Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

 
 Ο ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.



ΣΤΟΝ  ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ   
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ




 
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή 
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
 θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει  να στο πει
αφού δεν είναι  μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου. 

Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν 
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι 
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν 
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι. 

Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη, 
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου 
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί 
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου. 

Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς 
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει΄
Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής 
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.

Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό; 
Είναι η καλοσύνη σου;  Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό; 
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά σου;

Άραγε τι απ’ ολ’ αυτ,-η όλα είναι μαζί;   
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει; 
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί 
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο, πριν δαγκάσει;   

Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ 
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα. 
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό. 
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.  



Πάτερ και  δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς 
Και για να κάνεις αγιασμό δεν θέλεις πετραχήλι. 
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής. 
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη. 

Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς 
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι  εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω  απ’ τους Θεούς. 
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια. 

Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά     
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι: 
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά 
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.

Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή   
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιον έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-   
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.


Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί. 
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δεν χρειάζεται να ψάξει. 
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή. 
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει! 

Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά 
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε. 
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά  
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε. 

Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς 
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος. 
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς 
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος. 

                   -----

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

 Εκλογές  έρχονται. 
Και στην Ελλάδα τίποτα δεν αλλάζει εκτός από τα πρόσωπα. 
Το ταίριαγμα των παρακάτω με τα νέα πρόσωπα είναι δική σας δουλειά
 



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013
ΛΙΓΑ ΑΠΟ ΤΑ «ΠΡΕΠΕΙ» ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ 23-3-13

1.
 «Η Ευρώπη ΠΡΕΠΕΙ να δείξει την αλληλεγγύη της στην Κύπρο.»
Κουβέλης

2.
α. "τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων – συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς των Χριστιανών – θα ΠΡΈΠΕΙ να είναι κατοχυρωμένα και σεβαστά". 
β. «Όταν τα όπλα καταλήγουν σε χέρια που δεν ΠΡΈΠΕΙ,…»
Αβραμόπουλος για τη Συρία

3.
«Θα υπάρχουν οδυνηρές πτυχές, όμως η χώρα ΠΡΈΠΕΙ να σωθεί»
Πρόεδρος Κύπρου προς τους πολίτες της Κύπρου

4.
«Η λύση που θα προκύψει για το πρόβλημα της Κύπρου θα ΠΡΈΠΕΙ να διατηρεί τη χώρα εντός Ευρωζώνης,…»
Κωστής Χατζηδάκης στο Real News

5.
«Η κυβέρνηση ΠΡΈΠΕΙ να διασφαλίσει…»
ΚΚΕ

6.
"Η Ευρώπη ΠΡΈΠΕΙ να δώσει ένα χέρι βοήθειας στην Κύπρο..."
«Και σε τούτη τη συγκυρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ΠΡΈΠΕΙ να τείνει ένα χέρι βοήθειας.»
Αβραμόπουλος σε δημοσιογράφους στη Σλοβακία


7.
«Οι ώρες είναι δύσκολες, όλοι ΠΡΈΠΕΙ να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.»
Στυλιανίδης, κυβερν. εκπρόσωπος Κύπρου


8. 
«Ό,τι  γίνει ΠΡΈΠΕΙ να γίνει σήμερα»
Πάμπος Χαραλάμπους, Δντης Γρ. Τύπου του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όλα εντάξει στην Ελλάδα: οι έλληνες πολιτικοί ξέρουν τι πρέπει να γίνει!


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...

Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.

Το προαιώνιο του ανθρώπου
τ’  όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντα όνειρο θα μείνει.

Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του. 

Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του 
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.



ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Κι αφού
οι ευρωπαίοι
εδιώξανε τους τούρκους απ’ τον τόπο
κι έλληνες μας βαφτίσαν από κάποιους 
που παλαιά ζούσαν εδώ,
μετά, έτσι έτοιμους, μας δώσαν μια κλωτσιά
και από τότε πια εμείς περήφανοι γυρνάμε.

Εκείνοι μας λαδώνουν κάθε τόσο,
τα σύνορά μας καθορίζουν,
τους ολυμπιακούς κάνουν αγώνες μας,
μας δίνουν όπλα και πηλίκια και στολές 
και λέμε μεις "οι ένοπλες δυνάμεις μας",
λεφτά μας δίνουνε και λέμε μεις "η οικονομία μας".

Όμως κι εμείς από την άλλη τους δουλεύουμε πιστά:
τις κυβερνήσεις έχουμε που αυτοί μας λένε 
οι εφημερίδες κι οι τηλεοράσεις μας 
γράφουν και λένε ό,τι αυτοί διατάξουνε
κι ως για μπογιά, βάζουμε μπόλικη,
όταν σκυμμένοι τα παπούτσια τούς γυαλίζουμε.
Και τελευταία τους διασκεδάζουμε πολύ
με έργα όπως «Ο Καραγκιόζης Πρωθυπουργός»,
 «Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε»,
«Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν».


 ΤΟ «ΠΡΈΠΕΙ»

Τι ωραίο αυτό το «πρέπει»!
Ο καθείς αυτό το βλέπει-
σαν ραβδάκι μαγικό
το πικρό κάνει γλυκό.

-Τι θα κάνετε υπουργέ 
για το χάλι του ΟΤΕ;
-Να σας πω: ΠΡΕΠΕΙ να γίνει…
και να  γίνει… και να γίνει…

(και αντίρρηση ποιος έχει 
πως ο υπουργός κατέχει
τι θα «πρέπει» κάθε μια 
να γινότανε φορά…)

 -Κύριε βουλευτά οι φτωχοί
έχουνε πολύ αυξηθεί
τόσο όσο πριν ποτέ…
-Να τι ΠΡΕΠΕΙ αγαπητέ…

Και, η βουλευτική μαφία
αραδιάζει με σοφία 
όσα «πρέπει» να γινούν
οι φτωχοί για να σωθούν.

Και κανείς δε λέει τι
«πρέπει» κάθε βουλευτή 
ο λαός να τόνε κάνει
πριν εκείνος τον πεθάνει, 

γιατί ο έλλην ενοικεί
στις αγκάλες του Μορφέα
κι ως γνωστόν όλα εκεί 
μοιάζουν όμορφα κι ωραία.



Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ

Ρε μπελά που έχω βάλει
στο φασιστικό μυαλό μου
και να κάνω τώρα  πρέπει
τον ανασχηματισμό μου!

Κι η «Παιδεία η στέρεή» μου
δε βοηθάει σ’ αυτό καθόλου
και μου φαίνεται πως όλα 
θα μου παν κατά διαόλου…

Για να δούμε: να κρατήσω
πρέπει πρώτα τη Θοδώρα,
του δανδή να συγκρατήσω
Αβραμόπουλου τη φόρα…

Ποιον να βάλω…ποιον ν’ αφήσω;
ποιον να κόψω…ποιον να σβήσω;
Να! αυτόν θα βάλω εδώ! 
Όχι! Θα θυμώσει ο άλλος.!

Μ’ αν αυτός θα πάει εκεί 
τότε πού θα μπει εκείνος;..
και με των υφυπουργών
τι να κάνω εγώ το σμήνος;..

Α! Μου φαίνεται πως φέρνει
Πονοκέφαλο η Αθήνα.
Μπα! Θα φύγω απ’ το Μαξίμου 
Και θ΄αράξω στη Ραφήνα.




ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΈΡΗΣ

Γιατί δεν ξέρω όλοι φασίστα με θαρρούν…
Από μια Νέα βγήκα εγώ Δημοκρατία!
Παιδί της είμαι εγώ φτυστό! Κι όσοι απορούν
στα που κρατεί αυτή ας ψάξουνε αρχεία.

Ξέρετε πόσους βουλευτές εγώ κρατώ.
Μ’ ακραίος αν ήμουν δε θ’ ανέχομουν κανέναν.
Ως για τους ξένους μας, πολύ τους αγαπώ΄
αυτοί μισούν-ποιος το γιατί ξέρει …-εμένα…

Και αν να πάρουμε την Πόλη θέλω εγώ
είναι γιατί έχω εκεί πέρα εν’ αμπελάκι
που μία θειά μου το τρυγάει κι όχι εγώ,
και που  ούτε μου ’στειλε ποτέ ένα σταφυλάκι.

Κι αν στους αρχαίους βρίσκω εγώ την ηδονή
και δεν μου ειν’ οι ήρωές τους διόλου ξένοι,
είναι που εκείνο το παιδί-τον Άδωνι-
θέλω να δω στα εκδοτικά να πετυχαίνει.

Το να μ’ αρέσει από «φασ» ό,τι αρχινά
από παιδί στην Κατοχή μού έχει μείνει-
τότε φασ-όλια που εζητιάνευα συχνά
κι αυτά τα γράμματα ζακόνι μου ’χουν γίνει.

Γι αυτό σας λέω μη γνοιαζόσαστε γι αυτά 
και ψήφο δώστε μου σα φτάσουμε στην κάλπη-
πρωθυπουργό κι εμένα κάντε μια φορά:
 γιατ’ οι άλλοι ’κάναν τον Ομπάμα;.. έναν αράπη;!.. 

Όχι! Εγώ
δεν είμαι ακραίος όπως λέτε κάθε μέρα΄
κι αν στέκω εδώ 
είναι που- κρίμα!- δεν υπάρχει παραπέρα…



12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»

Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.

‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει  βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.

Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.



ΧΊΤΛΕΡ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ:
                  ΒΙΟΙ ΠΑΝΑΘΛΙΟΙ

«Εγώ αυτόν τον Χίτλερ κουτόν τον θεωρώ
που σοβαρά επήρε τα εγκλήματα σωρό
κι ο ίδιος που είχε κάνει κι όλοι του οι στρατηγοί-
τόσα που αίμα όλη εβάφτηκε η γη.

Αν ζούσε ανάμεσό μας, όσων κι αν ήτο ετών,
μια μέρα που ενώπιον θα ομίλει ηγετών,
τρανό ένα συγνώμη θα έλεγε ευθαρσώς
κι ευθύς θα εγινόταν ως άζαξ καθαρός.»

Πού είσαι καημένε Χίτλερ-πού είσαι να σωθείς-
πού είσαι του Βενιζέλου να γίνεις μαθητής
που ενώ την κοινωνία χάμου τήνε πατάει
δίχως ντροπή καμία, συγνώμη της ζητάει…


12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»

Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.

‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει  βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.

Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.



ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»

 Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
 και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιές πηγαίναν..
 Κι ο ελληνικός  βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
 άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη..

 Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
 που αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
 μα αυτό εν τέλει του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
 και πάει κι εκείνος και το «θα» που πια είχε αποκάνει.  

Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.

Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.

«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.

Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια
για να χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
και πια ποτέ τα ζωντανά να μη γινούν ανθρώποι..

Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»: «γιατί έτσι…πρέπει!»..



ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΕΥΡΩΠΑΊΩΝ ΗΓΕΤΏΝ
ΚΑΙΡΟΣ ΚΡΙΣΗΣ

Θα έλεγα τον Μάριο Ντράγκι
πως δεν τον έχουμε ανάγκη.

Αντίθετα όμως τον Ρομπάϊ-
αυτόν τον έχουμε σταντ-μπάϊ.

Για την Λαγκάρντ μας την Κριστίν
είναι ψηλή, άσ’ την αυτήν…

Η γερμανίδα η Μέρκελ μας η Άγγελα
πρωθυπουργός μας να ’ταν θα ’θελα.

Και απορώ τι ο μαύρος Σόιμπλε
με το δικό μας κόμμα έχει το μπλε…

«Αυτά που λέει ο Κλοντ Γιουνκέρ,
πες Μητσοτάκη τ’ είναι;» -«Ανφαίρ»…

Το ύφος του Ολάντ του Φρανσουά
δεν είναι σα να λέει: “L’ Etat c’ est moi!”?..

Αφού κι εσύ υπάρχεις Μάριο Μόντι
έχουμε στην Ευρώπη κι εμείς «δόντι»…

Συνάδελφέ μας συ –ΟΛΈ!- Ραχόϊ
σαράκι και τους δυο ίδιο μας τρώει…

Αν μας βοηθήσεις τελικά 
Μπαρόζο μου εσύ Ζοζέ,
θα ’χεις μπουκάλι ένα κρασί-
το θέλεις άσπρο ή ροζέ;

Και συ ωρέ Νικόλα Σαρκοζί
Μα πήρα φόρα…όχι, αυτός δε ζει…

                          -----




ΕΧΟΥΜΕ...

Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.

Έχουμε κάτι υπουργούς που κλέβουνε.
Έχουμε κάτι πολιτικούς μυαλά του μεσαίωνα.
Έχουμε κάτι ποιητές ανόητους.
Έχουμε κάτι πίθηκους που καθηγητές πανεπιστημίου τους λέμε.
Έχουμε κάτι τραγούδια τούρκικα.
Έχουμε κάτι πρόγονους που δεν είμαστε απόγονοί τους.
Έχουμε κάτι ήθη κι έθιμα που τα κάναμε τρόπο ζωής.
Έχουμε κάτι νέους αγράμματους.
Έχουμε κάτι βιβλία ιστορίας γεμάτα ψέματα.
Έχουμε Παιδεία στ΄ όνομα μονάχα.
Έχουμε για πολιτισμό μια βαρβαρότητα.
Έχουμε για δικό μας ό,τι άχρηστο πετάνε οι ξένοι.
Έχουμε μίσος για ό,τι φιλοπρόοδο.
Έχουμε την ιδέα πως είμαστε έξυπνοι.
Έχουμε πόλεις βρώμικες.
Έχουμε κάλπικα σταθμά.
Έχουμε την τελευταία σειρά σε όλα τα καλά.
Έχουμε πρωτιά σε κάθε κακό.
Έχουμε για πρωθυπουργό έναν εκμεταλλευτή.
Είμαστε ένας λαός ηλίθιος που υπηρετεί αδιαμαρτύρητα τους βασανιστές του.
Είμαστε αγενείς και φθονεροί.
Θεωρούμε την ανευθυνότητα για προτέρημα.
Έχουμε διεφθαρμένους υπαλλήλους.
Έχουμε την απαίτηση να μας δώσουν οι άγγλοι κάτι ξένα αγάλματα.
Έχουμε το θράσος να καυχιόμαστε για την παλιανθρωπιά μας.
Έχουμε την ιδέα πως η Μακεδονία μας ανήκει.
Έχουμε την ιδέα πως τώρα δεν έχουμε δικτατορία.
Έχουμε τον φόβο σε όσον χώρο της ψυχής μας δεν κατέχει η βλακεία.
Έχουμε τη δουλεία στο αίμα μας.
Έχουμε δικτατορίσκους γραφειοκράτες για υπάλληλους Δημοσίου και Δήμων και Οργανισμών..
Έχουμε ευαισθησίες για θέματα φτηνά.
Έχουμε τη συνήθεια να χλευάζουμε τους ευεργέτες μας.
Έχουμε κάνει την ανεπάρκεια συστατικό της καθημερινότητάς μας.

Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.



ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Εγώ που ζούσα πάντοτε 
σα να ’μουνα σε Κρίση
στην απορία μου: «ΓΙΑΤΙ;»
η Κρίση έχει απαντήσει.

Πάντοτε καταλάβαινα 
ή ένοιωθα κατά βάθος
πως το πολύ το ξάνοιγμα 
ήτανε κάπως λάθος.

Γιατί κανείς στον κόσμο αυτό
δωρεάν κάτι δε δίνει 
κι ότι όσα του εδόθηκαν
 η λήθη δεν τα σβήνει.

Κι αυτός που του τα έδωσε
τριπλά θα τα ζητήσει
όταν θελήσει-όποτε 
αυτός αποφασίσει.

Έτσι κι η Ευρώπη ζήτησε 
τριπλά όσα μας έδινε
που αλόγιστα ο έλληνας 
έτρωγε, γλένταγε, έπινε…




ΌΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΈΣ ΚΛΈΒΟΥΝ

Οι αρχικλέφτες βουλευτές
με κάσα πορτοφόλι,
λένε πως είναι φασισμός 
να λες πως κλέβουν όλοι.

Και όλοι οι αρχικλέφταροι 
απ’ τους δημοσιογράφους
το πήραν και το λεν κι αυτοί 
στους έλληνες τους κάφρους,

μα αμέσως ύστερα από το
«οι βουλευτές μας κλέβουν»
να συμπληρώσουν τρέμοντας
«όμως όχι όλοι!» σπεύδουν.  

Και ο καθένας βουλευτής,
κρατεί σαν λάβαρό του
αυτό που κάθε της τιβί 
λέει φερέφωνό του,

και σεργιανάει ανάμεσα 
στους τίμιους ανθρώπους
σα να ’ναι το αριστούργημα
αυτός όλου του corpus.

Κι ενώ Κανάλια και Βουλή 
ότι μας κλέβουν όλοι
η Πλάση βοά-ποιοι το αγνοούν;
οι έλληνες χαχόλοι.


ΑΛΛΑΓΗ ΛΟΓΩ ΚΡΙΣΗΣ

Τι λαός που είμαστε όμως! 
Πώς αλλάζουμε συντόμως 
έξεις τάσεις και συνήθειες
αναχλές είτε και βύθιες…

Ήταν η ζωή μας τότες 
να την τρώνε μόνο οι κότες
κι οι νεκροί πάνω στα κάρα
 δυο ντουζίνες μια δεκάρα.

Τώρα όμως τι λαός 
που εγίναμε ακριβός-
Ένας κάπου αν πεθάνει
θέμα η τιβί το κάνει.

Αμ το άλλο; Χρόνια τώρα 
κατακλέβανε τη χώρα
στρατιές πολιτικών
δεξιών κι αριστερών.

Και οργίαζε η σπατάλη
κι από δώθε παν οι άλλοι
και ανθούσε η διαφθορά 
και κρυφά και φανερά.

Και να! βίλλες και οφ-σορ
να! κι αρμάνι και ντιορ
να! και πύργοι να! και κότερα
με ροζ σκάνδαλα στα ενδότερα.

Τώρα όμως τι λαός 
που εγίναμε ηθικός
και κανένας πια δεν κλέβει
απ’ την πείνα και ας ρεύει…

Τι βαρύ να πάθαν σοκ
 η Νου Δου και το ΠΑΣΟΚ
και να κλέβουν σταματήσαν
λες τιμιότητα μεθύσαν;

Τι λαός που είμαστ’ αλήθεια!
Τι καρδιά κλειούμε στα στήθια!
Πώς γοργά που ’χουμε αλλάξει!
και στα λόγια και στην πράξη…





ΑΝΤΊΟ ΕΛΛΆΔΑ

Λίγα λογάκια θα ειπώ και πάλι ως συνήθως
όχι για κάποιο σήμερα ωραίο γυναίκας στήθος
μα για το κράτος που ’χουμε όλοι μαζί μοντάρει
και τέτοιο που ’ναι ήρθ’ ο καιρός ο διάολος να το πάρει.

Κράτος που μάτια ας έχει δυο, μα με το ένα βλέπει
που ’χει στραμμένο μόνιμα προς του λαού την τσέπη
ενώ υπουργούς και βουλευτές άβλεπους τους αφήνει
να τρώνε όλο, αδιάφοροι η χώρα τι θα γίνει.

Κι έπρεπε το μονόφθαλμο κράτος να πάει καλιά του,
να διαλυθούν τα κρέατα, και μένοντας τα οστά του
η άφατη φρίκη να φανεί του άσπρου των κοκάλων 
κατάμαυρου απ’ το αδιάλειπτο λάδωμα των «μεγάλων».

Και τα οστά τα ανέλιωτα στο διάβα των αιώνων
θα δείχνουν στις που έρχονται γενιές επιστημόνων
πόσο μπορεί ένας λαός τέτοια κατάντια να ’χει
που να κοπεί απ’ της κλεψιάς το δρέπανο σαν στάχυ.



  ΤΟ ΝΈΟ ΠΟΥ ΈΡΧΕΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Σαν κύμα που έχει ανάκουστο κινήσει
κι έρχεται όλα τα παλιά να σβήσει-
σαν αύρα που όσο πάει δυναμώνει
και φτάνει σίφουνας κι όλα νεκρώνει-

κι ως φόνος που ακόμα δεν τον ξέρει
ούτε το φονικό του το μαχαίρι,
έτσι και κάτι έχει κινήσει Νέο
να τρέχει προς τα ’δω Μέγα κι Ωραίο.

Κι όλοι ενώ στη χώρα ησυχάζουν
κι άσκοπα ευχές και μόδας ρούχα αλλάζουν
Εκείνο φτάνει ανεμελιά γεμάτο.
Κι αφρός Αυτό κι όλα συντρίμμια κάτω.




ΔΙΛΉΜΜΑΤΑ 

Θεέ μου! Παναγίτσα μου! Τόσο πολύ αξίζω 
που όλοι οι πολιτικοί βαλθήκαν να με σώσουν
κι απ’ το αισχρό Μνημόνιο ζητούν να με γλιτώσουν;
Κι αν ναι, γιατί εγώ θλίβομαι και δεν πανηγυρίζω;
Αυτά λέω και χαίρομαι,
ότι αξίζω επαίρομαι
και ευτυχής πετώ 
στον  έβδομο ουρανό.

…Μα πάλι, λέω, δεν ειν’ αυτοί 
που έτσι με καταντήσανε:
μ’ ενός Μνημόνιου να γυρνώ 
στην πλάτη μου το βάρος

και να μην έχω ούτε καν 
διαμαρτυρίας το θάρρος;
Τι; Τώρα αυτοί ανάνηψαν 
και ήθος αποκτήσανε;

Και με αυτό ζαλίζομαι
και πιο βαθιά βυθίζομαι
στο τέλμα που με άδειασαν
αφού με ξεπαράδιασαν.



ΑΡΧΗ ΣΑΜΑΡΑ

Αφότου άρχει ο Σαμαράς 
ο Μνημονιομανής,
τέρμα: από δώ και ύστερα
χορτάτος πια κανείς!

Με άλλα λόγια νηστικοί
εις το εξής θα μένουμε
και θα μας επιτρέπεται
μονάχα ν’ ανασαίνουμε.

Γλιτώνουμε έτσι οριστικά  
από της μάσας τη σκλαβιά
κι απ’ όσα το φαϊ της 
κουβάλαγε μαζί της.

Και πια θα καταργήσουμε 
την τουαλέτα ευθύς-
βάσανο από τα μέγιστα 
που υφίσταται καθείς.

Δίαιτες δε θα χρειάζονται 
για να ’μαστε λεπτοί
και μάλιστα η διαφορά 
αμέσως θα ’ναι απτή. 

Χοντροί δε θα υπάρχουνε 
και οι αρρώστιες πάνε
που του μεγάλου πάχους μας 
απότοκες μετράνε.

Και τότε θα βαφτίζεται
το μανεκέν «Τουίγκι»,
όχι αν είναι αδύνατο
μα αν έχει λίγο ξύγκι.

Κλείνουν τα φαστφουντάδικα, 
κλείνουν τα εστιατόρια,
και πάρτυ καθημερινό 
θα στήνουν τα κοκόρια.

Θα πεταχτούνε στ’ άχρηστα
οι χύτρες, τα τηγάνια
και δε θα φκιάνουν κακαβιά 
τα πλοία στα λιμάνια.

Παύουν οι στομαχόπονοι,
οι αυπνίες τα βράδια,
και παύουν να γεμίζουνε 
τα γένια μας με λάδια.

Τόσα καλά οι εκλογές
οι τελευταίες μας φέρανε 
που πόσο μας βοήθησαν 
ούτε κι αυτές δεν ξέρουνε.

Κι όταν ο Χάρος θα χυθεί 
να πάρει τη ζωή μας
για να τη βρει δε θα ’χει πια 
να ψάξει στο κορμί μας,

αφού είτε είμαστε σοφοί,
είτε χαζοί είτε φρόκαλα
θα έχουν μείνει από μας
μόνο πετσί και κόκαλα

Κι η αφού η ζωή μας προ πολλού 
θα ’ναι ξεπνοϊσμένη: 
θα ’μαστε λόγω ζωντανοί,
έργω όμως πεθαμένοι… 



ΤΣΆΒΕΣ 5-3-13
          
Η οικουμένη φτώχυνε.
Σκοτίδιασε η γη.
Της ανθρωπιάς του ανθρώπου
εστέρεψε η πηγή.

Στα μάκρη των Συμπάντων
τρεμόσβησε εν’ αστέρι.
Θρηνητικό απόψε
και ξέπνοο τ’ αγέρι.




ΚΩΣΤΆΚΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ

Καλά φυλάγεται 
μες στη Ραφήνα.
Να κάθεται άστονε 
στα μέρη εκείνα

κεφάλαιο να ‘χουμε 
κάπου βαλμένο
μη και μας χρειαστεί
το ξορκισμένο.

Κι αν μας χρειαστεί ξανά
πάλι τον φέρνουμε
κι από το βάρος του 
όλοι ας γέρνουμε.

Κι οκταετία μια 
θα φέρει νέα
με όλα της παλιάς 
τα τόσα ωραία:

Τους Γκοτζαμάνηδες,
το παρακράτος,
κλέψιμο πάλι ως
να του ’βγει ο πάτος,

Δεξιών Παράδεισο,
Κου Κου Ε κυνήγι
κι η νεολαία μας 
που φύγει φύγει.

Κι όταν θα φάει
και την τυλώσει,
με τη βλακεία μας 
εμείς την τόση

Εθνάρχη σίγουρα
ευθύς τον χρίζουμε
Και φίνο άγαλμα 
τρανό του χτίζουμε-

δίπλα στο θείο του 
να ’ναι κι αυτός, 
να τους θαυμάζουμε 
οικογενειακώς.




                         ΊΔΙΟΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΌΤΕΡΟΙ
«Μας βάζουν στο ίδιο τσουβάλι όλους-λένε πως όλοι κλέβουμε. Όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
(οι πολιτικοί στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις)


«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι».  Είσαστε όμως κύριοι.
και μάλιστα χειρότερος ο ένας απ’ τον άλλον.
Και κλέφτες και παλιάνθρωποι και κτήνη κι αλιτήριοι,
αλλά προπάντων ψεύταροι εκ των πολύ μεγάλων.

Μπορεί από το φόβο τους κάποιοι να μη σουφρώνουν.
Σημαίνει αυτό όμως πως κλεψιά δεν κάνανε καμία;
Τότε πού βρήκαν τα λεφτά-και κείνα που δηλώνουν
αλλά και κείνα σε κρυφά όπου φυλάν ταμεία;

Πού-που αυτός που εργάζεται οχτάωρο για χρόνια
δεν έχει ούτε δεύτερο σακάκι να φορέσει;
Πού-που λεφτά για διακοπές σε ήλιους ή σε χιόνια
ποτέ ο τίμιος δουλευτής δεν είχε να διαθέσει;

Όποιος δεν κλέφτει, ή άλληνε ωφέλεια αν δεν έχει
από κεινούς που κλέβουνε, τότε στο λαό μπρος πάει
και ξεμπροστιάζει τους μιαρούς. Κι αυτό αν δεν τ’ αντέχει
την κλίκα κάνε των κλεφτών αμέσως παρατάει.

Μα κτήνη ειν’ όλοι οι βουλευτές κι ολόπαχα γουρούνια.
Και πίνουν το αίμα του λαού και στον ιδρώ του πλένε.
Και είναι μέσα στη βρωμιά χωμένοι ως τα μπούνια.
Κι είν’ οι χειρότεροι απ’ αυτούς οι, που δεν κλέβουν, λένε.


            ΕIMAI EΛΕYΘΕΡΟΣ

        (Ο έλληνας μιλάει 
             για την ελευθερία του)


Μες στην Ελλάδα, την ωραία μου πατρίδα,
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω.
Καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.

Είμαι ελεύθερος να ψάχνω για εργασία
και να μη βρίσκω-και για δούλος να πουλιέμαι.
Είμαι ελεύθερος να ζω στην υγρασία 
και για το άθλιο δωμάτιό μου να παινιέμαι.

Είμαι ελεύθερος να ζω δυστυχισμένος
ενώ τα πράσινα τα κτήνη θησαυρίζουν.
Είμαι ελεύθερος να υφίσταμαι το μένος
των μπλε υαινών όπου το βιος μου ξεκληρίζουν.

Είμαι ελεύθερος να ζω μέσα στη χώρα
που τη ρημάζουν της Βουλής οι συμμορίες
και είμ’ ελεύθερος ν' ακούω όλη την ώρα
όσες μεγάλες οι υπουργοί τους λεν βλακείες.

Είμαι ελεύθερος τις ζεύγλες να υπομένω 
που μου πληγώνουνε το δέρμα του τραχήλου-
είμαι ελεύθερος σας λέω-κι επιμένω-
με τ' αποφάγια να χορταίνω εγώ του σκύλου.

Είμαι ελεύθερος ρακένδυτος και πένης
μες στης αθλιότητας το βούρκο να κυλιέμαι
και να οργώνω τον αγρό φυτείας ξένης-
και είμ' ελεύθερος μ’ αυτό να ευχαριστιέμαι.

Και μη μου πείτε πως δεν είν' ελευθερία
μες σε συντρίμματα απ’ οράματα κι ελπίδες
μόνος εγώ χωρίς βοήθεια ούτε μία 
τις πιο μεγάλες να διαλέγω παρωπίδες.

Είμαι ελεύθερος μισθό έναν να παίρνω
που δε μ’ αφήνει περιθώριο για να ζήσω
κι από το βάρος των βασάνων μου να γέρνω
κι αντίς μπροστά, να προχωράω πάντα πίσω.

Νέο τύπο "ανθρώπου" ειμ' ελεύθερος να χτίζω
και με αυτόνε τους ανθρώπους να τρομάζω-
τον Χόμο Σάπιενς εγώ να τον γκρεμίζω
και τον "Μνημόνιαν" στη θέση του να βάζω.

Και είμ’ ελεύθερος αν κάποιος χέρι απλώσει
τα κρύα κάγκελα να σπάσει του κλουβιού μου
να τόνε κάνω ακριβά να το πληρώσει
και επιείκεια να ζητάει τ’ αφεντικού μου.

Να διαδηλώνω είμ' ελεύθερος ησύχως
χέρι αρκεί σ' όσα μου κλέψαν μην απλώσω.
Και να πεθαίνω είμαι ελεύθερος μα δίχως
μαχαίρι πάνω στους φονιάδες μου να υψώσω.

Είμαι ελεύθερος να δένω μοναχός μου
και πιο σφιχτά κάθε ημέρα τα δεσμά μου
και είμαι ελεύθερος στο πείσμα όλου του κόσμου
ελευθερία να ονομάζω τη σκλαβιά μου.

Μες στην ελεύθερη-μεγάλη μου πατρίδα
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω'
καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.







ΣΥΓΚΥΒΈΡΝΗΣΗ ΣΑΜΑΡΆ-
    ΒΕΝΙΖΈΛΟΥ-ΚΟΥΒΈΛΗ

Συγκυβέρνηση! Καλό!
Τρία σ’ ένα! Λογικό,
ο σκοπός αφού κοινός:
να λεηλατηθεί ο λαός.

Συγκυβέρνηση: οι πολίτες 
την κυβέρνηση όταν βρίζουν
υπουργό να μη διαλέγουν- 
να μη κόμμα ξεχωρίζουν. 

Συγκυβέρνηση: τη χώρα
να τη βλάφτουν τρεις μαζί
και οι τρεις ψιλό τη φτώχεια 
να δουλεύουνε γαζί.

Να μη ρίχνουν μεταξύ τους 
ένας τ’ άλλου φταίξιμο
και κοινό να είναι κι ίδιο
το λαμογιοκλέψιμο.

Και σε τσέπη ίδια να μπαίνουν
πλέον όλα τα κλεμμένα
και σωστά να τα μοιράζουν
τσακωμό δίχως κανένα.

Να ’ταν κι ο Καρατζαφέρης 
τότε θα ’τανε τετράδα
οι ρομποτοειδείς φασίστες
που ρημάζουν την Ελλάδα.





ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Οι κυρίες των υπουργών! 
Τι καλές γυναίκες που ’ναι!
Και στα τόσα του σπιτιού 
πόσο τα έξοδα βοηθούνε!

Βάζουν μια υπογραφή 
και μία βίλλα-ιδού! κερδίζουν
Βάζουνε και άλλη μια 
και-οι καλές μας!- θησαυρίζουν!

Και, οι καημένες, προσπαθούν
τις δουλειές γοργά να σπρώξουν
μη τον σύζυγο-υπουργό
απ’ το υπουργείο διώξουν

κι αρκεστούν τα όσα ως πριν,
έχουν φάει, να μασάνε,
μιας και –αλίμονο!- υπουργού 
πια γυναίκες δεν μετράνε…

Και μην πάει το μυαλό
κανενός που με διαβάζει
πως μονάχα υπουργού 
σύζυγος, χρυσάφι βγάζει-

όχι-το ίδιο θα γινόταν 
και αν μόνο κόρη του ήταν:
πάλι ούτε μια θα είχε 
στις που κάνει μπίζνες ήτταν.

Και κουνιάδα κι αδερφή
και γνωστή και φιλενάδα
τέτοια θα ’χε κέρδη αυτή 
στην ταλαίπωρη Ελλάδα.

Κι όλες τους γι αυτό κοιτούν
πώς συγγένεια ν’ αποκτήσουν
οι γυναίκες, με υπουργό,
έτσι ώστε να πλουτίσουν.





ΑΓΡΟΤΕΣ-ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ

Ποιος είπε πως δεν είμαστε απογόνοι
εκείνων των αρχαίων μας προγόνων-
ή ότι τάχα αυτοί δεν είν’ οι προγόνοι
των τόσο που τους μοιάζουν απογόνων;

Κι ιδού η απόδειξη μπροστά μας ζώσα:
Οι αγρότες μας, η δόξα κι η τιμή μας,
που όλοι οφείλουμε σε κείνους τόσα-
που με το αίμα τους καρπίζει η γη μας-

οι αγρότες μας λοιπόν οι τιμημένοι
Σπαρτιατική λιτότητα εδείξαν
κι όταν τους δώσαν ψίχουλα-οι καημένοι...-
τους δρόμους που ‘κλειναν ευθύς ανοίξαν!

Και παν τα μπλόκα…πάνε οι φωνές τους…
Και δείξαν ότι όσα τσαμπουνούσαν
δεν τα πιστέψαν ούτε αυτοί ποτέ τους .
Κι ήταν νεκροί όταν λέγαμε πως ζούσαν.




      Ο ΜΠΑΝΤΑΒΌΣ
    
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω 
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.

Που  τη σούπα του έτρωγε 
με πιρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».

Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες όλο προτιμούσε.

Και στο γάϊδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας 
για κεφάλι γαϊδουρίσο.

Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.

Του ελέγαν: «στάσου όρθιος»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος πήγαινε στον πάτο.


Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.

Κι όλοι τονε κοροϊδεύαν
και μαζί του πλάκα εσπάζαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.

Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα 
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.

Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.

Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.

Απ’ τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι,
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το τσαμπί απ’ το σταφύλι.

Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν 
σύμβουλό του να τον κάνει.

Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό το ’λεγε ίσο».

Και τον είχε σύμβουλό του 
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.

Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά», τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»

(Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι, 
η κοιλιά πως είναι η ράχη
κι η ειρήνη ότ’ είναι μάχη).

Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα».





         ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΉ ΝΟΥ ΔΟΥ
(Άδωνις και Βορίδης στη Ν.Δ.)

Γιατρούς γεμάτη είναι και δικηγόρους
η δόλια η Βουλή. Καθόλου απόρους
δε δέχεται να έχει βουλευτές...
Μα όχι φίλοι μου. Αυτά ως τα χτες.

Η λαϊκή μας Νέα Δημοκρατία
κι εδώ μας έδειξε πρωτοπορία:
μετράει στις τάξεις της-σπώντας το νόμο-
και βιβλιοπώλη, μα και υλοτόμο…



 ΘΕΛΩ ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ…

Θέλω ένας αξωγήινος
Να έρχονταν στη γη 
Κρατώντας μία πύρινη
Ρομφαία φονική,

Που με αυτήν αυτοστιγμεί
Θα έκαιγε όποιον γήινο
Θα ’φτιαχνε όπλο φονικό-
Έστω κι αν ήταν ξύλινο.

Χίτλερ δεν θα υπήρχανε 
Τότε στη γης το πάτωμα,
Καυγάδες δεν θα γίνονταν 
Καν ούτε για το πάπλωμα,

Κι ειρηνικά θα ζούσανε 
Όλοι στη γη επάνω
Χωρίς κανένας φονικό
Να καταστρώνει πλάνο,

Αφού –αυτό λέει ο νους
Που ’ναι κοντά στη γνώση-
Κανείς δεν θα ’βανε στο νου
Κάποιονε να σκοτώσει,

Μιας και ο εξωγήινος 
Δεν θα του την εχάριζε
Και πρώτα αυτόν αρώτητα 
Κι αμέσως θα «καθάριζε». 

Τότε η γη Παράδεισος 
Θα ‘τανε δίχως όφι
Κι οι ανθρώποι για τον άλλονε 
Φίλος καθείς-συντρόφι!

Ο Χίτλερ μπορεί να ’τανε 
τότε  ιεροκήρυκας 
κι ο Ναπολέων ο τρομερός 
μονάχα κάποιος μείρακας.

Και λέξεις όπως «φονικό»,
«Μάχη» «δολοφονία»,
Και όμοιες τους, στα λεξικά 
Δεν θα ’βρισκες καμία! 

Αυτά δω χάμου στέκοντας 
Και του Ιράν θωρώντας
Την τύχη του την άτυχη,
Λέω  μονολογώντας, 

Πως ούτε αυτό θα πάθαινε 
Όσα τραβάει τώρα, 
Ούτε  οι USA εχθρική 
Θα ’ταν για κείνο χώρα.

Και όντας ο Χαμενεϊ
Κι ο Τραμπ αγκαλιασμένοι,
Ούτε αυτή μου θα ’τανε 
Η μαλακία γραμμένη.

 ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΣΩΣΤΑ
ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΤΙΑΛ

Πρώτα να ξέρετε πως δίχως άλλο
το σκορ θα είναι ή μικρό ή μεγάλο.
Δεύτερο-κι ο καθείς ας το εννοήσει-
ένας θα χάσει, κι άλλος θα κερδίσει.

Τρίτο: αν γκολ θα μπει στο δεκαπέντε
το ίδιο δε θα μπει και στο εικοσπέντε!
Κι ο διαιτητής, αν πέναλτι σφυρίξει
θα είναι πέναλτι και όχι λήξη.

Κι απ' τα πιο σίγουρα είναι στην πλάση,
πως πέναλτι ο γκολκήπερ για να πιάσει
δε θα σταθεί ακίνητος στη μέση
μα ή δεξά η αριστερά θα πέσει.

Κάτι που δεν το ξέρουν ούτε οι παίκτες
ούτε κι οι απανταχού του κόσμου ρέκτες,
και τούτο εμπεδώστε μέσα στ’ άλλα:
του αγώνα στρογγυλή θα είναι η μπάλα!

Κι όταν ο αγώνας αίσια θα τελειώσει-
την απορία σας νιώθω την τόση
και λιγοστεύω του άγχους σας τα βάρη-
το Κύπελλο, η νικήτρια θα το πάρει.

Κι όποια ομάδα στο παιχνίδι χάσει
αυτή στα χέρια Κούπα δε θα πιάσει.
Κι αν δεν ειν’ έτσι όπως σας τα λέω
τότε όλα τα λεφτά μου εγώ τα καίω.

Και να ’στε σίγουροι πέρα ως πέρα
το μεσημέρι όσο πως είναι μέρα,
πως πέναλτι κανείς για να χτυπήσει
τη μπάλα στα έντεκα θα τήνε στήσει.

Κι η  μπάλα αν θα χτυπήσει σε δοκάρι
θα ’χει χτυπήσει τότε σε δοκάρι
κι αν έξω βγει, θα ειν’ έξω βγαλμένη.
Και γκολ που μπει, πάλι δεν ξαναμπαίνει.

Και τέλος αν παιχτούν καθυστερήσεις
θα έχουνε παιχτεί καθυστερήσεις.
Κι αν αποβάλει ο διαιτητής κανέναν
θα παίζει η ομάδα του με μείον έναν.

Φαντάζομαι βοήθησα μεγάλως
της αγωνίας σας να πάψει ο σάλος
και πια να βλέπετε τα ματς ανέτως
μικρά είτε μεγάλα ανεξαιρέτως.

Κρατήστε το γραφτό αυτό δικό σας
να ’ναι για κάθε αγώνα οδηγός σας
γιατί αν εγώ από κοντά σας φύγω
θα τα ξεχνούσατε όλα λίγο λίγο.

Κι όταν το διάβασμα πλέον τελειώστε-
και γνώστες πια γεροί της μπάλας νοιώστε,
ευχαριστείστε απ' της ψυχής τα βάθη
εμένα που σας έχω τόσα μάθει.
                      -----

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

 ΤΖΕΛΣΟΜΙΝΑ
ή
TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ 

Ήταν ένα θλιμμένο δειλινό στα φιλόξενα Καλάβρυτα τον περασμένο Αύγουστο. Το πόδια βαρετά στήριζαν το σώμα των περιπατητών γύρω από την πλατεία. Μαζί με τον ήλιο που έγερνε λες για να μην ξαναφανεί ποτέ πάλι, έγερναν προς την πόλη και τα γύρω βουνά, κλείνοντας σιγά σιγά από το μάτι και τη θέα του μόνου παρήγορoυ σ' αυτή την πόλη του ουρανού. Ο σταυρός του τόπου του μαρτυρίου έμοιαζε να είναι το μόνο όρθιο πάνω από μια ισοπεδωμένη έκταση που κάποτε ήταν όρθια και πολλά υποσχόμενη' Κι έτσι που το νερό δίπλα στην πλατεία κελάρυζε, έμοιαζε μοιρολόγημα και η πόλη τάφος.
'Εβαλα το χέρι μου μέσα στην τσέπη και άγγιξα το κινητό τηλέφωνό μου, θέλοντας να πάρω λίγη σιγουριά από κάτι τόσο πραγματικό και να αλλάξω τις σκέψεις που μου γεννιόνταν στο μυαλό με άλλες, όπως της προόδου και της κατάκτησης από τον άνθρωπο γνώσεων, που δίχως άλλο έδειχναν τουλάχιστο πως κάτι άλλο υπάρχει έξω από τη θλίψη και την ανυπαρξία.
To κινητό μου, σαν αυτό το άγγιγμα να περίμενε, ήχησε τον γνωστό τραγουδιστικό ήχο του. Κάποιος με καλούσε. Το άνοιξα. tlΓιώργoς Tζελσoμίνα."
"Γεια σου Τζελσομίνα, πώς και με πήρες;" "Γιώργος, πότε είναι;"
Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι η Τζελσομίνα και κυρίως να πω για τη γνώση που έχει της ελληνικής γλώσσας.
Η Τζελσομίνα είναι μια μετανάστρια. Μένει στην Αθήνα σε ένα υπόγειο που το μοιράζεται με τα τρία ανήλικα παιδιά της και με κατσαρίδες.
Eίμαι μέλος του Συλλόγου Προστασίας Αναξιοπαθούντων Αλλοδαπών της Ελλάδας. Με την ιδιότητά μου αυτήν επισκέπτομαι κάποτε κάποτε το σπίτι της Τζελσομίνας για να της δώσω μερικά χρήματα κάθε φορά, τόσα όσα η οικονομική κατάσταση του Συλλόγου επιτρέπει. 0 Σύλλογος δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα χρήματα στα χέρια του κάθε ταλαίπωρου αλλοδαπού. Εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να αποφεύγουν τα μέλη του Συλλόγου, είναι να δημιουργούν την εντύπωση στους αποδέκτες των χρημάτων, ότι τα χρήματα αυτά τους δίνονται σαν ελεημοσύνη, κάτι που θα πρόσβαλε, την αξιοπρέπειά τους. Γιατί στην ουσία δεν πρόκειται καθόλου για ελεημοσύνη .Είναι μια βοήθεια ώσπου οι αλλοδαποί να μπορέσουν να ορθοποδήσουν βρίσκοντας μια δουλειά, κάτι για το οποίο επίσης ο Σύλλογος τους βοηθάει όσο μπορεί.
Μία από τις οικογένειες που εγώ έχω αναλάβει να βοηθώ με τα χρήματα του Συλλόγου, είναι και η οικογένεια της Τζελσομίνας. Και, όπως κάνω για κάθε αλλοδαπό την χρηματοδότηση του οποίου έχω αναλάβει, έτσι και στην περίπτωση της Τζελσομίνας, για να μειώσω το μέγεθος της ντροπής και εκείνης που δέχεται τα χρήματα, αλλά και εμένα που της τα δίνω, έχω προσπαθήσει να δημιουργήσω μια σχέση φιλίας ανάμεσά μας, ώστε τα χρήματα να φαίνεται πως έρχονται από ένα φίλο και πάνε σε έναν άλλο φίλο, παρά πως έρχονται από έναν «πλούσιο» που καταδέχεται από καπρίτσιο ή από έναν οποιοδήποτε υπολογισμό να πετάει από καιρό σε καιρό ένα ξεροκόμματο σε κάποιον φτωχό. Παρόλη τη φιλία όμως αυτού του είδους που είχα και με την οικογένεια της Τζελσομίνας , ποτέ ούτε την είχα πάρει τηλέφωνο, ούτε με είχε πάρει, αν και για δυο χρόνια τώρα περίπου είχαμε αυτή τη φιλική σχέση.
Η Τζελσόμίνα δεν ξέρει ελληνικά, παρά μόνο μερικές λέξεις, που όμως δεν τη βοηθάνε καθόλου να σχηματίζει φράσεις κατανοητές σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από την ίδια.

Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που έχασε και τις δύο δουλειές που της έχω μέχρι τώρα βρει. Και αν εγώ μπορώ και συνεννοούμαι με την Τζελσομίνα, αυτό έγινε με μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου και με την επιστράτευση όλων των ανορθόδοξων μεθόδων προσπέλασης μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά κύρια με τη χρησιμοποίηση της μεγάλης φαντασίας με την οποία είμαι προικισμένος. Μ' αυτήν, αλλά και με τη βοήθεια του χρόνου μπορώ από τις λίγες λέξεις που με τόση δυσκολία ξεστομίζονται από την Τζελσομίνανα σχηματίζω τις προτάσεις που αυτή θα μου έλεγε αν ήξερε ελληνικά. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κάθε φορά που μου μιλούσε να την προσέχω έτσι ώστε να βλέπω την έκφραση που κάθε φορά έπαιρνε το πρόσωπό της όταν μου μιλούσε, καθώς και τον τόνο και τη χροιά που είχαν οι λέξεις που κατάφερνε να σχηματίσει. To τελευταίο αυτό, η χροιά που έδινε κάθε φορά στη φωνή της, μου επέτρεψε με τον καιρό να μπορώ να καταλάβω το νόημα των λεγομένων της Τζελσομίνας και όταν ακόμα θα έπρεπε να την ακούω χωρίς να την βλέπω, όπως ας πούμε όταν ήσαν κι άλλοι άνθρωποι στο σπίτι της όταν πήγαινα σ' αυτό. Γι αυτό και δεν είχα μεγάλη δυσκολία να καταλάβω τα λόγια της Τζελσομίνας από το τηλέφωνο.
Εκείνο που με δυσκόλευε περισσότερο στην προσπάθειά μου της κατανόησης της ελληνικής ομιλίας της Τζελσομίνας ήταν η χρησιμοποίηση από αυτήν των ρημάτων και των αντωνυμιών. Για την Τζελσομίνα φαίνεται πως θα ήταν κατόρθωμα και μόνο που μπορούσε να βάλει μετά από κάποιο ρήμα κάποιαν αντωνυμία. Ποια θα ήταν αυτή δεν το εξέταζε καθόλου. Το ίδιο αναλογικά συνέβαινε και με τα ρήματα. Φτάνει η Τζελσομίνα να ξεστόμιζε το ρήμα που της χρειαζόταν για να φτιάξει την πρότασή της και δεν την ενδιέφερε καθόλου το πρόσωπο, η φωνή, ο χρόνος του κύριου αυτού στοιχείου κάθε ανθρώπινης γλώσσας.
Μετάφρασα λοιπόν αμέσως το "πότε είναι;" του τηλεφωνικού διαλόγου μου με την Τζελσομίνα,: "πού είσαι;" "Είμαι σ’ ένα χωριό», της απάντησα.
Η Τζελσομίνα καταλάβαινε από αυτά που άλλοι έλεγαν, περισσότερα από όσα άφηνε αυτή να καταλάβουν όσοι μιλούσαν μαζί της χωρίς να έχουν εξασκηθεί πρώτα στα ελληνικά της. «Ήρθε Αθήνα;» (θα έρθεις στην Αθήνα;)
«Ίσως σε δυο τρεις μέρες». «Εγώ επήγα χωριό" (θα έρθω εγώ στο χωριό) "Γιατί; Τι συμβαίνει; Τα παιδιά είναι καλά;" «Καλά. Έρχεται Αθήνα;» (Καλά είναι. Θα έρθεις στην Αθήνα;) "Για ποιο λόγο;" «Σε αγαπάω".
Για μια στιγμή έμεινα άφωνος. Μια φράση ειπωμένη τόσο σωστά αλλά και με τόση σιγουριά και τοποθετημένη μετά από την ερώτηση μου για τον λόγο που ύστερα από δυο χρόνια αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει, ήτανε άραγε κάποιο λάθος γλωσσικό της Τζελσομίνας ή αυτή ήξερε καλά τι έλεγε;
Αλλά ήταν η σειρά μου να μι λησω. Και της απάντησα με τόνο φιλικόν και συνηθισμένον στις συνομιλίες μου μαζί της, "Κι εγώ. σ' αγαπάω Τζελσομίνα και αγαπάω και τον Δημήτρη και τον Θανάση και την Κλειώ. Όμως μου είναι δύσκολο να έρθω τώρα." "Πότε ώρα έρχεται;" (Τι ώρα έρχεσαι;)
0 διάλογος συνεχίστηκε με μένα να θέλω να αποφύγω το που τόσο απρόσμενα βγήκε στη μέση ταξίδι στην Αθήνα χωρίς ένα σκοπό που θα το άξιζε, και με την Τζελσομίνα να προσπαθεί να μάθει τι ώρα θα πήγαινα και πότε-σήμερα ή αύριο. Και αφού κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αποφύγω χωρίς να φανώ ασυγκίνητος από το κάποιο πρόβλημα που η Τζελσομίνα πραγματικά θα είχε και το οποίο η εκεί παρουσία μου θα της έλυνε, αποφάσισα να πάω στην Αθήνα. Τουλάχιστον μπόρεσα να το υποσχεθώ για την επόμενη μέρα.
Πηγαίνοντας προς την Αθήνα έφερνα στη μνήμη μου την Τζελσομίναόπως την γνώρισα στις επισκέψεις μου στο σπίτι της . Καθιστή όλητην ώρα στον μισοξηλωμένο καναπέ, με τα χέρια της παλαιστή σταυρωμένα πάνω στη χοντρή κοιλιά της, με τα πόδια της απλωμένα μπροστά και σταυρωτά, κοιτάζοντας συνέχεια την τηλεόραση ό,τι κι αν αυτή έδειχνε και με τα παιδιά της να κρέμονται άλλο από τον λαιμό της, άλλοαπό κάποιο χέρι της και το τρίτο να κάθεται κάτω δίπλα στα πόδιατης τα οποία αγκάλιαζε και με τα δυο του χέρια όπως φαντάζομαι θα αγκάλιαζαν τον στύλο ενός ναού οι ικέτες που έβρισκαν καταφύγιο σ’ αυτόν οι αρχαίοι έλληνες-με τόσην προσμονή και με τόσο πάθος. Το πρόσωπό τηςείχε πάντοτε μιαν έκφραση αδιάφορη, σαν να ήτανε μόνη της μέσαστο δωμάτιο, κοιτάζοντας προς εμένα μόνον όταν άνοιγα το πορτοφόλι μου και απευθυνόμενη σε κάποιο από το παιδιά της όταν ήθελε να του πει να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση. Μάγουλα χοντρά, στόμα που του έλειπαν τρία μπροστινά επάνω και δυο κάτω δόντια, μαλλιά μαύρα κακοχτενισμένα ίσα για να μη της σκεπάζουν τα μάτια και της στερούν την τηλεθέαση, συμπλήρωναν τηυ εικόνα της φίλης μου.
Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως κάθε γυναίκα έχει κάτι όμορφο, όσο άσχημη κι αν είναι κατά τα άλλα και πως αυτό το κάτι την κάνει ικανή να γίνει αξιαγάπητη για κάποιους. Ο καλός Θεός έχει φροντίσει για όλα τα πλάσματά του.
Από Αγίους Θεοδώρους μέχρι Ασπρόπυργο έψαχνα με τη βοήθεια της μνήμης μου και της μικρής ικανότητας που έχω για παρατήρηση, να βρω τι αξιαγάπητο έχει η Τζελσρμίνα, αν έχει, ή μήπως αυτή αποτελεί εξαίρεση και είναι η μόνη από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει, που τίποτα δεν έχει που να τραβήξει κάποιον άντρα. . 
Και το βρήκα.
Είναι το χαμόγελό της.
Ένα αθώο, γλυκό, όμορφο θα έλεγα χαμόγελο, παρά το άδειο που στο κέντρο του αφήνουν τα ελλείποντα δόντια. Όταν η Τζελσομίνα γελάει, τότε εκείνος που την βλέπει παραμερίζει άθελά του όλα τα άλλα, που για τον καθένα είναι απωθητικά και πάνω της βλέπει μόνο το χαμόγελο εκείνο. Ναι, όταν η Τζελσομίνα γελάει τότε όλη είναι αυτό της το γέλιο. Σαν το στόμα της μισανοίγοντας να καταπίνει κάθε άσχημο ή τέλος πάντων κάθε που οι άνθρωποι θεωρούν άσχημο, και να μένει μπροστά του μια γλύκα και μια ακαθόριστη αίσθηση γαλήνης, χαράς , μια εικόνα ευτυχίας θα έλεγα.
Φτάνοντας στην Αθήνα πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Τζελσομίνας, όπου μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε: το σπίτι ήτανε καθαρό! Άλλοτε τα πάντα βρωμούσαν εκεί μέσα-πάτωμα γεμάτο αποφάγια, παπούτσια και ρούχα βρώμικα πάνω σε κρεβάτι και σε καρέκλες, ο καναπές να δείχνει τα μπαμπάκια του κάτω από το μόλις συγκρατούμενο σε ένα σημείο του ακόμα μαύρο από τη βρώμα κάλυμμά του, το τραπεζάκι στη μέση του δωματίου που χρησίμευε για φαγητό, για ακουμπιστήρι διαφόρων ετερόκλητων αντικειμένων και για άπλωμα πάνω του των πάντοτε βρωμερών και ξυπόλητων ποδιών της Τζελσομίνας και των παιδιών της να είναι καθαρό με μιαν άσπρη καθαροπλυμένη πετσέτα πάνω του.
Τώρα όλα ήταν φτωχικά μεν αλλά πεντακάθαρα-ο καναπές σκεπασμένος μ' ένα πεντακάθαρο άσπρο σεντόνι, το πάτωμα άδειο από πεταμένα αντικείμενα και σκουπισμένο, τοίχοι πλυμένοι, ο γιούκος πάνω στο μπαούλο σκεπασμένος κι αυτός μ' ένα πολύχρωμο σεντόνι και η Τζελσομίνα αντί να έχει τη συνηθισμένη της στάση, τώρα καθόταν
στον καναπέ με τα πόδια μαζεμένα και είχε τα χέρια της πάνω στον καναπέ ακουμπισμένα με την παλάμη να στηρίζεται πάνω του.
Αλλά η έκπληξη ή πιο μεγάλη ήτανε το ντύσιμο της ίδιας της Τζελσομίνας. Αντί για ένα βρώμικο παλιό υπόλειμμα φορέματος, τώρα φορούσε μια "τουαλέτα", που αν και φτηνή και ασουλούπωτη πάνω της, όμως της έδινε την 6ψη γυναίκας ντυμένης για κάποια σημαντική περίσταση. Κάτω από το φόρεμα το σκισμένο δεξιά και αριστερά από το ύψος του γόνατου και κάτω σύμφωνα με τη μόδα, πρόβαλαν τα χοντροκομμένα πόδια της φίλης μου, ένα σταυρωτό μεγάλο ντεκολτέ άφηνε να μισοφαίνονται τα μεγάλα κρεμάμενα στήθη και κάτω από το ύφασμα του φορέματος που κάλυπτε τον ώμο ξεπρόβαλαν τα χέρια παλαιστή. Η κοιλιά φαινόταν λιγότερο μεγάλη απ' ό,τι ήταν, επειδή το φόρεμα, ίσως διαλεγμένο έτσι για τον λόγο ειδικά αυτόν, έπεφτε φαρδύ πάνω στο κοντόχοντρο σώμα της Τζελσομίνας.
Αφού χαιρετηθήκαμε όπως συνήθως με την Τζελσομίνα, ένα παιδί ξεπρόβαλε από την κουζίνα και με ρώτησε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς ούτε να με χαιρετήσει πρώτα: "σου αρέσει το καινούργιο φουστάνι;", μου είπε, δείχνοντάς μου προς το μέρος της μητέρας του. Είπα πως πράγματι ήταν ωραίο, ενώ δεν έκανα καμιά παρατήρηση για την καθαριότητα του σπιτιού, για να μη προσβάλω την Τζελσομίνα εννοώντας έτσι πως τις άλλες φορές ήτανε βρώμικο. Ρώτησα αν συμβαίνει τίποτε και μου τηλεφώνησε, και που δεν μπορούσε ίσως να μου το πει από τηλεφώνου. Όχι, δεν συνέβαινε τίποτε. Και αμέσως μετά: "Γιώργος πάει βόλτα μαζί Τζελσομίνα". Είπα ότι ήμουνα κουρασμένος, παρατήρησα πως είναι τόσο καλά να κάθεται κανείς στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση ή να συζητάει, μάταιος κόπος.
Βγήκαμε και αμίλητοι-τι να λέγαμε-προχωρήσαμε μέχρι τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπου τη ρώτησα: "τι λες; πάμε στον Πειραιά; " Σκέφτηκα πως θα ήτανε κάτι πρωτόγνωρο για την Τζελσομίνα η μετάβαση στον Πειραιά και πράγματι δεν έκανα λάθος. Τα μάτια της έλαμψαν και μου είπε πως δεν είχε ξαναπάει στον Πειραιά αν και άκουγε γι αυτόν από τα παιδιά της που ζητιάνευαν εκεί και από φίλες της.
Πήγαμε. Φυσούσε ένας διαβολεμένος νοτιάς, που έριχνε σκουπιδοτενεκέδες σους δρόμους, πέταγε από τα περίπτερα εφημερίδες στο πεζοδρόμιο, ανέμιζε το φουστάνι της Τζελσομίνας και έκανε τους καταστηματάρχες να κλείνουνε βιαστικοί πρόωρα τα μαγαζιά τους. Για μένα όμως ήτανε μια απόλαυση ένας τέτοιος αέρας που χωρίς να με κρυώνει έστελνε κατεπάνω μου κύματα καθαρού αέρα -καθαρού από σκόνες και σκουπίδια που ήδη μετά από τόσης ώρας φύσημα είχαν ήδη εξαφανιστεί και καθαρού από κάθε ανθρώπινο, καθώς η ταχύτητα του αέρα δεν άφηνε να σταθεί πάνω σου καμία ανθρώπινη, σωματική ή ψυχική, ηθελημένη ή αθέλητη, υστερόβουλη ή όχι βρωμιά.
Βγαίνοντας από τον σταθμό του ηλεκτρικού προχωρήσαμε κατά μήκρς της προκυμαίας, προς την κατεύθυνση της εκκλησίας των Ταζιαρχών. Βαδίζαμε ο ένας πίσω από τον άλλο λόγω της στενότητας του πεζοδρομίου. Συνήθως εγώ πήγαινα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε περαστικούς και περίπτερα και η Τζελσομίνα ακολουθούσε. Όταν φτάσαμε στο ύψος της εκκλησίας, όπου είχαμε ελεύθερον χώρο και ενώ περπατούσαμε δίπλα δίπλα τώρα ξάφνω η Τζελσομίνα πέρασε το χέρι της κάτω από το αριστερό δικό μου, πιάνοντάς με έτσι "αγκαζέ". Δέχτηκα χωρίς αντίδραση την χειρονομία αυτή και πια περπατούσαμε έτσι από κει και πέρα. Το χέρι της μόλις που βάραινε πάνω στο δικό μου, κάτι που μου έκανε εντύπωση ύστερα από την εμπειρία που είχα από μια κυρία που πιάνοντάς με «αγκαζέ» απλά έριχνε όλο το βάρος της επάνω μου ώστε να την τραβώ περπατώντας.
Τα σώματά μας διατηρούσαν την απόσταση τους το ένα από το άλλο και αυτό βέβαια ήτανε φυσικό, αφού τίποτε δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσά μας που να δικαιολογούσε ένα πλησίασμα των δυο μας ενώ περπατούσαμε, έξω από την ανάγκη να μη χώριζαν από τον σημερινόν αέρα δυο παρέα βαδίζοντας άνθρωποι.
Κατ' αυτό τον τρόπο βαδίζοντας θα πρέπει να κάναμε μιαν, ελαφρά έστω, κωμική εντύπωση σε όποιον μας παρατηρούσε για λίγο-ένα αταίριαστο "αγκαζέ". Εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να μην αντιδρώ σε ό,τι έγινε, κι εκείνη να μην επιτρέπει στον εαυτό της περισσότερο πλησίασμα, καταλαβαίνοντας ίσως πως δεν είχε ούτε το "δικαίωμα" για κάτι τέτoιο, αλλά και μη θέλοντας ίσως να διακινδυνέψει μιαν αντίδραση από μέρους μου που δεν θα ήτανε καλόδεχτη από αυτήν.Παρολαυτά, καθώς με κρατούσε, δυο τρεις φορές τα δάχτυλά της σύρθηκαν χαϊδευτικά πάνω στον πήχυ μου, μόλις ακουμπώντας επάνω στο δέρμα μου μια ή δυο φορές σε κάθε τους απόπειρα.Δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω την λεπτότητα του χειρισμού αυτού τουαγγίγματος και αυτού του χαδιού, καθώς ήταν τέτοιος που μπορούσε κανείς να το θεωρήσει είτε σαν μια εκδήλωση κάποιου κρυφού αισθήματος, όπως φαινόταν ότι και είναι, αλλά όμως και σαν μια τυχαία η ασυναίσθητη κίνηση χωρίς καμία άλλη σημασία, πλην ίσωςτης πιθανότητας χαρακτηρισμού του ατόμου που την έκανε σαν απρόσεχτου ή αγενούς. Ήταν μάλλον ένα σήμα που ήθελε να δώσει το έναυσμα μιας παρόμοιας απάντησης, με σκοπό να δημιουργηθείανάμεσα στους εμπλεκόμενους στο παιχνίδι αυτό περισσότερο θάρρος για τολμηρότερες κάθε φορά ενέργειες, στην περίπτωση που και τα δυο μέρη θα το επιθυμούσαν. 
Μια πίτσα από το γειτονικό "Έβερεστ" αντικατάστησε το γεύμα που συνήθως είναι η κατάληξη μια τέτοιας εξόδου σε άλλες περιπτώσεις.Μετά πήγαμε στον ηλεκτρικό και φύγαμε για το σπίτι.
Ταιριάζοντας τώρα το τηλεφωνικό "σε αγαπάω" με όλα όσα είχαν γίνει αφότου πήγα στο σπίτι της Τζελσομίνας κατάληξα στο συμπέρασμα πως κάποια χορδή είχε δονηθεί μέσα στο ογκώδες και άσχημο αυτό σώμα και μάλιστα στο μέρος εκείνο όπου λένε πως εδράζεται η λεγόμενη Ψυχή.Δεν είμαι ψυχολόγος ώστε να μπορώ να πω περισσότερα, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι πριν έρθω στην Αθήνα μου πέρασε από το μυαλό η πονήρη σκέψη πως ίσως το "σε αγαπάω" να ήταν μια κίνηση από κείνες-που όμως η Τζελσομίνα δεν με είχε συνηθίσει σ' αυτές-που γίνονται με σκοπόιδιοτελή, στην περίπτωσή μου δηλαδή στην απόσπαση περισσότερωνχρημάτων.
Τώρα όμως η σκέψη αυτή είχε παραμεριστεί και έμενε ανίσχυρη μπροστά στα καινούργια στοιχεία που η βόλτα καθώς και η κατάσταση της καθαριότητας του σπιτιού είχαν φέρει στο φως.Αλλά τη χαριστική βολή σε όποιαν τέτοιου είδους πονηρή σκέψη, έδωσε η άρνηση της Τζελσομίνας να πάρει λεφτά, τη στιγμή που μέχρι τότε αυτή ήταν η μόνη σχέση μας και η μόνη αιτία όποιας συνάντησής μας:Όταν έβγαλα το πορτοφόλι μου, αρχίζοντας να δικαιολογώ την πράξη μου αυτή σχετίζοντάς την με την ένδυση των παιδιών για τον χειμώνα που ερχόταν και αιτιολογώντας την σαν ένα δώρο από μένα προς αυτά και πριν ακόμα βγάλω από το πορτοφόλι τα λεφτά, η Τζελσομίνα μού είπε αποφασιστικά, ήρεμα και παραπονεμένα: «Δε θέλω λεφτά!» 
………………………………………………………

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

 ΤΑ ΧΡΕΗ

Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε, αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!"  Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει, κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς;  Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη. Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει. Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.

 ΦΛΩΡΑ
ή 
ΣΤΟ ΚΑΛΥΒΙ 


(Η Φλώρα μιλάει καθώς συγυρίζει το καλύβι της) 

Κάτσε κι εσύ καλά λοιπόν. Πώς και δεν υπακούς στους νόμους της Φυσικής; Οι άνθρωποι τόσο καλά τους έχουνε ορίσει. Καημένο μου… πόσα χρόνια άραγε από τότε που ρίζωσες σαν δέντρο στη γη πάνω χρειάστηκαν για να γίνεις ετούτο το ξύλινο κουτί; Πόσα χρόνια πήρε και για μένα από τότε που ρίζωσα στη γη να γίνω αυτό που είμαι τώρα; Και τι είναι τα «χρόνια»; Και τι είναι «ρίζωμα»; Λέξεις… λέξεις… λέξεις που δεν ξέρουμε από πού ήρθανε. Όπως και μεις δεν ξέρουμε από πού ήρθαμε. Κι ούτε ξέρουμε πού πάμε. Φτηνές φιλοσοφίες. Μα είναι οι μόνες. Ό,τι έχουνε πει όλου του κόσμου οι φιλόσοφοι, σ’ αυτό το αδιέξοδο καταλήγουν. Κανείς δεν απάντησε στα ερωτήματα αυτά. Η μητέρα μου έλεγε: «ο θεός όλα τα ’χει κρυφά». Κι εγώ άκουγα θεός και νόμιζα πως είναι κάποιος μεγάλος άνθρωπος που μένει στον ουρανό και που έφτιαξε και ρυθμίζει όλα. Και ρωτούσα: το θεό ποιος τον έφτιαξε; Και μου λέγανε: «να είσαι καλό κοριτσάκι και να μη ρωτάς τέτοια πράγματα γιατί ο θεός θα σε τιμωρήσει». Μόνο σα μεγάλωσα έμαθα ότι αυτή η ερώτηση και μόνο αρκούσε για να εξαφανίσει το θεό τους-η ερώτηση που έκανε ένα μικρό κοριτσάκι. Θρησκεία! Το όπιο του λαού! Βλακείες μικρών ανθρώπων με μεγάλα συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή. Και οι προσευχές των πιστών ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί τα χάφτουν και όσοι είναι έξυπνοι κάνουν πως τα χάφτουν. Κι έτσι περνάει η ζωή. Γιατί κάπως πρέπει να περάσει η ζωή. Γιατί κάτι πρέπει να κάνει κανείς στις ελεύθερες ώρες του. Δεν μπορεί όλο να κοιμάται και να δουλεύει. Έτσι δημιουργεί ένα θέατρο και μέσα του βάζει χαρτονένιες φιγούρες΄ κι αυτός, καθισμένος στην πλατεία, παρακολουθεί τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζει μ’ αυτά ή βασανίζεται. Μερικές φορές μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μεγάλης του απασχόλησης με το θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα. Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη σκηνή, ενώ από την άλλη φιγούρες κατέβηκαν στην πλατεία νομίζοντας πως είναι άνθρωποι. Κι όσοι ανέβηκαν στη σκηνή απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σα θεούς, σαν ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών Και κείνοι που κατέβηκαν από τη σκηνή λένε πως είναι θεοί ή γιοι θεών που κατέβηκαν στην πλατεία για να διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χάνονταν η καημένη. Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου βρίσκουν μιαν απασχόληση να τους ακολουθούν. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’ αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους κι εκείνοι να τα σκορπίσουν ή να τα φάνε. Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό. Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Πώς βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι; Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού πιστεύουν σε θεούς, υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους, υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα. Άνθρωπος είναι ο ξεχωριστός, ο ανόμοιος, ο μοναχός, ο ανυπόταχτος, ο ανεξάρτητος. Ας φτιάξω ένα καφέ. Μ’ αυτά πονοκεφαλιάζω. Από τότε που ζω μόνη ο καφές μού έχει γίνει απαραίτητος. Καφές! Χιλιάδες, εκατομμύρια υποταγμένα όντα εργάζονται στη βιομηχανία του. Για να παρουσιάσουν τέλος στον αγοραστή ένα φάκελο με την ουσία αυτή μέσα του, που πίνοντάς την αυτός, θα έχει να περάσει κάπως την ώρα του, ή θα του περάσει ο πονοκέφαλος. Και γιατί αυτό; Για να μην πονάει ο άνθρωπος. Και γιατί να μην πονάει; Για να ζήσει μια καλή ζωή. Και γιατί να ζήσει; Εδώ σταματάνε οι λογικοφανείς εξηγήσεις και αρχίζουνε οι βλακείες. Να και η αρκούδα. Όλο και περισσότερο με πλησιάζει τελευταία. Έρχεται, χτυπάει το παράθυρό μου με τα χέρια της. Βγαίνω, την κοιτάζω, τη χαδεύω. Όταν της δώσω τίποτε φαγώσιμο δεν το παίρνει. Ύστερα φεύγει πάλι, σιγά σιγά περπατώντας και με σκυφτό κεφάλι. Πάρε καλή μου… πάρε… δε θέλεις-α! λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Ανθρώπους έπρεπε να λένε τα ζώα! Ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα. Κάτσε εκεί και βλέπε με καλή μου… άραγε είναι καλή η ζωή για τα ζώα; Για τα υποταγμένα όντα ξέρω-ζωή είναι η ίδια η δυστυχία. Ζωή! Ένας αγώνας για το τίποτα. Για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για δόξα… ένας αγώνας για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το δώσει… Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η μοναδική!.. Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ασημαντότητά της και ο άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους τροχούς της τους ανθρώπους. Κοιτάζω τους κακόμοιρους τους άντρες. Τους κακότυχους. Τους δύστυχους. Που τρέχουν πίσω από τις γυναίκες σαν ζητιάνοι… πώς τις περιτριγυρίζουν ελπίζοντας ότι εκείνες θα κοιμηθούνε μαζί τους… πώς κάνουνε ό,τι μπορούνε για να σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι τους… μιλάνε, γελάνε, υπόσχονται, πληρώνουν, εκθειάζουν, γελοιοποιούνται. Δυστυχισμένοι, κακόμοιροι άντρες, τι μοίρα που σας έχει οριστεί, να γυρεύετε σ’ όλη σας τη ζωή και ποτέ να μη βρίσκετε… κακόμοιρα υποταγμένα αντρικά όντα! Με τριγύριζαν και μένα οι άντρες. Δειλά, με τη μέση σκυφτή, παρακαλώντας. Πώς να κάνεις έρωτα μ’ ένα υποταγμένο όν; Πώς να μοιράσεις την ελευθερία σου μ’ ένα σκλάβο; Πόσο ποθούσα να ’ρχονταν κάποιος και να σταθεί απέναντί μου με το κορμί του στητό και να μου πει «θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου»… Θα ’πεφτα στην αγκαλιά του πριν τελειώσει τη φράση του. Κι αν ακόμα στα μάτια των άλλων γυναικών ήταν ο ασχημότερος πάνω στη γη, για μένα θα ’τανε ο πιο ωραίος. Έτσι να κάνεις έρωτα, ναι! Άγια μοναξιά! Χωρίς υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία, τον παράδεισο των υποταγμένων όντων, τον δήμιο των ανθρώπων. 
Η κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά που μια ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, με ένα πανωφόρι… Γιατί να μην ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί μόνος του. Μετά ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όπως κάνω εγώ. Ενώ αυτοί; Μια συνεχής πάλη. Για τι; Για ποιον; Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Οι κυνικοί θ’ απαντήσουν: «για τον εαυτό του καθένας». Μα εδώ είναι ο παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με άλλους, από άλλους, για άλλους. Ω! Μοναξιά! Δόξα του ανθρώπου! Πού είσαι; Μα τι θέλεις καλή μου αρκουδίτσα; Μήπως πείνασες; Έχω εδώ κρέας, έχω και χορταράκια. Φάε! Να σε χαδέψω θέλεις; Ω! Καλή μου αρκουδίτσα-ή αρκούδε, δεν ξέρω τι είσαι… άραγε έχετε και σεις τους δυνάστες σας; Έχετε και σεις θεούς; Έχετε βασανιστές στην πόλη σας; Έχετε κάποιους που σας κλέβουν το φαί από το στόμα κι εσείς τους ευχαριστείτε κι από πάνω; Όχι βέβαια, δεν έχετε. Έχετε παπάδες που για να σας κρατάνε σκλαβωμένους σας υπόσχονται μέλι στον ουρανό όταν πεθάνετε, και που σας φοβίζουν με φλόγες και πίσσα καυτή; Όχι, δεν έχετε… Τι με κοιτάζεις; Αλήθεια λέω-δεν είναι έτσι; Ναι, αυτό θέλεις να μου πεις, το βλέπω μέσα στο βλέμμα σου το γεμάτο κατάφαση και ευγένεια και τρυφερότητα και… ανθρωπιά θα έλεγα… Έχεις και συ βρει την ελευθερία σου καλή μου αρκουδίτσα; Έκανες και συ τη μεγάλη σου επανάσταση που για να την τολμήσεις θα πει πως έχεις γίνει πια ικανή γι αυτήν; Πέρασες κι εσύ μια ζωή γεμάτη θλίψη και μόνο θλίψη και όλο θλίψη; Ένιωσες στο πετσί σου την αδιαφορία; Πάλεψες να φανείς γενναία και να μη δώσεις σημασία σε όσα συμβαίνανε γύρω σου, ώσπου είδες πως αυτό ήτανε αδύνατο; Είπες: «ας μη γνοιαστώ για την αδικία που γίνεται στον φτωχό», μέχρι που η αδικία γίνηκε μαστίγιο που σε μαστίγωνε; Έδειξες διάθεση να φιλιώσεις μέσα σου τη μοίρα του ανθρώπου με την ελπίδα, ώσπου η ελπίδα σ’ έπνιξε μανιασμένη για την ασέβεια που της έδειξες δίνοντάς της αυτόν το ρόλο; Για χρόνια φούσκωνε μέσα σου το πάθος για μιαν αληθινή ζωή; Τότε καλή μου είσαι αδέρφι μου. Και πες μου, παντρεύτηκες κι εσύ; Σε ανέβασε και σένα η ζωή πάνω στη λαμαρίνα την καυτή για να σε μάθει να χορεύεις; Εγώ παντρεύτηκα. Εγώ είχα αποκτήσει φίλους. Ζούσα κι εγώ κάποτε στην κοινωνία. Ω! Μακριά! Μακριά! Μακριά ο ένας άνθρωπος από τον άλλο! Δυο απόμακρα αντικριστά βουνά είναι πιο κοντά από όσο δυο άνθρωποι κολλημένοι σφιχτά. Τ’ αστέρια με το φεγγάρι, ο ήλιος με τη γη, πιο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους από ό,τι ήμουν εγώ με τον άντρα μου. Α! οι άνθρωποι δε συναντιούνται πουθενά! Κι όταν καμιά φορά λένε: «κι εμένα μου αρέσει αυτό-να κάτι που έχουμε κοινό», και τότε ακόμα ψέματα λένε-αλλιώς έχει καθένας στο μυαλό του, αλλιώς αιστάνεται αυτό που τάχα βρήκε πως έχει κοινό με τον άλλο. Τι θλιβερό ν’ ακολουθεί ο ένας τον άλλονε μόνο επειδή έτσι πρέπει να το κάνει-επειδή είναι παντρεμένοι και έτυχε να πάνε κάπου μαζί! Τι θλιβερό να πρέπει να φύγουνε την ίδια ώρα από κάπου δυο άνθρωποι επειδή ο ένας έχει αυτοκίνητο και θέλει να φύγει στις εννέα, όταν ο άλλος θα ’θελε να μείνει εκεί μέχρι τις έντεκα! Τι θλιβερό να παίζει κάποιος με τα κλειδιά του και ο άλλος να ενοχλείται απ’ αυτό! Τι θλιβερό θα ’τανε να υποφέρουν ζώντας μαζί ο ουρανός με τη θάλασσα επειδή μόνο έχουν το ίδιο χρώμα… Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα δεις να τα κόψεις. Ελεύθερος ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο μπακάλης σε κλέβει, ο πλούσιος σε κλέβει, πας στο δικαστήριο οι νόμοι σε κλέβουν. Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις γιατί οι πλούσιοι τους σκότωσαν και οι δυνατοί. Κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας. Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι σε αφήνουν να μάθεις αυτοί που χτίσανε τα σχολεία. Κι αυτή είναι η δόξα της μεγαλειότητάς τους΄ ποιας μεγαλειότητάς τους; Η μικρότητα είναι η ουσία τους. Ξυπνάς το πρωί και πρέπει να πας να δουλέψεις. Για να βγάλεις λεφτά που θα στα πάρουν οι δυνατοί. Για να χύσεις ιδρώτα που μ’ αυτόν εκείνοι θα ευφραίνονται. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Τα υποταγμένα όντα ας μένουν μέσα σ’ αυτήν. Για κείνα είναι πλασμένη. Η κοινωνία ας βασανίζει αυτά, ας κουρελιάζει την ψυχή τους, ας ματώνει την καρδιά τους. Τα υποταγμένα όντα ευχαριστιούνται μ’ αυτό. Νιώθουν ότι αυτό είναι ο προορισμός τους πάνω στη γη, νιώθουν πως έτσι τα έχει φτιάξει ο καλός θεός και πως θα ’τανε αμαρτία να προσπαθήσουν ν’ αλλάξουν. Τα υποταγμένα όντα τόσο μυαλό έχουν, τόσο μόνο μπορούν να κρίνουν, τέτοια μάτια έχουν, τόσο μόνο κοντά μπορούνε να δουν. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Σεις τη φτιάξατε, για σας είναι. Εσείς όταν μένετε μέσα της νιώθετε δικαιωμένοι σαν υποταγμένα όντα. Κρατήστε την, σας ανήκει δικαιωματικά... Μείνετε ο ένας κοντά στον άλλο. Σφιχτείτε ο ένας κοντά στον άλλο, ώστε όταν έρθει η σωτηρία να μπορείτε να την πετροβολήσετε όλοι μαζί, χωρίς να της αφήσετε περιθώρια νίκης. Μα αν έπρεπε να είμαι ενωμένη μαζί σας ή με ό,τι άλλο, γιατί να γίνω μόνη κι ελεύθερη; Γιατί να ξεχωρίσω από το μεγάλο Ένα και να γίνω αυτοδύναμη και αυτάρκης; Μα κι έτσι δεν είμαι ενωμένη με όλα; Γιατί να ονομάσω ένωση τη δυστυχία; Αν ό,τι με έπλασε με ήθελε ενωμένη με κάτι άλλο γιατί δε θα με ένωνε μ’ αυτό; Δε θα ’τανε κουτό από μέρους του να με ξεχωρίσει από τ’ άλλα και να με στείλει εδώ για να ξαναενωθώ; Και τι παραπάνω ένωση; Η πέτρα δεν είναι ένα πράγμα; Έτσι δεν φαίνεται στα μάτια σας ω! υποταγμένα όντα; Και όμως τα μόρια της πέτρας πόσο μακριά βρίσκονται το ένα από το άλλο… Ζώντας, υπάρχοντας, δεν είμαι ενωμένη κιόλας με όλα; Κάτι κενό δεν μας περιέχει όλα-ίσως το κενό που έπαψε να είναι κενό από τη στιγμή που δέχτηκε τον κόσμο μέσα του; Γιατί λοιπόν να πρέπει να ενωθώ μαζί με άλλους-γιατί να πρέπει να φτιάξω άλλες μονάδες από τη μεγάλη ομάδα που μας περιέχει όλα, και μένα μαζί, και γιατί να μη ζήσω όπως θέλω, αφού τη συλλογικότητά μου κανένας τρόπος ζωής δεν πρόκειται να τη διαταράξει; Υπάρχω κι αυτό είναι όλο. Ζω κι αυτό είναι όλο. Ώσπου να πεθάνω έτσι. Γνώρισα και τη ζωή με άλλους. Γνώρισα και τη συζυγική ζωή. Γάμος! Τι ντροπή που νιώθω τώρα γι αυτήνε μου την απόφαση! Γάμος! Δυο άνθρωποι που πηγαίνουν μαζί σ’ ένα μέρος όπου καίνε κεριά, κάποιος μαυροντυμένος διαβάζει κάτι, και ύστερα από αυτό λέει, ανήκει ο ένας στον άλλο. Εγώ όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ με το φως ανοιχτό, ενώ ο άντρας που παντρεύτηκα δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δε διάβαζε πρώτα. Δυστυχία. Εγώ ξετρελαινόμουν για το κρεμμύδι, ο άντρας που παντρεύτηκα ούτε να το δει… πρέπει οι σύζυγοι να κάνουνε λέει αμοιβαίες υποχωρήσεις-δηλαδή να δυστυχούν και οι δύο. Τι φρίκη! Με τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ζήσει και θα ζήσει με κάποιον άλλο; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Πόσο σας λυπάμαι! Πόσο φτιαγμένα για την άφτερη ζωή είσαστε! Πόσο κάτω, κάτω, κάτω βρισκόσαστε… θεμέλιο της κοινωνίας είναι λέει ο γάμος-άξιο αλήθεια για ένα τέτοιο κτίριο τέτοιο θεμέλιο. Συνεταίροι: το μαχαίρι κρυμμένο για λίγο πίσω από την πλάτη του ενός ώσπου να βρει ευκαιρία να καρφωθεί στην πλάτη του άλλου. Αγάπη-το κοράκι που τρώει ό,τι έχει απομείνει από τα άλλα θηρία… τιμή, εμπιστοσύνη, ηθικότητα κι άλλα… κι άλλα… όλα βδελυρά φαντάσματα ενός βδελυρότερου νου. Συνάδελφοι στο ίδιο γραφείο; Ο κοντυλοφόρος γίνεται κάθε στιγμή κοντάρι έτοιμο να χωθεί στο στήθος του συνάδελφου. Και οι σύζυγοι ενωμένοι μόνο τις στιγμές που σαν γουρούνια κυλιούνται πάνω στο βρωμερό κρεβάτι τους. Και τότε ενωμένα τα κορμιά τους μόνο. Οι παραδόσεις τους, οι καταγωγές, οι φυλές, οι ρίζες τους, μάχη και την ώρα εκείνη δίνουν. Ο φόβος! Ο φόβος είναι που ενώνει τα υποταγμένα όντα. Και όχι ο φόβος για τα άγρια θηρία ή για τα στοιχεία της φύσης, αλλά ο φόβος του ενός υποταγμένου όντος για το άλλο. Ο φόβος που πρέπει να χωρίζει τα ανθρώπινα όντα το ένα από το άλλο, ο ίδιος φόβος είναι που, επειδή είναι τόσο ισχυρός, σπρώχνει τελικά τον ένα κοντά στον άλλο. Για να μπορεί να βλέπει καλά καλά ο ένας τα χέρια του άλλου άδεια από όπλα. Τόσος τόπος στη γη κι εκείνοι μαζεύονται σε λίγες πόλεις, κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, τρώνε ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ο ένας πάνω στον άλλο, γιατί; Από το φόβο. Και φτιάχνουν οι δυνατοί λέει νόμους, που τάχα προστατεύουν τους πολίτες. Νόμοι: η επίσημη σκλαβιά. Όταν κατάλαβα κι εγώ πως είμαι σκλάβα, κοίταξα γύρω μου και είδα δούλους κι αφεντικά. Αηδίασα. Αυτή είναι λοιπόν η ζωή; Μια δουλεία-με χειρότερη αυτή των αφεντικών; Άφησα την ίδια στιγμή την πόλη όπου ζούσα, παράτησα τα πάντα και ήρθα εδώ. Έχτισα ετούτο το καλύβι. Έχω κότες, βάζω χόρτα. Είμαι ανεξάρτητη από όλα. Στην αρχή μου έλειπαν πολλά από όσα είχα στο σπίτι μου στην πόλη. Υπόφερα. Μα η χαρά και η αγαλλίαση που ήμουν εγώ η μόνη που κανόνιζα πια τη ζωή μου, ξεπέρναγαν τις ταλαιπωρίες μου. Μου έλειψε η άνεση, μου έλειψε ο άντρας, μου έλειψε η επίδειξη, μα όμως τι αντάλλαγμα μεγάλο για την έλλειψη όλων αυτών η ανεξαρτησία! Πόσο απάνθρωπη ήμουν εκεί… πόσο κι εγώ ήμουν ένα υποταγμένο ον! Τώρα είμαι ελεύθερη και γι αυτό ευτυχισμένη. Ό,τι κάνω το κάνω για μένα. Είμαι αυτάρκης και γι αυτό αξιοπρεπής. Καμία εξάρτηση, καμία υποχρέωση, κανένα δικαίωμα άλλο, παρά το μεγάλο και μοναδικό δικαίωμα που μου δίνει το ότι γεννήθηκα. Όλα τα άλλα καθήκοντα και όλες οι άλλες υποχρεώσεις είναι πλαστές. Μόνη μου! Μόνη μου με τα φυτά, τα ζώα, τη συνείδησή μου, το χώμα, τον ουρανό.… Σ’ αρέσει εδώ βλέπω αρκουδίτσα μου. Τι ζητάς στην ποδιά μου όμως; Όχι, δεν έχω μέλι εκεί ούτε άλλο φαγώσιμο. Να, όλα τα έχω εδώ, σ’ αυτό το πανέρι. Απ’ αυτό παίρνω και σου δίνω, αλλά συ δεν καταδέχεσαι να πάρεις κάτι να φας. Καλά, θα τα πετάξω στα τσακάλια και στις νυφίτσες που έρχονται το βράδυ. Συ κάτσε και άκου με που μιλάω. Μιλάω και για σένα αφού εσύ δεν μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα. Άκου με. Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, κοινωνία, όλα βιαστές. Βιαστές της ελευθερίας του ανθρώπου. Βιαστές της μεγαλοσύνης του, της αξιοπρέπειάς του, της δύναμής του ακόμα. Κάνουν τη δύναμή του αδυναμία. Και ο άνθρωπος ζητάει, παρακαλεί, εκλιπαρεί αντί να παίρνει, αντί ν’ αρπάζει, αντί να κατέχει τέλεια και υπεύθυνα όλες τις συνιστώσες του. Πουλιά μου εσείς, άραγε είσαστε ελεύθερα εσείς που, τουλάχιστο, πετάτε-που όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί για σας; Μα όχι. Γιατί ζευγαρωμένα συχνά σας βλέπω ή σε κοπάδια. Όταν κοιτάζοντας ψηλά βλέπω να στρίβετε όλα μαζί, να φτερουγάτε αντάμα, να ταξιδεύετε σαν φυλακισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, πόσο πονώ… γιατί το συντρόφεμα αντιστρατεύεται την ελευθερία. Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Κακόμοιρα άμυαλα όντα! Ντροπή του ανθρώπου! Κάποτε πολεμούσα τους παπάδες, τους θεούς τους, τις θρησκείες τους. «Δεν πιστεύω», έλεγα και συνέχιζα κακολογώντας όλα αυτά σαν να με ενοχλούσαν. Τώρα όμως άλλαξε αυτό. Τώρα είμαι άπιστη χωρίς εμπάθεια για τους «πιστούς», τους παπάδες, τους θεούς. Τώρα αδιαφορώ γι αυτά. Θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες μπροστά σ’ ένα άγαλμα του Βούδα, ή να μεταλάβω αν αυτό θα ευχαριστούσε ένα βουδιστή ή ένα χριστιανό. Μόνο ντροπή νιώθω ακόμα που λέω πως είμαι άπιστη, ντροπή γιατί πρέπει να δηλώσω κάτι που είναι υποχρέωση του ανθρώπου, απόδειξη της ευφυίας του και αυτονόητο, όσο το πώς το μαχαίρι σκοτώνει. Ντροπή νιώθω και για ό,τι δω όταν ρίξω τριγύρω το βλέμμα μου. Στα σχολεία, στην αγορά, στους πολέμους, στη στάχτη, στις ψυχές των υποταγμένων όντων, σε ό,τι για τους άλλους κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο «ευτυχίας». Ντρέπομαι που έχω μυαλό και που μπορώ έτσι να νιώθω εκείνους που δεν έχουν. Κακόμοιρα όντα! Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Και πόσο φοβούνται τον θάνατο! Δεν θέλουν να πάψουν να υπάρχουν. Λες και θα μπορούσαν και να το ’θελαν ακόμα. Πόσες φορές έχουν πεθάνει ως τώρα στη ζωή τους και δεν το ξέρουν… τόσο πολύ αγάπησαν τον εαυτό τους τα υποταγμένα όντα; Τόσο το σχήμα του ανθρώπου μέσα στ’ άλλα τους έθελξε; Δεν βλέπουν το κάλλος του άνθους; Δε νιώθουν τη δόξα των λόφων; Δεν τους τυφλώνει η λαμπρότητα της πέτρας; Δεν ακούνε τη μελωδία του αέρα περνώντας από τη χαραμάδα του παράθυρου; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Δεν ήρθατε στον κόσμο-σας έφεραν. Δεν ζήσατε. Άλλοι για σας έκαναν, είπαν, γέλασαν. Και δεν θα φύγετε από τον κόσμο-θα σας διώξουν όποτε το θελήσουν οι δυνάστες σας. Καλή μου αρκουδίτσα μοναξιά και συ γυρεύεις; Τη βρήκες. Δεν είμαι άνθρωπος εγώ. Δεν είμαι τίποτα. Πες πως κιόλας έχω φύγει. Έτσι νιώθω. Πες πως κιόλας πέζεψα από το όχημα που οδηγεί από το Τίποτα στο Τίποτα. Ναι. Μόνο που πάω τώρα στο Τίποτα έχοντας κάνει πρώτα όλη την πορεία, έχοντας κλείσει τον κύκλο. Έχοντας βρεθεί στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησα, αλλά τώρα ξέροντας. Μα τι κάνεις αρκουδίτσα μου; Γιατί μου σηκώνεις το φουστάνι και βάζεις ανάμεσα στα σκέλια μου το χέρι σου; Ω! Μα δεν είσαι αρκουδίτσα. Είσαι αρκούδος. Και μάλιστα αρκούδος έτοιμος για το αρκουδίσιο σεξ σου. Μα τι θέλεις; Με μένα να ενωθείς; Πού πήγαν τόσες αρκούδες να πας μαζί τους; Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Μήπως δεν σε θέλουν; Τέτοιον όμορφο αρκούδο και να μη τον θέλουν δεν το πιστεύω. Ή μήπως κάνω λάθος και δεν είναι αυτό το σεξ σου και είναι κάτι άλλο που εγώ, από αρκουδίσια ανατομία μη γνωρίζοντας το περνάω για σεξ; Για να δω… ναι, το σεξ σου είναι. Τις ίδιες ερωτήσεις –ξέρω- θα μπορούσες να κάνεις και συ σε μένα. Και ίσως μου τις κάνεις με την αρκουδίσια γλώσσα σου. Μα εγώ στο είπα, δε θέλω να κάνω έρωτα με κανένα από τα υποταγμένα όντα. Γιατί δεν μου ταιριάζουνε. Γιατί δεν είναι γυμνοί όταν κάνουν έρωτα. Φοράνε τη βρωμιά τους όλη, φοράνε τη δειλία τους, φοράνε τη δουλοπρέπειά τους, φοράνε καλέ μου αρκούδε –φοράνε την υποταγή τους, έτσι που όταν τους αγκαλιάζεις, αγκαλιάζεις μαζί την ποταπότητα και τη χαμέρπειά που τους τυλίγει ολόκληρους με το γλοιώδες υγρό της-και πια τι μένει για τον έρωτα; Φοράνε ακόμα, φοράνε καλέ μου αρκούδε, φοράνε το ρολόι τους και κοιτάνε την ώρα και μετά τον έρωτα ντύνονται γρήγορα. Α! Πόσες φορές ήθελα να έχω για ερωτικό σύντροφο μια πέτρα, ένα βάτραχο, μια βαλανιδιά, ένα άχυρο… Ω! Τι υπέροχη επαφή θα ήταν αυτή με κάτι που δε σκέφτεται άλλο παρά τον έρωτα, με κάτι που δεν υποτάσσεται σε κανέναν, με κάτι αδέσμευτο από όποιαν άλλη υποχρέωση πλην από την άφεσή του σε ό,τι κάναμε την ώρα εκείνη μαζί… κι αν την ώρα της χαράς φυσούσε ένας αγέρας, το άχυρο θα έτρεμε, ο βάτραχος θα μισόκλεινε τα μάτια, η βαλανιδιά θα τραγουδούσε μισολιπόθυμα αξαίνοντας τον πόθο μας, η πέτρα θα ριγούσε (σκέψου, όλα δεν ταιριάζουν με τον έρωτα;) και το υποταγμένο ον τι θα έκανε; Θα μουρμούριζε «κρυώνω» και θα πήγαινε να φορέσει έξω από όσα μέχρι τότε φορούσε και κάποιο ρούχο. Σου λέω αλήθεια αρκούδε μου, ναι, αν ήξερα πως η πέτρα οργά για συνουσία, πως ο βάτραχος, το άχυρο, η βαλανιδιά ή ό,τι άλλο, με ποθούσαν, αμέσως θα δινόμουν στον ίλιγγο μαζί τους. Ό,τι οργά για συνουσία με βρίσκει πάντοτε έτοιμη. Θέλω να γεννήσω. Θέλω να δώσω. Θέλω να δοθώ. Θέλω να φτιάξω, να δημιουργήσω-μια δημιουργία δεν είναι όλα γύρω μας; Και πιο πολύ, δημιουργία δεν είναι όλα μέσα μας; Ένα άπλωμα, μια έκταση, μια πολλαπλότητα όλα… Τι κόσμους θα είχα ν’ απλώσω γύρω μου, ανοίγοντας μια κυψελίδα μόνο από τα πνευμόνια μου!..Θα φάνταζε μπροστά στους κόσμους αυτούς ο κόσμος που τώρα βλέπεις γύρω σου, σαν κόκκος άμμου στην έρημο μπροστά. Μα με ποιον; Και, αρκούδε μου, για ποιον; Για ποιον;.. Ναι, πια δεν έχω λάθος, ναι, το όργανό σου είναι αυτό που τρίβεις επάνω στο πόδι μου. Μα έπρεπε να το ’χω καταλάβει αμέσως όταν το είδα. Μάης είναι και το Μάη εσείς γιορτάζετε. Όπως οι κυρ-Μέντιοι. Μόνο που, ευτυχώς, δεν είναι ίδια μεγάλο με κείνων το όργανό σου. Αρκούδε μου πώς με κατάλαβες πως είμαι γυναίκα; Και ότι ταιριάζει η φύση η αρκουδίσια με τη δική μου; Ξέρω τι θέλεις να μου πεις- ότι ο έρωτας δε χωρίζει, ενώνει. Ναι, μα, αρκούδε μου, με μια γυναίκα; Μα και γιατί όχι; Αφού κι οι δύο θέλουμε γιατί όχι; Τι περισσότερο χρειάζεται απ’ αυτό; Και τώρα, με μας, εμείς είμαστε αυτοί που θέλουμε. Δεν είναι κάποιο υποταγμένο ον κάποιος από τους δυο μας, για να κάνει όχι ό,τι θέλει μα ό,τι του υπαγορεύουν οι δυνάστες του, που τόσο τους υπακούει τυφλά, ώστε να μην μπορεί ούτε να χαρεί το μοναδικό στη φύση ελεύθερο-τον έρωτα…  καλέ μου αρκούδε… θέλω και θέλεις… τι υπέροχο αίσθημα! Έλα!…