Δεν μπορώ να καταλάβω γιατι ο Τραμπ δεν θέλει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα το Ιράν.
Γιατί είναι «κακό» και μπορεί να τα χρησιμοποιήσει;
Οι Δυνάμεις που κατέχουν πυρηνικά όπλα (Αμερική, Ρωσία και λοιπές) δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν;
Αν όχι, τότε γιατί τα έχουν;
Και είναι «κακό» το Ιρακ γιατί κακό το βρίσκουν οι ΗΠΑ;
Μα και οι ΗΠΑ τότε είναι κακές, γιατί κακές τις βρίσκει το Ιράκ.
Ο απόλυτος παραλογισμός της πολιτισμένης, δημοκρατικής, φιλειρηνικής σφαίρας μας.
Κυριακή 7 Ιουνίου 2026
ΤΑ ΧΡΕΗ
Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια
παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα
και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας
κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες
ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες
χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και
πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο
πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε,
αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά
παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των
καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον
λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε
που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν
προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον
που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά
από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην
αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που
είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο
του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν
την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της
πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα
τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και
σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο
καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη
πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!"
Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και
ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά
τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το
κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά
τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ
λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που
παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν
παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν
το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την
προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι
χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια
του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και
επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη
δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της
νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To
σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της
μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού
εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές
σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε
υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα
τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα
γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει,
κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς; Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν
δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για
vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η
διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας
εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε
μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του
είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν
τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα
ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την
συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα
αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως
όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό
μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω
για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν
και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος
βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι
χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο
παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει
για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη.
Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε
τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του
αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα
ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για
όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει.
Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας
τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου
Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε
ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που
συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε
αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Μαρί
Ματίλντα (9 χρονών, κόρη της)
Κύριος Βενσάν (πατέρας της)
Κύριος Ρομπέρ (γείτονάς της)
(Όταν ανοίγει η αυλαία η Μαρί τακτοποιεί τα μαξιλάρια στο κρεβάτι του πατέρα της. Είναι μια γυναίκα σαράντα περίπου ετών. Αδύνατη, με πρόσωπο γνοιαστικό και που δείχνει ότι έχει περάσει δύσκολα χρόνια. Φοράει καθαρά ρούχα. Ο πατέρας της είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι ακίνητος και με μάτια κλειστά. Το πρόσωπό του είναι αδύνατο, είναι ωχρός και έχει ορό στο δεξί του χέρι. Δεν αντιδρά στις προσπάθειες μετακίνησης του σώματός του από την Μαρί. Στο κομοδίνο του κρεβατιού βλέπει κανείς φάρμακα και ένα ποτήρι νερό.)
Τελειώνοντας το συγύρισμα του κρεβατιού η Μαρί βλέπει αν πέφτει ο ορός. Κατόπιν κοιτάζει το ρολόι.
ΜΑΡΙ
(σιγά)
Το χάπι…
(Δυνατά προς την πόρτα)
Ματίλντα!
(Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η Ματίλντα, ένα κοριτσάκι ως εννέα χρόνων.)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
Ναι μαμά…
ΜΑΡΙ
Έλα να δώσουμε το χάπι του παππού.
(Η Μαρί παίρνει ένα χάπι και ανασηκώνει με δυσκολία τον άρρωστο ενώ η Ματίλντα κρατάει το κεφάλι του.)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
(στο αυτί του παππού της, δυνατά)
Παππού!
(Ο άρρωστος δεν αντιδρά. Η Μαρί ανοίγει το στόμα του αρρώστου και βάζει μέσα το χάπι και αμέσως μετά το ποτήρι που το γέρνει με προσοχή ώστε το νερό να μπει στο στόμα του. Η Μαρί ανοίγει και κοιτάζει στο στόμα του πατέρα της)
ΜΑΡΙ
Εντάξει.
(ξαπλώνουν τον παππού)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
Μαμά να πάρω καραμέλες;
ΜΑΡΙ
Αύριο μωρό μου. Σήμερα πλήρωσα τον μανάβη.
(Η Μαρί τακτοποιεί τον πατέρα της. Στην Ματίλντα που πηγαίνει προς την πόρτα)
Φέρε μου τα φασολάκια να τα καθαρίσω.
(Η Ματίλντα φέρνει τα φασολάκια)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
(Βγαίνοντας)
Πάω στην Έϊμυ.
ΜΑΡΙ
(δυνατά)
Να μην αργήσεις. Έχουμε δουλειές. Πρέπει να φέρουμε ξύλα.
(Η Ματίλντα βγαίνει. Η Μαρί αναστενάζει. Ρίχνει μια ματιά στο δωμάτιο, μένει ικανοποιημένη από την τάξη του, κάθεται και αρχίζει το καθάρισμα των φασολιών. Χτύποι στην πόρτα. Η Μαρί ανοίγει. Είναι ο Ρομπέρ)
ΡΟΜΠΕΡ
Καλημέρα κυρία Μαρί.
ΜΑΡΙ
Καλημέρα κύριε Ρομπέρ.
(Μικρή σιωπή)
Κύριε Ρομπέρ… άκουσα για τη μητέρα σας… είναι αλήθεια;
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κυρία Μαρί, αλήθεια είναι.
ΜΑΡΙ
Την καημένη… συλλυπητήρια κύριε Ρομπέρ. Ήτανε καλή γυναίκα…
(Μικρή σιωπή)
ΡΟΜΠΕΡ
Ευχαριστώ.
(διστακτικά)
Μπορώ να περάσω κυρία Μαρί;
ΜΑΡΙ
Περάστε κύριε Ρομπέρ.
(Ο Ρομπέρ μπαίνει και στέκει όρθιος. Η Μαρί περιμένει να μιλήσει ο Ρομπέρ, εκείνος στέκει σιωπηλός. Η Μαρί του δείχνει μία καρέκλα.)
Παρακαλώ καθίστε.
ΡΟΜΠΕΡ
(κάθεται)
Ευχαριστώ.
ΜΑΡΙ
…Θα θέλατε έναν καφέ;
ΡΟΜΠΕΡ
Όχι κυρία Μαρί, ευχαριστώ.
(διστακτικά)
Κυρία Μαρί…
ΜΑΡΙ
(με ενδιαφέρον και περιέργεια)
Ναι κύριε Ρομπέρ…
ΡΟΜΠΕΡ
…ο πατέρας σας πώς πάει;
ΜΑΡΙ
Είναι άσχημα.
(Ο Ρομπέρ δεν μιλά. Συμπονετικά)
Κύριε Ρομπέρ, είναι κανείς στο σπίτι σας; Μήπως θέλετε μια βοήθεια …
ΡΟΜΠΕΡ
Είναι η κυρα-Μαργώ και η κυρία Φέτια. Τα έχουν αναλάβει όλα.
(με ενδιαφέρον)
Τι λένε οι γιατροί;
ΜΑΡΙ
Δεν μας δίνουν ελπίδες. Τίποτα. Είναι έτσι δέκα πέντε μέρες τώρα.
ΡΟΜΠΕΡ
Κυρία Μαρί έρχομαι από το Γραφείο Κηδειών. Πήγα να τακτοποιήσω το ζήτημα της κηδείας. Δεν είχα ιδέα από αυτά τα πράγματα. Μου είπαν ότι για την κηδεία χρειάζονται χίλια πεντακόσια φράγκα.
ΜΑΡΙ
(έκπληκτη)
Χίλια πεντακόσια φράγκα!;
ΡΟΜΠΕΡ
Μάλιστα. Για την πιο απλή κηδεία. Ούτε λουλούδια ούτε ψάλτες. Και ξέρετε την οικονομική κατάστασή μου όπως την ξέρουν όλοι στη γειτονιά. Δεν έχω να δώσω χίλια πεντακόσια φράγκα. Για μένα το ποσό είναι εξωφρενικό.
ΜΑΡΙ
Ξέρω πολύ καλά κύριε Ρομπέρ. Το ίδιο θα ήταν για οποιονδήποτε στη γειτονιά-ζωή να έχουν όλοι…
ΡΟΜΠΕΡ
Τους παρακάλεσα. Τους εξήγησα ότι δεν μπορώ να βρω τόσα λεφτά. Λυπούνται, ξέρετε, όμως δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Με τα πολλά μου είπαν πως μόνη περίπτωση έκπτωσης που έχει δεσμευτεί να κάνει η εταιρία, είναι ότι με χίλια οχτακόσια φράγκα θα μπορούσαν να γίνουν δυο κηδείες μαζί την ίδια μέρα. Είναι προσφορά της εταιρείας, μου είπαν.
ΜΑΡΙ
Τρομερό. Εμπορεύονται ως και τον θάνατο.
ΡΟΜΠΕΡ
Δυστυχώς. Εκεί έχουμε φτάσει.
ΜΑΡΙ
Σας καταλαβαίνω κύριε Ρομπέρ. Και λυπάμαι πολύ. Ούτε εγώ δεν ήξερα ότι θα στοίχιζε τόσο πολύ.
(Κοιτάζει προς τον πατέρα της)
Και δεν σας κρύβω ότι με βάζετε σε σκέψεις για το τι θα αντιμετωπίσω κι εγώ όταν…
ΡΟΜΠΕΡ
Ούτε τα μισά από αυτά δεν μπορώ να διαθέσω. Θα δανειζόμουν, όμως ποιος δανείζει χρήματα όταν δεν είναι σίγουρος ότι θα τα πάρει πίσω… Μου είπαν ότι μπορώ ένα μέρος της πληρωμής να το ξεπληρώσω δουλεύοντας γι αυτούς στο νεκροταφείο. Και πάλι όμως μένει ένα σεβαστό ποσό μετρητά.
ΜΑΡΙ
Καταλαβαίνω. Όμως κύριε Ρομπέρ δεν μπορώ να σας βοηθήσω σε αυτό. Από τις μικροεξυπηρετήσεις που κάνω μόλις μπορώ και συντηρώ τον εαυτό μου και τη Ματίλντα.
ΡΟΜΠΕΡ
Όχι κυρία Μαρί, όχι, δεν ήρθα εδώ για να σας ζητήσω κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω εγώ την κατάστασή σας; Ήθελα μόνο να δω μήπως…
ΜΑΡΙ
Μήπως;
ΡΟΜΠΕΡ
(σηκώνεται)
Δεν έχει σημασία κυρία Μαρί. Και τώρα πρέπει να πηγαίνω να δω τι θα κάνω.
ΜΑΡΙ
Μην σηκώνεστε κύριε Ρομπέρ. Καθίστε παρακαλώ. Είμαστε για χρόνια γείτονες. Σας εκτιμώ και ποτέ δεν είχαμε στενοχωρήσει ο ένας τον άλλο. Πρώτη φορά έρχεστε στο σπίτι μου. Αυτό θα πει πως κάτι θέλετε να μου πείτε… να μου ζητήσετε ίσως… Μήπως χρειάζεστε μια γυναίκα να πλύνει τη νεκρή…τη μητέρα σας ήθελα να πω… ή να φτιάξω κάποιο κέικ της παρηγοριάς να μοιράσετε στους γείτονες;
ΡΟΜΠΕΡ
Ευχαριστώ κυρία Μαρί. Αυτό θα το κάνει η κυρία Φέτια.
ΜΑΡΙ
Μα πείτε μου, για τι πρόκειται;
(Ο Ρομπέρ κάθεται)
ΡΟΜΠΕΡ
Σκέφτηκα αυτά που μου είπαν στο Γραφείο Κηδειών…
(σκύβει προς την Μαρί. Σιγά)
…για τη διπλή κηδεία...
ΜΑΡΙ
Γιατί μιλάτε σιγά;
ΡΟΜΠΕΡ
(σιγά)
Δεν θα ήθελα να ακούει ο πατέρας σας.
ΜΑΡΙ
Δεν ακούει κύριε Ρομπέρ. Ούτε και καταλαβαίνει και αν ακόμα άκουγε. Δυο εβδομάδες τώρα έτσι είναι. Ούτε μιλάει ούτε αντιδρά.
ΡΟΜΠΕΡ
Να! Σκέφτηκα για την διπλή κηδεία που μου είπαν. Και σκέφτηκα… υπέθεσα.. να: έβαλα με το μυαλό μου μήπως και την ίδια μέρα που συγχωρέθηκε η μητέρα μου τα έφερε η ώρα να συγχωρεθεί και ο πατέρας σας. Γιατί ξέρω πως είναι πολύ βαριά και, συγχωρέστε με, μα όλοι στη γειτονιά λένε πως τον περιμένετε από μέρα σε μέρα…
ΜΑΡΙ
Και υποθέσατε ότι…
(σκέπτεται)
Ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να γίνουν και οι δύο εξόδιες ακολουθίες μαζί…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κυρία Μαρί, αυτό σκέφτηκα. Και αν και ντρέπομαι γι αυτό, όμως όταν έχει κανείς τέτοια προβλήματα, περνάνε από το μυαλό του όλα, και κοιτάζει όλες τις πιθανότητες…
ΜΑΡΙ
Κύριε Ρομπέρ δεν σας παρεξηγώ. Ύστερα το ίδιο πρόβλημα θα μπορούσα να έχω εγώ. Και τότε ίσως να ερχόμουν εγώ στο δικό σας σπίτι. Όμως, κι ας είναι η συζήτησή μας τόσο παράξενη, όχι, δεν συμβαίνει αυτό που υποθέσατε ότι ίσως να είχε συμβεί.
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Πρόκειται αλήθεια για μια παράξενη συζήτηση, όμως η ζωή πολλά παιχνίδια παίζει και μερικές φορές κάποιες ανάγκες βρίσκουν έτσι αναπάντεχα μιαν ανακούφιση, κάποιου είδους λύτρωση, ένα ξαλάφρωμα.
ΜΑΡΙ
Αλήθεια είναι αυτό.
ΡΟΜΠΕΡ
Τώρα που σας είπα γιατί ήρθα, θα έλεγα τώρα που εσείς καταλάβατε γιατί ήρθα, ένα βάρος έφυγε από πάνω μου. Έκανα ό,τι μπορούσα να σκεφτώ.
(σηκώνεται)
Χάρηκα που σας είδα κυρία Μαρί.
ΜΑΡΙ
Κι εγώ κύριε Ρομπέρ. Και πάλι συλλυπητήρια.
ΡΟΜΠΕΡ
Σας ευχαριστώ.
(πηγαίνει προς την πόρτα. Ξάφνω σταματά και γυρίζει προς τη Μαρί. Με θάρρος και με μια λάμψη στα μάτια του)
Κυρία Μαρί, μου ήρθε μια ιδέα. Που θα μπορούσε να βοηθήσει και εμένα αλλά και σας.
ΜΑΡΙ
Με ποιον τρόπο;
ΡΟΜΠΕΡ
Να! Αν είχε πεθάνει σήμερα και ο πατέρας σας…
ΜΑΡΙ
Πράγματι, μα δεν είναι έτσι τα πράγματα.
ΡΟΜΠΕΡ
Κυρία Μαρί…
ΜΑΡΙ
Ναι κύριε Ρομπέρ!
ΡΟΜΠΕΡ
(Σιγά, σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Τίποτα κυρία Μαρί… τίποτα…
(προχωρεί προς την εξώπορτα. Κοντοστέκεται. Ξάφνω γυρίζει προς την Μαρί)
Κυρία Μαρί, τι γνώμη έχετε για την ευθανασία;
ΜΑΡΙ
Να σας πω. Δεν νομίζω ότι είναι…
(ξαφνικά καταλαβαίνει, σωπαίνει και κοιτάζει έκπληκτη τον Ρομπέρ)
Κύριε Ρομπέρ δεν πιστεύω να υπαινίσσεστε… να εννοείτε…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι, ομολογώ αυτό μόλις τώρα πέρασε από το μυαλό μου.
ΜΑΡΙ
Δεν το πιστεύω κύριε Ρομπέρ. Τι τόλμη!
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Πέρασε από το μυαλό μου όταν σκέφτηκα πως η μητέρα μου θα σαπίσει άταφη και αδιάβαστη μαζί με ένα σωρό άλλα πτώματα και πως ούτε τα οστά της δεν θα μπορώ να έβρω στο οστεοφυλάκιο.
ΜΑΡΙ
Και σκεφτήκατε…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Το σκέφτηκα. Και αν δεν σας το έλεγα θα κάκιζα αργότερα τον εαυτό μου.
ΜΑΡΙ
Τι να πω…
ΡΟΜΠΕΡ
Αλήθεια τι να πείτε. Τίποτα. Ήταν μια σκέψη της στιγμής. Έχω διαβάσει όμως πολλά για την ευθανασία. Μερικά κράτη την έχουν υιοθετήσει. Την επιτρέπουν. Η ιδέα ξεκίνησε από έναν φιλόσοφο που είπε ότι η ευθανασία είναι καθήκον για έναν γιατρό όταν έχει να κάνει με μια ανίατη αρρώστια. Ακόμα συζητείται το θέμα. Οι υποστηρικτές του λένε πως πρέπει να είναι η απόληξη του οίκτου για κάποιον που υποφέρει ή που είναι αδύνατον να γίνει καλά. Τι τα θέλετε, οι ζωντανοί ζουν από το θάνατο των άλλων. Από μιαν άποψη θα έλεγε κανείς ότι τα μυαλό μου πήγε σε κάτι ανήθικο και φοβερό. Από την άλλη όμως θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο πατέρας σας δεν καταλαβαίνει καν ότι ζει, όπως σεις μου είπατε πριν λίγο. Και ποιος ξέρει αν καταλαβαίνει και πονάει χωρίς να μπορεί να το δείξει. Εγώ τουλάχιστον στη θέση του θα το προτιμούσα για τον εαυτό μου και αν μπορούσα να μιλήσω θα το έλεγα στους γύρω μου.
ΜΑΡΙ
Ξέρετε, αυτό μου το έλεγε ο πατέρας μου όταν έπεσε για τα καλά στο κρεβάτι. Όταν μιλούσε ακόμα. Μου το ζήτησε μπορώ να πω. Όμως είναι φρικτό. Κι εγώ κύριε Ρομπέρ αν φτάσω σε αυτή την κατάσταση θα ήθελα το ίδιο. Μα άλλο να λέγεται κάτι και άλλο να γίνεται. Και καλά όταν πρόκειται για μας-έχουμε το δικαίωμα να επιλέξουμε εμείς. Όταν πρόκειται για κάποιον άλλο όμως…Στη σκέψη το φέρνει κανείς αλλά στην πράξη…
ΡΟΜΠΕΡ
Κι εγώ θα σκεφτόμουν πολύ πριν κάνω κάτι τέτοιο σε κάποιον. Μια μέρα θα είναι ρουτίνα αυτό για αρρώστους που υποφέρουν ή για κατάκοιτους που δεν περιμένουν-εννοώ που είναι βέβαιο από την ιατρική επιστήμη ότι δεν πρόκειται να καλυτερέψουν. Για περιπτώσεις όπως ο πατέρας σας ας πούμε, που δεν πρόκειται να καλυτερέψει αλλά να χειροτερέψει-αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό.
ΜΑΡΙ
Τον αγαπούσα και πάντοτε θα τον αγαπώ. Όμως τι θα αγαπώ; Όχι αυτή την εικόνα που έχω μπροστά μου, παρά τον πατέρα μου τον καλό, τον τρυφερό, τον γεμάτο φροντίδα για μένα και για την μητέρα μου όσο αυτή ζούσε. Αυτό τον πατέρα ναι, θα τον θυμάμαι πάντα. Μα ο πατέρας μου δεν είναι και αυτός που τώρα βλέπω μπροστά μου; Επειδή αρρώστησε και είναι στα τελευταία του έπαψε να είναι πατέρας μου; Πώς θα έκανα κάτι τέτοιο σε κείνον που αγαπώ;..
ΡΟΜΠΕΡ
Έχετε δίκιο. Αν αγαπάμε κάποιον που δεν μπορεί να καταλάβει την αγάπη μας τότε τι αγάπη είναι αυτή; Από την άλλη όμως…
(σιγά, σαν αναπολώντας)
Ήταν καλός ο πατέρας σας. Και η μητέρα μου τον αγαπούσε. Όπως κι αυτός εκείνην. Είμαι σίγουρος πως αν είχαν συναντηθεί κάτω από άλλες συνθήκες, άλλη θα ήταν η μεταξύ τους σχέση. Και νομίζω θα ήσαν ευχαριστημένοι και οι δύο αν ταξίδευαν μαζί προς τον ουρανό.
ΜΑΡΙ
Κύριε Ρομπέρ ίσως έτσι να είναι. Μα πάλι όχι-δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κάτι που μόνον ο θεός έχει το δικαίωμα να κάνει όποτε αυτός κρίνει.
ΡΟΜΠΕΡ
Κανένας δεν θα το σκεφτόταν αυτό αν δεν υπήρχε η ανάγκη. Φυσικά και η απόφαση είναι δική σας. Βέβαια αν γινόταν θα ήσασταν ελεύθερη και σεις να βρείτε μια δουλειά και να μεγαλώσετε με κάποια άνεση την Ματίλντα. Ως για να το μάθαινε κανείς, κανείς ποτέ δεν θα το μάθαινε πέρα από εμάς τους δύο. Σας τα λέω αυτά όχι για να σας πείσω. Ύστερα θα ήταν ευκαιρία να θαφτεί σίγουρα και ο πατέρας σας και η μητέρα μου, αφού δεν θα χρειάζονταν να βρούμε τα υπερβολικά χρήματα που τώρα ζητάνε γι αυτό. Και θα είχε καθένας τους έναν τάφο και έναν σταυρό με πάνω του γραμμένο το όνομά του.
(σιγά)
Μια σκέψη μου ήτανε αυτή κυρία Μαρί. Σέβομαι τη θέση σας και θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω πως κι εγώ θα σκεφτόμουν πολύ πριν… Σας παρακαλώ συγχωρέστε με και θεωρείστε ότι δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο. Καλή σας μέρα κυρία Μαρί.
(Στρέφει και βαδίζει προς την πόρτα. Αδύναμη και σιγανή φωνή από τον πατέρα-και έτσι ως το τέλος)
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Μαρί…
(Η Μαρί κοιτάζει ξαφνιασμένη προς το κρεβάτι, ύστερα γυρίζει προς τον Ρομπέρ , που στρέφει και αυτός προς την Μαρί όταν ακούει την φωνή του κυρίου Βενσάν)
ΜΑΡΙ
(στον Ρομπέρ)
Ακούσατε κι εσείς κάτι;..
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Μαρί… κόρη μου…
(Η Μαρί πλησιάζει τον πατέρα της. Εκείνος με μεγάλη προσπάθεια στρέφει ελαφρά το κεφάλι του προς αυτήν. Τα μάτια του μισανοίγουν. Η Μαρί πιάνει το χέρι του)
Έρχομαι από εκεί…
ΜΑΡΙ
Πατέρα μιλάς!.
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Έρχομαι από εκεί… Κάνε αυτό που σου λέει!
ΜΑΡΙ
(συγκινημένη, στον Ρομπέρ που στο μεταξύ έχει πλησιάσει)
Μιλάει!
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Μαρί άκουσέ με-κάνε αυτό που σου ζητάει ο Ρομπέρ…
ΜΑΡΙ
Πατέρα τι λες;
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Μαρί άκουσέ με. Είμαι ο πατέρας σου. Κάνε αυτό που σου είπε ο Ρομπέρ.
ΜΑΡΙ
Πατέρα, άκουγες λοιπόν;
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Δεν άκουγα… άκουγα… μακριά… δεν άκουγα… άκουγα…
ΡΟΜΠΕΡ
(πλησιάζοντας προς το κρεβάτι)
Κύριε Βενσάν δεν ήξερα… δεν ήθελα να πω… συγχωρείστε με..
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Ρομπέρ μη ζητάς συγνώμη.
(στη Μαρί)
Μαρί, δεν έχω πολλή δύναμη. Άκουσέ με. Μη διστάσεις Μαρί. Βγάλε μου τον ορό. Και σκότωσέ με. Κάνε το Μαρί… Ήμουν εκεί… Ξέρω…
ΜΑΡΙ
Πού ήσασταν πατέρα; Και τι είναι αυτά που λέτε; Να σας βγάλω τον ορό;
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Ναι Μαρί. Ναι παιδί μου. Σκότωσέ με.
ΜΑΡΙ
Ησύχασε πατέρα. Μη σκέφτεσαι τέτοια. Κανείς δεν πρόκειται να το κάνει αυτό..
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
(κοιτάζοντας προς τον Ρομπέρ)
Ρομπέρ!..
(Η Μαρί κάνει χώρο για τον Ρομπέρ μένοντας δίπλα του )
Άκουσέ με εσύ Ρομπέρ. Έρχομαι από εκεί. Πιστεψέ με. Τα ξέρω όλα.
ΡΟΜΠΕΡ
Τι θέλετε να πείτε κύριε Βενσάν-τι ξέρετες; Μιλήστε μου! Πείτε μου…
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Ρομπέρ, δυο εβδομάδες τώρα είμαι εκεί.
ΡΟΜΠΕΡ
Πού εκεί κύριε Βενσάν;
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Εκεί. Εκεί που ήμουν πάντα και θα είμαι πάντα. Ξέρω την αλήθεια. Μου δόθηκε η χάρη να γυρίσω. Η κουβέντα σας μου έδωσε τη δύναμη να γυρίσω… και να μιλήσω… Η Μαρί δεν με καταλαβαίνει. Είναι συγκινημένη. Γι αυτό το λέω σε σένα Ρομπέρ. Καταλάβέ με εσύ. Πείσε την να κάνει αυτό που της είπες. Σκοτώστε με Ρομπέρ. Πιστέψτε αυτά που σας λέω. Μην βασανίζεστε άσκοπα... Σκοτώστε με Ρομπέρ. Βγείτε από τη δύσκολη θέση που είσαστε και συ και η Μαρί…
ΡΟΜΠΕΡ
Μιλήσατε για κάπου που πήγατε… που είσαστε… Μιλήσατε για κάποια αλήθεια...
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
Ναι. Μίλησα. Όλα είναι ένα Ψέμα. Δεν υπάρχεις Ρομπέρ. Ούτε εσύ ούτε η Μαρί ούτε εγώ. Και καμιά τιμωρία δεν σας περιμένει… και καμιά επιβράβευση… Μια ιδέα, ένα φάντασμα, μια εικασία είναι η ανθρώπινη μορφή σας. Είτε αγαπήσετε είτε μισήσετε λόγια μόνον είναι. Ούτε αγαπήσατε ούτε μισήσατε. Κανέναν. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει. Συμπύκνωση πόνου είσαστε κύριε Ρομπέρ. Τίποτε άλλο . Είστε ο Πόνος του Σύμπαντος. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει για την Ασυδοσία της Ύλης… Γι αυτό ήρθα… Για να σου πω: σκοτωσέ με Ρομπέρ. Ελάττωσε έστω λίγο τον πόνο σας-τον πόνο που τώρα σας έχει βρει. Πείσε την να μην ενδιαφέρεται για τίποτε Ρομπέρ. Πείσε και τον εαυτό σου για το ίδιο. Δεν υπάρχετε Ρομπέρ. Μία συμπύκνωση πόνων είστε. Λυτρωθείτε από αυτούς όσο περισσότερο και όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Σας βοηθώ όσο μπορώ λέγοντάς σας: σκοτώστε με.
ΡΟΜΠΕΡ
Είπατε ότι έχετε έρθει από κάπου. Από πού κύριε Βενσάν;
ΚΥΡΙΟΣ ΒΕΝΣΑΝ
(με όλο πιο αδύναμη φωνή)
Από το Τίποτα. Από την Ανυπαρξία. Από το Μηδέν. Από το Άδειο. Λιγοστέψτε τον πόνο σας Ρομπέρ-σκοτωσέ με. Και... άκουσέ με Ρομπέρ... ακουσέ με... ούτε ο...
(Γέρνει το κεφάλι)
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κύριε Βενσάν!..
( Ο κύριος Βενσάν κάνει μια προσπάθεια να στρέψει το κεφάλι του προς τον Ρομπέρ... Ο Ρομπέρ σκύβει και φέρνει το αυτί του κοντά στο στόμα του κυρίου Βενσάν. Ο κύριος Βενσάν προσπαθεί να πει κάτι, δεν έχει την δύναμη γι αυτό, και καμιά φωνή δεν βγαίνει από τα τρεμάμενα χείλη του. Τέλος τα μάτια κλείνουν και το κεφάλι του γέρνει άψυχο στο μαξιλάρι)
ΑΥΛΑΙΑ
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026
Ο ΒΙΑΣΜΟΣ
Τόπος: περίχωρα της Αθήνας και μετά ο Παράδεισος
Χρόνος: Χριστούγεννα 2004 και μετά η εποχή των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας.
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ, ΑΓΑΘΗ, ΘΕΙΟΣ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ, ΦΙΔΙ, ΘΕΟΣ (η φωνή του)
(Δωμάτιο αγροτικού σπιτιού με μεγάλο κήπο γύρω, στην ερημιά. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο Άγγελος τελειώνει το δέσιμο του δεξιού χεριού της Αγάθης, που το αριστερό της είναι κιόλας δεμένο στα πάνω κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια της στα κάτω. Η Αγάθη φωνάζει, βρίζει και φτύνει τον Άγγελο, ενώ με αδύναμη μανία και σα λυσσασμένη προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της.)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(ήρεμα)
Μη με φτύνεις. Σε λίγο θα μου δώσεις όσο σάλιο θέλεις κι όχι στο πρόσωπο αλλά κατευθείαν μέσα στο στόμα μου.
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα! Αλήτη! Βρωμιάρη! Θα σε...(αγωνίζεται να σηκωθεί)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι..."θα με"...τι «θα με»;
ΑΓΑΘΗ
Αλήτη!..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τον άλλο εγώ είμαι
αυτός. Και ξέρεις τι "θα σε" εγώ!
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
(Με όλη της τη δύναμη)
Βοήθειαααα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Λίγο πιο δυνατά...
ΑΓΑΘΗ
Βοήθειααα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Στάσου.
(ανοίγει την πόρτα)
Για ν' ακούγεσαι καλλίτερα. Έλα, πάμε μαζί. Με το
ένα, με το δύο, με το τρία- Βο... γιατί δε φωνάζεις;
ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα, σύνελθε. Σε χιλιόμετρα μακριά δεν υπάρχει ψυχή. Στο ξανάπα. Δε θέλεις να το πιστέψεις. Επιτέλους πείστηκες;
ΑΓΑΘΗ
Βρωμερέ παλιάνθρωπε! Τέρας! (τον φτύνει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σκουπίζεται με ένα χαρτομάντηλο. Την πλησιάζει δείχνοντάς της το πρόσωπό του)
Έχω αλλού;
(Η Αγάθη τον ξαναφτύνει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Κράτα και λίγο σάλιο μέσα σου. Θα αφυδατωθείς.
ΑΓΑΘΗ
(με σιγανή και όλο μίσος φωνή, παραδομένα)
Κάθαρμα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι μπράβο. Μη χάνεις άσκοπα δυνάμεις. Με έβρισες, με είπες κάθαρμα, αλήτη, παλιάνθρωπο, τι άλλο να μου πεις-δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Κι αν βρεις κάτι πες το σιγά να μην κουράζεσαι. Είσαι και ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση...
ΑΓΑΘΗ
(σιγά)
Σαδιστή!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, είναι κι αυτό. Σωστό.
(μικρή σιωπή)
Λοιπόν σταμάτησαν οι φωνές και οι βρισιές; Σταμάτησαν φαίνεται... Έλα, θα συνεργαστείς; (την πλησιάζει)
ΑΓΑΘΗ
Εσύ είσαι άρρωστος! Είσαι πειραγμένος στο μυαλό. Να συνεργαστώ… Βρε κάθαρμα ποια γυναίκα συνεργάζεται στο βιασμό της; Εμπρός! Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Κι αν γλυτώσεις από τα δόντια μου να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Μα μετά τι θα κάνεις; Θα με αφήσεις έτσι δεμένη; Δε θα με λύσεις; Τότε είναι που δε θα ζήσεις ούτε στιγμή. Ή θα με σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πολλά ερωτήματα μαζεμένα! Αλλά πρώτος στη
σειρά είναι ο έρωτας.
ΑΓΑΘΗ
Έρωτας! Πάψε αλήτη να βιάζεις και τις λέξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς θέλεις να το λέω; Βιασμό; Βιασμό! Πρώτα σειρά έχει ο βιασμός λοιπόν. Και για το βιασμό πρέπει πρώτα να φροντίσω. Μπορώ να σε κάνω ακίνδυνη να με βλάψεις κλείνοντάς σου το στόμα με μια πετσέτα ή με ένα λευκοπλάστ. Μα δε θα 'ναι όμορφα έτσι. Να μην μπορείς να λες τις λέξεις που λέει μια γυναίκα πάνω στον έρωτα...
ΑΓΑΘΗ
Σαδιστής! Ναι! Σαδιστής! Σαδιστής είσαι. Θέλεις να με βασανίζεις. Και θέλεις να βασανίζεις και τη λογική μου. Βρωμιάρη! Τελείωνε κάθαρμα κι άσε τα λόγια..."λέξεις που λέει η γυναίκα πάνω στον έρωτα"... Ελεεινέ! Θεέ μου σε ποια θέση μ' έχεις φέρει-να παρακαλάω ένα κτήνος να με βιάσει...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν ήθελα να σε βιάσω όπως όπως θα το είχα κάνει όταν ακόμα ήσουνα ναρκωμένη. Ή θα το 'κανα τώρα κρατώντας ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι. Μα πρέπει να το θέλεις κι εσύ.
ΑΓΑΘΗ
Να θέλω το βιασμό μου ανισόρροπε άνθρωπε; Τι μου
λέει Θεέ μου... Με νάρκωσες, με κουβάλησες εδώ, μ'
έδεσες, και θέλεις από πάνω να θέλω να με βιάσεις...Τέρας! Όχι τέρας, ούτε τα τέρατα δεν κάνουν τέτοιες πράξεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Και επειδή δεν είμαι τέρας γι αυτό θέλω να θελήσεις
κι εσύ να γίνεις δική μου.
ΑΓΑΘΗ
"Να γίνεις δική μου"! Τι λες, δε μου κάνεις τώρα και ερωτική εξομολόγηση; Δέσε με και πιο σφιχτά ακόμα και έτοιμη θα είμαι πια για μιαν ερωτική εξομολόγηση. Μόνο τα λουλούδια σου λείπουνε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δε μου λείπουνε. Έχω μέσα.
(βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και φέρνει μιαν ωραία ανθοδέσμη που τη δείχνει στην Αγάθη)
Να 'τα!
ΑΓΑΘΗ
Ω! Θεέ μου! Πού έμπλεξα!
(Ο Αγγελος πηγαίνει πάλι μέσα τα λουλούδια και ξανάρχεται)
Και θέλεις βρωμερέ να βλέπεις μια γυναίκα έτσι πεσμένη και δεμένη με ανοιχτά τα πόδια; Λύσε μου τα πόδια να τα μαζέψω ή σκέπασέ με τουλάχιστον.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έχεις δίκιο.
(τη σκεπάζει με μια κουβέρτα)
ΑΓΑΘΗ
Ποιος είσαι βρωμιάρη; Πού με βρήκες; Πώς με διάλεξες; Γιατί εμένα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άγγελο με λένε.
ΑΓΑΘΗ
Μμμμ! Τι όνομα! Όνομα και πράμα! Και γιατί εμένα;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Γιατί μου αρέσεις κι επειδή ήτανε εύκολο για μένα να σε ναρκώσω καθώς γύριζες μόνη σου από τη δουλειά μέσα από το πάρκο. Εντάξει; Άλλη ερώτηση;
ΑΓΑΘΗ
Τι έχεις σκοπό να κάνεις-έτσι θα είμαστε ως πότε; Μήπως είμαι όμηρος και πρόκειται να ζητήσεις λύτρα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ώστε για τέτοιον παλιάνθρωπο με θεωρείς; Μοιάζω
για τέτοιος;
ΑΓΑΘΗ
Δηλαδή ο βιασμός δεν είναι παλιανθρωπιά; Τι θ' ακούσω ακόμα από σένα...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα δε σε βίασα.-.Αλήθεια πώς σε λένε;
ΑΓΑΘΗ
Έχει σημασία αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μιας και συζητάμε να ξέρουμε τα ονόματά μας είναι
καλλίτερα. Ύστερα εγώ σου συστήθηκα.
ΑΓΑΘΗ
(καταλαβαίνοντας πως άδικα βρίζει και αντιμιλάει)
Καλά καλά, Αγάθη με λένε...
ΑΓΓΕΛΟΣ (γελάει)
Αγάθη;..
ΑΓΑΘΗ
Είναι για γέλια το όνομά μου;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με συγχωρείς… μα για σκέψου: Άγγελος και Αγάθη
μπλεγμένοι σε μια τέτοια δουλειά...
ΑΓΑΘΗ
Εσύ έκανες βρωμιές. Τo γέλιο ταιριάζει για το δικό
σου όνομα μόνο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, πάλι δίκιο έχεις. Αγάθη, αν σου λύσω τα πόδια θα
νιώθεις πιο άνετα;
ΑΓΑΘΗ
Θέλει και ρώτημα;
(Ο Άγγελος πλησιάζει και της λύνει τα πόδια. Η Αγάθη μένει ήρεμη ενώ ο Άγγελος τήνε λύνει. Κατόπιν τραβιέται στην πάνω μεριά του κρεβατιού)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εντάξει;
ΑΓΑΘΗ
Εντάξει θα είναι όταν θα είμαι στο σπίτι μου χωρίς σκοινιά στα χέρια και χωρίς να θυμάμαι αν γινόταν, αυτόν τον εφιάλτη. Θα 'σουνα εντάξει εσύ δεμένος πάνω σ' ένα κρεβάτι μακριά από το σπίτι σου;.. Πού είμαστε;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από την Αθήνα, στο χτήμα ενός θείου μου που έχει πάει ένα ταξίδι στη Γερμανία.
ΑΓΑΘΗ
Ωραία. Τώρα… ησύχασα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με ρώτησες, σου είπα.
ΑΓΑΘΗ
Σωστά, τώρα εσύ έχεις δίκιο.
(κοιτάζει από το παράθυρο)
Και όλος αυτός ο κήπος -του θείου σου είναι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Πληρώνει και του τον περιποιούνται.
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Και τώρα τι κάνουμε... κύριε Άγγελε;.. Καθόμαστε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και μιλάμε όμορφα και ωραία σαν δυο φίλοι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι καλλίτερο από αυτό, αν ήτανε πράγματι έτσι...
ΑΓΑΘΗ
(δυνατά)
Έχω φίλους που κάθομαι και συζητάω μαζί τους! Και
όχι δεμένη. Δεν περίμενα όμως και να με αρπάξεις
εσύ, να κάθομαι εδώ δεμένη και να με κοροϊδεύεις κι
από πάνω πως θα γίνουμε φίλοι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εγώ δεν είπα ότι θα γίνουμε φίλοι. Είπα αν. Εσύ το είπες το "θα".
(Η Αγάθη ηρεμεί. Κοιτάζει τον Άγγελο παρατηρώντας τον καλά)
Γιατί με κοιτάς;
ΑΓΑΘΗ
Μιας και καθόμαστε έτσι προσπαθώ να καταλάβω. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Τόσες γυναίκες γύρω μας… Δεν έχεις φιλενάδα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(κοφτά)
Όχι.
ΑΓΑΘΗ
Γιατί;.. Θέλω να πω θα μπορούσες να έχεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να μη σ' ενδιαφέρει.
ΑΓΑΘΗ
Νομίζω πολλές γυναίκες θα σε ήθελαν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(επιθετικά)
Λοιπόν και τι έγινε μ' αυτό; Θα χτυπήσω την πόρτα
του σπιτιού τους και θα τους πω: θέλετε να κάνουμε
έρωτα;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. αλλά...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν αρκεί να είσαι ανεκτός σωματικά. Τo ξέρεις
πολύ καλά. Πρέπει να έχεις τον τρόπο να πλησιάζεις τις γυναίκες. Ξέρεις εσύ καλλίτερα από μένα σε ποιους δίνουν οι γυναίκες σημασία και σε ποιους όχι. Οι γυναίκες θέλουν τον δυναμικό άντρα, τον όχι υποχωρητικό, θέλουν το μαχητή. Όχι έναν ήσυχο και ντροπαλόν άντρα όσο άντρας κι αν είναι αυτός.
ΑΓΑΘΗ
Ντροπαλός και ήσυχος εσύ που έκανες αυτό που έκανες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αυτό είναι εύκολο. Θέλει απόφαση, δύναμη μυική και λίγες ιατρικές γνώσεις. Όλα αυτά τα ξέρω και τα μπορώ. Μα πώς θα ζητήσω από μια γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί μου;
ΑΓΑΘΗ
Άγγελε, σοβαρά μιλάς; Στην εποχή της κατάκτησης του φεγγαριού και στην εποχή των κομπιούτερς δεν μπορείς να γνωρίσεις μια κοπέλα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με τα μάγουλά του να κοκκινίζουν, δυνατά)
Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα.
ΑΓΑΘΗ
(τον κοιτάζει χαμογελώντας)
Για να σε δω καλλίτερα... Γιατί να μη σε ρωτάω; Τόσα έκανες συ σε μένα, εγώ ούτε μιαν ερώτηση δεν μπορώ να σου κάνω; Λοιπόν δεν μπορείς να γνωρίσεις μια γυναίκα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σταμάτα τις ερωτήσεις σου είπα!
(δυνατά και επιθετικά)
Όχι δεν μπορώ! Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(απειλητικά)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;
ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)
Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!
ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)
Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Τράβα.
ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.
ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου φύση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. Τo δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;
ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.
ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δε θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη συνέρχεται)
Λιποθύμησες.
ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;
ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη)
Μήλο;
ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω... δηλαδή… δε θέλεις έναν καφέ;..
ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε καφέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!
ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά... όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. Τo πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.
ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι που ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.
ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι, παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα) Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;
ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)
ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.
ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;
ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.
ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;
ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)
ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι...τι;..
ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους λείπουνε.
(χαμογελάει)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη, παραζωντάνεψες...
ΑΓΑΘΗ
Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ γιατί εσύ το έχεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(μισό με ντροπή, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;
ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου;
ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Μου δίνει ζωή. Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τη πάλι η αράχνη.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;
ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.
ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δεν συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...
ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δε θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δε θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες.
ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τελείωσα.
ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
Μπράβο! Ωραία! Ένας που δε φοβάται να πεθάνει!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.
ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι είδους προσφορά; Έναν ωραίο τάφο ίσως;
ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;
ΑΓΑΘΗ
Ακριβώς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει και πέφτει στον υπόνομο.
ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και μαζί και η τελευταία. Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με βιάσεις.
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ εκείνο που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα. Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-ξέρεις να διαλέγεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;
ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.
ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόση δύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.
ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.
ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς απ' αυτήνε και να τη δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται. Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Έλα να σπείρεις το σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! Τo Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καημένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.
ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δε με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δε θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε. Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δε σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν μόνον σιγανά βογγητά ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό... εκεί... ναι... κι αυτά... εκεί... ναι...
ω! το στόμα μου... το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί... ναι... έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου... το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα... ναι... και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι... έτσι... ναι...
ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ
Άγγελε! Άγγελε πού είσαι;
ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται απότομα)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δε σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...
ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.
ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα. Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;
ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.
ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.
(ΤΈΛΟΣ ΣΚΗΝΉΣ ΠΡΏΤΗΣ)
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Ο Άγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από μια μεγάλη μηλιά. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά ακριβώς πάνω από τον Άγγελο και την Αγάθη χωρίς αυτοί όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)
ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω χρόνους τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει... δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί… υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους.... α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε.
(Ξυπνάνε ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)
ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)
ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!.. Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)
Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άνθρωπος που μας κυνηγούσε πάλι;..
ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει… Ο άνθρωπος που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι, άντρες τάχα, όμως δε φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα... που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα… Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα... Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι πολλά κομμάτια και έχει διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο Αδάμ που μας χτυπάει;..
ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου… τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός… μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον ρωτήσουμε;..
ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δε με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω... θέλω... όπως στα 'λεγα στο όνειρο. Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα… πώς τον έλεγα αλήθεια;.. ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή που με καίει η έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ! αυτό αλλά δε θυμάμαι τη λέξη...
ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήαεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες… να "ντοχτήσεις"… όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι... να αυχονήσω;
ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι... Πλησιάζεις... Εσύ το λες, βρέστο...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω.
ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Ποΰ τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...
ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.
ΑΓΑΘΗ
Ίσως.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.
ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω μου, καμιά φορά…
ΑΓΑΘΗ
Ναι...
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...
ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.
ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν εζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε: μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά.
ΑΓΑΘΗ
Λες;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. Τo θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία. Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.
ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα. Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες τώρα.
(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
Nα την η ευκαιρία! Ήρθε! Χρόνια την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κι αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στο θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω στη σκηνή και προσποιείται ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Προσποιείται τον αγανακτισμένον)
Να πάρει και να σηκώσει... Πρωί πρωί... Όλο το ίδιο και το ίδιο να μου ζητάει… Την βαρέθηκα!
(Φτάνοντας στον Αδάμκαι στην Εύα κάνει ότι μόλις τώρα τους είδε)
Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;
ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.
ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.
ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο Θεός ωραίο είναι.
ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις το Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.
ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μη το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.
ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δε μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταϊσεις μήλο;
ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.
ΑΓΑΘΗ
Όμως Φίδι σε άκουσα κατι να μουρμουρίζεις όταν ερχόσουν. Με ποιον τα 'χεις;
ΦΙΔΙ
Α! Ναι, μπράβο που το πρόσεξες. Να σας ρωτήσω κάτι…
ΑΓΑΘΗ
Ναι! Τι;
ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο στη μέση;
ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς φίδι;
ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. Τo περιστέρι με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.
ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;
ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Aν βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.
ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το Φίδι;
ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μ' αρέσει να μαθαίνω νέα. Πες μας Φίδι, σε
παρακαλώ!
ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Η περιστέρα δε θέλει να πετάξει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα και της άρεσε αυτό. Και άρεσε και στον περίστερο όταν του το είπε, γιατί αυτό του έλειπε για να καλοπερνάει πετώντας με παρέα. Όταν ξυπνήσανε όμως, η περιστέρα δεν ήθελε πάλι να πετάξει. Άλλο το όνειρο και άλλο η ζωή, του λέει.
Και τώρα ο περίστερος μου λέει πως αν βρει το μανιτάρι εκείνο και της δώσει να το φάει, θα της αρέσει και στο ξύπνιο της να πετάει. Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σωστά…
ΦΙΔΙ
Έτσι είπα κι εγώ μέσα μου. Και τότε αυτός μου είπε την ιστορία που άκουσε για το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
( Η Αγάθη σταματάει το φαγητό και παρακολουθεί με προσοχή τα λεγόμενα του Φιδιού)
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα το περιστέρι δε θα ησυχάσει αν
δε βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να το πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε μ' άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
είπε, κι άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.
ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.
ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.
ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι;
ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δε σου λέει τίποτα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το Φίδι και ο Περίστερος δεν ξέρουνε τι λένε.
ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;
ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δε θέλω;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα.
ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δε δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που σιχαίνομαι τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω Άγγελε;..
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;
ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.
ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όσων θεών.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Τ' άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;
ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δε μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.
ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας, να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε το θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε το Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε; Πού θα πάμε;..
ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω. Μόνον ο Θεός ξέρει.
ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί τον έρωτα-το ωραιότερο πράγμα στον
κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνουμε Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε τον έρωτα; Να υπάρχουμε για
να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!
ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.
ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, φοβάμαι.
ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε ένα δικό μας κόσμο που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα χρυσά της φτερά. Κι ο κόσμος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Τώρα όμως ξέρουμε πώς πρέπει να τον φτιάξουμε. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να φτιάξουμε άλλους Αδάμ και Εύες που να μην έχουνε μερίδιο στην ευτυχία που μόνο ο έρωτας φέρνει. Να μη φτιάξουμε άλλους Άγγελους και άλλες Αγάθες που θα υποφέρουν. Μα να είναι ελεύθερος ο έρωτας σαν ένα λεύτερο ποτάμι που θα μπορεί να ποτίζεται απ' αυτό όποιος και όποια θέλει.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάμε.
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(στέκει δίπλα από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;
ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω να βγάζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου.
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.
ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.
ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου 'δωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;
ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.
ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου)
ΑΥΛΑΙΑ
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026
Η ΣΦΑΙΡΑ
(ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ)
Τοπος: επαρχιακή πόλη της Αγγλίας.
Χρόνος: 1948
Πρόσωπα: Ντέιβ Μπάρινγκτον
Αμέλια (σύζυγός του)
Κρις (γιος τους)
Νικ Πρεστον-φίλος της οικογένειας
Έλβις (ο θεληματάρης του χωριού)
Γιατρός-φίλος του κυρίου Μπάρινγκτον
Νοσοκόμα
Φωνή νοσοκόμων στο τηλέφωνο.
Η σκηνή στο σπίτι των Μπάρινγκτον
ΑΜΕΛΙΑ (ΑΜΕ)
(Καθισμένη στην αναπηρική της πολυθρόνα, χαρούμενα)
Ο γιος μας μπαμπάς!
(στον Ντέιβ)
Θυμάμαι εσένα όταν γεννήθηκε ο Κρις-πετούσες από τη χαρά σου.
ΝΤΕΙΒ (ΝΤΕ)
Ήταν ο ίδιος μήνας. Τριάντα χρόνια πριν…
ΝΙΚ
Αλήθεια, ήτανε χαζομπαμπάς ο Ντέιβ;
ΑΜΕ
Δεν μπορώ να το πω. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως τώρα δεν είναι. Έχει αφήσει το γιο μας μόνον του στην κλινική.
(στον Ντέιβ)
Ίσως προλάβεις να είσαι εκεί πριν τη γέννα. Δε θα πάθω τίποτα μόνη καλέ μου. Ύστερα είναι και ο Νικ εδώ.
ΝΤΕ
Αγάπη μου δεν μπορώ να σε αφήσω μόνη. Ύστερα ο Κρις έχει παρέα. Αμφιβάλλεις ότι όλο το σόι της Κλάρας είναι εκεί;
Όμως να, θα πάρω πάλι τηλέφωνο να ρωτήσω πού βρίσκεται ο εγγονός ή η εγγονή σου-ήρθε ή ακόμα;
ΑΜΕ
Δεν είπαν πως θα μας πάρουν αμέσως αυτοί;
ΝΤΕ
Μέσα στη χαρά τους δεν ξέρεις…
ΝΙΚ
Αν δεν ήρθε ακόμα, εγγονή θα είναι-θα βάφεται!
ΝΤΕ
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Εμπρός! Είμαι ο Ντέιβ Μπάρινγκτον
ΦΩΝΗ ΝΟΣΟΚΟΜΑΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ (ΦΩΝ. ΝΟΣ.)
Ο κύριος Μπάρινγκτον-ο φίλος του γιατρού μας;
ΝΤΕ
Μάλιστα. Μήπως ξέρετε, ο τοκετός άρχισε; Ή είχαμε κιόλας το ευτυχές γεγονός;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Ο
γιατρός είναι μέσα στην αίθουσα των τοκετών κύριε Μπάρινγκτον. Απ’ ό,τι
ξέρω από στιγμή σε στιγμή θα υπάρξει το ευτυχές γεγονός κύριε
Μπάρινγκτον. Ο γιατρός μού είπε αν πάρετε να σας πω ότι θα σας
ενημερώσει αμέσως όταν τεκλειώσει ο τοκετός κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
Ευχαριστώ πολύ.
(κλείνει το τηλέφωνο. Στην Αμέλια)
Όπου να ’ναι έρχεται! Ο γιατρός είναι στην αίθουσα των τοκετών. Θα μας τηλεφωνήσει ο ίδιος όταν τελειώσει.
ΑΜΕ
Να είναι γερό παιδί και ας είναι είτε αγόρι είτε κορίτσι.
ΝΙΚ
Στο σόι σου Ντέηβ όλο αγόρια γεννιούνται. ΔεΝ θα παρασπονδήσει ο Κρις.
ΝΤΕ
(στην Αμέλια)
Αγάπη μου να σου ρίξω τη μπέρτα σου; Κάνει ψύχρα εδώ μέσα.
ΑΜΕ
Νομίζω πως τη χρειάζομαι. Και το ποτήρι του Νικ άδειασε.
( Ο Ντέιβ ρίχνει τη μπέρτα στην πλάτη της Αμέλιας)
Ευχαριστώ
ΝΤΕ
(βάζοντας ποτό στο ποτήρι του Νικ)
Καλό δεν είναι;
ΝΙΚ
Και βέβαια είναι. Αυτό έλειπε να μην άνοιγες καλό πιοτό τέτοια μέρα.
ΝΤΕ
Απόψε
πράγματι αξίζει και να πιούμε ένα καλό ποτό και να πιούμε κάπως
παραπάνω. Ένας άνθρωπος ακόμα στο σπίτι… ένα νέο μέλος στην οικογένεια…
(Διστακτικοί χτύποι στην πόρτα. Ο Ντέιβ ανοίγει. Στην πόρτα στέκει ο Έλβις)
ΕΛΒΙΣ (ΕΛΒ)
(Υποταχτικά)
Αφεντικό είδα φως στο παράθυρο σας, κρύο κάνει, ξύλα δεν έχετε πάρει ακόμα, να σας κουβαλήσω μια ζαλιά γι απόψε;
(στην Αμέλια και στο Νικ)
Καλησπέρα σας…
ΑΜΕ
Γεια σου Έλβις. Αλήθεια κάνει κρύο έξω-ναι;
ΕΛΒ
Πολύ κυρία Μπάρινγκτον. Γι αυτό είπα στο αφεντικό…
(χτυπάει το τηλέφωνο)
ΝΤΕ
Συγνώμην Έλβις.
(στο τηλέφωνο)
Εμπρός!
ΦΩΝΗ. ΝΟΣΟΚΟΜΑΣ.
Ο κύριος Μπάρινγκτον;
ΝΤΕ
Ο ίδιος. Είστε η δεσποινίς-σε σας τηλεφώνησα πριν λίγο;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
Λοιπόν, έχουμε νέα;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα κύριε Μπάρινγκτον. Ο γιατρός μου είπε να σας πάρω. Έρχεται να σας μιλήσει ο ίδιος κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
(σκεπάζει το ακουστικό με το χέρι του)
Τελείωσε. Έρχεται στο τηλέφωνο ο γιατρός…
ΓΙΑΤΡΟΣ (ΓΙΑ)
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Ντέιβ…
ΝΤΕ
Ναι Ντέιβ… Εντάξει;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο-διστακτική)
Τελείωσε…
ΝΤΕ
Όλα καλά;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Ναι Ντέηβ…Έρχομαι από κει…
ΝΤΕ
Αγόρι ή κορίτσι γιατρέ;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο. Βιαστικά)
Έρχομαι Ντέιβ…
ΝΤΕ
Η Κλάρα είναι καλά;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Υπέροχα. Έρχομαι.
(Ήχος κλεισίματος του τηλεφώνου)
ΝΤΕ
(κατεβάζει το ακουστικό)
Όλα καλά λέει, η Κλάρα είναι υπέροχα…
ΑΜΕ
(με αδημονία)
Αγόρι ή κορίτσι Ντέιβ;
ΝΤΕ
(σιγά)
Δεν είπε.
ΑΜΕ
Μα τον ρώτησες δυο φορές-τι απάντησε;
ΝΤΕ
Τίποτα. Έρχεται λέει από δω..
ΝΙΚ
Ντέιβ, δε σου είπε αν είναι αγόρι ή κορίτσι;
ΝΤΕ
(εκνευρισμένος)
Δεν μου είπε…
ΑΜΕ
Δε θα άκουσες καλέ μου.
(στον Νικ)
Νικ πάρε σε παρακαλώ την κλινική. Να το νούμερο! Ζήτησε τον Κρις.
(Ο Νικ σχηματίζει τον αριθμό)
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα.
ΝΙΚ
Τηλεφωνώ εκ μέρους του κυρίου Ντέιβ Μπάρινγκτον. Σας τηλεφώνησε ο ίδιος πριν λίγο…
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Η Τζέην είναι με το γιατρό. Εγώ ανέλαβα μόλις τώρα. Πέστε μου σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω παρακαλώ.
ΝΙΚ
Μπορώ να μιλήσω στον κύριο Κρις Μπάρινγκτον; Η σύζυγός του γέννησε πριν λίγο…
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μια στιγμή παρακαλώ… Ο κύριος Κρις Μπάρινγκτον πηγαίνει με το γιατρό στο σπίτι του πατέρα του, μου λένε.
ΝΙΚ
Μπορούμε
να μάθουμε από κάποιον τι διάβολο-ζητώ συγνώμη, θα είχατε την καλοσύνη
να με πληροφορήσετε ποιο είναι το φύλο του παιδιού που γέννησε η κυρία
Κλάρα Μπάρινγκτον;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Δεν είμαι ενήμερη. Δώστε μου δυο
λεπτά παρακαλώ. Θα μάθω και θα σας πάρω αμέσως. Από το σπίτι του κυρίου
Μπάρινγκτον τηλεφωνείτε;
ΝΙΚ
Ναι, ευχαριστώ.
(κλείνει το τηλέφωνο. Στην Αμέλια)
Τα ζώα! Κάποια χαζή έχει αναλάβει. Η Τζέην είναι λέει με το γιατρό. Όμως το σίγουρο είναι ότι ο γιατρός έρχεται εδώ με τον Κρις.
ΑΜΕ
Είναι εξωφρενικό! Να μην μπορούμε να μάθουμε τι παιδί έκανε ο γιος μας!
(κοιτάζει
προς τον Έλβις που ακόμα στέκει μπρος στην εξώπορτα. Στον Ντέιβ,
δείχνοντάς του με μια κίνηση του κεφαλιού τον Έλβις) Ντέιβ!... κάνε
κάτι…
ΝΤΕ
(στον Έλβις)
Με συγχωρείς Έλβις. Έλα μέσα, ακόμα
εκεί στέκεις καημενούλη μου; Όπως άκουσες έχουμε γεννητούρια απόψε. Μέρα
γιορτής για την οικογένεια. Πέρασε και κάτσε να πάρεις ένα ποτό μαζί
μας και να μας ευχηθείς.
ΕΛΒ
(διστακτικά)
Δεν ξέρω αφεντικό… εγώ να πιω ποτό στο σπίτι σας…
ΝΤΕ
Έλα Έλβις, σήμερα είπαμε, είναι μέρα γιορταστική.
(ο
Έλβις μπαίνει, ο Ντέηβ κλείνει την πόρτα και κερνάει ένα ποτό τον
Έλβις. Ο Έλβις το παίρνει, φέρνει το ποτήρι ως τα χείλη του χωρίς να
πιει. Ο Ντέιβ του δείχνει μια καρέκλα)
Κάθισε Έλβις.
(Ο Έλβις κάθεται στην άκρη της. Στην Αμέλια)
Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί έρχεται από δω ο ίδιος ο γιατρός.
ΝΙΚ
Φίλος σου παιδικός είναι, έρχεται να σε συγχαρεί και από κοντά. Τι το παράξενο;
(στον Έλβις)
Καλά δε λέω Έλβις;
ΕΛΒ
Εμένα δε μου πέφτει λόγος αφεντικό, όμως μπορεί και να είναι έτσι.
ΝΙΚ
Πώς πάνε οι δουλειές σου Έλβις;
ΕΛΒ
Πού
δουλειές αφεντικό…τίποτα. Αν θελήσετε όμως να σας κόψω πάλι τα χόρτα
του κήπου σας να μου το πείτε. Και δε θέλω λεφτά από σας αφεντικό, που
δείχνετε τόσο ενδιαφέρον για τις δουλειές μου και για μένα…
ΑΜΕ
Έλβις, αν πεινάς έχω μέσα φασολάκια έτοιμα.
ΕΛΒ
Όχι, ευχαριστώ κυρία Μπάρινγκτον, εμένα μου αρέσει να κάθομαι εδώ και να σας βλέπω όλους σας…
(σιωπή)
ΑΜΕ
(σκεπτική και ανήσυχη)
Ας είναι καλά η Κλάρα και είτε αγόρι είτε κορίτσι δεν με νοιάζει. Μόνο που ο Κρις ήθελε αγόρι…
ΝΤΕ
Θα δούμε αγάπη μου.
ΝΙΚ
(στον Ντέιβ)
Όταν
έρθει να ρωτήσεις το γιατρό και για έναν καλό ωτορινιλαρυγγολόγο να πας
να σε δει. Και στη δεύτερη γέννα της Κλάρας θ’ ακούσεις το γιατρό όταν
σου πει το φύλο του παιδιού.
ΝΤΕ
(νευριασμένος)
Νικ, σου είπα, δεν μου είπε!
(ακούγεται θόρυβος αυτοκινήτου)
ΑΜΕ
Ήρθαν!
ΝΤΕ
(ανοίγει την πόρτα)
Αυτοί είναι!
(στο γιατρό που πλησιάζει)
Έλα γιατρέ!
(μπαίνουν ο γιατρός και πίσω του ο Κρις αμίλητος)
ΓΙΑ
Γεια σας.
ΝΤΕ
Καλώς τους. Κρις, αγόρι;.. Γιατρέ…
ΚΡΙΣ
Ο γιατρός θα σας πει.
ΝΤΕ
Τι συμβαίνει Έρνι; Τι φέρσιμο είναι αυτό και από τους δυο σας; Μιλήστε!
ΓΙΑ
Ντέιβ, κυρία Μπάρινγκτον, συμβαίνει κάτι παράξενο πράγματι, γι αυτό και ήρθα ο ίδιος εδώ να σας το ανακοινώσω.
ΝΤΕ
Η Κλάρα είναι καλά;
ΚΡΙ
Καλά είναι πατέρα.
ΑΜΕ
Το παιδί…τι συμβαίνει γιατρέ;
ΓΙΑ
(στην Αμέλια)
Κυρία Μπάρινγκτον…
(προς όλους)
Πολλές φορές οι γιατροί βλέπουμε παράξενα, αφύσικα πράγματα στη δουλειά μας. Όμως στην περίπτωση της Κλάρας… τι να πω…
ΑΜΕ
(φέρνοντας τις παλάμες στο στόμα)
Θεέ μου! Ένα τέρας;..
ΝΤΕ
Προχώρα γιατρέ!
ΓΙΑ
Ντέιβ, η Κλάρα γέννησε, όμως δε γέννησε παιδί…
ΑΜΕ
Δε γέννησε παιδί;..
ΝΤΕ
Δε γέννησε παιδί;..
ΓΙΑ
Η Κλάρα Ντέιβ γέννησε…γέννησε…μία σφαίρα!
ΑΜΕ
(στον εαυτό της)
Μία σφαίρα;
ΝΤΕ
(τονίζοντας τις συλλαβές)
Μία σφαίρα;..
ΝΙΚ
(στο γιατρό)
Τι παραμύθια είναι αυτά γιατρέ; Τι θα πει η Κλάρα γέννησε μία σφαίρα;
ΚΡΙ
Σωστά τα λέει ο γιατρός κύριε Νικ, η Κλάρα έκανε μία σφαίρα. Μια ολοστρόγγυλη σφαίρα.
ΑΜΕ
Θεέ μου! Δεν αισθάνομαι καλά.
ΝΤΕ
(παίρνει από ένα μπουκαλάκι ένα χάπι και το δίνει στην Αμέλια)
Πιες και το δεύτερο χάπι σου αγάπη μου.
(Η Αμέλια το παίρνει)
Να ξαπλώσεις. Να σε πάω μέσα;
ΑΜΕ
(κάνει προσπάθεια να συνέλθει)
Όχι, θα μείνω.
(πίνει το χάπι. Στον γιατρό)
Γιατρέ, πείτε πάλι αυτό που μόλις είπατε.
ΓΙΑ
Είπα κυρία Μπάρινγκτον, ότι η νύφη σας γέννησε… όπως σας το είπα: μια σφαίρα.
ΝΤΕ
Μια σφαίρα-τι εννοείς γιατρέ;
ΓΙΑ
Αυτό
ακριβώς που άκουσες Ντέιβ. Μια σφαίρα χρώματος σταχτί, σύστασης
μαλθακής, που καλύπτεται από έναν, δερμάτινο θα έλεγα, υμένα.
ΝΙΚ
Δηλαδή γιατρέ εννοείτε…
ΓΙΑ
Δεν εννοώ άλλο από αυτό που είπα κύριε Πρέστον-μια σφαίρα. Ολοστρόγγυλη όπως όλες οι σφαίρες.
ΑΜΕ
(στον Κρις, ερωτηματικά)
Κρις…
ΚΡΙΣ
Κι εγώ δεν το πίστευα μητέρα ώσπου μου το-μου την έδειξαν...
ΑΜΕ
Θεέ μου!
ΝΤΕ
Αυτό είναι τελείως γελοίο.
ΝΙΚ
Ακατανόητο.
(σιωπή)
ΝΤΕ
Και πού είναι τώρα αυτό το… αυτή η σφαίρα;
ΓΙΑ
Στο αυτοκίνητο, με μια νοσοκόμα να την προσέχει. Αν το θέλετε μπορείτε να τη δείτε. Ήθελα να σας προετοιμάσω πρώτα.
ΝΙΚ
Μπορούμε να πάμε εγώ κι εσείς μέχρι το αυτοκίνητο γιατρέ;
ΓΙΑ
Βεβαίως, κάποτε έπρεπε να γίνει αυτό.
(βγαίνουν ο γιατρός με τον Νικ)
ΚΡΙΣ
Έτσι όπως σας το λέει είναι μητέρα. Δεν ξέρω τι να πω.
ΝΤΕ
Είπες το είδες;
ΚΡΙ
Ναι πατέρα.
ΝΤΕ
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια κακόγουστη φάρσα, για ένα άσχημο αστείο. Μια σφαίρα λοιπόν.
ΚΡΙ
Μια σφαίρα.
ΑΜΕ
(σιγά, στον εαυτό της)
Θεέ μου…
(στον Κρις)
Η Κλάρα το ξέρει;
ΚΡΙ
Όχι, της είπαν πως δεν μπορεί να δει το παιδί ακόμα.
(μπαίνουν ο γιατρός με τον Νικ)
ΝΙΚ
(στέκει ορθός κοιτάζοντας για λίγο αμίλητος τους γύρω. Κατόπιν)
Πράγματι. Μία σφαίρα.
ΝΤΕ
Πώς… πώς είναι;
ΝΙΚ
Όπως όλες οι σφαίρες. Στρογγυλή. Και μεγάλη σχεδόν όσο μια μπάλα ποδοσφαίρου..
(στο γιατρό)
Φέρτο μέσα γιατρέ να το δουν.
ΓΙΑ
Νομίζετε πως θα πρέπει να είναι εδώ όλοι; Μήπως η κυρία Μπάρινγκτον θα έπρεπε ν’ αποσυρθεί πρώτα;
ΑΜΕ
Ευχαριστώ γιατρέ. είμαι καλλίτερα. Εξάλλου θέλω να το δω κι εγώ. Παρακαλώ φέρτε το.
(Ο
γιατρός ανοίγει την πόρτα και κάνει νόημα στη νοσοκόμα να φέρει μέσα τη
σφαίρα. Μέσα σε γενική σιγή η νοσοκόμα μπαίνει βιαστικά και αδημονώντας
αφήνει στο πάτωμα την σφαίρα, πάνω σε ένα άσπρο πανί που απλώνει ο
γιατρός. Κατόπιν στέκει παράμερα, φανερά ανακουφισμένη. Όλοι κοιτάζουν
από μακριά τη σφαίρα. Ο Ντέιβ πλησιάζει, σκύβει και ακουμπάει πάνω της
το δάχτυλό του. Σηκώνεται αναστατωμένος)
ΝΤΕ
Κύριοι νομίζω πως είμαστε όλοι θύματα μιας ομαδικής παράκρουσης. Πως ζούμε μια παραίσθηση-ένα κακό όνειρο.
ΓΙΑ
Εγώ
έχω ξεπεράσει αυτό το στάδιο Ντέιβ. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια σφαίρα
την οποία γέννησε η νύφη σας. Και το ερώτημα, αφού πρώτα χωνέψουμε ότι
αυτό είναι αληθινό, είναι τι θα κάνουμε μ’ αυτήν. Το ξέρει μόνον η Λίζα
(δείχνει τη νοσοκόμα) από όλους στο νοσοκομείο.
Το θέμα είναι δικό σας.
ΚΡΙΣ
…και ο πατέρας της Κλάρας.
ΝΙΚ
(στον Ντέιβ)
Το θέμα είναι νομικό. Αυτό το πράγμα βγήκε από την κοιλιά της Κλάρας, άραγε είναι παιδί της-παιδί σας.
ΑΜΕ
Μη λες ανοησίες Νικ-είναι παιδί αυτό;
ΝΙΚ
(αγγίζει τη σφαίρα από παντού)
Ένα κρύο σαν πλαστικό δέρμα πράγμα. Αν είχε μαύρα και άσπρα τετράγωνα θα την έλεγα μπάλα ποδοσφαίρου.
ΓΙΑ
Αν προσέξετε θα δείτε μια μικρή τρυπούλα πάνω της. Είναι το σημείο στο οποίο ενώνονταν με τον πλακούντα.
ΝΤΕ
Ένας πραγματικός τοκετός δηλαδή.
ΑΜΕ
Γιατρέ,
υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για κάποιο ανθρώπινο πλάσμα, που για
κάποιο λόγο πήρε τη μορφή αυτή; Σας έχει τύχει ποτέ κάτι παρόμοιο;
ΓΙΑ
Έχω δει παιδιά χωρίς πόδια, χέρια, έχω δει και έχετε ακούσει για παιδιά σιαμαία, έχω δει τερατογενέσεις, ετούτο όμως ποτέ.
ΝΙΚ
Με
λίγη φαντασία μπορεί κανείς να πει ότι αυτή η σφαίρα δημιουργήθηκε από
ένα έμβρυο που δεν είχε χέρια και πόδια και που όλα τα άλλα μέρη του
πιέστηκαν από κάποια δύναμη ώσπου να πάρουν τέλος τη μορφή αυτή. Και ας
μην ξεχνάμε ότι το σφαιρικό είναι το τέλειο σχήμα. Είμαστε τέλειοι εμείς
με όλα αυτά τα παρακλάδια που πετάμε πάνω, κάτω, δεξιά αριστερά;
ΑΜΕ
Νικ δεν είναι ώρα για φιλοσοφίες…
ΝΙΚ
Τι να πω Αμέλια;..
(Σιωπή)
ΝΤΕ
Γιατρέ, είναι δυνατόν μέσα σ’ αυτή τη σφαίρα να υπάρχουν τα όργανα που έχουν και οι άλλοι άνθρωποι;
ΓΙΑ
Τα
όργανα και να υπήρχαν, θα έπρεπε να ήσαν σε μια λειτουργική σχέση
μεταξύ τους. Τώρα πώς αυτό το σώμα θα τρέφονταν, ας πούμε, πώς θα
ανάπνεε, πώς θα μετακινούνταν;
ΚΡΙ
Τι θα κάνουμε πατέρα; Τι θα έκανες στη θέση μου;
ΝΤΕ
Γιατρέ, η απάντηση είναι δική σας. Πάρτε αυτό το πράγμα από εδώ και κάντε το ό,τι θέλετε.
(στον Κρις)
Φυσικά και δεν πρόκειται να κρατήσεις αυτό το αντικείμενο παιδί μου.
ΑΜΕ
Τι θα πούμε στον κόσμο;
ΝΙΚ
Το παιδί πέθανε στη γέννα, να τι θα πείτε. Και το φύλο του, κορίτσι-έχει που έχει και μιαν εσοχή…
ΝΤΕ
(επιτιμητικά στον Νικ)
Νικ!
ΝΙΚ
Καλά…καλά… Μα τι άλλο μπορείτε να πείτε εκτός από αυτό;
ΚΡΙ
Έτσι όλα βρίσκουν μια λύση. Τι λέτε γιατρέ;
ΓΙΑ
Θα
συνεννοηθώ πρώτα με το διευθυντή της κλινικής και θα σας πω ύστερα.
Πριν δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα. Βλέπετε υπάρχει και το επιστημονικό
ενδιαφέρον για ένα τέτοιο θέμα. Πρόκειται για σπάνιο-τι λέω σπάνιο, για
ένα μοναδικό στα διεθνή ιατρικά χρονικά περιστατικό.
ΚΡΙ
Σαν πατέρας που είμαι, έχετε την άδειά μου προκαταβολικά να κάνετε ό,τι θέλετε μ’ αυτό γιατρέ. Αρκεί να το πάρετε από δω.
ΝΤΕ
Τι λες Αμέλια;
ΑΜΕ
Ό,τι
είπε ο Κρις είναι καλά ειπωμένο. Και τώρα καλέ μου θα μπορούσες να με
πας στο δωμάτιό μου; Νιώθω πολύ κουρασμένη με όλα αυτά απόψε. Και ξέρω
πως θα κάνετε το καλλίτερο.
ΓΙΑ
Μπορεί η Λίζα να αντικαταστήσει τον Ντέιβ σ’ αυτή τη μικρή δουλειά απόψε και να σας συνοδέψει αυτή στο δωμάτιό σας κυρία.
ΝΤΕ
Αν δεν έχει αντίρρηση…
ΝΟΣ
Με μεγάλη μου ευχαρίστηση κυρία Μπάρινγκτον.
(πηγαίνει προς την κυρία Μπάρινγκτον)
ΑΜΕ
(στη νοσοκόμα)
Ευχαριστώ παιδί μου.
(βγαίνοντας)
Με συγχωρείτε κύριοι.
(βγαίνουν Αμέλια και νοσοκόμα)
ΕΛΒ
Εμένα μού αρέσει αυτό το πράμα.
(όλοι γυρίζουν και κοιτάζουν τον Έλβις, ενώ η σφαίρα την ίδια στιγμή παίρνει ένα έντονο ροζ χρώμα).
ΝΤΕ
Τι είπες Έλβις; Σε είχα ξεχάσει καημενούλη μου εκεί μακριά που κάθεσαι.
ΕΛΒ
Είπα αφεντικό και να με συμπαθάτε, πως αυτό το πράμα μού αρέσει.
ΝΙΚ
Ωραία, βρέθηκε γαμπρός για το παιδί σου Κρις.
ΝΤΕ
Έλβις, μπορώ να σου ζητήσω να μην πεις τίποτε σε κανέναν για ό,τι είδες και άκουσες εδώ μέσα απόψε;
ΕΛΒ
Τίποτα αφεντικό. Σε κανέναν.
ΝΤΕ
Ευχαριστώ Έλβις.
ΝΙΚ
Τι εννοείς Έλβις όταν λες ότι σου αρέσει αυτό το πράγμα;
ΕΛΒ
Να, λέω αφεντικό μοιάζουμε σε πολλά εγώ κι αυτό.
ΓΙΑ
Ποιος είναι ο κύριος, Ντέηβ;
ΝΤΕ
Είναι ένα καλό παιδί για όλες μας τις δουλειές. Όλοι στη γειτονιά αυτόν φωνάζουμε για θελήματα. Και όλοι τον αγαπάμε-ε Έλβις;
ΕΛΒ
Μάλιστα αφεντικό.
ΝΙΚ
Και σε τι σου μοιάζει Έλβις;
ΕΛΒ
Να
αφεντικό, και μένα και κείνη δεν τη θέλει κανείς. Όπως και μένα, έτσι
και κείνη δεν έχει πού να πάει. Οι γονέοι της την απαρνιούνται-με το
συμπάθιο κύριε Κρις-,σπίτι δεν έχει… και ακόμα και μένα πολλοί μού λένε
πως δεν έχω μυαλό και ότι δεν είμαι άνθρωπος αφεντικό.
ΝΤΕ
Όχι Έλβις, ποιος λέει τέτοια πράγματα για σένα;
ΕΛΒ
Όχι
εσείς αφεντικό, φωτιά θα πέσει να με κάψει αν πω κακό λόγο για σας.
Εσείς όλοι με αγαπάτε. Και η κυρά σας και ο κύριος Κρις και ο κύριος
Πρέστον…
ΝΤΕ
Αυτή η σφαίρα όμως δεν έχει ούτε πόδια, ούτε χέρια, ούτε κεφάλι, ούτε τίποτε. Σε αυτά δε σου μοιάζει καθόλου.
ΕΛΒ
Αυτά αφεντικό και να με συμπαθάτε, δεν είναι που σας πάω κόντρα, όμως αυτά είναι κομμάτια κρέας αφεντικό.
ΓΙΑ
(δείχνοντας τη σφαίρα)
Κύριοι είναι η ιδέα μου ή αυτή η σφαίρα άλλαξε χρώμα;
(όλοι βλέπουν τη σφαίρα)
ΚΡΙ
Είναι οι ανταύγειες του ηλεκτρικού. Το ίδιο νόμισα κι εγώ στο νοσοκομείο όταν την πρωτόδα.
ΝΤΕ
Τι εννοείς κομμάτια κρέας Έλβις;
ΕΛΒ
Να, εργαλεία για να πιάνουμε και να περπατάμε. Αυτό!
ΝΙΚ
Γιατρέ
μιας κι έχουμε εδώ τον Έλβις, δεν του δίνουμε αυτή τη σφαίρα να πάει να
την πετάξει και να τα ξεχάσουμε όλα σαν να μην είχαν συμβεί;
ΕΛΒΙΣ
Δεν θα την πετάξω αφεντικό…
ΓΙΑ
Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα κύριε Πρέστον
(Σιωπή)
ΕΛΒ
Τη σφαίρα αυτή την αγαπάω αφεντικό.
ΝΙΚ
Να ’τα μας… ειδύλλιο…
(στον Έλβις)
Να ζητήσω το χέρι της για σένα από τον Κρις Έλβις; Μα ούτε χέρι δεν έχει. Θεέ μου, τι κουταμάρες!
ΚΡΙ
(με ξαφνικήν ελπίδα)
Έλβις, μήπως θέλεις να την πάρεις στο σπίτι σου;
ΕΛΒ
Ναι αφεντικό. Αν δεν έχετε αντίρρηση αφεντικό…
(δείχνει τον Ντέηβ με το κεφάλι)
Και συμφωνεί και το αφεντικό… και όλοι….
(στον Ντέηβ)
Μπορώ να την πλησιάσω αφεντικό;
ΝΤΕ
Μα ναι Έλβις.
ΕΛΒ
(πλησιάζει στη σφαίρα)
Φέγγει ολόκληρη!
(σκύβει και τηνε βλέπει από κοντά. Τήνε σκέπει με τις παλάμες του. Κοιτάζει όλους και τέλος απευθυνόμενος προς τον Ντέηβ)
Και είναι ζεστή αφεντικό.
(διστακτικά)
Μπορώ…
ΝΤΕ
(ενθαρρυντικά)
Ναι Έλβις…
ΕΛΒ
…μπορώ να την σηκώσω αφεντικό;
ΝΤΕ
Με προσοχή όμως Έλβις.
ΕΛΒ
(σηκώνει τη σφαίρα. Τηνε χαϊδεύει, τη βλέπει με προσοχή και με αγάπη)
Είναι όμορφη και ζεστή.
ΓΙΑ
(βάζει το χέρι του πάνω στη σφαίρα)
Αυτό το παγωμένο πράγμα το βρίσκεις ζεστό;
(Μορφασμός συμπάθειας για τον Έλβις προς τους άλλους)
ΕΛΒ
(φέρνει τη σφαίρα στο αυτί του)
Και χτυπάει όπως η καρδιά μας! Άκου την αφεντικό
(πλησιάζει τη σφαίρα στο αυτί του Ντέηβ)
Ε;
ΝΤΕ
Δεν ακούω τίποτα Έλβις…
(ματιά με σημασία στους άλλους)
ΕΛΒ
Εγώ την ακούω. Είναι χτύπος που έρχεται από πολύ μακριά. Σαν από τα αστέρια να πούμε. Ίδια όπως η καρδιά μας.
ΝΤΕ
Έλα τώρα Έλβις, άφησέ την τώρα κάτω ήσυχα ήσυχα.
(Ο Έλβις αφήνει κάτω τη σφαίρα και πηγαίνει στη θέση του)
ΝΤΕ
Γιατρέ, μπορεί-μπορεί λέω, μια ερώτηση κάνω, μπορεί αυτή η σφαίρα να έχει αισθήματα;
ΓΙΑ
Ντέηβ,
δεν είμαι σοφός ούτε μάγος. Είμαι γιατρός και μ’ αυτή μου την ιδιότητα
δεν μπορώ να δώσω ανθρώπινες ιδιότητες σε μια σφαίρα, που μάλιστα ακόμα
δεν έχει αποφανθεί η επιστήμη γι αυτήν… Ούτε μπορώ να ξέρω αν υπάρχει
πιθανότητα από αυτό το... αντικείμενο να δημιουργηθούν αύριο-μεθαύριο
συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την από άνθρωπο προέλευσή του.
ΕΛΒ
(δυνατά)
Δεν είναι άνθρωπος!
ΝΙΚ
Το ξέρουμε ότι δεν είναι άνθρωπος Έλβις. Τι είναι όμως δεν ξέρουμε.
ΕΛΒ
Πράμα αφεντικό! Πράμα!
ΝΙΚ
Να και κάτι σωστό από τον Έλβις.
(μπαίνει η νοσοκόμα)
ΝΟΣ
Η κυρία Μπάρινγκτον ξάπλωσε κύριε Μπάρινγκτον.
(κάθεται κοιτάζοντας τη σφαίρα)
ΝΤΕ
Ευχαριστώ Λίζα.
ΓΙΑ
Λίζα, βλέπεις κάτι διαφορετικό στη σφαίρα από ό,τι πριν;
ΝΟΣ
(βλέποντας τη σφαίρα προσεκτικά)
Ναι, έχει αλλάξει θέση.
ΝΤΕ
(αποφασιστικά)
Γιατρέ πρέπει να τελειώνουμε κάποτε μ’ αυτό το θέμα. Είπες ότι θα συνεννοηθείς με τον διευθυντή σου πρώτα.
(δείχνει τη σφαίρα)
Τι θα γίνει ως τότε αυτό;
ΚΡΙΣ
Να το κρατήσουμε μέσα στο βαρέλι στον κήπο;..
ΝΤΕ
Δεν
νομίζω ότι πρέπει. Γιατρέ θα μπορούσε να το αναλάβει η Κλινική ως την
τελική απόφαση, που όλοι θα θέλαμε να είναι ότι θα ξεφορτωθούμε οριστικά
αυτό το πράγμα χωρίς σκάνδαλα και ψιθύρους;
ΓΙΑ
Πώς θα
δικαιολογούσα την παρουσία του εκεί, αν πρώτα δεν το ξέρει ο κύριος
Διευθυντής, την ώρα μάλιστα που απόλυτη μυστικότητα πρέπει να καλύπτει
την όλη υπόθεση; Ως τώρα το ξέρουμε εσείς και δυο έμπιστοί μου άνθρωποι.
Μα αν…
ΝΤΕ
(στον Κρις)
Ο πατέρας της Κλάρας δε θα μιλήσει βέβαια;
ΚΡΙ
Όχι
μόνο δε θα μιλήσει σχετικά, αλλά είναι ο πρώτος που μου ζήτησε να
ξεφορτωθώ αυτό το πράγμα όσο γίνεται πιο γρήγορα και πιο αθόρυβα.
ΝΤΕ
(στο γιατρό)
Καλά
Έρνι, θα το αναλάβουμε εμείς για απόψε και για όσον καιρό χρειαστεί να
πάρετε μία απόφαση. Αν ο Διευθυντής σου θέλει να μιλήσει μαζί μου κι εγώ
θα το ήθελα. Και πραγματικά Έρνι σ’ ευχαριστώ για όσα κάνεις για μένα.
Δε θα το ξεχάσω.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΙΡΑ
Έλβις…
ΕΛΒΙΣ
(Κοιτάζοντας με αγάπη τη σφαίρα)
Ναι…
(όλοι γυρίζουν και βλέπουν με απορία προς το μέρος του Έλβις)
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΙΡΑ
Δεν θέλω να μείνω σ’ αυτό το σπίτι.
ΕΛΒ
Το ξέρω.
(στρέφει στον Ντέηβ)
Αφεντικό άκουσες, το είπε και η ίδια, δεν θέλει να μείνει άλλο εδώ.
ΝΤΕ
(κοιτάζει με νόημα τους άλλους)
Δεν άκουσα τίποτα Έλβις…
(Μετά από μικρό δισταγμό)
…όμως λίγο πριν μιλήσεις, σκέφτηκα αυτό που είπες
(στους γύρω)
Τι θα λέγατε κύριοι αν γι απόψε έπαιρνε αυτή τη σφαίρα ο Έλβις στο σπίτι του;
ΕΛΒ
Όχι γι απόψε μόνον αφεντικό-για πάντα
(πηγαίνει κοντά στη σφαίρα και στέκει εκεί περιμένοντας )
ΓΙΑ
Είναι μια λύση. Και για αύριο βλέπουμε.
ΕΛΒ
(στον γιατρό)
Δε θα δείτε τίποτα αφεντικό. Δε θα σας αφήσω να μου πάρετε τη σφαίρα μου.
(ταπεινά, στον Ντέηβ)
Με όλον το σεβασμό που σας έχω αφεντικό…
ΚΡΙ
Πάρτην Έλβις. Όμως θα την κρατήσεις στην καλύβα σου και κανείς δε θα μάθει τίποτα γι αυτό, έτσι Έλβις;
ΕΛΒΙΣ
Βέβαια αφεντικό. Κανείς.
(παίρνει τη σφαίρα στα χέρια του)
ΚΡΙ
Νομίζω πως θα βρίσκεται σε καλά χέρια.
(ερωτηματικά στον Ντέηβ)
Ε, πατέρα;
ΝΤΕ
Ναι. Σίγουρα θα είναι σε καλά χέρια, ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε μ’ αυτήν. Έτσι Έλβις;
ΕΛΒ
Σε πολύ καλά χέρια αφεντικό.
ΓΙΑ
Ντέηβ, είσαι σίγουρος ότι η σφαίρα θα είναι ασφαλής με τον Έλβις;
ΝΤΕ
(Καθησυχαστικά στο γιατρό)
Ναι γιατρέ, ο Έλβις είναι άνθρωπος που μπορείς να του έχεις εμπιστοσύνη.
(στον Έλβις)
Και προπαντός κουβέντα σε κανέναν, Έλβις!
ΕΛΒ
Τάφος αφεντικό!
.(Βγαίνει υποκλινόμενος)
ΝΤΕ
Είναι μια καλή προσωρινή λύση. Και μπορεί να είναι και σαν μόνιμη η καλλίτερη…
ΝΙΚ
Νομίζω ότι όλα κανονίστηκαν γι απόψε.
ΚΡΙ
Κι εγώ έτσι νομίζω κύριε Νικ.
(στο γιατρό)
Πάμε γιατρέ; Η Κλάρα θα ανησυχεί.
ΓΙΑ
Πάμε. Θα τα πούμε αύριο Ντέηβ αφού μιλήσω με τον διευθυντή της Κλινικής. Γεια σου.
ΝΙΚ
(στον Ντέηβ)
Να πηγαίνω κι εγώ. Φίλησέ μου την Αμέλια. Καληνύχτα Ντέηβ. Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά.
ΚΡΙ
Γεια σου μπαμπά
(τον φιλάει)
ΝΤΕ
Γεια σας. Σας ευχαριστώ όλους. Κρις φίλησέ μου την Κλάρα. Αύριο πρωί θα έρθω να τη δω.
(Βγαίνουν
όλοι πλην του Ντέηβ. Κάθεται. Μένει για λίγο σκεπτικός. Κοιτάζει προς
το μέρος όπου πριν ήταν απιθωμένη η σφαίρα. Βλέπει το άδειο δωμάτιο
εναγύρω. Τείνει μπροστά τα χέρια σε μια κίνηση απορίας και μιλώντας στον
εαυτό του)
Μια σφαίρα!;..
(Σηκώνεται, κλείνει το φως και με βαριά βήματα πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρα)
ΑΥΛΑΙΑ