικά άλυτα από αυτούς προβλήματα. Γιατί δε θα έχουν κέρδος κανένα από τη μη λύση από τους ίδιους, του κάθε αναφυόμενου προβλήματος.
A
Και κάποιος που βαριέται να δουλεύει δε θα μπορεί να τεμπελιάζει στη δουλειά;
Β
Φίλε μου, αν στο σπίτι σου πρέπει να γίνει μια δουλειά και αναλάβεις να την κάνεις εσύ και η γυναίκα σου, θα έχει να κερδίσει κάτι η γυναίκα σου αν σε κοροϊδεύει και δε δουλεύει; Όχι. Θα καταφέρει να πάει πίσω η ίδια της-η ίδια σας η δουλειά. To ίδιο και τότε. Αν κάποιος δε δουλεύει, θα ξέρει ότι θα πάει πίσω η κοινή δουλειά και αυτό θα είναι άσχημο για όλους, άραγε και για τον ίδιο. Διαφορές βέβαια λόγω ιδιοσυγκρασίας θα υπάρχουν και θα λαμβάνονται υπόψι, μάλιστα πριν από την τοποθέτηση κάποιου σε δουλειά.
A
Όλα θα είναι κοινά δηλαδή.
Β
Φυσικά. Όλοι θα δουλεύουν το ίδιο και όλοι θα έχουν όλα.
A
Ισότητα. Και τώρα που μιλήσαμε για σπίτι, το σπίτι θα το δίνει η κοινότητα σε καθέναν- έτσι δεν είναι;
Β
Ναι.
A
Και αν θέλω εγώ να φτιάξω μόνος μου ένα σπίτι δεν θα μπορώ;
Β
Ας το δούμε το θέμα. Μόνος του κανείς μπορεί να χτίσει σπίτι;
A
Να πάρει και μερικούς φίλους και να χτίσει ένα σπίτι να μένει.
Β
Αν αυτό το κάνει στις ελεύθερες ώρες του, θα μπορεί να το κάνει, γιατί θα διαθέτει όπου θέλει τις ελεύθερες ώρες του. Θα συνεχίσω όμως να σε ρωτώ. Ποιοι θα βοηθήσουν τον άνθρωπο αυτόν να φτιάξει το σπίτι του;
A
Οι γείτονες. Και ύστερα θα τους βοηθήσει αυτός να χτίσουν το δικό τους.
B
Τώρα περιγράφεις ακριβώς αυτό που ήδη θα γίνεται από την κοινότητα. Και η κοινότητα αυτό κάνει. Ειδικοί χτίζουν σπίτια ο ένας βοηθώντας τον άλλο. Τι περισσότερο θα κάνει αυτός που θέλει να το χτίσει με φίλους; Φίλοι θα του το χτίσουν έτσι κι αλλιώς και αυτός θα βοηθήσει φίλους να χτίσουν το δικό τους. Μια φιλική κοινότητα θα είναι όλοι.
A
Έχεις δίκιο. Όμως αν κάποιος θέλει να έχει κι ένα δεύτερο σπίτι;
Β
Αν μπορεί να έχει καθένας ένα δεύτερο σπίτι, τότε όλοι θα έχουν και θα έχει και αυτός που θέλει όπως λες να χτίσει και ένα δεύτερο μόνος του. Οπότε δε θα χρειάζεται να το χτίσει μόνος του αφού, όπως σε όλους, θα έχει δοθεί και σ' αυτόν ένα σπίτι. Κατανοητό;
A
Κατανοητό αλλά θα επιμείνω. Κάποιος θέλει να έχει πέντε σπίτια για να μπορεί να πηγαίνει σε όποιο θέλει. Θα μπορεί;
Β
Θα ξαναπώ ότι θα είναι τελείως απίθανο σε μια τέτοια κοινωνία να βρεθεί κάποιος άνθρωπος που να έχει κάποια τέτοιαν απαίτηση. Όμως έστω, για τη συζήτηση ας υποθέσουμε πως υπάρχει ένας τέτοιος. Ένας δηλαδή ανάστροφος επαναστάτης. Που επαναστατεί για να γυρίσει τον κόσμο προς τα πίσω.
A
Πες το έτσι. Όμως το πράγμα έτσι σου το θέτω. Τι θα κάνει η κοινότητα τότε; Θα κλείσει τον άνθρωπο στη φυλακή; Ή μήπως θα τονε πάει σε δικαστήριο; Και πώς, αφού δεν υπάρχουν δικαστήρια στην τότε κοινωνία;
Β
Και βέβαια δεν υπάρχουν, Λοιπόν να τι θα κάνει η κοινότητα
Θα του πει αυτού του ανθρώπου ότι μπορεί να έχει όσα σπίτια θέλει, αφού θα φτιάξει μόνος του. Και θα του πει: "Φίλε μου, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα είναι ένας τόπος ακατοίκητος και εκεί μπορείς να πας αν θέλεις να φτιάξεις τα σπίτια σου. Κανείς δε θα σε εμποδίσει. Θα φτιάξεις όσα σπίτια θέλεις".
Όμως να φτιάξεις μόνος σου ένα σπίτι προϋποθέτει πολλές άλλες εργασίες και πολλά υλικά πριν: λάξεμα πετρών, τούβλα, ξύλα, πρόκες, κεραμίδια, μπογιές και ό,τι άλλο χρειάζεται για να χτιστεί ένα σπίτι. Καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι αδύνατο και τότε θα καταλάβει ο "επαναστάτης" σου ότι ζητάει κάτι αδύνατο.
Και αν πάει και μόνος του χτίσει τα σπίτια, τότε η κοινότητα θα τον παρακαλέσει να της πει πώς τα κατάφερε, ώστε κι αυτή να φτιάξει, υποθετικά,για τους ανθρώπους πέντε πέντε τα
σπίτια Και ο άνθρωπος αυτός, αν υπάρξει κάποιος, θα ανακηρυχτεί ευεργέτης της ανθρωπότητας.
A
Και φυλακές δεν θα υπάρχουν;
Β
Αυτό το είπαμε. Στις φυλακές μπαίνουν εκείνοι που κλέβουν , σκοτώνουν η κάνουν κάποια άλλη αξιόποινη πράξη. Τότε όμως δεν θα υπάρχουν αξιόποινες πράξεις, αφού ούτε κλοπές θα γίνονται ούτε φόνοι, γιατί και τα δύο γίνονται όταν κάποιος θέλει γα πάρει κάτι από κάποιον που το έχει, ενώ αυτός δεν το έχει. Και τοτε, όπως είπαμε, θα τα έχει όλα κάθε άνθρωπος.
A
Κοσμήματα δε θα υπάρχουν τότε;
Β
Θα υπάρχουν.
A
Και δεν θα θέλει κάποιος να πάρει ένα κόσμημα από κάποιον άλλο, ας πούμε μια γυναίκα να έχει το κόσμημα που έχει μια άλλη;
Β
Και κοσμήματα τότε θα υπάρχουν για όλους και για όλες, όσα μπορούν να φτιαχτούν. Και αν πρόκειται για κάποιο κόσμημα που η φύση έχει φτιάξει και δεν μπορεί η τεχνολογία να κάνει τέτοιο ίδιο, τότε τα τέτοια κοσμήματα θα υπάρχουν στο γραφείο της γειτονιάς ή της πόλης κλπ και όποια κυρία θέλει να τα φορέσει θα πηγαίνει να τα παίρνει. Ύστερα από τη χρήση τους θα τα επιστρέφει, για να τα βάλει όποια άλλη κυρία θελήσει.
A
Εγκλήματα όμως γίνονται για τη γυναίκα. Κάποιος θα θέλει μια όμορφη γυναίκα που την έχει παντρευτεί ένας άλλος. Τι θα γίνει σε αυτές τις περιπτώσεις;
Β
Μα φίλε μου ποιος σου είπε πως θα υπάρχει γάμος στην τότε κοινωνία;
Ο έρωτας θα είναι κοινός όπως όλα.
A
Κοινοκτημοσύνη των γυναικών;
Β
Αντρών και γυναικών-ισότητα.
A
Και τα παιδιά; Κοινά κι αυτά;
Β
Βεβαίως.
A
Δηλαδή θα κάνω εγώ ένα παιδί και θα το
παίρνει άλλος;
Β
Πώς τα λες έτσι φίλε μου… μα βέβαια δεν μπορείς να τα πεις αλλιώς-με τη σημερινή κατάσταση έτσι θα τα έβλεπε οποιοσδήποτε τα τότε πράγματα.
A
Δηλαδή δεν είναι έτσι αλλά εγώ τα βλέπω έτσι; Κάθε άντρας θα κάνει έρωτα με όποια γυναίκα θέλει και κάθε γυναίκα με όποιον άντρα θέλει ναι ή όχι; Τα παιδιά τα δικά μου θα ζουν με κάποιον άλλο ή όχι;
Β
Και βέβαια. Έτσι είναι.
Α
Και αυτό είναι καλό; Και αυτό είναι πρόοδος;
Β
Και βέβαια είναι.
A
Πώς; Με ποιον τρόπο; Πες μου.
Β
Μα δε με αφήνεις με τις συνεχείς ερωτήσεις σου.
A
Ορίστε, σε ακούω.
Β
Ευτυχώς. Λοιπόν, πρώτα ας κοιτάξουμε το θέμα των γυναικών. Γάμος όπως είπα δε θα υπάρχει. Κάθε γυναίκα μετά τη δουλειά της θα πηγαίνει σε ένα σπίτι που θα είναι ορισμένο γι αυτήν για την ημέρα ή για την περίοδο εκείνη. Εκεί θα πηγαίνει να μείνει μετά τη δουλειά του και ένας άντρας, που και γι αυτόν το σπίτι θα έχει όπως και για τη γυναίκα οριστεί. Και εκεί οι δυο τους θα ζουν σαν αντρόγυνο για την περίοδο εκείνη. Ερωτήσεις μέχρι εδώ;
A
Πολλές. Ποιος θα ορίζει σε ποιο σπίτι θα
πηγαίνει κάθε γυναίκα και κάθε άντρας;
Β
Η τοπική Επιτροπή βάσει μόνο του καταλόγου των μελών της. Στην ουσία το πράγμα θα γίνεται αυτόματα, μιας και θα μπορεί καθένας και κάθε μία να βλέπουν τον κατάλογο αν δεν τον έχουν μάθει απέξω.
A
Πόσο θα κρατάει το διάστημα που θα ζουν
μαζί δυο μέλη, ο ίδιος άντρας και η ίδια
γυναίκα;
Β
Αυτό θα ποικίλλει, εξαρτώμενο από διάφορες συνθήκες κάθε φορά. Θες να υποθέσω; Από μία έως τριάντα ημέρες.
A
Και αν δεν αρέσει ο άντρας στη γυναίκα; Και
αν δεν αρέσει η γυναίκα στον άντρα;
B
Εδώ έφτασες στο καίριο σημείο της υπόθεσης, που είναι και το καίριο θέμα της ζωής-στον έρωτα. Με ένα λόγο θα σου έλεγα μόνο πως τότε, όλοι οι άντρες και όλες οι γυναίκες θα είναι όμορφοι και όμορφες. Επειδή ξέρω όμως πως θα με ρωτήσεις  πώς θα είναι αυτό δυνατό, θα σου το πω με όσο καλλίτερον τρόπο μπορώ ώστε να γίνει κατανοητό. Θα σου έχει τύχει να δεις κάποια γυναίκα πανέμορφη, που όμως και αν σε πλήρωναν δεν θα ήθελες να κάνεις έρωτα μαζί της. Και θα σου έχει τύχει να συναντήσεις και γυναίκες που ενώ είναι άσχημες, εντούτοις θα ήθελες να πάς στο κρεβάτι μαζί τους. Μη βιαστείς να μου πεις όχι, γιατί να τι θα σου πω κατόπιν. Mια γυναίκα με κακή ψυχή, μια γυναίκα εγωίστρια, υπερόπτις, φωνακλού, κακότροπη, έστω και αν το σώμα της διαθέτει τις καλλίτερες αναλογίες, θα σου άρεσε; Όχι βέβαια. Ενώ αντίθετα, μια γυναίκα που έχει όλες τις ψυχικές χάρες, όσο και αν το σώμα της είναι κακοφτιαγμένο, θα ήτανε για σένα καλή για να κάνεις έρωτα μαζί της. Χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα αν και δεν μπορεί κανείς να παίρνει παραδείγματα για κείνον τον κόσμο από αυτόν εδώ, επειδή εκεί, αυτά δε θα ισχύουν ούτε σαν παραδείγματα. Μα θέλω με το παράδειγμά μου αυτό να σου δείξω το πεδίο πάνω στο οποίο θα βασίσω την απάντησή μου στο ερώτημά σου. Τότε λοιπόν, όλες oι γυναίκες θα είναι όμορφες, γιατί όλες οι γυναίκες θα είναι η προσωποποίηση του Καλού, όπως εξάλλου και οι άντρες.
Τότε δεν θα μετράει καθόλου η ομορφιά του κορμιού αλλά η ομορφιά της ψυχής, που θα είναι ίδια σε όλους και σε όλες. Ούτε θα υπάρχουν οι υπολογισμοί, οι υποκρισίες, οι κρυψίνοιες, το συμφέρον τέλος, που μολύνουν κάθε επαφή στον κόσμο μας ετούτον. Ούτε θα υπάρχουν οι άλυτες καθημερινές ανάγκες, τα προβλήματα, η κόπωση, το κλάμα, η στενοχώρια, που όλα αυτά κάνουν πολλές φορές τον έρωτα μιαν αναγκαία αγγαρεία. Αλλά πάλι θα έρθουμε στα δικά μας, τα σημερινά, γιατί πάλι θα σου μιλήσω με τη γλώσσα του κόσμου μας: όλες οι γυναίκες τότε, από εμφάνιση, θα είναι όπως οι πλούσιες γυναίκες της εποχής μας που για να είναι όμορφες κάνουν χίλια δυο. Τότε οι γυναίκες θα είναι έτσι χωρίς να προσπαθούν καθόλου' και επιπλέον χωρίς το άγχος της σημερινής κοινωνίας.
Αυτά σαν μια μικρή ιδέα του πώς θα είναι τότε η γυναίκα.
Η γυναίκα θα είναι επιθυμητή επειδή είναι γυναίκα, όχι επειδή είναι "όμορφη", γιατί η ομορφιά τότε θα έχει βρει το αντικείμενό της και σ' αυτό κανένα ρόλο δεν θα έχουν οι όποιες καμπύλες του σώματος των ανθρώπων. Όλοι οι άνθρωποι θα είναι ωραίοι πραγματικά από μιαν εσωτερική ωραιότητα που θα λάμπει στα μάτια τους και θα κάνει την ομορφιά του κορμιού ασήμαντη μπροστά της, Τότε θα βλέπει ο άντρας τη γυναίκα στα μάτια και δεν θα χορταίνει να τα κοιτάζει μιας και μέσα τους θα βλέπει το Καλό, το Αιώνιο, το Αγαθό. Ομορφιά τότε θα είναι η Φύση. Και η Φύση θα είναι η Ομορφιά. Ο έρωτας λοιπόν του άντρα με μια γυναίκα θα είναι πάντοτε ωραίος και όσο ποτέ δεν υπήρξε μέχρι σήμερα απολαυστικός, Αλλιώς δεν έχω πώς να σου το πω.
A
Ποικιλία λοιπόν εραστών και εραστριών.
Β
Ακριβώς. Και αν θυμάσαι είχες φοβηθεί πιο πάνω πως δεν θα υπάρχει ποικιλία στη ζωή των τότε κατοίκων της γης. Τώρα φαντάζομαι θα έλειψαν οι φόβοι σου εκείνοι.
A
Ας πούμε πως έτσι θα είναι με τις γυναίκες. Τα παιδιά όμως; Τα παιδιά που θα γεννιούνται από τις ενώσεις αυτές τίνος θα είναι;
Β
Όλων αγαπητέ μου-όλων.
Α
Μα…
Β
Άσε με να συνεχίσω και όταν τελειώσω με ρωτάς. Τα παιδιά λοιπόν. Τα παιδιά, από τη στιγμή που θα γεννηθούν θα ανήκουν σε όλους, στην κοινότητα, στην ανθρωπότητα. Ειδικοί θα τα φροντίζουν ώσπου να μπορούν μόνα τους να εξυπηρετούνται. Δεν θα έχουν καμία σχέση με τον πατέρα τους ή τη μητέρα τους.
Τυχαία μόνο μπορεί να συνυπάρξουν κάπου, όμως χωρίς να το ξέρουν. Προλαβαίνω την ερώτησή σου: ποιος θα αγαπάει τα παιδιά μου και θα τα φροντίζει τόσο καλά όσο θα τα φρόντιζα εγώ; Σου απαντώ λοιπόν πως αυτό θα το φροντίζουν όλοι.
Η αγάπη για τα παιδιά από τους ξένους, που σήμερα εξαντλείται στο δόσιμο ενός δώρου σ' αυτά ή στο χάιδεμα του κεφαλιού τους με ένα "να σας ζήσει!" στους γονείς, τότε θα είναι διαρκής και γεμάτη στοργή μέριμνα. Τα παιδιά θα μεγαλώνουν σε ένα ευτυχισμένο περιβάλλον και θα μορφώνονται ανάλογα με τις ικανότητές τους και όχι ανάλογα με την καταγωγή τους και την ευπορία η όχι των γονιών. Ένα απέραντο πάρκο όπου μέσα του θα χαίρονται ξένοιαστα θα είναι τότε κάθε τόπος για τα παιδιά.
Και κανένας δε θα νοιάζεται προσωπικά για το παιδί του, αφού ξέρει ότι το παιδί του θα έχει όλα τα καλά, κάτι που σήμερα ούτε να το διανοηθεί μπορεί ένας πατέρας και μια μητέρα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει. Τότε κάθε παιδί θα είναι παιδί του καθενός. Αν κάποιος θελήσει να χαδέψει ένα κεφαλάκι παιδικό, όποιο και αν διαλέξει αυτό θα είναι του παιδιού του. Γιατί όλα τα παιδιά θα είναι δικά του. Κάτι που ίσως δεν κατάλαβες;
A
Τι να πω, όλα τα κατάλαβα.
Β
Σ' ευχαριστώ που είσαι προσεχτικός μαθητής.
Όλα κοινά και όλα ωραία λοιπόν.
A
Και μέσα σ' αυτή την ομοιομορφία...
Β
Τώρα θα σε διακόψω εγώ-ποιος μίλησε για ομοιομορφία; Για κοινότητα σου μίλησα, όχι για ομοιομορφία.
A
Πώς θα διασκεδάζουν οι άνθρωποι αυτοί;
Β
Όπως θέλει ο καθένας, διαθέτοντας για το σκοπό αυτόν τις ελεύθερες ώρες του που θα είναι πολύ περισσότερες από όσες σήμερα. Και η διασκέδασή του θα είναι όποια αυτός διαλέξει από όσες υπάρχουν. Θέλει να παίξει ποδόσφαιρο, τέννις η όποιο άλλο παιχνίδι φανταστείς; Θα το κάνει. Θέλει να ικανοποιήσει την επιθυμία του για ένα χόμπυ του; Θα το κάνει. Και όλοι θα έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής διασκέδαση.
Α
Και αν το δικό μου χόμπυ είναι το ψάρεμα και το κολύμπι και δεν έχω κοντά εκεί που ζω θάλασσα;
Β
Θα πας να μείνεις σε ένα μέρος που έχει θάλασσα. Είναι τόσο απλό. To ίδιο και κείνος που του αρέσει το βουνό θα πάει στο βουνό να εργαστεί και να ζει.
Α
Και αν η δουλειά μου είναι στο βουνό πώς θα πάω στη θάλασσα; Η τοπική Επιτροπή που λες, πώς θα μου το επιτρέψει; Δεν θα χάσει έναν εργάτη της;
Β
Η τοπική Επιτροπή θα σε διευκολύνει να πας όπου γης θέλεις. Για να διαλέξεις μάλιστα θα σου έχει ένα κατάλογο με λεπτομέρειες για το κάθε τι του τόπου όπου θα διαλέξεις να πας να μείνεις και να εργαστείς.
A
Και αν όλοι θέλουνε θάλασσα τι θα κάνει η όποια Επιτροπή;
Β
Φίλε μου στην κοινωνία που θα υπάρχει τότε, μέλημα θα είναι η ευτυχία του κάθε ανθρώπου. Αν εσύ νιώθεις ευτυχισμένος να ζεις στη θάλασσα κοντά, κανένας δε θα σου πει όχι. Και αν όλοι φύγουν από τα βουνά και κατέβουν στις θάλασσες, ας γίνει έτσι. To πιο ευέλικτο πράγμα στη γη επάνω θα είναι τότε η Επιτροπή-αυτή που σου είπα στην αρχή-της ανθρωπότητας. Σήμερα συνηθίζεται να λέμε ότι με το χρήμα όλα γίνονται. Φαντάσου τότε τι μπορεί να κάνει η συναδελφοσύνη, η κατανόηση, η
αγάπη, με ένα λόγο η έλλειψη χρημάτων.
A
Μα τότε κανείς δε θα ζει σε τόπους που το κλίμα είναι άσχημο.
Β
Και βέβαια δεν θα ζει. Για ποιο λόγο να το
έκανε αφού μπορεί να ζήσει σε ένα καλλίτερο
κλίμα;
Ας πούμε, μπορεί, υποθετικά μιλώντας το λέω αυτό, να
μη θέλει κανείς να ζει σε άλλην ήπειρο από την Ευρώπη. Εάν είναι πράγματι εφικτό, θα γίνει. Αν δεν μπορεί να γίνει θα παρθούν όλα τα μέτρα για κείνους που θα αναγκάζονται να
ζουν σε άσχημες κλιματικά περιοχές, ώστε να μην αισθάνονται παραμελημένοι.
Ας πούμε ότι σε ένα μέρος της γης μόνο παράγεται ένας καρπός ή υπάρχει ένα ορυκτό που είναι απαραίτητα για την ανθρωπότητα.
Τότε θα δουλέψουν άνθρωποι εκεί, με δίκαιους όρους και συνθήκες όμως. Για παράδειγμα ένας τέτοιος εργάτης, που
δουλεύει δηλαδή κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα δουλέψει δέκα χρόνια λιγότερο από τους άλλους ας πούμε, ή άλλα παρόμοια.
A
Θα μπορεί κανένας να ασχοληθεί με το περιβόλι του και να έχει δικές του αγνές ντομάτες, κολοκύθια και άλλα χορταρικά, ζαρζαβατικά και φρούτα;
Β
Και βέβαια θα μπορεί, όμως δε νομίζω ότι κανένας θα το κάνει.
A
Και γιατί παρακαλώ, αν αυτό θέλει;
Β
Γιατί όλα όσα θα παίρνει από το μαγαζί της γειτονιάς θα είναι όλα φρέσκα και αγνά σαν εκείνα που θα έβγαζε από τον κήπο του.
A
Καλά από διασκεδάσεις. Και οι τέχνες φαντάζομαι όμως πως θα ανθούν στην κοινωνία σου.
Β
Καλά το φαντάστηκες. Οι Καλές Τέχνες πράγματι θα είναι από τις κύριες ασχολίες των ανθρώπων, που τώρα θα είναι κοντύτερα προς το τέλειο που εξ ορισμού τους επιδιώκουν να παραστήσουν, αφού αυτό θα είναι κοντύτερα προς τη ζωή τους όπως θα είναι αυτή.

A
Θρησκεία θα υπάρχει;
Β
Όχι, αφού οι άνθρωποι θα έχουν όσα θέλουν από μόνοι τους, χωρίς να χρειαστεί να τους τα δώσει κάποιος θεός. Η επιστήμη, η οποία θα έχει πάρει τη θέση της  θρησκείας, θα φροντίζει σαν καλή μητέρα για όλους, αντί όπως σήμερα να τους
εκμεταλλεύεται σαν κακή μητριά. Οι άνθρωποι θα μαθαίνουν για
πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, στο μάθημα της προϊστορίας τους.
A
Παράδεισος λοιπόν η ανθρώπινη ζωή.
Β
Ακριβώς.
A
Και οι τόσες έγνοιες και οι τόσες ταλαιπωρίες των σημερινών ανθρώπων θα αποτελούν παρελθόν; Και οι κλεψιές και οι βιασμοί και οι φόνοι;
Β
Βλέπω πως σε κάθε καινούργια σου ερώτηση, αυτή περιέχει και την απάντησή της. Πράγματι λοιπόν θα αποτελούν παρελθόν. Η ζωή θα είναι ανθρώπινη πραγματικά. Με τον κόπο που θα καταβάλουν οι άνθρωποι τότε, θα έχουν όλα όσα θέλουν, ενώ τώρα ο πολλαπλάσιος κόπος τους είτε κακοδιαχειρίζεται είτε γίνεται πλούτος στα χέρια λίγων. Μίλησες για φόνους και για βιασμούς και για κλοπές.
Οι όροι αυτοί δε θα βρίσκονται ούτε στα λεξικά πια.

ΤΕΛΟΣ

 

ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ...

Θα ’ρθει καιρός...
Θα ’ρθει καιρός...
Θα ’ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα ’ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα ’ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λιώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα ’ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα ’ρθει καιρός.

 ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού το δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς στ’ αυτιά σου να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή,
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις-
για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν
που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.
 
Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.

  ΤΑ  ΔΡΥΙΝΑ

Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.

Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.

 Του κρεββατιού το βήτα

Πάντοτε με διορθώνουνε-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ΄ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.
Αν ήταν θα ΄ξεραν
πως άδειο είναι το κρεββάτι μ΄ένα βήτα.
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα είναι η γυναίκα.

 Ο KPITHΣ

Κριτή, εσύ που κρίνεις τα γραφτά μου,
να ξέρεις ότι δε θα σκοτιστώ
αν άξιο συ μου κρίνεις το μιστό
ή με μανία τα πατήσεις χάμου.

Δε γράφτηκαν για σένα όλα τούτα.
Ανάγκη είχε για δόσιμο η ψυχή
και τα ’δωσε ως πιστός την προσευχή
κι όπως το δέντρο ξεχειλίζει φρούτα.

Γι αυτό κριτή σου λέω πως δεν αξίζει
με τέτοιες ιστορίες ν’ ασχοληθείς.
Και κάνε όπως κάνει ο καθείς
που βλέπει, προσπερνά και δεν αγγίζει.

Προσπέρνα. Μα σκοπό τέτοιο αν δεν έχεις,
πρόσεξε: στ’ άγγιγμά τους θα καείς.
Αν όχι τότε είσαι αδαής
και πάλι πρέπει απ’ αυτά ν’ απέχεις.

 ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ  

Χρόνος: Εκατομμύρια χρόνια πριν.
Τόπος: Κάπου στον Γαλαξία μας.

Πρόσωπα:
ΖΩΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
ΧΑΡΩΝΑΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ (ΑΘΑΝΑΣΙΑ)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ
ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ (ΑΝΑΓΚΗ)


Ένα γραφείο με μόνο τα απαραίτητα. Δεξιά
των θεατών ένα έπιπλο-γραφείο, ογκώδες, με σκαλιστή καρέκλα. Όποιος κάθεται σ’ αυτήν έχει αριστερά του τους θεατές. Αριστερά και στο βάθος ένα μικρότερο γραφείο με
καρέκλα. Δίπλα στο γραφείο πόρτα. Κάποιο παράθυρο. Ακόμα στο δωμάτιο τραπεζάκι με δύο καρέκλες, βιβλιοθήκη. Στους τοίχους φωτογραφίες ζώων και φυτών και ανατομικοί πίνακες. Πάνω στο μεγάλο γραφείο υδρόγειος σφαίρα με διαφοροποιημένα όρια ξηράς και θάλασσας. Το μεγάλο γραφείο είναι της Ζωής. Το μικρό του Χάρωνα. Όταν ανοίγει η αυλαία στη σκηνή βρίσκεται η Ζωή. Νέα, αδύνατη, συμπαθητική. Φοράει ζωηρόχρωμα ρούχα. Περπατάει νευρικά. Πηγαίνει στο παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Βλέπει έξω. Περπατάει. Κοιτάζει το ρολόϊ της. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η
Γραμματέας κρατώντας χαρτιά στα χέρια της.


ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Τα εισερχόμενα.

ΖΩΗ
(πλησιάζει στο γραφείο της)
Τι έχουμε σήμερα;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνει το πρώτο χαρτί επάνω στο γραφείο)
Απειλητική αύξηση των μυρμηγκιών.
(περιμένει σχόλιο για να προχωρήσει στο επόμενο
χαρτί)

ΖΩΗ
Προχώρα.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνοντας ένα ένα τα χαρτιά)
Αίτηση από το Τμήμα Θαλάσσης για την ενίσχυση των μέσων
άμυνας των χταποδιών... η Μηνιαία Στατιστική του Πεδινού Τμήματος... πρόταση της Γραμματείας Φυτών για τη σμίκρυνση των πεύκων... η μελέτη του Γραφείου Ερήμων για την επίδραση της πτώσεως της θερμοκρασίας στην ομοιόσταση των αρθροπόδων... δύο αιτήσεις αδείας.

ΖΩΗ
Καλά. Άφησέ τα. Θα τα δω αργότερα. Φάνηκε ο Παρατηρητής;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι ακόμα.

ΖΩΗ
Όταν έρθει να τον δω αμέσως.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
(πηγαίνει προς την πόρτα)

ΖΩΗ
Έτοιμη για την επιθεώρηση;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όλα εντάξει.
(βγαίνει)

ΖΩΗ
(Κοιτάζει το ρολόϊ της. Βηματίζει. Πηγαίνει στο
παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Την ίδια στιγμή χτύποι στην πόρτα. Αφήνει την κουρτίνα να πέσει.)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Παρατηρητής)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κουρασμένος)
Ουφ!..

ΖΩΗ
Λέγε!

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(πειραγμένος από το απότομο της Ζωής)
Να κάτσω πρώτα;

ΖΩΗ
Κάτσε αλλά λέγε.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κάθεται).
Οι πληροφορίες είναι όλες σωστές. Στο Τμήμα Σχεδιασμών είναι κοινό μυστικό. Κανείς δε μιλάει γι αυτό, όμως όλοι το ξέρουν. Ο μηχανικός έχει σχεδιάσει την παραμικρή λεπτομέρεια και πιστεύει πως τα σχέδιά του θα πετύχουν.

ΖΩΗ
Τι ακριβώς σχεδιάζει; Έμαθες; Τι ακριβώς επιδιώκει;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Μίλησα με δυο τρεις φίλους από τοΤμήμα του. Αλλά ξέρεις, αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Δεν πας και ρωτάς: "κρύβει κα ’να μυστικό το αφεντικό σου;"  Πας, κάθεσαι, μιλάς για τον καιρό, για την οικονομική κατάσταση, για τα προσωπικά σου, κάνεις τον άλλο να σιγουρευτεί ότι πήγες εκεί μόνο και μόνο για να τον δεις ή επειδή ήθελες να συζητήσεις απλά μαζί του. Και όταν αυτό γίνει αρχίζεις με τρόπο να μπαίνεις στο θέμα που σε ενδιαφέρει. Ρωτάς τάχα αδιάφορα για κάτι που έγινε..

ΖΩΗ
(Τον διακόπτει)
Δε θέλω να μάθω πώς δουλεύεις. Θέλω να μου πεις τι έμαθες.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πρώτα επιβεβαίωσα όλες τις πληροφορίες που είχες μέχρι
τώρα. Έμαθα ότι κάτι μεγάλο σκαρώνεται, ότι αυτό το κάτι είναι έτοιμο στα χαρτιά, ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σε πράξη και ότι αφορά αποκλειστικά στους πιθήκους. Μέσα σε μιαν ώρα πολλά είναι κι αυτά που έμαθα. Αν μου δώσεις χρόνο θα σου φέρω ως και τα σχέδια που έχει στο συρτάρι του.

ΖΩΗ
(Με αδημονία)
Χρόνο… Χρόνο…
(καταβάλλει προσπάθεια να ηρεμήσει)
 Έχεις δίκιο. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά. Όμως το πράγμα επείγει. Μην ξεχνάς πως σήμερα έχουμε επιθεώρηση. Πρέπει το θέμα να ξεκαθαρίσει σήμερα. Είναι ευκαιρία. Με την αλληλογραφία η διευθέτησή του θα καθυστερήσει με
φοβερές συνέπειες. Έστειλες κάτω για αποδείξεις;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Έστειλα τον ικανότερο βοηθό μου. Είναι εκεί από πρωί
πρωί. Όπου να ’ναι έρχεται. Θα σε ενημερώσω αμέσως όταν φτάσει.
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Χάρωνας)

ZΩΗ
(στον παρατηρητή)
Να έρθει ο ίδιος σε μένα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(απρόθυμα)
Καλημέρα.
(σηκώνεται)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Με ύφος ειρωνικό)
Μήπως διακόπτω καμία ενδιαφέρουσα συζήτηση;

ΖΩΗ
Τελειώσαμε Χάρωνα. Ο Παρατηρητής έφευγε.
(στον παρατηρητή)
Να ’ρθει αμέσως ο ίδιος εδώ-ναι;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Εντάξει.
(θυμωμένο βλέμμα στο Χάρωνα. Στη Ζωή)
Αντίο
(βγαίνει)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Κάθεται)
Απορώ πώς αντέχεις αυτόν το σπιούνο.

ΖΩΗ
(Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της)
Αν "αυτόν το σπιούνο" τον είχα χρησιμοποιήσει νωρίτερα, θα είχα μάθει πρωτύτερα τι συμβαίνει και δε θα είχα βρεθεί προ απροόπτου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ποιο είναι το απρόοπτο; Συμβαίνει τίποτα;

ΖΩΗ
Δεν είναι κάτι που αφορά εσένα άμεσα. Ίσως και να μη σε αφορά ούτε έμμεσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ξέρω, είμαι μικρός και δεν έχω δικαίωμα να μάθω… Όμως είμαι υφιστάμενός σου μόνο γιατί ακόμα δεν δημιουργήθηκε η Διεύθυνση Αποσύρσεως. Το ξέρεις πως έχω κάνει αίτηση με πλήρη δικαιολόγηση του αιτήματος και ότι είναι ζήτημα χρόνου η δημιουργία της νέας Διεύθυνσης. Τότε θα ’χω δικό μου γραφείο όπως εσύ και σε βεβαιώνω (ρίχνει μια ματιά γύρω του) πως θα είναι καλλίτερο από αυτό.

ΖΩΗ
Δε θ' ασχοληθούν καθόλου με το αίτημά σου. Ως εκεί έχουν μυαλό. Όλοι ξέρουν πως η δουλειά σου δε χρειάζεται ιδιαίτερες ικανότητες κι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερο γραφείο. Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Μιμείται τη φωνή της)
"Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες"... Πόσες φορές το ’χω ακούσει αυτό... Έτσι νομίζετε όλοι, πως είναι απλή δουλειά. Ξέρεις τι συντονισμός οχημάτων χρειάζεται για να μεταφερθούν τόσα πτώματα κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Ξέρεις τι προεργασία απαιτείται για να μη γίνει λάθος και μπερδευτούν νεκροί με ζωντανούς; Και για πήγαινε συ να κουβαλήσεις έναν ελέφαντα! Η φόρτωση παίρνει περισσότερο χρόνο από τη μεταφορά. Τις περισσότερες φορές πρέπει να τον διαλύσω για να τον μεταφέρω. Εσύ που βλέπεις πόσο κοπιάζω για να γίνουν αυτά στην εντέλεια, δεν έπρεπε να πεις αυτά που είπες.

ΖΩΗ
(ειρωνικά)
Ναι, πολύ κοπιάζεις.
(αποφασιστικά)
Ότι και να λες, η Διεύθυνσή σου και αν ποτέ γίνει, θα έχει
είκοσι φορές λιγότερη δουλειά από τη δική μου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μπράβο υπολογισμός! Πώς το μέτρησες; Εκείνο που θα ’πρεπε να πεις είναι ότι άλλη η δουλειά η δική σου και άλλη η δική μου. Τότε θα μιλούσες σωστά. Δεν μπορούν να συγκριθούν δυο ανόμοια πράγματα.

ΖΩΗ
Νομίζω ότι μπορούν στην περίπτωσή μας: εγώ δημιουργώ κι εσύ είσαι ένας μεταφορέας.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Με συγχωρείς. Αλλά εγώ κουβαλάω πίσω στο εργοστάσιο
όσα δημιουργήματά σου καταστρέφονται κι εγώ δεν ξέρω από ποιαν αιτία. Σίγουρο είναι ότι δεν καταστρέφονται όλα από την πολυκαιρία, αλλά και σε πολύ μικρότερο χρόνο και από διάφορες αιτίες. Και αυτή η πρόωρη καταστροφή έχει βέβαια να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στη Διεύθυνσή σου…

ΖΩΗ
(Εκνευρισμένη αλλά και με διάθεση να δώσει τέλος στη
συζήτηση)
Δεν είσαι εσύ ικανός ούτε και αρμόδιος να κρίνεις τη
Διεύθυνσή μου. Αλλά, Χάρωνα, ας μη συνεχίσουμε τον καυγά. Με περιμένει μια δύσκολη μέρα. Και ας μην ξεχνάμε την επιθεώρηση. Συγνώμη αν σου μίλησα άσχημα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Α! Ναι! Επιθεώρηση! Μα εμένα όλη σχεδόν η δουλειά γίνεται έξω από το εργοστάσιο.
(Ταχτοποιεί τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο του)
Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα. Εσύ έχεις ετοιμαστεί;

ΖΩΗ
Και ναι και όχι. Έχω ετοιμαστεί σε ό,τι θα μπορούσα να
ετοιμαστώ. Αλλά αυτή η επιθεώρηση δε μ' ενδιαφέρει όπως οι άλλες. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Τι εννοείς;

ΖΩΗ
Χάρωνα έχω μπλεξίματα. Ο Λογοθέτης κάνει του κεφαλιού του.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Εμένα μου το λες; Δεν το ξέρω; Προχτές έστειλε δικούς του και μάζεψαν όλες τις αντιλόπες πριν πάμε εμείς. Ο επικεφαλής του συνεργείου μου μού είπε πως δεν υπάρχουν αντιλόπες. Ενώ ξέραμε πως ήταν εκατόν τριανταπέντε. Όλη τη μέρα σκεφτόμασταν τι μπορεί να ’γινε. Και την επομένη τυχαία ανακάλυψα ότι τις είχε μαζέψει ο Λογοθέτης, γιατί τις χρειαζόταν, λέει, για τα πειράματά του. Καλά, του λέω, γιατί δε μου το ’λεγες ότι θα τις μαζέψεις;
Νομίζεις ότι μου απάντησε; Γελούσε σαν χαζός.
(Χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(Μπαίνουν ο Βοηθός Παρατηρητή και ο Παρατηρητής)

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Καλημέρα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Στο βοηθό του)
Πες στην κυρία προϊσταμένη τι είδες.

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Είδα κάτι που ούτε έχω ακούσει ούτε έχω ξαναδεί. Είδα
πράματα που με τρόμαξαν. Είδα πιθήκους να περπατάνε σχεδόν όρθιοι. Άλλους να ’ναι μαζεμένοι γύρω από φωτιά και να ζεσταίνονται. Όταν πλησίασα μου πέταξαν πέτρες. Τις κρατούσαν μέσα στα χέρια τους όπως εμείς... Να, έτσι!.
(Δείχνει τη γροθιά του)

ΖΩΗ
(Κάνει μια κίνηση απογνώσεως. Αμέσως μετά με συγκρατημένα ήρεμο ύφος)
Εντάξει. Αρκετά. Πες στη γραμματέα μου πού θα βρίσκεσαι γιατί ίσως σε χρειαστώ αργότερα.
(Στον παρατηρητή)
Ευχαριστώ. Μπορείτε να πηγαίνετε.
(Βγαίνουν ο Παρατηρητής και ο βοηθός του. Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο που βρίσκεται πάνω στο γραφείο της)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Να έρθει αμέσως ο Λογοθέτης. Είναι επείγον.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(απέξω)
Μάλιστα!

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μα τι συμβαίνει;

ΖΩΗ
Συμβαίνει ότι ο Λογοθέτης ενεργεί χωρίς την έγκρισή μου. Προχτές το βράδυ είχα στο σπίτι μου τον Επόπτη Εργασίας. Μου είπε πως κάτι ψιθυρίζεται στο Τμήμα Μηχανικού  Σχεδιασμού για μια καινούργια ιδέα του μηχανικού, που άρχισε κιόλας να την εφαρμόζει στους πιθήκους. Δεν ήξερε κάτι συγκεκριμένο. Αμέσως ειδοποίησα τον Παρατηρητή να μάθει και να με ενημερώσει το συντομότερο. Ταυτόχρονα του είπα να στείλει κάτω κάποιον να δει τι γίνεται. Τα νέα τα άκουσες μόνος σου. Όμως θέλω ν’ ακούσω από τον ίδιο τι προσπαθεί να κάνει και πού έχει φτάσει το πράγμα. Μα προ παντός θέλω να τον σταματήσω. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι φοβερό. Θα ’θελα να μην ήταν έτσι, όμως όσα άκουσα εκεί οδηγούν.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Έχω τα ίδια αισθήματα με σένα για το Λογοθέτη. Μα τώρα δεΝ βλέπω τι φοβερό μπορεί να συμβαίνει. Μη χαρακτηρίζεις από πριν άσχημο ότι κάνει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι αθώο.

ΖΩΗ
Αν ήταν αθώο δε θα κρατιόταν μυστικό. Ούτε ήταν αθώα όσα ακούστηκαν πριν λίγο εδώ μέσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ

Εγώ απ' ότι άκουσα συμπέρανα πως ο Λογοθέτης προσπαθεί να
βελτιώσει τη δουλειά του. Και επειδή εδώ μέσα πρόκειται να δοθεί μάχη όταν αυτός έρθει, εγώ θα φύγω. Ύστερα έχω να ελέγξω τις σημερινές αφίξεις. Αφού έχουμε επιθεώρηση πρέπει να είναι όλα εντάξει. Τι ώρα αλήθεια αρχίζει η επιθεώρηση;

ΖΩΗ
(Παίρνει και συμβουλεύεται ένα χαρτί από το γραφείο της)
Το πρόγραμμα λέει στις δέκα. Όμως πότε ακολουθήθηκε το
πρόγραμμα; Γι αυτό ας είμαστε έτοιμοι νωρίτερα.

ΧΑΡΩΝΑΣ

Αν με ζητήσουν θα είμαι στο Τμήμα Παραλαβών.
(Τεντώνεται στην καρέκλα του)
Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά. Θα κρύωσα το βράδυ.
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Χάρωνας σηκώνεται)
Αυτός θα ’ναι. Εγώ φεύγω.

ΖΩΗ
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Λογοθέτης)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Στο Χάρωνα που του ανοίγει την πόρτα)
Γεια σου Χάρωνα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Στο Λογοθέτη)
Γεια σου. Εγώ έφευγα. Πέρνα μέσα.
(Στη Ζωή)
Γεια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κλείνει την πόρτα. Είναι γελαστός μα και ανήσυχος)
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα. Κάτσε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κάθεται)
Η γραμματέας σου μου είπε πως είναι επείγον.

ΖΩΗ
Ναι Λογοθέτη, πρόκειται για κάτι επείγον και σοβαρό. Τι
συμβαίνει με τους πιθήκους;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ

(σοβαρεύεται)
Ώστε αυτό ήταν... Αυτό ήθελε ο Παρατηρητής πρωί πρωί στοΤμήμα μου...

ΖΩΗ
Λογοθέτη, είμαι η προϊσταμένη της Διεθύνσεως Παραγωγής και είναι μέσα στα καθήκοντά μου να γνωρίζω τι γίνεται μέσα στη Διεύθυνσή μου. Έμαθα λοιπόν πως κάνεις κάτι κρυφά από μένα. Πώς το έμαθα δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει πως εσύ δε με ενημέρωσες σχετικά. Απαιτώ να μάθω από σένα τι ακριβώς συμβαίνει. Ακούω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τα λόγια σου και το ύφος σου δείχνουν πως με αντιμετωπίζεις σαν να έκανα κανένα έγκλημα. Το πράγμα είναι απλό και δε βλέπω γιατί το αντιμετωπίζεις έτσι. Σαν επιστήμονας που είμαι, προσπαθώ να βελτιώσω τη δουλειά μου. Μελετώ, πειραματίζομαι, παρατηρώ.

ΖΩΗ
Αυτό είναι υποχρέωσή σου. Για να πειραματιστείς όμως στις κούκλες μας πρέπει να έχεις την έγκρισή μου. Εκτός από επιστήμονας είσαι και υπάλληλος. Έχεις προϊστάμενο που συμβαίνει να είμαι εγώ.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Οτιδήποτε κρίνω ότι χρειάζεται να τεθεί υπόψη σου θα το
θέσω αμέσως. Και αν χρειαστεί να κάνω κάποια σοβαρή αλλαγή θα ζητήσω οπωσδήποτε την έγκρισή σου.

ΖΩΗ
Μιας κι είσαι λοιπόν εδώ ενημέρωσέ με για ότι σκοπεύεις να κάνεις, αλλά κύρια για ότι έκανες ως τώρα. Και εννοώ ό,τι καινούργιο εφάρμοσες στις κούκλες μας. Γιατί σαν προϊσταμένη της Διευθύνσεως μόνο αυτό με ενδιαφέρει: τι έκανες στις κούκλες μας. Στις κούκλες του εργοστασίου μας.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν ξέρω τι σου είπαν. Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαι από
καιρό πειραματικά με την οικογένεια των πιθήκων. Παρατήρησα ότι πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις των εγκεφαλικών κυττάρων μεταξύ τους, είχα αποτελέσματα ικανοποιητικότερα παρά αν τα εφάρμοζα στις άλλες κούκλες. Οι πίθηκοι ανταποκρίνονται γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά στις μεταβολές αυτές. Η πρόσληψη των παραστάσεων δεν είναι προσωρινή, αλλά κατά κάποιον τρόπο εντυπώνεται και παραμένει μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις επανέρχεται σαν ένα είδος ανάμνησης όταν οι εξωτερικές συνθήκες και τα ερεθίσματα που δέχεται ο πίθηκος είναι παρόμοια με εκείνα που του δημιούργησαν την πρώτη εντύπωση. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και προσπαθώ να το αξιοποιήσω όσο γίνεται.

ΖΩΗ
Συνέχισε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αυτό είναι όλο το θέμα. Πήρα την πρωτοβουλία και στις δύο τελευταίες αποστολές πιθήκων εφάρμοσα αυτές τις αλλαγές.

ΖΩΗ
Αυτό είναι το όλο θέμα λοιπόν! Και το θεωρείς μικρό!
Πίθηκοι ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται. Πίθηκοι χρησιμοποιούν πέτρες για όπλο. Πίθηκοι περπατούν όρθιοι. Βλέπεις ότι ξέρω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δε θα σου ’κρυβα τίποτα. Πράγματι συμβαίνουν όλα αυτά, όχι σε μεγάλη κλίμακα όμως ακόμα. Όσον αφορά στις πέτρες που πιάνουν, η βελτίωση αυτή είναι συνέπεια της πρώτης. Παρατήρησαν ότι ο εχθρός έτσι φοβάται και φεύγει. Μια μικρή μετατόπιση του αντίχειρα έτσι ώστε να είναι τοποθετημένος αντίθετα στ' άλλα δάχτυλα, διευκόλυνε το κράτημα της πέτρας. Όσο για τη σχεδόν όρθια στάση, απλά έδωσα μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους μεταξύ των σπονδύλων. Νομίζω πως όλα αυτά είναι μια πρόοδος-και όποια πρόοδος βγαίνει από τη Διεύθυνσή μας, τιμά όλη τη Διεύθυνση.

ΖΩΗ
Λογοθέτη, έχεις αθώο ύφος χωρίς να είσαι αθώος. Η δουλειά σου σ’ αυτό το εργοστάσιο είναι η παραγωγή αντιτύπων από πρότυπα που σου έχουν δοθεί και η σωστή κατανομή των ενστίκτων σ' αυτά. Είναι μια σοβαρή δουλειά. Κι αν περιοριζόσουν σ' αυτήν, τώρα δε θα βρισκόσουν σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Οτιδήποτε πέρα απ’ αυτά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που δε θα το αποφασίσεις εσύ αλλά εγώ. Σου δίνω την προφορική εντολή που σήμερα κιόλας θα την πάρεις και γραπτή, να πάψεις να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στις κούκλες μας. Και να επαναφέρεις στην προηγούμενη κατάσταση τους πιθήκους. Αν είναι δύσκολο να επαναφέρεις τους ήδη
αλλαγμένους, να επαναφέρεις τα παλιά χαρακτηριστικά στις επόμενες αποστολές. Αυτό θα βοηθήσει να κριθείς επιεικώς για την απειθαρχία σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Σωστά είπα πως είμαι κατηγορούμενος λοιπόν. Βέβαια, έπρεπε να σε ενημερώσω. Δεν το ’κανα έγκαιρα. Το ’μαθες από αλλού. Όμως πρόκειται για κάτι καλό. Για μια πρόοδο…

ΖΩΗ
Καλό; Πρόοδο; Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Άκουσα καλά; Πρόοδο;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Ναι, καλά άκουσες. Πιστεύω ότι καθήκον κάθε εργαζόμενου και ιδιαίτερα κάθε επιστήμονα είναι η κατά τον καλλίτερο τρόπο αξιοποίηση των ικανοτήτων του ώστε να προσθέσει ένα λιθαράκι κι αυτός στο οικοδόμημα της επιστήμης του. Αυτό έκανα κι εγώ. Δε σε ενημέρωσα εγκαίρως. Σε ενημερώνω τώρα. Νομίζω δεν είναι αργά.
ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ελπίζω κι εγώ να μην είναι αργά.
(στο μηχανικό)
Λογοθέτη, να επαναφέρεις τα πράγματα στην κανονική τους σειρά. Πράγματι αυτό είναι το καθήκον κάθε εργαζόμενου, όμως στην περίπτωσή μας κάθε πρόοδος της επιστήμης πρέπει να αξιοποιείται στα πλαίσια των απαιτήσεων του εργοστασίου και εν πάσει περιπτώσει όχι χωρίς την έγκριση των υπευθύνων. Και στη δική μας περίπτωση όχι χωρίς τη δική μου έγκριση. Να επαναφέρεις τους πιθήκους στην προηγούμενη κατάστασή τους.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μα Ζωή… για σκέψου... Είμαστε ένα εργοστάσιο πρωτοπόρο στον τομέα μας. Από το μηδέν φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια στρατιά όντων. Από ένα μικρό κύτταρο φτάσαμε στους δεινόσαυρους και στα τεράστια φυτά. Από τον πρωτογονισμό της αμοιβάδας φτάσαμε στο νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών. Από τα πρώτα ψευδοπόδια προχωρήσαμε στη δημιουργία ποικίλου τύπου μετακινήσεων. Οι κούκλες μας σήμερα βαδίζουν, πετούν, κολυμπάνε. Κι όλα αυτά τα κάναμε μαζί εμείς όλοι, μέσα σ' αυτό το εργοστάσιο. Με μόχθο και έχοντας να πολεμήσουμε με αντίξοες κάθε φορά συνθήκες. Και σ’ όλα βγήκαμε νικητές γιατί παλέψαμε αδερφωμένοι χέρι χέρι. Και επειδή τολμούσαμε να εφαρμόζουμε κάθε φορά καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις. Και είσαι συ που πρωτοστατούσες στην όποια καινοτομία για τη βελτίωση της δουλειάς μας-πρέπει να το παραδεχτώ αυτό. Και φτάσαμε τώρα στο εντελώς αντίθετο σημείο, εμείς οι ίδιοι, εσύ προϊσταμένη, να βάζεις φραγμό στην εξέλιξη που μέχρι τώρα μόνον οφέλη στις κούκλες μας έφερνε και φήμη στο εργοστάσιό μας. Βέβαια πολλές φορές είχαμε διαφωνίες, πολλές φορές είχαμε διαφορές απόψεων-θυμήσου μόνο την υπόθεση των δελφινιών-όμως εκείνος που υπερίσχυε πάντοτε δεν ήμουν εγώ ή εσύ αλλά η επιστήμη και η πρόοδος.
Πιστεύω ότι και τώρα το ίδιο θα γίνει. Σε παρακαλώ ν' αφήσεις κατά μέρος τις τυπικότητες και να δεις την ουσία. Παρατύπησα. Δε στο είπα. Μα η ουσία παραμένει. Και είναι αυτή ένα βήμα ακόμα εμπρός. Και τώρα συ μου λες αντί εμπρός να πάω πίσω. Ε, λοιπόν όχι. Αρνούμαι να υπακούσω όποιες κι αν θα είναι οι συνέπειες.

ΖΩΗ
(θλιμμένα)
Είναι λυπηρό να φτάνει η συζήτηση μεταξύ μας σε τέτοιο
σημείο. Είναι λυπηρό να σου δίνω μια εντολή και συ ν' αρνείσαι να την εκτελέσεις. Χειρότερο όμως είναι που αποκαλείς πρόοδο αυτά σου τα επιτεύγματα. Έχεις δίκιο, πολλά περάσαμε, πολλά καταφέραμε.
(αποφασιστικά)
Αυτό όμως όχι! Αυτό δεν είναι πρόοδος. Αυτό πρέπει να
ξαναγυρίσει εκεί που ήταν. Και να ξεχάσεις τις ανακαλύψεις σου πάνω στο θέμα. Να κάψεις τις σημειώσεις σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Σηκώνεται. Οπισθοχωρεί)
Να κάψω τις σημειώσεις μου; Να ξεχάσω ό,τι έκανα ως τώρα πάνω σ’ αυτό;
(στέκει για λίγο σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι άκουσε)
Τουλάχιστον ας είχα μια πειστική αιτία για να το κάνω.
(βλέπει προς τη Ζωή ερωτηματικά)

ΖΩΗ
(Σκύβοντας προς το μέρος του και κοιτάζοντάς τον στα
μάτια. Σιγά) Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν; (με φωνή που τρέμει)
Έτσι αρχίσαμε κι εμείς.
(ο μηχανικός στέκει για λίγο μετέωρος, σαν χαμένος. Η Ζωή συνεχίζει περπατώντας αργά)
Το χέρι που κράτησε την πέτρα... η φωτιά... η όρθια στάση... η νόηση... ύστερα η ομαδική ζωή, οι θρησκείες, οι πρώτες κοινωνίες, το χρήμα...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του)
Δε θα σπρώξω εγώ σ’ όλα αυτά τις κούκλες μας. Εγώ θα τις εφοδιάσω με λογική. Εκείνες θ’ αποφασίσουν για ό,τι τις αφορά.

ΖΩΗ
(συνεχίζει σαν να μην άκουσε τον μηχανικό, ή σαν να μην είναι αυτός στο γραφείο)
...η φτώχεια, η αθλιότητα, η εκμετάλλευση, ο φόβος...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα 'χουνε λογική. Θ' αποφασίζουν. Θα πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, Θα ζήσουν όπως οι ίδιες διαλέξουν.

ΖΩΗ
(όπως πριν)
Η μοναξιά... η θλίψη... ο πόνος... και οι νύχτες! οι νύχτες
τους... γεμάτες ερημιά, φαντάσματα, γεμάτες ατέλειωτη οδύνη… γεμάτες αναίτια ενοχή που το δάκρυ δε θα ξεπλένει (λέγοντας αυτά έχει φτάσει στο γραφείο της. Ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Κοιτάζει τον μηχανικό. Κάθεται άτονα στην καρέκλα)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Όλα αυτά τα βρίσκω υπερβολικά. Δε βρίσκω τίποτα κακό να ζεσταίνονται οι πίθηκοι. Ούτε είναι άσχημο να διώχνουν με πέτρες εκείνον που θα ήθελε να τους κάνει κακό. Έχω κάνει πολλή δουλειά. Γι αυτό υπάρχω εδώ. Γι αυτό πληρώνομαι. Για να κάνω το καλλίτερο που μπορώ. Θέλω να δημιουργήσω κάτι Να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τουλάχιστον προσπαθώ. Στο κάτω κάτω στη χειρότερη περίπτωση, οι πίθηκοι θα έχουν πολιτισμό, ανέσεις, διασκεδάσεις, θα καταπολεμούν τις αρρώστιες…

ΖΩΗ
(Λυπημένη και απογοητευμένη που δεν μπορεί να τον πείσει)
Όλα αυτά δε θα ’ναι παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόνο. Ώσπου να δουν πως τίποτε δεν μπορεί να τους απαλλάξει απ’ αυτόν. Και τότε τον πόνο τους θα τον συντροφεύει και η αυτοπεριφρόνησή τους για ό,τι μηχανεύτηκαν μέσα στην απελπισία τους.
(μικρή παύση)
Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένος να σπρώξεις στη δυστυχία το γένος των πιθήκων. Παραβλέπεις το γεγονός πως καμιά κούκλα μας δεν πόνεσε ποτέ μέχρι σήμερα τον πόνο που θα πονάνε οι πίθηκοι μετά τις παράνομες επεμβάσεις σου.
Το ένστικτο! Το ένστικτο! Σ’ αυτό μόνο έπρεπε να
περιοριστείς. Αυτό και μόνο έπρεπε να ’ναι η φροντίδα σου.
(Σηκώνεται. Ζωηρά)
Αλλά η υπεύθυνη της Διεύθυνσης είμαι εγώ. Δεν εγκρίνω αυτές τις ενέργειές σου κύριε Λογοθέτη και θα τις σταματήσω θέλεις δε θέλεις. Για το καλό του εργοστασίου μας, για το καλό των πιθήκων, για το καλό όλων μας, έστω κι αν εσύ δεν συμφωνείς ή δεν μπορείς να καταλάβεις. Είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου λέξη;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

ΖΩΗ
Τότε θα ζητήσω την επέμβαση της κυρίας Διευθύντριας... Και θα το κάνω πριν έρθει η κυρία ιδιοκτήτρια για επιθεώρηση, έτσι ώστε αν η κυρία Διευθύντρια δε δώσει τη σωστή λύση, να θέσω το θέμα στην κυρία ιδιοκτήτρια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα υπερασπίσω τη θέση μου όπου χρειαστεί. Όσο για την
κυρία Διευθύντρια βέβαια και δε θα χρειαστεί, αυτό είναι βέβαιο.
(Μπαίνει η Διευθύντρια. Έχει ακούσει τα τελευταία λόγια του μηχανικού. Γριά απροσδιορίστου ηλικίας. Αναμαλλιασμένη, ντυμένη παρδαλά. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μηχανικό σκυλάκι που γαυγίζει όποτε το οριζοντιώνει. Χαδεύει συνεχώς το σκυλάκι)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Άκουσα να λέτε για μένα. Θα σας μαλώσω πάλι. Σας είπα να με λέτε με τ’ όνομά μου: Αθανασία. Όχι "κυρία". Δε μου ταιριάζει (γελάει δυνατά)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Τι λες σκυλάκι μου; Μου ταιριάζει;
(γέρνει το σκυλάκι και ακούγεται ένα "γαβ-γαβ")
 Όχι, το λέει και το σκυλάκι μου. Ούτε «Διευθύντρια». Αθανασία. Σκέτο Αθανασία.
(στη Ζωή)
Χρυσή μου τα μαλλάκια σου είναι θαύμα. Πώς σε λένε;

ΖΩΗ
Ζωή κυρία Διευθύντρια

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Αθανασία! Πες μου πάλι: "Ζωή Αθανασία"!

ΖΩΗ
Ζωή Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Α! Ναι! Ζωή. Θυμάμαι. Σε τοποθέτησα εδώ για να φας ένα κομμάτι ψωμί.
(γελάει)
Περνάς καλά;

ΖΩΗ
Καλά κυρία Διευθύντρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Πες μου: "Καλά Αθανασία!'

ΖΩΗ
...Καλά Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Έτσι μπράβο. Και αυτό είναι το Τμήμα σου; Ποιο Τμήμα έχεις;
ΖΩΗ
Τη Διεύθυνση Παραγωγής Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Μπράβο. Πολύ καλά. Όμως εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Δεν ξέρω Αθανασία


ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Βέβαια. Πώς να ξέρεις; Έξω από την πόρτα βρίσκεται μια
κοπέλα. Φώναξέ την. Αυτή ξέρει.
(στο σκυλάκι της)
Τι λες και συ σκυλάκι μου; Ξέρει;
(γέρνει το σκυλάκι της και ακούγεται "γαβ-γαβ". Θριαμβευτικά)
Ξέρει λέει το σκυλάκι μου.
(Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Έλα σε παρακαλώ. (ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η γραμματέας. Στέκει στο άνοιγμα της πόρτας)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Στη γραμματέα)
Γιατί ήρθα εδώ παιδί μου; Πες στην κυρία.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Αθανασία είναι εδώ για να σας πει ότι η επιθεώρηση από την κυρία ιδιοκτήτρια άρχισε κιόλας και ότι το πρώτο Τμήμα που θα επιθεωρήσει θα είναι το δικό σας.
(χειρονομία πίσω από την πλάτη της Διευθύντριας. Βγαίνει)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Μπράβο! Γι αυτό ήρθα!
(γυρίζει στο σκυλάκι της)
Γι αυτό δεν ήρθα σκυλάκι μου;
(γαύγισμα του σκυλιού όπως πριν. Στη Ζωή)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Γι αυτό ήρθα.
(Γελάει. Στο μηχανικό που όλη αυτή την ώρα
καθόταν στην καρέκλα του Χάρωνα)
Εσύ ποιος είσαι;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(χωρίς να σηκωθεί)
Ο Λογοθέτης Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Α! Ο Λογοθέτης! Που παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.

ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι; (γελάει)

ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση αθέλητα προσποιητής σοβαρότητας)
Ω!

ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Είμαι η Αθανασία.

ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του εργοστασίου.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.

ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει κακό. Να μην παίζει.

ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;

ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου…
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;

ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)

ΖΩΗ
(Στο μηχανικό)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;

ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και ικανή να αποφασίσει.

ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;

ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.

(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δε μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).

ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.

ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.


ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;

ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…

ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι ακούει τι της λέει η Ζωή, στο μηχανικό)
Όλα καλά;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία ιδιοκτήτρια.

ΑΝΑΓΚΗ (Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;

ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους. Ο μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…


ΑΝΑΓΚΗ
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.

ΖΩΗ
… Κυρία ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ανάγκη, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Όταν φτάνει εκεί, σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω του σκορπίζεται στο πάτωμα. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ανάγκη έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα.)
ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ανάγκη κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
                                           
ΑΥΛΑΙΑ