21-7-2010
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 36Η ΕΠΕΤΕΙΟ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ-20 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010
Καλά που έχουμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας να μας ξεστραβώνει κάθε τόσο.
Θυμόσαστε τις άλλες που είχε πει ότι πρέπει οι έλληνες να πάψουν να είναι φτωχοί;
Ποιος άλλος θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο-να πει μια τέτοια σοφία;
Σήμερα πάλι, στη γιορτή για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, τα ίδια και καλλίτερα.
Μας είπε ότι «Η ευθύνη για την ελληνική παρακμή βαρύνει κυρίως την πολιτική τάξη»
Ορίστε! Έβγαλε από την πλάνη τους έλληνες που στη μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν τη γνώμη ότι για την ελληνική παρακμή έφταιγε η τάξη των μπογιατζήδων. Άφεριμ Πρόεδρε της Δημοκρατίας μας!
Βέβαια ευθύνονται και άλλοι, όπως τουλάχιστον μας λέει εκείνο το «κυρίως». Να μην κρατήσει και μία πισινή ο Πρόεδρός μας;-στο κάτω κάτω κι αυτός ανήκει στην πολιτική τάξη. Άραγε, κάνει και την αυτοκριτική του ο Πρόεδρός μας όλων των Ελλήνων. Προοδευτικό στοιχείο, αν λάβουμε υπόψη πως η αυτοκριτική λανσαρίστηκε από τους κουμουνιστές.
Ακούσαμε ακόμα τον κύριο Πρόεδρό μας να λέει ότι «η αποδοκιμασία που δέχεται σήμερα το πολιτικό σύστημα είναι πολλές φορές «ακατέργαστη μέσα στη γενίκευσή της, αλλά στον πυρήνα της δίκαιη».
Ας το κάνουμε κι αυτό λιανά. Ακατέργαστη αποδοκιμασία είναι να κατεβαίνεις σε πορείες και διαδηλώσεις και να κλείνεις τους δρόμους. Στον πυρήνα της όμως είναι δίκαιη! Αυτό κι αν είναι ικανοποίηση! Στον πυρήνα! Όχι σε τίποτα μικρούλικα ασύστατα ηλεκτρονιάκια, αλλά ΣΤΟΝ ΠΥΡΉΝΑ! Δηλαδή «έχετε δίκιο να διαμαρτυρόσαστε κάφροι, όμως ήσυχα ήσυχα, χωρίς κλεισίματα των δρόμων και μολότοφ. Βολευτείτε με τον πυρήνα.» Πισινή κι εδώ από τον Πρόεδρό μας. Και το σκύλο χορτάτο και την προβατίνα ακέρια.
Αλήθεια, για σκεφτείτε να έλεγε: «πάρτε τα όπλα πολίτες, αλλιώς δεν καταλαβαίνουν αυτοί!».Θα ρίσκαρε έτσι και τη θέση του να χάσει, γιατί δεν ξέρεις τι βγάζει μια επανάσταση. Κι αν βγάλει και πάλι δημοκρατία, μπορεί να μην είναι Προεδρευόμενη, οπότε πάει καλλιά της και η Προεδρική καρέκλα. Και αν έρθει κουμουνισμός, πάνε και όλα τα οικόπεδα, τα σπίτια και οι καταθέσεις του Πρώτου μας Πολίτη, αλλά και οι σπουδές στα ακριβότερα πανεπιστήμια των εφτά θυγατέρων του, που αργότερα θα μας έρθουν σπουδαγμένες και κάποια από αυτές θα γίνει και Προεδρίνα της Δημοκρατίας μας να βγάζει λόγους υπέρ πτωχών και αδυνάτων. Για τέτοια είμαστε τώρα;
Έκανε λόγο ακόμα ο Πρόεδρός μας για τη δημοκρατία μας, που: «έγινε Δημοκρατία, αλλά όχι σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία». Ρε γαμότο, κι εμείς που νομίζαμε ότι είμαστε σύγχρονη… Ελβετία ας πούμε… ή Γαλλία εν ανάγκη… Αλλά καλλίτερα να ξέρουμε που βρισκόμαστε, παρά να κολυμπάμε στην άγνοια. Σ’ ευχαριστούμε κύριε Πρόεδρέ μας.
Και ακούστε και τι άλλο τόλμησε να εκστομίσει ο τίμιος Πρόεδρός μας: Κάλεσε το κράτος να εφαρμόσει πρώτο τους νόμους και κάλεσε το κράτος να αποδείξει ότι «η ισονομία ισχύει για όλους, χωρίς εξαιρέσεις για τους ισχυρούς, ότι οι προβλέψεις του Συντάγματος δεν είναι κενό γράμμα, ότι τα οικονομικά βάρη κατανέμονται δίκαια, ότι η παιδεία και η υγεία δεν προσφέρονται μόνο στους προνομιούχους». Πρωτάκουστα πράματα! Μας είπε δηλαδή ο πανάξιος-και γι αυτό για δεύτερη φορά εκλεγείς-κύριος Πρόεδρός μας, ότι το κράτος γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τους νόμους που το ίδιο ψηφίζει, ότι όσοι έχουνε χρήμα πατάνε χάμου τους ταλαίπωρους φτωχούς, ότι το Σύνταγμα είναι για τους πολιτικούς ένα κωλόχαρτο, ότι το κράτος κλέβει από τους φτωχούς και τα δίνει στους υποστηριχτές του πλούσιους, ότι τα ελληνόπουλα αλλά και όλοι οι έλληνες είναι ξύλα απελέκητα, και ότι αν δεν έχεις φράγκα ψοφάς σαν σκυλί στους δρόμους. Να σας πω, μάλλον έχει δίκιο. Είχαμε βέβαια μιαν υποψία για όλα αυτά, όμως άλλο πράμα είναι να τα ακούς από ένα τίμιο και άξιο ελληνικό προεδροδημοκρατικό στόμα. Τσ τσ τσ… γι αυτό δεν προοδεύουνε τα κράτη που δεν έχουν Πρόεδρους Δημοκρατίας…
Και αν γίνουν όλα αυτά, είπε ο ρέκτης Πρόεδρός μας, τότε μόνο, «παρά την κρίση και την φτώχεια που αναπόφευκτα πλήττει μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού, μπορούμε να περιμένουμε διέξοδο», τόνισε.
Αυτό το «αναπόφευκτα» πόση ανακούφιση δίνει στους αγαπημένους μας πολιτικούς που μερικοί κακοήθεις από αυτούς θεωρούν υπεύθυνους της κατάντιας μας και ότι αυτοί δήθεν ευθύνονται για την παρακμή της Ελλάδας…-αλλά όχι πλήρως, κυρίως είπαμε…!
Τότε μόνο λοιπόν «μπορούμε να περιμένουμε διέξοδο»!
Ώστε λοιπόν τώρα είμαστε σε αδιέξοδο! Να τι χρειάζζονται οι πρόεδροι της δημοκρατίας.
Αλλά και γιατί όχι; Οι έλληνες πάντα περιμένουν κάτι, θ’ αλλάξουνε τώρα ή στα επόμενα εκατό χρόνια; Περιμένουνε βοήθεια από την Αμερική, περιμένουνε αυξήσεις από το κράτος, περιμένουνε να τους λυπηθούν οι Τούρκοι, περιμένουνε να φτηνήνει η ντομάτα, περιμένουνε τα βράδια να δούνε στην τηλεόραση με πόσες μαχαιριές έγιναν τα εγκλήματα της ημέρας…
Ο πρόεδρός μας της Δημοκρατίας μας, ανάφερε ακόμα ότι «η διαμαρτυρία είναι δίκαιη και δικαιολογημένη, όχι όμως όταν εκφράζεται με συντεχνιακό αυτισμό και αδιαφορία για την κοινωνική πλειοψηφία».
Αυτό που λέγαμε και πιο πάνω. Άει στο διάολο δηλαδή, αντί να κλείνουν τους δρόμους οι διαμαρτυρόμενοι, αντί να καίνε τον Άγνωστο, αντί να σπάνε βιτρίνες, καλλίτερα θα ήτανε να κάνουν πορείες επί χάρτου. Αν αποφασίσουν οι μπετατζήδες ας πούμε να κάνουν πορεία, να γράψουν ένα γράμμα προς τον πρωθυπουργό και όλους τους εμπλεκόμενους υπουργούς και να τους λένε: «αύριο, τάδε του μηνός, η τάξη των μπετατζήδων θα κατέβαινε σε πορεία διαμαρτυρίας. Για να μην εκφράσει όμως αυτή συντεχνιακό αυτισμό και αδιαφορία για την κοινωνική πλειοψηφία, στην πράξη η πορεία δε θα γίνει. Σας ενημερώνουμε γι αυτήν, εσωκλείοντας και την πορεία που αυτή θα ακολουθούσε αν γινόταν, και σας παρακαλούμε να την θεωρήσετε τελεσθείσα».
Πολιτισμένα πράματα…
Μετά αποφάνθηκε ο κύριος Πρόεδρος ότι «με το ξέσπασμά της οικονομικής κρίσης έκλεισε ένας ιστορικός κύκλος για την ελληνική δημοκρατία, αυτός που ξεκίνησε το 1974». Έτσι. Από χούντα σε κρίση κι από κρίση σε χούντα, έτσι κλείνουν οι έλληνες τους ιστορικούς τους κύκλους.
Και έκανε την πολύτιμη εκτίμηση ότι «παρά την άνοδο του βιοτικού επιπέδου» (ανέβηκε; πώς δεν το πρόσεξα… αύριο θα πάω να το δω-εκτός και αν ανέβηκε πολύ ψηλά και δεν φαίνεται), «η διοίκηση δεν εκσυγχρονίστηκε (όχι;!), οι σχέσεις πολιτών και πολιτικού συστήματος παρέμειναν πελατειακές (ωιμέ! κι άλλη μαχαιριά!), το κράτος δικαίου δεν αναπτύχθηκε επαρκώς (αλί και τρισαλί! για στάσου όμως, όχι ότι δεν αναπτύχτηκε καθόλου, απλά δεν αναπτύχτηκε επαρκώς-σβήνει το «τρισαλί»), και στην ελληνική κοινωνία επικράτησαν νοοτροπίες κοντόθωρες και καταστροφικές (έλα!...»).
Ανοιχτομάτη μου κύριε Πρόεδρε που σ’ όλα μέσα είσαι-πού τα έμαθες κερατούκλη όλα αυτά ενώ κανένας άλλος έλληνας δεν είχε ιδέα για δαύτα; αυτό θα πει να είναι η γκαρσονιερίτσα σου «γεμάτη βιβλία»…
Και, ο άψογος, τίμιος, πανάξιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας, συμπληρώνει τις διαπιστώσεις του: «Δεν μπορέσαμε, παρά τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να φτιάξουμε μια υγιή και ευρεία παραγωγική βάση για τη χώρα, ούτε δομές διαφανούς διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας».Τα χαμίνια της γειτονιάς μου το λένε αλλιώς: «Οι γαμημένοι οι πολιτικοί τα κλέψανε όλα!» Αλλά ίσα κι όμοια είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μας με τα χαμίνια-σπουδαγμένος άνθρωπος με αμόρφωτα αλητάκια;
Δεν διάβασα όλον το λόγο του Προέδρου μας, από τα αποσπάσματα όμως που είδα, αυτός δεν χρησιμοποίησε ούτε μια φορά το «πρέπει». Φαίνεται πως έχει διαβάσει ότι τον έχω κατατάξει μέσα στους «πρεπολόγους» και το ’κοψε. Τουλάχιστον για σήμερα.
Αντίς γι αυτό, σήμερα ήτανε γεμάτος διαπιστώσεις και ευχές.
Οι εφημερίδες μας και η τηλεόρασή μας αύριο θα υμνούν τον «δημοκράτη, φίλο του λαού πρόεδρο της Δημοκρατίας μας», που «τα είπε χύμα» στους πολιτικούς»!
Εγώ πρόλαβα και είμαι ο πρώτος που το λέω στον πρόεδρό μας: ΜΠΡΆΒΟ ΚΎΡΙΕ ΠΡΌΕΔΡΕ!
ΥΓ
Αλλά ρε συ γαμότο, η Ελλάδα είναι σε παρακμή; Ρε μήπως και οι Πρόεδροι κάνουνε λάθη και η Ελλάδα δεν είναι σε παρακμή;
Και αν είναι αλήθεια σε παρακμή, δε σημαίνει πως πριν ήτανε σε ακμή; Φτου! Γιατί ρε Πρόεδρε δε βγήκες όταν ήτανε σε ακμή η χώρα να μας το έλεγες, να ξέρω ότι είμαι σε ακμή; Ευκολότερα θα μου ’ρχότανε η παρακμή αν είχε προηγηθεί ακμή…Τέτοια πράματα να λέγονται κύριε Πρόεδρέ μας… Κοίτα να θυμηθείς να μας πεις πότε θα είναι πάλι σε ακμή-εντάξει;
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Το μονόπρακτο «ΔΙΝΑ» (γράφεται και ΔΕΙΝΑ)
Το μονόπρακτο "ΔΙΝΑ" είναι Θεατρική απόδοση του πρώτου αιματηρού επεισοδίου του Μεσανατολικού Ζητήματος (του σφαγιασμού των Συχεμιτών της Χαναάν από τα παιδιά του Ιακώβ), όπως αυτό περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη (ΓΕΝΕΣΗ, κεφάλαια ΧΧΧΙΙΙ18 έως και ΧΧΧΙ)
Το αμέσως πιο κάτω κείμενο, είναι το κομμάτι ΧΧΧΙΙΙ18 έως και ΧΧΧΙV της ΓΕΝΕΣΗΣ, από την μετάφραση των Εβδομήκοντα, όπου περιγράφονται τα σχετικά με την υπόθεση της Δίνας.
18 καὶ ἦλθεν Ἰακὼβ εἰς Σαλὴμ πόλιν Σικίμων, ἥ ἐστιν ἐν γῇ Χαναάν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἐκ τῆς Μεσοποταμίας Συρίας, καὶ παρενέβαλε κατὰ πρόσωπον τῆς πόλεως. 19 καὶ ἐκτήσατο τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, οὗ ἔστησεν ἐκεῖ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, παρὰ Ἐμὼρ πατρὸς Συχὲμ ἑκατὸν ἀμνῶν. 20 καὶ ἔστησεν ἐκεῖ θυσιαστήριον καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.
Κεφάλαιον λδ'
1 ΕΞΗΛΘΕ δὲ Δείνα ἡ θυγάτηρ Λείας, ἣν ἔτεκε τῷ Ἰακώβ, καταμαθεῖν τὰς θυγατέρας τῶν ἐγχωρίων. 2 καὶ εἶδεν αὐτὴν Συχὲμ ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ ὁ Εὐαῖος, ὁ ἄρχων τῆς γῆς καὶ λαβὼν αὐτήν, ἐκοιμήθη μετ᾿ αὐτῆς καὶ ἐταπείνωσεν αὐτήν. 3 καὶ προσέσχε τῇ ψυχῇ Δείνας τῆς θυγατρὸς Ἰακὼβ καὶ ἠγάπησε τὴν παρθένον καὶ ἐλάλησε κατὰ τὴν διάνοιαν τῆς παρθένου αὐτῇ. 4 εἶπε Συχὲμ πρὸς Ἐμμὼρ τὸν πατέρα αὐτοῦ λέγων• λαβέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα. 5 Ἰακὼβ δὲ ἤκουσεν, ὅτι ἐμίανεν ὁ υἱὸς Ἐμμὼρ Δείναν τὴν θυγατέρα αὐτοῦ• οἱ δὲ υἱοὶ αὐτοῦ ἦσαν μετὰ τῶν κτηνῶν αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ. παρεσιώπησε δὲ Ἰακὼβ ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτούς. 6 ἐξῆλθε δὲ Ἐμμὼρ ὁ πατὴρ Συχὲμ πρὸς Ἰακὼβ λαλῆσαι αὐτῷ. 7 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ ἦλθον ἐκ τοῦ πεδίου• ὡς δὲ ἤκουσαν, κατενύγησαν οἱ ἄνδρες, καὶ λυπηρὸν ἦν αὐτοῖς σφόδρα, ὅτι ἄσχημον ἐποίησεν ἐν Ἰσραὴλ κοιμηθεὶς μετὰ τῆς θυγατρός Ἰακώβ, καὶ οὐχ οὕτως ἔσται. 8 καὶ ἐλάλησεν Ἐμμὼρ αὐτοῖς λέγων• Συχὲμ ὁ υἱός μου προείλετο τῇ ψυχῇ τὴν θυγατέρα ὑμῶν• δότε οὖν αὐτὴν αὐτῷ γυναῖκα 9 καὶ ἐπιγαμβρεύσασθε ἡμῖν• τὰς θυγατέρας ὑμῶν δότε ἡμῖν καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν λάβετε τοῖς υἱοῖς ὑμῶν. 10 καὶ ἐν ἡμῖν κατοικεῖτε, καὶ ἡ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον ὑμῶν• κατοικεῖτε καὶ ἐμπορεύεσθε ἐπ᾿ αὐτῆς καὶ ἐγκτᾶσθε ἐν αὐτῇ. 11 εἶπε δὲ Συχὲμ πρὸς τὸν πατέρα αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῆς• εὕροιμι χάριν ἐναντίον ὑμῶν, καὶ ὃ ἐὰν εἴπητε, δώσομεν. 12 πληθύνατε τὴν φερνὴν σφόδρα, καὶ δώσω καθότι ἂν εἴπητέ μοι, καὶ δώσατέ μοι τὴν παῖδα ταύτην εἰς γυναῖκα. 13 ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ τῷ Συχὲμ καὶ Ἐμμὼρ τῷ πατρὶ αὐτοῦ μετὰ δόλου καὶ ἐλάλησαν αὐτοῖς, ὅτι ἐμίαναν Δείνα τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν, 14 καὶ εἶπαν αὐτοῖς Συμεὼν καὶ Λευὶ οἱ ἀδελφοὶ Δείνας• οὐ δυνησόμεθα ποιῆσαι τὸ ρῆμα τοῦτο, δοῦναι τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν ἀνθρώπῳ, ὃς ἔχει ἀκροβυστίαν• ἔστι γὰρ ὄνειδος ἡμῖν. 15 μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθησόμεθα ὑμῖν καὶ κατοικήσομεν ἐν ὑμῖν, ἐὰν γένησθε ὡς ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ περιτμηθῆναι ὑμῶν πᾶν ἀρσενικόν. 16 καὶ δώσομεν τὰς θυγατέρας ἡμῶν ὑμῖν καὶ ἀπό τῶν θυγατέρων ὑμῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ οἰκήσομεν παρ᾿ ὑμῖν καὶ ἐσόμεθα ὡς γένος ἕν. 17 ἐὰν δὲ μὴ εἰσακούσητε ἡμῶν τοῦ περιτεμέσθαι, λαβόντες τὴν θυγατέρα ἡμῶν ἀπελευσόμεθα. 18 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι ἐναντίον Ἐμμὼρ καὶ ἐναντίον Συχὲμ τοῦ υἱοῦ Ἐμμώρ. 19 καὶ οὐκ ἐχρόνισεν ὁ νεανίσκος τοῦ ποιῆσαι τὸ ρῆμα τοῦτο• ἐνέκειτο γὰρ τῇ θυγατρὶ Ἰακώβ• αὐτὸς δὲ ἦν ἐνδοξότατος πάντων τῶν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. 20 ἦλθε δὲ Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ πρὸς τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ ἐλάλησαν πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς πόλεως αὐτῶν λέγοντες• 21 οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰρηνικοί εἰσι, μεθ᾿ ἡμῶν οἰκείτωσαν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐμπορευέσθωσαν αὐτήν, ἡ δὲ γῆ ἰδοὺ πλατεῖα ἐναντίον αὐτῶν. τὰς θυγατέρας αὐτῶν ληψόμεθα ἡμῖν γυναῖκας καὶ τὰς θυγατέρας ἡμῶν δώσομεν αὐτοῖς. 22 ἐν τούτῳ μόνον ὁμοιωθήσονται ἡμῖν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κατοικεῖν μεθ᾿ ἡμῶν, ὥστε εἶναι λαὸν ἕνα, ἐν τῷ περιτεμέσθαι ἡμῶν πᾶν ἀρσενικόν, καθὰ καὶ αὐτοὶ περιτέτμηνται. 23 καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν καὶ τὰ τετράποδα καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτῶν οὐχ ἡμῶν ἔσται• μόνον ἐν τούτῳ ὁμοιωθῶμεν αὐτοῖς, καὶ οἰκήσουσι μεθ᾿ ἡμῶν. 24 καὶ εἰσήκουσαν Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ πάντες οἱ ἐμπορευόμενοι τὴν πύλην τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ περιετέμοντο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτῶν πᾶς ἄρσην. 25 ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ, ὅτε ἦσαν ἐν τῷ πόνῳ, ἔλαβον οἱ δύο υἱοὶ Ἰακὼβ Συμεὼν καὶ Λευὶ ἀδελφοὶ Δείνας ἕκαστος τὴν μάχαιραν αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν ἀσφαλῶς καὶ ἀπέκτειναν πᾶν ἀρσενικόν• 26 τόν τε Ἐμμὼρ καὶ Συχὲμ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀπέκτειναν ἐν στόματι μαχαίρας. καὶ ἔλαβον τὴν Δείναν ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Συχὲμ καὶ ἐξῆλθον. 27 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰακὼβ εἰσῆλθον ἐπὶ τοὺς τραυματίας καὶ διήρπασαν τὴν πόλιν, ἐν ᾗ ἐμίαναν Δείναν τὴν ἀδελφὴν αὐτῶν, 28 καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν καὶ τοὺς βόας αὐτῶν καὶ τοὺς ὄνους αὐτῶν, ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν τῷ πεδίῳ, ἔλαβον. 29 καὶ πάντα τὰ σώματα αὐτῶν καὶ πᾶσαν τὴν ἀποσκευὴν αὐτῶν καὶ τὰς γυναῖκας αὐτῶν ᾐχμαλώτευσαν, καὶ διήρπασαν ὅσα τε ἦν ἐν τῇ πόλει καὶ ὅσα ἦν ἐν ταῖς οἰκίαις. 30 εἶπε δὲ Ἰακὼβ πρὸς Συμεὼν καὶ Λευί• μισητόν με πεποιήκατε, ὥστε πονηρόν με εἶναι πᾶσι τοῖς κατοικοῦσι τὴν γῆν, ἔν τε τοῖς Χαναναίοις καὶ ἐν τοῖς Φερεζαίοις• ἐγὼ δὲ ὀλιγοστός εἰμι ἐν ἀριθμῷ, καὶ συναχθέντες ἐπ᾿ ἐμὲ συγκόψουσί με, καὶ ἐκτριβήσομαι ἐγὼ καὶ ὁ οἶκός μου. 31 οἱ δὲ εἶπαν• ἀλλ᾿ ὡσεὶ πόρνῃ χρήσονται τῇ ἀδελφῇ ἡμῶν;
Το αμέσως πιο κάτω, είναι το ίδιο με το πιο πανω κείμενο, από την δική μου μετάφρασή στα Νέα Ελληνικά της ΓΕΝΕΣΗΣ σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο.
ΧΧΧΙΙΙ18
Κι απ’ τής Συρίας ο Ιακώβ τη Μεσοποταμία
Πίσω σαν ήρθε, στη Σαλήμ έκατσε των Σηκίμων
Που είναι γη της Χαναάν. Και διάλεξε μια θέση
Στην πόλη που ήτανε κοντά, κι αγόρασε το μέρος
Του χτήματος που μέσα του είχε στρατοπεδέψει,
Απ’ τον Εμμώρ, που του Συχέμ ήτανε ο πατέρας,
Μ’ αντίτιμο εκατό αρνιά. Κι εκεί θυσιαστήριο
Έχτισε, και στου Ισραήλ το θεό επροσευχήθη.
XXXIV
Η κόρη που στον Ιακώβ εγέννησε η Λεία,
Η Δείνα, βγήκε θέλοντας τις κόρες να γνωρίσει
Του τόπου όπου θα ’μενε. Και ο Συχέμ την είδε
Ο Ευαίος, του Εμμώρ ο γιός, ο άρχοντας της χώρας,
Την πήρε, και τη ντρόπιασε κοιμάμενος μαζί της.
Και προσκολλήθηκε ο Συχέμ στου Ιακώβ την κόρη
Κι έγιν’ η αγάπη του αυτή. Και μίλησε σ’ εκείνη
Με λόγια που της άρεσαν. Και ο Συχέμ, πατέρα,
Λέει του Εμμώρ, κανόνισε αυτήνε τη γυναίκα
Να πάρω για γυναίκα μου. Και τη ντροπή της Δείνας
Την έμαθε ο Ιακώβ. Κι οι γιοί του στα χωράφια
Ήτανε με τα ζώα τους. Και μέχρι που να ’ρθούνε
Δε μίλαγε ο Ιακώβ. Και στον Ιακώβ επήγε
Ο Εμμώρ, πατέρας του Συχέμ, ώστε να του μιλήσει.
Και τα παιδιά του Ιακώβ ήρθαν απ’ τά χωράφια
Κι ως άκουσαν τι έγινε μεγάλο πόνο νοιώσαν
Και λυπηθήκανε πολύ. Γιατί κακό μεγάλο
Ήτανε για τον Ισραήλ που εκείνος εκοιμήθη
Με το κορίτσι του Ιακώβ-δεν έπρεπε να γίνει.
Κι είπε σε κείνους ο Εμμώρ, πως ο Συχέμ, ο γιός του
Την αγαπάει την κόρη τους. Γυναίκα δώστε τή του
Και να συμπεθεριάσουμε: τις κόρες τις δικές σας
Οι γιοί μας να παντρεύονται, κι οι κόρες μας τους γιους σας.
Κι εσείς εδώ να μείνετε. Χώρα έχουμε μεγάλη.
Μείνετε κι εμπορεύεστε και χτήματα αγοράστε.
Και παρακάλεσε ο Συχέμ της κόρης τον πατέρα
Και είπε και στ’ αδέρφια της: τη χάρη κάνετέ μου
Κι ότι ζητήστε το ’χετε. Την προίκα μεγαλώστε
Και θα σας τήνε δώσω εγώ. Μόνο την κόρη αυτήνε
Δώστε τη για γυναίκα μου.
ΧΧΧIV13
Και στον πατέρα του Εμμώρ και στον Συχέμ, με δόλο
Αποκριθήκαν του Ιακώβ οι γιοί, γιατί εκείνοι
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Κι οι αδερφοί της Δείνας
Ο Συμεών και ο Λευεί, τους είπαν: δεν μπορούμε
Το πράγμα αυτό να κάνουμε-κάποιον στην αδερφή μας
Να δώσουμε απερίτμητον. Για μας αυτό ντροπή ’ναι.
Όμοιοι με σας θα γίνουμε κι εδώ θα κατοικούμε
Μόνο αν κι εσείς, όπως κι εμείς, σε κάθε αρσενικό σας
Θα κάνετε περιτομή. Τότε και τις δικές μας
Τις κόρες θα σας δώσουμε, και τις δικές σας τότε
Γυναίκες μας θα κάνουμε και εδώ θα κατοικούμε
Και γένος ένα θα ’μαστε. Και αν δε συμφωνείτε
Να κάνετε περιτομή, εμείς τη Δείνα τότε
Την παίρνουμε και φεύγουμε. Κι αυτά τα λόγια αρέσαν
Και στον Εμμώρ και στον Συχέμ, το γιό του. Και ο νέος
Πράξη δεν άργησε αυτά τα λόγια να τα κάνει,
Γιατί πολύ του άρεσε του Ιακώβ η κόρη
Κι ήταν ο δυνατότερος στο πατρικό το σπίτι.
Και πήγανε Συχέμ κι Εμμώρ στης πόλης τους την πύλη
Και προς τους άντρες μίλησαν αυτής της πόλης κι είπαν:
Ειρηνικοί ’ν’ οι άνθρωποι αυτοί. Λοιπόν ας μείνουν
Μαζί με μας στη χώρα αυτή κι ας τριγυρνούν εντός της.
Είναι μεγάλη αυτή η γη. Κι ας πάρουμε γυναίκες
Τις θυγατέρες τους εμείς και κείνοι τις δικές μας.
Όμως θα γίνουνε με μας όμοιοι αυτοί οι ανθρώποι
Ώστε με μας να μείνουνε και λαός να είμαστ’ ένας,
Μόνον αν κάθε αρσενικό περιτμηθεί, δικό μας,
Όπως και κείνοι κάνουνε για κάθε αρσενικό τους.
Τα ζώα, τετράποδα και μη, και τα υπάρχοντα τους
Σε μας τότε θ’ ανήκουνε. Μονο ας περιτμηθούμε
Κι αυτοί θα κάτσουνε με μας. Και τον Συχέμ το γιο του
Και τον Εμμώρ, τους άκουσαν οι άντρες που στην πύλη
Αυτής της πόλης βρέθηκαν, κι όλοι περιτμηθήκαν.
ΧΧΧΙV25
Κι όταν αυτοί πονούσανε, την τρίτη την ημέρα,
Τα δυο παιδιά του Ιακώβ εμπήκανε στην πόλη-
ο Συμεών και ο Λευί, οι αδερφοί της Δείνας-
Και κει με το μαχαίρι τους, χωρίς να κινδυνέψουν,
Σκοτώσαν κάθε αρσενικό. Εσκότωσαν ακόμα
Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ. Και πήρανε τη Δείνα
Από το σπίτι του Συχέμ, και φύγαν. Και στην πόλη
Μπήκαν οι γιοί του Ιακώβ που ήταν οι σκοτωμένοι
Και τήνε λεηλατήσανε, γιατί εκεί τη Δείνα
Την αδερφή τους ντρόπιασαν. Και πήρανε μαζί τους
Και όσους όνους, πρόβατα και βόδια ήσαν στην πόλη
Και όσα ήσαν στους αγρούς. Και πήραν αιχμαλώτους
όσους εμείναν ζωντανοί με ό,τι είχαν δικό τους,
Και τις γυναίκες άρπαζαν κι ό,τι ήταν μες στην πόλη
Κι ό,τι στα σπίτια βρήκανε. Κι ο Ιακώβ τότε είπε
Στο Συμεών και στον Λευί: Τώρα θα με μισούνε
Αυτής της γης οι κάτοικοι κακός εγώ σα να ’μαι-
Οι Χαναναίοι κι οι Φερεζαίοι. Κι εγώ έχω λίγους άντρες.
Θα μαζευτούνε τώρα αυτοί και θα με κατακόψουν
Και πάω κι εγώ κι ο οίκος μου. Κι αυτοί, ""σαν πόρνη, του είπαν,
"Την αδερφή μας έπρεπε να μεταχειριστούνε;"
ΔΙΝΑ
(ή ΔΕΙΝΑ)
ΧΡΟΝΟΣ:
Βιβλικός
ΤΟΠΟΙ:
Κατασκήνωση Ιακώβ
Παλάτι Συχέμ
Χωράφια
Εξοχή
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ (ή ΔΕΙΝΑ)-κόρη του Ιακώβ
ΕΜΜΩΡ άεχοντας του ΣΥΧΕΜ
ΣΥΧΕΜ γιος του.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ, ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ
ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ
ΝΟΙΚΟΚΥΡA ΣΥΧΕΜΙΤΙΣΣΑ
Α΄ ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ,
Β’ ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
ΒΑΛΛΆ δούλα του Ιακώβ
ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ
Τόπος:
Βασίλειο του Συχέμ της Χαναάν. Μονοπάτι στην εξοχή, μακριά από την κατασκήνωση του Ιακώβ.
Πρόσωπα:
ΡΟΝΙ-υπηρέτρια
ΔΙΝΑ-κόρη του Ιακώβ
ΣΥΧΕΜ και ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΤΟΥ.
ΡΟΝΙ
Δίνα ας γυρίσουμε. Η μητέρα σου εμένα θα μαλώσει αν αργήσουμε.
ΔΙΝΑ
Έλα Ρόνι, μη θέλεις να χαλάσεις αυτό το όμορφο περπάτημα. Πώς μπορείς να συλλογίζεσαι το γυρισμό μια τέτοιαν ώρα; Μόνο το αεράκι αυτό που κατεβαίνει από τό βουνό απέναντι και μας δροσίζει ως μέσα την ψυχή, αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για να με κρατήσει εδώ. Μα είναι και τα λουλούδια. Κοίτα. Κοίτα τους κρόκους! Τους αγριονάρκισσους! Τους υάκινθους! Μακρύναμε από το πατρικό μας σπίτι αλλά βρεθήκαμε σ’ ένα ωραίο μέρος.
ΡΟΝΙ
Μ’ αρέσουνε και μένα όλα αυτά Δίνα. Όμως ποτέ δεν απομακρυνθήκαμε τόσο από το σπίτι. Το ξέρεις πως ο άρχοντας περνάει απ’ αυτό το δρόμο με τ’ αμάξι του;
ΔΙΝΑ
Που να το ξέρω… Και ούτε με νοιάζει για τον άρχοντα.
ΡΟΝΙ
Κι αν τόνε νοιάζει αυτόν;
ΔΙΝΑ
Τί θα μας κάνει Ρόνι, θα μας φάει;
ΡΟΝΙ
Τόσο μακριά δεν πήγαμε άλλοτε Δίνα.
ΔΙΝΑ
Ούτε άλλοτε ήταν τόσο όμορφα. Κοίτα ένα χρυσοκίτρινο πουλί! Ω! Να μπορούσα να τ’ αγγίσω! Να το κλείσω στα χέρια μου! Να το χαϊδέψω, να το φιλήσω…
(πλησιάζει το πουλί, αυτό φεύγει.)
Γιατί φοβούνται τα πουλιά Ρόνι;
(βλέπει τη Ρόνι που είναι σκεπτική)
Έλα Ρόνι, Χάρου και συ μαζί μου. Αν όλα τ’ άλλα δεν μπορούν να σε κάνουν να ξεχάσεις το σπίτι και τη μητέρα μου, τουλάχιστον αυτό σκέψου: Είμαστε σ’ ένα μέρος που πρώτη φορά το βλέπουμε. Μια καινούργια πόλη. Ποιός ξέρει πόσα ωραία πράγματα θα ’χει μέσα της… Ας τη δούμε κι ας είναι από μακριά. Δε θα ’θελες να δεις κι άλλη μια πόλη εκτός απ’ τή Χαρράν;
ΡΟΝΙ
Θέλω. Μα βλέπεις εκείνο το δέντρο εκεί πέρα; Όταν φτάσουμε εκεί θα γυρίσουμε. Ναι;
ΔΙΝΑ
Ω! Εσύ είσαι χειρότερη από τη μητέρα μου.
ΡΟΝΙ
Γι αυτό και μ’ έχουνε για συντροφιά σου-γιατί είμαι μεγαλύτερη και ξέρω πράγματα περισσότερα. Όλοι με μένα θα τα βάλουνε που αργήσαμε.
ΔΙΝΑ
Κουτή! Και τι μπορεί να γίνει;
(κοιτάζει γύρω της)
Τι ομορφιά! Εκείνο το βουνό εκεί πέρα δε μοιάζει σα να το’ βαλαν εκεί οι άγγελοι του θεού του πατέρα μου, γεμάτο έτσι με δέντρα ολάνθιστα και με ό,τι αγριολούλουδο φανταστείς, μόνο και μόνο για μας;
ΡΟΝΙ
Το βουνό αυτό το λένε Εβάλ και τ’ αντικρυνό του Γε
ζερίμ.
Ακουσα τον πατέρα σου που τόλεγε όταν ερχόμασταν.
ΔΙΝΑ
Ω: Δε με νοιάζει πως το λένε, αρκεί που είναι όμορφο.
ΡΟΝΙ
Και δεν είναι μόνον ο πατέρας σου. Θα μου φωνάζουν και τ’ αδέρφια σου.
ΔΙΝΑ
Ουφ! Άσε με πιά! Αν θέλεις φύγε. Θα προχωρήσω μόνη μου…
ΡΟΝΙ
Οχι. Δε φεύγω.
ΔΙΝΑ
Τότε σταμάτα. Να, φτάνουμε στο δέντρο, θα γυρίσουμε, μην κάνεις έτσι.
(τη βλέπει)
Πώς το μπορείς να πας και να κλειστείς μέσα σε μια σκοτεινή σκηνή μια λαμπρή μέρα σαν και τούτη; Όμως είσαι κουτή. Τ’ αδέρφια μου ότι και να κάνω δε θα με μαλώσουν. Έντεκα αγόρια θα μαλώσουνε μιαν αδερφούλα; Έτσι και με δούνε λίγο λυπημένη θα μου συχωρέσουνε την πιο μεγάλη μου αταξία.
(Σιωπή)
Ξέρεις πως τον παλιό καιρό παντρεύονταν αδέρφια με αδέρφια; Ξέρεις ποιον θα ’παιρνα εγώ; Τον Συμεών.
ΡΟΝΙ
Λες και δεν το έχουμε καταλάβει! Ξέρεις, στην Αίγυπτο παντρεύονται αδέρφια με αδέρφια.
ΔΙΝΑ
Ξέρω. Εσύ ποιον θα διάλεγες αν τ’ αδέρφια μου ήταν αδέρφια σου;
ΡΟΝΙ
Τον Λευί.
ΔΙΝΑ (Γελάει)
Εσύ ψηλή ψηλή κι αυτός κοντούτσικος ωραίο ζευγάρι θα κάνατε…
ΡΟΝΙ
Είναι δουλευτής. Μια μέρα θα γίνει πλούσιος σαν τον πατέρα του. Τίποτα δε θα του λείπει.
ΔΙΝΑ
Τα πλούτη κοιτάζεις καημένη κι όχι την αγάπη;
ΡΟΝΙ
Τα πλούτη που δεν έχω. Αν είχα κι εγώ πλούσιο πατέρα, τότε θα σκεφτόμουν κι εγώ τις αγάπες.
(Δυο άμαξες εμφανίζονται στη στροφή του δρόμου. Φοβισμένα)
Κάποιοι έρχονται. Πάμε να φύγουμε!
ΔΙΝΑ
Άνθρωποι είναι. Θα περάσουνε.
ΡΌΝΙ
Μπορεί να ’ναι ο άρχοντας. Πάμε να φύγουμε.
ΔΙΝΑ
Όποιοι και να ’ναι δεν κρύβομαι. Είμαι η κόρη του Ιακώβ. Κι έχω έντεκα αδέρφια. Κάτσε εδώ. Άρματα είναι, θα περάσουν.
(Μεριάζουν κάνοντας τόπο στις άμαξες. Οι άμαξες σταματάνε δίπλα τους. Κατεβαίνει ο Συχέμ)
ΣΤΧΕΜ
Χαιρετίζω τα όμορφα κορίτσια.
ΔΙΝΑ
Και μεις σε χαιρετίζουμε.
ΣΥΧΕΜ
(Κάνει μια γύρα γύρω από τα κορίτσια. Στέκεται μπροστά στη Δίνα)
Πώς και δε σ’ έχω ξαναδεί στα μέρη μου; Ξένη είσαι;
ΔΙΝΑ
Πριν δυο φεγγάρια ήρθα εδώ με την οικογένεια μου. Αγόρασε ο πατέρας μου γης από τον άρχοντα της χώρας και μένουμε. Ιακώβ τόνε λένε τον πατέρα μου.
ΣΥΧΕΜ
Κάτι άκουσα για κάτι ξένους από τον πατέρα μου. Τον έχεις δει τον άρχοντα;
ΔΙΝΑ
Δεν έχω καμιά δουλειά εγώ με τον άρχοντα. Εγώ μένω στο σπίτι. Βγήκα με τη φίλη μου για μια βόλτα. Κι είναι η ώρα μου να γυρίσω.
(κάνει να φύγει. Ο Συχέμ της κλείνει το δρόμο).
ΣΥΧΕΜ
Αφού δεν ξέρεις τον άρχοντα δε θα ξέρεις και μένα-είμαι ο γιος του ο Συχέμ, που τ’ όνομά μου έχει η χώρα που μέσα της μένεις. Και είμαι ο πρωτότοκος, και είμαι ο κληρονόμος της χώρας τούτης μ' ότι και μ' όποιον έχει μέσα της.
ΔΙΝΑ
Δεν έτυχε να σ’ έχω ακουστά. Κι εγώ είμαι η κόρη του Ιακώβ με τα χιλιάδες ζώα και τις κατοσταριές τους δούλους. Και τώρα πρέπει να γυρίσω γιατί θα με ψάχνει.
ΣΥΧΕΜ
Τέτοια κορμοστασιά σαν της γαζέλας των βουνών και δυο τέτοια μαύρα μάτια μεγάλα το καθένα σαν τη νύχτα και γλυκά σαν το μέλι του Ελάμ, δεν έχω ξαναδεί σ’ όλη τη χώρα.
ΔΙΝΑ
Καλά τα λόγια σου, όμως με περιμένουν οι δικοί μου.
ΣΥΧΕΜ
(Μη δίνοντας σημασία σ’ ότι λέει η Δίνα)
Όταν, πρωί, έρθεις εδώ, θα δεις ομίχλη να σκεπάζει τον κάμπο πέρα πέρα. Τ’ αγριολούλουδα τότε και τα δέντρα φαντάζουν ομορφότερα καθώς μισοκρύβονται μέσα στην πάχνη. Έτσι και συ με το βέλο να σκεπάζει το πρόσωπό σου γίνεσαι ομορφότερη.
Βγαλ’ το. Ίσως δω κάποιαν ασχήμια πάνω του, και τότε θα σ’ αφήσω να πας στο σπίτι σου.
ΔΙΝΑ
Το βέλο του κορίτσι από σπίτι δεν το βγάζει.
ΣΥΧΕΜ
Κορίτσι από σπίτι δεν τριγυρίζει μονάχο του στις ερημιές.
ΡΟΝΙ
(Προσκυνάει ως το χώμα)
Άρχοντά μου, χίλια να είναι τα χρόνια σου και όλους τους εχθρούς σου να νικάς. Άκου και με τη δούλη σου. Όσα είπε η κυρά μου είναι αλήθεια. Για έναν περίπατο βγήκαμε. Και μ’ έστειλαν μαζί της για να την προσέχω σα μεγαλύτερη που είμαι. Οι ομορφιές του τόπου μάς μάγεψαν κι αργήσαμε λιγάκι. Κύριέ μου, θα με σκοτώσουνε αν πειραχτεί μια τρίχα μόνον από τα μαλλιά της. Άφησέ μας να γυρίσουμε στο σπίτι μας και ο κύριός μου θα σου στείλει δώρο πενήντα πρόβατα. Εγώ θα του το πω.
ΣΪΧΕΜ (Κάνει νόημα σε δυο άντρες που είναι στ’ αμάξια κι αυτοί παίρνουν από μπροστά του τη Ρόνι. Στη Δίνα) Ανέβα στ’ αμάξι μου!
ΔΙΝΑ
Οχι. Κι άσε με να φύγω γιατί έχω έντεκα αδέρφια και θα μ’ αναζητάνε.
ΣΙΧΕΜ
Ο πόθος που μου άναψες δε σβήνει ούτε με τα παρακάλια της δούλας σου ούτε με τις δικές σου απειλές. Κι αν ένας άρχοντας δεν κάνει ό,τι θέλει μέσα στη χώρα του, τότε άρχοντας δεν είναι. Έλα μαζί μου κι αύριο σε πηγαίνω όπου θέλεις.
ΔΙΝΑ
Δεν έχω μάθει να με διατάζουν. Κι ούτε είμαι δούλα σου. Δούλα είμαι στον πατέρα και στ’ αδέρφια μου. Κι ούτε που με θαμπώνουν τα πλούτη. Μες στο ασήμι και στο χρυσάφι μεγάλωσα.
ΣΙΧΕΜ
Μάρτυρα τον Βεδ βάζω πως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να σε πάρω μαζί μου με το ζόρι. Μαρτυρά μου το θεό τον Ήλιο βάζω πως και η κόρη του Φαραώ να ήσουνα η ίδια, πάλι θα σ’ έπαιρνα μαζί μου. Κι αν ήξερα ακόμα πως θα πληρώσω με τη ζωή μου την αγκαλιά σου, πάλι δεν θα έκανα πίσω.
ΔΙΝΑ
Άρχοντα άσε με να φύγω.
(Ο Συχέμ την αρπάζει και τη βάζει πάνω στο άρμα του ενώ η Δίνα προσπαθεί να του ξεφύγει)
Τέλος της πρώτης σκηνής
ΣΚΗΝΉ ΔΕΎΤΕΡΗ
Σκηνή του Ιακώβ.
Πρόσωπα:
ΙΑΚΩΒ, ο πατέρας της Δίνας
ΖΕΛΦΑ, υπηρέτρια
ΛΕΙΑ, γυναίκα του Ιακώβ
ΑΡΑΧΕΜ Επιστάτης
ΖΕΛΦΑ
Ρώτησα μια γυναίκα της πόλης. Μου είπε πως υπάρχει στην πόλη μια γριά που ξεγεννάει.
ΙΑΚΩΒ
Να την πάρουμε όταν έρθει η ώρα. Η Ραχήλ είναι αδύνατη. Θα χρειαστεί βοήθεια.
ΖΕΛΦΑ
Όταν ξαναπεράσει η γυναίκα θα της το πω. Με το ζόρι την κατάφερα να μου μιλήσει. Δε στέκονται…
ΛΕΙΑ
(Γνέθοντας)
Μας αποφεύγουν οι ντόπιοι.
ΙΑΚΩΒ
Είναι νωρίς ακόμα. Πρέπει να μας μάθουν, να δουν πως είμαστε καλοί και νοικοκυραίοι άνθρωποι κι ύστερα θα ξανοιχτούνε.
ΛΕΙΑ
Ήρθε ο Φαρέν από τα κοπάδια. Τρεις αγελάδες γεννήσανε σήμερα.
ΙΑΚΩΒ
Δοξασμένο να είναι το όνομα του Κυρίου. Όλα καλά μας τα κάνει. Αν βρούμε και νερό στα καινούργια πηγάδια, τότε θα ’μαστε καλλίτερα.
(Στη Ζελφά)
Φώναξε μου τον Αραχέμ.
(Η Ζελφά βγαίνει).
ΛΕΙΑ
Η Δίνα άργησε. Στείλε κάποιον να δει.
ΙΑΚΩΒ
Μόνη της πήγε;
ΛΕΙΑ
Με τη Ρόνι.
ΙΑΚΩΒ
Είναι μεγάλη και μυαλωμένη κοπέλα. Όταν είναι αυτή μαζί με τη Δίνα μη φοβάσαι.
ΛΕΙΑ
Είναι πολλή ώρα που φύγανε. Βγήκα έξω να δω και δεν τις πήρε το μάτι μου.
ΙΑΚΩΒ
Ο ήλιος είναι ψηλά ακόμα.
ΛΕΙΑ
Αν αργούσε ο Ιωσήφ θα ’χες στείλει δέκα ανθρώπους να τον βρούνε…
ΙΑΚΩΒ
Ο Ιωσήφ είναι μικρός ακόμα. Μη με κακοπαίρνεις Λεία. Όλα τα παιδιά μου τ’ αγαπάω.
ΛΕΙΑ
Αυτό που σου λέω εγώ.
ΙΑΚΩΒ
Καλά, θα πω του Αραχέμ να στείλει κάποιον. Ησύχασε .
(Μπαίνει ο Αραχέμ και προσκυνάει)
ΑΡΑΧΈΜ
Προσκυνώ αφέντη.
ΙΑΚΩΒ
Πώς τα βλέπεις τα πηγάδια Αραχέμ; Θα δώσουνε νερό;
ΑΡΑΧΕΜ
Πρέπει αφέντη. Ο γείτονας στην Ανατολή έχει τρία γεμάτα. Ο βορεινός τα ίδια. Φαίνεται πως η περιοχή έχει νερό. Κι ο γερο-Ιωβήλ αυτό λέει.
ΙΑΚΩΒ
Ο Φαρέν λέει γεννήσανε τρεις αγελάδες. Τις είδες;
ΑΡΑΧΕΜ
Ναι αφέντη. Καλά είναι τα ζώα. Η μία δυσκολεύτηκε, είπαμε δε θα το βγάλει ζωντανό όμως τα κατάφερε.
ΙΑΚΩΒ
Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου. Κι ας δώσει να γεννήσει καλά και η Ραχήλ. Τράβα να ησυχάσεις Αραχέμ. Προτού, στείλε κάποιον να φέρει τη Δίνα.
ΑΡΑΧΈΜ
Πάω αφέντη. Μόνο ένα πράγμα να σου πω για να το ξέρεις. Δεν είναι σπουδαίο, αλλά μη σου κάνει κανείς τίποτα παράπονα…
ΙΑΚΩΒ
Τι;
ΑΡΑΧΕΜ
Να, αρπαχτήκανε οι προβατάδες μας με τους ντόπιους για δυό ζώα.
ΙΑΚΩΒ
Δε σας είπα να μην πιανόσαστε-να προσέχετε; Είμαστε ξένοι εδώ Αραχέμ!
ΑΡΑΧΕΜ
Δεν προχώρησε το πράγμα αφεντικό. Μπροστά στους ξένους μάλωσα τους δικούς μας. Ησύχασαν τα πράγματα. Μόνο για να το ξέρεις στο είπα.
(Απέξω ακούγεται θόρυβος και κλάματα γυναικεία.)
ΛΕΊΑ
Τι να συμβαίνει; (Αφήνει το γνέσιμο και βγαίνει)
ΙΑΚΩΒ
Θα τσακώθηκαν τίποτα γυναίκες.
(Περιμένει να δει τι έγινε. Μπαίνει η Λεία. Από πίσω της έρχεται η Μελχά σπρώχνοντας μπροστά της τη Ρόνι, που για προστασία έχει κολλήσει πάνω της.)
ΛΕΙΑ
(θρηνώντας)
Πάει το παιδί μου! Πάει το κορίτσι μου! Μου το πήρανε. Πάει το μοναχοκόριτσό μου!
ΙΑΚΩΒ
Τ’ είναι αυτά που λες; Τι Θα πει… Ποιός το πήρε;
(Στη Μελχά)
Τι έγινε;
ΜΕΛΧΑ
Ο γιος του Εμμώρ άρπαξε τη Δίνα.
ΙΑΚΩΒ
Ο γιος του άρχοντα-ποιος; Ο Συχέμ;
(Η Μελχά κοιτάζει ερωτηματικά τη Ρόνι. Εκείνη γνέφει ναι).
Πώς έγινε; Πότε; Πες μου.
ΛΕΊΑ
Πάει το κορίτσι μου. Το ’λεγα εγώ.
(Στη Ρόνι)
Και συ που είχες τα μυαλά σου; Ω! Δυστυχία μου!
ΙΑΚΩΒ
(Βάζει τη Λεία να καθίσει)
Σώπασε να δούμε τι έγινε.
(Στη Ρόνι)
Λέγε επιτέλους κορίτσι, τί έγινε;
(Η Ρόνι κλαίγοντας πέφτει μπροστά στα πόδια του Ιακώβ. Δυνατά)
Σταμάτα τα κλάματα και μίλα.
ΡΟΝΙ
Εγώ της έλεγα να γυρίσουμε αφέντη. Δε μ’ άκουγε.
ΑΡΑΧΕΜ
(Πλησιάζει, τη Ρόνι)
Μη φοβάσαι. Άσε τα κλάματα και μίλα. Λέγε.
ΡΌΝΙ
Εκεί που περπατούσαμε ήρθανε δύο άρματα. Στο ένα ήτανε ο Συχέμ ο άρχοντας. Κατέβηκε και μας μίλησε .Είπε της Δίνας να πάει μαζί του. Εκείνη δεν πήγαινε και την άρπαξε ο ίδιος. Την έβαλε στο άρμα του και φύγανε.
ΛΕΙΑ
(κλαίγοντας)
Κορίτσι μου!
ΙΑΚΩΒ
(στον εαυτό του)
Δε μπορώ να το πιστέψω. Ο Εμμώρ να το κάνει αυτό σε μένα;..
(στην Ρόνι)
Ήξερε ποια είναι η Δίνα;
ΡΟΝΙ
Του το είπε. Του είπε για τ’ αδέρφια της, του είπε και για σένα αφέντη, τίποτα εκείνος. Την πήρε. Του μίλησα κι εγώ αφέντη. Έπεσα στα πόδια του. Τον παρακάλεσα. Μ’ έκανε πέρα. Δε φταίω κυρά μου... της έλεγα να γυρίσουμε.., δε μ’ άκουγε. Τί να ’κανα;
ΙΑΚΩΒ (στη Ρόνι)
Πήγαινε.
(Η Ρόνι οπισθοχωρεί κλαίγοντας και προσκυνώντας και βγαίνει. Η Ζελφά βγαίνει πίσω της)
Το παλιόσκυλο!
ΛΕΙΑ
Σαν τα μάτια μου τη φύλαγα. Σα λουλουδάκι τη μεγάλωνα. Γιατί; Για να τη χαρεί ένας αγριάνθρωπος
(Κλαίγοντας κρύβει το κεφάλι στις παλάμες της)
ΑΡΑΧΕΜ
Αφεντικό, να ετοιμάσω τους άντρες; Θα ’χουμε φασαρίες;
ΙΑΚΩΒ
Όχι. Αυτό όχι. Πήγαινε για την ώρα Αραχέμ. Και να μην πείτε σε κανέναν τίποτα.
(Ο Αραχέμ βγαίνει).
ΛΕΙΑ
Στείλε να το μηνύσεις στ’ αδέρφια της μήπως αυτά κάτι κάνουν. Γιατί να μ’ ακούσεις θεέ μου και να μου το δώσεις κορίτσι το παιδί αυτό; Στο ζήτησα για να μην είναι αγόρι πάλι και ζηλεύει η αδερφή μου, και συ μ’ άκουσες. Ας μη μιλούσα καθόλου. Τώρα δε θα μ’ έβρισκε τούτο το κακό.
ΙΑΚΩΒ
Δεν το ’ξερα αυτό.
ΛΕΙΑ
Το ξέρεις τώρα. Και τι αλλάζει; Ω! Δυστυχία!
ΙΑΚΩΒ
Έτσι ήθελε ο Κύριος έτσι έγινε. Μην κριματίζεις. Μόνο μπορούσα πες να την είχα δώσει του Ησαύ. Για χάρη σου όμως δεν το ’κανα -δε θα περνούσε καλά το κορίτσι μαζί του.
ΛΕΙΑ
Θα στείλω να το μηνύσω στα παιδιά. Αυτά κάτι θα κάνουν.
ΙΑΚΩΒ
Κοίταξε πώς θα τους το πεις. Είναι αψοί και θα παραφερθούνε. Μην τους αγριέψεις. Και να μην κάνουν τίποτα αν πρώτα δε μιλήσουν μαζί μου.
(Η Λεία βγαίνει)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Χωράφια του Ιακώβ.
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ,
ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.-γιοί του Ιακώβ
ΣΥΜΕΩΝ
Τ’ ακούσατε όλοι αδέρφια. Ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή μας. Θ’ αφήσουμε ανεκδίκητη την τιμή της; Και πώς θ’ αντικρύσουμε αύριο τον κόσμο που θα λέει «τι τα ’θελε τόσα αδέρφια αφού άφησαν το Συχέμ να τους αρπάξει την αδερφή τους;»
ΛΕΥΙ
Και τί να κάνουμε; Ο Συχέμ είναι ο άρχοντας της χώρας. Έχει άντρες και όπλα. Εμείς τί έχουμε;
ΣΥΜΕΩΝ
Έχουμε τα σπαθιά μας. Κι έχουμε κι εμείς άντρες. Κι η Δίνα είναι αδερφή μας. Μην περιμένετε απ’ τον πατέρα μας να δράσει. Εκείνος όλα τα θέλει να γίνουν ήσυχα. Ησυχία ησυχία, να τώρα που ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή μας. Σα να ήτανε μια πόρνη της φέρθηκε. Είμαστε όλοι αδέρφια της εδώ. Μα εμείς οι έξη είμαστε αδέρφια της κι απ’ την ίδια κοιλιά. Λοιπόν τι λες αδέρφι Ρουβήν;
ΡΟΥΒΗΝ
Λέω να βρούμε ένα τρόπο να πάρουμε πίσω τη Δίνα χωρίς να χυθεί αίμα. Γιατί θα χυθεί το δικό μας αίμα.
ΣΥΜΕΩΝ
Αδερφέ μου σε σέβομαι γιατί είσαι μεγαλύτερος. Όμως-και να με συμπαθάς, κι αν μας δώσει μόνος του πίσω το κορίτσι φεύγει και η ντροπή;
ΡΟΥΒΙΝ
Είναι πολλοί οι Συχεμίτες.
ΣΥΜΕΩΝ
Είναι πολλοί αλλά μας ατίμασαν.
ΡΟΥΒΗΝ
Και τι λες να κάνουμε Συμεών; Ορίστε, πες μας το σχέδιο σου.
ΣΥΜΕΩΝ
Το σχέδιο μου είναι να πάρουμε πίσω την τιμή μας. Δεν ξέρω ακόμα πώς. Και σας ρωτάω: θα με βοηθήσετε σ’ αυτόν το σκοπό; Είμαστε άντρες πια. Μπορούμε και πιάνουμε όπλα στα χέρια μας. Στύβουμε την πέτρα και βγάζει νερό.
ΙΟΎΔΑΣ
Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι λυπούμαστε και πονάμε για την αδερφή μας. Πρέπει να μάθουμε σ’ αυτόν τον χυδαίο ότι μπορεί να είναι άρχοντας, μα πρέπει να μας σέβεται. Αυτό πρέπει να ’ναι το μάθημά του. Και να ’ναι σκληρό μάθημα.
ΣΥΜΕΩΝ
Ισσάχαρ;..
ΙΣΣΑΧΑΡ
Ότι αποφασίστε εσείς κι εγώ μαζί σας.
ΣΥΜΕΩΝ
Εσύ Ζαβουλών είσαι μικρός κι εσύ όμως θα βοηθήσεις από κοντά. Εσείς οι άλλοι αδέρφια τί λέτε;
ΔΑΝ
Κι αν η Δίνα δεν είναι αδερφή μας από κοιλιά, όμως σε όλους έγινε η προσβολή. Ένας άπιστος να κλέψει την αδερφή μας… την κόρη του Ιακώβ... Αδέρφια, ξέρω μια κρυψώνα δίπλα στο δρόμο που περνάει ο Συχέμ. Αν μ’ αφήστε, αύριο κιόλας ο Συχέμ θα ’ναι νεκρός. Θα λουφάξω εκεί, κι όταν πλησιάσει το άρμα του, θα πεταχτώ και όπως δαγκώνει το φίδι, έτσι θα τον χτυπήσω. Και θα σπαρταράει σαν σφαγμένο πρόβατο στο χώμα πάνω.
ΣΥΜΕΩΝ
Δαν αδέρφι, κράτα το θυμό σου για την ώρα που θα χρειαστεί. Αδέρφια, ακούστε με καλά. Ήρθαμε από έναν τόπο όπου ήμασταν ξένοι σ’ άλλον τόπο, όπου κι εδώ είμαστε ξένοι. Όπως ήταν κι ο πατέρας μας κι ο παππούς μας κι ο προπάππος μας. Και ξέρετε-γιατί να σας τα λέω-τη δυστυχία που τραβάει ο ξένος. Ως πότε αδέρφια; Ο θεός του πατέρα μας, είπε σ’ αυτόν πως θα του δώσει αυτή τη γη δική του και στους απογόνους του-σε σας και σε μένα. Το ίδιο είπε και στον Ισαάκ, το ίδιο είπε και στον Αβραάμ. Αυτά μας λέει και μας ξαναλέει ο πατέρας μας για χρόνια τώρα. Ο θεός όμως δε θα διώξει έτσι ξαφνικά όλους τους Χαναναίους για να μας δώσει έτοιμη τη γη να την κάνουμε δική μας. Πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς γι αυτό. Εγώ, αυτό που έγινε με τη Δίνα, το βλέπω σαν μια ευκαιρία να γίνουν αληθινά τα λόγια του θεού τώρα, από μας, για μας. Ας αρχίσουμε από τους Συχεμίτες αδέρφια.
(σιωπή)
ΓΑΔ
Εγώ είμαι πρώτος γι αυτό. Όμως πρώτα θέλω να μάθω τί ακριβώς έγινε. Η Δίνα είναι αδερφή σας και την ξέρετε καλλίτερα από εμάς -δεν μπορεί να της άρεσε ο Συχέμ και να πήγε θέλοντας μαζί του;
ΣΥΜΕΩΝ
Στην αδερφή μας ν’ αρέσει ένας αλλόπιστος; Γαδ αδερφέ μου ούτε να το σκεφτείς πάλι αυτό. Ποτέ δε θα ’κανε η Δίνα κάτι τέτοιο.
ΓΑΔ
Παίρνω πίσω το λόγο μου αδέρφι. Και ξέρω πως εσύ πονάς περισσότερο απ’ όλους μας γιατί είσαι ο αγαπημένος της αδερφός. Γι αυτό δε δευτερώνω την κουβέντα μου. Είμαστε και μεις οι άλλοι μαζί σας. Όμως χρειάζεται περίσκεψη.
ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ
Άκουσα ότι ο Εμμώρ έχει κοντά του πάντοτε τρακόσους άντρες. Και ότι μπορεί να μαζέψει τρεις χιλιάδες μέσα σε μια μέρα.
ΔΑΝ
Κι έχουνε όπλα και χάλκινα σπαθιά. Πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο.
ΑΣΗΡ
Αν ζητήσουμε να μας βοηθήσει και ο θείος μας ο Ησαύ;
ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Αυτός θα τα θέλει όλα δικά του. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ας πάμε τώρα στην κατασκήνωση να δώσουμε θάρρος στις γυναίκες. Και κουβέντα στον πατέρα μας για τα σχέδια μας. Και να μη μάθει τίποτα ο Ιωσήφ γιατί θα του το προλάβει αμέσως. (Βγαίνουν όλοι ένας ένας και μένουν στο τέλος ο Συμεών με τον Λευί)
ΛΕΥΊ
Λες αδέρφι να ήρθε η ώρα να κάνουμε δική μας τη Χαναάν;
ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω. Όμως αν δεν προσπαθήσουμε ποτέ δεν θα μάθουμε.
(Βγαίνουν)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Παλάτι του Εμμώρ.
ΣΥΧΕΜ, ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΈΤΡΙΕΣ
ΣΥΧΕΜ
(Τελειώνει το ντύσιμό του. Η Δίνα στο κρεβάτι καθιστή)
Πενήντα στρατιώτες είναι πάντα έτοιμοι δίπλα μου να με προστατεύουν και να με υπηρετούν. Η χώρα μου είναι πλούσια. Ότι πεις, το δίνει το χώμα της. Με τους γείτονες μου καλά τα πάω. Όλοι μέσα στη χώρα με φοβούνται και με υπολογίζουν. ‘Όλα όσα έχω θα γίνουνε δικά σου. Θα είσαι η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες μου. Και τ’ αδέρφια κι ο πατέρας σου θα ’χουν ότι θέλουν. Μόνο να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω τον πατέρα μου να σε ζητήσει από τον δικό σου.
(Την πλησιάζει)
Είσαι το ομορφότερο λουλούδι της χώρας μου. Μπροστά σου δε βάζω όλες τις παλλακίδες μου μαζί. Όταν γίνω άρχοντας εγώ στη θέση του πατέρα μου, εσύ θα είσαι η δεύτερη στη χώρα μετά από μένα.
ΔΙΝΑ
Αν με είχες ζητήσει από τον πατέρα μου, τότε όλα θα ήταν αλλιώς. Τώρα είναι εχθρός σου. Εσύ τον έκανες κλέβοντάς με.
ΣΥΧΕΜ
Ο πατέρας σου δε θα πει όχι. Μου το είπε ο πατέρας μου. Τον έχει καταλάβει καλά. Φοβάται. Σ’ έκλεψα γιατί είμαι ο άρχοντας. Όποια γυναίκα θέλω, το ’χει τιμή να έρθει στο κρεβάτι μου.
(Χτυπάει ένα χάλκινο ηχείο κου βρίσκεται κρεμασμένο στον τοίχο. Εμφανίζεται ένας υπηρέτης που υποκλίνεται)
Φέρε τα φορέματα για τη βασίλισσα. Και να φωνάξεις τις καλλίτερες δούλες να τη ντύσουν
(ο υπηρέτης υποκλίνεται και βγαίνει)
Θα σού φέρουν τα καλλίτερα φορέματα που υπάρχουν στη χώρα, φερμένα από την Ασσυρία, από τη Χαλδαία, από την Αίγυπτο. Θα διαλέξεις όποια κι όσα θέλεις. Και θα διατάζεις τις κοπέλες αυτές-είναι δούλες σου. Θα πάω να βρω τον πατέρα μου να πάει να σε ζητήσει από τον δικό σου.
ΔΙΝΑ
Ανάποδα το έκανες. Πρώτα ζητάνε κι ύστερα παίρνουν.
ΣΥΧΕΜ
Είμαι ο άρχοντας.
ΔΙΝΑ
Και μένα δε με ρωτάς; Δεν είπα το ναι ακόμα.
ΕΥΧΙΜ
Σου αρέσω. Κι αφού σου αρέσω θα το πεις.
(Βγαίνει)
ΔΙΝΑ
(Σηκώνεται από το κρεβάτι. Μόνη)
Έπεσες στην παγίδα μου Συχέμ. Στην ώρα σου πέρασες από το μέρος όπου μ’ ήβρες. Και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς στα κάλλη του κορμιού μου-και ποιος θ’ αντιστεκότανε σε τούτο το κορμί... Κι αν βγάλω όχι το βέλο μου μόνο, αλλά κι όλα τα ρούχα που το σκεπάζουν, ψεγάδι ουτ’ ένα δε θα βρεις στα τόξα του,. Όμως μακριά από μένα ο πόθος σου Συχέμ. Αν αλλόπιστος δεν ήσουνα κι αν άλλονε δεν αγαπούσα, τότε μπορεί και να γινόμουνα γυναίκα σου. Γιατί βλέπω πώς κάτω από την αγριάδα σου κρύβεται ένας ανόητος που θα μπορούσα να τον κάνω ότι θέλω. Όταν το κεφάλι σου θα πέφτει κάτω από το σπαθί του αγαπημένου μου, τότε θα δούμε πόσο είσαι άρχοντας. Πήγαινε φέρνε δούλους να με υπηρετούνε. Φέρνε δούλες να με συντροφεύουνε. Ντύσε με, φκιασίδωσέ με. Μ' αν τα κρατούσα ολ’ αυτά με αντίτιμο την προδοσία της φυλής μου, άξια θα ήμουνα για την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Όμως είμαι έξυπνη. Θα κρατήσω και τα πλούτη σου και την τιμή μου.
(Μπαίνουν οι υπηρέτριες).
Α' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου προσκυνώ. Εγώ και οι τρεις συντρόφισσές μου είμαστε οι δούλες σου. Μας έστειλε ο άρχοντας για να σου φέρουμε φουστάνια. Διάλεξε όποιο θέλεις κυρά μου. Μα θαρρώ θα τα κρατήσεις όλα-στην ομορφιά σου ταιριάζει κάθε ρούχο.
ΔιΝΑ
Σ’ ευχαριστώ καλή μου και για τα καλά σου λόγια και για τα φορέματα. Βοήθησέ με να φορέσω αυτό.
Β΄ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Αυτό κυρά μου είναι πράγματι ωραίο. Με σχέδια καμωμένα απ' τον καλλίτερο Φερεζαίο τεχνίτη. Κοίτα το πουλί αυτό που σκύβει για να τσιμπήσει κάτι. Δεν είναι σαν ζωντανό;
Γ' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κι όταν θα το φορέσεις κυρά, θα ’ναι σα να βοσκάει στου στήθους σου το περιβόλι.
ΔΙΝΑ
θα βάλω κι αυτή τη ζώνη μαζί. Πολύ μου αρέσει.
Δ΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ ,
Και το βέλο τούτο κυρά-μαζί πάνε. Και τα σαντάλια. Πάλι μπορείς να δοκιμάσεις και τούτα…
ΔΙΝΑ
(Διαλέγει)
Θα κρατήσω αυτό. Κι αυτά. Μη φύγετε όμως ακόμα. Καθίστε καλές μου, θέλω συντροφιά. Μου λείπουν οι δικοί μου.
Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου έτσι είναι στην αρχή. Μα συνηθίζεται. Και πολύ γρηγορότερα σαν είσαι κυρά κι όχι δούλα όπως εμείς.
ΔΙΝΑ
Μετά από δω θέλω να βγω μαζί σας μια βόλτα. Θέλω να μου μάθετε το παλάτι, τον κήπο του και τα γύρω. Κι αν είσαστε καλές μαζί μου δε θα έχετε να φοβηθείτε τίποτα. Ο άρχοντας θα κάνει για σας ό, τι του πω.
Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου, καμιά μας δε θα σου πει όχι σε ότι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΙΑΚΩΒ, ΛΕΥΊ, ΣΥΜΕΩΝ, ΡΟΥΒΗΝ, ΑΡΑΧΈΜ, ΕΜΩΡ.
Σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.
ΙΑΚΩΒ
Έρχεται ο Εμμώρ για να με δει. Δε θα του φερθούμε άσχημα. Είμαστε ξένοι!
ΛΕΥΙ
Ο γιός του δε φέρθηκε άσχημα στην αδερφή μας;
ΙΑΚΩΒ
Έρχεται να μας δει. Ας δούμε τι θέλει.
ΣΥΜΕΩΝ
Ο, τι και να πει και ό τι και να κάνει, μπορεί να ξεπλύνει τέτοια προσβολή;
ΙΑΚΩΒ
Λοιπόν τι; Θα πρέπει να καταστραφούμε όλοι επειδή της Δίνας της αρέσει ο περίπατος; Τί θέλετε; Να πολεμήσουμε τον Αμώρ; Δεν έχουμε τις δυνάμεις. Βέβαια θα κάνουμε τον Αμμώρ να καταλάβει πως αυτό που έκανε ο γιος του είναι άνομο. Κι ύστερα ανάλογα τι θα πει ο άρχοντας.
ΡΟΥΒΗΝ
(στα αδέρφια του)
Πάντοτε σέβομαι τη γνώμη του πατέρα. Και προχωρώ και δίνω κι ένα δίκιο στον Συχέμ. Είδε μπροστά του ένα όμορφο κορίτσι, άρχοντας είναι, το πήρε-ξέρουμε όλοι πως αυτά συνηθίζονται από τους άρχοντες. Και είμαστε άντρες και μεις και ξέρουμε τι σημαίνει να σ’ αρέσει μια γυναίκα και να μη μπορείς να την έχεις. Κι έπρεπε και μεις να κρατούμε το κορίτσι στο σπίτι αν δε θέλαμε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά που λέω δε θα τα πω βέβαια μπροστά στον Αμώρ. Ούτε τον δικαιολογώ. Είναι φταίχτης απεναντί μας. Εκείνο που πρέπει νομίζω είναι, όπως λέει κι ο πατέρας, να περιμένουμε να δούμε τι θα πει ο Εμμώρ-με τι διαθέσεις έρχεται-και ανάλογα να πράξουμε.
ΣΥΜΕΩΝ
Με τι διαθέσεις μπορεί να έρχεται αδερφέ; Κι ακόμα κι αν έπεφτε γονατιστός και ζήταγε συγνώμη , εμείς θα τόνε συγχωρούσαμε;
ΡΟΥΒΗΝ
Όχι αδκρφέ, μα τί να κάνουμε, πες.
ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω, ότι μας φωτίσει ο θεός του πατέρα μας.
ΙΑΚΩΒ
Τώρα μίλησες σωστά παιδί μου. Ο θεός μου ποτέ δεν με άφησε ξεκρέμαστον. Πάντοτε με βοηθούσε στις δύσκολες ώρες. θα με βοηθήσει και τώρα.
ΡΟΥΒΉΝ
Πατέρα, ο θεός σου είναι και θεός μας. Κι αφού σε βοηθάει όλοι μας τον αγαπούμε. Είπες ότι σου είπε για τη Χαναάν πως θα γίνει δικιά μας. Μήπως ήρθε η ώρα πατέρα;
ΙΑΚΩΒ
Όταν έρθει η ευλογημένη αυτή ώρα ο θεός θα μου το φανερώσει.
(Μπαίνει ο Αραχέμ)
ΑΡΑΧΕΜ
Αφέντη έρχεται ο Εμμώρ.
(βγαίνει)
ΙΑΚΩΒ
Καλώς να έρθει. Τον περιμένουμε.
(Σηκώνονται όλοι ορθοί. Μπαίνει ο Εμμώρ με δύο φρουρούς)
ΕΜΩΡ
Ιακώβ σε χαιρετάω και σένα και τη συντροφιά σου.
ΙΑΚΩΒ (υποκλινόμενος)
Κι εγώ σε χαιρετώ άρχοντα Εμμώρ. Κι αυτά είναι τρία από τα παιδιά μου.
Ο Ρουβήν, ο Συμεών, ο Λευί.
(τα παιδιά υποκλίνονται)
ΕΜΩΡ
Εύχομαι ο θεός να δίνει σε σένα και στα παιδιά σου όλα τα καλά. Ιακώβ, Έρχομαι για να αλλάξω ένα κακό σε καλό. Ο γιός μου ο Συχέμ είναι νέος. Και τα ξέρεις τα νιάτα. Βράζει το αίμα τους. Και βέβαια ξέρεις πως η κόρη σου η Δίνα είναι μαζί του. Την άρπαξε. Ξέρω πόσο λυπάσαι κι ας μη το δείχνεις. Λυπάμαι κι εγώ μαζί σου. Είμαι πατέρας κι εγώ. Στενοχωριέμαι και σαν άρχοντας της χώρας και σαν γείτονας σας. Θα ήθελα να είμαστε καλοί γειτόνοι κι όχι να βλέπει ο ένας τον άλλο με μισό μάτι. Και θέλω όσοι μένουνε στη χώρα μου να μη με φοβούνται ούτε να με αποφεύγουν σα να ήμουνα εχθρός τους. Γι αυτό έχω να σας πω αυτά τα λόγια. Και σας λέω από πριν πως με ότι πω συμφωνεί κι ο γιός μου ο Συχέμ-αυτός μ’ έστειλε. Ο γιος μου έδωσε την καρδιά του στη θυγατέρα σου. Και δε θέλει να την κρατάει στο παλάτι χωρίς την έγκρισή σας. Θέλει να την παντρευτεί. Και θα την έχει πρώτη στη σειρά απ’ όλες τις γυναίκες του. Και όχι μόνον ο Συχέμ κι η Δίνα, αλλά σου προτείνω να αρχίσουνε να συμπεθερεύουνε οι Συχεμίτες με σας. Γη πολλή έχουμε. Χωράμε κι εμείς κι εσείς κι άλλοι τόσοι. Και αν γίνει αυτό τότε θα είσαστε ισότιμοι με μας. Θα έχετε την άδεια να πηγαίνετε σε όποιο μέρος της Χαναάν θέλετε και θα εμπορεύεστε ελεύθερα. Κι αν συμφωνήσεις και δώσεις την κόρη σου στο γιό μου, για προίκα εγώ θα σου δώσω κι όσα κι ό,τι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει. Ήρθα ο ίδιος εδώ γιατί και σένα σκέφτηκα και την ευτυχία του γιου μου. Αποφάσισε και πες μου Ιακώβ.
ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα Εμμώρ τι ν’ αποφασίσω και τι να πω. Ο γιός σου άρπαξε το κορίτσι μου. Πρόσβαλε και μένα και τη φυλή μου. Εκτιμάω που ήρθες εδώ εσύ ο ίδιος για να μας ζητήσεις το κορίτσι μας, όμως καλλίτερα θα ήταν αν ερχόσουν πριν ο γιός σου αρπάξει τη θυγατέρα μου. Τώρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γιατί δεν είναι εσύ κι εγώ που μιλάμε. Τώρα έχουν λόγο και τα παιδιά μου. Είναι άντρες πια κι ας μιλήσουν. Κι ύστερα σου λέω κι εγώ το δικό μου λόγο.
ΡΟΥΒΗΝ
Άρχοντα, έτσι το ’χετε σεις εδώ; Ν’ αρπάζετε τα κορίτσια του κόσμου; Θα σου πω τούτο κι ας με μαλώσει ο πατέρας μου γι αυτή μου την ασέβεια. Άλλη φορά να εξετάζει πρώτα ο γιός σου ποια είναι η κοπέλα που αρπάζει προτού την αρπάξει. Όσο για τώρα, δεν ξέρω τι να πω. Θέλω πρώτα να ξαστερώσει το μυαλό μου κι υστέρα θα κουβεντιάσω με τ’ αδέρφια μου και θα σου πούμε.
ΣΥΜΕΩΝ
Άρχοντα, έχουμε όλο το δίκιο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως ότι έγινε δεν ξεγίνεται. Πραγματικά δε βλέπω τι άλλο εκτός από το γάμο θα μπορούσε να γίνει. Ο γάμος αυτός κι εμάς θα μας ικανοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, και το γιό σου, αφού αγάπησε την αδερφή μας. Ένα είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το γάμο. Πως εμείς όλοι έχουμε κάνει περιτομή και σεις είσαστε απερίτμητοι. Η περιτομή είναι βασικό στοιχείο της λατρείας μας και ποτέ μέχρι τώρα δε δώσαμε δικό μας κορίτσι σε άντρα που έρχεται από απερίτμητη φυλή. Μπορούνε να ταιριάξουνε τα πράγματα αν και της δικής σου φυλής οι άντρες κάνουνε περιτομή. Έτσι θα δείξετε πως δεν είσαστε εχθροί μας και τότε δεν θα υπάρχει εμπόδιο για το γάμο. Αν όμως δεν κάνετε περιτομή, θα πάρουμε πίσω την αδερφή μας και θα φύγουμε. Τί λέτε αδέρφια;
ΛΕΥI
Μόνο έτσι μπορούμε να δεχτούμε το γάμο.
ΕΜΩΡ
Εσύ τι λες Ιακώβ;
ΙΑΚΩΒ
Σωστή κουβέντα.
ΕΜΩΡ
Είναι σωστή η γνώμη σας. Και σας ομολογώ πως ταιριάζει και με τη δική μου γνώμη. Θα το δεχτεί και ο Συχέμ γιατί αγαπάει τη Δίνα. Σας ευχαριστώ για την καλή λύση που δώσατε στο πρόβλημα μας. Και τώρα να φύγω.
ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα, το ’χουμε συνήθειο να φιλεύουμε τον ξένο που μπήκε στο σπίτι μας. Κάτσε να φάμε.
ΕΜΩΡ
Θα πάω να πω τα χαρούμενα νέα στον Συχέμ. Θα φάμε και θα πιούμε όλοι μαζί στο γάμο. Σας χαιρετώ.
(βγαίνουν)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΈΚΤΗ
Το σπίτι ενός Συχεμίτη.
ΝΟΙΚΟΚΥΡA, Β' ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ, ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ (Κοπανίζοντας στάρι σ’ ένα γουδί)
Και θα την παντρευτεί;
Β' ΓΕΙΤΌΝΙΣΣΑ
Θα την παντρευτεί . Πήγε ο ίδιος ο άρχοντας στον πατέρα της και τη ζήτησε.
ΝΟΙΚ.
Είναι άρχοντας κι αυτός;
Β' Γ.
Λένε πως έχει πολλά ζώα και πολύν πλουτο. Άρχοντας όμως δεν είναι.
ΝΟΙΚ.
Ακούω πως είναι άπιστοι. Δεν πιστεύουν στον Μαρντάκ. Πώς θα πάρει ο γιός του άρχοντα γυναίκα άπιστη;
Β'Γ.
Ναι. Είναι άπιστοι. Κάνουνε θυσίες σε δικό τους, ξένο θεό.
ΝΟΙΚ. Ποιον;
Β'Γ.
Δεν ξέρω. Και δεν του φτιάχνουν αγάλματα ούτε ζωγραφιές λέει.
ΝΟΙΚ.
Τότε πού πιστεύουν; Στον αέρα; Άλλο και τούτο…
Β'Γ.
Ο θεός τους παρουσιάζεται ο ίδιος λέει μπροστά τους.
ΝΟΙΚ.
Και με τέτοιους ανθρώπους κάνει συμπεθεριό ο άρχοντας;
Β'Γ.
Μη στενοχωριέσαι συ. Για να δέχτηκε τέτοιο πράγμα ο άρχοντας θα πει πως έχει ψωμί η υπόθεση. Θα κερδίσει πολλά.
ΝΟΙΚ.
Μακάρι γιατί κάτι θα μείνει και για μας.
Β'Γ.
Ο θεός να δώσει. Σήμερα λέει θα τους εμίλαγε ο άρχοντας στην πύλη. Πήγε ο άντρας σου;
ΝΟΙΚ.
Πήγε.
Β' Γ.
Να δούμε τι νέα θα σου φέρει.
(Ακούγονται βήματα)
ΝΟΙΚ.
Αυτός είναι. Κατά φωνή.
Β' Γ. (Βιαστικά)
Φεύγω φεύγω…
(Βγαίνει. Μπαίνει ο άντρας Συχεμίτης).
ΝΟΙΚ.
Καλώς τον. Σας μίλησε ο άρχοντας;
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας μίλησε.
ΝΟΙΚ.
Και τί σας είπε;
Α.Σ.
Μας είπε να κάνουμε περιτομή. Να τι μας είπε. Γιατί, λέει, έτσι θα κάνουμε φίλους τους τσοπάνηδες και θα ’χουμε δικά μας τα πρόβατά τους.
ΝΟΙΚ.
Πώς θα τα ’χουμε δικά μας;
Α. Σ.
Δεν είπε. Θα τους σκοτώσει και θα τα πάρει. Πώς αλλιώς; Ζωντανός άνθρωπος αφήνει να του πάρουνε τα ζώα του; Άκου περιτομή! Σε λίγο θα μας πει και να μην έχουμε είδωλα των θεών μας. Και θα μας πει να πιστεύουμε σε ένα θεό μόνο, αρκεί να βρει κι άλλη ευκαιρία για πλιάτσικο.
ΝΟΙΚ
Άντρα μου, αν το πει, άρχοντας είναι, τι να κάνουμε;
Α.Σ.
Μα βρε γυναίκα, βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει. Εγώ μόνος μου μπορώ να κάνω παιδιά αν δεν είχα εσένα; Πώς ένας θεός μονάχα θα μπορούσε να γεννήσει όλους τους άλλους θεούς που βλέπουμε; Τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ αστέρια... Φαντάσου τον Αμσού-
μεγάλη η χάρη του-χωρίς την Τιαμά. Πώς θα μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε;
ΝΟΙΚ.
Δίκιο έχεις άντρα μου.
Α.Σ.
Έχω μα πού να το βρω…
ΝΟΙΚ
Και θα κάνεις περιτομή κι εσύ;
Α.Σ.
Ξέρω κι εγώ τι θα κάνω; Πονάει κιόλας λένε. Και πρέπει για πέντε μέρες να μείνουμε στο σπίτι με θέρμη, μακριά από τις δουλειές μας.
ΝΟΙΚ.
Αφού το λέει ο άρχοντας κάνε το άντρα μου, ας μη του πάμε κόντρα.
Α.Σ.
Θα δω τι θα κάνω. Βάλε κάτι να φάω και να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω χωράφι.
ΝΟΙΚ.
Πάω άντρα μου.
(βγαίνει)
Α.Σ.
(μόνος)
Άκου περιτομή! Αλλά και πάλι πώς να πας κόντρα στον άρχοντα;Ύστερα τόσες φυλές κάνουν περιτομή, γιατί όχι κι εμείς; Μα να την κάνουμε για το χατίρι του Συχέμ... Τέλος. Ας ξημερώσει και θα το σκεφτώ πάλι. Άκου περιτομή…
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
Παλάτι του Εμμώρ. Κήπος. βράδυ.
ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ, ΣΥΜΕΩΝ
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου δυο μήνες είσαι μαζί μας κι είναι σα να σε ξέρουμε χρόνια. Είσαι καλή κι απλή σαν κι εμάς κι ας είσαι αρχόντισσα.
ΔΙΝΑ
Δεν είμαι ακόμα αρχόντισσα. Πρόσεξε μήπως όταν γίνει ο γάμος αλλάξω.
(Γελάει)
Όχι καλή μου. Πάντοτε θα είμαι όπως τώρα. Με τους καλούς είμαι καλή.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Το φόρεμα του γάμου κυρά μου δε φαίνεται από τα διαμάντια και το χρυσάφι που έχει πάνω του.
ΔΙΝΑ
Ναι, μου αρέσει και μένα. Ο άρχοντας γύρισε;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Ναι κυρά. Κουβεντιάζει με τον πατέρα του.
ΔΙΝΑ
Πήγαινε να του πεις πως είμαι εδώ και πως θ’ ανέβω σε λίγο να τον δω.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου είναι βράδυ. Πώς θα κάτσεις μόνη σου στον κήπο;
ΔΙΝΑ
Δεν είμαι μικρό παιδί να φοβάμαι . Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Μάλιστα κυρά.
(Υποκλίνεται, βγαίνει)
ΔΙΝΑ
(Πηγαίνει προς την πόρτα του κήπου. Με προφύλαξη, σιγά)
Συμεών! Συμεών!
(Εμφανίζεται πίσω από την μάντρα του κήπου ο Συμεών. Πηδάει την μάντρα και μπαίνει. Αγκαλιάζει τη Δίνα. Φιλιούνται)
ΣΥΜΕΩΝ
Ω! Πόσο μου λείπεις αγαπημένη μου…
ΔΙΝΑ .
Κι εσύ αγαπημένε μου μου λείπεις. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα.
ΣΥΜΕΩΝ
Κάνε κουράγιο. Σε πέντε μέρες θα κάνουν περιτομή οι Συχεμίτες. Την δεύτερη μέρα μετά την περιτομή θα τελειώσουν τα βάσανα σου. Το βράδυ της ημέρας εκείνης να ’χεις κοντά σου τον Συχέμ.
Θα μπούμε στην πόλη με τους υπηρέτες μας οπλισμένους όλους, κι έτσι ανήμποροι που θα ’ναι όλοι στα σπίτια τους, θα τους κατασφάξουμε.Έφτασε η ώρα να γίνω εγώ άρχοντας κι εσύ δίπλα μου αρχόντισσα τιμημένη. Έχεις άλλο τίποτα καινούργιο να μου πεις; Έμαθες τίποτε άλλο;
ΔΙΝΑ
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Όμως να προσέχετε.
Δυο φορές τις τελευταίες μέρες που μιλούσε με τον πατέρα του, όταν πλησίασα έκοψαν άξαφνα την κουβέντα τους. Να προσέχετε.
ΣΤΜΕΩΝ
Μήπως κατάλαβε τίποτα και θέλει να μας προλάβει;
ΔΙΝΑ
Δεν νομίζω. Θα σε ειδοποιήσω αν μάθω κάτι…
ΣΥΜΕΩΝ
Προσέχουμε αγαπημένη μου, προσέχουμε. Μήπως έφερε κι άλλους άντρες στο παλάτι;
ΔΙΝΑ
Οχι. Οι ίδιοι είναι. Εσείς είσαστε σύμφωνοι όλοι ή μήπως κανείς φέρνει αντιρρήσεις;
ΣΥΜΕΩΝ
Όλοι σύμφωνοι είναι. Όμως την αρχή θα την κάνω με το Λευί. Ύστερα θ’ ακολουθήσουν οι άλλοι.
ΔΙΝΑ
Με το Λευί; Ποτέ δεν τα πηγαίνατε καλά οι δυο, τώρα είναι μαζί σου;
ΣΥΜΕΩΝ
Είναι γιατί μυρίζεται ψητό.
ΔΙΝΑ
Κατάλαβε κανείς ότι τα είχαμε σχεδιάσει όλα;
ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Η Ρόνι με την περιγραφή της αρπαγής σου τους έπεισε όλους τελείως.
(Τη φιλάει)
Αγαπημένη μου να προσέχεις κι εσύ.
Δε μ’ άρεσαν αυτά που μου είπες για τον Συχέμ και τον πατέρα του.
Και πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει.
(φιλιούνται)
Γεια σου
ΣΥΜΕΩΝ
Γεια σου.
ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
(λίγες ημέρες μετά. Σκηνή του Ιακώβ)
ΙΑΚΩΒ, ΑΡΑΧΕΜ, ΛΕΙΑ, ΒΑΛΛΑ, ΜΕΛΧΑ, ΡΟΥΒΙΝ, ΛΕΥΙ, ΙΟΥΔΑΣ, ΔΑΝ.
ΙΑΚΩΒ
(έξαλλος)
Παιδιά μεγάλωσα εγώ ή φίδια; Ω! Πώς πονάει η πληγή που μου άνοιξαν… Άμυαλοι. Με το μαχαίρι νομίζουνε πως θα λύσουνε το πρόβλημά τους. Ανόητοι. Κι η συμφωνία που κάναμε με τον Αμώρ; Δεν τη λογάριασαν; Και είσαι σίγουρος πως σκότωσαν και τους αρχόντους;
ΑΡΑΧΈΜ
Όλους! Ναι αφέντη. Και τον Εμμώρ και τον Συχέμ και τη φρουρά τους. Κι όλους τους άντρες της πόλης. Εκμεταλλεύτηκαν που οι Συχεμίτες κάνανε περιτομή και δεν ήτανε ικανοί για αντίσταση.
ΙΑΚΩΒ
Ω! Συφορά! Και δεν τους έφτανε αυτό μα λεηλάτησαν και τα σπίτια τους…
ΑΡΑΧΕΜ
Και πήραν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους κι ότι πολύτιμο είχαν στα σπίτια τους οι ανθρώποι.
ΙΑΚΩΒ
Καλά , εγώ είμαι γέρος, εμένα με κορόιδεψαν. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα;
ΑΡΑΧΈΜ
Ούτε εγώ ούτε κανένας από τους άντρες μου αφέντη μου. Κρυφό το κράτησαν από μένα τα παιδιά σου. Πήραν τους βοσκούς και τους δούλους και μ’ αυτούς παρέα κάνανε ό,τι κάνανε.
ΙΑΚΩΒ
Πού είναι τώρα;
ΑΡΑΧΕΜ
Ο Συμεών έμεινε εκεί, οι άλλοι κάπου εδώ τριγυρίζουν.
ΙΑΚΩΒ
Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Συμεών άραγε; Και τι σχεδία έχουν κι οι άλλοι; Φώναξε μου όποιον βρεις από δαύτους! Αμέσως. Τώρα!
(ο Αραχέμ βγαίνει. Ο Ιακώβ δυνατά)
Λεία! Δάλλα! Μελχά!
(Προβαίνουν μία μία οι γυναίκες)
Τα μάθατε τα κατορθώματα των γιων σας; Μάθατε τις ντροπές που ρίξαν στο κεφάλι μου; Μάθατε τις έγνοιες που μου βάλανε; Φίδια μου γεννήσατε, όχι παιδιά. Να ’τοιμαστείτε για φευγιό. Δε γίνεται άλλο να σταθούμε εδώ. Θα μας ρημάξουν. Τι συφορά! Πάνω που είπαμε να ριζώσουμε δω χάμου, να ’μαστε πάλι για δρόμο! Να μην πείτε τίποτα στη Ραχήλ. Θα της τα πω εγώ τα νέα όπως πρέπει. Αντέστε. Φύγετε. Συφορά μου!
(οι γυναίκες βγαίνουν)
Θεέ μου τί να κάνω; Εσύ στις δύσκολες στιγμές μου πάντοτε με βόηθησες. Βοήθα με και τώρα. Μου υποσχέθηκες να δώσεις σε μένα και στους απογόνους μου τη γη Χαναάν. Μην πάρεις πίσω το λόγο σου Κύριε για την απρέπεια των παιδιών μου. Και φανερώσου μου και πες μου τι να κάμω στις δύσκολες ώρες που περνώ.
(Μπαίνουν Ρουβήν, Ιούδας, Λευί, Δαν)
Πού είναι τα μαχαίρια σας; Φέρτε τα και σκοτώστε κι εμένα!..
ΡΌΥΒΙΝ
Πατέρα…
ΙΑΚΩΒ
..Αλλά μήπως δε μ’ έχετε κιόλας σκοτώσει; Αθώους ανθρώπους εσκοτώσατε. Γιατί;
ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα, ατιμάσανε την αδερφή μας!
ΙΑΚΩΒ
Όλοι την ατιμάσανε; Εσείς ρημάζατε την πόλη όλη. Εμένα δε με σκεφτήκατε; Όλος ο κόσμος τώρα θα έρθει ενάντια μας…
ΛΕΥΙ
Πατέρα, όλο μας λες πως τη Χαναάν θα μας τη δώσει δική μας ο θεός. Πώς θα μας τη δώσει αν δεν πολεμήσουμε; Έπρεπε να βοηθήσουμε τη θέληση του θεού.
ΙΑΚΩΒ
Ωραία τη βοηθήσατε. Σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους. Θαρρείτε ανόητοι πως έτσι παίρνονται οι Χαναάν; Τώρα ξέρετε τι θα γίνει; Οι Χαναναίοι και οι Φερεζαίοι θα ξεσηκωθούν και θα μας λιώσουν. Θα χάσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Αν κανένας από μας γλιτώσει θα είναι τυχερός. Πού είναι ο Συμεών;
ΛΕΥΙ
Έμεινε στην πόλη.
ΙΑΚΩΒ
Η Δίνα;
ΛΕΥΙ
Κι αυτή μαζί.
ΙΑΚΩΒ
Γιατί έμεινε εκεί ο Ιακώβ;
ΛΕΥΙ
Θέλει να γίνει άρχοντας εκεί λέει…
ΙΑΚΩΒ
Ω.' Τον ανόητο. Μήπως θέλει να πάρει και την Αίγυπτο; Ω! Τον ανόητο! Μα τι περίμενα απ’ αυτόνε κι από σένα που για να διασκεδάσετε κόβατε τα νεύρα από τα πόδια των ταύρων και τους βλέπατε να σπαρταράνε και γελούσατε; Αφού για το γέλιο σας κάνατε τέτοια, τι δε θα κάνατε στο θυμό σας πάνω…
ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα δίκια είσαι θυμωμένος. Μα με τους Συχεμίτες δε θα μπορούσαμε μετά από ότι έγινε-την αρπαγή της αδερφής μας-να είμαστε φίλοι. Θα ήμασταν εχθροί. Κι οι Συχεμίτες ήσαν δυνατότεροι. Έτσι πάντοτε θα κάναμε ότι εκείνοι ήθελαν. Μόνο με δόλο μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε. Πρέπει να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Αν το χειριστούμε το ζήτημα καλά, μπορούμε να ριζώσουμε στην χώρα του Συχέμ. Κι αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να εκπληρωθεί η υπόσχεση του θεού σου-του θεού μας-να πάρουμε τη Χαναάν.
ΙΑΚΩΒ
Άδικα αίματα δε θέλει ο θεός μου. Φύγετε. Και τραβάτε πέστε σ’ αυτό τον ελαφρόμυαλο ναρθεί εδώ προτού πέσουν απάνω του οι Φερεζαίοι και τότε δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί. Τραβάτε. Και στείλτε μου τον Ιωσήφ. Θέλω να ημερέψω λίγο την ψυχή μου.
ΑΥΛΑΙΑ
Τρίτη 21 Ιουλίου 2026
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
Για να θυμόμαστε και να σκεφτόμαστε
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1963
1
Τούρκοι εξτρεμιστές επιτίθενται εναντίον της Μονής Γαλακτοτροφούσας καί εκτελούν πέντε μοναχούς.
2
Αποφασίζεται ή σύγκληση πενταμερούς δια-σκέψεως για το Κυπριακό, στο Λονδίνο.
3
Οι Τούρκοι καί οι Τουρκοκύπριοι προβάλλουν καί πάλι το αίτημα της διχοτομήσεως.
4
Ό Πάπας Παύλος Στ' έπισκέπτεται την Ιερουσαλήμ.
5
Ή Αμερικανική κυβέρνηση δηλώνει ότι θα υποστηρίξει την Μαλαισία απέναντι στις Ινδονησιακές αξιώσεις.
6
Ό Πάπας Παύλος συναντάται με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Άθηναγόρα στό Όρος των Έλαιών.
7
Βρεταννική εταιρία αναγγέλλει την πώληση 400 λεωφορείων στην Κούβα.
8.
Ο
Ό πρόεδρος Τζόνσον καταθέτει ατό Κογκρέσσο προϋπολογισμό 97,9
δισεκατομμυρίων δολλαρίων, εξαγγέλλοντας πόλεμο κατά της πείνας στόν
κόσμο.
9
Ό πρωθυπουργός της Κίνας Τσου Εν Λάϊ επισκέπτεται την Τυνησία.
10
Βιαιότατα αντιαμερικανικά επεισόδια στην ζώνη της διώρυγας του Παναμά.
11
Γενική απεργία διαμαρτυρίας κηρύσσεται στον Παναμά.
12
Ό Φιντέλ Κάστρο επισκέπτεται αίφνίδια τη Μόσχα.
13
Αραβική
διάσκεψη κορυφής συνέρχεται στο Κάιρο για να
αντιμετωπίσει το ισραηλινό σχέδιο διαρρυθμίσεως των νερών του
Ιορδάνη.
14
Οι Τουρκοκύπριοι οχυρώνουν τίς συνοικίες τους.
15
Αρχίζει στο Λονδίνο ή Πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό.
16
Ό Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών δηλώνει ότι ή χώρα του δεν πρόκειται ν' άποσύρει τα στρατιωτικά τμήματα της από την Κύπρο.
17
Ή Γαλλική Κυβέρνηση ειδοποιεί την Αμερικανική ότι θα προχωρήσει σε αναγνώριση της Λαϊκής Κίνας.
18
Ό Σοβιετικός πρωθυπουργός εξαπολύει βίαιη επίθεση εναντίον της Ουάσιγκτον για την πολιτική της στην Λατινική Αμερική.
19
Ή Ζανζιβάρη ανακηρύσσεται Λαϊκή Δημοκρατία.
20
Στρατιωτική στάση καί αντι-ιμπεριαλιστικές διαδηλώσεις στην Ταγκανίκα.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1963
21
Οι
αρχές του Ανατολικού Βερολίνου επιτρέπουν στούς κατοίκους του
Δυτικού να επισκεφθούν τους συγγενείς τους στον ανατολικό τομέα.
Τούρκοι προκαλούν αίματηρές συμπλοκές στη Λευκωσία.
22
Οι Τούρκοι εξτρεμιστές καταλαμβάνουν το Αρχηγείο της Κυπριακής Χωροφυλακής.
23
Ή
πρωταρχική ανάγκη του κόσμου είναι να τραφούν οί πεινασμένοι,
λέει ό Πάπας ατό Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του. Παρά την συμφωνία
καταπαύσεως του πυρός συνεχίζονται οι συμπλοκές στήν Κύπρο.
24
Ή Κυπριακή Αστυνομία άνακαταλαμβάνει τον Αστυνομικό σταθμό Όμορφίτσας.
25
Παρά
την συμφωνία εκεχειρίας Τουρκικά αεροσκάφη καί πολεμικά πλοία
κάνουν επίδειξη δυνάμεως πάνω από τη Λευκωσία καί στα ανοικτά
της Κύπρου.
26
Ή διοίκηση των Ελληνικών καί Τουρκικών
στρατιωτικών δυνάμεων της Κύπρου ανατίθεται στον Βρεταννό στρατηγό
Γιάγκ, πού αναλαμβάνει να εποπτεύσει την εκεχειρία. Βρεταννικά
στρατεύματα στέλνονται στην Κύπρο.
27
Αντιαμερικανικές
διαδηλώσεις στή Σόφια μετά την καταδίκη Βούλγαρου διπλωμάτη για
κατασκοπεία προς όφελος της Αμερικής. Ηρεμία επικρατεί στην Κύπρο.
28
Οι Ελληνικές καί οί Τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κινητοποιούνται για να επέμβουν, αν χρειαστεί, στην Κύπρο.
29
Ό Κινέζος πρωθυπουργός Τσου Εν Λάϊ επισκέπτεται το Μαρόκο.
30
Ό αντιπρόεδρος Κιουτσούκ δηλώνει ότι Κυπριακό Σύνταγμα δεν υφίσταται πια.
31
Πλήρης αποκατάσταση της τάξεως οτήν Κύπρο.
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1964
1
Αντάρτες Βιέτ Κόγκ καταστρέφουν πέντε Αμερικανικά βομβαρδιστικά σε αεροδρόμιο των περιχώρων της Σαϊγκόν.
2
Ή
ηγεσία του Ιταλικού Κ.Κ. αφήνει να εννοηθεί ότι δεν
ικανοποιήθηκε από τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την αποπομπή του
Ν. Σ. Χρουστσώφ.
3
Ό κ. Λύντον Μπαίηνς Τζόνσον
επανεκλέγεται πρόεδρος των ΗΠΑ με πλειοψηφία 61,3%. Το
Δημοκρατικό Κόμμα εξασφαλίζει άνετα πλειοψηφία στή Βουλή και τη
Γερουσία.
4
Λήγουν χωρίς αποτέλεσμα οι Τούρκοσοβιετικές οννομιλίες στη Μόσχα.
5
Στρατιωτική χούντα ανατρέπει τον πρόεδρο της Βολιβίας Πάζ Έστενσόρο.
6
Ο Λ. Ι. Μπρέζνιεφ προτείνει παγκόσμια διάσκεψη των Κομμουνιστικών Κομμάτων για την εξομάλυνση των διαφορών τους.
7
Ο
Κινεζικός τύπος χαρακτηρίζει «αιώνια καί αδιάσπαστη» τη φιλία ανάμεσα
στον Κινεζικό καί τον Σοβιετικό λαό, κάνοντας σύγχρονα έκκληση για
ίδεολογική ενότητα.
8
Ό Φιντέλ Κάστρο απειλεί ότι θα
χρησιμοποιήσει αντιαεροπορικούς πυραύλους εναντίον των Αμερικανικών
αναγνωριστικών αν συνεχιστούν οί πτήσεις τους πάνω από την Κούβα.
9
Ό
νέος πρωθυπουργός της Ιαπωνίας κ. Εισάκου Σάτο δηλώνει ότι είναι
αποφασισμένος να διευρύνει το ρόλο της χώρας του στην διεθνή σκηνή.
10
Διακόπτονται χωρίς αποτέλεσμα οι ανεπίσημες καί μυστικές συνομιλίες ανάμεσα σε διάφορα Κομμουνιστικά Κόμματα στη Μόσχα.
11
Ανεπίσημες
πληροφορίες αναφέρουν ότι το Σοβιετικό Κ.Κ. άποφάσισε ν' αναβάλει την
διάσκεψη των άλλων κομμάτων πού είχε συγκαλέσει για τις 15 Δεκεμβρίου ό
Ν. Σ. Χρουστσώφ.
12
Ό Άντονίν Νοβότνυ-ανεπιφύλακτος υποστηρικτής του Ν. Σ. Χρουστσώφ-επανεκλέγεται πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας.
13
Αψιμαχίες ξεσπούν στήν μεθόριο Συρίας-Ισραήλ.
14
Το Σοβιετικό περιοδικό «Προβλήματα της Ειρήνης καί του Σοσιαλιαμού», εξαπολύει όξύτατην επίθεση εναντίον της Κίνας.
15
Νέα συμφωνία στενής στρατιωτικής Άμερικανογερμανικής συνεργασίας υπογράφεται στην Ουάσιγκτον.
16
Ό Βρεταννός πρωθυπουργός επιτίθεται εναντίον της πολιτικής «ανεξαρτησίας» του στρατηγού Ντε Γκώλ.
17
Ή ηγεσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων προβαίνει σε απειλητικό διάβημα προς την Εθνοσυνέλευση.
18
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζουν να καταργήσουν 95 βάσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου.
19
Ή Αμερικανική Κυβέρνηση δέχεται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Κογκολέζους επαναστάτες για την τύχη των λευκών ομήρων.
20
Αποφασίζεται ή διάλυση των 22 ταγμάτων της Κυπριακής εθελοντικής εθνοφρουράς.
Αναρτήθηκε από Γιώργης Χολιαστός στις 7:39 π.μ.
Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018
ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ
ΜΑΡΤΙΟΣ 1965
22
Αποκαλύπτεται
ότι οι δυνάμεις του Ν. Βιέτ Νάμ χρησιμοποιούν δακρυγόνα καί άλλα αέρια
πού δεν προκαλούν το θάνατο κατά των ανταρτών Βιέτ Κόγκ.
23
Αμερικανικό
διαστημόπλοιο με πλήρωμα δύο αστροναυτών εκτοξεύεται στο διάστημα και
ξαναγυρίζει στη γη υστέρα από τρεις περιστροφές.
26
Τέσσερις
ρατσιστές δολοφονούν στην Αλαμπάμα την κυρία Α. Λιούζο μητέρα πέντε
παιδιών, γιατί μετείχε στην πορεία για τα δικαιώματα των Νέγρων.
27
Ό Κινέζος πρωθυπουργός κ. Τσου Εν Λάϊ δηλώνει ότι ή χώρα του εξόφλησε όλα τα δάνεια πού είχε πάρει από τη Σοβιετική Ένωση.
30
Βόμβα
τοποθετημένη από τους Βιέτ Κόγκ έξω από την Αμερικανική πρεσβεία της
Σαϊγκόν προκαλεί τρομακτικήν έκρηξη με 16 νεκρούς καί 147 τραυματίες.
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1965
1
Δεκαεπτά αδέσμευτες χώρες αναλαμβάνουν πρωτοβουλία για την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων είρήνης στο Βιέτ Νάμ.
2.
Αρχίζουν οί συνομιλίες ανάμεσα στον Πρόεδρο Ντε Γκώλ καί τον Βρεταννό πρωθυπουργό κ. Ουίλσον, στο Παρίσι.
4
Αεριωθούμενα του Βορείου Βιέτ Νάμ καταρρίπτουν δύο Αμερικανικά βομβαρδιστικά.
5
Αμερικανικές πηγές υποστηρίζουν ότι οι δυνάμεις των Βιέτ Κόγκ υποχωρούν προς την μεθόριο του Βορείου Βιέτ Νάμ.
7
Ό
πρόεδρος Τζόνσον δηλώνει ότι είναι πρόθυμος για συνομιλίες «άνευ όρων»
σχετικά με το Βιέτ Νάμ καί υπόσχεται βοήθεια ενός δισεκατομμυρίου
δολλαρίων για την Νοτιοανατολικήν Ασία μετά την ειρήνευση.
8
Αμερικανικά αεριωθούμενα συγκρούονται με Κινεζικά Μίγκ στον κόλπο του Τογκίνου.
10
Αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάζονται στη βάση του Ντά Νάγκ κοντά στον 17ον παράλληλο πού χωρίζει το Βόρειο από το Νότιο Βιέτ Νάμ.
12
Ή κυβέρνηση του Πεκίνου απορρίπτει όλες
τις προτάσεις για διαπραγματεύσεις σχετικά με
την είρήνευση στο Βιέτ Νάμ.
13
Ή
κυβέρνηση του Β. Βιέτ Νάμ ζητεί την απομάκρυνση των Αμερικανικών
δυνάμεων από το Νότιο τμήμα της χώρας σαν προϋπόθεση για την
έναρξη συνομιλιών.
14
Ανεπίσημες πληροφορίες από την
Σόφια κάνουν λόγο για την αποκάλυψη καί την καταστολή
φιλοκινεζικής συνωμοσίας.
16
Σοβιετικές βάσεις αντιαεροπορικών πυραύλων ετοιμάζονται στο Βόρειο Βιέτ Νάμ, σύμφωνα με Αμερικανικές πληροφορίες.
17
Ή Ρουμανική κυβέρνηση αποφασίζει την επένδυοη μεγάλων ποσών στη γεωργία.
18
Ό πρόεδρος Τζόνσον δηλώνει ότι οι βομβαρδισμοί στο Βόρειο Βιέτ Νάμ θα συνεχισθούν έως ότου αρχίσουν συνομιλίες.
19
Ή Τουρκική κυβέρνηση αποφασίζει την απέλαση όλων των Ελλήνων υπηκόων πού ζουν στην Τουρκία.
20
Το Πεκίνο δηλώνει όι ετοιμάζει αποστολή εθελοντών στο Βόρειο Βιέτ Νάμ.
ΓΕΝΙΚΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΔΥΑΡΧΙΑ
(Σημίτη-Παπανδρέου)
Βρε τι μπέρδεμα είναι τούτο
που τη νέα χρονιά μας βρήκε!
Άτσαλα ο νέος χρόνος
στην απλή ζωή μας μπήκεΙ
Ένας ξέραμε ως τα τωρα
πως το αίμα μάς ρουφάει,
πως ρουφιάνους εκκολάπτει
κι ότι σκάνδαλα γεννάει.
Ένας ξέραμε κρατάει
της Ελλάδας τα ηνία
και στο βάραθρο πως λαύρος
τηνε σέρνει με μανία.
Έναν είχαμε προδότη
και χαφιέ της ανθρωπιάς μας
έναν είχαμε δυνάστη
και φονιά κάθε χαράς μας.
Κι είμασταν συνηθισμένοι
ένας να 'ναι ο μαφιόζος
που στα σκάνδαλα ήταν άσσος
και στη διαφθορά βιρτουόζος.
Αλλά τώρα τι σκοτούρα!
Δε μας φτάναν τα μεγάλα
που 'χαμε τα βάσανά μας,
έπρεπε να 'ρθούνε κι άλλα…
Και θα έχουμε από τώρα
έγνοιες κι άλλες στο κεφάλι
λες και λίγο ήταν όσο
μέχρι τώρα είχαμε χάλι.
Εναν ξέραμε βρωμιάρη
και παλιάνθρωπο και κλέφτη
τώρα δυο-λες εσκεφτήκαν
λίγος ο ένας πως μας πέφτει.
Και αρχίζουν οι απορίες:
Τώρα ποιος θα κυβερνάει;
Ο Κινέζος ή ο Γιωργάκης;
Και τον άλλο ποιος θα φάει;
Και ο ένας θα νικήσει
στον αγώνα σα θα μπούνε,
ή θα 'ρθούνε ισοπαλία
και θ' αλληλοφαγωθούνε;
Στη γελοία αυτήν παράτα
που 'χουνε κι οι δυο διαλέξει
ποιος περσότερο απ' τους δύο
χρόνο άραγε θ' αντέξει;
Και ποιανού ήταν ιδέα
δυο μαζί να κυβερνάνε
σ' ένα τόπο που έναν μόνο
δέχεται αφέντης να 'ναι;
Θα εμφανίζονται κι οι δυο τους
σε μπαλκόνι πάνω ένα
ή θα βγαίνουν ένας ένας
σα σε δίδυμων τη γέννα;
Και οι δυο θα χαιρετάνε
στο μπαλκόνι όταν βγούνε
ή εναλλάξ τα δυο τους χέρια
χαιρετώντας θα κινούνε;
Κι αν κι οι δυο τους χαιρετάνε –
αν αυτό τέλος διαλέξουν-
τότε εκτός από τα μπούτια
και τα χέρια δε θα μπλέξουν;
Ποιος θα πλέκει το εγκώμιο
της Ευρώπης τώρα; Εκείνος
που εκεί μας έχει χώσει
ή ο άλλος-ο δελφίνος;
Και σε ποιον θα πρωτοτρέχουν
οι υπουργοι και οι συμβούλοι
πρωι πρωί για τον καφφέ τους
και σε ποιον θα είναι δούλοι;
Ποιος θα βγαίνει στην τι-βι μας
για να λέει τα δικά του-
ο Σημίτης με τη Δάφνη
ή ο μικρός με τη μαμά του;
Ποιόν δουλόπρεπα ο Χυτήρης
να υμνεί θα επιλέξει-
για ποιον μέλι από κερήθρα
κάθε του θα στάζει λέξη;
Ποιον ο Ρέππας θα εκθειάζει
κι απ' τους δυο ποιόνε θα γλύφει
και σε ποιόνε σαν κοτούλα
παστρικιά θα κάτσει νύφη;
Ποιον η Βάσω κι ο Ευθυμίου
απ' τους δύο θα στηρίζει;
Ποιον θα προσκυνάει ο Άκης;
Ποιον ο Πάγκαλος θα βρίζει;
Ποιος και ποιόνε θα διορίζει;
υπουργό και σύμβουλό του;
Ποιος θα κάνει ό,τι του ’ρθει
κι ό,τι λέει το μυαλό του;
Τώρα ποιος θα συμμαζεύει
τ' ασυμμάζευτα του τόπου;
Ποιος θα σύρει μετά τόσου
της Ελλάδος το άρμα κόπου,
που ζεμένα τώρα θα 'χει
όχι ένα μα δυο ζώα
κεντροαριστερά πλην όμως
και αριστεροκεντρώα;
Κι αν δεξά τραβάει ο ένας
και αριστερά ο άλλος
δε θα γίνεται βαβούρα
και κακό και μέγας σάλος;
Ποιος περσότερο θα τρώει;
Ποιος περσότερο θα κλέβει;
Ποιος θα έχει των αιώνων
μεγαλύτερη τη χλεύη;
Ποιος της διαφθοράς θα υφαίνει
γρηγορότερα το σάλι;
Ποιος βαθύτερα στη δίνη
της Ευρώπης θα μας βάλει;
Κι ο Γιωργάκης στο Σημίτη
ανανέωση θα δώσει
ή ο Γιώργος μες στην ήττα
του Σημίτη θα λασπώσει;
Και τρανότερος ποιος είναι
καραγκιόζης απ' τους δύο-
ο παλιός που έχει βάλει
κάθε τσίπα στο αρχείο
ή ο νέος που κομπάζει
ότι νέο κάτι φέρνει,
στου παλιού μέσα το έλος
αφού κιόλας παραδέρνει;
Και περσότερο το λαό μας
απ' τους δυο ποιος ονειδίζει-
ο παλιός που τη φυγή του
νίκης πλάνο την βαφτίζει,
ή ο νέος που ως τα τώρα
σ' όλα μέσα ήταν τα κόλπα
και τα κόλπα του εκείνα
τώρα νέα τα λέει όπλα;
Εγώ κάθομαι εδώ χάμου
και τους φαύλους καυτηριάζω
και αυτοί όταν μ’ ακούνε
σαν συνείδησή τους μοιάζω.
Και περνάει ο καιρός μας
κείνοι οι δύο ν' αδικούνε
κι εγώ εδώ να ξαναγράφω
και αυτοί πάλι ν' ακούνε...
Οι πολιτικοί φαίνεται πως ξεχωρίζουν
όσα λένε προεκλογικά και όσα κάνουν μετεκλογικά.
Και για μεν τα προεκλογικά αποφασίζουν
πως θα αποδειχτούν αλαμπουρνεζικά
ενώ αυτά σαν ψηφιστούν που κάνουν
όλες οι αλήθειες του κόσμου δεν τα φτάνουν.
Ο Αντρέας ας πούμε έλεγε με δυνατή φωνή
«έξω από ΝΑΤΟ και ΕΟΚ και έξω οι Βάσεις» και ύστερα
δείχνοντας επιμονή και υπομονή
μπήκε μέσα σε όλα αυτά βαθύτερα.
Και ο λαός έλεγε «ο Αντρέας είναι πολιτικός:
που ενώ έτσι τα λέει τα κάνει αλλιώς.»
Και πάνε και Εθνάρχη να τον κάνουνε
σαν να μη μας έφτανε ο «Ανήκομεν εις την Δύσιν»
που σε όσα έφαγε δεν τον φτάνουνε
δέκα μαζί Άκηδες που θα τρώγανε παρά φύσιν.
Τελικά όσο περισσότερο κλέβεις
τόσο πιο στην Ελλάδα θ’ ανέβεις.
Ο Σαμαράς είπε ότι θα φκιάσει Επιτροπή
που να βρει πώς μπήκαμε στο Μνημόνιο
και μετά αυτό το ξεχνάει χωρίς ντροπή
λες και ήθελε να αποφύγει κάποιο Άγος Κυλώνειο.
Και το Σαμαρά τον έχουνε όλοι μη στάξει
επειδή με τη Μέρκελ τα πάει εντάξει
και επειδή έκοψε συντάξεις και μιστούς
και από τους έλληνες επιστράτεψε τους μισούς.
Τότε ας φέρναμε πάλι έναν Παπαδόπουλο
να φορέσουμε αρβύλες και χιτώνια
και μάλιστα χωρίς κόψιμο μιστών και Μνημόνια.
Και θα είχαμε και κάθε μέρα ψητό φοινικόπουλο.
Αλλά έτσι είναι ο πανέξυπνος ελληνικός λαός:
δεν τον νοιάζει που στο Μνημόνιο τον μπάζουν
αρκεί συνεχώς να του φωνάζουν
«Όχι στο Μνημόνιο!» σθεναρώς.
Η γλώσσα!.. Οι λέξεις… Για τους έλληνες αυτά μετράνε.
Γι αυτό άλλωστε και με διάβασμα όλη τη ζωή τους περνάνε.
Και λέει ο πρωθυπουργός
που στη γλώσσα δε μένει αργός
ότι οι έλληνες πάντοτε αγαπούν την ελευθερία.
Μα ο ίδιος τους έχει φυλακισμένους με μανία.
Μνημόνιο, φίμωτρο, αλυσίδες, πείνα
έχουνε σκλαβώσει και επαρχία και Αθήνα.
Είναι ελεύθερος ο πεινασμένος;
Θα έλεγε ναι κανένας μη πληρωμένος;
Κι έχεις όλους τους πολιτικούς να φωνάζουν
πως η Χρυσή Αυγή μεγάλωσε. Μα μόνο αλαλάζουν.
Δε χτυπάνε την αιτία της άνθησης στο κέντρο της-
δεν σταματάνε να ποτίζουν το δέντρο της-
παρά κάθονται γύρω γύρω και το σιχτιρίζουνε
χωρίς να σκεφτούνε
τέτοιοι χαζοί πούναι
ότι έτσι το ποτίζουνε.
Και το Κουκουέ κουρνιάζει στη γωνιά του βαυκαλιζόμενο
πως χάρη σε κείνο γίνανε όλες οι πρόοδες
ενώ οι καιροί φέρανε και το ήν το ον και το ερχόμενο
κατρακυλώντας από την κορυφή της ιστορίας στους πρόποδες.
Και κανείς δε λέει πως στην Ελλάδα ο ρατσισμός
ανθούσε πριν ακόμα του Νώε γίνει ο Κατακλυσμός.
Κι έχεις και την Πιπιλή της ΥΕΝΕΔ να διαλαλεί
πως «κτίριο της δημοκρατίας» είναι η Βουλή
η καημένη τα έχει χάσει εντελώς
τέτοια για να πιπιλίζει έστω αφελώς
και για να λέει τους «φασιστορατσιστές» «κότες»-
της μουσικής της φαίνεται ως εκεί μόνο φτάνουν οι νότες.
Και μερικοί χαζοί δε βλέπουνε με τη χαζομάρα τους την τόση
ότι του Τσίπρα το μπαλόνι ξεφούσκωσε πριν ακόμα φουσκώσει.
Μιλάει στους βουλευτές του και λέει τι να γίνει ΠΡΈΠΕΙ
και πως έπρεπε όλα να έχουν κιόλας γίνει δεν το βλέπει
Και τις ιδιωτικοποιήσεις κατακεραυνώνει
και σχέδια μελλοντικά ιδεατά ξεδιπλώνει
και ξεχνώντας τι η Αριστερά πίσω της σέρνει
αυτός με φωνή δήθεν ανδροπρεπή παιδοφέρνει.
Λέει «οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι»
και βρωμάνε σαν κάνθαροι.
Λέει «Σύριζα και οπισθοχώρηση δεν συμβιβάζονται»
και ύστερα ησυχασμένοι ξεκουράζονται.
Λόγια… λόγια… λόγια… λόγια…
από τον Τσίπρα τον κουτομόγια
που πριν δυο χρόνια όλοι στα μάτια τον κοιτάγαμε
όμως άδεια καλάθια και τώρα κρατάμε όπως και τότε κρατάγαμε.
Θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του,
όμως μόνο αν θέλει κι ο ελληνικός λαός
γιατί αν δε θέλει είναι δουλειά δικιά του
κι ας κάνει τότε ό,τι θέλει αυτός.
Μα αν μπορούσε ο λαός ρε Τσίπρα χέστη
θα το ’χε κάνει αυτό χωρίς να σ’ έχει ανάγκη
όπως μονάχο του αν μπόρειγε καρπό να δέσει
το σπαράγγι δε θα περίμενε της Άνοιξης τη ζέστη.
Τράβα στο σπίτι τότε και περίμενε
καμιά διακοσαριά χρονάκια ακόμα
να ζωντανέψει του λαού το πτώμα
και αφού νιονιό αποχτήσει
να ’ρθει να σε ζητήσει-
περίμενε να σε φωνάξει ο λαός καημένε…
Αν κότσια δεν έχεις τον συρφετό ν’ αρπάξεις
και λαό απ’ αυτόν να φτιάξεις
τράβα στο καλό σου και στη γυναικούλα σου
πριν καμιά φωτιά αρπάξεις και καεί η γούνα σου…
Όμως ο Τσίπρας επιμένει: «όλ’ αυτά με το λαό μαζί θα γίνουν»
και με ύφος προϋποθέσεις καθορίζει
και μ’ αυτό καθαρίζει
ενώ οι άλλοι τον κλοιό γύρω από το λαό περισσότερο κλείνουν.
Πρέπει να εμβαθύνουνε
και να επικαιροποιήσουνε λέει την τακτική τους
και πια τη Δεξιά την έχουν στο βρακί τους
κι απ’ το χάρτη τη σβήνουνε.
Έφτιαξε λέει από τις συνιστώσες
τη νέα μεγάλη της Αριστεράς παράταξη.
Μα όμως… ουφ! ας τον αφήσω κι αυτόνε
όπως τις άλλες κλώσες
στης λογικής του τη διατάραξη.
Όμως να πιάσω και ποιόνε;…
Κανένας δεν υπάρχει.
…………………………………………………..
ΠΕΡΙ ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ
Μ’ αρέσει η Αυγή η Χρυσή
γιατί τους άλλους βουλευτές μισεί
(όπως και κείνοι αυτούς
μεγάλους και μικρούς)
και τους το δείχνει χύμα
από της Βουλής το βήμα.
Και αν ακόμα μένει στα λόγια
όμως δεν το βάζει και στα πόδια
και αν ακόμα δεν προχωρεί σε πράξεις
ε, πρέπει πρώτα το πράγμα να το ψάξεις.
Γιατί όλοι οι άλλοι πρέπει να πληρώσουν
και λόγο στο λαό κάποτε να δώσουν
για τα μέχρι τώρα απλήρωτα εγκλήματά τους
που κάνουνε ακόμα απ’ τα φασκιά τους,
γι αυτό και έπρεπε η Χρυσή Αυγή να ’ρθεί
και στη Βουλή να μπει
και ό,τι δεν μπορούμε εμείς
στους ληστές να πούμε
να τους το λένε της Χρυσής Αυγής
οι βουλευτές ν’ ακούμε.
Οι άλλοι πάλι δε μένουνε αργοί.
Κάνουνε ό,τι το κεφάλι τους τούς πει
για να ξαναστείλουνε τους Χρυσαυγίτες
στις φτωχικές τους σκήτες.
Και μέσα στη βιάση τους
να τους καταπιούν αμάσητους,
ξεχνάνε ότι λένε πως έχουνε δημοκρατία
και εναντίον τους κάνουνε κάθε φασιστεία.
Όπως το νομοσχέδιο το αντιρατσιστικό
το διαταγμένο και πολύ βιαστικό-
σαν ντολμαδάκια να τυλίγανε-
που στη Βουλή επήγανε.
Και όπως η άρνησή τους
να συζητήσουν μαζί τους.
Άρνηση των κομμάτων απάντων.
Ή σχεδόν τέλος πάντων.
Αγνόηση δηλαδή λαού εκατοντάδων χιλιάδων
που τους αψήφισαν,
λες και ήτανε συρφετός φαύλων
όσοι Χρυσή Αυγή εψήφισαν.
Μα εγώ ξέρω ότι σήμερα
στα πράγματά μας τα εφήμερα
δυο κατηγορίες πολιτικών υπάρχουν:
αυτοί που και τώρα άρχουν-
οι καταστροφείς της χώρας-οι αλήτες-
και οι απέναντί τους: οι Χρυσαυγίτες.
Και οι δύο κακοί
αλλά βλέποντας κι εδώ κι εκεί
το λιγότερο κακό διαλέγω
και το περισσότερο κακό ψέγω.
Αφού αυτούς τους δυο έχουμε
κάποιον απ’ αυτούς πρέπει να προσέχουμε.
Και ποιος είναι περισσότερο ρατσιστής
από τον άλλο; ρωτιέμαι.
και όχι πως είμαι εγώ ο καλλίτερος κριτής
αλλά να, κάτι για να λέμε.
Και απαντάω ότι χειρότερος
είναι ο στα πολιτικά παλαιότερος.
Αυτός έδινε στους ξένους ένα ξεροκόμματο
για να δουλεύουνε μεροκάματο μονοκόμματο
και να του χτίζουν αεροδρόμια, μετρό, δρόμους,
συναλλαγές κάνοντας μαζί τους παρανόμους
εξαναγκάζοντάς τους να υπογράφουν για εικοσιπέντε
ενώ τους δίνανε πέντε.
Λοιπόν ποιος έχει φασιστική συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
…Και τους εργοδότες οι κλέφτες βουλευτές αφήνανε
να αγκαζάρουν ξένους για εργασία
ξέροντας ότι λεφτά δεν τους δίνανε
και ότι όταν η δουλειά τελειώσει
αυτούς, σαν κερί που έχει λιώσει
θα τους διώξουνε με συμπεριφορά απαισία.
Λοιπόν φασιστική ποιος έχει συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
…Αυτοί που στων ξένων τα παιδιά που εδώ γεννιούνται
υπηκοότητα ελληνική αρνιούνται
ενώ οι αμερικάνοι,
σε αεροπλάνο παιδί να γεννηθεί
που πάνω από τις ΗΠΑ πετάει
τόσο αυτό μετράει
ώστε του δίνουν μάνι μάνι
υπηκοότητα αμερικανική.
Λοιπόν ποιος έχει φασιστική συμπεριφορά;
Όχι οι Χρυσαυγίτες μια φορά
αφού αυτοί δεν ξέρανε τότε ακόμα
η Βουλή ούτε τι έχει χρώμα.
Μέχρι που είπανε με γινάτι
να βγάλουνε παράνομη τη Χρυσή Αυγή
χωρίς να βλέπουν πως αυτό ήτανε κάτι
που εναντίον τους μπορεί να βγει.
Γιατί τον εαυτό τους θα χτυπήσανε
με το αντιρατσιστικό
κι όχι τους Χρυσαυγίτες
που έτσι τους αναστήσανε
και μάλιστα με γλέντι γιορταστικό.
Και θέλοντας να δείξουν ότι δεν ξέρουνε
πως ο ρατσισμός μόνο με δημοκρατία χτυπιέται,
ζητάνε ηρεμία να φέρουνε
χωρίς ν’ αποκηρύξουνε το «φάτε-πιέτε».
Μ’ άλλα λόγια και το λύκο χορτάτο θέλουνε
της διαφθοράς και της παραλυσίας,
και την προβατίνα να βλέπουνε
ακέρια της κοινωνικής ησυχίας.
Θα τους δικαιολογούσα αν φτιάχνανε
όχι έναν αντι-χρυσαυγητικό νόμο
μα έναν αντι-«δημοκρατικό» νόμο αν κάνανε,
στης «δημοκρατίας» τους ενάντια τον τρόμο.
Και νόμο αντικλεπτικό αν έφερναν
που όμως να τον τηρούσαν, θα τους τιμούσα.
Και αν τα χρήματα που ως τώρα έκλεβαν
τα γύριζαν πίσω, θα τους προτιμούσα.
Μα ποιος να τα γυρίσει;
Και ποιος τέτοιο νομοσχέδιο να ψηφίσει;
Ο λωλός Χαζοχαρούμενος που την πρωθυπουργία ξοφλά
τη Μέρκελ υπηρετώντας τυφλά;
Ο Βενιζέλος
που στο πασοκ έδωσε τέλος
(ούτε με κεφαλαία γράμματα το χέρι δεν πάει
να γράψει ένα κόμμα που τόσο ντροπερά ξιοφλάει);
Ο Κουβέλης, προδότης της αριστεράς
που σκοπό του τόχει-
όπως έχει το Φθινόπωρο το πρωτοβρόχι-
σαν πληρωμένος παλληκαράς
να κάνει τον καμπόσο σαν πρόεδρος δημοκρατίας
για πληρωμή της προδοσίας;
Ο Λοβέρδος, που το γενόσημο
(που τόσα κακά έχει
όσο άσκεπο σπίτι όταν βρέχει)
της ύπαρξής του έκανε ορόσημο
και που νομίζει πως ο λαός ξεχνάει
ότι αυτός τον έκανε να πεινάει;
Και για να μην τους πιάσουμε έναν έναν
δε βρίσκω κανέναν
που να μπορεί ρότα ν’ αλλάξει
και άλλος Αρχιμήδης «εύρηκα» να φωνάξει.
Για να μην πω για τον Παπαντρέου το Γιωργάκη
που αφού διάλυσε το δικό μας τσαρδάκι
πάει τώρα με τρόπο πάλι βλακικό
να διαλύσει και το διεθνή σοσιαλισμό…
(Μα να μην έχει φτιάξει τίποτα αυτό το παιδί…
πού είναι ο πατέρας του να χαρεί όταν δει
πως αποτέλειωσε το έργο του ο γιος του
που ο αμοραλισμός δεν έκανε ο δικός του…)
Έχει έξαρση ο ρατσισμός, λένε.
Ο ρατσισμός δεν έχει έξαρση. Πάντα
ο μαύρος που ζει στην Ουγκάντα
θα απορεί που και οι λευκοί κλαίνε.
Και στην πατρίδα μας ο ρατσισμός
είναι κληρονομιά παλιά όπως ο αστερισμός.
«Πας μη έλλην βάρβαρος»: σύμφυτος
ο ρατσισμός με τη χώρα μας
έτσι το ήθελε ο ύψιστος-
αυτή είναι η ψώρα μας.
Μα έλα που σήμερα οι λεφτάδες του κόσμου
θέλουν χέρια και κίτρινα και μαύρα να του δουλεύουν όμως…
και αυτό προϋποθέτει μυρωδιά όχι δυόσμου
μα ίδρωτα που η ειρήνη μεταξύ τους ο πρώτος νόμος…
Κι ας πρώτα ξεριζωθεί η ψυχή του ανθρώπου
κι ύστερα ο ρατσισμός του,
μα αυτοί θέλουν οι άνθρωποι κάθε τόπου
καθένας να καταπνίγει τον γενότυπό του
για να παράγουν… να παράγουν… να παράγουν…
και βέβαια και ήσυχα να διάγουν
για να πηγαίνει μπροστά η δουλειά
όπως με τα ζώα εγινόταν παλιά.
Ρωτάνε οι λεφτάδες γιατί ήρθε η Κρίση.
Κάνουν ότι δεν ξέρουν
ότι αυτοί την έχουν μαυλίσει
ώστε οι φτωχοί να υποφέρουν
ενώ εκείνοι θα ευημερούν
είτε βρίσκονται στο Λονδίνο είτε στο Καμερούν.
Και ξεσηκώνουν λαούς σε Αφρική και Ασία
για να ζητήσουν περισσότερα χρήματα για την εργασία
έτσι που η αμοιβή τους να εξισωθεί με των δυτικών
και να επέλθει εξίσωση των εργατικών,
ώστε ο ανταγωνισμός να πάψει
υπέρ να λειτουργεί των ανατολικών χωρών
και το εμπόριο και πάλι να ανάψει,
μα τώρα με το συμφέρον των δυτικών παρόν.
Και να το καταφέρουνε δεν δυσκολεύονται:
αφού έπεσε η Σοβιετική Δημοκρατία
οι λαοί από τα χέρια των λεφτάδων άγονται και φέρονται
και κάνουν ό,τι θέλει η πλουτοκρατία.
Κι αυτή λέει: «Τώρα που δεν έχετε προστάτη
ότι σας έδωσα θα σας το πάρω πίσω.
Άσπρη μέρα για να δείτε θα κάνετε μαύρο μάτι.
Ό,τι τότε έχασα, τριπλό τώρα θα το κερδίσω.»
Ως για το λαό τον ελληνικό,
τους ακούει
και όπως από γέννηση τόχει χούι
λουφάζει σαν λαδικό.
Και λένε οι ασημακοπουλίνες
και οι άλλες αγιογδύτισσες μπουμπουλίνες
ότι ο λαός ο ελληνικός έχει ωριμότητα
γι αυτό δεν ξεσηκώνεται.
Δεν παραδέχονται ότι δεν υπάρχει συλλογικότητα
κι ότι όποια ατομική
(πολιτική ή κοινωνική)
πρωτοβουλία, τον ψόφιο κοριό καμώνεται…
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΕΝ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΑΠΟΡΙΑ
Πρέπει ν’ αλλάξω ρότα ρε γαμότο.
Δεν πάει πια το πράμα με τη Μέρκελ.
Παιδί γραικός με ούννα δε σκαρώνουν-
Το ’πε πριν τόσα χρόνια και ο Μέντελ.
Η Γερμανία αρχίζει να ρετάρει.
Σε λίγο για προστάτης δε θα κάνει.
Πώς να το πρόβλεπα; Πριν δύο χρόνια
καθένας θα ’πεφτε σ’ αυτή την πλάνη.
Τώρα γοργά πρέπει να έβρω κάποιον
και την κατάσταση να ισορροπήσω.
Με τον Ομπάμα! Ναι! Με τον Ομπάμα
πρέπει ένα ραντεβού γοργά να κλείσω.
Πρέπει την προτεστάντικη να δείξω
πως ν’ αποφύγω προσπαθώ παγίδα…
Αρχίσαν όλοι κιόλας να μιλάνε
πως πάει καιρός πολύς που δεν τον είδα…
Του έχω κάνει κρούσεις μα δε θέλει.
Και όμως, εξαρτάται από κείνον
για πόσο ακόμα εγώ θα συνεχίσω
πρωθυπουργός να είμαι των Ελλήνων.
Και τελευταία οι αμερικάνοι
έχουνε με τους τούρκους ένα γίνει.
Κι αυτός ο Κέρι όλο εκεί πηγαίνει
και όσο και να ’ναι αυτό μου τήνε δίνει.
...Να πάω…, να συζητήσω για Συρία…,
να δείξω πως κι εγώ παίζω ένα ρόλο
σε Μέση Ανατολή…, Ιράκ…, Περσία…
κι όχι πως τραγουδώ μονάχα σόλο!
Τουλάχιστον ο Εξωτερικών μου
να συναντιόταν λίγο με τον Κέρι…
Μα για τους Γιάνκηδες θαρρώ είναι και κείνος
καμένος σαν και μένανε από χέρι…
Τέλος δεν ξέρω… πρέπει μ’ έναν τρόπο
στους αμερκάνους σύντομα να δείξω
ότι σιγά σιγά ξεκόβω από τη Μέρκελ
κι ότι κοντά τους άγκυρα θα ρίξω.
Ο κόσμος-τι να γίνει;-έτσι επλάστη:
κάθε μικρός να έχει έναν προστάτη.
Εγώ απλά υπακούω στους κανόνες.
Γι αυτό σας λέω: πρέπει να κάνω κάτι…
ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ 25 ΜΑΡΤΗ
ή
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ
Ιερώνυμος
Τι τραβάω στα γεράματα…
Τσίπρας
Αφού πιστεύουνε πως γέννησε μία παρθένα, γιατί γαμώ το κέρατό τους δεν πιστεύουνε ότι έχω πρόγραμμα;
Κωνσταντοπούλου
Να σκαρφαλώσω στο Τέμπλο και να φωνάζω βοήθεια...;…
Φώφη
Δε σκέφτηκα να μετονομάσω το ΠΑΣΟΚ σε ΛΑΖΑΡΟ Μπορεί να μου το ανάσταινε.
Παναγία
Εγώ- τι φταίω να βλέπω τόσους κλέφτες εδώ μέσα;
Τραγάκης
Καλά Θεέ μου, μου έδωσες τέτοια φάτσα. Ήταν ανάγκη να μου δώσεις και αυτό το επώνυμο;
Ο Θεός για τον Τσίπρα
Τον Σαούλ τον κατάφερα μ’ έναν κεραυνό. Αυτός μου στοίχισε φτηνά: ένα τηλεφώνημα του ανηψιού μου από τη Ραφήνα.
Καμένος
Γαμώτο, μόνο παπάς δεν ξέρω ποια πρόφαση να βρω για να ντυθώ…
Γεωργιάδης
Ούτε το σταυρό ούτε το χέρι του φίλησε, έστω για τους τύπους…
Πρόεδρος Παυλόπουλος
Γιατί να μην ευχαριστήσω τους μετανάστες; Και ο Χριστός δεν ήτανε μετανάστης από τον ουρανό στη γη; Αυτόν γιατί τον ευχαριστούμε;
Θεοδωράκης
Όχι με το δικό μου ποτάμι, αλλά ούτε με τον Ιορδάνη δε σώζεται η Ελλάδα. Τουλάχιστον περνάω την ώρα μου.
Βορίδης
Και ο Χριστός φραγγέλιο είχε-τι φραγγέλιο τι τσεκούρι.
Βενιζέλος
Το στικάκι μου; Α! Εδώ είναι.
Λεβέντης
Εγώ ένα ξέρω να πω. Οικουμενική! Πάπας, Πατριάρχης, Ιμάμης, Αγιατολλάχ και Δαλαϊλάμα. Μόνον έτσι θα σωθεί ο κόσμος.
Καρατζαφέρης
Εγώ μόνον το πρώτο άρθρο ψήφισα.
Κουβέλης
Άλλα εννιά χρόνια. Γιατί δυο θητείες θα τις κάνει. Εγώ τότε πόσο θα είμαι;… Μπα! Δε βγαίνει. Θα πάω σε ψυχαναλυτή να μου βγάλει από το μυαλό την Προεδρία.
Ο «ΤΣΟΛΙΑΣ» ΤΟΥ ΑΛΤΕΡ
Το δρόμο που έδειξε το ΣΚΑΙ
το ΑΛΤΕΡ ακλουθάει.
Τι κάνει; Δείχνει έναν τσολιά
με της στολής του τα λιλιά.
Και-ήλιου πιο φαεινό-, αυτός
ειν’ ο λαός ο ελληνικός.
Και δεν τον έπλασαν στην τύχη:
ωραία τον έχουνε πετύχει:
άτομο καθυστερημένο
που τριγυρνάει σαν χαμένο.
Και άσκοπα και σαν ηλίθιος
κυκλοφορεί μέσα στο πλήθος
άφωνα λέγοντας «ορίστε!
όλοι με μένα ίδιοι είστε!»
Δεν σκώπτει ούτε σατιρίζει.
Μόνο ανεγκέφαλα γρυλλίζει.
Και με φωνή που να ταιριάζει
στον τύπο που παρουσιάζει,
φορές κοινή μια φράση λέει…
την ξαναλέει… πάλι τη λέει…
και κρύο και αηδία γεμίζει
όποιον ο λόγος του εγγίζει.
Κι όπως σ’ ανέκδοτο ένα κρύο
γελούν σα να ’τανε αστείο
οι έλληνες γελούν σα βλάκες
με τις εμετικές του «ατάκες»
Ελλάς! «Ποτέ που δεν πεθαίνεις»:
σου αξίζουν όλα όσα παθαίνεις!
ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Το σύνταγμα εφαρμόζοντας
μας γέμισαν ατομικές ελευθερίες
και δικαιώματα (γιατί όχι:
από την τσέπη τους τα βγάζουν;)
Αυτό το παλιοσύνταγμα...
να μη λέει τίποτα και για λεφτά...
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΟΡΥΒΟΥ
Ο μόνος θόρυβος που βλάφτει
ειν’ η φωνή των βουλευτών.
Γι αυτό, τον λόγο σταματήστε
των τριακοσίων αυτών κλεφτών.
ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΕΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ
Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή.
ΕΛΠΙΔΕΣ ΛΑΟΥ
Σύγνεφο μαύρο σκέπαζε το Σούλι και την Κιάφα,
ολημερίς εχιόνιζε, ολονυχτίς χιονίζει.
ΔΙΑΓΡΑΦΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ
Ως έτρωγα κι' ως έπινα σε μαρμαρένια τάβλα,
ο μαύρος μου χλιμίντρισε και το σπαθί μου ερράη.
ΣΑΜΑΡΑΣ-ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ-ΠΑΠΑΝΤΡΈΟΥ
Καλώς ανταμωθήκαμε νεμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
ΚΟΥΒΕΛΗΣ
Γέρασα o μαύρος γέρασα, δε μπορώ 'α περπατήσω,
δε μπορώ 'ά σύρω τάρματα, τα γέρημα τσαπράζια.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΨΗΦΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ
Απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
θολό ποτάμι πέρναγα, και πέρα δεν εβγήκα.
ΝΔ-ΣΎΡΙΖΑ
Ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν,
το ποιο να ρίξει την βροχή, το ποιο να ρίξει χιόνι.
ΛΑΌΣ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
Παίρνουν ν' ανθίσουν τα κλαριά κ' η πάχνη δεν τ' αφήνει,
θέλω κ' εγώ να σ' αρνηθώ και δε μ' αφήνει ο πόνος.
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ ΑΠΟΠΕΜΦΘΕΙΣ
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’ όλον τον κόσμο ήλιος
και 'ς τα καημένα Γιάννενα μαύρο, παχύ σκοτάδι.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Μέσ' 'ς τ' άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι,
το πανηγύρι ήταν πολύ, κι' ο τόπος ήταν λίγος.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΦΗΦΟΦΟΡΟΥΣ ΤΟΥ
Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά, παρηγοριά δεν έχουν.
Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια,
-η κλεφτουριά τ' αρνήθηκε και ροβολάει 'ς τους κάμπους.
ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΡΟΙΚΑ ΚΑΙ ΣΟΙΜΠΛΕ
Τρία πλάτανα, τα τρία αράδα αράδα,
κ' ένας πλάτανος παχύν ήσκιον οπόχει!
ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗ
Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνης νοικοκύρης,
για ν' αποχτήσης πρόβατα, ζευγάρια κι' αγελάδες.
ΛΑΟΣ ΓΙΑ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ
Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.
ΛΑΟΣ-ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται νιο φεγγάρι,
κοιμάται η καπετάνισσα, νύφη του Κοντογιάννη.
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ
Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος,
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
ΑΝΑΡΩΤΗΜΑ ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΓΙΟΥΧΑΪΣΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΟΥ
Τι ν ’ναι ο αχός που γίνεται κ' η ταραχή η μεγάλη
'ς τη μέση 'ς το Κεράσοβο και 'ς τη μεγάλη χώρα;
ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΝΙΟ
Ο κούκος φέτο δε λαλεί, ούτε και θα λαλήση
παρά η τρυγόνα η χλιβερή το λέει το μοιρολόγι.
Γιατί έχει έρθει η Αραπιά και κόβει και σκλαβώνει.
ΤΡΙΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ
Τρία κομμάτια σύννεφα 'ς τον Έλυμπο, 'ς τη ράχη,
τό να βαστάει τη δροσιά, τάλλο βαρύ χαλάζι,
το τρίτο το μαυρότερο τη θάλασσ’ αγναντεύει.
ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Οι κλέφταις επροσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι’ άλλοι φυλάγουν πρόβατα κι' άλλοι βοσκούνε γίδια.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΥΟΜΕΝΟΣ-Ο ΓΕΛΟΙΟΣ- ΓΙΑ «ΔΕΚΑΕΦΤΑΩΡΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ»…
Με γέλασε νη χαραυγή, τάστρι και το φεγγάρι,
και βγήκα νύχτα 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια.
ΝΕΟΙ ΦΟΡΟΙ
Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξη θέλει
σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.
ΧΑΖΟΧΑΡΟΥΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ, ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ
Χήρας υγιός λατρεύει τριά καλά άλογα,
το Γρίβα και το Μαύρη και τον Πέπανο.
ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ο πρόεδρος της δημοκρατίας Παπούλιας, είπε ότι «ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΑΙΤΙΟΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ»!
Τι καλός ο πρόεδρός μας!
Να τον ξαναέχουμε!
Ξέρει τι πρέπει να γίνει!
Μεγάλους και μικρούς γύρω μου ακούω να λένε το ίδιο πράγμα-πραγματικά ο κύριος πρόεδρος αντιπροσωπεύει το λαό! ό,τι λέει ο λαός λέει και κείνος!
Θα μου πει κανείς: ειρωνεύεσαι; Τι θα ήθελες να πει;
Όχι, δεν ειρωνεύομαι, γιατί δεν θα μπορούσε, αν ήταν κακός πρόεδρος, να πει ότι «πρέπει οι εργαζόμενοι να πληρώσουν την κρίση»;
Τις προάλλες που είπε ότι πρέπει να καταπολεμηθεί η φτώχεια, δεν θα μπορούσε να πει, αν ήτανε κακός πρόεδρος, ότι η φτώχεια πρέπει να εξαπλωθεί και να βαθύνει;
Είμαστε τυχεροί!
Και χρωστάμε μεγάλη χάρη στον Καραμανλή που έκανε Πρόεδρο έναν "πρεπολόγο" όπως λέει ο λαός εκείνους που έχουν το χάρισμα να ξέρουν τι πρέπει να γίνει!
Φαντάζεστε έναν πρόεδρο που να μην ήξερε τι πρέπει κάθε φορά να γίνει; μπρρρρρ...φρίκη με κατέχει σε μια τέτοια σκέψη και μόνον.... ας τον έχει καλά κι αυτόν και τον Καραμανλή ο θεός!
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑΤΑ ΣΤΟ ΛΑΟ
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΝΔ
Κοιμάται το παιδάκι μου
Και ποιός θα το ξυπνήσει;
Τ' αηδόνι της ανατολής
ή το πουλί της δύσης;
Κοιμίσου συ μωράκι μου
κι η μάνα σου δουλεύει
και αναδιαπραγμάτευση
και κούρεμα σου φέρνει.
κοιμάται νιο κοιμάται νιο
κοιμάται νιο φεγγάρι
κοιμάται σε γερμανικό
απάνω μαξιλάρι.
Με Ντόρα για μητέρα τους
και με πατέρα Αντώνη
Ο ύπνος τρέφει το παιδί
κι η γεια το μεγαλώνει.
Έλα Γιουνκέρ και ‘Όλι Ρεν
και πάρτο στα περβόλια
και φέρτο με τους κόρφους του
γεμάτους πορτοφόλια.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΠΑΣΟΚ
Κρίση που παίρνεις τα παιδιά
έλα πάρε και τούτο
όλο ζωή σου το ’δωσα
ξέψυχο φέρε μού το.
Κοιμήσου και παρήγγειλα
στη Μέρκελ το σεντόνι
στον Σόϊμπλερ την κάσα σου
κοράκι τον Αντώνη.
Κοιμήσου συ μωράκι μου
κι η τύχη μου δουλεύει
ευρώ και λίρες αγγλικές
ογλήγορα μου φέρνει.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΚΕ
Νάνι νάνι το μωρό μου
νάνι νάνι το χρυσό μου
ώσπου να ’ρθει η μάνα του
και η παραμάνα του
απ’ τα ξύλα, απ’ το νερό,
απ’ τον Γοργοπόταμο
να του φέρει κουκουεδάκια
και μικρούτσικα κνεδάκια.
Έλα ύπνε απ’ το βουνό
με το αγέρι το γοργό
έλα ύπνε απ’ το κλαράκι
να υπνωτίσεις το παιδάκι.
Και κανείς μη το ξυπνήσει
αν πριχού δεν κοκκινίσει.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
Κοιμήσου το παιδάκι μου
τώρα Χρυσή σου ήρθε Αυγή
κοιμίσου και στο πλάγι σου
η μάνα σου η καλή αγρυπνεί.
Κοιμήσου και στο ξύπνο σου
βαριά θα βρεις ποδιά
με μήλα, με κοχύλια
κι αλλοδαπών κορμιά.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΛΑΟΣ
Νάνι νάνι η Νου Δου μου
κι εγώ να ’χω το νου μου
σ’ ύπνο σαν πέσει η άπονη
ν’ αρπάξω της τον Άδωνι.
Νάνι νάνι ο Σαμαράς μου
νάνι το αρχοντόπουλο
κι όταν σε βαθύπνι πέσει
τρώω τον Βελόπουλο.
Νάνι νάνι ο λαός
να ξυπνήσει ο ΛΑΟΣ
και στις εκλογές για λεία
του λαού να ’χει τα τρία.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΚΑΜΕΝΟ
Κοιμήσου αγγελούδι μου,
και να ’ν’ καλοί σου οι χρόνοι
σαν τα πουλιά που χαίρονται
στης λεμονιάς το κλώνι.
Τον Όλι Ρεν παρακαλώ
να μου τ’ αποκοιμίσει
ώσπου να μπω στο γκόβερνο-
και πια δε θα ξυπνήσει.
ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΑΠΟ ΔΗΜΑΡ
Κοιμάται το γαρούφαλο
κοντά στη ματζουράνα
κοιμάται το παιδάκι μου
με την καλή του μάνα.
Κοιμήσου που να σε χαρεί
η Δύση που σ’ εγέννα
και ο Μπαρόζο κι ο Ολάντ
να δουν χαρά από σένα.
Κοιμήσου όμορφο μωρό
νύχτα με τ’ αστρουλάκια
και Μέρκελ, Σόϊμπλε και Σουλτς
να ’χεις για ονειράκια.
ΕΡΩΣ
Έρως δεν είναι τ’ ανοιγόκλεισμα του πάνω βλέφαρού μας για το κάτου;
Έρως δεν είναι του κισσού το σφιχτοπλέξιμο γύρω από το κορμί κάθε πλατάνου;
Έρως δεν είναι το τσιμέντο μες στα τούβλα που υψώνουν ένα ένα κτίρια τόσα;
Έρως δεν είναι το τραπέζι αυτό που γράφω, που αν δεν ήτανε, τα μόρια του θα φεύγαν όπως πάνε τα πουλιά;
Έρως δεν είναι του καρφιού το κράτημα στον τοίχο;
Έρως δεν είναι το κουμπί το ρούχο που κρατεί;
Έρως δεν είναι του ηλιού η αγάπη για τη γη μας και κείνης το στροβίλισμα τριγύρω από κείνον;
Έρως τ' αστέρια δεν κρατάει καλά ραμμένα στο ύφασμα πάνω του ατλαζένιο τ’ ουρανού;
Τ' είναι που την καρέκλα σου δετή κρατεί κοντά στο δίπλα της τραπέζι;
Τ’είναι το σπίτι μας που δεν γκρεμάει από συντρίμμια κάτου να μας θάψει;
Δεν ειν' ερωτεμένος με τον τόπο,
ο οδοιπόρος, του προορισμού του;
Το αυτί μας έρωτα δεν έχει για τον ήχο;
Έρως, της σπίθας δε φωτάει το δρόμο
στο στρώμα το μπαμπάκινο να φτάσει
κι όλο το σπίτι να το λαμπαδιάσει;
Θα δέχονταν η πόρτα το κλειδί μας αν έρωτας θερμός δεν τη δονούσε για το ψυχρό το σίδερο;
To χρώμα θα χρωμάτιζε τον τοίχο;
Θα σμίγανε ο βράχος με το κύμα;
Θα ταίριαζε στο ψάρι το λεμόνι;
Και το σφυρί θα ζήταγε τ' αμόνι;
Στα δάση μέσα τα δροσά βαθύσκια
θα ταίριζαν πουλάκια στα δεντρά τους
αν έρως δεν τα ζύγιαζε στα κλώνια;
Θα 'βρισε χελιδόνι τη φωλιά του
που χρόνο ένα πριν είχε αφήσει
αν έρωτας δεν του 'δειχνε το δρόμο;
To χρήμα θα 'θελε το πορτοφόλι;
Οι τόσες μέρες τη ζωή μας όλη;
Τα χείλια θά 'στεργαγ το κοκκινάδι;
To χρήμα θα 'θελε η φιλαργυρία;
Θα ζήταγε το ξόδεμα η σπατάλη;
Χώρια το χέρι απ' το κορμί μας θα ’ταν και τo κεφάλι μας απ' το λαιμό μας, αν έρως δεν ετράβαε το 'να στ' άλλο.
To νάτριο αν το χλώριο δεν ποθούσε θα ’χαμε αλάτι για το φαγητό μας;
Όλα έρωτας στην πλάση μέσα είναι
και κείνο που ποτέ δε θα γενεί
θα ήτανε στον κόσμο μέσα, κάτι,
που έρωτας δεν είναι,
να φανεί.
Ο ΓΚΡΕΜΟΣ
Ονειρεύομαι έναν γκρεμό.
Έναν μεγάλο γκρεμό.
Έναν γκρεμό χίλιες φορές βαθύτερον από το μπόι του ανθρώπου.
Τα τοιχώματά του θα είναι στιλπνά και μελανά.
Και λεία. Χωρίς καμιά προεξοχή ως κάτω.
Στο χείλος του θα οδηγεί ένα οριζόντιο πλάτωμα, που η αρχή του θα χάνεται πίσω.
Στα πλάγια του πλατώματος θα έχουν δημιουργηθεί, αμφιθεατρικά διευθετημένες, σειρές μαρμάρινων καθισμάτων.
Ο γκρεμός αυτός θα χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους όταν αυτοί διαλέγουν να φύγουν από τη ζωή.
Όταν έρθει η ώρα τους, θα διασχίζουν μόνοι τον πλατύ γυμνό διάδρομο προς τον γκρεμό, σέρνοντας πίσω τους ό,τι ζώντας αγαπούσαν και δεν θα ήθελαν να το αποχωριστούν ως την τελευταία τους αναπνοή.
Από τα δεξιά και αριστερά του διαδρόμου καθίσματα, θα τους βλέπουν όσοι θέλουν να παρακολουθούν το τέλος των μελλοθάνατων. Οι θεατές αυτοί θα μπορούν να χαιρετούν, να ζητωκραυγάζουν, να αποχαιρετούν, να επι- ή αποδοκιμάζουν.
Οι μελλοθάνατοι θα μπορούν να χρησιμοποιούν όποιου είδους όχημα επιθυμούν ή να πηγαίνουν πεζή προς τον γκρεμό.
Εισιτήρια δεν θα υπάρχουν. Η είσοδος τόσο στον μεγάλο διάδρομο που οδηγεί στον γκρεμό, καθώς και η χρήση των μαρμάρινων καθισμάτων θα είναι ελεύθερη.
ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...
(του Καιρού της Κρίσης)
Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.
Το προαιώνιο του ανθρώπου
τ’ όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντα όνειρο θα μείνει.
Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του.
Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη,
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.
Ο «ΤΣΟΛΙΑΣ» ΤΟΥ ΑΛΤΕΡ
(του καιρού της Κρίσης)
Το δρόμο που έδειξε το ΣΚΑΙ
το ΑΛΤΕΡ τώρα ακολουθάει.
Τι κάνει; Δείχνει έναν τσολιά
με της στολής του τα λιλιά.
Και-ηλίου πιο φαεινό-, αυτός
ειν’ ο λαός ο ελληνικός.
Και δεν τον έπλασαν στην τύχη:
ωραία τον έχουνε πετύχει:
άτομο καθυστερημένο
που τριγυρνάει σαν χαμένο.
Και άσκοπα και σαν ηλίθιος
κυκλοφορεί μέσα στο πλήθος
άφωνα λέγοντας «ορίστε!
όλοι με μένα ίδιοι είστε!»
Δεν σκώπτει ούτε σατιρίζει.
Μόνο ανεγκέφαλα γρυλλίζει.
Και με φωνή που να ταιριάζει
στον τύπο που παρουσιάζει,
φορές κοινή μια φράση λέει…
την ξαναλέει… πάλι τη λέει…
και κρύο και αηδία γεμίζει
όποιον ο λόγος του εγγίζει.
Κι όπως σ’ ανέκδοτο ένα κρύο
γελούν σα να ’τανε αστείο
οι έλληνες γελούν σαν βλάκες
με τις εμετικές του «ατάκες»
Ελλάς! «Ποτέ που δεν πεθαίνεις»:
σου αξίζουν όλα όσα παθαίνεις!
ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΛΑΟΣ
(του καιρού της Κρίσης)
Όσοι μυαλό στην κεφαλή
έχουνε κι όχι άχυρο
κι ένα κρατούν στην κεφαλή
πάντα ανοιχτό παράθυρο,
«Γιατί δεν εξεγείρονται»,
λένε, «ο λαός ενάντια
σε κείνους που τους έφεραν
σ’ αυτήνε την κατάντια-
έξω να βγουν, να σπάσουνε,
να κάψουν, να ρημάξουν,
τα σάπια ν’ αφανίσουνε
και νέα γερά να φτιάξουν;»
Το λεν γιατί δεν ξέρουνε
πως όλοι στην Ελλάδα
ένας τον άλλον κλέβουνε
αντρόπιαστα κι αράδα.
Και αφού κλέβει κι ο λαός,
«με μούτρα τι;», ρωτάει,
«θα πω εγώ στον άλλονε
να μη εμέ μαδάει;»
ΠΑΤΡΙΔΑ...
Βρε τι ζωή εγώ τραβώ! Τι μοίρα έχω γραμμένη!
Τι χάλι απ’ όλη μόνο εγώ έχω την οικουμένη!
Τι έκανα και πάνω μου τα βάσανα όλα πέσαν;
Τι και του κόσμου τα δεινά σε μένα όλα δέσαν;
Ποιανού πληρώνω η έρημη εγώ τις αμαρτίες;
Ποιανού με δάκρυα εγώ ξεπλένω τις κακίες;
Ποιος θεός με καταράστηκε δυστυχισμένη να ’μαι,
και όμορφο ούτε όνειρο να βλέπω σαν κοιμάμαι;
Χαζός ποιος με σπερμάτισε κι έχω λωλούς γεννήσει;
Τον ήλιο μου ποιος σκότισε και πάντα βλέπω δύση;
Φαρμάκι ποιος επότισε πικρό τον ουρανό μου
κι ως κι η βροχή πέφτει πικρή στο χώμα το δικό μου;
Σε ποιο γραμμένο είναι χαρτί φαρμάκια όλο να πίνω
και λύπης μόνο δάκρυα στο χώμα μου να χύνω;
Μάγισσα ποια ξεδόντιαστη φριχτά με καταράστη
και της χαράς μου η Άνοιξη με λύπη εσκεπάστη;
Κι αχ! ποιον να έβρω για να πω τον που με καίει πόνο;
Κι αχ! πού να έβρω ξεγνοιασιάς στην έρημό μου κλώνο;
Να κρύψω πού την που έχω εγώ γι άλλες πατρίδες ζήλεια
που άνθη έχουν στα μαλλιά και γέλιο έχουν στα χείλια;
Και που να πάω να κρυφτώ για την ντροπή που νιώθω
που αν και χρυσή έχω κλωνά φτηνά κουρέλια κλώθω;
Αχ! Τόσες είναι οι πληγές που μου τρυπούν τα στήθια
που πρώτη θα ’θελα φορά να μη μιλώ αλήθεια
και ψέματα να ήτανε όσα εδώ αραδιάζω,
που αναθυμώντας τα βαθιά κι απέλπιδα σπαράζω.
Όμως δεν είναι. Να! εδώ, πεσμένο το μαχαίρι
που λίγο πριν το εκράταγε κακόβουλο ένα χέρι.
Και να! η πληγή στα στήθια μου που έχει αυτό ανοίξει!
Να! το αίμα από παλιές πληγές που πάει να με πνίξει.
Και να! το βόλι ιδέτε αυτό που έχει ξεκινήσει
και που στον Άδη έχει σκοπό, ταχύ, να με βυθίσει.
Κι εγώ θωρώ χωρίς ψυχή και δίχως μάτι βλέπω
να με χτυπούν όσοι μ’ αγνή κι άδολη αγάπη σκέπω-
κι εγώ θωρώ δίχως ψυχή μες απ’ τα δάκρυά μου
να με χτυπούν όχι εχθροί, μα τα ίδια τα παιδιά μου...
Χρόνια καμιά διακοσαριά προτού το άθλιο Τώρα,
ρωσοαγγλογάλλοι έφτιαξαν μία καινούργια χώρα-
εμένα-κι αποφάσισαν Ελλάδα να με πούνε
κι έλληνες όσους πάνω μου δυο αιώνες τώρα ζούνε.
Φτώχεια τον τόπο μου έδερνε καθώς και τώρα΄ κι ήταν
οι κοτζαμπάσηδες αυτοί που τρώγανε την πίττα,
κι απόκοντα οι κλέφταροι που φέραν Φαναριώτες-
καθώς όταν ο κόκορας λαλεί έρχονται οι κότες-
για να περιδρομιάσουνε κι αυτοί και να μου κλέψουν
τα λίγα που είχα τα καλά και πλιο να με παιδέψουν.
Και μέσα σ’ όλους πρώτος τους ήρθε ο Μαυροκορδάτος
για πλιάτσικο πανέτοιμος και γι αρχηγία κεφάτος.
Κι αιματοκύλισε αυτός τ’ άμοιρα τα παιδιά μου-
καρπούς τού με τη δυστυχιά μονάκριβού μου γάμου.
Και των παιδιών μου άρχισε ο χωρισμός σε κόμματα
που –τι ντροπή!- ξένων χωρών επήρανε ονόματα
και αγγλικό και γαλλικό και ρώσικο ελέγονταν-
και η καρδιά μου τ’ άκουγε και μυστικά μού εκλαίγονταν.
Το ’κοσιοχτώ μου στείλανε κείνο τον Καποδίστρια
για κυβερνήτη, που με βια τον φέραν-απ’ την Ίστρια
λες και δεν είχα εγώ παιδιά να γίνουν κυβερνήτες
και ξένον να μου στείλουνε θα ’πρεπε οι προξενήτρες.
Κι όταν αυτόν τον σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι,
άλλοι μονάρχες ήτανε να μου ερθούνε νέοι.
Έτσι, τον Όθωνα εδώ μού στείλαν οι Δυνάμεις.
Τόνε μισούσα-μοναχή όντας όμως τι να κάμεις;
τον ακλουθούσαν Βαυαροί. Και μες σε λίγα χρόνια
σαν Βαυαρή με κάνανε. Στων δέντρων μου τα κλώνια
για τριάντα δυο όλες χρονιές πουλάκια κελαδούσαν
που όχι γλώσσα ελληνική, μα Βαυαρή ελαλούσαν.
Και κάναν ό,τι θέλανε στα χώματά μου οι ξένοι
λες κι οι έλληνες πως ήτανε όλοι τους πεθαμένοι
ή πως δεν είχανε ψυχή να διώξουνε τους ξένους
παρά τους ανεχόντουσαν καπηλευτές του Γένους.
Και μεταξύ τους τρώγονταν οι έλληνες οι φαύλοι
ποιος πιότερο των Βαυαρών θ’ ανέχονταν το χάλι,
ενώ τους έκλεβαν κι αυτοί κι οι ντόπιοι μου προδότες
τη συμφωνία της Ζωής και της Χαράς τις νότες.
Ύστερα τον Γεώργιο τον Πρώτο μού κουβάλησαν
και στον ισχνό τον σβέρκο μου δραγάτη τόνε κάθισαν.
Και συμμαχίες ανίερες και πλούτος κλεψιμέϊκος
κάναν τού κάθε κλέφτη μου ο βίος να ’ναι μπέϊκος,
και να πληθαίνουν οι πολλοί και να πλουτούν οι λίγοι.
Αχ! τι ντροπή μου ένιωθα η δόλια να με πνίγει
που ενώ έδενα καρπούς να φάνε οι δικοί μου
άλλοι αυτούς να καλοτρών μοίρα ήτανε κακή μου!
Σαράντα χρόνια έκατσε ο βασιλιάς στο θρόνο
κι εγώ εκακοπάθαινα δεινά χρόνο το χρόνο.
Τα χρόνια αυτά, με δυο αυτοί που έκαναν Συνθήκες-
οι Ξένοι- μέσα εβγάλανε από τις αποθήκες
Μακεδονία κι Ήπειρο, πάνω μου τις εδέσαν
και σαν κοράκια πάνω μου κατόπι αμέσως πέσαν,
τρυγώντας μου ό,τι βρίσκανε να έχει απομείνει-
ό,τι είχε μείνει ατρύγητο από τα ντόπια κτήνη.
Κι ενώ οι Μεγάλες Δύναμες μ’ είχανε μεγαλώσει,
τον τίτλο Εθνάρχη σ’ έλληνα κάποιονε είχαν δώσει.
(πότε θα πάψουν τάχατες οι γιοι μου να προσμένουν
από άλλους την πατρίδα τους-εμένα- ν’ αβγαταίνουν;
Ως πότε αυτοί τη μοίρα τους στα χέρια δε θα παίρνουν
και μες σε ξένης ζυγαριάς το δίσκο θε’ να γέρνουν;)
Καλλίτερα κι άλλα να μη μου χάριζαν εδάφη
κι οι μαύροι ας τα έτρωγαν της μάνας Γης οι τάφοι,
πάρα που δίνοντάς τα μου πιότερα μού ζητούσαν
και τα παιδιά μου έβλεπα που πιο εδυστυχούσαν.
Κάλλιο μικρό το σπίτι μου κι εύτυχα τα παιδιά μου
πάρα διπλάσια εγώ, κι αυτά να δυστυχούν κοντά μου.
Μα δεν με ρώταγε κανείς... οι πλούσιοι κυβερνούσαν
και ό,τι εγώ τους έδινα στους ξένους το δωρούσαν.
Κι εγώ τι τάχα θέλατε να κάνω; Τα φτωχά μου
να προστατέψω τα παιδιά, ή να τ’ αφήσω χάμου
να τα πατούν τα πλούσια και τα καλοβαλμένα
σα να μού ήταν άγνωστα και φορτικά και ξένα;
Ό,τι και να μου λέγατε, δε θ’ άφηνα ποτέ μου
τ’ άμοιρα τέκνα μου στη βια όποιου έρχονταν ανέμου.
Πάντα γι αυτά θα πόναγα και θα παρακαλούσα
στις μυστικές μου προσευχές, και πάντα θα ζητούσα
από τη μάνα μου τη Γη ώρα καλή να βρούνε
και μ’ αξιοπρέπεια πάνω μου και μ’ ευλογιά να ζούνε.
Έτσι δεν κάνει μια καλή, πονετική μητέρα;
Ή άλλα παιδιά της αγαπά κι άλλα τα κάνει πέρα;
Μετά ο παγκόσμιος πόλεμος ο πρώτος με χτυπάει.
Κι αν πιο μεγάλο από πριν το μπόι μου μετράει,
όμως και μεγαλύτερα γινήκαν τα δεινά μου
και μένα κι όσων έφερε ο πόλεμος κοντά μου.
Μα λες δε μ’ έφταναν αυτά, και τη ντροπή επήρα
να γίνω βδελυρών σκοπών μέσο η κακομοίρα:
στα βορινά με στείλανε-μια λάμψη απ’ τη λεπίδα
που θα ’χανε την μοναχή πάνω στη γης ελπίδα.
Μετά ήρθ’ η ώρα κι η Τουρκιά το μέλλον να κοιτάξει
και μες στο χάος της αυτή λίγη να βάλει τάξη-
κι ήρθε η ώρα κι η Τουρκιά να δει το σπιτικό της,
μέσα του να εμάζευε ό,τ’ ήτανε δικό της,
και να κρατήσει μόνο αυτούς που της σταθήκαν φίλοι
κι όλους τους άλλους από κει που ήρθαν να τους στείλει.
Και έδιωξε τους έλληνες. Και κείνοι ήρθαν σε μένα
σέρνοντας αξεδίπλωτα, μαύρα φτερά, καμένα.
Πρόσφυγες μου προσπέσανε ζητώντας να τους ζήσω.
Τους δέχτηκα. Τι να ’κανα; Να τους γυρίσω πίσω;
Χρόνια μετά ο πόλεμος ο δεύτερος ξεσπάει.
Κι οι γερμανοί με πάτησαν. Και τα παιδιά μου δώσαν
τον πιο καλό τους εαυτό. Και μ’ απολευτερώσαν.
Κι αντίς ετούτη τη στιγμή να μείνουν ενωμένοι,
το δρόμο αυτοί εστρώσανε για να ’ρθουνε οι ξένοι:
Ο Παπαντρέας, ο παππούς του σημερνού «Γιωργάκη»,
αιματωμένα ακόμα εγώ ενώ φορούσα ράκη
κι ενώ το αίμα έτρεχε απ’ τις πληγές μου ακόμα,
κι από τους πόνους έσκουζα, μου έφραξε το στόμα,
με αλυσόδεσε, και πια, σαν πράγμα ένα να ’μουν,
στους άγγλους με παράδωσε για να με αποκάμουν.
Και για ό,τι μου ’καμε κακό οι άγγλοι τόνε πληρώσαν:
μια χρυσοφόρα, αιμόσταχτη, πρωθυπουργία του δώσαν.
Αργότερα ο Καραμανλής πρωθυπουργός εγίνη.
Το πιο απ’ όλα τρύπιο μου ήταν αυτό λαγήνι.
Κι ως Αχιλλέας τον Πάτροκλο νεκρό γύρω τον έσερνε
αυτός εμένα ζωντανή πίσω απ’ το άτι του έδενε
κι έτσι και κείνος μ’ έσερνε ώστε ο λαός να μάθει
τι, να μιλήσει αν θα ’θελε, του έμελλε να πάθει.
Και όλο επαναλάβαινε σα μέσα σε μεθύσι,
κι ως να βραχνιάσει απ’ τις φωνές: «ανήκουμε στη Δύση!»
Αυτός ανήκε-ναι! Και αυτοί που τον χρυσοπληρώναν.
Κι όσοι γλεντώντας πάνω μου, εμένανε χρεώναν.
Και το Λαμπράκη εσκότωσε και μου ’φερε τη χούντα.
Κι ενώ το Κάντο Γκενεράλ έγραφε ο Νερούντα
εγώ με άλλους γκενεράλς να πολεμήσω είχα
για να ξανάβρω τον που αυτοί μου είχαν κόψει βήχα.
Όμως κρατούσανε καλά. Κι όσο κι αν προσπαθούσα
τίποτα εναντίον τους να κάνω δεν μπορούσα.
Ώσπου η Μεγάλη έκρινε Δύναμη-η Αμερικάνα-
Ότι πολύ οι στρατιωτικοί αυτοί το παρακάναν
και λεύτερη αποφάσισε και πάλι να μ’ αφήσει
πλέον αφού τσιράκι της με είχε κάνει η Δύση.
Και τότε είναι που ’ρθανε κάποιοι μου καιροσκόποι,
που βλέποντας πως στη δεξά δε μέναν άλλοι τρόποι,
μες στο Πολυτεχνείο μου εμπήκαν και φωνάζανε
πως θα με λευτερώσουνε κι ότι θα με αλλάζανε.
Κι όταν επήραν εντολή οι στρατηγοί να φύγουνε,
αυτοί σε μία πράσινη σημαία με τυλίγουνε
και με πρωθυπουργό το γιο του τότε Παπαντρέου
σε βάλτου μ’ έριξαν ενός τις βρώμιες λάσπες νέου.
Κι η πρωθυπουργοποίηση του τύπου εκείνου ήτανε
η πληρωμή του, που άφησε και πάνω μου στρωθήκανε
οι φράγκοι κι οι αμερικανοί που νέοι αφέντες γίνανε
και του λαού το αίμα μου αχόρταγα επίνανε,
για συνεταίρους παίρνοντας του Παπαντρέου την κλίκα
που κι απ’ τους ξένους πιο πολύ αχόρταγη τη βρήκα.
Κι ο νέος Παπαντρέου, αυτός, βορά με είχε ρίξει
στους σκύλους που την όρεξη για χρήμα είχε ανοίξει
το ότι εκείνοι τάχατες τη χούντα είχανε ρίξει.
Και κατακλέψανε κι αυτοί τον ίδρω και το αίμα
των τίμιών μου των παιδιών΄ και σ’ ένα μόνο γνέμα
του βρωμερού τους αρχηγού τα πάνω φέραν κάτω
μέχρι σε βούρκου ενός βαθιού που μ’ έριξαν τον πάτο.
Και από τότε μένω εκεί. Και μακριά στεκόντας
μη κι απ’ τις λάσπες λερωθούν, και ξαναμμένοι όντας,
παλεύουν τώρα οι αρχηγοί δύο τρανών κομμάτων-
που ζουν και που πλουταίνουνε απ’ το πάτημα πτωμάτων-
να με τραβήξουν και νεκρή στη βάρκα τους καθένας,
και να με φάνε ή μαζί ή ίσως κι ένας ένας.
Ο πρώτος είναι ένα παιδί με αέρα στα μυαλά του
όπου και ξένα και δικά, τα θέλει όλα δικά του.
Ένας ακόμα απ’ τους πολλούς που εξουσία διψάνε
πάνω σ’ ανθρώπους να ’χουνε που εξουσία ζητάνε,
για τον εαυτό του ο καθείς. Ένας ξεμωραμένος
πριν γίνει γέροντας. Γερά κι αυτός αρματωμένος
με υποσχέσεις, με ψευτιές και με αδηφαγία,
να κυβερνήσει αποζητά τη γη μου την αγία.
Ο δεύτερος, συνεχιστής των ιδεών εκείνου
του πρωτινού μου αρχηγού, του μόνου υπευθύνου
για την κατάντια όπου ζω κι αυτός μου ’χει φερμένη
μια χώρα καταγέλαστη να ’μαι στην οικουμένη.
Αυτοί λοιπόν τώρα οι δυο την ψήφο θέλουν να ’χουν
από κεινούς που για φαϊ μες στα σκουπίδια ψάχουν.
Και δέστε όσοι έχετε τα μάτια για να βλέπουν,
κι όχι το φύλο μοναχά το άλλο για να έλκουν-
δέστε, Παιδεία ειν’ αυτή; Και ειν’ αυτή Υγεία;
Παρέχω εγώ ισότητα; Δε ζω στην αδικία;
Παιδιά δεν έχω που άλλα τους τρων με χρυσά κουτάλια
κι άλλα-φτωχά μου!-που πεινούν, ντύνονται με ρετάλια,
ψάχνουνε κάτι για να φαν στων σκουπιδιών τη βρώμα,
κι αντί της ζωής το ρόδινο, ωχρό έχουν το χρώμα,
διασκέδαση δε βλέπουνε καθόλου στη ζωή τους
κι όπως στη φτώχεια είναι γραφτό τρώγονται μεταξύ τους;
Τι δράμα, κάποιον απ’ τους δυο να πρέπει να ψηφίσουν
αυτοί που να τους ’γγίσουνε μονάχα θα βρωμίσουν;
Αχ! Οι άνθρωποι του τόπου μου! Θύτες και θύματα όλοι:
ένας να έχει κι ο άλλος τους να κλέβει πορτοφόλι!...
Κουτοί οι μεν, κουτότεροι οι άλλοι, ένας κι άλλος:
κουτός και όποιος κλέβεται, αλλά και πιο μεγάλος
αυτός που κλέβει. Ο δυστυχής! Δεν ξέρει η ευτυχία
πως αν δε σκέπει ολουνούς, τότε είναι δυστυχία.
Κουτά και δύστυχα παιδιά εγέννησα ωιμένα!
Που και αυτά κακοπερνούν και θλίβουνε κι εμένα.
Α! Όσο περισσότερο τον άνθρωπο γνωρίζω
τόσο τα ζώα εγώ αγαπώ που τρέφω και ταγίζω.
Γιατί αυτά απ’ της λογικής δεν ήπιαν τις πηγές
και απ’ αυτά δεν καρτερώ ενέργειες «λογικές».
Λοιπόν τραβάτε όλοι εσείς στην κάλπη να ψηφίστε.
Το τελευταίο της ντροπής το μόριο αψηφήστε.
Μην ξεσκωθείτε τους μιαρούς μια κι έξω να πετάξτε.
Μόνο τον ένα με ίδιονε άλλονε κάποιο αλλάξτε.
Διαλέξτε τον καινούργιο σας αφέντη και δυνάστη
τα δάκρυά μου αφού από σας κανείς δεν εσεβάστη.
Όμως ορκίζομαι στο φως που κι είδατε και είδα,
πως ούτ’ εγώ έχω πια παιδιά, ούτε και σεις πατρίδα.
ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΑ
ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ
Από ψηλά εκοίταξε
με τα μεγάλα μάτια της,
το χέρι άπλωσε
σα να μιλούσε σ' όληνε την Πλάση
και διάταξε: όποιος βλέπει καθαρά
να μιλήσει.
Από τις εκατό μυριάδες
είκοσι άντρες εσηκώθηκαν
χωρίς φωνή να βγει από τα χείλη τους.
Και είπε πάλι: όποιος από σας έχει φωνή
να μιλήσει.
Και οι δεκαπέντε εκάθισαν.
Κι είπε στους πέντε:
όποιος από σας είναι αγνός
να μιλήσει.
Τότε οι άλλοι τέσσερες εκάθησαν
και εκατάλαβα ότι ο κλήρος
είχε πέσει σε μένα.
Και εμίλησα με τούτα τα λόγια:
Ελληνόπουλα
μη σας παγιδεύουν.
Οι αρχαίοι έλληνες δεν είναι πρόγονοί σας.
Σας κοροϊδεύουνε.
Φρούδα η κληρονομιά σας ελληνόπουλα.
Με τους αρχαίους έλληνες σχέση καμία-ευτυχώς-
δεν έχετε ελληνόπουλα.
Με τους αρχαίους έλληνες φιλόσοφους
που πληρωμένα υμνούσαν την πλουτοκρατία,
που είπαν τις μεγαλύτερες
βλακείες που ειπώθηκαν ποτέ-
και καταστρέψανε μ’ αυτές τον κόσμο-
σχέση καμιά δεν έχετε ελληνόπουλα.
Με Περικλήδες κι άλλους εκμεταλλευτές
της δυστυχίας των λαών του τότε κόσμου
τίποτα δε σας δένει ελληνόπουλα.
Και το Βυζάντιο ελληνικό
δεν ήταν ελληνόπουλα.
Καμία σχέση.
Μερικοί μόνο
τη γλώσσα την ελληνική μιλούσαν
όπως εσείς την αγγλική μιλάτε τώρα-
είσαστε εγγλέζοι;..
Οι έλληνες έσβησαν από τους τόσους
αρίθμητους λαούς
που κατακτήσανε τον τόπο σας
ελληνόπουλα.
Πιασμένοι από άγνωστους-
αλλοσπαρμένα είσαστε ανεμομαζώματα
ελληνόπουλα.
Όμως εσάς, τ' αφεντικά σας
με ψεύτικες γεμίζουν το κεφάλι σας περγαμηνές
και θέλουν να σας κάνουν να πιστέψετε
ότι συνέχεια είσαστε όλων εκεινών.
Με τέτοιους πρόγονους για δόλωμα-
δανδήδες μαστροπούς-πλαστούς κι αυτούς
συλλογιστείτε
τι ψάρια να πιαστούν μπορούνε...
Θέλετε αυτά τα ψάρια ελληνόπουλα να είστε σεις;
Με λέξεις που δε νιώθετε,
με σκέψεις που ποτέ δεν κάνατε,
με άλλων συμφέροντα
με σάπια ιδανικά σας συντυλίγουν ελληνόπουλα
και στη σακούλα του πελάτη Χρόνου
φτηνοπουλημένους σας πετάνε
καθώς εκείνοι ζούνε τη μεγάλη τους ζωή
μέσα σε φράκα διπλωτοί και τριγυρίζοντας
από δεξίωση σε δεξίωση και λόγους βγάζοντας
που από ιερογλυφικά
πιο ακαταλαβίστικοι σας είναι.
Ποιοι 'ναι αυτοί που ζουν με τη ζωή σας;
Ποιοι που τον κόπο σας, θρασείς, τρυγάνε;
Ποιοι είναι που στ' όνομα
κάποιας κοινής καταγωγής-
που εκείνοι από το τίποτα ζωγράφισαν-
σας έχουν δούλους κι υπηκόους τους
και σαν λεμόνια όποτε θέλουνε σας στύβουν;
Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
τουρκοπροσκυνημένων κοτζαμπάσηδων;
Ποια σχέση έχετε σεις με τους απόγονους
φαναριωτών που για χιλιετηρίδες λεηλατούσαν-
στεριανοί ανόσιοι πειρατές-
ανατολή και δύση,
κι όποιων τυχάρπαστων προστρέξανε
σαν η βαλανιδιά Τουρκία έπεσε κάτου
να ξυλιστούν κι αυτοί και τα δισέγγονά τους;
Ποια σχέση έχετε σεις μ’ αυτούς
που έχουνε στο σβέρκο σας καθίσει,
και τ’ αχαμνά σας σπιρουνίζοντας πλευρά
σας πάνε όπου να τους πάτε θέλουν;
Ποια σχέση έχετε-τι με δαύτους σας ενώνει
έξω απ' ό,τι
τους δούλους με τους αφεντάδες τους ενώνει;
Τι σας ενώνει έξω από το γυάλισμα που κάνετε
των παπουτσιών και των ασημικών τους ελληνόπουλα;
Κι ως πότε-ως πότε θ’ ανεχόσαστε
σεις να ιδρώνετε και να πονάτε
κι από τον ίδρω και τον πόνο σας αυτοί
μπογιές να δένουν που μ' αυτές
μ' ωραία χρώματα να ζωγραφίζουν
οάσεις σαν τις ψεύτικες εκείνες της ερήμου
που εκεί με μούτρα βρώμια και διψάρικα
πέφτετε μέσα εσείς ξεγελασμένοι;
Πάρτε όνομα άλλο ελληνόπουλα να μην
αυτός που ακούει τ' όνομά σας σάς λυπάται.
Πάρτε όνομα άλλο ελληνόπουλα να μη
σφετεριστές σας λένε ονομάτων.
Πάρτ' ένα όνομα άλλο ελληνόπουλα
και τιμήστε το
δικό σας κάνοντάς το.
Πάψετε να 'χετε γι ασπίδα και κοντάρι σας
κάποιους που σχέση ούτε μια
δεν έχετε μαζί τους.
Πάψτε ανθρώπους ξένους με τη ράτσα σας
προμετωπίδα στο βιβλίο
που εσείς να γράψτε θέλετε
ν' αφήνετε να σας κολλάνε.
Τόσο ανίκανους σας θεωρούν-
τόσο ανάξιους-
που δίχως σπρώξιμο ουτ' ένα βήμα
να μην μπορείτε τάχα μόνοι σας να κάνετε.
Μα σεις
απάνω στο αναπηρικό το καροτσάκι που σας κάθισαν
νιώθετε άνετα να 'στε βαλμένοι;
Κοιλοπονέστε σεις μονάχοι ελληνόπουλα
και σεις γεννήστε την πατρίδα που σας πρέπει.
Νόθα πατρίδα σεις να μεγαλώνετε
και να νταντεύετε γιατί-
ανίκανοι είστε σεις για να ’χετε παιδί δικό σας;
Πάψτε να λέτε "οι αρχαίοι πρόγονοί μας" ελληνόπουλα
κι αρχίστε "εμείς" να λέτε..
Τα περασμένα έτσι κι αλλιώς αφήστε τα.
Τα μέλλοντα κανένας δεν τα ξέρει.
Το Τώρα ελληνόπουλα υπηρετείστε.
Δικόν σας τώρα φτιάχτε ένα θεό,
εσείς, με τα δικά σας χέρια,
και σ' αυτόν προσευχηθείτε.
Δεν το μπορείτε-ούτε αυτό δε σας αφήνουν;
Κάντ' ένα εργοστάσιο
που τυραννοκτόνα όπλα
να φτιάχνει και ριχτείτε στη δουλειά.
Δεν το μπορείτε ούτε αυτό;
Τότε χαλάστε ό,τι όρθιο μένει.
Γκρεμίστε,
ισοπεδώστε
τον τόπο που σας έδωσαν να ζείτε
και την ερμιά -που εσείς,
ΕΣΕΙΣ θα 'χετε φτιάξει-
πατρίδα πέστε την.
Αυτή θαν' η πατρίδα σας γιατί πατρίδα
φτιαγμένη από σας θα είναι.
Θέτε να χτίστε μήπως-τέτοιαν έχετε πνοή;
Τ' άχρηστα πάρτε,
τα γελοία
τ' αρχαία τ' αγάλματά τους
σπάστε τα πέτρες και με κείνα χτίστε
μία πατρίδα που να σας ταιριάζει.-ναι,
πατρίδα φτιάχτε από τα παλιολίθαρα.
Δικό σας κάντε κάτι και δικό σας μόνο.
Τότε και μόνο τότε
μπορείτε να 'σαστε υπερήφανοι
ότι και σεις κάνατε κάτι.
Τι καρτερείτε άπρακτοι ελληνόπουλα;
Μήπως δεν έχετε τα κότσια τη μεγάλη
τη σκάλα ν' ανεβείτε
που χάνεται η άκρη της στα ουράνια;
Καλά. Δε βλάφτει.
Το σκαλί το πρώτο της ανέβετε
και κείνο κατοχή σας και πατρίδα κάντε.
Και αν τολμήσει-
ας έρθει κάποιος από κει για να σας διώξει-
σα σκύλοι λυσσασμένοι πέστε απάνω του
θανατοδάγκωτος να φύγει.
Κι αυτή θα είναι η δόξα σας αδέρφια ελληνόπουλα.
και όχι η ψεύτικη που δίνουν
ελεημοσύνη στο απλωμένο χέρι σας-
οι καλοβολεμένοι απανωσκαλίτες.
Κοιτάτε,
η γενιά των σημερνών πατριδοκάπηλων
ειν΄ έτοιμη σε τελετή σεμνή
πατρίδα μία ξένη να σας παραδώσει.
Αρνηθείτε την!
Προτού απ' την έναρξη της πουλημένης τελετής
γκρεμίστε τις εξέδρες.
τις σημαίες ξεσκίστε,
και στα πτώματα των επισήμων πάνω
πατώντας, με φωνή που ν' ακουστεί ως τ' άστρα
να ηχήσει αφήστε ο καινούργιος σας παιάνας
φτιαγμένος απ' τις τελευταίες πνοές εκείνων
που ως τώρα δέσμιους σας κρατούσανε
σε φυλακές ξενοχτισμένες.
Δεν έχετε ιστορία ελληνόπουλα.
Φτιάχτε τη σεις αν θέλετε
δική σας πέρα ως πέρα να 'ναι.
Λειψή, κακότροπη, άδοξη, μικρή ή μεγάλη
μα να 'ναι αληθινή.
Και να 'ναι όλη δική σας ελληνόπουλα.
Τότε και μόνο τότε
περήφανοι θα σας αρμόζει να 'σαστε ελληνόπουλα-
όταν σε ξένες πλάτες πάνω
θα πάψετε να κουβαλιέστε
και να γινόσαστε περίγελως
των όπου γης λαών.
Κι ούτε υπήρξε εικοσιένα ένδοξο ελληνόπουλα.
Οι ήρωές τους υστερόβουλοι αριβίστες
που στον μεγάλο το λουφέ είχανε το νου τους.
Κι ό,τι αν σας λένε ότι κάνανε
το χύνουν πρώτα στα καλούπια τα δικά τους
οι διαταγμένοι ιστορικοί
και όπως θέλουνε σας το σερβίρουν ελληνόπουλα.
Το εικοσιένα ελληνόπουλα
ένα καπρίτσιο των μεγάλων ήταν των δυνάμεων
που θέλησαν-γιατί το κρίνανε συφέρο τους-
κράτος να φτιάξουν ένα εκεί που παλαιά
εζούσαν κάποιοι που έλληνες τους λέγαν.
Φτιάχτε το εικοσιένα σας.
Το εικοσιένα το δικό σας, το αληθινό.
Τη χώρα σας οι ξένοι τη λευτέρωσαν
για τούτο και αυτοί
μέχρι και σήμερα τη διαφεντεύουν.
Κι αν σας φουσκώνουν τα μυαλά με δόξες
και μ' ελευθερίες
και με λάβαρα
είναι γιατί να τρώνε θέλουνε απ' τον πόθο σας
για μια πατρίδα αληθινή κι αλήθεια δοξασμένη.
Και ποιος λαός δεν έχει δόξα ελληνόπουλα;
Λαοί που δεν πολέμησαν γενναία
νικήθηκαν και χάθηκαν και δεν υπάρχουν πια.
Όλοι οι λαοί που σήμερα
στης γης τη φλούδα πάνω ζούνε
υπάρχουν γιατ' ειν' ένδοξοι ελληνόπουλα.
Σας βάζουνε για τις χαμένες σας να κλαίτε τις πατρίδες.
Για κάποια Σμύρνη
κάποιαν Αλεξάνδρεια και γι άλλες
ξένες πολιτείες και χώρες'
και τώρα τελευταία για κάποια Κύπρο.
Ήταν αυτές πατρίδες ελληνόπουλα δικές σας;
Δουλέψατε, ιδρώσατε, ή μήπως φάγατε απ' αυτές;
Κείνοι που τρώγανε ας κλάψουνε για το χαμό τους.
Εσάς σας είχανε να πολεμάτε μοναχά για κείνες.
Δεν είχατε ποτέ πατρίδες ελληνόπουλα
πάρεξ αυτές που φκιάσατε μονάχοι.
Και σεις μονάχοι τίποτα δε φκιάσατε.
Γι αυτό δεν έχετε πατρίδα ελληνόπουλα.
Πίσω από τα φουστάνια τρέχετε
κάποιας πατρίδας-φάντασμα
και στηριζόσαστε σε δεκανίκια-κάλπικα κι αυτά.
Κι αν κάποιοι ονειρόπαρτοι ποιητάδες
δεν έχουν τι να κάνουνε και με τα λόγια
με τον συνεπαρμό και με τη λόξα τους
υμνούνε ανύπαρκτα ιδανικά
και χλαίνες τρυπημένες κι αμπελοκυρές
και άλλα τέτοια κουραφέξαλα,
ποια σχέση έχουν αυτά με την αλήθεια;
Και η αλήθεια είν' ελληνόπουλα
πως είσαστε έκθετοι στην ίδια σας απέναντι
τη λογική και την αξιοπρέπεια-αν έχετε-
και υπόστασή σας την ανθρώπινη.
Φτιάχτε πατρίδα μια δικιά σας ελληνόπουλα.
Χτίστε την μ' αίμα, ή με ιδανικά, ή με λάσπη κι άχυρα
όμως δικιά σας να 'ναι και δικιά σας μόνο.
Φκιάστε φιλόσοφους δικούς σας σημερνούς,
φκιάστε βυζάντια κι εικοσιένα και σαράντα,
και ποιητές δικούς σας βάλτε-
αληθινούς-
να τα υμνούνε.
Αληθινό σκαρώστε κάτι ελληνόπουλα.
Κάντε αρχή-
ως πότε θα 'στε αντρείκελα-ως πότε
για ψεύτικες και ξένες
δόξες και πατρίδες να παινεύεστε;
Αλλά προτού,
χαλάστε όλα τα πριν-
τα ψεύτικα
και τα γελοία
και τα φτιαχτά, που ικανά
για να πλουτίζουνε μονάχα είναι
κείνους που τα 'πλασαν
και σας τα δίδαξαν
και σας εκάνανε να τα πιστέψετε
για να σας έχουν δούλους στα παλάτια τους.
Και το πιο κύριο ελληνόπουλα, όνομα αλλάξτε.
Οι έλληνες ήσαν έλληνες.
Σεις έλληνες δεν είστε.
Οι έλληνες ήτανε ληστές
Σεις από τη δουλειά σας μόνο ζήστε.
Οι έλληνες ήτανε καταχτητές.
Εσείς ούτε πατρίδα έχετε ακόμα.
Οι έλληνες ήταν πολεμόχαροι.
Εσείς ζητείστε την ειρήνη.
Οι έλληνες εσκότωναν όποιον σκεφτόνταν λεύτερα.
Σεις όλοι λεύτερα σκεφτείτε.
Οι έλληνες αεροβατούσαν-σεις
γερά στη γης πατήστε πάνω.
Αλλάξτε όνομα ελληνόπουλα
βρωμιά το νέο σας όνομα να μη θυμίζει
και βαρβαρότητα κι απανθρωπιά.
Δείξτε πως ξέρετε να είστε λεύτεροι
απ' όποια χαλκευμένα έντεχνα δεσμά.
Δείξτε πως ξέρετε πως σας μεταχειρίζονται
και πάρτε πια
τις τύχες σας στα χέρια τα δικά σας.
Υπάρχει ένα βιβλίο που στα φύλλα του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων,
και τ’ ανεμοψιθύρισμα, κι η ανάσα
των άδολων πουλιών, κι οι σκιές των ήλιων,
και του έρωτα η ξέγνοιαστη βιασύνη.
Υπάρχει ένα βιβλίο που τα φύλλα του
στ' άγια του Αεί τα πλάτια ιερουργούνε.
Υπάρχει ένα βιβλίο που άψυχα όταν
τα σώματα θα πέσουν των πραγμάτων
κείνο η ψυχή του Σύμπαντος θα είναι
κι η πεμπτουσία θα 'ναι των πνευμάτων.
Υπάρχει ένα βιβλίο φωτοστόλιστο
που λάμνει μέσα στ' άϋλο των αιθέρων
κι ανάμεσα κυλάει στις σελίδες του
ποτάμι αθώρητων στο μάτι αστέρων.
Και το βουερό φιδίσιο αστεροπλήθος
καθώς λαμπρό κι ανάλαφρα κυλάει
γράφει ό,τ' είναι άξιο απ' ό,τι εγίνει
στα χάη των ατέλειωτων συμπάντων.
Και το βιβλίο αυτό λευκά κρατεί τα φύλλα
που 'ναι για την Ελλάδα προορισμένα.
Και τα κρατεί για σας παιδιά γενναία
που, φοβεροί εκδικητές, ζητάτε
το αίμα να πάρτε πίσω του λαού σας
μέσ' απ' τις φλέβες κείνων που το ήπιαν,
με δίκοπο χαλώντας τες μαχαίρι.
Θα λέει για σας παιδιά -φτερά του ονείρου
θα λέει για σας παιδιά-βλέμμα αετίσιο
θα λέει για σας παιδιά που ό,τι ακούτε
να λένε οι άθλιοι οι πολιτικοί σας,
το ξέρετε αλήθεια πως δεν είναι.
Θα λέει για σας παιδιά που όσα γράφω
μες στης ψυχής σας την ψυχή μιλάνε'
για σας παιδιά μου που θωρώντας γύρω
βαθιά το νιώθετε πως όλα τούτα
κάπως αλλιώτικα θα 'πρεπε να 'ναι.
Θα λέει για σας παιδιά που πολεμάτε
με τον εαυτό σας για να δυνηθείτε
σε σφαίρες υψηλές, μάχες να δώστε
μάχες όπου της νίκης το στεφάνι
ο αφανισμός θα είναι των αχρείων.
Θα λέει για σας εκδικητές της φτώχειας
και των βασάνων και της δυστυχίας.
Για τον παλμό που δώσατε στη φύση
άλλονε απ' αυτόν που 'χε γνωρίσει
χρόνια και χρόνια και χιλιετίες-
παλμό ελπίδας και παλμό ευθύνης
παλμό αγάπης για τη νια Ελλάδα,
παλμό δικαιοσύνης και αλήθειας,
παλμό την αλλαγή που γοργοθρέφει
για να 'ρθει ολόσαρκη και να θερίσει
με το κυρτό της κοφτερό δρεπάνι
κάθε τι σάπιο και φαυλοπλασμένο
και με τ' αδρό σφυρί της να γκρεμίσει
κάθε τι άνομο που με ιδρώτα
κι αίμα της φτώχειας είναι υψωμένο.
Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου
που τη σωστή κατέχετε την κρίση.
Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που μες στα στήθια σας ψυχή κρατείτε
που δε σχωρνάει ανθρωπιάς προδότες
μόνο τους στέλνει ευθεία στο χαμό.
Σε σας τα λέω ελληνόπουλά μου
που 'ναι το χέρι σας λαιμών κοφτήρι
και που όπλο αντίς τριαντάφυλλο κρατείτε.
Και θα 'ρθετε-η ώρα σας να! φτάνει.
Χάος δε γίνεται το Χάος να μείνει.
Να πληρωθεί ζητάει. Κι η δική σας
η παρουσία θα το πλημμυρίσει
όχι με πράγματα μα με ψυχές
όχι μ' ανθρώπους μα με θεούς με σάρκα.
Εδώ είστε-ναι-η ώρα σας-να την!-ήρθε.
Ζωή στην εκμετάλλευση δε μένει.
Η αδικία τα λοίσθια-να την!-πνέει.
Την τελευταία τους πνοή αφήνουν
η διαφθορά κι η ντροπερή δουλεία.
Είσαστ’ εδώ-η ώρα σας να! ήρθε!
Σε σας τα λέω αυτά παιδιά που αύριο
διαφεντευτές θα είστε αυτής της χώρας.
Κάψτε, ρημάξτε, μην αφήστε όρθια
πέτρα στην πέτρα πάνω, αν ιδείτε
πως έτσι η κάτω πέτρα υποφέρει.
Και μεις θα σας κοιτάζουμε μ' ελπίδα.
Τόλμη κι απόφασή σας θα ευλογάμε
και θα ζηλεύουμε καθώς στους δρόμους
με πάτημα γατίσιο προχωράτε
με μάτι αητού θωρώντας ένα γύρω.
Άγια η ώρα που ανοιχτούς σας 'γέννα
σε λευτεριάς και δικιοσύνης γνώμη.
Κι άμποτε ίδιες νάτανε οι γέννες
όλωνε των μανάδων της πατρίδας
που έχει εσάς καλοί μου γεννημένους.
Τότε η λευτεριά θ’ αντρειωνόταν
μαζί με τη δική σας αντροσύνη
κι η ανθρωπιά θα μύρωνε το χώρο
με άνθη ισότητας και δικιοσύνης.
Μα λίγοι ας είσαστε ίσως παιδιά μου'
Κι ας είναι οι πολλοί προσκυνημένοι'
αλλά γι αυτό και η σεπτή σας τόλμη
φρούδα δεν πρέπει νάναι-πρέπει κάθε
φωτιά που ανάβετε να κατακαίει
κακά πολλά μαζί κι άνομων πλήθος.
Πρέπει ακόμα ούτε μία σφαίρα
χαμένη απ' τ' όπλο σας να μην πηγαίνει.
Και πρέπει οι στόχοι σας παιδιά μου να 'ναι
όχι μακριά, που βλήμα δεν τους φτάνει
μα κοντινοί, στα χώματά μας μέσα-
τα ντόπια τα χωράφια είναι σκοπός μας
να καθαρίσουμε από τα ζιζάνια
ώστε ακώλυτα ν' ανθίσει εντός τους
της ανθρωπιάς το εύοσμο το ρόδο
που όληνε τη χώρα θα ευωδιάσει.
Και θέλετε αλάθευτο έναν τρόπο
να βρίσκετε στα γρήγορα το στόχο;
Όπου θα δείτε τσέπη να φουσκώνει
τότε χτυπάτε αλύπητα παιδιά μου'
έτσι καρδιά θα βρίσκει το μαχαίρι
κι οι φλόγες στάχτες πάντοτε θ' αφήνουν.
Δίπλα σας είναι οι στόχοι σας παιδιά μου.
Νάτοι! Κοιτάξτε αυτόν τον εργολάβο
πούχει πλουτίσει παίρνοντας τα σπίτια
που 'χαν γριούλες έρμες μονεσμένες
και δίνοντας σε χτίστες και μαστόρους
της πείνας μεροκάματο, και τοίχους
φτιάχνοντας που ο σεισμός τους ρίχνει ο πρώτος...
Τι περιμένετε λοιπόν παιδιά μου;
Αυτός σφαχτάρι πρώτο σας ας είναι.
Και να! Τον έμπορο αυτόν κοιτάξτε
που χρώματα πουλάει στις γυναικούλες
να βάψουνε το δώμα είτε τα ρούχα
και δυο ευρώ τού δίνουνε και κείνος
αξίας δυο λεπτών τους δίνει χρώμα.
Τι τον φυλάτε νέοι μου λεβέντες;
Ας πάει στον δίκιο του χαμό και κείνος.
Βάλτε φωτιά στις τράπεζες-τα κτίρια
που αντίς για πέτρες με κορμιά χτιστήκαν
κι αντίς νερό κι ασβέστη, ιδρώτα κι αίμα.
Και κάθε που τα όπλα σας θ' αστράφτουν
το χαλασμό ας φέρνουν στους κρατούντες
κι οι βόγγοι ας αντηχούνε και οι θρήνοι
αυτών που απ' το μαστίγιο αναγκεμένοι
τα νιάτα τους βορά έχουνε δώσει
στο μιαρό του χρήματος θηρίο
στους αιμοβόρους φαύλους που υπακούει.
Αλλά παιδιά μου όχι τα κτίρια μόνο'
Οι τραπεζίτες κι όλοι όσοι μέσα
σε τέτοιο εργάζονται φριχτό ένα χώρο
τα πρώτα θύματα δεν πρέπει να 'ναι
της νεανικής και δίκαιας ορμής σας;
Δεν θα 'ναι το έργο σας να ξεκοιλιάστε
με το χρυσό που τρώνε το μαχαίρι
τα βρωμερά κορμιά των μεγιστάνων
της δύναμης, του αίσχους και του πλούτου;
Δεν πρέπει η φλόγα σας να κατακάψει
τις παχουλές των δολερών τις σάρκες
κι η τσίκνα τους δεν πρέπει όλη τη χώρα
σαν ιερός καπνός να την τυλίξει
να ευφρανθούν οι οσφρήσεις όλων κείνων
που ως να σβήσουνε τσιτσιριζόνταν
στη σκάρα της φωτιάς των πλούσιων πάνω;
Δεν ειν' οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που τα παιδιά σκοτώνουν της Ελλάδας
για νάχουνε πισίνα στην αυλή τους;
Δεν ειν' οι πλούσιοι τάχατες παιδιά μου
που στα σκυλιά χαλάν περιουσίες
ενώ οι φτωχοί σαν τα σκυλιά πεθαίνουν;
Δεν ειν' αυτοί που κάνουν τους πολέμους
για να πλουτίσουνε μ' αίμα δικό σας;
Σε σας μιλάω ελληνόπουλά μου.
Που είστε απόγονοι, σας λένε, κάποιων
που κάποτε σ΄αυτό τον τόπο εζήσαν.
Και σας το λέν αυτό για να θαρρείτε
πως κάτι σας ενώνει, ώστε κράτος
να φτιάξουν και με κείνο για σημαία
σ' ανίερους πολέμους να σας στέλνουν
τα πλούτια τους αυτοί για ν' αβγαταίνουν.
Λοιπόν παιδιά, που δίπλα μας στεκόστε
ξέρετε τώρα ποιόνε θα χτυπήστε-
τα κτήνη πούχουν πάρει όψη ανθρώπου.
Και ναι στο χαλασμό λεωφορείων
που κρατικά παινεύονται πως είναι.
Σ' ανατινάξεις ναι κτιρίων του κράτους-
σχολείων, υπουργείων, τραπεζών...
Ναι σε καταστροφές σπιτιών πλουσίων
ναι σε καταστροφές αποθηκών
σε δρόμων, γεφυρών ανατινάξεις
σε ΟΤΕδες σε ΔΕΗδες σε νερά.
Ναι σε βαυλιάγματα πλοίων ανόμων
σε σιδερόδρομων κι αεροπλάνων
ανατινάξεις και δολιοφθορές.
Ναι σε καταστροφές καταστημάτων
σε κάθε χαλασμό ναι-πάλι ναι-
όλα ισοπεδώστε τα παιδιά μου
αφού όλα τ' άδικο υπηρετούνε
κι όλα στηρίζουνε σάπιο ένα κράτος.
Ναι στην καταστροφή όλων που ανήκουν
στο κράτος-στην απαίσιαν εταιρία
που οι κακοήθεις φτιάξανε κι οι φαύλοι
για νάχουν δύναμη να κατατρέχουν
και να εκμεταλλεύονται τη φτώχεια .
Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
τρομοκρατώντας τήνε κάθε μέρα
να δέχεται άφευγο κακό πως είναι
οι άλλοι να καλοζούν ενώ εκείνοι
χίλιες φορές την ώρα να πεθαίνουν.
Τη φτώχεια που την έχουν καταφέρει
να λέει δίκαιοι πως είναι οι νόμοι
που άλλους φτωχούς αφήνουνε και άλλους
μες στη χλιδή τους έχουνε να ζούνε.
Τη φτώχεια που την έχουν μαθημένη
να χαίρεται ένα κόκκαλο σα βρίσκει
την πείνα της μ' αυτό να λιγοστέψει,
και ν' αγαπά και με λατρεία να γλύφει
το χέρι που της τόχει πεταμένο.
Τη φτώχεια που την έχουν δασκαλέψει-
και, η έρμη, έχει απόξω μαθημένα-
ότι θεός υπάρχει που εκείνος
τα πράγματα φτιαγμένα έτσι τα 'χει.
Τη φτώχεια που το φόβο έχουν βάλει
μες στο μυαλό, το φόβο στην ψυχή της,
στις πράξεις και στις σκέψεις της το φόβο,
για να μπορούνε άφοβα εκείνοι
σαν τα παχιά κι αναίστητα γουρούνια
το αίμα τους ήσυχοι να τους ρουφάνε.
Ναι στον ξολοθρεμό αυτών που ανήκουν
στο κράτος-την απαίσια εταιρία.
Και ναι στο ξεθεμέλιωμα γραφείων
του κου κου ε που χιλιοπροδομένον
άφησε το λαό στην κρίσιμη ώρα
κι έτρεξε ν' αγκαλιάσει τα οφίτσια
που του ΄χανε άνομοι προσφέρει ξένοι.
Όχι στο κου κου ε που μόνο λόγια
και διακηρύξεις είναι φουσκωμένες
ενώ οι διαταγμένες του οι πράξεις
νερό ειναι στου κεφάλαιου το μύλο-
όχι στο νέο του ανθρώπου τ' όπιο.
Ρίξτε τους πύργους του πανάθλιου κράτους
η κοινωνία νάρθει της αγάπης
απάνω στα συντρίμμια του ν' ανθίσει.
Και νά 'χει ο καθένας όλα εκείνα
που τη ζωή ανθρώπινη την κάνουν.
Φαύλο το κράτος, φαύλοι και οι κύκλοι
που μέσα τους σαν κύστεις θυγατέρες
εχινοκόκκου, δολερά πλανιούνται.
Φαύλες κι οι εφορίες, το καλάμι
που βουτηγμένη μια του έχει άκρη
στον ίδρω του λαού, ενώ στην άλλη
σε ρούφηγμα κλεισμένα είναι τα χείλη
των εργοστασιαρχών, των κερδοσκόπων,
κι όλων αυτών που καλοζούν πατώντας
στα κακοθάνατα τα πτώματά μας.
Όμως μικρή μην κάνετε χαλάστρα
παιδιά μου στου κακού μέσα τη ρίζα.
Μετά το κάθε άγιο χτύπημά σας
δέστε και κάντε το λογαριασμό σας.
Οι υπουργοί αδέρφια μου χαθήκαν;
Οι διευθυντές Οργανισμών χαθήκαν;
Οι μεγαλοβιομήχανοι χαθήκαν;
Οι μεγαλογιατροί πια δεν υπάρχουν;
Οι δικηγόροι σβήσαν οι μεγάλοι;
Οι δημοσιογράφοι οι πουλημένοι;
Μήπως οι ξακουσμένοι καλλιτέχνες;
Οι αδίστακτοι επιχειρηματίες;
Μήπως οι διανοούμενοι οι μεγάλοι
με τα φανταχτερά πονήματά τους;
Μή κάποιοι απ' αυτούς δεν εχαθήκαν;
Μην ειν' ακόμα δίπλα σας ολόρθοι,
και με το που γλιτώνουνε γελάνε;
Ξαπλώστε τους στο χώμα μέσα όλους
αυτούς τους καρχαρίες της ζωής σας.
Ξαπλώστε κι όποιον άλλονε τολμήσει
τη θέση εκείνου πού ’πεσε να πάρει.
Και τότε μόνο αυτοί θα καταλάβουν
πως ή σαν άνθρωποι έχουν να ζήσουν
ή σαν εχθροί του ανθρώπου να χαθούνε.
Δέστε τους πώς κορδώνονται παιδιά μου,
και ύφος παίρνουν και: "εμάς", καυχιούνται,
"μάς ψήφισε ο λαός κι αυτός μας έχει
τη δύναμη να κυβερνούμε δώσει".
Έχουνε λογική αυτοί παιδιά μου;
Αφού δυο κόμματα έχουνε φτιάξει
την εξουσία με σειρά που παίρνουν
κι αφού κανέναν άλλο δεν αφήνουν
κόμμα να φτιάξει και να διεκδικήσει
κι αυτός την ψήφο του άμοιρου λαού σας
ύστερα λενε: "ο λαός μάς θέλει
γι αυτό κυβέρνηση μάς έχει κάνει".
Τους διάλεξε ο λαός όπως ο αγρότης
τον πάγο ή την ξηρασία διαλέγει.
Τους ψήφισε ο λαός όπως ψηφίζει
ο πεινασμένος ποντικός τη φάκα.
Γι αυτό παιδιά μου μη να βρείτε θέτε
στόχους απ' την πατρίδα μας πιο έξω.
Εδώ ειν' οι στόχοι κι ολοι είναι δικοί σας-
για σας έχουν στηθεί-κοιτάξετέ τους
να! στ' αυτοκίνητά τους μέσα τώρα,
στο δρόμο αύριο, στα ταβερνεία
στις δεξιώσεις και στις συγκεντρώσεις,
στα σπίτια τους, στις σύναξες εκείνες
πολλούς μαζί που νάβρετε μπορείτε,
στ' αεροπλάνα και στα τρένα μέσα...
Απ' τη γιορτή πετάξτε τους της ζήσης
που λιτανεία την κάνανε θανάτου.
Σηκώστε τη σημαία του χαμού τους.
Σκεφτείτε-οι φτωχοί μυριάδες είναι
κι όλοι από σας προσμένουν σωτηρία.
Κι αν μέρος στη σφαγή αυτοί δεν πάρουν
όμως μαζί σας θάναι η ψυχή τους
σε κάθε νιας σφαγής το πανηγύρι.
Γιατί άβουλοι είναι, και συνηθισμένοι
να προσκυνούνε οι κουτοί οι καημένοι.
Μην περιμένετε απ' αυτούς βοήθεια
στις πρώτες σας λυτρωτικές κινήσεις.
Μα σα θα δούνε ότι κάποιος ξέρει
λαιμούς φονιάδων και ληστών να κόβει
και σα θα νιώσουν πως αυτό σε κείνους
το λυτρωμό από τη δουλεία θα φέρει
μαζί σας φίλοι μου θα συνταχτούνε
κι οι φαύλοι που ως τότε τους παιδεύαν
τώρα δε θάχουνε πού να κρυφτούνε.
Μαχαίρι στους λαιμούς των υπουργών τους!
Μολύβι στις κοιλιές τους τις παχιές.!
Και μην ακούτε τις φωνές των φαύλων
όσο μπορούν ακόμα να μιλούνε-
που ξένα λεν πως είναι ό,τι χαλάτε'
Όχι παιδιά μου! Όχι! Όχι αδέρφια!
Μη σας αγγίζουν άστοχες κορώνες:
αφόντας γεννηθήκατε, όλα δικά σας είναι.
Λοιπόν γκρεμίστε, σπάστε και σκοτώστε.
Ξανά, ξανά, πάλι ξανά παιδιά μου
ώσπου την τελευταία του ανάσα
ο τελευταίος ν’ αφήσει κρατολάτρης.
Ώσπου ο κάθε αδιάφορος πολίτης
βοηθός σας ή να γίνει ή να πεθάνει.
Ώσπου οι φαύλοι φαύλον να μη βρίσκουν
θέση να πάρει κυβερνητική
γιατί θα ξέρει πως η θεία ορμή σας
επάνω του θα πέσει φοβερή.
Το φαύλο Χάος τους διαλύστε. Τάξη
θα πρέπει αδέρφια μου νάρθει στη χώρα
για νάχει δεύτερη μια ευκαιρία
η λευτεριά μέσα σ' αυτήν για ν΄ανθίσει.
Παράλληλα φροντίστε αδερφοί μου
της εκκλησιάς το τέρας να σκοτώστε.
Το τέρας που φαυλότερο είναι όλων
μετά από το δεινόσαυρο του κράτους.
Να κάνουν γάμους θέλουν οι παπάδες;
Παντρέψτε τους με δίμετρο ένα λάκκο.
Βαφτίσια θέλουνε: βουτήξετέ τους
στο ίδιο τους το ανίερο το αίμα.
Ευχέλαιο; Ευχές διαβάσετέ τους
απ' τις νεκρώσιμες που μέχρι τώρα
εκείνοι διάβαζαν και που με κείνες
απ' των φτωχών το θάνατο πλουτίζαν.
Ρίξτε το ασήκωτο θηρίο χάμου.
που από το τίποτα έφτιαξε αυτό
μία Ελλάδα που 'ναι στηριγμένη
στο φόβο των ανθρώπων των κουτών.
Διαλύσετε το φόβο των ανθρώπων
κι η εκκλησία θα διαλυθεί ευθύς.
Μα σεις καιρό δεν έχετε παιδιά μου
για να διδάξετε την αφοβιά.
Μαχαίρι φονικό έχετε μόνο
κι απόφαση γερή-μ' αρκούν αυτά.
Σκοτώστε μόνον σεις, όχι παιδιά μου
το φόβο των ανθρώπων, μα κι αυτούς
που τον φυτέψανε μες στην ψυχή τους.
Κι όταν το κράτος κι η εκκλησία πέσουν
πού στήριγμα η φαυλότητα θα έβρει;
Ο κάθε άνθρωπος, θεός και κράτος
θάναι του ίδιου του τού εαυτού.
Κι αντίς του φόβου λεφτεριά γεμάτα
ψυχή θα νιώθει και κορμί και νου.
Γελούν στη δυστυχία σας οι φαύλοι.
Κάνουνε πως δεν ξέρουν οι καημένοι
ότι αυτοί σας φτιάξαν όπως είστε-
διεκδικητές αυτών που η κοινωνία
κείνων που διαφεντεύουν, σας χρωστάει.
Πού ’ναι η παιδεία που σας έχουν δώσει;
Αγράμματους σας βγάζουν τα σχολεία.
Πού είναι οι δουλειές που θα δουλέψτε;
Χρήμα στις τσέπες γίνανε των φαύλων.
Και πού-πού είναι η ελευθερία
ν’ ανθίστε μέσα της αγνοί σαν κρίνα;
Και πού η δικιοσύνη; Πού η ειρήνη;
Σας έχουνε κλεισμένους μες σε σπίτια
που ήλιο κι ουρανό ποτέ δε βλέπουν.
Και πώς το μάτι σας μακριά θ’ απλώνει
πλαταίνοντας του νου τα μονοπάτια;
Μια γειτονιά σας έχουνε να ζείτε
όπως πετάν τους χοίρους μες στη λάσπη
και μέσα κει, μαζί με χοίρους άλλους
μακριά ’πο καθαριότητα και φώτα
κι απ’ του πολιτισμού όποιες ανέσεις,
μακριά από γέλιο κι ευθυμία και γλέντι
μακριά 'πο κάθε ανθρώπινο κι ωραίο,
σας κρύβουν όλα τα καλά του κόσμου
και τα στραβά του μοναχά σας δίνουν.
Κι αυτό το κάνουνε γιατί σας θέλουν
σφαχτάρια στο απαίσιο τους σφαγείο
κι άβουλους και τελείως υποταγμένους
και μια ψυχή ζητάνε να σας πλάσουν
νεκροταφείο νύχτα που θυμίζει.
Και πώς κανείς που όπλα δεν έχει άλλα
παρά του σκότους την τυφλή μανία
θα πολεμήσει τάχα τους εχθρούς του
παρά σκοτώνοντας και καταλώντας
ό,τι σ’ αυτή τον έφερε τη θέση;
Πώς σέβας σεις θα δείξετε παιδιά μου
σε τέτοιους φοβερούς αιματοπότες
που το δικό σας πίνουνε το αίμα
κι απ' τις δικές σας τρέφονται τις σάρκες;
Έτσι στης φύσης τη φροντίδα μόνο
αφήνοντάς σας για να μεγαλώστε
τι άλλο θα γινόσαστε από φύση
που άγνωστη γι αυτήν η λύπηση είναι
και καταιγίδες και σεισμούς μονάχα
και δίνες και καταστροφές γνωρίζει;
Αυτών δημιούργημα είσαστε παιδιά μου
κι ό,τι από σας θα πάθουνε τα κτήνη
που έτσι εκδικητές σας έχουν φτιάξει
το θέλαν-το γυρεύαν-το ζητούσαν.
Φτιάχνοντας σας, εφτιάχναν το χαμό τους-
της δικιοσύνης φτιάχναν το μαχαίρι
που το λαιμό τους τον παχύ θα κόψει.
Μα να το πούνε αυτό μην καρτεράτε.
Χίλιες και δυο θα κάνουν ρεβεράντζες
και χίλιες δυο θα σκαρφιστούνε ιδέες
για να σας κάνουν να γυρίστε πίσω.
Για να σας πουν πως άδικοι είστε τάχα-
εσείς που τ' άδικο εκεινών σας πνίγει-
κι ότι δε φταιν αυτοί για την κατάντια
όπου σας έχουνε καταντημένους.
Και τα μεγάλα τους θα πούνε λόγια
και τα μεγάλα τους θα βάλουν μέσα
για να σας αποτρέψουν απ' την άγια
τη βία, που μονάχα εκείνη ξέρει
διπλόκοπο κραδαίνοντας μαχαίρι
το δίκιο μες στην Πλάση να μοιράζει
και κάθε τι στραβό να το ισιάζει.
Τι τάχα θέλαν από σας παιδιά μου;
Ευχαριστώ περίμεναν ν' ακούσουν;
Λοιπόν σκοτώστε, κάψτε, καταστρέψτε.
Αλύπητα μες στου χαμού πετάξτε
το βάραθρο τον κάθε τύραννό σας.
Το αίμα πίσω πάρτε το ιερό σας
που χρόνια τώρα οι άνομοι σας πίνουν.
Σκοτώστε. Την πατρίδα θεμελιώστε
τη νέα σας, στο χώμα πάνω εκείνο
που τα κορμιά για λίπασμά του θα 'χει
των εκμεταλλευτών σας. Τότε μόνο
σα δέντρο αχάλαστο μες στους αιώνες
η νέα η πατρίδα σας θα θάλλει
και σ' όλους σας καρπούς γλυκούς θα δίνει.
Δε βλέπετε μιαρούς εργοστασιάρχες;
Δε βλέπετε ιδιοκτήτες τραπεζών;
Πολιτικάντες μπράβους των τυράννων;
Πρωθυπουργό δε βλέπετε σαν κλώσα
χλια να κρατάει κάτω απ' τα φτερά του
αυγά που νέους δυνάστες εκκολάπτουν;
Εφοπλιστές; Μεγαλοβιομηχάνους;
Ανώτερους υπάλληλους του κράτους;
Δε βλέπετε παπάδες; Και δασκάλους
δε βλέπετε τους νέους μας που στραβώνουν;
Δε βλέπετε κατόχους ακινήτων
καθέναν τους φτωχών χιλιάδων θύτη;
Σάπιες δε βλέπετε τηλεοράσεις;
Ραδιόφωνα στο κέρδος ρυθμισμένα;
Δε βλέπετε προέδρους; Νομοθέτες;
Λοιπόν χτυπάτε όλους αυτούς τους στόχους.
Στη γη για να χωθούν οι πλουτοκράτες.
Λίγο οι φονιάδες σας για να σκεφτούνε-
όσο προλάβουν πριν τους χάσετε όλους.
Τρόμο να νιώσουν οι βασανιστές σας
κι όλοι να δούνε πως υπάρχουν κάποιοι
που όχι νιώσανε την κοροιδία,
μα και που βάλθηκαν να τη χαλάσουν.
Οχυρωθήκανε πίσω απ' τους νόμους-
που άδικο λεν το δίκιο, την ειρήνη
πόλεμο τη βαφτίζουνε, και βάζουν
στη λευτεριά δουλείας ετικέτα-
κι από κει πίσω λεν πως κυβερνάνε.
Κι έρχεται ο ένας και αλλάζει ό,τι
ο προηγούμενός του είχε κάνει
κι έρχεται ο άλλος και αφού ύφος πάρει
" ο λαός μας..."λέει, "η δημοκρατία...",
"για το καλό αυτού του τόπου..." λέει..
Και από μέσα του: "καλά κρατάμε,
αφού σα χάχες ό,τι λέμε ακούνε..."
και: " η δημοκραατία", λενε, "αυτό 'ναι:
να κυβερνάν αυτοί που πλειοψηφίσαν".
Κι αν κανενός σα μια σκια περάσει
απ' το μυαλό του αλήθειας μια ιδέα
μες στης πλειοψηφίας τηνε πνίγει
το τέλμα και στην άνετη βολή του.
Κι οι υπουργοί στο χρήμα κολυμπάνε
και ως εκει φωνές φτωχών δε φτάνουν.
Α! Τώρα που εξύπνησαν τα νιάτα
πού θα κρυφτούνε οι εκμεταλλευτές τους;
Και κλέβουνε οι βουλευτές και κλέβουν...
κι οι υπουργοί αδικούνε... κι αδικούνε...
Και ο πρωθυπουργός, καλός μαέστρος
όλους καθοδηγεί και συγκαλύπτει...
Και στο φαί όταν πάνω τσακωθούνε
ποιος το περσότερο φαί θα φάει,
"ιδού!", φωνάζουν οι άθλιοι, "εμείς πράξη
έχουμε κάνει τη δημοκρατία-
καθένας έχει τη δική του γνώμη
να μοιραστεί το πλιάτσικο πώς πρέπει!"
Ναι, από πίσω κρύβονται απ' τους νόμους
και λένε από κει πως κυβερνάνε.
Όμως εσείς το ξέρετε παιδιά μου-
ούτε κυβέρνηση ειν' αυτή ούτε νόμοι.
Κι ο μόνος νόμος που υπάρχει πάντα:
αφότου γεννηθήκατε, όλα δικά σας είναι.
Μα εκείνοι από τέτοια δεν ακούνε
κι όταν η δικιοσύνη σας χτυπήσει,
εκείνοι μαζεμένοι στη Βουλή τους
που αγκρέμιστη ακόμα την κρατάτε
θ’ αλληλοσυλλυπούνται σοβαροί
ενώ τα μνήματα γεμάτα είναι
με ανθρώπους που αυτοί έχουν σκοτώσει.
Κι άρθρα θα γράφουν στις εφημερίδες
και στις τηλεοράσεις θα γαυριούν
χωρίς να σκέφτονται ούτε για λίγο
ότι μ' αυτά που γράφουν και που λένε
τρομοκρατούν των πολιτών τα πλήθη
που βλέπουνε τα όπλα πως κρατάν
άνοα όντα, που μυαλό δεν έχουν
ούτε για να μπορέσουν να σκεφτούνε
ότι παράλογα είναι όσα λένε
και για νηπίων ακόμα λογική.
Γι αυτό σας λέω παιδιά μου, άλλο
να σας σκοτώνουνε μη τους αφήστε.
Σκοτώστε τους πρωτύτερα εσείς
να μείνετε αν θέτε ζωντανοί,
και όχι μόνο, μα και να μπορέστε
πάνω στη γη ετούτηνε να ζείστε
όπως σε όντα ανθρώπινα ταιριάζει.
Σκοτώστε, καταστρέψτε-αφανίστε
κάνετε σκόνη ό,τι σας στερούνε
και μην ακούτε τους μωρούς που λένε
όσα χαλάτε πως δικά τους είναι -
στον ήλιο αφού φανήκατε ,όλα δικά σας είναι.
Όλοι αυτοί παιδιά μου, στο βιβλίο
που της ψυχής το φως μ’ αχτίδες δένει
θέση δεν έχουν-άφωτοι και κρύοι
θα πάνε στο χαμό, σαν να μην είχαν
καθόλου υπάρξει. Στ' Άϋλου τα Πλάτια-
στα Αιώνια κι Άναρχά Του τα παλάτια
που σύμπαντα και κόσμους δε μετράνε-
θέση γι αυτούς δεν είναι κρατημένη.
Αδιάφορα οι καιροί θα τους μετρήσουν
σαν σάρκες σάπιες, όπως τα ψοφίμια
που συναντάει στο δρόμο του ο διαβάτης.
Αυτή η τύχη όλων εκείνων θα ’ναι
Που τόσο το μυαλό τους λίγο κόβει
που δε γνωρίζουνε πως ευτυχία
υπάρχει μόνο αν όλοι ευτυχούνε
και η χαρά ομπρέλα πως δεν είναι
κάποιον να προστατεύει απ' τη βροχή
αλλά ένα υπόστεγο τεράστιο
που κάτω του ολ' οι άνθρωποι στεγνοί.
Και ούτε κάνουνε ποτέ τη σκέψη-
γιατί δεν τους συμφέρει όπως αυτοί
άνομα το "συμφέρει" εννοούνε-
ότι κανείς στον άλλο δε χρωστάει-
πως όλα έχουν στον άνθρωπο δοθεί
δικά του, μόνο που έχει γεννηθεί.
Μα όχι! Κι έτσι, αυτοί που' ναι ταγμένοι
της ευτυχίας των λαών φρουροί
αυτοί στη δυστυχία όλους βυθίζουν.
Μ' αυτό που από κείνων δεν περνάει
ούτε στιγμή το φαύλο το μυαλό,
για σας μια συνεχής είναι φροντίδα
κι ένας μεγάλος πόθος στην ψυχή.
Γι αυτό παιδιά μου μη λεφτό σταθείτε
μόνο χτυπάτε, σπάσετε, σκοτώστε.
Και διόλου μην ακούτε τους μωρούς
που λένε πως δικές τους περιουσίες
ειν' ό,τι εσείς χαλάτε στην ορμή σας-
αφού στη γη φανήκατε, όλα δικά σας είναι.
Κοιτάχτε τους αλήτες βουλευτές μας
κοιτάτε τους αισχρούς μας υπουργούς.
Όποια να κάνουνε βρωμιά θελήσουν
νόμο την κάνουν και αυτήν ασπίδα
έχουν και αποκρούουν μ' ευκολία
όποιαν επίκριση για τη βρωμιά τους,
παράνομον βαφτίζοντας εκείνον
που όντας από το δίκιο του πνιγμένος
και κάτω από το πέλμα τους λιωτός,
τολμάει τους φαύλους να κατηγορήσει.
Και πώς κανείς μπροστά μπορεί να έβγει
στα κτήνη, την αλήθεια για να πει
που όταν απ’ το κοπάδι ξεστρατίσει
του τάφου τον τυλίγει η σιωπή...
Μόνον εσείς λεβέντες μου μπορείτε
να το βροντοφωνάξετε παντού
το δίκιο του μικρού και του φτωχού.
Και το μπιστόλι ακούγεται μακριάθε
κι ο κρότος του ανήσυχους πολύ
κάνει τους φταίχτες που η σειρά καθένας
το ξέρει ότι φτάνει και γι αυτόν.
Κι είναι για κλάματα μαζί και γέλια
ο κάθε υπεύθυνος, σαν προσπαθεί
να πείσει τους εταίρους της Ευρώπης
ότι κανένας τους δεν κινδυνεύει
αν στην πατρίδα μας ήθελ' ερθεί.
Οι ξένοι αν θέλουνε να μας αρμέγουν
δε φταίνε αυτοί αλλά εκείνοι φταίνε
που την πατρίδα κάναν αγελάδα.
Κι αυτό παιδιά μου δεν το κάναν ξένοι-
δικοί μας είναι οι σπερματεγχύτες
που την υποταγή στον ταύρο εμπάσαν
και δούλη σάς εδώσαν μια πατρίδα.
Ο ίδιος ο λαός της κάθε χώρας
είναι για την κατάντια του που φταίει
κι ο ίδιος είναι πάλι που ευτυχία
θα φέρει στο δικό του σπιτικό.
.
Το χώρο σας τριγύρω καθαρίστε
από την κόπρο κι απ' τη δυσωδία.
Κι αν θέτε δολοφόνους λαών ξένων
ιδού εμείς που τα Βαλκάνια τ' άλλα
τα κλέβουμε και οικτρά τα λεηλατούμε.
Κι αν εκμεταλλευτές θέτε ανθρώπων,
να! οι δικοί μας οι μεγάλοι φαύλοι
που το αίμα πίνουνε των βαλκανίων.
Γιατί αδέρφια μου να μη γκρεμίστε
όλα τα όρθια μες σ' αυτό το κράτος;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που ο πρωθυοπουργός του
είναι από το λαό αποκομμένος
όπως κεφάλι απ' το κορμί του είναι-
κεφάλι μάλιστα άμυαλο παιδιά μου;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που οι βουλευτές του
προεκλογικά μοιράζουνε παπούτσια
όλα δεξά ή ζερβά κι υπόσχονται ότι
του παπουτσιού θα δώσουνε το ταίρι
αν βουλευτές τους βγάλει ο λαός;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος όπου οι υπουργοί του
όχι προβλήματα μόνο δε λύνουν
μα τα βοηθάν χειρότερα να γίνουν;
Τι αξίζει άραγε να μείνει όρθιο
απόνα κράτος που η κυβέρνησή του
του αγράμματου λαού το ενδιαφέρον
το στρέφει σε ασήμαντα κανάλια
κι αποστερεύει έτσι το ποτάμι
από τη δύναμη κι απ' την οργή του
που αυτούς τους ίδιους πρώτα θα χαλούσε;
Κι ακόμα-δυστυχώς-την ίδια αξίζει
την τύχη να 'χει κι ο λαός αυτός
που δέχεται ανδράποδο να γίνει
των υπουργοποιημένων σας τυράννων.
Τι ν' απομείνει άραγε αξίζει
από πατρίδα που τα δυο παιδιά της
μες στα χρυσά και στα μετάξια τά ’χει
και τ’ άλλα εκατό τ’ αφήνει έρμα
να τα ρημάζουνε τα δυο εκείνα;
Τι ν' απομείνει αξίζει από ’να κράτος
που οι αδίστακτοί του κυβερνήτες
τους ολιγοφρενείς έχουνε βάλει
να διαδηλώνουν για το περιβάλλον
ώστε ανενόχλητοι από κανέναν
άνετα εκείνοι να το καταστρέφουν;
Τι ν' απομείνει αξίζει από ’να κράτος
που νόμους κάνει άδικους και φαύλους
κομμένους και ραμμένους με τα μέτρα
των εκμεταλλευτών νομοθετούντων;
Τι κράτος είναι αυτό που η παιδεία
στη νηπιακή της βρίσκεται ηλικία;
Που ο πολίτης κλέβει ένας τον άλλο
σε κοινωνία μια μέσα που δικιώνει
τον μεγαλύτερο πάντοτε κλέφτη;
Κι αν βρείτε τίποτα σ' αυτή τη χώρα
νάναι καλό,
νάχετε την κατάρα μου αν το κάψτε.
Μ' αν βρείτε να το πείτε και σε μένα
για να χαρώ
και πια μολύβι και χαρτί ν’ αφήσω
κι ολόθερμα να τρέξω προς τα κει
και το καλό καλύτερο να κάνω
η δύναμή μου όσο το μπορεί.
Μ' αν δε γκρεμίστε ό,τι όρθιο στέκει
και ό,τι άκαυτο αν δεν το κάψτε
κι αν ζωντανό θ' αφήστε ό,τι σας τρώει
τότε η κατάρα θα σας ακλουθάει
και του λαού και η δική μου αντάμα.
Και τότε θά 'σαστε σαν όλους κείνους
που υποσχέσεις δίνουν παχουλές
και άτιμα μετά τις παίρνουν πίσω.
Γιατί ο λαός σωτήρες του σας νιώθει
από του κράτους την παληανθρωπιά
και λυτρωτές απ' τα δεσμά που οι φαύλοι
μ' αυτά υποταγμένον τον κρατούνε.
Λοιπόν τι θέλουνε όσοι σας λένε
φρένο να βάλτε στη χαλάστρα ορμή σας
κι όρθιο ν' αφήστε κάτι μες στη χώρα;-
μέσα στη χώρα που οι κάτοικοί της
ζούνε χωρίς ασφάλεια για το μέλλον
όπως με φόβο κι άγχος για το τώρα
και σα σκυλιά πεθαίνουνε στους δρόμους
ή σε φριχτά νοσοκομεία μέσα
απέλπιδοι κι αβόηθητοι και μόνοι;
Γιατί ν' αφήστε όρθιο ένα κτίσμα
που οι φτωχοί το συντηρούν με ιδρώτα
για να γλεντούνε μέσα του οι φαύλοι;
Γιατί μια τράπεζα ν' αφήστε όρθια
όπου φυλάει τα λεφτά σας όχι,
μα την ανέχεια σας μόνο φυλάει;
Γιατί ν' αφήστε άκαυτο εν' αμάξι
αφού πάνω στις ρόδες του κυλάει
τα ρομποτένια σώματα των φαύλων
ενώ οι ίδιες του εκείνες ρόδες
καθημερνά εσάς παιδιά μου λιώνουν;
Γιατί εν' άγαλμα ν' αφήστε όρθιο
απ' όσα οι φαύλοι κάνουν πως θαυμάζουν
αφού εκείνο τ' άγαλμα δεν είναι
παρά μιαρός ακόμα ένας κρίκος
απ' τις δυσβάσταχτη την αλυσίδα
που κτήνη απάνθρωπα μ' αυτή σας δένουν;
Γιατί πολιτικούς να μη χτυπείστε
αφού πολιτική γι αυτούς δεν είναι
του κυβερνάν η τέχνη, μα η τέχνη
τ' άτοπα ν' αποφεύγουν όταν κάποιοι
να τους στριμώξουν πάνε και με λόγια
κι ενέργειες όσο ανήθικες και φαύλες,
να καταφέρνουνε να τους κρατούνε
κι αυτούς υποταγμένους σαν τους άλλους-
κι όταν οι τέτοιες ικανότητές τους
είναι και το κριτήριο που με κείνο
ο υπουργός τους μπράβους του διαλέγει
και ο πρωθυπουργός τους υπουργούς του;
Βουλή! Του δίκιου το νεκροταφείο!
Του αστισμού το αισχρό το μονοπώλιο!
Το λίπασμα του αιματοπότη-κράτους!
Η ανίερη σφηκοφωλιά του πλούτου!
Βάλτε φωτιά παιδιά μου στη Βουλή τους.
Φωτιά μια βάλτε όσο αρκεί μεγάλη
για να τους κάψτε όλους εκεί μέσα
την ώρα πάνω που ιεροσυλούνε-
όπως οι κλέφτες πιάνονται στα πράσα.
Γιατί μία Βουλή να σεβαστείτε
που βέβηλα την απαρτίζουν όντα;
Όντα χωρίς σκοπό, χωρίς αιτία
χωρίς ιδανικά κι αρχές και ήθη-
όντα η εξυπνάδα τους που φτάνει
να υποτάσσουν στο μικρό συμφέρον
ιδανικά, καθήκον, αξιοπρέπεια;
Που φτιάχνουν νόμους που τους εφαρμόζουν
όταν στο πορτοφόλι τους συμφέρει
κι όταν δεν τους συμφέρει τους ξεχνάνε
και είναι σαν ποτέ να μην υπήρξαν;
Και λένε-οι γελοίοι-δημοκρατία
πως είναι να εφαρμόζονται οι νόμοι.
Τίποτα-όχι-τίποτα παιδιά μου
όσο καλή κανείς κι αν έχει πίστη
δε θάβρει για να σώσει να μπορέσει
όλους αυτούς από την εκδικήτρα
κι ελπιδοφόρα νεανική ορμή σας.
Αν ήταν να υπομείνετε παιδιά μου
φτώχεια και αλυσίδες και αθλιότη
ώστε η γενιά μετά από σας που θάρθει
να ζήσει ανθρώπινα κι ευτυχισμένα-
κι έτσι για πάντα στους μετά αιώνες-
τότε θα σας συμβούλευα ηρεμία
κι υποταγή κι υπομονή σε όλα
τα βάσανα που οι φαύλοι σας φορτώνουν.
Γενιές πολλές έχουν περάσει όμως
και τίποτε δεν έχει διόλου αλλάξει.
Κι αν κι η δική σας η γενιά εκδικήτρα
μέσα στον κόσμο μας δε θα υπάρξει
που με φωτιά και με σπαθί στο χέρι
τ' άδικο και το βρώμικο να κάψει
έτσι πικρά τα χρόνια θα κυλήσουν
κι εκείνων που μετά από σας θαρθούνε...
Γι αυτό χτυπάτε-κάψτε-αφανίστε.
Του μέλλοντος εσείς ο σπόρος είστε.
Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!
Σκότωνε κι ας φωνάζουν οι φυλλάδες
και ας ωρύονται οι μεγαλουσιάνοι.
Εκείνοι μόνο είν’ οι εγκληματίες
που δρόμους καρμανιόλες διατηρώντας
σκοτώνουνε δεκάδες τη βδομάδα.
Και πλήρωσε ποτέ γι αυτό κανείς τους;
Οι πληρωμένοι τους κοντυλοφόροι
ξεσπάθωσαν ποτέ να στιγματίσουν
τον ανελέητο φρικώδη τρόμο
που τις ψυχές των οδηγών γεμίζει
κάθε που πίσω είναι απ' το τιμόνι;
Οι αστυνόμοι πήγανε να πιάσουν
αυτούς τους δήμιους που έχουν αφήσει
τους δρόμους στο φριχτό που έχουν χάλι;
Με βια ελληνική νεολαία χτύπα!
Σκοτώστε αδέρφια μου! Πολλούς θανάτους
ετούτοι οι κανάγιες σας χρωστάνε.
Κανένας δε μιλάει. Όλοι τους είναι
τόσο ανήθικοι και διεφθαρμένοι
ώστε όλα αυτά για φυσικά τους μοιάζουν
και μόνο υψώνουν τη γελοία φωνή τους
σε σας ενάντια τιμημένα αδέρφια
που από μακριά να φτάνετε σας βλέπουν.
Σκοτώσετε αδέρφια! Τέτοια ζώα
έτσι παχύδερμα καθώς εκείνοι
δε νιώθουν φόνους δυο και τρεις και πέντε.
Χύστε ποτάμι αδέρφια μου το αίμα.
Μόνο νεκροί αυτοί δε θα σας βλάφτουν.
Ο θάνατός τους η ζωή σας είναι.
Μια κοινωνία εχτίσαν υποδούλων
οι φαύλοι, και δουλεύει αυτή για κείνους.
Και αγαθά και χρήμα τους γεμίζει,
ενώ αυτή τα πάνδεινα υποφέρει
είτε στη ζωή την καθημερινή της
ή στα μεγάλα και τα υψηλά της.
Τάχα παιδιά μου έχουν μυαλό καθόλου
της χώρας τούτης δω οι κυβερνήτες
όταν δηλώνουν πως τους βλέπει η Ευρώπη
σαν ίσους και για τούτο τους εδέχτη;
Δεν ξέρουνε πως θέλει ο ευρωπαίος
σε διακοπές να πάει το καλοκαίρι
και το πρωί πριν φύγει στη δουλειά του
να του γυαλίσει κάποιος τα παπούτσια;
Και δεν τους κόβει ούτε τόσο λίγο
να καταλάβουνε πως η Ευρώπη
λούστρους και σερβιτόρους της τους θέλει;
Μα όχι, αυτό καλά το εννοούνε.
Αλλά, το ατομικό τους το συμφέρον
είναι που στην Ευρώπη τους τραβάει
σέρνοντας πίσω τους κι εσάς μαζί τους.
Και βάφτηκαν και σιάχτηκαν απόξω
ενώ καταβρωμάνε από μέσα
και κοροιδέψαν τάχα την Ευρώπη'
κι αυτή τους 'δέχτη-τάχα όπως οι τρώες
που από το Δούρειο την επάθαν Ίππο.
Α! Οι βρωμεροί! Που στίψανε τους δόλιους
τους μετανάστες πούρθανε απέξω
και το αίμα τους τούς στύλωσε λιγάκι...
και που η Ευρώπη χτίστες της τους έχει
για να της φτιάξουνε το εξοχικό της...
Ω! οι βρωμεροί! δεν ξέρουν τάχα ότι
το αλλοδαπό τελειώνει κάποτε αίμα
και κάποτε τα χρήματα στερεύουν;
Πού θα κρυφτούνε τότε οι αστείοι,
όταν οι ευρωπαίοι στο δεκαπλάσιο
τα όσα τους δώσανε θα τους ζητήσουν;
Μπήκανε μέσα στην Ευρώπη οι άθλιοι...
Μα σύγκριση με κείνην δεν υπάρχει.
Της κοινωνίας τους κάθε τομέας
και μια παράλειψη-κι από ένα λάθος.
Της ζωής τους της δημόσιας κάθε τμήμα
μία παληαθρωπιά και μια ασυνέπεια.
Τα υπουργεία τους είναι καθένα
συνάξεις ανεπρόκοπων κηφήνων.
Μα μήπως κι ο λαός καλλίτερός τους;
Λαός που δε σηκώνεται να διώξει
τον καταπατητή των χωραφιών του
ό,τι και να τραβάει του αξίζει.
Μα σεις παιδιά μου του λαού δεν είστε
κομμάτι από τα σάπια κρέατά του
μα το γερό του είσαστ' εσείς το μέρος
που μόνο αυτό αλώβητο έχει μείνει
από τη γάγγραινα και τη σαπίλα.
Γι αυτό διπλή κι η πάλη κι ο σκοπός σας:
από τη μια το τέρας να νικήστε
κι από την άλλη την υγειά να δώστε
κόβοντας της πατρίδας κάθε σάπιο
κι αναγεννώντας το γερό κι ωραίο.
Γι αυτό το τέρας άλυπα χτυπάτε.
Κι όταν μ' αυτό τελειώστε, τότε αδράξτε
τον άβουλο λαό και μάθετέ τον
τα δίκια του να ξέρει να προασπίζει
κι όχι νωθρός και άβουλος να στέκει
όταν τον κλέβουν και τον αδικούνε.
"Είμαστε πρώτοι", λένε, "στα Βαλκάνια".
Λοιπόν; Κι ο λύκος μες στ' αρνιά είναι πρώτος.
Για κείνους που αυτό έχουν πετύχει-
για τέτοια μια πρωτιά μόνο αξίζει
ίχνος των τέτοιων "πρώτων" να μη μείνει.
Πρώτοι στο κλέψιμο τόσων γειτόνων…
Πρώτοι στην άκρατη εκμετάλλευσή τους…
Δέκα από τις επιχειρήσεις λένε
της χώρας μας, στην πρώτη διακοσάδα
βρίσκονται των παγκόσμιων κλεφταράδων.
Κι επαίρονται γι αυτό' μα τούτο μόνο
αιτία είναι αυτές οι εταιρείες
να σβήσουν απ' της ύπαρξης το χάρτη,
γιατί με το αίμα του λαού ψηλώνουν
και με τη δυστυχία του χοντραίνουν.
Κάντε παιδιά, σεις, η ψυχή του λαού σας,
σαν πάλι θα ’ρθουνε τα χελιδόνια
φονιά κανένα ζωντανόν μη βρούνε
κι απείραχτα να κελαδούν στα κλώνια.
Κάντε παιδιά μου ο χιονιάς σα φτάσει
ο βασιλιάς του κρύου στη χώρα νάναι-
το στέμμα αυτός του πάγου να φορά
και όχι φαύλων οι καρδιές να το φοράνε.
Κάντε παιδιά μου ώστε το καλοκαίρι
να μην εβρεί στη χώρα μας τη φτώχεια-
οι φαύλοι ως τότε νάχουνε πιαστεί
στου χάρου τ' άλυγα κι αιώνια βρόχια.
Κι όταν του φθινοπώρου η βροχή
τα κίτρινα των δέντρων δέρνει φύλλα
κάντε παιδιά μου να χτυπάει μαζί
των κουφαριών των φαύλων τη σαπίλα.
Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ’ το κεφάλι του βρωμάει.
Δρεπάνι γίνετε όχι του θέρου
μα δρέπανο στου χάροντα το χέρι
που να οδηγά’ η κόψη του το χάρο
σ' όλους τους φαύλους το χαμό να φέρει.
Μιλούνε οι αχρείοι για την Ευρώπη,
και για ταχύτητες μιλάνε πρώτες,
και για σκληρούς επαίρονται πυρήνες.
Μα ούτε σκουπίδι κάτω από τη ρόδα
του άρματος των ευρωπαίων δεν είναι.
Τάχατες την αλήθεια δεν γνωρίζουν;
Και βέβαια τη γνωρίζουν, μα το λένε
για τους Σταυρίδηδες και για τις Πλώτες-
τις μηχανές αυτές που τις ταίζουν
με λόγια ηχηρά, που αυτές τα κάνουν
χειροκροτήματα, ιαχές και ψήφους.
Όμως εσείς παιδιά μου δεν μπορείτε
τέτοιες βλακείες να λέγονται ν' ακούτε.
Σεις, του αγνού του λόγου οι πρωτοπόροι,
της αγανάκτησης το ξίφος πάρτε
κι όσους μας κυβερνάνε αφανίστε
βλακείες ποτέ μη τέτοιες ακουστούνε.
Εσάς το μέλημά σας μόνο νάναι
αυτοί της αδικιάς που το μαχαίρι
μες στην καρδιά ολόισα τους πονάει
και στο κεφάλι τους μυαλό υπάρχει
κι αίστημα στην ψυχή και φως στο μάτι.
Οι άλλοι σαβούρα είναι της πατρίδας
κι όπου θα γείρει το καράβι πάνε.
Χτυπήστε την κυβέρνηση παιδιά μου-
το ψάρι απ' το κεφάλι του βρωμάει.
Τους πλούσιους και τους φαύλους αφανίστε.
Και μην ακούτε που σας λένε ότι
ξένα είναι τ' αυτοκίνητα που καίτε,
κι οι τράπεζες κι οι βίλλες και τα σπίτια.
Μια και καλή μες στο μυαλό παιδιά μου
ετούτη τη μεγάλη αλήθεια βάλτε:
αφού στο φως φανήκατε, όλα δικά σας είναι.
Υπάρχει ένα βιβλίο που εντός του
οι πράξεις γράφονται θεών κι ανθρώπων
Μέσα του μέχρι τώρα είναι γραμμένα
παιδιά μου, μόνο οι πράξεις των μεγάλων
που τους λαούς τους σώσαν απ' τον πλούτο.
Όλα τα πριν δεν εκριθήκαν άξια
αφού από κείνα τίποτα δεν είχε
την ανθρωπιά του ανθρώπου για σκοπό του.
Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.
Κάθε σας σφαίρα φονική, σελίδα.
κάθε εμπρησμός, κεφάλαιο λαμπρό.
Γεμίστε τις σελίδες του παιδιά μου.
Κάθε σας χτύπημα στου πλούτου ενάντια
το λιπαρό κορμί και στων τυράννων
των ντόπιων το ατέλειωτο το σμάρι,
φως γίνεται και πνεύμα που σε κείνα
μέσα βουτώντας των Καιρών η πέννα
πλουτίζει το Μονάκριβο Βιβλίο
για σας που μόνο μέσα του θα γράψει.
Γραφτείτε στο βιβλίο αυτό παιδιά μου!
Μα όμως ξέρω: αυτά που εγώ σας λέω
τα 'χετε κιόλας αποφασισμένα.
Καλό μυαλό και καλή δύναμη αδέρφια.
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΌ ΤΡΑΓΟΎΔΙ
ΤΗΣ ΓΙΟΥΡΟΒΊΖΙΟΝ
Το γελοίο τραγούδι του Αλκαίου
και ο ίδιος ο γελοίος ο Αλκαίος.
Και τριγύρω οι ανόητοι κι οι γλύφτες
γαυριώντες για το «ΟΠΑ» να γιορτάζουν,
για τα λόγια τα μεστά φιλοσοφίας,
για τη δύναμη, το κέφι, τη ζωντάνια,
για τα λόγια ελληνικά που όλα είναι
κι η Ευρώπη πέρα ως πέρα θα λατρέψει.
«Περασμένα ξεχασμένα…» και κρατάει
στα γερά η προπαγάνδα η αχρεία
ότι όλα ο λαός θα τα πληρώσει
κι άλλων χρέη με χαρά θα ξεπληρώσει.
Και ακούμε τα ίδια πάλι και τα ίδια
σαν την κάθε τη χρονιά τέτοιες ημέρες:
αίνους πάλι απ’ της τιβί τους λυμεώνες
που ξερνάνε ό,τι τους πουν τ’ αφεντικά τους.
Και η λόξα της φυλής ξανά πετιέται
και η λύρα όπως χτυπάει κι αυτή χτυπιέται
και ακούς πως θεία είναι η μελωδία,
πως οι στίχοι αυτοί πηγαίνουνε για Νόμπελ,
ότι έχει ομοιογένεια ολ’ η παρέα
και μαζί δεμένα είν’ όλα της τα μέλη,
και σκοπό πως έχουν μόνον, όλ’ η Ευρώπη,
ως τα ουράνια ένα «ΟΠΑ» να φωνάξει-
επιδιώξεις ευγενείς, ελλήνων ίδιες,
στο δικό της σπίτι μόνο κατοικίδιες…
Κι οι χαζά γελώντας νέοι μας και νέες
ιαχές χαράς γεμίζουν τους αιθέρες
γιατί πάλι μεγαλούργησε η Ελλάδα
επειδή στα τελικά έχει περάσει
κι επειδή με πόζα οδεύει και με βιάση
την πρωτιά την ποθητή να καταλάβει
που την έχει κιόλας να! μες στο τσεπάκι.
Κι οι πιο ξύπνιοι απ’ τους χαζούς ελληνολάτρες
για να έχουν άλλοθι ένα για την ήττα
που μπορεί-παρά την τόση σιγουριά τους-
οι πανάξιοι να υποστούν τραγουδιστές μας,
«είδες;», λεν, «ο σκηνοθέτης, πόσο χάλια
παρουσίασε κινήσεις και φωνές μας;…
…αν τα ίδια και τη μέρα κάνει εκείνη…»
και με νόημα εκεί η φωνή τους σβήνει.
ΠΟΔΗΛΑΤΑ
(Όταν ο Χατηδάκις αποφάσισε να φτιάξει ποδηλατοδρόμους σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, επαρχία)
Α! Τι καλή απόφαση ο Χατζηδάκης πήρε
και πώς μ’ αυτήν, τη δυστυχιά της χώρας όλης ήρε!
Ω! πώς πια όλοι ευτυχείς θα ’μαστε στην Ελλάδα,
που μία κάνει η συννεφιά και δέκα η λιακάδα!..
Ω! Τι μεγάλες αλλαγές στη χώρα που θα γίνουν
τώρα που τ’ αυτοκίνητα οι έλληνες αφήνουν
και ποδηλάτου εφεξής τιμόνι θα κρατούνε-
ήγουν τουτέστιν δηλαδή που θα ποδηλατούνε.!..
Γιατί σαφώς εδήλωσε ο ρέκτης υπουργός μας
πως πλέον να! θα πληρωθεί ο πόθος ο κρυφός μας:
πως η κυβέρνηση εκτός απ’ τους γνωστούς τους δρόμους
θα φκιάσει –το αποφάσισε- και ποδηλατοδρόμους.
Κι αυτό ας γίνει μάθημα σε κάθε αμφισβητία:
η εμβέλεια θα είναι πια της χώρας τεραστία
σε αλκή, σε δόξα, σε ηθική και σε πολιτισμό-
σε όλων τέλος των υγιών πραγμάτων τον εσμό.
Αισίως λοιπόν τα τέσσερα θα γίνουν τώρα δύο
και των τρικύκλων χάνεται το ντούρο ως τώρα τρίο
(κι αν ο Κωστάκης βουληθεί να φάει κανα Λαμπράκη
δε θα χρειάζεται παρά ένα ποδηλατάκι).
Ο έλλην δε θα χρειάζεται πλέον για να τρακάρει
παρά ένα ποδήλατο στην αγορά να πάρει.
και θα συναγωνίζονται οι νέοι μας οι μόρτες
όχι με μηχανών αλλά με ποδηλάτων κόντρες.
Και ο μικρός Γιωργάκης μας πολύ θα καμαρώνει
που από καιρό πολύν κρατεί ποδήλατου τιμόνι
και σαν ο πρώτος μας σ’ αυτά διδάξας θα επαίρεται
και κάτι θα ’χει έτσι κι αυτός ο δύστυχος να χαίρεται.
Μόνο θα πρέπει ο καψερός μαθήματα να πάρει
σ’ έν’ απ’ τα τόσα τα σχολεία που η χώρα θα φουλάρει
ώστε στα κόλπα να μυηθεί όλα του ποδηλάτου
μη κι αστοχία του καμμιά τον ρίξει πάλι κάτου.
Και τη φορά σπάσει αυτή όχι κανένα χέρι
μα πάθει κάποιο κάταγμα στου κεφαλιού τα μέρη
και ότι άδειο είναι αυτό, μάθει η Ελλάδα όλη,
του μισθωτού καθώς Ρωμιού είναι το πορτοφόλι.
(Ξέρω-υπερβάλλω: σ’ όσα πριν είπα, μη δώστε βάση
γιατί όσο να ’ναι, αρχηγός κόμματος για να φτάσει
να ξέρει πρέπει πού ακριβώς μπαίνει το δαχτυλίδι-
στον μέσο; στον παράμεσο; στον λιχανό; στον δείκτη;)
Α! Τα καλά ειν’ αμέτρητα στον τόπο που θα ’ρθούνε
σε σέλλα όταν ποδήλατου οι πολίτες ανεβούνε.
κι όταν κινούν τα πόδια τους σε κύκλους στον αέρα
χωρίς τις σόλες τους ως πριν να φθείρουν κάθε μέρα.
Τότε αυτοκίνητου ακριβού δε θα ’χουμε τη χρεία
και ζέστα θα παράγουμε στης χειμωνιάς τα κρύα-
μόνο με το ποδήλατο-τις ρόδες του γυρνώντας-
ενέργεια θα παράγουμε, ως οικολόγοι ζώντας.
Και ίσως απ’ τη φούργια μας που θα ’χουμε την τόση
το ιερό της ράτσας μας φιλότιμο φουντώσει
και τότε –όλα γίνονται…- η Ελλάς φύγει απ’ τον πάτον
και βιοτεχνία ίσως κι αυτή μα φτιάξει ποδηλάτων!
Τότε οι κλέφτες –οι υπουργοί κι οι βουλευτές μας λέω-
λιγότερα θα κλέβουνε,ποδήλατου ελέω,
γιατί πού θα τα βάζουνε σπίτι για να τα πάνε;-
οι σκάρες τόσα χρήματα πολλά δεν τα χωράνε.
Καλά το λέγαν μερικοί μεγάλοι εθνικόφρονες
ο Θεός πως την Ελλάδα μας δε θα την εγκατέλειπε.
Και όσοι λεν δε θεωρώ πολύ πως είναι σώφρονες:
«όλα τα είχε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε».
Ποδήλατο! Ποδήλατο! Σωτήρα της Ελλάδος!
Με τα στραβά μας θα πλησθεί των σκουπιδιών ο κάδος
κι όλα τα νέα κι ωραία μας τώρα θα ζωντανέψουμε!
Τεταρτοκοσμικότητα! Στον κάδο θα σε πέψουμε!
Η Υγεία κτήμα θα γινεί του κάθενός πολίτη,
όλοι κι από ’να δεύτερο θα ’χουμε τώρα σπίτι,
οι τούρκοι ευθύς θα πάψουνε το Αιγαίο να ζητάνε
και οι φτωχοί να εκλιπαρούν δυο ευρώ κάτι να φάνε.
Γραμματισμένοι οι νέοι μας θ’ αφήνουν τα θρανία
και των πλουσίων για κλοπή θα κορεστεί η μανία.
Τα δομημένα ομόλογα θ’ αποξεδομηθούνε
και τα που εγίναν σκάνδαλα θα ξεσκανταλωθούνε.
Οι Τούρκοι θα μας δώσουνε πίσω τη Βόρεια Κύπρο,
το γάλα θα ’χει λιανική δέκα λεπτά το λίτρο,
οι Σκοπιανοί θα πάψουνε λοξά να μας κυττάνε
και Ήπειρο οι Αλβανοί κι Άρτα δε θα ζητάνε.
Ω! Κώστα Χατζηδάκη μας! Θερμά σ’ ευχαριστούμε
που από τούδε και στο εξής πανευτυχείς θα ζούμε!
Κι αν κάποιοι, και ύστερ’ απ’ ΑΥΤΟ, αρχίσουν πάλι γκρίνια,
δε χάνεις-ξανασκέψου το: υπάρχουν και πατίνια
ΜΑΣ ΗΡΘΕ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Μας ήρθε χειμώνας
φαί κατά μόνας
νυχτιές επιμήκεις
το φως χασοδίκης
γυμνά τα κλαδιά
σφιγμένη η καρδιά
το κρύο αφέντης
κανένας λεβέντης
ρυάκια στο χώμα
σταλίτσα το γιόμα
στο τζάκι φωτιά
τα ζα στη φωλιά.
Μας ήρθε χειμώνας.
(όπου ο Μήτρος πάλι απορεί
Κι ο Γιάννος τον φωτίζει όσο μπορεί)
-Ρε Μήτρο, ‘συ είσαι που χτυπάς; Τι θέλεις τέτοια ώρα;
-Γιάννο μου είμαι άγρυπνος μερόνυχτα δυο τώρα…
-Γιατί ρε Μήτρο; Τι έπαθες;
- Γιάννο μου να χαρείς
να με βοηθήσεις μόνο εσύ Γιαννάκο το μπορείς.
Να σου μιλήσω Γιάννο μου θέλω και να ειπώ
όσα μου καίνε το μυαλό σε φίλο έναν καλό
ώστε ο λαφιασμένος μου ο νους να ησυχάσει.
Λυπήσου το κεφάλι μου Γιάννο που πάει να σπάσει
και λίγη από την πολύτιμη ώρα σε μένα αφιέρωσε-
την ταραγμένη μου ψυχή Γιάννο μου εσύ ηρέμησε!..
-Τ’ είναι που τόσο πια πολύ σ’ έχει αναστατώσει;
Πού τάχα η στενοχώρια σου οφείλεται η τόση;
Λοιπόν σταμάτα να μιλάς αόριστα κι αρχίνα
να λες τα όσα σ’ ενοχλούν-πρόσεξε: μόνο εκείνα!
-Ναι Γιάννο μου, κι ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις
και στην καρδιά του θέματος γρήγορα τόσο μπαίνεις,
γιατί αν δεν ήσουν έξυπνος όσο αυτό σε δείχνει…
-Μήτρο το χέρι μου αυτό και φάπες ξέρεις ρίχνει-
λοιπόν σταμάτα όσα λες και μπες στο θέμα τάχιστα!..
-Ναι Γιάννο μου, τα λόγια μου βάζω στην άκρη τ’ άχρηστα
κι ό,τι με καίει θα σου πω, αν και νομίζω…
- ΑΡΧΊΝΑ!
-Γιάννο μου, όσα γίνονται εσχάτως στην Αθήνα
να καταλάβω δεν μπορώ. Πες μου, ο Τσίπρας θέλει
να μείνουμε ή να φύγουμε απ’ το ευρώ εντέλει;
-Να φύγουμε! Άλλο!
- Γιάννο μου δε θέλω έτσι κοφτά
να μου απαντάς σε θέματα όπως αυτά καυτά.
Με λίγη σάλτσα το λοιπόν τα λόγια σου περίχυνε
και δείξε κατανόηση στο άγχος μου Γιάννο λίγηνε…
-Καλά. Λοιπόν με έπεισες πως χρειάζεσαι βοήθεια
και για τη χώρα πως καημό κρατείς μέσα στα στήθια
κι ότι αυτόν σου τον καημό, τον έστω και βλακώδη,
να τον μετριάσω πρέπει εγώ. Γιατί και σ’ ένα βόδι
αν εν’ αγκάθι έχει μπει στο χοντρουλό του σώμα,
κι ας είναι ζώ’, πρέπει κι αυτό να βοηθηθεί ακόμα.
-Γιαννάκο μου σε αγαπώ και βόδι ας με λες
και ας με λούζεις με βρισιές κι άλλες εσύ πολλές.
-Ρε Μήτρο ξέρεις πως κι εγώ πολύ σε αγαπώ
κι ας λέω πολλά επίθετα σε σένα εναλλάξ-
ας πούμε εκτός ότι κουτός είσαι μαζί και βλαξ-
μα κι ας το ξέρεις Μήτρο μου και πάλι θα στο πώ,
είσαι ο πιο καλλίτερος στον κόσμο που έχω φίλος.
-Γιαννάκο μου ο τόσος μου για το μυαλό σου ζήλος
δε θα λιγέψει όπως κι αν να με ειπείς γυρέψεις.
Γιάννο μου είμαι ζηλωτής της λαμπερής σου σκέψης.
Γι αυτό και πριν Γιαννάκο μου το χέρι σου σηκώσεις
και κάποια όπως συνηθάς καταχεριά μου δώσεις,
τ’ άλλα παραμερίζω
και να ρωτώ αρχίζω.
Πες μου Γιαννάκο μου γιατί η Ελλάδα υποφέρει;
-Γιατί η Νου Δου και το Πασόκ μακρύ απλώσαν χέρι
και κλέβανε ανελέητα του κράτους τα λεφτά
κι ενώ τα άλλα κόμματα τα έβλεπαν αυτά
ποτέ δε βγάλαν τσιμουδιά. Γι αυτό και κείνοι λέω
το ίδιο φταιν. Και θα σου πω και άλλο ένα νέο:
Δεν κλέβαν Μήτρο μόνο αυτοί αλλά και οι δικοί τους-
φίλοι, γνωστοί, πολιτευτές, λεφτάδες, συγγενείς τους.
-Κι από την κρίση Γιάννο μου όπου μας έχει βρεί
πες μου-η Ελλάδα πώς μπορεί Γιαννάκο μου να βγει;
-Ξέχνα το αυτό Μητρούση μου. Αυτό δεν το μπορεί.
Και μη τόσο το μάτι σου έκπληκτο με θωρεί.
-Και ώσπου να πεθάνουμε φτωχοί θα ’μαστε Γιάννο;
Θα πει θα είμαστε φτωχοί σε όλη τη ζωή μας;
-Μήτρο γι αυτό στη φτώχεια σου αρκίζομαι επάνω.
-Μα Γιάννο μου ο Βαγγέλης μας λέει πως θα μας σώσει.
-Αυτός που δεν κατάφερε να μη μας χαντακώσει;
-Τότε μπορεί ο Σαμαράς να μας πλουτήνει πάλι;
-Ο Σαμαράς; Το κόμμα του που τόσο έχει χάλι
να συμμαζέψει δεν μπορεί. Μα κι αν το συμμαζέψει
…………………………………………………………………