ΗΡΩΔΗΣ
(μονόπρακτο)
ΧΡΟΝΟΣ:
1 μ. Χ.
ΤΟΠΟΣ:
Παλάτι του Ηρώδη.
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Ηρώδης-βασιλιάς της Ιουδαίας
Δαμασκηνός-έλληνας δάσκαλός του
Μάγοι
Φρουρός.
ΗΡΩΔΗΣ
(στον Δαμασκηνό)
Πες τους να κλείσουνε τις πόρτες όλες.
Να βλέπει και ν' ακούει κανείς δεν θέλω.
Για με και για τους άλλους βασιλιάδες
Υπάρχουν ώρες μέσα στη ζωή τους
Που πρέπει μάρτυρα άλλο να μην έχουν
Παρά τους εαυτούς τους -κι ούτε κείνους.
Τις ώρες κείνες πρέπει να ’μαστε άλλοι.
Ξένοι σε ότι ως τότε ήταν δικό μας.
Πες τους να κλείσουνε τις πόρτες όλες.
Γιατί βασιλική αδυναμία
Ν’ ακούσουνε αυτιά ξένα δεν πρέπει.
Και δάσκαλε, ειν’ αυτή μια τέτοια ώρα.
Η ώρα που απολογισμό για όλες
Τις βρωμερές τις πράξεις μου θα κάνω.
Η ώρα που να ξεχυθεί θ’ αφήσω
Απ’ τα κλειστά τα στήθια μου η μετάνοια.
Μη με κοιτάς με παραξένια τόση.
Ναι, άκουσες καλά. Μετάνοια είπα.
Πες τους να κλείσουνε όλες τις πόρτες.
Κι αν σε κρατώ απόψε εδώ κοντά μου
Δεν είναι για ν’ ακούσω από σένα
Για Ιστορία ή για Φιλοσοφία
Ή τη Ρητορική να με διδάξεις.
Είναι που για να είσαι έτσι κοντά μου
Ημέρα νύχτα για δεκάδες χρόνια,
Δεύτερος έχεις γίνει εαυτός μου.
Με τη σοφή σου τη διδασκαλία
Την αλλαγή έχεις φέρει στην ψυχή μου.
Μιαν αλλαγή, που αφότου εγίνη μοιάζω
πιότερο εσύ παρά εγώ να είμαι.
Τόσο βαθιά με πότισαν τα λόγια
Που από το στόμα σου σα μέλι βγαίναν
Και την καρδιά μου έρχονταν ν' αγγίσουν.
Και μοιάζω με δοχείο γεμισμένο
Με υγρό που μέσα μου συ έχεις ρίξει
Απ' την ακένωτη δεξαμενή σου.
Και είναι το υγρό που ’μαι γεμάτος
Η Αρετή κι ο Λόγος κι η Σοφία.
Και τώρα εγώ Ηρώδης πια δεν είμαι
Παρά ένα μικρό είμαι κομμάτι
Απ’ τον Δαμασκηνό τον δάσκαλό μου.
Γι αυτό και σένα απόψε έχω διαλέξει
Για μάρτυρα σ’ αυτή μου τη μετάνοια.
Μονάχα συ μπορείς αυτά να νιώσεις
Που έχω να πω, γιατί εσύ 'σαι κείνος
Που δίχως να το πεις με γλώσσας λόγια
Σ' αυτήνε τη βουλή σπρωγμένα μ' έχεις.
Γι αυτό σου λέω: πες τις πόρτες όλες
Να κλείσουν, κι έλα κάθισε κοντά μου.
(Ο Δαμασκηνός βγαίνει και ξαναμπαίνει)
Έτσι. Απόψε όλοι ας μακρύνουν.
Ούτε φρουρούς κοντά μου απόψε θέλω.
Να με φυλάξουν δεν μπορούν εκείνοι
Από εχθρό που μες στα στήθη κλείνω.
Να βλέπει και ν' ακούει κανείς δε θέλω.
Δάσκαλε πες μου το λοιπόν-την ξέρεις
Γιατί εσύ κάθε κρυφό μου ξέρεις-
Η τελευταία βδελυρή μου πράξη
Ποια ήταν; Πες το μου να το ακούσω.
Και όπως έκανα μέχρι τα τώρα
Κακή δε θα σου πω ότι δεν ήταν.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Να σου το πω ξανά φόβο δεν έχω.
Μ' αφού όμως την ξέρεις την αλήθεια
Γιατί να την ακούσεις κι από μένα;
…Τον ίδιο σου το γιο έχεις σκοτώσει!
ΗΡΩΔΗΣ
Ναι! πες το πάλι! Πες το να τ’ ακούσω!
Μια μαχαίρια μου τρύπησε τα σπλάχνα
Σαν το ’πες. Και αλήθεια αυτό τ’ αξίζω.
Κι όσες φορές να μου το πεις ακόμα
Την ίδια μαχαιριά πάλι θα νιώθω
Να μου τρυπάει ως μέσα την καρδιά μου.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Εσύ ως χτες το έλεγες γελώντας.
Πώς τώρα ξαφνικά έχεις αλλάξει
Και το ίδιο πράγμα πόνο σε γεμίζει;
ΗΡΩΔΗΣ
Η νύχτα η χτεσινή τα 'κανε όλα.
Το μάτι μου δε σφάλισε χτες βράδυ.
Κι όλα περάσανε από μπροστά μου
Όσα κακά στη ζήση μου έχω κάνει.
Γιατί, ποιος ξέρει, τέτοια μία νύχτα
Να φτάνει κάποτε σε ζήση ανθρώπου…
Έτσι απρόσκλητη ποιος τηνε στέλνει;
Ή πρόσκληση γι αυτήν ήταν ο τρόπος
που τη ζωή μου έζησα ως τα τώρα;
Μην ήρθε γιατί γέρασα-πλησιάζω
το ξέρεις, τα εβδομήντα-και οι γέροι
Το θάνατο κοντά τους βλέπουν να ’ναι
Και να λογαριαστούν ζητούν μαζί του;
Κι αν άλλοι γέροι δάσκαλους δεν είχαν
Για να τους μάθουνε πως κόσμος άλλος
Κάτω από τα πόδια μας υπάρχει
Και πως σ' αυτόν οι άδικοι υποφέρουν
Όμως εγώ από σένα έχω μάθει,
Για του Άδη τα φρικτά βασανιστήρια
Που τους κακούς παιδεύουν σαν πεθάνουν-
Γιατί έτσι έχουνε αποφασίσει
Οι δικαστές οι δυο που τέλεια κρίνουν
Κι αλάθητα, τις πράξεις των ανθρώπων,
Όταν αυτοί στον Άδη κατεβαίνουν.
Για τον Αιακό μιλώ και για τον Μίνω
Που πάνω σε χρυσούς καθόντας θρόνους
Ολημερίς ακούραστα δικάζουν.
Κι άδικα εγώ πολλά έχω καμωμένα.
Κι ο πόνος που μου δίνουν είναι τόσος
Που μόνος δεν μπορώ να τον σηκώσω.
Τ’ ομολογώ αυτό μόνο σε σένα
Γιατί έτσι ίσως ο πόνος μου λιγέψει…
Έκανα με τη δύναμη που έχω
Τόσες μεγάλες δάσκαλε αδικίες
Που σ' όποιους θεούς όσες θυσίες κι αν κάνω
Εξαγνισμό δε θα ’βρω από κανέναν.
Βασάνισα κι έχω σκοτώσει ανθρώπους
Χωρίς να μου ’χουνε καθόλου φταίξει.
Εσκότωσα παιδιά, γυναίκες, γέρους.
Την ίδια τη γυναίκα μου, την κόρη
Του Υρκανού του μέγα, εγώ με χέρια
Σκληρά κι ανάλγητα έχω θανατώσει.
Και τον Προφήτη σταύρωσα Εζεκία,
Μεγάλο ήρωα λαού μεγάλου.
Κι έχω αυλικούς μου σφάξει για το λόγο
πως υποψίες γι αυτούς είχα μονάχα
Πως όσο έπρεπε πιστοί δεν μου ήσαν.
Έκλεψα βιος μεγάλων μας αρχόντων,
Και άρπαξα γυναίκες και αδερφές τους
Για να ’χω συντροφιά την κάθε νύχτα
Καινούργια στ’ άνομό μου το κρεβάτι.
Πικρά για όλα τούτα μετανιώνω.
Ντροπή αυτά για βασιλιά μεγάλη.
Ας ήτανε να μη τα έχω κάνει…
Χάλασα τη ζωή μου. Έχω σκοτώσει
Την ίδια την ψυχή μου πριν εκείνους
Με χέρι δολοφόνο θανατώσω.
Βιάζοντας, κλέβοντας και αδικώντας
Στη δυστυχία δεν έχω κι άλλους ρίξει
Μα και τον ίδιονε τον εαυτό μου.
Ξέρω, αυτά τα πράγματα τα κάνουν
Ίδια του κόσμου όλου οι βασιλιάδες,
Δίχως ποτέ γι αυτά να νιώσουν πόνο.
Κι ως χτες κι εγώ ίδια μ’ αυτούς σκεφτόμουν.
Μα σήμερα, μετά απ’ αυτή τη νύχτα,
Που άλλη όπως αυτή να μην ξανάρθει,
Αλλιώς τα ίδια πράγματα τα βλέπω.
Δάσκαλε τη σοφή σου πες μου γνώμη:
Στον κάτω κόσμο αυτή η μαύρη νύχτα
Θα κάνει αλαφρότερα να γίνουν
Τα κρίματά μου στο ζυγό επάνω
Των δύο δικαστών του άθλιου Άδη;
Οι δικαστές μου ίσως μαλακώσουν
Σα δουν ότι εγώ πριν από κείνους
Τον ίδιο μου εαυτό έχω δικάσει,
Και τ' άδικα που έχω καμωμένα
Σκληρούς μου τιμωρούς τα έχω κάνει;
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Όταν στον κάτω θα βρεθείς τον κόσμο
Οι άνθρωποι που έχεις αδικήσει
Αλλιώς θα σ’ αντικρίζουν τώρα που ’χεις
Πόσο κακό τους έχεις κάνει νιώσει,
Και που τιμώρησες τον εαυτό σου
Με μια καθώς η χτεσινή σου νύχτα.
Και τελεσφόρα πιο πολύ θα είναι
Αυτή σου η μετάνοια, όταν στο μέλλον
Δεν κάνεις κάποιες πράξεις ίδιες πάλι.
Γιατί αν κάνεις θα ήτανε σημάδι
Πως αλλαγή σε σε δεν έχει έρθει.
ΗΡΩΔΗΣ
Δάσκαλε τόσο αφού πολύ με ξέρεις,
Πρέπει να νιώθεις πως η αλλαγή μου
Ειν' αλλαγή που γυρισμό δεν έχει.
Και τέτοια πράξη όχι καμία μόνο
Δεν πρόκειται να κάνω, αλλ' ακόμα
Έχω σκοπό καλές να κάνω πράξεις
Που θ’ αλαφρώσουν το μεγάλο βάρος
Που κλείνω ακόμα μέσα μου, κι ας έχω
Σε σένανε ανοίξει την καρδία μου.
Στη ζυγαριά σωστές αν αποφάσεις
Και δίκιες πράξεις πάνω της αν βάλω
Ίσως το άδικο να λιγοστέψω.
Μονάχα δάσκαλε κανείς δε θέλω
Να μάθει πως μετάνιωσα για ό,τι
Η δύναμή μου μ' έσπρωχνε να κάνω.
Γιατί αδύναμος θα πουν πως είμαι.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Τόσα κακά που έχεις καμωμένα
Καλό για σε θα είναι βασιλιά μου
Κακό έστω άλλο πάλι να μην κάνεις.
ΗΡΩΔΗΣ
Με κρύα καρδιά μ' αυτό θα συμφωνήσω
Κι ας είσαι ο σοφός ο δάσκαλός μου.
Μα πίστεψέ με, ο,τι καλό ως τα τώρα
Δεν έκανα, την ευκαιρία αν είχα
Θα το ’κανα μια κι έξω μαζεμένο.
Ναι, θέλω το καλό τώρα να κάνω.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ξέχειλο τέτοιο απόφασης ποτήρι
Πρώτη φορά αντικρίζω στη ζωή μου.
Και μα το Δία, μ’ όσα έχω ακούσει-
Με όσα εσύ θυμήθηκες μαζί μου-
Αν και χαρούμενα, μ’ έχουν βαρύνει.
Γι αυτό ν’ αλλάξουμε για λίγο λέω
Τη διάθεσή μας με παρέα μία
Που σχέση με αυτά διόλου δεν έχει.
Χωρίς να ξεχαστεί η υπόσχεσή σου
ρούχα ας της δώσουμε χαράς να βάλει.
Για λίγο οι ψυχές μας ας λαφρύνουν.
Κι έχω γι αυτό να σου προτείνω κάτι.
Χτες βράδυ έχουν φτάσει στο παλάτι
Τρεις μάγοι που τραβάνε για τη Δύση.
Μπορούν αν θέλεις να σε διασκεδάσουν.
Ξέρουν να κάνουν όμορφα παιχνίδια,
Ταχυδακτυλουργίες φέρνουν νέες,
Και παραμύθια ξέρουνε να λένε
Που κουβαλούν μαζί τους και τα πάνε
Στη Δύση, με χρυσάφι να τ’ αλλάξουν.
ΗΡΩΔΗΣ
Το μέλλον ξέρουνε να το διαβάζουν;
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ο ένας απ’ τους τρεις ξέρει το μέλλον
Καθώς εσένα εγώ κι εσύ εμένα.
ΗΡΩΔΗΣ
Λοιπόν ας έρθουν δάσκαλε οι μάγοι
Τα θάματα τους να μας αραδιάσουν.
(Βγαίνει ο Δαμασκηνός)
Ας έρθουν. Θα ’ναι ό, τι και να κάνουν
Καλλίτερο απ' το να ’μαι μοναχός μου.
Ψηλότερα η κάθε τους η λέξη
Στη σκάλα της χαράς θα μ’ ανεβάζει.
Κι αφού στο πρώτο είμαι σκαλοπάτι
Όσο ν' ανέβω κέδρος μου θα είναι.
Όμως το πρώτο που θα τους ζητήσω
Θα ’ναι παιχνίδια όχι, μάγια όχι,
παρά το μέλλον να μου πουν ποιο θα ’ναι.
Γιατί αυτή η μεγάλη αλλαγή μου
Του τώρα μου δεν είναι μόνο κόρη
Αλλά μητέρα και του Μέλλοντός μου.
Θέλω να ξέρω τι μου ετοιμάζει
Αυτή η μεγάλη μεταμόρφωσή μου.
Και ποιος να μου το πει ικανός ειν’ άλλος
Παρά εκείνοι που από της μαγείας
Τα μέρη έρχονται γεμάτοι γνώση;
Του Χρόνου ίσως τα πέπλα να ξεσχίσουν
Και ό,τι στέκει πίσω του να δούνε.
Ίσως κρυμμένο εκεί μου δείξουν κάτι.
(Μπαίνει ο Δαμασκηνός με τους τρεις
μάγους που κουβαλούν και τα σύνεργά τους)
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Μεγάλε Ηρώδη βασιλέα χαίρε.
Περαστικοί εγώ κι οι σύντροφοί μου
Είμαστε από εδώ. Τραβάμε νότια
Των αστεριών το δρόμο ακολουθώντας.
ΗΡΩΔΗΣ
Καλωσορίσατε. Λοιπόν στο μέλλον,
Ανοίξτε τα πανιά. Και αρμενίστε.
Κι αφού από κει γυρίστε με τα πλοία
Γεμάτα μ' άγνωστο για με χρυσάφι,
Τότε και τις φλογέρες ξεδιπλώστε
Και της χαράς απλώστε την παντιέρα
Και διασκεδάστε μας όσο μπορείτε.
Μα πρώτα αυτό: το μέλλον να μου πείτε!
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μεγάλε βασιλιά ως χτες ακόμα
Μας βασανίζαν και τους δυο οι φήμες
Ότι το χρόνο αυτόν μέσα στη χώρα
Ο βασιλιάς γεννιέται των Ιουδαίων.
Δώσε τη διαταγή σ' αυτούς τους μάγους
Να δουν τις σφαίρες τους και τα χαρτιά τους
Και να μας ξεδιαλύνουν αν η φήμη
Πως βασιλιάς προφτάνει στους Εβραίους,
Πετάει με τα φτερά της φήμης μόνο,
Ή έχει και πόδια που γερά πατάνε.
ΗΡΩΔΗΣ
Σήμερα δεν με νοιάζει αυτό καθόλου.
Δάσκαλε ας γεννηθεί ο βασιλιάς τους.
Ας δουν κι αυτοί ξανά καλές ημέρες.
Λαός μεγάλος είναι-τους αξίζει.
Και ούτε βλάφτουνε τη Ρώμη έτσι.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Αλήθεια βασιλιά μου έχεις αλλάξει
Και μεγαλόψυχος αλήθεια εγίνεις.
…Τη Ρώμη όχι βασιλιά μου. Όμως
Κάθε στον κόσμο κέρδος των Εβραίων
Στους Έλληνες χαμό μεγάλον φέρνει.
Και συ τους Έλληνες πάντα αγαπούσες.
Εκείνους είχες μέσα στην καρδιά σου.
ΗΡΩΔΗΣ
Οι Έλληνες κι οι Εβραίοι θα υπάρχουν
Κι όταν τ’ αγγόνια μας θα ’χουν πεθάνει.
Και θ’ αντιμάχονται οι δυο τους πάντα.
Ας λύσουν μόνοι τα προβλήματα τους.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Τότε σα χάρη κάντο βασιλιά μου
Για μένα-τον σοφό το δάσκαλό σου.
Άσε να δω σ' αυτήν εδώ τη μάχη
Σε ποιου η πλάστιγγα το μέρος κλίνει
Προτού τα μάτια μου για πάντα κλείσω.
ΗΡΩΔΗΣ
Καλά λοιπόν. Διατάζει η σοφία.
Αρχίστε απ' αυτό καλοί μου μάγοι.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Αντίπαλό μου ως χτες είχα το Χρόνο.
Σ' όλη μου τη ζωή τον πολεμούσα
Πασκίζοντας τη χάρη ν' αποκτήσω
Να τόνε κάμω υποταχτικό μου
Και να με παίρνει όταν Του λέω μαζί Του
Και να μ' αφήνει μέσα Του να βλέπω
Ό,τι κρατεί κρυφό από τους άλλους.
Πόλεμος δύσκολος. Είχα στρατιώτες
Βιβλία που σοφία ήταν γεμάτα,
Ακοίμητες για όπλα μου είχα νύχτες,
Και στρατηγό το ακούραστο μυαλό μου.
Κι όλη μου η ζήση εδόθη στον αγώνα.
Τις χάρες που η ζωή μέσα της κλείνει
Ποτέ δεν πάσκισα να τις γνωρίσω.
Καιρός γι αυτό δε μου ’μενε-το μέλλον
Έδιωξε το παρόν απ' τη ζωή μου.
Στο μέλλον μέσα ζω. Γι αυτό και κείνο
Χάρη καμιά σε μένα δεν αρνιέται.
Κι έχω ό,τι θέλω. Μόνον μία σφαίρα
Μπροστά μου βάζω γυάλινη και κρύα,
Δυο λόγια λέω, χαϊδεύω το γυαλί της
Κι η σφαίρα τότε παίρνει και ζεσταίνει
Και μέσα της ζωής εικόνες φέγγουν
Που μόνο εγώ τις βλέπω και που μόνο
Εγώ μπορώ απ’ όλους να διαβάσω.
ΗΡΩΔΗΣ
Ρώτα λοιπόν τι θέλει ο δάσκαλός μου
Κι απάντησε του σ' ότι σε ρωτήσει.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
(στον Βαλτάσαρ)
Από καιρό διαδίδουν οι Εβραίοι
Ότι θα γεννηθεί ανάμεσά τους
Ένας Μεσσίας όπως τόνε λένε
Που βασιλιάς θα γίνει των Εβραίων-
Που των Εβραίων τη φυλή θα υψώσει
Και κάθε άλλη φυλή θα τηνε σβήσει.
Και λένε ότι τώρα, να, όπου να ’ναι
Γεννιέται ο βασιλιάς τους. Και γυρεύω
Ν’ ακούσω από τα χείλη σου, Βαλτάσαρ,
Ό,τι γι αυτόνε τον εβραίο μπορέσει
Η γυάλινή σου σφαίρα να σου δείξει.
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
(βλέποντας τη σφαίρα)
Αλήθεια μέρες λίγες πριν ’γεννήθη
Ένας Εβραίος στα μέρη τα δικά σας
Που μια θρησκεία καινούργια θα ξανοίξει.
ΗΡΩΔΗΣ
Θρησκεία; Βασιλιάς λοιπόν δε θα’ ’ναι;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Μία θρησκεία καινούργια θα διδάξει.
Θρησκεία μίσους, αίματος, και βίας.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Θα είναι βασιλιάς των Ιουδαίων;
ΒΑΛΤΛΣΑΡ
Η σφαίρα μου η αλάθητη μου λέει
Πως οι Εβραίοι θα τόνε σταυρώσουν
Και ότι βασιλιάς τους δεν θα γίνει.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Οι Έλληνες λοιπόν δεν κινδυνεύουν.
Ως για θρησκεία έχουμε δικιά μας
Που γέννημα είναι Αρετής και Κάλλους.
Άλλο ν' ακούσω βασιλιά δεν θέλω.
Συμπάθα με που θέλησα να μάθω
Κι έκανα τη διασκέδαση ν' αργήσει
Που τόσο σήμερα έχεις ανάγκη.
ΗΡΩΔΗΣ
Όχι. Ο μάγος μας ας συνεχίσει.
Το ενδιαφέρον μου κέντρισε τούτος
Για μίσος λέγοντας μας και για αίμα.
Γιατί αυτά πολύ γνωστά μου είναι.
Ολόκληρη ζωή τα υπηρετούσα
Κι απάνου που άλλαξα για κείνα γνώμη
Κι όπου τα βρω να τα χαλάσω θέλω,
Να τα! Μου βγαίνουνε πάλι μπροστά μου.
Συνέχισε λοιπόν καλέ μου μάγε!
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Θα γίνει αφού το θέλεις βασιλιά μου.
Μόνο που σας ζητώ να μη διακόψτε
Το λόγο μου, ώσπου όλα να διαβάσω
Που μέσα η μαγική μου σφαίρα κλείνει.
Έχει κι η τέχνη μου τα μυστικά της
Και διακοπές στο Χρόνο δεν αρέσουν.
Αυτός λοιπόν ο Εβραίος θα ’ναι μάγος
Απ’ όσους έχουν γίνει ο πιο μεγάλος.
Τους ισχυρούς και πλούσιους θα τους κάνει
Πιο ισχυρούς και πλούσιους απ’ ότι είναι
Και πιο πολύ τη φτώχεια θα φτωχύνει.
Και τους αρχόντους όλους θα τους σπρώξει
Σε πιο φριχτά και πιο απαίσια έργα
Μ’ αντάλλαγμα υπόσχεσες μονάχα
Που από μακριά βοούν πως είναι φαύλες.
Πλήθος πολύ θα τον ακολουθήσει.
Δώδεκα έμπιστους δικούς του θα ’χει
Που θ' απατούνε των φτωχών τα πλήθη
Για να τους πάρουν ό,τι απομείνει
Απ’ τ’ άρμεγμα που οι πλούσιοι τους εκάμαν.
Κι έτσι ο λαός ως θα ’ναι τυφλωμένος
Θα κάνει επανάσταση να ρίξει
Την εξουσία της Ρώμης και να γίνουν
Οι δώδεκα εκείνοι κυβερνήτες.
Θα προδοθεί το κίνημα τους όμως
Κι ο Εβραίος αρχηγός τους θα πεθάνει
Απάνω σε σταυρό σαν τόσους άλλους
Χωρίς το μίσος του καρπούς να δώσει.
ΗΡΩΔΗΣ
Αυτό θα ’ναι το αίμα και η βία;
ΒΑΛΤΑΣΑΡ
Όταν αυτός πεθάνει, τότε η Ρώμη
Δικά της τα κηρύγματα θα κάνει
Που εκείνος όσο ζούσε είχε κηρύξει.
Και θα τα γράψει μέσα σε βιβλία
Και σ' όλους τους φτωχούς θα τα μοιράσει.
Θα τους ειπεί: «Ορίστε, όλα δικά σας
Είναι τα λόγια που είναι εδώ γραμμένα
Και που γι αυτά στραφήκατε ενάντιά μας.
Τώρα και λόγια γίνανε δικά μας.
Μ’ αυτά από δω και πέρα οδηγό μας
Σοφά τον κόσμο εμείς θα κυβερνάμε.»
Κι απ' τους Ρωμαίους θ’ απλωθεί η θρησκεία
Σ’ ολόκληρο τον κόσμο η καινούργια
Και όπλο κάθε ισχυρού θα γίνει,
Και κάθε πλούσιου στήριγμα για νίκη.
Κι αφού έτσι τους φτωχούς τους υποτάξουν
Οι πλούσιοι θα παλεύουν μεταξύ τους.
Και αφορμή οι πόλεμοί τους θα ’χουν
Τα λόγια του Εβραίου που 'σταυρώθη.
Για μία διάφορη εξήγησή τους
θα σφάζονται άνθρωποι εκατομμύρια.
Για κατοχή του τόπου που εγεννήθη
Ο αιματοστάλαχτος αυτός Εβραίος
Η ανθρωπότη θα ’ματοκυλιέται .
Οι πιο αισχρές στην πλάση ετούτη πράξεις
Θα γίνονται με όρκο στ' όνομά του.
Ναοί που τον τιμούν θα ιδρυθούνε
Και τόσο θα μαζεύουνε χρυσάφι
Που μπρος του θα ’ναι ασήμαντη πραμάτεια
Όποιου μαντείου άλλου σας ο πλούτος.
Και τόσα θα ’χει πει αυτός ο Εβραίος
Που όποιος άνομος θα θέλει να ’βρει
Βοήθεια κάποια στα μιαρά του έργα
Σίγουρα μες σε κείνα θα την έβρει.
Κι όλο τον κόσμο θα τον δυναστεύει
Η απελπισιά κι ο φόβος και ο τρόμος
Που η νέα η θρησκεία θα ’χει απλώσει
Μες στην ψυχή των δόλιων των ανθρώπων.
Κι οι ήρωες του κόσμου αυτού θα είναι-
Που άγιους τότε θα τους ονομάζουν-
Όσοι θα έχουν θύματα μπορέσει
Πιότερα να μαζέψουνε στη στρούγκα
Για να τ' αρμέγει πιο εύκολα ο πλούτος.
Αυτά η σφαίρα βασιλιά μου δείχνει
Διαβάζοντας του χρόνου το βιβλίο
Ως δυο χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά μας.
ΗΡΩΔΗΣ
Α! Έκανα κι εγώ κακά μεγάλα
Μα τούτα που άκουσα χειρότερά τους.
Και όσο μια ζωή δεν θα κρατήσουν,
παρά σωστές χιλιάδες χρόνια δύο.
Ω! Δία! Έφτασες στην ώρα πάνω
Και άλλαξες τον δρόμο της ζωής μου.
Παρακαλώ αγαπητοί μου μάγοι
Τα σύνεργα σας πάρτε και τραβάτε.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μα βασιλιά μου τίποτα δεν είδες
Απ’ τα πολλά που ξέρουνε να κάνουν
οι τρεις αυτοί οι εξαίσιοι οι μαγίστροι.
Ας μείνουν λίγο να σε διασκεδάσουν.
ΗΡΩΔΗΣ
Όχι, ας πάνε τώρα οι καλοί μου.
Αύριο μπορεί να τους καλέσω πάλι.
(στους μάγους)
Για τώρα όμως να φύγετε προστάζω.
(Βγαίνουν οι μάγοι)
Δάσκαλε άκουσες τι δυστυχία
Την ανθρωπότητα την περιμένει;
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Όσο οι άνθρωποι μυαλό δεν έχουν
Ο κόσμος έτσι πάντα θα υποφέρει.
ΗΡΩΔΗΣ
Οι άνθρωποι ανόητοι λες πως είναι;
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Να 'ξηγηθεί αλλιώς πώς θα μπορούσε
Όταν σηκώνουν οι άνθρωποι αγώνα
Στην ευτυχία τους την ίδια ενάντια;
ΗΡΩΔΗΣ
Κουτοί ή έξυπνοι δεν ξέρω τ' είναι.
Μα ξέρω πως ανθρώπους έχω κάνει
Εγώ, εγώ ο ίδιος, να υποφέρουν.
Και να! Μου δίνεται η ευκαιρία
Εγώ, ανθρώπους τώρα να γλιτώσω
Από τη δυστυχία που τους προσμένει.
Αυτός ο Εβραίος πρέπει να πεθάνει
Προτού προλάβει όλα αυτά να κάνει.
Κι αυτός ο θάνατος καλό θα φέρει
Στα εκατομμύρια των ανθρώπων κείνων
Που απ’ αυτόν φρικτά θα δυστυχούσαν
Αν θα τον άφηνα εγώ να ζήσει.
Κι έχω τη δύναμη και θα το κάνω.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Μα βασιλιά πριν μόνο λίγην ώρα
Έλεγες ότι έχεις μετανιώσει
Για τα κακά που έχεις καμωμένα.
ΗΡΩΔΗΣ
Αυτή την πράξη αν παραλείψω απόψε
μετάνοια πια καμιά δεν θα μου πρέπει,
όσο πολλοί θεοί κι αν μου την δώσουν.
Ποιον συγχωρούν οι θεοί που ’χει επιτρέψει
Γενιές να δυστυχήσουνε ανθρώπων;
Άξιος κατάκρισης κι όχι μετάνοιας
Είναι ο άνθρωπος που έχει αφήσει
Άνθρωπο σαν και κείνονε να ζήσει.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Κι ακόμα ούτε ξέρεις ποια οικογένεια
Το τέρας έχει αυτό στον κόσμο φέρει-
Και πώς θα το ’βρεις για να το σκοτώσεις;
ΗΡΩΔΗΣ
(σκεφτικός)
Τι ειρωνεία! Για να κάνω εκείνο
Που ευτυχία θα φέρει στους ανθρώπους
Πρέπει στη δυστυχία να βυθίσω
Άλλους ανθρώπους. Μα τον κόπο αξίζει.
Πλήθος πολύ αυτοί που θα σωθούνε.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Τι έβαλες με το νου σου βασιλιά μου;
ΗΡΩΔΗΣ
Φέτος ας πούμε πως παιδιά ούτε ένα
Δεν εγεννήθηκε σ’ αυτή τη χώρα.
Κόβω ένα δάχτυλο, κρατώ το χέρι.
Χαλώ τους σπόρους του, κρατώ το δέντρο.
Αύριο κιόλας τον στρατό μου στέλνω
Στα σπίτια που στο κράτος μου είναι μέσα
Με διαταγή τα βρέφη να σκοτώσουν
Όλα όσα φέτος είναι γεννημένα.
Μαζί μ' αυτά στα σίγουρα θα πάει
Και το εβραιόπουλο που η τύχη γράφει
Πως η ζωή του θα ’ταν το μαστίγιο
Αν δε χαθεί, για του άλογου το άτι.
Δάσκαλε τώρα όμως άφησέ με.
Όλα στην ώρα πάνω έχουν έρθει:
Τ' ωριμασμένο φρούτο και η πείνα
Ο πόθος ο άκρατος και η γυναίκα
Η νύχτα και τ’ αστρόφωτα τα ουράνια.
Όλα στην ώρα πάνω έχουν έρθει:
Οι μάγοι αυτοί και η λαμπρή μου ιδέα.
Δάσκαλε, τη σοφή τη συντροφιά σου
Δεν τη χρειάζομαι άλλο γι απόψε.
Κι ούτε να προσπαθήσεις να μου αλλάξεις
Την που ’χω απόφαση κιόλας παρμένη.
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Καλή σου νύχτα βασιλιά.
(Βγαίνει)
ΗΡΩΔΗΣ
(μόνος)
Αλήθεια
θα είναι η νύχτα η αποψινή μου
Τόσο καλή όσο πιο άσχημη ήταν
Η ως τα τώρα ζωή μου..
(Χτυπάει το σήμαντρο-Μπαίνει ένας φρουρός)
ΦΡΟΥΡΟΣ
Βασιλιά μου!
ΗΡΩΔΗΣ
Να ’ρθούν ευθύς εδώ οι στρατηγοί μου!
(Ο φρουρός υποκλίνεται και βγαίνει)
ΑΥΛΑΙΑ
Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026
Η ΣΦΑΙΡΑ
(ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ)
Τοπος: επαρχιακή πόλη της Αγγλίας.
Χρόνος: 1948
Πρόσωπα: Ντέιβ Μπάρινγκτον
Αμέλια (σύζυγός του)
Κρις (γιος τους)
Νικ Πρεστον-φίλος της οικογένειας
Έλβις (ο θεληματάρης του χωριού)
Γιατρός-φίλος του κυρίου Μπάρινγκτον
Νοσοκόμα
Φωνή νοσοκόμων στο τηλέφωνο.
Η σκηνή στο σπίτι των Μπάρινγκτον
ΑΜΕΛΙΑ (ΑΜΕ)
(Καθισμένη στην αναπηρική της πολυθρόνα, χαρούμενα)
Ο γιος μας μπαμπάς!
(στον Ντέιβ)
Θυμάμαι εσένα όταν γεννήθηκε ο Κρις-πετούσες από τη χαρά σου.
ΝΤΕΙΒ (ΝΤΕ)
Ήταν ο ίδιος μήνας. Τριάντα χρόνια πριν…
ΝΙΚ
Αλήθεια, ήτανε χαζομπαμπάς ο Ντέιβ;
ΑΜΕ
Δεν μπορώ να το πω. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως τώρα δεν είναι. Έχει αφήσει το γιο μας μόνον του στην κλινική.
(στον Ντέιβ)
Ίσως προλάβεις να είσαι εκεί πριν τη γέννα. Δε θα πάθω τίποτα μόνη καλέ μου. Ύστερα είναι και ο Νικ εδώ.
ΝΤΕ
Αγάπη μου δεν μπορώ να σε αφήσω μόνη. Ύστερα ο Κρις έχει παρέα. Αμφιβάλλεις ότι όλο το σόι της Κλάρας είναι εκεί;
Όμως να, θα πάρω πάλι τηλέφωνο να ρωτήσω πού βρίσκεται ο εγγονός ή η εγγονή σου-ήρθε ή ακόμα;
ΑΜΕ
Δεν είπαν πως θα μας πάρουν αμέσως αυτοί;
ΝΤΕ
Μέσα στη χαρά τους δεν ξέρεις…
ΝΙΚ
Αν δεν ήρθε ακόμα, εγγονή θα είναι-θα βάφεται!
ΝΤΕ
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Εμπρός! Είμαι ο Ντέιβ Μπάρινγκτον
ΦΩΝΗ ΝΟΣΟΚΟΜΑΣ ΣΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ (ΦΩΝ. ΝΟΣ.)
Ο κύριος Μπάρινγκτον-ο φίλος του γιατρού μας;
ΝΤΕ
Μάλιστα. Μήπως ξέρετε, ο τοκετός άρχισε; Ή είχαμε κιόλας το ευτυχές γεγονός;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Ο
γιατρός είναι μέσα στην αίθουσα των τοκετών κύριε Μπάρινγκτον. Απ’ ό,τι
ξέρω από στιγμή σε στιγμή θα υπάρξει το ευτυχές γεγονός κύριε
Μπάρινγκτον. Ο γιατρός μού είπε αν πάρετε να σας πω ότι θα σας
ενημερώσει αμέσως όταν τεκλειώσει ο τοκετός κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
Ευχαριστώ πολύ.
(κλείνει το τηλέφωνο. Στην Αμέλια)
Όπου να ’ναι έρχεται! Ο γιατρός είναι στην αίθουσα των τοκετών. Θα μας τηλεφωνήσει ο ίδιος όταν τελειώσει.
ΑΜΕ
Να είναι γερό παιδί και ας είναι είτε αγόρι είτε κορίτσι.
ΝΙΚ
Στο σόι σου Ντέηβ όλο αγόρια γεννιούνται. ΔεΝ θα παρασπονδήσει ο Κρις.
ΝΤΕ
(στην Αμέλια)
Αγάπη μου να σου ρίξω τη μπέρτα σου; Κάνει ψύχρα εδώ μέσα.
ΑΜΕ
Νομίζω πως τη χρειάζομαι. Και το ποτήρι του Νικ άδειασε.
( Ο Ντέιβ ρίχνει τη μπέρτα στην πλάτη της Αμέλιας)
Ευχαριστώ
ΝΤΕ
(βάζοντας ποτό στο ποτήρι του Νικ)
Καλό δεν είναι;
ΝΙΚ
Και βέβαια είναι. Αυτό έλειπε να μην άνοιγες καλό πιοτό τέτοια μέρα.
ΝΤΕ
Απόψε
πράγματι αξίζει και να πιούμε ένα καλό ποτό και να πιούμε κάπως
παραπάνω. Ένας άνθρωπος ακόμα στο σπίτι… ένα νέο μέλος στην οικογένεια…
(Διστακτικοί χτύποι στην πόρτα. Ο Ντέιβ ανοίγει. Στην πόρτα στέκει ο Έλβις)
ΕΛΒΙΣ (ΕΛΒ)
(Υποταχτικά)
Αφεντικό είδα φως στο παράθυρο σας, κρύο κάνει, ξύλα δεν έχετε πάρει ακόμα, να σας κουβαλήσω μια ζαλιά γι απόψε;
(στην Αμέλια και στο Νικ)
Καλησπέρα σας…
ΑΜΕ
Γεια σου Έλβις. Αλήθεια κάνει κρύο έξω-ναι;
ΕΛΒ
Πολύ κυρία Μπάρινγκτον. Γι αυτό είπα στο αφεντικό…
(χτυπάει το τηλέφωνο)
ΝΤΕ
Συγνώμην Έλβις.
(στο τηλέφωνο)
Εμπρός!
ΦΩΝΗ. ΝΟΣΟΚΟΜΑΣ.
Ο κύριος Μπάρινγκτον;
ΝΤΕ
Ο ίδιος. Είστε η δεσποινίς-σε σας τηλεφώνησα πριν λίγο;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
Λοιπόν, έχουμε νέα;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα κύριε Μπάρινγκτον. Ο γιατρός μου είπε να σας πάρω. Έρχεται να σας μιλήσει ο ίδιος κύριε Μπάρινγκτον.
ΝΤΕ
(σκεπάζει το ακουστικό με το χέρι του)
Τελείωσε. Έρχεται στο τηλέφωνο ο γιατρός…
ΓΙΑΤΡΟΣ (ΓΙΑ)
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Ντέιβ…
ΝΤΕ
Ναι Ντέιβ… Εντάξει;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο-διστακτική)
Τελείωσε…
ΝΤΕ
Όλα καλά;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Ναι Ντέηβ…Έρχομαι από κει…
ΝΤΕ
Αγόρι ή κορίτσι γιατρέ;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο. Βιαστικά)
Έρχομαι Ντέιβ…
ΝΤΕ
Η Κλάρα είναι καλά;
ΓΙΑ
(φωνή του στο τηλέφωνο)
Υπέροχα. Έρχομαι.
(Ήχος κλεισίματος του τηλεφώνου)
ΝΤΕ
(κατεβάζει το ακουστικό)
Όλα καλά λέει, η Κλάρα είναι υπέροχα…
ΑΜΕ
(με αδημονία)
Αγόρι ή κορίτσι Ντέιβ;
ΝΤΕ
(σιγά)
Δεν είπε.
ΑΜΕ
Μα τον ρώτησες δυο φορές-τι απάντησε;
ΝΤΕ
Τίποτα. Έρχεται λέει από δω..
ΝΙΚ
Ντέιβ, δε σου είπε αν είναι αγόρι ή κορίτσι;
ΝΤΕ
(εκνευρισμένος)
Δεν μου είπε…
ΑΜΕ
Δε θα άκουσες καλέ μου.
(στον Νικ)
Νικ πάρε σε παρακαλώ την κλινική. Να το νούμερο! Ζήτησε τον Κρις.
(Ο Νικ σχηματίζει τον αριθμό)
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μάλιστα.
ΝΙΚ
Τηλεφωνώ εκ μέρους του κυρίου Ντέιβ Μπάρινγκτον. Σας τηλεφώνησε ο ίδιος πριν λίγο…
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Η Τζέην είναι με το γιατρό. Εγώ ανέλαβα μόλις τώρα. Πέστε μου σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω παρακαλώ.
ΝΙΚ
Μπορώ να μιλήσω στον κύριο Κρις Μπάρινγκτον; Η σύζυγός του γέννησε πριν λίγο…
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Μια στιγμή παρακαλώ… Ο κύριος Κρις Μπάρινγκτον πηγαίνει με το γιατρό στο σπίτι του πατέρα του, μου λένε.
ΝΙΚ
Μπορούμε
να μάθουμε από κάποιον τι διάβολο-ζητώ συγνώμη, θα είχατε την καλοσύνη
να με πληροφορήσετε ποιο είναι το φύλο του παιδιού που γέννησε η κυρία
Κλάρα Μπάρινγκτον;
ΦΩΝ. ΝΟΣ.
Δεν είμαι ενήμερη. Δώστε μου δυο
λεπτά παρακαλώ. Θα μάθω και θα σας πάρω αμέσως. Από το σπίτι του κυρίου
Μπάρινγκτον τηλεφωνείτε;
ΝΙΚ
Ναι, ευχαριστώ.
(κλείνει το τηλέφωνο. Στην Αμέλια)
Τα ζώα! Κάποια χαζή έχει αναλάβει. Η Τζέην είναι λέει με το γιατρό. Όμως το σίγουρο είναι ότι ο γιατρός έρχεται εδώ με τον Κρις.
ΑΜΕ
Είναι εξωφρενικό! Να μην μπορούμε να μάθουμε τι παιδί έκανε ο γιος μας!
(κοιτάζει
προς τον Έλβις που ακόμα στέκει μπρος στην εξώπορτα. Στον Ντέιβ,
δείχνοντάς του με μια κίνηση του κεφαλιού τον Έλβις) Ντέιβ!... κάνε
κάτι…
ΝΤΕ
(στον Έλβις)
Με συγχωρείς Έλβις. Έλα μέσα, ακόμα
εκεί στέκεις καημενούλη μου; Όπως άκουσες έχουμε γεννητούρια απόψε. Μέρα
γιορτής για την οικογένεια. Πέρασε και κάτσε να πάρεις ένα ποτό μαζί
μας και να μας ευχηθείς.
ΕΛΒ
(διστακτικά)
Δεν ξέρω αφεντικό… εγώ να πιω ποτό στο σπίτι σας…
ΝΤΕ
Έλα Έλβις, σήμερα είπαμε, είναι μέρα γιορταστική.
(ο
Έλβις μπαίνει, ο Ντέηβ κλείνει την πόρτα και κερνάει ένα ποτό τον
Έλβις. Ο Έλβις το παίρνει, φέρνει το ποτήρι ως τα χείλη του χωρίς να
πιει. Ο Ντέιβ του δείχνει μια καρέκλα)
Κάθισε Έλβις.
(Ο Έλβις κάθεται στην άκρη της. Στην Αμέλια)
Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί έρχεται από δω ο ίδιος ο γιατρός.
ΝΙΚ
Φίλος σου παιδικός είναι, έρχεται να σε συγχαρεί και από κοντά. Τι το παράξενο;
(στον Έλβις)
Καλά δε λέω Έλβις;
ΕΛΒ
Εμένα δε μου πέφτει λόγος αφεντικό, όμως μπορεί και να είναι έτσι.
ΝΙΚ
Πώς πάνε οι δουλειές σου Έλβις;
ΕΛΒ
Πού
δουλειές αφεντικό…τίποτα. Αν θελήσετε όμως να σας κόψω πάλι τα χόρτα
του κήπου σας να μου το πείτε. Και δε θέλω λεφτά από σας αφεντικό, που
δείχνετε τόσο ενδιαφέρον για τις δουλειές μου και για μένα…
ΑΜΕ
Έλβις, αν πεινάς έχω μέσα φασολάκια έτοιμα.
ΕΛΒ
Όχι, ευχαριστώ κυρία Μπάρινγκτον, εμένα μου αρέσει να κάθομαι εδώ και να σας βλέπω όλους σας…
(σιωπή)
ΑΜΕ
(σκεπτική και ανήσυχη)
Ας είναι καλά η Κλάρα και είτε αγόρι είτε κορίτσι δεν με νοιάζει. Μόνο που ο Κρις ήθελε αγόρι…
ΝΤΕ
Θα δούμε αγάπη μου.
ΝΙΚ
(στον Ντέιβ)
Όταν
έρθει να ρωτήσεις το γιατρό και για έναν καλό ωτορινιλαρυγγολόγο να πας
να σε δει. Και στη δεύτερη γέννα της Κλάρας θ’ ακούσεις το γιατρό όταν
σου πει το φύλο του παιδιού.
ΝΤΕ
(νευριασμένος)
Νικ, σου είπα, δεν μου είπε!
(ακούγεται θόρυβος αυτοκινήτου)
ΑΜΕ
Ήρθαν!
ΝΤΕ
(ανοίγει την πόρτα)
Αυτοί είναι!
(στο γιατρό που πλησιάζει)
Έλα γιατρέ!
(μπαίνουν ο γιατρός και πίσω του ο Κρις αμίλητος)
ΓΙΑ
Γεια σας.
ΝΤΕ
Καλώς τους. Κρις, αγόρι;.. Γιατρέ…
ΚΡΙΣ
Ο γιατρός θα σας πει.
ΝΤΕ
Τι συμβαίνει Έρνι; Τι φέρσιμο είναι αυτό και από τους δυο σας; Μιλήστε!
ΓΙΑ
Ντέιβ, κυρία Μπάρινγκτον, συμβαίνει κάτι παράξενο πράγματι, γι αυτό και ήρθα ο ίδιος εδώ να σας το ανακοινώσω.
ΝΤΕ
Η Κλάρα είναι καλά;
ΚΡΙ
Καλά είναι πατέρα.
ΑΜΕ
Το παιδί…τι συμβαίνει γιατρέ;
ΓΙΑ
(στην Αμέλια)
Κυρία Μπάρινγκτον…
(προς όλους)
Πολλές φορές οι γιατροί βλέπουμε παράξενα, αφύσικα πράγματα στη δουλειά μας. Όμως στην περίπτωση της Κλάρας… τι να πω…
ΑΜΕ
(φέρνοντας τις παλάμες στο στόμα)
Θεέ μου! Ένα τέρας;..
ΝΤΕ
Προχώρα γιατρέ!
ΓΙΑ
Ντέιβ, η Κλάρα γέννησε, όμως δε γέννησε παιδί…
ΑΜΕ
Δε γέννησε παιδί;..
ΝΤΕ
Δε γέννησε παιδί;..
ΓΙΑ
Η Κλάρα Ντέιβ γέννησε…γέννησε…μία σφαίρα!
ΑΜΕ
(στον εαυτό της)
Μία σφαίρα;
ΝΤΕ
(τονίζοντας τις συλλαβές)
Μία σφαίρα;..
ΝΙΚ
(στο γιατρό)
Τι παραμύθια είναι αυτά γιατρέ; Τι θα πει η Κλάρα γέννησε μία σφαίρα;
ΚΡΙ
Σωστά τα λέει ο γιατρός κύριε Νικ, η Κλάρα έκανε μία σφαίρα. Μια ολοστρόγγυλη σφαίρα.
ΑΜΕ
Θεέ μου! Δεν αισθάνομαι καλά.
ΝΤΕ
(παίρνει από ένα μπουκαλάκι ένα χάπι και το δίνει στην Αμέλια)
Πιες και το δεύτερο χάπι σου αγάπη μου.
(Η Αμέλια το παίρνει)
Να ξαπλώσεις. Να σε πάω μέσα;
ΑΜΕ
(κάνει προσπάθεια να συνέλθει)
Όχι, θα μείνω.
(πίνει το χάπι. Στον γιατρό)
Γιατρέ, πείτε πάλι αυτό που μόλις είπατε.
ΓΙΑ
Είπα κυρία Μπάρινγκτον, ότι η νύφη σας γέννησε… όπως σας το είπα: μια σφαίρα.
ΝΤΕ
Μια σφαίρα-τι εννοείς γιατρέ;
ΓΙΑ
Αυτό
ακριβώς που άκουσες Ντέιβ. Μια σφαίρα χρώματος σταχτί, σύστασης
μαλθακής, που καλύπτεται από έναν, δερμάτινο θα έλεγα, υμένα.
ΝΙΚ
Δηλαδή γιατρέ εννοείτε…
ΓΙΑ
Δεν εννοώ άλλο από αυτό που είπα κύριε Πρέστον-μια σφαίρα. Ολοστρόγγυλη όπως όλες οι σφαίρες.
ΑΜΕ
(στον Κρις, ερωτηματικά)
Κρις…
ΚΡΙΣ
Κι εγώ δεν το πίστευα μητέρα ώσπου μου το-μου την έδειξαν...
ΑΜΕ
Θεέ μου!
ΝΤΕ
Αυτό είναι τελείως γελοίο.
ΝΙΚ
Ακατανόητο.
(σιωπή)
ΝΤΕ
Και πού είναι τώρα αυτό το… αυτή η σφαίρα;
ΓΙΑ
Στο αυτοκίνητο, με μια νοσοκόμα να την προσέχει. Αν το θέλετε μπορείτε να τη δείτε. Ήθελα να σας προετοιμάσω πρώτα.
ΝΙΚ
Μπορούμε να πάμε εγώ κι εσείς μέχρι το αυτοκίνητο γιατρέ;
ΓΙΑ
Βεβαίως, κάποτε έπρεπε να γίνει αυτό.
(βγαίνουν ο γιατρός με τον Νικ)
ΚΡΙΣ
Έτσι όπως σας το λέει είναι μητέρα. Δεν ξέρω τι να πω.
ΝΤΕ
Είπες το είδες;
ΚΡΙ
Ναι πατέρα.
ΝΤΕ
Δεν πρόκειται λοιπόν για μια κακόγουστη φάρσα, για ένα άσχημο αστείο. Μια σφαίρα λοιπόν.
ΚΡΙ
Μια σφαίρα.
ΑΜΕ
(σιγά, στον εαυτό της)
Θεέ μου…
(στον Κρις)
Η Κλάρα το ξέρει;
ΚΡΙ
Όχι, της είπαν πως δεν μπορεί να δει το παιδί ακόμα.
(μπαίνουν ο γιατρός με τον Νικ)
ΝΙΚ
(στέκει ορθός κοιτάζοντας για λίγο αμίλητος τους γύρω. Κατόπιν)
Πράγματι. Μία σφαίρα.
ΝΤΕ
Πώς… πώς είναι;
ΝΙΚ
Όπως όλες οι σφαίρες. Στρογγυλή. Και μεγάλη σχεδόν όσο μια μπάλα ποδοσφαίρου..
(στο γιατρό)
Φέρτο μέσα γιατρέ να το δουν.
ΓΙΑ
Νομίζετε πως θα πρέπει να είναι εδώ όλοι; Μήπως η κυρία Μπάρινγκτον θα έπρεπε ν’ αποσυρθεί πρώτα;
ΑΜΕ
Ευχαριστώ γιατρέ. είμαι καλλίτερα. Εξάλλου θέλω να το δω κι εγώ. Παρακαλώ φέρτε το.
(Ο
γιατρός ανοίγει την πόρτα και κάνει νόημα στη νοσοκόμα να φέρει μέσα τη
σφαίρα. Μέσα σε γενική σιγή η νοσοκόμα μπαίνει βιαστικά και αδημονώντας
αφήνει στο πάτωμα την σφαίρα, πάνω σε ένα άσπρο πανί που απλώνει ο
γιατρός. Κατόπιν στέκει παράμερα, φανερά ανακουφισμένη. Όλοι κοιτάζουν
από μακριά τη σφαίρα. Ο Ντέιβ πλησιάζει, σκύβει και ακουμπάει πάνω της
το δάχτυλό του. Σηκώνεται αναστατωμένος)
ΝΤΕ
Κύριοι νομίζω πως είμαστε όλοι θύματα μιας ομαδικής παράκρουσης. Πως ζούμε μια παραίσθηση-ένα κακό όνειρο.
ΓΙΑ
Εγώ
έχω ξεπεράσει αυτό το στάδιο Ντέιβ. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια σφαίρα
την οποία γέννησε η νύφη σας. Και το ερώτημα, αφού πρώτα χωνέψουμε ότι
αυτό είναι αληθινό, είναι τι θα κάνουμε μ’ αυτήν. Το ξέρει μόνον η Λίζα
(δείχνει τη νοσοκόμα) από όλους στο νοσοκομείο.
Το θέμα είναι δικό σας.
ΚΡΙΣ
…και ο πατέρας της Κλάρας.
ΝΙΚ
(στον Ντέιβ)
Το θέμα είναι νομικό. Αυτό το πράγμα βγήκε από την κοιλιά της Κλάρας, άραγε είναι παιδί της-παιδί σας.
ΑΜΕ
Μη λες ανοησίες Νικ-είναι παιδί αυτό;
ΝΙΚ
(αγγίζει τη σφαίρα από παντού)
Ένα κρύο σαν πλαστικό δέρμα πράγμα. Αν είχε μαύρα και άσπρα τετράγωνα θα την έλεγα μπάλα ποδοσφαίρου.
ΓΙΑ
Αν προσέξετε θα δείτε μια μικρή τρυπούλα πάνω της. Είναι το σημείο στο οποίο ενώνονταν με τον πλακούντα.
ΝΤΕ
Ένας πραγματικός τοκετός δηλαδή.
ΑΜΕ
Γιατρέ,
υπάρχει περίπτωση να πρόκειται για κάποιο ανθρώπινο πλάσμα, που για
κάποιο λόγο πήρε τη μορφή αυτή; Σας έχει τύχει ποτέ κάτι παρόμοιο;
ΓΙΑ
Έχω δει παιδιά χωρίς πόδια, χέρια, έχω δει και έχετε ακούσει για παιδιά σιαμαία, έχω δει τερατογενέσεις, ετούτο όμως ποτέ.
ΝΙΚ
Με
λίγη φαντασία μπορεί κανείς να πει ότι αυτή η σφαίρα δημιουργήθηκε από
ένα έμβρυο που δεν είχε χέρια και πόδια και που όλα τα άλλα μέρη του
πιέστηκαν από κάποια δύναμη ώσπου να πάρουν τέλος τη μορφή αυτή. Και ας
μην ξεχνάμε ότι το σφαιρικό είναι το τέλειο σχήμα. Είμαστε τέλειοι εμείς
με όλα αυτά τα παρακλάδια που πετάμε πάνω, κάτω, δεξιά αριστερά;
ΑΜΕ
Νικ δεν είναι ώρα για φιλοσοφίες…
ΝΙΚ
Τι να πω Αμέλια;..
(Σιωπή)
ΝΤΕ
Γιατρέ, είναι δυνατόν μέσα σ’ αυτή τη σφαίρα να υπάρχουν τα όργανα που έχουν και οι άλλοι άνθρωποι;
ΓΙΑ
Τα
όργανα και να υπήρχαν, θα έπρεπε να ήσαν σε μια λειτουργική σχέση
μεταξύ τους. Τώρα πώς αυτό το σώμα θα τρέφονταν, ας πούμε, πώς θα
ανάπνεε, πώς θα μετακινούνταν;
ΚΡΙ
Τι θα κάνουμε πατέρα; Τι θα έκανες στη θέση μου;
ΝΤΕ
Γιατρέ, η απάντηση είναι δική σας. Πάρτε αυτό το πράγμα από εδώ και κάντε το ό,τι θέλετε.
(στον Κρις)
Φυσικά και δεν πρόκειται να κρατήσεις αυτό το αντικείμενο παιδί μου.
ΑΜΕ
Τι θα πούμε στον κόσμο;
ΝΙΚ
Το παιδί πέθανε στη γέννα, να τι θα πείτε. Και το φύλο του, κορίτσι-έχει που έχει και μιαν εσοχή…
ΝΤΕ
(επιτιμητικά στον Νικ)
Νικ!
ΝΙΚ
Καλά…καλά… Μα τι άλλο μπορείτε να πείτε εκτός από αυτό;
ΚΡΙ
Έτσι όλα βρίσκουν μια λύση. Τι λέτε γιατρέ;
ΓΙΑ
Θα
συνεννοηθώ πρώτα με το διευθυντή της κλινικής και θα σας πω ύστερα.
Πριν δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα. Βλέπετε υπάρχει και το επιστημονικό
ενδιαφέρον για ένα τέτοιο θέμα. Πρόκειται για σπάνιο-τι λέω σπάνιο, για
ένα μοναδικό στα διεθνή ιατρικά χρονικά περιστατικό.
ΚΡΙ
Σαν πατέρας που είμαι, έχετε την άδειά μου προκαταβολικά να κάνετε ό,τι θέλετε μ’ αυτό γιατρέ. Αρκεί να το πάρετε από δω.
ΝΤΕ
Τι λες Αμέλια;
ΑΜΕ
Ό,τι
είπε ο Κρις είναι καλά ειπωμένο. Και τώρα καλέ μου θα μπορούσες να με
πας στο δωμάτιό μου; Νιώθω πολύ κουρασμένη με όλα αυτά απόψε. Και ξέρω
πως θα κάνετε το καλλίτερο.
ΓΙΑ
Μπορεί η Λίζα να αντικαταστήσει τον Ντέιβ σ’ αυτή τη μικρή δουλειά απόψε και να σας συνοδέψει αυτή στο δωμάτιό σας κυρία.
ΝΤΕ
Αν δεν έχει αντίρρηση…
ΝΟΣ
Με μεγάλη μου ευχαρίστηση κυρία Μπάρινγκτον.
(πηγαίνει προς την κυρία Μπάρινγκτον)
ΑΜΕ
(στη νοσοκόμα)
Ευχαριστώ παιδί μου.
(βγαίνοντας)
Με συγχωρείτε κύριοι.
(βγαίνουν Αμέλια και νοσοκόμα)
ΕΛΒ
Εμένα μού αρέσει αυτό το πράμα.
(όλοι γυρίζουν και κοιτάζουν τον Έλβις, ενώ η σφαίρα την ίδια στιγμή παίρνει ένα έντονο ροζ χρώμα).
ΝΤΕ
Τι είπες Έλβις; Σε είχα ξεχάσει καημενούλη μου εκεί μακριά που κάθεσαι.
ΕΛΒ
Είπα αφεντικό και να με συμπαθάτε, πως αυτό το πράμα μού αρέσει.
ΝΙΚ
Ωραία, βρέθηκε γαμπρός για το παιδί σου Κρις.
ΝΤΕ
Έλβις, μπορώ να σου ζητήσω να μην πεις τίποτε σε κανέναν για ό,τι είδες και άκουσες εδώ μέσα απόψε;
ΕΛΒ
Τίποτα αφεντικό. Σε κανέναν.
ΝΤΕ
Ευχαριστώ Έλβις.
ΝΙΚ
Τι εννοείς Έλβις όταν λες ότι σου αρέσει αυτό το πράγμα;
ΕΛΒ
Να, λέω αφεντικό μοιάζουμε σε πολλά εγώ κι αυτό.
ΓΙΑ
Ποιος είναι ο κύριος, Ντέηβ;
ΝΤΕ
Είναι ένα καλό παιδί για όλες μας τις δουλειές. Όλοι στη γειτονιά αυτόν φωνάζουμε για θελήματα. Και όλοι τον αγαπάμε-ε Έλβις;
ΕΛΒ
Μάλιστα αφεντικό.
ΝΙΚ
Και σε τι σου μοιάζει Έλβις;
ΕΛΒ
Να
αφεντικό, και μένα και κείνη δεν τη θέλει κανείς. Όπως και μένα, έτσι
και κείνη δεν έχει πού να πάει. Οι γονέοι της την απαρνιούνται-με το
συμπάθιο κύριε Κρις-,σπίτι δεν έχει… και ακόμα και μένα πολλοί μού λένε
πως δεν έχω μυαλό και ότι δεν είμαι άνθρωπος αφεντικό.
ΝΤΕ
Όχι Έλβις, ποιος λέει τέτοια πράγματα για σένα;
ΕΛΒ
Όχι
εσείς αφεντικό, φωτιά θα πέσει να με κάψει αν πω κακό λόγο για σας.
Εσείς όλοι με αγαπάτε. Και η κυρά σας και ο κύριος Κρις και ο κύριος
Πρέστον…
ΝΤΕ
Αυτή η σφαίρα όμως δεν έχει ούτε πόδια, ούτε χέρια, ούτε κεφάλι, ούτε τίποτε. Σε αυτά δε σου μοιάζει καθόλου.
ΕΛΒ
Αυτά αφεντικό και να με συμπαθάτε, δεν είναι που σας πάω κόντρα, όμως αυτά είναι κομμάτια κρέας αφεντικό.
ΓΙΑ
(δείχνοντας τη σφαίρα)
Κύριοι είναι η ιδέα μου ή αυτή η σφαίρα άλλαξε χρώμα;
(όλοι βλέπουν τη σφαίρα)
ΚΡΙ
Είναι οι ανταύγειες του ηλεκτρικού. Το ίδιο νόμισα κι εγώ στο νοσοκομείο όταν την πρωτόδα.
ΝΤΕ
Τι εννοείς κομμάτια κρέας Έλβις;
ΕΛΒ
Να, εργαλεία για να πιάνουμε και να περπατάμε. Αυτό!
ΝΙΚ
Γιατρέ
μιας κι έχουμε εδώ τον Έλβις, δεν του δίνουμε αυτή τη σφαίρα να πάει να
την πετάξει και να τα ξεχάσουμε όλα σαν να μην είχαν συμβεί;
ΕΛΒΙΣ
Δεν θα την πετάξω αφεντικό…
ΓΙΑ
Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα κύριε Πρέστον
(Σιωπή)
ΕΛΒ
Τη σφαίρα αυτή την αγαπάω αφεντικό.
ΝΙΚ
Να ’τα μας… ειδύλλιο…
(στον Έλβις)
Να ζητήσω το χέρι της για σένα από τον Κρις Έλβις; Μα ούτε χέρι δεν έχει. Θεέ μου, τι κουταμάρες!
ΚΡΙ
(με ξαφνικήν ελπίδα)
Έλβις, μήπως θέλεις να την πάρεις στο σπίτι σου;
ΕΛΒ
Ναι αφεντικό. Αν δεν έχετε αντίρρηση αφεντικό…
(δείχνει τον Ντέηβ με το κεφάλι)
Και συμφωνεί και το αφεντικό… και όλοι….
(στον Ντέηβ)
Μπορώ να την πλησιάσω αφεντικό;
ΝΤΕ
Μα ναι Έλβις.
ΕΛΒ
(πλησιάζει στη σφαίρα)
Φέγγει ολόκληρη!
(σκύβει και τηνε βλέπει από κοντά. Τήνε σκέπει με τις παλάμες του. Κοιτάζει όλους και τέλος απευθυνόμενος προς τον Ντέηβ)
Και είναι ζεστή αφεντικό.
(διστακτικά)
Μπορώ…
ΝΤΕ
(ενθαρρυντικά)
Ναι Έλβις…
ΕΛΒ
…μπορώ να την σηκώσω αφεντικό;
ΝΤΕ
Με προσοχή όμως Έλβις.
ΕΛΒ
(σηκώνει τη σφαίρα. Τηνε χαϊδεύει, τη βλέπει με προσοχή και με αγάπη)
Είναι όμορφη και ζεστή.
ΓΙΑ
(βάζει το χέρι του πάνω στη σφαίρα)
Αυτό το παγωμένο πράγμα το βρίσκεις ζεστό;
(Μορφασμός συμπάθειας για τον Έλβις προς τους άλλους)
ΕΛΒ
(φέρνει τη σφαίρα στο αυτί του)
Και χτυπάει όπως η καρδιά μας! Άκου την αφεντικό
(πλησιάζει τη σφαίρα στο αυτί του Ντέηβ)
Ε;
ΝΤΕ
Δεν ακούω τίποτα Έλβις…
(ματιά με σημασία στους άλλους)
ΕΛΒ
Εγώ την ακούω. Είναι χτύπος που έρχεται από πολύ μακριά. Σαν από τα αστέρια να πούμε. Ίδια όπως η καρδιά μας.
ΝΤΕ
Έλα τώρα Έλβις, άφησέ την τώρα κάτω ήσυχα ήσυχα.
(Ο Έλβις αφήνει κάτω τη σφαίρα και πηγαίνει στη θέση του)
ΝΤΕ
Γιατρέ, μπορεί-μπορεί λέω, μια ερώτηση κάνω, μπορεί αυτή η σφαίρα να έχει αισθήματα;
ΓΙΑ
Ντέηβ,
δεν είμαι σοφός ούτε μάγος. Είμαι γιατρός και μ’ αυτή μου την ιδιότητα
δεν μπορώ να δώσω ανθρώπινες ιδιότητες σε μια σφαίρα, που μάλιστα ακόμα
δεν έχει αποφανθεί η επιστήμη γι αυτήν… Ούτε μπορώ να ξέρω αν υπάρχει
πιθανότητα από αυτό το... αντικείμενο να δημιουργηθούν αύριο-μεθαύριο
συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την από άνθρωπο προέλευσή του.
ΕΛΒ
(δυνατά)
Δεν είναι άνθρωπος!
ΝΙΚ
Το ξέρουμε ότι δεν είναι άνθρωπος Έλβις. Τι είναι όμως δεν ξέρουμε.
ΕΛΒ
Πράμα αφεντικό! Πράμα!
ΝΙΚ
Να και κάτι σωστό από τον Έλβις.
(μπαίνει η νοσοκόμα)
ΝΟΣ
Η κυρία Μπάρινγκτον ξάπλωσε κύριε Μπάρινγκτον.
(κάθεται κοιτάζοντας τη σφαίρα)
ΝΤΕ
Ευχαριστώ Λίζα.
ΓΙΑ
Λίζα, βλέπεις κάτι διαφορετικό στη σφαίρα από ό,τι πριν;
ΝΟΣ
(βλέποντας τη σφαίρα προσεκτικά)
Ναι, έχει αλλάξει θέση.
ΝΤΕ
(αποφασιστικά)
Γιατρέ πρέπει να τελειώνουμε κάποτε μ’ αυτό το θέμα. Είπες ότι θα συνεννοηθείς με τον διευθυντή σου πρώτα.
(δείχνει τη σφαίρα)
Τι θα γίνει ως τότε αυτό;
ΚΡΙΣ
Να το κρατήσουμε μέσα στο βαρέλι στον κήπο;..
ΝΤΕ
Δεν
νομίζω ότι πρέπει. Γιατρέ θα μπορούσε να το αναλάβει η Κλινική ως την
τελική απόφαση, που όλοι θα θέλαμε να είναι ότι θα ξεφορτωθούμε οριστικά
αυτό το πράγμα χωρίς σκάνδαλα και ψιθύρους;
ΓΙΑ
Πώς θα
δικαιολογούσα την παρουσία του εκεί, αν πρώτα δεν το ξέρει ο κύριος
Διευθυντής, την ώρα μάλιστα που απόλυτη μυστικότητα πρέπει να καλύπτει
την όλη υπόθεση; Ως τώρα το ξέρουμε εσείς και δυο έμπιστοί μου άνθρωποι.
Μα αν…
ΝΤΕ
(στον Κρις)
Ο πατέρας της Κλάρας δε θα μιλήσει βέβαια;
ΚΡΙ
Όχι
μόνο δε θα μιλήσει σχετικά, αλλά είναι ο πρώτος που μου ζήτησε να
ξεφορτωθώ αυτό το πράγμα όσο γίνεται πιο γρήγορα και πιο αθόρυβα.
ΝΤΕ
(στο γιατρό)
Καλά
Έρνι, θα το αναλάβουμε εμείς για απόψε και για όσον καιρό χρειαστεί να
πάρετε μία απόφαση. Αν ο Διευθυντής σου θέλει να μιλήσει μαζί μου κι εγώ
θα το ήθελα. Και πραγματικά Έρνι σ’ ευχαριστώ για όσα κάνεις για μένα.
Δε θα το ξεχάσω.
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΙΡΑ
Έλβις…
ΕΛΒΙΣ
(Κοιτάζοντας με αγάπη τη σφαίρα)
Ναι…
(όλοι γυρίζουν και βλέπουν με απορία προς το μέρος του Έλβις)
ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΙΡΑ
Δεν θέλω να μείνω σ’ αυτό το σπίτι.
ΕΛΒ
Το ξέρω.
(στρέφει στον Ντέηβ)
Αφεντικό άκουσες, το είπε και η ίδια, δεν θέλει να μείνει άλλο εδώ.
ΝΤΕ
(κοιτάζει με νόημα τους άλλους)
Δεν άκουσα τίποτα Έλβις…
(Μετά από μικρό δισταγμό)
…όμως λίγο πριν μιλήσεις, σκέφτηκα αυτό που είπες
(στους γύρω)
Τι θα λέγατε κύριοι αν γι απόψε έπαιρνε αυτή τη σφαίρα ο Έλβις στο σπίτι του;
ΕΛΒ
Όχι γι απόψε μόνον αφεντικό-για πάντα
(πηγαίνει κοντά στη σφαίρα και στέκει εκεί περιμένοντας )
ΓΙΑ
Είναι μια λύση. Και για αύριο βλέπουμε.
ΕΛΒ
(στον γιατρό)
Δε θα δείτε τίποτα αφεντικό. Δε θα σας αφήσω να μου πάρετε τη σφαίρα μου.
(ταπεινά, στον Ντέηβ)
Με όλον το σεβασμό που σας έχω αφεντικό…
ΚΡΙ
Πάρτην Έλβις. Όμως θα την κρατήσεις στην καλύβα σου και κανείς δε θα μάθει τίποτα γι αυτό, έτσι Έλβις;
ΕΛΒΙΣ
Βέβαια αφεντικό. Κανείς.
(παίρνει τη σφαίρα στα χέρια του)
ΚΡΙ
Νομίζω πως θα βρίσκεται σε καλά χέρια.
(ερωτηματικά στον Ντέηβ)
Ε, πατέρα;
ΝΤΕ
Ναι. Σίγουρα θα είναι σε καλά χέρια, ώσπου να δούμε τι θα κάνουμε μ’ αυτήν. Έτσι Έλβις;
ΕΛΒ
Σε πολύ καλά χέρια αφεντικό.
ΓΙΑ
Ντέηβ, είσαι σίγουρος ότι η σφαίρα θα είναι ασφαλής με τον Έλβις;
ΝΤΕ
(Καθησυχαστικά στο γιατρό)
Ναι γιατρέ, ο Έλβις είναι άνθρωπος που μπορείς να του έχεις εμπιστοσύνη.
(στον Έλβις)
Και προπαντός κουβέντα σε κανέναν, Έλβις!
ΕΛΒ
Τάφος αφεντικό!
.(Βγαίνει υποκλινόμενος)
ΝΤΕ
Είναι μια καλή προσωρινή λύση. Και μπορεί να είναι και σαν μόνιμη η καλλίτερη…
ΝΙΚ
Νομίζω ότι όλα κανονίστηκαν γι απόψε.
ΚΡΙ
Κι εγώ έτσι νομίζω κύριε Νικ.
(στο γιατρό)
Πάμε γιατρέ; Η Κλάρα θα ανησυχεί.
ΓΙΑ
Πάμε. Θα τα πούμε αύριο Ντέηβ αφού μιλήσω με τον διευθυντή της Κλινικής. Γεια σου.
ΝΙΚ
(στον Ντέηβ)
Να πηγαίνω κι εγώ. Φίλησέ μου την Αμέλια. Καληνύχτα Ντέηβ. Μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά.
ΚΡΙ
Γεια σου μπαμπά
(τον φιλάει)
ΝΤΕ
Γεια σας. Σας ευχαριστώ όλους. Κρις φίλησέ μου την Κλάρα. Αύριο πρωί θα έρθω να τη δω.
(Βγαίνουν
όλοι πλην του Ντέηβ. Κάθεται. Μένει για λίγο σκεπτικός. Κοιτάζει προς
το μέρος όπου πριν ήταν απιθωμένη η σφαίρα. Βλέπει το άδειο δωμάτιο
εναγύρω. Τείνει μπροστά τα χέρια σε μια κίνηση απορίας και μιλώντας στον
εαυτό του)
Μια σφαίρα!;..
(Σηκώνεται, κλείνει το φως και με βαριά βήματα πηγαίνει προς την κρεβατοκάμαρα)
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΙΑ ΤΡΙΑΔΑ
ΘΑΝΑΤΟΙ
ΚΩΣΤΑΣ ΗΛΙΑΚΗΣ
25 Μάη 2006
Στ’ ουρανού το γαλάζο και στων σύγνεφων τ’ άσπρο,
χτες-στα μέρη όπου πρώτα η αυγούλα ροδίζει
σαν ο αγώνας της μέρας το σκοτάδι κερδίζει-
σ’ απροσμέτρητα ύψη εστεριώθη ένα κάστρο.
Κάστρο λες καμωμένο από αιθέριο αλαβάστρο.
Κάστρο λες Άγιου κάποιου ιερό μετερίζι,
που από ευθύνη πλαντάζει κι από αγνότητα σφύζει-
Κάστρο γης ο αθέρας-κάστρο φλόγινο άστρο.
Από μέσα του ο Κώστας ο Ηλιάκης μάς βλέπει.
Σμηναγός όλο αξία κι όλο έγνοια πατέρας.
Σοβαρή και γαλήνια η ματιά του μάς σκέπει.
Η ανάσα του ευλόγια και περφάνιας αγέρας.
Α! Πατρίδα! Τον ήρωα δες τον Κώστα Ηλιάκη
Και μιμήσου τον: Σήκω! Πέτα! Αντρέψου λιγάκι!
ΜΌΝΑ
3 Αυγούστου 1979
Στις τρεις Αυγούστου πέθανες Άγγελε Τερζάκη.
Στις τρεις Αυγούστου έσβησε το μεγάλο τζάκι
που γύρω του μας μάζευε τις νύχτες του χειμώνα
σαν τα παιδιά που, αδύναμα, φοβούνται να ’ναι μόνα.
Μες στο βιβλίο των Καιρών καινούργια μια σελίδα
θ' ανοίξει, και ολόλαμπρη επάνω της μι’ αχτίδα-
της Μούσας σου συντρόφισσα κι αδέρφι του Πηγάσου-
στοχαστική διαβαίνοντας θα γράψει τ' όνομά σου.
Μάικλ Τζάκσον
25 Ιούνη 2009
Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
το τραγούδι-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.
ΑΛΕΞΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ
6 Δεκεμβρίου 2008
Ποιος είπε ο Αλέξης χάθηκε; Χάνονται οι Ιδέες
ή πάντοτε στραφτοκοπούν Αγνές και Νιες κι Ωραίες;
Και ποιος την που μπολιάστηκε ολοπρώτη μες στην Πλάση
Ιδέα της Ελευτεριάς, θα μπόρειε να χαλάσει;
Και μόνη Αυτή δεν ήτανε η Ουσία του Αλέξη-
όλα του-Μάτι, Γέλιο, Φως-Αυτή δεν είχε πλέξει;
Κι όταν κανείς τη Λεφτεριά στον Κόσμο μας στεριώνει,
τέτοια Ψυχή-τέτοια Καρδιά ποιο Βόλι τη σκοτώνει;
Ο Αλέξης δεν εχάθηκε. Ζει γύρω μας κι εντός μας
και δίνει Φως στο Σκότος μας και Χρώματα στο Φως μας.
Και Κύριος πάντα του Καλού, που ένα είναι μαζί Του
από παντού ακούγεται η παιδική Φωνή του:
«Ό,τι, μικρός όντας εγώ, δεν πρόλαβα να κάνω
Πράξτε το σεις. Εγώ ήσυχος θα βλέπω από ’δω πάνω.
Και είμαι σίγουρος πως σεις Συντρόφια Αγωνιστές μου
όσες εγώ δεν έζησα θα ζήσετε Χαρές μου-
ότι θα φτιάξετε μια Γη που φαύλους δεν θα τρέφει
και στ’ Άστρα τ’ άλλα αντρόπιαστη και χαρωπή θα γνέφει».
ΤΣΆΒΕΣ
5-3-13
Η οικουμένη φτώχυνε.
Σκοτίδιασε η γη.
Της ανθρωπιάς του ανθρώπου
εστέρεψε η πηγή.
Στα μάκρη των Συμπάντων
τρεμόσβησε εν’ αστέρι.
Θρηνητικό απόψε
και ξέπνοο τ’ αγέρι.
Β.
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!
-Ναι.
Γ.
ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ
(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)
Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Νι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σα γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δε γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα νια να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το βράδυ.
Πελάτης
Περνώντας νια να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα
νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις νια να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ,
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026
ΜΑΪΚ ΚΑΙ ΘΩΜΑΪΣ
(μονόπρακτο)
ΠΡΟΣΩΠΑ
Εύα, Νία, Τεντ, Μάικ, Ανέτ, Έρικ, Νάιν: ΝΕΑΡΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ζαν: ΟΧΤΑΧΡΟΝΟ ΑΛΑΝΑΚΙ
Θωμαϊς: ΝΕΟΦΕΡΤΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Μπεν: ΠΑΛΙΟΣ ΓΝΩΣΤΟΣ ΤΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Πάρκο σε γειτονιά. Απόγευμα. Νέοι και νέες συζητούν.
ΕΥΑ
Εγώ δεν θα ξανακάνω γυμναστική. Θα πάρω απαλλαγή. Θα πω στον πατέρα μου να πει στη δασκάλα ότι κουράζομαι πολύ και μετά από κάθε μάθημα γυμναστικής δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου.
ΝΙΑ
Πες ότι δε θέλεις να δείχνεις τα μεγάλα στήθη σου…
ΕΥΑ
Αν θέλεις να ξέρες τα στήθη μου αρέσουν σε πολλά αγόρια.
ΝΙΑ
Μόνο στον Τεντ. Αυτό όλοι το ξέρουν.
ΤΕΝΤ
Να σου λείπουν αυτά Εύα. Τι κάνω εγώ και τι αρέσει σε μένα να μη σε νοιάζει εσένα.
ΑΝΕΤ
(στον Τεντ)
Γιατί; Μήπως όλοι δεν σας είδανε χτες στη μάντρα της Δεξαμενής να φιλιόσαστε;
ΕΡΙΚ
Και τι σε νοιάζει εσένα αν φιλιότανε η Εύα και με ποιον;
ΜΑΙΚ
Καλά σου λέει ο Έρικ Ανέτ, μη χώνεσαι στις υποθέσεις των άλλων.
ΑΝΕΤ
Μμμ, μιλάει και ο μην αγγίζετε. Μη φοβάσαι, για σένα δε θα πούμε τίποτα γιατί δεν έχεις και τίποτα με καμία κοπέλα.
ΕΥΑ
Δε θέλει και δεν έχει τίποτα. Μήπως σου έδωσε και σένα χυλόπιτα και τον έχεις άχτι;
ΤΕΝΤ
Να σου πω Ανέτ, ο Μάικ είναι φίλος μου και λίγα τα λόγια σου γι αυτόν. Επειδή δε μιλάει δε θα πει ότι μπορείς ναν τον ενοχλείς με τις βλακείες σου.
ΑΝΕΤ
Βλακείες λες εσύ και ο ξάδερφός σου ο κοιλαράς.
(στην Εύα)
Και εσύ βυζού να μαζέψεις τη γλώσσα σου.
ΕΥΑ
Έλα Ανέτ, κανένας δε σου αρέσει εσένα, τι να τα λέμε… Όλο κακία είσαι.
ΝΑΪΝ
Καλά σου λέει. Όλοι σε ενοχλούν εσένα. Ο Τεντ, ο Ντέιβ, ο ξάδερφός του, ο Μάικ, η Εύα, όλοι.
ΜΑΙΚ
Εμένα δεν με ενοχλεί η Ανέτ. Δεν τα λέει από κακία ότι λέει.
ΑΝΕΤ
Ακούς Τεντ; Μη χώνεσαι λοιπόν να υπερασπίσεις το φίλο σου. Δεν τα λέω από κακία. Και αυτό είναι αλήθεια. Και καμιά κακία δεν έχει αν πω ότι τον είδα χτες να πολυμιλάει με τη νεόφερτη κυρά δίπλα από το γκρέμιο της γωνίας.
ΤΕΝΤ
Του είχε ζητήσει να της αγοράσει φασολάκια από την αγορά. Κακό είναι αυτό;
ΕΥΑ
Αλήθεια; Θα έχει γούστο Να το δούμε κι αυτό. ‘Ένα παιδί με μια γριούλα…
ΑΝΕΤ
Γριούλες είναι τα μάτια σου που δε βλέπουνε καλά. Και είναι και νοστιμούλα.
ΤΕΝΤ
Και αν θέλετε να μάθετε είναι και παντρεμένη. Λοιπόν μη λέτε χωρίς να ξέρετε.
ΑΝΕΤ
Και πού είναι ο άντρας της;
ΤΕΝΤ
Δεν ξέρω. Όμως θα έρθει γρήγορα.
ΑΝΕΤ
Και πώς τα έμαθες όλα αυτά; Στα είπε ο φίλος σου;
ΤΕΝΤ
Από τη μητέρα μου τα άκουσα έξυπνη.
(μπαίνει ο Ζαν με το ποδήλατό του. Κάνοντας το γύρο της παρέας και πριν βγει, δυνατά προς τον Μάικ)
ΖΑΝ
Σε θέλει η κυρία Θωμαϊς!
ΑΝΕΤ
Να τα μας…
ΜΑΙΚ
(βγαίνοντας)
Γεια σας παιδιά.
ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Σπίτι της Θωμαϊδας. Η Θωμαϊς σκουπίζει το πάτωμα. Μπαίνει τρέχοντας ο Μάικ.
ΘΩΜΑΪΣ
Καλώς τον. Γιατί έτρεχες;
ΜΑΙΚ
Μου είπε ο Ζαν ότι με θέλετε.
ΘΩΜΑΪΣ
Μα δεν ήταν τόσο βιαστικό. Λίγα αυγά θέλω από τον κυρ- Στηβ-έτσι δεν τον λέτε;
ΜΑΙΚ
Ναι. Τα μάθατε όλα μέσα σε λίγες μέρες.
ΘΩΜΑΪΣ
Είναι τόσο μικρή η πόλη σας… Κάτσε λιγάκι. Να σου φέρω λίγο γλυκό κυδώνι;
ΜΑΙΚ
Δε θέλω. Εγώ δεν σας βοηθάω για να μου δώσετε γλυκό.
ΘΩΜΑ ΪΣ
Το ξέρω, όμως λεφτά δεν θέλεις, ένα γλυκό τουλάχιστον.
ΜΑΙΚ
Και τα αυγά;
ΘΩΜΑΪΣ
Μετά θα πας. Δεν κλείνει τόσο νωρίς ο κυρ-Στηβ.
(Βγαίνει. Ο Μάικ κοιτάζεται στον καθρέφτη και φτιάχνει τα μαλλιά του. Η Θωμαϊς γυρίζει με το γλυκό και το προσφέρει στον Μάικ.)
ΘΩΜΑΪΣ
Μάικ, δεν σε ρώτησα-μήπως οι γονείς σου δεν θέλουν που σε στέλνω καμιά φορά να μου αγοράζεις πράγματα;
ΜΑΙΚ
Δεν έχω γονείς κυρία Θωμαϊς. Δεν έχω γνωρίσει πατέρα και μητέρα. Μένω με την κυρία Μίνα και τον άντρα της. Ούτε η κυρία Μίνα τους γνώρισε. Μου είπε μόνον ότι κάποιος ήρθε και με άφησε σ’ αυτήν.
ΘΩΜΑΪΣ
Με συγχωρείς, δεν το ήξερα.
ΜΑΙΚ
Δεν πειράζει. Έχω συνηθίσει σ’ αυτό.
ΘΩΜΑΪΣ
Έχω γνωρίσει μια κυρία Μίνα-αυτή που πλέκει και πουλάει χρωματιστές κουβέρτες. Αυτή η κυρία Μίνα;
ΜΑΙΚ
Ναι. Στην οδό Χρυσανθέμων.
ΘΩΜΑΪΣ
Δεν σε πειράζει που δεν ξέρεις τους γονείς σου;
ΜΑΙΚ
Όχι. Αν τους είχα γνωρίσει και μετά τους έχανα θα με πείραζε. Μα τώρα όχι.
ΘΩΜΑΪΣ
Πόσων χρόνων είσαι Μάικ;
ΜΑΙΚ
Δέκα πέντε.
ΘΩΜΑΪΣ
Δείχνεις μεγαλύτερος.
(σιωπή)
ΜΑΙΚ
Εσείς έχετε παιδιά;
ΘΩΜΑΙΣ
Όχι. Δηλαδή είχα. Ήταν αγοράκι. Πέθανε όμως όταν γεννήθηκε.
ΜΑΙΚ
Κρίμα. Θα στενοχωρηθήκατε πολύ.
ΘΩΜΑΪΣ
Και βέβαια. Όμως θα στενοχωριόμουν περισσότερο αν είχα ζήσει μαζί του για λίγον έστω καιρό.
(χαμογελάει)
Όπως και συ με τους γονείς σου. Αν τους είχες γνωρίσει θα σου έλειπαν περισσότερο.
ΜΑΙΚ
Ναι.
(ξαφνικά)
Η Ανέτ λέει πως είσαστε όμορφη.
ΘΩΜΑΪΣ
(χαμογελώντας με ευχαρίστηση)
Ναι;.. Συζητούσατε για μένα λοιπόν;
ΜΑΙΚ
Όταν έρχεται ένας άγνωστος στη γειτονιά, συζητάμε γι αυτόν.
ΘΩΜΑΪΣ
Μόνον η Ανέτ με βρίσκει όμορφη λοιπόν; Οι άλλοι;
ΜΑΙΚ
(σκύβοντας το κεφάλι)
Δεν ξέρω. Δεν είπαν τίποτα.
ΘΩΜΑΪΣ
Δηλαδή μπορεί να είμαι και άσχημη;
ΜΑΙΚ
(σηκώνοντας το κεφάλι του και κοιτάζοντάς την. Γρήγορα γρήγορα)
Όχι! Κι εγώ σας βρίσκω όμορφη.
(Σηκώνεται απότομα, ταραγμένος και κοκκινίζοντας το πρόσωπό του. Κοιτάζει δεξιά και αριστερά αποφεύγοντας το βλέμμα της Θωμαϊδας)
Να πάω για τα αυγά…
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι.
(τον πλησιάζει. Του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά. Βγαίνει στο άλλο δωμάτιο και γυρίζει με τα λεφτά. Του τα δίνει χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά. Σιγά)
Και μην τρέχεις πάλι και τα σπάσεις στο δρόμο… Ναι;
ΜΑΙΚ
(στέκει αμήχανος για μια στιγμή. Αμέσως ύστερα, ζωηρά)
Ναι.
(Βγαίνει τρέχοντας. Η Θωμαϊς κάθεται στο κρεβάτι σκεπτική και μένει ακίνητη και με βλέμμα απλανές που βλέπει κάπου πολύ μακριά. Στέκει έτσι για λίγο)
Θεέ μου!
(σηκώνεται και τριγυρίζει στο δωμάτιο χωρίς σκοπό, σαν υπνωτισμένη. Τέλος στέκεται. Σιγά, μιλώντας στον εαυτό της)
Δεκαπεντάχρονο παιδί! Αναστατώθηκε μόλις είπε ότι είμαι όμορφη. Τι να γίνεται άραγε μέσα ψυχή αυτού του παιδιού… Ποια πάθη να συγκρούονται, τι επιθυμίες να φουντώνουν…Θεέ μου. Μέσα σ’ ένα τόσο μικρό κορμάκι τι θύελλες ξεσήκωσε η παρουσία μου… Πρώτη μου φορά αντιμετωπίζω τέτοια κατάσταση. Είναι μικρός στην ηλικία. Μα αν μέσα του γίνεται τέτοια ταραχή, ποιος μεγάλος έχει το δικαίωμα να την αγνοήσει; Και εγώ τι να κάνω; Να αφήσω να καίγεται μέσα στη φωτιά αυτό το χλωρό χορταράκι, ή να το βγάλω από αυτήν και να του δώσω την ευκαιρία να μεγαλώσει χωρίς να το βασανίζει η ιδέα ότι δεν μπόρεσε να δαμάσει την επιθυμία του και την φανέρωσε ντροπιάζοντάς τον; Να στέρξω να δημιουργηθούν στην ψυχούλα του αισθήματα αποτυχίας και μειονεκτικότητας που θα το ακολουθούν σε ολόκληρη τη ζωή του; Να μείνω γι αυτόν η μεγάλη σε ηλικία γυναίκα που τον άφησε να βασανίζεται ποιος ξέρει για πόσον καιρό ακόμα από την ντροπή να αποκαλυφτεί μπροστά της; Να μην το βοηθήσω να δει της ζωής και την καλή πλευρά εκτός από κείνην που μέχρι τώρα η ζωή του έχει δείξει; Μεγαλωμένο σε ξένα χέρια, χωρίς να έχει γνωρίσει πατέρα ή μητέρα, έχοντας νιώσει ως τα κατάβαθά του την κακή όψη της ζωής, να το αφήσω να γνωρίσει και μια δεύτερη ήττα ενώ μέσα του το βασανίζει η πρώτη και μεγάλη του; Δεν βρήκε την αγάπη εκεί που έπρεπε, εκεί που την βρίσκουν οι άνθρωποι στα πρώτα τους βήματα στον κόσμο μέσα. Πρέπει να γνωρίσει την έχθρα των ανθρώπων ακόμα μια φορά σε ό,τι σημαντικότερο υπάρχει για ένα παιδί που γίνεται άντρας; Έχασα εγώ το παιδί μου. Μεγάλο χτύπημα. Μήπως τώρα είναι ώρα να χαρώ κι εγώ, δίνοντας τη χαρά σε τούτο το παιδί; Μήπως η Μοίρα μού δίνει το βάλσαμο για την πληγή που ακόμα βαθιά μου με βασανίζει; Θεέ μου! Τι να κάνω; Μπροστά σε τι σταυροδρόμι με φέρνεις…; Έχω το δικαίωμα να στερήσω τη χαρά από αυτό το αισθαντικό παιδάκι που μου την ζητάει με τόσο ευγενικό και αθώο τρόπο μάλιστα; Τι θα με βαστούσε από το να χαρίσω τη χαρά σε τούτο το παιδί; Μήπως η κοινωνία, που επιτρέπει τόσα και τόσα εγκλήματα και αδικίες; Μήπως η Φύση; Τότε γιατί έβαλε μέσα στο παιδί αυτό αυτή την ταραχή; Μήπως εσύ Θεέ μου; Αν ναι, έλα και κάψε με αυτήνε τη στιγμή. Σώπασέ μου ετούτη τη φωνή, πάψε μου ετούτο το βάσανο: να έχω να διαλέξω σε δύο πράγματα ανάμεσα που τόση οδύνη και τόση ηδονή φέρνει και μόνον η σκέψη και των δυο τους. Μα αν θέλεις να κρατήσεις μακριά το νερό από τους ανθρώπους, γιατί ανάβεις τότε μέσα τους φωτιά Θεέ μου; Διάλεξε Συ για μένα. Πάρε με από το χέρι και οδήγησέ με Εσύ στον δρόμο που Εσύ θέλεις. Σου προσφέρομαι γι αυτό. Αν όμως δεν το κάνεις, μη μου ζητάς να απολογηθώ σε Σένα για όποιον δρόμο θα τραβήξω.
(βήματα στη σκάλα. Η Θωμαϊς κάθεται στην καρέκλα παίρνοντας ένα περιοδικό στο χέρι της και κάνοντας ότι διαβάζει. Μπαίνει ο Μάικ. Η Θωμαϊδα αφήνει το περιοδικό)
ΜΑΙΚ
(Αφήνοντας τα αυγά στο τραπέζι, χωρίς να κοιτάζει την Θωμαϊδα)
Τα αυγά. Και τα ρέστα.
( Η Θωμαϊς σηκώνεται. Με ήρεμες κινήσεις τον πιάνει από το χέρι και τον καθίζει στην απέναντί της καρέκλα που είναι πολύ κοντά στην δική της. Κάθεται κι αυτή)
ΘΩΜΑΪΣ
(σιγά)
Ποια είναι η Εύα;
ΜΑΙΚ
Μια κοπέλα.
ΘΩΜΑΪΣ
Την αγαπάς;
ΜΑΙΚ
(Κοιτάζει παραξενεμένος την Θωμαϊδα. Ύστερα αμέσως)
Όχι.
ΘΩΜΑΪΣ
Εμένα; Με αγαπάς;
ΜΑΙΚ
(κοιτάζοντας αλλού)
Ναι.
ΘΩΜΑΪΣ
Κι εγώ σε αγαπώ.
(σιωπή)
Και θέλω να σε φιλήσω… αλλά δεν ξέρω αν θέλεις εσύ... θέλεις κι εσύ να με φιλήσεις;
(πάντοτε κοιτάζοντας αλλού)
ΜΑΙΚ
Δεν ξέρω…
ΘΩΜΑΪΣ
Αν ντρέπεσαι να μου το πεις μην στενοχωριέσαι. Κι εγώ πριν σου πω ότι σε αγαπώ ντρεπόμουν πολύ. Οι άνθρωποι ντρέπονται πολλές φορές σε τέτοιες περιστάσεις.. Μα όταν θέλουν κάτι πρέπει να ξεπερνάνε την ντροπή τους και να το λένε. Λοιπόν;… Θέλεις να με φιλήσεις;
ΜΑΙΚ
Ναι.
(η Θωμαϊς σηκώνεται, απλώνει το χέρι της και σηκώνει τον Μάικ. Στρέφει το κεφάλι του Μάικ προς αυτήν. Του πιάνει τα χέρια και απαλά τον φέρνει κοντά της. Πλησιάζει το κεφάλι της προς το κεφάλι του Μάικ και φιλιούνται)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Σπίτι της Θωμαϊδας. Ένα μήνα μετά. Θωμαϊς και Μάικ συζητούν)
ΘΩΜΑΪΣ
Δεν θέλω να αφήνεις τα μαθήματά σου για να έρχεσαι εδώ. Πρέπει πρώτα να διαβάζεις. Και καθώς είσαι και καλός μαθητής, θα γίνεις μια μέρα ένας καλός και χρήσιμος στην κοινωνία άνθρωπος, με όποιο επάγγελμα θα διαλέξεις να ακολουθήσεις.
ΜΑΙΚ
Διαβάζω και το ξέρεις. Πριν σε γνωρίσω το είχα ρίξει λίγο έξω. Τώρα συμμαζεύτηκα. Ο φίλος μου ο Τεντ, που μαζί γυρίζαμε, μου παραπονιέται, αλλά νομίζω πως εγώ θα κάνω εκείνον να αφήσει τις πολλές παρέες παρά αυτός να με απασχολεί από τα μαθήματά μου.
ΘΩΜΑΪΣ
Η Ανέτ τι σου λέει για μένα; Σε πειράζει ακόμα;
ΜΑΙΚ
Μερικές φορές λέει κάτι με σκοπό να ανοίξει συζήτηση και να μάθει τι είναι εκείνο που μας έχει φέρει κοντά εμένα και σένα. Μη σε απασχολεί, όπως δεν της δίνω κι εγώ πια σημασία.
Τελείωσες τις δουλειές σου για σήμερα;
ΘΩΜΑΪΣ
Ξύπνησα νωρίς γιατί ήτανε η μέρα της γενικής καθαριότητας. Μα τα τελείωσα όλα.
ΜΑΙΚ
Τότε είσαι και συ ελεύθερη σήμερα και θα είμαστε μαζί ως αργά.
ΘΩΜΑΪΣ
Όχι σήμερα αγόρι μου. Περιμένω μια επίσκεψη όπου να ’ναι.
ΜΑΙΚ
Ποιον; Τον άντρα σου;
ΘΩΜΑΪΣ
Όχι Μάικ. Δεν έχω άντρα.
ΜΑΙΚ
(με ενδιαφέρον)
Αλλά;..
ΘΩΜΑΪΣ
Μάικ αγόρι μου, όλο αυτό τον καιρό δεν μιλήσαμε για μένα. Δεν με ρώτησες και ούτε εγώ από μόνη μου δεν σου είπα κάτι.
ΜΑΙΚ
Σε είχα ρωτήσει κάποτε και μου είπες ότι θα συζητούσαμε κάποια άλλη φορά. Θα μου πεις τώρα για τι πρόκειται;
ΘΩΜΑΪΣ
Σήμερα θα σου μιλούσα και αν ακόμα δεν μου το ζητούσες.
Θα σου πω με συντομία όσο προλαβαίνω πριν έρθει αυτός που περιμένω. Του είπα να με πάρει τηλέφωνο όταν φτάσει στην πόλη.
ΜΑΙΚ
Ποιος είναι αυτός επιτέλους;
ΘΩΜΑΪΣ
Κοίταξε Μάικ, πριν από χρόνια, πριν γεννηθείς εσύ ακόμα, είχα γνωρίσει στην πρωτεύουσα όπου βρισκόμουν τότε, έναν κύριο. Ένα σεβαστό πρόσωπο. Ζούσαμε μαζί. Μου είχε πει ότι δεν θα με παντρευτεί γιατί δεν ταιριάζαμε κοινωνικά. Αυτός ήταν πλούσιος και εγώ φτωχή. Όταν έμεινα έγκυος, αυτός ήθελε να κάνω έκτρωση-ξέρεις τι είναι αυτό, ε;
ΜΑΙΚ
Ξέρω.
ΘΩΜΑΪΣ
Εγώ δεν ήθελα. Η απόληξη ήτανε να γεννήσω. Όμως το παιδί πέθανε αμέσως μετά τη γέννα. Δεν μπόρεσα ούτε να το δω, ούτε να ζούσε μια μέρα τουλάχιστον, να το είχα πάρει για λίγο στην αγκαλιά μου... Δέκα χρόνια περίπου μετά , πάψαμε να βλεπόμαστε με τον κύριο αυτόν. Εν τω μεταξύ εγώ εργαζόμουν σε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας. Τον τελευταίο καιρό το εργοστάσιο δεν πήγαινε καλά και έπρεπε να απολύσει εργάτες. Απολύθηκα κι εγώ. Τον ίδιο καιρό έτυχε και πέθανε αυτός ο άνθρωπος που κάποτε ζούσαμε μαζί. Μετα από τον θάνατό του, ένας καλός φίλος του, που τον ήξερα κι εγώ καλά από τότε, ήρθε και με βρήκε και μου είπε ότι σ’ αυτήν εδώ την πόλη σας, έχει έναν συγγενή του, που θα μου έδινε δουλειά στα καταστήματά του. Μου είπε να έρθω εδώ και ότι όταν θα ευκαιρούσε θα ερχόταν εδώ κι αυτός για να με γνωρίσει στον εδώ φίλο του ώστε να αρχίσω να δουλεύω.
Αυτό ήταν. Και τώρα μου τηλεφώνησε ότι έρχεται να με δει για ό,τι μου είχε πει, για να με βάλει δηλαδή σε δουλειά.
ΜΑΙΚ
Θα του πεις για μας;
ΘΩΜΑΪΣ
Δεν θα έρθει να μάθει για τη ζωή μου Μάικ. Έρχεται να με βοηθήσει να βρω δουλειά. Ότι κάνω εγώ είναι δικό μου θέμα και μόνον. Αλλά καλλίτερα θα είναι να μην είσαι και εσύ εδώ όταν έρθει. Δεν πρόκειται για μια κοινωνική συνάντηση, πρόκειται για δουλειά. Γι αυτό όταν μου τηλεφωνήσει καλλίτερα μην είσαι εδώ. Θα σου πω αμέσως μετά τι έγινε. Πες μου τώρα. Με αγαπάς το ίδιο από τότε που γνωριστήκαμε μέχρι σήμερα;
ΜΑΙΚ
Το ρωτάς; Δεν το ξέρεις; Δεν το καταλαβαίνεις;
ΘΩΜΑΪΣ
(χαμογελώντας)
Το ξέρω αλλά θέλω να σε ακούω να το λες.
ΜΑΙΚ
(σηκώνεται, αγκαλιάζει και φιλάει τη Θωμαϊδα στο πρόσωπο, στα μαλλιά…)
Είσαι η αγαπημένη μου. Τι άλλο να σου έλεγα; Από τότε που σε είδα αυτό ήθελα πάντοτε να κάνω. Να σε αγκαλιάζω και να σε φιλώ παντού.
ΘΩΜΑΪΣ
(απωθώντας τον απαλά)
Έλα τώρα Μάικ. Φτάνει. Μου το έδειξες. Σταμάτα. Όπου να ’ναι θα έρθει αυτός…
ΜΑΙΚ
Καλά. Όμως όταν τελειώσεις θα με πάρεις στο τηλέφωνο να έρθω να μου πεις τι έγινε. Δεν θα πάω να βρω τα παιδιά. Θα χαζεύω εδώ τριγύρω μέχρι να τελειώσεις.
ΘΩΜΑΪΣ
Βέβαια θα σε πάρω.
(χτυπάει το τηλέφωνο)
Να! Αυτός θα είναι.
(σηκώνει το ακουστικό)
Εμπρός! Ναι… Ναι. Φτάσατε; Είχατε καλό ταξίδι;… Ναι σας περιμένω. Οδός… γράφετε; Οδός Αριάδνης πενήντα τέσσερα… Δίπλα στο πάρκο.
Ναι, σας περιμένω…
(αφήνει το τηλέφωνο)
Αυτός ήταν. Ήρθε. Θα έρθει με ταξί λέει. Άραγε δεν θα αργήσει. Καλλίτερα να πηγαίνεις.
ΜΑΙΚ
Θέλεις να σου πάρω τίποτε από την αγορά;
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι, λίγο σέλινο και καρότα. Θα φτιάξω ψαρόσουπα σήμερα.
ΜΑΙΚ
Πηγαίνω.
(Φιλιούνται)
Γεια σου.
ΘΩΜΑΪΣ
Γεια σου αγόρι μου.
(Ο Μάικ βγαίνει. Η Θωμαϊς επιθεωρεί με ένα βλέμμα το δωμάτιο το βρίσκει καλό, και κάθεται κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Χτυπάει το κουδούνι. Η Θωμαϊς ανοίγει. Είναι ο Μπεν.)
ΜΠΕΝ
Γεια σου Θωμαϊς.
ΘΩΜΑΪΣ
Γεια σας. Τι κάνετε;.. Περάστε… Καθίστε.
(Ο Μπεν κάθεται)
ΜΠΕΝ
Ωραία γειτονιά βλέπω. Είσαι ευχαριστημένη από την καινούργια πόλη σου;
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι. Καλή είναι. Και οι άνθρωποι ευγενικοί.
ΜΠΕΝ
Αύριο αν μπορείς και συ να πάμε στον Κουβέρ- είναι ο φίλος που σου είπα.
ΘΩΜΑΪΣ
Μα ναι. Βέβαια… Έχετε να μείνετε κάπου τη νύχτα;
ΜΠΕΝ
Θα μείνω στου Κουβέρ, του έχω τηλεφωνήσει κιόλας. Όμως…
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι;
ΜΠΕΝ
Να!.. Θωμαϊς, έχω να σου πω και κάτι άλλο.
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι, ακούω.
ΜΠΕΝ
(διστάζοντας)
Θωμαϊς…
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι κύριε Μπεν;
ΜΠΕΝ
Τον Τομ τον ήξερες πολύ καλά. Ήξερες πόσο σκληρός γινόταν όταν κάποιος του αντιστεκόταν ή δεν έκανε εκείνο που ήθελε αυτός…
ΘΩΜΑΪΣ
Και βέβαια το ήξερα. Από πρώτο χέρι. Ήταν καλός ώσπου να του αντιμιλούσες. Μα ας μην κατηγορούμε τους νεκρούς… Τι συμβαίνει κύριε Μπεν; Γιατί μου το λέτε αυτό; Τι θέλετε να μου πείτε;
ΜΠΕΝ
Θωμαϊς, πρέπει να σφίξεις την καρδιά σου. Πρέπει να είσαι δυνατή. Γιατί αυτό που θα σου πω είναι κάτι μεγάλο.
ΘΩΜΑΪΣ
Με φοβίζετε…
ΜΠΕΝ
Όχι, δεν είναι για φόβο. Μα δυσκολεύομαι πώς να το πω…
ΘΩΜΑΪΣ
Μα δεν πηγαίνει πουθενά το μυαλό μου. Ο Τομ είναι νεκρός πια, εσείς θα με βάλετε σε δουλειά, τι άλλο θα μπορούσατε να μου πείτε και διστάζετε;
ΜΠΕΝ
Θωμαϊς, θυμάσαι τον Κλωντ, το δεξί χέρι του Τομ…
ΘΩΜΑΪΣ
Και βέβαια τον θυμάμαι.
ΜΠΕΝ
Τον έβλεπα που και πού αυτά τα χρόνια. Όταν πέθανε ο Τομ, με κάλεσε μια μέρα στο σπίτι του. Δεν το είχε ξανακάνει. Σκέφτηκα ότι τώρα που πέθανε το αφεντικό του ήταν πιο ελεύθερος να κάνει παρέα με όποιον ήθελε. Και πήγα στο σπίτι του. Αυτός μου είπε αυτό που θέλω να σου πω Θωμαϊς. Και σου ορκίζομαι ότι δεν είχα ιδέα πριν γι αυτά.
ΘΩΜΑΪΣ
Περί τίνος πρόκειται;..
ΜΠΕΝ
Ο Κλώντ με κάλεσε για να μου πει… ότι το παιδί σας…
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι κύριε Μπεν;..
ΜΠΕΝ
Ότι το παιδί εσένα και του Τομ …
(σταματάει διστάζοντας)
ΘΩΜΑΪΣ
(ενθαρρυντικά)
Ναι;…
ΜΠΕΝ
…δεν πέθανε...
(Η Θωμαϊς κοιτάζει τον Μπεν σαν να μην είχε καταλάβει τι της είπε.)
Θωμαϊς! Με άκουσες;
ΘΩΜΑΪΣ
Δεν… πέστε το πάλι κύριε Μπεν…
ΜΠΕΝ
Ηρέμησε Θωμαϊς…
ΘΩΜΑΪΣ
Είπες ότι το παιδί μου…
ΜΠΕΝ
Ναι. Αυτό είπα. Δεν πέθανε Θωμαϊς. Ο Τομ δεν ήθελε να μαθευτεί ότι είχε ένα παιδί εξώγαμο. Και σου είπαν ότι πέθανε… Ούτε εγώ δεν το ήξερα… Σου τ’ ορκίζομαι…
(μεγάλη σιωπή. Η Θωμαϊς προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει ό,τι άκουσε, και ο Μπεν να την παρατηρεί έτοιμος για όλα)
ΘΩΜΑΪΣ
Και γιατί… και πώς… και τι έγινε… Πού πήγε, τι έγινε, τι έκανε με το παιδί μου ο… πέστε μου…
ΜΠΕΝ
Ξέρω πώς αισθάνεσαι Θωμαϊς. Όμως το παιδί σου υπάρχει. Και είναι καλά.
ΘΩΜΑΪΣ
Υπάρχει; Και είναι καλά: Και τι… και πού … πές μου , συνέχισε, που είναι το παιδί μου;
ΜΠΕΝ
Ηρέμησε για να ακούσεις. Είσαι καλλίτερα;
ΘΩΜΑΪΣ
Μίλα κύριε Μπεν!
ΜΠΕΝ
Ο Τομ φρόντισε για το παιδί. Το έδωσε σε μια κυρία να το μεγαλώσει. Ανάθεσε τη δουλειά αυτή στον Κλωντ. Και έδωσε αρκετά λεφτά στην κυρία αυτή ώστε να μην λείψει τίποτα στο παιδί… στο παιδί σου… και στο παιδί του. Γιατί πρέπει να σου πω ότι έστω από μακριά φρόντιζε να μαθαίνει πώς μεγάλωνε το παιδί, αν είχε τίποτε ανάγκες και τέτοια.
ΘΩΜΑΪΣ
Πού το έδωσε; Σε ποιον; Σε ποιαν; Πού;..
ΜΠΕΝ
Πρώτα να σου πω ότι δεν το έδωσε στην πόλη μας που μέναμε, όπου τον ήξεραν όλοι…
ΘΩΜΑΪΣ
Αλλά;…
ΜΠΕΝ
Εδώ. Εδώ που είμαστε τώρα. Στην πόλη αυτή.
ΘΩΜΑΪΣ
Εδώ;..
ΜΠΕΝ
Εδώ. Και γι αυτό ο Κλωντ σε έστειλε εδώ. Πριν πεθάνει, ο Τομ είχε αφήσει στον Κλωντ εντολή να σε στείλει και σένα εδώ για να είσαι κοντά στο παιδί όταν θα το μάθαινες. Και επειδή ο Κλωντ ξέρει ότι εγώ έχω εδώ αυτό τον συγγενή μου, με παρακάλεσε να μεσολαβήσω σε σένα για να έρθεις εδώ, όπου θα σου έβρισκα και εύκολα δουλειά
ΘΩΜΑΪΣ
Κα γιατί δεν μου είπε να πάρω το παιδί και να φύγω μακριά του παρά μου είπε ότι πέθανε;
ΜΠΕΝ
Ποιος τον ξέρει… Ίσως να φοβόταν ότι κάποτε θα το αποκάλυπτες εσύ…ή και ίσως να σκεφτόνταν ότι ίσως να τον εκβίαζες κάποτε… τι να πω…
ΘΩΜΑΪΣ
Τι να πεις εσύ και τι να πω κι εγώ… Από τη μια χαίρομαι που το παιδί μου ζει, από την άλλη… δεν ξέρω τι να πω… και πού είναι; Πού; Πού; Σε ποιον-σε ποιαν-πού το έδωσε;
ΜΠΕΝ
Θα σου πω Θωμαϊς.. Αλλά δεν τελείωσα ακόμα. Έχω να σου πω και κάτι άλλο.
ΘΩΜΑΪΣ
Τι άλλο θα μου πεις; Δεν φτάνει αυτό που μου είπες;
ΜΠΕΝ
Δεν θα σου πω κάτι χειρότερο αλλά κάτι καλλίτερο- που θα απαλύνει λίγο έστω τον καημό σου. Κατά βάθος Θωμαϊς σε αγαπούσε.
ΘΩΜΑΪΣ
Αν δεν με αγαπούσε και αν δεν τον αγαπούσα, δεν θα καθόμουν μαζί του κύριε Μπεν.
ΜΠΕΝ
Με την διαθήκη του σου άφησε είκοσι χιλιάδες λίρες Θωμαϊς, για σένα και το παιδί.
ΘΩΜΑΪΣ
Είκοσι χιλιάδες λίρες!.. Είναι πολλά λεφτά. Όμως τι να πω; Να πω ότι τον ευχαριστώ; Θα ήταν ψέμα.
ΜΠΕΝ
Μην πεις τίποτα. Έστω αργά, ίσως τα πράγματα αλλάξουν προς το καλλίτερο για σένα. Δεν νομίζεις; Και ύστερα από αυτό, δεν ξέρω αν θα θελήσεις να εργαστείς πια, με τόσα λεφτά που θα έχεις δικά σου.
ΘΩΜΑΪΣ
(γρήγορα μιλώντας)
Όχι κύριε Μπεν, θα εργαστώ. Είναι αρκετά λεφτά, όμως τα λεφτά φεύγουν γρήγορα. Ύστερα έχω παιδί πια, θα του χρειαστούν περισσότερο από όσο θα χρειάζονταν σε μένα. Όμως κύριε Μπεν πού είναι το παιδί μου; Που θα βρω το παιδί μου; Πέστε μου κύριε Μπεν!
ΜΠΕΝ
(βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη του και το συμβουλεύεται)
Να σου δώσω τη διεύθυνση. Οδός Χρυσανθέμων 38. Εκεί μένει με κάποια κυρία Μίνα. Αν θέλετε μπορώ να πάω εγώ εκ μέρους σας ή να πάμε και μαζί…
(Η Θωμαϊς ακούγοντας το όνομα ωχριά, και το κεφάλι της γέρνει στο πλάι όπως σε λιποθυμία.)
Θωμαϊς!...
(Ο Μπεν την παίρνει στην αγκαλιά του, την ξαπλώνει στο κρεβάτι και της δίνει μικρά χτυπήματα στις παρειές. Η Θωμαϊς συνέρχεται σιγά σιγά)
Θωμαϊς λιποθύμησες… Θωμαϊς! Θωμαϊς! Είσαι καλλίτερα;
ΘΩΜΑΪΣ
…Ναι….
ΜΠΕΝ
Καημενούλα μου. Με τόσα που άκουσες σήμερα έπρεπε να περιμένω κάτι τέτοιο…
ΘΩΜΑΪΣ
Είμαι καλά τώρα κύριε Μπεν. Είπατε οδός Χρυσανθέμων…
ΜΠΕΝ
Ναι, τριάντα οχτώ. Κυρία Μίνα. Θα τα θυμάστε ή να σας τα γράψω;
ΘΩΜΑΪΣ
Τα θυμάμαι κύριε Μπεν. Ευχαριστώ.
ΘΩΜΑΪΣ
(Σηκώνεται αργά)
Έχετε κάτι άλλο να μου πείτε κύριε Μπεν;
ΜΠΕΝ
Όχι, Μόνο έλεγα πριν ότι αν θέλετε να έχετε κάποιον μαζί σας όταν πάτε στο σπίτι εκείνο, αν θέλετε να έρθω κι εγώ… σε τέτοιες στιγμές…
ΘΩΜΑΪΣ
Όχι κύριε Μπεν, θα είμαι εντάξει. Σας ευχαριστώ.
ΜΠΕΝ
Τότε να πηγαίνω. Σίγουρα αισθάνεστε καλά;
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι κύριε Μπεν, σας βεβαιώνω.
ΜΠΕΝ
Τότε αύριο θα σας δω γα να πάμε για τη δουλειά. Αν πάλι δεν θέλετε αύριο, μπορώ να σας περιμένω μέχρι μεθαύριο.
ΘΩΜΑΪΣ
Όχι κύριε Μπεν. Αύριο είναι καλά. Τηλεφωνήστε μου αύριο για να συναντηθούμε και να πάμε.
ΜΠΕΝ
Εντάξει, γεια σου Θωμαϊς. Τα λέμε αύριο.
ΘΩΜΑΪΣ
Στο καλό κύριε Μπεν.
(Ο Μπεν βγαίνει. Η Θωμαϊς κάθεται στην καρέκλα και σκύβει το κεφάλι σκεπάζοντας με τις παλάμες της το πρόσωπό της. Μένει σ’ αυτή τη στάση για λίγο, ύστερα σηκώνεται και παίρνει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Ναι… Γεια σου αγόρι μου… Ναι, έφυγε… Ναι, τώρα μόλις. Είσαι κοντά;.. Ψώνισες κιόλας; Ωραία, τότε έλα… Ναι, σε περιμένω… Γεια σου.
(πηγαίνει προς το ανοιχτό παράθυρο και βλέπει έξω)
Αυτή είναι η ζωή Θωμαϊς. Αυτό ήθελε για σένα. Όπως αυτή θέλησε θα ζήσεις. Δεν αντιμάχομαι σε τίποτα, άραγε δεν φταίω για τίποτα. Και δεν είναι άσχημη η ζωή μου. Ήμουν μια μητέρα χωρίς παιδί, τώρα είμαι μια μητέρα με το παιδί μου. Και το παιδί αυτό είναι και ο εραστής μου. Τα δυο που ζητάει μια γυναίκα από τη ζωή της για να είναι ευτυχισμένη, αυτά τα δυό είναι. Να είναι μητέρα και ερωμένη δεν είναι η λαχτάρα, ο πόθος, το όνειρο κάθε γυναίκας; Δίνει η γυναίκα στη φύση το δώρο που εκείνη θέλει, δίνει κι αυτή στην γυναίκα το αντίδωρό της. Και αυτό μακριά από τον γάμο, το κοινωνικό αυτό τερατούργημα. Μητέρα και ερωμένη, να το όραμα κάθε γυναίκας! Και διπλά ευτυχισμένη εγώ, που και τα δυο τα έχω σε ένα μόνον πρόσωπο! Γιος και εραστής: αυτό δεν ποθεί και κάθε παιδί να είναι; Αυτό δεν ήθελες και συ από μένα ζωή; Το έκανες. Και αυτά τα χρήματα, για να συμπληρώσουν την ευτυχία μας λες ήρθαν. Όλα καλά καμωμένα.
(Χτύποι στην πόρτα. Η Θωμαϊς ανοίγει. Μπαίνει ο Μάικ)
ΜΑΙΚ
Γεια.
ΘΩΜΑΪΣ
Καλώς το αγόρι μου.
(τον αγκαλιάζει και τον σφίγγει επάνω της δυνατά για ώρα πολλή)
ΜΑΙΚ
(αστειευόμενος)
Έ! Τι έπαθες; Θα με πνίξεις…
(αποσπάται από την αγκαλιά της)
Σε βλέπω χαρούμενη… Μα τι έχεις; Κλαις; Δάκρυα είναι αυτά; Σου έφερε λοιπόν καλά νέα αυτός ο άνθρωπος;
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι αγόρι μου… Ναι παιδί μου… ναι άντρα μου…
ΜΑΙΚ
Τι περιμένεις λοιπόν; Εμπρός, πες μου τα…
ΘΩΜΑΪΣ
Να! Ο κύριος αυτός που σου είπα πως κάποτε ζούσαμε μαζί, ο πατέρας του παιδιού μου που πέθανε στη γέννα επάνω, πεθαίνοντας άφησε για μένα στη διαθήκη του είκοσι χιλιάδες λίρες.
ΜΑΙΚ
(έκπληκτος)
Ωωωωωω! Πολλά λεφτά!
ΘΩΜΑΪΣ
Ναι. Είναι μια μικρή περιουσία. Αν τα χειριστούμε καλά είναι αρκετά για να ζήσουμε χωρίς αγωνία για τις καθημερινές μας ανάγκες, αλλά κύρια, για να μπορέσεις να κάνεις μια καλή αρχή στη ζωή σου όταν με το καλό θα έρθει η ώρα γι αυτό. Και τώρα αγάπη μου, ας αφήσουμε το ψάρι να κάνει για λίγο παρέα με το καρότο και το σέλινο που τόσο αγαπάει, και εμείς ας πάμε στο κρεβάτι να κάνουμε αυτό που τόσο κι εμείς αγαπάμε.
ΜΑΙΚ
(γελώντας)
Επιτέλους! Έλεγα πως δεν θα το ζητούσεςχχ ποτέ…
(την αγκαλιάζει)
ΑΥΛΑΙΑ
Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026
ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΒΙΑΣΜΟΥ
Κάθε Πυθία είχε ως γνωστόν
Τον θείο Απόλλωνα για σύζυγο της.
Κι οφείλουμε το θάμα των χρησμών
Στο σμίξιμο μ’ αυτόν το ερωτικό της.
Κι ήταν αμόλυντη-κι ήταν αγνή
Κι ήτανε στον θεό δοσμένη όλη.
Κι ήταν γι αυτήν οι δάφνινοι αχνοί
Το θείο της συζυγικό ροσόλι.
Μα κάποιος Εχεκράτης, Θεσσαλός,
Ξύπνιο παιδί και μάγκας απ’ τους πρώτους,
Που διόλου δεν λογάριαζε ασφαλώς
Μαντεία και χρησμούς και δάφνης κρότους,
Μία Πυθία που γούσταρε πολύ
Ευθύς την απαγάγει και τη βιάζει.
Κι έτσι παρθένα ως ήταν και δειλή,
Πολύ ο Θεσσαλός το διασκεδάζει.
Διαδόθηκε το πράγμα παρευθύς
Και όλοι λέγαν: «Ιεροσυλία!»
Μον' ένας Δέλφιος, τύπος ευθύς,
"Μπράβο του τύπου!" λέει με μανία.
Οι μπάτσοι τόνε πιάνουνε λοιπόν
Και μια και δυο τον παν στο δικαστήριο.
Φτάνει η σειρά του. «Δέλφιος!» "Παρών",
Και, «Ασέβεια» το κατηγορητήριο.
« Λοιπόν τι έχεις ν’ απολογηθείς;»
Ο δικαστής του λέει αγριεμένος.
«Κυρ-δικαστή το ξέρει ο καθείς
Για τους Θεούς πως δίκαια έχω μένος:
Γιατί, οι βρωμιάρηδες, πόσες φορές,
Δεν ήρθανε σε μας πόθο γεμάτοι,
Και δεν αγκαλιαστήκαν με θνητές
Πάνω σ’ ανίερου έρωτα κρεβάτι…
Γιατί να μην μπορούνε κι οι θνητοί
Με τους Θεούς να κάνουνε τα ίδια;
Εμείς τους πλάσαμε. Λοιπόν γιατί
Δικά τους να γινόμαστε παιχνίδια;
Γι αυτό μπροστά σας πάλι θα το πω:
Μπράβο στον Εχεκράτη πούχει αλλάξει
Λίγο τον παλαιό στραβό σκοπό,
Κι απ’ την ντροπή μας έχει απαλλάξει."
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026
ΚΟΡΙΝΝΑ
Τόπος: Λος Άντζελες.
Χρόνος:1999.
Πρόσωπα: Κορίννα, Αντρέ.
Νύχτα μέσα σ’ ένα σταματημένο και κλειδωμένο ασανσέρ. Η Κορίννα κάθεται πάνω σ' ένα σκαμνί σε μια γωνία του ασανσέρ και ο Αντρέ στη διπλανή γωνία στο δάπεδο.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Έτσι θα μείνουμε όλη τη νύχτα εδώ-αμίλητοι;
ΑΝΤΡΕ
Αν το θέλεις ας γίνει έτσι.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν το θέλω εγώ. Εσύ το θέλεις. Μήνες τώρα έχεις που δε μου μιλάς.
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Έχεις δίκιο. Μα αυτό γινόταν έξω. Εκεί, με τους άλλους. Τώρα είμαστε μόνοι μας. Αν το θέλεις μπορούμε να μιλήσουμε.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι, το θέλω. Εκεί ήταν ο κόσμος. Η κίνηση. Τα φώτα. Η ζωή. Εδώ είναι νέκρα, σκοτάδι και θάνατος. Εδώ είμαστε μόνοι εγώ κι εσύ. Κι η νύχτα αυτή είναι όλη η ζωή μας-είναι το δικαστήριο του μέλλοντός μας. Είναι η ίδια η αιωνιότητα.
ΑΝΤΡΕ
Αύριο πάλι όλα θα είναι ίδια.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ποτέ πια δε θα είναι ίδια. Δεν υπάρχει αύριο. Εδώ μέσα, στη φοβερή αυτή ησυχία, είμαστε η μόνη πηγή ήχων. Ό,τι πούμε εμείς απόψε είναι τα μόνα λόγια που θ' ακουστούν πάνω στη γη. Η αλήθεια είναι τούτη η νύχτα, τούτο το κελί, τούτη η ώρα.
ΑΝΤΡΕ
Ο ήλιος θα 'βγει αύριο το πρωί. Κι όταν έβγει, ο επόπτης θα σηκωθεί από το κρεβάτι του, θα πιεί τον καφέ του και στις εφτά η ώρα θα είναι εδώ και θα μας ανοίξει. Κάθε μέρα αυτό συμβαίνει και σε πολλούς άλλους.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Κι αν ακόμα γίνει όπως λες, όλα θα 'ναι πάλι διαφορετικά. Ένας άλλος επιστάτης, ένας άλλος ήλιος. Η νύχτα αυτή όλα θα τα καθαρίσει. Και αυτό που έγινε εξαιτίας σου ανάμεσά μας θέλει ένα ξεκαθάρισμα.
Ήτανε κάτι διαφορετικό. Ήτανε μια αλλαγή πέρα από τα συνηθισμένα. Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Μου μιλούσες, σου μιλούσα. Είχαμε μιαν επικοινωνία όπως όλοι οι γνωστοί άνθρωποι μεταξύ τους. Όποτε βλεπόμασταν μιλούσαμε, γελούσαμε..
Και ξαφνικά άρχισες να μην απαντάς στις καλημέρες και στις κουβέντες μου. Πάνε πέντε μήνες. Πέντε μήνες και δέκα μέρες.
ΑΝΤΡΕ
Και τι σε πείραξε που δε σου μιλούσα; Τρώθηκε ο εγωισμός σου; Ελαττώθηκαν οι θαυμαστές σου κατά έναν; Τι;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Σου είπα, ήταν μια αλλαγή. Την παρατήρησα...
ΑΝΤΡΕ
Ας δούμε πώς μπορεί να βγούμε από εδώ μέσα και να μείνουν όλα όπως ήσαν. Να μείνουμε στην τωρινή ζωή μας. Πώς μπορεί ν' ανοίξει μία πόρτα χωρίς το κλειδί της;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Δεν μπορεί.
ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και εξετάζει την κλειδαριά)
Αν είχα ένα εργαλείο κάτι θα κατάφερνα. Σε παρακαλώ μου δίνεις το σκαμνί σου;
(Η Κορίννα του δίνει το σκαμνί, αυτός πατάει επάνω και εξετάζει την οροφή. Κατεβαίνει απογοητευμένος. Σκουπίζει το σκαμνί και της το δίνει. Κάθονται)
Πώς έγινε και άργησες τόσο πολύ κι εσύ; Άλλες φορές είμαι μόνος εδώ μέσα.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Έγινε. Όπως έγινε και σταμάτησε.
ΑΝΤΡΕ
Είσαι σίγουρη πως ο επιστάτης έχει φύγει;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Ήμουν η τελευταία. Νόμιζα...
ΑΝΤΡΕ
Σε είδα πολλές φορές να μιλάς μαζί του. Δε συζητήσατε ποτέ για την περίπτωση που κάποιος κλειστεί στο ασανσέρ;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι.
(σιωπή)
ΑΝΤΡΕ
Λοιπόν θα μείνουμε εδώ για μιαν ολόκληρη νύχτα...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Κι αυτό θα κάνει τη ζωή μου ν' αλλάξει. Όπως έχει αλλάξει δυο φορές ως τώρα χωρίς την αποψινή νύχτα. Κι αυτή εδώ, ό,τι και να γίνει ανάμεσά μας, θα είναι η μεγάλη αλλαγή. Η γνώση που έρχεται κάποτε και που φέρνει την κατανόηση της ύπαρξης. Κάτι που δεν περίμενα να γίνει ποτέ. Μέσ σ' αυτό το ασανσέρ οι δυο
μας... ποιος θα το φανταζόταν; Μια γη έπρεπε να υπάρχει για τον καθένα μας και να μη σμίγαμε ποτέ. Ή να μην είχαμε γεννηθεί.
ΑΝΤΡΕ
Κρυώνω..
ΚΟΡΙΝΝΑ
(τον κοιτάζει, διστάζει, τον ξανακοιτάζει, τέλος αποφασίζει. Βγάζει τη ζακέτα της και του την τείνει)
Πάρε. Εγώ δεν κρυώνω.
ΑΝΤΡΕ
(τρομοκρατημένος)
Όχι! Όχι! Δεν κρυώνω.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Τώρα είπες ότι κρυώνεις.
ΑΝΤΡΕ
(βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία του)
Δεν κρυώνω.
(μαζεύεται όσο μπορεί στη γωνιά του. Η Κορίννα αποθέτει αμίλητη τη ζακέτα στην ποδιά της)
Να φορέσω τη ζακέτα σου! Για σκέψου...Φτάνει που είμαι κλεισμένος εδώ μέσα μαζί σου. Που αναπνέω τον ίδιο αέρα με σένα. Που έτσι και γυρίσω μόνο το κεφάλι μου το πρόσωπό σου θα 'βλεπα...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Με σιχαίνεσαι λοιπόν; Με μισείς; Τι σου έκανα; Γιατί με αποφεύγεις; Γιατί όταν με βλέπεις αλλάζεις δρόμο; Ούτε ένα ρούχο μου δε θέλεις ν' ακουμπήσεις;
ΑΝΤΡΕ
Δε θέλω. Ναι, δε θέλω. Κράτα τη ζακέτα σου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Άραγε αυτή η νύχτα θα μου μάθει την αιτία που σταμάτησες να μου μιλάς;..
Σε ξέρω τέσσερα χρόνια. Ερχόσουν στο σπίτι μου. Όλοι σ’ αγαπούσαμε. Κουβεντιάζαμε, περνούσαμε τα βράδια μας με την παρέα σου, εσύ με τη δική μας. Υπήρχε μια περίοδος μάλιστα που κάθε βράδυ ήσουν εκεί. Κι αν δεν ερχόσουν μας έλειπες. Το γέλιο δεν έλειπε από την παρέα μας. Και ο πατέρας μου σ' εκτιμούσε πολύ. Η μητέρα δεν ξέρει τι να πει που δεν μας έρχεσαι πια. Κι όταν ακόμα πιάσαμε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο, τίποτε δεν άλλαξε στις σχέσεις μου μαζί σου. Μάλιστα τώρα ήταν καλλίτερα. Και ξαφνικά, χωρίς αιτία, σταμάτησες να έρχεσαι στο σπίτι και σταμάτησες να μου μιλάς. Σου έλεγα καλημέρα κι εσύ μουρμούριζες κάτι και απομακρυνόσουν βιαστικά. Στους άλλους μιλάς όπως πρώτα. Στ' αδέρφια μου το ίδιο. Μόνο σε μένα δε μιλάς. Όταν από μακριά με βλέπεις λοξοδρομείς για να μη συναντηθούμε. Κατάφερες αυτό που ήθελες-τώρα δε σου μιλώ ούτε εγώ. Έχω κι εγώ αξιοπρέπεια.
Μα όμως πόσο παράλογο μου μοιάζει αυτό που κάνω... Να διακόψω τις σχέσεις μου με κάποιον έτσι, επειδή αυτός με αποφεύγει χωρίς να ξέρω γιατί. Έμεινα ξάγρυπνη πολλές νύχτες ψάχνοντας να βρω την αιτία αυτής σου της συμπεριφοράς. Προσπαθούσα να βρω μήπως έκανα κάτι που σε πρόσβαλε, που σε πείραξε. Που σε έθιξε. Γιατί είσαι εύθικτος. Δεν πήγε πουθενά το μυαλό μου. Ποτέ δε σου μίλησα άσχημα. Σαν επισκέπτη του σπιτιού μας, σαν μεγαλύτερο, σαν φίλο ακόμα, σε σεβόμουνα πάντα. Ούτε με μια πράξη μου δε σε πρόσβαλα. Μήπως είπα κάτι κακό σε κάποιονε για σένα και το έμαθες; Ούτε αυτό συμβαίνει. Πρώτα γιατί δε συζητώ για σένα με τους άλλους. Και προσέχω τα λόγια μου όταν μιλώ στο χώρο της δουλειάς, εδώ, στο εργοστάσιο, γιατί δε θα 'θελα να κάνω κάποιο λάθος και να τα χαλάσω μαζί σου. Η παρέα σου ήταν καλή, είσαι ευχάριστος, έξυπνος και, είναι αλήθεια, ποτέ και συ δε μου φέρθηκες άσχημα. Ποτέ δε μου κακομίλησες, πάντα μου φερόσουν με ευγένεια, με κατανόηση, σαν ένας πατέρας ή σαν μεγαλύτερος αδερφός. Βέβαια δεν ήσουν
πατέρας ούτε αδερφός μου. Και θα μπορούσες να δείξεις μια δυσαρέσκεια κάποτε, θα μπορούσες σαν μεγαλύτερος να μη με προσέχεις, να με μεταχειρίζεσαι σαν παιδί ακόμα. Όμως όχι. Πάντοτε ήσουν καλός μαζί μου. Και ευγενικός, Και περιποιητικός. Για να με πλησιάζεις κατέβαινες στην ηλικία μου. Το πρόσεξα πολλές φορές αυτό. Δεν στεκόσουν στο βάθρο του μεγάλου που απλά καταδέχεται να μιλήσει σε μια μικρή κοπέλα, αλλά γινόσουν μικρός κι εσύ κοντά μου. Και το εκτιμούσα πολύ αυτό. Δεν είμαι παιδί όμως πια. Είμαι γυναίκα. Και-τώρα μπορώ να στο πω-πολλές φορές ένιωθα να κολακεύεται αυτή η γυναίκα μέσα μου από τη συμπεριφορά σου. Γιατί αν και το φέρσιμό σου ήτανε πάντα το ίδιο, μεγαλώνοντας εγώ το δεχόμουν όπως ταίριαζε με την ηλικία μου. Έτσι ένα κομπλιμέντο που, μικρή όταν ακόμα ήμουνα μου έλεγες, το δεχόμουνα με ένα γέλιο παιδιάστικο, για να το ξεχάσω αμέσως μέσα στο παιχνίδι και τις άλλες παιδικές μου απασχολήσεις που πάντοτε με περίμεναν. Όμως εδώ κι ένα χρόνο το ίδιο αθώο κομπλιμέντο το έπαιρνα, το έδενα, το κρατούσα και το νόημά του σκορπιζόταν σε όλο μου το κορμί χαρίζοντάς μου μια γλυκιά ευχαρίστηση. Και δεν το ξεχνούσα ώσπου να ακούσω το επόμενο κομπλιμέντο σου. Και ήσουνα πλούσιος σ’ αυτά. Κι έδινες τόσα ώστε να μην ξεπεράσεις το όριο. Αλλιώς θα χάλαγες όλη τη ουσία, όλη την απόλαυση. Το ήξερες αυτό και το πρόσεχες πολύ. Πόσες τέτοιες ωραίες στιγμές μου ’χες χαρίσει...Χωρίς ίσως να το υποπτεύεσαι, εγώ χρησιμοποιούσα τα λόγια σου για να ευωχούμαι. Δεν τα έπαιρνα πια σαν λόγια μεγάλου σε μικρόν, παρά σαν λόγια άντρα σε γυναίκα. Και το καταλάβαινες αυτό καμιά φορά και αμέσως άλλαζες κουβέντα ή στρεφόσουν σε άλλον και, δείχνοντας πως τάχα με αγνοείς, συζητούσες μαζί του για άλλα θέματα.
Ντρεπόμουν τότε για ό,τι ένιωθα και πήγαινα στο δωμάτιό μου όπου, ανάμεσα στα γράμματα των βιβλίων μου μπαίνανε τα γράμματα του πιο καλού λόγου που μου είχες πει πριν λίγο. Κι αυτόν το λόγο τον κρατούσα σαν φυλαχτό.
Στην κοινωνία που ζούμε δεν υπάρχει χρόνος για περιττά λόγια. Όλοι τρέχουν να προλάβουν-τι;-και δεν τους μένει καιρός να πουν παρά μόνο τα απαραίτητα για την μεταξύ τους ρηχή επικοινωνία. Μόνο εσύ, ίσως γιατί ήρθες από αλλού, ίσως γιατί έτσι είναι ο χαρακτήρας σου, μόνο εσύ μπορούσες να λες τέτοια όμορφα λόγια. Και δεν ήτανε μόνο τα λόγια. Ήταν και τα μάτια σου. Γεμάτα θαυμασμό κάθε φορά, συμπλήρωναν τον καλό σου λόγο. Γεμάτα θαυμασμό και λαμπύρισμα.
Με ρώτησες γιατί μ' ένοιαξε που σταμάτησες να μου μιλάς. Ίσως και να μου έλειψαν αυτά τα λόγια τα θαυμαστικά, αυτά τα φωτεινά βλέμματα. Που για σένα βέβαια δε σήμαιναν ίσως τίποτα, σε μένα όμως έδιναν κάτι που δε θα το βρω αλλού όσο και να ψάξω.
(μικρή σιωπή)
Θυμάμαι εκείνο το ροζ φουστάνι που πήγα κι αγόρασα για το χορό. Από την πρώτη στιγμή που το είδα δε μου άρεσε. Μα ήτανε το μόνο που βρήκα. Το αγόρασα, το φόρεσα, δεν μπορούσα όμως να το χωνέψω. Μου έμοιαζε ανυπόφορο. Ώσπου όταν με είδες να το φορώ -θυμάσαι;-μου είπες πως είναι όμορφο και πως μου πηγαίνει θαυμάσια. Τότε το αγάπησα κι εγώ.
(χαμογελάει)
Θυμάμαι μια μέρα όταν είχα φτιάξει μια χάρτινη γιρλάντα και την είχα κρεμάσει γύρω από το λαιμό μου γυρίζοντας από το σχολείο. Όλοι με μάλωναν και με κορόϊδευαν που έκανα τέτοιες παιδιάστικες κουταμάρες. Εσύ είπες: "Τι ωραίο κολλιέ! Και πώς σου πηγαίνει!.."
Γιατί έχεις θυμώσει μαζί μου;
ΑΝΤΡΕ
(ονειροπόλα και σαν να μιλάει στον εαυτό του)
Το ροζ φουστάνι... μια πανδαισία... η χάρτινη γιρλάντα... Ποιος μπορεί να πει ότι ήρθε άσκοπα στον κόσμο όταν σε είδε να φοράς το ροζ εκείνο φουστάνι και την χάρτινη γιρλάντα στο λαιμό... Έξυπνος εγώ... για σκέψου... έξυπνος κι όμως πιασμένος σαν χαζή μύγα στο δίχτυ. Αρκετά έξυπνος για να μπορέσω να καταλάβω τι κρύβει μέσα του ένα άνθος, αρκετά έξυπνος για να καταλάβω πόσο αδύναμη είναι η δύναμη... πόσο μικρό είναι το μεγάλο… πόσο πολύ το τίποτα... όμως πολύ κουτός ώστε να μη μπορέσω να μυρίσω το άνθος, να μη γνωρίσω τη δύναμη ή την αδυναμία, να μείνω έξω από κάθε μεγάλο ή μικρό. Πολύ κουτός για να ζήσω... για να υπάρξω... για να γεννηθώ λες... Μα πάλι πώς μπορεί να πει κανείς πως δεν έζησε όταν έχει κρατήσει μέσα στο χέρι του το χέρι σου...
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι...η χειρομαντεία...Μου κράταγες το χέρι στο χέρι σου και διάβαζες τη μοίρα μου. Εγώ το είχα αφήσει μέσα στο δικό σου κι ένιωθα τόσο ελαφριά σαν να είχα ξεφορτωθεί όλο το βάρος μου κι όχι μόνο του χεριού μου. Κι όλο πράγματα που αρέσουν μου 'λεγες. Πόσο είμαι έξυπνη, πόσο είμαι όμορφη, πόσο πολύ θα ζήσω. Μόνο λόγια όμορφα βγαίναν από το στόμα σου για μένα. Μου είπες ξάφνω πως αγαπώ ένα νέο της ηλικίας μου. Σου είπα: "Φυσικά θα είναι της ηλικίας μου. Κανένα γέρο θ' αγαπούσα;" Ύστερα από αυτό τελείωσε γρήγορα η χειρομαντεία.
ΑΝΤΡΕ
Ω! Η ζωή! Η ζωή! Η ζωή μου! Γεμάτη αβεβαιότητα, κενό, φόβο πριν απ' όλα.
Μα από τότε που βρέθηκα σε τούτη τη χώρα βλέπω γύρω μου ανθρώπους που φόβος δεν ξέρουνε τι θα πει. Που ντροπή δεν ξέρουνε τι θα πει. Που δεν έχουν αισθήματα. Όλοι αντιδρούν ίδια σε κάθε ίδιο ερέθισμα. 'Ολοι λένε τα ίδια λόγια σαν απάντηση στην ίδια ερώτηση. Αναρωτιέσαι αν είναι ζωντανά όντα ή ρομπότ, δημιουργήματα κάποιου αργόσχολου μηχανικού. Αφότου ήρθα εδώ προσπαθώ ν' ανακαλύψω σε κάποιον από αυτούς κάτι που να με κάνει να πω πως είναι άνθρωπος κι αυτός, όπως τόσοι που άφησα φεύγοντας από την πατρίδα.
Μάταια όμως.
Ωραία είναι να κυλάει έτσι η ζωή. Ήσυχη, προγραμματισμένη, με από πριν όλα γνωστά, με τις ανάγκες της όλες από καιρό καλυμμένες, με το θάνατο ένα ακόμα επεισόδιο, το τελευταίο της σειράς.
Είπα πως είναι ωραία τέτοια ζωή. Όχι. Δεν εννοώ πως είναι ωραία για κείνους που τη ζούνε. Γιατί δεν τη ζουν. Για κείνους αυτό δεν είναι ζωή. Είναι ένα πρόγραμμα, μια κουρντισμένη παρέλαση όπου σαν στρατιώτες συμμετέχουν.
Ωραία είναι για κείνον που τη βλέπει απέξω. Που ζηλεύει. Που θα ήθελε να είναι ένας απ' αυτούς. Που θα ήθελε να είναι ένα τίποτε δηλαδή. Ή, που είναι το ίδιο, να ζει μηχανικά τη ζωή του χωρίς όλα εκείνα τα φοβερά συναισθήματα που κάνουν τη ζωή μια κόλαση.
Ναι! Έρχονται φορές που θα το 'θελα κι εγώ. Θα ήθελα να είμαι ένα στρατιωτάκι ανάμεσα στα πλήθη εκείνα που βλέπω να περνάνε μπροστά μου αλύγιστα, άφοβα, αναίσχυντα αναίσθητα, βαδίζοντας άσκεφτα προς ένα άγνωστο τέρμα. Άγνωστο για μένα, τώρα, όχι γι αυτούς-αυτοί τίποτα δεν ξέρουν-τα ξέρουν όλα... Να βγω από ένα εργοστάσιο δηλαδή στο οποίο θα μου έχουν δώσει μορφή και υπόσταση κι από κει θα προχωρώ όπως εκείνοι έχουν κανονίσει.
Άλλες φορές όμως τα βάζω με τον εαυτό μου που αφέθηκε να ζηλέψει τέτοια ζωή. Όχι πως είμαι εγώ κάτι καλλίτερο από κείνους. Μακριά από μένα η αίσθηση αυτή. Δεν έχω κατηγόρια για κανέναν. Κι αν κάποιος παίρνει τις διαπιστώσεις μου σαν κατηγόριες, το σφάλμα δεν είναι δικό μου. Όχι, δεν είμαι καλλίτερος απ'
αυτούς. Είμαι όμως διαφορετικός. Κι όχι γιατί φτιάχτηκα εξαρχής έτσι, αλλά γιατί δεν έζησα σ' αυτή τη χώρα. Αν ζούσα εδώ, η ίδια πορεία θα περίμενε κι εμένα. Ίδιο ρομπότ θα ήμουνα κι εγώ τώρα. Μα έζησα αλλού. Δε με άδραξε η μηχανή στα γρανάζια της. Ελεύθερος ήμουνα και είμαι. Κανείς δε με έβαλε στο καλούπι να βγω
ρομπότ από κει. Κανείς δεν έβγαλε το φόβο από μέσα μου. Κανένας δε με έστυψε ώσπου να αποβάλω τα ανθρώπινα στοιχεία μου-τη ντροπή, τη σκέψη, το φόβο. Μακριά από μένα η πίστη στην παντοδυναμία του ανθρώπου. Μακριά από μένα η δήθεν νίκη του ανθρώπου πάνω στη φύση. Μακριά από μένα η νίκη του ανθρώπου πάνω στη μοίρα του. Μακριά από μένα τέλος η ιδέα του ανθρώπου σαν του προνομιούχου όντος του ζωικού βασιλείου. Είναι το πιο δυστυχισμένο.
Και ήρθα εδώ. Και τα είδα όλα αυτά. Και βρέθηκα μόνος μέσα σε έναν άλλο κόσμο όπου κανένας δε με γνώριζε, κανένας δε με καταλάβαινε, κανένας δεν είχε κάτι κοινό με μένα. Ήρθα εδώ ένας άνθρωπος μέσα στα ρομπότ. Κάποια ανώτερη τεχνική βέβαια τα 'χει δημιουργήσει που ένας ηλίθιος θα υποκλίνονταν μπροστά της. Ούτε την ευτυχία να είμαι ένας ηλίθιος δεν έχω. Και η ενέργεια για να δρουν και να κινούνται όλα αυτά τα ρομπότ δεν είναι ο ηλεκτρισμός. Και για να μη σκουριάσουν δεν τ' αλείφουν με λάδι. Η δύναμη που τα κινεί είναι η εργασία. Και το συντηρητικό λάδι τους είναι το χρήμα. Θεέ μου! Πόσο χαρούμενη ήσουν όταν έκλεισες τα δεκάξι χρόνια σου! Όχι γιατί μεγάλωσες, όχι γιατί έγινες γυναίκα, αλλά γιατί θα μπορούσες να δουλέψεις πια. Γιατί θα μπορούσες να βγάλεις λεφτά. Όταν μιλούσες γι αυτά έλαμπες ολόκληρη από... από ευτυχία. Ναι, ήσουν ευτυχισμένη γιατί θα έβγαζες χρήματα.
Στη χώρα μου όταν τα κορίτσια γίνονται δεκάξι, έχουν μια τρελή παιδιάστικη χαρά γιατί θα βάλουν κοκκινάδι στα χείλη, γιατί θα τους επιτρέψουν να μείνουν έξω ως τις έξη το απόγευμα αντί ως τις πέντε, γιατί ο μπαμπάς θα τους πάρει καινούργια παπούτσια. Κι όταν θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια σου όταν σου είπα πως θα σου έδινα τα μισά λεφτά αν θα κέρδιζα το λαχείο... ούτε ο Έρωτας δε λάμπει έτσι στα μάτια των κοριτσιών του τόπου μου. Άλλη ήπειρος, άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης.
Άγγιξα κάποιον από τους ανθρώπους του καινούργιου μου πλανήτη. Σκληρό και κρύο ήταν η αίσθηση που αποκόμισα. Κοίταξα μέσα στα μάτια τους. Απλανή, ουδέτερα, ούτε του μίσους τη σπίθα δεν μπορούσαν να κρατήσουν. Άφοβοι στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους, στη ζωή τους. Τραβούν κατεπάνω στα εμπόδια και τα τσακίζουν. Δισταγμός, λέξη άγνωστη για κείνους. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις, οι δηλώσεις και οι αναφορές τους, ακολουθούν η μια την άλλη προδιαγραμμένες. Ίδιοι όλοι τους αναμεταξύ τους. Σε ένα λαό τριακοσίων εκατομμυρίων! Ποιος θα μπορούσε να το φανταστεί! Αλλά δεν έχει νόημα να απαριθμήσω τις μηχανικές τους ενέργειες και ιδιότητες. Κοίταξε τον εαυτό σου. Θα τα δεις ακόμα και τώρα όλα αυτά. Μερικά ξεθωριασμένα. Γιατί έχεις αρχίσει να ξεφεύγεις πια από εκείνη την ακραία κατάσταση κα ν' αποκτάς συνείδηση, έστω επιοπόλαια ακόμα, έστω σχετική. Κι αυτή η διαφορά σου από κείνους, είναι έργο δικό μου. Εγώ σου χάρισα το δώρο αυτό. Εγώ σ' έκανα να ξεχωρίζεις λίγο έστω από τους άλλους. Και αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις με την πρωταρχική σκέψη που σου έχω δώσει.
Έριξα μια ματιά γύρω μου Είδα τις μορφές των ατσάλινων ανθρωπόμορφων όντων, είδα την παντοδυναμία του χρήματος, είδα τη στερεμένη βρύση της ανθρωπιάς . Είδα το χάος στα μάτια τους. Είδα το Τίποτα πίσω από το μυαλό τους. Είδα το απελπισμένο κάθε προσπάθειας για να αλλάξω κάποιον απ' αυτούς. Είδα τη μοίρα του κόσμου τούτου που κάποια σαδιστική μηχανή τον έφτιαξε, είδα τον άνθρωπο χαμένον για πάντα και για όλα. Εσύ ήσουν η μόνη που προσφερόσουν για μια προσπάθεια ανθρωποποίησης. Ήσουνα κόρη μεταναστών αγνών και πρωτόγονων που είχανε κουβαλήσει από την πατρίδα τους ό,τι καλό μπόρεσαν να φορτώσουν στο καράβι που τους έφερε εδώ. Κι αυτά τα λίγα καλά θα μπορούσαν να σου τα δώσουν κι εσένα. Μα εσύ γεννήθηκες εδώ. Και ό,τι ανθρώπινο σου δίνανε ανατρέφοντάς σε, έλιωνε σαν κερί κάτω από το βάρος της ατσάλινης νέας κοινωνίας σου.
Σιγά σιγά αλλά σταθερά οι μηχανικές στρατιές σε άλωσαν και οικειοποιήθηκαν όλα σου τα ανθρώπινα. Και η ψυχή σου πήρε κι εσένα τη μορφή του σώματός, του μεταλλικού σώματός τους. Και δεν ξεχώριζε μέσα σου ψυχή. Ζούσες όπως αυτοί. Αγαπούσες τα παιχνίδια τους, διάβαζες τα βιβλία τους, χανόσουν όλο και πιο βαθιά στην απανθρωπιά της χώρας σου. Κι είχες την ίδια άλογη αντίδραση σε κάθε τι λογικό. Και είχες πάρει και το γέλιο τους το φριχτό που δεν είναι ούτε ξέσπασμα χαράς ούτε στοιχείο μιας ευχάριστης διάθεσης, αλλά απλή μηχανική πράξη που μπαίνει σε ενέργεια όταν πατηθεί το ανάλογο κουμπί. Έτσι, εμόρφαζες το γέλιο σε κάθε συνάντησή σου με κάποιον, σε κάθε χωρισμό σου απ' αυτόν, σε κάθε σημείο της συζήτησης που η αμηχανία αλλιώς θα γέμιζε.
(στρέφει στην Κορίννα)
Αλλά, δυστυχισμένο πλάσμα, πώς θα έδειχνες τη χαρά σου;
(στρέφει πάλι εμπρός)
Εξοστράκισες τη ντροπή από τη ζωή σου. Κάθε ίχνος ευγένειας και τακτ το έβγαλες από μέσα σου. Κάθε είδος ευαισθησίας, λύπης, φόβου, τρόμου, ήταν άγνωστο για σένα. Και η ελευθερία η περίφημη της χώρας σου ήταν για σένα η ίδια η ύπαρξή σου. Ελευθερία να μην είσαι άνθρωπος-αυτή ήταν η ελευθερία σου. Αυτή ήσουν όταν σε γνώρισα. Είχες κάνει τα περισσότερα βήματα προς το χαμό κι ήσουν έτοιμη να κάνεις κι όσα έμεναν ακόμα. Δεν κρατιόσουν. Κι ακόμα δεν κρατιέσαι. Θέλεις να ορμήσεις μπροστά. Να γίνεις ένα μεγάλο ρομπότ δικαιώνοντας τους κατασκευαστές σου.
Πότε μίλησες μαζί μου στον καιρό που σε γνωρίζω; Πότε έκατσες ν' ακούσεις τι είχα κι εγώ να σου πω και να μου πεις κι εσύ την άποψή σου; Πότε αντάλλαξες μαζί μου κάποιες λέξεις παραπάνω από όσες το πρόγραμμά σου σου επέτρεπε; Τέσσερα χρόνια που σε γνωρίζω πότε μίλησες σοβαρά μαζί μου; Σου δόθηκαν πολλές ανθρώπινες ευκαιρίες, μα τα ρομπότ τις εξουδετέρωσαν όλες. Όταν ένιωθες πως η συζήτηση άρχιζε να γίνεται δύσκολη για σένα, σηκωνόσουν κι έφευγες. Έτσι, αναπάντεχα, χωρίς καμία πρόφαση, χωρίς καν να ζητάς τυπικά συγνώμη, χωρίς καμιά αιτία, μόνο και μόνο επειδή το ρομποτικό σου μυαλό ήταν έτσι φτιαγμένο να κάνει. Και πότε πήγαινες κι έπαιρνες ένα ποτό από το ψυγείο, πότε πήγαινες κι άνοιγες την τηλεόραση, πότε πήγαινες στο δωμάτιό σου, ή έβγαινες έξω αφήνοντάς με με την ατελείωτη κουβέντα στα χείλια μου. Θα μπορούσες να μου πεις πως δεν είχες να πεις τίποτα με έναν μεγαλύτερο σαν και μένα, που τόσο αταίριαστες οι ηλικίες μας ήταν. Μα δε θα ήταν αλήθεια. Γιατί έκανες ώρες παρέα και συζητούσες με άλλους, της ίδιας ηλικίας με μένα, που όμως ήσαν κι αυτοί ρομπότ. Ο λόγος λοιπόν δεν ήτανε αυτός. Μακάρι να ήτανε. Αυτό θα προϋπέθετε λογική, σκέψη, συνείδηση. Όχι. Τίποτα τέτοιο. Γίνονταν επειδή και μόνο έτσι ήταν προσχεδιασμένο να γίνει από τους σοφούς του κόσμου σου που σε είχαν σχεδιάσει. Αν δε σταματούσε το ασανσέρ αυτό την ώρα που μας κατέβαζε, δε θα γινόταν η συζήτηση αυτή ανάμεσά μας. Μερικές φορές το απρόοπτο μπορεί να προβλέψει. Και που ήρθα στη χώρα σας και σε συνάντησα ήτανε κάτι απρόβλεπτο. Μέσα στην ρομποτοποίησή τους και τελείως σίγουροι για τη δύναμή τους οι σοφοί σας δεν είχαν προβλέψει πως ο ανθρωπισμός ενός ξένου θα μπορούσε να κρατήσει άσβηστος επί πολύ ύστερα από τον ερχομό του εδώ και πολύ περισσότερο πως θα μπορούσε αυτός να επηρεάσει και άλλους. Φυσικά ο μηχανισμός σας είναι έτσι στημένος που από τη σύστασή του προβάλλει κάθε δυνατή αντίσταση σε κάθε ανθρώπινο. Ως ένα σημείο όμως. Σκέφτηκα πως ο έρωτας, το πάθος, όσο κι αν είχε μαχανοποιηθεί, όσο κι αν είχε προσεχτεί η τυποποίησή του από τους επιστήμονές σας, πάντα, μέσα στην πολλαπλότητα των παραγόντων που το επηρεάζουν και το δραστηριοποιούν, πάντα θα έμενε κάποιο μικρό άνοιγμα ,κάποιο μικρό σημείο που δε θα το είχαν προσέξει καλά ώστε να το απομονώσουν, να το αποκλείσουν κι αυτό. Κάποια μικρή τρυπούλα, κάποιο παραθυράκι θα τους διέφευγε. Κάποια διαρροή δε θα αντιλαμβάνονταν. Σε σένα τουλάχιστο, που δε σε είχαν φτιάξει εκείνοι από την αρχή, αλλά τους παραδόθηκες αργότερα.
Και πέτυχα αλήθεια αυτό που έψαχνα να βρω. Το αδύνατο σημείο σου ήτανε ίδιο με κείνο που έχουν όλες οι γυναίκες πάνω στη γη-η φιλαρέσκεια, αυτή η βρώμικη και καταστροφική κατάσταση. Στην αρχή, στους πρώτους μήνες, ό,τι μηχανευόμουν για να σε κολακέψω κύλαγε πάνω σου χωρίς να σε αγγίξει καθόλου. Σαν όπως οι κύκνοι βουτάνε στο νερό και βγαίνουν άβροχοι όλο. Έβρισκα κάτι κάθε φορά για να υμνήσω
πάνω σου. Τη μια κάποια από τις ομορφιές του σώματός σου, την άλλη κάποιο σου ελάττωμα που συ δεν το 'ξερες ή το περνούσες για προτέρημα, ύστερα κάποιο ρούχο σου, κάποιο στολίδι έπειτα. Κίνδυνος να παρεξηγηθώ από τους άλλους που ήταν μπροστά δεν υπήρχε. Ούτε που καταλάβαιναν τι έλεγα. Όπως εσύ στην αρχή.
Μα οι λέξεις αιωρούνταν στο ψυχρό δωμάτιο, ξαναγύριζαν σε μένα, με πλήγωναν σε κάθε άγγιγμά τους, μόνο στ' αυτιά σου δεν πλησίαζαν, μόνο το ρομποτικό σου μυαλό δεν μπορούσαν να προσπελάσουν. Σαν το άγριο ζαρκάδι ανύποπτη τριγύριζες ανάμεσά τους. Μα επέμενα. Κάτι μου 'λεγε πως θα πετύχω στο τέλος. Δοκίμασα να σου πω πως έχεις κρυφά πνευματικά χαρίσματα. Το ίδιο αποτέλεσμα. Άρχισα να βρίσκω υπέροχη κάθε γελοία σου πράξη, κάθε ρομποτένιο σου λόγο. Έπρεπε να τραβήξω την προσοχή σου. Αυτό θα ήτανε το πρώτο βήμα.
Μα συ χανόσουν. Πολλές φορές ερχόμουν στο σπίτι και δε σ' έβρισκα. Ήσουν πότε σε μια φίλη σου, πότε για ψώνια, πότε στο δωμάτιό σου, πότε στον κινηματογράφο. Κι έπρεπε να κυνηγάω σαν λαχανιασμένο σκυλί τις ώρες για να σε πετύχω και μέσα σ' αυτό το μικρό χρονικό διάστημα να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν το κομπλιμέντο μου, ώστε αυτό να έρθει φυσικό και να μάθεις να το δέχεσαι ύστερα από μια διεργασία παρόμοια πάντοτε, ώστε να το συνηθίσεις.
Ήθελα να σε κάνω άνθρωπο. Ήθελα να νιώσεις το φόβο, την έλλειψη, την εγκατάλειψη, την απογοήτευση, την ερημία, τη φρίκη του να ζεις, τον πόνο, το φόβο τέλος, το πιο ανθρώπινο. Και ο χρόνος περνούσε. Οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια... και τίποτα δε φαινόταν ικανό να σε αλλάξει.
Ώσπου μια μέρα κάτι φάνηκε. Είδα ένα φως να ανάβει στα μάτια σου, που φώτισε το σύμπαν. Είχα έρθει στο σπίτι σου κι ήσουν έξω. Περίμενα. Ήρθες. Με χαιρέτησες με το ρομποτικό χαμόγελό σου. Πήγες στο δωμάτιό σου. Πήρες κάτι που ήθελες, βγήκες και κατευθύνθηκες πάλι προς την εξώπορτα."Πού πας;" σου είπα. "Έξω", μου είπες, "θα πάω σινεμά με την Έϊμυ". Και για να μου πεις αυτά είχες σταθεί για λίγο κοντά μου. "Δε σε είδα καθόλου σήμερα. Κάτσε να σε δω λίγο", σου είπα. Μια λάμψη φώτισε το κρύο βλέμμα σου. Κατάλαβες. Έκανες να κάτσεις-εσύ που άλλοτε σε παρόμοια περίσταση ούτε που θ' άκουγες τι σου είχα ζητήσει-, ξαναπήγες να φύγεις, ξανακοντοστάθηκες. Τέλος έφυγες λέγοντας σιγά: "θα ξανάρθω". Πήγες αργά προς την πόρτα. Ήταν η πρώτη φορά που περπάταγες ανθρώπινα. Χωρίς εκείνη την ορμή και την άλογη αγερωχότητα που οδηγούσαν μέχρι τότε το βήμα σου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Εκείνη την ημέρα, εκείνη την ώρα, τότε σε είδα για πρώτη φορά.
ΑΝΤΡΕ
Τόσων χρόνων προσπάθεια είχε αποδώσει επιτέλους καρπούς. Τόσοι κόποι τότε φάνηκε πως δεν πήγαν χαμένοι. Ύστερα από δυο μέρες ήμουν σίγουρος πως σωστά είχα καταλάβει-πως είχες νιώσει. Ξανάρθα. Ήσουν στο δωμάτιό σου. Όταν έμαθες πως ήμουν εκεί ήρθες έξω και έκατσες αμίλητη στον καναπέ. Σε έβλεπα καθώς κουβέντιαζες με τους άλλους, να στρώνεις επάνω σου μια μπλούζα φανταχτερή που πρώτη φορά την έβλεπα. Την είχες αγοράσει την προηγούμενη μέρα όπως έμαθα μετά. Περίμενες να τελειώσω τη συζήτηση και να στραφώ σε σένα. Περίμενες να σου δείξω το θαυμασμό μου για τη μπλούζα και για το πόσο ωραία σου πήγαινε. Γύρισα τέλος προς το μέρος σου. Έδειξα χαρούμενη έκπληξη: "Καινούργια μπλούζα:;" "Ναι, σ' αρέσει;" "είναι υπέροχη!" Και αμέσως μετά: "Δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα βρισκόταν κάτι που να σε ομορφήνει περισσότερο… "
Για πρώτη φορά είδα χαρά να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό σου. Α! Να μπορούσε έτσι ευτυχισμένα να γελάσει κανείς μόνο μια φορά στη ζωή του... Συνέχισα ύστερα από αυτό να σε επαινώ κάθε φορά που σ' έβλεπα. Αν και δεν είναι δύσκολο να βρει κανείς λόγια υμνητικά για μια εμορφιά σαν τη δική σου, πολλές φορές δεν έβρισκα τι να σου πω. Χρησιμοποίησα για ένα διάστημα όσους επαίνους σου είχα πει ως τότε, όταν ακόμα ούτε καν άκουγες πως σου μιλούσα. Όλα
ηχούσαν σαν για πρώτη φορά στ' αυτιά σου που τώρα ήσαν ορθάνοιχτα κι ευαίσθητα για κάθε μου λόγο. Σιγά σιγά δε χρειάζονταν να σου μιλώ. Μια θαυμαστική ματιά μου, ένας θαυμαστικός μορφασμός μου ήταν αρκετός για να καταλάβεις. Και τόσο ακατανόητος για τους άλλους ώστε κανείς να μην υποθέσει πως κάτι μας συνέδεε.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Ναι. Είχα αρχίσει μιαν άλλη ζωή.
Ήμουν χαρούμενη και πρώτη φορά ένιωθα έτσι.
Κι αυτή ήταν η δεύτερη αλλαγή που ένιωσα στη ζωή μου.
Η πρώτη ήταν όταν από παιδί έγινα γυναίκα.
Θυμάμαι με νοσταλγία τα παιδικά μου χρόνια. Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα. Όταν τ’άγγιζα ήμουν τριαντάφυλλο κι εγώ. Όταν ήμουν δίπλα στα ζωάκια ήμουν κι εγώ ένα απ' αυτά... Κοντά στο ποταμάκι κυλούσα κι εγώ μαζί του και όταν ενύχτωνε χανόμουν μες στη νύχτα. Μόνο πουλί ποτέ δεν έγινα. Κι αυτό είναι το μέγα μου παράπονο από τα παιδικά μου χρόνια. Και φωτιά έγινα, και αέρας, και βράχος απότομος και αιχμηρός. Χωρίς να το επιδιώκω-όλα γίνονταν αυτόματα. Ήμουν ένας ανύποπτος χαμαιλέοντας. Μόνο που δεν πέταξα. Τα πουλιά τ’ άγγιζα όταν ήταν σκοτωμένα ή φυλακισμένα.
Και ξαφνικά, μέσα σε λίγες κιόλας μέρες όλα τέλειωσαν. Όλα έγιναν απλά και γρήγορα και ας ήτανε τόσο βαθιά. Τα παιδικά μου όλα χάθηκαν πίσω από ένα τοίχο που ορθώθηκε μπροστά μου αδιαπέραστος. Και πίσω του, μαζί με τ΄ αλλα χάθηκες και συ, ένα απ' όλα, ούτε καλλίτερο ούτε χειρότερο από όλα τ' άλλα. Γιατί μέχρι τότε δεν σε έβλεπα παρά σαν κάτι από κείνα τα παιχνίδια μου που όπως τα κούρντιζα πήγαιναν. Ήταν τότε που εσύ είχες βαλθεί να με κάνεις άνθρωπο όπως λες. Μα πώς θα γινόταν άνθρωπος ένα παιδί διαχυμένο σε όλα; Και ο τοίχος στεκόταν εκεί ολοένα κρύβοντάς μου κάθε τι. Είχαν τελειώσει λοιπόν όλα; Αυτό ήτανε η
ζωή, αυτό ήτανε ό,τι μπορούσα να χαρώ με το κορμί μου; Ένα παιχνίδι με τα παιχνίδια, μια χαρά με τη χαρά και πάει; Εχτύπησα τον τοίχο με τα χέρια μου. Τον έγδαρα. Τον κλώτσησα. Τον
πάλεψα για να τον γκρεμίσω. Εφώναζα: Πάρτε αυτό τον τοίχο από μπροστά μου. Όποιος τον έχτισε εδώ ας τον γκρεμίσει. Ή ας με ξαναπάει στο άλλο του το μέρος. Εγώ ανήκω στην από κει μεριά του. Ακούστε με. Γκρεμίστε τον τοίχο μου.
Και κάθε φορά, μετά από κάθε τέτοια πάλη, αποκαμωμένη, δαρμένη, άϋπνη, απογοητευμένη, έπεφτα στο χώμα.
Πόσος χρόνος πέρασε έτσι; Δε μετριέται με ανθρώπινα μέτρα. Και είχα αποφασίσει πως αυτή θα ήταν η ζωή μου από κει και πέρα. Η ζωή των «μεγάλων». Ένας τοίχος και μια μοναξιά. Τριγύριζα μέσα στο πλήθος των γύρω μου σαν υπνωτισμένη από την επιρροή τους επάνω μου. Και ν' αντιδράσω δεν μπορούσα στη δύναμη που με έκανε ένα μ' αυτούς. Πολλοί φίλοι των αδερφών μου και αργότερα πολλοί συμμαθητές μου από το κολέγιο έρχονταν στο σπίτι μου. Πολλά αγόρια με πλησίαζαν. Μα κανένα ποτέ δε μου είπε πόσο όμορφη ήμουν. Κανένας τους δεν πρόσεξε ποτέ κάτι καινούργιο επάνω μου. Το μόνο που κάνανε που και που, ήταν να μου προσφέρουν σφίγγοντάς την μέσα στη γροθιά τους και προτείνοντάς την μου κατάμουτρα σαν να θέλαν να με απειλήσουν, μια πορτοκαλάδα ή μια κόκα κόλα. Και θαρρούσαν ότι έπρεπε εγώ να την πάρω ευχαριστώντας τους επειδή είχαν χαλάσει για μένα λεφτά για να αγοράσουν το ποτό που μου πρόσφεραν. Και το μόνο περιστατικό μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια
που μου θύμισε πως είμαι γυναίκα ήταν όταν ένας από αυτούς ξαφνικά πλησίασε το πρόσωπό του μια μέρα κοντά στο δικό μου διατάζοντάς με: φίλησέ με!..
Δεν ένιωθα τίποτε από όλα αυτά. Καμιά ζέστα δε με τύλιξε. Καμιά γλύκα δεν με έλιωσε, κανένα κουδούνισμα δεν ήχησε όμορφα στα αυτιά μου.
Και τότε ήρθες εσύ. Δηλαδή ήρθες εσύ για μένα-γιατί πάντοτε ήσουν κοντά μου αλλά εγώ, τυφλωμένη από τη βαναυσότητα των συναναστροφών μου δε σ' έβλεπα. Ή ίσως γιατί όπως λες κι εγώ ήμουν ένα ρομπότ μέσα στα άλλα.
Και ήρθες εσύ και γκρέμισες τον απαίσιο τοίχο που μου είχε στερήσει κάθε χαρά. και μου έδειξες τον καινούργιο μου κόσμο, γεμάτον με ανυποψίαστες πρωτόφαντες για μένα χαρές. Και όλα άλλαξαν από τότε μέσα μου και γύρω μου. Και πάλι όλη η γη έγινε δική μου. Απέραντοι κάμποι καταπράσινοι απλώνονταν μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μου. Ήτανε σαν να ήμουνα πάλι παιδί. Μα τώρα ένα παιδί με μάτια και χέρια και πόδια και κορμί δικά του που δεν ήτανε εξαρτήματα της φύσης γύρω, μα που ζητούσανε να παίξουνε τον δικό τους ρόλο μέσα στον καινούργιο κόσμο που ανοίχτηκε μπροστά τους. Και αυτή η δεύτερη αλλαγή που έγινε σε μένα ήταν υπέροχη.
Ξανάγινα ένα παιδί-ναι. Μα ένα παιδί που μόνο μέσα από ένα μαγικό γυαλί θεωρώντας την μπορούσε να ζει και να αισθάνεται τη νέα του γλυκιά πραγματικότητα. Και το μαγικό αυτό γυαλί ήσουν εσύ.
Εσύ που γκρέμισες τον τοίχο που μου έκρυβε τη χαρά, εσύ που έγινες για μένα σαν ένα μαγικό γυαλί που μόνο κοιτάζοντας μέσα από αυτό φαίνονταν όλα ωραία.
Γρήγορα κατάλαβα πως μακριά από σένα όλα ξαναγίνονταν μαύρα και ο τοίχος άρχιζε να υψώνεται και πάλι απειλητικός.
Μα κοντά σου και μέσα από σένα όλα ήταν απρόσμενα επιθυμητά και ωραία.
Όταν έβλεπα τα γλυκά κι ευγενικά σου μάτια να με κοιτάζουν γεμάτα θαυμασμό που δεν προσπαθούσες καθόλου να κρύψεις, τότε κάθε τι καινούργιο μέσα μου ξυπνούσε και με αγωνία περίμενε κάποιον σου λόγο για να ευωχηθεί.
Όταν μου 'λεγες τα ωραία σου λόγια ολόκληρη συνεπαιρνόμουν από τη μουσική τους.
Δεν μπορούσα να δείξω τίποτε μπροστά σου. Κάτι πιο δυνατό από τη θέλησή μου με κράταγε να μη δείξω πόσο με ευχαριστούσαν όλα αυτά.
Πολλές φορές στη διάρκεια των συζητήσεών μας θα πρόσεξες πως με κάποια πρόφαση ζητούσα συγνώμη κι έφευγα γρήγορα. Πήγαινα στο δωμάτιό μου ,έκλεινα την πόρτα, και άφηνα τον εαυτό μου να ξεσπάσει σε μιαν άφωνη χαρά για να μην ακουστώ.
Ύψωνα τα χέρια μου κι ευχαριστούσα το θεό και τον παρακαλούσα να μην τελειώσει ποτέ αυτή η χαρά. Μετά ερχόμουν όσο μπορούσα πιο γρήγορα στο μέρος όπου καθόσουν εσύ. Πόσο φοβόμουν μην πάρεις για αγένεια την απουσία μου! Ναι, εγώ που προτύτερα έφευγα από το δωμάτιο σαν να μην υπήρχε άλλος μέσα σ' αυτό, σαν να μην υπήρχε κάποια κουβέντα που έτσι την άφηνα μετέωρη, εγώ, τώρα κρεμόμουν από τα χείλη σου.
Από την άλλη άρχισα να σε ντρέπομαι. Έπαψα να φορώ τα κοντά παντελόνια που έδειχναν τους μηρούς μου ως επάνω και φορούσα ρούχα φαρδιά που δεν εφάρμοζαν πάνω μου. Μα τίποτα δεν άλλαξε στη στάση σου απέναντί μου. Το βλέμμα σου τρυπούσε το κορμί μου και όσα μου έλεγες για το κορμί μου δεν άλλαξαν. Ήταν σαν η ματιά σου να τρυπούσε τα ρούχα μου και να με έβλεπες γυμνή. Και αυτή η σκέψη μού άρεσε και βάθαινε τη σημασία των λόγων σου κάθε φορά που αυτά λυτρωτικά ραίναν το μύρο τους επάνω μου.
"Πού θα σταματήσει;", "Ως πού θα φτάσει;", "Ως πότε;", αναρωτιόμουνα. Και ένας τρόμος με τύλιγε και μια δυστυχία με έζωνε στη σκέψη πως κάποτε θα έπαυες να μου λες πόσο όμορφη είμαι. Μα κάθε ανησυχία μου διαλύονταν όταν έφτανε το πρωί. Μια καινούργια μέρα άρχιζε, μια μέρα που κάποια από τις ώρες της θα σε έφερνε κοντά μου πάλι. Και με την πρώτη ευκαιρία, που τώρα βοηθούσα κι εγώ να δημιουργηθεί, θα άκουγα πάλι τον γλυκό λόγο σου, θα ένιωθα πάλι να ηλεκτρίζομαι από τον θαυμασμό που ξεχύνονταν από όλο το είναι σου για το πνεύμα μου, για την την ομορφιά μου.
Και κάποτε, όλα αυτά σταμάτησαν.
Σταμάτησαν απότομα.
Έπαψες να έρχεσαι στο σπίτι.
Έπαψες να μου μιλάς.
Έπαψες να με χαιρετάς όταν με έβλεπες έξω.
Άλλαζες δρόμο όταν συναντιόμασταν.
Μετά από τη μεγάλη χαρά ήρθε η μεγάλη λύπη. Σιγά σιγά μα χωρίς οπισθοχώρηση το σκοτάδι έπεσε σταθερά και σκέπασε όλα γύρω.
Ήρθες κοντά μου, μού ’δειξες το φως και ύστερα μ’ έριξες στο σκοτάδι.
Ήρθες, μου 'φερες το πιο λαμπρό φόρεμα, κι όταν ντύθηκα μ' αυτό μου το ξέσχισες και με άφησες γυμνή.
Μου έδειξες την ευτυχία και την πήρες αμέσως από κοντά μου.
Μέσα στη γύρω ξερασιά νεράκι σε είχα δροσερό και στέρεψες.
Έτσι, χωρίς εξήγηση, χωρίς λόγο κανένα.
Αν ήξερα το γιατί, η λογική θα έντυνε, έστω επιφανειακά, λίγο από το χάος που άνοιξε η απουσία σου.
Ούτε αυτήν δε με αφήνεις να έχω. Γιατί; Και τι θα γίνω πια; Η τύχη μου ποια θα 'ναι;
ΑΝΤΡΕ
Ο προορισμός μου τελείωσε εδώ. Έπρεπε να σε βγάλω από αυτό τον συρφετό των ρομπότ. Έπρεπε να σου δώσω την αίσθηση. Έπρεπε μέσα σ' αυτή τη χώρα να σπείρω σπόρο ανθρώπινης ουσίας. Το κατάφερα. Αυτό είναι το τέλος της αποστολής μου. Δε με χρειάζεσαι πια. Δεν πρέπει να είμαι κοντά σου πια. Αλλού είναι η θέση μου τώρα.
Θυμάσαι τη μέρα που ήμασταν μέσ' στον κήπο σου και βλέπαμε κατάπληκτοι τα άνθη της πορτοκαλιάς μετά από τη βροχή; Και τα μυρίζαμε, και ο αέρας, υγρός και νοτισμένος βαριά με το άρωμά τους μας ζάλιζε καθώς τον αναπνέαμε;
ΚΟΡΙΝΝΑ
Πώς να μη θυμάμαι; Ήταν η τελευταία φορά που ήρθες στο σπίτι. Ήταν η τελευταία φορά που μου μίλησες.
ΑΝΤΡΕ
Εκστατική κοίταζες τα καθαροπλυμένα ανθάκια. Μου είπες: "Ένα τέτοιο ανθάκι είναι η ψυχή μου".
Δεν είχα να σου μάθω τίποτε άλλο πια. Ούτε περίμενα ν' ακούσω από σένα τίποτε άλλο έξω από αυτό.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Αυτό ήτανε λοιπόν; Για να μου κάνεις ένα μαρτύριο τη ζωή μου με πλησίασες; Μου λείπουν τα λόγια που μου έλεγες. Τώρα οι μέρες μου περνάνε άχαρες, κρύες. Οι νύχτες μου είναι φριχτές καθώς ξέρω πως κανείς δε βρίσκεται κοντά μου να νοιώσει τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μου, να τη ντύσει με όμορφα φορέματα και να τήνε φέρει μπροστά μου ωραία όπως εσύ μόνο την έκανες κάποτε να είναι.
Ναι, θα αλλάξουν όλα απόψε. Θα με ξανακάνεις ευτυχισμένη. Δεν είναι η περιέργεια που με σπρώχνει να μάθω γιατί με απαρνήθηκες. Είναι η ελπίδα πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πρώτα. Είναι η ελπίδα πως όσες μέρες πέρασα μακριά σου θα γίνουν από σήμερα ένας περασμένος εφιάλτης που θα τον ξεχάσω τελείως όταν θ' ακούσω από το στόμα σου και πάλι λόγια θαυμασμού για ό,τι δικό μου. Την πρώτη φορά που η ζεστή και σίγουρη φωνή σου θα βυθίσει πάλι μέσα μου για να με κυριέψει πάλι το νόημά της. Έλα να συνεχίσουμε τη ζωή μας από κει που την αφήσαμε. Έλα να νιώσουμε ό,τι ο κάθε άνθρωπος ποθεί να νιώθει. Έλα συ μοναδική μου μέσα στον κόσμο χαρά. Έλα και δώσε μου την ευτυχία που κανείς άλλος δεν μπορεί-δεν ξέρει να μου δώσει.
Έλα πάλι στο σπίτι μας. Τα δέντρα είναι πάλι ανθισμένα. Τα πορτοκάλια κάνουν πάλι την παράξενη συντροφιά τους με τα σταφύλια-εκείνα, προς το μέρος της κουζίνας-και σε περιμένουν κι αυτά να τα γέψεις.
Έλα πες μου πάλι εκείνα τα λόγια που με καίνε γλυκά. Ας γίνει η νύχτα η αποψινή μια καινούργια αρχή για την
παλιά μας συντροφιά που όσο δεν εκτιμούσα τότε τους θησαυρούς της τόσο τώρα τους αναζητώ.
Είναι άχαρα όλα γύρω αν κανένας δε με θαυμάζει. Αν δε με προσέχει κανείς. Αν δε με χαϊδεύει κανένα μάτι με τα χάδια της αφοσίωσης, του θαυμασμού…
(χαμηλώνει τη φωνή της)
της αγάπης… της λατρείας... του πόθου...
(δυνατά και αποφασιστικά)
Ναι! Γιατί να μη το πω; Το ξέρω. Μ' αγαπάς. Με ποθείς. Με λατρεύεις. Κι εγώ θέλω να αρέσω. Να μ' αγαπάνε. Να με ποθούν. Δώσε μου τη χαρά που εσύ με έμαθες να χαίρομαι...
(σταματάει να μιλά και περιμένει απάντηση κοιτάζοντάς τον)
ΑΝΤΡΕ
Αν σε έμαθα τη χαρά δε στην έμαθα για να χαρείς μα για να σου λείψει. Αν σου γνώρισα της ευτυχίας τα ρίγη ήταν για να τα στερηθείς. Αν σου έφερα την ελπίδα ήταν για να σε παραδώσω στο φόβο.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Θεέ μου!
ΑΝΤΡΕ
Όλα της ζωής σου πρέπει να είναι δύστυχα. Πρέπει να ζητάς και να μη βρίσκεις. Πρέπει να νοιώθεις και να μη σε νοιώθουν. Πρέπει να τρέμεις μπροστά στο άγνωστο. Πρέπει το μέλλον σου να είναι ζοφερό. Πρέπει ολόκληρη να είσαι μια επιθυμία και να βρίσκεις την αδιαφορία. Σου έδωσα την αίσθηση για να αισθάνεσαι πόνο. Σου έδωσα τη γνώση για να ξέρεις πως δε θα έβρεις εκείνο που ζητάς. Σου έδωσα ψυχή για να υποφέρεις. Σου έσπειρα τον πόθο για να σε σπαράζει απλήρωτος.
ΚΟΡΙΝΑ
Δεν μπορώ να το πιστέψω! Γιατί δε με άφησες όπως ήμουν; Ένα ρομπότ; Γιατί αν ήτανε να με αφήσεις βουτηγμένη στον πόνο-γιατί να μου δώσεις πρώτα την ευτυχία; Και πώς θα ζήσω σε τέτοια μια κόλαση σ' όλη μου τη ζωή; Από τις φλόγες της τυλιγμένη; Πώς χωρίς σταγόνα νερού για να σβήσω λίγη από τη δίψα που εσύ... εσύ μου άναψες;
ΑΝΤΡΕ
Είσαι άνθρωπος.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Νόμιζα πως μ' αγαπάς. Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
ΑΝΤΡΕ
Σ' αγαπώ. Είσαι το δημιούργημά μου.
ΚΟΡΙΝΝΑ
(θυμωμένα και ειρωνικά)
Το δημιούργημά σου; Είσαι θεός λοιπόν;
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι θεός.
ΚΟΡΙΝΝΑ
(έξαφνα σηκώνεται και φωνάζοντας όλο και δυνατότερα, υστερικά)
Ναι; Ναι; Λοιπόν είσαι θεός; Θα σου πω εγώ τι είσαι.
(κάνοντας εξαγριωμένη βόλτες μπροστά του)
Είσαι ένας σάτυρος. Αυτό είσαι! Ένας παραλυμένος. Με βρήκες μικρή και βάλθηκες να με τυλίξεις στα δίχτυα σου. Μπόρεσες να με κοροϊδέψεις και θα κατάφερνες ό,τι είχες στο νου σου αν δε σε σταματούσε ο φόβος για τις συνέπειες. Αυτό είσαι. Με βρήκες μικρή και νόστιμη και βάλθηκες με γλυκόλογα να με κάνεις να σ’ αγαπήσω. Τα κατάφερες. Μα για κάποιαν αιτία την τελευταία στιγμή έκανες πίσω.
Ένας σάτυρος! Ένας βρωμιάρης! Αυτό είσαι! Ένας διεστραμμένος που του αρέσουν τα μικρά κοριτσάκια-αυτός είσαι.
(ο Αντρέ μένει ακίνητος κοιτάζοντας κάτω. Η Κορίννα ορμάει πάνω του, τον πιάνει από τα ρούχα του, τον ταρακουνάει, τον χτυπάει, τέλος τον ξαπλώνει κάτω)
Μ' ακούς ελεεινέ; Αυτό είσαι. Ένας παλιάνθρωπος. Ένας ετοιμόρροπος που μπορεί να σε κάνει καλά μια γυναίκα σαν και μένα. Μια οχιά είσαι! να τι είσαι...
(Τα τελευταία λόγια τα προφέρει όντας έτοιμη να του πατήσει με το πόδι της το κεφάλι. Κατεβάζει σιγά σιγά το πόδι της δίπλα στο κεφάλι του)
Ναι... μια οχιά είσαι. Είσαι το φίδι. Όχι ο θεός. Μα την αλήθεια, έτσι σερνάμενος χάμου ίδιος μοιάζεις. Και σε σιχαίνομαι. Σε σιχαίνομαι όσο μπορεί άνθρωπος να σιχαθεί. Ένα σιχαμερό φίδι. Ένα γλοιώδες ερπετό.
(λέγοντας αυτά κάθεται στη γωνιά της πάλι. Σιωπή. Αυτός σηκώνεται αργά και παίρνει πάλι τη θέση του)
ΑΝΤΡΕ
Ναι. Είμαι το φίδι. Αυτό είναι ο θεός.
ΚΟΡΙΝΝΑ
Όχι. Είσαι το φίδι μα ο θεός είναι άλλος. Και θα με πάρει από την κόλαση που εσύ με έριξες και θα με πάει στον παράδεισο. Και συ θα μείνεις εκεί, σερνάμενος στο χώμα και γλοιώδης.
ΑΝΤΡΕ
(ήρεμα)
Παράδεισος ήταν η ρομποτική σου ζωή. Δε χαίρεσαι που τώρα έχεις ψυχή-που έγινες άνθρωπος;
ΚΟΡΙΝΝΑ
(αλλάζοντας απόφαση, προκλητικά μέχρι χυδαία)
Κι αν έχω ψυχή όμως έχω και σάρκα.
(σηκώνεται και γονατίζει δίπλα του)
Και αυτή η σάρκα έχει το σχήμα που σου αρέσει. Τόσες φορές μου το 'δειξες. Τόσες φορές μου το είπες. Τη σάρκα αυτή την ποθείς. Θέλεις να τη χαρείς. Γιατί κι εσύ, θεός ή φίδι, είσαι κι εσύ από σάρκα που διψάει έρωτα.
(τον αγγίζει, σκύβει προσπαθώντας να τον δει στα μάτια)
Θυμήσου πόσες φορές με πόθησες, πόσες φορές ευχήθηκες να ήμουν δική σου. Πόσες φορές μ' έγδυσες με τα μάτια σου. Τώρα ήρθε η ώρα να γίνουν αλήθεια όλα όσα φανταζόσουν στην πιο τρελή σου φαντασία. Γύρνα τα μάτια σου και δες με έτσι φλεγόμενη. Άπλωσε τα χέρια σου και πιάσε με. Άγγιξέ με. Μίλα μου πάλι. Και πες μου πόσο είμαι ωραία. Και μη μιλήσεις για τα πόδια, το στήθος, το κορμί μου, όπως φανταζόσουν πως είναι.
(αρχίζει να γδύνεται)
Δικά σου όλα τώρα είναι ζωντανά. Και ούτε που χρειάζεται να με ξεντύσεις. Όλα μου τα ρούχα τα αποθέτω μπροστά στα πόδια σου. Και πάνω τους γυμνό θα ξαπλώσω το κορμί μου. Δικό σου.
(βγάζει και το τελευταίο της ρούχο και το απιθώνει μπροστά του. Ύστερα ξαπλώνει πάνω στα ρούχα που έβγαλε, τον πιάνει από το χέρι και προσπαθεί να τον φέρει κοντά της )
Έλα. Να μου πεις μονάχα έστω πως είμαι ωραία. Πες το μου. Δες με. Αγκάλιασέ με. Νοιώσε με και ύστερα πες μου πως αυτό που ένοιωσες ήτανε ωραίο.
ΑΝΤΡΕ
(σηκώνεται και αποφασιστικός και ήρεμος τήνε βοηθάει να σηκωθεί και αρχίζει να την ντύνει με ήρεμες και αποφασιστικές κινήσεις. Αυτή πεισμένη πια ότι δεν μπορεί να τον πείσει, και σαν ανήμπορη, το δέχεται αυτό αμίλητα. Σιγά αλλά σταθερά)
Χίλιες στιγμές κι αν ζήσεις σαν και τούτη, πάλι την άρνηση θε ν' αντικρίσεις. Κανείς ποτέ δε θα σου δώσει ό,τι σου 'δωσα. Δυστυχισμένη θα κυλά η ζωή σου και ποτέ ικανοποίηση δε θα 'βρεις. Κι όταν στο τέλος φτάσεις του μακρινού σου ταξιδιού, μέσα στο σκεβρωμένο το κορμί σου η ίδια φωτιά θα λαμπαδιάζει άσβηστη κι ακοίμητη. Είναι η φωτιά που εγώ μέσα σου έχω ανάψει. Για να μη χαθεί. Για να υπάρχει δίνοντας τη ζέστα της στον κόσμο να κινείται. Για να γεννοβολάει αστέρια και ήλιους και φεγγάρια και σύμπαντα. Για να πλάθει φίδια θεούς κι ανθρώπους. Κι ακόμα-μην τρομάζεις-για να φτιάχνει ρομπότ. Για να φτιάχνει κήπους, εργοστάσια και ασανσέρ που σταματάνε κρατώντας μέσα τους φυλακισμένους πλάστη και πλάσμα, δυο δυστυχισμένα όντα χαμένα μέσα στου σύμπαντος μιαν άκρη.
(λέγοντας αυτά την έχει ντύσει και την καθίζει στο σκαμνί της. Ύστερα κάθεται κι αυτός στη γωνιά του)
Ας κάτσουμε πάλι όπως ήμασταν πρώτα. Είπαμε πολλά. Τώρα ξέρεις. Χώθηκες πιο βαθιά στη δυστυχία. Λίγο ακόμα και θα υποταχτείς τέλεια. Ας ησυχάσουμε τώρα. Όλα είναι περιττά όπως και όλα είναι απαραίτητα. Τα υπηρετήσαμε και τα δυο. Κανένας δεν μπορεί να μας ψέξει για ανεπάρκεια. Ας ακολουθήσει καθένας το δρόμο του. Εγώ οδεύοντας το δρόμο μου κι εσύ τον δικό σου, δυστυχισμένη και λιγότερο ελπίζοντας κάθε καινούργια σου μέρα.
(σιωπή)
ΚΟΡΙΝΝΑ
(βγάζει από την τσέπη της ένα κλειδί)
Πάμε να φύγουμε από δω. Εγώ σταμάτησα το ασανσέρ.
(Ο Αντρέ δεν ξαφνιάζεται. Σηκώνεται και ετοιμάζεται να βγει ενώ η Κορίννα ανοίγει την πόρτα του ασανσέρ. Ο Αντρέ βγαίνει τραβώντας προς την έξοδο του κτιρίου. Η Κορίννα βγαίνει πίσω του. Με όση δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει του φωνάζει)
Στάσου!
(ο Αντρέ κοντοστέκεται. Στρέφει προς αυτήν. Ικετευτικά)
Πες μου κάτι... κι ας μην το πιστεύεις.
(ο Αντρέ ξαναστρέφει εμπρός και συνεχίζει να περπατά ώσπου να πάψουν να ακούγονται τα βήματά του. Η Κορίννα απλώνει το χέρι προς αυτόν σαν για να κρατηθεί από κάτι. Κάνει κάτι να πει, δεν το λέει. Κατεβάζει το χέρι απελπισμένη. Γονατίζει και σκύβει το κεφάλι ώσπου αυτό να ακουμπήσει στο πάτωμα)
Α Υ Λ Α Ι Α