Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

 28 ΟΧΤΩΒΡΗ
ή 
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ

Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν. 
Που μας είχε οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν 
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική 
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική.

Μα ως γνωστόν εκτός απ' τ' ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει 
να 'χει μέσα της και ΝΑΙ.

Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους 
θα σας φέρω τη ζαλάδα, 
φαινομένου πλέον συνήθους 
για τη δόλια την Ελλάδα.

Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα 
λέμε σ' όλα τα στραβά 
και γι αυτό συνέχεια η χώρα 
τον κατήφορο τραβά.
.
Και πλατιά σφραγίδα βάζουν 
στην καινούργια αυτή ορμή της 
οι υπουργοί που της ρημάζουν 
τα λεφτά και την τιμή της.

ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει 
σ' ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας 
και στα πάτρια είναι κλέη.

ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων, 
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης, 
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις.

ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας 
ΝΑΙ σ' Αγγλία και σ' ΕΟΚ 
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας 
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.

ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων 
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων 
την κατάντια και το χάλι.

ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων 
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών 
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ' απολύσεις ΝΑΙ απεργών.

ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα 
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα 
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.

ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο, 
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά 
που του έλληνα τον πάγκο 
τον 'ρημώνει από χαρά.

ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις 
και στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις, 
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.

ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει 
πως ανεύθυνοι μετράμε, 
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει 
μακριά πως δεν κοιτάμε…

Και μας πέφτουνε στην πλάτη 
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ 
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι 
μες σε κάποιον καφενέ.

Και σα βλάκες μεις γελάμε 
και κανένας δεν κοιτάει 
πως οι έλληνες μετράμε 
της Ευρώπης το προσφάϊ.

Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει... 
Αλλ' ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι 
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή 
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.

Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι 
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα 
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα...

Ω! Αστεία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι! 
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι. 
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης, 
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης.   

                                           -----

                                 







Χάνι «Η ΕΛΛΑΣ»
«Βαριά Βιομηχανία της Ελλάδος ο τουρισμός.»
ή: 
«Εδώ οι καλοί υπηρέτες!»

Το πιο καλό του κόσμου μας το χάνι!
Χάνι που όλα τ’ άλλα κάτου βάνει!
Άψογοι σερβιτόροι… σερβιτόρες…
Τιμές που δεν τολμάνε άλλες χώρες!..
Χωριάτικο σερβίς… χορός, συρτάκι…
τζατζίκι… γουρουνόπουλο… σουβλάκι…
Στη φτήνια όλα! Ελάτε ευρωπαίοι 
αμερκανοί, ασιάτες,  γέροι-νέοι!.. 
Κοπιάστε ξένοι αλλά και γηγενείς
πληβείοι, αφέντες, δούλοι κι ευγενείς…
Περάστε κύριοι… Φρέσκα είναι όλα…
Παιδί, στον κύριο Πούτιν μια μπριζόλα…
Εδώ οι καλοί μεζέδες, όλοι φρέσκοι!
καλόδεχτος ακόμα κι ο Γκρουέφσκι!
Ελάτε κύριοι και κυρίες-καθίστε…
Και φειδωλοί καθόλου να μην είστε-
ό,τι τραβάει ζητάτε η ψυχή σας:
κι οι κάτοικοι κι η χώρα μας δική σας… 
Και περποιούμαστε κι εχθρούς και φίλους…
Ναι κύριε Τόμσεν… χίλιους υπαλλήλους!..
Αμέσως κύριε… οι σεφ μας τους μετράν-
Medium τους θέλετε ή well done?
Φέρτε στη φράου Μέρκελ τον ΟΤΕ!..
 Ψητόν φράου τον θέλετε ή σωτέ;..
Και η κυρία Λαγκάρντ μας τι θα πάρει;
Την Τάξη τη Μεσαία με σως και κάρυ…
Χιλιάδες δυο θέσεις στον Γεωργιάδη
φέρε, παιδί, αυτοχειρίας στον Άδη…
Και αμελέτητα στο Σαμαρά μας…
και πρόσεξε, μη βρούμε το μπελά μας…
μη αλλού τα πας… γράψε στο κάτου κάτου
πάνω τους με μολύβι τ’ όνομά του…

Το πιο καλό του κόσμου μας το χάνι!
Χάνι που όλα τ’ άλλα κάτου βάνει!..

                     -----

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

 ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ

(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)

Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Νι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σα γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δε γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα για να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το απόγεμα.
Πελάτης
Περνώντας για να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα
νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις για να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ.
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές. Και χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)

 ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΛΙΟΤΕΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Ας μην ερχόνταν 
ποτέ εκλογές
να μη ανοιγόνταν
πληγές κακές:

ποιον να μαυρίσεις
πολιτικό
ποιον να ψηφίσεις
με δαγκωτό…

Μα αυτή η Πλάση
το ’χει σκοπό
να ’ναι η κάλπη
διαρκές κακό.

Όπως και τώρα 
που δυστυχώς
μέσα στη χώρα
λίαν ευπειθώς

κάθε πολίτης 
νομοταγής
σώφρων ή αλήτης
πρέπει ευθύς

να βοηθήσει 
να γκαστρωθεί
κάλπη που φύσει
ψήφο ποθεί.

Και διγνωμίζω
με «ίσως…» και «αν…»:
Άλεξ ψηφίζω 
ή Αντουάν;

Αντουάν ψηφώντας
δένω δεσμό
έστω μη εκόντας
με φασισμό.

Αν σ’ Άλεξ πάλι
βάλω σταυρό
ευθύς με βγάλλει
απ’το ευρώ.

Πάω για Κουβέλη;
Ποτέ ποτών-
αγνοεί τι θέλει
σαν άβουλο ον.

Για ΑΝΤΑΡΣΥΑ;
όχι γιατί
η ορθογραφία
της μ’ απωθεί.

ΑΝΕΛ; Μπα! Διόλου 
δεν κάνει κλικ
αφού εντός τους
έχουν τον Κουίκ.

Κουκουέ; Μη σώσει…
το κόμμα αυτό
μου ’χει προδώσει
κάθε ιερό.

Να! Οικολόγοι!
Μα όμως... μπα!
Ηλίθιοι ειν’ όλοι
του κερατά.

Μη το ΠΟΤΑΜΙ;
Νέο πολύ.
Και πού θα δράμει;..
Και πού θα βγει;..

Λοβέρδο Αντρέα;
Α! Τον σαχλό!
με Παπαντρέα
και «μακελλειό»!..

Κι αφού διστάζω 
μέρες πολλές
Κι αφού ’ξετάζω 
ιδέες θολές,

λοιπόν ακούτε:
Χρυσή Αυγή:
δεν κλέψαν ούτε
μία δραχμή!

       -----

 ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΣΥΝΕΧΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ


ΕΛΛΗΝΑΣ

Ψυχή, γιατί εσάστισες σαν μπήκες εκεί μέσα;
Τόσο πολύ τα πράγματα-οι άνθρωποι σ’αρέσαν;
Γιατί μου βαθυβούρκωσες; Τι αγαπητό ξανοίγεις
Κι όλες για να ’μπει διάπλατα τις πόρτες σου ανοίγεις;

Γιατί, ψυχή, μού έτρεμες; Γιατί μου εβαριοσειόσουν;
Γιατί από με με μια κλωνά έξαφνα εκρεμόσουν;
Γιατί ,Ψυχή, πετάριζες και να μου βγεις ζητούσες;
Για πού να πας; Για πού να ’ρθείς; Πού να βρεθείς ποθούσες;

Ψυχή μου ποιος παραδαρμός-ποιος σάλαγος σε δέρνει
Και λάμια ορθογυμνόστηθη στα μάτια μου σε φέρνει;
Του λυτρωμού και του χαμού παρθένο εσύ κοράσι,
Λαχτάρα ποια σε φλόγισε κι όλη έκαψες την Πλάση;

Προτού να μπούμε μέσα κει σα ζω’ δαρμένο μού ήσουν
Κι έλεγα όσα σε φωτάν κεριά κι αυτά θα σβήσουν.
Πώς άναψες; Πώς άστραψες; Πώς ξάφνου ζωπυρώθεις;
Τι άκουσες; Τι αντίκρισες; Τι άγγιξες; Τι νιώθεις;

Ποια σίδερα που σ’ είχανε μέσα κλεισμένη σπάζεις;
Με ποια μαχαίρια για να βγεις το σώμα μου σπαράζεις;
Πώς ’σένα βλέπω το υγρό το μάτι όπου γυρνάω-
Πώς εμεγάλωσες, Ψυχή, και πια δε σε χωράω;

Τι εθυμήθηκες παλιό; Τι νέο σ’ έχει μεθύσει
Κι η πρωτινή σου η θωριά σα ζωγραφιά έχει σβήσει;
Τ’ ήταν αυτό που στην παλιά γλυκάστραψε τη θέση;
Τι πιο να λάμψει από σε, Ψυχή, έχει μπορέσει;

Εγώ καλά σε κράταγα μαυροησυχασμένη
Και σαν μικρή και σαν σεμνή και σαν παραδομένη.
Ποιο θάμα σε ζωντάνεψε; Ποια μάγια σε μαγέψαν;
Ποιες πιο γλυκές κι απ’ του έρωτα σαγίτες σε τοξέψαν;

Αγέρι ποιο σε χά’δεψε κι έχει σεισμός αρχίσει;
Ποια σε ακράγγιξε ομορφιά και σ’ έχει έτσι δονήσει;
Και πες μου-αχ!- πόσα φτερά Ψυχή μου είχες τάχα;
Για ένα τέτοιο τάραμα δε φτάνουν δυο μονάχα.

Μία καλή όταν μπήκαμε μέρα του Ιουνίου
Μέσα στο δώμα του μικρού νέου μας Προξενείου,
Πες μου Ψυχή, Άνοιξη ποια, μέσα στον χώρο εκείνο
Τον ευωδάτο-ν- άνθισε και άσπιλό σου κρίνο;

ΨΥΧΗ
Ποιητή, για μένα κι ας μιλάς, τίποτα δεν γνωρίζεις.
Μόνο τη λέξη έπλασες «Ψυχή» και την ψελλίζεις.
Μέσα σε σκότη ψάχνετε όσοι εμέ ζητάτε-
Αλλού η χάρη μου ανθεί κι εσείς αλλού κοιτάτε.

Σταμάτα τα ρωτήματα το νου σου που σκοτίζουν.
Χαρτί μολύβι μέριαστα-όλα δεν τα γνωρίζουν.
Υπάρχει κάτι-όσο κι αν, γι αυτό ελπίδες πλάθει-
Υπάρχει κάτι που ο νους ποτέ δεν θα το μάθει.

Και είμαι εγώ το κάτι αυτό. Για με ανθρώπων πλήθη-
Για να με βρουν- σκάψαν βαθιά μες στα πλατιά τους στήθη.
Πλήθη σοφών εθάρρεψαν πως μ’ είχανε γνωρίσει
Μα μέσα στη σοφία τους την άγνοια είχανε κλείσει.

Ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, πως μ’ ένιωσαν πιστέψαν
Και με την τέχνη τους καθείς να με ειπούν γυρέψαν.
Θρησκείες μ’ αναζήτησαν, με ψάξαν ερημίτες-
Μα πάντα μόνοι απόμεναν στις κρύες τους τις σκήτες.

Θέση καμιά δε ζέστανα μέσα σε νου ποτέ μου.
Αίμα ποτέ δεν έγινα της σκέψης της αναίμου.
Σχέση καμία με του νου δεν έχω την ουσία:
Της ύλης τ’ άνθος είν’ αυτός-είμαι η Υπερουσία.

Και πάλι τόσο είναι απλό κανείς να με γνωρίσει...
Φτάνει στα μέρη τα σωστά μόνο να με ζητήσει.
Μα ό,τι ρωτάς θα σου το πω. Μάθε. Κι αυτή σου η γνώση
Απάντηση στα τόσα σου ρωτήματα θα δώσει.

Είμαι το αχώριστο μισό απ’ ό,τι λες Πατρίδα.
Από τις δυο του φύλλου της η μια είμαι σελίδα.
Είμαι αυτό που δίχως του, το χώμα του κι οι πέτρες
Χώμα απομένει άνευρο-άχρωμες μένουν πέτρες.

Είμαι η πάχνη του πρωιού. Της χλόης η δροσούλα.
Το χρώμα είμαι το ρόδινο στη ντροπαλήν αυγούλα.
Είμαι ο αχνός ο καυτερός απ’ των ηρώων το αίμα
Που ρέει καλοτάξιδο στης λευτεριάς το γνέμα.

Είμαι της κάθε ελληνικής νεροπηγής η λάμια.
Είμαι του αγέρα φύσημα μες στα χλωρά καλάμια.
Είμαι το γλυκομούρμουρο του ρυακιού-το μύρο
Που ο ποθοπλάνταχτος σκορπάει βασιλικός τριγύρω.

Είμαι η χάρη του αηδονιού προτού αυτό να υπάρξει,
Και τη ζωή επερίμενα την πρώτη να χαράξει
Και τ’ ουρανού του ελληνικού να δω το πρώτο αηδόνι
Για να του γίνω η φωνή που σβήνει και λιγώνει.

Είμαι η κραυγή της ύπαρξης. Είμ’ η ανατριχίλα
Όπου ο Θάνατος σκορπά μες στης καρδιάς τα φύλλα.
Και με λαχτάρα επρόσμενα τον έλληνα τον πρώτο
Για να ’μπω, ως μού ’χεν οριστεί, μες στο ζεστό του χνώτο.

Αφότου ο κόσμος πλάστηκε-αφότου η γης υπάρχει-
Αφότου είδανε το φως οι ελληνικοί οι βράχοι
Είμαι όποια εφύσησε πνοή στο χώμα πάνω εκείνο-
Κι ό,τι εδοξάστηκεν εκεί, μέσα μου εγώ το κλείνω.

Του Αχιλλέα είμ’ η αντρειά και του Δυσσέα ο Πόνος.
Κι είμαι του Αγαμέμνονα ο μιαρός ο φόνος.
Τ’ άμετρο είμαι ψήλωμα που ’δωσε στην Ελλάδα
Του Διάκου η αποθέωση και του Καψάλη η δάδα.

Της ελληνίδας είμαι γης η αύρα η ζωοδότρα.
Στα δέντρα της το άνθισμα. Το ψήλωμα στα χόρτα.
Είμαι ο αχός απ’ τις κραυγές του δουλωμένου γένους
Όταν, στο αίμα πλέοντας, κατάτρεχε τους ξένους.

Είμαι το δέσιμο γερά της δόξας με καθένα
’π’ τα ιερά τα φλάμπουρα τα αιματοβαμμένα.
Κάθε χωμάτινου εγώ είμαι η δόξα σβώλου
Κατ’ απ’ το διάφανο το μπλε τ’ ουράνιου μου του θόλου.

Το ήσυχο κουβέντιασμα είμαι μετά το δείπνο
Της συντροφιάς της βραδινής μέχρι να πάει για ύπνο.
Και είμαι η ενθύμηση της πρωτινής ζωής σου
Όπως την έζησες εσύ αλλά κι εγώ μαζί σου.

Είμαι το χρώμα τ’ ουρανού στη φλογισμένη δύση.
Είμαι το βέλασμα του αρνιού στο σκότος πριν βυθίσει.
Η γλώσσα είμ’ η ελληνική, η πρώτη εκείνη, η μία,
Και των τριών χιλιάδωνε χρονών της τα μνημεία.

Του καθ’ Εφιάλτη μου είμ’ εγώ η όποια προδοσία.
Των σκοτεινών των χαραδρών η νύχτια ησυχία.
Είμαι των δούλων οι αρές που ηχώντας στον αιώνα
Θα κηλιδώνουν το λαμπρό το φως του Παρθενώνα.

Μα όλ’ αυτά λες χάθηκαν σαν έφυγες στα ξένα
Παίρνοντας βέβαια μαζί αθέλητα κι εμένα.
Και θόλωσαν οι θύμησες και νέκρωσαν οι εικόνες,
Που παρηγόριες μου ήτανε και συντροφιές μου μόνες.

Και χώρισα από κάθε τι που ως τότε ήταν δικό μου-
Από ποτάμια, από δεντρά κι από τον ουρανό μου.
Και μείναν κείνα έρημα κι έμεινα εγώ μονάχη
Πιοτί πικρό τη θύμηση ο ένας τ’ άλλου να ’χει.

Κοντά τους πρώτα ήμουνα΄ και ξενιτιάς φαρμάκι
Το τ’ είναι δεν εγνώριζα και νόστου άγριοι δράκοι. 
Κι αξύπνητο κοιμότανε μέσα μου το θηρίο
Που τώρα ερμιά εξέχυνε στα μύχια μου και κρύο.

Από το χώμα μακριά που μ’ είχε αναθρέψει
Όλα τ’ αβρά μου νάματα πια είχανε στερέψει.
Σε ποια πουλιά να χάριζα φτερά; Εδώ άλλα έχουν.
Σε ποια ρυάκια μούρμουρο; Μ’ άλλη βοή εδώ τρέχουν.

Και πώς να εχαιρόμουνα μακριά από τη χαρά μου;
Για ποιον-για τι να τ’ άνοιγα τ’ άχρηστα πια φτερά μου;
Σε τι να έδινα φωνή; Σε τι ζωή κι ελπίδα;
Σε τι αφού δεν ήμουνα-δεν είχα πια Πατρίδα;

Κι ήμουν σαν κάτι ανύπαρκτο μα και που θέλει κάτι.
Σα μες σε τάφο μα και σαν στου πόνου το κρεβάτι.
Ήμουν εγώ από τη μια κι εγώ δεν ήμουν πάλι.
Κι όλα γυρνούσαν γύρω μου σ’ αργή αργή μια ζάλη.

Τώρα ένα δέντρο ήμουνα ρικνό και ξεραμένο.
Περιστεριού ολόλευκο κορμί μπαλσαμωμένο.
Που πάλι δεν περίμενε ποτέ να ξανανθίσει-
Που κάθε θέληση ζωής εντός του είχε σβήσει.

Κι ως τα παλιόχαρτα ψηλά μια δίνη στέλνει αέρα,
Έτσι εβρέθηκα κι εγώ στο Προξενείο μια μέρα.
Κι η λίγη ώρα που σ’ αυτό το κτίριο είχα μείνει
Μου έχει ανοίξει την πληγή που πια δεν ξανακλείνει.

Ξανά ενώθηκα εκεί μ’ αυτό που είχα χάσει.
Ξανά ενώθηκε μ’ εμέ ό,τι με είχε χάσει.
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινα Πατρίδα!
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινε Πατρίδα!

Αυτό που κάποτε έχασα να ’το! Το ξαναβρήκα!
Κι αυτή ’ταν η ακριβότερη ποτέ που ’δόθη προίκα.
Και η πολύφερνη εγώ και τυχερή ήμουν κόρη
Με της Ελλάδας που έσμιγα τους κάμπους και τα όρη.

Κι από νεκρή αναστήθηκα. Κι από τον πόνο βγήκα.
Και μια πνοή με φύσησε κι αυτή γεμάτη γλύκα.
Μέσα εκεί εφτερώθηκα ξανά-γι αυτό με είδες
Γεμάτη ορμή πρωτόφαντη και στέριες τώρα ελπίδες.

Στα μέρη ετούτα που άγνωστος και ξένος εγυρνούσες
Στο περιστέρι που νεκρό μέσα σου εκουβαλούσες
Ήρθ’ η ζωή-τα πριν ξερά του δέντρου τα κλωνάκια
Φύλλα κι ανθούς γεμίσανε και χαρωπά πουλάκια.

Κι αν να ’βγω από μέσα σου ήθελα λες-τι λάθος!
Να σε τραβήξω επάσκιζα προς του κτιρίου το βάθος.
Ρίζες εκεί να δέσουμε κι εγώ κι εσύ κι ω! θάμα!
Εκεί αιώνια κι άφευγα να μείνουμε αντάμα!

Μια πέτρα από τους τοίχους του να γίνουμε. Θηκάρι
Από ’να του αντικείμενο χαμένο στο συρτάρι.
Μολύβι στο γραφείο του-στον τοίχο του κρεμάστρα
Και κάθε εχθρού του να ’μαστε ορμή εμείς χαλάστρα.

Εκεί!.. Εκεί να μείνουμε!.. εκεί... εκεί... κοντά του...
Κοντά του ζούμε μοναχά-πεθαίνουμε μακριά του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μείνουμε αιώνια
Στις αψηλές όπως κορφές τ’ άλιωτα μένουν χιόνια.

Να είμαστε ό,τι νιώθουμε... Να ’μαστε ό,τι ποθούμε...
Μέσα στις πέτρες, στα νερά, στα ξύλα του να ζούμε...
Να μείνουμε! Ν’ αφήσουμε στο χώμα του-φαντάσου!
Εγώ την πεμπτουσία μου κι εσύ τα κόκαλά σου!..

Να μείνουμε Να ζώσουμε πάνοπλα την ειδή του!
Να νιώσει τη φροντίδα μας κι εμείς τη θαλπωρή του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μη μας ξαναπάρει
Κανείς, ούτε απ’ το πόδι μας στο χώμα του τ’ αχνάρι...

Στ’ αγαπημένα σπλάχνα του αίμα του να κλειστούμε
Και μέσα στους αιμάτινους γύρους του να χαθούμε.
Όσο η γη –ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ! –στα χάη τριγυρίζει
Τίποτα από την έγνοια του να μη μας ξεχωρίζει.

Ω! Συ! Φτέρωμα αφτέρωτο! Ω! Ξυπνητό όνειρό μου!
Ω! Φευγαλέα γλυκιά μορφή γεμάτου όχλο δρόμου!
Ω! Σώμα!..δεν εμπόρεσα ν’ αλλάξω τη βουλή σου-
Κι έφυγες πάλι από κει...και πάω κι εγώ μαζί σου...

Ω! Μοίρα μου κακόγνωμη... Κι έκλεισα τα φτερά μου
Κι έκατσα πάλι άχαρη κι απέλπιδη εδώ χάμου.
Και νιώθω σα μιαν άχρηστη... και νιώθω απελπισμένη
Όλου του κόσμου σαν η οργή πάνω μου να βαραίνει...


ΕΛΛΗΝΑΣ
Κι εγώ καλή μου ένιωσα όπως κι εσύ έχεις νιώσει..
Στον ίδιο πόνο η ξενιτιά τους δυο μας έχει ενώσει.
Κι η μαύρη να πώς μ’ έκανε πληγή να τραγουδήσω
Αμέσως όταν βγήκαμε από κει-πριν σου μιλήσω...

Κι άκου τι απευθυνόμενος στους άγνωστούς μου φίλους-
Στου Προξενείου μας τους καλούς και άξιους υπαλλήλους-
Άκου τι λόγια έπλεξα που μοιάζουν-για φαντάσου-
Με όσα σα μ’ απάντησε μου είπε η αφεντιά σου:

«Μες στη ζωή για πρώτηνε λυπήθηκα φορά μου
που στο Δημόσιο τέλειωσε γρήγορα μια δουλειά μου.
Φίλοι μου δεν μπορούσατε να με καθυστερείστε
και λίγη ακόμα μέσα ’κεί ώρα να με κρατείστε;

Φίλοι μου αν ηξέρατε τι νιώθει όποιος μπαίνει
Μέσα στο Προξενείο μας και λίγο εκεί σα μένει,
περήφανοι θα νιώθατε σ’ αυτό που υπηρετείτε-
Που μία θέση όπως αυτή έλαχε να κρατείτε.

Μα βέβαια και δεν ξέρετε. Ξέρει εκείνος μόνο
Που την πατρίδα πριν πολύν έχει αφήσει χρόνο
Κι ενώ μέσα στη σκέψη του την έχει νύχτα μέρα,
Όμως ξανά δεν μπόρεσε να πάει εκεί πέρα.

Ξέρει εκείνος που γι αυτόν η γλώσσα είναι η ξένη
Μαχαίρι που όλο πιο βαθιά μες στην Ψυχή του μπαίνει.
Που αγαπάει στων γυναικών τα γαλανά τα μάτια
Κάποιων γαλάζιων ουρανών τα φωτεινά τα πλάτια.

Ξέρει αυτός που του ψωμιού η θέα μπρος του απλώνει
Χρυσοκυμάτισμα σταχυών και θέρισμα κι αλώνι.
Αυτός όπου ανήμεροι δράκοι βρυχιούνται εντός του
Του Χωρισμού ο Θάνατος, η Κόλαση του Νόστου.

Ξέρει αυτός που των πουλιών το λάλημα των ξένων
Θρηνεί επάνω σε κορμιά ελπίδων πεθαμένων.
Εκείνος όπου θ’ άλλαζε τρεις ξενιτιάς αιώνες
Με τρεις στον τόπο του στιγμές-με τρεις στιγμούλες μόνες...

Ξέρει αυτός που καθεμιά της ξένης γλώσσας λέξη
Μακάβριο επίγραμμα έρχεται στον τάφο του να πλέξει.
Ξέρει αυτός που με πικρό θα ψιθυρίζει στόμα
«Πατρίδα», ακόμα κι όταν μπει για πάντα μες στο χώμα.

Πώς κάποιος όπου επέθανε, και στο βαθύ σκοτάδι,
μένει του Άδη κι ήλιου φως πια δεν προσμένει να ’δει,
Ξάφνω μια μέρα στη ζωή πάλι ξαναγυρίζει
Κι ο δίσκος πάλι ο χρυσός του ήλιου τον φωτίζει...

Πώς, κάποιος που άπελπα ποθεί γυναίκα αγαπημένη,
Και κάθε μέρα ο πόθος του αντί να σβει αξαίνει,
Βλέπει ένα βράδυ (ποιος θα πει πως την αγάπη ξέρει)
Να τον καλεί ερωτικά το λατρεμένο χέρι...

Έτσι κι εγώ μες στο ζεστό γραφείο σας σαν μπήκα,
Όσα χαμένα ήταν καιρό (ή άγνωστα μέναν;) βρήκα.
Κι ό,τι ζητούσα στη ζωή το βρήκα μες στο χώρο
Του Προξενείου μας-εδώ, που κάθε τι του δώρο.

Μες στην Ελλάδα βρέθηκα κι ελληνικά μιλούσα!
Κι όλοι με καταλάβαιναν-κι όλους τους εννοούσα!
Σε κάποιους έγινα δικός!! Ελπίδες ξαναζήστε!
Ναι! Λογισμοί μου, Γλώσσα μου! Όχι! Νεκρά δεν είστε!

Όχι! Δεν βρίσκομαι στη γη επάνω μοναχός μου!
Δεν είμαι το περίγελο ενός αγνώστου κόσμου!
Κάποιοι μιλούν όπως μιλώ! Γελούν μ’ ό,τι γελάω!
Κάποιοι με νιώθουν σα μιλώ-δε χάθηκα-δεν πάω...

Μες στη ζωή τη λίγη μου και τη μικρή-τι λάθος
Γι αλήθειες τάχα υψηλές να ψάχνω εγώ με πάθος,
Ενώ μπροστά μου έχω-εδώ!- τη μόνη την Αλήθεια-
Τι λέω μπροστά μου...μέσα μου... Την κλείνω μες στα στήθια...

Κι είν’ η Πατρίδα η μοναχή πάνω στη γη Αλήθεια.
Ω! Σολωμέ! Ω! Λείψανα ηρώων μου άγια πλήθια!
Μία ζωή ολόκληρη έπρεπε να περάσει
Για να μπορέσει η σκέψη μου στη σκέψη σας να μοιάσει...

Για χρόνια έπρεπε άπελπος στα ξένα να γυρνάω
Ώσπου στο Προξενείο μας να χρειαστεί να πάω
Και να ’δω εκεί ολόφωτη μπρος μου να ξεπροβάλει
Η Ελλάδα: κι έτσι υπέρκαλη όπως ποτέ της πάλι.

Αυτό Πατρίδα είναι λοιπόν! Άνθρωποι μ’ ίδια Γλώσσα!
Και μες στη Γλώσσα τι καημοί! Και καρδιοχτύπια πόσα!
(Αν απ’ τα ζώα τα ευτυχή ο λόγος μάς χωρίζει
στη δυστυχιά μας ο καθείς συμμάχους ας γνωρίζει)

Και τι ευτυχίας κύματα...τι περηφάνιας ρίγη
Η ώρα που ’μεινα εκεί μού χάρισε η λίγη...
Τι συναισθήματα υψηλά με πλημμυρίσαν νέα
Όταν τη γαλανόλευκη αντίκρισα σημαία...

Λοιπόν αυτό είναι το πανί που πάνω του υφασμένα
Του Γένους μας και της Φυλής έχει τα Πεπρωμένα!
Κι είναι του Έθνους η Ψυχή που στα ύψη πλαταγίζει
Και «σκέπε με» και «κράτα με ψηλά» λες ψιθυρίζει.

« Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει...»
Πόσο άργησε το νόημα του στίχου εντός μου να ’μπει...
Πατρίδα μου Σε γνώρισα! Σ’ έμαθα! Σ’ αγαπάω!
Μέσα στους λάτρεις Σου κι εγώ δέξου το να μετράω!

Κι όρκο σου δένω (αλλά τι; Χρειάζονται όρκοι τώρα;)
Πως όσα από τη χάρη σου όμορφα επήρα δώρα
Διπλά, τριπλά, τετράδιπλα θα σου τα φέρω πίσω
Κι αν το χρειαστείς για σένανε το αίμα μου θα χύσω.

Κρατήστε τις Οκτωβριανές και Μάρτιες επετείους.
Κρατήστε και τους λόγους σας τους κείνων ανταξίους.
Δε θέλω εγώ κεντρίσματα για να ’μαι πατριώτης-
Δεν έχει ανάγκη από κεριά του ήλιου η λαμπρότης.

Γι άλληνε μια φορά εγώ βαφτίστηκα εδώ πέρα.
Και τ’ όνομά μου ηχεί το νιο πέρφανα στον αγέρα.
Και τ’ όνομά μου: «Έλληνας!»΄ κι η δόξα μου Ελληνίδα.
Κι αυτή ’ναι η μόνη μου χαρά κι η μόνη μου ελπίδα.

Τώρα γνωρίζω πια καλά ποιος είν’ ο προορισμός μου
Μες στην πολυπλοκότητα του γήινου του κόσμου.
Κι είναι αυτός ο προορισμός η αγάπη της Πατρίδας.
Κι είναι το κράτημα άριχτης όποιας στη μάχη ασπίδας.

Κάπου ανήκω πια κι εγώ μέσα στης γης τα πλάτη.
Κι από το τίποτα κι εγώ γίνομ’ εκεί ένα κάτι.
Κι αυτό το κάτι αόριστο δεν είναι και μακριά μου-
Είναι εδώ-αχ! Ήτανε... -βρίσκετ’ εδώ, κοντά μου.

Και είν’ ως τα ουράνια το κάτι αυτό υψωμένο.
Κι απ’ ό,τι μου καλλίτερο υπάρχει είναι θρεμμένο.
Και πλημμυράει αθώρητα όλη μου την ουσία-
Τους δυο μας μία σύμπνοια μάς δένει εξαισία.

Κι αυτό το κάτι μέσα του κλείνει όλα τα ωραία
και κάθε Τέλειας Ομορφιάς είν’ η γεννήτρα Ιδέα.
Και με δονεί... και με πονά... με τυραννάει... με καίει...
Και «είμ’ εδώ!» κάθε στιγμή, κάθε λεφτό μού λέει.

Μα δε μιλάει-όχι!- Αυτή. Αυτή ’φωνή η βύθια,
Απ’ τα δικά μου τα πικρά γλυκαναβρύζει στήθια!
Κι ανοίξανε τα μάτια μου και επιτέλους: είδα-
Η ζωή μου! Η ανάσα μου! Αυτή ’ναι η Πατρίδα!

Κι έτσι απαλά κι έτσι βαθιά νικήτρα εντός μου μπαίνει
Που άδολη θα την έλεγα και φλογερή ερωμένη.
…Θεοί! Μήπως το χάδι της ασύνειδα ζητούσα
Όταν για χάδι και φιλί γυναίκειο λαχταρούσα;

Ή μην η ασταμάτητη ροή που είν’ η ζήση
Απ’ τη δική της ξεκινά την κρυσταλλένια βρύση
Και οδηγεί πάλι σ’Αυτήν η Πύλη του Θανάτου
Όποιαν ζωή το δρόμο της τελειώνει εδώ κάτου;

Φιλοσοφίες όμως φτηνές εδώ ας μην αρχίσω
Γιατί και τίποτ’ απ’ αυτές δε θα ’χα να κερδίσω:
Απ’ τη στιγμή που ένιωσα Πατρίδα τι σημαίνει
Ο χωρισμός μου απ’ αυτήν διπλά θα με πεθαίνει.

Όμως η ώρα έφτασε φίλοι, να σταματήσω
(Α! Πόσο λίγες μπόρεσα στα λόγια αυτά να κλείσω
απ’ τις πληγές που ανοίγουνε του Νόστου τα Μαχαίρια
που μ’ αξιοσύνη Αυτός κρατεί σφιχτά στα δυο Του χέρια...)

Ας είναι. Φίλοι μου λοιπόν, ευχαριστώ κι αντίο.
«Αντίο» γιατί δε θα ’ρθω πάλι στο Προξενείο
κι «ευχαριστώ» γιατί εκεί, κοντά σας, ξαναείδα
την ποθητή μου, τη γλυκιά, την όμορφη Πατρίδα».

Αυτά τα λόγια είπα κι εγώ. Μα ό,τι κι αν ειπούμε
Πάλι στον ίδιο, τον φριχτό, Ψυχή, εφιάλτη ζούμε:
Ό,τι πολύ αγαπήσαμε να βρίσκεται μακριά μας,
Και δίπλα μας να το ’χουμε μόνο στα όνειρά μας.

Μα πάμε τώρα. Το μακρύ δεν τέλειωσε ταξίδι.
Κι αντίς για δρόμο ας σέρνεται μπροστά μας ένα φίδι,
Πρέπει να προχωρήσουμε.

ΨΥΧΗ
                                               Για λίγο αν μας αφήσουν,
Η μοναξιά κι η ερημιά διπλές θα μας γυρίσουν.

ΕΛΛΗΝΑΣ
Αυτές μας εξουσιάζουνε. Αυτές μας κυβερνάνε.

ΨΥΧΗ
Πόθο ό,τι ανάβει που δε σβει, καταραμένο να 'ναι.

ΕΛΛΗΝΑΣ
Αδημονεί ο δρόμος μας. Κοιτάζει αν περπατάμε.
Κι είναι ο μόνος που ’χουμε…δος μου το χέρι...

ΨΥΧΗ
Πάμε.
                                     -----

 Ακόμα ένα από τα σατιρικά κείμενα που αφορούσαν στην υπόθεση Λουίνσκι.
 Ήταν σε όλους γνωστό ότι ο Πρόεδρος Κλίντον, όταν ρωτιότανε για το επίμαχο θέμα, απαντούσε πάντοτε σαν να του έγινε άλλη, άσχετη με το θέμα ερώτηση.

«ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
Αποφασισμένος να διαφωτίσω  τους αναγνώστες  μου  πλήρως, πήρα συνέντευξη από τον  ίδιο  τον Πρόεδρο Κλίντον σχετικά με την υπόθεση της Μόνικας.
Πήγα νύχτα στο Λευκό Οίκο. Βρήκα τον Πρόεδρο  στο κρεβάτι. Δίπλα του ήτανε η Χίλαρυ λιμάροντας τα νύχια της.
Ανάμεσα στους δυό τους η Μόνικα με  το πέος του Προέδρου στο στόμα της. 
Όταν μπήκα, ο Πρόεδρος  αγρίεψε:
-Ποιός  γαμημένος  φρουρός  σε άφησε και μπήκες ρε  χαμένο κορμί!   μου  είπε. 
Αμέσως  βγάζω  ένα τεύχος  του περιοδικού και  ανεμίζοντας  το  στον αέρα λέω δυνατά: ΛΟΓΙΑ.
Αμέσως ο Πρόεδρος μαλάκωσε. 

ΚΛΙΝΤΟΝ
Με συγχωρείτε κύριε δημοσιογράφε, δεν σας γνώρισα! Έχω δυο πονοκέφαλους που δεν  βλέπω μπροστά μου. 
 (Η Χίλαρυ κοιτάζοντάς  τον αυστηρά)
Έναν  πονοκέφαλο αγάπη  μου, όχι δύο... 
ΚΛΙΝΤΟΝ
Ναι, έναν αγάπη  μου.
(σε  μένα)
Καθήστε κύριε δημοσιογράφε. Μας  συγχωρείτε που μας  βρίσκετε μέσα-έξω…  
XIΛΑΡΥ
( επιτιμητικά) 
Ανω κάτω αγάπη  μου, όχι μέσα έξω. 
ΕΓΩ
Δεν  πειράζει κυρία Προέδρου, κατάλαβα τι θέλει  να πει  ο κύριος, Πρόεδρος. 
ΚΛΙ
Να κι   ένας  που  με καταλαβαίνει.
(στη  Μόνικα) 
Στο  ρελαντί   μωρό μου, έχουμε  δημοσιογράφο. Αλλά μη  σβήσεις. 
(σε  μένα)
Συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε; 
ΕΓΩ
Το καταλάβατε κύριε  Πρόεδρε. Είναι  που  θέλω  να βάλω  τα πράγματα στη  θέση  τους  μια και  καλή. Να πάψει  να υπάρχει  αυτή η καταστροφική  για το  Έθνος  αβεβαιότης. 
ΚΛΙ
Όλα  τα πράγματα εδώ  μέσα είναι  στη  θέση   τους. Αλλά αν  επιμένετε ορίστε, ρωτήστε. 
ΕΓΩ
Θα  ρωτήσω κύριε Πρόεδρε, γιατί  τα έξω πράγματα δεν  είναι  στη θέση τους. Και αν  δεν  έχει  αντίρρηση και  η κυρία Προέδρου θα ήθελα να ρωτήσω κι  αυτήνε κάτι. 
ΚΛΙ
(στη  Χίλαρυ που παιδευότανε  με  μια παρωνυχίδα)
Για σένα  μιλάει  αγάπη  μου. 
XIΛ
Τι; 
ΚΛΙ
Λέει  να ρωτήσει κι  εσένα. 
ΧΙΛ
Και   βέβαια. Ο,τι  θέλει. 
ΕΓΩ
Ευχαριστώ. Κύριε Πρόεδρε. Είναι αλήθεια πως είχατε σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα; 
ΚΛΙ
Είναι σημαντική η ερώτηση και θα είμαι ακριβής στην απάντησή μου. Λοιπόν όχι μόνον δε θα υποχωρήσουμε στο Ιράκ, αλλά θα εξαντλήσουμε  όλες τις διπλωματικές μας δυνατότητες ώστε να επιτευχθεί μία ειρηνική λύση των διαφορών μας με αυτό.
Και ύστερα θα το βαμβαρδίσουμε. 
ΕΓΩ
Κύριε Πρδεδρε είναι αλήθεια πως είπατε στη Μόνικα να πει ψέματα στην ένορκη κατάθεσή της; 
ΚΛΙ
Ακούστε, εγώ πάντοτε φρόντιζα, και σαν κυβερνήτης ακόμα, για την εξάλειψη της παιδικής εγκληματικότητας. Βρήκα αντιδράσεις από το Κογκρέσο, όμως παρόλαυτά ελπίζω πως όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.
(στη Μόνικα) 
Πιο ψηλά το κεφάλι μωρό μου, παρακολούθησε με…
Αλλη ερώτηση κύριε δημοσιογράφε;  
ΕΓΩ
Πόσες φορές είδατε τη Μόνικα κύριε Πρόεδρε το τελευταίο τρίμηνο της εργασίας της στο Λευκό Οίκο; 
ΚΛΙ 
Βλέπω ξαναγυρίζετε στον Σαντάμ. Ε, ναι, θα στείλω τον Γενικό Γραμματέα να μιλήσει μαζί του, αλλά είτε αυτός πετύχει να συμφωνήσει με τον Σαντάμ είτε όχι, οι βόμβες θα πέσουν. Οχι για τίποτε άλλο, αλλά ο άνθρωπος αυτός είναι ένας στυγνός δικτάτορας. 
ΕΓΩ
Κύριε Πρόεδρε σκοπεύετε να παραιτηθείτε; 
ΚΛΙ
Έχετε δίκιο, με τη Ρωσία έχουμε καλές σχέσεις. Αν και ακούστηκε πως κι αυτή φτιάχνει βιολογικά όπλα, όμως δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από μας όσο είναι με το μέρος μας. Όσο δηλαδή οι Ρώσοι ακολουθούν τον δημοκρατικό δρόμο. 
ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ κύριε πρόεδρε. Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι κι εσάς κυρία Προέδρου; 
ΚΛΙ
Σε σένα μιλάει αγάπη μου. 
XIΛ
Μάλιστα, ρωτήστε με. 
ΕΓΩ
Κυρία Προέδρου πώς εξηγείτε αυτά που λέγονται για τον σύζυγο σας κυρία Προέδρου; 
XIΛ
Ειλικρινά δεν ξέρω τι να πω. Από τότε που ήτανε μικρό παιδί, όλοι ήταν εναντίον του. Για να φτάσει εδώ που έφτασε έπρεπε να παλέψει ενάντια σε συνωμοσίες επί συνωμοσιών. Την πρώτη φορά που το κατάλαβε αυτό ήτανε όταν οδηγούσε, νεαρός ακόμα, το βυτιοφόρο του Λίτλ Ροκ-γιατί βυτιοφόρο οδηγούσε, και σ’ αυτό έμαθε να οδηγεί, και οδηγεί σήμερα και την Αμερική, τι λέω την Αμερική, όλο τον κόσμο. Του λέγανε λοιπόν πως τη θέση την πήρε με μέσο και ήθελαν να του την πάρουνε. 
ΕΓΩ
Του την πήρανε; 
XIΛ
Και τότε του την πήρανε, και τώρα του την παίρνουνε-το βλέπετε ο ίδιος με τα μάτια σας. 
ΕΓΩ
Είχε ο κύριος Πρόεδρος και σύζυγος σας σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα; 
ΧΙΛ
(δείχνοντας μου ένα μπουκαλάκι με διαλυτικό) 
Αυτό είναι του Ντιόρ. Κι αυτό Παρισινό είναι. Το μόνο Αμερικάνικο είναι αυτό. Αλλά δεν το φορώ. Δεν αρέσουν του συζύγου μου τα Αμερικάνικα αρώματα. 
 ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Προέδρου. 
XIΛ 
Παρακαλώ. Όποτε θέλετε στη διάθεσή σας.  
ΚΛΙ
Τελείωσε η συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε; 
ΕΓΏ
Μάλιστα κύριε Πρόεδρε. 
ΚΛΙ
Εκείνο που θέλω να τονίσεις ιδιαίτερα είναι πως εγώ είμαι αφοσιωμένος τελείως στη δουλειά που μου ανάθεσε ο λαός της Αμερικής να κάνω.
ΕΓΩ
Φως φανάρι κύριε Πρόεδρε. Μπορώ να ρωτήσω και τη δεσποινίδα Μόνικα κάτι μιας και τη βρήκα; 
ΚΛΙ
Το βλέπετε και μόνος σας πως δεν μπορεί να μιλήσει.  Όταν την καλέσει ο Σταρ τότε και μόνον θα μιλήσει. 
ΕΓΏ
Και τότε πώς θα μπορέσει; 
ΚΛΙ 
Με νοήματα αγαπητέ μου, με νοήματα. 

Αυτή ήταν η συνέντευξη που πήρα από τον Πρόεδρο Κλίντον. Και, δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ κατατοπίστηκα πλήρως.»

  ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;