ΔΥΑΡΧΙΑ
(Σημίτη-Παπανδρέου)
Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος
στην απλή ζωή μας μπήκεΙ
Ένας ξέραμε ως τα τωρα
πως το αίμα μάς ρουφάει,
πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.
Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.
Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.
Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος
που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
και στη διαφθορά βιρτουόζος.
Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας,
έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…
Και θα έχουμε από τώρα
έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.
Εναν ξέραμε βρωμιάρη
και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.
Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;
Και ο ένας θα νικήσει
στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε ισοπαλία
και θ' αλληλοφαγωθούνε;
Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;
Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;
Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;
Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;
Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;
Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;
Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοι και οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;
Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;
Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;
Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;
Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;
Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;
Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,
που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;
Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;
Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;
Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;
Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;
Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο
ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;
Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του
νίκης πλάνο την βαφτίζει,
ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα
και τα κόλπα του εκείνα
τώρα νέα τα λέει όπλα;
Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω
και αυτοί όταν μ’ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.
Και περνάει ο καιρός μας
κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
κι εγώ εδώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...
Οι πολιτικοί φαίνεται πως ξεχωρίζουν
όσα λένε προεκλογικά και όσα κάνουν μετεκλογικά.
Και για μεν τα προεκλογικά αποφασίζουν
πως θα αποδειχτούν αλαμπουρνεζικά
ενώ αυτά σαν ψηφιστούν που κάνουν
όλες οι αλήθειες του κόσμου δεν τα φτάνουν.
Ο Αντρέας ας πούμε έλεγε με δυνατή φωνή
«έξω από ΝΑΤΟ και ΕΟΚ και έξω οι Βάσεις» και ύστερα
δείχνοντας επιμονή και υπομονή
μπήκε μέσα σε όλα αυτά βαθύτερα.
Και ο λαός έλεγε «ο Αντρέας είναι πολιτικός:
που ενώ έτσι τα λέει τα κάνει αλλιώς.»
Και πάνε και Εθνάρχη να τον κάνουνε
σαν να μη μας έφτανε ο «Ανήκομεν εις την Δύσιν»
που σε όσα έφαγε δεν τον φτάνουνε
δέκα μαζί Άκηδες που θα τρώγανε παρά φύσιν.
Τελικά όσο περισσότερο κλέβεις
τόσο πιο στην Ελλάδα θ’ ανέβεις.
Ο Σαμαράς είπε ότι θα φκιάσει Επιτροπή
που να βρει πώς μπήκαμε στο Μνημόνιο
και μετά αυτό το ξεχνάει χωρίς ντροπή
λες και ήθελε να αποφύγει κάποιο Άγος Κυλώνειο.
Και το Σαμαρά τον έχουνε όλοι μη στάξει
επειδή με τη Μέρκελ τα πάει εντάξει
και επειδή έκοψε συντάξεις και μιστούς
και από τους έλληνες επιστράτεψε τους μισούς.
Τότε ας φέρναμε πάλι έναν Παπαδόπουλο
να φορέσουμε αρβύλες και χιτώνια
και μάλιστα χωρίς κόψιμο μιστών και Μνημόνια.
Και θα είχαμε και κάθε μέρα ψητό φοινικόπουλο.
Αλλά έτσι είναι ο πανέξυπνος ελληνικός λαός:
δεν τον νοιάζει που στο Μνημόνιο τον μπάζουν
αρκεί συνεχώς να του φωνάζουν
«Όχι στο Μνημόνιο!» σθεναρώς.
Η γλώσσα!.. Οι λέξεις… Για τους έλληνες αυτά μετράνε.
Γι αυτό άλλωστε και με διάβασμα όλη τη ζωή τους περνάνε.
Και λέει ο πρωθυπουργός
που στη γλώσσα δε μένει αργός
ότι οι έλληνες πάντοτε αγαπούν την ελευθερία,
Ενώ ο ίδιος τους έχει φυλακισμένους με μανία.
Μνημόνιο, φίμωτρο, αλυσίδες, πείνα
έχουνε σκλαβώσει και επαρχία και Αθήνα.
Είναι ελεύθερος ο πεινασμένος;
Θα έλεγε ναι κανένας μη πληρωμένος;
Κι έχεις όλους τους πολιτικούς να φωνάζουν
πως η Χρυσή Αυγή μεγάλωσε. Μα μόνο αλαλάζουν.
Δε χτυπάνε την αιτία της άνθησης στο κέντρο της-
δεν σταματάνε να ποτίζουν το δέντρο της-
παρά κάθονται γύρω γύρω και το σιχτιρίζουνε
χωρίς να σκεφτούνε
τέτοιοι χαζοί πούναι
ότι έτσι το ποτίζουνε.
Και το Κουκουέ κουρνιάζει στη γωνιά του βαυκαλιζόμενο
πως χάρη σε κείνο γίνανε όλες οι πρόοδες
ενώ οι καιροί φέρανε και το ήν το ον και το ερχόμενο
κατρακυλώντας από την κορυφή της ιστορίας στους πρόποδες.
Και κανείς δε λέει πως στην Ελλάδα ο φασισμός
ανθούσε πριν ακόμα του Νώε να γίνει ο Κατακλυσμός.
Κι έχεις και την Πιπιλή της ΥΕΝΕΔ να διαλαλεί
πως «κτίριο της δημοκρατίας» είναι η Βουλή
η καημένη τα έχει χάσει εντελώς
τέτοια για να πιπιλίζει έστω αφελώς
και για να λέει τους «φασιστορατσιστές» «κότες»-
της μουσικής της φαίνεται ως εκεί μόνο φτάνουν οι νότες.
Και μερικοί χαζοί δε βλέπουνε με τη χαζομάρα τους την τόση
ότι του Τσίπρα το μπαλόνι ξεφούσκωσε πριν ακόμα φουσκώσει.
Μιλάει στους βουλευτές του και λέει τι να γίνει ΠΡΈΠΕΙ
και πως έπρεπε όλα να έχουν κιόλας γίνει δεν το βλέπει
Και τις ιδιωτικοποιήσεις κατακεραυνώνει
και σχέδια μελλοντικά ιδεατά ξεδιπλώνει
και ξεχνώντας τι η Αριστερά πίσω της σέρνει
αυτός με φωνή δήθεν ανδροπρεπή παιδοφέρνει.
Λέει «οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι»
και βρωμάνε σαν κάνθαροι.
Λέει «Σύριζα και οπισθοχώρηση δεν συμβιβάζονται»
και ύστερα ησυχασμένοι ξεκουράζονται.
Λόγια… λόγια… λόγια… λόγια…
από τον Τσίπρα τον κουτομόγια
που πριν δυο χρόνια όλοι στα μάτια τον κοιτάγαμε
όμως άδεια καλάθια και τώρα κρατάμε όπως και τότε κρατάγαμε.
Θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του,
όμως μόνο αν θέλει κι ο ελληνικός λαός
γιατί αν δε θέλει είναι δουλειά δικιά του
κι ας κάνει τότε ό,τι θέλει αυτός.
Μα αν μπορούσε ο λαός ρε Τσίπρα χέστη
θα το ’χε κάνει αυτό χωρίς να σ’ έχει ανάγκη
όπως μονάχο του αν μπόρειγε καρπό να δέσει
το σπαράγγι, δε θα περίμενε της Άνοιξης τη ζέστη.
Τράβα στο σπίτι τότε και περίμενε
καμιά διακοσαριά χρονάκια ακόμα
να ζωντανέψει του λαού το πτώμα
και αφού νιονιό αποχτήσει
να ’ρθει να σε ζητήσει-
περίμενε να σε φωνάξει ο λαός καημένε…
Αν κότσια δεν έχεις τον συρφετό ν’ αρπάξεις
και λαό απ’ αυτόν να φτιάξεις
τράβα στο καλό σου και στη γυναικούλα σου
πριν καμιά φωτιά αρπάξεις και καεί η γούνα σου…
Όμως ο Τσίπρας επιμένει: «όλ’ αυτά με το λαό μαζί θα γίνουν»
και με ύφος προϋποθέσεις καθορίζει
και μ’ αυτό καθαρίζει
ενώ οι άλλοι τον κλοιό γύρω από το λαό περισσότερο κλείνουν.
Πρέπει να εμβαθύνουνε
και να επικαιροποιήσουνε λέει την τακτική τους
και πια τη Δεξιά την έχουν στο βρακί τους
κι απ’ το χάρτη τη σβήνουνε.
Έφτιαξε λέει από τις συνιστώσες
τη νέα μεγάλη της Αριστεράς παράταξη.
Μα όμως… ουφ! ας τον αφήσω κι αυτόνε
όπως τις άλλες κλώσες
στης λογικής του τη διατάραξη.
Όμως να πιάσω και ποιόνε;…
Κανένας δεν υπάρχει.
…………………………………………………..
ΠΕΡΙ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ
Μ’ αρέσει η Αυγή η Χρυσή
γιατί τους άλλους βουλευτές μισεί
(όπως και κείνοι αυτούς
μεγάλους και μικρούς)
και τους το δείχνει χύμα
από της Βουλής το βήμα.
Και αν ακόμα μένει στα λόγια
όμως δεν το βάζει και στα πόδια
και αν ακόμα δεν προχωρεί σε πράξεις
ε, πρέπει πρώτα το πράγμα να το ψάξεις.
Γιατί όλοι οι άλλοι πρέπει να πληρώσουν
και λόγο στο λαό κάποτε να δώσουν
για τα μέχρι τώρα απλήρωτα εγκλήματά τους
που κάνουνε ακόμα απ’ τα φασκιά τους,
γι αυτό και έπρεπε η Χρυσή Αυγή να ’ρθεί
και στη Βουλή να μπει
και ό,τι δεν μπορούμε εμείς
στους ληστές να πούμε
να τους το λένε της Χρυσής Αυγής
οι βουλευτές ν’ ακούμε.
Οι άλλοι πάλι δε μένουνε αργοί.
Κάνουνε ό,τι το κεφάλι τους τούς πει
για να ξαναστείλουνε τους Χρυσαυγίτες
στις φτωχικές τους σκήτες.
Και μέσα στη βιάση τους
να τους καταπιούν αμάσητους,
ξεχνάνε ότι λένε πως έχουνε δημοκρατία
και εναντίον τους κάνουνε κάθε φασιστεία.
Όπως το νομοσχέδιο το αντιρατσιστικό
το διαταγμένο και πολύ βιαστικό-
σαν ντολμαδάκια να τυλίγανε-
που στη Βουλή επήγανε.
Και όπως η άρνησή τους
να συζητήσουν μαζί τους.
Άρνηση των κομμάτων απάντων.
Ή σχεδόν τέλος πάντων.
Αγνόηση δηλαδή λαού εκατοντάδων χιλιάδων
που τους αψήφισαν,
λες και ήτανε συρφετός φαύλων
όσοι Χρυσή Αυγή εψήφισαν.
Μα εγώ ξέρω ότι σήμερα
στα πράγματά μας τα εφήμερα
δυο κατηγορίες πολιτικών υπάρχουν:
αυτοί που και τώρα άρχουν-
οι καταστροφείς της χώρας-οι αλήτες-
και οι απέναντί τους: οι Χρυσαυγίτες.
Και οι δύο κακοί
αλλά βλέποντας κι εδώ κι εκεί
το λιγότερο κακό διαλέγω
και το περισσότερο κακό ψέγω.
Αφού αυτούς τους δυο έχουμε
κάποιον απ’ αυτούς πρέπει να προσέχουμε.
Και ποιος είναι περισσότερο ρατσιστής
από τον άλλο; ρωτιέμαι.
και όχι πως είμαι εγώ ο καλλίτερος κριτής
αλλά να, κάτι για να λέμε.
Και απαντάω ότι χειρότερος
είναι ο στα πολιτικά παλαιότερος.
Αυτός έδινε στους ξένους ένα ξεροκόμματο
για να δουλεύουνε μεροκάματο μονοκόμματο
και να του χτίζουν αεροδρόμια, μετρό, δρόμους,
συναλλαγές κάνοντας μαζί τους παρανόμους
εξαναγκάζοντάς τους να υπογράφουν για εικοσιπέντε
ενώ τους δίνανε πέντε.
Λοιπόν ποιος έχει φασιστική συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
…Και τους εργοδότες οι κλέφτες βουλευτές αφήνανε
να αγκαζάρουν ξένους για εργασία
ξέροντας ότι λεφτά δεν τους δίνανε
και ότι όταν η δουλειά τελειώσει
αυτούς, σαν κερί που έχει λιώσει
θα τους διώξουνε με συμπεριφορά απαισία.
Λοιπόν φασιστική ποιος έχει συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
…Αυτοί που στων ξένων τα παιδιά που εδώ γεννιούνται
υπηκοότητα ελληνική αρνιούνται
ενώ οι αμερικάνοι,
σε αεροπλάνο παιδί να γεννηθεί
που πάνω από τις ΗΠΑ πετάει
τόσο αυτό μετράει
ώστε του δίνουν μάνι μάνι
υπηκοότητα αμερικανική.
Λοιπόν ποιος έχει φασιστική συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε τότε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
Μέχρι που είπανε με γινάτι
να βγάλουνε παράνομη τη Χρυσή Αυγή
χωρίς να βλέπουν πως αυτό ήτανε κάτι
που εναντίον τους μπορεί να βγει.
Γιατί τον εαυτό τους θα χτυπήσανε
με το αντιρατσιστικό
κι όχι τους Χρυσαυγίτες
που έτσι τους αναστήσανε
και μάλιστα με γλέντι γιορταστικό.
Και θέλοντας να δείξουν ότι δεν ξέρουνε
πως ο ρατσισμός μόνο με δημοκρατία χτυπιέται,
ζητάνε ηρεμία να φέρουνε
χωρίς ν’ αποκηρύξουνε το «φάτε-πιέτε».
Μ’ άλλα λόγια και το λύκο χορτάτο θέλουνε
της διαφθοράς και της παραλυσίας,
και την προβατίνα να βλέπουνε
ακέρια της κοινωνικής ησυχίας.
Θα τους δικαιολογούσα αν φτιάχνανε
όχι έναν αντι-χρυσαυγητικό νόμο
μα έναν αντι-«δημοκρατικό» νόμο αν κάνανε,
στης «δημοκρατίας» τους ενάντια τον τρόμο.
Και νόμο αντικλεπτικό αν έφερναν
που όμως να τον τηρούσαν, θα τους τιμούσα.
Και αν τα χρήματα που ως τώρα έκλεβαν
τα γύριζαν πίσω, θα τους προτιμούσα.
Μα ποιος να τα γυρίσει;
Και ποιος τέτοιο νομοσχέδιο να ψηφίσει;
Ο λωλός Χαζοχαρούμενος που την πρωθυπουργία ξοφλά
τη Μέρκελ υπηρετώντας τυφλά;
Ο Βενιζέλος
που στο πασοκ έδωσε τέλος
(ούτε με κεφαλαία γράμματα το χέρι δεν πάει
να γράψει ένα κόμμα που τόσο ντροπερά ξιοφλάει);
Ο Κουβέλης, προδότης της αριστεράς
που σκοπό του τόχει-
όπως έχει το Φθινόπωρο το πρωτοβρόχι-
σαν πληρωμένος παλληκαράς
να κάνει τον καμπόσο σαν πρόεδρος δημοκρατίας
για πληρωμή της προδοσίας;
Ο Λοβέρδος, που το γενόσημο
(που τόσα κακά έχει
όσο άσκεπο σπίτι όταν βρέχει)
της ύπαρξής του έκανε ορόσημο
και που νομίζει πως ο λαός ξεχνάει
ότι αυτός τον έκανε να πεινάει;
Και για να μην τους πιάσουμε έναν έναν
δε βρίσκω κανέναν
που να μπορεί ρότα ν’ αλλάξει
και άλλος Αρχιμήδης «εύρηκα» να φωνάξει.
Για να μην πω για τον Παπαντρέου το Γιωργάκη
που αφού διάλυσε το δικό μας τσαρδάκι
πάει τώρα με τρόπο πάλι βλακικό
να διαλύσει και το διεθνή σοσιαλισμό…
(Μα να μην έχει φτιάξει τίποτα αυτό το παιδί…
πού είναι ο πατέρας του να χαρεί όταν δει
πως αποτέλειωσε το έργο του ο γιος του
που ο αμοραλισμός δεν έκανε ο δικός του…)
Έχει έξαρση ο ρατσισμός, λένε.
Ο ρατσισμός δεν έχει έξαρση. Πάντα
ο μαύρος που ζει στην Ουγκάντα
θα απορεί που και οι λευκοί κλαίνε.
Και στην πατρίδα μας ο ρατσισμός
είναι κληρονομιά παλιά όπως ο αστερισμός.
«Πας μη έλλην βάρβαρος»: σύμφυτος
ο ρατσισμός με τη χώρα μας
έτσι το ήθελε ο ύψιστος-
αυτή είναι η ψώρα μας.
Μα έλα που σήμερα οι λεφτάδες του κόσμου
θέλουν χέρια και κίτρινα και μαύρα να του δουλεύουν όμως…
και αυτό προϋποθέτει μυρωδιά όχι δυόσμου
μα ίδρωτα που η ειρήνη μεταξύ τους ο πρώτος νόμος…
Κι ας πρώτα ξεριζωθεί η ψυχή του ανθρώπου
κι ύστερα ο ρατσισμός του,
μα αυτοί θέλουν οι άνθρωποι κάθε τόπου
καθένας να καταπνίγει τον γενότυπό του
για να παράγουν… να παράγουν… να παράγουν…
και βέβαια και ήσυχα να διάγουν
για να πηγαίνει μπροστά η δουλειά
όπως με τα ζώα εγινόταν παλιά.
Ρωτάνε οι λεφτάδες γιατί ήρθε η Κρίση.
Κάνουν ότι δεν ξέρουν
ότι αυτοί την έχουν μαυλίσει
ώστε οι φτωχοί να υποφέρουν
ενώ εκείνοι θα ευημερούν
είτε βρίσκονται στο Λονδίνο είτε στο Καμερούν.
Και ξεσηκώνουν λαούς σε Αφρική και Ασία
για να ζητήσουν περισσότερα χρήματα για την εργασία
έτσι που η αμοιβή τους να εξισωθεί με των δυτικών
και να επέλθει εξίσωση των εργατικών,
ώστε ο ανταγωνισμός να πάψει
υπέρ να λειτουργεί των ανατολικών χωρών
και το εμπόριο και πάλι να ανάψει,
μα τώρα με το συμφέρον των δυτικών παρόν.
Και να το καταφέρουνε δεν δυσκολεύονται:
αφού έπεσε η Σοβιετική Δημοκρατία
οι λαοί από τα χέρια των λεφτάδων άγονται και φέρονται
και κάνουν ό,τι θέλει η πλουτοκρατία.
Κι αυτή λέει: «Τώρα που δεν έχετε προστάτη
ότι σας έδωσα θα σας το πάρω πίσω.
Άσπρη μέρα για να δείτε θα κάνετε μαύρο μάτι.
Ό,τι τότε έχασα, τριπλό τώρα θα το κερδίσω.»
Ως για το λαό τον ελληνικό,
τους ακούει
και όπως από γέννηση τόχει χούι
λουφάζει σαν λαδικό.
Και λένε οι ασημακοπουλίνες
και οι άλλες αγιογδύτισσες μπουμπουλίνες
ότι ο λαός ο ελληνικός έχει ωριμότητα
γι αυτό δεν ξεσηκώνεται.
Δεν παραδέχονται ότι δεν υπάρχει συλλογικότητα
κι ότι όποια ατομική
(πολιτική ή κοινωνική)
πρωτοβουλία, τον ψόφιο κοριό καμώνεται…
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΕΝ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΠΟΡΙΑ
Πρέπει ν’ αλλάξω ρότα ρε γαμότο.
Δεν πάει πια το πράμα με τη Μέρκελ.
Παιδί γραικός με ούννα δε σκαρώνουν-
Το ’πε πριν τόσα χρόνια και ο Μέντελ.
Η Γερμανία αρχίζει να ρετάρει.
Σε λίγο για προστάτης δε θα κάνει.
Πώς να το πρόβλεπα; Πριν δύο χρόνια
καθένας θα ’πεφτε σ’ αυτή την πλάνη.
Τώρα γοργά πρέπει να έβρω κάποιον
και την κατάσταση να ισορροπήσω.
Με τον Ομπάμα! Ναι! Με τον Ομπάμα
πρέπει ένα ραντεβού γοργά να κλείσω.
Πρέπει την προτεστάντικη να δείξω
πως ν’ αποφύγω προσπαθώ παγίδα…
Αρχίσαν όλοι κιόλας να μιλάνε
πως πάει καιρός πολύς που δεν τον είδα…
Του έχω κάνει κρούσεις μα δε θέλει.
Και όμως, εξαρτάται από κείνον
για πόσο ακόμα εγώ θα συνεχίσω
πρωθυπουργός να είμαι των Ελλήνων.
Και τελευταία οι αμερικάνοι
έχουνε με τους τούρκους ένα γίνει.
Κι αυτός ο Κέρι όλο εκεί πηγαίνει
και όσο και να ’ναι αυτό μου τήνε δίνει.
...Να πάω…, να συζητήσω για Συρία…,
να δείξω πως κι εγώ παίζω ένα ρόλο
σε Μέση Ανατολή…, Ιράκ…, Περσία…
κι όχι πως τραγουδώ μονάχα σόλο!
Τουλάχιστον ο Εξωτερικών μου
να συναντιόταν λίγο με τον Κέρι…
Μα για τους Γιάνκηδες θαρρώ είναι και κείνος
καμένος σαν και μένανε από χέρι…
Τέλος δεν ξέρω… πρέπει μ’ έναν τρόπο
στους αμερκάνους σύντομα να δείξω
ότι σιγά σιγά ξεκόβω από τη Μέρκελ
κι ότι κοντά τους άγκυρα θα ρίξω.
Ο κόσμος-τι να γίνει;-έτσι επλάστη:
κάθε μικρός να έχει έναν προστάτη.
Εγώ απλά υπακούω στους κανόνες.
Γι αυτό σας λέω: πρέπει να κάνω κάτι…
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ 25 ΜΑΡΤΗ
ή
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ
Ιερώνυμος
Τι τραβάω στα γεράματα…
Τσίπρας
Αφού πιστεύουνε πως γέννησε μία παρθένα, γιατί γαμώ το κέρατό τους δεν πιστεύουνε ότι έχω πρόγραμμα;
Κωνσταντοπούλου
Να σκαρφαλώσω στο Τέμπλο και να φωνάζω βοήθεια...;…
Φώφη
Δε σκέφτηκα να μετονομάσω το ΠΑΣΟΚ σε ΛΑΖΑΡΟ Μπορεί να μου το ανάσταινε.
Παναγία
Εγώ- τι φταίω να βλέπω τόσους κλέφτες εδώ μέσα;
Τραγάκης
Καλά Θεέ μου, μου έδωσες τέτοια φάτσα. Ήταν ανάγκη να μου δώσεις και αυτό το επώνυμο;
Ο Θεός για τον Τσίπρα
Τον Σαούλ τον κατάφερα μ’ έναν κεραυνό. Αυτός μου στοίχισε φτηνά: ένα τηλεφώνημα του ανηψιού μου από τη Ραφήνα.
Καμένος
Γαμώτο, μόνο παπάς δεν ξέρω ποια πρόφαση να βρω για να ντυθώ…
Γεωργιάδης
Ούτε το σταυρό ούτε το χέρι του φίλησε, έστω για τους τύπους…
Πρόεδρος Παυλόπουλος
Γιατί να μην ευχαριστήσω τους μετανάστες; Και ο Χριστός δεν ήτανε μετανάστης από τον ουρανό στη γη; Αυτόν γιατί τον ευχαριστούμε;
Θεοδωράκης
Όχι με το δικό μου ποτάμι, αλλά ούτε με τον Ιορδάνη δε σώζεται η Ελλάδα. Τουλάχιστον περνάω την ώρα μου.
Βορίδης
Και ο Χριστός φραγγέλιο είχε-τι φραγγέλιο τι τσεκούρι.
Βενιζέλος
Το στικάκι μου; Α! Εδώ είναι.
Λεβέντης
Εγώ ένα ξέρω να πω. Οικουμενική! Πάπας, Πατριάρχης, Ιμάμης, Αγιατολλάχ και Δαλαϊλάμα. Μόνον έτσι θα σωθεί ο κόσμος.
Καρατζαφέρης
Εγώ μόνον το πρώτο άρθρο ψήφισα.
Κουβέλης
Άλλα εννιά χρόνια. Γιατί δυο θητείες θα τις κάνει. Εγώ τότε πόσο θα είμαι;… Μπα! Δε βγαίνει. Θα πάω σε ψυχαναλυτή να μου βγάλει από το μυαλό την Προεδρία.
Ο «ΤΣΟΛΙΑΣ» ΤΟΥ ΑΛΤΕΡ
Το δρόμο που έδειξε το ΣΚΑΙ
το ΑΛΤΕΡ ακλουθάει.
Τι κάνει; Δείχνει έναν τσολιά
με της στολής του τα λιλιά.
Και-ήλιου πιο φαεινό-, αυτός
ειν’ ο λαός ο ελληνικός.
Και δεν τον έπλασαν στην τύχη:
ωραία τον έχουνε πετύχει:
άτομο καθυστερημένο
που τριγυρνάει σαν χαμένο.
Και άσκοπα και σαν ηλίθιος
κυκλοφορεί μέσα στο πλήθος
άφωνα λέγοντας «ορίστε!
όλοι με μένα ίδιοι είστε!»
Δεν σκώπτει ούτε σατιρίζει.
Μόνο ανεγκέφαλα γρυλλίζει.
Και με φωνή που να ταιριάζει
στον τύπο που παρουσιάζει,
φορές κοινή μια φράση λέει…
την ξαναλέει… πάλι τη λέει…
και κρύο και αηδία γεμίζει
όποιον ο λόγος του εγγίζει.
Κι όπως σ’ ανέκδοτο ένα κρύο
γελούν σα να ’τανε αστείο
οι έλληνες γελούν σα βλάκες
με τις εμετικές του «ατάκες»
Ελλάς! «Ποτέ που δεν πεθαίνεις»:
σου αξίζουν όλα όσα παθαίνεις!
ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Το σύνταγμα εφαρμόζοντας
μας γέμισαν ατομικές ελευθερίες
και δικαιώματα (γιατί όχι:
από την τσέπη τους τα βγάζουν;)
Αυτό το παλιοσύνταγμα...
να μη λέει τίποτα και για λεφτά...
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΟΡΥΒΟΥ
Ο μόνος θόρυβος που βλάφτει
ειν’ η φωνή των βουλευτών.
Γι αυτό, τον λόγο σταματήστε
των τριακοσίων αυτών κλεφτών.
ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΕΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ
Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή.
ΕΛΠΙΔΕΣ ΛΑΟΥ
Σύγνεφο μαύρο σκέπαζε το Σούλι και την Κιάφα,
ολημερίς εχιόνιζε, ολονυχτίς χιονίζει.
ΔΙΑΓΡΑΦΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη.
ΣΑΜΑΡΑΣ-ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ-ΠΑΠΑΝΤΡΈΟΥ
Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
ΚΟΥΒΕΛΗΣ
Γέρασα o μαύρος γέρασα, δε μπορώ 'α περπατήσω,
δε μπορώ 'ά σύρω τάρματα, τα γέρημα τσαπράζια.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΨΗΦΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
θολό ποτάμι πέρναγα, και πέρα δεν εβγήκα.
ΝΔ-ΣΎΡΙΖΑ
Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρίξει την βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.
ΛΑΌΣ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
Παίρνουν ν' ανθίσουν τα κλαριά κ' η πάχνη δεν τ' αφήνει,
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ ΑΠΟΠΕΜΦΘΕΙΣ
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος
και 'ς τα καημένα Γιάννενα μαύρο, παχύ σκοτάδι.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Μέσ' 'ς τ' άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ, κι' ο τόπος ήταν λίγος.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΦΗΦΟΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥ
Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.
ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΡΟΙΚΑ ΚΑΙ ΣΟΙΜΠΛΕ
Τρία πλάτανα, τα τρία αράδα αράδα,
κ' ένας πλάτανος παχύν ήσκιον οπόχει!
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ
Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες.
ΛΑΟΣ ΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ
Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.
ΛΑΟΣ-ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη.
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αμαρτωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
ΑΝΑΡΩΤΗΜΑ ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΓΙΟΥΧΑΪΣΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΟΥ
Τι ν ’ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;
ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Γιατί έχει έρθει η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
ΤΡΙΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ
Τρία κομμάτια σύννεφα 'ς τον Έλυμπο, 'ς τη ράχη,
τό να βαστάει τη δροσιά, τάλλο βαρύ χαλάζι,
το τρίτο το μαυρότερο τη θάλασσ’ αγναντεύει.
ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Οι κλέφταις επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι’ άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι' άλλοι βοσκούνε γίδια.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΥΟΜΕΝΟΣ-Ο ΓΕΛΟΙΟΣ- ΓΙΑ «ΔΕΚΑΕΦΤΑΩΡΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ»…
Με γέλασε νη χαραυγή, τάστρι και το φεγγάρι,
και βγήκα νύχτα 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
ΝΕΟΙ ΦΟΡΟΙ
Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ
Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο.
ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
Ο πρόεδρος της δημοκρατίας Παπούλιας, είπε ότι «ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΑΙΤΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ»!
Τι καλός ο πρόεδρός μας!
Να τον ξαναέχουμε!
Ξέρει τι πρέπει να γίνει!
Μεγάλους και μικρούς γύρω μου ακούω να λένε το ίδιο πράγμα-πραγματικά ο κύριος πρόεδρος αντιπροσωπεύει το λαό! ό,τι λέει ο λαός λέει και κείνος!
Θα μου πει κανείς: ειρωνεύεσαι; Τι θα ήθελες να πει;
Όχι, δεν ειρωνεύομαι, γιατί δεν θα μπορούσε, αν ήταν κακός πρόεδρος, να πει ότι «πρέπει οι εργαζόμενοι να πληρώσουν την κρίση»;
Τις προάλλες που είπε ότι πρέπει να καταπολεμηθεί η φτώχεια, δεν θα μπορούσε να πει, αν ήτανε κακός πρόεδρος, ότι η φτώχεια πρέπει να εξαπλωθεί και να βαθύνει;
Είμαστε τυχεροί!
Και χρωστάμε μεγάλη χάρη στον Καραμανλή που έκανε Πρόεδρο έναν "πρεπολόγο" όπως λέει ο λαός εκείνους που έχουν το χάρισμα να ξέρουν τι πρέπει να γίνει!
Φαντάζεστε έναν πρόεδρο που να μην ήξερε τι πρέπει κάθε φορά να γίνει; μπρρρρρ...φρίκη με κατέχει σε μια τέτοια σκέψη και μόνον.... ας τον έχει καλά κι αυτόν και τον Καραμανλή ο θεός!
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΙΚΡΑ
1.
ΓΚΑΖΑΚΙΑ
Ανέχομαι μόνον τα γκαζάκια που μπαίνουν σε μέρη και σε ώρα που είναι αδύνατον να τραυματίσουν κανέναν.
Γιατί είναι ένα ξεθύμασμα των νιάτων.
Αντίθετα, σε μιαν αντρίκια λαϊκή επανάσταση δεν θα έλεγα όχι, γιατί εκεί είναι σίγουρο πως όταν αποφασιστεί, γίνονται εκ των προτέρων και από τις δυο παρατάξεις αποδεκτά όποια όπλα και όποια δυσάρεστα αποτελέσματα-μιλάμε για πόλεμο πια.
Για τα γκαζάκια όμως που μπαίνουν για να σκοτώσουν, είμαι τελείως αντίθετος.
Και όσοι κάνουν κάτι τέτοιο πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά.
Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις όμως, πρέπει δεχτούμε πως υπάρχουν ελαφρυντικά.
Και αυτό διότι οι «γκαζάκηδες» είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων νέα παιδιά, και δεν ξέρουν ακόμα πώς δουλεύει η Δημοκρατία.
Δεν μπορούν να καταλάβουν για παράδειγμα, πώς οι βουλευτές είναι φτωχοί όταν γίνονται βουλευτές, και σε τέσσερα χρόνια είναι πάμπλουτοι.
Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί, ενώ οι πολιτικοί πρέπει να φανερώνουν το Πόθεν Έσχες τους, αυτοί φανερώνουν μόνον το Έσχες.
Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί, ενώ οι πολιτικοί πλουτίζουν, οι σιδηρόδρομοι έχουν αφεθεί στην τύχη τους και τα μεγάλα σκάνδαλα διαδέχονται το ένα το άλλο.
Καλά θα ήταν να υπάρξει ένα μάθημα από το Δημοτικό ακόμα, το «Πώς δουλεύει η Δημοκρατία», ώστε σιγά σιγά να εκλείψει η άγνοια της Νεολαίας πάνω σ’ αυτό το θέμα.
Tότε ούτε σαν υποψία δεν θα υπάρχει στο μυαλό των νέων μας το γκαζάκι.
2.
Η ΑΝΑΒΟΛΗ
Κάθισε στο παγκάκι. Ήταν ένα θερινό απόβραδο. Οι άνθρωποι γύρω έκαναν βόλτες ή κάθονταν στα ζαχαροπλαστεία. Παρέες χαρούμενες περνούσαν από μπρος του.
Έβγαλε από την τσάντα του τα χάπια και ένα πλαστικό μπουκαλάκι με νερό, και τα απίθωσε δίπλα του πάνω στο παγκάκι.
Να πάγωνε η ζωή στην ώρα εκείνη καλά θα ήταν.
Γι αυτό και να την αποχαιρετάς τέτοια ώρα είναι μια καλή επιλογή.
Φεύγεις παίρνοντας καλές εικόνες ό,που πηγαίνεις.
Μα η ζωή θα συνεχιστεί.
Θα χαλάσει το βράδυ για τον περίγυρο, θα γίνει δυσάρεστο θέαμα για λίγο για τους νέους, και η σειρήνα του ασθενοφόρου θα σκεπάσει για λίγο τη φωνή του τραγουδιστή που στέκει στη γωνία παίζοντας την κιθάρα του και τραγουδώντας απαλά.
Μετά όλα θα συνεχίσουν από τη στιγμή που διακόπηκαν.
Άνοιξε το κουτάκι και πήρε το πρώτο χάπι.
Το ήπιε με λίγο νερό.
Εκείνη την ώρα ακριβώς, σαν αυτό να ήτανε το σύνθημα, ένα κοριτσάκι κρατώντας μια μεγάλη ελαφριά, πλαστική, χρωματιστή μπάλα, πετάχτηκε τρέχοντας από τα αριστερά του κοιτάζοντάς τον και γελώντας του με ένα γέλιο ευτυχίας.
Ήταν ένα εξάχρονο περίπου κοριτσάκι. Ψηλό, λεπτό, μελαχρινό, φορώντας ένα μακρύ σκουρόχρωμο ακριβό φουστάνι, που του έφτανε ως τους αστραγάλους.
Το κοριτσάκι ήταν τόσο αδύνατο, που καθώς έτρεχε και πηδούσε με την μπάλα, καθόλου το φουστάνι δεν έβρισκε αντίσταση ή δεν υπεγείρετο στα μέρη του σώματος του μικρού κοριτσιού, ώστε να πάρει έστω για μια φευγαλέα στιγμή το σχήμα τους.
Το πρόσωπό του ήταν όμορφο, μα εκείνο που το
ομόρφαινε λες, ήταν το κενό από ένα επάνω μπροστά δόντι που έλειπε.
Το κοριτσάκι πετούσε μπρος του την μπάλα με χαριτωμένα ασυντόνιστες κινήσεις, και με τον ίδιο τρόπο έτρεχε πίσω της να την πιάσει. Και δεν έκλεινε καλά τα χέρια γύρω από την μπάλα όταν την έφτανε, και αυτή πάλι της ξέφευγε. Και όταν κατάφερνε πάλι να την πιάσει, την πετούσε μπροστά του με ίδιες κινήσεις, χωρίς δηλαδή να δείχνει ότι θέλει να την κατευθύνει κάπου συγκεκριμένα ώστε αυτή να χτυπήσει κάπου και να γυρίσει, ή κάπου που να πέσει προς την κατεύθυνση που και το κοριτσάκι πήγαινε.
Έτσι η μπάλα έφευγε προς διάφορα μέρη κάθε φορά, και το κοριτσάκι όλο έτρεχε πίσω από μία μπάλα που πήγαινε, φαινομενικά, όπου ήθελε.
Όλη αυτή η συμπεριφορά του κοριτσιού είχε ως αποτέλεσμα να τρέχει αυτό συνεχώς πίσω από την μπάλα, χωρίς να μπορεί να την πιάσει, αλλά και όταν ακόμα την έφτανε, της άλλαζε κατεύθυνση το ίδιο το κοριτσάκι, γιατί ακουμπώντας μόνο την μπάλα στην απόπειρά της να την πιάσει, χωρίς να το θέλει τής έδινε πάλι νέα ώθηση, αλλάζοντάς της κατεύθυνση κάθε φορά.
Αυτό όλο, έκανε το κοριτσάκι να τρέχει αλλάζοντας σε κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου κατεύθυνση, κάτι που το έκανε να γελά συνέχεια με αυτό, ενώ πάντοτε τον κοιτούσε.
Το παράξενο ήταν πως από την πρώτη στιγμή που το κοριτσάκι ξεπετάχτηκε μπροστά του, τον κοίταζε συνεχώς. Και θα μπορούσε να υποθέσει ότι ο λόγος που δεν έπιανε ποτέ την μπάλα το κοριτσάκι, ήταν αυτός-ότι δηλαδή τρέχοντας και γελώντας κοίταζε συνέχεια μόνο προς αυτόν, και όχι προς την μπάλα, την οποία έβλεπε μόνον με την άκρη του ματιού του, ίσα για να μην τη χάσει από το οπτικό του πεδίο και σταματήσει έτσι το παιχνίδι του.
Όλα θα ήταν αναμενόμενα γι αυτόν, αν το κοριτσάκι, παίζοντας με την μπάλα δεν γελούσε ασταμάτητα, και δεν τον κοίταζε συνεχώς.
Όμως όχι.
Συνέχεια, το βλέμμα του ήταν πάντα επάνω του, το γέλιο του ήταν ασταμάτητο, και τα μάτια του συνεχώς στραμμένα επάνω σ’ αυτόν, σαν να μην υπήρχαν άλλοι άνθρωποι.
Αυτός το έβλεπε άθελά του συνέχεια. Και χωρίς να χρειαστεί να στρέψει ούτε για μια στιγμή το κεφάλι του ή τη ματιά του, γιατί όλα γίνονταν μπροστά του ακριβώς, όπως το έργο στη σκηνή πάνω του θεάτρου.
Ένα κοριτσάκι με το μακρύ άνετο φουστανάκι του.
Σαν ιέρεια μιας θρησκείας…
Άθελά του, δυο φορές, άπλωσε τα χέρια προς το κοριτσάκι, που σε όλην αυτή τη διάρκεια το έβλεπε κι αυτός όπως τον έβλεπε κι εκείνο, σχηματίζοντας με τις παλάμες του μια κοιλότητα που θα μπορούσε να δεχτεί την μπάλα αν έρχονταν προς το μέρος του, ώστε να δείξει ότι έτσι γίνεται συνήθως, με την πρόθεση να του έστελνε την μπάλα το κοριτσάκι και να της την πετούσε κι αυτός, ώστε να μην τρέχει αυτό συνέχεια κυνηγώντας ένα μπαλόνι που συνεχώς του ξέφευγε. Γιατί το μόνο που έμοιαζε να συμβαίνει, ήταν ότι το κοριτσάκι έπιανε στα χέρια του πρώτη φορά μια τόσο μεγάλη μπάλα και δεν ήξερε τι να την κάνει.
Όμως η λογική δεν είχε τίποτε να κάνει στην περίπτωση αυτή.
Το κοριτσάκι εξακολουθούσε να τρέχει και να τρέχει προς μια μπάλα που όλο την άγγιζε μόνον κάθε τόσο, χωρίς να ανταποκριθεί στην χειρονομία του, και πάντοτε τρέχοντας, αλλά και πάντοτε κοιτάζοντάς τον, και πάντα γελώντας… γελώντας… γελώντας του…
Γελώντας με ένα γέλιο που πολλές φορές άφηνε έναν ήχο γέλιου ηχηρού, λόγω του συνεχούς τρεξίματος από τη μια μεριά, αλλά και γάργαρου, σαν κελάρυσμα μικρού γρήγορου ρυακιού.
Και ήταν τέτοιο το γέλιο, που γελούσε κι αυτός γιατί το θέαμα ήταν, όχι βέβαια αστείο, αλλά τόσο ευχάριστο, που στον ήχο του δεν μπορούσε να μείνει σοβαρός ο πιο λυπημένος και ο πιο αγέλαστος άνθρωπος.
Σε λίγο ένας άντρας ψηλός, εύσωμος, εμφανίστηκε, από την ίδια πλευρά από όπου είχε έρθει και το κοριτσάκι.
Ψηλός, περασμένης ηλικίας, καλοντυμένος, στάθηκε απέναντι από το κοριτσάκι, και του άπλωσε τα χέρια για να δεχτεί την μπάλα και να την ξαναπετάξει στο κοριτσάκι παίζοντας.
Το κοριτσάκι του έστελνε την μπάλα, χωρίς όμως να ομαλοποιηθεί το παιχνίδι, γιατί ολοένα η μπάλα έφευγε από το κοριτσάκι όταν ήθελε να την πιάσει, κα πάντοτε αυτό έτρεχε και πάλι πίσω της.
Το παράξενο είναι ότι το κοριτσάκι ποτέ δεν κοίταξε προς το μέρος όπου στεκόταν ο ηλικιωμένος κύριος, παρά εξακολουθούσε να κοιτάζει τον άνθρωπο που καθόταν στο παγκάκι χωρίς ποτέ να δει προς τον δυνητικό συμπαίκτη του, και βλέποντας πάντοτε σ’ αυτόν εξακολουθούσε πάντα να γελάει.
Λόγος κανείς δεν βγήκε από το στόμα του κοριτσιού ή του συμπαίκτη του ενώ έπαιζαν.
Σε λίγο ο ηλικιωμένος κύριος έφυγε.
Το κοριτσάκι έπαιξε μόνο του πάλι για λίγο, ύστερα μάζεψε την μπάλα και έφυγε κι αυτό προς την ίδια κατεύθυνση.
Ο άνθρωπος που καθόταν στο παγκάκι ήταν λίγο ακίνητος και αγέλαστος.
Δεν πέρασαν τρία λεπτά και το κοριτσάκι βγήκε πάλι τρέχοντας από αριστερά πίσω του, και γελώντας του χαρούμενα και κοιτάζοντάς τον συνέχεια όπως πριν, έκανε τρέχοντας ένα ημικύκλιο μπροστά του, πριν χαθεί πάλι πίσω του.
Ο άνθρωπος στο παγκάκι σηκώθηκε.
Πήρε τα χάπια και το νερό και άρχισε να περπατάει.
Όταν έφτασε στον πρώτο κάδο σκουπιδιών, σταμάτησε μπρος του για λίγα δευτερόλεπτα.
Ύστερα έβγαλε το μπουκαλάκι με τα χάπια και το πέταξε στον κάδο.
3.
Η εξάχρονη Έμυ, μια μέρα, πλησίασε σκεπτική τη μητέρα της;, με το δεξί της χέρι μαλάζοντας τον πήχη του αριστερού της χεριού, και την ρώτησε δείχνοντας με τα μάτια της αυτό που έκανε: «Μαμά, αυτό-αυτό το κρέας γύρω γύρω και μέσα του το κόκκαλο, όλα αυτά, πώς φτιάχτηκαν;»
Ποιος από τους γελοίους που ονομάζονται φιλόσοφοι θα απαντήσει στην ερώτηση αυτού του παιδιού;
Ας είναι καλά η ποίηση, που είτε χλευάζοντας είτε ξεγελώντας, σκεπάζει το χάσμα μεταξύ ερώτησης και απάντησης, και έτσι πορεύεται και η Έμυ και η ανθρωπότητα-με τα παιχνίδια τους η κάθε μιά.
4.
Άκουσα μια διάλεξη που ήθελε να βγάλει από την πλάνη τους ανθρώπους σχετικά με το οντολογικό πρόβλημα.
Με λίγα λόγια είπε ότι ούτε η θρησκεία ούτε η επιστήμη έχει δώσει τη λύση. Γιατί η θρησκεία μιλάει για θεό, και η επιστήμη δεν μας λέει τι υπήρξε πριν από το Μπιγκ Μπανγν.
Κατέληξε ότι είμαστε φανταστικά όντα που βρισκόμαστε και δρούμε σε ένα παιχνίδι μέσα, που κάποιος που γνωρίζει από αυτά έχει δημιουργήσει.
Και φαινόταν ότι ησύχασε καταλήγοντας έτσι.
Όμως δεν προχώρησε για να μας πει τι, ποιο, πώς, είναι το Όν αυτό που δημιούργησε το Παιχνίδι αυτό που μέσα του όπως λέει μας έβαλε.
Τότε τι μας είπε; Άλλαξε μόνον όνομα στο Άγνωστο.
Άλλη μία απόπειρα να γίνει ο άνθρωπος σοβαρός που πήγε χαμένη.
5.
Ο Κωστάκης είναι παιδικός φίλος και τα συζητάμε καμιά φορά.
Γεννηθήκαμε τον ίδιο μήνα του ίδιου χρόνου.
Προέρχεται από κουμουνιστική οικογένεια.
Μου έπιασε κουβέντα προχτές και μου έλεγε πόσο καλό έκανε ο Θεοδωράκης στην Ελλάδα.
Του είπα:
Ο Θεοδωράκης ήταν σπουδαίος μουσικοσυνθέτης.
Μου είπε ο Θεοδωράκης πρόσφερε πολλά στην Ελλάδα με την πολιτική του.
Τον ρώτησα:
Αν δεν είχε υπάρξει ο Θεοδωράκης η Ελλάδα θα ήταν χειρότερη; Ή: Σε τι έγινε καλλίτερη η Ελλάδα επειδή υπήρξε ο Θεοδωράκης; Μήπως διορθώθηκε κάτι σ’ αυτήν; Τα ίδια χάλια δεν έχει που είχε και πριν τον Θεοδωράκη; Και τα ίδια χάλια δεν έχει και μετά τον Βελουχιώτη, τον Φλωράκη και μετά την Παπαρήγα, και μετά τον Καραμανλή, και μετά τον Παπανδρέου, και μετά τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και μετά από όλους τους πρωθυπουργούς που περάσανε;
Με ποιον από αυτούς έγινε καλλίτερη;
Εξάλλου κλέφτες δεν ήσαν εκείνοι που μας «ελευθέρωσαν» από τους Τούρκους;
Απόγονοι εκείνων δεν κυβερνάνε έκτοτε την Ελλάδα; Και δεν είναι κλέφτες όλοι αυτοί-
μόνο που τώρα τους λένε πρωθυπουργούς, υπουργούς κλπ;
Σε τι διαφέρει η Ελλάδα του 1821 από την σημερινή;
Η διαφορά είναι ότι όλα πια γίνονται με νόμους ώστε να κλείνουν τα στόματα των ηλιθίων.
Ο Κωστάκης μου αντέτεινε ότι σήμερα «ζούμε καλλίτερα από τότε».
Του είπα ότι αν θεωρεί καλλίτερο το ότι δεν έχουμε λάμπες πετρελαίου αλλά ηλεκτρικές, αν θεωρεί καλλίτερο ότι μετακινούμαστε με αυτοκίνητα και λοιπά παρόμοια, τότε ζούμε καλλίτερα.
Όμως όπως ζούσαν καλλίτερα οι έλληνες του 1821 από τους παλιούς κατοίκους της Ελλάδας τους προ Χριστού.
Πες μου λοιπόν Κωστάκη τι άλλαξε προς το καλλίτερο στην Ελλάδα τα διακόσα τόσα χρόνια;
Ποιο Υπουργείο έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να κάνει κάτι καλό για την Ελλάδα;
Όλοι οι πολιτικοί που πέρασαν έφαγαν με την ψυχή τους, χωρίς να αλλάξουν ΤΙΠΟΤΑ στραβό.
Απλά μόνον έζησαν τη ζωή τους.
Και οι τωρινοί όπως και οι προηγούμενοι πολιτικοί σέρνουν προς τον χαμό τη χώρα φωνάζοντας όπως όλοι: «Σώζουμε την Ελλάδα!»
21-7-2010
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 36Η ΕΠΕΤΕΙΟ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-20 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010
Καλά που έχουμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας να μας ξεστραβώνει κάθε τόσο.
Θυμόσαστε τις άλλες που είχε πει ότι πρέπει οι έλληνες να πάψουν να είναι φτωχοί;
Ποιος άλλος θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο-να πει μια τέτοια σοφία;
Σήμερα πάλι, στη γιορτή για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, τα ίδια και καλλίτερα.
Μας είπε ότι «Η ευθύνη για την ελληνική παρακμή βαρύνει κυρίως την πολιτική τάξη»
Ορίστε! Έβγαλε από την πλάνη τους έλληνες που στη μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν τη γνώμη ότι για την ελληνική παρακμή έφταιγε η τάξη των μπογιατζήδων. Άφεριμ Πρόεδρε της Δημοκρατίας μας!
Βέβαια ευθύνονται και άλλοι, όπως τουλάχιστον μας λέει εκείνο το «κυρίως». Να μην κρατήσει και μία πισινή ο Πρόεδρός μας;-στο κάτω κάτω κι αυτός ανήκει στην πολιτική τάξη. Άραγε, κάνει και την αυτοκριτική του ο Πρόεδρός μας όλων των Ελλήνων. Προοδευτικό στοιχείο, αν λάβουμε υπόψη πως η αυτοκριτική λανσαρίστηκε από τους κουμουνιστές.
Ακούσαμε ακόμα τον κύριο Πρόεδρό μας να λέει ότι «η αποδοκιμασία που δέχεται σήμερα το πολιτικό σύστημα είναι πολλές φορές «ακατέργαστη μέσα στη γενίκευσή της, αλλά στον πυρήνα της δίκαιη».
Ας το κάνουμε κι αυτό λιανά. Ακατέργαστη αποδοκιμασία είναι να κατεβαίνεις σε πορείες και διαδηλώσεις και να κλείνεις τους δρόμους. Στον πυρήνα της όμως είναι δίκαιη! Αυτό κι αν είναι ικανοποίηση! Στον πυρήνα! Όχι σε τίποτα μικρούλικα ασύστατα ηλεκτρονιάκια, αλλά ΣΤΟΝ ΠΥΡΉΝΑ! Δηλαδή «έχετε δίκιο να διαμαρτυρόσαστε κάφροι, όμως ήσυχα ήσυχα, χωρίς κλεισίματα των δρόμων και μολότοφ. Βολευτείτε με τον πυρήνα.» Πισινή κι εδώ από τον Πρόεδρό μας. Και το σκύλο χορτάτο και την προβατίνα ακέρια.
Αλήθεια, για σκεφτείτε να έλεγε: «πάρτε τα όπλα πολίτες, αλλιώς δεν καταλαβαίνουν αυτοί!».Θα ρίσκαρε έτσι και τη θέση του να χάσει, γιατί δεν ξέρεις τι βγάζει μια επανάσταση. Κι αν βγάλει και πάλι δημοκρατία, μπορεί να μην είναι Προεδρευόμενη, οπότε πάει καλλιά της και η Προεδρική καρέκλα. Και αν έρθει κουμουνισμός, πάνε και όλα τα οικόπεδα, τα σπίτια και οι καταθέσεις του Πρώτου μας Πολίτη, αλλά και οι σπουδές στα ακριβότερα πανεπιστήμια των εφτά θυγατέρων του, που αργότερα θα μας έρθουν σπουδαγμένες και κάποια από αυτές θα γίνει και Προεδρίνα της Δημοκρατίας μας να βγάζει λόγους υπέρ πτωχών και αδυνάτων. Για τέτοια είμαστε τώρα;
Έκανε λόγο ακόμα ο Πρόεδρός μας για τη δημοκρατία μας, που: «έγινε Δημοκρατία, αλλά όχι σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία». Ρε γαμότο, κι εμείς που νομίζαμε ότι είμαστε σύγχρονη… Ελβετία ας πούμε… ή Γαλλία εν ανάγκη… Αλλά καλλίτερα να ξέρουμε που βρισκόμαστε, παρά να κολυμπάμε στην άγνοια. Σ’ ευχαριστούμε κύριε Πρόεδρέ μας.
Και ακούστε και τι άλλο τόλμησε να εκστομίσει ο τίμιος Πρόεδρός μας: Κάλεσε το κράτος να εφαρμόσει πρώτο τους νόμους και κάλεσε το κράτος να αποδείξει ότι «η ισονομία ισχύει για όλους, χωρίς εξαιρέσεις για τους ισχυρούς, ότι οι προβλέψεις του Συντάγματος δεν είναι κενό γράμμα, ότι τα οικονομικά βάρη κατανέμονται δίκαια, ότι η παιδεία και η υγεία δεν προσφέρονται μόνο στους προνομιούχους». Πρωτάκουστα πράματα! Μας είπε δηλαδή ο πανάξιος-και γι αυτό για δεύτερη φορά εκλεγείς-κύριος Πρόεδρός μας, ότι το κράτος γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους νόμους που το ίδιο ψηφίζει, ότι όσοι έχουνε χρήμα πατάνε χάμου τους ταλαίπωρους φτωχούς, ότι το Σύνταγμα είναι για τους πολιτικούς ένα κωλόχαρτο, ότι το κράτος κλέβει από τους φτωχούς και τα δίνει στους υποστηριχτές του πλούσιους, ότι τα ελληνόπουλα αλλά και όλοι οι έλληνες είναι ξύλα απελέκητα, και ότι αν δεν έχεις φράγκα ψοφάς σαν σκυλί στους δρόμους. Να σας πω, μάλλον έχει δίκιο. Είχαμε βέβαια μιαν υποψία για όλα αυτά, όμως άλλο πράμα είναι να τα ακούς από ένα τίμιο και άξιο ελληνικό προεδροδημοκρατικό στόμα. Τσ τσ τσ… γι αυτό δεν προοδεύουνε τα κράτη που δεν έχουν Πρόεδρους Δημοκρατίας…
Και αν γίνουν όλα αυτά, είπε ο ρέκτης Πρόεδρός μας, τότε μόνο, «παρά την κρίση και την φτώχεια που αναπόφευκτα πλήττει μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού, μπορούμε να περιμένουμε διέξοδο», τόνισε.
Αυτό το «αναπόφευκτα» πόση ανακούφιση δίνει στους αγαπημένους μας πολιτικούς που μερικοί κακοήθεις από αυτούς θεωρούν υπεύθυνους της κατάντιας μας και ότι αυτοί δήθεν ευθύνονται για την παρακμή της Ελλάδας…-αλλά όχι πλήρως, κυρίως είπαμε…!
Τότε μόνο λοιπόν «μπορούμε να περιμένουμε διέξοδο»!
Ώστε λοιπόν τώρα είμαστε σε αδιέξοδο! Να τι χρειάζζονται οι πρόεδροι της δημοκρατίας.
Αλλά και γιατί όχι; Οι έλληνες πάντα περιμένουν κάτι, θ’ αλλάξουνε τώρα ή στα επόμενα εκατό χρόνια; Περιμένουνε βοήθεια από την Αμερική, περιμένουνε αυξήσεις από το κράτος, περιμένουνε να τους λυπηθούν οι Τούρκοι, περιμένουνε να φτηνήνει η ντομάτα, περιμένουνε τα βράδια να δούνε στην τηλεόραση με πόσες μαχαιριές έγιναν τα εγκλήματα της ημέρας…
Ο πρόεδρός μας της Δημοκρατίας μας, ανάφερε ακόμα ότι «η διαμαρτυρία είναι δίκαιη και δικαιολογημένη, όχι όμως όταν εκφράζεται με συντεχνιακό αυτισμό και αδιαφορία για την κοινωνική πλειοψηφία».
Αυτό που λέγαμε και πιο πάνω. Άει στο διάολο δηλαδή, αντί να κλείνουν τους δρόμους οι διαμαρτυρόμενοι, αντί να καίνε τον Άγνωστο, αντί να σπάνε βιτρίνες, καλλίτερα θα ήτανε να κάνουν πορείες επί χάρτου. Αν αποφασίσουν οι μπετατζήδες ας πούμε να κάνουν πορεία, να γράψουν ένα γράμμα προς τον πρωθυπουργό και όλους τους εμπλεκόμενους υπουργούς και να τους λένε: «αύριο, τάδε του μηνός, η τάξη των μπετατζήδων θα κατέβαινε σε πορεία διαμαρτυρίας. Για να μην εκφράσει όμως αυτή συντεχνιακό αυτισμό και αδιαφορία για την κοινωνική πλειοψηφία, στην πράξη η πορεία δε θα γίνει. Σας ενημερώνουμε γι αυτήν, εσωκλείοντας και την πορεία που αυτή θα ακολουθούσε αν γινόταν, και σας παρακαλούμε να την θεωρήσετε τελεσθείσα».
Πολιτισμένα πράματα…
Μετά αποφάνθηκε ο κύριος Πρόεδρος ότι «με το ξέσπασμά της οικονομικής κρίσης έκλεισε ένας ιστορικός κύκλος για την ελληνική δημοκρατία, αυτός που ξεκίνησε το 1974». Έτσι. Από χούντα σε κρίση κι από κρίση σε χούντα, έτσι κλείνουν οι έλληνες τους ιστορικούς τους κύκλους.
Και έκανε την πολύτιμη εκτίμηση ότι «παρά την άνοδο του βιοτικού επιπέδου» (ανέβηκε; πώς δεν το πρόσεξα… αύριο θα πάω να το δω-εκτός και αν ανέβηκε πολύ ψηλά και δεν φαίνεται), «η διοίκηση δεν εκσυγχρονίστηκε (όχι;!), οι σχέσεις πολιτών και πολιτικού συστήματος παρέμειναν πελατειακές (ωιμέ! κι άλλη μαχαιριά!), το κράτος δικαίου δεν αναπτύχθηκε επαρκώς (αλί και τρισαλί! για στάσου όμως, όχι ότι δεν αναπτύχτηκε καθόλου, απλά δεν αναπτύχτηκε επαρκώς-σβήνει το «τρισαλί»), και στην ελληνική κοινωνία επικράτησαν νοοτροπίες κοντόθωρες και καταστροφικές (έλα!...»).
Ανοιχτομάτη μου κύριε Πρόεδρε που σ’ όλα μέσα είσαι-πού τα έμαθες κερατούκλη όλα αυτά ενώ κανένας άλλος έλληνας δεν είχε ιδέα για δαύτα; αυτό θα πει να είναι η γκαρσονιερίτσα σου «γεμάτη βιβλία»…
Και, ο άψογος, τίμιος, πανάξιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, συμπληρώνει τις διαπιστώσεις του: «Δεν μπορέσαμε, παρά τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να φτιάξουμε μια υγιή και ευρεία παραγωγική βάση για τη χώρα, ούτε δομές διαφανούς διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας».Τα χαμίνια της γειτονιάς μου το λένε αλλιώς: «Οι γαμημένοι οι πολιτικοί τα κλέψανε όλα!» Αλλά ίσα κι όμοια είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας με τα χαμίνια-σπουδαγμένος άνθρωπος με αμόρφωτα αλητάκια;
Δεν διάβασα όλον το λόγο του Προέδρου μας, από τα αποσπάσματα όμως που είδα, αυτός δεν χρησιμοποίησε ούτε μια φορά το «πρέπει». Φαίνεται πως έχει διαβάσει ότι τον έχω κατατάξει μέσα στους «πρεπολόγους» και το ’κοψε. Τουλάχιστον για σήμερα.
Αντίς γι αυτό, σήμερα ήτανε γεμάτος διαπιστώσεις και ευχές.
Οι εφημερίδες μας και η τηλεόρασή μας αύριο θα υμνούν τον «δημοκράτη, φίλο του λαού πρόεδρο της Δημοκρατίας μας», που «τα είπε χύμα» στους πολιτικούς»!
Εγώ πρόλαβα και είμαι ο πρώτος που το λέω στον πρόεδρό μας: ΜΠΡΆΒΟ ΚΎΡΙΕ ΠΡΌΕΔΡΕ!
ΥΓ
Αλλά ρε συ γαμότο, η Ελλάδα είναι σε παρακμή; Ρε μήπως και οι Πρόεδροι κάνουνε λάθη και η Ελλάδα δεν είναι σε παρακμή;
Και αν είναι αλήθεια σε παρακμή, δε σημαίνει πως πριν ήτανε σε ακμή; Φτου! Γιατί ρε Πρόεδρε δε βγήκες όταν ήτανε σε ακμή η χώρα να μας το έλεγες, να ξέρω ότι είμαι σε ακμή; Ευκολότερα θα μου ’ρχότανε η παρακμή αν είχε προηγηθεί ακμή…Τέτοια πράματα να λέγονται κύριε Πρόεδρέ μας… Κοίτα να θυμηθείς να μας πεις πότε θα είναι πάλι σε ακμή-εντάξει;
Το μονόπρακτο «ΔΙΝΑ» (γράφεται και ΔΕΙΝΑ)
Το μονόπρακτο "ΔΙΝΑ" είναι Θεατρική απόδοση του πρώτου αιματηρού επεισοδίου του Μεσανατολικού Ζητήματος (του σφαγιασμού των Συχεμιτών της Χαναάν από τα παιδιά του Ιακώβ), όπως αυτό περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη (ΓΕΝΕΣΗ, κεφάλαια ΧΧΧΙΙΙ18 έως και ΧΧΧΙ)
Το αμέσως πιο κάτω κείμενο, είναι το κομμάτι ΧΧΧΙΙΙ18 έως και ΧΧΧΙV της ΓΕΝΕΣΗΣ, από την μετάφραση των Εβδομήκοντα, όπου περιγράφονται τα σχετικά με την υπόθεση της Δίνας.
18 καὶ ἦλθεν Ἰακὼβ εἰς Σαλὴμ πόλιν Σικίμων, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, καὶ παρενέβαλε κατὰ πρόσωπον τῆς πόλεως. 19 καὶ ἐκτήσατο τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, παρὰ Ἐμὼρ πατρὸς Συχὲμ ἑκατὸν ἀμνῶν. 20 καὶ ἔστησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.
Κεφάλαιον λδ'
1 ΕΞΗΛΘΕ δὲ Δείνα ἡ θυγάτηρ Λείας, ἣν ἔτεκε τῷ Ἰακώβ, καταμαθεῖν τὰς θυγατέρας τῶν ἐγχωρίων. 2 καὶ εἶδεν αὐτὴν Συχὲμ ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ ὁ Εὐαῖος, ὁ ἄρχων τῆς γῆς καὶ λαβὼν αὐτήν, ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτῆς καὶ ἐταπείνωσεν αὐτήν. 3 καὶ προσέσχε τῇ ψυχῇ Δείνας τῆς θυγατρὸς Ἰακὼβ καὶ ἠγάπησε τὴν παρθένον καὶ ἐλάλησε κατὰ τὴν διάνοιαν τῆς παρθένου αὐτῇ. 4 εἶπε Συχὲμ πρὸς Ἐμμὼρ τὸν πατέρα αὐτοῦ λέγων• λαβέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα. 5 Ἰακὼβ δὲ ἤκουσεν, ὅτι ἐμίανεν ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ Δείναν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ• οἱ δὲ υἱοὶ αὐτοῦ ἦσαν μετὰ τῶν κτηνῶν αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ. παρεσιώπησε δὲ Ἰακὼβ ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτούς. 6 ἐξῆλθε δὲ Ἐμμὼρ ὁ πατὴρ Συχὲμ πρὸς Ἰακὼβ λαλῆσαι αὐτῷ. 7 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ ἦλθον ἐκ τοῦ πεδίου• ὡς δὲ ἤκουσαν, κατενύγησαν οἱ ἄνδρες, καὶ λυπηρὸν ἦν αὐτοῖς σφόδρα, ὅτι ἄσχημον ἐποίησεν ἐν Ἰσραὴλ κοιμηθεὶς μετὰ τῆς θυγατρός Ἰακώβ, καὶ οὐχ οὕτως ἔσται. 8 καὶ ἐλάλησεν Ἐμμὼρ αὐτοῖς λέγων• Συχὲμ ὁ υἱός μου προείλετο τῇ ψυχῇ τὴν θυγατέρα ὑμῶν• δότε οὖν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα 9 καὶ ἐπιγαμβρεύσασθε ἡμῖν• τὰς θυγατέρας ὑμῶν δότε ἡμῖν καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν λάβετε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν. 10 καὶ ἐν ἡμῖν κατοικεῖτε, καὶ ἡ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον ὑμῶν• κατοικεῖτε καὶ ἐμπορεύεσθε ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ ἐγκτᾶσθε ἐν αὐτῇ. 11 εἶπε δὲ Συχὲμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς• εὕροιμι χάριν ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ὃ ἐὰν εἴπητε, δώσομεν. 12 πληθύνατε τὴν φερνὴν σφόδρα, καὶ δώσω καθότι ἂν εἴπητέ μοι, καὶ δώσατέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα. 13 ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ τῷ Συχὲμ καὶ Ἐμμὼρ τῷ πατρὶ αὐτοῦ μετὰ δόλου καὶ ἐλάλησαν αὐτοῖς, ὅτι ἐμίαναν Δείνα τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν, 14 καὶ εἶπαν αὐτοῖς Συμεὼν καὶ Λευὶ οἱ ἀδελφοὶ Δείνας• οὐ δυνησόμεθα ποιῆσαι τὸ ρῆμα τοῦτο, δοῦναι τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν ἀνθρώπῳ, ὃς ἔχει ἀκροβυστίαν• ἔστι γὰρ ὄνειδος ἡμῖν. 15 μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθησόμεθα ὑμῖν καὶ κατοικήσομεν ἐν ὑμῖν, ἐὰν γένησθε ὡς ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ περιτμηθῆναι ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν. 16 καὶ δώσομεν τὰς θυγατέρας ἡμῶν ὑμῖν καὶ ἀπό τῶν θυγατέρων ὑμῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ οἰκήσομεν παρ᾿ ὑμῖν καὶ ἐσόμεθα ὡς γένος ἕν. 17 ἐὰν δὲ μὴ εἰσακούσητε ἡμῶν τοῦ περιτεμέσθαι, λαβόντες τὴν θυγατέρα ἡμῶν ἀπελευσόμεθα. 18 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι ἐναντίον Ἐμμὼρ καὶ ἐναντίον Συχὲμ τοῦ υἱοῦ Ἐμμώρ. 19 καὶ οὐκ ἐχρόνισεν ὁ νεανίσκος τοῦ ποιῆσαι τὸ ρῆμα τοῦτο• ἐνέκειτο γὰρ τῇ θυγατρὶ Ἰακώβ• αὐτὸς δὲ ἦν ἐνδοξότατος πάντων τῶν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. 20 ἦλθε δὲ Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ πρὸς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ ἐλάλησαν πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως αὐτῶν λέγοντες• 21 οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰρηνικοί εἰσι, μεθ᾿ ἡμῶν οἰκείτωσαν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐμπορευέσθωσαν αὐτήν, ἡ δὲ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον αὐτῶν. τὰς θυγατέρας αὐτῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν δώσομεν αὐτοῖς. 22 ἐν τούτῳ μόνον ὁμοιωθήσονται ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κατοικεῖν μεθ᾿ ἡμῶν, ὥστε εἶναι λαὸν ἕνα, ἐν τῷ περιτεμέσθαι ἡμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καθὰ καὶ αὐτοὶ περιτέτμηνται. 23 καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν οὐχ ἡμῶν ἔσται• μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθῶμεν αὐτοῖς, καὶ οἰκήσουσι μεθ᾿ ἡμῶν. 24 καὶ εἰσήκουσαν Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ περιετέμοντο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτῶν πᾶς ἄρσην. 25 ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτε ἦσαν ἐν τῷ πόνῳ, ἔλαβον οἱ δύο υἱοὶ Ἰακὼβ Συμεὼν καὶ Λευὶ ἀδελφοὶ Δείνας ἕκαστος τὴν μάχαιραν αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν ἀσφαλῶς καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἀρσενικόν• 26 τόν τε Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀπέκτειναν ἐν στόματι μαχαίρας. καὶ ἔλαβον τὴν Δείναν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Συχὲμ καὶ ἐξῆλθον. 27 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ εἰσῆλθον ἐπὶ τοὺς τραυματίας καὶ διήρπασαν τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐμίαναν Δείναν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν, 28 καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν καὶ τοὺς βόας αὐτῶν καὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν, ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν τῷ πεδίῳ, ἔλαβον. 29 καὶ πάντα τὰ σώματα αὐτῶν καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ᾐχμαλώτευσαν, καὶ διήρπασαν ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν ταῖς οἰκίαις. 30 εἶπε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Συμεὼν καὶ Λευί• μισητόν με πεποιήκατε, ὥστε πονηρόν με εἶναι πᾶσι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν, ἔν τε τοῖς Χαναναίοις καὶ ἐν τοῖς Φερεζαίοις• ἐγὼ δὲ ὀλιγοστός εἰμι ἐν ἀριθμῷ, καὶ συναχθέντες ἐπ᾿ ἐμὲ συγκόψουσί με, καὶ ἐκτριβήσομαι ἐγὼ καὶ ὁ οἶκός μου. 31 οἱ δὲ εἶπαν• ἀλλ᾿ ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;
Το αμέσως πιο κάτω, είναι το ίδιο με το πιο πανω κείμενο, από την δική μου μετάφρασή στα Νέα Ελληνικά της ΓΕΝΕΣΗΣ σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
ΧΧΧΙΙΙ18
Κι απ’ τής Συρίας ο Ιακώβ τη Μεσοποταμία
Πίσω σαν ήρθε, στη Σαλήμ έκατσε των Σηκίμων
Που είναι γη της Χαναάν. Και διάλεξε μια θέση
Στην πόλη που ήτανε κοντά, κι αγόρασε το μέρος
Του χτήματος που μέσα του είχε στρατοπεδέψει,
Απ’ τον Εμμώρ, που του Συχέμ ήτανε ο πατέρας,
Μ’ αντίτιμο εκατό αρνιά. Κι εκεί θυσιαστήριο
Έχτισε, και στου Ισραήλ το θεό επροσευχήθη.
XXXIV
Η κόρη που στον Ιακώβ εγέννησε η Λεία,
Η Δείνα, βγήκε θέλοντας τις κόρες να γνωρίσει
Του τόπου όπου θα ’μενε. Και ο Συχέμ την είδε
Ο Ευαίος, του Εμμώρ ο γιός, ο άρχοντας της χώρας,
Την πήρε, και τη ντρόπιασε κοιμάμενος μαζί της.
Και προσκολλήθηκε ο Συχέμ στου Ιακώβ την κόρη
Κι έγιν’ η αγάπη του αυτή. Και μίλησε σ’ εκείνη
Με λόγια που της άρεσαν. Και ο Συχέμ, πατέρα,
Λέει του Εμμώρ, κανόνισε αυτήνε τη γυναίκα
Να πάρω για γυναίκα μου. Και τη ντροπή της Δείνας
Την έμαθε ο Ιακώβ. Κι οι γιοί του στα χωράφια
Ήτανε με τα ζώα τους. Και μέχρι που να ’ρθούνε
Δε μίλαγε ο Ιακώβ. Και στον Ιακώβ επήγε
Ο Εμμώρ, πατέρας του Συχέμ, ώστε να του μιλήσει.
Και τα παιδιά του Ιακώβ ήρθαν απ’ τά χωράφια
Κι ως άκουσαν τι έγινε μεγάλο πόνο νοιώσαν
Και λυπηθήκανε πολύ. Γιατί κακό μεγάλο
Ήτανε για τον Ισραήλ που εκείνος εκοιμήθη
Με το κορίτσι του Ιακώβ-δεν έπρεπε να γίνει.
Κι είπε σε κείνους ο Εμμώρ, πως ο Συχέμ, ο γιός του
Την αγαπάει την κόρη τους. Γυναίκα δώστε τή του
Και να συμπεθεριάσουμε: τις κόρες τις δικές σας
Οι γιοί μας να παντρεύονται, κι οι κόρες μας τους γιους σας.
Κι εσείς εδώ να μείνετε. Χώρα έχουμε μεγάλη.
Μείνετε κι εμπορεύεστε και χτήματα αγοράστε.
Και παρακάλεσε ο Συχέμ της κόρης τον πατέρα
Και είπε και στ’ αδέρφια της: τη χάρη κάνετέ μου
Κι ότι ζητήστε το ’χετε. Την προίκα μεγαλώστε
Και θα σας τήνε δώσω εγώ. Μόνο την κόρη αυτήνε
Δώστε τη για γυναίκα μου.
ΧΧΧIV13
Και στον πατέρα του Εμμώρ και στον Συχέμ, με δόλο
Αποκριθήκαν του Ιακώβ οι γιοί, γιατί εκείνοι
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Κι οι αδερφοί της Δείνας
Ο Συμεών και ο Λευεί, τους είπαν: δεν μπορούμε
Το πράγμα αυτό να κάνουμε-κάποιον στην αδερφή μας
Να δώσουμε απερίτμητον. Για μας αυτό ντροπή ’ναι.
Όμοιοι με σας θα γίνουμε κι εδώ θα κατοικούμε
Μόνο αν κι εσείς, όπως κι εμείς, σε κάθε αρσενικό σας
Θα κάνετε περιτομή. Τότε και τις δικές μας
Τις κόρες θα σας δώσουμε, και τις δικές σας τότε
Γυναίκες μας θα κάνουμε και εδώ θα κατοικούμε
Και γένος ένα θα ’μαστε. Και αν δε συμφωνείτε
Να κάνετε περιτομή, εμείς τη Δείνα τότε
Την παίρνουμε και φεύγουμε. Κι αυτά τα λόγια αρέσαν
Και στον Εμμώρ και στον Συχέμ, το γιό του. Και ο νέος
Πράξη δεν άργησε αυτά τα λόγια να τα κάνει,
Γιατί πολύ του άρεσε του Ιακώβ η κόρη
Κι ήταν ο δυνατότερος στο πατρικό το σπίτι.
Και πήγανε Συχέμ κι Εμμώρ στης πόλης τους την πύλη
Και προς τους άντρες μίλησαν αυτής της πόλης κι είπαν:
Ειρηνικοί ’ν’ οι άνθρωποι αυτοί. Λοιπόν ας μείνουν
Μαζί με μας στη χώρα αυτή κι ας τριγυρνούν εντός της.
Είναι μεγάλη αυτή η γη. Κι ας πάρουμε γυναίκες
Τις θυγατέρες τους εμείς και κείνοι τις δικές μας.
Όμως θα γίνουνε με μας όμοιοι αυτοί οι ανθρώποι
Ώστε με μας να μείνουνε και λαός να είμαστ’ ένας,
Μόνον αν κάθε αρσενικό περιτμηθεί, δικό μας,
Όπως και κείνοι κάνουνε για κάθε αρσενικό τους.
Τα ζώα, τετράποδα και μη, και τα υπάρχοντα τους
Σε μας τότε θ’ ανήκουνε. Μονο ας περιτμηθούμε
Κι αυτοί θα κάτσουνε με μας. Και τον Συχέμ το γιο του
Και τον Εμμώρ, τους άκουσαν οι άντρες που στην πύλη
Αυτής της πόλης βρέθηκαν, κι όλοι περιτμηθήκαν.
ΧΧΧΙV25
Κι όταν αυτοί πονούσανε, την τρίτη την ημέρα,
Τα δυο παιδιά του Ιακώβ εμπήκανε στην πόλη-
ο Συμεών και ο Λευί, οι αδερφοί της Δείνας-
Και κει με το μαχαίρι τους, χωρίς να κινδυνέψουν,
Σκοτώσαν κάθε αρσενικό. Εσκότωσαν ακόμα
Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ. Και πήρανε τη Δείνα
Από το σπίτι του Συχέμ, και φύγαν. Και στην πόλη
Μπήκαν οι γιοί του Ιακώβ που ήταν οι σκοτωμένοι
Και τήνε λεηλατήσανε, γιατί εκεί τη Δείνα
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Και πήρανε μαζί τους
Και όσους όνους, πρόβατα και βόδια ήσαν στην πόλη
Και όσα ήσαν στους αγρούς. Και πήραν αιχμαλώτους
όσους εμείναν ζωντανοί με ό,τι είχαν δικό τους,
Και τις γυναίκες άρπαζαν κι ό,τι ήταν μες στην πόλη
Κι ό,τι στα σπίτια βρήκανε. Κι ο Ιακώβ τότε είπε
Στο Συμεών και στον Λευί: Τώρα θα με μισούνε
Αυτής της γης οι κάτοικοι κακός εγώ σα να ’μαι-
Οι Χαναναίοι κι οι Φερεζαίοι. Κι εγώ έχω λίγους άντρες.
Θα μαζευτούνε τώρα αυτοί και θα με κατακόψουν
Και πάω κι εγώ κι ο οίκος μου. Κι αυτοί, ""σαν πόρνη, του είπαν,
"Την αδερφή μας έπρεπε να μεταχειριστούνε;"
ΔΙΝΑ
(ή ΔΕΙΝΑ)
ΧΡΟΝΟΣ:
Βιβλικός
ΤΟΠΟΙ:
Κατασκήνωση Ιακώβ
Παλάτι Συχέμ
Χωράφια
Εξοχή
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ (ή ΔΕΙΝΑ)-κόρη του Ιακώβ
ΕΜΜΩΡ άεχοντας του ΣΥΧΕΜ
ΣΥΧΕΜ γιος του.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ, ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ
ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ
ΝΟΙΚΟΚΥΡA ΣΥΧΕΜΙΤΙΣΣΑ
Α΄ ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ,
Β’ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
ΒΑΛΛΆ δούλα του Ιακώβ
ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ
Τόπος:
Βασίλειο του Συχέμ της Χαναάν. Μονοπάτι στην εξοχή, μακριά από την κατασκήνωση του Ιακώβ.
Πρόσωπα:
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ-κόρη του Ιακώβ
ΣΥΧΕΜ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΤΟΥ.
ΡΟΝΙ
Δίνα ας γυρίσουμε. Η μητέρα σου εμένα θα μαλώσει αν αργήσουμε.
ΔΙΝΑ
Έλα Ρόνι, μη θέλεις να χαλάσεις αυτό το όμορφο περπάτημα. Πώς μπορείς να συλλογίζεσαι το γυρισμό μια τέτοιαν ώρα; Μόνο το αεράκι αυτό που κατεβαίνει από τό βουνό απέναντι και μας δροσίζει ως μέσα την ψυχή, αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για να με κρατήσει εδώ. Μα είναι και τα λουλούδια. Κοίτα. Κοίτα τους κρόκους! Τους αγριονάρκισσους! Τους υάκινθους! Μακρύναμε από το πατρικό μας σπίτι αλλά βρεθήκαμε σ’ ένα ωραίο μέρος.
ΡΟΝΙ
Μ’ αρέσουνε και μένα όλα αυτά Δίνα. Όμως ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε τόσο από το σπίτι. Το ξέρεις πως ο άρχοντας περνάει απ’ αυτό το δρόμο με τ’ αμάξι του;
ΔΙΝΑ
Που να το ξέρω… Και ούτε με νοιάζει για τον άρχοντα.
ΡΟΝΙ
Κι αν τόνε νοιάζει αυτόν;
ΔΙΝΑ
Τί θα μας κάνει Ρόνι, θα μας φάει;
ΡΟΝΙ
Τόσο μακριά δεν πήγαμε άλλοτε Δίνα.
ΔΙΝΑ
Ούτε άλλοτε ήταν τόσο όμορφα. Κοίτα ένα χρυσοκίτρινο πουλί! Ω! Να μπορούσα να τ’ αγγίσω! Να το κλείσω στα χέρια μου! Να το χαϊδέψω, να το φιλήσω…
(πλησιάζει το πουλί, αυτό φεύγει.)
Γιατί φοβούνται τα πουλιά Ρόνι;
(βλέπει τη Ρόνι που είναι σκεπτική)
Έλα Ρόνι, Χάρου και συ μαζί μου. Αν όλα τ’ άλλα δεν μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις το σπίτι και τη μητέρα μου, τουλάχιστον αυτό σκέψου: Είμαστε σ’ ένα μέρος που πρώτη φορά το βλέπουμε. Μια καινούργια πόλη. Ποιός ξέρει πόσα ωραία πράγματα θα ’χει μέσα της… Ας τη δούμε κι ας είναι από μακριά. Δε θα ’θελες να δεις κι άλλη μια πόλη εκτός απ’ τή Χαρράν;
ΡΟΝΙ
Θέλω. Μα βλέπεις εκείνο το δέντρο εκεί πέρα; Όταν φτάσουμε εκεί θα γυρίσουμε. Ναι;
ΔΙΝΑ
Ω! Εσύ είσαι χειρότερη από τη μητέρα μου.
ΡΟΝΙ
Γι αυτό και μ’ έχουνε για συντροφιά σου-γιατί είμαι μεγαλύτερη και ξέρω πράγματα περισσότερα. Όλοι με μένα θα τα βάλουνε που αργήσαμε.
ΔΙΝΑ
Κουτή! Και τι μπορεί να γίνει;
(κοιτάζει γύρω της)
Τι ομορφιά! Εκείνο το βουνό εκεί πέρα δε μοιάζει σα να το’ βαλαν εκεί οι άγγελοι του θεού του πατέρα μου, γεμάτο έτσι με δέντρα ολάνθιστα και με ό,τι αγριολούλουδο φανταστείς, μόνο και μόνο για μας;
ΡΟΝΙ
Το βουνό αυτό το λένε Εβάλ και τ’ αντικρυνό του Γε
ζερίμ.
Ακουσα τον πατέρα σου που τόλεγε όταν ερχόμασταν.
ΔΙΝΑ
Ω: Δε με νοιάζει πως το λένε, αρκεί που είναι όμορφο.
ΡΟΝΙ
Και δεν είναι μόνον ο πατέρας σου. Θα μου φωνάζουν και τ’ αδέρφια σου.
ΔΙΝΑ
Ουφ! Άσε με πιά! Αν θέλεις φύγε. Θα προχωρήσω μόνη μου…
ΡΟΝΙ
Οχι. Δε φεύγω.
ΔΙΝΑ
Τότε σταμάτα. Να, φτάνουμε στο δέντρο, θα γυρίσουμε, μην κάνεις έτσι.
(τη βλέπει)
Πώς το μπορείς να πας και να κλειστείς μέσα σε μια σκοτεινή σκηνή μια λαμπρή μέρα σαν και τούτη; Όμως είσαι κουτή. Τ’ αδέρφια μου ότι και να κάνω δε θα με μαλώσουν. Έντεκα αγόρια θα μαλώσουνε μιαν αδερφούλα; Έτσι και με δούνε λίγο λυπημένη θα μου συχωρέσουνε την πιο μεγάλη μου αταξία.
(Σιωπή)
Ξέρεις πως τον παλιό καιρό παντρεύονταν αδέρφια με αδέρφια; Ξέρεις ποιον θα ’παιρνα εγώ; Τον Συμεών.
ΡΟΝΙ
Λες και δεν το έχουμε καταλάβει! Ξέρεις, στην Αίγυπτο παντρεύονται αδέρφια με αδέρφια.
ΔΙΝΑ
Ξέρω. Εσύ ποιον θα διάλεγες αν τ’ αδέρφια μου ήταν αδέρφια σου;
ΡΟΝΙ
Τον Λευί.
ΔΙΝΑ (Γελάει)
Εσύ ψηλή ψηλή κι αυτός κοντούτσικος ωραίο ζευγάρι θα κάνατε…
ΡΟΝΙ
Είναι δουλευτής. Μια μέρα θα γίνει πλούσιος σαν τον πατέρα του. Τίποτα δε θα του λείπει.
ΔΙΝΑ
Τα πλούτη κοιτάζεις καημένη κι όχι την αγάπη;
ΡΟΝΙ
Τα πλούτη που δεν έχω. Αν είχα κι εγώ πλούσιο πατέρα, τότε θα σκεφτόμουν κι εγώ τις αγάπες.
(Δυο άμαξες εμφανίζονται στη στροφή του δρόμου. Φοβισμένα)
Κάποιοι έρχονται. Πάμε να φύγουμε!
ΔΙΝΑ
Άνθρωποι είναι. Θα περάσουνε.
ΡΌΝΙ
Μπορεί να ’ναι ο άρχοντας. Πάμε να φύγουμε.
ΔΙΝΑ
Όποιοι και να ’ναι δεν κρύβομαι. Είμαι η κόρη του Ιακώβ. Κι έχω έντεκα αδέρφια. Κάτσε εδώ. Άρματα είναι, θα περάσουν.
(Μεριάζουν κάνοντας τόπο στις άμαξες. Οι άμαξες σταματάνε δίπλα τους. Κατεβαίνει ο Συχέμ)
ΣΤΧΕΜ
Χαιρετίζω τα όμορφα κορίτσια.
ΔΙΝΑ
Και μεις σε χαιρετίζουμε.
ΣΥΧΕΜ
(Κάνει μια γύρα γύρω από τα κορίτσια. Στέκεται μπροστά στη Δίνα)
Πώς και δε σ’ έχω ξαναδεί στα μέρη μου; Ξένη είσαι;
ΔΙΝΑ
Πριν δυο φεγγάρια ήρθα εδώ με την οικογένεια μου. Αγόρασε ο πατέρας μου γης από τον άρχοντα της χώρας και μένουμε. Ιακώβ τόνε λένε τον πατέρα μου.
ΣΥΧΕΜ
Κάτι άκουσα για κάτι ξένους από τον πατέρα μου. Τον έχεις δει τον άρχοντα;
ΔΙΝΑ
Δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με τον άρχοντα. Εγώ μένω στο σπίτι. Βγήκα με τη φίλη μου για μια βόλτα. Κι είναι η ώρα μου να γυρίσω.
(κάνει να φύγει. Ο Συχέμ της κλείνει το δρόμο).
ΣΥΧΕΜ
Αφού δεν ξέρεις τον άρχοντα δε θα ξέρεις και μένα-είμαι ο γιος του ο Συχέμ, που τ’ όνομά μου έχει η χώρα που μέσα της μένεις. Και είμαι ο πρωτότοκος, και είμαι ο κληρονόμος της χώρας τούτης μ' ότι και μ' όποιον έχει μέσα της.
ΔΙΝΑ
Δεν έτυχε να σ’ έχω ακουστά. Κι εγώ είμαι η κόρη του Ιακώβ με τα χιλιάδες ζώα και τις κατοσταριές τους δούλους. Και τώρα πρέπει να γυρίσω γιατί θα με ψάχνει.
ΣΥΧΕΜ
Τέτοια κορμοστασιά σαν της γαζέλας των βουνών και δυο τέτοια μαύρα μάτια μεγάλα το καθένα σαν τη νύχτα και γλυκά σαν το μέλι του Ελάμ, δεν έχω ξαναδεί σ’ όλη τη χώρα.
ΔΙΝΑ
Καλά τα λόγια σου, όμως με περιμένουν οι δικοί μου.
ΣΥΧΕΜ
(Μη δίνοντας σημασία σ’ ότι λέει η Δίνα)
Όταν, πρωί, έρθεις εδώ, θα δεις ομίχλη να σκεπάζει τον κάμπο πέρα πέρα. Τ’ αγριολούλουδα τότε και τα δέντρα φαντάζουν ομορφότερα καθώς μισοκρύβονται μέσα στην πάχνη. Έτσι και συ με το βέλο να σκεπάζει το πρόσωπό σου γίνεσαι ομορφότερη.
Βγαλ’ το. Ίσως δω κάποιαν ασχήμια πάνω του, και τότε θα σ’ αφήσω να πας στο σπίτι σου.
ΔΙΝΑ
Το βέλο του κορίτσι από σπίτι δεν το βγάζει.
ΣΥΧΕΜ
Κορίτσι από σπίτι δεν τριγυρίζει μονάχο του στις ερημιές.
ΡΟΝΙ
(Προσκυνάει ως το χώμα)
Άρχοντά μου, χίλια να είναι τα χρόνια σου και όλους τους εχθρούς σου να νικάς. Άκου και με τη δούλη σου. Όσα είπε η κυρά μου είναι αλήθεια. Για έναν περίπατο βγήκαμε. Και μ’ έστειλαν μαζί της για να την προσέχω σα μεγαλύτερη που είμαι. Οι ομορφιές του τόπου μάς μάγεψαν κι αργήσαμε λιγάκι. Κύριέ μου, θα με σκοτώσουνε αν πειραχτεί μια τρίχα μόνον από τα μαλλιά της. Άφησέ μας να γυρίσουμε στο σπίτι μας και ο κύριός μου θα σου στείλει δώρο πενήντα πρόβατα. Εγώ θα του το πω.
ΣΪΧΕΜ (Κάνει νόημα σε δυο άντρες που είναι στ’ αμάξια κι αυτοί παίρνουν από μπροστά του τη Ρόνι. Στη Δίνα) Ανέβα στ’ αμάξι μου!
ΔΙΝΑ
Οχι. Κι άσε με να φύγω γιατί έχω έντεκα αδέρφια και θα μ’ αναζητάνε.
ΣΙΧΕΜ
Ο πόθος που μου άναψες δε σβήνει ούτε με τα παρακάλια της δούλας σου ούτε με τις δικές σου απειλές. Κι αν ένας άρχοντας δεν κάνει ό,τι θέλει μέσα στη χώρα του, τότε άρχοντας δεν είναι. Έλα μαζί μου κι αύριο σε πηγαίνω όπου θέλεις.
ΔΙΝΑ
Δεν έχω μάθει να με διατάζουν. Κι ούτε είμαι δούλα σου. Δούλα είμαι στον πατέρα και στ’ αδέρφια μου. Κι ούτε που με θαμπώνουν τα πλούτη. Μες στο ασήμι και στο χρυσάφι μεγάλωσα.
ΣΙΧΕΜ
Μάρτυρα τον Βεδ βάζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σε πάρω μαζί μου με το ζόρι. Μαρτυρά μου το θεό τον Ήλιο βάζω πως και η κόρη του Φαραώ να ήσουνα η ίδια, πάλι θα σ’ έπαιρνα μαζί μου. Κι αν ήξερα ακόμα πως θα πληρώσω με τη ζωή μου την αγκαλιά σου, πάλι δεν θα έκανα πίσω.
ΔΙΝΑ
Άρχοντα άσε με να φύγω.
(Ο Συχέμ την αρπάζει και τη βάζει πάνω στο άρμα του ενώ η Δίνα προσπαθεί να του ξεφύγει)
Τέλος της πρώτης σκηνής
ΣΚΗΝΉ ΔΕΎΤΕΡΗ
Σκηνή του Ιακώβ.
Πρόσωπα:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης
ΖΕΛΦΑ
Ρώτησα μια γυναίκα της πόλης. Μου είπε πως υπάρχει στην πόλη μια γριά που ξεγεννάει.
ΙΑΚΩΒ
Να την πάρουμε όταν έρθει η ώρα. Η Ραχήλ είναι αδύνατη. Θα χρειαστεί βοήθεια.
ΖΕΛΦΑ
Όταν ξαναπεράσει η γυναίκα θα της το πω. Με το ζόρι την κατάφερα να μου μιλήσει. Δε στέκονται…
ΛΕΙΑ
(Γνέθοντας)
Μας αποφεύγουν οι ντόπιοι.
ΙΑΚΩΒ
Είναι νωρίς ακόμα. Πρέπει να μας μάθουν, να δουν πως είμαστε καλοί και νοικοκυραίοι άνθρωποι κι ύστερα θα ξανοιχτούνε.
ΛΕΙΑ
Ήρθε ο Φαρέν από τα κοπάδια. Τρεις αγελάδες γεννήσανε σήμερα.
ΙΑΚΩΒ
Δοξασμένο να είναι το όνομα του Κυρίου. Όλα καλά μας τα κάνει. Αν βρούμε και νερό στα καινούργια πηγάδια, τότε θα ’μαστε καλλίτερα.
(Στη Ζελφά)
Φώναξε μου τον Αραχέμ.
(Η Ζελφά βγαίνει).
ΛΕΙΑ
Η Δίνα άργησε. Στείλε κάποιον να δει.
ΙΑΚΩΒ
Μόνη της πήγε;
ΛΕΙΑ
Με τη Ρόνι.
ΙΑΚΩΒ
Είναι μεγάλη και μυαλωμένη κοπέλα. Όταν είναι αυτή μαζί με τη Δίνα μη φοβάσαι.
ΛΕΙΑ
Είναι πολλή ώρα που φύγανε. Βγήκα έξω να δω και δεν τις πήρε το μάτι μου.
ΙΑΚΩΒ
Ο ήλιος είναι ψηλά ακόμα.
ΛΕΙΑ
Αν αργούσε ο Ιωσήφ θα ’χες στείλει δέκα ανθρώπους να τον βρούνε…
ΙΑΚΩΒ
Ο Ιωσήφ είναι μικρός ακόμα. Μη με κακοπαίρνεις Λεία. Όλα τα παιδιά μου τ’ αγαπάω.
ΛΕΙΑ
Αυτό που σου λέω εγώ.
ΙΑΚΩΒ
Καλά, θα πω του Αραχέμ να στείλει κάποιον. Ησύχασε .
(Μπαίνει ο Αραχέμ και προσκυνάει)
ΑΡΑΧΈΜ
Προσκυνώ αφέντη.
ΙΑΚΩΒ
Πώς τα βλέπεις τα πηγάδια Αραχέμ; Θα δώσουνε νερό;
ΑΡΑΧΕΜ
Πρέπει αφέντη. Ο γείτονας στην Ανατολή έχει τρία γεμάτα. Ο βορεινός τα ίδια. Φαίνεται πως η περιοχή έχει νερό. Κι ο γερο-Ιωβήλ αυτό λέει.
ΙΑΚΩΒ
Ο Φαρέν λέει γεννήσανε τρεις αγελάδες. Τις είδες;
ΑΡΑΧΕΜ
Ναι αφέντη. Καλά είναι τα ζώα. Η μία δυσκολεύτηκε, είπαμε δε θα το βγάλει ζωντανό όμως τα κατάφερε.
ΙΑΚΩΒ
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου. Κι ας δώσει να γεννήσει καλά και η Ραχήλ. Τράβα να ησυχάσεις Αραχέμ. Προτού, στείλε κάποιον να φέρει τη Δίνα.
ΑΡΑΧΈΜ
Πάω αφέντη. Μόνο ένα πράγμα να σου πω για να το ξέρεις. Δεν είναι σπουδαίο, αλλά μη σου κάνει κανείς τίποτα παράπονα…
ΙΑΚΩΒ
Τι;
ΑΡΑΧΕΜ
Να, αρπαχτήκανε οι προβατάδες μας με τους ντόπιους για δυό ζώα.
ΙΑΚΩΒ
Δε σας είπα να μην πιανόσαστε-να προσέχετε; Είμαστε ξένοι εδώ Αραχέμ!
ΑΡΑΧΕΜ
Δεν προχώρησε το πράγμα αφεντικό. Μπροστά στους ξένους μάλωσα τους δικούς μας. Ησύχασαν τα πράγματα. Μόνο για να το ξέρεις στο είπα.
(Απέξω ακούγεται θόρυβος και κλάματα γυναικεία.)
ΛΕΊΑ
Τι να συμβαίνει; (Αφήνει το γνέσιμο και βγαίνει)
ΙΑΚΩΒ
Θα τσακώθηκαν τίποτα γυναίκες.
(Περιμένει να δει τι έγινε. Μπαίνει η Λεία. Από πίσω της έρχεται η Μελχά σπρώχνοντας μπροστά της τη Ρόνι, που για προστασία έχει κολλήσει πάνω της.)
ΛΕΙΑ
(θρηνώντας)
Πάει το παιδί μου! Πάει το κορίτσι μου! Μου το πήρανε. Πάει το μοναχοκόριτσό μου!
ΙΑΚΩΒ
Τ’ είναι αυτά που λες; Τι Θα πει… Ποιός το πήρε;
(Στη Μελχά)
Τι έγινε;
ΜΕΛΧΑ
Ο γιος του Εμμώρ άρπαξε τη Δίνα.
ΙΑΚΩΒ
Ο γιος του άρχοντα-ποιος; Ο Συχέμ;
(Η Μελχά κοιτάζει ερωτηματικά τη Ρόνι. Εκείνη γνέφει ναι).
Πώς έγινε; Πότε; Πες μου.
ΛΕΊΑ
Πάει το κορίτσι μου. Το ’λεγα εγώ.
(Στη Ρόνι)
Και συ που είχες τα μυαλά σου; Ω! Δυστυχία μου!
ΙΑΚΩΒ
(Βάζει τη Λεία να καθίσει)
Σώπασε να δούμε τι έγινε.
(Στη Ρόνι)
Λέγε επιτέλους κορίτσι, τί έγινε;
(Η Ρόνι κλαίγοντας πέφτει μπροστά στα πόδια του Ιακώβ. Δυνατά)
Σταμάτα τα κλάματα και μίλα.
ΡΟΝΙ
Εγώ της έλεγα να γυρίσουμε αφέντη. Δε μ’ άκουγε.
ΑΡΑΧΕΜ
(Πλησιάζει, τη Ρόνι)
Μη φοβάσαι. Άσε τα κλάματα και μίλα. Λέγε.
ΡΌΝΙ
Εκεί που περπατούσαμε ήρθανε δύο άρματα. Στο ένα ήτανε ο Συχέμ ο άρχοντας. Κατέβηκε και μας μίλησε .Είπε της Δίνας να πάει μαζί του. Εκείνη δεν πήγαινε και την άρπαξε ο ίδιος. Την έβαλε στο άρμα του και φύγανε.
ΛΕΙΑ
(κλαίγοντας)
Κορίτσι μου!
ΙΑΚΩΒ
(στον εαυτό του)
Δε μπορώ να το πιστέψω. Ο Εμμώρ να το κάνει αυτό σε μένα;..
(στην Ρόνι)
Ήξερε ποια είναι η Δίνα;
ΡΟΝΙ
Του το είπε. Του είπε για τ’ αδέρφια της, του είπε και για σένα αφέντη, τίποτα εκείνος. Την πήρε. Του μίλησα κι εγώ αφέντη. Έπεσα στα πόδια του. Τον παρακάλεσα. Μ’ έκανε πέρα. Δε φταίω κυρά μου... της έλεγα να γυρίσουμε.., δε μ’ άκουγε. Τί να ’κανα;
ΙΑΚΩΒ (στη Ρόνι)
Πήγαινε.
(Η Ρόνι οπισθοχωρεί κλαίγοντας και προσκυνώντας και βγαίνει. Η Ζελφά βγαίνει πίσω της)
Το παλιόσκυλο!
ΛΕΙΑ
Σαν τα μάτια μου τη φύλαγα. Σα λουλουδάκι τη μεγάλωνα. Γιατί; Για να τη χαρεί ένας αγριάνθρωπος
(Κλαίγοντας κρύβει το κεφάλι στις παλάμες της)
ΑΡΑΧΕΜ
Αφεντικό, να ετοιμάσω τους άντρες; Θα ’χουμε φασαρίες;
ΙΑΚΩΒ
Όχι. Αυτό όχι. Πήγαινε για την ώρα Αραχέμ. Και να μην πείτε σε κανέναν τίποτα.
(Ο Αραχέμ βγαίνει).
ΛΕΙΑ
Στείλε να το μηνύσεις στ’ αδέρφια της μήπως αυτά κάτι κάνουν. Γιατί να μ’ ακούσεις θεέ μου και να μου το δώσεις κορίτσι το παιδί αυτό; Στο ζήτησα για να μην είναι αγόρι πάλι και ζηλεύει η αδερφή μου, και συ μ’ άκουσες. Ας μη μιλούσα καθόλου. Τώρα δε θα μ’ έβρισκε τούτο το κακό.
ΙΑΚΩΒ
Δεν το ’ξερα αυτό.
ΛΕΙΑ
Το ξέρεις τώρα. Και τι αλλάζει; Ω! Δυστυχία!
ΙΑΚΩΒ
Έτσι ήθελε ο Κύριος έτσι έγινε. Μην κριματίζεις. Μόνο μπορούσα πες να την είχα δώσει του Ησαύ. Για χάρη σου όμως δεν το ’κανα -δε θα περνούσε καλά το κορίτσι μαζί του.
ΛΕΙΑ
Θα στείλω να το μηνύσω στα παιδιά. Αυτά κάτι θα κάνουν.
ΙΑΚΩΒ
Κοίταξε πώς θα τους το πεις. Είναι αψοί και θα παραφερθούνε. Μην τους αγριέψεις. Και να μην κάνουν τίποτα αν πρώτα δε μιλήσουν μαζί μου.
(Η Λεία βγαίνει)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Χωράφια του Ιακώβ.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ,
ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ
ΣΥΜΕΩΝ
Τ’ ακούσατε όλοι αδέρφια. Ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή μας. Θ’ αφήσουμε ανεκδίκητη την τιμή της; Και πώς θ’ αντικρύσουμε αύριο τον κόσμο που θα λέει «τι τα ’θελε τόσα αδέρφια αφού άφησαν το Συχέμ να τους αρπάξει την αδερφή τους;»
ΛΕΥΙ
Και τί να κάνουμε; Ο Συχέμ είναι ο άρχοντας της χώρας. Έχει άντρες και όπλα. Εμείς τί έχουμε;
ΣΥΜΕΩΝ
Έχουμε τα σπαθιά μας. Κι έχουμε κι εμείς άντρες. Κι η Δίνα είναι αδερφή μας. Μην περιμένετε απ’ τον πατέρα μας να δράσει. Εκείνος όλα τα θέλει να γίνουν ήσυχα. Ησυχία ησυχία, να τώρα που ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή μας. Σα να ήτανε μια πόρνη της φέρθηκε. Είμαστε όλοι αδέρφια της εδώ. Μα εμείς οι έξη είμαστε αδέρφια της κι απ’ την ίδια κοιλιά. Λοιπόν τι λες αδέρφι Ρουβήν;
ΡΟΥΒΗΝ
Λέω να βρούμε ένα τρόπο να πάρουμε πίσω τη Δίνα χωρίς να χυθεί αίμα. Γιατί θα χυθεί το δικό μας αίμα.
ΣΥΜΕΩΝ
Αδερφέ μου σε σέβομαι γιατί είσαι μεγαλύτερος. Όμως-και να με συμπαθάς, κι αν μας δώσει μόνος του πίσω το κορίτσι φεύγει και η ντροπή;
ΡΟΥΒΙΝ
Είναι πολλοί οι Συχεμίτες.
ΣΥΜΕΩΝ
Είναι πολλοί αλλά μας ατίμασαν.
ΡΟΥΒΗΝ
Και τι λες να κάνουμε Συμεών; Ορίστε, πες μας το σχέδιο σου.
ΣΥΜΕΩΝ
Το σχέδιο μου είναι να πάρουμε πίσω την τιμή μας. Δεν ξέρω ακόμα πώς. Και σας ρωτάω: θα με βοηθήσετε σ’ αυτόν το σκοπό; Είμαστε άντρες πια. Μπορούμε και πιάνουμε όπλα στα χέρια μας. Στύβουμε την πέτρα και βγάζει νερό.
ΙΟΎΔΑΣ
Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι λυπούμαστε και πονάμε για την αδερφή μας. Πρέπει να μάθουμε σ’ αυτόν τον χυδαίο ότι μπορεί να είναι άρχοντας, μα πρέπει να μας σέβεται. Αυτό πρέπει να ’ναι το μάθημά του. Και να ’ναι σκληρό μάθημα.
ΣΥΜΕΩΝ
Ισσάχαρ;..
ΙΣΣΑΧΑΡ
Ότι αποφασίστε εσείς κι εγώ μαζί σας.
ΣΥΜΕΩΝ
Εσύ Ζαβουλών είσαι μικρός κι εσύ όμως θα βοηθήσεις από κοντά. Εσείς οι άλλοι αδέρφια τί λέτε;
ΔΑΝ
Κι αν η Δίνα δεν είναι αδερφή μας από κοιλιά, όμως σε όλους έγινε η προσβολή. Ένας άπιστος να κλέψει την αδερφή μας… την κόρη του Ιακώβ... Αδέρφια, ξέρω μια κρυψώνα δίπλα στο δρόμο που περνάει ο Συχέμ. Αν μ’ αφήστε, αύριο κιόλας ο Συχέμ θα ’ναι νεκρός. Θα λουφάξω εκεί, κι όταν πλησιάσει το άρμα του, θα πεταχτώ και όπως δαγκώνει το φίδι, έτσι θα τον χτυπήσω. Και θα σπαρταράει σαν σφαγμένο πρόβατο στο χώμα πάνω.
ΣΥΜΕΩΝ
Δαν αδέρφι, κράτα το θυμό σου για την ώρα που θα χρειαστεί. Αδέρφια, ακούστε με καλά. Ήρθαμε από έναν τόπο όπου ήμασταν ξένοι σ’ άλλον τόπο, όπου κι εδώ είμαστε ξένοι. Όπως ήταν κι ο πατέρας μας κι ο παππούς μας κι ο προπάππος μας. Και ξέρετε-γιατί να σας τα λέω-τη δυστυχία που τραβάει ο ξένος. Ως πότε αδέρφια; Ο θεός του πατέρα μας, είπε σ’ αυτόν πως θα του δώσει αυτή τη γη δική του και στους απογόνους του-σε σας και σε μένα. Το ίδιο είπε και στον Ισαάκ, το ίδιο είπε και στον Αβραάμ. Αυτά μας λέει και μας ξαναλέει ο πατέρας μας για χρόνια τώρα. Ο θεός όμως δε θα διώξει έτσι ξαφνικά όλους τους Χαναναίους για να μας δώσει έτοιμη τη γη να την κάνουμε δική μας. Πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς γι αυτό. Εγώ, αυτό που έγινε με τη Δίνα, το βλέπω σαν μια ευκαιρία να γίνουν αληθινά τα λόγια του θεού τώρα, από μας, για μας. Ας αρχίσουμε από τους Συχεμίτες αδέρφια.
(σιωπή)
ΓΑΔ
Εγώ είμαι πρώτος γι αυτό. Όμως πρώτα θέλω να μάθω τί ακριβώς έγινε. Η Δίνα είναι αδερφή σας και την ξέρετε καλλίτερα από εμάς -δεν μπορεί να της άρεσε ο Συχέμ και να πήγε θέλοντας μαζί του;
ΣΥΜΕΩΝ
Στην αδερφή μας ν’ αρέσει ένας αλλόπιστος; Γαδ αδερφέ μου ούτε να το σκεφτείς πάλι αυτό. Ποτέ δε θα ’κανε η Δίνα κάτι τέτοιο.
ΓΑΔ
Παίρνω πίσω το λόγο μου αδέρφι. Και ξέρω πως εσύ πονάς περισσότερο απ’ όλους μας γιατί είσαι ο αγαπημένος της αδερφός. Γι αυτό δε δευτερώνω την κουβέντα μου. Είμαστε και μεις οι άλλοι μαζί σας. Όμως χρειάζεται περίσκεψη.
ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ
Άκουσα ότι ο Εμμώρ έχει κοντά του πάντοτε τρακόσους άντρες. Και ότι μπορεί να μαζέψει τρεις χιλιάδες μέσα σε μια μέρα.
ΔΑΝ
Κι έχουνε όπλα και χάλκινα σπαθιά. Πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο.
ΑΣΗΡ
Αν ζητήσουμε να μας βοηθήσει και ο θείος μας ο Ησαύ;
ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Αυτός θα τα θέλει όλα δικά του. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ας πάμε τώρα στην κατασκήνωση να δώσουμε θάρρος στις γυναίκες. Και κουβέντα στον πατέρα μας για τα σχέδια μας. Και να μη μάθει τίποτα ο Ιωσήφ γιατί θα του το προλάβει αμέσως. (Βγαίνουν όλοι ένας ένας και μένουν στο τέλος ο Συμεών με τον Λευί)
ΛΕΥΊ
Λες αδέρφι να ήρθε η ώρα να κάνουμε δική μας τη Χαναάν;
ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω. Όμως αν δεν προσπαθήσουμε ποτέ δεν θα μάθουμε.
(Βγαίνουν)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Παλάτι του Εμμώρ.
ΣΥΧΕΜ, ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΈΤΡΙΕΣ
ΣΥΧΕΜ
(Τελειώνει το ντύσιμό του. Η Δίνα στο κρεβάτι καθιστή)
Πενήντα στρατιώτες είναι πάντα έτοιμοι δίπλα μου να με προστατεύουν και να με υπηρετούν. Η χώρα μου είναι πλούσια. Ότι πεις, το δίνει το χώμα της. Με τους γείτονες μου καλά τα πάω. Όλοι μέσα στη χώρα με φοβούνται και με υπολογίζουν. ‘Όλα όσα έχω θα γίνουνε δικά σου. Θα είσαι η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες μου. Και τ’ αδέρφια κι ο πατέρας σου θα ’χουν ότι θέλουν. Μόνο να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω τον πατέρα μου να σε ζητήσει από τον δικό σου.
(Την πλησιάζει)
Είσαι το ομορφότερο λουλούδι της χώρας μου. Μπροστά σου δε βάζω όλες τις παλλακίδες μου μαζί. Όταν γίνω άρχοντας εγώ στη θέση του πατέρα μου, εσύ θα είσαι η δεύτερη στη χώρα μετά από μένα.
ΔΙΝΑ
Αν με είχες ζητήσει από τον πατέρα μου, τότε όλα θα ήταν αλλιώς. Τώρα είναι εχθρός σου. Εσύ τον έκανες κλέβοντάς με.
ΣΥΧΕΜ
Ο πατέρας σου δε θα πει όχι. Μου το είπε ο πατέρας μου. Τον έχει καταλάβει καλά. Φοβάται. Σ’ έκλεψα γιατί είμαι ο άρχοντας. Όποια γυναίκα θέλω, το ’χει τιμή να έρθει στο κρεβάτι μου.
(Χτυπάει ένα χάλκινο ηχείο κου βρίσκεται κρεμασμένο στον τοίχο. Εμφανίζεται ένας υπηρέτης που υποκλίνεται)
Φέρε τα φορέματα για τη βασίλισσα. Και να φωνάξεις τις καλλίτερες δούλες να τη ντύσουν
(ο υπηρέτης υποκλίνεται και βγαίνει)
Θα σού φέρουν τα καλλίτερα φορέματα που υπάρχουν στη χώρα, φερμένα από την Ασσυρία, από τη Χαλδαία, από την Αίγυπτο. Θα διαλέξεις όποια κι όσα θέλεις. Και θα διατάζεις τις κοπέλες αυτές-είναι δούλες σου. Θα πάω να βρω τον πατέρα μου να πάει να σε ζητήσει από τον δικό σου.
ΔΙΝΑ
Ανάποδα το έκανες. Πρώτα ζητάνε κι ύστερα παίρνουν.
ΣΥΧΕΜ
Είμαι ο άρχοντας.
ΔΙΝΑ
Και μένα δε με ρωτάς; Δεν είπα το ναι ακόμα.
ΕΥΧΙΜ
Σου αρέσω. Κι αφού σου αρέσω θα το πεις.
(Βγαίνει)
ΔΙΝΑ
(Σηκώνεται από το κρεβάτι. Μόνη)
Έπεσες στην παγίδα μου Συχέμ. Στην ώρα σου πέρασες από το μέρος όπου μ’ ήβρες. Και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς στα κάλλη του κορμιού μου-και ποιος θ’ αντιστεκότανε σε τούτο το κορμί... Κι αν βγάλω όχι το βέλο μου μόνο, αλλά κι όλα τα ρούχα που το σκεπάζουν, ψεγάδι ουτ’ ένα δε θα βρεις στα τόξα του,. Όμως μακριά από μένα ο πόθος σου Συχέμ. Αν αλλόπιστος δεν ήσουνα κι αν άλλονε δεν αγαπούσα, τότε μπορεί και να γινόμουνα γυναίκα σου. Γιατί βλέπω πώς κάτω από την αγριάδα σου κρύβεται ένας ανόητος που θα μπορούσα να τον κάνω ότι θέλω. Όταν το κεφάλι σου θα πέφτει κάτω από το σπαθί του αγαπημένου μου, τότε θα δούμε πόσο είσαι άρχοντας. Πήγαινε φέρνε δούλους να με υπηρετούνε. Φέρνε δούλες να με συντροφεύουνε. Ντύσε με, φκιασίδωσέ με. Μ' αν τα κρατούσα ολ’ αυτά με αντίτιμο την προδοσία της φυλής μου, άξια θα ήμουνα για την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Όμως είμαι έξυπνη. Θα κρατήσω και τα πλούτη σου και την τιμή μου.
(Μπαίνουν οι υπηρέτριες).
Α' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου προσκυνώ. Εγώ και οι τρεις συντρόφισσές μου είμαστε οι δούλες σου. Μας έστειλε ο άρχοντας για να σου φέρουμε φουστάνια. Διάλεξε όποιο θέλεις κυρά μου. Μα θαρρώ θα τα κρατήσεις όλα-στην ομορφιά σου ταιριάζει κάθε ρούχο.
ΔιΝΑ
Σ’ ευχαριστώ καλή μου και για τα καλά σου λόγια και για τα φορέματα. Βοήθησέ με να φορέσω αυτό.
Β΄ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Αυτό κυρά μου είναι πράγματι ωραίο. Με σχέδια καμωμένα απ' τον καλλίτερο Φερεζαίο τεχνίτη. Κοίτα το πουλί αυτό που σκύβει για να τσιμπήσει κάτι. Δεν είναι σαν ζωντανό;
Γ' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κι όταν θα το φορέσεις κυρά, θα ’ναι σα να βοσκάει στου στήθους σου το περιβόλι.
ΔΙΝΑ
θα βάλω κι αυτή τη ζώνη μαζί. Πολύ μου αρέσει.
Δ΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ ,
Και το βέλο τούτο κυρά-μαζί πάνε. Και τα σαντάλια. Πάλι μπορείς να δοκιμάσεις και τούτα…
ΔΙΝΑ
(Διαλέγει)
Θα κρατήσω αυτό. Κι αυτά. Μη φύγετε όμως ακόμα. Καθίστε καλές μου, θέλω συντροφιά. Μου λείπουν οι δικοί μου.
Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου έτσι είναι στην αρχή. Μα συνηθίζεται. Και πολύ γρηγορότερα σαν είσαι κυρά κι όχι δούλα όπως εμείς.
ΔΙΝΑ
Μετά από δω θέλω να βγω μαζί σας μια βόλτα. Θέλω να μου μάθετε το παλάτι, τον κήπο του και τα γύρω. Κι αν είσαστε καλές μαζί μου δε θα έχετε να φοβηθείτε τίποτα. Ο άρχοντας θα κάνει για σας ό, τι του πω.
Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου, καμιά μας δε θα σου πει όχι σε ότι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΙΑΚΩΒ, ΛΕΥΊ, ΣΥΜΕΩΝ, ΡΟΥΒΗΝ, ΑΡΑΧΈΜ, ΕΜΩΡ.
Σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.
ΙΑΚΩΒ
Έρχεται ο Εμμώρ για να με δει. Δε θα του φερθούμε άσχημα. Είμαστε ξένοι!
ΛΕΥΙ
Ο γιός του δε φέρθηκε άσχημα στην αδερφή μας;
ΙΑΚΩΒ
Έρχεται να μας δει. Ας δούμε τι θέλει.
ΣΥΜΕΩΝ
Ο, τι και να πει και ό τι και να κάνει, μπορεί να ξεπλύνει τέτοια προσβολή;
ΙΑΚΩΒ
Λοιπόν τι; Θα πρέπει να καταστραφούμε όλοι επειδή της Δίνας της αρέσει ο περίπατος; Τί θέλετε; Να πολεμήσουμε τον Αμώρ; Δεν έχουμε τις δυνάμεις. Βέβαια θα κάνουμε τον Αμμώρ να καταλάβει πως αυτό που έκανε ο γιος του είναι άνομο. Κι ύστερα ανάλογα τι θα πει ο άρχοντας.
ΡΟΥΒΗΝ
(στα αδέρφια του)
Πάντοτε σέβομαι τη γνώμη του πατέρα. Και προχωρώ και δίνω κι ένα δίκιο στον Συχέμ. Είδε μπροστά του ένα όμορφο κορίτσι, άρχοντας είναι, το πήρε-ξέρουμε όλοι πως αυτά συνηθίζονται από τους άρχοντες. Και είμαστε άντρες και μεις και ξέρουμε τι σημαίνει να σ’ αρέσει μια γυναίκα και να μη μπορείς να την έχεις. Κι έπρεπε και μεις να κρατούμε το κορίτσι στο σπίτι αν δε θέλαμε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά που λέω δε θα τα πω βέβαια μπροστά στον Αμώρ. Ούτε τον δικαιολογώ. Είναι φταίχτης απεναντί μας. Εκείνο που πρέπει νομίζω είναι, όπως λέει κι ο πατέρας, να περιμένουμε να δούμε τι θα πει ο Εμμώρ-με τι διαθέσεις έρχεται-και ανάλογα να πράξουμε.
ΣΥΜΕΩΝ
Με τι διαθέσεις μπορεί να έρχεται αδερφέ; Κι ακόμα κι αν έπεφτε γονατιστός και ζήταγε συγνώμη , εμείς θα τόνε συγχωρούσαμε;
ΡΟΥΒΗΝ
Όχι αδκρφέ, μα τί να κάνουμε, πες.
ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω, ότι μας φωτίσει ο θεός του πατέρα μας.
ΙΑΚΩΒ
Τώρα μίλησες σωστά παιδί μου. Ο θεός μου ποτέ δεν με άφησε ξεκρέμαστον. Πάντοτε με βοηθούσε στις δύσκολες ώρες. θα με βοηθήσει και τώρα.
ΡΟΥΒΉΝ
Πατέρα, ο θεός σου είναι και θεός μας. Κι αφού σε βοηθάει όλοι μας τον αγαπούμε. Είπες ότι σου είπε για τη Χαναάν πως θα γίνει δικιά μας. Μήπως ήρθε η ώρα πατέρα;
ΙΑΚΩΒ
Όταν έρθει η ευλογημένη αυτή ώρα ο θεός θα μου το φανερώσει.
(Μπαίνει ο Αραχέμ)
ΑΡΑΧΕΜ
Αφέντη έρχεται ο Εμμώρ.
(βγαίνει)
ΙΑΚΩΒ
Καλώς να έρθει. Τον περιμένουμε.
(Σηκώνονται όλοι ορθοί. Μπαίνει ο Εμμώρ με δύο φρουρούς)
ΕΜΩΡ
Ιακώβ σε χαιρετάω και σένα και τη συντροφιά σου.
ΙΑΚΩΒ (υποκλινόμενος)
Κι εγώ σε χαιρετώ άρχοντα Εμμώρ. Κι αυτά είναι τρία από τα παιδιά μου.
Ο Ρουβήν, ο Συμεών, ο Λευί.
(τα παιδιά υποκλίνονται)
ΕΜΩΡ
Εύχομαι ο θεός να δίνει σε σένα και στα παιδιά σου όλα τα καλά. Ιακώβ, Έρχομαι για να αλλάξω ένα κακό σε καλό. Ο γιός μου ο Συχέμ είναι νέος. Και τα ξέρεις τα νιάτα. Βράζει το αίμα τους. Και βέβαια ξέρεις πως η κόρη σου η Δίνα είναι μαζί του. Την άρπαξε. Ξέρω πόσο λυπάσαι κι ας μη το δείχνεις. Λυπάμαι κι εγώ μαζί σου. Είμαι πατέρας κι εγώ. Στενοχωριέμαι και σαν άρχοντας της χώρας και σαν γείτονας σας. Θα ήθελα να είμαστε καλοί γειτόνοι κι όχι να βλέπει ο ένας τον άλλο με μισό μάτι. Και θέλω όσοι μένουνε στη χώρα μου να μη με φοβούνται ούτε να με αποφεύγουν σα να ήμουνα εχθρός τους. Γι αυτό έχω να σας πω αυτά τα λόγια. Και σας λέω από πριν πως με ότι πω συμφωνεί κι ο γιός μου ο Συχέμ-αυτός μ’ έστειλε. Ο γιος μου έδωσε την καρδιά του στη θυγατέρα σου. Και δε θέλει να την κρατάει στο παλάτι χωρίς την έγκρισή σας. Θέλει να την παντρευτεί. Και θα την έχει πρώτη στη σειρά απ’ όλες τις γυναίκες του. Και όχι μόνον ο Συχέμ κι η Δίνα, αλλά σου προτείνω να αρχίσουνε να συμπεθερεύουνε οι Συχεμίτες με σας. Γη πολλή έχουμε. Χωράμε κι εμείς κι εσείς κι άλλοι τόσοι. Και αν γίνει αυτό τότε θα είσαστε ισότιμοι με μας. Θα έχετε την άδεια να πηγαίνετε σε όποιο μέρος της Χαναάν θέλετε και θα εμπορεύεστε ελεύθερα. Κι αν συμφωνήσεις και δώσεις την κόρη σου στο γιό μου, για προίκα εγώ θα σου δώσω κι όσα κι ό,τι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει. Ήρθα ο ίδιος εδώ γιατί και σένα σκέφτηκα και την ευτυχία του γιου μου. Αποφάσισε και πες μου Ιακώβ.
ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα Εμμώρ τι ν’ αποφασίσω και τι να πω. Ο γιός σου άρπαξε το κορίτσι μου. Πρόσβαλε και μένα και τη φυλή μου. Εκτιμάω που ήρθες εδώ εσύ ο ίδιος για να μας ζητήσεις το κορίτσι μας, όμως καλλίτερα θα ήταν αν ερχόσουν πριν ο γιός σου αρπάξει τη θυγατέρα μου. Τώρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γιατί δεν είναι εσύ κι εγώ που μιλάμε. Τώρα έχουν λόγο και τα παιδιά μου. Είναι άντρες πια κι ας μιλήσουν. Κι ύστερα σου λέω κι εγώ το δικό μου λόγο.
ΡΟΥΒΗΝ
Άρχοντα, έτσι το ’χετε σεις εδώ; Ν’ αρπάζετε τα κορίτσια του κόσμου; Θα σου πω τούτο κι ας με μαλώσει ο πατέρας μου γι αυτή μου την ασέβεια. Άλλη φορά να εξετάζει πρώτα ο γιός σου ποια είναι η κοπέλα που αρπάζει προτού την αρπάξει. Όσο για τώρα, δεν ξέρω τι να πω. Θέλω πρώτα να ξαστερώσει το μυαλό μου κι υστέρα θα κουβεντιάσω με τ’ αδέρφια μου και θα σου πούμε.
ΣΥΜΕΩΝ
Άρχοντα, έχουμε όλο το δίκιο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως ότι έγινε δεν ξεγίνεται. Πραγματικά δε βλέπω τι άλλο εκτός από το γάμο θα μπορούσε να γίνει. Ο γάμος αυτός κι εμάς θα μας ικανοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, και το γιό σου, αφού αγάπησε την αδερφή μας. Ένα είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το γάμο. Πως εμείς όλοι έχουμε κάνει περιτομή και σεις είσαστε απερίτμητοι. Η περιτομή είναι βασικό στοιχείο της λατρείας μας και ποτέ μέχρι τώρα δε δώσαμε δικό μας κορίτσι σε άντρα που έρχεται από απερίτμητη φυλή. Μπορούνε να ταιριάξουνε τα πράγματα αν και της δικής σου φυλής οι άντρες κάνουνε περιτομή. Έτσι θα δείξετε πως δεν είσαστε εχθροί μας και τότε δεν θα υπάρχει εμπόδιο για το γάμο. Αν όμως δεν κάνετε περιτομή, θα πάρουμε πίσω την αδερφή μας και θα φύγουμε. Τί λέτε αδέρφια;
ΛΕΥI
Μόνο έτσι μπορούμε να δεχτούμε το γάμο.
ΕΜΩΡ
Εσύ τι λες Ιακώβ;
ΙΑΚΩΒ
Σωστή κουβέντα.
ΕΜΩΡ
Είναι σωστή η γνώμη σας. Και σας ομολογώ πως ταιριάζει και με τη δική μου γνώμη. Θα το δεχτεί και ο Συχέμ γιατί αγαπάει τη Δίνα. Σας ευχαριστώ για την καλή λύση που δώσατε στο πρόβλημα μας. Και τώρα να φύγω.
ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα, το ’χουμε συνήθειο να φιλεύουμε τον ξένο που μπήκε στο σπίτι μας. Κάτσε να φάμε.
ΕΜΩΡ
Θα πάω να πω τα χαρούμενα νέα στον Συχέμ. Θα φάμε και θα πιούμε όλοι μαζί στο γάμο. Σας χαιρετώ.
(βγαίνουν)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΈΚΤΗ
Το σπίτι ενός Συχεμίτη.
ΝΟΙΚΟΚΥΡA, Β' ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ, ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ (Κοπανίζοντας στάρι σ’ ένα γουδί)
Και θα την παντρευτεί;
Β' ΓΕΙΤΌΝΙΣΣΑ
Θα την παντρευτεί . Πήγε ο ίδιος ο άρχοντας στον πατέρα της και τη ζήτησε.
ΝΟΙΚ.
Είναι άρχοντας κι αυτός;
Β' Γ.
Λένε πως έχει πολλά ζώα και πολύν πλουτο. Άρχοντας όμως δεν είναι.
ΝΟΙΚ.
Ακούω πως είναι άπιστοι. Δεν πιστεύουν στον Μαρντάκ. Πώς θα πάρει ο γιός του άρχοντα γυναίκα άπιστη;
Β'Γ.
Ναι. Είναι άπιστοι. Κάνουνε θυσίες σε δικό τους, ξένο θεό.
ΝΟΙΚ. Ποιον;
Β'Γ.
Δεν ξέρω. Και δεν του φτιάχνουν αγάλματα ούτε ζωγραφιές λέει.
ΝΟΙΚ.
Τότε πού πιστεύουν; Στον αέρα; Άλλο και τούτο…
Β'Γ.
Ο θεός τους παρουσιάζεται ο ίδιος λέει μπροστά τους.
ΝΟΙΚ.
Και με τέτοιους ανθρώπους κάνει συμπεθεριό ο άρχοντας;
Β'Γ.
Μη στενοχωριέσαι συ. Για να δέχτηκε τέτοιο πράγμα ο άρχοντας θα πει πως έχει ψωμί η υπόθεση. Θα κερδίσει πολλά.
ΝΟΙΚ.
Μακάρι γιατί κάτι θα μείνει και για μας.
Β'Γ.
Ο θεός να δώσει. Σήμερα λέει θα τους εμίλαγε ο άρχοντας στην πύλη. Πήγε ο άντρας σου;
ΝΟΙΚ.
Πήγε.
Β' Γ.
Να δούμε τι νέα θα σου φέρει.
(Ακούγονται βήματα)
ΝΟΙΚ.
Αυτός είναι. Κατά φωνή.
Β' Γ. (Βιαστικά)
Φεύγω φεύγω…
(Βγαίνει. Μπαίνει ο άντρας Συχεμίτης).
ΝΟΙΚ.
Καλώς τον. Σας μίλησε ο άρχοντας;
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας μίλησε.
ΝΟΙΚ.
Και τί σας είπε;
Α.Σ.
Μας είπε να κάνουμε περιτομή. Να τι μας είπε. Γιατί, λέει, έτσι θα κάνουμε φίλους τους τσοπάνηδες και θα ’χουμε δικά μας τα πρόβατά τους.
ΝΟΙΚ.
Πώς θα τα ’χουμε δικά μας;
Α. Σ.
Δεν είπε. Θα τους σκοτώσει και θα τα πάρει. Πώς αλλιώς; Ζωντανός άνθρωπος αφήνει να του πάρουνε τα ζώα του; Άκου περιτομή! Σε λίγο θα μας πει και να μην έχουμε είδωλα των θεών μας. Και θα μας πει να πιστεύουμε σε ένα θεό μόνο, αρκεί να βρει κι άλλη ευκαιρία για πλιάτσικο.
ΝΟΙΚ
Άντρα μου, αν το πει, άρχοντας είναι, τι να κάνουμε;
Α.Σ.
Μα βρε γυναίκα, βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει. Εγώ μόνος μου μπορώ να κάνω παιδιά αν δεν είχα εσένα; Πώς ένας θεός μονάχα θα μπορούσε να γεννήσει όλους τους άλλους θεούς που βλέπουμε; Τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ αστέρια... Φαντάσου τον Αμσού-
μεγάλη η χάρη του-χωρίς την Τιαμά. Πώς θα μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε;
ΝΟΙΚ.
Δίκιο έχεις άντρα μου.
Α.Σ.
Έχω μα πού να το βρω…
ΝΟΙΚ
Και θα κάνεις περιτομή κι εσύ;
Α.Σ.
Ξέρω κι εγώ τι θα κάνω; Πονάει κιόλας λένε. Και πρέπει για πέντε μέρες να μείνουμε στο σπίτι με θέρμη, μακριά από τις δουλειές μας.
ΝΟΙΚ.
Αφού το λέει ο άρχοντας κάνε το άντρα μου, ας μη του πάμε κόντρα.
Α.Σ.
Θα δω τι θα κάνω. Βάλε κάτι να φάω και να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω χωράφι.
ΝΟΙΚ.
Πάω άντρα μου.
(βγαίνει)
Α.Σ.
(μόνος)
Άκου περιτομή! Αλλά και πάλι πώς να πας κόντρα στον άρχοντα;Ύστερα τόσες φυλές κάνουν περιτομή, γιατί όχι κι εμείς; Μα να την κάνουμε για το χατίρι του Συχέμ... Τέλος. Ας ξημερώσει και θα το σκεφτώ πάλι. Άκου περιτομή…
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Παλάτι του Εμμώρ. Κήπος. βράδυ.
ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ, ΣΥΜΕΩΝ
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου δυο μήνες είσαι μαζί μας κι είναι σα να σε ξέρουμε χρόνια. Είσαι καλή κι απλή σαν κι εμάς κι ας είσαι αρχόντισσα.
ΔΙΝΑ
Δεν είμαι ακόμα αρχόντισσα. Πρόσεξε μήπως όταν γίνει ο γάμος αλλάξω.
(Γελάει)
Όχι καλή μου. Πάντοτε θα είμαι όπως τώρα. Με τους καλούς είμαι καλή.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Το φόρεμα του γάμου κυρά μου δε φαίνεται από τα διαμάντια και το χρυσάφι που έχει πάνω του.
ΔΙΝΑ
Ναι, μου αρέσει και μένα. Ο άρχοντας γύρισε;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Ναι κυρά. Κουβεντιάζει με τον πατέρα του.
ΔΙΝΑ
Πήγαινε να του πεις πως είμαι εδώ και πως θ’ ανέβω σε λίγο να τον δω.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου είναι βράδυ. Πώς θα κάτσεις μόνη σου στον κήπο;
ΔΙΝΑ
Δεν είμαι μικρό παιδί να φοβάμαι . Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Μάλιστα κυρά.
(Υποκλίνεται, βγαίνει)
ΔΙΝΑ
(Πηγαίνει προς την πόρτα του κήπου. Με προφύλαξη, σιγά)
Συμεών! Συμεών!
(Εμφανίζεται πίσω από την μάντρα του κήπου ο Συμεών. Πηδάει την μάντρα και μπαίνει. Αγκαλιάζει τη Δίνα. Φιλιούνται)
ΣΥΜΕΩΝ
Ω! Πόσο μου λείπεις αγαπημένη μου…
ΔΙΝΑ .
Κι εσύ αγαπημένε μου μου λείπεις. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα.
ΣΥΜΕΩΝ
Κάνε κουράγιο. Σε πέντε μέρες θα κάνουν περιτομή οι Συχεμίτες. Την δεύτερη μέρα μετά την περιτομή θα τελειώσουν τα βάσανα σου. Το βράδυ της ημέρας εκείνης να ’χεις κοντά σου τον Συχέμ.
Θα μπούμε στην πόλη με τους υπηρέτες μας οπλισμένους όλους, κι έτσι ανήμποροι που θα ’ναι όλοι στα σπίτια τους, θα τους κατασφάξουμε.Έφτασε η ώρα να γίνω εγώ άρχοντας κι εσύ δίπλα μου αρχόντισσα τιμημένη. Έχεις άλλο τίποτα καινούργιο να μου πεις; Έμαθες τίποτε άλλο;
ΔΙΝΑ
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Όμως να προσέχετε.
Δυο φορές τις τελευταίες μέρες που μιλούσε με τον πατέρα του, όταν πλησίασα έκοψαν άξαφνα την κουβέντα τους. Να προσέχετε.
ΣΤΜΕΩΝ
Μήπως κατάλαβε τίποτα και θέλει να μας προλάβει;
ΔΙΝΑ
Δεν νομίζω. Θα σε ειδοποιήσω αν μάθω κάτι…
ΣΥΜΕΩΝ
Προσέχουμε αγαπημένη μου, προσέχουμε. Μήπως έφερε κι άλλους άντρες στο παλάτι;
ΔΙΝΑ
Οχι. Οι ίδιοι είναι. Εσείς είσαστε σύμφωνοι όλοι ή μήπως κανείς φέρνει αντιρρήσεις;
ΣΥΜΕΩΝ
Όλοι σύμφωνοι είναι. Όμως την αρχή θα την κάνω με το Λευί. Ύστερα θ’ ακολουθήσουν οι άλλοι.
ΔΙΝΑ
Με το Λευί; Ποτέ δεν τα πηγαίνατε καλά οι δυο, τώρα είναι μαζί σου;
ΣΥΜΕΩΝ
Είναι γιατί μυρίζεται ψητό.
ΔΙΝΑ
Κατάλαβε κανείς ότι τα είχαμε σχεδιάσει όλα;
ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Η Ρόνι με την περιγραφή της αρπαγής σου τους έπεισε όλους τελείως.
(Τη φιλάει)
Αγαπημένη μου να προσέχεις κι εσύ.
Δε μ’ άρεσαν αυτά που μου είπες για τον Συχέμ και τον πατέρα του.
Και πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει.
(φιλιούνται)
Γεια σου
ΣΥΜΕΩΝ
Γεια σου.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
(λίγες ημέρες μετά. Σκηνή του Ιακώβ)
ΙΑΚΩΒ, ΑΡΑΧΕΜ, ΛΕΙΑ, ΒΑΛΛΑ, ΜΕΛΧΑ, ΡΟΥΒΙΝ, ΛΕΥΙ, ΙΟΥΔΑΣ, ΔΑΝ.
ΙΑΚΩΒ
(έξαλλος)
Παιδιά μεγάλωσα εγώ ή φίδια; Ω! Πώς πονάει η πληγή που μου άνοιξαν… Άμυαλοι. Με το μαχαίρι νομίζουνε πως θα λύσουνε το πρόβλημά τους. Ανόητοι. Κι η συμφωνία που κάναμε με τον Αμώρ; Δεν τη λογάριασαν; Και είσαι σίγουρος πως σκότωσαν και τους αρχόντους;
ΑΡΑΧΈΜ
Όλους! Ναι αφέντη. Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ και τη φρουρά τους. Κι όλους τους άντρες της πόλης. Εκμεταλλεύτηκαν που οι Συχεμίτες κάνανε περιτομή και δεν ήτανε ικανοί για αντίσταση.
ΙΑΚΩΒ
Ω! Συφορά! Και δεν τους έφτανε αυτό μα λεηλάτησαν και τα σπίτια τους…
ΑΡΑΧΕΜ
Και πήραν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους κι ότι πολύτιμο είχαν στα σπίτια τους οι ανθρώποι.
ΙΑΚΩΒ
Καλά , εγώ είμαι γέρος, εμένα με κορόιδεψαν. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα;
ΑΡΑΧΈΜ
Ούτε εγώ ούτε κανένας από τους άντρες μου αφέντη μου. Κρυφό το κράτησαν από μένα τα παιδιά σου. Πήραν τους βοσκούς και τους δούλους και μ’ αυτούς παρέα κάνανε ό,τι κάνανε.
ΙΑΚΩΒ
Πού είναι τώρα;
ΑΡΑΧΕΜ
Ο Συμεών έμεινε εκεί, οι άλλοι κάπου εδώ τριγυρίζουν.
ΙΑΚΩΒ
Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Συμεών άραγε; Και τι σχεδία έχουν κι οι άλλοι; Φώναξε μου όποιον βρεις από δαύτους! Αμέσως. Τώρα!
(ο Αραχέμ βγαίνει. Ο Ιακώβ δυνατά)
Λεία! Δάλλα! Μελχά!
(Προβαίνουν μία μία οι γυναίκες)
Τα μάθατε τα κατορθώματα των γιων σας; Μάθατε τις ντροπές που ρίξαν στο κεφάλι μου; Μάθατε τις έγνοιες που μου βάλανε; Φίδια μου γεννήσατε, όχι παιδιά. Να ’τοιμαστείτε για φευγιό. Δε γίνεται άλλο να σταθούμε εδώ. Θα μας ρημάξουν. Τι συφορά! Πάνω που είπαμε να ριζώσουμε δω χάμου, να ’μαστε πάλι για δρόμο! Να μην πείτε τίποτα στη Ραχήλ. Θα της τα πω εγώ τα νέα όπως πρέπει. Αντέστε. Φύγετε. Συφορά μου!
(οι γυναίκες βγαίνουν)
Θεέ μου τί να κάνω; Εσύ στις δύσκολες στιγμές μου πάντοτε με βόηθησες. Βοήθα με και τώρα. Μου υποσχέθηκες να δώσεις σε μένα και στους απογόνους μου τη γη Χαναάν. Μην πάρεις πίσω το λόγο σου Κύριε για την απρέπεια των παιδιών μου. Και φανερώσου μου και πες μου τι να κάμω στις δύσκολες ώρες που περνώ.
(Μπαίνουν Ρουβήν, Ιούδας, Λευί, Δαν)
Πού είναι τα μαχαίρια σας; Φέρτε τα και σκοτώστε κι εμένα!..
ΡΌΥΒΙΝ
Πατέρα…
ΙΑΚΩΒ
..Αλλά μήπως δε μ’ έχετε κιόλας σκοτώσει; Αθώους ανθρώπους εσκοτώσατε. Γιατί;
ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα, ατιμάσανε την αδερφή μας!
ΙΑΚΩΒ
Όλοι την ατιμάσανε; Εσείς ρημάζατε την πόλη όλη. Εμένα δε με σκεφτήκατε; Όλος ο κόσμος τώρα θα έρθει ενάντια μας…
ΛΕΥΙ
Πατέρα, όλο μας λες πως τη Χαναάν θα μας τη δώσει δική μας ο θεός. Πώς θα μας τη δώσει αν δεν πολεμήσουμε; Έπρεπε να βοηθήσουμε τη θέληση του θεού.
ΙΑΚΩΒ
Ωραία τη βοηθήσατε. Σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους. Θαρρείτε ανόητοι πως έτσι παίρνονται οι Χαναάν; Τώρα ξέρετε τι θα γίνει; Οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι θα ξεσηκωθούν και θα μας λιώσουν. Θα χάσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Αν κανένας από μας γλιτώσει θα είναι τυχερός. Πού είναι ο Συμεών;
ΛΕΥΙ
Έμεινε στην πόλη.
ΙΑΚΩΒ
Η Δίνα;
ΛΕΥΙ
Κι αυτή μαζί.
ΙΑΚΩΒ
Γιατί έμεινε εκεί ο Ιακώβ;
ΛΕΥΙ
Θέλει να γίνει άρχοντας εκεί λέει…
ΙΑΚΩΒ
Ω.' Τον ανόητο. Μήπως θέλει να πάρει και την Αίγυπτο; Ω! Τον ανόητο! Μα τι περίμενα απ’ αυτόνε κι από σένα που για να διασκεδάσετε κόβατε τα νεύρα από τα πόδια των ταύρων και τους βλέπατε να σπαρταράνε και γελούσατε; Αφού για το γέλιο σας κάνατε τέτοια, τι δε θα κάνατε στο θυμό σας πάνω…
ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα δίκια είσαι θυμωμένος. Μα με τους Συχεμίτες δε θα μπορούσαμε μετά από ότι έγινε-την αρπαγή της αδερφής μας-να είμαστε φίλοι. Θα ήμασταν εχθροί. Κι οι Συχεμίτες ήσαν δυνατότεροι. Έτσι πάντοτε θα κάναμε ότι εκείνοι ήθελαν. Μόνο με δόλο μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Αν το χειριστούμε το ζήτημα καλά, μπορούμε να ριζώσουμε στην χώρα του Συχέμ. Κι αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να εκπληρωθεί η υπόσχεση του θεού σου-του θεού μας-να πάρουμε τη Χαναάν.
ΙΑΚΩΒ
Άδικα αίματα δε θέλει ο θεός μου. Φύγετε. Και τραβάτε πέστε σ’ αυτό τον ελαφρόμυαλο ναρθεί εδώ προτού πέσουν απάνω του οι Φερεζαίοι και τότε δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί. Τραβάτε. Και στείλτε μου τον Ιωσήφ. Θέλω να ημερέψω λίγο την ψυχή μου.
ΑΥΛΑΙΑ