ΤΑ ΧΡΕΗ
Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια
παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα
και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας
κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες
ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες
χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και
πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο
πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε,
αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά
παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των
καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον
λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε
που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν
προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον
που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά
από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην
αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που
είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο
του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν
την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της
πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα
τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και
σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο
καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη
πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!"
Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και
ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά
τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το
κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά
τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ
λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που
παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν
παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν
το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την
προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι
χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια
του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και
επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη
δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της
νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To
σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της
μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού
εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές
σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε
υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα
τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα
γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει,
κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς; Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν
δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για
vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η
διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας
εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε
μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του
είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν
τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα
ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την
συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα
αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως
όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό
μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω
για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν
και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος
βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι
χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο
παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει
για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη.
Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε
τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του
αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα
ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για
όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει.
Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας
τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου
Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε
ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που
συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε
αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026
Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026
ΤΖΕΛΣΟΜΙΝΑ
ή
TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Ήταν ένα θλιμμένο
δειλινό στα φιλόξενα Καλάβρυτα τον περασμένο Αύγουστο. Το πόδια βαρετά
στήριζαν το σώμα των περιπατητών γύρω από την πλατεία. Μαζί με τον ήλιο
που έγερνε λες για να μην ξαναφανεί ποτέ πάλι, έγερναν προς την πόλη και
τα γύρω βουνά, κλείνοντας σιγά σιγά από το μάτι και τη θέα του μόνου
παρήγορoυ σ' αυτή την πόλη του ουρανού. Ο σταυρός του τόπου του
μαρτυρίου έμοιαζε να είναι το μόνο όρθιο πάνω από μια ισοπεδωμένη έκταση
που κάποτε ήταν όρθια και πολλά υποσχόμενη' Κι έτσι που το νερό δίπλα
στην πλατεία κελάρυζε, έμοιαζε μοιρολόγημα και η πόλη τάφος.
'Εβαλα
το χέρι μου μέσα στην τσέπη και άγγιξα το κινητό τηλέφωνό μου, θέλοντας
να πάρω λίγη σιγουριά από κάτι τόσο πραγματικό και να αλλάξω τις σκέψεις
που μου γεννιόνταν στο μυαλό με άλλες, όπως της προόδου και της
κατάκτησης από τον άνθρωπο γνώσεων, που δίχως άλλο έδειχναν τουλάχιστο
πως κάτι άλλο υπάρχει έξω από τη θλίψη και την ανυπαρξία.
To κινητό
μου, σαν αυτό το άγγιγμα να περίμενε, ήχησε τον γνωστό τραγουδιστικό ήχο
του. Κάποιος με καλούσε. Το άνοιξα. tlΓιώργoς Tζελσoμίνα."
"Γεια σου Τζελσομίνα, πώς και με πήρες;" "Γιώργος, πότε είναι;"
Εδώ
πρέπει να πω δυο λόγια για να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι η
Τζελσομίνα και κυρίως να πω για τη γνώση που έχει της ελληνικής γλώσσας.
Η
Τζελσομίνα είναι μια μετανάστρια. Μένει στην Αθήνα σε ένα υπόγειο που
το μοιράζεται με τα τρία ανήλικα παιδιά της και με κατσαρίδες.
Eίμαι
μέλος του Συλλόγου Προστασίας Αναξιοπαθούντων Αλλοδαπών της Ελλάδας. Με
την ιδιότητά μου αυτήν επισκέπτομαι κάποτε κάποτε το σπίτι της
Τζελσομίνας για να της δώσω μερικά χρήματα κάθε φορά, τόσα όσα η
οικονομική κατάσταση του Συλλόγου επιτρέπει. 0 Σύλλογος δίνει ιδιαίτερη
σημασία στον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα χρήματα στα χέρια του κάθε
ταλαίπωρου αλλοδαπού. Εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να αποφεύγουν τα μέλη
του Συλλόγου, είναι να δημιουργούν την εντύπωση στους αποδέκτες των
χρημάτων, ότι τα χρήματα αυτά τους δίνονται σαν ελεημοσύνη, κάτι που θα
πρόσβαλε, την αξιοπρέπειά τους. Γιατί στην ουσία δεν πρόκειται καθόλου
για ελεημοσύνη .Είναι μια βοήθεια ώσπου οι αλλοδαποί να μπορέσουν να
ορθοποδήσουν βρίσκοντας μια δουλειά, κάτι για το οποίο επίσης ο Σύλλογος
τους βοηθάει όσο μπορεί.
Μία από τις οικογένειες που εγώ έχω
αναλάβει να βοηθώ με τα χρήματα του Συλλόγου, είναι και η οικογένεια της
Τζελσομίνας. Και, όπως κάνω για κάθε αλλοδαπό την χρηματοδότηση του
οποίου έχω αναλάβει, έτσι και στην περίπτωση της Τζελσομίνας, για να
μειώσω το μέγεθος της ντροπής και εκείνης που δέχεται τα χρήματα, αλλά
και εμένα που της τα δίνω, έχω προσπαθήσει να δημιουργήσω μια σχέση
φιλίας ανάμεσά μας, ώστε τα χρήματα να φαίνεται πως έρχονται από ένα
φίλο και πάνε σε έναν άλλο φίλο, παρά πως έρχονται από έναν «πλούσιο»
που καταδέχεται από καπρίτσιο ή από έναν οποιοδήποτε υπολογισμό να
πετάει από καιρό σε καιρό ένα ξεροκόμματο σε κάποιον φτωχό. Παρόλη τη
φιλία όμως αυτού του είδους που είχα και με την οικογένεια της
Τζελσομίνας , ποτέ ούτε την είχα πάρει τηλέφωνο, ούτε με είχε πάρει, αν
και για δυο χρόνια τώρα περίπου είχαμε αυτή τη φιλική σχέση.
Η
Τζελσόμίνα δεν ξέρει ελληνικά, παρά μόνο μερικές λέξεις, που όμως δεν τη
βοηθάνε καθόλου να σχηματίζει φράσεις κατανοητές σε οποιονδήποτε άλλον
εκτός από την ίδια.
Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που έχασε και
τις δύο δουλειές που της έχω μέχρι τώρα βρει. Και αν εγώ μπορώ και
συνεννοούμαι με την Τζελσομίνα, αυτό έγινε με μεγάλη προσπάθεια από
μέρους μου και με την επιστράτευση όλων των ανορθόδοξων μεθόδων
προσπέλασης μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά κύρια με τη χρησιμοποίηση της
μεγάλης φαντασίας με την οποία είμαι προικισμένος. Μ' αυτήν, αλλά και με
τη βοήθεια του χρόνου μπορώ από τις λίγες λέξεις που με τόση δυσκολία
ξεστομίζονται από την Τζελσομίνανα σχηματίζω τις προτάσεις που αυτή θα
μου έλεγε αν ήξερε ελληνικά. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κάθε φορά που
μου μιλούσε να την προσέχω έτσι ώστε να βλέπω την έκφραση που κάθε φορά
έπαιρνε το πρόσωπό της όταν μου μιλούσε, καθώς και τον τόνο και τη χροιά
που είχαν οι λέξεις που κατάφερνε να σχηματίσει. To τελευταίο αυτό, η
χροιά που έδινε κάθε φορά στη φωνή της, μου επέτρεψε με τον καιρό να
μπορώ να καταλάβω το νόημα των λεγομένων της Τζελσομίνας και όταν ακόμα
θα έπρεπε να την ακούω χωρίς να την βλέπω, όπως ας πούμε όταν ήσαν κι
άλλοι άνθρωποι στο σπίτι της όταν πήγαινα σ' αυτό. Γι αυτό και δεν είχα
μεγάλη δυσκολία να καταλάβω τα λόγια της Τζελσομίνας από το τηλέφωνο.
Εκείνο
που με δυσκόλευε περισσότερο στην προσπάθειά μου της κατανόησης της
ελληνικής ομιλίας της Τζελσομίνας ήταν η χρησιμοποίηση από αυτήν των
ρημάτων και των αντωνυμιών. Για την Τζελσομίνα φαίνεται πως θα ήταν
κατόρθωμα και μόνο που μπορούσε να βάλει μετά από κάποιο ρήμα κάποιαν
αντωνυμία. Ποια θα ήταν αυτή δεν το εξέταζε καθόλου. Το ίδιο αναλογικά
συνέβαινε και με τα ρήματα. Φτάνει η Τζελσομίνα να ξεστόμιζε το ρήμα που
της χρειαζόταν για να φτιάξει την πρότασή της και δεν την ενδιέφερε
καθόλου το πρόσωπο, η φωνή, ο χρόνος του κύριου αυτού στοιχείου κάθε
ανθρώπινης γλώσσας.
Μετάφρασα λοιπόν αμέσως το "πότε είναι;" του
τηλεφωνικού διαλόγου μου με την Τζελσομίνα,: "πού είσαι;" "Είμαι σ’ ένα
χωριό», της απάντησα.
Η Τζελσομίνα καταλάβαινε από αυτά που άλλοι
έλεγαν, περισσότερα από όσα άφηνε αυτή να καταλάβουν όσοι μιλούσαν μαζί
της χωρίς να έχουν εξασκηθεί πρώτα στα ελληνικά της. «Ήρθε Αθήνα;» (θα
έρθεις στην Αθήνα;)
«Ίσως σε δυο τρεις μέρες». «Εγώ επήγα χωριό" (θα
έρθω εγώ στο χωριό) "Γιατί; Τι συμβαίνει; Τα παιδιά είναι καλά;" «Καλά.
Έρχεται Αθήνα;» (Καλά είναι. Θα έρθεις στην Αθήνα;) "Για ποιο λόγο;" «Σε
αγαπάω".
Για μια στιγμή έμεινα άφωνος. Μια φράση ειπωμένη τόσο σωστά
αλλά και με τόση σιγουριά και τοποθετημένη μετά από την ερώτηση μου για
τον λόγο που ύστερα από δυο χρόνια αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει, ήτανε
άραγε κάποιο λάθος γλωσσικό της Τζελσομίνας ή αυτή ήξερε καλά τι έλεγε;
Αλλά
ήταν η σειρά μου να μι λησω. Και της απάντησα με τόνο φιλικόν και
συνηθισμένον στις συνομιλίες μου μαζί της, "Κι εγώ. σ' αγαπάω Τζελσομίνα
και αγαπάω και τον Δημήτρη και τον Θανάση και την Κλειώ. Όμως μου είναι
δύσκολο να έρθω τώρα." "Πότε ώρα έρχεται;" (Τι ώρα έρχεσαι;)
0
διάλογος συνεχίστηκε με μένα να θέλω να αποφύγω το που τόσο απρόσμενα
βγήκε στη μέση ταξίδι στην Αθήνα χωρίς ένα σκοπό που θα το άξιζε, και με
την Τζελσομίνα να προσπαθεί να μάθει τι ώρα θα πήγαινα και πότε-σήμερα ή
αύριο. Και αφού κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αποφύγω χωρίς να φανώ
ασυγκίνητος από το κάποιο πρόβλημα που η Τζελσομίνα πραγματικά θα είχε
και το οποίο η εκεί παρουσία μου θα της έλυνε, αποφάσισα να πάω στην
Αθήνα. Τουλάχιστον μπόρεσα να το υποσχεθώ για την επόμενη μέρα.
Πηγαίνοντας
προς την Αθήνα έφερνα στη μνήμη μου την Τζελσομίναόπως την γνώρισα στις
επισκέψεις μου στο σπίτι της . Καθιστή όλητην ώρα στον μισοξηλωμένο
καναπέ, με τα χέρια της παλαιστή σταυρωμένα πάνω στη χοντρή κοιλιά της,
με τα πόδια της απλωμένα μπροστά και σταυρωτά, κοιτάζοντας συνέχεια την
τηλεόραση ό,τι κι αν αυτή έδειχνε και με τα παιδιά της να κρέμονται άλλο
από τον λαιμό της, άλλοαπό κάποιο χέρι της και το τρίτο να κάθεται κάτω
δίπλα στα πόδιατης τα οποία αγκάλιαζε και με τα δυο του χέρια όπως
φαντάζομαι θα αγκάλιαζαν τον στύλο ενός ναού οι ικέτες που έβρισκαν
καταφύγιο σ’ αυτόν οι αρχαίοι έλληνες-με τόσην προσμονή και με τόσο
πάθος. Το πρόσωπό τηςείχε πάντοτε μιαν έκφραση αδιάφορη, σαν να ήτανε
μόνη της μέσαστο δωμάτιο, κοιτάζοντας προς εμένα μόνον όταν άνοιγα το
πορτοφόλι μου και απευθυνόμενη σε κάποιο από το παιδιά της όταν ήθελε να
του πει να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση. Μάγουλα χοντρά, στόμα που του
έλειπαν τρία μπροστινά επάνω και δυο κάτω δόντια, μαλλιά μαύρα
κακοχτενισμένα ίσα για να μη της σκεπάζουν τα μάτια και της στερούν την
τηλεθέαση, συμπλήρωναν τηυ εικόνα της φίλης μου.
Είμαι από εκείνους
που υποστηρίζουν πως κάθε γυναίκα έχει κάτι όμορφο, όσο άσχημη κι αν
είναι κατά τα άλλα και πως αυτό το κάτι την κάνει ικανή να γίνει
αξιαγάπητη για κάποιους. Ο καλός Θεός έχει φροντίσει για όλα τα πλάσματά
του.
Από Αγίους Θεοδώρους μέχρι Ασπρόπυργο έψαχνα με τη βοήθεια της
μνήμης μου και της μικρής ικανότητας που έχω για παρατήρηση, να βρω τι
αξιαγάπητο έχει η Τζελσρμίνα, αν έχει, ή μήπως αυτή αποτελεί εξαίρεση
και είναι η μόνη από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει, που τίποτα δεν έχει
που να τραβήξει κάποιον άντρα. .
Και το βρήκα.
Είναι το χαμόγελό της.
Ένα
αθώο, γλυκό, όμορφο θα έλεγα χαμόγελο, παρά το άδειο που στο κέντρο του
αφήνουν τα ελλείποντα δόντια. Όταν η Τζελσομίνα γελάει, τότε εκείνος
που την βλέπει παραμερίζει άθελά του όλα τα άλλα, που για τον καθένα
είναι απωθητικά και πάνω της βλέπει μόνο το χαμόγελο εκείνο. Ναι, όταν η
Τζελσομίνα γελάει τότε όλη είναι αυτό της το γέλιο. Σαν το στόμα της
μισανοίγοντας να καταπίνει κάθε άσχημο ή τέλος πάντων κάθε που οι
άνθρωποι θεωρούν άσχημο, και να μένει μπροστά του μια γλύκα και μια
ακαθόριστη αίσθηση γαλήνης, χαράς , μια εικόνα ευτυχίας θα έλεγα.
Φτάνοντας
στην Αθήνα πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Τζελσομίνας, όπου μια μεγάλη
έκπληξη με περίμενε: το σπίτι ήτανε καθαρό! Άλλοτε τα πάντα βρωμούσαν
εκεί μέσα-πάτωμα γεμάτο αποφάγια, παπούτσια και ρούχα βρώμικα πάνω σε
κρεβάτι και σε καρέκλες, ο καναπές να δείχνει τα μπαμπάκια του κάτω από
το μόλις συγκρατούμενο σε ένα σημείο του ακόμα μαύρο από τη βρώμα
κάλυμμά του, το τραπεζάκι στη μέση του δωματίου που χρησίμευε για
φαγητό, για ακουμπιστήρι διαφόρων ετερόκλητων αντικειμένων και για
άπλωμα πάνω του των πάντοτε βρωμερών και ξυπόλητων ποδιών της
Τζελσομίνας και των παιδιών της να είναι καθαρό με μιαν άσπρη
καθαροπλυμένη πετσέτα πάνω του.
Τώρα όλα ήταν φτωχικά μεν αλλά
πεντακάθαρα-ο καναπές σκεπασμένος μ' ένα πεντακάθαρο άσπρο σεντόνι, το
πάτωμα άδειο από πεταμένα αντικείμενα και σκουπισμένο, τοίχοι πλυμένοι, ο
γιούκος πάνω στο μπαούλο σκεπασμένος κι αυτός μ' ένα πολύχρωμο σεντόνι
και η Τζελσομίνα αντί να έχει τη συνηθισμένη της στάση, τώρα καθόταν
στον καναπέ με τα πόδια μαζεμένα και είχε τα χέρια της πάνω στον καναπέ ακουμπισμένα με την παλάμη να στηρίζεται πάνω του.
Αλλά
η έκπληξη ή πιο μεγάλη ήτανε το ντύσιμο της ίδιας της Τζελσομίνας. Αντί
για ένα βρώμικο παλιό υπόλειμμα φορέματος, τώρα φορούσε μια "τουαλέτα",
που αν και φτηνή και ασουλούπωτη πάνω της, όμως της έδινε την 6ψη
γυναίκας ντυμένης για κάποια σημαντική περίσταση. Κάτω από το φόρεμα το
σκισμένο δεξιά και αριστερά από το ύψος του γόνατου και κάτω σύμφωνα με
τη μόδα, πρόβαλαν τα χοντροκομμένα πόδια της φίλης μου, ένα σταυρωτό
μεγάλο ντεκολτέ άφηνε να μισοφαίνονται τα μεγάλα κρεμάμενα στήθη και
κάτω από το ύφασμα του φορέματος που κάλυπτε τον ώμο ξεπρόβαλαν τα χέρια
παλαιστή. Η κοιλιά φαινόταν λιγότερο μεγάλη απ' ό,τι ήταν, επειδή το
φόρεμα, ίσως διαλεγμένο έτσι για τον λόγο ειδικά αυτόν, έπεφτε φαρδύ
πάνω στο κοντόχοντρο σώμα της Τζελσομίνας.
Αφού χαιρετηθήκαμε όπως
συνήθως με την Τζελσομίνα, ένα παιδί ξεπρόβαλε από την κουζίνα και με
ρώτησε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς ούτε να με χαιρετήσει πρώτα: "σου
αρέσει το καινούργιο φουστάνι;", μου είπε, δείχνοντάς μου προς το μέρος
της μητέρας του. Είπα πως πράγματι ήταν ωραίο, ενώ δεν έκανα καμιά
παρατήρηση για την καθαριότητα του σπιτιού, για να μη προσβάλω την
Τζελσομίνα εννοώντας έτσι πως τις άλλες φορές ήτανε βρώμικο. Ρώτησα αν
συμβαίνει τίποτε και μου τηλεφώνησε, και που δεν μπορούσε ίσως να μου το
πει από τηλεφώνου. Όχι, δεν συνέβαινε τίποτε. Και αμέσως μετά: "Γιώργος
πάει βόλτα μαζί Τζελσομίνα". Είπα ότι ήμουνα κουρασμένος, παρατήρησα
πως είναι τόσο καλά να κάθεται κανείς στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση ή
να συζητάει, μάταιος κόπος.
Βγήκαμε και αμίλητοι-τι να
λέγαμε-προχωρήσαμε μέχρι τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπου τη ρώτησα: "τι
λες; πάμε στον Πειραιά; " Σκέφτηκα πως θα ήτανε κάτι πρωτόγνωρο για την
Τζελσομίνα η μετάβαση στον Πειραιά και πράγματι δεν έκανα λάθος. Τα
μάτια της έλαμψαν και μου είπε πως δεν είχε ξαναπάει στον Πειραιά αν και
άκουγε γι αυτόν από τα παιδιά της που ζητιάνευαν εκεί και από φίλες
της.
Πήγαμε. Φυσούσε ένας διαβολεμένος νοτιάς, που έριχνε
σκουπιδοτενεκέδες σους δρόμους, πέταγε από τα περίπτερα εφημερίδες στο
πεζοδρόμιο, ανέμιζε το φουστάνι της Τζελσομίνας και έκανε τους
καταστηματάρχες να κλείνουνε βιαστικοί πρόωρα τα μαγαζιά τους. Για μένα
όμως ήτανε μια απόλαυση ένας τέτοιος αέρας που χωρίς να με κρυώνει
έστελνε κατεπάνω μου κύματα καθαρού αέρα -καθαρού από σκόνες και
σκουπίδια που ήδη μετά από τόσης ώρας φύσημα είχαν ήδη εξαφανιστεί και
καθαρού από κάθε ανθρώπινο, καθώς η ταχύτητα του αέρα δεν άφηνε να
σταθεί πάνω σου καμία ανθρώπινη, σωματική ή ψυχική, ηθελημένη ή αθέλητη,
υστερόβουλη ή όχι βρωμιά.
Βγαίνοντας από τον σταθμό του ηλεκτρικού
προχωρήσαμε κατά μήκρς της προκυμαίας, προς την κατεύθυνση της εκκλησίας
των Ταζιαρχών. Βαδίζαμε ο ένας πίσω από τον άλλο λόγω της στενότητας
του πεζοδρομίου. Συνήθως εγώ πήγαινα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα
σε περαστικούς και περίπτερα και η Τζελσομίνα ακολουθούσε. Όταν φτάσαμε
στο ύψος της εκκλησίας, όπου είχαμε ελεύθερον χώρο και ενώ περπατούσαμε
δίπλα δίπλα τώρα ξάφνω η Τζελσομίνα πέρασε το χέρι της κάτω από το
αριστερό δικό μου, πιάνοντάς με έτσι "αγκαζέ". Δέχτηκα χωρίς αντίδραση
την χειρονομία αυτή και πια περπατούσαμε έτσι από κει και πέρα. Το χέρι
της μόλις που βάραινε πάνω στο δικό μου, κάτι που μου έκανε εντύπωση
ύστερα από την εμπειρία που είχα από μια κυρία που πιάνοντάς με «αγκαζέ»
απλά έριχνε όλο το βάρος της επάνω μου ώστε να την τραβώ περπατώντας.
Τα
σώματά μας διατηρούσαν την απόσταση τους το ένα από το άλλο και αυτό
βέβαια ήτανε φυσικό, αφού τίποτε δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσά μας που να
δικαιολογούσε ένα πλησίασμα των δυο μας ενώ περπατούσαμε, έξω από την
ανάγκη να μη χώριζαν από τον σημερινόν αέρα δυο παρέα βαδίζοντας
άνθρωποι.
Κατ' αυτό τον τρόπο βαδίζοντας θα πρέπει να κάναμε μιαν,
ελαφρά έστω, κωμική εντύπωση σε όποιον μας παρατηρούσε για λίγο-ένα
αταίριαστο "αγκαζέ". Εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να μην
αντιδρώ σε ό,τι έγινε, κι εκείνη να μην επιτρέπει στον εαυτό της
περισσότερο πλησίασμα, καταλαβαίνοντας ίσως πως δεν είχε ούτε το
"δικαίωμα" για κάτι τέτoιο, αλλά και μη θέλοντας ίσως να διακινδυνέψει
μιαν αντίδραση από μέρους μου που δεν θα ήτανε καλόδεχτη από
αυτήν.Παρολαυτά, καθώς με κρατούσε, δυο τρεις φορές τα δάχτυλά της
σύρθηκαν χαϊδευτικά πάνω στον πήχυ μου, μόλις ακουμπώντας επάνω στο
δέρμα μου μια ή δυο φορές σε κάθε τους απόπειρα.Δεν μπόρεσα να μη
θαυμάσω την λεπτότητα του χειρισμού αυτού τουαγγίγματος και αυτού του
χαδιού, καθώς ήταν τέτοιος που μπορούσε κανείς να το θεωρήσει είτε σαν
μια εκδήλωση κάποιου κρυφού αισθήματος, όπως φαινόταν ότι και είναι,
αλλά όμως και σαν μια τυχαία η ασυναίσθητη κίνηση χωρίς καμία άλλη
σημασία, πλην ίσωςτης πιθανότητας χαρακτηρισμού του ατόμου που την έκανε
σαν απρόσεχτου ή αγενούς. Ήταν μάλλον ένα σήμα που ήθελε να δώσει το
έναυσμα μιας παρόμοιας απάντησης, με σκοπό να δημιουργηθείανάμεσα στους
εμπλεκόμενους στο παιχνίδι αυτό περισσότερο θάρρος για τολμηρότερες κάθε
φορά ενέργειες, στην περίπτωση που και τα δυο μέρη θα το επιθυμούσαν.
Μια
πίτσα από το γειτονικό "Έβερεστ" αντικατάστησε το γεύμα που συνήθως
είναι η κατάληξη μια τέτοιας εξόδου σε άλλες περιπτώσεις.Μετά πήγαμε
στον ηλεκτρικό και φύγαμε για το σπίτι.
Ταιριάζοντας τώρα το
τηλεφωνικό "σε αγαπάω" με όλα όσα είχαν γίνει αφότου πήγα στο σπίτι της
Τζελσομίνας κατάληξα στο συμπέρασμα πως κάποια χορδή είχε δονηθεί μέσα
στο ογκώδες και άσχημο αυτό σώμα και μάλιστα στο μέρος εκείνο όπου λένε
πως εδράζεται η λεγόμενη Ψυχή.Δεν είμαι ψυχολόγος ώστε να μπορώ να πω
περισσότερα, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι πριν έρθω στην Αθήνα μου
πέρασε από το μυαλό η πονήρη σκέψη πως ίσως το "σε αγαπάω" να ήταν μια
κίνηση από κείνες-που όμως η Τζελσομίνα δεν με είχε συνηθίσει σ'
αυτές-που γίνονται με σκοπόιδιοτελή, στην περίπτωσή μου δηλαδή στην
απόσπαση περισσότερωνχρημάτων.
Τώρα όμως η σκέψη αυτή είχε
παραμεριστεί και έμενε ανίσχυρη μπροστά στα καινούργια στοιχεία που η
βόλτα καθώς και η κατάσταση της καθαριότητας του σπιτιού είχαν φέρει στο
φως.Αλλά τη χαριστική βολή σε όποιαν τέτοιου είδους πονηρή σκέψη, έδωσε
η άρνηση της Τζελσομίνας να πάρει λεφτά, τη στιγμή που μέχρι τότε αυτή
ήταν η μόνη σχέση μας και η μόνη αιτία όποιας συνάντησής μας:Όταν έβγαλα
το πορτοφόλι μου, αρχίζοντας να δικαιολογώ την πράξη μου αυτή
σχετίζοντάς την με την ένδυση των παιδιών για τον χειμώνα που ερχόταν
και αιτιολογώντας την σαν ένα δώρο από μένα προς αυτά και πριν ακόμα
βγάλω από το πορτοφόλι τα λεφτά, η Τζελσομίνα μού είπε αποφασιστικά,
ήρεμα και παραπονεμένα: «Δε θέλω λεφτά!»
Τρίτη 4 Αυγούστου 2026
ΓΕΝΙΚΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΣΑΜΑΡΙΚΉ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ
δημοκρατία
σαμαρική:
από αθλία
έως κακή.
αβέρτα φόροι
μιστοί κομμένοι
θλιμμένο αγόρι
κόρη κλαμένη.
φαί απ’ τους κάδους
των σκουπιδιών
μαζί με γάτους
κεραμιδιών.
στου ηλιού το γέρμα
τα σπίτια κλείνουν
συντάξεις τέρμα
οι γέροι σβήνουν.
η εργασία
εύρημα σπάνιο
χάλια υγεία
κρασί βιδάνιο.
Το μαγαζάκι
βάζει λουκέτο
το καφεδάκι
λαφρύ και σκέτο.
Δημοκρατία
σαμαρική:
παιδιού ευτυχία
αναιμική.
Κανένα πιόμα
μόνο νερό-
κι αυτό κομμένο
με τον καιρό.
Και δίχως χρήμα
χειροπιαστό
κι ο έρως-κρίμα!
έχει ρεπό.
Η Ελλάς πωλείται!
ξένοι κοπιάστε!
μη μας αργείτε!
ιδού! αγοράστε!
δρόμοι ορίστε!
να αεροδρόμια!
για μας αφήστε
τα πεζοδρόμια
δημοκρατία
σαμαρική-
κι η δυστυχία
λες δανεική…
ΤΟ ΡΈΜΑ
(στον Βενιζέλο)
Τον κόλο σου στο μάρμαρο
χοντρέ να τον χτυπάς
ένα είναι πλέον ή σίγουρο-
πως μέρες πια μετράς.
Κι ενώ τα κλεψιμέικα
βαθιά στην τσέπη χώνεις,
όμως συντάξεις και μιστούς
αλήταρε, παγώνεις.
Και με τις στάλες απ’ του λαού
τον ίδρωτα και το αίμα
ένα φρικώδες κι άθλιο
φτιάχνοντας άγριο ρέμα,
το στέλνεις μες στη θάλασσα
των φίλων σου κλεφτών
ώστε να γίνεις κάποτε
πρωθυπουργός δι αυτών.
Μα πρόσεξε το ρέμα μη
στη δίκαιη οργή του
πάρει και σε και τ’ άτιμα
τα πλούτη σου μαζί του.
Τρίτη, 1 Μαΐου 2018
ΑΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗΝ ΜΑΪΟΥ
Οι εφημερίδες
Δεν ντρέπονται οι άθλιοι πολίται της Τουρκίας
να παρεκτρέπονται ενώ ευρίσκονται εις πορείας
και πλάκας να πετάγωσιν εκ των πεζοδρομίων
ως χαμινόπαις τις πετά δέσμην εκ χαλικίων;..
Ακούς εκεί να βάλουσιν κατά των πολισμάνων
ωσεί οι πρώτοι αυστραλοί εποίουν κατά τασμάνων…
Πολίται να τα βάζουσιν κατά της πολιτείας!
Τι άλλο τα μάτια μας θα δουν αυτάς τα δεκαετίας...
Ενώ οι έλληνες, εδώ, εις τας κλεινάς Αθήνας,
διαδηλούν μιμούμενοι γυναίκας αρσακίνας.
Ήγουν με τάξιν και σειράν και σεβασμόν μεγάλον-
πλείονα εκείνου που ο Ντε Γκωλ έχαιρε υπό των γάλλων.
Ούτε βομβίδια ούτε καν αθώα βαρελότα!
Ελθέτε να θητεύσητε εις τας Αθήνας πρώτα
και ύστερον διοργανώνετε πορείες και βολτούλες,
ίνα μη, μεταπορειακώς, κλαίουν δι υμάς μανούλες.
Εξάλλου εξεχάσατε πως είστε δημοκράται
και δεν αρμόζει με βαριάς και σφύρας να βαράτε
παρά να υποτάσσεσθε στα κοινοβούλιά σας
και ας βαράει ταμπουρά η πάμβροτος κοιλιά σας;
Θέλει θυσίας εξ υμών και όχι εκ των βουλευτών
(το εικοσιένα μοναχά ήθελεν εκ κλεπτών)
και, ή ερντογκείς, ή τσιπρικοί την εξουσίαν έχουσιν,
την αδημοκρατίαν πολύ-αλί-δεν την αντέχουσιν,
και μέτρα θέτουσιν, ποινάς και φόρους καθιερώνουσιν
ου μην αλλά και χρυσαυγούς πολίτας μέσα χώνουσιν
υπείκοντες εις τον βαρύν που έδωσαν τον όρκον
κάθε ανυπάκουον να τσιμπούν ή έστω και μόνον ζόρ’κον.
Αλλιώς πιστεύστε τούρκοι μου και υμείς ελλάς θα γίνετε
που κλέψε κλέψε γέμισε ο κουβάς και πλέον χύνεται.
Ύστερον δέτε, ημπορεί κυβέρνησις να ζήσει
αν απεργεί ο κάθε εις που η δουλειά του κλείσει;
Ουχί. Θα πρέπει μόνο αυτός άσιτος να την βγάζει
αντί εις πλατείας ή εις οδούς ή εις ρύμας να φωνάζει.
Καθίστε ώ τούρκοι ήσυχοι γιατί η ανησυχία
φέρνει-ως παρά τρίχα εδώ-πτώχευσιν απαισία.
Και τι; Υμείς θ’ αντέχατε μισθών ημικοπίαν
ή να ευρίσκετε τυφλούς με οράσεως υγείαν
ή από κει που είχατε οντά να κοιμηθείτε
ξάφνω εις δρόμους ασκεπείς, νήστεις να βολευθείτε;
Αν αληθώς εβούλεσθο τοιαύτα και σεις να ζήσετε
εις τας οδούς σας έβγετε και, φίλοι, εκτροπήσετε-
μα να μη λέτε ύστερον (όχι αυτό της γέννας)
πως δεν σας ειδοποίησε περί αυτού κανένας.
Διότι εγώ ορμώμενος φιλίως απ’ εδωνά
της έμφρονος προλήψεως κρούω τον κώδωνα.
Αφήστε τας πορείας σας κι υποταγήν τολμήστε
αν θέλετε ήσυχην ζωήν και ευτυχή να ζήστε.
Και μη ακούσω δι ημάς πάλιν ότι πορεύεσθε,
κι ας μη ελλείψει σίτισης ουδόλως πλέον ρεύεσθε.
Ν’ ακούω θέλω υποταγήν και χάσιν πορειών
ώσπου να έβγει και αυτός ο δύστηνος αιών.
Και αν εις τον επόμενον οι τσίπρες θα εκλείψουν,
καλώς. Μα αν κι άλλοι ως αυτός στη ζήση σας ενσκήψουν,
υπομονή! Πάλιν αυτό πορειών δεν ειν’ αιτία:
ακολουθεί-σκεφθείτε το-Τετάρτη χιλιετία.
Κι αν δεν αρμόζουσιν αυτά στα παρ’ υμίν ειωθότα,
…ελθέτε να θητεύσητε εις τας αθήνας πρώτα!
«Ο Βενιζέλος πήρε στο σπίτι του το στικάκι με τη τη λίστα Λαγκάρντ.»
Εγώ πήρα στο σπίτι μου τα έγγραφα του κράτους
Ώστε κανείς να μη τα βρει από τους επαράτους
Τους κλέπτας και τους άρπαγας απόρρητων εγγράφων
Που για να τα ’χουν θα ’φταναν να μπούν ως και στον τάφον.
Πόσαι κλοπαί την σήμερον ημέραν δεν διαπράττονται
Από αυτούς που, οι άθλιοι, κάθε ευκαιρίας δράττονται
Βιαίως δια να εισέλθωσιν εις όσα καταστήματα
Πωλούν χρυσά και αργυρά πανάκριβα κοσμήματα…
Πόσοι εμβαίνουν εις Σχολάς και πόσοι εις υπουργεία
Κι αφού τα καταλάβωσιν, πλέον με ευκολίαν
Κλέπτουν απόρρητα έγγραφα, και μυστικούς φακέλους…
Και δια το κράτος μας, αυτό, δεν ειν’ η αρχή του τέλους;
Θ’ αφήσω στο γραφείον μου τα έγγραφα τ’ απόρρητα
Τα τόσον εμπιστευτικά-κι άκρως ακριβοθώρητα
Δια να μη πει ο Σύριζα ότι δεν δρω υπευθύνως;
Τα ίδια αν ήταν υπουργός θα έκαμνε κι εκείνος!
Και «εύγε» θα του έλεγον και δε θα τον εμάλωνα
Ούτε αυτόν ούτε υπουργόν όποιον θα το ’καμνε άλλονα.
Εξάλλου εις την οικίαν μου έχω ένα κύνα άγριον
Προσφάτως που ηγόρασα δίνοντας ένα Λαύριον
Κι εις άγνωστον ουδένα αυτός είσοδον επιτρέπει
Καθώς ως δίκης οφθαλμός τα πανθ’ ορά και βλέπει.
(Και αν αυτήν την τακτικήν συνέχιζεν ο Σύριζα
Θα ηγόρευον εις την Βουλήν κι ευθέως θα υπεστήριζα
Εις την Βουλήν τον κύνα μου να φέρωμεν ως Κέρβερον
Και, πλην Δεξιών, εκ της Βουλής να διώκει πάντα έτερον).
Κι αν γίνει ο μη γένοιτο καμία επανάστασις
Εξ όσων ονειρεύεται η Αριστερά κατάστασις,
Τις έτερος θα εφύλαττε καλλίτερον εμού
Την κρατικήν ασφάλειαν και την τιμήν ομού,
Αφού στην πόρτα του σπιτιού το σώμα μου θα εσφήνωνα
Κι από εγγράφων της κλοπήν την χώραν μου θα εγλίτωνα;
Και ας μη τις ισχυριστεί–ως έγινεν εσχάτως
Ότι-οποία ασέβεια!-δεν είμαι εγώ το κράτος:
Τι; Ο Λουδοβίκος δέκατος τέταρτος της Γαλλίας
(χώρας που την πατρίδα μας τιμά μετά φιλίας)
Ήτο παχύτερος εμού όταν ρητώς εδήλωνεν
Ότι το κράτος ήτο αυτός-κι ανέτως το εδήωνεν;
Και έτη περισσότερα μετρώ εγώ αισίως
Που θώκους κυβερνητικούς κατέχω επαξίως-
Κράτος λοιπόν δεν είμαι εγώ; κι αν όχι τις θα ήτο;
Ο Τσίπρας το αμούστακο; Ο Παπανδρέου το βλήτο;
Κι αφού το κράτος είμαι εγώ, δεν δύναμαι κοντά μου
Έγγραφα να ’χω κρατικά, τουτέστιν ιδικά μου;
Και χρήμα τις θα ηδύνατο να ισχυριζόταν ίσως
Ότι κατέχει, ως εγώ, όσον κατείχε ο Κροίσος;
(Κι ότι το χρήμα σήμερον τον κόσμον κυβερνά
Το ξεύρουν άπαντες–ας μη κι εγώ το πω ξανά).
Δι αυτό σας λέγω πως μπορώ να έχω επιτέλους
Όχι έγγραφα στο σπίτι μου, μα ολόκληρους φακέλους.
Κι ακόμα, ας είπω και αυτό: να ’στε προετοιμασμένοι,
Διότι η Ελλάς δεν δύναται άλλο να περιμένει.
Δυο δισεκατομμύρια έχω περιουσία.
Δεν αγοράζει λέτε αυτό μια πρωθυπουργία;
Άνθρωπος όστις ως εγώ κατέχει τόσο χρήμα
Πρωθυπουργός δεν δύναται να γίνει παραχρήμα;
Λοιπόν μη πάλιν σας ιδώ να λέτε κουταμάρες
Γιατί αν ντόρτια έχετε σεις, εγώ έχω εξάρες…
ΒΡΕ!
(Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022
Βρε τ’ ήτανε ο πόλεμος
ετούτος που μας βρήκε!
Και τι ζημιές μας έκανε
Κι ακόμα θα μας κάνει…
Ογδόντα χρόνια ύστερα
που είχαμε ξεχάσει
Τ’ είναι ντουφέκι, τ΄ είναι τανκς
Τ’ είναι πολιορκίες,
Ξάφνου αρχίσαν γύρω μας
να πέφτουνε οβίδες.
Βρε τι κακό που γίνεται
Πέρα στην Ουκρανία!
Τι «πέρα» λέω-στη γειτονιά,
Δίπλα μας-στην Ευρώπη.
Πάει η παγκοσμιοποίηση,
Πάει και η Ενέργεια,
Τα σιτηρά κιωθήκανε,
Το ηλιέλαιο εχάθη,
Κι οι ρώσοι και οι ουκρανοί
Αλληλοντουφεκιώνται.
Πώς ξαφνικά μας πρόκυψε
Αυτό το νταβαντούρι;
Πώς απ΄ τη μια στην άλληνε
αυτό μας έχει γίνει;
Η λογική εχάθηκε,
Πάει και το εμπόριο,
Λιγνίτες πάλι καίγονται,
το όζον πανηγυρίζει,
και όλοι χάνουν και κανείς
δε μοιάζει να κερδίζει.
Να πεις ότι δεν ήξερε
Το ΝΑΤΟ τι θα γίνει
Κι ότι ο θείος δεν είχε Σαμ
Τάχα πληροφορία
Για το κακό που ερχότανε…
Οι μυστικοί οι πράκτορες
Δεν ξέραν πως ο Πούτιν
Για πόλεμο ετοιμάζονταν;`-
Αυτοί που ξέρουν τώρα δα
Ένα κουμπί αν πατήσουνε,
Ότι εγώ σκυμμένος
Απάνου στον κομπιούτερ μου
Στις δυο η ώρα νύχτα
Τους στίχους γράφω ετούτους δω-
Δεν ξέραν πως ο Πούτιν
Για πόλεμο ετοιμάζονταν;
Και τάχα δε σκεφτήκανε
Πως έτσι που κλεισμένον
Από παντού τον είχανε
Εκείνος θ’ αντιδρούσε;
Ή μη δεν είχαν τάχα δει
Τι έκανε στην Κριμαία,
Και στη Γεωργία λίγο πριν;
Θαρρούσαν πως θα κλείσουνε
Όλες του τις διεξόδους
Και θα τον αποκόβανε
Τελείως απ’ την Ευρώπη
Χωρίς αντίδραση απ’ αυτόν;
Κι έναν εβάλαν ηθοποιό
Να παίξει στο έργο «ΝΑΤΟ»,
Ενώ υπόσχεση είχανε
Δοσμένη στη Ρωσία
Ότι ποτέ δε θα ’μπαινε
Στο ΝΑΤΟ η Ουκρανία.
Κι ο ηθοποιός δε σκέφτηκε
Το δόλωμα πως ήταν
Ώστε να μην υποδυθεί
Του θύματος το ρόλο;
Και τώρα πάει και ζητάει
Και περκαλεί γα όπλα.
Και ήρωα τώρα τον λεν.
Δε λέω. Μπορεί και να ’ναι.
Μα όλα αυτά θα μπόρειγε
Να τα ’χε αποφύγει
Πρόεδρος αν δεν δέχοντταν
Να γίνει, ή, πρόεδρος όντας
Σε ΝΑΤΟ κι ΗΠΑ αν έλεγε
«Συγνώμη φιλαράκια,
Αλλά τη χώρα μου εγώ
Δε βάζω σε μπελάδες.
Αν θέλετε ΝΑΤΟϊκή
να γίνει η Ουκρανία,
βάλτε άλλονε στη θέση μου-
Εγώ δεν θα το κάνω».
Αλλά εδέχτηκε κι αυτός
να παίξει στο παιχνίδι.
Και θα μου πείτε: όλα αυτά
Πάει, είναι γινωμένα.
Αλλά κι ο Πούτιν θα ’πρεπε
Τον πόλεμο ν’ αρχίσει;
Μα στην ερώτηση αυτή
Απάντηση να δώσω
Δεν το μπορώ. Όποιος μπορεί,
Σ’ αυτό ας απαντήσει.
Το θέμα είναι όμως πια
Πως υποφέρουμε όλοι.
Η Ουκρανία πρώτη μαθές
Που ρημαδιό έχει γίνει,
Η Ευρώπη που επιάστηκε
Σε ύπνο Σουλπικίου,
Αλλά κι οι ΗΠΑ. Εκτός και αν
Σχέδιο δικό τους ήταν
Όσα ως τώρα έγιναν.
Γιατί απ’ τον πόλεμο, αυτή
Μόνο είναι που κερδίζει
Απ’’ όσα ως τώρα έγιναν.
Το θέμα είναι με όλα αυτά
Ότι αλλάζει ο Κόσμος.
Κάτι καινούργιο έρχεται.
Κι ας ευχηθούμε μόνον
Να μην είναι χειρότερο
Απ’ ό.τι τώρα είναι.
ΚΆΛΑΝΤΑ ΧΡΙΣΤ. 2012
Καλήν ημέραν άρχοντες
Κι αν είναι ορισμός σας
Λίγα απ’ τα μαύρα χάλια σας
Να πω στο φτωχικό σας.
Καλή σου μέρα Σαμαρά
Που ενώ σαμάρια φκιάνεις
Εσύ καλάμι καβαλάς
Και τρέχεις και δε φτάνεις.
Που τα συντρίμμια που άφησαν
Όσοι λουφάζουν τώρα
Τ’ αποσυντρίβεις λέγοντας:
«θα σώσω εγώ τη χώρα!»
Μα να ‘σαι πρώτος υπουργός
Είναι δουλειά ευθύνης-
Δεν είναι κόψιμο μιστών
Και γλείψιμο όπου φτύνεις.
Τότε κι εξάχρονο παιδί
Να ’κοβε θα μπορούσε
Και για ευρωπαίος πρωθυπουργός
Κατόπι θα περνούσε…
Γεια σου και Βενιζέλαρε
Με τη χοντρή κοιλιά σου,
Τα δισεκατομμύρια σου
Και την ξετσιπωσιά σου.
Που ενώ τη χώρα έφερες
Στο που έχει τώρα χάλι
Με γαϊδουριά απροσμέτρητη
Εσύ παρλάρεις πάλι.
Γεια σου και Κουβελάκο μου-
Όσο πιο αίμα πίνεις
Πιο γρήγορα και Πρόεδρος-
Τρομάρα σου- θα γίνεις.
Και συ λαέ κοιμήσου μου.
Μην κάνεις κανα αστείο
Και σηκωθείς… Καλά είσ’ εκεί-
Και κάνει κι ένα κρύο…
Γεια σου κι Ελλάδα που ποτέ
Βεβαίως δε θα πεθάνεις:
Αφού είσαι χώμα και βουνό
Τι θάνατο να κάνεις;..
Άσε. Πεθαίνουμε εμείς.
Με την που έχεις λόξα
Εσύ λίγο ξαπόστασε
Και τράβα για (ποια;) δόξα.
Γεια σου και Πείνα που εσύ
Κάνεις κουμάντο τώρα
Και πέρα ως πέρα κυβερνάς
Την άθλια ετούτη χώρα.
Μάρτης 2013
ΣΑΜΑΡΆΣ ΕΝ ΤΟΥΡΚΊΑ
Εγώ που λέτε φίλτατε συνάδελφε Ερντογκάν
από μια χώρα έρχομαι που οι κάτοικοι βογγάν.
Και θεωρούν υπαίτιον του βόγγου τους εμένα.
Γι αυτό τους δρόμους πήρα εγώ και τρέχω εις τα ξένα
μήπως και λίγα χρήματα μαζί μου φέρω πίσω
και με αυτά κατόρθωνα να τους παρηγορήσω.
Θα έσκυβα να φίλαγα το δεξιό σας χέρι
αν τα Μου Μου Ε δεν μου ’στηναν όπου βρεθώ καρτέρι
και αν δεν καταγράφανε όποια κι αν κάνω κίνηση.
Μα θέλω να πιστέψετε μεγάλη έχω συγκίνηση
να βρίσκομαι στη χώρα σας την τόσο ισχυρή
που οχτώ φορές περσότερους πολίτες αριθμεί.
Και για να μην μακρηγορώ και λέω και δε φτάνω-
στη θάλασσα του Μαρμαρά τ’ ορκίζομαι επάνω-
με συντομία όση μπορώ θα σας απασχολήσω
ζητώντας σας ό,τι έχω ερθεί εδώ να σας ζητήσω.
Φίλτατε κύριε Ερντογκάν γνωρίζετε καλώς
ότι η μόνη που έχουμε βαριά βιομηχανία
είναι για μας ο τουρισμός. Και ιδού με λέξη μία
τι να ζητήσω από σας ποθώ διακαώς.
Στείλτε τουρίστες φίλτατε εις την πτωχήν Ελλάδα,
την χώρα που ολοχρονίς ανθεί η περικοκλάδα.
Στείλτε τους και σας βεβαιώ ότι καλώς γνωρίζουμε
παπούτσια και ενδύματα εμείς να καθαρίζουμε,
ότι μαγείρους έχουμε όπως κι εσείς καλούς
αρίστους έχουμε οδηγούς και ωραίας ξεναγούς,
λαδάκι άγουρο έχουμε και στουμπιστάς ελαίας.
Ως για υποκλίσεις ξεύρετε πως κάνουμε εδαφιαίας.
Στείλτε λοιπόν πολίτας σας εις την μικρή Ελλαδίτσα
κι ας μη μαζί κρατούν πολλά. Μία αρκεί βαλίτσα-
θα βρουν σε μας ό,τι απαιτεί η όποια των διαμονή-
ρωτήστε όσους ήρθανε, καθείς τους συμφωνεί.
Βέβαια έχουμε πολλά κι άλλα να συζητήσουμε,
μα σ’ όλα είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσουμε.
Κι αυτά ταχέως θα τα πω μη κι ίσως σας κουράσω
ώσπου στο τέλος του μακρού κατάλογου να φτάσω.
Αίφνης για το πετρέλαιο που εβρέθη στο Αιγαίο-
αυτό δεν είναι πια κρυφό και ούτε είναι και νέο-,
το θέμα είναι πώς αυτό μαζί θα το μοιράσωμεν
ίνα μη εις πόλεμον τινά οι δύο μας να φθάσωμεν
γιατί ογδόντα είσαστε σεις,
δέκα μονάχα είμαστ’ εμείς
καταλαβαίνει ο καθείς η νίκη πού θα κλίνει
και ποιος στο τέλος άπατρις κι ανέστιος θ’ απομείνει.
Όχι που τώρα έχουμε πατρίδα δηλαδή-
κι αυτό το ξέρει σίγουρα κι ένα μικρό παιδί-
όμως εμείς τον ευρωπαίο φέραμε που την άρπαξε
και μέσα της σαν τον πασά εμπήκε και την άραξε.
Και άντε τώρα διώχτονε. Γι αυτό κι αν πολεμήσετε,
όχι εμάς, μα τη φραγκιά θα πρέπει να νικήσετε.
Τέλος, να μην πολυλογώ κι από το θέμα βγαίνω,
για το πετρέλαιο έλεγα, που πήγε το σκασμένο
και στην Ελλάδα βρέθηκε-μέγας για μας μπελάς,
γιατί καλά γνωρίζετε πως η πτωχή Ελλάς
ν’ αγωνισθεί δεν δύναται για να το διεκδικήσει
και ή θα το πάρετε εσείς, ή θα το πάρει η Δύση.
Και όπως τότε, επί Μουράτ... στην Άλωση… θυμόσαστε…
που απέξω από την Ισταμπούλ τρώγατε και κοιμόσαστε,
ώσπου αποφασίσαμε και κλίνη σας εδώσαμε
και τους αχρείους Δυτικούς απέξω τους κλειδώσαμε,
έτσι και τώρα μέγιστε της χώρας σας αυθέντα,
εσείς θα προτιμούσαμε να πετρελαιωθείτε
κι όχι αυτοί-Μη! Σιωπή! Δε θέλω ούτε κουβέντα!-
το ξαναλέω: θέλουμε εσείς να καρπωθείτε
τα οφέλη που ο μαύρος μας χρυσός μαζί του φέρνει:
προς σας, ναι! φίλτατε Ρετζέπ η ζυγαριά μας γέρνει.
Κι αν θέλετε αφήνετε λίγο όιλ σε μας κει πέρα
ώστε ν’ ανάβουμε κι εμείς καμιά παλιο-γκαζιέρα
ή λάμπα μία να ’χουμε απ’ αυτές του πετρελαίου
για μη ζούμε σε καιρούς περιόδου Αχελλαίου.
Βλέπετε πόσον είμαι εγώ καλός Ρετζέπ μαζί σας
αγνοών τας κρώζουσας οικτρώς εις την πατρίδα κίσσας
που τίποτα δε θα ’πρεπε, λένε, να σας χαρίσω
και πως μονάχα φέρνοντας πρέπει να πάω πίσω.
Γι αυτό σας λέω στείλετε τουρίστας στην Ελλάδα
κι ελάτε κάτω εκεί και σεις μια μέρα με λιακάδα.
Για τα νησιά μας μου είπανε κάτι να σας ειπώ
μα δεν θυμούμαι ακριβώς τι ήτανε αυτό.
Αλλ’ όσον αφορά εμέ πάρτε κανα νησάκι
για να δροσίζεστε κι εσείς μες στο καλοκαιράκι.
Τη Χίο πάρτε αν θέλετε, ή ίσως τη Μυτιλήνη
ή όποιο άλλο έχετε στο μάτι-τι να γίνει,
αφού μικροί είμαστ’ εμείς και σεις μεγάλοι είστε
μπορείτε σ’ όποιο θέλετε νησί να κατοικείστε.
Μόνο την Αίγινα να μη πάτε να καταλάβετε
γιατί φωτιές στη χώρα μου θα είναι σαν ν’ ανάβετε
μιας και φυστίκι φύεται εκεί
που αρέσει σ’ όλους πανοικεί.
Ως για τ’ αεροπλάνα σας, πετάτε πάνωθέ μας!
αυτό δεν μας ενόχλησε λόγω τιμής ποτέ μας.
Μόνο να μη μας έρχεστε τις ώρες ησυχίας
γιατί τον ύπνο θέλουμε πολύ της μεσημβρίας.
Τώρα τη Χάλκη είτε ανοιχτή είτε κλειστή κρατείτε,
καρφάκι δεν μου καίγεται και να με συγχωρείτε,
αλλά ο έλλην προ πολλού έχει αλλαξοπιστήσει
κι ανταλλακτήρια αντί ναών, χρημάτων έχει στήσει
και δεν ευαγγελίζεται
μα μόνο χρηματίζεται.
Και επειδή για σίριαλς καλά κάνουμε αμάν,
αν κι άλλο κάτι βγάλετε σαν τον Σουλειμάν
παρακαλούμε στείλτε το για να το απολαύσουμε.
Κι αν από τη συγκίνηση που δίνει λίγο κλάψουμε,
καλλίτερα το κλάμα αυτό από το να κλαιγόμαστε
πως ένα σίριαλ καλό δικό μας δεν χαιρόμαστε.
Και κείνη η Κάλφα η Νιγκιάρ τι μούτρο είναι αλήθεια!
Σε χίλιων μιας μόνο νυκτών φυτρώνει παραμύθια.
Αμ κείνος ο Σουλειμάν μ’ αυτό το λάγνο βλέμμα
που μου παγώνει σαν τον δω το ελληνικό μου αίμα…
Κι αν τη Χουρέμ για μια νυχτιά μου στείλτε στην Αθήνα,
τότε κουβέντα δε θα πω κι ας μπείτε στη Ραφήνα.
Κι αν δείτε εκεί κάποιον χοντρό που συνεχώς θα τρώει-
δείγμα καλό από φαγανό ότι κρατάει σόι-
κι αν τον ακούστε «πρόκεται» αντί «πρόκειται» να πει
μαζί σας πάρτε τον. Πολύ στη μύτη μου έχει μπει
για όσα ένας μου υπουργός για κείνον έχει πει.
Ως για την Κύπρο-εννοώ τη Νότια-όσο να ’ναι,
την αγαπώ γιατί κι εκεί ελληνικά μιλάνε,
μα για μια γλώσσα τώρα ας μη φίλτατε τα χαλάσουμε
γουίν-γουίν, καζάν-καζάν, νέο ένα ντιλ ας φκιάσουμε
γα να χουνε ειρήνη
όπως εμείς κι εκείνοι.
Και, δέστε, δεν το είπατε, όμως σας προλαμβάνω,
και κείνη την απόμερη τη Θράκη εκεί πάνω-
όλοι δικοί σας ειν’ εκεί. Γιατί δεν τηνε παίρνετε
και στο αφράτο χώμα της λαχανικά να σπέρνετε;
Μόνο κανένα σκόρδο εδώ στους έλληνες να στέλνετε
γιατί μας στέλνει το Ζαίρ –αν τον Αλλάχ σας έχετε…
Άλλο δεν έχω να σας πω αγαπητέ Ερντογκάν μου
και θέλω για όσα είπαμε κι εσείς κι εγώ εδώ χάμου,
να δώσω μιαν εξήγηση, γιατί πολύ φοβούμαι
πως όλα σας τα έδωσα αζήτητα θα πούνε.
Να πώς το βλέπω ακριβώς φίλε Ταγίπ το πράγμα:
Τ’ ειν’ η Ελλάς; Ένα μικρό κάποιου ηφαιστείου μάγμα
που πέτρωσε κι απόγινε μία μικρή πατρίδα.
Όμως πατρίδα σαν αυτή πρώτη φορά μου είδα.
Όπλα δεν έχει ούτε στρατό, πολιτικούς το ίδιο,
Παιδεία Υγεία τίποτα-δεν είναι καν κρατίδιο.
Και με την κρίση που έπεσε πάνω της σαν θηρίο
χρόνια πια δεν της μένουνε να ζήσει ούτε δύο.
Γι αυτό ελάτε φίλε μου προτού τα κακαρώσει
και στο μηδέν την ταπεινή ύπαρξή της παραδώσει,
και πάρτε την και κάντε την νομό ένα της Τουρκίας,
αυτό που ήταν δηλαδή επί τουρκοκρατίας…
Βλέπετε, γνώριμοι είμαστε σε σας κι εσεις σε μας-
ορίστε: γιουναιντίν, καρτάλ, ατζέμ πιλάφ, ντολμάς…
Ελάτε. Ελαφρύτεροι οι φόροι που θα βάλετε
κι όχι σκληρά όπως εμάς τα μέτρα που θα πάρετε.
Γεια σας λοιπόν φίλε καλέ και πολυχρονεμένε
και πάντα να ’σαστε καλά οι έλληνες όπως λένε.
Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026
ΣΙΛΕΣΙΟΣ
(Angelus Silesius, 1624 − 9 Ιουλίου 1677): ήταν Γερμανός ιερέας, ιατρός και μυστικιστής ποιητής)
Αυτός που όλα τα κρατεί, έπρεπε στην αγκάλη
μίας μικρής να κρατηθεί αβρόχερης κοπέλας.
*
Διπλά ειν’ οι άγγελοι ευτυχισμένοι
όταν μπορέσουνε να δουν μιαν άκρη
μονάχα, του χιτώνα του θεού τους.
*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου
αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.
*
Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.
*
Μέσα μου ο θεός φωτιά. Μέσα του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;
*
Γιατί μας έπλασες θεέ μου θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι ας μην μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και για μας το "ευχαριστώ".
*
Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να φτάσεις.
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
*
Ο Θεός πάντα δουλεύει.
Τη δουλειά Του αν δεν βλέπεις
φταις εσύ κι όχι Εκείνος.
*
Η αιωνιότητα για μας αδιαπραγμάτευτη είναι.
Θέλουμε ή δε θέλουμε θα υπάρχουμε αιώνια.
*
-Γιατί ο Θεός μας έπλασε όπως τον εαυτό Του;
Είναι απλό: γιατί άλληνε δεν είχεν εμπειρία.
*
Ο Θεός ό,τι είμαι γίνεται
Γιατ’ ήμουν πριν ό,τι είναι.
*
Τί ωραιότερο για ’με
από το να ’ναι ο θεός
μαζί μου ερωτευμένος;
*
Τι ’ταν στον τόπο αυτόν προτού
ο Θεός τον κόσμο πλάσει;
Τότε ο ίδιος ο Θεός
αυτός ο τόπος ήταν.
*
Για το θεό δεν ξέρουμε τίποτε απολύτως.
Κι ό,τι γι Αυτόν δεν ξέρουμε να γίνουμε και πρέπει.
*
Αν νομίζεις ο θεός πως δεν ειν’ όλα
και γυρεύεις κάτι έξω απ’ Αυτόν
τότε φίλε μου από χέρι έχεις χαμένα
και τον ίδιο το θεό κι όλα για πάντα.
-----
ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ
Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη.
Για τετρακόσα χρόνια, δηλαδή για δεκάξη γενιές ήμασταν κάτω από τους τούρκους.
Δεν είχαμε κράτος, μόνον είχαμε κοτζαμπάσηδες, δηλαδή υπαλλήλους των τούρκων για να μας κυβερνάνε. Εκείνοι είχαν τους δικούς τους ανθρώπους και όλοι αυτοί καλοπερνούσαν κάτω από την προστασία του τούρκου αφέντη, στον οποίο και έδιναν αναφορά.
Πριν από τα τετρακόσα χρόνια είχαμε διάφορους αφέντες και είχαμε μάθει ότι όποιος και να είναι το αφεντικό, εμείς θα επιβιώναμε μόνον όταν υπακούαμε τυφλά σ’ αυτόν.. Αυτό για πολλούς αιώνες, με πρώτα μας αφεντικά τους Μακεδόνες.
Κράτος με τη σημερινή σημασία του όρου, έχουμε από διακόσα χρόνια πριν. Ο προ-προπάππος μου γεννήθηκε λίγο πριν την επανάσταση του εικοσιένα. Θέλω να πω ότι τόσο λίγα μόνον χρόνια μας χωρίζουν από την τούρκικη κατοχή.
Μα μήπως φτιάξαμε κράτος εμείς; Όχι. Το κράτος μας μάς το χάρισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις της τότε εποχής (Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι).
Μάλιστα τα κόμματα που φτιάξαμε τότε ήταν το γαλλικό, το ρωσικό, το αγγλικό!
Και πάντοτε έκτοτε υπακούμε σε όποιον από τους τρεις είχε το πάνω χέρι κάθε περίοδο.
Αυτό μέχρι και σήμερα, που ισχύουν τα ίδια, με άλλα ονόματα κάθε φορά: η Αγγλία τώρα λέγεται Αμερική, και η Γαλλία δεν έχει τη δύναμη να εξουσιάζει άμεσα λαούς. Ως για τη Ρωσία, ποτέ δεν γίναμε άμεσα υποτακτικοί της.
Τώρα όταν λέμε κράτος τι εννοούμε;
Το κράτος είναι καινούργιο φρούτο. Είναι φρούτο του δέντρου της διάσπασης των αυτοκρατοριών. Τότε, κάθε σύνολο ανθρώπων που είχε τη δύναμη, έφτιαχνε μια δική του οντότητα. Στην οντότητα αυτήν περιλάβαινε όσα μέρη είχε τη δύναμη να επιβάλει σε αυτά την ισχύ του. Και από τότε πια, τα μεγάλα και ισχυρά κράτη είναι που εξουσιάζουν τα μικρά κράτη, και όχι οι αυτοκρατορίες.
Η διαφορά από την πριν κατάσταση είναι ότι τα μεγάλα κράτη φτιάχνουν πλέον κυβερνήσεις στα μικρά κράτη, τους δίνουν τους νόμους που θέλουνε, βάζουν αρχηγούς των κρατών αυτούς που θέλουνε, και πάλι οι μικροί λαοί-τα μικρά κράτη έχουν σκυμμένο το κεφάλι στους εκάστοτε ισχυρούς.
Τώρα όμως αντί κοτζαμπάσηδες τα μικρά αυτά κράτη έχουν υπουργούς και αντί πασάδες έχουν πρωθυπουργούς.
Και πάλι στα μικρά κράτη γίνεται ότι θέλουν οι ιδρυτές τους (τα μεγάλα κράτη).
Ένα τέτοιο κράτος είναι και η Ελλάδα. Όπου ο πρωθυπουργός έχει τη δύναμη που του δίνουν οι ξένοι οι οποίοι τον έκαναν πρωθυπουργό, ο πρωθυπουργός διορίζει τους υπουργούς-κοτζαμπάσηδές του, και όλοι αυτοί αρχίζουν να κλέβουν το λαό ελέω των ισχυρών που τους χρησιμοποιούν και που τους εξουσιάζουν.
Πολλά από τα μεγάλα ονόματα της τουρκικής εποχής κρατάνε ακόμα το κοτζαμπασιλίκι. Άλλοι κοτζαμπάσηδες-υπουργοί αναδείχτηκαν αργότερα-είναι οι μοντέρνοι κοτζαμπάσηδες. Είναι αυτοί που απόκτησαν οικονομική δύναμη χάρη στις νέες οικονομικές συνθήκες που δημιούργησαν οι νέοι καιροί, αλλά που και αυτοί έχουν δώσει, άμα τη ισχυροποίησή των (γιατί έτσι μόνο θα μπορούσαν να την διατηρήσουν) γην και ύδωρ στους έξω Μεγάλους, των οποίων παίρνουν την ευλογία και την άδεια για κάθε τι που σκαρώνουν να κάνουν στο κράτος που πρόκειται να διοικήσουν ή να δραστηριοποιηθούν γενικότερα. Στην Ελλάδα ας πούμε, για να γίνει κάποιος αρχικοτζαμπάσης, δηλαδή πρωθυπουργός σήμερα, πρέπει να έχει δώσει γην και ύδωρ στην Αμερική. Και αυτό το ξέρουν και οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι έλληνες. Όμως για το τυπικό του πράγματος, κάθε αρχικοτζαμπάσης έλληνας πρν αναλάβει τα ηνία του κράτους, κάνει τη βόλτα του στην Αμερική, από όπου παίρνει και τυπικά την σχετική ευλογία, μαζί με τις εντολές που πρέπει να τηρήσει αν θέλει να μακροημερεύσει.
Και από κει και πέρα κάνει πια ότι θέλει στον έτσι υποδουλωμένο τόπο. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν, αυτό το ξέρουν όλοι, και όλοι υποτάσσονται στους ορισμένους από αυτόν τοπικούς άρχοντες αμίλητα, με αντάλλαγμα να τους επιτραπεί να ζήσουν.
Και λίγο πολύ για όλα τα μικρά κράτη έτσι είναι.
Μα το θέμα με την Ελλάδα έχει μια ιδιαιτερότητα που την κάνει να είναι η χειρότερη περίπτωση κράτους όπου ο κοτζαμπασισμός και σήμερα ακόμα εξακολουθεί να υφίσταται σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, χωρίς να αφήνει περιθώρια για κάποια μεταβολή προς το καλύτερο όλα αυτά τα χρόνια.
Και αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η γεωγραφική θέση και κατάσταση της Ελλάδας-αυτού που αποκαλούμε σήμερα Ελλάδα.
Δέστε την στον χάρτη. Δεν είναι σαν ένα νησί που από κάτω δεξιά και αριστερά έχει θάλασσα και μόνο πάνω έχει βουνά;
Όποιος λαός και να ζούσε εδώ, ίδιος με τους έλληνες θα ήταν, δηλαδή τα ίδια χάλια θα είχε.
Έτσι και οι έλληνες βράζουν με το ζουμί τους, ξεκομμένοι από τους άλλους λαούς.
Μένουν όπως ήταν ανέκαθεν, όπως τους έπλασε και τους διατήρησε η απομόνωσή τους αυτή.
Από ποιούς να διδαχτούν;
Ποιών άλλων τις προόδους να ακολουθήσουν;
Πώς να συμπορευτούν με άλλους λαούς;
Ενώ δέστε την Ευρώπη.
Λαοί που δεν τους χωρίζουν ούτε βουνά ούτε θάλασσες. Και άραγε ό,τι καλό συμβαίνει στον ένα λαό, (ή, τα τελευταία χρόνια, στο ένα κράτος), είναι θέμα λίγων χιλιομέτρων ώσπου να το δει και να το υιοθετήσει ο άλλος λαός (ή κράτος).
Οι έλληνες με ποιον να επικοινωνήσουν; Και έστω ότι με τα καράβια τους πάνε προς τα κάτω. Τι θα συναντήσουν εκεί; Την Αφρική.
Να κάνουν προς τα πάνω, περνώντας τα βουνά; Τότε θα βρεθούν σε Βούλγαρους και Αλβανούς.
Αν πάνε προς τα ανατολικά; θα συναντήσουν τι; Τους λαούς της Ασίας.
Ποιος θα τους έκανε καλλίτερους;
Να κάνουν δυτικά; Θάλασσα! Μα, θα μου πείτε: Η Ιταλία; Ναι, αφού περάσουν τη θάλασσα, θα έβρισκαν την Ιταλία. Μα ποια Ιταλία; Τη Νότια, που λίγο διέφερε για αιώνες από εμάς, και που διαφέρει παρασάγγας από την βόρια (και πολιτισμένη) Ιταλία και σήμερα.
(Εδέησε να πάρουν τα νησιά μας οι Ιταλοί για κάμποσο, ώστε να δώσουν μια χροιά πολιτισμού στα Ιόνια νησιά και στα δυτικά παράλια της Ελλάδας.)
Πουθενά δεν είχαν ούτε έχουν να πάνε οι Έλληνες ώστε να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Στα ίδια και στα ίδια θα μένουν. Στην αμορφωσιά και στον ραγιαδισμό τους.
Γι αυτό είμαστε ό,τι είμαστε, γι αυτό έχουμε τα ίδια χάλια που πάντα είχαμε και θα τα έχουμε για πάντα.
Μα κοιτάξτε και τον χάρτη. Δεν είναι η Ελλάδα το κατώτατο σημείο του με σχήμα χωνιού τέντζερη που λέγεται Ευρώπη; Και στο κάτω μέρος του Τέντζερη δεν αράζουν όλα τα κατακάθια;
Όποιος βρωμιάρης και γενικά όποιος ανεπιθύμητος διώχνεται από την Ευρώπη πού θα βρει ομοίους του από όλους ανεπιθύμητους; Στον πάτο του χωνιού.
Αμ από το Βυζάντιο, όλους τους ανεπιθύμητους-μερικές φορές κατοσταριές χιλιάδες μάλιστα- στο κατακάθι Ελλάδα δεν τους έστελναν;
Αυτά, για να μην έχουμε απορίες όπως οι παρακάτω:
«Γιατί να μην είμαστε πολιτισμένοι κι εμείς;»
«Γιατί να μην έχουμε Παιδεία και Υγεία;»|
«Γιατί να κλέβουν οι πρωθυπουργοί μας, οι υπουργοί μας, και όλοι μας ο ένας τον άλλονε;»
«Γιατί να μην προοδεύουν οι άξιοι; Γιατί να μας ορίζει το ρουσφέτι; Γιατί να …..»
Καλή χώνεψη-για όσους δεν τα ήξεραν αυτά ως τώρα.
---------------