Από και προς την Catherine Holiastos
ΚΑΤΕΡΙΝΑ
Το μάτι θαμπώνει.
Ο Χρόνος λυγίζει το βάρος του πάνω στην πλάτη μας.
Φεύγει ο χορός των ανεύθυνων χρόνων ανεμίζοντας
κενά τα μαντήλια στην άλλη τους άκρη.
Τσιμπάει ο Πολυδέγμονας τ' ακροδάχτυλα του ποδαριού μας που ή να φωνάξουμε ή να παραδοθούμε.
Μα πού φωνή.
Πού νάμπει αέρας μες στα οκνά πνεμόνια και να ηχήσει.
Τα βήματα πια δεν οδηγάνε πουθενά παρά τόνα στάλλο. Μπροστά μας όλα στέκουν φανερά, σίγουρα πως δεν θα ενοχληθούν.
Ο κόσμος φεύγει σαν δέντρο που το βλέπεις από τραίνο που τρέχει.
Και δέντρο άλλο στην παγωμένη στέπα δεν ορθώνεται.
Κλήμα φαγωμένο μέχρι τη ρίζα του από τον σκούρκο.
Εληά δακοχτύπητη.
Κυπαρίσσι κεραυνισμένο.
Βράχος στην πτώση του η ζωή μας.
Η νύχτα έρχεται για πάντα κάθε βράδυ.
Και το πρωί, και η μέρα, και το δείλι, σταγόνες του νύχτιου ωκεανού πάνω από τον αφρό των μαύρων κυμάτων του.
Η επίπεδη επιφάνεια του Τώρα σκεπασμένη από τη μαυριδερή γλίτσα του Πριν μην έχοντας μεινεσμένη ούτε μια ξέσκεπη γωνιά. Ολες οι σκόνες από αμέτρητες ταραχές εκεί μαζεύονται.
Οι αρμοί των ποδιών έχουν πάψει να ονειρεύονται άλματα.
Οι κλειδώσεις των χεριών δεν προσδοκούν ανατάσεις.
Πρόσεξε το γέρικο Λόγο: φεύγει λίγο λίγο προς τη Σιωπή ταξιδεύοντας πολυπληγωμενος από αγκάθια αδιαφορίας και καμένος από φλόγες Κρυφής φωτιάς.
Ενας αντίλαλος μένει μόνο σαν ηχώ σε σπήλαιο αρχέγονο αζωικό.
Κλειστά όλα τα πριν ανοιχτά.
Σκοτεινά όλα τα πριν φωτισμένα.
Αχρωμα όλα τα πριν ερυθρά.
Και δεν προφταίνεις να πεις αντίο.
Και δε βολεί να γνέψεις γεια σας φεύγω.
Γιατί το χέρι ακόμα δεν έχει κατέβει από το γνέψιμο καλώς σας ήβρα.
Μα ο Χρόνος δεν έχει μετερίζι.
Δεν έχει λημέρι και φωλιά.
Οταν σε πολεμάει δεν το νιώθεις.
Οταν σε διαπερνάει το αγνοείς.
Σπαθισμένος από αόρατα σπαθιά πέφτεις.
Και τότε ένα ερειπωμένο καλύβι χωράει όλα τα Ονειρα.
Μια Πικρή Λέξη χωράει κάθε Νόημα.
Ενας φακός ηλεκτρικός κλείνει το φως όλο.
Και πού είναι ο χτεσινός δρόμος;
Πού είναι ο χτεσινός διαβάτης;
Τι έγινε η πρωινή δροσιά;
πού είναι το πυρρό ηλιοβασίλεμα;
Πού είναι η κορδέλλα που έσπαζε καρδιές;
Λάβα σκέπασε τη μικρή χλόη.
Νέκρα σκέπασε τη μικρή ζωή.
"Ελατε κύματα των Κρυφών Πόθων!"
"Ελάτε αυγές Τολμηρών Νυχτών!"
"Ελάτε δειλινά Καθαρών βροχών!"
Ποιος άκουει; Κανείς. Και ποιος μιλάει Ω! θεέ μου-ποιος μιλάει; Κανείς!Κανείς!Κανείς!
Να πάρεις το μονοπάτι ν' ανέβεις στην κορυφή.
Να πάρεις τον ανήφορο να φτάσεις ως την ελπίδα.
Κορυφές κι ελπίδες όμως τώρα τα φτάνει κανείς κατεβαίνοντας. Εστω.
Αφού αυτό έμεινε μόνο.
Βρέθηκε στην αμμουδιά.
Κύματα βαλσαμωμένα.
Φέρετρα επέπλεαν ακίνητα πάνω τους.
"Πες μου πότε θαρθείς" της έλεγε" Και γω θα κρατήσω το φεγγάρι αναμμένο ως τότε."
Εκείνη κοίταξε τους αστερισμούς, τα πόδια της που έτρεμαν από το κρύο. Είπε: "Δεν μπορώ να ξέρω. Δεν μπορούμε να ξέρουμε. "
Ομως ετούτο…
Ομως ετούτο…
Ομως ετούτο το χρώμα είναι κόκκινο;
Ομως ετούτο το κύμα είναι Φως;
Ομως ετούτο το δέντρο είναι πράσινο;
Ομως θεέ μου-ετούτο το κορίτσι είναι Χολιαστίτσα;
Ω! Αγνωστο Κορίτσι εσύ κομμάτι του κορμιού μας!
Ω! Άγνωστο Κορίτσι εσύ κομμάτι της ψυχής μας!
Ω! Άγνωστο Κορίτσι ναι του ναι μας κι όχι του όχι μας.
Ω! που οι λόγοι σου χτυπάν κατάστηθα τη μοναξιά.
Άγνωστο Κορίτσι που τα φύλλα σου ανοίγουνε πριν της Αυγής.
Άγνωστο Κορίτσι εσύ χρυσή σταγόνα στο ασημένιο τάσι μας.
Άγνωστο Κορίτσι σύγνεφο εσύ κατάφορτο.
Άγνωστο Κορίτσι που όλα τα φιλόξενα κρατείς.
Που λες Οχτώβρης κι αρχινάν τα πρωτοβρόχια.
Που γράφεις αύρα και δροσίζει η έρημος!
Που κλαις και οι καρδιές συννεφιάζουν.
Άγνωστο Κορίτσι δάκρυ των ματιών μας συ.
Κατάνυξη της προσευχής μας!
Των λογισμών μας μονοπάτι!
Της βούλησης μας χορηγέ!
Του πόνου μας εσύ αγκάθι και γιατρειά!
Άγνωστο Κορίτσι εσύ άλλο Μισό της ύπαρξης μας!
Είδωλο στον καθρέφτη του Είναι μας!
Πηγή γεννήτρα και θάλασσα του ποταμιού μας!
Υφάδι η αθωότη σου στο πέπλο της ζωής μας.
Τ' αντρίκιο θάρρος μας στο ίδιο αυλάκι
Με το δικό σου παιδιακίσιο πείσμα ρυακίζει.
Τ' άνθη του γέλιου σου παιδιά των σοβαρών μας ρόδων.
Ιδιος σφυγμός μας τραγουδάει και τους δυο.
Ιδιο μας συντροφεύει καρδιοχτύπι.
Όταν πονώ χωρίς αιτία-ξέρω-κάπου επόνεσες εσύ.
Ω! Αδερφή! Ανηψούλα! Μάνα! Εξαδέλφη!
Αίμα ίδιο σμίγει αχώριστα.
Για κείνο ανύπαρκτες των τόπων οι αποστάσεις.
Κι αν ένας σ' έπαιρνε αητός στα ύψη τα δικά του
Τότε η φωληά του θάταν η κοινή μας ρίζα.
Κι αν ένα αστέρι μακρινό σε κέρδιζε στο χώμα του
Τ' αστέρι θάταν η γενηά μας
και το χώμα του
Το λίπασμα για να θεριέψει.
Κι αν σ' έπαιρνε ο αγέρας στα φτερά του
Φτερά του θάταν της γενιάς μας τα φτερά
Που ταξιδεύουν Πάνω, κι Εξω, και Μακριά.
Που φτάνουν ως τα μάκρη των Συμπάντων.
Που φτάνουν ως τα σύνορα που το Μηδέν απ’ το Είναι ξεχωρίζουν.
Ανηψούλα, τα ποδαράκια σου τ' αβρά
Τ' αντρίκια μας τα βήματα οδηγάνε.
Μιλάμε με το στόμα σου
Και βλέπουμε με τα δικά σου τα υγρά τα μάτια.
Το κάθε τι σου είναι και δικό μας.
Κι ό,τι ορίζουμε, την εδική σου πρώτα κατοχή γνωρίζει.
Και τόσο είσαι ανηψούλα μακριά μας
Οσο ειν' ο ήλιος μακριά 'π' το φως του
θαμμένος μέσα στης αβύσσου τις υγρές πτυχές.
Η είδηση της ύπαρξής σου στον κόσμο αυτό έλαχε να μας βρει.
Τα παγωμένα βρύα που βαρύ απάνω τους το σώμα μας κειτόνταν
Νιώσαν το καινούργιο.
Γιατί ζεστό το αίμα πάλι άρχισε κατω απ' το δέρμα μας να ρέει. Ας σηκωθούμε το λοιπόν!
Κάτι γίνεται κει πάνω.
Στα τόσα ξένα ένα δικό!
Κάτι γεμάτο μες στα τόσα άδεια.
Μια συγχορδία αιμάτινη στην ξέρα μέσα-ένα ποτάμι ζωηρό
Και παραπόταμοι που αρδεύουν κύτταρα, ιστούς, Συστήματα και όργανα
Φτιάχνοντας ένα σύνολο γλυκάκουστο και γλυκοθώρητο και γλυκοαίσθητο
απ' ό,τι πιο βαθύ απ' ό,τι πιο ανέγγιχτο η ευτυχία στο διάβα της αφήνει.
Εσκυβα στη γη κι όπως λιοντάρι σ' έρωτα μουγκρίζοντας
Και σκούζοντας ρωτούσα:
Πού είναι οι δικές μου προοπτικές;
Πού είναι οι δικοί μου ορίζοντες;
Πού είναι τα δικά μου ερείσματα;
Κι η γη μου έστελνε κατάρες και πληγές
Κι απόκριση δε μούδινε.
Ιδια κι ο ουρανός.
Τα πουλιά του μόνο με ονείδιζαν
Η βροχή του μόνο μ' έδερνε
Και τ' αστραπόβροντά του με καρβούνιαζαν κάθε φορά.
Χρόνια περάσαν έτσι.
Αιώνες.
Μια ζωή.
Και χάθηκα στη μοναξιά όπως αυτός που για ύστατη φορά
Της ερωμένης αφού το γλυκό στήθος γαληνέψει
Αποτραβιέται ύστερα παράμερα νεκρικά ήσυχος.
Κι όπως τότε τη θέση τους αφήνουνε τα λάγνα στήθη στη Σοφία Κι ο εραστής σ' Αυτήν τον Αληθινό Ερωτα βρίσκει,
Ετσι βαριά βαριά και σίγουρη η απάντηση
Ηρθε τώρα και σε μένα,
Σα βέλος της Φιλίας τους Κήπους δείχνοντας μου
Και το άγαλμα του νικητή της Λέρνας.
Και θαμπωμένος βρέθηκα απ’ το φως.
Κι άξαφνα σπάσαν όλα τα δεσμά
Που τόση ελευθερία τη φοβήθηκα.
Κι όλα για μένα αλλάξανε όπως για κάποιον
Που βρίσκεται απ’ την όχθη που πενθεί
Στου ποταμού την άλλη όχθη που έχει γάμο.
Ω! Αν η αλήθεια έχει πρόσωπο
αυτό είναι η πυρά του αίματος
που ρέει μες στα ζωντανά συγγενικά κορμιά.
Κι αν η Ορθοφροσύνη έχει ψυχή, τότε αυτή
Στο Χολιαστέικο μέσα γιγαντώνει.
Και δε μπορεί κανένας Χολιαστός κι ας θέλει,
Να βγάλει ετούτα τα θεριά από μέσα του
Που καίνε κάθε Ψεύτικο και κάθε Ανόητο συντρίβουν Ορθώνοντας στον καθαρόν αέρα λάβαρο ατίμητο
Την Ανθρωπιά του Ανθρώπου.
Ετσι το όρισε η Μεγάλη Ωρα.
Ετσι το όρισε η Πρώτη Αρχή.
Ετσι τ’ ορίσαμε οι δυο μας Κατερίνα.
Θυμάσαι αλήθεια όταν ήμασταν κλεισμένοι
Μες στης Φωτιάς το πυρωμένο Στόμα,
Θυμάσαι τότε ουρανός και γης που δεν υπήρχαν παρά μια μαύρη μόνο Νύχτα που κι Αυτή
Ούτε ακόμα Ονομα δεν είχε;
Θυμάσαι που όλα ήταν μέσα μας και μέσα τους εμείς-
Τότε που εμείς ήμασταν ένα ανηψούλα,
Και μέσα μας πλαντάζοντας εχόρευαν
Στην ίδια τη φωτιά κι αυτά παραδομένα
Οι ομοαίματοι αδερφοί: το Φως, η Υπομονή, τα Πράγματα, τα Ζώα;
Κι ήταν τα Στόματά μας ένα με το Στόμα της Φωτιάς.
Και η Φωτιά ήταν όλη ένα Στόμα.
Και μόνο Αυτό το Στόμα τότε Ητανε.
Θυμάμαι που παθιάζονταν όλα να υπάρξουν.
Θυμάμαι τη φωνή της τίγρης που ικέτευε.
Θυμάμαι την πολύβουη απαιτητικότητα των αστεριών;
Και τα πουλιά σε παίδεψαν πολύ να τα υποτάξεις.
Και πείσμωνες που ξέφευγε το χέλι από τα χέρια σου μισοπλασμένο.
Και όταν έπλαθες τ’ αστέρια τόσο σου άρεσαν
Που τα στερούσες για καιρούς από τα Συμπαντα
Στολίδι στα μαλλιά σου βάζοντας τα.
Και πόσο είχες κέφι όταν έφτιαχνες θεούς-
Γιατ’ ήταν τόσο εύκολοι και βολικοί
Κι υπάκουοι οι καημένοι.
Όλα Δικά μας τότε.
Κι όλα Ίδια.
Κι όλα Σύμφωνα.
Θάλασσες αδιάβατες τότε όχι.
Ενα πέλαγο Ευτυχίας Αγάπης και Χαράς μονάχα.
Τι Καιροί!
..Και όταν τη Σελήνη έπλαθα θυμάσαι που με βόηθησες να τηνε
Στρογγυλέψω;
Η ευκολία που τόκανες προσδιόριζε τη Θηλυκότητά σου.
Μα ποιος τα πρόσεχε τότε αυτά;
...Αλήθεια πώς, από ένα τίποτα πες,
Ολόκληρη την Πλάση ανηψούλα μαστορέψαμε;
Εχ! Μικρή μου, κάναμε άραγε καλή δουλειά;
Και τώρα είμαστε εδώ.
Στη γη αυτή.
Και σπέρνουμε και δε θερίζουμε.
Και μιλάμε και δεν ακουγόμαστε.
Μοιάζουμε σαν κάποτε ένδοξη και ισχυρή μια πόλη
που όλο και βαθύτερα στο χώμα θάβεται
από του Χρόνου τις φερτές ύλες.
Και δε μένει
παρά να πέσει τέλος πάνω της και το άψυχο κουφάρι μας-
λίθος Επιτάφιος ή πέτρα Αναθέματος.
Και είμαστε εδώ.
Στη χώρα αυτήνε-στην Αμερική.
Στη χώρα των ρομποτανθρώπων.
Στη χώρα που το κάθε σπίτι είναι μικρή μια φυλακή.
Στον τόπο που η Πορνεία είναι το Καύχημα των γυναικών.
Στον τόπο όπου θάλλει η Επαιτεία.
Στον τόπο που η Χαρά ψάχνει στα σκουπίδια της Καταστροφής για να τραφεί.
Στον τόπο όπου το Χαμόγελο ντυμένο με κουρέλια ζητιανεύει. Στον τόπο που η Δουλεία δίνει πάρτυ κάθε μέρα.
Στον τόπο όπου η Αγάπη κοιτάζει φοβισμένη απ' τον κρυψώνα Της.
Στον τόπο όπου η Κατανόηση ρισκάρει κάθε μέρα τη ζωή Της. Που η ανθρωπιά κυκλοφορεί με ματωμένους πάντα επιδέσμους τυλιγμένη.
Στον τόπο που η Συμπόνοια δε συχνάζει.
Στον τόπο που το άγαλμα της Ελευθερίας συντηρείται από σκλάβους,
Στον τόπο όπου οι αποθήκες όπλων είναι χτισμένες πάνω στα γκρεμίσματα της Καλοσύνης.
Στον τόπο που θα πρέπει για να μείνεις να πουληθείς.
Στον τόπο που ο Πόλεμος είναι επιχείρηση.
Στη χώρα που Τρομοκρατεί την Οικουμένη.
Και είμαστε εδώ.
Στη χώρα αυτήνε-στην Αμερική.
Που από τη Φιλία
Τα λευκά της κόκκαλα μονάχα έχουν απομείνει.
Που οι άνθρωποι φοβούνται τους ανθρώπους.
Που η σκέψη ούτε σαν σκέψη δεν περνάει από νου.
Που οι πωλητές ασφυκτιούν ανάμεσα στο αφεντικό και στον πελάτη.
Που αν δεν το πληρώσεις. ούτε μίσος δε θα βρεις.
Που ξέρουν με πεντακόσες λέξεις βολεύεται ο καθένας
Και που οι παραπανίσιες θα τους ήταν άχρηστες.
Που κάθε απόφαση του Αρχηγού τους
είναι μαχαίρι στην καρδιά κάποιου Λαού.
Και τώρα είμαστε εδώ.
Στη χώρα αυτήνε-στην Αμερική.
Στον τόπο που η Τέχνη είναι τα σκύβαλα της Τέχνης μας.
Στον τόπο που η δυστυχία φοράει μάσκα γέλιου.
Στον τόπο που άμπορα η ευγένεια προσπαθεί να κρύψει πίσω της τη Βία.
Στον τόπο που όλα γίνονται με γραμμή αλύγιστη.
Στον τόπο που το σώμα της Ευαισθησίας κρέμεται λεπτό κι αόρατο πάνω στην αστερόεσσα αγχόνη.
Στον τόπο που μπερδεύεις μηχανές μ' ανθρώπους.
Στον τόπο που η Αλληλεγγύη είναι διαμαρτία ασυμβίβαστη με τη ζωή.
Στον τόπο όπου φτερωτά μπορούν τ' αεροπλάνα νάναι μόνο.
Και είμαστε εδώ.
Στη χώρα αυτήνε-στην Αμερική.
Ετοιμοι, λίγες μέρες κιόλας πριν
να πέσουμε στο Βάραθρο Των Συμβαινόντων.
Μα η Βουλή αλλιώς εψήφισε η Μεγάλη
Και μες σ' αυτή την Εφιαλτική τη χώρα
Μας έφερε να Σε γνωρίσουμε-
Κάλλιο να μάθουμε πως κάπου υπάρχεις.
Και να υπάρξουμε για λίγο ακόμα.
Κατερίνα.
Και ολ' αυτά δεν είναι λόγια ποιητικά.
Είναι η Κληρονομιά μας.
Κι αν για τους άλλους Χολιασταίους μπορεί ακόμα
Η Ωρα να μην ήρθε να τα νιώσουν
Ομως, εγώ, αλαφροϊσκιωτος,
ολόβολα τα ένιωσα
και Ζωή τα κάνω και Σκοπό μου
και μόνη μου περιουσία και Τιμή.
Και σαν κυρίαρχος τα υπηρετώ.
Κι αν Κατερίνα οι μικρές καθημερνές Σου ασχολίες
Σου κρύβουν τώρα τον Προορισμό Σου
όπως τα φύλλα κρύβουν τον γερό και αψηλό κορμό που τα ταγίζει,
Μα κάποτε κάποιος αγέρας θα φυσήσει
Και θα μεριάσουν φύλλα και κλαδιά και τότε θάδεις.
Κι αν δε φυσήσει το Ακριβό το θέαμα να Σου δείξει,
Το Αγιο Φθινόπωρο θα Σου το φέρει τότε
Ρίχνοντας κάτω καθε εμπόδιο
Για να δεις
Να θυμηθείς ξανά
Και τη Μεγάλη Απόφαση να πάρεις,
Κατερίνα εξαδέλφη,
Κατερίνα αδελφή,
Κατερίνα μάνα,
Κατερίνα Πνοή Χρυσού,
Δροσού,
Φίλιου Ζωής Αγέρα.
Κατερίνα Χολιαστίτσα
Μοναδικό στην ήπειρο αυτή ευγενικό κλωνάρι του σογιού μας.
Μόνο
ή τώρα ή τότε,
όποτε,
και συ αν μάθεις πως υπάρχω,
μην έρθεις να με βρεις.
Άσε με να σε υποθέτω όπως η Άνοιξη
Τα λούλουδα Εκείνη που γεννά υποθέτει:
Πως έτσι άσπιλα κι ανέγγιχτα
Καθώς Αυτή τα έπλασε,
Έτσι και για όλη τη ζωή τους θε να μείνουν.
Δευτέρα 31 Μαΐου 2021
Κυριακή 12 Μαΐου 2024
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ «ΕΠΙΣΚΕΨΗ»
Η νύχτα η αποψινή με χάνει ή με σώζει.
Καθώς
περπατούσα το βράδυ εκείνο, του καλοκαιριού του 2002 από την πλατεία,
κατευθυνόμενος προς Σοφοκλέους τρία-την πολυκατοικία όπου μένω στην
Τρίπολη-,ψίθυροι κάποιοι που έρχονταν απ’ των δεντρών τα φύλλα, μου
λέγαν για κάτι νέο που απόψε θα ’ρθει και θ’ αλλάξει τη ζωή μου.
Ήταν
οι ψίθυροι αυτοί σαν κάτι που έρχεται και ηρεμεί ένα παιδί ή έναν
δυστυχισμένο. Σαν κείνο που την αλήθεια ενός όρκου μαρτυράει. Ήτανε σαν
τραγούδι κάποιο που ακούγεται στις πιο επίσημες ή στις πιο κρίσιμες της
ζωής στιγμές. Κι ήτανε σαν και κείνες τις φωνές που έρχονται απ’ τους
εραστές και τις μητέρες-τότε που η σάρκα τόσο κοντά στη σάρκα είναι, που
ψιθυρίζει.
Κάτι που λες και ήταν ο ίδιος ο Έρωτας-έτσι εψιθύριζε γλυκά μέσα στ΄αυτί μου με χωνί του το αγεράκι το δροσό που εφυσούσε.
Και τι μπορεί να ’ναι, σκεφτόμουν, κείνο που έρχεται απόψε...
Πράγμα
δε θα ‘ναι-όλα τα ξέρω από καιρό. Σκέψη ούτε -όλες τις έχω κάνει πια
δικές μου. Χρήματα, δόξες και τιμές-πολύ απανθρωπα, δεν ειν’ για μένα.
Κάτι κακό; Μα όλα τα κακά τα ’χω γνωρίσει. Λοιπόν, κάτι καλό;...
Μα
σίγουρα κείνο που θα ’ρθει μες στο δώμα μου, μπορεί και στην ψυχή μου,
και θα τους δώσει νέο κάτι, θα είναι η γλώσσα. Τα λόγια. Οι λέξεις.
Γιατί αυτές, όσο και αν τις μελετώ και τις προσέχω, μα οι συνδυασμοί
τους όλοι, αδύνατο είναι από κάποιονε να προβλεφτούν. Πρέπει να ’ναι
άνθρωπος αυτός που θα ’ρθει και θα μου πει κάτι καινούργιο και καλό,
μιας και ανθρώποι μόνο ξέρουν να μιλούν.
Ναι! λέξεις! μόνο λέξεις θα
μπορούσαν να μιλήσουν στην ψυχή μου, που τόσο είναι με κείνες ζυμωμένη,
ώστε όλη μια λέξη πάει κι αυτή να γίνει! Και πια να υπάρξει!
Λέξεις-ναι! Που υπάρχουνε πριν από εμάς, που τις μαθαίνουμε από παιδιά,
και που έχουμε συνάψει μαζί τους μια σχέση οικειότητας τόσο άμεση, ώστε
δεν την ξεχωρίζουμε από την οργανωμένη σκέψη μας-γιατί αυτές βρίσκονται
στο προσκήνιο από τη στιγμή που η σκέψη μας οργανώνεται. Λέξεις! Που
μέσω αυτών περιμένουμε εμείς-οι άνθρωποι-, μια έκφραση, έναν ορισμό,
ακόμα και για τα πράγματα τα πιο άμεσα, τα πιο προφανή μέσα στα χέρια
μας, κάτω από τα μάτια μας. Δεν ολοκληρωνόμαστε σαν άνθρωποι με την
όραση και με την αφή. Μας χρειάζεται να μιλούμε, να κάνουμε να μιλά το
πράγμα, χρειάζεται η έναρθρη έκφραση... Ναι, είμαστε ακόμα τόσο
ανώριμοι, που περιμένουμε να νιώσουμε πως τάχα υπάρχουμε, με τις λέξεις.
Μα
για τίποτε άλλο δεν πρέπει να ελπίζουμε για τώρα-σε τίποτε άλλο δεν
μπορούμε να έχουμε στραμμένη την προσδοκία μας. Αποτελεί μια νέα και
δύσκολη αγωγή το να θεωρήσουμε ή μάλλον να νοιώσουμε, ότι η γλώσσα είναι
προσωρινή, ότι το σύστημα των λέξεων είναι το πεδίο των ανταλλαγών με
το συνηθισμένο, το πρωτόγονο, το όχι καθαρό, το ειδωλολατρικό. Μα όλα
αυτά είναι του μέλλοντος αξίες... Λοιπόν... λέξεις περιμένω... τι άλλο
θα μιλούσε στην παιδική μου την ψυχή; Λέξεις ειπωμένες από κάποιον άλλο,
που θα μου επιτρέψουν να διασχίσω τόσο γρήγορα το διάστημα μιας σκέψης
και να ακολουθήσω την προώθηση της ιδέας που κατασκευάζει η ίδια την
έκφρασή της. Ω! Κάθε λέξη από κείνες που μου προφήτεψαν οι ψίθυροι
εκείνοι πως θ’ ακούσω, μου φαίνεται σαν μια από αυτές τις ελαφρές
σανίδες που ρίχνουμε πάνω από ένα χαντάκι ή ένα ρήγμα βουνού και που
ανέχονται το πέρασμα ενός ανθρώπου με γρήγορη κίνηση. Πρέπει όμως αυτός
να περάσει χωρίς να πιέσει, χωρίς να σταματήσει-και κυρίως να μη
διασκεδάσει χορεύοντας πάνω στη λεπτή σανίδα για να δοκιμάσει την αντοχή
της. Γιατί η εύθραυστη γέφυρα τότε αμέσως χάνει την ισορροπία της ή
σπάζει και όλα πέφτουν στα βάθη. Δεν καταλαβαίνουμε τους άλλους και ούτε
καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας παρά χάρη στην ταχύτητα του περάσματός
μας από τις λέξεις. Δεν πρέπει καθόλου να βαραίνουμε επάνω τους,
διαφορετικά κινδυνεύουμε να δούμε τον πιο σαφή λόγο να αποσυντίθεται σε
αινίγματα ή σε αυταπάτες λιγότερο ή περισσότερο περίτεχνες.
Μα και
ποιος θα καταδέχονταν να έρθει στο δωμάτιο το δικό μου τέτοια
προχωρημένη ώρα; Στο δωμάτιο αυτό που άνθρωπος δεν έχει πατήσει για όσο
μένω μέσα του; Κι αλήθεια, ποιον θα ήθελα κι εγώ να έρθει... μόνο ένας
άνθρωπος θα ’ταν καλοδεχούμενος μέσα εδώ από μένα. Κι αυτός ο άνθρωπος
είναι εκείνη. Εκείνη που ποτέ της δε θα έρθει ούτε σαν όραμα στο δώμα
ετούτο. Εκείνη που είναι η μόνη που θα ήθελα να ’ρθεί.
Λίγα
σκαλοπάτια μας χωρίζουνε. Και καθένα τους ένας κύκλος της Κόλασης. Πώς
το ξέρω πως δε θα’ρθει; Όχι, δεν μου το ’χει πει ποτέ-τόσες πολλές
λεξούλες απ’ το στόμα της ποτέ δεν άκουσα. Ίσα ίσα. Μόνο μια καλημέρα κι
αυτήνε όχι πάντοτε μου λέει σα συναντιόμαστε. Και ζει στο ίδιο κτίριο
με μένα... λίγα μέτρα-δυο ορόφους πιο κάτω...
Της έστειλα λουλούδια
στη γιορτή της, στα γενέθλιά της, στις μεγάλες τις γιορτές... δεν μου τα
γύρισε, δεν μου είπε «ευχαριστώ», δεν μου είπε «τα έλαβα».
Δυο
χρόνια τώρα γι αυτήνε τραγουδώ. Και τα τραγούδια μου γι αυτήνε της τα
στέλνω. Τόσα και τόσα... Και λοιπόν; Ούτε μια ένδειξη ότι τα παίρνει
καν.
Και ζω εδώ σαν ζωντανός μες σε μια Κόλαση.
Και όπως και το καλοκαίρι αυτό είναι καυτό, ταιριάζει ωραία να ’ναι Κόλαση εδώ μέσα. Η λογική αυτό λέει των ανθρώπων.
Μα κι αν δεν ειν’ αυτή το νέο που θα έρθει, τότε τι;.. Απ’ άλλο αστέρι κάτι ή από σύμπαν άλλο κάτι θα φανεί;
Όμως ζάλη δε θα μου φέρει ό,τι και να ’ναι.
Ήσυχος θα στέκω εδώ να καρτερώ.
Κι αν ίσως ειν’ ο θάνατος το νέο, καλώς να ’ρθει.
Μόνον Αυτή δε θα είναι ό,τι μου μιλήσει απόψε.
Ή
μη και κάνω λάθος; Μη και κάποιος εβαρέθηκε να με παιδεύει, και θα
πάψει απόψε να με τυραννάει στέλνοντάς μου την; Μήπως κι αυτή ένα μήνυμα
επήρε απόψε όπως εγώ, και να με βρει θα έρθει για να φτιάξουμε το
αχάλαστο Καλό;
Μα έτσι κι αλλιώς, κάτι θα έρθει αλήθεια απόψε να με χάσει ή να με σώσει. Ποτέ δε μου ’χει πει το αγέρι ψέματα.
Κι ίσως αυτό να μου αλλάξει την απόφαση να φύγω από την πόλη.
Γιατί
έχω πάρει απόφαση να φύγω από δω. Καθώς δεν ξέρω να παλεύω για την
κατάκτηση του θηλυκού-ποτέ δεν ήξερα ούτε και το επιχείρησα ποτέ να
μάθω-καθώς λοιπόν μου φαίνεται γελοίο να χορεύω τελετουργικούς χορούς,
να κάνω κινήσεις με σημασία, να ορθώνω τα φτερά μου τα πολύχρωμα...
καθώς μου φαίνεται αναξιόπρεπο κι αντιανθρώπινο να κάνω όλα τούτα-να λέω
αυτές τις όλο υπονοούμενα κουβέντες, να κάνω αυτές τις επιδείξεις
δύναμης και πλούτου, αυτές τις γελοίες ρεβεράντζες που κατεβάζουν τον
άνθρωπο στο επίπεδο του άλογου ζώου, για όλ’ αυτά λοιπόν, σήμερα κιόλας
το απόγεμα πήρα την απόφαση να φύγω από την πόλη αυτήνε.. Γιατί όπως σ’
όλη τη ζωή μου μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να κατακτήσω μια γυναίκα, έτσι
και με αυτήν-τη διαλεχτή μου λέω πως θα ’ναι.
Μα, χίλιες κόλασες και χίλιοι κερασφόροι διάβολοι, κάτι προσμένω ετούτηνε τη νύχτα. Κάτι που θα με σώσει ή θα με χάσει...
Είπα ότι της έστελνα τα τραγούδια που έγραφα γι αυτήνε.
Ναι, είμαι ποιητής.
Έχω
γεμάτο ένα μεγάλο θησαυροφυλάκιο με φαντασιές και με όνειρα, με
χίμαιρες, με πύργους στην άμμο. Κι ήρθαν τα δυο της μάτια και όλα μού τα
κλέψανε μόνο που μ’ είδαν. Κι έχω κενός μείνει. Δεν είναι φρόνιμο
λοιπόν πίσω να πάρω όσα εκείνα τα δυο μάτια μου ’χουν πάρει; Ή πρέπει
έτσι άδειος απ’ ό,τι με ζούσε, να πεθάνω;
Κι όσα ποιήματα για κείνην
έχω γράψει, της τα στέλνω σε βιβλία που την ίδια στιγμή τα στέλνω και
σε όλες τις γυναίκες της πολυκατοικίας. Για να μην καταλάβει καμία πως
είναι για εκείνην. Επειδή, μην έχοντας άλλον τρόπο να της τα δίνω,
έπρεπε να τα αφήνω μπροστά στην πόρτα της. Και αν έβλεπαν ένα βιβλίο
κάθε τόσο μπροστά στην πόρτα εκείνης μόνο, γρήγορα θα καταλάβαιναν τι
συμβαίνει. Ενώ ένα βιβλίο κάθε τόσο μπροστά σε κάθε πόρτα αλλάζει.
Όχι
πως κι έτσι δεν έχουν καταλάβει. Μα δεν έχουν αποδείξεις. Και τούτο για
να προστατέψω εκείνη, και ακόμα για να την αφήσω ελεύθερη να αντιδράσει
«ακίνδυνα» όπως ακριβώς θα ένιωθε.
Και είδα πώς αντίδρασε και πώς νιώθει...
Τίποτα! Μηδέν!
Περσότερο
νιώθουν-το ξέρω, το βλέπω καθαρά από πολλές τους αντιδράσεις-οι άλλοι
ένοικοι οι καημένοι, που παρακολουθούν την όλη κατάσταση άλλοτε με
συμπάθεια για μένα και οργή για κείνη, άλλοτε με απέχθεια για μένα και
με συμπόνια για κείνη.
Δεν είμαι περήφανος για την κατάσταση αυτή που έχω δημιουργήσει.
Και θα ήθελα να πάρει τέλος γιατί είναι μια ενόχληση από μένα στην καθημερινότητα της πολυκατοικίας.
Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που φεύγω...
Πριν καταντήσει το θέμα τελείως γελοίο.
Τι σύμπτωση αλήθεια η απόφασή μου να ακολουθηθεί αμέσως-την ίδια μέρα- με το μήνυμα του αγεριού!
Τι θ’ απογίνει; Τι θ’ απογίνω;
Και
περιμένοντας το καινούργιο που απόψε θα ’ρθει σαν βέλος του Έρωτα ή σαν
βέλος του Θανάτου, σκέφτομαι. Και μαζί μου ας σκεφτεί και όποιος θα
τύχει να διαβάσει τα γραφτά μου, αν αυτά κάποτε γίνουνε κοινό κτήμα των
ανθρώπων.
Ας σκεφτώ πάνω στην Ποίηση, σε όσα μαζί της έχω
δημιουργήσει, και που όλα τα δίνω αν είναι γι αντάλλαγμα να μ’ αγαπήσει η
γυναίκα εκείνη...
Ναι, είμαι ποιητής. Δεν το επιδίωξα. Γεννήθηκα
έτσι. Και δεν μπορώ να κάνω αλλιώτικα από όπως αυτό μου υπαγορεύει. Όμως
ξέρω ότι το πραγματικό ενός λόγου είναι οι λέξεις μόνο και οι μορφές
τους.
Αφιερώνομαι λοιπόν και αναλώνομαι στον προσδιορισμό και στη δημιουργία μιας γλώσσας μέσα στη γλώσσα.
Η
Ποίηση δεν έχει να εκθέσει ιδέες. Η στιγμή της Ποίησης δεν είναι αυτή.
Είναι η προηγούμενη-όταν τα ίδια τα πράγματα μοιάζουν να κυοφορούν
ιδέες. Και οι ιδέες αυτές είναι εκείνες που δεν είναι δυνατές παρά μέσα
σε μια κίνηση της σκέψης παρα πολύ ζωηρή, ή ρυθμική, ή αυθόρμητη.
Αυτός
που γράφει ποίηση χορεύει στο σχοινί. Περπατά, χαμογελά, χαιρετά, κι
αυτό δεν έχει τίποτε το εξαιρετικό, μέχρι τη στιγμή που παρατηρεί κανείς
ότι αυτός ο τόσο απλός και άνετος άνθρωπος τα κάνει όλα αυτά πάνω σε
ένα σχοινί πάχους ενός δαχτύλου και κάτω απ’ αυτό, το χάος
Γιατί ας
το πούμε, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια τόσο αόριστη ιδέα για την
Ποίηση, που αυτή η ίδια η αοριστία της ιδέας τους, είναι γι αυτούς ο
ορισμός της Ποίησης.
Η Ποίηση, μια και καλή, είναι η προσπάθεια
απεικόνισης, με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων, ή
εκείνου του πράγματος, που επιχειρούν σκοτεινά να εκφράσουν οι κραυγές,
τα δάκρυα, οι σιωπές, οι θωπείες, τα φιλιά, οι στεναγμοί κλπ.
Ως για το ποίημα, το μόνο ενδιαφέρον του είναι ότι τραβάει από μέσα μας αυτό που δεν ξέραμε ότι περιείχαμε.
Μα
μ’ αυτά και μ’ αυτά έφτασα στην πολυκατοικία που μένω, και που περιέχει
σαν αυγό και τον απόρο και την τροφή του υποθετικού έρωτά μου, μα
χωριστά τα δυο τους…
Κι ανέβηκα, περνώντας απέξω από την πόρτα της, τις σκάλες προς το ερημητήριό μου…
Και να ’μαι καθιστός στην πολυθρόνα μου, σαν βασιλιάς χωρίς υπήκοους και στέμμα, βαλμένος να μαυρίζω ένα φύλλο άσπρου χαρτιού.
Μα… τι;… χτύποι στην πόρτα μου…
Μη
και δεν άκουσα καλά και ήταν κάτι θόρυβοι ξένοι απέξω;… Ναι, ο αγέρας
θα ’ναι που χτυπά. Σώπα λοιπόν! Σε άκουσα καθώς ερχόμουνα εδώ. Φτάνει!
Μου τα είπες όλα κι όλα τα κατάλαβα. Σώπα!
Σας έλεγα λοιπόν...
Μα πάλι να!.. Κάποιοι αλαφροί, δειλοί λες χτύποι πάλι…
………………………………………………………………………………………………………
Και
να ’μαι μέρες δυο μετά ’π’ τη νύχτα εκείνη, όπου κατάφερα να μείνω λίγο
μόνος, να κάθομαι και πάλι εδώ, και να σας ιστορώ τι έγινε το βράδυ
εκείνο.
Μα επειδή ακόμα να πιστέψω δεν μπορώ πως όσα εγίνηκαν
εγίνηκαν σε μένα, θα σας τα ιστορήσω σαν να έγιναν σε κάποιον άλλο… και
όχι στην Τρίπολη μα σε κάποιον άλλο τόπο, σαν ίσως σε μια σκηνή πάνω
θεάτρου, ή μέσα σ’ ένα όνειρο που-πράγμα παράξενο-ο ονειρευτής ακόμα το
θυμάται.
Λοιπόν ιδού:
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ
Τόπος:
Επαρχιακή πόλη στην Ιταλία-σπίτι του Τζιόρτζιο
Πρόσωπα:
Τζιόρτζιο, Έλενα.
Δωμάτιο
του Τζιόρτζιο. Ακατάστατο. Αργά το βράδυ. Ο Τζιόρτζιο διαβάζει
εφημερίδα. Δειλοί χτύποι στην πόρτα. Ο Τζιόρτζιο την ανοίγει. Μπρος του
στέκει η Έλενα με τα μάτια να βλέπουν χαμηλά.
Στέκουν έτσι και οι δύο για λίγη ώρα. Τέλος η Έλενα μπαίνει με μικρά, σιγανά βήματα και στέκει δίπλα στην πόρτα.
Ο Τζιόρτζιο κλείνει την πόρτα.
Στέκουν έτσι για λίγο. Η Έλενα προχωρεί λίγα βήματα μέσα στο δωμάτιο. Ο Τζιόρτζιο της δείχνει μια καρέκλα.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Παρακαλώ καθίστε.
(Η έλενα κάθεται. Ο Τζιόρτζιο κάθεται σε μιαν άλλη καρέκλα απέναντί της.
Η Έλενα κοιτάζοντας κάτω και ο Τζιόρτζιο δείχνοντας αμηχανία. Μακριά σιωπή.)
ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνει για μια στιγμή τα μάτια ίσα λες για να δει μ’ αυτά την εικόνα μιας εφημερίδας πάνω στο τραπέζι. Σιγά)
Τι γράφει η εφημερίδα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Παίρνοντας
την εφημερίδα στα χέρια του και αφήνοντας την πάλι στο τραπέζι. Το ίδιο
σιγά κι αυτός, λες και οι δύο προσέχουν να μη ραγίσουν με μια
δυνατότερη φωνή ένα πολύτιμο, λεπτό κρύσταλλο)
Ακρίβεια, κλοπές... τα ίδια...
(Σιωπή. Σαν δύο άνθρωποι που τα έχουν πει όλα και δε μένει τίποτε άλλο να μιλήσουν γι αυτό.)
Είναι ακατάστατα εδώ μέσα...
ΈΛΕΝΑ
(Σαν να μην το άκουσε, σχεδόν ψιθυριστά)
Δεν παίρνω πια τα βιβλία σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι. Δεν σας τα στέλνω.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
(Μιλώντας σιγά και σαν διστακτικά)
Τι είναι η αγάπη;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ό,τι μόνον μπορεί να είναι δικό μας.
ΈΛΕΝΑ
Δικό μας-τίνος;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Εκείνου που είμαστε-ό,τι είμαστε.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
Μου αρέσουν τα ποιήματά σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γι αυτό τα έγραφα.
ΈΛΕΝΑ
Τι είναι η ποίηση;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να προσπαθείς να βάλεις τα αισθήματα σου στο χαρτί.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί η ψυχή να προμοιάζεται με ένα μικρό αγνό μπουμπουκάκι; Και γιατί να της ταιριάζει αυτό το παρόμοιασμα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί έτσι τη θέλουμε να είναι.
ΈΛΕΝΑ
Στο "Χιόνι" σας λέτε πως θα μπορούσατε να κάνετε έρωτα με τις νιφάδες του χιονιού.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν ήξερα πως αυτές μ’ αγαπούν, ναι.
ΈΛΕΝΑ
Δεν το ξέρετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σιγά και χωρίς να κοιτάζει την Έλενα)
Αν
το ήξερα δεν θα ζητούσα τον ερωτά σας. Θέλω να ξέρω πως εκείνο που θα
κάνω έρωτα μαζί του με θέλει κι αυτό. Και σαν άνθρωπος που είμαι, μόνο
για άλλους ανθρώπους μπορώ να το καταλάβω.
ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνεται. Πηγαίνει στο παράθυρο. Παραμερίζει την κουρτίνα, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς τον Τζιόρτζιο. Βλέποντας έξω)
…Εγώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τι εσείς;
ΈΛΕΝΑ
Εγώ-σας αγαπώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάθεται στην καρέκλα της με κάποια άνεση τώρα. Τρίβοντας το βραχίονα του ενός χεριού της με την παλάμη του άλλου)
Κρυώνω...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Έχω μια σόμπα...
ΈΛΕΝΑ
Την ανάβετε σας παρακαλώ;
(Ο
Τζιόρτζιο ανάβει τη σόμπα και την τοποθετεί κοντά στην 'Έλενα. Η Έλενα
ζεσταίνει τα χέρια της. Σε λίγο, κοιτάζοντας τον Τζιόρτζιο)
Κι όμως
μ’ άγγιζαν τα ποιήματα σας. Επεφτα σε μια γλυκειά νάρκη όταν τα
διάβαζα... Έλεγα "όλα αυτά είμαι εγώ;"… Πόσο διαφορετικό είναι να μου
πει κάποιος ότι τα μάτια μου είναι ωραία, και πόσο πιο όμορφα μου το
είπε εκείνο σας το ποίημα... Κι όταν με κάματε να είμαι εγώ οι νόμοι του
Σύμπαντος, ένιωσα σαν πράγματι εγώ να έδινα την εντολή για το κάθε τι
που γίνεται. Και τα λουλούδια που στείλατε ποιητικά με τον φίλο σας,
αλήθεια τα γέμισα με χίλια φανταστικά φιλιά, τόσο πολύ όσο γράφατε πως
θα θέλατε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη ακούγοντας
σας να μου λέτε για τα ποιήματα μου τέτοια λόγια, καθισμένη εδώ, δίπλα
μου, όσο μεγάλη ήτανε η θλίψη μου όταν τα έγραφα, όντας σεις μακριά μου.
ΈΛΕΝΑ
Είναι αλήθεια ότι κοιτάζατε αν βγαίνει φως από τη
χαραμάδα της πόρτας μου και τότε μόνον ησυχάζατε αν το δωμάτιο είχε φως,
αλλιώς βασανιζόσασταν όλη τη νύχτα να σκέφτεστε πού βρίσκομαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αλήθεια είναι.
ΈΛΕΝΑ
Αξίζει
να ζείτε μόνο για να με βλέπετε, λέτε αλλού. Πως τα λόγια που κάποτε
σας είπα είναι το μόνο ποτό που πίνετε κι ότι με κείνο μεθάτε... τι να
πρωτοθυμηθώ... Από ένα "ευχαριστώ" που σας είπα κάποτε, χτίσατε
ολόκληρο κάστρο μ’ αυτό.
Τι βρήκατε σε κείνο το "ευχαριστώ" μου που να σας εμπνεύσει αυτό το ωραίο ποίημα για μένα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ήταν δικό σας. Και σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Είμαι τόσο ωραία όσο λέτε στα ποιήματά σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είστε ωραιότερη.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί μόνο για σας; Τόσοι άλλοι που με βλέπουν δε μου έχουν πει κάτι παρόμοιο. Μου φέρονται σαν μια γυναίκα όπως όλες.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί εγώ σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Και γιατί με αγαπάτε;.. ναι ξέρω, δεν υπάρχει απάντηση...
(Μεγάλη σιωπή. Σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Τι ωραία ποιήματα!
(Σηκώνεται και κινείται αργά μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνει ένα ραδιόφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Σας ζητώ συγνώμη για την ακαταστασία.
ΈΛΕΝΑ
Έτσι το περίμενα το δωμάτιό σας. Δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει.
(Στηρίζεται σε μια γωνία του δωματίου κοντά στο παράθυρο. Χωρίς να κοιτάζει τον Τζιόρτζιο)
Γράφετε για μένα ποιήματα τόσον καιρό και μου τα στέλνετε σε βιβλία. Τι περιμένατε από μένα στέλνοντας μου τα ποιήματα σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να με αγαπήσετε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια κίνηση δυσφορίας. Απότομα και έντονα)
Ουφ! Να σας αγαπήσω! Αγάπη! Που δεν ξέρει κανείς ούτε τι είναι!
(Καταληκτικά)
Να σας αγαπήσω.
(Με ήρεμο πάθος)
Αγαπώ τα ποιήματα σας. Με μεθούνε. Με βυθίζουν σε μια πρωτόγνωρη απόλαυση. Με πονούν θα έλεγα. Τόσο βαθιά τα νιώθω. Μα αγάπη...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είμαι μεγαλύτερος σας. Και όχι κομψός. Καταλαβαίνω. Γι αυτό και δεν τόλμησα να σας πω ποτέ τίποτε.
ΈΛΕΝΑ
(Σοβαρά, ήσυχα, σαν σκέψη)
Μη το ξαναπείτε. Όποιος γράφει τέτοια ποιήματα είναι και νέος και όμορφος.
(Μια
απρόσμενη σιωπή, όπως να πρέπει να ειπωθεί κάτι σημαντικό που όμως δεν
είναι μπορετό να ειπωθεί. Ένα αυτοκίνητο ακούγεται να παρκάρει στον
δίπλα από την πολυκατοικία χώρο. Ήρεμα, σαν θυμωμένη με το αυτοκίνητο)
Μας έχουν ζαλίσει κι αυτά...
(Μεγάλη σιωπή. Κάθεται πάλι στην καρέκλα)
Ωραία η πολυκατοικία μας, καθαρή. Κουράστηκα ν’ ανέβω όμως τρία πατώματα χωρίς ασανσέρ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν με ειδοποιούσατε θα σας έβλεπα κάπου έξω.
ΈΛΕΝΑ
Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να μας δει κάποιος. Ύστερα θα έλεγαν ό,τι ήθελαν.
(Κοιτάζει πάνω στο τραπέζι. Πιέζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει)
Πώς ξεχωρίζετε το χαρτί που θέλετε ανάμεσα σε τόσα ανακατωμένα χαρτιά;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(με ίδια διάθεση)
Είναι
θέμα υπολογισμού. Στο μυαλό μου οι σωροί των χαρτιών αυτών έχουν
χωριστεί σε κατηγορίες. Μία κατηγορία ας πούμε διαμορφώνεται ανάλογα με
το πόσο μακριά είναι από το απλωμένο προς αυτά χέρι μου ή πόσο κοντά σ’
αυτό. Άλλη από την πιθανότητα να χρειαστώ σύντομα ένα χαρτί ή άλλο.
Ανάλογα με την πιθανότητα αυτή, τα τοποθετώ κοντά μου ή τα πετώ
μακρύτερα πάνω στο τραπέζι όταν δε φτάνω να τα βάλω εκεί.
ΈΛΕΝΑ
Δεν μπερδεύεστε με τόσες πιθανότητες;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πολλές
φορές είναι η αλήθεια, όμως το ρισκάρω παρά να σηκώνομαι κάθε φορά να
τοποθετώ ένα χαρτί στη θέση του ή να πάρω ένα άλλο...
ΈΛΕΝΑ
Τα χαρτιά με τα ποιήματα μου πόσο μακριά σας τα έχετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ω! Μπορεί και κει πέρα...
(δείχνει ένα τραπεζάκι)
...δεν μετριέται έτσι η αγάπη.
ΈΛΕΝΑ
(σοβαρά και σαν ενοχλημένη)
Πάλι η αγάπη!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δε θα θέλατε να λέμε αυτή τη λέξη;
ΈΛΕΝΑ
Μα
όλους τους ανθρώπους τους αγαπώ. Γιατί να μη λέμε τη λέξη αγάπη… μα για
την αγάπη εκείνη που έχει μέσα της τον έρωτα, αυτήνε... Γιατί από ό,τι
διαβάζω στα ποιήματα σας για μένα, αυτή την αγάπη εννοείτε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω να υπάρχει κι άλλη αγάπη ανάμεσα σε έναν άντρα και σε μια γυναίκα.
ΈΛΕΝΑ
Έχετε δίκιο.
(Σηκώνεται και πηγαίνει προς το παράθυρο)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Μήπως υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί εδώ μέσα κυρία;
ΈΛΕΝΑ
(Στρέφει εμπρός. Γρήγορα)
Όχι... όχι...
(Κάθεται. Σιωπή)
Πώς ξέρατε ότι θα μου αρέσει και μένα ο έρωτας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω πώς να απαντήσω....Το θεωρώ δεδομένο... Τον έχετε γνωρίσει. Ήσασταν παντρεμένη. Έχετε δυο παιδιά...
ΈΛΕΝΑ
(με μια χροιά ειρωνείας)
Δεν παντρεύονται όλοι από έρωτα κύριε Περτίνι, αυτό θα το ξέρετε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Και βέβαια το ξέρω. Υπάρχουν και τα συνοικέσια.
ΈΛΕΝΑ
Δεν
εννοώ αυτό. Πολλές γυναίκες παντρεύονται όχι για να έβρουν μόνιμο
εραστή, αλλά για να κάνουν οικογένεια, σπιτικό, παιδιά, για να
αποκτήσουν μια οντότητα, μια υπόσταση, που στις επαρχίες αλλιώς δεν την
αποκτούν.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Έτσι είναι, όμως αυτά πάνε μαζί. Ο έρωτας, θέλει κανείς ή δε θέλει, είναι το επακόλουθο ενός γάμου.
ΈΛΕΝΑ
Αν με έρωτα εννοείτε την απόκτηση παιδιών, ναι.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Με έρωτα εννοώ τον έρωτα.
ΈΛΕΝΑ
(πιο δυνατά, επιθετικά, σχεδόν εχθρικά)
Εννοείτε
το πέσιμο σ’ ένα κρεβάτι όπου αγκομαχώντας από τον πόθο δυο κορμιά, ένα
αρσενικό και ένα θηλυκό κυλιούνται νιώθοντας τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση
που μπορεί να νιώσει άνθρωπος!;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(ήρεμα)
Με βγάλατε από τη δύσκολη θέση να το πω εγώ. Ναι, αυτό εννοώ.
ΈΛΕΝΑ
(ψυχρά και χωρίς δισταγμό)
Κύριε Περτίνι, δεν έχω γνωρίσει τον έρωτα.
(Σιωπή. Ο Τζιόρτζιο δεν αντιδρά)
Παντρεύτηκα,
έκανα παιδιά, αγάπησα για ένα διάστημα τον άντρα μου, πολλές φορές
έπεσα μαζί του στο κρεβάτι, όμως έρωτα δεν ένιωσα.
Στο κτήνος που μούγκριζε υπόκωφα δίπλα μου ποτέ δεν έγινα σύντροφος.
Τα παιδιά γίνανε χωρίς να ξέρω πώς.
Το
παράπονο του άντρα μου ήτανε πως δεν του είπα ποτέ ότι τον αγαπώ. Ήξερα
τι σήμαινε το αγαπώ που θα λεγόταν τις ώρες του έρωτα-του ερωτά του-και
δεν μπορούσα να το πω. Με διάφορες δικαιολογίες απόφευγα να το λέω-πώς
θα μπορούσα να κορόιδευα όχι εκείνον, αλλά τον εαυτό μου για ένα τέτοιο
σοβαρό θέμα; Άκουγα τις άλλες γυναίκες να μιλάνε για τις χαρές του
έρωτα, συζητούσαν μαζί μου γι αυτές στις γυναικείες συντροφιές μας, κι
εγώ συμφωνούσα σε όλα μαζί τους δείχνοντας έτσι πως ίδια ήταν τα
πράγματα και για μένα. Δεν τολμούσα να τους ομολογήσω πως δεν είχα
βιώσει αυτό που για κείνες ήτανε όπως λέγανε μια μεγάλη, η μεγαλύτερη
χαρά στη ζωή τους.
Έχω άλλες χαρές κι εγώ, ίδιες αυτές με κείνες που
ακούω να έχουν οι άλλες γυναίκες, όμως ποτέ δεν είχα τον έρωτα-ούτε τι
εννοούν ξέρω λέγοντάς το. Ένα ξένο σώμα έμπαινε μέσα μου σε κάθε επαφή
μου με τον άντρα μου. Μια ενόχληση ήτανε για μένα κάθε φορά ό,τι για
τους άλλους ήταν ο ωραίος έρωτας. Σε κανέναν δεν μιλούσα γι αυτό.
(Σιωπή)
Αγαπήσατε μια γυναίκα που δεν είναι γυναίκα κύριε Περτίνι.
(Σιωπή. Με ψεύτικη ειρωνεία)
Τι λάθος μεγάλο! Φυσικά δεν μπορούσατε να ξέρετε. Τόσο πάθος, τόση επιθυμία, χωρίς αντίκρισμα…
(Σιωπή. Η Έλενα περιμένει μιαν αντίδραση του Τζιόρτζιο. Εκείνος δεν μιλά)
Δε μιλάτε λοιπόν; Δεν έχετε τίποτε να πείτε; Θα θέλατε να φύγω ίσως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σταθερά)
Είμαι
γιατρός. Έχω δει μερικές ψυχρές γυναίκες. Δεν είσαστε ο τύπος της
ψυχρής γυναίκας κυρία. Και ως για να φύγετε, ξέρετε τι είστε για μένα.
Αν, τώρα που ήρθατε, φεύγατε, θα ήμουν πιο δυστυχής από πρώτα.
Μιλάτε σε έναν άντρα που σας λατρεύει. Μη το ξεχάσετε ποτέ αυτό.
ΈΛΕΝΑ
Που λατρεύει τι; Ένα κομμάτι πάγο;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, μη γίνεστε κακή με τον εαυτό σας-δεν το αξίζετε.
ΈΛΕΝΑ
Ναι. Έχετε δίκιο. Ούτε αυτό δεν αξίζω... Αφού όμως ακόμα δε με διώχνετε, θα συνεχίσω να μιλώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ξέρετε πως είναι απόλαυση για μένα να ακούω τη φωνή σας.
ΈΛΕΝΑ
(πιο ήρεμα και σαν να περίμενε να ακούσει αυτό για να μιλήσει)
Με
πείραζε πολύ η κατάσταση αυτή. Όχι γιατί στερούμουν κάτι τόσο όμορφο,
αφού δεν ήξερα ούτε τι είναι αυτό. Μα επειδή ήμουν μια γυναίκα που
διέφερε από τις άλλες. Ένιωθα σαν να πρόδινα το φύλο μου. Ένιωθα
παρακατιανή, ήταν σα να ήμουν μια πριγκίπισσα που όμως για κάποιο λόγο
που δεν εξαρτιόταν από αυτήν, ποτέ δε θα φορούσε το βασιλικό στέμμα.
Έβλεπα τις φίλες μου με τους άντρες τους, έβλεπα τις ερωτικές σκηνές
στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, και υπόφερα. Εγώ, που αν έβλεπα
τον άντρα μου σε ένα κρεβάτι με άλλη γυναίκα δεν θα ζήλευα, εγώ ένιωθα
δυστυχής κάθε φορά που άκουγα μόνο τη λέξη έρωτας. Διάβασα βιβλία που να
μιλούνε για την ψυχρότητα των γυναικών. Δεν μπορούσα να ταιριάσω τα
αίτια που περιγράφανε σαν αιτία της στη δική μου περίπτωση. Μα και
κανέναν δεν άφηνα να νιώσει την δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία
βρισκόμουν. Ήμουν σε όλες μου τις υποχρεώσεις εντάξει. Μόνον εμένα
έτρωγε το σαράκι. Σας κουράζω μήπως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Καθόλου κυρία.
Και μιας και διακόψατε για να μου κάνετε αυτή την ερώτηση θέλω να σας
πω ότι υπάρχουν γυναίκες που δέχονται αυτή την κατάσταση σαν φυσιολογική
και δεν αντιδρούν καθόλου σ’ αυτήν. Και πιστέψτε με, εκτιμώ πολύ την
αγωνία σας και τις προσπάθειες που κάνατε για να αλλάξετε αυτή την
κατάσταση. Δείχνει αυτό πως τα συναισθήματα που μου γέννούσε η παρουσία
σας στην πολυκατοικία μας και η πίστη μου στην ανωτερότητα σας είχαν
δίκαια δημιουργηθεί. Παρακαλώ συνεχίστε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια ήρεμη ευχαρίστηση να διαγράφεται στο πρόσωπο της)
Ευχαριστώ. Μου δίνετε θάρρος να σας πω τα χειρότερα.
Γιατί έφτασα σε σημείο να σκεφτώ πως δεν έφταιγα εγώ για ό,τι γινόταν, αλλά ο άντρας μου.
'Ετσι,
όταν, για λόγους άλλους, χωρίσαμε, σκέφτηκα να δοκιμάσω μήπως με
κάποιον άλλον άντρα τα πράγματα θα ήσαν διαφορετικά. Μήπως όταν
βρισκόμουν με έναν άλλον άντρα θα έπαυα να νιώθω την ψύχρα εκείνη που
σφράγιζε κάθε μου επαφή μου με τον πρώην σύζυγό μου.
Υπήρχε κάποιος
πελάτης του άντρα μου που έδειχνε από καιρό να του αρέσω. Είχε
παρουσιαστικό που θα τραβούσε κάθε άλλη γυναίκα. Με κριτήρια αυτά, που
θα χρησιμοποιούσε μια γυναίκα για να αποκτήσει έναν άντρα, με αυτά τα
ξένα κριτήρια αποφάσισα κι εγώ να δοκιμάσω για δεύτερη και τελευταία
φορά.
Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα στο ξενοδοχείο μιας γειτονικής πόλης.
Τα
χέρια μου άτονα κρέμονταν κάτω όταν με φιλούσε. Το θεώρησε σαν ένα
είδος ντροπής από μέρους μου και έβαλε αυτός τα χέρια μου πάνω στους
ώμους του.
Τον δέχτηκα μέσα μου με την ίδια ψυχρότητα-μπορώ να πω απέχθεια-με την οποία δεχόμουν τον άντρα μου.
Με μια πρόφαση δεν τον ξαναείδα.
Αυτή είναι κύριε Περτίνι η αγαπημένη σας.
Ύστερα ήρθατε εσείς.
(Γυρίζει και τον βλέπει. Με συγκίνηση)
Γιατί να διαλέξετε εμένα από όλες τις γυναίκες της πόλης κύριε Περτίνι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν έχετε την απάντηση διαβάζοντας τα τόσα μου ποιήματα που λάβατε
ΈΛΕΝΑ
Αυτό
είναι αλήθεια. Ναι, δεν ξέρω τι έχει μείνει που να μην έχετε πει που να
δείχνει την αγάπη σας για μένα. Εσείς, ο ποιητής, θα έχετε οπωσδήποτε
κι άλλα να πείτε, όμως για μένα αυτά ήσαν αρκετά για να με συγκινήσουν.
Ναι, αυτή είναι η λέξη-να με συγκινήσουν. Όχι βέβαια ερωτικά, όμως
συγκίνηση είναι να ταράζεται η ψυχή σου από κάτι. Συγκίνηση είναι να
νιώθεις χαρά βλέποντας απέξω από την πόρτα σου ένα βιβλίο που μιλάει για
σένα σαν να ήσουν μια φυσιολογική γυναίκα. Μια φυσιολογική γυναίκα!
Χαιρόμουν από τη μια, μα λυπόμουν όταν σκεφτόμουνα ότι όλα αυτά δεν
ταιριάζουν σε μένα. Ότι ένα λάθος ήτανε η συνύπαρξη μας-εμένα και
εκείνων των γραφτών. Ότι σε κάποιαν άλλη έπρεπε να είχανε πάει.
Όλα
εκείνα τα χαριτωμένα λόγια σας, όλα τα υμνητικά της ομορφιάς μου
ποιητικά εφευρήματα σας, εκείνες οι παρομοιώσεις σας που μ’ έκαναν να
νιώθω πουλί τη μια φορά, αγεράκι την άλλη, μήτρα του Σύμπαντος μετά,
θέληση που κάνει τη γη να γυρίζει, όλες εκείνες οι λεπτές σας
παρατηρήσεις για τον ψυχισμό της γυναίκας, τα γεμάτα υψηλό ερωτικό
περιεχόμενο νοήματα που στριμώχνατε τόσο ταιριαστά μέσα σε λίγες
γραμμές, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω σαν μια μικρή μάγισσα, αφού εγώ τα
είχα καταφέρει, αφού εγώ έκανα να υπάρξουν. Μια μάγισσα που
όμως-αλίμονο-δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της ανεκτά ευτυχισμένον.
Όμως,
μ’ αυτά ζούσα ό,τι μου είχε στερήσει η Φύση. Μ’ αυτά γινόμουν γυναίκα.
Στη φαντασία μου πάντοτε, όμως πόσο δυνατή ήτανε αυτή η φαντασία! Ό,τι
μου είχε στερήσει η ζωή, μου το χάριζαν τα ποιήματα σας. Γινόμουν μια
γυναίκα που ένας άντρας βρίσκει σ’ αυτήν τόσα πράγματα που εκείνη δεν
ήξερε πως είχε. Και πιο πολύ, βρίσκει μια θερμή γυναίκα. Μια γυναίκα που
τα φιλιά της θα τον έκαναν ευτυχισμένο. Τα δικά μου φιλιά... (γελάει
πικρά) που αν τα έδινα σε κανένα, θα τον πάγωναν... Είναι φοβερό να μην
αγαπάς!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Φοβερότερο είναι ν’ αγαπάς.
ΈΛΕΝΑ
Ίσως. Δεν μπορώ να πω. Εσείς τα έχετε γνωρίσει και τα δύο.
Εγώ λοιπόν, εγώ η ανέραστη, ζούσα έναν, ψεύτικο έστω, έρωτα στα ποιήματα σας μέσα.
Κοιμόμουν
μαζί τους. Τα κουβαλούσα στην τσάντα μου. Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως
τα χάσω. Σκεφτόμουν να κάνω αντίγραφα τους που να τα φυλάξω σε ένα άλλο
μέρος, πιο ασφαλές. Και από τότε που αγάπησα έστω με αυτή την αγάπη τα
ποιήματά σας, από τότε που γνώρισα αυτή τη μικρή και παράξενη αγάπη,
άρχισα να καταλαβαίνω τι στερούμαι και τι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα
νιώσει ποτέ.
Κι έτσι σκέφτηκα... είπα... πως σας ώφειλα μιαν εξήγηση για τη στάση μου απέναντι σας όλον αυτό τον καιρό.
Θα
έπρεπε να σας είχα πει κάτι, ένα όχι έστω, θα έπρεπε να σας έχω δείξει
ότι ναι, σας καταλαβαίνω, ναι, εγώ είμαι αυτή, αλλά ξέρετε κύριε
Περτίνι, σας ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χαρίσατε, σας
ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε, σας ευχαριστώ που διαλέγοντας
εμένα να πείτε όλα αυτά τα ωραία πράγματα με κάνατε πολύ χαρούμενη,
όμως... και να έβρισκα ένα ψμα που να σκότωνε κάθε ελπίδα ίσως σε σας,
και κάθε χαρά για μένα. Ένιωθα ένοχη να παίρνω όλα αυτά τα χαριτωμένα
και να μη λέω ούτε ένα ευχαριστώ. Ήταν σαν να τα έκλεβα. Και είπα να
έρθω να σας δω. Κι ακόμα για έναν άλλο λόγο όμως ήρθα. Ήθελα να δω από
κοντά και να μιλήσω μαζί σας, μαζί με τον άνθρωπο που είχα καταφέρει
άθελα μου να κοροϊδέψω, δηλαδή να κάνω να με αγαπήσει. Δεν έπρεπε να
είχε συμβεί αυτό. Είναι πολύ άδικο για σας. Ποια μοίρα φέρνει τόσο κοντά
δυο ανθρώπους σαν και μας και τους κάνει να γνωριστούνε; Πόσο φρικτή
είναι η ζωή με τέτοιες άστοχες πράξεις της!
Και μαζί είχα την
περιέργεια να δω πώς θα αντιμετωπίζατε το αντικείμενο της αγάπης σας
όταν αυτό θα σας αποκάλυπτε την αλήθεια για την κατάσταση του. Γιατί από
τη στιγμή που αποφάσισα να σας αντικρίσω ούτε για μια στιγμή δεν μου
ήρθε στη σκέψη να σας πω ψέματα. Θα ’τανε σαν να έριχνα μια σκοτεινή
αχτίδα στον ήλιο, σαν να έγραφα ένα όχι σε χίλια ναι ανάμεσα.
Και είδα.
Σας
είδα και βρήκα να ταιριάζουν όσα λέτε με ό,τι είστε. Ετσι ακριβώς
φανταζόμουν τη συνάντηση μας καθώς ερχόμουν εδώ πάνω για να σας δω. Τα
ήξερα όλα σαν να είχαν ξαναγίνει κάποτε, παλιά, και απλά τώρα τα έφερνα
στη μνήμη μου πάλι. Κάθε γραμμή των γραφτών σας ταιριάζει με κάθε λέξη
σας. Κάθε στροφή των ποιημάτων σας είναι μια μικρή κίνηση σας. Κάθε σας
βλέμμα είναι κι ένα από τα ποιήματα σας. Αισθάνομαι σαν να κρατώ ένα
αντίγραφο σας έχοντας τα ποιήματα σας στο σπίτι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Μιλάτε ποιητικά.
ΕΛΕΝΑ
Ίσως να έμαθα κάτι μετά από τόσες φορές που διαβάζω τόσα ποιήματα.
(σιωπή)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, είπατε όσα είχατε να πείτε;
ΈΛΕΝΑ
Όχι. Ένα ευχαριστώ μεγάλο θέλω να σας πω και μια συγνώμη να σας ζητήσω.
Τώρα ναι, τελείωσα.
Και νομίζω πως πρέπει πια να πηγαίνω.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία,
ήρθε η ώρα να μιλήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ να μη φύγετε αν πρώτα δεν
με ακούσετε. Μου λέτε πως είπατε ό,τι είχατε να πείτε και ότι θα έπρεπε
ίσως να πηγαίνετε…
ΈΛΕΝΑ
Ναι, δεν έχω να σας πω άλλο τίποτε, και όσο για να σας ζητήσω κάτι, ούτε λόγος να
γίνεται.
Έκανα το καθήκον μου νομίζω απέναντί σας. Δεν ήθελα να σας αφήνω να πονάτε για κάτι
που δεν αξίζει πόνος γι αυτό. Συγχωρήστε με που άργησα, δείξτε την κατανόηση που θα
απάλυνε
τον δικό μου πόνο, και διατηρείστε την ανάμνηση μιας γυναίκας που
αγαπήσατε κάποτε χωρίς να τη έχετε, όχι επειδή δε θα το ήθελε η ίδια, μα
επειδή η Πλάση δεν το θέλει.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η Πλάση κυρία δεν
είναι κάτι έξω από σας και από μένα. Είμαστε και μεις κομμάτι της.
Είμαστε σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Αν κάτι
παράξενο ή άσχημο συμβαίνει στον καθένα, τούτο δεν είναι παράξενο ή
άσχημο, ή ό,τι άλλο. Εμείς είμαστε που το ονομάζουμε έτσι. Αυτό είναι
απλά και ξεκάθαρα ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι αυτου που λέμε
Φύση, Κόσμο, Πλάση, Δημιουργία-όπως θέλετε πέστε το-και τίποτε άλλο. Και
ο Κόσμος αυτός κυρία ποτέ δεν μένει ο ίδιος. Βλέπετε μέσα σε μια μέρα
πόσο διαφορετικά πράγματα μας δίνει. Βλέπετε ακόμα πόσες μορφές κάνει να
παίρνει ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ή,
σκεφτείτε ακόμα πως το ίδιο πράγμα αλλάζει και ανάλογα με τη διάθεση
εκείνου που το βλέπει.
Ο ήλιος είναι αυτός που το πρωί είναι κόκκινος
και όχι πολύ ζεστός, ο ίδιος ήλιος είναι που το μεσημέρι καίει και
είναι ολόλευκος, και που το απόγεμα και το βράδυ το χρυσοκόκκινρ χρώμα
του μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε άλλον πλανήτη, ολότελα
διαφορετικόν από τον πρωινό μόλις.
Αυτή η Πλάση είναι που κάνει το
λουλουδάκι να πρωτοφαίνεται σαν μπουμπούκι την άνοιξη, μετά λίγες μέρες
να ανοίγει, και τέλος να μαραίνεται και να πεθαίνει.
Αυτή είναι που
φτιάχνει το κουκούλι που μέσα του θα πλαστεί η χρυσαλίδα. Η χρυσαλίδα
που η ίδια αργότερα, όταν η άνοιξη θα στείλει τη ζωοδότρα πνοή της να
φυσήξει πάνω από στεριές και θάλασσες, πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω
από κήπους και βραγιές-η ίδια αυτή χρυσαλίδα θα γίνει η ωραία
πεταλούδα, το στολίδι αυτό της άνοιξης, κυρία.
Μήπως, κυρία, είστε η
χρυσαλίδα και το μπουμπουκάκι και προσμένετε την άνοιξη για να ανοίξετε
τα φτερά σας, και προσμένετε την άνοιξη για να ανθίσετε, Μήπως είστε ο
πρωινός ήλιος και προσμένετε το δείλι για να φλογίσετε-το σκεφτήκατε
ποτέ;
ΈΛΕΝΑ
Ωραία όλα αυτά κύριε Περτίνι και πολύ όμορφα
ακούγονται. Μακάρι να είχε η άνοιξη έγνοια και για μένα, μακάρι το
μεσημέρι να φρόντιζε και για τη λαύρα μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν
είστε λουλουδάκι και ήλιος. Είστε γυναίκα. Και για τη γυναίκα ο ήλιος
είναι ο άντρας και η άνοιξη είναι η αγάπη του. Δεν ταιριάζουν;
ΈΛΕΝΑ
Ναι,
και ίσως ο άντρας για μένα να ήσασταν εσείς... Μα είναι αργά πια για
μένα. Δεν είμαι χρυσαλίδα πια κύριε Περτίνι, και δεν είμαι ο πρωινός
ήλιος, είμαι στο μεσημέρι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τόσο μικρή ιδέα έχετε για τη Φύση; Τόσο την υποτιμάτε; Υπάρχει αργά και νωρίς γι αυτήν;
Υπάρχει
αδύνατο κάτι για την παντοδυναμία της; Είναι δυνατό σ’ αυτήν να σας
δημιουργήσει, και της είναι αδύνατο να σας φέρει όποτε αυτή θέλει την
άνοιξη; Και το νωρίς και το αργά με τι μέτρα τα μετράτε κυρία; Έχουμε
μέτρα εμείς για το μεγαλείο της;
ΕΛΕΝΑ
Πόσο θα ήθελα να
πιστέψω σε θαύματα κύριε Περτίνι… Και τότε πόσο εύκολο θα ήτανε να
πειστώ ότι όλα μπορούνε να γίνουν στον κόσμο αυτό! Και τότε... τότε...
πώς θα έλπιζα!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Όσο ο Τζιόρτζιο μιλάει, η 'Έλενα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην αρχή, με συγκίνηση προς το τέλος)
Αφού
μιλήσατε για θαύματα κυρία, ακούστε κάτι που θα σας διηγηθώ, και
πιστέψτε ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τη δύναμη που μας κυβερνά όταν
κάτι πολύ το ζητάει, όταν η ίδια δηλαδή το θέλει. Με άλλα λόγια θα σας
διηγηθώ ένα θαύμα που έγινε σε μένα κυρία. Βρισκόμουν στην εξορία. Το
σπίτι που καθόμουν, το χώριζε από το απέναντι σπίτι ένας στενός
δρομάκος. Στον κήπο του απέναντι σπιτιού φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, που
ένα από τα κλαδιά του έφτανε, περνώντας σαν μεγάλη αψίδα πάνω από το
δρομάκι, ως το παράθυρο μου. Κάθε άνοιξη το παράθυρό μου γέμιζε φύλλα
καταπράσινα και πεντατρύφερα και τα κλαδάκια της μεγάλης εκείνης κλάρας
γέμιζαν με πουλιά, που λαλούσανε τόσο γλυκά ώστε διώχνανε κάθε λύπη.
Εκείνη η χρονιά που έγινε το θάμα που γι αυτό σας μιλώ, ήτανε μια
δύσκολη χρονιά για μένα. Όλα πήγαιναν στραβά. Οι σχέσεις μου με την
πολιτεία, η σχέση μου με τους φίλους και με την φίλη μου, τα οικονομικά
μου... Μόνη παρηγοριά μου ήταν το φυλλοβόλημα του δέντρου, και άραγε
μαζί και της κλάρας μου, η οποία κάλυπτε με τον ευεργετικόν όγκο της όλο
το πλάτος και μήκος του παραθύρου μου.
Και κάθε πρωί-ήτανε καιρός
της άνοιξης-άνοιγα, πρώτη μου δουλειά ξυπνώντας, το παράθυρο μου,
ελπίζοντας να δω το πρώτο φυλλαράκι, προπομπό των υπόλοιπων. Ήταν το
μόνο που θα μου έδινε μια ανακούφιση από τις στενοχώριες της περιόδου
εκείνης. Ήταν το μόνο που θα μου έφερνε το μήνυμα της αναγέννησης, της
ελπίδας ότι όπως τα ξερά κλαριά άνθιζαν, έτσι θα άνθιζε και η ζωή μου
πάλι.
Και όλο παρακαλούσα την άνοιξη να στέρξει να μου κάνει γρήγορα
τη χάρη να δω εκείνα τα φυλλαράκια που θα μου έδιναν τη δύναμη ν’
αντέξω.
Μα τίποτε. Και όλο περισσότερο με πλήγωνε η έλλειψη του
φυλλοβολήματος, καθώς αυτό θα ήτανε το μήνυμα, από κείνη σταλμένο, που
θα μου έλεγε: μη φοβάσαι τίποτα και για τίποτα μη λυπάσαι, εγώ είμαι
εδώ, και είμαι μαζί σου. Να! σου έστειλα τον αγγελιαφόρο μου. Χάρου! Δε
σε ξέχασα.
Και όσο αργούσε το άνθισμα του δέντρου, τόσο η θλίψη μου
με έσπρωχνε όλο και περισσότερο να βρω άπρεπες και καταστροφικές λύσεις
στα προβλήματά μου που όλο και διογκώνονταν απειλώντας να με πνίξουν.
Το
βράδυ το προηγούμενο του θαύματος, είχα ξαπλώσει με συντροφιά μου τις
πιο πένθιμες σκέψεις. Και ο ύπνος μου δεν ήτανε ύπνος παρά εφιάλτες,
τρομαγμένα ξυπνήματα και άσκοπα στριφογυρίσματα πάνω στο κρεβάτι.
Σηκώθηκα
το πρωί σαν μελλοθάνατος που ήρθε η μέρα της εκτέλεσής του. Χωρίς
ελπίδα καμία πια για χάρη, από συνήθεια και μόνο άνοιξα το παράθυρο
εκείνο το πρωί.
Και, κυρία, μη βιαστείτε να πείτε ότι το δέντρο είχε
επιτέλους ανθίσει. Όχι κυρία. Δεν είχε ανθίσει ολόκληρο το δέντρο.
Ολάνθιστη και καταπράσινη στεκόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μόνον η
κλάρα που φιλούσε το παράθυρο μου.
Το υπόλοιπο δέντρο κυρία, άνθισε όταν άνθισαν και όλα τα άλλα δέντρα μαζί.
ΈΛΕΝΑ
(με έκπληξη)
Συγκλονιστικό! Θεέ μου!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σιγανά, γέρνοντας με αγάπη και ενδιαφέρον προς το μέρος της Έλενας)
Ήρθε νωρίς για μένα. Γιατί να μην έρθει πιο αργά για σας;
(Η Έλενα κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο και στέκει με την πλάτη γυρισμένη προς τον Τζιόρτζιο)
ΈΛΕΝΑ
(σιγά)
Νομίζετε... πως θα έπρεπε... να δοκιμάσουμε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σηκώνεται και την πλησιάζει)
Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα ενώ μπορούμε όλα να κερδίσουμε.
(Μένουν
έτσι για λίγο. Τέλος η Έλενα στρέφει αργά και βρίσκεται αντιμέτωπη με
τον Τζιόρτζιο. Κοιτάζει κάτω. Ο Τζιόρτζιο την πλησιάζει αργά, με τα
χείλη του ακραγγίζει τα δικά της και κάνει ένα βήμα πίσω. Η Έλενα μένει
ακίνητη και ταραγμένη. Αργά φέρνει το δεξί της χέρι στα χείλη της και τα
αγγίζει με τα δάχτυλα της. Βλέπει κατόπιν για πολλή ώρα τα δάχτυλα της,
σαν να περίμενε να δει κάτι εκεί απορώντας που δεν το βλέπει. Βλέπει
προς τον Τζιόρτζιο με μια παράξενη έκφραση. Τέλος απλώνει το χέρι της
προς αυτόν, πιάνει το χέρι του και με τα μάτια της λάμποντας από
προσμονή τον έλκει απαλά προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώνονται. Τα
χέρια της Έλενας αργά αργά υψώνονται και τυλίγονται γύρω από τον λαιμό
του Τζιόρτζιο. Τέλος χωρίζουν. Η Έλενα, εκστασιασμένη, κάθεται στην
καρέκλα. Ο Τζιόρτζιο μένει ορθός.)
ΈΛΕΝΑ
(Χωρίς να βλέπει προς αυτόν, κατάπληκτη ακόμα)
Τζιόρτζιο,
εσύ που είσαι ποιητής και βλέπεις ό,τι δεν βλέπουν άλλοι, είδες μόλις
πριν να βγαίνουν από μέσα μου η λύπη, η κατάρα, η κακοτυχιά, η δυστυχία,
η ντροπή τόσων χρόνων;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι. Όμως είδα να μπαίνουν μέσα σου η χαρά, η ευλογία, η ευτυχία, η περηφάνια.
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι... Έλενα...
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
(τον κοιτάζει φανερώνοντας ένα πρόσωπο ευτυχισμένο, νεανικό, έτοιμο να εκραγεί από χαρά. Ψιθυριστά)
Νομίζω... ότι… σ’ αγαπώ!
(Ο Τζιόρτζιο την σηκώνει, την αγκαλιάζει και φιλιούνται μ’ ένα ατελείωτο παθιασμένο φιλί.
Όλα
από δω και πέρα γίνονται και από τους δυο πολύ γρήγορα και με ζωντάνια,
σαν να σήμανε η ώρα να γίνει κάτι που για χρόνια και οι δυο περίμεναν)
Θα φύγουμε από δω. Θα πιάσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ως τότε θα μετακομίσω εδώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(την τραβάει προς την πόρτα)
Τώρα. Πάμε!
ΈΛΕΝΑ
(Τον συγκρατεί. Κοιτάζοντάς τον κατάματα)
Ορκίσου μου ότι δεν θα κοιτάξεις ποτέ σου άλλη γυναίκα!
(Πριν προλάβει ο Τζιόρτζιο να απαντήσει, χαρούμενα έκπληκτη, μιλώντας στον εαυτό της)
Ζηλεύω! Ζηλεύω!
(σηκώνοντας τα χέρια και το κεφάλι ψηλά. Δυνατά)
Ζηλεύω!
(ξάφνω γυρίζει προς τον Τζιόρτζιο)
Μου το ορκίζεσαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
Πιο δυνατά!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(δυνατά)
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάνοντας αέρα με τα χέρια της στο πρόσωπο της)
Και σβήσε αυτή τη σόμπα επιτέλους-πώς την αντέχεις...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Με μια κίνηση προσποιητής αγανάκτησης σβήνει τη σόμπα)
Πάμε να φέρουμε τα πράγματά σου!
(πιάνει την Έλενα από το χέρι ενώ πηγαίνει προς την πόρτα. Εκείνη τον σταματά)
ΈΛΕΝΑ
Ε, φίλε, δεν μου λες, τα πράγματα έχουν πόδια;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πόδια... τα πράγματα... όχι βέβαια.
ΈΛΕΝΑ
Λοιπόν δεν πρόκειται να φύγουν ως αύριο!
(βλέπει προς το κρεβάτι)
Το κρεβάτι όμως έχει. Ας το κουράσουμε ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Έλα!
(Τον
οδηγεί προς το κρεβάτι. Πέφτει στο κρεβάτι και ανοιγοκλείνει τον δείκτη
του δεξιού της χεριού προς το μέρος του Τζιόρτζιο. Εκείνος την
κοιτάζει, πηγαίνει στο κρεβάτι και προσποιητά σκεφτικός κάθεται δίπλα
στην ξαπλωμένη Έλενα)
Τι σκέφτεσαι;
Πως πρέπει να γραφτώ στο βιβλίο του Γκίνες. Είμαι ο πρώτος άντρας που θα κάνω γυναίκα μία γυναίκα!
(Η Έλενα τραβώντας τον τον ξαπλώνει στο κρεβάτι δίπλα της, ενώ την ίδια στιγμή πέφτει, κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ, η κόκκινη...
ΑΥΛΑΙΑ)
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ
Τζιόρτζιο
Έλενα
Δωμάτιο του Τζιόρτζιο. Ακατάστατο. Χαρτιά σαν πεταμένα πάνω στο τραπέζι. Αργά το βράδυ. Ο Τζιόρτζιο διαβάζει εφημερίδα. Δειλοί χτύποι στην πόρτα. Ο Τζιόρτζιο την ανοίγει. Μπρος του στέκει η Έλενα με τα μάτια να βλέπουν χαμηλά.
Στέκουν έτσι και οι δύο για λίγη ώρα. Τέλος η Έλενα μπαίνει με μικρά, σιγανά βήματα και στέκει δίπλα στην πόρτα.
Ο Τζιόρτζιο κλείνει την πόρτα.
Ο Τζιόρτζιο της δείχνει μια καρέκλα.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Παρακαλώ καθίστε.
(Η Έλενα κάθεται. ο Τζιόρτζιο κάθεται σε μιαν άλλη καρέκλα απέναντί της. Σιωπή.)
Η Έλενα κοιτάζοντας διστακτικά γύρω και ο Τζιόρτζιο δείχνοντας αμηχανία.
ΈΛΕΝΑ
(Κοιτάζοντας την ανοιχτή εφημερίδα πάνω στο τραπέζι. Σιγά)
Τι γράφει η εφημερίδα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Παίρνοντας την εφημερίδα στα χέρια του και αφήνοντας την πάλι στο τραπέζι. Το ίδιο σιγά κι αυτός, λες και οι δύο προσέχουν να μη σπάσουν με μια δυνατότερη φωνή ένα πολύτιμο, λεπτό κρύσταλλο) Ακρίβεια, κλοπές... τα ίδια...
(Σιωπή. Σαν δύο άνθρωποι που τα έχουν πει όλα και δε μένει τίποτε άλλο να μιλήσουν γι αυτό.)
Είναι ακατάστατα εδώ μέσα...
ΈΛΕΝΑ
(Σαν να μην το άκουσε, σχεδόν ψιθυριστά)
Δεν παίρνω πια τα βιβλία σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι. Δεν σας τα στέλνω.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
(μιλώντας σιγά και σαν διστακτικά)
Τι είναι η αγάπη;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ό,τι μόνο μπορεί να είναι δικό μας.
ΈΛΕΝΑ
Δικό μας-τίνος;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Εκείνου που είμαστε-ό,τι είμαστε.
(Μεγάλη σιωπή)
ΈΛΕΝΑ
Μου αρέσουν τα ποιήματά σας.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γι αυτό τα έγραφα.
ΈΛΕΝΑ
Τι είναι η ποίηση;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να προσπαθείς να βάλεις τα αισθήματα σου στο χαρτί.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί η ψυχή να προμοιάζεται με ένα μικρό αγνό μπουμπουκάκι; Και γιατί να της ταιριάζει αυτό το παρόμοιασμα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί έτσι τη θέλουμε να είναι.
ΈΛΕΝΑ
Στο "Χιόνι" σας λέτε πως θα μπορούσατε να κάνετε έρωτα με τις νιφάδες του χιονιού.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν ήξερα πως αυτές μ’ αγαπούν, ναι.
ΈΛΕΝΑ
Δεν το ξέρετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν το ήξερα δεν θα ζητούσα τον ερωτά σας. Θέλω να ξέρω πως εκείνο που θα κάνω έρωτα μαζί του με θέλει κι αυτό. Και σαν άνθρωπος που είμαι, μόνο για άλλους ανθρώπους μπορώ να το καταλάβω.
ΈΛΕΝΑ
(Σηκώνεται. Πηγαίνει στο παράθυρο. Παραμερίζει την κουρτίνα, έχοντας γυρισμένη την πλάτη της προς τον Τζιόρτζιο.
Βλέποντας έξω)
…Εγώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τι εσείς;
ΈΛΕΝΑ
Εγώ-σας αγαπώ;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάθεται στην καρέκλα της με κάποια άνεση τώρα. Τρίβοντας το βραχίονα του ενός χεριού της με την παλάμη του άλλου)
Κρυώνω...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ξεχάστηκα. Εχω μια σόμπα...
ΈΛΕΝΑ
Την ανάβετε σας παρακαλώ;
(Ο Τζιόρτζιο ανάβει τη σόμπα και την τοποθετεί κοντά στην 'Έλενα. Η Έλενα ζεσταίνει τα χέρια της. Σε λίγο, κοιτάζοντας τον Τζιόρτζιο)
Κι όμως μ’ άγγιζαν τα ποιήματα σας. Επεφτα σε μια γλυκειά νάρκη όταν τα διάβαζα... Έλεγα "όλα αυτά είμαι εγώ;"… Πόσο διαφορετικό είναι να μου πει κάποιος ότι τα μάτια μου είναι ωραία, και πόσο πιο όμορφα μου το είπε εκείνο σας το ποίημα... Κι όταν με κάματε να είμαι εγώ οι νόμοι του Σύμπαντος, ένιωσα σαν πράγματι εγώ να έδινα την εντολή για το κάθε τι που γίνεται. Και τα λουλούδια που στείλατε ποιητικά με τον φίλο σας, αλήθεια τα γέμισα με χίλια φανταστικά φιλιά, τόσο πολύ όσο θα θέλατε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη ακούγοντας σας να μου λέτε για τα ποιήματα μου τέτοια λόγια, καθισμένη εδώ, δίπλα μου, όσο μεγάλη ήτανε η θλίψη μου όταν τα έγραφα, όντας σεις μακριά μου.
ΈΛΕΝΑ
Είναι αλήθεια ότι κοιτάζατε αν βγαίνει φως από τη χαραμάδα της πόρτας μου και ησυχάζατε αν το δωμάτιο είχε φως, αλλιώς βασανιζόσασταν όλη τη νύχτα να σκέφτεστε πού βρίσκομαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αλήθεια είναι.
ΈΛΕΝΑ
Αξίζει να ζείτε μόνο για να με βλέπετε, λέτε αλλού. Πως τα λόγια που κάποτε σας είπα είναι το μόνο ποτό που πίνετε... τι να πρωτοθυμηθώ... Από ένα "ευχαριστώ" που σας είπα κάποτε, χτίσατε ολόκληρο κάστρο μ’ αυτό.
Τι βρήκατε σε κείνο το "ευχαριστώ" μου που να σας εμπνεύσει αυτό το ωραίο ποίημα για μένα;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ήταν δικό σας. Και σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Είμαι τόσο ωραία όσο λέτε στα ποιήματά σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είστε ωραιότερη.
ΈΛΕΝΑ
Γιατί μόνο για σας; Τόσοι άλλοι που με βλέπουν δε μου έχουν πει κάτι παρόμοιο. Μου φέρονται σαν μια γυναίκα όπως όλες.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Γιατί σας αγαπώ.
ΈΛΕΝΑ
Και γιατί με αγαπάτε;.. ναι.ξέρω, δεν υπάρχει απάντηση...
(Μεγάλη σιωπή. Σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Τι ωραίοι στίχοι!
(Σηκώνεται και κινείται αργά μέσα στο δωμάτιο. Σηκώνει ένα ραδιόφωνο ακουμπισμένο στο πάτωμα)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Σας ζητώ συγνώμη για την ακαταστασία.
ΈΛΕΝΑ
Έτσι το περίμενα το δωμάτιο σας. Δεν είναι αυτό που μ’ ενδιαφέρει.
(Στηρίζεται σε μια γωνία του δωματίου κοντά στο παράθυρο. Χωρίς να κοιτάζει τον Τζιόρτζιο)
Γράφετε για μένα ποιήματα τόσον καιρό και μου τα στέλνετε σε βιβλία. Τι περιμένατε από μένα στέλνοντας μου τα ποιήματα σας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Να με αγαπήσετε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια κίνηση δυσφορίας. Απότομα και έντονα)
Ουφ! Να σας αγαπήσω! Αγάπη! Που δεν ξέρει κανείς ούτε τι είναι!
(Καταληκτικά)
Να σας αγαπήσω.
(Με ήρεμο πάθος)
Αγαπώ τα ποιήματα σας. Με μεθούνε. Με βυθίζουν σε μια πρωτόγνωρη απόλαυση. Με πονούν θα έλεγα. Τόσο βαθιά τα νιώθω. Μα αγάπη...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Είμαι μεγαλύτερος σας. Καταλαβαίνω. Γι αυτό και δεν τόλμησα να σας πω ποτέ τίποτε.
ΈΛΕΝΑ
(Σοβαρά, ήσυχα, σαν σκέψη)
Μη το ξαναπείτε. Όποιος γράφει τέτοια ποιήματα είναι και νέος και όμορφος.
(Μια απρόσμενη σιωπή, όπως όταν πρέπει να ειπωθεί κάτι σημαντικό που όμως δεν είναι μπορετό να ειπωθεί. Ενα αυτοκίνητο ακούγεται να παρκάρει στον δίπλα από την πολυκατοικία χώρο. Ήρεμα, σαν θυμωμένη με το αυτοκίνητο)
Μας έχουν ζαλίσει κι αυτά...
(Μεγάλη σιωπή. Κάθεται πάλι στην καρέκλα)
Ωραία η πολυκατοικία μας, καθαρή. Κουράστηκα ν’ ανέβω όμως τρία πατώματα χωρίς ασανσέρ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Αν με ειδοποιούσατε θα σας έβλεπα κάπου έξω.
ΈΛΕΝΑ
Δεν θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς να μας δει κάποιος. Ύστερα θα έλεγαν ό,τι ήθελαν.
(Κοιτάζει πάνω στο τραπέζι. Χαμογελώντας)
Πώς ξεχωρίζετε το χαρτί που θέλετε ανάμεσα σε τόσα ανακατωμένα χαρτιά;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(με ίδια διάθεση)
Είναι θέμα υπολογισμού. Στο μυαλό μου οι σωροί των χαρτιών αυτών έχουν χωριστεί σε κατηγορίες. Μία κατηγορία ας πούμε διαμορφώνεται ανάλογα με το πόσο μακριά είναι από το απλωμένο προς αυτά χέρι μου ή πόσο κοντά σ’ αυτό. Άλλη από την πιθανότητα να χρειαστώ σύντομα ένα χαρτί ή άλλο. Ανάλογα με την πιθανότητα αυτή, τα τοποθετώ κοντά μου ή τα πετώ μακρύτερα πάνω στο τραπέζι όταν δε φτάνω να τα βάλω εκεί.
ΈΛΕΝΑ
Δεν μπερδεύεστε με τόσες πιθανότητες;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πολές φορές είναι η αλήθεια, όμως το ρισκάρω παρά να σηκώνομαι κάθε φορά να τοποθετώ ένα χαρτί στη θέση του ή να πάρω ένα αλλο...
ΈΛΕΝΑ
Τα χαρτιά με τα ποιήματα μου πόσο μακριά σας τα έχετε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ω! Μπορεί και κει πέρα...
(δείχνει ένα τραπεζάκι)
...δεν μετριέται έτσι η αγάπη.
ΈΛΕΝΑ
(σοβαρά)
Πάλι η αγάπη!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δε θα θέλατε να λέμε αυτή τη λέξη;
ΈΛΕΝΑ
Μα όλους τους ανθρώπους τους αγαπώ. Γιατί να μη λέμε τη λέξη αγάπη… μα για την αγάπη εκείνη που έχει μέσα της τον έρωτα, αυτήνε... Γιατί από ό,τι διαβάζω στα ποιήματα σας για μένα,αυτή την αγάπη εννοείτε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω να υπάρχει κι άλλη αγάπη ανάμεσα σε έναν άντρα και σε μια γυναίκα.
ΈΛΕΝΑ
Σωστά.
(Σηκώνεται και πηγαίνει προς τον τοίχο, ακουμπάει σ’ αυτόν με την πλάτη)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
…Μήπως υπάρχει κάτι που σας ενοχλεί εδώ μέσα κυρία;
ΈΛΕΝΑ
(γρήγορα)
Όχι...όχι...
(Κάθεται.)
Πώς ξέρατε ότι θα μου αρέσει και μένα ο έρωτας;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν ξέρω πώς να απαντήσω....Το θεωρώ δεδομένο... Τον έχετε γνωρίσει. Ήσασταν παντρεμμένη. Έχετε δυο παιδιά...
ΈΛΕΝΑ
(με μια χροιά ειρωνίας)
Δεν παντρεύονται όλοι από έρωτα, αυτό θα το ξέρετε.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Και βέβαια το ξέρω. Υπάρχουν και τα συνοικέσια.
ΈΛΕΝΑ
(ίδια)
Δεν εννοώ αυτό. Πολλές γυναίκες παντρεύονται όχι για να έβρουν μόνιμο εραστή, αλλά για να κάνουν οικογένεια, σπιτικό, παιδιά, για να αποκτήσουν μια οντότητα, μια υπόσταση, που στις επαρχιακές πόλεις αλλιώς δεν την αποκτούν.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ετσι είναι, όμως αυτά πάνε μαζί. Ο έρωτας, θέλει κανείς ή δε θέλει, είναι το επακόλουθο ενός γάμου.
ΈΛΕΝΑ
Αν με έρωτα εννοείτε την απόκτηση παιδιών,ναι.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Με έρωτα εννοώ τον έρωτα.
ΈΛΕΝΑ
(πιο δυνατά, επιθετικά, σχεδόν εχθρικά)
Εννοείτε το πέσιμο σ’ ένα κρεβάτι όπου αγκομαχώντας από τον πόθο δυο κορμιά, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό κυλιούνται νιώθοντας τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση που μπορεί να νιώσει άνθρωπος!;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Με βγάλατε από τη δύσκολη θέση να το πω εγώ. Ναι, αυτό εννοώ.
ΈΛΕΝΑ
(ψυχρά και χωρίς δισταγμό)
Κύριε Περτίνι, δεν έχω γνωρίσει τον έρωτα.
(Σιωπή. Ο Τζιόρτζιο δεν αντιδρά)
Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, αγάπησα για ένα διάστημα τον άντρα μου, πολλές φορές έπεσα μαζί του στο κρεβάτι, όμως έρωτα δεν ένιωσα.
Στο κτήνος που μούγκριζε υπόκωφα δίπλα μου ποτέ δεν έγινα σύντροφος.
Τα παιδιά γίνανε χωρίς να ξέρω κι εγώ πώς.
Το παράπονο του άντρα μου ήτανε πως δεν του είπα ποτέ ότι τον αγαπώ. Ήξερα τι σήμαινε το αγαπώ που θα λεγόταν τις ώρες του έρωτα-του ερωτά του-και δεν μπορούσα να το πω. Με διάφορες δικαιολογίες απόφευγα να το λέω-πώς θα μπορούσα να κορόιδευα όχι εκείνον, αλλά τον εαυτό μου για ένα τέτιο σοβαρό θέμα; Άκουγα τις άλλες γυναίκες να μιλάνε για τις χαρές του έρωτα, συζητούσαν μαζί μου γι αυτές στις γυναικείες συντροφιές μας, κι εγώ συμφωνούσα σε όλα μαζί τους δείχνοντας έτσι πως ίδια ήταν τα πράγματα και για μένα. Δεν τολμούσα να τους ομολογήσω πως δεν είχα βιώσει αυτό που για κείνες ήτανε όπως λέγανε μια μεγάλη-η μεγαλύτερη χαρά στη ζωή τους μέσα.
Έχω άλλες χαρές κι εγώ, ίδιες αυτές με κείνες που ακούω να έχουν οι άλλες γυναίκες, όμως ποτέ δεν είχα τον έρωτα-ούτε τι εννοούν ξέρω λέγοντάς το. Ένα ξένο σώμα έμπαινε μέσα μου σε κάθε επαφή μου με τον άντρα μου. Μια ενόχληση ήτανε για μένα κάθε φορά ό,τι για τους άλλους ήταν ο ωραίος έρωτας. Σε κανέναν δεν μιλούσα γι αυτό.
(Σιωπή. Σταθερά, κοιτάζοντάς τον στα μάτια)
Αγαπήσατε μια γυναίκα που δεν είναι γυναίκα κύριε Περτίνι!
(Σιωπή. Με ψεύτικη ειρωνία)
Τι λάθος μεγάλο! Φυσικά δεν μπορούσατε να ξέρετε. Τόσο πάθος, τόση επιθυμία, χωρίς αντίκρισμα…
(Σιωπή. Η Έλενα περιμένει μιαν αντίδραση του Τζιόρτζιο. Εκείνος δε μιλά)
Δεν μιλάτε λοιπόν; Δεν έχετε τίποτε να πείτε; Θα θέλατε να φύγω ίσως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σταθερά)
Είμαι γιατρός. Έχω δει αρκετές ψυχρές γυναίκες. Δεν είσαστε ο τύπος της ψυχρής γυναίκας κυρία. Και ως για να φύγετε… Ξέρετε τι είστε για μένα. Αν, τώρα που ήρθατε, φεύγατε, θα ήμουν πιο δυστυχής από πρώτα. Μιλάτε σε έναν άντρα που σας λατρεύει. Μη το ξεχάσετε ποτέ αυτό.
ΈΛΕΝΑ
Που λατρεύει τι; Ένα κομμάτι πάγο;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, μη γίνεστε κακή με τον εαυτό σας-δεν το αξίζετε.
ΈΛΕΝΑ
Ναι. Έχετε δίκιο. Ούτε αυτό δεν αξίζω... Αφού όμως ακόμα δεν με διώχνετε, θα συνεχίσω να μιλώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ξέρετε πως η μεγαλύτερη απόλαυση για μένα είναι να ακούω τη φωνή σας.
ΈΛΕΝΑ
(πιο ήρεμα και σαν να περίμενε να ακούσει αυτό για να συνεχίσει.)
Με πείραζε πολύ η κατάσταση αυτή. Όχι γιατί στερούμουν κάτι τόσο όμορφο, αφού δεν ήξερα ούτε τι είναι αυτό. Μα επειδή ήμουν μια γυναίκα που διέφερε από τις άλλες. Ένιωθα σαν να πρόδινα το φύλο μου. Ένιωθα παρακατιανή, ήταν σα να ήμουν μια πριγκίπισσα που όμως για κάποιο λόγο που δεν εξαρτιόταν από αυτήν, ποτέ δε θα φορούσε το βασιλικό στέμμα. Έβλεπα τις φίλες μου με τους άντρες τους, έβλεπα τις ερωτικές σκηνές στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και υπόφερα. Εγώ, που αν έβλεπα τον άντρα μου σε ένα κρεβάτι με άλλη γυναίκα δε θα ζήλευα, εγώ ένιωθα δυστυχής κάθε φορά που άκουγα μόνο τη λέξη έρωτας. Διάβασα βιβλία που να μιλούνε για την ψυχρότητα των γυναικών. Δεν μπορούσα να ταιριάσω τα αίτια που περιγράφανε σαν αιτία της στη δική μου περίπτωση. Μα και κανέναν δεν άφηνα να νιώσει τη δύσκολη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν. Ήμουν σε όλες μου τις υποχρεώσεις εντάξει. Μόνον εμένα έτρωγε το σαράκι. Σας κουράζω μήπως;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Καθόλου κυρία. Και μιας και διακόψατε για να μου κάνετε αυτή την ερώτηση θέλω να σας πω ότι υπάρχουν γυναίκες που δέχονται αυτή την κατάσταση σαν φυσιολογική και δεν αντιδρούν καθόλου σ’ αυτήν. Και πιστέψτε με, εκτιμώ πολύ την αγωνία σας και τις προσπάθειες που κάνατε για να αλλάξετε αυτή την κατάσταση. Δείχνει αυτό πως τα συναισθήματα που μου γέννησε η παρουσία σας στη γειτονιά μας και η πίστη μου στην ανωτερότητα σας έχουν δίκαια δημιουργηθεί. Παρακαλώ συνεχίστε.
ΈΛΕΝΑ
(Με μια ήρεμη ευχαρίστηση να διαγράφεται στο πρόσωπο της)
Ευχαριστώ. Μου δίνετε θάρρος να σας πω τα χειρότερα.
Γιατί έφτασα σε σημείο να σκεφτώ πως δεν έφταιγα εγώ για ό,τι γινόταν, αλλά ο άντρας μου.
'Ετσι, όταν, για λόγους άλλους, χωρίσαμε, σκέφτηκα να δοκιμάσω μήπως με κάποιον άλλον άντρα τα πράγματα
θα ήσαν διαφορετικά. Μήπως όταν βρισκόμουν μέσα στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα, έπαυα να νιώθω την ψύχρα εκείνη που σφράγιζε κάθε μου επαφή μαζί με τον άντρα μου.
Υπήρχε κάποιος πελάτης του πριν άντρα μου που έδειχνε από καιρό να του αρέσω. Ήτανε στην ηλικία μου και με παρουσιαστικό που θα τραβούσε κάθε άλλη γυναίκα. Με κριτήρια αυτά, που θα χρησιμοποιούσε μια γυναίκα για
να αποκτήσει έναν άντρα, με αυτά τα ξένα κριτήρια αποφάσισα κι εγώ να δοκιμάσω για δεύτερη και τελευταία φορά.
Κανόνισε να βρεθούμε μια μέρα στο ξενοδοχείο μιας γειτονικής πόλης.
Τα χέρια μου άτονα κρέμονταν κάτω όταν με φιλούσε. Το θεώρησε σαν ένα είδος ντροπής από μέρους μου και έβαλε αυτός τα χέρια μου πάνω στους ώμους του.
Τον δέχτηκα μέσα μου με την ίδια ψυχρότητα-μπορώ να πω απέχθεια-με την οποία δεχόμουν τον άντρα μου.
Με μια πρόφαση δεν τον ξαναείδα.
Αυτή είναι κύριε Περτίνι η αγαπημένη σας.
Ύστερα ήρθατε εσείς.
(Γυρίζει και τον βλέπει. Με συγκίνηση)
Γιατί να διαλέξετε εμένα από όλες τις γυναίκες της πόλης κύριε Περτίνι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν έχετε την απάντηση διαβάζοντας τους τόσους στίχους μου τους για σας γραμμένους;
ΈΛΕΝΑ
Αυτό είναι αλήθεια. Ναι, δεν ξέρω τι έχει μείνει που να μην έχετε πει που να δικαιολογεί την αγάπη σας για μένα. Εσείς, ο ποιητής, θα έχετε οπωσδήπτε κι άλλα να πείτε, όμως για μένα αυτά ήσαν αρκετά για να με συγκινήσουν. Ναι, αυτή είναι η λέξη-να με συγκινήσουν. Όχι βέβαια ερωτικά, όμως συγκίνηση είναι να ταράζεται η ψυχή σου από κάτι. Συγκίνηση είναι να νιώθεις χαρά βλέποντας απέξω από την πόρτα σου ένα βιβλίο που μιλάει για σένα σαν να ήσουν μια φυσιολογική γυναίκα. Μια φυσιολογική γυναίκα! Χαιρόμουν από τη μια, μα λυπόμουν όταν σκεφτόμουνα ότι όλα αυτά δεν ταιριάζουν σε μένα. Ότι ένα λάθος ήτανε η συνύπαρξη μας-εμένα και εκείνων των γραφτών. Οτι σε κάποιαν άλλη έπρεπε να είχανε πάει.
Όλα εκείνα τα χαριτωμένα λόγια σας, όλα τα υμνητικά της ομορφιάς μου ποιητικά εφευρήματα σας, εκείνες οι παρομοιώσεις σας που μ’ έκαναν να νιώθω πουλί τη μια φορά, αγεράκι την άλλη, μήτρα του Σύμπαντος μετά, θέληση που κάνει τη γη να γυρίζει, όλες εκείνες οι λεπτές σας παρατηρήσεις για τον ψυχισμό της γυναίκας, τα γεμάτα υψηλό ερωτικό περιεχόμενο νοήματα που στριμώχνατε τόσο ταιριαστά μέσα σε λίγες γραμμές, όλα αυτά με έκαναν να νιώθω σαν μια μικρή μάγισσα, αφού εγώ τα είχα καταφέρει, αφού εγώ έκανα να υπάρξουν. Μια μάγισσα που όμως-αλλίμονο-δεν μπορούσε να κάνει τον εαυτό της ανεκτά ευτυχισμένον.
Όμως, μ’ αυτά ζούσα ό,τι μου είχε στερήσει η Φύση. Μ’ αυτά γινόμουν γυναίκα. Στη φαντασία μου πάντοτε, όμως πόσο δυνατή ήτανε αυτή η φαντασία! Ό,τι μου είχε στερήσει η ζωή, μου το χάριζαν τα ποιήματα σας. Γινόμουν μια γυναίκα που ένας άντρας βρίσκει σ’ αυτήν τόσα πράγματα που εκείνη δεν ήξερε πως είχε. Και πιο πολύ, βρίσκει μια θερμή γυναίκα. Μια γυναίκα που τα φιλιά της θα τον έκαναν ευτυχισμένο. Τα δικά μου φιλιά... (γελάει πικρά) που αν τα έδινα σε κανένα, θα τον πάγωνα... Είναι φοβερό να μην αγαπάς!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Φοβερότερο είναι ν’ αγαπάς.
ΈΛΕΝΑ
Ίσως. Δεν μπορώ να πω. Εσείς τα έχετε γνωρίσει και τα δυο.
Εγώ λοιπόν, εγώ η ανέραστη, ζούσα έναν, ψεύτικο έστω, έρωτα στα ποιήματα σας μέσα.
Κοιμόμουν μαζί τους. Τα κουβαλούσα στην τσάντα μου. Είχα αρχίσει να φοβάμαι μήπως τα χάσω. Σκεφτόμουν να κάνω αντίγραφα τους που να τα φυλάξω σε ένα άλλο μέρος, πιο ασφαλές. Και από τότε που αγάπησα έστω με αυτή την αγάπη τα ποιήματά σας, από τότε που γνώρισα αυτή τη μικρή και παράξενη αγάπη, άρχισα να καταλαβαίνω τι στερούμαι και τι σε όλη μου τη ζωή δεν είχα νιώσει ποτέ.
Κι έτσι σκέφτηκα... είπα... πως σας ώφειλα μιαν εξήγηση για τη στάση μου απέναντι σας όλον αυτό τον καιρό που εσείς μου στέλνατε τα βιβλία σας.
Θα έπρεπε να σας είχα πει κάτι, ένα όχι έστω, θα έπρεπε να σας έχω δείξει ότι ναι, σας καταλαβαίνω, ναι, εγώ είμαι αυτή, αλλά ξέρετε κύριε Περτίνι, σας ευχαριστώ για τις ωραίες στιγμές που μου χαρίσατε, σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε, σας ευχαριστώ που διαλέγοντας εμένα να πείτε όλα αυτά τα ωραία πράγματα με κάνατε πολύ χαρούμενη, όμως... και να έβρισκα ένα ψέμμα που να σκότωνε κάθε ελπίδα ίσως σε σας, και κάθε χαρά για μένα. Ένιωθα ένοχη να παίρνω όλα αυτά τα χαριτωμένα και να μη λέω ούτε ένα ευχαριστώ. Ήταν σαν να τα έκλεβα. Και είπα να έρθω να σας δω. Κι ακόμα για έναν άλλο λόγο όμως ήρθα. Ήθελα να δω από κοντά και να μιλήσω μαζί σας, μαζί με τον άνθρωπο που είχα καταφέρει άθελα μου να κοροίδέψω, δηλαδή να κάνω να με αγαπήσει. Δεν έπρεπε να είχε συμβεί αυτό. Είναι πολύ άδικο για σας. Ποια μοίρα φέρνει σε μια γειτονιά δυο ανθρώπους σαν και μας και τους κάνει να γνωριστούνε; Πόσο φρικτή είναι η ζωή με τέτοιες άστοχες πράξεις της!
Και μαζί είχα την περιέργεια να δω πώς θα αντιμετωπίζατε το αντικείμενο της αγάπης σας όταν αυτό θα σας αποκάλυπτε την αλήθεια για την κατάσταση του. Γιατί από τη στιγμή που αποφάσισα να σας αντικρίσω ούτε για μια σιγμή δεν μου ξανάρθε στη σκέψη να σας πω ψέμματα. Θα ήτανε σαν να έριχνα μια σκοτεινή αχτίδα στον ήλιο, σαν να έγραφα ένα όχι σε χίλια ναι ανάμεσα.
Και είδα.
Σας είδα και βρήκα να ταιριάζουν όσα λέτε με ό,τι είστε. Ετσι ακριβώς φανταζόμουν τη συνάντηση μας καθώς ερχόμουν εδώ πάνω για να σας δω. Τα ήξερα όλα σαν να είχαν ξαναγίνει κάποτε, παλιά, και απλά τώρα τα έφερνα στη μνήμη μου πάλι. Κάθε γραμμή των γραφτών σας ταιριάζει με κάθε λέξη σας. Κάθε στροφή των ποιημάτων σας είναι μια μικρή κίνησή σας. Κάθε σας βλέμμα είναι κι ένα από τα ποιήματα σας. Αιστάνομαι σαν να κρατώ ένα αντίγραφο σας έχοντας τα ποιήματα σας στο σπίτι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Μιλάτε ποιητικά.
ΈΛΕΝΑ
(πικρά χαμογελώντας)
Ίσως να έμαθα κάτι μετά από τόσες φορές που διαβάζω τόσα ποιήματα.
(σιωπή)
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, είπατε όσα είχατε να πείτε;
ΈΛΕΝΑ
Όχι. Ένα ευχαριστώ μεγάλο θέλω να σας πω και μια συγνώμη να σας ζητήσω. Τώρα ναι, τελείωσα. Και νομίζω πως πρέπει πια να πηγαίνω.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Κυρία, ήρθε η ώρα να μιλήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ να μη φύγετε αν πρώτα δεν με ακούσετε.
Μου λέτε πως είπατε ό,τι είχατε να πείτε και ότι θα έπρεπε ίσως να πηγαίνετε.
ΈΛΕΝΑ
Ναι, δεν έχω να σας πω άλλο τίποτε, και όσο για να σας ζητήσω κάτι ούτε λόγος να γίνεται...
Έκανα το καθήκον μου νομίζω απέναντί σας. Δεν ήθελα να σας αφήνω να πονάτε για κάτι που δεν αξίζει πόνος γι αυτό. Συγχωρέστε με που άργησα, δείξτε την κατανόηση που θα
απάλυνε τον δικό μου πόνο, και διατηρείστε την ανάμνηση μιας γυναίκας που αγαπήσατε κάποτε χωρίς να τη χαρείτε, όχι
επειδή δε θα το ήθελε η ίδια, μα επειδή η Πλάση δεν το θέλει.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Η Πλάση κυρία δεν είναι κάτι έξω από σας και από μένα. Είμαστε και μεις κομμάτι της. Είμαστε σάρκα από τη σάρκα της και αίμα από το αίμα της. Αν κάτι παράξενο ή άσχημο συμβαίνει στον καθένα, τούτο δεν είναι παράξενο ή άσχημο, ή ό,τι άλλο. Εμείς είμαστε που το ονομάζουμε έτσι. Αυτό είναι απλά και ξεκάθαρα ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι αυτου που λέμε Φύση, Κόσμο, Πλάση, Δημιουργία-όπως θέλετε πέστε το-και τίποτε άλλο. Και ο Κόσμος αυτός κυρία ποτέ δεν μένει ο ίδιος. Βλέπετε μέσα σε μια μέρα πόσο διαφορετικά πράγματα μας δίνει, βλέπετε ακόμα πόσες μορφές κάνει να παίρνει ένα και το ίδιο πράγμα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ή, σκεφτείτε ακόμα πως το ίδιο πράγμα αλλάζει και ανάλογα με τη διάθεση εκείνου που το βλέπει.
Ο ήλιος είναι αυτός που το πρωί είναι κόκκινος και όχι πολύ ζεστός, ο ίδιος ήλιος είναι που το μεσημέρι καίει και είναι ολόλευκος, και που το απόγεμα και το βράδυ το χρυσοκόκκινρ χρώμα του μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, σε άλλον πλανήτη λες, ολότελα διαφορετικό από τον πρωινό μόλις.
Αυτή η Πλάση είναι που κάνει το λουλουδάκι να
πρωτοφαίνεται σαν μπουμπούκι την άνοιξη, και μετά λίγες μέρες να μας παρουσιάζεται σε όλη του την άνθιση.
Αυτή είναι που φτιάχνει το κουκούλι που μέσα του θα πλαστεί η χρυσαλίδα που η ίδια χρυσαλίδα αργότερα, όταν η άνοιξη θα στείλει τη ζωοδότρα πνοή της να φυσήξει πάνω από στεριές και θάλασσες, πάνω από βουνά και πεδιάδες, πάνω από κήπους και βραγιές-η ίδια αυτή χρυσαλίδα θα γίνει η ωραία πεταλούδα, το στολίδι αυτό της άνοιξης, κυρία. Μήπως, κυρία, είστε η χρυσαλίδα και το μπουμπουκάκι, μήπως είστε ο πρωινός ήλιος, και προσμένετε την άνοιξη για να ανοίξετε τα φτερά σας, και προσμένετε την άνοιξη για να ανθίσετε, και προσμένετε το δείλι για να φλογίσετε-το σκεφτήκατε ποτέ;
ΈΛΕΝΑ
Ωραία όλα αυτά κύριε Περτίνι και πολύ όμορφα ακούγονται. Μακάρι να είχε η Άνοιξη έγνοια και για μένα, μακάρι το μεσημέρι να φρόντιζε και για τη λαύρα μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν είστε λουλουδάκι και ήλιος. Είστε γυναίκα. Και για τη γυναίκα ο ήλιος είναι ο άντρας και η Άνοιξη είναι η αγάπη του. Δεν ταιριάζουν;
ΈΛΕΝΑ
Ναι, και ίσως ο άντρας για μένα να ήσασταν εσεις... Μα είναι αργά πια για μένα. Δεν είμαι χρυσαλίδα πια κύριε Περτίνι, και δεν είμαι ο πρωινός ήλιος, είμαι στο μεσημέρι μου.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Τόσο μικρή ιδέα έχετε για τη Φύση; Τόσο την υποτιμάτε; Υπάρχει αργά και νωρίς γι αυτήν; Υπάρχει αδύνατο κάτι για την παντοδυναμία της; Είναι δυνατό σ’ αυτή να σας δημιουργήσει και της είναι αδύνατο να σας φέρει όποτε αυτή θέλει την Άνοιξη; Και το νωρίς και το αργά με τι μέτρα τα μετράτε κυρία; Έχουμε μέτρα εμείς για το μεγαλείο της;
ΈΛΕΝΑ
Πόσο θα ήθελα να πιστέψω σε θαύματα κύριε Περτίνι… Και τότε πόσο εύκολο θα ήτανε να πειστώ ότι όλα μπορούνε να γίνουν στον κόσμο αυτό! Και τότε... τότε... πώς θα έλπιζα!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Όσο ο Τζιόρτζιο μιλάει, η 'Έλενα τον παρακολουθεί με ενδιαφέρον στην αρχή, με συγκίνηση προς το τέλος)
Αφού μιλήσατε για θαύματα κυρία, ακούστε κάτι που θα σας διηγηθώ, και πιστέψτε ότι τίποτε δεν είναι αδύνατο για τη δύναμη που μας κυβερνά, όταν κάτι πολύ το ζητάει, όταν η ίδια δηλαδή το θέλει. Με άλλα λόγια θα σας διηγηθώ ένα θαύμα που έγινε σε μένα κυρία. Βρισκόμουν στην εξορία. Το σπίτι που καθόμουν, το χώριζε από το απέναντι σπίτι ένας στενός δρομάκος. Στον κήπο του απέναντι σπιτιού φύτρωνε ένα μεγάλο δέντρο, που ένα από τα κλαδιά του έφτανε, περνώντας σαν μεγάλη αψίδα πάνω από το δρόμο, ως το παράθυρο μου. Κάθε Άνοιξη το δέντρο γέμιζε με καταπράσινα και πεντατρύφερα φύλλα, και τα νέα πρασινωπά κλαδάκια της μεγάλης κλάρας που στόλιζε το παράθυρό μου, γέμιζε με πουλιά, που λαλούσανε τόσο γλυκά ώστε διώχνανε κάθε λύπη.
Εκείνη η χρονιά που έγινε το θάμα που γι αυτό σας μιλώ, ήτανε μια δύσκολη χρονιά για μένα. Όλα πήγαιναν στραβά. Οι σχέσεις μου με την πολιτεία, η σχέση μου με τους φίλους και με τη φιλενάδα μου, τα οικονομικά μου... Μόνη παρηγοριά μου ήταν το φυλλοβόλημα του δέντρου, και άραγε μαζί και της κλάρας μου, η οποία κάλυπτε με τον ευεργετικό όγκο της όλο το πλάτος και μήκος του παραθύρου μου.
Και κάθε πρωί-ήτανε καιρός της Άνοιξης-άνοιγα, πρώτη μου δουλειά ξυπνώντας, το παράθυρο μου, για να δω το πρώτο φυλλαράκι, προπομπό των υπόλοιπων. Ήταν το μόνο που θα μου έδινε μια ανακούφιση από τις στενοχώριες της περιόδου εκείνης. Ήταν το μόνο που θα μου έφερνε το μήνυμα της αναγέννησης, της επίδας ότι όπως τα ξερά κλαριά άνθιζαν, έτσι θα άνθιζε και η ζωή μου πάλι.
Και όλο παρακαλούσα την Άνοιξη να στέρξει να μου κάνει γρήγορα τη χάρη να δω εκείνα τα φυλλαράκια που θα μου έδιναν τη δύναμη ν’ αντέξω.
Μα τίποτε. Και όλο περισσότερο με πλήγωνε η έλλειψη του φυλλοβοληματος, καθώς αυτό θα ήτανε το μήνυμα, από κείνη σταλμένο, που θα μου έλεγε: μη φοβάσαι τίποτα και για τίποτα μη λυπάσαι, εγώ είμαι εδώ, και είμαι μαζί σου. Να! σου έστειλα τον αγγελιαφόρο μου. Χάρου! Δε σε ξέχασα.
Και όσο αργούσε το άνθισμα του δέντρου, τόσο η θλίψη μου με έσπρωχνε όλο και περισσότερο να βρω άπρεπες και καταστροφικές λύσεις στα προβλήματά μου που όλο και διογκώνονταν απειλώντας με πνίξουν.
Το βράδυ το προηγούμενο του θαύματος, είχα ξαπλώσει με συντροφιά μου τις πιο πένθιμες σκέψεις. Και ο ύπνος μου δεν ήτανε ύπνος παρά εφιάλτες, τρομαγμένα ξυπνήματα και άσκοπα στριφογυρίσματα πάνω στο κρεβάτι.
Σηκώθηκα το πρωί σαν μελλοθάνατος που ήρθε η μέρα της εκτέλεσής του. Χωρίς ελπίδα καμμία πια για χάρη, από συνήθεια και μόνο άνοιξα το πραθυρο εκείνο το πρωί.
Και, κυρία, μη βιαστείτε να πείτε ότι το δέντρο είχε επιτέλους ανθίσει. Όχι κυρία. Δεν είχε ανθίσει οόκληρο το δέντρο. Ολάνθιστη και καταπράσινη στεκόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μόνο η κλάρα που φιλούσε το παράθυρο μου.
Το υπόλοιπο δέντρο κυρία, άνθισε όταν άνθισαν και όλα τα άλλα δέντρα μαζί.
ΈΛΕΝΑ
(με έκπληξη)
Συγκλονιστικό! Θεέ μου!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(σιγά)
Ήρθε νωρίς για μένα. Γιατί να μην έρθει αργά για σας;
(Η Έλενα σηκώνεται, κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο. Στέκει με την πλάτη γυρισμένη προς τον Τζιόρτζιο)
ΈΛΕΝΑ
(σιγά)
Νομίζετε... πως θα έπρεπε... να δοκιμάσουμε;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα ενώ μπορούμε όλα να κερδίσουμε.
(Ο Τζιόρτζιο σηκώνεται και πλησιάζει την Έλενα. Μένουν έτσι για λίγο. Τέλος η Έλενα στρέφει αργά και βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Τζόρτζιο. Κοιτάζει κάτω. Ο Τζιόρτζιο την πλησιάζει και με τα χείλη του ακραγγίζει τα δικά της. Κάνει ένα βήμα πίσω. Η Έλενα μένει ακίνητη και ταραγμένη. Αργά φέρνει το δεξί της χέρι στα χείλη της και τα αγγίζει με τα δάχτυλά της. Βλέπει κατόπιν για πολλή ώρα τα δάχτυλα της, σαν να περίμενε να δει κάτι εκεί, απορώντας που δεν το βλέπει. Βλέπει προς τον Τζιόρτζιο με μια παράξενη έκφραση. Τέλος απλώνει το χέρι της προς αυτόν, πιάνει το χέρι του και με τα μάτια της λάμποντας από προσμονή τον έλκει απαλά προς το μέρος της. Τα χείλη τους ενώνονται. Τα χέρια της Έλενας αργά αργά υψώνονται και τυλίγονται γύρω από τον λαιμό του Τζιόρτζιο. Τέλος χωρίζουν)
ΈΛΕΝΑ
(Χωρίς να βλέπει προς αυτόν, εκστασιασμένη ακόμα)
Τζιόρτζιο, εσύ που είσαι ποιητής και βλέπεις ό,τι δεν βλέπουν άλλοι, είδες μόλις πριν να βγαίνουν από μέσα μου η λύπη, η κατάρα, η κακοτυχιά, η δυστυχία, η ντροπή τόσων χρόνων;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Όχι. Γιατί εκείνη την ώρα έβλεπα να μπαίνουν μέσα σου η χαρά, η ευλογία, η ευτυχία, η περηφάνεια.
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ναι Έλενα...
ΈΛΕΝΑ
Τζιόρτζιο...
(τον κοιτάζει φανερώνοντας ένα πρόσωπο ευτυχισμένο, νεανικό, έτοιμο να εκραγεί από χαρά. Ψιθυριστά)
...σ’ αγαπώ!
(Ο Τζιόρτζιο την σηκώνει, την αγκαλιάζει και φιλιούνται μ’ ένα ατελείωτο παθιασμένο φιλί.
Όλα από δω και πέρα γίνονται και από τους δυο πολύ γρήγορα και με ζωντάνια, σαν να σήμανε η ώρα να γίνει κάτι που για χρόνια περίμεναν)
Θα φύγουμε από δω. Θα πιάσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ως τότε θα μετακομίσω εδώ.
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(την τραβάει προς την πόρτα)
Τώρα. Πάμε!
ΈΛΕΝΑ
(Τον συγκρατεί)
Ορκίσου μου ότι ούτε θα κοιτάξεις ποτέ σου άλλη γυναίκα!
(Πριν προλάβει ο Τζιόρτζιο να απαντήσει, χαρούμενα έκπληκτη, μιλώντας στον εαυτό της)
Ζηλεύω! Ζηλεύω!
(σηκώνοντας τα χέρια και το κεφάλι ψηλά. Δυνατά)
Ζηλεύω!
(ξάφνω γυρίζει προς τον Τζιόρτζιο)
Δεν πειράζει αυτό. Μου το ορκίζεσαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
Πιο δυνατά!
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(δυνατά)
Ορκίζομαι.
ΈΛΕΝΑ
(Κάνοντας αέρα με τα χέρια της στο πρόσωπο της)
Και σβήσε αυτή τη σόμπα επιτέλους-πώς
την αντέχεις...
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
(Με μια κίνηση συγκρατημένης προσποιητής αγανάκτησης σβήνει τη σόμπα)
Πάμε για τα πράγματά σου!
(πιάνει την Έλενα από το χέρι και την πηγαίνει προς την πόρτα. Εκείνη τον σταματά)
ΈΛΕΝΑ
Ε, φίλε, δεν μου λες, τα πράγματα έχουν πόδια;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πόδια... τα πράγματα... όχι βέβαια.
ΈΛΕΝΑ
Λοιπόν δεν πρόκειται να φύγουν ως αύριο!
(βλέπει προς το κρεβάτι)
Το κρεβάτι όμως έχει. Ας το κουράσουμε ώστε να μην μπορεί να κινηθεί. Έλα!
(Πέφτει στο κρεβάτι και ανοιγοκλείνει τον δείκτη του δεξιού της χεριού προς το μέρος του Τζιόρτζιο. Εκείνος την κοιτάζει, πηγαίνει στο κρεββάτι και προσποιητά σκεφτικός κάθεται δίπλα στην ξαπλωμένη Έλενα)
Τι σκέφτεσαι;
ΤΖΙΟΡΤΖΙΟ
Πως πρέπει να γραφτώ στο βιβλίο του Γκίννες. Είμαι ο πρώτος άντρας που θα κάνω γυναίκα μία γυναίκα!
(Η Έλενα τραβώντας τον τον ρίχνει στο κρεβάτι δίπλα της, ενώ την ίδια στιγμή πέφτει, κοκκινίζοντας ακόμα πιο πολύ, η κόκκινη
ΑΥΛΑΙΑ)
Κυριακή 30 Μαΐου 2021
Ο ΘΡΗΝΟΣ
Τόπος: Λος Άντζελες, σπίτι του Άρβάζ (δωμάτιο με κουζίνα)
Χρόνος:1996.
Πρόσωπα του έργου: Λέσλυ, Αρβάζ.
ΑΡΒΑΖ
(ανοίγοντας την πόρτα)
Πέρασε.
ΛΕΣΛΥ
(περνάει)
Ευχαριστώ.
ΑΡΒΑΖ
Βολέψου. Κάθισε.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα ξαπλώσουμε;
ΑΡΒΑΖ
(ήρεμα, σοβαρά)
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Να γδυθώ;
ΑΡΒΑΖ
Όχι. Κάθισε.
(Η Λέσλυ κάθεται)
Πόσων χρονών είσαι;
ΛΕΣΛΥ
Εικοσιοχτώ.
ΑΡΒΑΖ
Ρώτησέ με κι εμένα πόσων χρονών είμαι.
ΛΕΣΛΥ
Δε μ’ ενδιαφέρει. Και ογδόντα να ήσουνα μ’ αρέσεις. Ειδικότητά μου είναι οι μεγάλοι άντρες.
(Πάει κοντά του και τον χαϊδεύει)
Έλα μωρό μου, πάμε στο κρεβάτι, είμαι καλή, θα δεις…
ΑΡΒΑΖ
Όχι, κάθισε σε παρακαλώ.
ΛΕΣΛΥ
Έλα… έλα…
ΑΡΒΑΖ
Σε παρακαλώ, δε σε θέλω γι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
(έκπληκτη)
Δε με θέλεις γι αυτό;…
ΑΡΒΑΖ
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Δεν καταλαβαίνω. Τότε γιατί με θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Θα σου πω. Αλλά δε μου δίνεις την ευκαιρία. Κάτσε. Ησύχασε.
ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Άκου φίλε, εγώ θα κάτσω αφού το θέλεις. Όμως έχει περάσει κιόλας ένα τέταρτο της ώρας. Δε θέλω να μου λες ύστερα πως δεν έκανες τίποτα και δεν πληρώνεις.
ΑΡΒΑΖ
Πώς σε λένε;
ΛΕΣΛΥ
Λέσλυ. Το άκουσες αυτό που σου είπα;
ΑΡΒΑΖ
Το άκουσα. Το ήξερα όμως. Μη φοβάσαι, τα λεφτά σου θα τα πάρεις με το παραπάνω.
ΛΕΣΛΥ
Έτσι είναι καλλίτερα. Λοιπόν… τι θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Εκείνο που θέλω μπορεί και να κρατήσει πάνω κι από μιαν ώρα. Έχεις καιρό;
ΛΕΣΛΥ
Άκου φίλε…
ΑΡΒΑΖ
Δε θέλεις να μάθεις τ’ όνομά μου;
ΛΕΣΛΥ
Τι σημασία έχει..
ΑΡΒΑΖ
Έχει. Ρώτησέ με τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί;..
ΑΡΒΑΖ
Πρέπει, για τη δουλειά μας. Σε παρακαλώ, ρώτησε τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Πώς σε λένε;
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ. Λοιπόν σε παρακαλώ να μη με ξαναπείς «φίλε». Να με λες Αρβάζ.
ΛΕΣΛΥ
Σύμφωνοι. Λοιπόν Αρβάζ, εγώ καιρό έχω, αλλά για κάθε ώρα παίρνω διακόσα δολάρια.
ΑΡΒΑΖ
Λέσλυ, σου είπα, θα πληρωθείς.
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει Αρβάζ. Όμως πολύ μυστηριώδης είσαι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάνουμε εδώ μέσα αν όχι αυτό.
ΑΡΒΑΖ
Άκου Λέσλυ. Είναι κάτι που δεν έχει σχέση με το επάγγελμά σου. Λίγη υπομονή σε παρακαλώ. Ας γίνουν όλα όπως τα θέλω εγώ, μιας και… μιας και… μιας και σε πληρώνω. Τι λες:
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει. Ό,τι πεις μωρό μου.
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ!
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι πεις Αρβάζ. Μήπως είσαι ζωγράφος και με θέλεις για να ποζάρω;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, δεν είναι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
Καλά. Δεν ξαναρωτάω. Αλλά μιας και καθόμαστε ας πιούμε ένα ποτό. Θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Καλή ιδέα. Θα έχει κάτι στην κουζίνα.
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι να ’ναι… μια κόκα κόλα…
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα κάτι.
(Πηγαίνει στην κουζίνα)
ΛΕΣΛΥ
Από πού είσαι;
ΑΡΒΑΖ
Από το Ιράν.
ΛΕΣΛΥ
Πότε ήρθες εδώ;
ΑΡΒΑΖ
Έχω δέκα χρόνια.
ΛΕΣΛΥ
Σου αρέσει η Αμερική;
ΑΡΒΑΖ
Και ναι και όχι.
ΛΕΣΛΥ
Είναι διαφορετικά στο Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Ω! Πολύ!
(Φέρνει τα ποτά)
Πες μου Λέσλυ, γιατί μου τα ρωτάς όλα αυτά;
ΛΕΣΛΥ
Δεν ξέρω… για να πούμε κάτι…
ΑΡΒΑΖ
Έχεις δίκιο. Όμως πρέπει αυτά που λέμε να τα νιώθουμε. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: να σε καίει μέσα σου ο πόθος να πεις αυτό που έχεις να πεις. Όταν με ρωτάς κάτι να το κάνεις όχι γιατί είσαι κοντά μου επειδή πληρώνεσαι, αλλά γιατί πραγματικά θέλεις να μάθεις. Σαν να ’σαι κοντά μου χρόνια και είδες κάτι ασυνήθιστο σε μένα και ρωτάς όλο ενδιαφέρον και ανησυχία.
ΛΕΣΛΥ
Σαν να ήμασταν παντρεμένοι;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, όχι, κάθε άλλο εκτός απ’ αυτό. Σαν να ήμασταν εραστές.
ΛΕΣΛΥ
Εραστές χωρίς έρωτα;
ΑΡΒΑΖ
Σου είπα-σαν να είμαστε.
ΛΕΣΛΥ
Τότε και το ενδιαφέρον μου θα είναι σαν να ήταν ενδιαφέρον.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό αρκεί. Ναι. Όμως έτσι που αν κάποιος μας έβλεπε να μην μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Να νομίζει πως αισθάνεσαι βαθιά ό,τι λες και κάνεις.
ΛΕΣΛΥ
(Γελώντας)
Ο πελάτης έχει πάντοτε δίκιο.
ΑΡΒΑΖ
Και ξέχασε ότι είμαι πελάτης. Ξέρεις τίποτα από ηθοποιία;
ΛΕΣΛΥ
Πήρα μαθήματα για ένα φεγγάρι…
ΑΡΒΑΖ
Ωραία. Μπράβο. Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί όλα αυτά; Πες μου…
ΑΡΒΑΖ
Είπαμε-όλα με τη σειρά τους.
ΛΕΣΛΥ
Έχεις δίκιο. Λοιπόν… πού μείναμε;
ΑΡΒΑΖ
Έλεγα πως όταν μου μιλάς πρέπει να μου μιλάς με ενδιαφέρον και με πόνο. Και με αλήθεια.
ΛΕΣΛΥ
Μα είπαμε πως όλα αυτά είναι ψέματα.
ΑΡΒΑΖ
Την αλήθεια μπορείς να τη βρεις μόνο μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
(με ενδιαφέρον)
Πώς το είπες αυτό;
ΑΡΒΑΖ
Είπα πως η αλήθεια βρίσκεται μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
Τι μου θύμισες…
ΑΡΒΑΖ
ΤΙ;
ΛΕΣΛΥ
Χρόνια πολλά πριν, μπορεί και δεκαοχτώ, ο πατέρας ενός φίλου πήγε στο θέατρο με το γιο του και με μένα. Απ’ όλη την παράσταση μου ’μεινε μια φράση που είπε ο μάγος στην πριγκίπισσα: «Αλήθεια είναι το ψέμα». Τι κουταμάρα, είχα σκεφτεί τότε. Αρβάζ, έχεις προσέξει πως μερικά πράγματα για να τα νιώσουμε πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Με την προϋπόθεση πως θα τριγυρνάνε όλο αυτό το διάστημα συνέχεια στο μυαλό μας.
ΛΕΣΛΥ
Ναι…
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν με μεγαλύτερη κατανόηση θα κάνεις τώρα αυτά που σου είπα. Αίσθημα λοιπόν, πάθος, πόνος, ανθρωπιά.
ΛΕΣΛΥ
Με μια λέξη αλήθεια.
ΑΡΒΑΖ
Αλήθεια. Με μια λέξη.
ΛΕΣΛΥ
Μην ξεχνάς όμως πού είσαι. Εδώ είναι Αμερική. Μη ζητάς πολλά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν μπορεί το ψέμα σας να φτάσει ως την αλήθεια;
ΛΕΣΛΥ
Δν ξέρω. Μα να, τώρα, τη στιγμή ακριβώς αυτή, κάτι μου φωνάζει μέσα μου πως έγινε κιόλας. Ήρθαν όλα τόσο απότομα… δεν ξέρω…
(Σιωπή)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Έτσι, από περιέργεια.
ΑΡΒΑΖ
Σωστά, μ’ αυτήν αρχίζουν όλα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Δε θυμάμαι πια.
ΛΕΣΛΥ
Κάτι σοβαρό πρέπει να σε ανάγκασε να ξενιτευτείς.
ΑΡΒΑΖ
Τώρα πρόσεξε: καλλίτερα όταν λες αυτό να μην κρατάς στο χέρι το ποτό. Έτσι… Μάζεψε λίγο τις γωνίες του στόματος. Ξέρω, από το να γελάς κάθε τόσο όπως όλοι στην Αμερική, έχουν πάρει αυτή τη θέση. Όμως προσπάθησε!.. Ακόμα λίγο… έτσι μπράβο. Ξαναρώτησέ με τώρα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι, καλλίτερα έτσι. Πολύ καλλίτερα. Τώρα: το σώμα σου καθώς θα με ρωτάς θα πρέπει να το γείρεις λίγο μπροστά, προς το μέρος μου. Και τα μάτια σου να βλέπουνε ίσα μέσα στα δικά μου, πασκίζοντας να διαβάσουνε μέσα τους την απάντηση προτού την ακούσουνε τ’ αυτιά. Γείρε λοιπόν λίγο προς εμένα. Κοίταξέ με. Και τώρα ρώτησέ με πάλι.
ΛΕΣΛΥ
(κάνει όπως του είπε)
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Έτσι. Απ’ όλα μόνο το στόμα θέλω λίγο πιο σοβαρό, το μέτωπο λίγο ζαρωμένο από το ενδιαφέρον. Και τώρα όλα μαζί: τα πυρωμένα μάτια, το σκύψιμο του κορμιού, το ζάρωμα του μετώπου, η σοβαρότητα του στόματος, το τρέμουλο της φωνής. Εμπρός. Ναι, καλά κάνεις και σφίγγεις με το χέρι σου το χέρι της πολυθρόνας. Λοιπόν…
ΛΕΣΛΥ
(Τρυφερά, δακρυσμένη)
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Ναι…
ΛΕΣΛΥ
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Μα όχι δάκρυα, δεν είναι απαραίτητα. Δε βλάφτουν όμως. Λοιπόν!..
ΛΕΣΛΥ
(Σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του Αρβάζ. Του παίρνει το χέρι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Κλαίγοντας)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
(Του αγκαλιάζει τα πόδια)
ΑΡΒΑΖ
(έντονα και σαν κάποιος που ξαφνικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αμύνεται)
Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι…
ΛΕΣΛΥ
Ποιος ξέρει;
ΑΡΒΑΖ
(ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του. Σιγανά και ήρεμα)
Κανείς… κανείς…
(Τη σηκώνει και την καθίζει στα γόνατά του)
Αμερικανίδα που κλαίει!..Τι δε θα ’χα να δω ακόμη… Έλα, σταμάτησε να κλαις-μα γιατί κλαις…
ΛΕΣΛΥ
Πρέπει να υπόφερες εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Όπως όλοι στη κατάστασή μου.
ΛΕΣΛΥ
Η ίδια μαχαιριά δίνει άλλο πόνο στον καθένα.
(Σηκώνεται. Σιγά)
Τι να κάνω για σένα;
ΑΡΒΑΖ
Θα το μάθεις σε λίγο.
ΛΕΣΛΥ
Όχι αυτό. Εννοώ τι θέλεις να σου φτιάξω, να σου δώσω να φας ή να πιεις κάτι. Τι;
ΑΡΒΑΖ
Ε! Δε σε πληρώνω για υπηρέτριά μου. Κάτσε. Δε θέλω τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
(τον αγκαλιάζει)
Κάνε μου τη χάρη: μην ξαναμιλήσεις για λεφτά. Πες μου, θέλεις κάτι;
ΑΡΒΑΖ
Ένα ποτήρι νερό μόνο. Είναι στο ψυγείο κάτω δεξιά.
(Η Λέσλυ φέρνει το νερό. Ο Αρβάζ το παίρνει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι)
Ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα πιεις;
ΑΡΒΑΖ
Όχι ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
(Κοιτάζει γύρω προσπαθώντας να φαίνεται χαρούμενη)
Ξέρω ένα φτηνό μαγαζί που πουλάει έπιπλα φτηνά και όμορφα. Θα πάμε μια μέρα μαζί ν’ αγοράσουμε μερικά. Ετούτος ο καναπές δε στέκει καλά. Και το κρεβάτι θα ’ναι μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα. Ένα τραπέζι της προκοπής, δυο τρεις καρέκλες και όλα θα γίνουν διαφορετικά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν χρειάζεται τίποτα Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
Και κουρτίνες καινούργιες για τα παράθυρα. Μερικά καλά ποτήρια…
ΑΡΒΑΖ
Καλά είναι κι έτσι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
(συνεχίζει σαν να μη τον άκουσε)
…Και θα ’ρχομαι να σε βλέπω όταν θα ’χουμε καιρό ελεύθερο κι οι δυο μας. Μ’ αρέσει εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα να σε βλέπω. Μα δε γίνεται. Ξέχασέ το. Ας γυρίσουμε στη δουλειά μας.
ΛΕΣΛΥ
(το ίδιο)
Τα μισά λεφτά θα τα δώσω εγώ αφού θα είναι λίγο σαν σπίτι μου το σπίτι σου.
ΑΡΒΑΖ
(Ήρεμα και αποφασιστικά)
Όχι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
…Θα φύγεις! Θα φύγεις από δω γι αυτό δε θέλεις να φτιάξεις το διαμέρισμά σου! Το βρήκα-ναι;
ΑΡΒΑΖ
Το βρήκες Λέσλυ. Θα φύγω.
ΛΕΣΛΥ
Γι αυτό είπες πριν «τι δε θα ’χα να δω ακόμα»… μα δε θα δεις… Για πού; Για την πατρίδα;
ΑΡΒΑΖ
Για την πατρίδα. Γι αυτό έλα. Έχουμε λίγη δουλειά ακόμα οι δυο μας. Μη μου ξεφεύγεις.
ΛΕΣΛΥ
(σιγά)
Δεν ξεφεύγω-πού θα πήγαινα;
ΑΡΒΑΖ
(σηκώνεται)
Φεύγοντας κάποιος από την πατρίδα του χάνει όλα όσα είχε εκεί πέρα. Ακόμα κι όσα πήρε μαζί του ελπίζοντας πως θα τα έχει δικά του. Μνήμες, περιπέτειες, χαρές, λύπες… Ακόμα και τα πράγματα. Λες κι όταν φύγανε κι αυτά από τον τόπο τους άλλαξαν τ’ όνομά τους. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό, η πρώτη του κίνηση είναι να ξαναχτίσει καινούργια ζωή στην ξενιτιά, γεμίζοντάς την με ό,τι σ’ αυτήν μάζεψε, χάρηκε, δούλεψε, έκλαψε, πόθησε. Μάταιος κόπος. Η ζωή που ζει τώρα δεν είναι η δική του. Κάποιος άλλος κλαίει, χαίρεται, ποθεί γι αυτόν. Πολλοί δέχονται την καινούργια κατάσταση. Μερικοί, όπως εγώ, δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον παλιό τους εαυτό. Και πεθαίνουν μαζί του όπως ο καπετάνιος στους αλλοτινούς καιρούς πνίγονταν με το καράβι του μαζί.
ΛΕΣΛΥ
Μη μιλάς για θάνατο. Μια γυναίκα θα σε βοηθήσει να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.
ΑΠΒΑΖ
Πώς;
ΛΕΣΛΥ
Με την αγάπη της. Δεν ξέρω… έτσι λένε όλοι…
ΑΡΒΑΖ
Αν μια γυναίκα ερχόταν στην αρχή της εξορίας μου, τότε ίσως να βοηθούσε. Τότε, πριν σπάσει η συνέχεια. Θα με βύθιζε στο τέλμα της υποταγής και της ρουτίνας και θα πέθαινα ένα ευτυχισμένο μηδενικό που δεν έχει ιδέα για τη μηδενικότητά του. Όμως δεν ήρθε. Και ποια γυναίκα θα πλησίαζε έναν ξένο;
Έτσι έμεινα μόνος. Μη νομίσεις πως στενοχωριέμαι ή λυπάμαι γι αυτό. Όχι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Μάλιστα χρωστώ χάρη στην ξενιτιά. Μ’ έκανε να γνωρίσω τον εαυτό μου.
ΛΕΣΛΥ
Μαθαίνοντάς σου την απελπισία;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Το κατάλαβες.
ΛΕΣΛΥ
Το είδα με τα καινούργια μάτια που μου έδωσες.
ΑΡΒΑΖ
Σ’ ευχαριστώ που μαθαίνεις εύκολα. Και τώρα στη δουλειά.
ΛΕΣΛΥ
Μη τη λες δουλειά πια. Ό,τι και αν κάνουμε μαζί οι δυο μας θα είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος. Σ’ ακούω.
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν, απ’ όλα που είχα στην πατρίδα, πιο πολύ μου έχει λείψει το κλάμα. Εδώ όλοι γελάνε. Στην πατρίδα μου το γέλιο είναι ακριβό. Γι αυτό σε θέλω: να κλάψεις για μένα.
ΛΕΣΛΥ
(ανήσυχη και απορημένη)
Αρβάζ!
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό θέλω. Άκου Λέσλυ. Στην πατρίδα μου όταν πεθαίνει κάποιος, τόνε κλαίνε. Κυρίως γυναίκες. Δηλαδή γνωστές και συγγένισσες μαζεύονται γύρω από το φέρετρο του νεκρού και τον κλαίνε για ολόκληρη μια νύχτα. Για σκέψου! Κλάμα τόσες ώρες από τόσους ανθρώπους… Αυτό μια φορά μετράει. Δείχνει πως ο πεθαμένος έλειψε από κάποιον. Πως νιώσαν ότι έφυγε. Κι αν κανείς δεν υπάρχει για να κλάψει το νεκρό, τότε νοικιάζουν γυναίκες, μιαν ή περισσότερες, που η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή: να κλάψουν τον νεκρό. Γι αυτό σε θέλω. Όταν πεθάνω θέλω να με κλάψεις. Αυτός είναι ο λόγος που σ’ έφερα εδώ.
ΛΕΣΛΥ
Όταν πεθάνεις;.. Να κλάψω;..
ΑΡΒΑΖ
Ναι Λέσλυ. Καταλαβαίνω, το βλέπεις γελοίο. Όμως για μένα είναι σημαντικό. Θα έχω έτσι την ψευδαίσθηση πως σε κάποιον θα λείψω. Κι αυτός ο κάποιος θα είσαι συ. Ντρέπομαι γι αυτά που σου λέω. Και ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Αν είναι έτσι πες το μου.
ΛΕΣΛΥ
Και βέβαια είναι γελοία ολα αυτά. Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα σε κλάψω. Θα γελώ. Και θα μάθω το γέλιο σε σένα κι όχι εσύ το κλάμα σε μένα. Κουταμάρες εκεί!.. Μ’ έκανες να σε νοιώσω, να ενδιαφερθώ για σένα, να πιστέψω σε σένα. Ήτανε λοιπόν μόνο και μόνο για να μου ζητήσεις αυτό; Για να μου πεις πως θα πεθάνεις; Όχι, δε θα κλάψω για σένα. Θα γελώ για σένα. Και συ για μένα. Κι οι δυο με τη ζωή. Αν έκλαιγα για σένα θα ’τανε γιατί μου έλειψες. Κι αφού θα μου είχες λείψει, θα πει πως σε χρειάζομαι. Κι αφού σε χρειάζομαι-αφού σε χρειάζεται κάποιος-δεν έχεις να πεθάνεις. Ζήσε λοιπόν. Και μόνο που μιλήσαμε γι αυτή τη λίγη ώρα, νιώθω πως κάτι άλλαξε σε μένα. Σαν με τα λόγια και με τη στάση σου να γέννησες έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Κι ό,τι σου λέω από τότε, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος είναι που τα λέει. Κι είναι ωραίος αυτός ο άνθρωπος. Και για να ζήσει σε χρειάζεται.
ΑΡΒΑΖ
Έτσι νομίζεις. Είναι μια εντύπωση της στιγμής. Νομίζεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου. Δεν άλλαξε. Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώς θα ήταν ένα μαρτύριο η ζωή σου. Φαντάσου, ένα δυστυχισμένο πλάσμα -εμένα-είδες κι άρχισες να κλαις. Σκέψου τι θα γινόταν αν, ο καινούργιος άνθρωπος που λες πως γεννήθηκε μέσα σου έβλεπε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
ΛΕΣΛΥ
Με κάνεις και μένα δυστυχισμένη με τα λόγια σου αυτά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν είσαι δυστυχισμένη. Δυστυχία είναι να έχεις συναίσθηση της δυστυχίας σου. Εσύ πατάς γερά στον κόσμο της ύπαρξης, έναν κόσμο χάρτινο, που όμως μπορεί ν’ αντέξει το βάρος το μικρό της ζωής σου. Μα η δική μου ζωή, πατώντας πάνω στον χάρτινο αυτόν κόσμο, τον γκρεμίζει με το βάρος της. Και να ’μαι πεσμένος στην άβυσσο που κρύβεται από κάτω του.
ΛΕΣΛΥ
Μην είσαι εγωιστής. Μην κοιτάζεις το κακό που έγινε στον εαυτό σου. Κοίταξε το καλό που μπορείς να κάνεις εσύ στους άλλους. Και ζήσε. Δες με-είμαι εγώ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε εδώ μαζί σου πριν μια ώρα;
ΑΡΒΑΖ
Ο σπόρος της αλλαγής είναι που έπεσε μέσα σου Λέσλυ. Κι αλήθεια, χαίρομαι γι αυτό σαν να ’πλασα κιόλας όχι ένα νέον άνθρωπο, αλλά ένα ολόκληρο νέο κόσμο. Σε χρόνια, όταν θα φτάσεις κι εσύ στην ηλικία μου, τότε θα δεις κι εσύ τα πράγματα όπως τα βλέπω. Θα δεις πόσο η ζωή σου ήταν άδεια, θα δεις τι σημαίνει ξενιτιά, θα δεις πόσο στα ξένα σου έλειψαν τα δικά σου πράγματα, τα πράγματα της πατρίδας, θα δεις πόσο άλλος πρέπει να είσαι για να μπορέσεις να ζήσεις. Και μην μπορώντας να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος, θα σκεφτείς το θάνατο. Όπως τώρα εγώ.
ΛΕΣΛΥ
Ναι. Ο σπόρος σου κάπου εκεί θα με οδηγήσει. Το νιώθω. Όμως συχώρα με… μα εγώ δεν είμαι… δεν είμαι ξένη… είμαι στην πατρίδα μου…
ΑΡΒΑΖ
Όλοι είμαστε ξένοι στη γη. Κάποτε θα το καταλάβεις.
ΛΕΣΛΥ
Ίσως. Και ίσως κι εγώ να θέλω να πεθάνω. Και κάποιος να θέλει να με σταματήσει. Όπως θα σταματήσω τώρα εγώ εσένα.
(Κλαίει)
Δε θέλω να σε κλάψω. Δε θέλω να πεθάνεις. Δε θέλω…
ΑΡΒΑΖ
Μα, Λέσλυ, δεν πέθανα ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα κλάψω για σένα-όχι-δε θα κλάψω…
ΑΡΒΑΖ
Καλή μου, κάνε το-μου σαν μια χάρη. Είσαι η μόνη που μπορεί και που θέλω να κλάψει για μένα. Κλάψε με Λέσλυ. Μόνο έτσι θα φύγω ευχαριστημένος.
Δεν το θέλεις να φύγω ευχαριστημένος;
ΛΕΣΛΥ
Θα ’τανε σαν να σε σκοτώνω-όχι.
ΑΡΒΑΖ
(Την πλησιάζει, παίρνει τα χέρια της στα χέρια του και τα φιλεί)
Λέσλυ, δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Είμαι κιόλας πεθαμένος. Μα… γιατί πάγωσαν τα χέρια σου ξαφνικά;
ΛΕΣΛΥ
(Ελευθερώνει τα χέρια της)
Βρήκα έναν άνθρωπο και είναι κι αυτός πεθαμένος;
ΑΡΒΑΖ
Είναι γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά. Γιατί όπου γεννηθεί, την ίδια στιγμή πεθαίνει. Σαν μια χιονονιφάδα που πριν προλάβεις να την αγγίσεις έχει λιώσει κιόλας. Σαν μια αστραπή που για μια στιγμή τη βλέπεις και τελείωσε. Μα εκείνη η στιγμή είναι που μετράει-αυτήν όταν γνωρίσεις τα έχεις γνωρίσει όλα. Και ύστερα όλα για σένα είναι ένα μεγάλο τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
Αφού δε θέλεις να ζήσεις για σένα, ζήσε για τους άλλους… ζήσε για μένα…
ΑΡΒΑΖ
Για τους άλλους;.. Για σένα;.. Λέσλυ! Πώς να στο πω …πώς να στο πω χωρίς να με κοροϊδέψεις… πώς να στο πω και να με πίστευες… πώς να στο πω και να μη, ίσως, με μισήσεις…
ΛΕΣΛΥ
Πίστεψα σε σένα. Θα πιστέψω κι ό,τι μου πεις. Πώς μπορείς να σκεφτείς πως θα σε κορόϊδευα;
ΑΡΒΑΖ
(σιγά και πειστικά)
Λέσλυ, δεν υπάρχεις ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
(Η Λέσλυ μένει ακίνητη και σιωπηλή για λίγο. Ξαφνικά μια λάμψη περνάει από τα μάτια και από το μυαλό της και τα φωτίζει. Ύστερα ήρεμα, γλυκά, τρυφερά, υποτακτικά και αποφασιστικά)
ΛΕΣΛΥ
Έλα Αρβάζ. Έλα καλέ μου. Πες μου τι πρέπει να κάνω. Έλα.
(Τον φιλεί απαλά, σαν αέρινα, στα χείλη, στα μάτια, στα μαλλιά, στα χέρια, ενώ μιλεί)
Μίλα λατρευτέ μου. Διάταξέ με. Πες μου τι να πω και τι να κάνω θρηνώντας. Όλα θα γίνουν όπως μου πεις.
ΑΡΒΑΖ
Ας κλείσουμε το παράθυρο.
(Το κλείνει)
Αν άκουγε κανείς το θρήνο σου θα τρόμαζε.
ΛΕΣΛΥ
Πες μου.
ΑΡΒΑΖ
Όταν βγει και η τελευταία μου πνοή θ΄αρχίσεις το θρήνο. Θα κλαις σαν να πέθανες εσύ η ίδια. Ή σαν να έχασες ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο. Ο θρήνος θα βγαίνει από το στόμα σου σαν χείμαρρος. Σαν μέχρι τώρα να τον συγκρατούσες για κάποια αιτία. Θα προσπαθείς, όσο μπορείς, οι κραυγές σου να φτιάχνουν λόγια, λέξεις, προτάσεις ολοκληρωμένες όσο είναι δυνατό-όσο σου επιτρέπει το κλάμα. Θα δαγκώνεις τα χείλη σου από την απελπισία. Θα τραβάς τα μαλλιά σου, θα ξεσχίζεις τα ρούχα σου, θα δέρνεις τα στήθη και τους μηρούς σου με τα χέρια σου. Το τι θα λες αποφάσισέ το εσύ η ίδια. Αν όμως αυτό σε δυσκολεύει, σου έχω αφήσει ένα μοιρολόγι. Έτσι λένε στην πατρίδα μου τα λόγια που λένε θρηνώντας επάνω από τους νεκρούς. Παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις θα κάνεις μόνη σου, χωρίς να το καταλάβεις αφού πραγματικός πόνος θα σε οδηγεί. Η φωνή σου θα είναι δυνατή, πολύ πονεμένη, στριγκιά. Το κλάμα δύσκολα θ’ αφήνει τα λόγια να ξεχωρίζουν. Η φωνή σου θα ’χει ανεβάσματα και κατεβάσματα. Κάθε εκπνοή σου θα καταλήγει σε βογγητό ή σε άναρθρη στριγκιά κραυγή.
ΛΕΣΛΥ
Κατάλαβα. Θα γίνει όπως μου είπες. Πριν όμως θέλω κι εγώ κάτι από σένα. Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Ο έρωτας είναι η δυστυχία του ανθρώπου.
ΛΕΣΛΥ
Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Η επιθυμία είναι το δόλωμα της ζωής.
ΛΕΣΛΥ
Το θέλω.
ΑΡΒΑΖ
Η ηδονή είναι ο φονιάς της γνώσης.
ΛΕΣΛΥ
Είμαι γυναίκα.
ΑΡΒΑΖ
(Απλώνει τα χέρια του)
Έλα.
(Η Λέσλυ πλησιάζει. Φιλιούνται σ’ ένα παρατεταμένο, παθιασμένο φιλί. Μετά απ’ αυτό μένουν σφιχτά, απελπισμένα αγκαλιασμένοι, σαν να γυρεύουν να γίνουν ένα σώμα οι δυο τους. Τέλος χωρίζουν)
ΛΕΣΛΥ
Τι γλύκα! Ίδιος ο θάνατος!
(Κάθεται. Δακρύζει. Τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, αβίαστα, χωρίς αναφιλητά, σαν αυτό να είναι μία φυσιολογική κατάσταση όπως όταν μιλάμε ή ανασαίνουμε. Έτσι τα δέχεται και ο Αρβάζ. Και έτσι ως το θάνατο του Αρβάζ)
ΑΡΒΑΖ
Είχα σκοπό να σε αφήσω εδώ
(Βγάζει ένα άσπρο κουτάκι από την τσέπη του)
και να πάω στην κουζίνα για να πάρω αυτή τη σκόνη.
(Σκουπίζει τα δάκρυα της Λέσλυ)
Τώρα όμως δε χρειάζεται-έτσι δεν είναι;
ΛΕΣΛΥ
(Ψιθυριστά μέσα από τα αναφιλητά της)
Όχι, δε χρειάζεται…
ΑΡΒΑΖ
(Δείχνει έναν φάκελο στη Λέσλυ)
Μέσα εδώ βρίσκονται χρήματα-πέταξέ τα-, ένα μοιρολόγι κι ένα γράμμα για την περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να σε συνδέσει με το θάνατό μου.
(Ρίχνει τη σκόνη μέσα στο ποτήρι με το νερό και πίνει. Ύστερα ξαπλώνει στο κρεβάτι. Σιωπή. Χωρίς να κοιτάζει τη Λέσλυ)
Σ’ ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Εσύ εμένα;
(Κάθεται στην πολυθρόνα που βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι του Αρβάζ, κλείνει το χέρι του στα χέρια της και το φιλεί απαλά και το χαϊδεύει, ώσπου να νιώσει ότι αυτό παραλύει. Τότε ξεσπάζει σε γοερό θρήνο ξεσχίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλά της)
ΑΥΛΑΙΑ