ΙΟΥΛΙΟΣ 1826
Δεν ξέρουμε την ημερομηνία.
Σκόπιμα δεν την δινει η Ιστορία-
Βαρύτητα και σημασία τόση
Μια μέρα δε θα μπόρειε να σηκώσει.
Ιούλιος ήτανε. Ο άγιος μήνας.
Ο χρυσοφόρος χορταστής της πείνας.
Μα όλα τα χωράφια χέρσα τώρα.
Πείνα και δυστυχία σ’ όλη τη χώρα.
Αιματωμένος ο Μωρηάς σφαδάζει
Κατ’ απ’ τον Ιμπραήμ που τον ρημάζει.
Η Ρούμελη προσκυνημένη όλη
Κάτω απ’ το Τούρκικο σπαθί και βόλι.
Γελάει χαρούμενη τώρα η Αγγλία.
Νικήτρα μοιάζει να ’ναι η Τουρκία.
Τα όρνια μαύρους ουρανούς διασχίζουν.
Των Φιλελλήνων οι καρδιές ραγίζουν.
Τώρα βαριά στο στήθος λαβωμένη
Η Επανάσταση αργοπεθαίνει.
Τα όνειρά μας τώρα σκοτωμένα
Τα πέντε χρόνια πριν αναστημένα.
Μα μες σ’ αυτήν τη νύχτα να! μια αχτίδα!
Μες στην απελπισιά να! μια ελπίδα!
Μέσα στο τόσο μαύρο μια εικόνα
Σαν χελιδόνι μέσα στον χειμώνα.
Μία εικόνα, η μόνη που στη μνήμη
Εχει απ’ αυτό το χάος στο νου μας μείνει.
Μία εικόνα οπού κλει’ εντός της
Το θάμα της Φυλής κι όλο το φως της:
Ανάπλι. Μπούρτζι. Μες στην ασφάλειά του,
Μες στα λιγόφωτα, υγρά κελλιά του
Οι Κυβερνήτες μας κυνηγημένοι.
Και να σ' ένα από κείνα τι συμβαίνει:
Αγκαλιαστοί Ζαΐμης-Καραΐσκάκης.
Χάμου, νεκρά τα φίδια της αμάχης.
Οι σκιές των άξιων μας προγόνων γύρω
Βαθιανασαίνουν της στιγμής το μύρο.
Ο Γιος της Καλογριάς χαρτί κρατάει
Και με κλαμμένα μάτια το κοιτάει.
Και το χαρτί της Αρχιστρατηγίας-
Εκείνο κεραυνός-κι αυτός ο Δίας.
Κι αυτά τα λόγια θα ’τανε γραμμένα
Πιό πριν απ’ τους δυό άντρες ειπωμένα,
Αν η εικόνα αυτή είχε λεζάντα:
«Καραϊσκάκη, στους κινδύνους πάντα
Ο Ελληνας τα πάθη του ξεχνάει.
Και τώρα η Πατρίδα μας ζητάει
Να δώσουμε τα μίση μας στη λήθη".
«Ναι.Το ζητάει.» , ο ήρως του αποκρίθη.
(«Αυτό περίμενες. Λοιπόν χτικιάρη;
Να το! Κανένας δε σου τόχει πάρει.
Ας δούμε τώρα τι μ’ αυτό θα κάνεις-
Τι θα πρόλαβεις-ώσπου να πεθάνεις.
Παρ’ το. Καλογραμμένο και μεγάλο.
Αλλά, μην περιμένεις τίποτ' άλλο-
Στρατό,τροφές ή και πολεμοφόδια-
Μον' άφθονα να καρτεράς εμπόδια.
Ας δούμε τι θα γίνει και με σένα.
Παρ’ το. Έτσι κι αλλιώς όλα χαμένα.
Εδώ είναι γύφτο. Παρ’ το. Όλο δικό σου.
Και γράφει μέσα του το θάνατό σου").
Τρέμετε της Τουρκιάς τ’ άγρια τ’ ασκέρια.
Δωριείς και Αχαιοί δώσαν τα χέρια.
Τρέμετε. Ο Γιός της Καλογριάς οπλίστη
Με την Τιμή του Εθνους και την Πίστη.
Ντροπιάσματα και προσβολές αιώνων
θα ξεπλυθούν σε λίγους μήνες μόνον.
Κι ολόρθη θα σταθεί η Ελλάδα πάλι
Καθάρια και Πανώρια και Μεγάλη.
..Αλλά, μη σε κρατώ Καραϊσκάκη:
Το λαΐκό ανέμισε μπαϊράκι,
Αγνόησε τη φτωχή μου την παλέττα,
Και τρέξε. Και ροβόλησε. Και πέτα.
Μες στη χρυσή τη μοναξιά τους-άκου!
Αδημονούν Κομπότι… Σοβολάκου...
Τη συντροφιά τους σου ζητούν την άλλη
Τη Θεία, την Τιτάνια, τη Μεγάλη.
Βιάσου Καραϊσκάκη. Σού απομένει
Εννιά μηνών ζωή. Ευλογημένη
Κάν’ τηνε άθλων Ηρακλείων γεννήτρα
Την καρπερή του ηρωισμού σου μήτρα.
Μέσα της συνωστίζονται-βρυχιούνται
Παιδιά που βιάζονται ... που να! Γεννιουνται!
Να τα Δερβενοχωρια! Το Χαϊδάρι!
Να αντίς τα μαύρα όρνια οι άσπροι γλάροι.
Να η Δομπραίνα! Να! η Αράχωβά σου,
Το διαλεχτό μες σ’ όλα τα παιδιά σου.
Και να το Δίστομο! Το Τουρκοχώρι!
Καθένα πιό ακριβό από τ’ άλλα θώρι…
Μάντρα του Σαρδελλά, το Κερατσίνι
Οπου με την Καστέλλα ένα εγίνη.. .
Να τα μεγαλεπήβολα σχεδιά σου
Τα ορθολογικά κι αστραφτερά σου.
Και να ξανά η Ελλάδα αντρειεμένη.
Να παλι η Ρούμελη λευτερωμένη.
Να τα όνειρα μας όλα σαρκωμένα.
Και να τα γέλια των εχθρών πα’μένα.
Να η Τουρκιά να στέκει στη γωνία
Και τ’ άστρο σου να βλέπει μ’ αγωνία
Που όσο ψήλωνε και πιό φαινόταν
Και τόσο το δικό της θαμπωνόταν.
Και να ’σαι! ο μεγαλύτερος απ’ όλους
Τους νους του τόπου μας τους φεγγοβόλους!
Να η στρατιωτική σου ιδιοφυΐα
Που άλλη δεν ξανάδε η Ιστορία!
Και να το "όχι" σου στην προδοσία..
Και να η τραγική σου η θυσία…
Και να η Δόξα Σου ήρωα πρώτε
Ιδια και σήμερα όπως και τότε!..
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ
(μια αληθινή ιστορία μέρες πούναι)
Χρόνος: Μάης 1828.
Τόπος: Βρωμόσελα (η σημερινή Θωκνία) Μεγαλόπολης.
Τούρκικες σκηνές με πρώτη την πολυτελή σκηνή του Αχμέτ Βέη Βαβυλώνιου. Μπροστά από τις σκηνές η Επιτροπή που έκρινε ποιοι από τους έλληνες και τους τούρκους θα έμεναν στην Ελλάδα και ποιοι θα πήγαιναν στην Αίγυπτο, μετά από την απόφαση για αμοιβαία απελευθέρωση των αιχμαλώτων.
Ξάφνου, από τη σκηνή του Αχμέτ Βέη πετιέται η Χριστίνα και πέφτει μπροστά στα πόδια του πατέρα της που είναι πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης, ενώ στην πόρτα της σκηνής στέκει ο άντρας της Αχμέτ Βέης.
ΧΡΗΣΤΙΝΑ
Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με μαζί σου!
Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με από δω!
Πατέρα άπλωσε το χέρι σου και βγάλε με απ' αυτό τον τάφο!
Βγάλε με πατερούλη μου! Άπλωσε το χεράκι σου-το στιβαρό σου χέρι-
όπως μικρή το άπλωνες να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
ή για να πάρεις το ντουφέκι απ' τη γωνία.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-μπορείς.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-είναι δυνατό- και βγάλε με από δω.
Τρία χρόνια τώρα είμαι πεθαμένη. Όχι πεθαμένη...όχι, δε νιώθουνε οι πεθαμένοι.
Μα εγώ νιώθω, δεν είμαι ξύλινη, το ξέρεις πατερούλη.
Πόσο δεν έκλαιγα όταν έβλεπα τη γάτα μας μ' ένα πουλί στο στόμα…
Μ' έβλεπες και με ξέρεις πατερούλη.
Και όταν έβρεχε υπόφερα γιατί θα βρέχονταν τ' αρνιά μας.
Δεν είμαι ξύλινη. Με ξέρεις πατερούλη.
Κλαίω και τώρα. Όχι, δεν κλαίω-στέρεψαν τα μάτια μου πατέρα.
Μέσα σε τόσους κι είμαι μόνη μου πατέρα!
Μέσα σε τόσους που με ξέρουν κι είμαι άγνωστη πατέρα!
Μέσα στον ίδιο μου τον τόπο κι είμαι ξένη.
Ξένη όχι για τους άλλους μόνο
αλλά και για τον ίδιο μου τον εαυτό.
Μου μιλάνε πατέρα και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε.
Θέλω να μιλήσω πατέρα, μιλάω και κανένας δε με νιώθει.
Ως και τ' όνομά μου πατέρα κανείς δε νιώθει να το πει.
Δεν έχω πια όνομα πατέρα.
Δεν έχω ούτε τη χάρη που μια πέτρα έχει μες στο λόγγο.
Τήνε λένε "πέτρα".
Εγώ πατέρα όνομα δεν έχω.
Και δίχως όνομα πατέρα δεν υπάρχω.
Θέλω να πω κάτι και δεν ξέρω πώς.
Αν το πω στη γλώσσα μας πατέρα θα με κοροϊδέψουν.
Θα με λοξοκοιτάξουν.
Και δίχως γλώσσα η ζωή είναι θάνατος πατέρα.
Ας μην ήτανε ανάγκη να μιλάμε.
Ας συνεννοούμασταν με χειρονομίες.
Η σκλαβιά τότε θα ήτανε υποφερτή.
Πατέρα πάρε με από δω!
Γυρνάω δεξιά-τούρκος.
Γυρνάω αριστερά-τούρκος.
Κι εγώ δεν είμαι τουρκάλα πατέρα.
Τι δουλειά έχω ανάμεσά τους;
Γυρνάω να δω τον άντρα μου και τούρκο βλέπω ένανε πατέρα
που κάθε μέρα προσκυνάει ένα θεό που δεν τον ξέρω.
Ντυμένο τόνε βλέπω μ' άλλα ρούχα
στολισμένονε μ' άλλα στολίδια
που εγώ πατέρα μου δεν τα γνωρίζω.
Αλλιώς μιλάει, αλλιώς γελάει, αλλιώς καλημερίζει τους περαστικούς.
Ποιος θεός το θέλει αυτό πατέρα;
Αν το 'θελε δε θα μας έκανε άλλους γραικούς και άλλους τούρκους.
Θα μας ανακάτευε.
Θα μας έδινε από τη γέννα μας ίδια, κοινή ψυχή,
που να μην έχει διαφορά η μια απ' την άλλη.
Τα βράδια όταν πέφτουμε στο στρώμα
δεν είναι χέρια αυτά που μ' αγκαλιάζουν αλλά φίδια.
Φίδια που κάνουν έναν κύκλο γύρω μου θανατερό.
Κι ανάμεσα στα σκέλια μου πατέρα
δε νιώθω τη ζωή να σπαρταράει γυρεύοντας
χώμα να βρει να δέσει, να καρπίσει,
αλλά το θάνατο να θέλει μέσα μου άφευγα να μπει
όπως κι εγώ σ' εκείνον είμαι τρία χρόνια τώρα μέσα.
Γυρνώ το σπίτι μου να δω και βλέπω ξένο σπίτι
που όλα του με διώχνουνε αντίς να με γυρεύουν.
Και όλα μέσα του κλεμμένα από τους έλληνες.
Όπως κι αυτό το ίδιο.
Όπως κι εγώ πατέρα.
Μ' έχει αυτός ο άντρας κλέψει από το σπίτι μας-το ξέρεις δα-
μη ακούγοντας τα κλάματα και τις φωνές μου.
Πικρό είναι το ψωμί που τρώω μαζί του μέσα δω.
Αν ήταν να κλεφτώ πατέρα
ήξερα εγώ να διάλεγα τον κλέφτη μου.
Πανώρια παλληκάρια με γυρεύανε
όπως τον κάμπο η βροχή γυρεύει.
Τώρα πού είναι τάχα αυτά τα παλληκάρια;
Για μένα μια θαμπή ανάμνηση μονάχα είναι
ίσα για να γυρίζουνε στο κλάμα την ψυχή μου.
Κ ι ίσως ανάμνηση να είναι και για σας-
ίσως κι αυτά να πέσανε απ' το τούρκικο σπαθί.
Και το σπαθί αυτό το βλέπω-να το!
Το βλέπω κάθε μέρα κρεμασμένο
στον τοίχο του σπιτιού του άντρα μου.
Σπαθί που θέρισε σα στάχυα αμέστωτα τους νέους του χωριού μας.
σπαθί που έχυσε των αδερφιών μου το αίμα'
το αίμα το δικό μου-το ελληνικό.
Το βλέπω κάθε μέρα εκεί, στον τοίχο κρεμασμένο και το νιώθω
σαν το λαιμό μιας λάμιας που το αίμα πίνει από τη λίμνη της φυλής μας.
Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ;
Πώς που αν στερέψει εκείνη η λίμνη σβήνει η ράτσα μας;
Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ
που ακούω τη φωνή της λίμνης μας να με ζητάει σταγόνα της να γίνω;
Πατέρα πάρε με από δω.
Κάθε που βρέχει βρέχει στην ψυχή μου.
Ο ουρανός με το φεγγάρι και τ' αστέρια του
μία μεγάλη τούρκικη σημαία. Και τον μισώ.
Πάρε με από δω πατέρα.
Εδώ ερμιά. Εκεί, ανάμεσα στους έλληνες
όλα καλά πατέρα.
Τα πουλιά κελαδούν. Εδώ στριγγλίζουνε.
Τα δέντρα ανθούν. Εδώ νεκροφορούνε.
Εδώ το φως δεν έρχεται πατέρα. Όλο
στον κήπο μας και στου χωριού μας τα δρομάκια τριγυρίζει.
Πατέρα πάρε με από δω.
ΑΧΜΕΤ
Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις.
Η πρώτη ανάμεσα είσαι στις γυναίκες μου.
Διαμάντια και χρυσαφικά σου σκέπουνε κορμί και ρούχα.
Δουλειά καμιά να κάνεις δε σ' αφήνω-
δούλες μονάχα σου 'χω να διατάζεις.
Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις από μένα.
Μήπως σε μάλωσα καμιά φορά; Μήπως σε χτύπησα;
Μήπως καμιά φορά δεν έκανα ό,τι μου 'πες;
Το σπίτι μας παλάτι. Ο Αλλάχ
όλα μου έχει δώσει τα καλά. Κι εγώ με τη σειρά μου
στα ποδαράκια σου μπροστά τα 'χω απλωμένα.
Πως σ' αγαπώ το ξέρεις. Καθημερνά
με τα έργα και τα λόγια μου στο δείχνω.
Γιατί να θέλεις να μου φύγεις περιστέρα μου;
Δε σκέφτεσαι την πίκρα που θα με ποτίσεις;
Σ' έκλεψα, ναι.
Μα έτσι κάνουν όλοι οι μπέηδες.
Όμως δε σ' έκλεψα για να σε κάνω σκλάβα.
Βασίλισσά μου σ' έχω κάνει. Και γιατί;
Γιατί ο έρμος σ' αγαπώ.
Χριστίνα μου μη φύγεις.
Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
Και αν εδώ, σε τόπο ξένονε για μένα
τόσα καλά τριγύρω σου έχω απλωμένα
όταν θα πάμε στην πατρίδα μου διπλάσια,
τριπλάσια και καλλίτερα θα σου χαρίσω-
γιατί τ' αξίζεις περιστέρα μου.
ΧΡΗΣΤΙΝΑ
Πατέρα διώξ' τον σε παρακαλώ.
Μη τον αφήνεις να με πλησιάσει.
Το χνώτο του σαν ρούχο αρρώστιας με τυλίγει.
Τώρα πατέρα μου που σ' είδα πάλι
φούντωσε μέσα μου η φωτιά και πάλι της γενιάς μας.
Νεκρή 'μουν και μ' ανάστησε.
Και δεύτερο ένα θάνατο πατέρα δε θα τον αντέξω.
Κοίτα πατέρα! Κοίτα! Ποιος ειν' αυτός;
Μην είναι αδερφός μου;
Μη ξαδερφός μου είναι;
Μη πατέρας;
Μη γειτονόπουλο ή χωριανός μου;
Τ’ είναι πατέρα;
Άντρας μου!
Και τ' ειν' ο άντρας παρά μιαν ανάγκη
κι αυτή με υποχωρήσεις άμετρες δεμένη
ίσα για να κρατιέται από 'να πέσιμο;
Μα έστω κι έτσι ειν' άντρας μου αυτός;
Κοίτα πατέρα ανάμεσά μας! Κοίτα!
Δεν ξεχωρίζεις ένα τοίχο θεόρατο
που μας χωρίζει ανένωτα τους δυο μας;
Άντρας μου αυτός;
Έξω απ' το κορμί μου τίποτ' άλλο μου δεν άγγιξε.
Κοίτα πατέρα την ερμιά τριγύρω του την άγρια.
Και τη δικιά μου δες την έρημο τη διψασμένη.
Πατέρας μου είσαι και μπορείς να βλέπεις ό,τι βλέπω.
Γάμος θα πει να βάζουμε στη ζυγαριά χρυσάφι
και να μετράμε υπηρέτες και δουλειές;
Κι ακόμα έτσι να 'τανε πατέρα,
με τα δικά μας πλούτη με στολίζει αυτός.
Με κείνα που 'κλεψε από σε και μείναμε στους δρόμους-
όπως εμέ κι εκείνα τα 'χει αρπάξει. Όμως πατέρα
με τ' αρπαγμένο αγάπη δε στεριώνει. Τέτοια χαρά
το χαρισμένο μόνο την κρατεί.
Και τι έχει ένας αλλόφυλος πατέρα να χαρίσει;
Κ ι όλος φτιαγμένος από μέλι να 'ναι
ξύδι μετράν αυτά για κάθε ντόπιο'
και ξένος ειν' αυτός για με πατέρα.
Κι αν δεν το νιώθει έτσι αυτός, είναι ίσως
γιατί το γένος του δεν έχει ρίξει ρίζες μες στο χώμα.
Μα η δική μου ρίζα είναι πατέρα
χρόνια χιλιάδες πριν γερά δεμένη
με του' τα χώματα που τα πατούμε
και που μονάχα αυτά να μας σκεπάσουνε ποθούμε-
τάφος αλλού δε μας χωράει πατέρα.
Δεν πρέπει λέει να 'χω παράπονο από κείνον!..
Άκουσα που με φώναξε Χριστίνα.
Αυτό φαίνεται θα 'ναι τ' όνομά μου.
Μα τ' άκουσες πατέρα πώς το είπε.
Άκουσες πώς στα χείλια του κακόπαθε
πριν βγει από μέσα του σακατεμένο'
Και μόνο αυτό πατέρα μου δε φτάνει
πίσω-εδώ, κοντά σας να με πάρεις;
Η γλώσσα ειν' η πατρίδα μας πατέρα.
Και αν Χριστίνα δε με λέγανε πατέρα
τότε Παράπονο θα ήταν τ' όνομά μου.
(Ο Αχμέτ βγαίνει στη σκηνή του και γυρίζει σε λίγο με το παιδί τους στην αγκαλιά)
Παράπονο από τη ζωή. Παράπονο απ' τον κόσμο.
Παράπονο απ' τη μοίρα μου. Παράπονο απ' τις πέτρες
που δεν σηκώθηκαν βαριές επάνω μου να πέσουν
όταν το δρόμο μ' έβλεπαν της δυστυχιάς να παίρνω.
ΑΧΜΕΤ
Χρηστίνα μου, ανάμεσα σε μας πού τοίχο βλέπεις;
Αν κάτι στέκει ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ετούτο είναι το παιδί. Να! Δες το το καημένο-
απ' το γλυκό το στήθος σου γάλα ζητάει ακόμα.
Κι αν πας μακριά από μένανε αυτό πού θα τ' αφήσεις;
Σπλάχνο ειν' από το σπλάχνο σου κι αίμα του αίματός σου.
Αν είσαι άπονη για με, πόνεσε το παιδί σου
αφού αν έφευγες εσύ, αυτό με με θα μείνει.
Μείνε Χριστίνα μου γλυκιά, σε θέλουμε κι οι δυο μας.
ΧΡΗΣΤΙΝΑ
Κι αν αίμα μέσα ελληνικό στις φλέβες του κυλάει
αφού είναι με το τούρκικο το αίμα φιλιωμένο
παιδί μου αυτό δεν ειν' εμέ. Δικό μου αίμα δεν έχει.
Αίμα δικό μου αν έσμιγε με των τουρκώνε το αίμα
μες σε φωτιά και χαλασμό θα χάνονταν τα δυο.
Δικό σου είναι το παιδί. Παρ’ το. Σου το χαρίζω.
Μπορεί και να στο γέννησα, παιδί μου όμως δεν είναι.
Τούρκικο αίμα το παιδί δε θα 'χει το δικό μου.
Κάθε σταγόνα αίματος στις φλέβες του παιδιού μου
σταγόνα θα ’ναι ελληνική. Και πόλεμο μονάχα
με τις σταγόνες του αίματος του τούρκικου θ' ανοίγει.
Δικό σου είναι το παιδί.
Πατέρα, λύτρωσέ με!
Αν με μεγάλωσες εσύ και αν αρχοντοπούλα
ήμουνα μες στο σπίτι μας το τρισευλογημένο
κι αν κάποια σου' δωσα χαρά προτού η μπόρα έρθει
και μας χωρίσει ανάλγητη, τότε γλυκέ πατέρα
πατέρας δείξου αληθινός στο δύστυχο παιδί σου
και πάλι ξαναγέννησ' το-πατέρα κράτησέ με!
ΠΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Η Επιιτροπή απόφαση Βέη Αχμέτ επήρε:
εδώ θα μείνει-δε θα' ρθεί μαζί σου η Χριστίνα.
Αφού το καλεί η ημέρα, ας βάλουμε φουστανέλα σήμερα.
ΖΑΛΟΓΓΟ
Αφού ερήμαξε πρώτα τους Τούρκους
ήρθε η ώρα να χαθεί το Σούλι.
Αλλά τους όρους του και τότε βάζει
Ώστε οι κάτοικοί του να σωθούνε.
Κι ενώ βαδίζουν όλα με το σχέδιο
Το λόγο τους οι Τούρκοι τον πατάνε
Κι αρχίζουν τους Σουλιώτες να χτυπάνε.
Και κλείνουνται Σουλιώτισσες εξήντα
στην κορυφή Στεφάνι του Ζαλόγγου
και απ’ ολούθε τούρκοι τις κυκλώνουν.
Κι όλο ανεβαίνουν. Κι όλο τις ζυγώνουν.
Αυτές πρέπει απόφαση να πάρουν.
«Γυναίκες, τι θα κάμουμε;» ρωτιούνται.
«Μπροστά μας ο Γκρεμός. Πίσω οι τούρκοι.
Θ’ αφήσουμε το τούρκικο το χέρι
κορμί σουλιώτισσας να μαγαρίσει;»
Και με μια γνώμη όλες, απ’ το βράχο
στο βάραθρο πετούνε τα παιδιά τους
και το χορό κατόπι οι ίδιες πιάνουν.
Σε κάθε χορογύρο κι από μία
βουτάει στον γκρεμό. Κι αχολογάνε
του Ζάλογγου οι κορφούλες το τραγούδι.
Κι εν’ άστρο αποχτάει ακόμα η νύχτα
κι αιτία ύπαρξης η λευτεριά μας.
ΟΙ ΜΩΡΑΪΤΙΚΕΣ ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΕΣ
Αν το εικοσιδυό ο Κολοκοτρώνης
συνέχιζε το κλείσιμο της Πάτρας
θα τον εχάνανε οι κοτζαμπασαίοι.
Γι αυτό και λύνει την πολιορκία
και για Τροπολιτσά στο δρόμο μπαίνει.
Στο δρόμο ανταμώνει έναν δεσπότη-
τον πρώην Λαρίσης- που τόνε μαλώνει
γιατί άφησε την Πάτρα κι είχε φύγει.
«’Πο πούθεν είσαι δέσποτα;» ο Γέρος.
«Από τη Δημητσάνα είμαι. Όμως
σ’ Ανατολής μεγάλωσα τα μέρη.»
«Γνωρίζεις δέσποτα κάτι πουλάκια-
τις πέρδικες τις γλυκοκελαδούσες;»
«Ναι. Κι έχουν μάλιστα φαί ωραίο.»
«Η Ανατολή έχει πουλάκια τέτοια;»
«Έχει. Μα σαν τις πέρδικες ετούτες-
τις μωραϊτικες- δεν τραγουδάνε.»
«Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτές δεν πίνουν
νερό μωραΐτικο σαν τις δικές μας.
Λοιπόν ας κάτσει και η αφεντιά σου
μωραΐτικο να πιεί νερό-και τότες
αλλιώτικα να κελαδείς θα μάθεις.
Και τώρα δέσποτά μου την ευκή σου.
Σαν ανταμώσουμε τα ξαναλέμε.»
ΠΑΤΕΡΑΣ –ΠΑΤΡΙΔΑ
Βρισκόμαστε στον αγιασμένο χρόνο
και στην πολιορκία των Σαλώνων.
Εκεί έπεσε γενναία πολεμώντας
ο γιος του αρματολού Θόδωρου Τράκα.
Και βλέποντας το γιο του ο πατέρας
νεκρό μπροστά του, την καρδιά του σφίγγει
κι αυτά τα λόγια μόνος σιγολέει:
«Γάμος δε γίνεται χωρίς σφαχτάρια…»
ΤΡΙΠΟΛΗ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1821
(Αμερική-Λος Άντζελες)
Τούτοι οι στίχοι γράφτηκαν το Σεπτέμβρη του 1997 ύστερα από φιλική παράκληση των ελληνοαμερικανών τριπολιτσιωτών του Λος Άντζελες, για να διαβαστούν στη συνεστίασή τους της εικοσιτρείς Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, που έγινε για να γιορταστεί η επέτειος της άλωσης της Τροπολιτσάς.
Τα ονόματα και όλα τα άλλα στοιχεία του ποιήματος, όλα πραγματικά, μπήκαν για να ακουστούν από τους εορτάζοντες, και να χαρούν αυτοί λίγο με τη θύμηση των προγόνων ή συχωριανών τους.
Εικοσιένα. Της Σκλαβιάς το μάτι φοβισμένο.
Οι έλληνες σηκώθηκαν. Ανταρεμένο το αίμα
κοχλάζει μες στις φλέβες τους. Το πολυπικραμένο
από χαρά της Λευτεριάς λαμποκοπάει το βλέμμα.
Τ' άγριο κοπάδι έτοιμο. Μον' ο μπροστάρης μένει
που με σοφία περισσή, με γνώση και με κρίση
τάξη θα βάλει στην ορμή που γύρω του πληθαίνει
και τιμονιέρης θα γενεί το σκάφος να οδηγήσει.
Και να! Βροντή ακούγεται από την Καλαμάτα:
"Καπεταναίοι την Τρίπολη! Την Τρίπολη!» φωνάζει.
Η Ιστορία διπλόσφιξε την πέννα όπου εκράτα
και το χρυσό μελάνι της με βιάση ετοιμάζει-
του Γέρου άστραψε η φωνή-κοντά ειν’ ο αγώνας
κι η νίκη ακόμα πιο κοντά. Ό,τι αυτός αρχίσει
αίσιον έχει τελειωμό. Ετούτος ο αιώνας
σαν το μαργαριτάρι του τ’ όστρακο θα τον κλείσει.
Και όπως τ’ αγριόσκυλα κυκλώνουν τη δαμάλα
κι όλο στενεύουνε τον κλοιό προτού να της ορμήσουν
έτσι κι ο Γέρος του Μωρηά τα παλληκάρια τ’ άλλα
τα οδηγάει τ’ αδύνατα μαζί του να τολμήσουν.
Και Πιάνα κι Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Χρυσοβίτσι,
Λουκά, Λεβίδι, Τσιπιανά, Βαλτέτσι και Πικέρμι
τα βήματα είναι του θεριού πριν στην τουρκιά χιμήσει
και πάθει ό,τι της έγραφε η μοίρα της η έρμη.
Στρατολογεί η Καρύταινα πολεμιστές γενναίους
φωτιά οι μπαρουτόμυλοι παίρνουν της Δημητσάνας
η άσβεστη η ενθύμηση του πρωτινού τους κλέους
ο νικηφόρος γίνεται κάθε ψυχής παιάνας.
Και να! Οι νέοι του Μωριά σπαθί στη μέση ζώνουν.
Μοσκοβολά η αγνότη τους κάμπους, βουνά, ρουμάνια.
Κι οι αρχηγοί τους, διαλεχτοί των διαλεχτών, υψώνουν
παλληκαριάς ανάστημα που φτάνει ως τα ουράνια.
Από την Αλωνίσταινα Δημητρακοπουλαίοι.
Από το Αρκουδάρεμα Καρέλης, Κλης, Αδάμας.
Της Πιάνας οι Πετρόπουλοι κι οι Κωσταντοπουλαίοι.
Οι τρεις οι Ζυγοβιτσινοί: Ρίζος, Μπεγλής, Καρδάρας.
Ροϊνό: Αναγνωστόπουλος. Βυτίνα: Κακλαμάνος.
Νεμνίτσα: Αναγνωστόπουλος. Περθώρι: Πουρναραίοι.
Καρύταινα: Σπήλιος Λουκάς. Στον Καρδαρά ο Πάνος.
Κι απ' τον Άγιο-Βασίλειο οι δυο Δεληγιανναίοι.
Δάρα: ο Κολιός Μπακόπουλος, ο Γιάννης Παπακώστας
κι ο Γιώργης ο Λαμπρόπουλος. Πικέρμι: ο Κοκκώνης.
Απ’ το Στενό: Μπακόπουλος. Κάψα: Σκουντριάνος Κώστας.
Κι απ’ το Περθώρι ο ήρωας κληρικός: ο παπα-Γιώργης.
Απ’ τα ωραία Τσιπιανά: οι αντρείοι Ρεβελιώτες.
Πέρα, από τα Μαγούλιανα: οι Παπαγιαννοπουλαίοι.
Κι ο Σέκερης: ο αρχηγός μες στους τροπολιτσιώτες
με τη λεβέντικη ψυχή δόξας δροσιά να πνέει.
Αλλά και τ’ Αγιωργίτικα δε λείψανε και κείνα-
εβγήκαν από μέσα τους οι τρομεροί Σβωλαίοι.
Τον Ταμπακόπουλο έδωσε ακόμα η Βυτίνα.
Όλοι αυτοί, άντρες μεστοί άλλοι, και άλλοι νέοι,
στο κάλεσμα ετρέξανε του Γέρου Μωραϊτη
και ορκιστήκανε σ' αυτόν όλοι να υπακούνε
ώστε όχι μέσα στων τούρκων μόνο να μπουν τη μύτη
αλλά και στην Τροπολιτσά μαζί του για να μπούνε.
Και πάρθηκε η Τρίπολη. Και η αρχή αυτή ’ταν
του Αγώνα που οδήγησε στη λευτεριά του Γένους.
Γιατί όσα εδώ γινήκανε προς την Ευρώπη εβγήκαν
και να γνοιαστούν εκάμανε για μας, όλους τους ξένους.
Το πιο γερό τους στο Μωριά οι τούρκοι κάστρο εχάσαν,
το που ο Γέρος είχε φάει σκαμπίλι επληρώθη,
την πρώτη τους οι έλληνες βαθιά πήραν ανάσα
κι οστά και σάρκα επήρανε του ελληνισμού οι πόθοι.
Την Τάπια και την Κάρτσοβα και το Μαηθανασάκο
ορμητήριά του τα ’κανε ο Γέρος μες στη μάχη
που εκοψοκεφάλιασε τον τούρκικο το δράκο
ώστε η Ελλάδα σήμερα τη λευτεριά της να ’χει.
Για βόλτα σήμερα εμείς σ' αυτά τα μέρη πάμε.
Και καλά κάνουμε. Αλλά, πρέπει αυτή τη μέρα
τη σκέψη μας να στρέψουμε σ' αυτούς που τους χρωστάμε
πως απ' τους τούρκους λεύτερο ανασαίνουμε αγέρα.
Και περηφάνια νιώθουνε δίκια οι τροπολιτσώτες
γιατί η τρανότερη ήτανε της Τρίπολης η φλόγα
στην πυρκαγιά που ο Παλαιών Πατρών άναψε τότες
που στα ιερά Καλάβρυτα το Σηκωμόν ευλόγα.
Λοιπόν καλή διασκέδαση φίλοι κι ο θεός να δώσει
ό,τι καλό σε όλους σας εδώ στα μαύρα ξένα.
Και τώρα το ποτήρι του καθείς σας ας σηκώσει
και το κρασί του ας το πιει στη γεια του Εικοσιένα.
ΚΑΛΑΜΟΣ.ΤΖΑΒΕΛΑΙΝΑ.1823
Κάλαμος. Η Τζαβέλαινα η Δέσπω,
Του Φώτου η γυναίκα, μαζί μ’ άλλες
κυνηγημένες, κρύβονται απ’ τους Τούρκους.
Φτάνει ένα χαμπέρι κάποια μέρα
πως τα παιδιά της, Κίτσος και Ζυγούρης
εσκοτωθήκανε σε κάποια μάχη.
Αρχίζουνε το κλάμα οι γυναίκες.
Μαζί κι η Δέσπω. Ξάφνου όμως εκείνη
Πετιέται ορθή κι ισιάζει το κορμί της:
"Πάφτε ωρές τα κλάηματα" προστάζει.
"Εκείνοι πάνε στου Χριστού το δρόμο.
Πάσκα έρχεται. Λοιπόν σκωθείτε όλες
να βάψουμε τ' αυγά΄ τ’ ειν’ αμαρτία
και ο θεός μπορεί να μας θυμώσει».
Με το στανιό σηκώθηκαν κι οι άλλες
κι αρχίσαν να κοιτάνε τις δουλειές τους.
Και ξαφνικά, κι ενώ τα΄ αυγά εβάφαν,
Νέο χαμπέρι: όχι, λάθος ήταν,
κανένας δε σκοτώθηκε. Και ζούνε
Τα λιονταρόπουλα τα δυο της Δέσπως.
Δάκρυα χαράς μετά ’πο τόση λύπη.
Και η Τζαβέλαινα σταυροκοπιέται:
"Χριστέ μου δοξασμένη Σου η Χάρη
Που μου τους φύλαξες. Εγώ όμως πάντα
τους έχω και τους δυο ξεγραμμένους».
ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΟΙ
Οι Κολοκοτρωναίοι. Μια οικογένεια
Που τόσα έχει προσφέρει στην Ελλάδα.
Και να ένα περιστατικό που δείχνει
πόσο ελεύθερο είχαν το πνεύμα
Και ασυμβίβαστη τη λευτεριά του.
Ο Γέρος με τον αδερφό του Γιάννη
Κι ογδόντα διαλεγμένα παλληκάρια
Με αρβανίτικα ντυμένοι ρούχα-
για ν’ αποφύγουνε όποιαν υπόνοια-
πηγαίνανε στη Μάνη από τη Σπάρτη.
Και να! τρακόσοι τούρκοι απέναντί τους.
"Μόνο ένα «γεια σου» τούρκικα θα πούμε
ώστε να μας περάσουν για δικούς τους.
Προσέχτε! Τίποτ’ άλλο!" κάνει ο Γέρος.
Κι όλα τα παλληκάρια έτσι εκάναν.
Μα ο Γιάννης που ερχόταν τελευταίος
καλό δε μπορειε λόγο για τους τούρκους
ούτε στα ψέματα να πει. Τους κάνει:
«Μουρτάτες! Την κακή σας την ημέρα!»
και μάλιστα ελληνικά μιλώντας.
Και ρίχνει κιόλας και σκοτώνει έναν.
Μέχρι το βράδυ κράτησε η μάχη.
Και επληγώθηκε αλαφρά κι ο Γιάννης.
ΑΝΤΡΟΥΤΣΟΣ
Λίγο πριν μπούνε στης Γραβιάς το Χάνι
ο Αντρούτσος με τους λίγους του συντρόφους,
καθώς βαδίζανε, ξάφνου επετάχτη
ένας λαγός απ’ τα σπαρτά τριγύρω.
Τα παλληκάρια θέλησαν να ρίξουν.
Ο Αντρούτσος όμως "Μη ωρέ!" τους λέει,
"Κρατάτε τα φουσέκια για τους Τούρκους".
Κι αρχίζει πίσω απ’ το λαγό να τρέχει
και τόνε φέρνει πίσω ζωντανόνε.
Δε θέλει ο πόλεμος ψυχή μονάχα.
Θέλει και μάτι και αυτί και πόδι.
Θέλει και νου ξυπνό και μεστωμένο.
Γι αυτό αρχηγοί γινόνταν μόνο εκείνοι
που σ’ ολ’ αυτά ήσαν επάξια πρώτοι.
Τότε… Στο Άγιο το Εικοσιένα…
ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ
Όταν δοξάζονταν τα Δερβενάκια,
ένα βοσκόπουλο μακριά εστεκόταν
και κοίταζε περίεργο τη μάχη.
Το βλέπει ο Γέρος του Μωρηά: «Τι στέκεις
Και δεν τραβάς, ωρέ, να πολεμήσεις;»
"Να! άρματα δεν έχω Καπετάνιε…"
"Και η μαγκούρα σου όπλο δεν είναι;
Τράβα και σκότωσε μ’ αυτή έναν Τούρκο
Και πάρτου τ’ άρματα του και τα ρούχα!"
Και τη μαγκούρα έχοντας για όπλο
Χώθηκε το βοσκόπουλο στη μάχη.
Προς το βραδάκι ήρθε μπρος στο Γέρο
και περήφανεια στάθηκε γεμάτος
ένοπλος ένας καλοφορεμένος.
"Ποιος είσαι βρ’ Ελληνα;" του κάνει ο Γέρος.
"Εγώ! Δε με γνωρίζεις Καπετάνιο;
Εγώ είμαι που μ’ έστειλες το γιόμα
Με τη μαγκούρα μου να πολεμήσω.
Με την ευκή σου έκαμα όπως μου ’πες".
Ο Γέρος τον εγέμισε μ’ επαίνους.
Και όπου έβρισκε την ευκαιρία
τον έφερνε παράδειγμα σε άλλους.
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ
Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»
Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»
(Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.)
ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ
Οι Τοΰρκοι πιάσανε με προδοσία
σαράντα Κλέφτε-με τον αρχηγό τους,
τον λεβεντόκορμο τον Καραχαλιο,
και παν στην Τρίπολη να τους χαλάσουν.
"Ωρέ πασά μου" κάνει ο Καραχάλιος
Μια χάρη θέλω μόνο να μου κάνεις:
Εμένα να με σφάξεις τελευταίον."
"Στην κάνω ωρέ, γιατ' είσαι παλληκάρι."
Και τελευταίο τον έσφαξε αλήθεια.
Γιατί θαρρείς ότι ζητούσε εκείνος
να τόνε σφάξουν ύστερα απ’ τους άλλους;
Μη για να ζήσει λίγο παραπάνω;
Όχι. Την ώρα μοναχά που εκείνους
τους έσφαζε ο πασάς σαν τα κριάρια,
δίπλα στον δήμιο αυτός καθόντας
ετραγουδούσε Κλέφτικα Tραγούδια
τους μελλοθάνατους για να θαρρύνει.
Και το κατάφερε. Γιατ’ είναι θεία
στον κόσμο προσφορά η ψυχή τ’ ανθρώπου.
Και στα δημοτικά μέσα τραγούδια
Ενού Λαού πάντα η ψυχή μιλάει.
ΚΑΨAΛΗΣ
Αν άνθρωποι εγεννιόντανε οι πόλεις
το Μεσολόγγι θα ’ταν ο Χριστός τους.
Όταν εκείνο έπεσε, ο Καψάλης
στα Καψαλέϊκα τα σπίτια μέσα
συνάζει γυναικόπαιδα, γριές, γέρους
κι όλους εκείνους που καλλίτερα είχαν
στου θάνατου να πάνε τα σκοτάδια
πάρα να πέσουν στων τουρκών τα χέρια.
Οι τούρκοι πλησιάζουν ολοένα.
«Βγάτε στα παραθύρια ωρέ γυναίκες
να σας ιδούν οι τούρκοι, να προστρέξουν
να στείλουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε
εκεί που άβλαβοι είναι για τον τόπο».
Κι όταν πολλοί εμαζευτήκαν τούρκοι
βάζει φωτιά ο Καψάλης στο μπαρούτι.
Κι οι τούρκοι πέσανε νεκροί στο χώμα
κι οι έλληνες στον ουρανό ανεβήκαν.
ΚΑΤΑΡΑ...
Άν ο Εθνικός μας Ύμνος άραγε
είχε σκοπό και λόγια άλλα
ακούγοντάς τον θα λαχτάραγε
πάλι η ψυχή έτσι μεγάλα;
Πάλι το δέντρο εντός μας θα ΄κανε
του έθνους σύγκορμο να τρέμει
σα με μανία να το χτυπάγανε
χίλιων Αιόλων οι ανέμοι;
Πάλι οι ρίζες του θα τράνταζαν
σαν να γυρεύαν να πετάξουν;
Πάλι οι χυμοί του θ΄αφροπλάνταζαν
να βυζαχτούνε... να διδάξουν;
Και μεις, το θύμα ενός πρωτάκουστου
θεριού που τρώει τα παιδιά του-
ζούδια μιαρά πάνω στους κλάδους του,
θα το σωριάζαμε και πάλι κάτου;..
ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΕΣ
(ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ)
15 Μάρτη, παγκόσμια ημέρα καταναλωτή
(στίχοι για παιδιά)
Καταναλώνουμε. Και αγοράζουμε.
Παίρνουμε το μικρό και το μεγάλο,
κι ότι ακόμα θέλουμε φωνάζουμε
αυτό, ετούτο, το άλλο, το παράλλο.
Παίρνουμε πράγματα και όλο παίρνουμε
από τον έμπορο που τα πουλάει,
κι όταν στο σπίτι όλα αυτά τα φέρνουμε
από χαρά η καρδιά χοροπηδάει.
Μα σαν τα δούμε λίγο, όταν τα παίξουμε
όταν τα φάμε ή μ’ αυτά χαρούμε
τ’ αφήνουμε και θέλουμε να τρέξουμε
και νέα ν’ αγοράσουμε ζητούμε.
Και βέβαια πρέπει να καταναλώνουμε.
Mα όχι αλόγιστα: με μέτρο κάποιο.
Αλλιώς παιδιά μου το παραξηλώνουμε
κι η κατανάλωση είναι κάτι σάπιο.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)
Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;
Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.
Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΠΝΟΥ
(στίχοι για παιδιά)
Για σκέψου να υπάρχει ημέρα ύπνου!
Και όμως, του αξίζει τέτοια μέρα-
γιατί όλοι, απ’ τα στρωσίδια μας του λίκνου,
κανείς τον ύπνο δεν τον διώχνει πέρα.
Γι αυτό και σήμερα όλοι τιμούμε
το δώρο αυτό της φύσης της σοφής μας.
Κι ας το τιμήσουμε πριν... κοιμηθούμε
κάτω απ’ το βάρος όποιας κούρασής μας.
Γιατί αν ο ύπνος δεν μάς αναπάψει
θα είμαστε συνέχεια κουρασμένοι
κι η νύστα που δε θα ’λεγε να πάψει
όλη μας τη χαρά θα ’χε παρμένη.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ
(στίχοι για παιδιά)
Κι αν είναι εβραίος κάποιος είτε γάλλος
τι με νοιάζει;
Κι αν είναι αλβανός ή πορτογάλος
τι πειράζει;
Και κείνος άνθρωπος τάχα δεν είναι
σαν και μένα;
Ή μήπως άλλο κάτι εκείνος γίνε-
ται στα ξένα;
Και κείνος ίδια, κάτω αν θα πέσει,
δεν πονάει;
Και ίδια, κλαίει κι αυτός όταν πονέσει-
δεν γελάει...
Γι αυτό έθνη και φυλές εγώ δεν ξέρω-
και σας λέω,
πως όταν κάποιος ξένος υποφέρει,
κι εγώ κλαίω.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ
(στίχοι για παιδιά)
Πρέπει να τα προσέχουμε τα δάση.
Αυτά μας δίνουν οξυγόνο, ξύλο,
και το νερό κρατούν μη μας χαλάσει.
Στα δάση μας καθείς βλέπει ένα φίλο.
Ας τα περποιούμαστε λοιπόν με ζήλο.
Ό,τι μας έπλασε κι αυτά έχει πλάσει.
Κι αν δε μας δίνουνε σύκο ή μήλο
μα της ζωής μας δίνουν το γιορτάσι.
Μετά, σκεφτείτε λίγο και ρωτήστε:
δεν είναι τάχα υποχρέωσή σας
στη γη ότι υπάρχει ν’ αγαπήστε
αφού η μοίρα του είναι και δική σας;
Κι ακόμα λέω πως δάση αν δεν υπήρχαν,
το άχρωμο κι η θλίψη θα μας είχαν.
22 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά)
Ρυάκια γλυκομούρμουρα
θάλασσα εσύ γαλάζια-
ρυάκια με τη χάρη σας,
θάλασσα με τα νάζια,
ποιος δε σας αγαπάει αφού
στο αίμα μας κυλάτε;
ποιος τάχα σας εχθρεύεται
χαρά αφού μας μεθάτε;
Κι ή σαν βροχούλα σιγανή
κι ή σαν μεγάλη μπόρα
να ξέρατε πώς θα ’θελα
να πέφτατε και τώρα...
Κυλήστε, τρέξτε, βρέξετε.
Τη γη βαθιά ποτίστε.
Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ,
ποτέ να μη μας λείψτε.
23 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ
(στίχοι για παιδιά)
Βαριέμαι ομπρέλα πάντοτε να κουβαλώ μαζί μου.
Μα θέλω πάντα και στεγνό να έχω το κορμί μου.
Γι αυτό μετεωρολόγοι μου κάνετε τη δουλειά σας
και τα παιδιά όλα εμείς θα είμαστε κοντά σας.
Δουλειά τους νόμους έχετε της φύσης σεις να βρείτε.
Παρατηρήσετε λοιπόν, μετρήστε, κι ό,τι δείτε
ζυμώστε το, δουλέψτε το, ταξινομήσετέ το,
και ό,τι βρείτε σ’ όλους μας ανακοινώνετέ το.
Και γίνετε βοηθοί εσείς σε γεωργό, βαρκάρη,
ως και σ’ αυτούς που ορέγονται ταξίδια στο φεγγάρι.
Κι αν κάτι θέ ’τε κι από μας... μα σας το δώσαμε ήδη:
σήμερα εχάσαμε για σας λίγη ώρα απ’ το παιχνίδι!..
27 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά)
Τόσο κρυφοί είναι όλοι τους
και τόσο θλιβεροί
που λες κι ανακαλύψανε
τη γλώσσα, επειδή,
να κρύψουνε γυρεύουνε
μ’ αυτήν κάθε άσχημό τους
από γειτόνους, φίλους τους
...μα κι απ’ τον εαυτό τους.
Και σιχασιά όταν νιώσουνε
απ’ αυτό τους το κρυφτό
στο θέατρο πηγαίνουνε
για να ιδούν σ’ αυτό
τον εαυτό τους μ’ όλα του
τ’ άσχημα και κρυφά του
κι έτσι να καταφέρουνε
να ’ρθούνε πιο κοντά του.
Κι όταν μας παίρνουνε μαζί
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι,
εμείς-και ας μην ξέρουμε
το έργο τι θα βγάλει-
μα κερδισμένοι βγαίνουμε
από τα έργα όλα,
γιατί σε κάθε διάλειμμα
πίνουμε κόκα-κόλα!..
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026
ΑΥΤΟ!
Η πρώτη ύλη που ’φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να ’ταν χώμα.
Πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να ’ταν χρώμα.
Και ούτε τον εφύσησε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.
Αυτή ’ναι η εξήγηση που μέσα όταν βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.
Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ’ αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.
Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνη, το βραχνό,
αυτό! πώς θα μπορέσω;
Κυριακή 22 Μαρτίου 2026
Ο πόλεμος μαίνεται και τείνει να γίνει παγκόσμιος.
Έτσι, κανείς δεν ξέρει αν θα ζει μετά το τέλος του.
Ό,τι και να γίνει όμως, εγώ θα ζω αν ζήσω ή θα έχω πεθάνει αν πεθάνω, όντας ευχαριστημένος.
Γιατί;
Να γιατί.
Από μικρός μέχρι και σήμερα, αναρωτιόμουν γιατί οι άντρες να πρέπει να κυνηγούν την γυναίκα, ή να την καλοπιάνουν, ή να της προσφέρουν δώρα, ή να την παρακαλούν, προκειμένου να «συνομιλήσουν ερωτικά» μαζί της. Και γιατί να μην γίνεται το αντίθετο-ή και το αντίθετο τουλάχιστον.
Πρόσφατα λοιπόν βρήκα την απάντηση σε αυτό το ερώτημά μου.
Και θα την πω εδώ ώστε να την γνωρίσει και όποιος άλλος δέχεται αρώτητα και σαν εντελώς φυσικό το παραπάνω φέρσιμο των γυναικών, αλλά και την ασυζητητί αποδοχή του από τους άρρενες.
Οι επιστήμονες μάς λένε ότι πριν από ογδόντα χιλιάδες ήδη χρόνια (!), οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει υποτυπώδη ημερολόγια, πέτρινα κυρίως, έτσι ώστε να κανονίζουν την ζωή τους σύμφωνα με τις κινήσεις των άστρων, και κύρια του ήλιου, της σελήνης και της Αφροδίτης.
Αυτά βρέθηκαν κυρίως στα σπήλαια της Αλταμίρα, εκεί, στις σπηλιές των ορεινών όγκων της βόρειας Ισπανίας.
(Ίσως αυτά να ήσαν οι προ-προ-προπάτορες του μηχανισμού των Αντικυθήρων.)
Στα πιο κοντινά μας χρόνια-πέντε έως δέκα χιλιάδες-, εδώ κι εκεί, στην Ευρώπη κυρίως, βρέθηκαν αλλού πιο εξελιγμένα τέτοια όργανα.
Για να μην πολυλογώ, οι ανθρωπολόγοι μας λένε ότι τα όργανα αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες, ώστε να αποφεύγουν την ερωτική επαφή με τους άντρες, έτσι ώστε να μην μείνουν έγκυες, και γεννήσουν έτσι πολλά παιδιά, γιατί δεν είχαν τον τρόπο να τα θρέψουν.
Ακόμα, κανόνιζαν έτσι τις επαφές τους με τους άντρες, ώστε τα παιδιά που θα γεννούσαν, να γεννηθούν γύρω στον (σημερινό) μήνα Μάρτη, έτσι ώστε να πάρουν λίγο απάνω τους κατά τους σχετικά ζεστότερους μήνες του ακολουθούντος καλοκαιριού, και να επιζήσουν (του κρύου ή της δυσεύρετης τροφής).
Μάλιστα τα όργανα αυτά μέτρησης οι γυναίκες τα είχαν κρεμασμένα στον λαιμό τους μέσα από μια τρυπούλα που έφερε το όργανο αυτό.
Τι σημαίνουν όλα αυτά;
Ασφαλώς ότι οι γυναίκες απαγόρευαν στον άντρα να τις πλησιάζει όταν το ημερολόγιό τους ήταν αντίθετο.
Αυτά είναι τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα.
Καθένας πια φαντάζεται πόσες αρνήσεις δεχόταν ο άντρας των εποχών εκείνων από τις γυναίκες.
Και φαντάζεται κατά συνέπεια και τι κόλπα θα μηχανεύονταν οι άντρες προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους. Τι δώρα θα τους έφερναν, τι λόγια θα τους έλεγαν (όσοι μπορούσαν, και όπως, να μιλούν τότε), τι υποσχέσεις θα σκαρφίζονταν να τους κάνουν, μένοντας όπως παρ’ όλα αυτά έξω του… νυμφώνος.
Αυτή λοιπόν η κατάσταση που διάρκεσε χιλιάδες χρόνια, δεν είναι παράξενο ότι διατηρείται ως σήμερα.
Παράξενο θα ήταν αν δεν είχε διατηρηθεί.
(Ακόμα οι ανθρωπολόγοι και γενικά οι ειδικοί μας λένε ότι οι γυναίκες των τότε εποχών είναι που είχαν δημιουργήσει αυτά τα «ημερολόγια».
Επειδή αυτές είναι που ζούσαν περισσότερα χρόνια από τους άντρες, και είχαν την «πολυτέλεια» να παρατηρούν τις νύχτες τα αστέρια επί πολλά χρόνια της ζωής τους καθεμιά, έτσι ώστε να βγάζουν συμπεράσματα σχετικά με τις κινήσεις των άστρων.
Και ζούσαν περισσότερο από τους άντρες, επειδή οι τελευταίοι χάνονταν, νέοι οι περισσότεροι, είτε στους μεταξύ τους πολέμους, είτε στα θαλασσινά ταξίδια, είτε στα κυνήγια.)
Αυτά.