Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

 7-6-12 
 (Η ημέρα όπου αποδείχτηκε ότι στην Ελλάδα, όταν σε χτυπήσουν, απαγορεύεται να ανταποδώσεις το χτύπημα. 
Στο επόμενο επεισόδιο θα μάθουν οι Έλληνες να γυρίζουν και το άλλο μάγουλο.)
Τότε είχα γράψει:

Λοιπόν καινούργια μιά στο λαό ελπίδα
για να ξεδώσει από τα τόσα του δεινά -
που φτάνουν ως ο δόλιος να πεινά-
κάτι πολύ δίνει κοινό: μια εφημερίδα!

Πάρτε την και καλά αφού την κλείστε
ώστε επιμήκης και παχιά να γίνει
με όπλο πια επιθετικό εκείνη
τους άθλιους μας πολιτικούς χτυπήστε.

Κι όχι στα χέρια ή στα πόδια ίσως
που αστείο μπορεί κανένας να το πάρει
αλλά στο πρόσωπο με ορμή και μίσος
καθώς η Λιάνα μας τον Κασιδιάρη.

Και αν πολιτικός κανείς θελήσει-
το χτύπημα να σας ανταποδώσει-
καθώς στη Λιάνα είχε αυτός τολμήσει,
πικρά ο βρωμερός θα το πληρώσει.

Γιατί όπως έγινε με την Κανέλλη, 
των ΜΜΕ και της Βουλής η κλίκα
σ’ αυτόν θα ρίχνει όλο φαρμάκι βέλη 
και με μελιού εσάς θα ραίνει γλύκα.

Κι ας ξέρει πια ο καθείς πως από τώρα
καθείς μπορεί τον άλλο να χτυπάει
κι ύστερα και τα ρέστα να ζητάει.
Ω! Mores! Και ω! Tempora! Ω! Χώρα!...

(Ακόμα όμως περιμένω να δω τον νόμο που να ξεκαθαρίζει και επίσημα νομικά ότι: «ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΜΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΤΥΠΗΜΑ!»)

 ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ


Τόπος: Επαρχιακό Αστυνομικό Τμήμα 
Χρόνος: 1972
Πρόσωπα: Γκρεγκορυ, Αλήτισσα, Υπενωμοτάρχης, Α' και Β' χωροφύλακες, Επόπτης.

To γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας Αστυνομικού Τμήματος. Δεξιά των θεατών γραφείο λιτό με καρέκλα. Όποιος κάθεται σ' αυτό έχει αριστερά τους θεατές. Στην απέναντι πλευρά του γραφείου μια καρέκλα. Ένα παράθυρο και δίπλα του μια μεταλλική μικρή βιβλιοθήκη. Ένας καναπές με βαθουλώματα στα μέρη όπου κάθονται. Ένα τραπεζάκι. Μια στολή κρέμεται στον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Πάνω στο γραφείο ακατάστατα χαρτιά και μικροαντικείμενα. Αριστερά η μοναδική πόρτα του δωματίου. Όταν ανοίγει η αυλαία ο υπενωμοτάρχης κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του και ο Α' χωροφύλακας είναι απέναντί του όρθιος. 


Α' ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Α' ΧΩΡ) 
Δεν είχε προλάβει ακόμα να δέσει την πέτρα στο λαιμό του. Καθότανε πάνω της. Δεν κατάλαβε ότι τον πλησιάσαμε ώσπου φτάσαμε δίπλα του. Τόσο απορροφημένος ήτανε από τις σκέψεις του.

ΥΠΕΝΩΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΥΠΕ)
Παραδέχτηκε αμέσως την πρόθεσή του; 

Α' ΧΩΡ
Όχι μόνο αμέσως αλλά ούτε ακόμη. Εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι πήγε ως εκεί για μια βόλτα. 

ΥΠΕ
Βόλτα στις τρεις η ώρα το πρωί;
(Ο Α' χωροφύλακας σηκώνει τους ώμους του)
Τι είχε στις τσέπες του; 

Α' ΧΩΡ
Στη δεξιά του παντελονιού τρία κέρματα, μια οδοντογλυφίδα κι ένα κουτί σπίρτα. Στην αριστερή μία τσατσάρα κι ένα φακελάκι με καραμέλες του βήχα. Στη μέσα αριστερή τσέπη του σακακιού είχε μια φωτογραφία που είναι όπως λέει του γιου του. Και στη δεξιά έξω τσέπη του σακακιού του ένα σπάγκο γερό και μακρύν. 

ΥΠΕ
Καλά χωροφύλαξ! Του είπατε ό,τι είχατε
υποχρέωση να του πείτε; Εφαρμόσατε τον
κανονισμό; 

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπαστυνόμε. Του είπα ότι η αυτοκτονία είναι ο χειρότερος τρόπος αντιμετώπισης της ζωής, ότι ο άνθρωπος πρέπει ν' αγωνίζεται και ποτέ να μην καταθέτει τα όπλα, του είπα ότι η πατρίδα έχει ανάγκη από όλους μας για να γίνει μεγάλη και δυνατή, αλλά τον έφερα κι εδώ κύριε υπαστυνόμε γιατί αν τον άφηνα εκεί μπορεί και να αυτοκτονούσε. Δεν ήθελα να έχω την ευθύνη. Και κρίμα γιατί φαίνεται καλός άνθρωπος.

ΥΠΕ
Καλά,ας έρθει μέσα. 

Α' ΧΩΡ Μάλιστα!
(χαιρετάει στρατιωτικά, βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται, στρώνει τη στολή του επάνω του, ταχτοποιεί τα μαλλιά του, σταυρώνει πίσω τα χέρια του και παίρνει δυο βαθιές εισπνοές. Κάθεται. Ο Α΄ αστυνομικός ανοίγει την πόρτα και αφήνει να περάσει μέσα ο Γκρέγκορυ. Είναι πενήντα περίπου χρονών, φτωχικά ντυμένος και με μιαν έκφραση απορίας στο πρόσωπο. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται και με εγκάρδιο χαμόγελο τον υποδέχεται). 

ΥΠΕ
Καλώς τον Γκρέγκορυ. Κάτσε.
(ο Γκρέγκορυ κάθεται. Ο υπενωμοτάρχης τον καλοκοιτάζει.)
Είσαι μια χαρά άνθρωπος Γκρέγκορυ! Τι σε έκανε να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή σου; 


ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ (ΓΚΡ)
Δεν ήθελα να τερματίσω τη ζωή μου κύριε
αστυνόμε... 

ΥΠΕ
(διακόπτοντάς τον)
Γκρέγκορυ θα σου πω μια ιστορία. Όταν ήμουνα μικρός μου άρεσε να σκαρφαλώνω στα φορτηγά που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας. Εκεί ακριβώς ήτανε μια μεγάλη τρύπα στο δρόμο και όλα τα αυτοκίνητα λίγο πριν φτάσουν σ' αυτήν έκοβαν ταχύτητα. Όταν περνούσαν την τρύπα ανέπτυσσαν και πάλι ταχύτητα. Εγώ σκαρφάλωνα πάνω τους όταν ήσαν σχεδόν σταματημένα. Κατέβαινα εκατό-διακόσα μέτρα πιο κάτω, όταν τα αυτοκίνητα έτρεχαν πια. Αυτό το 'κανα μαζί με άλλα παιδιά. Συναγωνιζόμασταν ποιος θα κρατούσε περισσότερο πάνω στ' αυτοκίνητο και θα πηδούσε τελευταίος. Αυτός ήταν και ο νικητής. Καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Ένα παιδί έσπασε και τα δυο του πόδια πηδώντας. Φυσικά αυτό το κάναμε κρυφά από τους γονείς μας. Μια μέρα μ' έπιασαν ακριβώς την ώρα που ήμουν έτοιμος να σκαρφαλώσω στ' αυτοκίνητο. Δεν ξέρω ποιος τους έστειλε εκεί. Μπορεί η Θεία Πρόνοια. Ε! Νομίζεις ότι παραδέχτηκα ποτέ ότι πραγματικά περίμενα εκεί για να ανέβω στο φορτηγό; Είπα για δικαιολογίες χίλια δυο πράγματα και μόνο την αλήθεια δεν είπα. Κορόιδευα μέχρι τέλους τους ανθρώπους που θέλαν να σώσουν τη ζωή μου. Μήπως αυτοί με πίστεψαν; Όχι. Και ευτυχώς. Γιατί αν με πίστευαν την άλλη μέρα θα 'κανα πάλι το ίδιο. Και πάλι. Ώσπου κάποια μέρα θα βρισκόμουνα στο νοσοκομείο, και γιατί όχι; ίσως και στο νεκροταφείο.
(χτυπάει το ξύλο του γραφείου τρεις φορές)
Γιατί θυμήθηκα αυτή την παιδική μου ιστορία; Μα θα το κατάλαβες ήδη Γκρέγκορυ. Δεν περιμένω ούτε συ να μου πεις ότι θέλεις να αυτοκτονήσεις. Όμως εγώ δε θα πάψω να σου λέω πόσο άδικο είχες γι αυτή σου την απόφαση, πόσο κουτό είναι να θέλεις να στερήσεις τον εαυτό σου από το μεγάλο δώρο της ζωής. Όσα προβλήματα και να 'χεις, αυτή είναι η χειρότερη λύση. 

ΓΚΡ
(έντονα)
Δεν ήθελα ν' αυτοκτονήσω! 

ΥΠΕ
(κοιτάζει τον Γκρέγκορυ με σημασία) 
Και το σπάγκο τι τον ήθελες μαζί σου; 

ΓΚΡ
Δένω το παντελόνι μου καμιά φορά που πάει να μου πέσει. 

ΥΠΕ
(συγκαταβατικά)
Θα 'ταν καλλίτερα και για τους δυο μας να το
παραδεχτείς Γκρέγκορυ. Όλα θα 'ταν πιο εύκολα
έτσι. 

ΓΚΡ
(απογοητευμένος που ο υπενωμοτάρχης δεν
πείθεται)
Μπορώ να φύγω τώρα; 

ΥΠΕ
Όχι ακόμα. Ας κάνουμε μια υπόθεση, Ότι σε αφήνω να φύγεις. Ότι δεν επιμένω και σε αφήνω να φύγεις χωρίς την ομολογία σου πως είχες σκοπό να αυτοκτονήσεις και βέβαια χωρίς να ακούσεις αυτά που έχω να σου πω σαν υπεύθυνος αυτού του Σταθμού. Και βέβαια χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Και ας υποθέσουμε, πράγμα πολύ πιθανό κατά τη γνώμη μου, ότι εσύ φεύγοντας πηγαίνεις κατευθείαν στη γέφυρα και αυτή τη φορά δεν κάθεσαι πάνω στην πέτρα για να σκεφτείς αλλά τη δένεις κατευθείαν στο λαιμό σου και βουτάς στο ποτάμι. Όταν σε βρουν αύριο, όλοι θα μάθουν πως ήσουν απόψε εδώ. Και η επόμενη σκέψη τους θα είναι: "καλά, πώς τον άφησαν να φύγει έτσι από το Αστυνομικό Τμήμα; Δεν ήξεραν ότι έτσι τον στέλνουν ίσα στο θάνατο;" Kαι θα έχουν δίκιο. Αν ήμουν μόνος μου εδώ Γκρέγκορυ, ίσως και να σε άφηνα να φύγεις. Μα τώρα άλλα δύο όργανα του Σταθμού ξέρουν πως βρίσκεσαι εδώ. Σε έφεραν εδώ και δεν έχουν πια ευθύνη-όλη την ευθύνη για σένα την έχω εγώ. Κατάλαβες; 

ΓΚΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι ότι ένας πολίτης μπορεί να μπλέξει χωρίς λόγο μόνο επειδή έκανε μία βόλτα. Αν έκανα και κάτι παράνομο τι θα γινόταν χειρότερο; Μα τίποτε χειρότερο πιστεύω. Φυλακισμένος θα 'μουνα και τότε. Γιατί και τώρα φυλακισμένος είμαι…
(σηκώνεται και δείχνοντας την πόρτα λέει δυνατά)
Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου κύριε διοικητά!
(η πόρτα μισανοίγει και το κεφάλι του Α' χωροφύλακα φαίνεται στο άνοιγμά της)

Α' ΧΩΡ
Όλα εντάξει κύριε υπενωμοτάρχα; 

ΥΠΕ
Εντάξει χωροφύλαξ.
(η πόρτα κλείνει) 

Κύριε Γκρέγκορυ κάθισε. Κάθισε και ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να φωνάζεις. Είμαι όργανο της τάξεως κι εκτελώ διαταγές. Πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα στην περίπτωσή σου. Ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε πολιτισμένα και σωστά. Και πρώτα απ' όλα πρέπει να μιλήσεις. Αυτό ανακουφίζει. To γράφει ο Κανονισμός. Να μου πεις για τον εαυτό σου, για τη ζωή σου, για τους φίλους και τους συγγενείς σου. Έχουμε καιρό. Ας κάτσουμε εδώ σαν δυο παλιοί φίλοι κι ας κουβεντιάσουμε. Αλλά κι αν ακόμα δεν είχα χρόνο γι αυτό πάλι θα 'βρισκα. Μα έχω χρόνο απόψε.

(σηκώνεται και κατευθύνεται προς ένα ντουλάπι στον τοίχο. To ανοίγει και από ένα θερμός που βγάζει από μέσα γεμίζει με καφέ ένα φλιτζάνι)
Εγώ θα πάρω λίγον καφέ. Μου είναι απαραίτητος τα βράδια. Με βοηθάει να ξαγρυπνώ. Θέλεις λίγον; 

ΓΚΡ
Όχι, ευχαριστώ. 

ΥΠΕ
(ανάβει τσιγάρο)
Τσιγάρο; 

ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω. 

ΥΠΕ
Λοιπόν δώσε μου λίγο χρόνο και την προσοχή σου. Ο χωροφύλαξ που σε έφερε εδώ μου έδωσε ορισμένες πληροφορίες για σένα. Όμως καμία απ' αυτές δε βοηθάει να βγάλω συμπέρασμα για το λόγο που σε οδήγησε στις τρεις η ώρα το πρωί πάνω από τα βαθιά νερά της γέφυρας. Δώσε μου εσύ μια εξήγηση. Τι θέλει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί; Ξέρεις, ο χωροφύλακας είναι πολλές φορές και εξομολογητής. Μη διστάσεις λοιπόν. Μίλησε ελεύθερα. 

ΓΚΡ
Είναι απλό. Δεν είχα ύπνο και είπα να κάνω μια βόλτα. Έφτασα μέχρι τη γέφυρα περπατώντας, κουράστηκα, είπα να κάτσω σε μια πέτρα να ξεκουραστώ. Εκεί με βρήκε ο χωροφύλακας. 

ΥΠΕ
Κάνεις συχνά τέτοιες βόλτες; Θέλω να πω στις τρεις η ώρα το πρωί…δεν μπορούσες να πάρεις ένα βιβλίο να διαβάσεις, ή ν' ακούσεις ραδιόφωνο ή να κάνεις κάτι άλλο μέσα στο σπίτι σου για να περάσει η ώρα σου ώσπου να νυστάξεις; 

ΓΚΡ
Άλλες φορές το κάνω κι αυτό. Μα αυτή τη φορά είπα να βγω έξω. 

ΥΠΕ
Έχεις λοιπόν κι άλλες φορές αϋπνίες. Άσχημο αυτό-δεν είναι; 

ΓΚΡ
Δεν μπορώ να πω πως είναι άσχημο. Συμβαίνει, απλά. Θα 'τανε άσχημο αν με απασχολούσε από τη δουλειά μου-αν την επομένη είχα να δουλέψω, οπότε θα ήταν δύσκολο για μένα να ξυπνήσω στην ώρα μου. Αλλά δεν έχω δουλειά. Έτσι δε με πειράζει να μείνω ξάγρυπνος μια νύχτα. Μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο το πρωί. 

ΥΠΕ
Δεν εργάζεσαι; 

ΓΚΡ
Όχι. έχω ένα σπίτι και κάτι οικονομίες. 


ΥΠΕ
Αχ, ας μπορούσα να το έλεγα κι εγώ αυτό: "μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο μου το πρωί"... Τα πρωινά πρέπει να είμαι εδώ από τις εξήμισυ. Κι όταν έχω νυχτερινή βάρδια νομίζεις ότι μπορώ να κοιμηθώ μετά; Θα φύγω στις οχτώ από δω και θα πάω στο σπίτι. Μα για ύπνο ας μη γίνεται κουβέντα. Τα παιδιά από τη μια και ο θόρυβος του δρόμου από την άλλη δε μ' αφήνουν να κλείσω μάτι. Αυτή είναι η δουλειά μου. Και κάτι τυχαίνει πάντα όταν έχω βάρδια. Την προηγούμενη βραδιά ένας καυγάς σε ταβέρνα. Αύριο θα είναι μια κλοπή. Μα έλα τώρα, δε θα σου πω τα παράπονά μου. Τα δικά σου περιμένω ν' ακούσω. Έχεις οικογένεια; Και ας μιλάμε στον ενικό-δε θα 'ναι καλλίτερα; Τι λες; 

ΓΚΡ
Δε θ' ακούσετε παράπονα από μένα. Δεν έχω
παράπονα. Έχω ένα γιο. Ταξιδεύει. 

ΥΠΕ
Έχεις γυναίκα; 

ΓΚΡ
Είχα. Πάνε δώδεκα χρόνια. Έφυγε μ' έναν ηθοποιό που πέρασε από δω μ' έναν περιοδεύοντα θίασο. 

ΥΠΕ
Δεν ξαναπαντρεύτηκες;
(ο Γκρέγκορυ κουνάει αρνητικά το κεφάλι)
Γιατί; 

ΓΚΡ
Τι συζήτηση κι αυτή που κάνουμε… Μα να σας απαντήσω. Τον πρώτο καιρό αφοσιώθηκα στην περποίηση του παιδιού και του σπιτιού μου. Να παντρευτείς σημαίνει να γνωρίσεις, να ψάξεις, ν' απασχοληθείς κι εγώ δεν είχα καιρό. Όταν μεγάλωσε το παιδί μου, εγώ είχα μάθει να κάνω στο σπίτι όλες τις δουλειές που κάνει η γυναίκα. Μαγείρεμα, πλύσιμο, σκούπισμα. Γιατί λοιπόν να παντρευόμουν; Ο μόνος λόγος θα ήτανε για να υπάρχει στο σπίτι ένας άνθρωπος όταν θα 'φευγε ο γιος μου. Να μπορώ να γυρίζω απέξω μια χειμωνιάτικη μέρα και να λέω: "τι κρύο!" και κάποιος να μου απαντάει: "ναι, είδες; παλιόκαιρος". Κι αυτό θα ήταν όλο.

ΥΠΕ
Οχι μόνο αυτό. 

ΓΚΡ
Έχετε δίκιο… 

ΥΠΕ 
Είπαμε στον ενικό Γκρέγκορυ. 


ΓΚΡ 
…Έχεις δίκιο λοιπόν. Όχι μόνον αυτό. Είναι ακόμα που όλοι οι άλλοι, οι παντρεμένοι, θα λέγανε τότε "ο Γκρέγκορυ με τη γυναίκα του". Και αυτό το "με τη γυναίκα του" σε κάνει δικόν τους, σε τοποθετεί στην ίδια κατηγορία μ' αυτούς και μπορείς να ελπίζεις σε λίγη συντροφιά. Αυτά είναι τα καλά του γάμου. Μια αδυναμία σπρώχνει προς το γάμο. Μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ένα είδος φόβου ότι μόνος του κανείς είναι αποκομμένος από το κοπάδι, είναι ευάλωτος στο ανθρώπινο μίσος. Παρόλα αυτά, πριν δυο χρόνια είπα να παντρευτώ. Ήμουνα δυο χρόνια νεότερος τότε. Και είναι μεγάλη η διαφορά και ενός μηνός στην ηλικία μου. Μέσα σε μια μέρα μπορεί κανείς να μεγαλώσει ένα χρόνο στην ηλικία μου.
(μικρή σιωπή)
Μέχρι τότε και επί δέκα χρόνια έβλεπα τις γυναίκες στο δρόμο, στη γειτονιά, στα καταστήματα, στην τηλεόραση. Τα πρώτα χρόνια τις κοίταζα. Τις ήθελα. Κυκλοφορούσα ανάμεσά τους λέγοντας στον εαυτό μου "κάποιαν απ' αυτές θα παντρευτώ μια μέρα". Όμως με τον καιρό αιστανόμουν να γίνομαι όλο και πιο ξένος μαζί τους. Για χρόνια το χέρι μου δεν ακούμπησε ένα γυναικείο χέρι. Για χρόνια δε βρέθηκα σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από κάποια γυναίκα. Είναι αξιοθαύμαστο πώς όλες οι γυναίκες περνώντας δίπλα σου, προσέχουν να μην ακουμπήσει πάνω σου ούτε η άκρη ενός ρούχου τους. Και τώρα, αν ήθελα ν' αγγίξω ένα γυναικείο χέρι έπρεπε να παντρευτώ την ιδιοκτήτριά του. Ναι, την ιδιοκτήτρια, θέλω και το λέω έτσι. Όλες αυτές οι υπάρξεις με τα λυγερά, τα μεστωμένα ή γέρικα κορμιά, όλα αυτά τα παράξενα όντα με τις πέντε ασύντακτες προσεκβολές τους το καθένα -χέρια, πόδια και κεφάλι λέω-,όλες αυτές οι γυναίκες για μένα ήτανε πράγματα. Πράγματα ξένα και μακρινά. Κούκλες ξύλινες που περπατούσαν ζώντας μιαν άλλου είδους ζωή, τελείως διαφορετική από τη ζωή μου. Πλάσματα ίσως μιας φαντασίας. Όταν λοιπόν για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα χρόνια μπήκε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι μου και κάθισε απέναντί μου, στο ίδιο δωμάτιο με μένα, σε μια καρέκλα που ήτανε δική μου και που είχα κάτσει πριν εγώ πάνω της τόσες φορές, δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος που έφερε τη γυναίκα, που έκανε τα προξενιά, μιλούσε συνέχεια. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα, άσχετα με το γάμο, άσχετα με μένα ή με κείνην. Έλεγε... έλεγε... ξαφνικά θυμήθηκε πως έπρεπε να αγοράσει τσιγάρα και βγήκε. Μείναμε μόνοι μας εγώ κι αυτή. Μέχρι τότε εκείνη δεν είχε μιλήσει. Μα ούτε τώρα εμίλησε. Τώρα που βγήκε ο άλλος, είχα την εντύπωση ότι είμαι μόνος στο σπίτι. Κι όμως, απέναντί μου καθόταν ένα πλάσμα που δεν ήξερα τι να κάνω μ' αυτό. Καθώς τα μάτια γελούνε τον άνθρωπο πολλές φορές, ήμουνα σίγουρος πως με γελούσαν και τώρα. Κανείς δεν υπήρχε στο δωμάτιο έξω από μένα.
Όταν ο προξενητής γύρισε, την πήρε κι έφυγαν αμέσως.
Ο γάμος είναι μια απάτη, μια ειρωνεία για τον άνθρωπο. Θα άξιζε σε όντα χωρίς λογική. Λογικά όντα θα περίμενε κανείς ν' αφήνονται στο ένστικτο. Μα να, η λογική χρησιμεύει σε παράλογα πράγματα. Αν αυτή ήτανε πραγματική γυναίκα και ήθελε να με παντρευτεί, γιατί δεν ερχότανε σε μένα όταν ακόμα ήταν καιρός; Όταν ακόμα ό,τι έβλεπαν τα μάτια ήταν πραγματικό; Τι είναι εκείνο που κρατάει τον άνθρωπο μακριά από τον άνθρωπο; Τυχαία αν αφήνονταν οι άνθρωποι να περπατούν πάνω στη γη, θα έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Τώρα με επιμέλεια αποφεύγουν κάθε επαφή.
Όμως να, αυτή είναι η ιστορία που δεν παντρεύτηκα πάλι. 

ΥΠΕ
Έχεις αδέρφια, συγγενείς, φίλους; 

ΓΚΡ
Έχω. Τι αλλάζει; Γι αυτό δε ρωτάς; 

ΥΠΕ
Δε σε φροντίζουν; Δε σε βλέπουν; 
ΓΚΡ
Με βλέπουν και τους βλέπω. Με φροντίζουν και τους φροντίζω. Όμως τα σπίτια είναι φτιαγμένα για να ζει μέσα τους μια οικογένεια μόνο. Η λογική πάλι. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λογική για να ζουν απομονωμένοι και ύστερα γκρινιάζουν ότι τους λείπει η επικοινωνία. 

ΥΠΕ
Έχεις φίλους Γκρέγκορυ; 

ΓΚΡ
Γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους. Με δυο τρεις λέμε μια κουβέντα παραπάνω, αν αυτό εννοείς με φίλους. 


ΥΠΕ
Φίλους εννοώ ανθρώπους που να σ' αγαπούν, να ενδιαφέρονται για σένα. 

ΓΚΡ
Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν; 

ΥΠΕ
Λοιπόν ζεις μόνος. Χωρίς γυναίκα, συγγενείς, φίλους. Η μοναξιά είναι κακός σύμβουλος. Σε σπρώχνει να κάνεις τα χειρότερα. Τώρα εξηγούνται όλα. Απογοητευμένος από τη ζωή σου, χωρίς κανέναν για συντροφιά, φυσικό είναι να σκεφτείς να κάνεις αυτό που ήθελες να κάνεις. 

ΓΚΡ
Δεν είμαι μόνος μου. Έχω το γιο μου. Είναι
μαθητευόμενος ασυρματιστής. Όταν βγαίνει στη
στεριά τον βλέπω. Και σας ξαναλέω-δε θέλησα ν'
αυτοκτονήσω!.. 

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω, δυνατά)
Και τι σας πειράζει εσάς που δε θέλω να 'χω σπίτι;
Πέστε μου, τι σας πειράζει;..
(ακούγονται συγκεχυμένες φωνές αντρικές και γυναικείες χωρίς να βγαίνει νόημα) 

ΥΠΕ 
(στον εαυτό του)
Πάλι αυτή!
(δυνατά)
Χωροφύλαξ!
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)

Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπενωμοτάρχα! 

ΥΠΕ
Γιατί τη φέρατε πάλι αυτή; 

Α'ΧΩΡ
Πετροβολούσε τις λάμπες στις κολώνες κύριε υπενωματάρχα. Κι όταν την πλησιάσαμε άρχισε να μας βρίζει. 

ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω)
Αν δε με πειράζατε δε θα σας έβριζα.
(η αλήτισσα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. ΕΙναι ντυμένη με σχισμένα και λερωμένα ρούχα. Μαλλιά ακατάστατα) 

ΑΛΗΤΙΣΣΑ (ΑΛΗ)
(στο χωροφύλακα)
Ήρθα μήπως εδώ εγώ να σας πειράξω; Εσείς ήρθατε στον τόπο μου.
(στον Γκρέγκορυ)
Όλοι τους ίδιοι είναι. Κάθεσαι ήσυχα στο παγκάκι σου κι αυτοί έρχονται και σου λένε "έλα μαζί μας". Γιατί παρακαλώ; Πείραξα κανέναν; 

ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Πήγαινε έξω σε παρακαλώ. Δεν ήρθε η σειρά σου. 
ΑΛΗ
Η σειρά μου δε θα 'ρθει ποτέ. Η δική σας σειρά θα 'ναι πάντοτε. Ο πολιτισμός για σας. Η πρόοδος για σας. Για μας η ανέχεια και η δύσκολη ζωή. Για μας... 

ΥΠΕ
(διακόπτοντάς την, στο χωροφύλακα)
Πάρτην έξω. Θα σου πω πότε να τη φέρεις. 

ΑΛΗ
(προχωρώντας αμέσως προς την πόρτα)
Βγαίνω μόνη μου. Δεν είμαι ανάγωγη. Ξεχασμένη είμαι.
(βγαίνει. Την ακολουθεί ο χωροφύλακας που κλείνει την πόρτα πίσω του) 

ΥΠΕ
Αυτά τραβάμε. Τη στέλνεις στον ψυχίατρο, σου λέει δεν υπάρχει λόγος να την κρατήσει εκεί. Είναι υγιής. Ύστερα πάει κι αλητεύει. Ζητιανεύει και βρίζει όποιον προφτάσει. 


ΓΚΡ
(με κάποιο ενδιαφέρον στη φωνή του)
Πόσω' χρονών είναι; 

ΥΠΕ
Κάποτε μας είπε πως είναι σαρανταοχτώ. Κανείς δεν ξέρει, κανέναν δε συναναστρέφεται. Μόνο φωνάζει. Δεν της αρέσει λέει η κοινωνία μας όπως είναι φτιαγμένη. Βλέπεις Γκρέγκορυ ότι υπάρχουν κι άλλοι δυσαρεστημένοι. Όμως αυτή η γυναίκα ποτέ δεν αποπειράθηκε ν' αυτοκτονήσει. 

ΓΚΡ
(ίδια)
Πώς τη λένε; 

ΥΠΕ
Κανείς δεν ξέρει. Ταυτότητα δεν έχει. Ίσως να μην έχει και όνομα. Στην περιοχή μας βρίσκεται κάπου ένα χρόνο. Ποτέ δε μας έχει πει όνομα.
(φωνές της αλήτισσας απέξω χωρίς να ξεχωρίζουν λέξεις)
Έχουμε δουλειά λοιπόν απόψε. Κι έχω και να συμπληρώσω και τα χαρτιά για την περίπτωση του καθενός σας.
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας) 

Α' ΧΩΡ
Κύριε αστυνόμε να την κλείσουμε μέσα; Δεν
αντέχεται άλλο. 

ΥΠΕ
(αποφασιστικά) Φέρτην εδώ! 

Α' ΧΩΡ
(γρήγορα)
Μάλιστα!
(στην αλήτισσα που περιμένει απέξω) 
Έλα μέσα!


ΑΛΗ
(μπαίνει. Δυνατά)
Έχουμε λέει κράτος. Και σκοπός του λέει είναι η
ευτυχία των πολιτών. Ευτυχία να σου πετύχει… χωρίς φαγητό, χωρίς δουλειά, χωρίς
φάρμακα για την αρρώστια σου. Πήγανε λέει στο φεγγάρι. Προόδεψε η ανθρωπότητα... Κι εγώ δεν είμαι ανθρωπότητα; Στους εκατό μόνο οι δύο καλοπερνάνε. Οι άλλοι υποφέρουνε για να
καλοπερνάνε αυτοί οι δύο. Α! Σούβλισμα που τους χρειάζεται... 

ΥΠΕ
(που ως εκείνη τη στιγμή δείχνει ότι περιμένει να
τελειώσει η αλήτισσα για να μιλήσει αυτός)
Τελείωσες;

ΑΛΗ
(σα να μη τον άκουσε. Στον Γκρέγκορυ)
Κάπου σε ξέρω εσένα.
(συνεχίζει όπως πριν)
Σούβλισμα! Δικαιοσύνη λένε, δικαιοσύνη. Και κάνουνε πόλεμους για τη δικαιοσύνη. Και κλέβουνε για τη δικαιοσύνη. Γιατί; Γιατί είναι δυνατοί. Κι από πάνου μας κοροϊδεύουν. Όλα για τη δικαιοσύνη! Μα εμείς άλλο ξέρουμε πως είναι δικαιοσύνη. Η ίδια λέξη έχει πολλές έννοιες;
(πιάνει τον Γκρέγκορυ από το βραχίονα και τον πηγαίνει πέρα δώθε ενώ συνεχίζει να μιλάει)
Η γλώσσα! Η γλώσσα μας σκοτώνει! Η γλώσσα μάς δυναστεύει. Κόψε τις γλώσσες των ανθρώπων και τότε θα δεις δικαιοσύνη. Αληθινή δικαιοσύνη!..
(αλλάζει απότομα ύφος. Στον Γκρέγκορυ, συλλογισμένη)
Κόπου σε ξέρω εσένα...
(σκέφτεται)
Ήσουνα στη Γκρενόμπλ παλιά; 

ΓΚΡ 
Ναι. 

ΑΛΗ
Καλά το κατάλαβα ότι κάπου σε ξέρω.
(δείχνει τον υπαστυνόμο στον Γκρέγκορυ και συνεχίζει επιθετικά)
Κι αυτός ο χαφιές αν δεν είχε γλώσσα δε θα μπορούσε να λέει τις βλακείες που λέει. 

ΥΠΕ
(θυμωμένος)
Αρκετά! Αυτό είναι περιύβρισις Αρχής! Εάν είσαι
τρελή να πας στο τρελλοκομείο. Αν δεν είσαι τότε θα πληρώσεις για τις πράξεις και για τα λόγια σου.
Πές μου εδώ, πετροβόλησες τις λάμπες στο δρόμο ή όχι; 

ΑΛΗ
Εσύ δε σβήνεις τα φώτα στο σπίτι σου πριν κοιμηθείς; 

ΥΠΕ
Έβρισες το όργανο της χωροφυλακής που ήρθε να σου κάνει συστάσεις ναι ή όχι; 


ΑΛΗ
Τον είπα πουλημένο τομάρι. Αυτό δεν είναι βρισιά. Η αλήθεια είναι. Και η αλήθεια δεν είναι βρισιά.
(ο Α' χωροφύλακας κάνει μια κίνηση συγκρατημένης αγανάκτησης) 

ΥΠΕ
Ωραία! Θα μηνυθείς γι αυτό! Δεν μπορεί ο καθένας και η καθεμία...
(ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Β' χωροφύλακας που χωρίς να ζητήσει άδεια, μιλάει σιγά στον υπαστυνόμο) 

Β' ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Β' ΧΩΡ)
Κύριε υπαστυνόμε έχουμε έφοδο... 

ΥΠΕ
(θορυβημένος, στον Α χωροφύλακα)
Πρόσεχέ τους!
(βγαίνει ακολουθώντας τον Β' χωροφύλακα) 

ΑΛΗ
(πλησιάζει τον Γκρέγκορυ και τον κοιτάζει
εξεταστικά)
Και ήσουνα φοιτητής της Ιατρικής-ναι; 

ΓΚΡ 
Ναι. 

ΑΛΗ
Από τότε είχα καταλάβει πως είσαι κουτός. Δεν ήσουνα από κείνους που πολεμάνε στη ζωή. Δεν ήσουνα δυνατός. Μ' έβλεπες όλη την ώρα στη φιέστα της πρωτοχρονιάς, με ήθελες, αλλά δεν έκανες καμία προσπάθεια να με πλησιάσεις. Μα ο Έρικ ήταν έξυπνος. Μ' ένα κομπλιμέντο και με το γέλιο του με κέρδισε για όλους τους χορούς εκείνο το βράδυ. Κι εκείνο το βράδυ ήτανε η αρχή για το γάμο μας αργότερα. Εσύ περίμενες μέσα στη ζεστή φωλιά της φαντασίας σου. Περίμενες να γίνουν όλα μόνα τους όπως τα ήθελες: εγώ να μαγευτώ από σένα, ν' αρνηθώ όλους τους άλλους και να 'ρθω να πέσω στα πόδια σου ικετεύοντας τον έρωτά σου, Τότε συ θα έδειχνες πως αποδέχεσαι την προσφορά μου. Και σε κάθε ασυμφωνία της φαντασίας σου με την πραγματικότητα θα κλεινόσουν πάλι στον εαυτό σου και θα περίμενες να μεταποιηθεί πάλι η πραγματικότητα στα μέτρα της φαντασίας σου.
(σιγά, αναπολώντας)
Kl εγώ μάταια περίμενα μια σου λέξη...ένα σου βλέμμα...
(γυρίζει στο χωροφύλακα που παρακολουθεί)
Τι κοιτάς σα χάχας εσύ; 
(στον Γκρέγκορυ)
Μα φαίνεται πως ακόμα δεν έχεις παραδοθεί. Δεν έχεις μαδηθεί τελείως. Τι σε κρατάει; 

ΓΚΡ
Έχω ένα γιο. 

ΑΛΗ
Πόσω' χρονώ'; 

ΓΚΡ 
Είκοσι. 

ΑΛΗ
Πες ξόφλησες κιόλας και συ. Ο γιος σου δε σ' έχει
πια ανάγκη. 

ΓΚΡ
...είσαι η Ηρώ... 

ΑΛΗ
(σιγά)
Σιγά να μην ακούσουνε αυτά τα βρωμόσκυλα τ'
όνομά μου-δεν το 'χω για κείνους. Ναι. Αυτή είμαι. 

ΓΚΡ
Πώς βρέθηκες εδώ; 


ΑΛΗ
Ωραία ερώτηση! Τραβώντας το δρόμο μου. Άκου
πώς βρέθηκα εδώ... 

ΓΚΡ
Τι έκανες με τον Έρικ; 

ΑΛΗ
Τίποτα. Αυτός έκανε με μένα. Περνώντας με το
μπουλούκι του από τα μέρη σας κλέφτηκε με μια
παντρεμένη.
(στο χωροφύλακα)
Αυτόν δεν τόνε πιάσατε όμως. Αυτός δεν έσπασε καμιά λάμπα. 

ΓΚΡ 
Εσύ... 

ΑΛΗ
Τι "εσύ"; 
(Ο Γκρέγκορυ δεν απαντάει)
Λέγε ντε! 

ΓΚΡ
Ο άντρας σου κλέφτηκε με μια παντρεμένη από τα
μέρη μας; 

ΑΛΗ
Παράξενο σου φαίνεται; Πρώτη φορά ακούς για
τέτοια;
(στρέφει στον χωροφύλακα) 
Ελευθερία! Άλλη μεγάλη σας λέξη! Μπορεί να 'ναι κανείς ό,τι θέλει εκτός να κοιμάται στο παγκάκι. Μπορεί να λέει ό,τι θέλει κανείς, αρκεί να μη σας λέει την αλήθεια.
(στον Γκρέγκορυ και στη συνέχεια κοιτάζοντας πότε το χωροφύλακα πότε τον Γκρέγκορυ)
Κοίτα τώρα!
(στον χωροφύλακα που σε ό,τι ακούει δείχνει ότι δίνει τόπο στην οργή)
Παιδί μου είσαι ευχαριστημένος από τη δουλειά σου; (ο χωροφύλακς δεν απαντάει)
Απαντώ εγώ γι αυτόν. "Ναι, είμαι". Και αιστάνεσαι υπερήφανος που εφαρμόζεις το νόμο και κυνηγάς τους κακούς; "Ναι, αιστάνομαι". Τώρα ρώτησέ τον τι είναι κακό και τι είναι νόμος και θα σε κοιτάει σαν μπούφος. Α! Είναι θύμα κι αυτός αλλά δεν το ξέρει.
(σηκώνει ψηλά τα χέρια σε ένδειξη απορίας)
Πώς μπορούν και αποβλακώνουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ανθρώπους; Ποια τέχνη κατέχουν και κρατάνε στο σκοτάδι τόσα πλήθη; Που αν ξεσηκώνονταν αυτοί, εκείνοι δε θα 'ξεραν πού να κρυφτούνε... Ποια μηχανή έχουν ανακαλύψει που κρατάει άπρακτους εκείνους που βασανίζονται; Αλλά κι εκείνοι τι τα 'χουνε τα μάτια αφού δε βλέπουν; Τ' αυτιά αφού δεν ακούνε; To μυαλό αφού δε σκέφτονται; Γιατί αν αυτοί άκουγαν, έβλεπαν, σκέφτονταν, τότε κι εγώ θα είχα σπίτι και τούτοι 'δώ οι χαραμοφάηδες και θα δούλευαν και θα 'ταν ευτυχισμένοι. Και κανείς άνθρωπος δε θα 'τανε δούλος στον άλλο. Ενώ τώρα... Πού είναι η σκέψη και η ορθή κρίση; Παντού υποταγή και δουλικότητα.
(στον χωροφύλακα)
Τι έχεις να πεις γυμνοσάλιαγκα;
(η πόρτα ανοίγει και ο υπενωμοτάρχης την κρατάει ανοιχτή για να περάσει ο επόπτης πρώτος. Ύστερα μπαίνει κι αυτός και κλείνει την πόρτα. Ο επόπτης είναι ένας σαραντάρης με ακριβό κοστούμι και με ένα ευγενικό χαμόγελο) 

ΥΠΕ
(στον επόπτη)
Περάστε! Καθίστε κύριε επόπτα! Μπορείς να
πηγαίνεις χωροφύλαξ!
(ο χωροφύλακας χαιρετάει και βγαίνει) 

ΕΠΟΠΤΗΣ
Κύριε υπενωμοτάρχα βλέπω πως έχεις παρέα. Ποια
είναι η κυρία και ο κύριος; 

ΑΛΗ
(στον Γκρέγκορυ)
Δηλαδή αυτό είναι πιο μεγάλο κεφάλι από τον
αστυνόμο. Είδες ρεβεράντζες που του κάνει;
Μεγαλεία έχουμε απόψε!.. 

ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Σιωπή!
(στον επόπτη)
Κύριε επόπτα η κυρία συνελήφθη για αλητεία. Εξύβρισε τα αστυνομικά όργανα που τη συνέλαβαν. Συχνά την έχουμε εδώ. Κάθε φορά τα ίδια. Έχω όλα τα στοιχεία για να συντάξω την αναφορά μου. 


ΕΠΟ
Και ο κύριος;

ΥΠΕ
Προσήχθη προς εξακρίβωσιν στοιχείων. Πιθανή
απόπειρα αυτοκτονίας. 

ΑΛΗ
(γελάει)
Χα! Αυτός αυτοκτονία; Αυτός φοβάται που ζει και θ' αυτοκτονήσει; Χα! 

ΕΠΟ
(στην αλήτισσα)
Κυρία μου γιατί έβρισες τους αστυνομικούς; 

ΑΛΗ
Αν μ' ενοχλήσουνε πάλι, πάλι θα τους βρίσω. 

ΕΠΟ
Μπορείς να πηγαίνεις στο καλό κυρία μου και σου
ζητάμε συγνώμη για την ενόχληση. 

ΑΛΗ
(στον Γκρεγκορυ)
Η γλώσσα! Η γλώσσα!
(δείχνει τον επόπτη)
Αυτός είναι ο χειρότερος! Η γλώσσα! Να η κατάρα του ανθρώπινου γένους! Όποιος ξεριζώσει τη γλώσσα από τους ανθρώπους τους έσωσε!
(σηκώνει τα χέρια σε απόγνωση πηγαίνοντας προς την πόρτα.) 

ΓΚΡ
(στην αλήτισσα)
Έχω ένα δωμάτιο. Έλα να μείνεις απόψε.

ΑΛΗ
Μ' αρέσει εκεί που είμαι! 

ΓΚΡ
Αν κάποτε χρειαστείς δικηγόρο ξέρω κάποιον... 


ΑΛΗ
Δε χρειάζομαι δικηγόρο! Τους τα ψέλνω και μόνη μου. Δε θέλω ούτε σπίτι ούτε δικηγόρο. Τότε δε θα 'μουνα παρά ένα ανθρωπάκι όπως αυτοί.
(βγαίνει) 

ΕΠΟ
(στον Γκρέγκορυ)
Είναι αλήθεια ότι αποπειράθηκες ν' αυτοκτονήσεις
κύριε... 

ΓΚΡ
...Γκρέγκορυ. 

ΕΠΟ
...κύριε Γκρέγκορυ; 

ΓΚΡ
Όχι. Εξήγησα στον κύριο υπενωμοτάρχη. Είχα βγει
για μια βόλτα. 

ΕΠΟ
Μπορείς να πηγαίνεις κύριε Γκρέγκορυ. 

ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Χαίρετε.
(βγαίνει)

ΥΠΕ
Κύριε επόπτα, αύριο θα 'ναι πάλι εδώ αυτή η αλήτισσα και ίσως και ο Γκρέγκορυ να κάνει βόλτες στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί. 

ΕΠΟ
Και σεις θα τους πιάσετε και θα τους φέρετε εδώ. Αυτή είναι η δουλειά σας υπαστυνόμε. Και αν τύχει να κάνει έφοδο κανένας επόπτης στο Τμήμα σας, πάλι θα τους αφήσει ελεύθερους. Φίλε μου έχουμε να κάνουμε με πλήθος ανθρώπων κι είμαστε λίγοι. Μερικοί από μας πρέπει να δείχνονται καλοί. Έτσι διατηρούνται οι ελπίδες των ανθρώπων πως μια αλλαγή μπορεί να 'ναι προς το καλύτερο. Ώστε κι αν ακόμα πετύχουν την αλλαγή, πάλι εμείς θα τους διαφεντεύουμε. Και εκείνοι θα είναι ευχαριστημένοι που άλλαξαν τα πράγματα και εμείς που δεν άλλαξαν.
Οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι φίλε μου. Όποιος το καταλάβει αυτό μπορεί να τους κουμαντάρει. Στην υπηρεσία μας όποιος το καταλάβει παίρνει και προαγωγή επιπλέον. Κι έτσι προχωρεί η ζωή υπαστυνόμε. Άλλοι ηλίθιοι φεύγουν, άλλοι ηλίθιοι έρχονται. Κι εμείς εδώ. Στις επάλξεις. Να τους μαστιγώνουμε, να τους φυλακίζουμε, να τους κολακεύουμε.
Υπαστυνόμε πρέπει να πηγαίνω. Έχω άλλους δυο σταθμούς να δω απόψε. Μήπως υπάρχει λίγος καφές για το δρόμο; 

ΥΠΕ
Βεβαίως κύριε επόπτα!
(βάζει καφέ σ' ένα κύπελλο και το προσφέρει στον επόπτη)
Ορίστε!

ΕΠΟ
Ευχαριστώ. Δεν είναι ανάγκη να με συνοδεύσεις. Καληνύχτα.
(κοιτάζει το ρολόϊ του) 
Ή μάλλον καλημέρα.

ΥΠΕ
Καλημέρα σας κύριε επόπτα!
(ο επόπτης βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης κάνει μερικές βόλτες στο δωμάτιο σκεφτικός. Μετά)
Τι εύκολα που είναι όλα! Γιατί εγώ τα κάνω
δύσκολα;


ΑΥΛΑΙΑ 


Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

 ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ



«Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αντιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγονται απ' αυτό το πάθος που καταστρέφει το παν και αυτοκαταστρέφεται.»
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)







ΧΡΟΝΟΣ: μυθικός
ΤΟΠΟΣ: Οι πρώτη, δεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: 
Γαλάτεια 
Γλαύκη 
Νηρηίδες (η φωνή τους) 
Πολύφημος 
Γλαύκος 
Δίας 
Ερμής 
Αφροδίτη 
Άκις.



ΠΡΑΞΗ
ΠΡΩΤΗ 
(παραλία)

(μπαίνει η Γαλάτεια)
ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνη! 
Ο σκοτεινός πώς εφωτίστη ο κόσμος!
Γεμάτη με γητέματα και μάγια 
η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
Τo σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
Τον φτερωτού Θεού για με. Αχ! Έρω!
Διπλά σ’ ευχαριστώ απ' την καρδιά μου. 

Η κάθε λύπη μου πια έχει φύγει
κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
Αχ! Έρωτα! Σε φίλτρο ποιό βυθίζεις
τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
την ευτυχία τον κάνουνε να νιώσει…
Πριν ήμουνα μια Νύμφη όπως όλες.
Τώρα είμαι μια Νύμφη που αγαπάει
και, Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
Τo σώμα μου μια γλύκα το κατέχει.
Χαρά μια χύθηκε μες στην ψυχή μου-
χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον Άκι. 

Τι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
Και τι να το ’κανα της ζωής το δώρο
αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
Μα έχω απ' αγάπη πλημμυρίσει.
Θεοί! Αυτό λοιπόν το μυστικό σας!
Θεά είμαι κι εγώ κοντά σας τώρα. 
Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας. 

Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
ως ήσαν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
κι άγριοι δράκοντες την μακελλεύαν, 
έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
έτσι και 'γω 'μαι τώρα στολισμένη
με μύρια δώρα. Και λαλώ-κι ανθίζω. 

Σ’ αυτά τα μέρη η ζήση μου περνούσε.
Με τις πολλές παρέα τις αδερφές μου
έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
Καμιά η θάλασσα της Σικελίας 
κρυφή απ' τις χάρες της δε μου κρατούσε.
Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
και των νερών της τις τερπνές εικόνες
και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
όλα για μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
Μα κι αν δεν τα ’χε ποιός τήνε ρωτούσε;
ποιος στα τρελά της νιότης μας παιχνίδια
κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
Όμως σαν νιό κι εκείνη κοριτσάκι
γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας. 

Αλλ' άψυχη χαρά ήταν εκείνη
και στη σπηλιά μας βράδυ σα γυρνούσα
οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
κι ένιωθα τη χαρά μου προδομένη.
Κι εγώ, η αθάνατη, μες στου θανάτου
τα βρόχια ήμουνα παγιδεμένη.
Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
Πόσες ευχές δεν έκανα στο Δία
θνητή παρακαλώντας να με κάνει
ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνους...
Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
κάνε με μια πετρούλα-εν' ανθάκι
Κάνε με ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω». 

Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία,
μ’ άφησες όπως ήμουν γιατί άλλο
σχεδιάζανε τα φρένα σου για μένα.
Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
Και να! Μες στη ζωή μου όλα αλλάξαν
κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
απ' της αγάπης τη γλυκιά τη χάρη.
Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
Και σεις, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.

(Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).

Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
Είναι που τώρα όπου και να πάω
του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
Είναι που του Άκι μου η κάθε σκέψη
και σκέψη έγινε γλυκιά δική μου.
Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
οι δυο υπάpξεις μας, καθώς δεμένο
το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω. 
Ας πάω για να δουν οι αδερφές μου 
Την αλλαγή που μού ’φερε η αγάπη.
Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου 
όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες,
γιατ’ η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
που την αγάπη τη γλυκιά τραβάει.

(Βγαίνει η Γαλάτεια) 

ΓΛΑΥΚΗ
Ας ήτανε κι εγώ να τραγουδήσω
για την αγάπη όπως η Γαλάτεια.
Ο Άκις δεν τη διώχνει από κοντά του
και δείχνει να του αρέσει. Κάποια μέρα
θα τους ενώσει σίγουρα η Αγάπη.
Αλλ’ αν εγώ το στόμα μου θ’ ανοίξω
κατάρες και βρισιές θα ’χω για κείνην:
για χρόνια τον Πολύφημο αγαπάω
κι ούτε αυτός που με προσέχει διόλου.
Τo πάθος που γι αυτόν έχω με τρώει.
Η γλύκα τον μονάχου του ματιού του
με λιώνει. Κι όπου αν πάω κι αν γυρίσω
η θύμησή του όλην με κατέχει.
Μα εκείνος τον αγύριστο το νου του
Τον έχει στη Γαλάτεια όλον δοσμένο. 

Για χρόνια τώρα υποφέρω έτσι.
Κι ολόκληρη η ζωή μου έχει φύγει
Σ’ αυτόν τον πόνο μέσα βουτηγμένη.
Πόσο προσπάθησα να τόνε κάνω
κι εμένα λίγο έστω να προσέξει…
Χαμένη πήγε κάθε μου προσπάθεια.
Γι αυτόν υπάρχει λες στον κόσμο 
μον' η Γαλάτεια κι άλλη πια καμία.
Και κάθε τόσο ένα απ’ τα μεγάλα
σφάζει τα πρόβατά του και θυσία
στην Αφροδίτη τη θεά προσφέρει,
δική του να του δώσει τη Γαλάτεια.
Κνίσες γεμίζει όλος γύρω ο τόπος
κι όλο λιγαίνουνε τα πρόβατά του.
Μα η Γαλάτεια γνώμη δεν αλλάζει. 

Για μένα βέβαια καλό αυτό ’ναι
γιατί μ’ αφήνει μια μικρή ελπίδα
πως κάποτε ο Πολύφημος θα πάψει
να θέλει εκείνη που τον αποφεύγει
και στη δική μου αγκαλιά θε να ’ρθει.

(Μικρή σιωπή. Σκεπτική)

Πολύ χαρούμενη ήταν η Γαλάτεια.
Εύχομαι η αιτία της χαράς της
αρχή και για χαρά δική μου να ’ναι.
Αλλά σα ν’ άργησε απόψε ο ύμνος
που ψάλλουν κάθε βράδυ οι αδερφές μου-
που τους καημούς τους στα φτερά του παίρνει
και τους σκορπά στο βραδυνόν αγέρα
κι αυτός, όπου ψυχή, τήνε σπαράζει.

(Μπαίνει ο Πολύφημος. Η Γλαύκη πάει κοντά του και με τα δυο της χέρια αγκαλιάζει τα χέρια του με λαχτάρα).

Καλώς τον τόν Πολύφημο. Τι κάνεις;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Καλά κι εγώ 'μαι και τα πρόβατά μου.
Καλά κι η μέρα πήγε ως τα τώρα.
Τέσσερα αρνιά οι προβάτες μου γεννήσαν.
Τ’ άφησα στη σπηλιά με τις μανάδες.
Τ’ άλλα τ’ απόλυσα εδώ πιο πέρα
να βόσκουν στο παχύ της γης χορτάρι
κι ήρθα να δω για λίγο τη Γαλάτεια
και για ν’ ακούσω τ’ όμορφο τραγούδι
που όλες αντάμα λέτε κάθε βράδυ.

ΓΛΑΥΚΗ
Αχ! αν τα λόγια σου ήτανε μαχαίρια
χίλιες φορές θα μ’ είχανε σκοτώσει
έτσι όπως ίσια μπαίνουν στην καρδιά μου.
Κι έτσι αθώα ως βγαίνουν σου απ' τα χείλη
απόδειξη καθένα είναι ότι
πιο εύστοχο το βέλος ειναι ’κείνο
που ρίχνεται χωρίς να σημαδεύει.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Τα λόγια σου δεν τα καταλαβαίνω,
Γλαύκη, και δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Μα πες μου πούθε πήγε η Γαλάτεια;
Και μήπως ήρθα αργά για το τραγούδι;

ΓΛΑΥΚΗ
Εδώ τριγύρω κάπου είν’ η Γαλάτεια.
Eίναι καλά. Την είδα εγώ πριν λίγο.
Kι ακόμα το τραγούδι οι αδερφές μου
δεν το ’πανε. Σαν να σε περιμέναν.

(Ακούγεται μια γλυκιά μουσική
και ύστερα το τραγούδι)

Μα να που το τραγούδι αρχινάει.

(Ο Πολύφημος της κάνει νόημα να σωπάσει.
Kαι οι δύο κάθονται αμίλητα ακούγοντας)  

ΝΗΡΗΙΔΕΣ
Έρωτα συ , ασπροφτέρουγο αγόρι
εσύ μάς γέννησες-δε μας λυπάσαι; 
Ρίξε τα βέλη σου τα πυρωμένα
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Έλα και δος μας ό,τι δίχως κείνο
η νύχτα Τάρταρα κι Άδης η μέρα.
Έλα και τα κορμιά έχουν ανοίξει
σαν τα πολύσπερμα ώριμα ρόδια.
Έλα και τάισε, μέρεψε το λύκο
που κλείνουμε ανάμεσα στα πόδια.
Έλα στα ζαρκαδένια μας τα στήθια
να φέρεις το τραχύ αντρίκιο χέρι.
Εσύ που την Ψυχή είχες αγαπήσει
κι ωσότου να τη βρεις πονούσες τόσο,
εσύ την πυρκαγιά μπορείς να νιώσεις
βαθιά μέσα στα στήθη μας που καίει.
Εσύ που γέννησες Θεούς κι ανθρώπους,
Έρωτα, μη μονάχες μάς αφήνεις
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Κι αν, Έρωτα, ζωή μάς έχεις δώσει-
μα είναι θάνατος χωρίς αγάπη.
Δίχως τον άντρα είναι το κορμί μας
έρημος που ανήλεα την καίει
ο φλογερός της πεθυμιάς ο ήλιος.
Έρωτα στείλε μπόρες, καταιγίδες…
Στείλε θεέ τον άντρα-πότισέ μας.
Στείλε θεέ ένα χέρι να χαδέψει
Τ' αχάδευτο κι αφίλητό μας τ’ άνθος.
Είμαστε ατρύγητα μικρά δεντράκια
και μάς βαραίνουν οι πολλοί καρποί μας.
Διαφεντευτές ζητάμε πεινασμένους.
Να δώσουμε-να δώσουμε ποθούμε.
Έρωτα δος μας τη γλυκιάν αγάπη.
Εσύ μάς γέννησες-δε μάς λυπάσαι;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μόνες εδώ να πλένε στ’ ακρογιάλι
κανείς να τις λυπάται είναι αλήθεια…
Θυσίες κάνουνε στην Αφροδίτη;

ΓΛΑΥΚΗ
Κάνουν μα η θεά δεν τις ακούει.
Αλλά εγώ ανάγκη δεν την έχω.
Εκείνο που ζητούσα εγώ το βρήκα.
Και είσαι εσύ Πολύφημε ο άντρας
που αγαπώ. Μ’ αρέσει η δύναμή σου.
Μ’ αρέσει το αντρίκιο το κορμί σου.
Μ’ αρέσει η μυρωδιά σου η τραγίσια.
Μ’ αρέσουν όσα λες και όσα κάνεις.
Γιατί και συ δεν μ’ αγαπάς λιγάκι;
Και δε με νοιάζει αν πετώντας βράχια
βουλιάζεις τ’ ανεμόφτερα καράβια.
Και δε με νοιάζει αν τρως ανθρώπων κρέας.
Kαι δε με νοιάζει αν έτρωγες και μένα
τα χέρια σου αφού πρώτα θα με κλείσουν.


ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Έχω καράβια να βουλιάξω χρόνια 
σα μου ’πε η Γαλάτεια πως δεν πρέπει.
Κι όταν μου είπε πως καλό δεν είναι
να τρώω ανθρώπους, έχω σταματήσει.
Ο,τι μου είπε όλα τα ’χω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.
Ακόμα τα μαλλιά μου τα χτενίζω
και τώρα δε γυρνώ με βρώμια ρούχα.
Μα τίποτα δεν άλλαξε. Τι άλλο
να κάνω πρέπει για να μ’ αγαπήσει;
Kαι τελευταία την είδα να μιλάει
με το βρωμιάρη :αυτόν-το γιο του Πάνα.
Τον Άκι. Και την είδα να γελάει
όπως μαζί με μένα δε γελάει.
Μ’ εμε γελάει για να κοροϊδέψει
κάτι που πάνω μου δεν της αρέσει
Μ’ αυτόν γελούσε μες απ' την καρδιά της
σα να ’θελε να τον ευχαριστήσει. 
Αλλά μπορεί και να μου φάνηκε έτσι.
Δεν είναι σίγουρο αν δε δει το μάτι
κι αν δεν ακούσουνε τ’ αυτιά καθάρια
τις πράξεις και τα λόγια, που υποψία
καμία στην ψυχή μας δεν αφήνουν.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Πολύφημε γιατί να τυραννιέσαι
για κάποια που εκείνη δε σε θέλει 
αφού υπάρχω εγώ που η καρδιά μου 
δική σου είναι δίχως να ζητάει 
τίποτα απ' όσα σου ζητά η Γαλάτεια; 
Σε μένα αρέσεις έτσι όπως είσαι 
και δε ζητώ καθόλου να σ’ αλλάξω. 
Πέτα όσες θέλεις πέτρες΄ και καράβια 
βούλιαζε όσα μπορείς. Και τα μαλλιά σου 
μην τα χτενίζεις . Φόρα βρώμια ρούχα 
και μη μιλάς μ’ ευγένεια και με χάρη. 
Δε με πειράζουν όλα αυτά εμένα. 
Έτσι σε θέλω: αρρενωπόν κι αγροίκο 
καθώς οι άντρες οι αληθινοί είναι.
Να ’χεις στο νου σου τη Γαλάτεια πάψε
και πάρε εμένανε στην αγκαλιά σου.
Γιατί Πολύφημε να υποφέρεις;
Γιατί κι εμένα να με βασανίζεις;

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Γλαύκη είσαι όμορφη και συ σαν κείνη
και σ’ αγαπώ και σένανε στ’ αλήθεια.
Μα όπως έχω μες στα πρόβατά μου
για μια προβάτα πιότερη αγάπη
από τις άλλες, που αν θα με ρωτούσαν
"θάθελες να σου πάρουμε τη μία,
εκείνη την προβάτα, ή άλλες δέκα;"
τις δέκα αντίς της θα ’δινα τις άλλες,
έτσι και τώρα –το γιατί δεν ξέρω -
στο νου μου έχω πάντα τη Γαλάτεια.
Θυσίες στην Αφροδίτη όσες κι αν κάνω
όλες ως τώρα πάνε στα χαμένα.
Κι αφότου ήρθ' εδώ αυτός ο ξένος
τα πρόβατά μου δύο δυό τα σφάζω
διπλά η χάρη της να με προστρέξει.

ΓΛΑΥKΗ
Κι αν δε μου το ’λεγες όμως το ξέρω
από τις κνίσες που τον γύρω αέρα
διπλά με μυρωδιές βαριές γεμίζουν. 
Και δίλημμα μεγάλο την ψυχή μου
στα δυο χωρίζει. Από τη μία θέλω
να κάνει ότι ζητάς η Αφροδίτη,
μ’ από την άλλη "όχι" λέω πάλι
"γιατί για πάντα έτσι θα τον χάσω."
Δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω.
Μα μήπως επερίμενα ποτέ μου
εγώ, η Γλαύκη η όμορφη, η κόρη
του κραταιού και δίκαιου Νηρέα
να γίνω πεpιγέλιο της αγάπης;..
Γη κι Ουρανέ και συ Ωκεανέ μου
και Χάος και Νύχτα κι Έρεβος κι Αιθέρα,
προπάτορές μου κραταιοί, σάς κράζω
ελπίδα μες στην τόση απελπισιά μου:
δώστε μου του Πολύφημου το χάδι. 

(Τέλος της πρώτης πράξης) 


ΣΚΗΝΗ
ΔΕΥΤΕΡΗ 
(παραλία)


(Στο βάθος αριστερά η σπηλιά του Πολύφημου. Μπροστά της βωμός της Αφροδίτης με πάνω του να καίγονται στη φωτιά κρέατα από τα πρόβατα που έσφαξε ο Πολύφημος). 


ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Του Θείου Ποσειδώνα εγώ παιδί 'μαι.
Τόσο παλιά κρατιέται η γενιά μου.
Στα Τάρταρα με είχε κλείσει ο Κρόνος
Και μένα και τους άλλους αδερφούς μου.
Σκοτάδι ήταν πηχτό. Και φύλακάς μας
Ο Κάμπης-ένας όνος τερατώδης.
Αγόγγυστα υπόφερα τα πάντα.
Και όταν με λευτέρωσε ο Δίας
Μ’ όλη βοήθησα τη δύναμή μου
Για να νικήσουν οι θεοί εκείνους
Που θέλαν το χαμό τους-τους Τιτάνες.
Εγώ κι οι Κύκλωπες οι αδερφοί μου
Τους κεραυνούς εδώσαμε στο Δία,
Τις αστραπές και τις βροντές κι ακόμα
Μια σιδερένια φτιάξαμε κουρτίνα,
Τις λάμψεις για να κρύβει απ' τους Τιτάνες
Και να μη βλέπουνε να τους χτυπάνε.
Και την Κυνή εδώσαμε στον Άδη
Για να ’ναι αόρατος σαν πολεμάει.
Και στων νερών το θεό, τον Ποσειδώνα
Τη φοβερή την Τρίαινα γι ακόντιο.
Και χάρη στα γερά εκείνα μας όπλα
Στον Όλυμπο από τότε κυβερνάνε.
Γενναία επολέμησα κοντά τους
Κι ανταμοιβή δε ζήτησα καμία.
Αρκέστηκα να ζω εδώ στους κάμπους
Της Σικελίας, με τα πρόβατα μου,
Κι όταν με είχε ο Οδυσσέας τυφλώσει
Ένας θνητός, το γιο Θεών, εμένα-
Αυτοί το είχαν τούτο επιτρέψει-
Τυφλός εγώ τα πρόβατα εβοσκούσα,
Τυφλός εφύλαγα από κάθε ξένο
Του γερο-Ηφαιστου το εργαστήρι.
Κι αν για τον τότε που είχα δείξει ζήλο
Δε μου χαρίζανε πάλι το μάτι
Τυφλός θα ήμουνα μέχρι τα τώρα.
Γιατί εγώ ποτέ μου δε ζητούσα.
Και να ’μαι τώρα εγώ σα να ’μουν ένας
Απ' τους θνητούς ασήμαντους ανθρώπους
Σ' εσέ να θυσιάζω Αφροδίτη.
Αθάνατος εγώ. Μα όμως τρέμω
Μπροστά σε μια μικρούλα κοπελίτσα.
Κι εγώ, που δε μ’ ανοίξανε τα χείλη
Ποτέ για να ζητήσω κάποια χάρη
Ούτε από Θεό ούτε απ' ανθρώπους
Μπροστά σου στέκω τώρα και ζητάω 
Για πρώτη μου φορά κι εγώ μια χάρη.
Και να από σένα τι ζητώ: να δώσεις
Να  γίνει σύντροφός μου η Γαλάτεια.
Ζητάω από σε θεά Αφροδίτη
Την έγνοια σου επάνω μου να στρέψεις
Και ταίρι μου να κάνεις τη Γαλάτεια.
Και τους Θεούς εσύ μπορείς ακόμα
Να κάνεις ν’ αγαπήσουνε σα θέλεις.
Τη δίχως όρια τώρα δύναμή σου
Βαλ’ την να οδηγήσει τη Γαλάτεια
Στην πλούσια να κοπιάσει τη σπηλιά μου.
Στείλε τον Έρωτα να τη σαϊτέψει
Και να την κάνει μόνο εμέ να θέλει.
Κι εγώ διπλά, τριπλά θα θυσιάζω 
Τα πρόβατά μου απάνω στους βωμούς σου.
Κι εκείνον που έχει έρθει τελευταία
Στα μέρη μας, τον Άκι, γιό του Πάνα,
Στην Αρκαδία Θεά στείλ’ τονε πάλι
Χωρίς να καταφέρει αυτό που θέλει:
Στα χέρια του να κλείσει τη Γαλάτεια. 
Και τοτ' εγώ για σένανε Αφροδίτη 
Εκτός απ’ τις θυσίες που σου κάνω 
Θα χτίσω με τα ίδια μου τα χέρια 
Ένα ναό εδώ στη Σικελία 
στο ιερό όνομα σου αφιερωμένον. 

(Ο Πολύφημος βγαίνει στη σπηλιά του. Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαύκη) 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Τσίκνα εγέμισε πάλι ο τόπος 
Πάλι ο Πολύφημος κάνει θυσία 
Για την αγάπη μου, στην Αφροδίτη. 
Μακάρι να μπορούσα να τον πείσω 
ότι ποτέ δε θα τον αγαπήσω. 
Γιατί να κατοικούμε στα ίδια μέρη; 
Γιατί με τόσο πάθος να με θέλει; 
Φόβο μου φέρνει αδερφή μου αλήθεια. 
Κι αυτός ο φόβος μου μου λιγοστεύει 
Την ευτυχία που μου δίνει ο Άκις. 
Όπου και να βρεθούμε εγώ κι εκείνος 
Πάντα το φόβο έχω μη μπροστά μας 
Φανεί ο Πολύφημος και μήπως κάτι 
Κακό σε μένα ή στον Άκι κάνει. 

ΓΛΑΥΚΗ

Πως τα ’χουν οι αθάνατοι έτσι κάνει! 
Πως άδικα τα έχουν μοιρασμένα 
Τα δώρα της ωραίας της αγάπης… 
Εγώ γιά τον Πολύφημο να λιώνω 
Αυτός για την αγάπη σου να σβήνει 
Κι εσύ λαχτάρα να ’χεις για τον Άκι… 
Η μόνη που μπορείς να ευτυχήσεις 
Εσύ 'σαι αδερφή μου γιατί ο Άκις 
Ελεύτερη κρατάει την καρδιά του 
Και κάποια μέρα θα σου την χαρίσει. 
Μα εμέ και του Πολύφημου οι καρδιές μας 
κρατάνε μέσα τους άλλου εικόνα 
Και δεν μπορούν μετάξυ τους να σμίξουν. 
Τι έγινε αλήθεια δε μου είπες 
Χτες με τον Άκι-τ' είπες…τι σου είπε;  

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Χτες έγινε αυτό που καρτερούσα. 
Ότι πολύ μου είπε μ’ αγαπάει  
Και στον θεό πατέρα του τον Πάνα 
Ορκίστηκε παντοτινή πως θα ’ναι  
Αυτή του η αγάπη. 

(Ξαφνικά, τρομαγμένη)

Αδερφή μου
Μη κάτι στον Πολύφημο από τούτα 
Τώρα που σου ’πα πάει και σου ξεφύγει- 
Θεριό θα γίνει τότε και ποιός ξέρει 
Τι το μυαλό του θα του πει να κάνει. 

ΓΛΑΥΚΗ
Θα ’θελα να χαιρόμουν αδερφούλα 
Γι αυτή την τύχη σου όπως της αξίζει.  
Μα δε σου κρύβω ότι τη χαρά μου 
Τήνε μετριάζει η λύπη που θα πάρει 
Του άτυχου Πολύφημου η ψυχούλα 
Σα μάθει κάποτε αυτό που εγίνη.
Τώρα τα στήθια του μία ελπίδα 
Του τα θερμαίνει και ζωή του δίνει. 
Μα δίχως της, μονάχος στη σπηλιά του 
Σε ποιόν τον πόνο του θα πει; Με ποιόνε 
Θα μοιραστεί την τόση δυστυχιά του; 
Ψυχή λεπτούλα και μεγάλη τόσο 
Μεγάλος και ο πόνος που χωράει. 
Θεοί! Πώς θα βαστάξει τέτοιο βάρος… 
Όχι αδερφή μου, τίποτα  από μένα 
Δεν πρόκειται ο Πολύφημος να μάθει. 
Θα ’τανε τότε σαν να τον σκοτώνω. 
Κι εύχομαι τίποτα κακό αν το μάθει 
Να μη τον σπρώξει ο πόνος του να κάνει.  

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Αχ! Πόσο θα ’θελα κι εσύ αδερφή μου 
Του Έρωτα τις χάρες να γνωρίσεις…
Κι ας έχεις τον Πολύφημο διαλέξει 
Για ταίρι σου, χωρίς την ασχήμια του 
Να την προσέχεις. Τούτο δε μετράει. 
Ίδια τα δώρα πάντα της αγάπης. 

ΓΛΑΥΚΗ
Πώς τη μετράς την ομορφιά Γαλάτεια; 
Με των ποδιών και των χεριών το μάκρος;
Ή με της μύτης τη μεγαλωσύνη; 
Μην οι Θεοί σου δώσαν κάποιο μέτρο 
Για να μετράς την ομορφάδα αλήθεια; 
Αν ναι, δόστο και μένα να μετρήσω. 
Κι αν ήταν η ομορφιά μία μονάχα 
Γιατί οι θεοί πολλές έχουνε όψεις; 
Γιατί και να μην ειν' όμορφοι όλοι; 
Η μήπως η ομορφιά υπολογίζεις 
Πως πρέπει να ’ναι σαν και τη δική σου; 
Τότε ο Άκις σου όμορφος δεν είναι.
Τι ξέρεις παραπάνω από μένα
Κι άσχημο λες αυτό που εμένα αρέσει;
Λέω, αν η ομορφιά είναι στο σώμα
Πως δαίμονας κακός μας έχει πλάσει
Κι όχι ο Δίας που όλους αγαπάει.
Γιατί ο Δίας θα ’δινε ίδια όψη
Σε όλους τους ανθρώπους, και καθένας
Όμορφος ίδια θα ’ταν με τον άλλο
Και δε θα βασανίζονταν ο κόσμος
Με ψεύτικες και ομορφιές κι αγάπες.
Κι αν με μαχαίρι κάποιος καταστρέψει 
Το πρόσωπο του Άκι που σ’ αρέσει    
Ομορφος τότε πια δε θα ’ναι εκείνος; 
Τόσο η ομορφιά εφήμερη είναι;
Εγώ την ομορφιά σού λέω Γαλάτεια 
Πως δε τη φτιάχνουνε αυτιά και μύτες. 
Ό,τι να δουν τα μάτια μας μπορούνε 
Κι ότι ν’ ακούσουνε μπορούν τα’ αυτιά μας, 
Είναι ένα ψέμα. Μόνη αλήθεια είναι  
Ό,τι τα μάτια της ψυχής μας βλέπουν 
Κι ό,τι ακούνε μοναχά τ’ αυτιά της. 
Πρέπει κανείς τ’ ανείδωτα να βλέπει 
Και πρέπει όμορφους να λέει εκείνους 
Πού ’χουν καλή ψυχή. Που όποια ασχήμια 
Το σώμα κι αν κρατεί, μα δε φελάει 
Στην ομορφιά που στην ψυχή ανθίζει. 
Γι αυτό και τον Πολύφημο αγαπάω. 
Γιατί στο μάτι του μέσα διαβάζω 
Τις καλοσύνες όλες της ψυχής του 
Κι όληνε βλέπω τη χρυσή καρδιά του. 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Και πώς να μάθεις μπόρεσες συ Γλαύκη 
Την ψυχική ομορφιά να ξεχωρίζεις 
Και τόση να της δίνεις σημασία 
Που να μετράς με κείνη τη ζωή σου; 
Ποιος σού ’δωσε Θεός αυτή τη χάρη; 

ΓΛΑΥΚΗ

Καλά κι εγώ δεν ξέρω. Ισως οι πράξεις 
Των άλλων να μου δίνουνε το μέτρο. 
Κι ίσως μια δύναμη να κλείνω εντός μου 
Να βλέπω κάποιος όταν κάνει κάτι 
Ποιό κίνητρο τον έσπρωξε σε τούτο. 
Κι αυτά όταν τα δυο τα συνταιριάξω 
Και δω ακόμα πόσο ταιριασμένα 
Αυτά που γίναν είναι μ’ όλα γύρω 
Τότε   μπορώ  θαρρώ  σωστά να κρίνω.
Πάλι   τα  μάτια μου   ίσως   βλέπουν  κάτι
Που  άλλων   μάτια  δεν μπορούν  να δούνε.
Μες  σε  μια κίνηση, μες  σ’ ένα  βλέμμα
Μπορεί  εγώ να βλέπω χίλιες άλλες
Κινήσεις που  δεν  μπόρεσαν  να γίνουν,
Βλέμματα που αγέννητα έχουν  μείνει 
Αλλά που κλείνονται  σ’ αυτό  το  μάτι…
Αλλά που  κρύβουνε  αυτά τα χέρια… 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Και   στον Πολύφημο  ποιο   ειν'   εκείνο
Που  σ’ έχει  κάνει  να τον αγαπήσεις;
Πώς  εξηγείς  που  τρώει  ανθρώπου κρέας;
Και πώς  τα αθώα που   βουλιάζει  πλοία; 

ΓΛΑΥΚΗ

Νομίζει  πως  καθήκον   του  είναι   τούτο.
Νομίζει   ότι   έτσι   προστατεύει
Του Ήφαιστου   το  υπόγειο  εργαστήρι.
Ειν'  αγαθός κι  απλός. Και  το  μυαλό  του
Μονάχα ως  εκεί  μπορεί  να φτάσει.
Κι   αν  τρώει ανθρώπου κρέας, δε χωρίζει
Ανθρώπους, ζώα, ψάρια και νεράιδες.
Γι   αυτόν  αξία  ίδια έχουν  όλα.
Παιδιά όλα γι αυτόν  της μάνας Φύσης.
Κι αν  άσχημον εσύ  τον  λες, μα είναι
Ο  πιο όμορφος  για με στον κόσμο άντρας. 
Κι   αν  μ’ έβαζαν  κριτή   της  ομορφάδας    
Σ’ αυτόν   θα ’δινα εγώ  την  πρώτη   θέση.    
Όμως ακούω   βήματα.  Και   είναι
Σίγουρα ο Πολύφημος. Το  δείχνει
Το   βήμα το   βαρύ και   το  αργό   του.

(Μπαίνει ο Πολύφημος. Η Γλαύκη τον χαιρετάει αγκαλιάζοντας τον κι ακουμπώντας το μάγουλό της στο χέρι του)
Καλώς  τον. Σε   σκεφτόμουν  όλη   μέρα.        '
Έλα να μοιραστείς τη συντροφιά μας. 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(Στη  Γαλάτεια) 

Πώς  έτσι  και   μακριά εισ'   από  κείνον
Μη  γύρισε  στα μέρη   του  και  πάλι; 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Θα  μείνει εδώ  για πάντοτε  ο Άκις.
Έφυγε  από κει. Δεν  ξαναπάει.
Της  Σικελίας  τ’ αρέσουν  τα λιβάδια
Παρά της Αρκαδίας  τ’ άγρια βράχια. 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Παράξενο   μου   μοιάζει   γιος  του Πάνα
Που   στ’ άγρια  βουνά έχει   μεγαλώσει 
Να μείνει στ’ ακρογιάλια. Όμως ακόμα 
Κι αν είν’ αυτό αλήθεια, πάλι όμως  
Η σκέψη κι η ψυχή του θα πετάνε
Στα μέρη που ’χει αφήσει εδώ για νάρθει.
Αταίριαστο ζευγάρι να το ξέρεις
Θαλασσινή μ’ ένα βουνήσιο κάνουν.
Δεν ήρθε για να μείνει, αλλά μόνο
Ήρθε για να σε πάρει από κοντά μου.
Αφότου ήρθε εκείνος σ’ έχω χάσει. 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Και πότε λες πως ήμουνα δική σου; 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Δεν ήσουν. Γρήγορα όμως θα γινόσουν.
Τόσες θυσίες μου στην Αφροδίτη
Δε θα πηγαίνανε χαμένες λέω.
Μα ηρθε αυτός και πήρε τα μυαλά σου.
Και τι περσότερο έχει από μένα; 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Θεού είναι γιος. Του Πάνα που ορίζει
Δάση και ύπαιθρο και βοσκοτόπια. 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Κι εγώ είμαι γιος του μέγα Ποσειδώνα
Δεύτερου στων Θεών μέσα την τάξη. 
Δικά του θάλασσες, ποτάμια, λίμνες. 
Κι ορίζω αυτούς τους τόπους από τότε
Που η Γη κι ο Ποσειδώνας με γεννήσαν.
Ας πάει στα δικά του αυτός τα μέρη
Να βρει ό,τι ήρθε 'δω να πάρει απ' άλλους. 
Κι αν μοναχός του πίσω δε θα πάει
Εγώ θα τόνε στείλω με τη βία.
Αυτά να του μηνύσεις. Κι αν τον τύχω
Κάπου, καλλίτερα ν’ αλλάξει δρόμο. 
Γιατί στο χέρι μου θα τόνε σφίξω
Και θα τον λιώσω έτσι, σαν σκουλήκι.
(Η Γαλάτεια φεύγει ξεσπώντας σε κλάματα) 

ΓΛΑΥΚΗ

Είδες τι έκανες με τους θυμούς σου; 
Είμαστε και οι τρεις μπλεγμένοι έτσι 
Στα δίχτυα της αγάπης π' ουτε η ίδια 
Μπορεί να μας ξεμπλεξει. Αχ και νάταν  
Κάποιος Θεός ναρχότανε βοηθός μας 
Και λύση νάδινε στο πρόβλημα μας… 

(Από τα κύματα βγαίνει ο Γλαύκος)

ΓΛΑΥΚΟΣ
Ακούω πως κάποιονε ζητάτε νάρθει
Θεό, που να βοηθήσει και τους τρεις σας.
Ο Γλαύκος είμαι, ο καλός γεράκος

Θεός της θάλασσας και των κυμάτων. 

(Στον Πολύφημο) 

Με τον πατέρα σου τον Ποσειδώνα
Μαζί ανοίξαμε στη ζωή τα μάτια. 
Είμαι καλός. Βοηθάω τους ψαράδες. 
Καμιά φορά από τα νερά βγαίνω έξω 
Και στους μοναχικούς κάνω παρέα. 
Βοηθώ σ’ ό,τι  μπορώ. Κι όταν προβλέπω 
Πως τρικυμία φτάνει, τότε αμέσως 
Το λέω στους ψαράδες να προσέχουν. 
Μ’ αρέσει το γλαυκό, το ήρεμο κύμα. 
Και θέλω καθισμένος να το βλέπω 
Σ’ ένα βραχάκι πάνω. Κι όταν κάποιος 
Πονάει από τους ανθρώπους, κλαίω μαζί του. 
Πέστε μου ποιος καημός σας βασανίζει 
Κι ό,τι μπορώ θα κάνω να βοηθήσω. 

(στη Γλαύκη) 

Του Ποσειδώνα αυτός, σεις του Νηρέα 
Παιδιά, όλα μου είστε αγαπητά μου. 
Εμπρός λοιπόν. Μα πρώτα εδώ νάρθει 
Και η Γαλάτεια πρέπει. Και το κλάμα 
αφού θα πάψει να σταθεί μαζί μας 
Και να μιλήσει στη σειρά κι εκείνη. 

ΓΛΑ

Πάω να της το πω. Γιά κάτι τέτοιο 
Αντίρρηση καμία δε θα έχει. 
Στη θέση που είναι να πιαστεί γυρεύει 
Απ' ό,τι στήριγμα θα μπόρειε νάβρει. 

(Βγαίνει η Γλαύκη) 

ΓΛΑΥΚΟΣ
Μπορεί να είμαι γέρος ασπρομάλλης 
Μα μη με βλέπει τόνα σου το μάτι 
με περιφρόνηση και ειρωνεία: 
Μάθε πως γέρος πριν και Θεός να γίνω 
Σαν νέος έλαβα μέρος στο ταξίδι 
Πούκανε η "Αργώ"-ειμαι Αργοναύτης. 
Κι αυτό και για Θεούς έπαινος είναι. 
Απ' την παλληκαριά έχω περάσει. 
Θυμούς εγώ ποτέ όμως δεν είχα. 
Είδα μονάχα εκείνους που θυμώνουν 
Και παλληκάρι μου, στο βεβαιώνω, 
Με τους θυμούς τους τίποτα δε βγάλαν. 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μια λύση ξέρω εγώ μονάχα γέρο. 
Κι αυτή 'ναι η δύναμη μου η μεγάλη. 
Θάχα σκοτώσει τώρα τη Γαλάτεια 
Μα η αγάπη που γι αυτήνε νιώθω 
Μου σταματάει το χέρι. Κι όχι μόνο 
Μα για την ίδια αιτία έχω γίνει 
Αρνί αντί για λύκος τελευταία. 
Ο Έρωτας αν ήσουν τότε μόνο 
Βοήθεια θα μπορούσες να μου δώσεις. 

(Μπαίνουν η Γαλάτεια και η Γλαυκή) 

ΓΛΑΥΚΗ 
(στη Γαλάτεια)
Σήκωσ' τα μάτια σου τα υγρά μικρή μου 
Και πες μου γιατί κλαις. Ίσως μπορέσω 
Το δάκρυ σου εγώ να σταματήσω. 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Εισ' άντρας και θα ειν' η απόφαση σου 
Ευνοϊκή μονάχα για τους άντρες. 



ΓΛΑΥΚΟΣ

Δεν είμαι δικαστής. Δε θα δικάσω. 
Μ' από το γέρο εμένανε θ’ ακούστε 
Μια συμβουλή τουλάχιστο. Μια γνώμη. 
Κι αν θέτε την κρατείτε. Κι αν δε θέτε 
Δεν έχετε και τίποτα να χάστε. 
Εσύ στα κλάματά σου πας και πάλι 
Στο πείσμα τους και στην απελπισία τους 
Ετούτοι οι δυό. Λοιπόν σακούω. Λέγε. 
Μόνο που την αλήθεια να μου πείτε 
αλλιώς αξία η γνώμη μου δε θα ’χει. 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Το γιο του Πάνα εγώ αγαπώ-τονΆκι 
Και ο Πολύφημος με φοβερίζει 
Τον έρωτά μου αυτόν να καταστρέψει. 

ΓΛΑΥΚΟΣ

Τι έχεις Πολύφημε να πεις; Ακούω. 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ

Την αγαπάω πριν από τον Ακι. 
Κι ό,τι μου ζήτησε της τόχω κάνει. 
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει. 

ΓΛΑΥΚΟΣ
Γλαύκη ποιο είναι το παράπονο σου; 

ΓΛΑΥΚΗ
Σε δύσκολο ένα δρόμο θα σε βάλω. 
Για του Πολύφημου εγώ την αγκάλη 
Λιώνω. 

ΓΛΑΥΚΟΣ


               Και τώρα έλα πες Γαλάτεια 
Γιατί δεν δέχεσαι τον ερωτά του;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Γιατί…

ΓΛΑΥΚΟΣ 
Εμπρός  λοιπόν! Και την αλήθεια!

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Γιατί είναι άσχημος!

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Θεοί! Τι λόγος!.. 

ΓΛΑΥΚΟΣ

Γιατί  Πολύφημε δε θες τη Γλαύκη; 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(Γιατί αγαπώ, σου  τόπα… τη  Γαλάτεια!



ΓΛΑΥΚΟΣ

Ακούστε τώρα τι   θα πω  παιδιά μου. 
Πάει   πολύς  καιρός. Σαν  παραμύθι 
Θυμάμαι   τον  καιρό  που  είχα αγαπήσει 
Μία νεράιδα όπως   εσάς: τη  Σκύλλα. 
Παραμυθένια ήταν  η   ομορφιά  της. 
Και όπως όλες οι νεραϊδοπούλες 
με  βλέπανε  και  φεύγαν   μακριά μου, 
Ίδια περίμενα κι  από   τη  Σκύλλα. 
Μα εκείνη   συμπονάει τα γερατειά μου 
Και τη γλυκιά αγάπη της μου δίνει. 
Κι   ας  ήξερε  γι   αυτό  πως   θα πληρώσει 
και  πως  η  Κίρκη   τέρας   θα την κάνει. 
Θυμάμαι  πάλι  και   τον  Ποσειδώνα- 
ναι, τον  πατέρα  σου Πολύφημε   μου, 
Σαν   ειχε   ερωτευτεί την  Αμφιτρίτη. 
Εκείνη   δεν   τον  ήθελε  γιατ'   ήταν 
άσχημος  λέει. Ποιός ; Ο  Ποσειδώνας… 

(Ο  Πολύφημος  παίρνει υπεροπτική
έκφραση  και  κοιτάζει   προς   τη  Γαλάτεια) 

Μα όμως   το  καλόγνωμο   δελφίνι 
Της  άλλαξε   τη  γνώμη  και   στο  τέλος, 
Οι   δύο  τους   εγίνανε  ζευγάρι. 
Παιδιά μου  να ποια ειν' η συμβουλή μου:
Πολύφημε, συμπάθησε   τη  Γλαύκη
Που  τόσο   σ’ αγαπά. Κι   εσύ Γαλάτεια
άνοιξ'   τα  μάτια σου  καλά και  κοίτα. 
Δες   του Πολύφημου  τις   ομορφάδες
Και   δος  του   τη  γλυκιά σου  την  αγάπη. 
Κι   άκου  και   τούτο  που   θα πω ακόμα.
Μην  αρνηθείς   του  Άκι   την αγάπη. 
Το   ίδιο και   τους   δυο  αγάπησε  τους.
Καθόλου  άσχημο κάτι   δεν   είναι
Σε   δυο  ανθρώπους  αν  χαρά θα δώσει.
Δείχνει   εγωισμό  η   μόνη  αγάπη.
Ειν'   η  ψυχή   μεγάλη  και  χωράει
Αγάπες   όχι   μια  παρά  μυριάδες.
Και   πώς   μπορείς  να  είσαι   ευτυχισμένη
Όταν  η   ευτυχία σου  θα κάνει
Δυστυχισμένο άλλο κάποιο πλάσμα; 
Κάντε   το   ακρογιάλι   σας  παιδιά  μου
|Κόσμο χαράς κι αγάπης-όχι μίσους. 
Βοηθείστ’ ένας τον άλλονε παιδιά μου 
Ο Πόνος που η ζωή μαζί της φέρνει 
να νικηθεί. Τα χέρια σας απλώστε 
Κι ένας τον άλλο σφίξτε στην αγκάλη. 
Καθένα χωριστά όταν σας βρίσκει 
σας κομματιάζει το θεριό. Σάς τρώει. 
Μα όταν θα σας δει αγαπημένους 
Από μακριά κι αδύναμα μουγκρίζει. 
Φοβάται την αγάπη. Αγάπηθείτε. 
Αυτά είχα να σας πω. Και μην ξεχνάτε 
Πως σας τα ειπε ένας Θεός που ξέρει. 
Κι οι τρεις σας Θεϊκές έχετε ρίζες. 
Σε τούτες τις στιγμές που σας χωρίζουν 
Φερθείτε σαν Θεοί-όχι σαν ανθρώποι. 
 Γειά σας. Και να θυμώσαστε τον Γλαύκο. 

(Μπαίνει στο νερό) 


ΠΟΛ 
Ωραία συμβουλή! Να τη μοιράζω!

(Γυρίζει στη Γαλάτεια) 

Άσχημος! Κι είναι όμορφος ο Ακις! 
Αν κρίνει απ' τον πατέρα του τον τράγο 
Κανείς φαντάζεται την ομορφιά του. 
Γαλάτεια μόνο εγώ σε αγαπάω. 
Ταίρι μου γίνε. Στη σπηλιά μου έλα 
και όπως σ’ αγαπώ αγάπησέ με. 

(Δυνατά και θυμμωμένα) 

Κι ας πάει ο τράγος σου στην Αρκαδία. 
Εδώ είναι ο τόπος ο δικός μου 
Κι ό,τι είναι πάνω του σε μενα ανήκει 

(Βγαίνει) 

ΓΛΑΥΚΗ 
Σωστά εμίλησε ο γερο-Γλαύκος.
Η μόνη  λύση   είναι  που  μας   μένει. 
Ό,τι   μας  πρότεινε  δέξου Γαλάτεια. 
Αν ο Πολύφημος  στην  αγκαλιά του 
Για μια φορά μονάχα σε κρατήσει 
Και   μοίρασμα θα στέρξει  κι   ό,τι  άλλο. 
Εγώ  είμαι  έτοιμη   να τον   μοιράσω 
Κ ι   αυτόν κι   εμένα μ’ όποιον   μ’ αγαπάει.



ΓΑΛΑΤΕΙΑ 

Ούτε κι εγώ δε θέλω να μοιράσω 
Τον Άκι μου με άλλονε κανένα. 
Καλή η αγάπη σου μα την αλήθεια. 
Πρόσεχε μοναχά μήπως η Κίρκη 
Τέρας κι εσένα φοβερό σε κάνει.

ΓΛΑΥΚΗ
Κι αν τέρας θα γινώ για την αγάπη 
Κι άλλες θυσίες της πρέπουνε ακόμα.
Γέροντα Γλαύκο, μ’ άρεσαν όσα είπες. 

Τέλος της δεύτερης πράης





ΠΡΑΞΗ
ΤΡΙΤΗ

(Όλυμπος. Υπνοδωμάτιο του Δία) 

ΔΙΑΣ  (ΔΙΑ)
Ερμή  ξημέρωσε. Κοιμάσαι ακόμα;
Αντί   ελόγου  σου  να με   σηκώνεις
Εγώ  σηκώνω  εσέ; Σήκω  σου  λέω. 

ΕΡΜΗΣ (ΕΡΜ)
(Σηκώνεται)
Αφεντικό με συμπαθάς. Ο ύπνος 
Λίγο πιο πάνω σήμερα με πήρε. 
Μα όλα θα γίνουνε κατά πως πρέπει. 
Όλα θα τα προλάβω καθώς πάντα... 

ΔΙΑΣ
Φέρε τα ρούχα μου. Εμπρός, κουνήσου!
Και κοίταξε τι λέει το βιβλίο.
Πιο γρήγορα σου λέω…

(Ο Ερμής κάνει πιο γρήγορα) 

Έτσι μπράβο. 
(Ο Ερμής δίνει τον μανδύα στον Δία, απλώνει γρήγορα τα στρωσίδια των κρεβατιών, πηγαίνει στον τοίχο, πατάει ένα αόρατο για τους θεατές κουμπί και ένα παραθυράκι ανοίγει. Βάζει μέσα το χερι του και βγάζει ένα χοντρό χρυσόδετο βιβλίο. Το ανοίγει.)   

ΕΡΜΗΣ 
(διαβάζει)
Θα έρθει η Αφροδίτη. Θα ζητήσει χάρη για τον Πολύφημο να τον ερωτευτεί η Γαλάτεια και να διώξει τον Άκι, το γιο του Πάνα με τον οποίο αυτή τώρα είναι ερωτευμένη.  Η Γαλάτεια θα αγνοήσει τον Πολύφημο.
(κλείνει το βιβλίο, το ξαναβάζει στην κρύπτη και κλείνει πάλι το άνοιγμα του τοίχου)
Πάει κι αυτό λοιπόν. Εντάξει τώρα;

ΔΙΑΣ 
Ναι. Αλλά νέο πρόβλημα γεννιέται. 
Γιατί θα πρέπει πιστευτό ένα ψέμα 
Να ’βρω για ν’ αρνηθώ στην Αφροδίτη. 
Πολλές φορές μου έχει κάνει πλάτες
Και με βοήθησε στα ερωτικά μου. 
Και να τη χρειαστώ μπορεί και πάλι.
Δεν πρέπει άγρια να τήνε διώξω. 
Τη χάρη που θα ’ρθεί να μου ζητήσει 
να της την αρνηθώ με τρόπο πρέπει.

ΕΡΜΗΣ
Καλά το λες αφεντικό. Ας σκεφτούμε.

(Σκέφτονται) 
Τι να της πεις… τ ι να της πεις... 
((Χαρούμενος)    
Το βρήκα! 
Πες της ερωτικά πως δεν ταιριάζουν 
Ο γίγας κι η μικρόσωμη Γαλάτεια. 

ΔΙΑΣ
Πώς  φαίνεται  η  πείρα ότι   σου  λείπει. 
Όλα Ερμή ο Έρως τα ταιριάζει. 
Άλλο! Και  γρήγορα! Περνά η  ώρα…
(Σκέφτονται) 

ΕΡΜΗΣ
Πες   της  πως  σήμερα δεν  έχεις  κέφια. 

ΔΙΑΣ
Χαζέ! Τότε   θα μου ’ρθει άλλη μέρα. 


ΕΡΜΗΣ
Καλά το  λες.

ΔΙΑΣ
(Αλαζονικά)
Βέβαια καλά το λέω.. . 
Για στάσου λίγο , μου ’ρθε μια ιδέα. 
Θυσίες ο Πολύφημος μας κάνει;

ΕΡΜΗΣ
 Μπα, έχουμε απ' αυτόν να δούμε τσίκνα 
Εδώ κι εγώ δεν ξέρω πόσα χρόνια. 
Όλο στη ν Αφρ ο δ ί τη θ υ σ ιάζει. 

ΔΙΑΣ
Αυτό είναι! Πώς καλό θα κάνω κάτι 
Σε κάποιον που θυσίες δε μου κάνει; 
Παλιό το κόλπο, πάντα όμως πιάνει. 
(Ανακουφισμένος)
Τώρα ησύχασα. Και τούτη η μέρα 
Καλά όπως κι οι άλλες θα περάσει.
Τι λες  κι   εσύ;   Καλά  τα καταφέρνω; 

ΕΡΜΗΣ
(Διστάζοντας) 
Δε λέω…

ΔΙΑΣ
Μπα! Γιατί αυτό το ύφος;
Δε συμμερίζεσαι την άποψή μου; 
Και συ πιο ήσυχος δεν είσαι τώρα; 

ΕΡΜΗΣ
Τη συμμερίζομαι βέβαια Πατέρα, 
Μα όχι να τρέμουμε κι ένα βιβλίο… 

ΔΙΑΣ
Μου φαίνεται ώρες-ώρες πως καθόλου 
Δεν ξέρεις τι σου γίνεται, κι ας είσαι 
Μεγάλος έμπορος και πρώτος κλέφτης. 
Φαίνεται ως εκεί πάει το μυαλό σου 
Και δε μπορεί να νιώσει τίποτ' άλλο. 
Σου το ’χω ξαναπεί, στο ξαναλέω: 
Ετούτο το βιβλίο ειν' ο Θεός μας. 
Τι χοντροκέφαλος Θεός που είσαι. 
Και θα σου ξαναπώ ετούτο πάλι. 
Άλλος κανείς δεν πρέπει από τους δυο μας 
(Αφού με σε το ίδιο το βιβλίο 
Μου ’πε να μοιραστώ το μυστικό του) 
Να ξέρει πως υπάρχει ένα βιβλίο 
Που όλα τα μελλούμενα εντός του
Τα γράφει, κι όλα γίνονται όπως λέει. 
Ούτε και θέλω υπόσχεση να δώσω 
Που ύστερα να μη τηνε τηρήσω.  
Γιατί έτσι η θεϊκή υπόσταση μου 
Παίγνιο θα γίνει των θεών των άλλων. 
Τ’ όνειδος σε θνητούς αυτό αφήνω.
Και μάλιστα σε κάποιον που απ’ του Πύρρου
Την Ιλλυρία καταγωγή θα έχει-
Βάρβαρος μ’ άλλα λόγια- και σε τούτους
Τους τόπους που εμείς τώρα διοικούμε
Θα ’ρθεί και αρχηγό θα τόνε κάνουν
Οι έλληνες που εδώ τότε θα ζούνε. 
Αυτός λοιπόν με ψέματα και δόλους
Σε εφτά μονάχα μήνες την Ελλάδα
Ολοσχερώς θα τήνε καταστρέψει. 
Θέλεις κι εγώ ίδια να κάνω ίσως; 
Εγώ την αγαπάω την Ελλάδα. 
Κι εξάλλου πάλι δε θα κάνω κάτι
Που ύστερα γι αυτό θα μετανιώσω. 
Σαν τότε που υποσχέθηκα στους Τρώες
Πως σίγουρα εκείνοι θα νικούσαν 
Κι οι Αχαιοί νικήσανε στο τέλος. 
Κι αυτό γιατί εσύ είχες στο μυαλό σου 
Την Πολυμήλη πώς να συγκινήσεις. 
Δυο τρεις ακόμα τέτοιες μου προγνώσεις 
Στραβές, κι όλοι θα μάθουν πως ο Δίας 
Δεν κάνει ό,τι θέλει μες στον κόσμο. 
Και τότε τα θεϊκά παν μεγαλεία. 
Και πάει το νέκταρ, πάει κι η αμβροσία. 
Και παν και τα δικά σου τα οφίτσια 
Καταφερτζή μικροαπατεώνα. 
Κι ούτε τα φτερωτά σου τα σαντάλια 
Δε θα μπορέσουν τότε να σε σώσουν. 

ΕΡΜΗΣ
Εμένα μου αρκεί μόνο να ξέρω 
Πως όσο συ ακόμα είσαι στο θρόνο 
Κι η θέση σίγουρη η δική μου είναι. 
Και την αξίζω αλήθεια αυτή τη θέση. 
Γιατί ακριβά γι αυτήν έχω πληρώσει-
Πολέμησα στη Γιγαντομαχία. 
Και μάλιστα πολέμησα γενναία 
(Εγώ είχα τον Ιππόλυτο σκοτώσει). 
Και σε λευτέρωσα εγώ-θυμάσαι;- 
Απ' την αιχμαλωσία του Τυφωέα… 
Και πάντα σε βοηθούσα στις δουλειές σου. 
Με την Ιώ όταν έμπλεξες, εμένα 
Τον Άργο μ’ είχες στείλει να σκοτώσω… 

ΔΙΑΣ

Ωραία τάπες όλα μέχρι τώρα. 
Δεν προχωράς και παραπέρα όμως. 
Δε λες πως στην Ομφάλη είχες πουλήσει 
Τον Ηρακλή τον ήρωα, σα να ’ταν 
Εμπόρευμα από κείνα που αγοράζεις 
Και που πουλάς σαν έμπορος που είσαι. 
Και πως σαν έμπορος τον κόσμο κλέβεις. 
Ούτε για τα ιερά μιλάς τα βόδια 
Πού ’κλεψες του Απόλλωνα, σαν ήσουν 
Βρέφος ακόμα,   δείχνοντάς μας έτσι 
Τι μούργος θα γινόσουνα μεγάλος. 
Ένα καλό 'κανες και συ-τη λύρα.
Μα εμπόρευμα την έκανες κι εκείνη
Και τήνε πούλησες στον αδερφό σου
Μ’ αντάλλαγμα της προφητείας τάχα
Το χάρισμα. Δεν ήξερες ακόμα
Άλλοι για μας πως είχαν προφητέψει. 

ΕΡΜΗΣ
Κι όμως, το χάρισμα μου έχει φέρει
λεφτά με ουρά. Γιατί αυτός ο κόσμος
Και από μένανε βλακείες ακούει,
Και με πληρώνει κιόλας από πάνω.
Αλλά το λόγο σου μου δίνεις-πες μου
πως δίπλα σου για πάντοτε θα μ’ εχεις
Βοηθό και πρώτον σου θεληματάρη; 

ΔΙΑΣ
Λόγο δεν έχω μούργο να σε διώξω.
Καλά με υπηρετείς. Και στις βρωμιές μου
Και   στις  καλές  που  σπάνια κάνω  πράξεις. 
Μονάχα κακομοίρη   μου  να τρέμεις
Τη   μέρα που   θ’ ανοίξεις  το   βιβλίο
και   θα διαβάσεις  ότι   πιάνοντάς   σε
Από το πόδι, θα σε σφεντονίσω
 Να πας  απ’ όπου  ήρθες. Μέχρι   τότε
ναι φτεροπόδη , δίπλα μου θα  σ’ έχω. 

ΕΡΜΗΣ
Αυτό  θέλω κι   εγώ. Όσο  για τ’ άλλο
Ποιος  ξέρει… Κι   αν  αυτό  γραμμένο   είναι
Ίσως   με  λυπηθείς  και   με  γλιτώσεις. 

ΔΙΑΣ

Να  εύχεσαι   ν’ αργήσει   αυτή  η   μέρα.
Μα όταν θα ’ρθει κοκορόμυαλέ μου 
Τότε ό,τι πιάνω πόδι σου θα είναι
Και χέρι μου θα είναι ό,τι αγγίζεις.
(Σιωπή. Ο Ερμής κατσουφιάζει) 

ΕΡΜΗΣ
Δε θέλω ν’ ανατείλει εκείνη η μέρα. 

ΔΙΑΣ
Θέλεις δε θέλεις δε θα σε ρωτήσει. 
Κα σήμερα το είδες το βιβλίο. 
Και τέτοιο κάτι σήμερα δε γράφει. 
Λοιπόν τι άλλο θέλεις; Μα ναι, ξέρω. 
Νέκταρ ορέγεσαι και αμβροσία. 
Το βράδυ ετούτο-μη στενοχωριέσαι-
 Μέγα ξεφάντωμα έχω ετοιμάσει 
Και θα ξεδώσουμε απόψε πάλι. 


ΕΡΜ 
Μπορώ να φέρω και την Ιππολύτη; 

ΔΙΑΣ
Φερ’ την. Μα ακούω βήματα. Λες να ’ναι 
Η Αφροδίτη; Στάσου ορθός δεξά μου.  
Κι εγώ την πρέπουσα τη στάση ας πάρω.
Είμαι ο  παντοδύναμος   ο  Δίας 
Που   μόνο  αν   τα φρύδια  του κινήσει 
Τρέμουν  και  Γη  και Ουρανός  αντάμα. 
Κι   είσαι ο θεός  Ερμής-ο  ακόλουθός  μου.
(χτύποι στην πόρτα)
Εμπρός λοιπόν. Το θέατρο αρχίζει. 
(Ο Ερμής ανοίγει. Μπαίνει   η  Αφροδίτη. Κλίνει   το  κεφάλι σε  χαιρετισμό  στο  Δία)

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 
Δία σε ξέρω και καλά με ξέρεις. 
Χαρές και σού ’κανα και μου ’χεις κάνει. 
Και τώρα σου ζητάω κι άλλη μια.
Κι ας είναι και ντροπή μου, μα το λέω,
Δεν έπρεπε να φτάσω να ζητάω
Χάρη για κάτι, που δουλειά δικιά μου 
Και του παιδιού μου του Έρωτα λογιέται.
Να! Ο Πολύφημος έχει μια Νύμφη
Μ’ αγάπη μια μεγάλη αγαπήσει.
Και ειν' αυτή η Γαλάτεια, θυγατέρα
Του άρχοντα της θάλασσας Νηρέα.
Εκείνη όμως είναι ερωτευμένη
Με κάποιονε του Πάνα γιό-τον Ακι.
Έτσι τα εκατάφερε ο γιος μου
Χωρίς εμένα πρώτα να ρωτήσει.
Και τίποτα κι εγώ δεν ήξερα ώσπου
Μεγάλες ο Πολύφημος θυσίες
Σε μένα είχε αρχίσει να προσφέρει
Και δακρυσμένος να με ικετεύει
Κοντά του να του φέρω τη Γαλάτεια.
Μα μόνο  η  χάρη   σου   μπορεί   ν’ αλλάξει
Ό,τι ο Έρωτας στραβό έχε ι κάν ε ι.
Δώσε παρακαλώ σε Θείε Δία, 
Πατέρα των Θεών, να γίνει εκείνο
Με δάκρυα  που ο Πολύφημος ζητάει.
Είναι καλόψυχος. Τον αγαπάω
Και πάντα όπου μπορώ τόνε βοηθάω.
Και βέβαια κι εσύ θυμάσαι πόσο
Μας  βόηθησε στη Γιγαντομαχία.
Κάνε το αυτό, σοφέ, μεγάλε Δία. 

ΔΙΑΣ 
Χαίρομαι που σε βλέπω Αφροδίτη
Έστω κι αν έρχεσαι για να ζητήσεις.
Γιατί θυμάμαι αλήθεια τις ωραίες
Τις μέρες που άλλοτε είχαμε ζήσει. 
Θυμάμαι την Ιώ και τη Δανάη. 
Θυμάμαι τη Λητώ και την Αλκμήνη 
Κι ακόμα τη Σεμέλη… και τη Λήδα… 
Συνεργαστήκαμε καλά οι δυο μας. 
Γι αυτό και μέχρι τώρα καμιά χάρη 
Σχεδόν δεν σου αρνήθηκα. Και πρέπει 
Μ’ αυτό να σύμφωνήσε ις. Αλλά τώρα 
Αυτό που μου ζητάς δε θα το κάνω. 
Γιατί ο Πολύφημος μπορεί εσένα 
Να σε υμνεί και να σε μνημονεύει 
Αλλά εμέ τελείως μ’ έχει ξεχάσει. 
Και τελευταία καυχιότανε μπρος σ’ όλους
Ότι  Θεούς αυτός δε λογαριάζει 
Παρά εσένα. Και τους άλλους όλους 
Τους θεωρεί κατώτερούς του λέει. 
Και κνίσα έχουν οι Θεοί να δούνε 
Απ' τον Πολύφημο, χρόνια και χρόνια. 
Λοιπόν ας μάθει ο αγαπητός σου- 
Και ειν' αυτή θαυμάσια ευκαιρία-
Πως τους Θεούς να λησμονά δεν πρέπει 
Γιατί κι εκείνοι θα τον λησμονήσουν. 
Και σε παρακαλώ μην επιμένεις. 
Είμαι πολύ μαζί του θυμωμένος. 
Στην τάξη των Θεών είμαι ο πρώτος 
Και σεβασμό σε μένα όλοι δείχνουν. 
Θεοί και άνθρωποι. Μόνον εκείνος 
Μου φέρεται απ’ όλους με ασέβεια. 
Λοιπόν αυτό δε θα το επιτρέψω. 
Λυπάμαι Αφροδίτη, αλλ' αυτή ’ναι 
Στο αίτημα σου η απόφασή μου. 


ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Αφού έτσι αποφάσισες Πατέρα 
Και βέβαια άλλο δε θα επιμείνω. 
Όσο για τώρα, μόνη θα κοιτάξω 
Γι αυτόνε τι καλό μπορώ να κάνω. 
Σ’ ευχαριστώ που εδέχτης να μ’ ακούσεις 
Πατέρα των Θεών, Μεγάλε Δια»
(Κλίνει το κεφάλι και βγαίνει) 

Τέλος της τρίτης πράξης








ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤH

(H σπηλιά του Πολύφημου. Ο πολύφημος κάθεται πάνω σένα κορμό δέντρου, παίζοντας συλλογισμένος στα χέρια του ένα λουλούδι. Μπαίνει η Γλαύκη) 

ΓΛΑΥΚΗ 
Πολύφημε κοντά σου ήρθα πάλι
Για να σου πω ένα όνειρο που είδα. 
Ήρθε στον ύπνο μου η Αφροδίτη 
Και μου ’πε να σου πω τα λόγια ετούτα. 
Ο Δίας είναι μαζί σου χολωμένος 
Γιατί έχεις πάψει να του θυσιάζεις 
Και γιατί θεωρείς τον εαυτό σου 
Σαν παραπάνω απ’ αυτόν να στέκει. 
Και γιατί κράζεις για βοηθό σου μόνο 
στις προσευχές σου εσύ την Αφροδίτη. 
Εκείνη πάλι, ύστερ' από τούτο, 
Λέει ότι τον Έρωτα το γιο της 
Πρόσταξε να τοξέψει τη Γαλάτεια 
Και σ’ έρωτα μεγάλο να τη ρίξει 
Για σένα. Μα όταν έριχνε τα βέλη
Αυτά γυρνούσανε κι έρχονταν πίσω
Γιατί η αγάπη που ’χει για τον Άκι 
έχει ασπίδα γίνει γι άλλα βέλη. 
Και σου ζητάει και σε να προσπαθήσεις 
Και τη Γαλάτεια να τήνε ξεχάσεις 
Γιατί αφού ο Δίας δε σε βοηθάει 
Καμιά ελπίδα πια γι αυτήν δεν έχεις. 
Μ’ αυτής κι εγώ ενώνω τη φωνή μου. 
Γιατί Πολύσημε να επιμένεις 
Και τη Γαλάτεια όλο να γυρεύεις; 
Τι θες Πολύφημε από μια αγάπη 
Που δεν μπορεί να δει τα μύρια που ’χεις 
Χαρίσματα-τα μύρια που ’χεις δώρα; 
Τυφλή Πολύφημε αλήθεια θα ’ναι 
Για να μη βλέπει το πλατύ σου στήθος 
Που μέσα του θα φώλιαζε σαν κύκνος 
για μη βλέπει το γλυκό σου μάτι 
Που όλα τα θωρεί με καλοσύνη;     
Τι θες Πολύφημε από μια γυναίκα
Που μέσα στης καρδούλας σου τους χτύπους
Το κάλεσμα του πόθου δεν ακούει; 
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκεία σου αγάπη-
Που μέσα στης φλογέρας σου τους ήχους
Την ομορφιά δε νιώθει της ψυχής σου;
Τι θες Πολύφημε με μια γυναίκα
Που οι μυρωδιές των ρόδων δεν της φέρνουν
Τ’ άρωμα της γαλήνης της ψυχής σου;
Που όταν σ’ αγγίζει πιάνει σου το δέρμα
Κι όχι τα σπλάχνα σου τα πυρωμένα΄
Που κάθε που στη σκέψη της σε φέρνει
Δε νιώθει την καρδιά της να ραγίζει΄
Τι θες Πολύφημε από τη Γαλάτεια
Που αψηφάει τη γλυκεία σου αγάπη;
Πάρε Πολύφημε τους λογισμούς σου
'Πο μες απ’ το πηγάδι που ’χουν πέσει
Και στο μικρό γιαλό μου χάρισε τους.
Κι εκεί θα βρουν αντίς πηχτά σκοτάδια
Γαλάζους ουρανούς και χρυσαστέρια.
Σπάσε τις άλυσες που σ’ εχουν δέσει
Σε Καύκασο καθώς τον Προμηθέα
Κι έλα στην απαλή την αγκαλιά μου
Που έρμη κι άφωτη χωρίς εσένα
Και που η ζέστα της χωράει μαζί σου
Και τα θεόρατα τα πρόβατα σου. 
Έλα και η αθάνατη ζωή μας
Μαρτύριο είναι δίχως την αγάπη.
Πες μου Πολύφημε-πες μου το λόγο
Που την καρδιά μου θα τήνε δροσίσει
Πες μου η κλίνη σου σε μια γωνιά της
Ότι μια θέση της κρατεί για μένα.
Πες μου Πολύφημε πως η σπηλιά σου
Θα δει απ' τα χέρια μου τάξη και λάτρα.
Ξέχασε κείνη που δε σου ταιριάζει
Κι έλα Πολύφημε κοντά σε μένα.

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ 
Αχ! Να μου τα ’λεγε τα λόγια ετούτα 
Όχι το στόμα σου μα της Γαλάτειας… 
Και στη σπηλιά μου να ’τανε φερμένη 
Η αφεντιά της τώρα αντίς για σένα… 
Η ας γινότανε αντίς για κείνην
Εσέ να είχα Γλαύκη, αγαπήσει… 
Μα τι να κάνω εγώ για να τ’ αλλάξω 
Τ’ αγέρι που με πήρε και με πάει 
Δε διάλεξα εγώ τη συφορά μου. 
 Εκείνη ήρθε και «σ’ αρπάζω» μου ’πε. 
Και μέσα μου εμπήκε και δεν ξέρω 
Τι από με ειμ' εγώ και τι εκείνη. 
Κι ούτε με θάνατο από την κατάρα 
Δεν θα μπορέσω αυτήνε να ξεφύγω, 
Να ’τανε πρόβατο και να το σφάξω, 
Να ’τανε δέντρο να το ξεριζώσω"
Να ’τανε βράχος να τόνε συντρίψω.
 Μα είναι τιμόνι και με κυβερνάει. 
Είναι φτερό και πάνω του με πάει.
Γλαύκη χρυσή 'σαι και γλυκοχυμένη. 
Και λέω σα σε θωρώ τώρα μπροστά μου 
Να ’τανε η καρδιά που ’χω δικιά μου 
Μέσα της σαν πουλάκι να σε βάλω…
Και λέω να όριζα του’ το σαρκί μου 
Κι ένα να το ’κανα με το δικό σου…
...Μα όλα μου σε κείνη χαρισμένα…

(μεγάλη σιωπή. Ο Πολύφημος σηκώνεται)
    
Όμως τι κάθομαι και λέω τώρα; 
Το όνειρο που σου ’φερε ο Ύπνος 
Ο αδερφός του ο Θάνατος το στέλνει.
Αίμα και θάνατο φέρνει μαζί του.
Το νέο που μου ’φερες σήμερα Γλαύκη 
Λύνει τα χέρια μου για να δουλέψουν. 
Το μήνυμα που πήρα είναι καθάριο. 
Αβοήθητος ν’ αγωνιστώ μου μένει. 
Κι έναν τα χέρια μου αγώνα ξέρουν: 
Μ’ όλη τη δύναμη τους να σκοτώνουν. 

(Πηγαίνοντας με αποφασιστικά βήματα προς την έξοδο της σπηλιάς) 
Ή θα τον διώξω ή θα τον σκοτώσω!

(Η Γλαυκή τρέχει πίσω του). 

ΓΛΑΥΚΗ 
Όχι Πολύφημε! Όχι! Δεν πρέπει…
(Φτάνει τον Πολύφημο και προσπαθεί να τον συγκρατήσει. Εκείνος τη σπρώχνε και τη ρίχνει στο χώμα. Βγαίνει).

(Τέλος της τέταρτης πράξης)





ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΠΤΗ 
(Βραχώδης παραλία)

(Μπαίνουν ο Άκις και η Γαλάτεια) 

ΑΚΙΣ (ΑΚΙ)
Ετούτο είναι λοιπόν το βασίλειό σου; 
Ετούτο το ακρόγιαλο; Και που ’ναι 
Τα ολόχρυσα παλάτια που ορίζεις; 


ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Μες στο βυθό κι ακόμα πιο βαθιά του. 
Σκαμμένα μες σε πέτρες κοραλλένιες. 
Μια μέρα θα σε πάω να στα δείξω. 
Θα βάλεις πρώτα τον ιερό μανδύα 
Που θα σε κάνει ν’ αναπνέεις σαν ψάρι 
Και θα κατέβουμε αγκαλιά οι δυο μας 
Για να χαρούμε του έρωτα τη γέψη 
και στο νερό καθώς και στον αέρα. 

ΑΚΙΣ

Και ζεις μες στο νερό σα να ’σουν ψάρι;

ΓΑΛΑΤΕΙΑ

Θα δεις όταν θα ’ρθείς εκεί μαζί μου 
ωραία πόσο του νερού η ζωή 'ναι. 
Και δε θα θέλεις από κει να φύγεις. 

ΑΚΙΣ
Δε θ’ άλλαζα για όλο το χρυσάφι 
Τα πράσινα πευκόφυτα βουνά μου 
Που με παρέα Σειλινούς, Σατύρους, 
Με των δασών τις Νύμφες ξαγρυπνάμε 
Έχοντας ταίρι άλλο κάθε βράδυ. 
Παχύ το στρώμα που οι πευκοβελόνες 
Στρώνουν για να δεχτούν τους έρωτες μας. 
Και η Σελήνη από ψηλά που βλέπει 
Άλλοτε σαστισμένα μας κοιτάζει 
Κι άλλοτε ντρέπεται με ό,τι βλέπει 
Και κρύβεται στα σύννεφα από πίσω. 
Κι από νερά να πεις δεν ξέρουμε άλλα 
Παρά πηγές μονάχα που αναβλύζουν 
Από βουνοπλαγιές και που κυλάνε 
Σε γλυκομούρμουρα μικρά ρυάκια. 
Ας είναι όμως. Τόσο αφού το θέλεις 
Ας παμε εκεί στα μέρη τα δικά σου. 
Να λέω ύστερα θα ’χω στους συντρόφους 
Και στις συντρόφισσες των παιχνιδιών μου 
πως μπήκα μέσα στων νερών τις στράτες 
Και μέσα τους 'ρωτεύτηκα μια Νύμφη. 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ 
Μια Νύμφη μόνο κι όχι τη Γαλάτεια;
Και πάλι εκεί θα πάς; Ώστε θα φύγεις;
Για πάντοτε μαζί μου δε θα μείνεις; 
Και η μεγάλη αγάπη σου για μένα; 
Ψέματα ήταν όλα όσα μούπες; 


ΑΚΙΣ 
Εγώ να κάτσω εδώ; Στο περιγιάλι;
Και μέσα στο νερό να ’μαι για πάντα; 
Εγώ είμαι του βουνού χιονάτη πέτρα 
Εγώ είμαι ακροκλώναρο του πεύκου 
Εγώ 'μαι ο αητός ο κυνηγάρης 
Δεν είμαι εγώ για τα νερά Γαλάτεια. 
Κι ούτε κανένα ψέμα δε σου είπα. 
Μεγάλη ειν’ η αγάπη μου για σένα 
Όπως για όλες τις συντρόφισσες μου. 
Και όσα λόγια σούλεγα εκεί κάτω 
Πριν το φιλί σου πάρω, ή την ώρα 
Που σ’ έσφιγγα γλυκά στην αγκαλιά μου 
Αλήθεια όλα. Και να πάρω κι όρκο 
Μπορώ γι αυτά που λέω. Κι όταν πάλι 
Θα ’ρθεί του Θείου Έρωτα η ώρα 
Τα ίδια πάλι λόγια θα σου λέω. 
Κι ίδια πολύ θα τα πιστεύω πάλι. 
Πότε σου είπα όμως πως κοντά σου
Θα ’μενα; 

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
 Μα δεν ήθελα άλλο λόγο
Απ’ όσους μου ’χες πει για να πιστέψω
Πως μία τέτοια αγάπη δεν αντέχει
Ούτε στου χωρισμού τη σκέψη ακόμα.

ΑΚΙΣ  
Πόσο διαφέρει απ' τη δική σου η γνώμη 
Που εμείς στα δάση μας τα λαγγεμένα 
έχουμε για τους τόσους έρωτες μας !
Αλλ’ άκου να σου πω τι ’ναι να γίνει. 
Δε θα χωρίσουμε! Όχι! Μαζί μου
Στης Αρκαδίας τα μέρη θα σε πάρω. 
Οι Νύμφες των βουνών και των δεντρών τους 
 Οι αγαπημένες σου οι ξαδερφούλες 
θα σε δεχτούνε πρόθυμα κοντά τους 
σα να ’σουνα και συ Αμαδρυάδα. 
Και, αγαπημένη μου πάντα κοντά μου 
θα σ’ έχω και θα έχεις συ εμένα.


ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Για χάρη της αγάπης μου ν’ αφήσω 
Και τ’ όμορφο το νεροπάλατό μου 
Και τις αγαπημένες αδερφές μου. 
Και ας θυμώσουν οι θεοί μαζί μου 
Που το νερό προδίνω τ’ αρμυρό μας
Και ας με τιμωρήσουνε για τούτο. 
Όμως… πώς να το πω… καλέ μου Ακι 
Πώς θα μπορώ να σε μοιράζω μ’ άλλες; 

ΑΚΙΣ
Ω! Στις γλυκές τις νύχτες των βουνών μας
Τέτοια ρωτήματα σκοπό δεν έχουν. 
Και ούτε συ-θα δεις-θα τα ρωτήσεις.
Τόσο κι οι σύντροφοι μου θα σ’ αρέσουν
Που θα ξεχάσεις ως και τ’ όνομά μου.
Και   θα βρεθείς  μαζί   μου  πάλι   μόνο 
Όταν  η   τύχη  πάλι   θα μας  σμίξει. 


ΓΑΛΑΤΕΙΑ    
Βαρύ  το  τίμημα που  μου  γυρεύεις.

ΑΚΙΣ       
Αν   τόσο  μ’ αγαπάς, θα το πληρώσεις. 
Και  δε  θα σε κακίσω κι  α-δεν  έρθεις. 
Ξέρω πως δύσκολο για σένα θα ’ναι
Μα πρέπει μιαν απόφαση να πάρεις
Σε δύο μέρες, με ή χωρίς εσένα
Έχω στους τόπους μου να πάω πίσω.


ΓΑΛΑΤΕΙΑ     
(στον εαυτό της) 

Έτσι λοιπόν στα δάση αγαπάνε;
Την ορμηνιά λοιπόν του γερο-Γλαύκου
Όσο κι αν τη μισώ θα την ακούσω…
Δεμένη στης αγάπης τα πλοκάμια
Την ύπαρξη μου μέσα θα τη σύρω
Στου Πάνα και στου Διόνυσου τα όργια…
Μακριά 'π' τις αδερφούλες μου μού γράφει
Τον πόνο η αγάπη να γνωρίσω.
Γιατί καθημερνός θα είναι πόνος
Η  ζήση   μακριά από    τ’ ακρογιάλι
Που  μ’ έθρεφε και   νιώθω για δικό  μου.
Μαύρη   η  ζωή   εδώ χωρίς  εκείνον. 
Και  η   ζωή  κοντά του  που  θα ζήσω
Θάνατος  ζωντανός   θα ’ναι. Μα όμως 
Θα είναι θάνατος ένας κοντά του.
(Στον Ακι)
Μαζί σου  θα ’ρθω κι   όλα θα τ’ αφήσω.
Θα ’ρθω. Αρκεί   μονάχα ν’ αντικρίζω
Αυτά τα μάτια σου κι   αυτά τα χείλια. 
Αφότου  σ’ είδα δεν γνωρίζω άλλη 
Χαρά παρά κοντά  μου  να σε  νιώθω. 
Μα τώρα αγκάλιασέ   με  αγαπημένε 
Για  να ’λαφρύνει   λίγο  η  ψυχή   μου 
Από  το   βάρος  που   της  έχεις  δώσει.  
Δος   μου  τη   δύναμη  να σ’ ακλουθήσω 
Αλλάζοντας   την  άπελπη  ζωή   μου 
μ’ αγάπη μία πιο απελπισμένη. 

(Αγκαλιάζονται. Μπαίνει ο Πολύφημος και τους   βλέπει   από  μακριά. Δυνατά για να τον ακούσουν)

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Α!   Σάτυρε! Βρήκες ακόμα μία
Παρέα για τις  άνομές   σου  αγάπες.
Δεν  πρόλαβα Γαλάτεια  να σ’ αρπάξω
Προτού πιαστείς  στα μαύρα του  τα δίχτυα
Που   τα ’χει η   δυστυχιά κι  η  πίκρα πλέξει. 
Για πάντα σ’ έχασα  όμορφη Γαλάτεια.
Μα  δε   θ’ αφήσω και   κανέναν άλλο
Ό,τι   για  μένα επλάστηκε  να κλέψει. 
Και   μα  την  Αφροδίτη, τώρα κιόλας
Ετούτον ξεριζώνοντας  το  βράχο
Και   ρίχνοντάς   τόνε  στον  σύντροφό σου
Αυτό   θα κάνω  το  αγκάλιασμα σας
Το   τελευταίο  που  ζήσατε  να είναι.
(Ο  Άκις  προχωρεί  λίγα  βήματα προς την κατεύθυνση   του Πολύφημου).

ΑΚΙΣ     
Πολύφημε  γυναίκα εγώ  δεν  είμαι
Και   δε  φοβάμαι   όσο κι  αν  θυμώνεις. 
Του  Πάνα  είμαι   ο  γιός…

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ    
…Ναι Σιχαμένε! 
Κι   από   μακριά η βρώμα σου μυρίζει. 
Την πληρωμή θα πάρεις που σου αξίζει
Προτού  τη   δυστυχιά και   σ’ άλλους φέρεις. 
 (Αρπάζει μια μεγάλη πέτρα και την πετάει στον Άκι. Ο Άκις χτυπημένος πέφτει στην άμμο νεκρός.  Η Γαλάτεια βγάζοντας μια σπαρακτική κραυγή τρέχει προς τον πεσμένο Άκι και αγκαλιάζει το άψυχό του σώμα.
Ο Πολύφημος στέκει αμήχανος κοιτάζοντας τη σκηνή) 

ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(σιγά, στον εαυτό του)
Να! Φίλα πάλι τώρα τη Γαλάτεια!.. 

(Μπαίνει η Γλαύκη τρέχοντας. Βλέποντας τι έχει γίνει κάθεται απελπισμένη και σαν χαμένη σε μια πέτρα, κρύβοντας το πρόσωπό στα χέρια της . Ο Πολύφημος, ενώ η Γαλάτεια θρηνεί πάνω από το σώμα του Άκι, με ένα χοντρό ξύλο χαράζει τυχαίες γραμμές στην άμμο, κοιτάζοντας ένοχα πότε προς τη Γαλάτεια και τον Άκι και πότε προς τη Γλαύκη. 
Ακούγεται η μουσική του τραγουδιού των Νηρηίδων προς τον Θεό Έρωτα)

ΓΑΛΑΤΕΙΑ
(σηκώνοντας προς τον ουρανό το κεφάλι, δυνατά μέσα από τους λυγμούς της)
Όχι αδερφούλες μου! Όχι! Αααααχ! Όχι!.. 

(τα λόγια της πνίγονται από τα λόγια του τραγουδιού που με πάθος τραγουδιέται από τις αδερφές της Νηρηίδες)

ΝΗΡΗΙΔΕΣ

Αγάπη ό,που πας το φως σκορπίζεις. 
Διώχνεις τα νέφη τη ζωή που σκιάζουν. 
Θωπεύεις την ψυχή την τρομαγμένη 
Και γαληνεύει αυτή και ξαλαφρώνει. 
Τα δώρα σου Αγάπη τα περίσσια 
Ω! Δώστα και σε μας που καρτερούμε 
Ανέραστες εδώ και λυπημένες. 
Αγάπη, όποιος βαθιά πολύ σε νιώσει 
Αστείρευτο γι αυτόνε πια ποτάμι 
Γίνετ' η ευτυχία και τον πνίγει. 
Και δεν αφήνεις παραπονεμένο 
Κανένα πλάσμα Σου Κυρά μεγάλη: 
Σ’ όλους το χέρι Σου το ευλογημένο 
Τ’ απλώνεις και ακράτηγα χαρίζεις 
Ό,τι καλό καθένας περιμένει. 
Ω! Έλα και σε μας χρυσή Αγάπη 
Και νόημα δώσε στην κενή ζωή μας. 
Ω! Μόνη Συ ελπίδα! Έλα! Έλα! 
Όλα μας ανοιχτά να Σε δεχτούμε. 
Αγάπη όσους ύμνους κι αν Σού πούνε 
Τα διψασμένα μας για Σένα χείλια 
Λίγοι στη χάρη Σου και πάλι θα ’ναι. 
Ω! Αγάπη!  Τυχεροί όσοι Σε νιώσουν. 
Ευτυχισμένοι όσοι θα  Σε βρούνε. 
Κάθε τους πόνος-κάθε λύπη παύει 
Και σ’ ουρανούς  χαράς ’λαφροπετάνε. 
Αγάπη τα φτερά Σου άνοιξέ τα 
Και σκέπασε και μας που στο ζητούμε. 
Σαν απροστάτευτα μικρά παιδάκια 
Είμαστε δίχως Σου. Έλα κοντά μας. 
Έλα και δίωξε μας τον κάθε πόνο 
Κι ομόρφηνε την άχαρη ζωή μας 
Όπως Εσύ θεά μονάχα ξέρεις.

 ΑΥΛΑΙΑ
 

 Ο Μαζωνάκης πέθανε. 
Κρίμα να πάει έτσι ένας άνθρωπος που τόσα έχει προσφέρει. 
Και θα πάρει χρόνο για να επουλωθούν οι πληγές που άνοιξε ο χαμός του.
Αναρωτιέμαι όμως.
Είχε τόσους και φίλους και θαυμαστές. Και βέβαια εκτός από τον πολύ κόσμο που τον γνώριζε μόνον από τα τραγούδια του, θα είχε και μερικούς στενούς φίλους και θαυμαστές, που βρίσκονταν στο  άμεσο περιβάλλον του.
Αυτοί, δεν μπόρεσαν να τον πείσουν ότι έπρεπε να σταματήσει  να κάνει κακό  στην υγεία του;
Δεν μπόρεσαν να του δείξουν ότι ο δρόμος που είχε πάρει θα του δημιουργούσε ίσως προβλήματα; 
Αναρωτιέμαι ακόμα, η Πολιτεία δεν έπρεπε όχι μόνον να έχει δει ότι υπάρχουν ιατρεία παράνομα, αλλά και να έχει κάνει κάτι γι αυτό, αντί εκ των υστέρων να παραδέχεται την ύπαρξή τους;
Και, (ο ανεμοπαρμένος; ο αεροβατών; ο γκρινιάρης;  εγώ),  γυρίζοντας πίσω στον χρόνο και αναφερόμενος σε μιαν  άλλου είδους τραγική κατάσταση, επεκτείνω την ρητορική ερώτησή μου: Γιατί, όλοι οι μεγάλοι και ισχυροί έλληνες του πνεύματος, της επιστήμης, του χρήματος ακόμα, που έβλεπαν-που ήξεραν (όπως όλοι  οι πολίτες τότε),  ότι  έρχεται η δικτατορία του1967-γιατί δεν έκαναν κάτι για να την αποτρέψουν, αντί, μόνον, μετά από αυτήν να πηγαινόρχονται κοκορευόμενοι και αυτοανακηρυσσόμενοι «αντιστασιακοί» και «ήρωες»;

Για τα δύο πρώτα αναρωτήματα, ίσως να έγιναν προσπάθειες που όμως εγώ δεν μπορώ να  γνωρίζω. 
Για την περίπτωση της δικτατορίας όμως, νομίζω ότι έχω την απάντηση: η ράτσα-η φύτρα-τα γονίδια των ελλήνων φτιάχνουν μόνον διαπιστωτές, εξακριβωτές, παρατηρητές. Στους Έλληνες, η γνώση  μιας κακής κατάστασης, φτάνει  μόνον  ως τον αμφιβληστροειδή, και δεν προχωρεί να γίνει αντίληψη από τον εγκέφαλο, και επόμενα να γίνει αυτόματη αντίδραση όλου του οργανισμού ώστε να προληφθούν τα άσχημα που κάθε μία τέτοια πραγματικότητα, ανενόχλητη αλλιώς, επιφέρει σε άτομα και  σε πατρίδες.
Η Ελλάδα δεν παράγει Ζολά και Ροβεσπιέρους, Λένιν και Τρότσκι, Ουάσινγκτον και Λαφαγιέτ.  

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

 (Όταν το έργο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α' Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ γράφτηκε, Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας ήταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος (Αυστραλίας) Στυλιανός, Αυτός ανέβασε το έργο αυτό στο θέατρο, αφού πρώτα μου τηλεφώνησε για να βεβαιωθεί ότι όσα αναφέρονται στο έργο είναι ιστορικές αλήθειες.)




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α' Ο ΦΙΛΕΛΛΗΝ
(έργο θεατρικό σε δεκαπέντε ανοίγματα) 



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Πρόλογος του έργου από το Είδωλο του Αλέξανδρου


Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι, ο Μακεδόνας
του βασιλιά του Αμύντα γιος. Επήρα τ' όνομά μου
από τον Πάρι-Αλέξανδρο, τον πρίγκηπα της Τροίας.
Το φως το είδα στις Αιγές, πρωτεύουσα του κράτους
το χρόνο της εξηκοστής τρίτης Ολυμπιάδας, 
κι ανάμεσα ογδονταμιάς έως ογδονταδύο
επέθανα, όντας ετών εβδομηντατεσσάρων.
Πήγα στον Άδη. Βρήκα εκεί τους συμπολεμιστές μου 
τους πατριώτες μου, κι αυτούς, τους άγιους μου προγόνους.
Ο Πλούτωνας αιώνια χαρίζει αταραξία
και είναι όλοι ανέγνοιαστοι στου Άδη το βασίλειο.
Κάθε σκοτούρα κι έγνοια του κανείς, εκεί πριν έμπει,
έξω απ' την πόρτα τη βαριά και μαύρη την αφήνει.
Μα όποιος στην απάνω γη κάποιον μεγάλο πόθο
μες στην ψυχή του έτρεφε, αυτόν αδύνατο είναι
να τόνε βγάλει απ' αυτήν ακόμα και στον Άδη.
Όπως εγώ. Αν έκλεισα πάνω στη γη τα μάτια
τα ’χω εκεί κάτω ανοιχτά. Κι ο νους μου εδώ αν 'κοιμήθη
μα εκεί κάτω ξάγρυπνος μένει, κι όλο δουλεύει.
Κι ο πόθος μου ένας μοναχά: η Ελλάδα, μ' ό,τι μέγα
μέσα της κλείνει είτε μικρό, μ' ό,τι άσχημο ή ωραίο-
η Ελλάδα! Η πατρίδα μου! Και σεις, οι αδερφοί μου!
Και όπου χώμα ελληνικό, κι όπου έλληνας υπάρχει
εκεί γυρνώ το βλέμμα μου κι εκεί γυρίζει ο νους μου.
Πονώ σε κάθε πόνο σας, χαίρομαι στη χαρά σας
κι όταν η Ελλάδα μου πονά, μαχαίρια με ξεσχίζουν.

Ακούω πολλούς πάνω στη γη να λένε τελευταία
ότι δεν είν' ελληνική τάχα η Μακεδονία.
Κι άλλες φορές πρωτύτερα το 'χω αυτό ακούσει
μα δεν ταράχτηκα, γιατί, το ξέρω πως ανάγκη
δεν έχετε από μένανε-ξέρετε την αλήθεια
και είσαστ' έτοιμοι γι αυτήν και τη ζωή να δώστε.
Την έγνοια μου όμως τράβηξε ενού έλληνα ο πόνος
για την Ελλάδα, που η πολλή αγάπη της τον καίει
και που ένα ποίημα θέλησε για μένανε να γράψει
που θα 'δειχνε ότι και πιο πριν από το βασιλέα
τον Μέγα τον Αλέξανδρο-κοντά διακόσα χρόνια,
και τη δικιά μου είχε ψυχή δικιά της η Ελλάδα.
Αλλά καθώς και ποιητής μεγάλος δα δεν είναι,
βασανιζόντανε πολύ για να τα καταφέρει.
Τον είδα και τον πόνεσα γιατί απ' τον ίδιο πόνο
κι εγώ καιγόμουν, και κανείς δε μ' ένιωθε όσο ζούσα.
Και μες στο πεθαμένο μου το σώμα η νια ψυχή μου
ανταριαζόνταν βλέποντας ανήμπορον εκείνον
να γράψει κάτι. Και γι αυτό απόφαση επήρα
και πήγα και τον έβρηκα. Του έπιασα το χέρι
και τον οδήγησα εγώ, με τη δική μου γνώση
να γράψει αυτό το ποίημα για μένα που μιλάει.
Γιατί το έκανα; Μπορεί για τα παιδιά που ακόμα
δεν πρόλαβαν να μάθουνε καλά την Ιστορία.
Ίσως και για τους βλάστημους μικρούς είτε μεγάλους
που η Μακεδονία λεν ότι δεν είν' Ελλάδα.
Πάλι, κακά τα ψέματα, μα θα ειπώ και τούτο:
το 'κανα ίσως και γιατί ποθούσα να 'ρθω πάλι
στ' αγαπημένα μέρη μου και πάλι ν' αντικρύσω
ανθρώπους που ίδια πυρκαγιά φουντώνει στην ψυχή τους-
ανθρώπους που, καθώς εγώ, βλέπουνε στην Ελλάδα
την ίδια τους την ύπαρξη, τον ίδιο τον εαυτό τους.

Ας προχωρήσω όμως να πω λίγα που ακόμα θέλω
κι ύστερα παύω να μιλώ και δίνω τη σκυτάλη
στον ποιητή μας, ή, ας πω καλλίτερα, τη δίνω
σε κείνο τον Αλέξανδρο που ήμουν όσο ζούσα.

Δύο χιλιάδες χρόνια πριν εγώ να 'ρθώ στον κόσμο,
στη χώρα μου, που Πελασγοί μέχρι τα τότε οικούσαν,
εμπήκανε οι Αχαιοί, που ήρθαν σε πολέμους
και με τους ντόπιους Πελασγούς, αλλά και μεταξύ τους.
Ελάχιστοι κατάφεραν και για καλά ριζώσαν.
Οι άλλοι αφανίστηκαν. Ώσπου καινούργιο κύμα
προς τους μακεδονίτικους κατέβηκε τους τόπους.
Κι οι Δωριείς ήσαν αυτοί, που στη μεγάλη ορμή τους
κι αφού πολλές εγνώρισαν περιπλανήσεις πρώτα,
οριστικά εμείνανε στα μέρη τα δικά μας.
Οι έλληνες αυτοί, εμείς είμαστε, οι Μακεδόνες.
Και μεις, οι βασιλιάδες τους, απόγονοι μετράμε
του ημίθεου του Ηρακλή-του ήρωα του μεγάλου.
Με τα παλιά εμείναμε τα έθιμα και τα ήθη
που είχανε κι οι έλληνες που μάχονταν στην Τροία…
Πόλεις δεν είχαμε τρανές, μονάχα χωριουδάκια
και ήμασταν ή γεωργοί ή λατόμοι, ή βουκόλοι,
γιατ' ήτανε η χώρα μας όλη γεμάτη δάση.
Μα προπαντός πολεμιστές, γιατ' οι λαοί οι τριγύρω
πάντα επιβουλεύονταν τα μέρη τα δικά μας.
Κι ήμασταν άξιοι κυνηγοί κι άφταστοι στο σημάδι.
Και πάντα πάνω στ' άλογα, ιππείς γίναμε τέλειοι.
Εκεί έχει τις ρίζες του το φοβερό ιππικό μας.
Μια μόνο λέξη από με, ή από κάποιον άλλο
από τους βασιλιάδες μας, και μες σε λίγες ώρες
είχαμε ιππέων στρατιές έτοιμους για πολέμους.
Και βέβαια πάνω στ' άλογο κανείς γρήγορα τρέχει
κι όπου η ανάγκη το καλεί, έγκαιρα πάντα φτάνει.
Έτσι λοιπόν πολεμιστές όντας και κτηνοτρόφοι
δε γίνονταν να έχουμε την πρόοδο των ελλήνων
των άλλων, που βρεθήκανε στη νότια την Ελλάδα
και που από θάλασσα παντού μόνο ήτανε ζωσμένοι.
κι όχι από βάρβαρους λαούς που επιδιώκαν πάντα
με συνεχείς επιδρομές να τους εξολοθρέψουν.
Γιατί Καμβούνια, Όλυμπος και Όσσα, φτιάχναν τείχος
που από την άλλη μακριά μας κράταε την Ελλάδα.
Κι από την άλλη τη μεριά του τείχους, ας παιζόνταν
το δράμα της μονάχης μας, μικρής Μακεδονίας,
οι κάτω έλληνες για μας δε σκέφτονταν, λες κι ότι
ίδιους δεν είχαμε θεούς, ή λες πως οι Ολύμπιοι
την πλάτη τους μας είχανε πάντοτε γυρισμένη.
Μα την αλήθεια για να πω, άδικο δεν τους ρίχνω-
αδύνατο ένα ήμασταν, μικρό ακόμα κράτος
που να κερδίσουν τίποτα δεν είχαν από κείνο-
στις τόσες τις ελληνικές τις πόλεις άλλη μία...

Όμως εμένα μ' έκαιγε το ελληνικό μου αίμα
κι ήθελα σύντροφο άξιο να με δεχτούν κοντά τους
και μένα και τον έλληνα λαό μου' ήθελα να 'χω
μερίδιο από τη δόξα τους, ήθελα κρίκος ένας
να 'μαι στην αλυσίδα τους. Ύστερα εντός μου κάτι
μου 'λεγε πως η μοίρα μας, εμάς, των Μακεδόνων,
μοίρα να γίνει έπρεπε γρήγορα και δική τους.
Η Ανατολή βρυχιόντανε κι αργά ετοιμαζόνταν
για το μεγάλο χτύπημα. Εμείς, οι Μακεδόνες
με το γερό μας ιππικό και την τραχιά μας ρώμη
άξιοι βοηθοί θα ήμασταν σαν έρχονταν η μπόρα.
Μα κι η ωφέλεια που ο λαός θα 'χε των Μακεδόνων
από μια τέτοια συντροφιά, θα ήτανε μεγάλη.
Τα φώτα του πολιτισμού θα παίρναμε από κείνους.
Θα μας μαθαίναν ό,τι εμείς στο πέρασμα του χρόνου
ποτέ δεν καταφέραμε να ’χουμε μοναχοί μας.
Έπρεπε όλον μου λοιπόν το χρόνο ν' αφιερώσω-
που τ' άλλα μου μού άφηναν καθήκοντα στο θρόνο-
για την Ελλάδα: πώς αυτή κοντά σε μας θα 'ρχόνταν
ή πώς εμείς θα γίνονταν κοντά της να βρεθούμε.
Κι αυτό αλήθεια έκανα σ' όληνε τη ζωή μου.

Να σας ειπώ θα ήθελα για τότε τόσα ακόμα…-
για τη ζωή μας, τους θεούς, τη γλώσσα, τα έθιμά μας...
μα ο ποιητής μας νόημα μου κάνει να τελειώνω.
Και δίκιο έχει' γιατί αφού των άλλων των ελλήνων
ξέρετε, τότε ξέρετε μαζί και τα δικά μας.
Μόνο δυο λόγια να ειπώ δώστε μου, για τη γλώσσα.
Λέγανε τότε μερικοί και σήμερα λεν άλλοι
πως είχε τάχα διαφορές μικρές ή πιο μεγάλες
η γλώσσα μας από αυτή των άλλων των ελλήνων.
Αλλά-Θεοί!- και βέβαια δεν ήτανε η ίδια.
Δεν είχε την εξέλιξη που είχε η δικιά τους.
Επί αιώνες έμενε όπως παλιά βρισκόνταν.
Και ούτε λόγιους είχαμε γεννήσει εμείς να γράψουν
έπη σ' αυτήν και δράματα. Ούτε σχολεία ακόμα
δεν είχαμε' ανάγνωση δεν ήξερε ο λαός μου,
κι ούτε γραφή. Μόνο εμείς ξέραμε, οι βασιλιάδες
και όσοι λίγοι γύρω μας είχαν καιρό για τέτια.
Τους νόμους δεν τους γράφαμε. Και του στρατού οι διάτες
δε γράφονταν, μα πήγαιναν απ' το 'να στόμα στ' άλλο.
Ύστερα τόσοι γύρω μας λαοί, μας είχαν δώσει
λίγες από τις λέξεις τους και πήρανε δικές μας.
Πάντοτε τούτα γίνονται. Αλλά κανείς δε λέει
πως οποια γλώσσα δανειστεί απ' άλλην λέξεις λίγες
παύουν αυτοί που τη μιλούν να είν' αυτοί που ήταν.
Κι οι βασιλιάδες είχανε οι Μακεδόνες όλοι
δασκάλους έλληνες, καθώς κι εγώ, που ο πατέρας
μου 'φερε απ' τη Χαλκιδική. Γιατί έτσι ήταν κι εκείνος-
μέσα η Ελλάδα και σ΄αυτόν άντριευε και πλαντούσε
και με την άλλη εζήταγε να ενωθεί Ελλάδα.
Μα ο καιρός του εκεινού δεν ήτανε ακόμη
για κάτι τέτοιο. Άλλα αυτόν προβλήματα τον ζώναν
που δεν του αφήνανε καιρό το άλμα αυτό να κάνει.
Αλλ' αρκετά εμίλησα. Και τώρα θα μεριάσω
και ήσυχα θα δω κι εγώ αυτά που ο ποιητής μας
για με θα γράψει. Και μαζί με σας θα ξαναζήσω
κομμάτια απ' την επίγεια ζωή μου πάλι απόψε.
Κι ύστερα απ' την παράσταση στα μέρη μου θα πάω
κι όπως σα ζούσα, και καθώς πάντα έκανα ως τώρα
άγρυπνο θα 'χω το μυαλό και ανοιχτό το μάτι
κι έγνοια θα έχει μόνο μια η ακοίμητη ψυχή μου:
η τρισαγαπημένη μου να 'ναι Μακεδονία
αγκαλιασμένη πάντοτε με τη μητέρα Ελλάδα.
(γνέφει σε χαιρετισμό και βγαίνει)





ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΡΩΤΟ

Χρόνος: 512 π.Χ.
Τόπος: Μακεδονικό παλάτι

(Ο Αμύντας και ο Αλέξανδρος περιμένουν τους πρέσβεις των Περσών. Οι πρέσβεις έρχονται και απαιτούν υποταγή της Μακεδονίας στους Πέρσες. Ο Αμύντας αναγκάζεται να υποταχτεί.)

Πρόσωπα: Αλέξανδρος, Αμύντας, Φρουρός, Επικεφαλής της Περσικής Πρεσβείας (ΕΠΠ), έξη Πέρσες πρέσβεις, Μακεδόνες στρατιώτες.
Αλέξανδρος
Και τι ζητάνε κι έρχονται αυτοί εδώ πατέρα;

Αμύντας
Όταν παιδί μου στους μικρούς πηγαίνουν οι μεγάλοι
πάνε για να τους πάρουνε κάτι. Και τούτοι έτσι.
Έρχονται να μας κάνουνε σκλάβους τους με τη βία.

Αλέξανδρος
Και συ πατέρα τι σκοπό έχεις μ' αυτούς να κάνεις;

Αμύντας
Παιδί μου έλα πες εσύ. Κάποτε θα 'ρθει η ώρα
και θ' ανεβείς στο θρόνο μας. Λοιπόν ρωτώ εσένα.
Πες είσαι κιόλας βασιλιάς' τι θα 'κανες; για πες μου.

Αλέξανδρος
Πατέρα θα τους έδιωχνα να πάνε απ' όπου ήρθαν.
Ποτέ δε θα τους έδινα ό,τι και να ζητούσαν.
Έλληνας βασιλιάς ποτέ δεν προσκυνάει βαρβάρους.
Αμέσως θα τους έδιωχνα. Κι αν στέλναν το στρατό τους
κι εμείς στρατιώτες έχουμε καλλίτερους εκείνων.
Τόσους πολέμους κάναμε κι είχαμε μόνο νίκες
και τώρα το κεφάλι μας θα σκύψουμε στους Πέρσες;
Να τι πατέρα θα 'κανα ο βασιλιάς αν ήμουν.

Αμύντας
Κι αν φύγουν κι έρθουν αύριο μαζί τους κουβαλώντας
τις ατελείωτες ασιανές στρατιές τους, τι θα κάνεις;

Αλέξανδρος
Έλληνας είμαι και κρατώ απ' του Ηρακλή το αίμα.
Εσύ μου το 'μαθες αυτό και τώρα συ δειλιάζεις;
Μονάχος μου με όλους τους θα μπόρεια να τα βάλω...

Αμύντας
Το αίμα-ναι-του Ηρακλή στις φλέβες μας κρατούμε.
Είμαστε απόγονοι θεών. Αλήθεια, εγώ στο είπα.
Όμως παιδί μου κάθε τι θέλει και τον καιρό του.
Θα 'ρθει ο καιρός να δείξουμε ποιοι είμαστε. Μα τώρα
δεν έχουμε άλλη εκλογή παρά να υποταχτούμε.
Μακριά δεν είναι οι βάρβαροι. Όταν κινήσουν να 'ρθουν-
και ποιος θα τους εμπόδιζε;- σε λίγες μέρες φτάνουν.
Κι όσο γενναίο πόλεμο κι αν κάναμε παιδί μου
είμαστε λίγοι κι είν' πολλοί. Και όταν μας νικήσουν
τότε η Μακεδονία μας για πάντα είναι χαμένη.
Και ποιος θα μας εβόηθαγε; Μονάχοι πολεμούμε.
Και γύρω μας οι βάρβαροι. Κι οι έλληνες οι άλλοι
οι μόνοι που μας έπρεπε να έρχονταν βοηθοί μας
δε μας υπολογίζουνε. Μικροί είμαστε ακόμα.
Και ποιος θα μας εβόηθαγε άλλος λοιπόν παιδί μου;
Κανείς. Γι αυτό χρειάζεται και λίγη πονηρία.
Το φίλο ας τους κάνουμε. Κι αργότερα όταν δούμε
δύναμη ότι παίρνουμε, ή αδυνατούν εκείνοι,
τις συμφωνίες που κάναμε στ' άχρηστα τις πετάμε.
Άλλωστε τόσο μακριά που είναι, δεν μπορούνε
να ξέρουνε τι κάνουμε 'δω πέρα, κι αν τηρούμε
τις συμφωνίες που με βια θα κλείσουμε μαζί τους.
Κι έτσι θα είναι αλαφριά η όποια υποταγή μας.

Αλέξανδρος
Ριγώ στη σκέψη πως σ' αυτούς θα σκύψω το κεφάλι.
Σε Πέρσες... Όταν οι έλληνες δασκάλοι μου τ' ακούσουν
μου φαίνεται θα ντρέπομαι να τους ιδώ στα μάτια.

Αμύντας
Ξέρουν εκείνοι τη φωτιά που μέσα μας πυρώνει.
Ξέρουν πως είμαστε έλληνες κι ότι από ανάγκη
θα κάνουμε ό,τι κάνουμε.-και θα μας καταλάβουν.

(Μπαίνει ο Φρουρός)

Φρουρός
Οι Πέρσες πρέσβεις έρχονται να δουν το βασιλιά μας.

(Μπαίνουν έξη Μακεδόνες στρατιώτες που παίρνουν θέσεις δεξιά και αριστερά του βασιλιά. Ακολουθούν οι Πέρσες πρέσβεις.)

ΕΠΠ
Των Μακεδόνων βασιλιά, σε χαιρετούμε Αμύντα.
Του στρατηγού Μεγάβαζου είμαστε αποσταλμένοι
που εντολή του έδωσε ο μέγας βασιλιάς μας
τη χώρα σας στον περσικό ζυγό να υποτάξει.
Με σεβασμό σε χαιρετά ο Μεγάβαζος και θέλει
χωρίς πολέμων συφορές φίλοι του να γινείτε.
Ξέρει, από τους παλιότερους που έχει η οικουμένη
πως είναι ο μακεδονικός βασιλικός σου οίκος.
Ξέρει πως θεία καταγωγή έχει-ότι κρατάει
από τον ήρωα Ηρακλή, παιδί του Θείου Δία.
Ξέρει γενναίοι πως είσαστε πολεμιστές, και ξέρει
πως δόξα έχετε πολλήν κερδίσει σε πολέμους
που ενάντια σε γειτόνους σας λαούς έχετε κάνει.
Και τώρα δε θα έστελνε αυτήνε την Πρεσβεία
αν, ο μεγάλος βασιλιάς, ο ξακουστός Δαρείος
δεν έκρινε στους φίλους του πως πρέπει να μετράτε.
Και, ο Δαρείος, ο άξιος και μέγας βασιλέας
θεός ο ίδιος είναι αυτός, και πιο μεγάλη δόξα
έχει απ' όσην βασιλιάς πρωτύτερα ή τώρα.
Όλοι οι λαοί της ιερής, απέραντης Ασίας
έχουν δηλώσει υποταγή σ' αυτόν. Κι οι βασιλιάδες
όλοι με φόβο προσκυνούν το μέγα μας Δαρείο.
Σούσα, Μυσία, Αβγάτανα, Θηβαίοι, Λυδοί και Σάρδεις,
η Βαβυλώνα η πάμπλουτη, η ορεινή Κισσία,
κι οι τόποι όλοι ως πέραθε, στα βάθη της ηπείρου,
κι εκείνοι που με δόρατα και τόξα πολεμάνε
αλλά κι αυτοί που έχουνε για όπλο το μαχαίρι,
κι ακόμα οι κοντά σε σας Αχελωϊδες πόλεις,
κι η Θράκη,κι οι ιωνικές οι πόλεις της Ελλάδας,
κι αυτές που στέκουν πέρφανα στο πέρασμα της Έλλης
κι αυτές που την τετράβαθη στολίζουν Προποντίδα,
κι απ' τα νησιά η Κάρπαθος,η Χίος και η Πάρος
κι η Τήνος, και η Μύκονος, κι η Άντρος και η Λήμνος
κι Λέσβος η ανθόσπαρτη κι η Κνίδος κι απ' την Κύπρο
Πάφος και Σόλους κι η παλιά, ένδοξη Σαλαμίνα,
όλες αυτές υπόκυψαν στο σκήπτρο του Δαρείου.
Σε κείνου υπακούοντας τη θέληση, μας στέλνει
σε σένα ο Μεγάβαζος, ζητώντας σου να δώσεις
τα δύο της υποταγής σημάδια: γην και ύδωρ.
Και όταν πράττοντας ορθά υποταχτείς στους Πέρσες
φίλους σου και προστάτες σου πάντοτε θα τους έχεις.
Κι ο ένδοξός μας βασιλιάς στη μεγαλειότητά σου
θα δώσει περισσότερα προνόμια απ' όσα έχει
στους άλλους του υποτελείς χαρίσει βασιλιάδες.
Κι αν πάλι τούτα δε δεχτείς, τότε να ξέρεις πρέπει-
και από τώρα σίγουρα εμείς εδώ στο λέμε-
πως οι στρατιές του μέγα μας Δαρείου θα ορμήσουν
και κάθε θα νεκρώσουνε ζωή στη χώρα ετούτη.
Και όσοι μείνουν ζωντανοί, μια τέτια μοίρα θα 'χουν
που κάλλιο θα το είχανε να ήσαν πεθαμένοι.

Αμύντας
Άρχοντες Πέρσες, στρατηγού γενναίου αποσταλμένοι
σας χαιρετώ κι εγώ εσάς, κι όταν γυρίστε πίσω
δώστε τα χαιρετίσματα στο μέγα στρατηγό σας.
Είμαστε αλήθεια απόγονοι θεών, κι αυτός ο θρόνος
είναι από τους παλιότερους που βρίσκονται στον κόσμο.
Κι αν θέλει ο μέγας βασιλιάς φίλους του να μας έχει
αυτό θα πει τους φίλους του πως ξέρει να διαλέγει.
Μεγάλη έχει δύναμη ο βασιλιάς Δαρείος
αλλά και μεις αδύναμοι δεν είμαστε. Πιο λίγοι
βέβαια είμαστε από σας, μα ίδια με σας γενναίοι.
Το αίμα το ελληνικό στις φλέβες μας κυλάει
και ο καθείς μας για πολλούς στον πόλεμο μετράει.
Εδώ για αιώνες στέκουμε παλεύοντας ενάντια
σ' εχθρούς σκληρούς κι αμέτρητους-μα εμείς σκληρότεροί τους.
Κι αν σήμερα εδιάλεγα τον πόλεμο μαζί σας
κορμιά πολλά θα πέφτανε κι από τα δύο μέρη.
Θα 'τανε ψέμα να σας πω πως με χαρά θα στέρξω
να γίνω υποταχτικός του μέγα βασιλιά σας.
Θα προτιμούσα άλλη απ' αυτήν φιλία να μας δένει.
Μα να, το πήρα απόφαση: θα 'χετε ό,τι ζητάτε.
Νερό θα έχετε και γη πίσω γυρνώντας. Όμως
πριν γίνει τούτο θα 'θελα όλες τις λεπτομέρειες
της νέας συμμαχίας μας μαζί σας να 'ξετάσω
και να τις φκιάσουμε μαζί έτσι που να μετράνε
όχι πολύ βαριές γι αυτούς τους γέρικούς μου ώμους
αλλά και δίχως ούτε μια σε σας να φέρνουν βλάβη.
Λοιπόν θα δώσω εντολή να στρώσουν τα τραπέζια
και να 'τοιμάσουν μαλακά λευκόστρωτα κρεββάτια
ώστε αφού τα ωραία μας τα φαγητά γευτείτε
μετά ως αύριο την αυγή να καλοκοιμηθείτε.
Κι αύριο θα μιλήσουμε. 
( Καλεί με νεύμα του ένα στρατιώτη)







ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
Χρόνος: δυο ώρες αργότερα
Τόπος: Μακεδονικό παλάτι

(Οι Πέρσες απαιτούν να έρθουν στο τραπέζι και οι γυναίκες του παλατιού. Ο Αμύντας υποκύπτει στον εκβιασμό)

Πρόσωπα: Ο επικεφαλής της περσικής Πρεσβείας (ΕΠΠ), Αμύντας, στρατιώτες και υπηρέτες.


ΕΠΠ
Αληθινά βασιλικά τα φαγητά σου Αμύντα.
Και το κρασί σου μια γλυκιά μας έχει φέρει ζάλη.
Αλλά εμείς στον τόπο μας, σα στρώνουμε τραπέζι
πάντοτε συνηθίζουμε να έχουμε μαζί μας
και τις αγαπημένες μας, τις νόμιμες γυναίκες
μα και τις παλλακίδες μας. Λοιπόν εσύ που έτσι
πρόθυμα μας εδέχτηκες κι έτσι μας περποιείσαι
και στο Δαρείο το βασιλιά νερό και γη χαρίζεις
και των Περσών τα έθιμα θα πρέπει ν' ακλουθήσεις
και στο τραπέζι μας, εδώ, του παλατιού γυναίκες
για συντροφιά μας όμορφη να φέρεις και μαζί τους
όλες της οικογένειας σου τις νεαρές κοπέλες.
Έτσι και πιο χαρούμενη θα είναι η συντροφιά μας
κι η συμφωνία που κλείσαμε σακί δε θα 'ναι άδειο
αλλά γερά θα σφραγιστεί σα δούμε ότι στέργεις
τους νόμους που τιμούμε εμείς και συ να τους τιμήσεις.

Αμύντας
Άρχοντες Πέρσες, άπρεπο αυτό το αίτημά σας
μοιάζει σ' αυτιά ελληνικά. Τα έθιμά μας άλλα.
Συνήθεια εμείς δεν έχουμε στα γιορτινά τραπέζια
να 'χουμε ή γυναίκες μας δίπλα ή αδερφές μας.
Ντροπή αυτό θα ήτανε για κάθε Μακεδόνα.
Σε μας γιορτάζουν χωριστά γυναίκες από άντρες.

ΕΠΠ
Να πούμε θα 'θελες λοιπόν στο μέγα βασιλέα
πως του λαού του άπρεπες βαφτίζεις τις συνήθειες
κι ότι στα λόγια μοναχά υποταγή δηλώνεις
μα είσαι ανυπάκουος και δύσκολος στην πράξη;
Αμύντας
Εσείς είστε οι άρχοντες. Θα έρθουν οι γυναίκες.




ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΙΤΟ

Χρόνος: λίγη ώρα αργότερα
Τόπος μακεδονικό παλάτι

(Οι Πέρσες προσβάλλουν την τιμή των γυναικών του παλατιού και ο Αλέξανδρος αποφασίζει να τους σκοτώσει. Ο Αμύντας τον συμβουλεύει.)

Πρόσωπα: Τα ίδια και οι γυναίκες του παλατιού.

(Οι γυναίκες στέκουν μακριά από τους Πέρσες)

ΕΝΑΣ ΠΕΡΣΗΣ
Αν ήτανε σαν έρχονταν να κάτσουνε μακριά μας
καλλίτερα μην έρχονταν καθόλου στο τραπέζι.

( Ο βασιλιάς κάνει νόημα στις γυναίκες να πλησιάσουν. Εκείνες υπακούνε).

ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ

(στη γυναίκα που κάθισε κοντά του)

Τέτοιο λουλούδι και κρυφό να μένει κρίμα είναι.

(Της προσφέρει ένα ποτήρι κρασί)

Πιες το κρασί εσύ κι εγώ θα πιω τα δυο σου χείλη.

ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ

(σ' έναν υπηρέτη)

Τα μήλα αυτά πάρ’ τα από δω.

(γυρνάει στη γυναίκα που βρέθηκε κοντά του)

Εγώ ετούτα θέλω.

(απλώνει τα χέρια του στο στήθος της. Άλλος τραβάει στην αγκαλιά του μιαν άλλη γυναίκα, αυτή αντιστέκεται και στην πάλη ο πέρσης πέφτει στο πάτωμα γελώντας)

Αλέξανδρος
Πατέρα είναι αργά για σε. Γέροι καθώς εσένα
πρέπει νωρίς να πέφτουνε τη νύχτα στο κρεβάτι.
Κι ούτε τα μάτια σου βολεί τα τέτοια ν' αντικρίζουν.
Τράβα λοιπόν στο στρώμα σου. Γιός σου εγώ αντάξιος
στους ξένους μας την πρέπουσα περποίηση θα δώσω.

Αμύντας
Γιε μου τρομάζω να σ’ ακώ. Το βλέμμα σου σκοτάδι
και η φωνή σου αγύριστη απόφαση γεμάτη.
Κράτα το αίμα σου ψυχρό. Είμαστε μόνοι γιε μου
κι είμαστε αβοήθητοι. Αυτοί 'ναι μέγα πλήθος.
Υποταγμένες έχουνε τόσες μεγάλες χώρες.
Τρόπο να βρεις πρέπει καλόν για να τους εμποδίσεις
να μας ντροπιάσουν μες σ' αυτό το ίδιο μας το σπίτι.
Σκέψου όχι εμένα ούτε εσέ. Μα σκέψου το λαό μας.
Για την αγαπημένη μας κάντο Μακεδονία.
Κλείσε τα μάτια Αλέξανδρε και κάνε πως δε βλέπεις.

Αλέξανδρος
Ξέρω πατέρα' τράβα συ-θα κάνω αυτό που πρέπει.

(τον οδηγεί έξω. Στον εαυτό του)

Πολλά μπορώ να μην ιδω, όμως ετούτο όχι.

(στους Πέρσες)

Άρχοντες πέρσες! Είμαστε υποτελείς πιστοί σας.
Όποιο απ' αυτά τα θηλυκά διαλέξετε καθένας
είναι δικό σας για όληνε τη νύχτα αυτή. Μονάχα
πριν στη δική σας αγκαλιά να πέσουν, πρέπει πρώτα
να οδηγηθούνε στο λουτρό, κι αμέσως πια κατόπι
κοντά σας πάλι θα βρεθούν στη βούλησή σας σκλάβες.

(Οι Πέρσες συγκατανεύουν με επιδοκιμαστικά επιφωνήματα. Οι γυναίκες βγαίνουν. Ο Αλέξανδρος παίρνει παράμερα ένα στρατιώτη)

Παρ' τις γυναίκες και να παν στα δωμάτιά τους πάλι.
Κι απ’ τους στρατιώτες διάλεξε όσες και οι γυναίκες
και ντύσ’ τους με των γυναικών τα πιο όμορφα τα ρούχα.
Και να σκεπάσουνε καλά το πρόσωπο με βέλο.
Και να 'χουνε στη μέση τους διπλόκοπο μαχαίρι.
Κι όταν καλά ετοιμαστούν, φέρτους μας στο τραπέζι.
Αντίς για τις γυναίκες μας εκείνους θα προσφέρω
στους Πέρσες για παρέα τους. Και πες τους σα σηκώσω
γεμάτο το ποτήρι μου, πίνοντας στην υγεία
του βάρβαρού τους βασιλιά, τότε να τους χτυπήσουν.
Και στους στρατιώτες που 'φεραν οι ξένοι αυτοί μαζί τους
δώστε κρασί και μακριά να μένουν από τούτα.
Τρέξε. Και δίχως άργητα μη οι βάρβαροι μας νιώσουν.








ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ


Χρόνος: Την όδια νύχτα, λίγο αργότερα
Τόπος: μακεδονικό παλάτι

(οι ντυμένοι γυναίκες μακεδόνες στρατιώτες σκοτώνουν τους Πέρσες)

Πρόσωπα: Τα ίδια με προηγούμενα. Αντί για τις γυναίκες, στρατιώτες ντυμένοι γυναικεία.


Αλέξανδρος
Πέρσες, σας εδεχτήκαμε με τάξη καθώς πρέπει
και όμορφο σας στρώσαμε και πλούσιο ένα τραπέζι.
Κόπους δε λογαριάσαμε και τα 'χουμε όλα κάνει
έτσι που σα στο σπίτι σας στον τόπο μας να νιώστε.
Και τώρα-τι καλλίτερη απόδειξη για τούτο-
τις ίδιες τις γυναίκες μας, τις ίδιες αδερφές μας
σε σας εδώ τις φέραμε για να σας συντροφέψουν.
Και όταν θα γυρίσετε πάλι στο στρατηγό σας
πέστε του πως ο έλληνας Αλέξανδρος του Αμύντα
του μακεδόνα βασιλιά, σας δέχτηκε όπως πρέπει
κι ότι αν λίγο μοναχά ζητήσατε σεις χώμα
αυτός πολύ σας έδωσε και πάντοτε δικό σας
και ότι μ' αγκαλιάσματα σας κοίμησε το βράδυ.
Μα πριν, ακράτηγοι καθώς μαντεύω να ριχτείτε
καθένας στο αποψινό ερωτικό του ταίρι
θέλω κι εγώ να ευχηθώ πίνοντας στην υγεία
του βασιλιά του κραταιού, του μέγα του Δαρείου,
που σήμερα και βασιλιάς δικός μας έχει γίνει.
Μακροημέρευση λοιπόν του εύχομαι και υγεία
και οι θεοί όλα τα καλά σ' αυτόνε να χαρίζουν.
Σηκώστε το ποτήρι σας κι ας πιούμε στην υγειά του.

(Υψώνει το ποτήρι του. Οι μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες στρατιώτες σκοτώνουν τους εφτά Πέρσες της αντιπροσωπείας)




ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΕΜΠΤΟ

Χρόνος: 510 π. Χ.
Τόπος: δρόμος στην αγορά των Αιγών

(Συζητούν δυο Μακεδόνες στρατιώτες, ο Φιλώτας (ΦΙΛ) και ο Παρμενίωνας (ΠΑΡ)


ΠΑΡ
Φιλώτα, πότε φίλε μου έφτασες και δε σ' είδα;

ΦΙΛ
Δε μ΄ είδες γιατί τώρα δα έφτασα-από το σπίτι
ακόμα δεν επέρασα' πρώτον εσένα βλέπω.

ΠΑΡ
Φίλε καλέ μου! Λέγε μου, πώς είσαι; Πες μου νέα...

ΦΙΛ
Από υγεία είμαι καλά. Τα νέα μου τα ίδια.
Ξέρεις τους Θράκες. Άτιμα σκυλιά. Δεν ησυχάζουν.
Τα μάτια τους στον τόπο μας στραμμένα έχουν πάντα.
Μα έχουν τούτο τον καιρό τις βακχικές γιορτές τους
και λίγο χαλαρώσαμε κι εμείς τη φύλαξή μας.
Και λίγοι εμπορέσαμε στα σπίτια μας να 'ρθούμε.
Μα πες μου Παρμενίωνα και τα δικά σας νέα.
Γιατί καθώς επέρναγα κοντά από το παλάτι
χαράς τραγούδια ακούγονταν νυφιάτικα που μοιάζαν.
Παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος; Ή μήπως κι η Γυγαία;
Ο Αρριδαίος; Ή καμιά κυρά από τις μεγάλες;

ΠΑΡ
Αφού όλα τα ονόματα τα έχεις ειπωμένα
το 'πες και κείνο που 'πρεπε: παντρεύτηκε η Γυγαία.

ΦΙΛ
Α! Ποιος μες στην αγκάλη του τέτοιο κορμί θα κλείσει;

ΠΑΡ
Ποιος; Θα στο πω χωρίς καιρό να χάσω-ένας Πέρσης.

ΦΙΛ
Πέρσης και μακεδόνισσα πριγκιποπούλα επήρε;

ΠΑΡ
Ναι. Όμως ένας άρχοντας είναι κι αυτός μεγάλος.
ΦΙΛ
Ή δούλος είτε άρχοντας βάρβαρος είναι πάλι.
Πώς δέχτηκε ο Αλέξανδρος να γίνει τέτιος γάμος;
Κι ο Αμύντας πώς εμόλυνε το αίμα του με Πέρσες;

ΠΑΡ
Αν σταματήσεις να ρωτάς όλα θα στα 'ξηγήσω.

ΦΙΛ
Ωραία. Πέστα. Σταματώ... και η ωραία Γυγαία
θα πάει βέβαια κι αυτή να ζήσει στην Περσία;

ΠΑΡ
Και φυσικά.

ΦΙΛ
Θα χάσουμε τέτιο αιθέριο πλάσμα;
Άσχημη από σήμερα θα 'ναι η Μακεδονία...

ΠΑΡ
Πάψε τις κλάψες κι άκου με αν θέλεις λεπτομέρειες.

ΦΙΛ
Θέλω.

ΠΑΡ
Λοιπόν, θυμάσαι που, περίπου πριν δυο χρόνια
ο Αλέξανδρος εσκότωσε τους Πέρσες του Δαρείου;
ΦΙΛ
Ξεχνιούνται τέτοιες ομορφιές;

ΠΑΡ
Λοιπόν πρεσβεία εστείλαν
δεύτερη οι Πέρσες, για να βρει τι έγινε η πρώτη.
Κι είχε αρχηγό τον Βούβαρη, το γιο του Μεγαβάζου.
Πέρασαν δύσκολες στιγμές Αλέξανδρος κι Αμύντας.
Αλλά κι εμείς κοντά σ' αυτούς. Θα μας θερίζαν όλους
αν την αλήθεια μάθαιναν και στο Δαρείο τη λέγαν.

ΠΑΡ
Και ο Αμύντας θες να πεις θυσίασε τη Γυγαία;

ΦΙΛ
Όχι. Μονάχα οι βάρβαροι θυσιάζουνε ανθρώπους.
Μα ο Βούβαρης σαν τη γλυκιά Γυγαία είχε αντικρύσει
αμέσως κι έχθρες ξέχασε, κι εκδίκησες και μίση,
και ζήτησε γυναίκα του αμέσως να την κάνει.

ΠΑΡ
Τιμή του να τον παντρευτεί πριγκίπισσα ελληνίδα.


ΦΙΛ
Μα όμως το 'θελε κι αυτή. Γιατί και ο Βουβάρης
ειν' ένα λεβεντόκορμο κι ωραίο παλληκάρι.
Τι να σου πω... χαλάλι του κι ας είναι κι ασιάτης.
Και βέβαια ο Αλέξανδρος αλλά και ο Αμύντας
δε θα σκεφτήκανε πολύ απόφαση πριν πάρουν.
Όλους μας φίλε μου αυτός μας έσωσε ο γάμος.

ΠΑΡ
Δε λέω, οι βασιλιάδες μας φερθήκαν μ' εξυπνάδα.
…Δηλαδή τώρα συγγενείς είμαστε με τους Πέρσες;

ΦΙΛ
Λέγε αστεία όσα θες, μα η ουσία είναι
πως μ' άλλο μάτι τώρα πια οι Πέρσες θα μας βλέπουν.
Γιατί ο Βουβάρης το δεξί είναι χέρι του Δαρείου
κι ο λόγος του έχει πέραση. Και ξέρεις, η Γυγαία
δεν είναι κοριτσόπουλο άμυαλο καθώς άλλα.
Είναι γυναίκα σοβαρή και η ψυχή της είναι
πέρα για πέρα ελληνική κι όπου βρεθεί και πάει
για την Ελλάδα μοναχά η καρδιά της θα χτυπάει.

ΠΑΡ
Κι οι άλλοι της αποστολής πώς έκλεισαν το στόμα;

ΦΙΛ
Ας ειν' καλά τα τάλαντα. Επληρωθήκαν όλοι.

ΦΙΛ
Και στο Δαρείο τι θα πουν για τους μακελλεμένους;
ΦΙΛ
Τώρα που συγγενέψαμε κάτι θα βρουν να πούνε.
Όλο και κάποιο θα 'βρουνε θέμα να τα μπαλώσουν.
Μπορεί να πούνε πως ληστές τους ξέκαμαν. Ακόμα
πως τόσο αισχρά φερθήκανε, που δίκαια εχαθήκαν.

ΠΑΡ
Πότε θα φύγουν;

ΦΙΛ
Άσε με και μη μου το θυμίζεις
γιατί εγώ μες στην καρδιά την είχα τη Γυγαία.

ΠΑΡ
Και συ; Λοιπόν δε μένει πια παρά να πα' να πιούμε
και στο κρασί να πνίξουμε τον πόνο και των δυο μας.

ΦΙΛ
Καλά το λες. Πάμε λοιπόν. Γυγαία, καλό ταξείδι...







ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΚΤΟ

Χρόνος: 496 π. Χ.
Τόπος: Ολυμπία, στάδιο Ολυμπιακών Αγώνων

(Ο Αλέξανδρος είναι έτοιμος να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες σαν δρομέας. Ο Νικόμαχος, δρομέας από την Κυρήνη, κάνει ένσταση υποστηρίζοντας πως ο Αλέξανδρος δεν είναι έλληνας και επομένως δεν μπορεί να πάρει μέρος στους 
Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Αλέξανδρος εκφωνεί λόγο και με όσα λέει πείθει για την ελληνικότητά του).

Πρόσωπα: Επόπτης Ολυμπιακών Αγώνων, Νικόμαχος, Αλέξανδρος. Θεατές των αγώνων.


ΕΠΟΠΤΗΣ
Εγώ, ο Αριστόδημος, επόπτης των Αγώνων,
καθώς οι νόμοι ορίζουνε, την έναρξη κηρύσσω
της πρώτης κι εβδομηκοστής μεγάλης Ολυμπιάδας.
Και είναι το αγώνισμα το πρώτο της: το στάδιο.

ΝΙΚΟΜΑΧΟΣ

Έρχομαι απ' την Ελληνική Κυρήνη της Λιβύης
και είμαι ο Νικόμαχος, παιδί του Λυσιμάχου.
Τρέχω στο στάδιο. Ξέρω πως οι έλληνες μονάχα
στα Ολύμπια τ' αγωνίσματα μπορούν να πάρουν μέρος.
Βλέπω στη στήλη τ' όνομα "Αλέξανδρος του Αμύντα".
Και δίπλα γράφει: "Έλληνας". Ενίσταμαι. Ζητάω
ν' αποκλειστεί ο Αλέξανδρος, γιατί έλληνας δεν είναι.

ΕΠΟΠΤΗΣ
Έχω της ελλανόδικης επιτροπής την κρίση.
Αυτή εδέχτηκε χωρίς αμφιβολία καμία
πως έλληνας ο Αλέξανδρος είναι ο μακεδόνας.
Κι αν θες κι ο ίδιος συ μπορείς εδώ κοντά μου να 'ρθεις
και με τα μάτια σου να δεις όσα γραμμένα είναι.

Αλέξανδρος
Επόπτη αξιοσέβαστε των Ολυμπίων Αγώνων
απάντηση εγώ θα 'θελα να δώσω στο δρομέα
που ερχόντας απ’ τη μακρινή ελληνική Λιβύη
βρίσκω πως είναι φυσικό για μένα να μην ξέρει.
Κι όπως αυτός, θα 'ναι πολλοί κι άλλοι ανάμεσά μας
που πρώτη τους με βλέπουνε φορά και που δεν έχουν
ποτέ ακούσει ούτε για με, ούτε για το λαό μου.
Ζητώ την άδεια ν' ανεβώ στο βήμα των αγώνων
και ν' απαντήσω μόνος μου εγώ σ' αυτή την ύβρι.

ΕΠΟΠΤΗΣ
Οι νομοι κι οι κανονισμοί προβλέπουν τέτιους λόγους.
Γι αυτό επιτρέπω ν' ανεβεί ο Αλέξανδρος στο βήμα.

Αλέξανδρος
Έλληνες που απ' τα πέρατα του κόσμου έχετε έρθει
για να βρεθείτε μες σ' αυτό το πανελλήνιο θάμα
σας χαιρετίζει απ' αυτό το ιερό το βήμα
ενός λαού ελληνικού ο έλλην βασιλέας.
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι. Κι αν η ζωή μου
ανάμεσα σε βάρβαρους λαούς κι άγονους τόπους
σκληρόν και ανελέητο με θέλει στους εχθρούς μου,
όμως για σας έχω εγώ μεγάλη ευαισθησία.
Γι αυτό και τώρα δάκρυα μου έρχονται στα μάτια
που δύσκολα κι από ντροπή κρατάω να μην τρέξουν,
και η καρδιά μου σαν τρελλή να σπάσει πάει χτυπώντας
που οι θεοί μ' αξίωσαν να δω μια τέτια μέρα-
σαν ίσος μ' ίσους να βρεθώ εδώ κι εγώ μαζί σας.
Είμαι ο πρώτος βασιλιάς από τους Μακεδόνες
που στην Ελλάδα έρχεται συμμετοχή για να 'χει
στους πανελλήνιους, ξακουστούς, της Ολυμπίας αγώνες.
Αλλά προτού άλλο τίποτα να πω, θα δείξω πρώτα
πως έλληνας είμαι κι εγώ' κι αν η ελληνοσύνη
μετριότανε με αριθμούς, θα 'χα τον πιο μεγάλον.
Καυχιέμαι πως απ' τη γενιά του Ηρακλή κρατάω
του ήρωα κι ημίθεου που τους αγώνες τούτους
ίδρυσε, κι έχει την ελιά ετούτηνε φυτέψει
που οι κλάδοι της τους άξιους των άξιων στεφανώνουν.

Τρεις αδερφοί, απόγονοι του Τήμενου, Ηρακλείδη,
που ίδρυσε των Ηρακλειδών τη δυναστεία στο Άργος,
Γάβανος και Αέροπος και τρίτος ο Περδίκκας,
από το Άργος έφυγαν, στην Ιλλυρία επήγαν,
στην Άνω επεράσανε μετά Μακεδονία,
κι εκεί εγίνανε βοσκοί στο βασιλιά μιας πόλης
που τ' όνομά της ήτανε Λεβαία. Κι εκεί μέναν.
Τότε, στα χρόνια τα παλιά, οι άνθρωποι φτωχοί ήταν.
Ακόμα και ο βασιλιάς, κι αυτός δε ζούσε πλούσια
και το ψωμί η βασίλισσα το ζύμωνε μονάχη.
Αυτή λοιπόν επρόσεξε πως του Περδίκκα η ζύμη
διπλή από των άλλωνε γινότανε στον όγκο.
Το 'πε αυτό στο βασιλιά κι εκείνος εφοβήθη
πως κάτι άσχημο αυτό το θάμα προφητεύει'
κι είπε στους τρεις τους δούλους του να φύγουν απ' το σπίτι.
Όταν αυτοί ζητήσανε, πριν φύγουν, το μιστό τους,
ο βασιλιάς ειρωνικά τους έδειξε τον ήλιο
που από το τζάκι έμπαινε. Οι δύο τους τα χάσαν.
Μα ο Περδίκκας έβγαλε δίκοπο ένα μαχαίρι
και κύκλο έναν εχάραξε στο πάτωμα επάνω
γύρω απ΄ τον κύκλο που έκανε φωτίζοντάς τον ο ήλιος,
κι απλώνοντας το χέρι του έκανε πως μαζεύει
και βάζει μες στον κόρφο του τον ήλιο. Και κατόπι:
"δεχόμαστε το δώρο σου", του είπε, "βασιλέα".
Κι έφυγαν. Κάποιος απ' αυτούς όμως που αυτό το είδαν
μες στο μυαλό του βασιλιά έβαλε την ιδέα
πως ο μικρός που το 'κανε ήθελε το κακό του.
Εθύμωσε ο βασιλιάς και στέλνει να τους πιάσουν.
Οι Τημενίδες μπήκανε σ' ένα ποτάμι μεσα
και το ποτάμι στέγνωσε κι απέναντι περάσαν.
Μα όταν πήγαν να διαβούν του βασιλιά οι στρατιώτες
ο ποταμός εφούσκωσε κι αδιάβατος εγίνει.
Οι τρεις έτσι  εσώθηκαν και στης Μακεδονίας
εν' άλλο μέρος πήγανε και μέσα του εμείναν,
κοντά στους κήπους που ο λαός τους λέει "κήπους του Μίδα".
Ένα βουνό, το Βέρμιο, κοντά στους κήπους είναι
και απ' αυτό ξεκίνησαν οι τρεις κι αφέντες γίναν
όλης της χώρας που τη λεν τώρα Μακεδονία.
Κι απ' τον Περδίκκα μέχρι εμέ, πέντε γενιές υπάρχουν:
Ο Αργαίος, και ο Φίλιππος, Αέροπος, Αλκέτας,
και ο αγαπημένος μου πατέρας, ο Αμύντας.
Κι αυτός ο έλληνας λαός, κι αυτοί οι βασιλιάδες
με τα κορμιά τους φτιάχνουνε ολόγερο ένα τείχος
που αιώνες σπάζει πάνω του η τρομερή μανία
βαρβάρων, που αλλιώτικα θα πέρναγαν την Πίνδο
κι ίσως εσείς τραβούσατε όσα εμείς τραβάμε.

Σ’ ένα προσκύνημα ιερό λοιπόν εδώ έχω έρθει
για να γνωρίσω από κοντά τα μέρη όπου ο Θείος
ο Ηρακλής, του Δία ο γιός και μένα πρόγονός μου
έζησε, και τους τόσους του τους άθλους είχε κάνει.
Μα ίδιο πάθος μ΄ έκαιγε να γνωριστώ μαζί σας.
Να δω τις πόλεις σας-να δω τις τόσες σας προόδους
να θυσιάσω στα ιερά ετούτα τα δικά σας-
να σας γνωρίσω μα και σεις εμένα να γνωρίστε.
Και να σας πω πως το αίμα μας-το ελληνικό μας αίμα-
ζητάει με το αίμα σας αδερφικά να σμίξει.
Μικρή ακόμα η χώρα μου. Μα δύναμη ο λαός μου
μεγάλη κλείνει μέσα του. Γοργά η μέρα θα 'ρθει
όπου μεγάλος σαν και σας θα γίνει ο λαός μου.
Κι έχω μαζί μου φέρει εδώ τον πόθο του λαού μου
που μες στο χώρο τούτον δω, στην ιερή Ολυμπία,
έτσι που όλοι οι έλληνες του κόσμου να τ' ακούσουν,
τονε φωνάζω δυνατά: ποθούν οι Μακεδόνες
μαζί με σας να σμίξουνε σε μία συμμαχία
που και στους δύο μας καλό να κάνει έχει μόνο.
Τα φώτα του πολιτισμού σε μας αυτή θα φέρει,
και σεις γενναίο θα 'χετε αδέρφι αποχτήσει
που σ' ό,τι του ζητήσετε βοήθεια θα σας δίνει.
Έλληνες, άλλη μιαν εδώ σας έχω φέρει Ελλάδα.
Γνωρίστε τη, κι όπως αυτή αδέρφι της σας νιώθει
και σεις να νιώστε σας ζητάει αδέρφι σας πως είναι.
Αυτά μονάχα ήθελα να πω για ν' απαντήσω
στον Κυρηναίο αδερφό απ' της Λιβύης τα μέρη.
Ευχαριστώ τον ευγενή επόπτη των αγώνων
που μου επέτρεψε απ' αυτό το βήμα να μιλήσω-
το βήμα που ένας πρόγονος δικός μου έχει θεσπίσει.








ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
Χρόνος: 496 π. Χ., μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τόπος: Αθήνα, Εκκλησία του Δήμου

(Απονομή του τίτλου του Προξένου και Ευεργέτη της πόλεως των Αθηνών στο βασιλιά Αλέξανδρο. Τα λόγια του εκφωνητή)

Πρόσωπα: Εκφωνητής. Ακόμα ο Αλέξανδρος, άρχοντες, λαός.


ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ
Στο χρόνο μέσα που έλαβε χώρα η Ολυμπιάδα
που στη σειρά τον αριθμό έχει εβδομηνταένα
επήρε την απόφαση ο Δήμος Αθηναίων
να ονομάσει σήμερα Πρόξενο κι Ευεργέτη
το βασιλιά Αλέξανδρο για τις υπηρεσίες
που ως τώρα πρόσφερε αυτός στων Αθηνών την πόλη.










ΑΝΟΙΓΜΑ ΟΓΔΟΟ

Χρόνος: 480 π. Χ.
Τόπος: Τέμπη, στρατόπεδο των ελλήνων περιμένοντας τους Πέρσες.

(Ο Αλέξανδρος, που υποχρεωτικά αλλά τυπικά μόνο συμπράττει με τους Πέρσες, ειδοποιεί με αποσταλμένους του τους Έλληνες, που η δύναμή τους ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες, για τα σχέδια των Περσών και τους σώζει από βέβαια πανωλεθρία)

Πρόσωπα: Ευένετος, αρχηγός των Σπαρτιατών.
Θεμιστοκλής, ο αρχηγός των Αθηναίων
Φρουρός του στρατόπεδου των Ελλήνων
Α' Μακεδόνας στρατιώτης (Α' ΜΣ)
Β' Μακεδόνας στρατιώτης (Β'ΜΣ)


Ευένετος
Κι η σημερνή επέρασε η μέρα και οι Πέρσες
ακόμα ξεκουράζονται. Τι περιμένουν τάχα;
Γιατί αφήνουν τον καιρό άπρακτα να περνάει
αφού το ξέρουν πως εμείς όσο περνάει ο χρόνος
περσότεροι γινόμαστε και πιο καλά όσο πάει
την άμυνα οργανώνουμε και την αντίστασή μας;

Θεμιστοκλής
Ας κάθoνται όσο θέλουνε. Εμείς τους καρτερούμε.
Τι άλλο παρά ο φόβος τους άπρακτους τους κρατάει...
Το Μαραθώνα φαίνεται θα 'χουνε στο μυαλό τους.
Όμως ας είμαστε έτοιμοι και ας αργούν εκείνοι.
Ό,τι να κάνουν από δω μονάχα θα περάσουν.
Μπορούμε να 'μαστε ήσυχοι. Η εμπροσθοφυλακή μας
τοξότες έχει διαλεχτούς κι όταν αρχίσει ο Ξέρξης
να μπαίνει μέσα στα στενά θα τον περποιηθούνε.

Ευένετος
Ναι, είν' πολλοί, μα σίγουρα τους έχουμε στο χέρι.
Μας ευνοούνε τα στενά. Και είν' εδώ μαζί μας
το ιππικό των Θεσσαλών. Αυτοί θα πετσοκόψουν
όσους γλιτώσουν από μας. Είχαν καλή ιδέα
οι Πρόβουλοι που γι άμυνα διαλέξανε τα Τέμπη.
Από τη μια κι οι Θεσσαλοί μαζί μας πολεμάνε
κι από την άλλη εκείνοι που, αλλιώς, θα εμηδίζαν.
Τώρα, σα δουν τη νίκη μας θα μας ακολουθήσουν.

Θεμιστοκλής
Ναι. Δίχως άλλο ήτανε ωραία η εκλογή τους...
Ξέρεις τι σκέψη τώρα δα Ευένετε έχω κάνει;


Ευένετος
Δεν ξέρω, ούτε αν έψαχνα θα μπόρεια να την έβρω.
Οι σκέψεις οι αθηναϊκές πολύ με δυσκολεύουν.

Θεμιστοκλής
Να! Τώρα στέκουμε κι οι δυο εδώ αγκαλιασμένοι
κι έτοιμοι να χτυπήσουμε τον Ξέρξη. Μα σα φύγει
σε κάποιο άλλο πέρασμα μπορεί εγώ να είμαι
από τη μια, κι εχθρός μου συ να είσαι από την άλλη,
Όπως δα γίνονταν και πριν...

Ευένετος
Αγαπητέ μου φίλε
το αίμα που το λούλουδο θρέφει της αρετής μας
αυτό και της διχόνοιας μας θεριεύει το αγκάθι.
Μα είν' αυτό το αίμα μας που Έλληνες μας κάνει.
Απόψε ας δούμε μοναχά κείνο που μας ενώνει.

(Χτύποι στην πόρτα. Μπαίνει ο φρουρός)

Φρουρός

(στο Θεμιστοκλή)

Δύο στρατιώτες στρατηγέ φτάσανε, Μακεδόνες
που μήνυμα κομίζουνε, λένε, του βασιλιά τους.

Θεμιστοκλής
Οι Μακεδόνες; Μήνυμα; Φέρ’ τους αμέσως μέσα.

(βγαίνει ο φρουρός)

Ευένετος
Οι Μακεδόνες στο πλευρό του Ξέρξη πολεμάνε.

Θεμιστοκλής
Αν του 'φερναν αντίρρηση θα τους ετσάκιζε όλους.

Ευένετος
Τον ξέρεις τον Αλέξανδρο. Του 'χεις εμπιστοσύνη;

Θεμιστοκλής
Έλληνας είναι, δεν μπορεί να θέλει το κακό μας.
Ευένετος
Οι δωρικοί τ' αδύνατα μπορούν να καταφέρουν.

Θεμιστοκλής
Πρόξενος κι Ευεργέτης μας είναι. Και μέρος πήρε
και σα δρομέας νίκησε σε μιαν Ολυμπιάδα.

(μπαίνει ο φρουρός με τους δύο Μακεδόνες στρατιώτες)

Α΄ΜΣ
Του μακεδόνα βασιλιά είμαστε αποσταλμένοι
και μήνυμα στους Έλληνες φέρνουμε από κείνον.

Ευένετος
Δεν πολεμάει ενάντια μας με σύμμαχο τον Ξέρξη;

Α'ΜΣ
Ναι, του 'τανε αδύνατο αντίθετα να κάνει.

Ευένετος
Πώς καταφέρατε κρυφά να 'ρθείτε από τους Πέρσες;

Α'ΜΣ
Είναι η γη μας κι άγνωστη πέτρα για μας δεν είναι.

Θεμιστοκλής
Και ποιο είναι το μήνυμα ο Αλέξανδρος που στέλνει;

Β'ΜΣ
Μας είπε να μιλήσουμε στους στρατηγούς μονάχα.

Θεμιστοκλής
Στους στρατηγούς Θεμιστοκλή κι Ευένετο μιλάτε.


Α'ΜΣ
Ο Ξέρξης ξέρει πως εσείς εδώ τον καρτεράτε,
ανάμεσα Όσσας κι Όλυμπου, και άλλαξε το σχέδιο.
Θα κινηθεί ως την ορεινή πάνω Μακεδονία
και από κει των Περραιβών τη χώρα θα διασχίσει
στη Θεσσαλία για να βρεθεί από την πόλη Γόννο.
Ύστερα κατεβαίνοντας μέσα στη Θεσσαλία
στα νώτα σας θα σας εβγεί και θα σας αφανίσει.
Και κουβαλάει αρίθμητους άντρες μαζί του ο Ξέρξης.
Σε κάθε χώρα που περνάει παίρνει μαζί του κι άλλους.
Ο βασιλιάς μας τους μετρά στα δυο εκατομμύρια
και σας καλει να φύγετε-μόνο έτσι θα σωθείτε.

Ευένετος
Πότε θα γίνει πράξη αυτό το νέο του Ξέρξη σχέδιο;

Α'ΜΣ
Απόψε κιόλας. Κίνησε τα πρώτα τμήματά του.

Ευένετος
Και του στρατού των βάρβαρων το ηθικό πώς είναι;

Α' ΜΣ
Βαρβαρικό. Αγωνίζονται μονο με το μαστίγιο.

Θεμιστοκλής
Ευχαριστούμε που ήρθατε. Φεύγετε πάλι πίσω;

Α'Μ”
Ναι. Πρέπει πίσω να 'μαστε προτού η αυγή χαράξει.

Θεμιστοκλής
Να πείτε στον Αλέξανδρο πως τόνε χαιρετάει
ο φίλος του ο Θεμιστοκλής.

Α'ΜΣ
Θα του το πούμε. Γεια σας.

(χαιρετούν και βγαίνουν)

Ευένετος
Να φύγουμε. Αν μείνουμε χαμένοι είμαστε όλοι.

Θεμιστοκλής
Και πεθαμένοι θα 'μαστε άχρηστοι στην πατρίδα.







ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΝΑΤΟ



Χρόνος: 479 π. Χ.
Tόπος: Αθήνα, σπίτι του Αριστείδη

(Ο Αλέξανδρος κομίζει στους αθηναίους προτάσεις του Μαρδόνιου. Tο γεγονός εκμεταλλεύονται οι Αθηναίοι ώστε με τη σύμπραξη του Αλέξανδρου να αναγκάσουν τους Σπαρτιάτες να δεχτούν να συμμετάσχουν σε άμυνα πάνω από τον Ισθμό. Και το πετυχαίνουν)

Πρόσωπα
Αριστείδης, Αλέξανδρος.

Αριστείδης
Πες μου λοιπόν Αλέξανδρε, τι νέα καλά μας φέρνεις;

Αλέξανδρος
Αφού τα νέα των Περσών φέρνω, καλά δεν είναι.
Με στέλνει ο Μαρδόνιος. Ξέρει πως από χρόνια
Πρόξενος κι Ευεργέτης σας είμαι. Κι αντί με τούτο
πολύ να μη με συμπαθεί,να που μου αναθέτει
να φέρω τις προτάσεις του εγώ σε σας. Μου μοιάζει
απελπισίας απόφαση να 'ν’ η απόφασή του.

Αριστείδης
Όπως και να 'ναι είναι χαρά για μένα να σε βλέπω.
Λέγε λοιπόν τα νέα σου.

Αλέξανδρος
Αν, λέει, θα μηδίστε,
πολλά καλά η πόλη σας θα δει από τους Πέρσες.
Όποια έκαναν καταστροφή διπλά θα την πληρώσουν.
Τα μέρη που σας πάρθηκαν θα σας δοθούνε πάλι
και όσα νέα θέλετε θα τα 'χετε αμέσως.

Αριστείδης
Σε μας, όχι Αλέξανδρε, δε σ’ έστειλε ο Μαρδόνιος
μα οι θεοί σε στείλανε. Μας έρχεσαι στην ώρα
για να βοηθήσεις σοβαρά τους φίλους σου Αθηναίους.
Μα πες μου πρώτα πώς εσύ τα πράγματα τα βλέπεις.

Αλέξανδρος
Στρατό πολύν έχει μαζί. Και συ αυτό το ξέρεις.
Όμως αφότου έφυγε ο Ξέρξης στην Περσία
τους τσακωμούς αρχίνισαν οι Πέρσες. Ο Μαρδόνιος
δε φαίνεται πως ικανός είναι να τους μαζέψει.
Ο Ξέρξης έχει υποσχεθεί να κάνει το Μαρδόνιο,
όταν αυτή κατακτηθεί, σατράπη της Ελλάδας.
Όμως και ο Μεγάβαζος θέλει αυτή τη θέση
και κατά βάθος εύχεται ο Μαρδόνιος ν' αποτύχει.
Η Σαλαμίνα ύστερα, μα και ο Μαραθώνας
έχουνε κόψει τα φτερά σ' όλους τους-σας φοβούνται.
Αριστείδης
Έτσι όντας η κατάσταση τι συμβουλή μας δίνεις;

Αλέξανδρος
Τι με ρωτάς; Τι να σας πω μπορώ παρά : χτυπάτε!
Αν, Αριστείδη, δίνατε και σεις νερό και χώμα
κανένας πλέον δεν μπορεί τους Πέρσες ν' ανακόψει.
Σβήνουν οι ελπίδες των λαών που ζουν κάτω από κείνους
γιατί αν εκεί ριζώσουνε ποιος τότε θα τους διώξει;
Από την άλλη ξέρω πως, αν πάλι νικηθούνε
θα φύγουνε και πάλι πια ποτέ δε θα ξανάρθουν.
Ένα μου μένει να σου πω μόνο λοιπόν: χτυπάτε.

Αριστείδης
Ωραία τούτα που μου λες. Πάλι από τη μεριά μου
ξέρω πως είναι το ηθικό ακμαίο των Ελλήνων.
Οι μέχρι τώρα νίκες μας τους έχουνε φτερώσει.
Δε βλέπω πώς θα γίνονταν τώρα να νικηθούμε.
Μα έχουμε ένα πρόβλημα. Κι αυτό ’ναι οι Σπαρτιάτες.
Υπολογίζοντας αυτοί μόνο τη Σπάρτη, θέλουν
να οχυρώσουν τον Ισθμό κι εκεί να πολεμήσουν.
Όμως τελείως ακάλυπτη μένει η Αθήνα έτσι
κι η Ελλάδα η υπόλοιπη. Το σχέδιο το δικό μας
την προτιμάει τη σύγκρουση μέσα στη Βοιωτία.
Όμως αυτοί εκβιάζουνε. Και δε δεχόνται λένε
συζήτηση γι αυτό καμιά. Τώρα θ' αλλάξουν όμως.

Αλέξανδρος
Λες οι προτάσεις που 'φερα γι αυτό αιτία θα 'ναι
ώστε να γείρει η πλάστιγγα στο μέρος το δικό σας;

Αριστείδης
Έτσι ακριβώς. Και να το πώς θα πρέπει αυτό να γίνει:
Να μάθουν θα φροντίσουμε, τάχατες άθελά μας
πως ήρθες φέρνοντας σε μας προτάσεις του Μαρδόνιου. 
Πως ίσως να μηδίσουμε, σκεφτούνε, θα μας πείσεις
κι από τον τέτοιο φόβο τους δυνάμεις θα διαθέσουν
γι αγώνα πάνω απ' τον Ισθμό. Γιατί-για σκέψου αλήθεια-
χωρίς το στόλο μας, χωρίς την άλλη την Ελλάδα
ως πότε θα βαστάζανε κι εκείνοι μοναχοί τους;
Μα η δική σου πάλι εδώ χρειάζεται βοήθεια.
Στην Εκκλησία Αλέξανδρε του Δήμου όταν μιλήσεις
κάνε ακαταμάχητες να μοιάζουν οι προτάσεις
που ο Μαρδόνιος έστειλε στους Αθηναίους με σένα.
Κι ακόμα όταν με κεινούς τα λόγια θα τελειώσεις
τότε σα φίλος μας και συ εκτίμηση θα κάνεις
για την κατάσταση, και μια θα δώσεις τάχα γνώμη
δική σου-και σα να 'σουνα ένας από τους πέρσες,
θέλω να πεις τ' αντίθετα απ' αυτά που πριν μου είπες.
Πρόξενος κι Ευεργέτης μας είσαι, κι απ' το δικό σου
το στόμα αν τέτοιες συμβουλές ακούσουν να μας δίνεις,
θα πούνε ότι παίζονται όλα για όλα τώρα
και δε νομίζω στο κουτό σχέδιό τους να επιμείνουν.

Αλέξανδρος
Όμως θα γίνω πιστευτός;

Αριστείδης
Σίγουρα ναι. Κι εξάλλου
με τρόπο θ' αντιδράσουμε τέτοιον εμείς, που όλο
το θέατρό μας πειστικό να φαίνεται θα κάνει.
Μα πρέσβεις ως να στείλουνε οι Σπαρτιάτες στην Αθήνα,
ο ήλιος κάμποσες φορές ακόμα θ' ανατείλει
και άλλες τόσες θα κρυφτεί. Γι αυτό πες στο Μαρδόνιο
πως οι Αθηναίοι σκέφτονται στα σοβαρά το θέμα
και θέλουν τους συμμάχους τους να δουν πριν απαντήσουν.
Τώρα λοιπόν Αλέξανδρε, ώσπου να έρθει η ώρα
στην Εκκλησία για όλ' αυτά του Δήμου να μιλήσεις,
απόλαυσε όσο μπορείς όποιες τιμές σου γίνουν
από αυτές που η πόλη μας, γυρεύοντας να δείξει
πόσο πολύ σ' αυτούς μετρά και τους υπολογίζει.
σε φίλους και Προξένους της απλόχερα μοιράζει.





ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ



Χρόνος: 479 π. Χ.
Τόπος: Πλαταιές, στρατόπεδο των Ελλήνων

( Ο Αλέξανδρος πηγαίνει ο ίδιος νύχτα έφιππος στο ελληνικό στρατόπεδο και ειδοποιεί τους Έλληνες για την απόφαση του Μαρδόνιου να επιτεθεί αιφνιδιαστικά.).

Πρόσωπα: Α' στρατιώτης έλληνας (Α' Σ), Β' στρατιώτης έλληνας (Β΄ Σ), Αλέξανδρος. Άλλοι στρατιώτες

Α΄Σ
Καθηλωμένοι είμαστ' εδώ για δέκα μέρες τώρα.
Η Αθήνα μας για δεύτερη τώρα φορά καμένη.
Άκαρπα τα χωράφια μας για τρίτο χρόνο πάνε.
Ό,τι είχε από τα ιερά της πόλης απομείνει
γκρεμίστηκε κι ένας σωρός ερείπια έχει γίνει.
Οι Αθηναίοι εξόριστοι πάλι στη Σαλαμίνα...
Ως τώρα περιμέναμε να 'ρθούνε οι Σπαρτιάτες-
εκείνοι όμως ήρθανε-τι καρτερούμε ακόμα;

Β΄Σ
Δεν ξέρω, αλλά φαίνεται ότι αργεί ακόμα
για κάποιον να 'ρθει η συφορά-γιατί για κάποιον θα 'ναι
η μάχη ετούτη συφορά-εδώ κρίνονται όλα.
Ή μ' ένα φύσημα μας σβηούν έτσι μισοσβησμένους,
είτε με μιαν αναλαμπή της σιγανής φωτιάς μας
θα κατακάψουμε όλους τους: Μαρδόνιο, Μήδους, Πέρσες...

Α΄Σ
Μακάρι να γινότανε αυτό που δεύτερο είπες.
Όμως φοβάμαι. Η φριχτή ετούτη η ηρεμία
μ' όλα συντρίμμια γύρω μας, τάφου σιωπή μου μοιάζει.


Β΄Σ
Λένε ο χρόνος αν περνά καλό για μας πως είναι.
Γιατί όλο και περσότεροι γινόμαστε-έτσι λένε.

Α΄Σ
Μη λογαριάζεις αριθμούς, ψυχές μονάχα μέτρα.
Όμως απόψε έχετε μια λιγότερη με μένα...
Ο Παυσανίας άραγε τι να 'χει στο μυαλό του;..

Β΄Σ
Αυτή την ώρα τίποτα. Σίγουρα θα κοιμάται.

Α΄Σ
Λένε πως είναι ο πιο καλός από τους στρατηγούς μας.

Β΄Σ
Και γιατί κάθεται αργός;

Α΄Σ
…Άκου! Άκουσες κάτι;… 

Β΄Σ
Θα 'ναι τα φύλλα που ριγούν στης νύχτας το αγιάζι...

Α΄Σ
Θεοί! Ας τον αρχίζανε τον πόλεμο πια τώρα
κι ας ήμουν ένας μοναχά μέσα σε χίλιους Πέρσες.
Έτσι όπως βαρυστέναχτη έχει η ψυχή μου γίνει
κι όπως το σώμα μου οκνό για μέρες τώρα μένει
όλους θα τους εθέριζα με χτύπημα ένα μόνο.
Μα να! Κάτι ακούγεται... δεν τ’ άκουσες και πάλι;

Β΄Σ
Ναι... κάπου σαν απόμακρα ένα άτι να καλπάζει...
Α΄Σ
...που πλησιάζει όσο πάει... κάλεσε το Φυλάκιο!

(Ο Β' στρατιώτης φεύγει τρέχοντας. Μόνος)

Από το μέρος του εχθρού εν' άλογο μονάχα
να 'ναι μπορεί χειρότερο απ' ολόκληρη μια ίλη.
Μα και μπορεί κάτι καλό να φέρνει-ποιος να ξέρει...
ό,τι και να 'ναι ας ερθεί, κάτι καινούργιο θα 'ναι.

(έρχεται ο Β' στρατιώτης φέρνοντας άλλους έξη μαζί του)

Εδώ οι μισοί! μισοί από κει... βιαστείτε!

(στον ιππέα που στο μεταξύ φτάνει)

Αλτ! Ποιος είσαι;

Αλέξανδρος
Έλληνας.

Α΄Σ
Πες μας όνομα!
Αλέξανδρος
Τ' όνομα δεν το λέω!

Α΄Σ
Και από πούθεν έρχεσαι;

Αλέξανδρος
Από τους Πέρσες μέσα.

Α΄Σ
Προχώρησε σιγά σιγά και μ' αδειανά τα χέρια!

(Ο Αλέξανδρος προχωρεί. Τον κυκλώνουν οι στρατιώτες)

Μίλα!

Αλέξανδρος
Σε σας έχω να πω τούτο μονάχα-πρέπει
τους Έλληνες τους στρατηγούς να δω-πέστε τους να 'ρθουν-.
τον Θύρσο, τον Καλλίμαχο, τον Ίωνα, το Μόσχο,
τον Κράνη και τον Ίππαρχο. Να μου τους φέρτε όλους.

Α΄Σ
Μιλάς σα να τους γνώριζες. Τους ξέρεις;

Αλέξανδρος
Ναι, τους ξέρω.
Κι ειδήσεις φέρνω που σ' αυτούς θα τις ειπώ μονάχα.
Βιαστείτε να τους φέρετε γιατί περνάει η ώρα.

Α΄Σ
Τραβάτε ό,τι ακούσατε στους στρατηγούς να πείτε.

(στον Αλέξανδρο πηγαίνοντας πίσω του)

Τράβα μπροστά!







ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ


Χρόνος: μισή ώρα αργότερα
Τόπος: Φυλάκιο ελληνικού Στρατόπεδου

(Τι είπε ο Αλέξανδρος στους στρατηγούς)

Αλέξανδρος
Τα λόγια που από μένανε θ' ακούσετε απόψε
δε θα τα πείτε αλλού παρά μόνο στον Παυσανία.
Σε κείνον μόνο-σ' άλλονε κανέναν ούτε λέξη
για να μην έτσι πάρετε και μένα στο λαιμό σας.
Γιατί δε θα σας τα 'λεγα ενδιαφέρον αν δεν είχα
για την Ελλάδα, κι Έλληνας ο ίδιος αν δεν ήμουν.
Και την Ελλάδα υπόδουλη να την ιδώ δε θέλω.
Οι μέχρι τώρα που έκανε ο Μαρδόνιος θυσίες
ευνοϊκές δεν ήτανε-γι αυτό και μέχρι τώρα
δεν αποφάσιζε αυτός τον πόλεμο ν' αρχίσει.
Μα τώρα πήρε απόφαση να πάψει τις θυσίες'
κι αυτό νομίζω επειδή φοβάται αν αργήσει
πως όλο πιότερους εσείς στρατιώτες θα μαζέψτε.
Λοιπόν αφού το μάθατε, τώρα ετοιμαστείτε.
Αλλά κι αν ο Μαρδόνιος τη μάχη αναβάλει,
γοργά να τον προσμένετε και πάλι, γιατί μόνο
τρόφιμα έχει που αρκετά για δυο μέρες είναι.
Αυτά είχα φίλοι στρατηγοί σε σας να πω απόψε.
Και είμαι ο Αλέξανδρος εγώ, ο Μακεδόνας.







ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ


Χρόνος: Πιθανώς 476 π. Χ.
Τόπος: Αθήνα, Εκκλησία του Δήμου

(Απονομή του τίτλου του Πολίτη της Αθήνας στον Αλέξανδρο από το Δήμο της Αθήνας. Τα λόγια του εκφωνητή)

Πρόσωπα: Εκφωνητής. Αλέξανδρος, άρχοντες, λαός.

Εκφωνητής

Τον ίδιο χρόνο που έλαβε χώρα η Ολυμπιάδα
που στη σειρά τον αριθμό έχει εβδομηντατρία,
επήρε την απόφαση ο Δήμος της Αθήνας
τον τίτλο του Επίτιμου Πολίτη ν' απονείμει
της πόλεως των Αθηνών, στον άξιο βασιλέα,
τον Μακεδόνα Αλέξανδρο, για να τόνε τιμήσει
για όσες πρόσφερε καλές στην πόλη υπηρεσίες
στον πόλεμο που ενάντια εμείς εκάναμε στους Πέρσες.







ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ


Χρόνος: 468 π.Χ.
Τόπος: παλάτι του Αλέξανδρου

(Ο Αλέξανδρος προσφέρει άσυλο σε πάνω από τον μισό πληθυσμό των Μυκηνών, που εκδιώχτηκαν από την πόλη τους από τους Αργείους)

Πρόσωπα: Αλέξανδρος, υπασπιστής του.


Υπασπιστής
Απ’ της Μυκήνας ήρθανε τα μέρη αποσταλμένοι
και σου ζητάνε βασιλιά, να τους δεχτείς στη χώρα
γιατ' οι Αργείοι τους έδιωξαν, κι από την άλλη Ελλάδα
κανένας δεν τους δέχεται. Θα ναι ως τρεις χιλιάδες.

Αλέξανδρος
Μακάρι να 'ναι δεκατρείς. Έλληνες μόνο να 'ναι.
Αλλά ποιος το περίμενε οι γενναίοι Μυκηναίοι
που από τους πρώτους ήτανε στους Περσικούς Πολέμους
πως από τους μηδίσαντες θα διώχνονταν Αργείους;
Μπορείς εσύ να πεις γιατί πιστέ υπασπιστή μου;

Υπασπιστής
Αλλάζουνε τα πράγματα στον κόσμο βασιλιά μου
και πάντοτε δε βρίσκουνε οι προδότες τιμωρία.
Και πάλι πώς ολόκληρο λαό να τιμωρήσεις;

Αλέξανδρος
Δίκιο έχεις. Πρέπει δύναμη να 'χεις για να το κάνεις.
Και πότε εδώ οι δύστυχοι μας φτάνουν Μυκηναίοι;

Υπασπιστής
Το λόγο σου περίμεναν.-σε λίγες μέρες φτάνουν.








ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ


Χρόνος: 456 π. Χ.
Τόπος: παλάτι του Αλέξανδρου

(συνομιλία του με τον ιστορικό Ηρόδοτο)

Πρόσωπα: Ηρόδοτος, Αλέξανδρος

Ηρόδοτος
Έχω στο νου Αλέξανδρε να γράψω ένα βιβλίο
που μέσα του να ιστορεί τα έργα των Ελλήνων
στον πόλεμο που έκαναν στους βάρβαρους ενάντια.
Πώς βρίσκεις την ιδέα μου;

Αλέξανδρος
Είναι καλή ιδέα.
Οι έλληνες κι οι βάρβαροι... Η Ασία κι η Ευρώπη…
Κροίσος κι οι Έλληνες αρχή, μετά Έλληνες και Κύρος...
μετά Δαρείος κι Έλληνες... κι αύριο τι ποιος ξέρει...
Πάλη δυο κόσμων. Μοναχά τα ονόματα διαφέρουν.
Μεγάλος θα 'ναι ο κόπος σου. Πού θα 'βρεις τα στοιχεία;

Ηρόδοτος
Να πάω αποφάσισα κι όλα να δω τα μέρη
και να κοιτώ και να ρωτώ. Έτσι πολλά θα μάθω.
Ο πρώτος είσαι ο Έλληνας που βλέπω-έχω έρθει
για να μου πεις κι εσύ αυτά που έζησες και ξέρεις.
Αθήνα. Σπάρτη, κάτω εκεί δεν έχω πάει ακόμη.
Ήρθα σε σένα, πιο κοντά που σ' έχω από κείνους.

Αλέξανδρος
Γι αυτό ή μήπως πέρασες πρώτα να δεις εμένα
γιατί ίσως δε θα μ΄ έβρισκες αργότερα αν ερχόσουν;

Ηρόδοτος
Δε σου το κρύβω, πέρασε κι αυτό από το μυαλό μου.
Από την άλλη τη μεριά, σού εύχομαι να ζήσεις
όσο μπορούν οι άνθρωποι περσότερο να ζήσουν.
Άνθρωποι που 'χουν έγνοια τους μονάχη την Ελλάδα
είναι πολύτιμοι.

Αλέξανδρος
Αυτή, ζωή στα όνειρά μας
θα έδινε αν οι έλληνες γινόνταν να ενωθούνε.

Ηρόδοτος
Αλήθεια, μέλλον χωριστά δεν έχουνε οι πόλεις.
Πρέπει ένα χέρι στιβαρό να τις αδράξει όλες
και να τις πάει στα ψηλά, τρανά τους πεπρωμένα.
Γι αυτό κι η Ιστορία μου δε θα 'ναι Ιστορία
της κάθε πόλης χωριστά, μα όλης της Ελλάδας.
Και μύθους δε θα γράψω εγώ για κάθε μία πόλη,
μα ό,τι τώρα έγινε-στα χρόνια τα δικά μας.
Γι αυτό κι ήρθα να σε βρω: θέλω από σε ν' ακούσω
το τ' είπες και τι έκανες, τι έζησες, τι είδες...
Κι ό,τι μου πεις, κι άλλους αφού ρωτήσω για τα ίδια,
έτσι στο τέλος μια σωστή γνώμη για όλα θα 'χω.

Αλέξανδρος
Ρώτα ό,τι θες-αλλ' αν βαθιά μέσα μου ψάξεις, θα 'βρεις
μια πίκρα, που έλληνας εγώ, είμαι μακριά απ' τα κλέη
της άλλης της Ελλάδας μου, του Νότου.

Ηρόδοτος
Έχεις κάνει
βήματα όμως ζηλευτά. Διπλή την έχεις κάνει
τη χώρα σου, πιο δυνατή και πιο ευτυχισμένη.
Κι όπως μαθαίνω από πολλούς, και η Ελλάδα η άλλη
σ' υπολογίζει πιο πολύ από τα πριν. Ποιος ξέρει
αν κάποια μέρα δε γενεί αυτή η δική σου χώρα
εκείνη στον ελληνισμό φτερά που θα φυτρώσει…

Αλέξανδρος
Φίλε μου, ας είσαι και μικρός, πάει μακριά η ματιά σου.
Ναι, η Ελλάδα έφτασε στα ύψη-θα τη βρούμε
ή ανεβαίνοντας εμείς ή όταν ανεβούμε.
Τότε κι οι δυο μας με σφιχτά δεμένα μας τα χέρια
θα πάρουμε το ελληνικό το Πνεύμα και θα πάμε
για να φωτίσουμε μ' αυτό την Οικουμένη όλη.








ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ


Χρόνος: 454 π. Χ.
Τόπος: Παλάτι του Αλέξανδρου

(Θάνατος του Αλέξανδρου)

Πρόσωπα: Αλέξανδρος, Ελλάδα


Αλέξανδρος

(στο κρεβάτι, ετοιμοθάνατος)

Έλληνες διώχνουν έλληνες. Έλληνες πολεμούνε
σ' άλλους ενάντια Έλληνες. Έλληνες εξορίζουν
ήρωες σαν το Θεμιστοκλή. Και πάει αυτός να ζήσει
στους Πέρσες. Και του δίνουνε κατάλυμα εκείνοι.
Κρατίδια που θανάσιμα μισούνται ανάμεσό τους...
Γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Γιατί το αίμα δύναμη τόση εντός του να 'χει;
Γιατί να είναι η ζήση μου αχάλαστα δεμένη
με της Ελλάδας τη ζωή; Γιατί αγκαλιασμένες
Μακεδονία κι Ελλάδα εγώ να δω μια μέρα θέλω;
Γιατί δε θέλω χώρια της να ζω στον κόσμο μέσα
παρά δίπλα στ' αδέρφια μου ήθελα πάντα να 'μαι; 

Γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Γιατί αφού κάθε σκέψη μου, κάθε αναπνοή μου-
γιατί αφού κάθε μου όνειρο για την Ελλάδα ήταν-
γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Ελλάδα μου απαλόφτερο Πουλί της Οικουμένης,
Ελλάδα Μήτρα καρπερή για κάθε Πόνο μέγα,
Κρουνέ δροσέ στην Έρημο της ξερικής μου Ζήσης,
Πλοίο αργοτάξιδο μεστό Μαλάματα κι Ασήμι,
Αγάπη απ' όλες πιο γλυκιά κι απ' όλες πιο μεγάλη,
Ποτήρι κρύσταλλο μ' Ανθούς γεμάτο μυρωμένους,
Βράχε πικρέ, Βράχε γλυκέ, Βράχε λιοδοξασμένε,
Βαρκούλα ολοζώντανη στη Νέκρα του Πελάγου-
γιατί η ψυχή μου να διψά για σένανε ακόμα;
Και πότε η δίψα της αυτή θα σβήσει; Ω! Ελλάδα!
Έλα και τούτη την ψυχή μες στην ψυχή σου κλείσε.
Έλα και δος μου ό,τι από με συ έχεις στερημένα...

(Σιωπή. Γέρνει το κεφάλι κουρασμένος. Μπαίνει η Ελλάδα)


Ελλάδα
Είμαι κοντά σου Αλέξανδρε. Με γύρεψες και ήρθα.

Αλέξανδρος
Δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα 'σαι τόσο ωραία!

Ελλάδα
Είμαι όσο ωραία μ' έπλασες στο λογισμό σου μέσα.
Αλέξανδρος
Του λογισμού μου γέννημα; Μόνο αυτό είσαι τάχα;

Ελλάδα
Είμαι το Φως στα σκότη εγώ. Και είμ’ εγώ τ’ Ωραίο
μες στην ασχήμια της ζωής. Είμαι η ψυχή του κόσμου.
Είμαι το Πνεύμα λεύτερο στα χάη που πλανιέται.
Είμαι το γλυκοχάραμα μετά από κρύα νύχτα.
Και είμ' εγώ η άναρχη. Και είμαι η αιωνία.
Και είμ' εγώ Αλέξανδρε η πατρίδα του ανθρώπου.

Αλέξανδρος
Παιδί της ωραιότερης λοιπόν πατρίδας είμαι;

Ελλάδα
Της μόνης είσαι Αλέξανδρε. Όσοι σε μέ δε ζούνε
δυστυχισμένοι χάνονται κι απάτριδες πλανιούνται.

Αλέξανδρος
Παρ' τους μαζί σου! Κάνε τους πολίτες σου και κείνους.

Ελλάδα
Εγώ ποτέ Αλέξανδρε δεν παίρνω. Υπάρχω μόνο.
Εκείνοι πρέπει να με βρουν και να 'ρθουνε κοντά μου.
Εκείνοι πρέπει ολοζωής για ’μέ ν’ αγωνιστούνε
όπως εσύ αγωνίστηκες. Και όταν με κερδίσουν,
τότε παιδιά μου όπως εσέ τους λέω και τους κλείνω
βαθιά μες στην αγκάλη μου και στη χαρά μου μέσα.

Αλέξανδρος
Τη χώρα μου η αγκάλη σου μπορεί να τη χωρέσει;

Ελλάδα
Ελλάδα και Μακεδονία, θα ’ρθεί Αλέξανδρε μια μέρα
να δώσουν σάρκα και οστά σ' ό,τι εσύ ωνειρεύτης.
παιδιά μου ολάξια και τα δυο, μια μέρα θα ξανοίξουν
μπροστά σε μάτια έκπληκτα το φως και την αλήθεια,
δρόμους πλατιούς ανοίγοντας σ’ εμέ που θα οδηγάνε.
Και συ, στου δρόμου του πικρού τ' ολόγλυκο το τέρμα
θα στέκεις ολοφώτεινος και θα καλωσορίζεις
τους νέους φίλους μας καθώς εγώ εσένα τώρα.

Αλέξανδρος
Πάντοτε να 'μαι ήθελα μαζί σου. Ήρθε η ώρα;


Ελλάδα
Ήρθε Αλέξανδρε. Μαζί για πάντοτε οι δυο μας.

(Ο Αλέξανδρος γέρνει άψυχο το κεφάλι. Η Ελλάδα 
τον πιάνει από το χέρι. Ένα φωτεινό είδωλο όμοιο με τον Αλέξανδρο σηκώνεται από το κρεβάτι και μαζί και η Ελλάδα βγαίνουν αργά κοιτάζοντας μπροστά τους-πέρα-μακριά).

                          Α Υ Λ Α Ι Α