ΣΕΡΤΖΙΟ ΚΑΙ ΙΛΟΝΑ
Χρόνος: 2007, μεσημέρι μιας φθινοπωρινής μέρας.
Τόπος: Μικρή πόλη της Ρωσίας
Πρόσωπα:
ΙΛΟΝΑ
ΣΕΡΤΖΙΟ σύντροφος της Ιλόνας
ΑΛΙΟΣΑ και ΚΑΤΑΡΙΝΑ παιδιά της Ιλόνας
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Ο Σέρτζιο καθιστός στην πολυθρόνα του γραφείου του γράφει σε μια κόλλα χαρτί. Όταν τελειώνει κοιτάζει στο χαρτί ενώ μια φωνή διαβάζει:
"Αγαπημένη
αν έχεις μια γλυκιά γυναίκα για ερωτικό σου ταίρι, μπορείς να δεχτείς να στερηθείς τον έρωτα. Όταν όμως έχεις για παρέα σου την ίδια τη Γλύκα, τον ίδιο τον Έρωτα, την ίδια την Ομορφιά, αυτό δεν αντέχεται.
Ζωή χωρίς έρωτα μαζί σου είναι αδιανόητη
Καλλίτερος ο θάνατος.
Σ’ αγαπώ ασυγκράτητα.
Συγχώρησέ με.
Σου θυμίζω τον λογαριασμό μου στην Τράπεζα
που ποτέ δεν χρησιμοποίησες: ΖΗ 2903-44-58-SI
Τα παιδιά μεγαλώνουν, έχουν ανάγκες.
Κατάλαβε με: Σ’ ΑΓΑΠΩ.»
(Βάζει την κόλλα σε ένα φάκελο, το κλείνει και το βάζει στο πορτοφόλι του.)
ΣΕΡΤΖΙΟ
(ψιθυριστά)
Συγχώρησέ με-αν μπορέσεις.
(Σηκώνεται και βάλνεται να φτιάξει καφέ. Μπαίνουν ορμητικά και ξαναμμένα ο Αλιόσα και η Καταρίνα)
ΑΛΙΟΣΑ
Παππού, παππού, η Ρίνα όλο έκλαιγε στο σχολείο!
ΣΕΡΤΖΙΟ
Αλιόσα, πού είναι το "γεια σου παππού";
ΑΛΙΟΣΑ
Γεια σου παππού, η Ρίνα όλο έκλαιγε στο σχολείο!
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(με μάτια κόκκινα)
Ψέματα!
(στον Αλιόσα)
Προδότη!
(στον Σέρτζιο)
Γεια σου παππού.
(φιλάει τον Σέρτζιο)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τι μάθατε σήμερα στο σχολείο Αλιόσα;
ΑΛΙΟΣΑ
Μέτρημα από το είκοσι μέχρι το τριάντα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν το έμαθε όμως παππού. Στο δρόμο μού τα μπέρδευε.
ΑΛΙΟΣΑ
Στο δάσκαλο το είπα φαρσί. Μου είπε μπράβο.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μη θυμώνεις Αλιόσα. Και να το ξέχασες δεν είναι σπουδαίο. Θα το ξαναδιαβάσεις, θα το μάθεις. Για μέτρησέ μου.
ΑΛΙΟΣΑ
Να! Εικοσιένα, εικοσιδύο, είκοσι τρία, εικοσιπέντε...
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(δυνατά επιτιμητικά)
Είκοσι τέσσερα!...
ΑΛΙΟΣΑ
Εσύ να πάψεις. Με τον παππού μιλάω.
(δυνατά)
Και δεν είμαι ψεύτης. Έκλαιγε παππού!
ΣΕΡΤΖΙΟ
Λοιπόν εσείς τσακώνεστε χωρίς λόγο. Δουλειά δικιά της είναι της Ρίνας αν κλαίει, και δουλειά δική σου είναι αν ξέχασες να μετράς. Κάνετέ μου τη χάρη να ησυχάστε. Σε λίγο θα έρθει η μητέρα σας από τη δουλειά και δεν πρέπει να σας δει μαλωμένους. Θα στενοχωρηθεί-δεν τη λυπόσαστε την καημένη; Έλα Αλιόσα, πήγαινε να πλυθείς και να διαβάσεις. Και συ Ρίνα μη τον ξεσυνερίζεσαι τον αδερφό σου. Είναι μικρός ακόμα. Έφτιαξα λίγο καφέ. Σε παρακαλώ τον βάζεις σ’ ένα φλιτζάνι να μου τον προσφέρεις γιατί εγώ δεν νογάω και θα κάνω καμιά ζημιά;
ΑΛΙΟΣΑ
(στην Καταρίνα)
Θα τα πω χωρίς κανένα λάθος στη μαμά όταν έρθει... θα το δεις...
(βγαίνει)
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μα παππού, γιατί δεν περίμενες να σου φτιάξω εγώ καφέ;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τον ήθελα πολύ. Όπως ας πούμε θέλεις εσύ καμιά φορά εκείνη την πάστα στου Σεριόζα και δεν μπορείς να κρατηθείς. Πριν όμως έλα εδώ κοντά μου, κάτσε στην αγκαλιά μου…
(Η Καταρίνα κάθεται στα γόνατα του Σέρτζιο)
…και πες μου τι σε έκανε να κλαις. Ο μούργος ο Αλιόσα μπορεί να λέει κανένα ψέμα που και που, όμως τώρα έλεγε αλήθεια. Μα και τίποτα να μην έλεγε θα το καταλάβαινα εγώ. Τα ματάκια σου είναι κατακόκκινα. Και τα μάτια κοκκινίζουν έτσι μόνον όταν κλαίμε. Έλα, πες στον παππού τι σε έκανε να κλάψεις. Σε μάλωσε ο δάσκαλος;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τσακώθηκες με κανέναν;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχασες καμιά μπογιά;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μη με κάνεις να σε ρωτάω συνέχεια για ένα ένα πράγμα. Έτσι θα κάτσουμε εδώ με τις ώρες χωρίς αποτέλεσμα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν έκλαιγα παππού...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έλα Καταρίνα... δεν είπαμε;… έλα, πες μου...
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(ξεσπώντας σε κλάματα και πέφτοντας στην αγκαλιά του Σέρτζιο)
Δε θέλω να πεθάνεις παππού...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπα μπα μπα... και ποιος είπε παρακαλώ ότι θα πεθάνω;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(Ανάμεσα από αναφιλητά)
Άκουσα χτες το γιατρό να λέει στη μαμά ότι είσαι άρρωστος και πρέπει να προσέχεις πολύ γιατί... η καρδιά σου...
ΣΕΡΤΖΙΟ
(σκουπίζοντας τα μάτια της Καταρίνας)
Καλό μου κοριτσάκι, και επειδή πρέπει να προσέχω σημαίνει ότι θα πεθάνω; Δυο μήνες τα ίδια λέει ο γιατρός και όμως βλέπεις ότι δεν πέθανα… Όλοι πρέπει να προσέχουμε στη ζωή μας. Μην κλαις. Ύστερα οι γιατροί νομίζεις πως πάντοτε ξέρουν τι λένε; Δεν ξεχνάνε κι αυτοί κάποτε αυτά που έχουν μάθει; Να που ο Αλιόσα ξέχασε αυτά που έμαθε πριν από μόλις δυο ώρες. Αυτοί που ό,τι μάθανε το μάθανε πριν από χρόνια δεν ξεχνάνε νομίζεις και δεν κάνουνε λάθη; Πού ξέρει ο γιατρός τι έχω εγώ μέσα μου; Έλα, σταμάτα να μου στενοχωριέσαι. Και να σου πω κάτι; Όταν κλαις δεν είσαι το ίδιο όμορφη όσο όταν γελάς, και τ’ αγόρια δε θα σε θέλουνε όταν σε βλέπουνε κλαμένη.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ποιος τα λογαριάζει τα αγόρια παππού... Εγώ εσένα αγαπώ και δε θέλω να πάθεις τίποτα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Το μικρό μου αγαπάκι! Ω! που όταν έρθει η ώρα ν’ αγαπήσεις τα αγόρια, ούτε θα θυμάσαι ότι έλεγες κάποτε έτσι στον παππού σου...
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι! Ποτέ δε θα προδώσω την αγάπη μου για σένα για όποιο αγόρι, ούτε ακόμα και για τον Εβγκένι!
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Σίγουρα. Σε πιστεύω μωρό μου. Και τώρα άκουσε κάτι που θα σου πω και να το θυμάσαι. Και βέβαια δεν το ’χω σκοπό να πεθάνω, όμως, κάποτε δε θα γίνει κι αυτό κοριτσάκι μου;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι!..Όχι!..
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι αλλά... κανείς δε ζει για πάντα μωρό μου. Είσαι αρκετά μεγάλη και το ξέρεις αυτό. Άκουσε με λοιπόν σαν μεγάλη κοπέλα τώρα. Βλέπεις, δεν τα λέω αυτά στον Αλιόσα γιατί είναι μικρός ακόμα. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αν κάποτε πεθάνω, αν, λέω, δε θα κλάψεις ούτε θα στενοχωρηθείς. Δε λέω καθόλου, όμως θέλω να σκεφτείς και τότε αυτό που σου είπα τώρα, πως για όλους έρχεται αυτή η ώρα. Πρέπει λοιπόν να σου περάσει γρήγορα η στενοχώρια σου, και μάλιστα εσύ, σαν μεγαλύτερη, πρέπει να παρηγορήσεις και τη μαμά σου.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού, μιλάς σαν να πρόκειται να... να γίνει γρήγορα αυτό.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι κοριτσάκι μου, όμως για όλα πρέπει να είναι έτοιμος ο άνθρωπος. Ρώτα και τον Εβγκένι,-ίσως ξέρει περισσότερα πάνω σ’ αυτό-και δες τι θα σου πει.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Του το είπα όταν με ρώτησε κι αυτός γιατί κλαίω. Και, παππού, έχει πεθάνει η γιαγιά του πριν έξη μήνες. Μου είπε πως τώρα την έχει ξεχάσει. Δεν τον πίστεψα, μου το είπε για να μη με στενοχωρήσει.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Εμπρός λοιπόν τώρα, υποσχέσου πως θα θυμάσαι αυτά που σου είπα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Κι εσύ όμως θα μου υποσχεθείς ότι θα κάνεις ό, τι σου λέει ο γιατρός.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Στο υπόσχομαι.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Κι εγώ παππού.
(τον φιλάει)
Σ’ αγαπώ.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Εγώ να δεις… Εμπρός λοιπόν, δουλειά, διάβασμα ως την ώρα του φαγητού, για να μπορείτε να βγείτε να παίξετε το απόγεμα. Όμως μ’ αυτά και μ’ αυτά δε σε ρώτησα τι καινούργιο μου φέρνεις σήμερα από το σχολείο.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Να μη σου φτιάξω τον καφέ πρώτα παππού;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Άστον αυτόν για αργότερα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Καλά. Να! Η γη παππού είναι στρογγυλή και μέσα της καίει φωτιά. Είναι αλήθεια στρογγυλή;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Και βέβαια είναι. Αυτό μου είχαν μάθει και μένα στο σχολείο.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Και γυρίζει γύρω γύρω λέει με μεγάλη ταχύτητα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Κι αυτό είναι σωστό.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Και πώς δε ζαλιζόμαστε παππού; Και πώς δεν πέφτουμε;
(Μπαίνει η Ιλόνα. Σεμνή, ωραία, ζωντανή και γεμάτη αγάπη κι ενδιαφέρον. Φιλάει τον Σέρτζιο και την Καταρίνα)
ΙΛΟΝΑ
Γεια σας.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλώς τηνε.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γεια σου μαμά.
ΙΛΟΝΑ
Διακόπτω τίποτα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Το που η γη που γυρίζει σα σβούρα γύρω από τον ήλιο.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ναι! Από τον ήλιο!
ΙΛΟΝΑ
Ο Αλιόσα;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μέσα, διαβάζει.
ΙΛΟΝΑ
Μπράβο του. Ρίνα, είσαι κλαμένη ή έτσι μου φαίνεται;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έτσι σου φαίνεται αγάπη μου. Κάτι είχε μπει στο μάτι της.
(Η Ιλόνα βγαίνει)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Λοιπόν Ρίνα, πήγαινε τώρα, κι εγώ θα ετοιμάσω ένα σχέδιο στο χαρτί, να προσπαθήσω να μαζέψω τις γνώσεις που απόκτησα μέχρι τώρα για το θέμα, και θα σου εξηγήσω αυτό που και μένα με παίδεψε πολύ ώσπου να το μάθω, δηλαδή πώς και δε πέφτουμε αφού η γη γυρνάει.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ευχαριστώ παππού. Είναι δύσκολο;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Για σένα όχι εξυπνούλα μου.
(Μπαίνει η Ιλόνα)
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γεια σου παππού.
(βγαίνει. Η Ιλόνα και κάθεται στο πάτωμα μπροστά στον Σέρτζιο, παίρνει στα χέρια της και του φιλεί τα χέρια, αγκαλιάζει τα γόνατα του και ακουμπάει το κεφάλι της επάνω τους)
ΙΛΟΝΑ
(ψιθυριστά)
Μου έλειψες καλέ μου.
ΣΕΡΤΖΙΟ
(το ίδιο κι αυτός)
Σ’ αγαπώ.
(σιωπή)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έκλαιγε αλήθεια η Ρίνα.
ΙΛΟΝΑ
Το κατάλαβα. Γιατί;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Άκουσε το γιατρό που σου μιλούσε πάλι χτες και κατάλαβε πολλά. Πρόσεχε σε παρακαλώ, τα παιδιά δεν πρέπει να ξέρουν όλη την αλήθεια.
ΙΛΟΝΑ
Δεν ήξερα πως ακούει. Πήρες τα χάπια σου;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Και τα δύο.
ΙΛΟΝΑ
Θα σε βοηθήσουν. Μα πρέπει να προσέχεις και συ. Η Αλέξεβνα πέρασε;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Πέρασε, με ρώτησε αν ήθελα τίποτα, δεν ήθελα. Καλή γυναίκα.
ΙΛΟΝΑ
Και δε θέλει να παίρνει τα λεφτά που της δίνω. "Για τον κύριο Σέρτζιο...", μου λέει, "όχι, δε θέλω λεφτά". Σ' αγαπάει. Τι έχεις πάνω σου και σ’ αγαπάει όλος ο κόσμος;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπα, τώρα τελευταία μου συμβαίνει. Κάτι θα κόλλησα από σένα. Είναι καλή γυναίκα πράγματι. Σήκω να σε δω λίγο που χώθηκες εκεί...
(Η Ιλόνα σηκώνεται και κάθεται στα γόνατα του Σερτζιο με τα χέρια της γύρω στον λαιμό του)
Πώς πήγε σήμερα η δουλειά;
ΙΛΟΝΑ
Τα ίδια. Τίποτα νεότερο.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Άλλοτε όταν καθόσουνα στα γόνατα μου δεν ήτανε για ν’ αναπαυτείς.
ΙΛΟΝΑ
Άλλοτε.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Σ’ αγαπώ.
ΙΛΟΝΑ
Σε λατρεύω.
(μικρή σιωπή)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τρία χρόνια μαζί κλείνουμε σήμερα.
ΙΛΟΝΑ
Το ξέρω. Για την ακρίβεια τρία χρονιά θα είναι το απόγεμα στις έξη παρά τέταρτο. Την ώρα εκείνη έφτασες και ζήτησες να νοικιάσεις δωμάτιο…
ΣΕΡΤΖΙΟ
Και συ μ’ έβαλες μέσα στην καρδιά σου.
ΙΛΟΝΑ
Πάντοτε ήσουνα εκεί. Την ημέρα εκείνη είναι που το κατάλαβα. Γιατί αναγνώρισα σε σένα την εικόνα που αυτή έκλεινε πάντοτε μέσα της.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Από τότε σ’ αγαπώ κάθε μέρα και περισσότερο.
ΙΛΟΝΑ
Περάσαμε ωραίες μέρες μαζί.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Και ωραιότερες νύχτες.-πόσο μου λείπεις!..
ΙΛΟΝΑ
Θα ’λεγα κι εγώ το ίδιο. Όμως η ευτυχία που μου έδωσες αυτές τις νύχτες φτάνει για να κάνει ευτυχισμένες δέκα ζωές μου. Σκέψου έτσι και συ και θα δεις πως δεν είναι δύσκολο να ζούμε χωρίς έρωτα. Μα και η αγάπη μας αυτή τι είναι αν όχι ένας διαρκής έρωτας; Όλος δικός μου εσύ και όλη δική σου εγώ. Μέσα στην καρδιά μου εσύ και μέσα στην καρδιά σου εγώ.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Είσαι τόσο καλή! Δυο μήνες πέρασαν και ποτέ δεν παραπονέθηκες, ποτέ δεν μου ζήτησες κάτι που δεν πρέπει να κάνω. Όλα για σένα είναι όπως τότε...
ΙΛΟΝΑ
Και πράγματι είναι αγάπη μου. Τι μας λείπει; Όντας εσύ κοντά μου όλα είναι δικά μου. Το φως, ο παράδεισος. Τι άλλο θα ήθελα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ο παράδεισος. Ναι. Ένας παράδεισος με απαγορευμένο το γλυκύτερο φρούτο του.
ΙΛΟΝΑ
Ίσως έτσι να είναι οι παράδεισοι. Το ίδιο δεν ήταν και ο Παράδεισος του Αδάμ;.. Έλα Σερτζιο! Μη σκέπτεσαι έτσι. Και για μένα το ίδιο είναι μα δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο από το να σ’ έχω εδώ, κοντά μου, δίπλα μου, η ανάσα σου στην ανάσα μου, το χέρι σου στο χέρι μου. Ύστερα μην ξεχνάς πως ο γιατρός είναι αισιόδοξος.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ω! Οι γιατροί! Ό,τι τους κατέβει λένε. Από τη μια μου λέει να μη βγαίνω έξω, από την άλλη μου δίνει ελπίδες.
ΙΛΟΝΑ
Αγάπη μου, κάτι πιο πάνω ξέρει αυτός από μας.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Δυο μήνες χωρίς να μου επιτρέπεται να σε αγγίσω...
ΙΛΟΝΑ
Σ’ όλη μου τη ζωή θα καθόμουν κοντά σου όπως τώρα κάθομαι, χωρίς να ζητώ τίποτε άλλο. Είσαι ο άντρας μου, ο ερωτάς μου, η αγάπη μου η μεγάλη. Μη με κάνεις να λέω λόγια που τα ξέρεις, που σου τα έχω πει χίλιες φορές μέχρι τώρα. Τίποτα δε θα με κάνει ν’ αλλάξω. Όσο για να με αγγίζεις, κι αυτό τώρα άγγιγμα δεν είναι; Δεν με φιλάς και δε σε φιλώ; Ας μην είμαστε άδικοι με τη ζωή, μας έδωσε τόσα. Και κάθε βράδυ στο κρεβάτι αγκαλιασμένοι, δε χαιρόμαστε τη χαρά της αγάπης μας, και μεθυσμένους απ’ αυτήν δεν μας παίρνει ο ύπνος;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι, σαν μικρά παιδιά... όμως ξέρω τι σημαίνει ο έρωτας και για σένα. Και τι σημαίνεις εσύ για κείνον. Αλήθεια καλλίτερο πλασιέ δεν θα έβρισκε αυτός άλλον από σένα.
ΙΛΟΝΑ
Πόσο θα κοκκίνιζα μ’ αυτό που είπες, αν όλο το κόκκινό μου δεν το είχα καταναλώσει τις ώρες του ερωτά μας... μα ξέρεις τι λέω; Ο καλλίτερος πλασιέ δεν μετράει, αν δε βρει τον κατάλληλο αγοραστή. Είσαι ο ιδανικός πελάτης μου φιλαράκο.
(χαμογελούν κι οι δυο)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τελευταία θ’ ακούς γκρίνιες πολλές από το αφεντικό σου. Μη σ’ απολύσει πρόσεξε.
ΙΛΟΝΑ
Δεν το μπορεί πια. Παραιτήθηκα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλά. Μόνο, θα έλεγα, σήμερα, που είναι η επέτειος της γνωριμίας μας, ν’ αλλάξουμε ένα φιλί κι ένα χάδι παραπάνω από ό,τι κάθε μέρα.
ΙΛΟΝΑ
Κι εγώ θα το 'θελα, μα όμως τίποτα πιο πάνω από αυτό-μου το υπόσχεσαι;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ξέρω, ιατρικές εντολές.
ΙΛΟΝΑ
Σε λατρεύω.
(Ό Σέρτζιο χαϊδεύει και φιλεί την Ιλόνα όπου μπορεί. Εκείνη δέχεται τα φιλιά και τα χάδια αυτά προσπαθώντας να κρύψει την ερωτική χαρά που της δίνουν κάτω από μικρά επιφωνήματα που όμως προσπαθεί να είναι τέτοια που να μπορούν να εκληφθούν και σαν επιφωνήματα μιας συνηθισμένης, άσχετης με τον έρωτα ευχαρίστησης. Σταθερά, αλλά ήπια και διακριτικά ξεφεύγει από το αγκάλιασμα του Σέρτζιο )
Έλα αγάπη μου… φτάνει… έλα… αρκετά…
(σιωπή)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μισώ τη δουλειά σου που σε παίρνει μακριά από μένα. Μισώ τον εαυτό μου που μπόρεσε να χαρεί προτού να σε γνωρίσει. Μισώ τα χέρια μου που άγγιξαν άλλα χέρια. Αν μπορούσα να γίνω μια θάλασσα θα ’θελα συ να είσαι το μοναδικό νησί μου. Αν η ζωή ήτανε μια μόνο νύχτα, θα ήθελα να τηνε ζούσαμε μαζί.
ΙΛΟΝΑ
Κρυφά θα ’ρχόμουνα κοντά σου αν δε μ’ ήθελες. Σκιά σου θα γινόμουν την ημέρα, φεγγαραχτίδα τις νυχτιές, και τις αφέγγαρες βραδιές αγέρα χάδι στα μαλλιά σου.
(Γλιστράει κάτω αγκαλιάζοντας τα πόδια του)
Άσε με ν’ αγκαλιάσω τα πόδια σου. Αυτά σε φέρανε σε μένα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Σα σκολιαρόπαιδα λέμε ερωτόλογα και σαν πρωτάρηδες από τα χάδια φυλαγόμαστε. Σ’ αγαπώ.
ΙΛΟΝΑ
Όλα μετράνε στην αγάπη. Και τα μαλώματα και οι βρισιές ακόμα, είναι γλυκά όταν απ’ το αγαπημένο στόμα βγαίνουν. Μέσα στον κόσμο που ένα τίποτα μας διαφεντεύει, το μόνο που μετράει είναι το κάτι του έρωτα, Είσαι το δικό μου κάτι.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Αν δεν υπήρχες εσύ, πόσο ατάραχη θα ήταν η ψυχή μου την άνοιξη!
ΙΛΟΝΑ
Τα φεγγαρόφώτιστα βράδια δεν μου αρέσουν. Πολλά τέτοια φεγγάρια φέρνουνε το τέλος της ζωής, που σημαίνει το τέλος της αγάπης.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όταν να μου λες γλυκόλογα παύεις, κάνω πως δε σου δίνω σημασία ώστε να ξαναρχίσεις.
ΙΛΟΝΑ
Και χωρίς αυτό δεν θα σταματούσα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μερικά άνθη πέφτουν ακόμα κι όταν αγέρας δεν φυσά. Η αγάπη μου, και λυσσαμένοι αγέρηδες να τη φυσήσουν, δε θα σβήσει. Ας μπορούσε ο κόσμος να ήταν πάντα τόσο όμορφος: καθισμένη εσύ εκεί χαρούμενα να μου γελάς…
ΙΛΟΝΑ
Εσύ κρατάς τις φτερούγες της χαράς μου.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ο ήλιος κόβει βόλτες πάνω από τη γη μας άδικα. Γιατί τον κόσμο εσύ τόνε φωτίζεις.
ΙΛΟΝΑ
Τα όνειρά μου περνάνε από μέσα σου όπως οι αχτίδες περνούν αχάλαστες μέσα από το κρύσταλλο.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Αγαπιόμαστε όπως αγαπιούνται τα σκοτεινά πράγματα μέσα σ’ ένα δωμάτιο μια νύχτα χειμωνιάτικη.
Ποτέ δεν θα μπορέσω να προσπεράσω τη μορφή σου.
ΙΛΟΝΑ
Τι είμαι για σένα λοιπόν;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Είσαι μια γυναίκα με γλυκά χείλια.
Σαν λάμψη αστραπής με φωτίζεις και με τρομάζεις.
ΙΛΟΝΑ
Χοροπηδώντας πάνω στα σύννεφα, πλέοντας πάνω στη θάλασσα θα ερχόμουν για να σε βρω.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Η καρδιά μου είναι το μαύρο του στήθους σου.
(σιωπή)
ΙΛΟΝΑ
Γεννηθήκαμε για να συναντηθούμε μέσα στη ζωή. Και η χαρά απ’ αυτή τη συνάντηση είναι όλη δικιά μας. Αυτό που ζούμε κάθε μέρα τι είναι αν όχι χαρά; Τι είναι να είμαστε μαζί; Τι είναι να σε βλέπω και να με βλέπεις; Τι είναι να μου ζητάς ένα ποτήρι νερό κι εγώ να σου το φέρνω;
Ας μη μιλήσουμε άλλο. Ας χαθούμε στη σιωπή. Όλα τα έχουμε πει και όλα τα έχουμε κάνει. Νιώσαμε όλα όσα μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Υπήρξαμε και μεις κάτω απ’ τον ήλιο.
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Χρόνος: Απόβραδο της ίδιας μέρας.
Τόπος, Πρόσωπα: τα ίδια.
(Ο Σέρτζιο και η Ιλόνα καθιστοί, ο Σέρτζιο στην πολυθρόνα του και η Ιλόνα στον καναπέ. Θόρυβοι του δρόμου. Μακρινές φωνές παιδιών που παίζουν)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Πάει κι άλλη μια μέρα.
ΙΛΟΝΑ
Πάει κι άλλη μια ευτυχισμένη μέρα. Μια μέρα μαζί σου.
(βάζει καφέ στο ποτήρι της)
Θα ήθελες λίγο καφέ ακόμα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι, αρκετός ήτανε αυτός. Και πάντα τον πετυχαίνεις. Ενώ εγώ…
ΙΛΟΝΑ
Έχω μάθει από τη μητέρα μου, αυτό είναι όλο.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Άναψε ένα κεράκι στον τάφο της από μένα. Γιατί σε γέννησε. Μου αρέσει η συντροφιά σου, μου αρέσουν οι ιδέες σου, οι καθημερινές συνήθειές σου που είναι ίδιες με τις δικές μου, η καθαριότητα μέσα στο σπίτι... Ευγνωμοσύνη νιώθω μερικές φορές για σένα, όταν η αγάπη μού αφήνει κάποια περιθώρια.
ΙΛΟΝΑ
Πρόσεξε! Μόλις ομολόγησες ότι υπάρχουν στιγμές που δεν μ’ αγαπάς.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Χμ! Ας το πω τότε αλλιώς. Μέσα στην αγάπη μου στριμώχνονται μερικές φορές κι αισθήματα ευγνωμοσύνης, που προσπαθούν να βρούνε μια μόνιμη θέση. Καλά τώρα;
ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Νομίζω ότι τα θαλασσώσαμε και οι δύο. Μέσα στην αγάπη χωράνε όλα τα άλλα όμορφα αισθήματα, άραγε και η ευγνωμοσύνη. Όταν με αγαπάς νιώθεις και ευγνωμοσύνη για μένα όπως κι εγώ για σένα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Μα έννοια πλατύτερη κι από την αγάπη είναι ο έρωτας. Γιατί όταν είσαι ερωτευμένος, αγαπάς οπωσδήποτε εκείνο με το οποίο είσαι ερωτευμένος.
ΙΛΟΝΑ
Πρόκειται για τη θεωρία σου πως αγάπη υπάρχει ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα μόνο μέσω του έρωτα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ακριβώς. Σ’ αγαπώ γιατί είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Όταν είμαι ερωτευμένος μαζί σου δεν είναι δυνατό να θέλω να κακοπάθεις-να κακοπάθει το αντικείμενο του ερωτά μου. Κάποια αντίρρηση;
ΙΛΟΝΑ
Κι αν εγώ πάψω να σε ενδιαφέρω ερωτικά τότε θα πάψεις να μ’ αγαπάς;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Δε θα υπάρξει ημέρα που να μην είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Δε θα υπάρξει ούτε μια στιγμή που να μην είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Λοιπόν πάντα θα σ’ αγαπώ.
ΙΛΟΝΑ
Φτάνει που είναι έτσι και που δε θ’ αλλάξει ποτέ. Φτάνει που μ' αγαπάς.
(Πηγαίνει πίσω από την πολυθρόνα του Σέρτζιο και τον αγκαλιάζει τρυφερά, ακραγγίζοντας με τα χείλη της λατρευτικά τα μαλλιά του με ανάερα φιλήματα. Τέλος αγκαλιάζει με τα χέρια της το κεφάλι του, ακουμπώντας το μάγουλο της πάνω σ’ αυτό και στέκει εκεί για λίγο σιωπηλή. Ο Σέρτζιο παίρνει τα χέρια της και τα φιλεί.)
Αγάπη μου τι λες, μήπως είναι ώρα να έρθουν μέσα τα παιδιά;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Νομίζω ναι. Αλήθεια σου μέτρησε ο Αλιόσα ως το τριάντα;
ΙΛΟΝΑ
(χαμογελώντας)
Όχι. Μ’ έχει προετοιμάσει όμως και το περιμένω...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Η Ρίνα θέλει να μάθει πώς και δεν πέφτουμε αφού η γη γυρίζει. Βοήθεια! Τι να της πω; Έχεις καμιά ιδέα; Θα με ρωτήσει. Τι θα της έλεγες εσύ;
ΙΛΟΝΑ
(πηγαίνοντας προς την πόρτα)
Ω! Οι απορίες των παιδιών! Σαν οι μεγάλοι να πρέπει να τα ξέρουν όλα! Τι να σου πω... Δοκίμασε με το πορτοκάλι κι ένα μερμήγκι επάνω του.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλό μου μοιάζει.
( Η Ιλόνα βγαίνει)
ΦΩΝΗ ΙΛΟΝΑΣ
Ρίνα! Αλιόσα! Ελάτε! Νύχτωσε πια!
(μπαίνει η Ιλόνα)
Αύριο το απόγευμα πρέπει να πάρω τους ελέγχους. Νομίζω η Ρίνα δεν τα ’χει πάει καλά αυτό το τρίμηνο.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι έξυπνη. Θα πάει καλά. Δε σου είπα, της αρέσει ένα αγόρι!..
ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Σώπα! Σου είπε τίποτα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι. Το κατάλαβα. Τα παιδιά! Πώς παίζουν με ό,τι εμάς μας καίει...
ΙΛΟΝΑ
Δεν έχουν ανάψει καν τη φωτιά ακόμη αγάπη μου. Ξύλα μαζεύουν και θα μαζεύουν για καιρό ακόμα.
(μπαίνει τρέχοντας ο Αλιόσα, και πίσω του η Καταρίνα)
Καλώς τους. Πώς πήγε το παιχνίδι;
ΑΛΙΟΣΑ
Κέρδισα τρεις μπίλιες. Και η μία μεγάλη!
(τις δείχνει)
Κοίτα παππού!
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μπράβο σου. Από τον Νικήτα;
ΑΛΙΟΣΑ
Ναι.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
(φιλάει τον Σέρτζιο)
Παππού! Γεια σου μαμά! Μαμά, θα έρθεις αύριο για τους ελέγχους;
ΙΛΟΝΑ
Και βέβαια θα έρθω.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν ξέρω πόσο θα έχω πάρει. Θα δούμε…
ΣΕΡΤΖΙΟ
Δεν έχει μεγάλη σημασία τι έχεις πάρει για βαθμό Ρίνα. Σημασία έχει τι έχεις μάθει.
ΑΛΙΟΣΑ
Μαμά, να σου μετρήσω τώρα;
ΙΛΟΝΑ
Ναι. Και μετά θα πάω να σας βάλω φαγητό. Ακούω.
ΑΛΙΟΣΑ
(συγκεντρώνεται)
Είκοσι. Εικοσιένα, είκοσι δύο, είκοσι τρία, είκοσι τέσσερα, είκοσι πέντε, είκοσι έξι, είκοσι εφτά, είκοσι οχτώ, είκοσι εννέα, τριάντα!
(γυρίζει στην Καταρίνα. Χειρονομία ικανοποίησης)
Να!
ΙΛΟΝΑ
Μπράβο αγόρι μου! Ήξερα πως θα το μάθαινες. Πάω να σας βάλω φαγητό.
(βγαίνει)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Αλιόσα, πας μέχρι το μπακάλικο να μου φέρεις ένα κουτί μπισκότα;
ΑΛΙΟΣΑ
Ναι! Να πάρω και καραμέλες;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Πάρε με τα ρέστα.
(του δίνει λεφτά)
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Να πάω μαζί του παππού;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Όχι Ρίνα. Κάτσε εσύ.
ΑΛΙΟΣΑ
(στην Καταρίνα)
Δε σε χρειάζομαι, ξέρω και μόνος μου.
(βγαίνει)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έλα εδώ Ρίνα μου. Θέλω να σε παρακαλέσω να κάνεις μια δουλειά για μένα.
(βγάζει τον φάκελο από το πορτοφόλι του)
Θα σου δώσω αυτό τον φάκελο να τον δώσεις αύριο το πρωί στη μαμά σου. Ως τότε όμως δε θα το ξέρει αυτό κανένας άλλος εκτός από μένα και από σένα. Σύμφωνοι;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Γιατί δεν της το δίνεις εσύ παππού; Τι έχει μέσα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι μυστικό. Δος της το αύριο σε παρακαλώ. Παρ’ το και κρυψ’ το.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Καλά παππού.
(κρύβει το γράμμα μέσα στη μπλούζα της)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ευχαριστώ κορίτσι μου.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού, θα μου πεις για τη γη;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι Ρίνα... Κοίτα!.. Να! Δε ζαλιζόμαστε επειδή η γη είναι πολύ μεγάλη και εμείς πολύ μικροί. Να, βλέπεις αυτό το πορτοκάλι; Ας φανταστούμε πως επάνω του υπάρχει ένα μυρμηγκάκι. Θα ξέρεις πως αν γυρίσουμε ανάποδα το πορτοκάλι, το μερμηγκάκι δε θα καταλάβει τίποτα. Ούτε θα ζαλιστεί αν αρχίσουμε να γυρίζουμε το πορτοκάλι γύρω γύρω.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Δεν κατάλαβα. Γιατί δεν πέφτει κι αυτό; Και γιατί δεν πέφτουμε κι εμείς να σπάσουμε τα μούτρα μας στη γη;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Γιατί... γιατί... επειδή μας τραβάει η γη σαν μαγνήτης.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ο μαγνήτης τραβάει το σίδερο παππού, δεν τραβάει τους ανθρώπους...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Να...
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Παππού...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ναι...
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μου φαίνεται πως ούτε και συ ξέρεις πώς και δεν πέφτουμε, ούτε πώς και δεν ζαλιζόμαστε αφού η γη γυρίζει.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Έχεις δίκιο. Ούτε καλά ξέρω, αλλά και το λίγο που ξέρω δεν μπορώ να το πω με λόγια.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Τώρα τι θέλεις να έκανα εγώ αν ήμουνα δασκάλα με σένα; Θα σου έβαζα ένα μεγάλο μεγάλο μηδενικό, αυτό θα έκανα. Και θα είχα δίκιο. Θα ρωτήσω αύριο τη δασκάλα να μου εξηγήσει, αν δε μας το πει από μόνη της.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Νομίζω είναι η καλλίτερη λύση. Αυτή σίγουρα θα ξέρει. Και θα μου πεις και μένα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ελπίζω να το καταλάβω.
(μπαίνει ο Αλιόσα)
ΑΛΙΟΣΑ
Παππού, τα μπισκότα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ευχαριστώ Αλιόσα. Πάρτε τώρα αυτά τα λεφτά να πάρετε αύριο από μια πάστα εσύ και η Καταρίνα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Μα είναι πολλά.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Κεράστε και τον Εβγκένι και την Κατιούσκα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Τον Εβγκένι ναι. Όμως η Κατιούσκα έχει λεφτά να πάρει μόνη της. Θα πάρουμε κάτι άλλο με όσα μείνουν. Πάμε να φάμε Αλιόσα;
ΣΕΡΤΖΙΟ
(στον Αλιόσα)
Ρώτα τη μαμά, είναι έτοιμα;
ΑΛΙΟΣΑ
(δυνατά)
Μαμά, έτοιμα;
ΦΩΝΗ ΙΛΟΝΑΣ
Ναι! Ελάτε!
(βγαίνουν ο Αλιόσα και η Καταρίνα ενώ μπαίνει
η Ιλόνα)
ΙΛΟΝΑ
(δυνατά)
Και μετά ύπνο. Και χωρίς ζημιές Αλιόσα!
(στον Σέρτζιο)
Δεν είχε τυρί, εύχομαι να μη το αναζητήσουν. Ξέχασα να πάρω.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Αν τους λείψει ας πάνε μια βόλτα να πάρουν. Τι θα ’λεγες να πάρει η Ρίνα μαθήματα πιάνου;
ΙΛΟΝΑ
Καλά θα ήταν. Ή αν δεν της αρέσει το πιάνο, ίσως το μπαλέτο…
ΣΕΡΤΖΙΟ
Ό,τι να ’ναι. Κάτι να κάνει, κάτι να μάθει παραπέρα.
ΙΛΟΝΑ
Να ρωτήσω αύριο τη δασκάλα αν ξέρει κάτι εδώ κοντά.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Φαντάζεσαι τη Ρίνα μεγάλη χορεύτρια κάποτε;
ΙΛΟΝΑ
Όλα μπορώ να τα φανταστώ πια, αφού βρήκα εσένα που ούτε μπορούσα ποτέ να ονειρευτώ ότι θα έβρισκα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τόσο σπάνιος είμαι λοιπόν;
ΙΛΟΝΑ
Έδωσες περιεχόμενο στη ζωή μου.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Τι να πω εγώ τότε;
ΙΛΟΝΑ
Το ίδιο ακριβώς με μένα. Δε χρειάζεται να ψάξεις. Εμπρός, πες το να το ακούσω...
ΣΕΡΤΖΙΟ
Εσύ μου έδωσες την ίδια τη ζωή. Δεν ζούσα πριν σε γνωρίσω.
ΙΛΟΝΑ
(γελώντας)
Α! Σέρτζιο!..
(τον φιλεί στο μάγουλο)
Δεν ξέρω γιατί σήμερα είναι σαν να σ’ αγαπώ περισσότερο από ποτέ αλλοτε-ίσως επειδή είναι η επέτειος της γνωριμίας μας;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Κρίμα, κι εγώ νόμιζα φυσιολογικό να μ’ αγαπάς κάθε μέρα περισσότερο από την προηγούμενη.
ΙΛΟΝΑ
Ω! Σέρτζιο! Πες μου πως ό,τι ζούμε δεν είναι κάποιο όνειρο που θα διαλυθεί ένα πρωί. Πες μου πως δε θα τελειώσει ποτέ ο,τι ζούμε τώρα. Πες μου πως όλα δεν τα καταπίνει ο χρόνος με το παμφάγο στόμα του. Πως μια τέτοια αγάπη δε γίνεται παρά να μείνει ζωντανή στην αιωνιότητα. Πες μου, θα χαθεί η αγάπη μας ποτέ;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καλή μου, ζήσε τις στιγμές αυτές που τόσο μας αρέσουν χωρίς να ρωτάς. Αυτό που ζεις, που ζούμε τώρα, αυτό είναι η αιωνιότητα. Άδραξε την ουσία της κάθε στιγμής-έτσι θα την έχεις αιώνια. Ποια άλλη αιωνιότητα θα μπορούσε να υπάρξει;
ΙΛΟΝΑ
Πολλά που ζητάω! Δίκιο έχεις. Τι θα πει αιωνιότητα... μια λέξη ακόμα χωρίς κανένα νόημα. Λέξεις... λέξεις... προτιμότερη είναι η σιωπή.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Το βράδυ πάντα φέρνει μαζί του την τάση για βαθιές σκέψεις, μα και πάλι, η σιωπή, ναι, είναι πάντοτε το καλλίτερο. Κάθε σιωπή. Η σιωπή του δάσους τις νύχτες, η σιωπή του χωριού, η σιωπή του έρημου σπιτιού, η σιωπή του τάφου...
ΙΛΟΝΑ
Όχι τέτοια πράγματα αγάπη μου στην επέτειο της γνωριμίας μας! Ας μη φιλοσοφήσουμε ποτέ αν εκεί μας οδηγεί η φιλοσοφία. Να δω τι κάνουν τα παιδιά;
(δυνατά)
Έτοιμοι παιδιά;
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Ναι μαμά.
ΙΛΟΝΑ
Εμπρός! Ύπνο!
ΣΕΡΤΖΙΟ
Είναι καλά παιδιά. Και έξυπνα. Θα προοδέψουν στη ζωή τους.
ΙΛΟΝΑ
Το εύχομαι γιατί το αξίζουν πραγματικά.
(μπαίνουν η Καταρίνα και ο Αλιόσα)
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
καληνύχτα παππού, μαμά...
(τους φιλεί)
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καληνύχτα, και μην ξεχάσεις αυτό που είπαμε Ρίνα.
ΚΑΤΑΡΙΝΑ
Όχι παππού.
ΑΛΙΟΣΑ
(φιλεί τον Σέρτζιο και την Ιλόνα)
Καληνύχτα παππού, καληνύχτα μαμά.
ΣΕΡΤΖΙΟ ΚΑΙ ΙΛΟΝΑ
Καληνύχτα.
(Αλιοσα και Καταρίνα βγαίνουν)
ΙΛΟΝΑ
(δυνατά)
Και αφήστε ανοιχτά τα παράθυρα. Κάνει ζέστη απόψε!
ΦΩΝΗ ΚΑΤΑΡΙΝΑΣ
Ναι μαμά.
ΙΛΟΝΑ
Να πέσουμε και μεις αγάπη μου;
ΣΕΡΤΖΙΟ
Μα ναι, νομίζω είναι ώρα.
(σηκώνεται)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Τόπος: ο ίδιος.
Χρόνος: αργά το βράδυ της ίδιας μέρας.
Πρόσωπα: Σέρτζιο, Ιλόνα.
(Η Ιλόνα με το νυχτικό της και ο Σέρτζιο με τις πιζάμες του. Πέφτουν στο διπλό κρεβάτι, στραμμένοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Φιλιούνται στο μάγουλο.)
ΙΛΟΝΑ
Καληνύχτα.
ΣΕΡΤΖΙΟ
Καληνύχτα.
(Η Ιλόνα σβήνει το φως. Σκοτάδι. Μικρή σιωπή)
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
(ανήσυχη)
όχι... όχι… τι πας να κάνεις;.. Όχι... Όχι αγάπη μου... Δεν κάνει… Όχι... Μη Σέρτζιο… Σε παρακαλώ, μη... Όχι...
ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΕΡΤΖΙΟ
(άγρια, βραχνή, αποφασισμένη, επιτακτική)
Σώπα!
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
Μη! Δεν πρέπει! Όχι αγάπη μου!.. όχι!... Όχι...
ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΕΡΤΖΙΟ
(όπως πριν)
Θέλεις να σε βιάσω λοιπόν;..
(Η φωνή της Ιλόνας εξακολουθεί να λέει "όχι" όλο και πιο αδύναμα κάθε φορά, ώσπου το "όχι" της να γίνει ένας γλυκός απαλός βόγγος ταιριασμένος με τα ολοένα πιο δυνατά μουγκρητά του Σέρτζιο. Τέλος δεν ακούγονται παρά τα βαριά γλυκανασάσματά τους)
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΙΛΟΝΑΣ
Δεν έπρεπε αγάπη μου... δεν έπρεπε... δεν έπρεπε... έλα τώρα, ησύχασε. Τίποτ’ άλλο πια αγάπη μου... Έλα Σέρτζιο... Ησύχασε τώρα…
(μικρή σιωπή. Ανήσυχη)
Σέρτζιο… Σέρτζιο...
(Σηκώνεται και ανοίγει το φως. Κοιτάζοντας με τρόμο το πρόσωπο του Σέρτζιο. Αδύναμα)
Σέρτζιο... αγάπη μου... Σέρτζιοοο!..
Φέρνει την παλάμη της στο στόμα. Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα στον Σέρτζιο. Μένει για λίγο σ’ αυτή τη στάση. Παίρνει απαλά το χέρι του, το κρατεί για λίγο μέσα στα δικά της, το φιλεί και το αποθέτει πάλι απαλά στο κρεβάτι. Μένει εκεί για πολλή ώρα, κοιτάζοντας προς τον νεκρό Σέρτζιο και κλαίγοντας βουβά με τον πόνο ζωγραφισμένο στο ωραίο πρόσωπο της. Κατόπι σηκώνεται και κάθεται σε μια καρέκλα κρύβοντας το πρόσωπό της μέσα στις παλάμες της.)
ΑΥΛΑΙΑ
Σάββατο 30 Μαΐου 2026
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
(μονόπρακτο)
ΠΡΟΣΩΠΑ
Παπάς,
Λαϊκός,
Λέσλυ, ανεψιά του παπά
Κρις φίλος του
ΤΟΠΟΣ
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
ΧΡΟΝΟΣ
1995
(Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό, που όμως εξακολουθούν να πίνουν.)
ΛΑΪΚΟΣ
(συνεχίζοντας συζήτηση)
Εσείς δε λέτε πως ο Θεός είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;
ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;
ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.
ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;
ΛΑΪΚΟΣ
Καθόλου.
(κερνάει)
ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω- κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:
ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και ησυχάζω.
ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.
ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;
ΠΑΠΑΣ
Ναι. Κι απ’ ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναγεμίσεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;
ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;
ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;
ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δεν μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.
ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.
ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.
ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δεν χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.
ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!
ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;
ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;.. Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις!
ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.
ΛΕΣΛΥ
Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.
ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...
ΛΑΪΚΟΣ
Για;.. Για τι;..
ΛΕΣΛΥ
Για…
ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;
ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;
ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)
ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.
ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;
ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.
ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...
ΛΑΪΚΟΣ
Μα τι λες τώρα Λέσλυ... τι ερώτηση... μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;
ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;
ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;
ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στον Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;
ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" . Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;
ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…
ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;
ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.
ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;
ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν ήτανε όμορφος ή πλούσιος;
ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;
ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.
ΛΕΣΛΥ
Όχι, αφήστε τον θείε. Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε... να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.
ΛΕΣΛΥ
(προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι; .. Πάω στο δωμάτιό μου! Το βράδυ θα βγω!
ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;
ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' έναν σοβαρό νέο. Θα πάω στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;
ΛΑ:ΙΚΟΣ
Πενήντα δολάρια στο νερό.
ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.
ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.
ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.
ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες εκκλησίες. Βλέπε τα.
ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι, και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην εκκλησία;
ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.
ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.
ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη μετάληψη;
ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)
ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.
ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα
ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.
ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη... δε με γνωρίζετε... μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα σας…
ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.
ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Ω! Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..
ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου, κάθισε.
ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…
ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.
ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια μας. Θα πιεις μαζί μας;
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.
ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δεν σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθυσμ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.
ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα τέκνον μου
ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν... νόμισα πως ήταν... συγχωρείστε με πάτερ... νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…
ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου…
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!.. Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;
ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.
ΠΑΠΑΣ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.
ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.
ΠΑΠΑΣ
(στον Λαϊκό)
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι συχωρεμένος.
ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..
ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν δεχτεί να με ακούσει..
ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.
ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να την φωνάξετε;
ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.
ΛΕΣΛΥ
(μένει έκπληκτη στην αρχή, αμέσως ύστερα δυνατά και χειρονομώντας )
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!
ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.
ΚΡΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι. Στη Λέσλυ)
Σας παρακαλώ… δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω... ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει δεσποινίδα. Συγχωρείστε με, σας παρακαλώ…
ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη… Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος.
ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δεν θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.
ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.
ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.
ΠΑΠΑΣ
(σιγά, στον Λαϊκο)
Θέλει ν΄ ακούσει κι άλλα…
ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν πλησιάσει. Το χρήμα βλέπετε έλκει τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του) …τέτοιαν αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.
ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου…
ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα ερχόμουν να σας ζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.
ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον Κρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.
ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.
ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις, ήρεμη)
Σας παρακαλώ, δεν θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δεν ζω στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος... Σας συγχωρώ.
ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.
ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..
ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.
ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα… όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;
ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώς πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω… και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.
ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα… Ο άνθρωπος που τόσο με πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγη ώρα… Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δεν θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;
ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)
ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε... δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το είχα ντροπιάσει τόσο… Κρις. Κρις Φόλγκερ.
ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;
ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.
ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)
ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;
ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας, με νόημα)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.
ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.
ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος.
(συνομωτικά)
Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.
ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.
ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη. Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.
ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα… φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός μόνον για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.
ΛΑΪΚΟΣ
(μονολογώντας)
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι να γεμίζουν τον χρόνο τους;
ΠΑΠΑΣ
(Αγνοώντας τον Λαϊκό, στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου που με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μια ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.
ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία είπατε;
ΠΑΠΑΣ και ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία!
ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι σου. Όμορφα λόγια.
ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.
ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολάρια;
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...
ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.
ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;
ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.
ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και ευχαριστιούνται κιόλας…
ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.
ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.
ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.
ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λεφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.
ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.
ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγαίνουμε;
ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!
ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.
ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)
ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.
ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)
ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.
ΑΥΛΑΙΑ
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΟΚ
ή
ΠΟΥΘ’ ΗΡΘΑΜΕ; ΠΟΥ ΠΑΜΕ;
Είναι και Χρόνος, Όντως Ον,
Φιλόσοφοι σπουδαίοι,
Λόγια μεγάλα, Θεωρίες,
Ιδέες, βιβλίων πλήθη,
Μυριάδες ερωτήματα,
Μυριάδες απαντήσεις,
Φιλοσοφίες ατέλειωτες,
Θρησκείες άλλες τόσες,
Και μ’ όλα αυτά κανένας τους
Δεν είπε από που ’ρθαμε
Δεν είπε για πού πάμε.
Φιλόσοφοι κατά καιρούς
Με ύφος μεγαλείου
Θεωρίες αραδιάζουνε-
Σκέφτομαι Υπάρχω λένε,
Και κορδωτοί πεθαίνουνε
Πως είπανε σοφίες.
Ρώτα τους όμως όλους τους:
«Ξέρετε από πού ’ρθαμε;
Ξέρετε για πού πάμε;»
Θα σε κοιτάνε σαν χαζοί-
Σαν ξένο θα σε βλέπουν.
Ήλιοι, Αστέρια, Σύμπαντα,
Χορεύουν εναγύρω
Κι εμείς στα δυο τα πόδια μας
Στεκάμενοι, ρωτάμε:
Από πού τάχα ήρθαμε;
Και τάχα για πού πάμε;
Και γνώστες για να δείξουνε
Της προέλευσής μας τάχα
Κάποιοι με το τσερβέλο τους
Παραμυθάκια πλάθουνε
Που μας αποκοιμίζουν.
Και τους παραμυθάδες μας
Θαυμάζουμε μεγάλως
Που όλα τάχα εξηγούν
Και που όλα τ’ απαντάνε.
Μα’ όταν τους ρωτήσουμε
’Πο που ’ρθαμε; Που πάμε;
Το στόμα τους σφραγίζουνε
Και δεν μας απαντάνε.
Κι οι επιστήμονες-αυτοί!
Με ύφος καπετάνιων
Σαν τσούρμο μας κοιτάζουνε
Με απαξίας βλέμμα
Και λεν: Θαυμάσετέ μας!
Ξεχάστε ό,τι ως τα χτες
Σας λέγαν όποιοι άλλοι-
Άγιοι, Σοφοί, Μυστικιστές,
Προφήτες και Μαγίστροι,
Και στο δικό μας παρευθύς
Δεθείτε το καπίστρι!
Εμείς θα εξηγήσουμε
Τ’ αξήγητα ως τα τώρα!
Της γνώσης μεις θα φέρουμε
Σε σας όλα τα δώρα!
Και ύστερα τι κάνουνε;
Μπόμπες ταιριάζουν, που λαούς
Με μιας εξαφανίζουν,
Ασύρματα τηλέφωνα
Περήφανοι σκαρώνουν,
Βαριανασαίνοντας τραβούν
Και παν ως το φεγγάρι
Λες και αυτό όλο ήτανε
Καθήκον τους να ξέρουν,
Και πια στ’ αυγά τους κάθονται
Και άγνοια εκκολάπτουν.
Και πα’ στη γη μας ούτε μια
Ελπίδα καν υπάρχει
Από γωνία της καμιά
Κάποια φωνή λυτρωτική
Ν’ ακούσουμε ελεητική
Να μας ειπεί από πού ρθαμε
Να μας ειπεί πού πάμε.
Τετάρτη 27 Μαΐου 2026
ΟΙ ΕΠΑΡΑΤΟΙ
Ήτανε η τρίτη φορά που την είδα.
Πέρασε από μπροστά μου αγκαλιασμένη με τον εραστή της.
Με κοίταξε.
Και διάβασα στην πρώτη σελίδα των ματιών της:
«Καταδικασμένο το αφτέρωτο πουλί.
Kαταδικασμένο το αμύριστο λουλούδι.
Καταδικασμένος ο ανάστραφτος κεραυνός.
Καταδικασμένο το αφίλητο στόμα.
Καταραμένοι εκείνοι που ανθούν μόνο όταν
ποτίζονται με γυναίκα.
Καταραμένοι εκείνοι που γι αυτούς η μόνη μελωδία είναι η φωνή της γυναίκας.
Καταραμένοι εκείνοι που γι αυτούς η κοιλιά της γυναίκας γεννάει όχι παιδιά αλλά επιθυμίες.
Καταραμένοι όσοι ριγούν όταν βλέπουν ένα κοκαλάκι για τα γυναικεία μαλλιά.
Καταραμένοι εκείνοι που βλέπουν στο γυναικείο στόμα μόνο μια φωλιά τού έρωτα.
Καταραμένοι όσοι φλογίζονται στο άγγιγμα ενός γυναικείου ρούχου.
Καταραμένοι αυτοί που γδύνουν τη γυναίκα με τα μάτια τους.
Καταραμένοι εκείνοι που βλέπουν την Άνοιξη μόνο στα χείλη της γυναίκας.
Ευλογημένοι αυτοί που νιώθουν ευτυχία και μακριά από τη γυναίκα.
Ευλογημένοι όσοι δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε στη θέα ενός αγκαλιασμένου ζευγαριού.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν να αντικρύσουν ένα γυναικείο εσώρουχο χωρίς να λιποθυμήσουν.
Ευλογημένοι οι ηλίθιοι.
Ευλογημένοι οι χαζοί
Ευλογημένοι οι κενοί.
Ευλογημένοι οι γελοίοι.
Ευλογημένοι αυτοί που δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα οπό όσα μια γυναίκα μπορεί να πάρει.
Ευλογημένοι οι διαλεχτοί των γυναικών.
Καταραμένοι αυτοί που προσεύχονται στο γυναικείο στήθος.
Καταραμένοι εκείνοι που η ελπίδα τους για
αιωνιότητα βρίσκεται ανάμεσα στους γλουτούς της γυναίκας.
Καταραμένοι εκείνοι που όταν μια γυναίκα σκύβει βρίσκονται νοερά πίσω της.
Καταραμένοι αυτοί που βλέπουν τον κόσμο μέσα από τη γωνία δυο γυναικείων μηρών.
Καταραμένοι αυτοί που για κείνους ένα γυναικείο φόρεμα είναι ο τοίχος που τους κρύβει τον παράδεισο.
Καταραμένοι εκείνοι που ο θεός είναι γι αυτούς δυο σάρκινες, άσπρες, ζεστές, στρογγυλές, τρυφερές μπάλες μέσα σε μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα.
Καταραμένοι εκείνοι που ο κόσμος είναι ένας κύκλος που για κέντρο του έχει το γυναικείο σώμα.
Ευλογημένοι εκείνοι που αρκούνται στο γυναικείο χαμόγελο.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν μια φορά τουλάχιστο την ημέρα να έχουν το νου τους λεύτερον από την τυραννία της γυναίκας.
Ευλογημένοι όσοι μπορούν και συνυπάρχουν με τις απραγματοποίητες επιθυμίες τους.
Ευλογημένοι οι ηλίθιοι.
Ευλογημένοι οι χαζοί.
Ευλογημένοι οι κενοί.
Ευλογημένοι οι γελοίοι.
Ευλογημένοι αυτοί που δεν μπορούν να δώσουν περισσότερα από όσα μια γυναίκα μπορεί να πάρει.
Ευλογημένοι οι διαλεχτοί των γυναικών.
Καταραμένοι εκείνοι που λένε ότι ο θεός υπάρχει.
Γιατί θεός δεν υπάρχει.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε δεν θα υπήρχαμε εμείς.
Και δεν θα ήμασταν εδώ τώρα
ικετεύοντας για ένα χάδι
ζητιανεύοντας ένα φιλί
ελπίζοντας για ένα άγγιγμα
λαχταρώντας ένα βλέμμα συμπάθειας
αναζητώντας μιαν αιτία για να ζήσουμε
πεθαίνοντας για ένα ψίχουλο αγάπης.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν εδώ τώρα
τόσο στριμωγμένοι και όμως τόσο μακριά ο ένας απ’ τον άλλο
τόσο γελαστοί και τόσο έτοιμοι να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλο
τόσο ευγενικοί και τόσο απότομοι
τόσο γλυκομίλητοι και όμως τόσο γεμάτοι δηλητήριο ο ένας για τον άλλο.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δε θα ήμασταν εδώ τώρα
τόσο φτωχοί σε χαρά
τόσο γεμάτοι με θλίψη.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δεν θα ήμασταν εδώ τώρα
με τις τσέπες μας γεμάτες υποκρισία
με τα χέρια μας γεμάτα υποκρισία
με τις καρδιές μας γεμάτες υποκρισία.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δεν θα ήμασταν εδώ τώρα
κλεισμένοι πριν ανοίξουμε
βυθισμένοι πριν ανατείλουμε
ξεραμένοι πριν ανθίσουμε
μισημένοι χωρίς να έχουμε πρώτα αγαπηθεί.
Νεκροί πριν να ζήσουμε.
Γιατί αν ο θεός υπήρχε
δεν θα ήμασταν εδώ τώρα
μόνοι.
Καταδικασμένος ο αριθμός που δεν μετρήθηκε.
Καταδικασμένο το αθέριστο χωράφι.
Καταδικασμένη η βροχή που δεν έπεσε.
Καταδικασμένο το αταξίδευτο καράβι.
Καταδικασμένα τα ανύμνητα ύψη.
Καταδικασμένο το αχάϊδευτο κορμί».
(Los Angeles 3-12-90-για το ποιητικό καφενείο της γειτονιάς-μετάφραση)
DAMNED
Ιt was the third time i saw her.
She passed in front of me embracing her lover.
She looked at me.
And I red in the first page of her eyes:
"Condemned is the unwinged bird.
Condemned is the unsmelled flower.
Condemned is the unlighted thunderbolt.
Condemned is the unkissed mouth.
Damned are the ones who flower only when they are
watered with woman.
Damned are the ones for which the only melody in
the world is the woman's voice.
Damned are the ones for which woman’s belly gives
birth not to children but to desires.
Damned are the ones who shiver at the sight of a
woman's hair-clip.
Damned are the ones who in a woman' s mouth see
only a nest of love.
Damned are the ones who are on fire when the cloth
of a woman touches them.
Damned are the ones who undress the woman with
there eyes.
Damned are the ones for which Spring lies on the lips
of the woman.
Blessed are the ones who can feel happiness away
from the woman.
Blessed are the ones who have nothing to be jealous
of the sight of an embraced couple.
Blessed are the ones who can face a woman' s
undercloth without faint.
Blessed are the Idiotic.
Blessed are the stupid.
Blessed are the hollow.
Blessed are the ridiculus.
Blessed are the ones who cannot give more than
woman can receive.
Blessed are the favorite of the women.
Damned are the ones who meet in a glass the
woman' s ready flower.
Damned are the ones who pray to the woman’ s breast.
Damned are the ones for which their hope for eternity lies between woman’ s buttocks.
Damned are the ones who, when a woman bent, they found themselves mentally behind her.
Damned are the ones who see the world from the ankle of two woman’ s thighs.
Damned are the ones for which woman' s dress is the wall that hides paradise from them.
Damned are the ones for which God Is two
white, hot, tender bails in a winter’ s cold night.
Damned are the ones who's life is a circle having for its center the woman' s body.
Blessed are the ones who rely in the smile of a
woman.
Bessed are the ones who at least for a moment every day, they have their mind free from the tyranny of women.
Blessed are the ones-who coexist with their
unfulfilled desires.
Bissed are the idiotic.
Blessed are the stupid.
Blessed are the hollow.
Blessed are the ridiculous.
Blessed are the ones who cannot give more than a woman can receive.
Damned are the ones who say that God exists.
Because God doesnt exist.
Because if God existed, then we would not exist.
And we would not be here now
-beceeching for a caress
begging for a kiss
being ambitious of a touch
desiring a look of sympathy
searching for a cause of live
dying for a crumb of love.
Because if God existed
we would not be here now
so crammed and yet so far away from each other
so smiling and yet so ready to kill one another
so polite and yet so rude
so affable and yet so poisonous for each other.
Because if God existed
we would not be here now
so poor in joy
so rich in sorrow.
Because If God existed
we would not be here now
with our pockets full of hypocrisy
with our hands full of hypocricy
with our souls full of hypocricy
Because if God existed
we would not be here now
closed before we open
sunk before we rise
dried before we blossom
hatred without first having been loved
dead before we live.
Because if God existed we would not be here now
alone.
Condemned is the uncounted number.
Condemned is the unharvested field.
Condemned is the unfallen rain.
Condemned is the untravelled ship.
Condemned is the unglorified nights.
Condemned is the uncaressed body."
Τρίτη 26 Μαΐου 2026
Ο Χαζοχαρούμενος φτιάχνει καινούργιο Κόμμα.
Δεν μπόρεσε να φέρει τον Κουμουνισμό με το πρώτο Κόμμα που του χάρισε ο Αλαβάνος-φαίνεται το δαχτυλίδι του έπεσε στενό-και θα το κάνει τώρα.
Και δεν θα είναι δύσκολο γι αυτόν.
Πρώτα θα πάρει το οκέι από τον σημερινό Πρόεδρο Τραμπ, όπως είχε πάρει και το οκέι από τον τότε Πρόεδρο Ομπάμα να κυβερνήσει Και κολλητά θα πάρει το οκέι και από τον νυν Πάπα όπως έκανε και με τον τότε Πάπα, απαραίτητα και τα δύο για όλους τους υποψήφιους ντόπιους εκμεταλλευτές της Ελλάδας, όπως γίνεται για όλους τους υποψήφιους πρωθυπουργούς κάθε υπερήφανης χώρας-κάτι που μερικοί κακοήθεις το λένε υποταγή άνευ όρων και sine qua non για να γίνει κάποιος πρωθυπουργός στην ωραία, υπερήφανη, ένδοξη χώρα μας.
Είπα «Πρώτα πρέπει να πάρει….»
Μα δεν έχει «δεύτερο»-με το πρώτο γίνονται όλα ως δια μαγείας. Ένας πλεονασμός όμως δεν πειράζει, εξάλλου μπορεί μερικοί να μην το έχουν εμπεδώσει.
Και αφού έτσι ο Χαζοχαρούμενος γίνει πρωθυπουργός πάλι, θα ξανασώσει την Ελλάδα, γιατί όπως λέει και το όνομα του Κόμματός του, θα φέρει και πάλι στην Ελλάδα όχι την Αριστερά, αλλά την Ριζοσπαστική Αριστερά-την Αριστερά που δεν κόβει φύλλα και βλαστούς, αλλά ΣΠΑΖΕΙ από τις ΡΙΖΕΣ του το μιαρό δέντρο του Καπιταλισμού.
Τα βήματα θα είναι τα ίδια με τότε.
Θα πει Τραμπανδρέου τον Τραμπ, το νταούλι με το οποίο θα κάνει να χορεύουν όχι μόνον οι Ευρωπαίοι αλλά και οι Αμερικανοί τώρα, θα το αποκαλεί νταβούλ-για να τα έχει καλά και με την Τουρκία-, και θα δηλώσει εις επήκοον όλων ότι ύστερα από ενέργειές του, απόκτησαν και οι θάλασσες σύνορα.
Επειδή δεύτερη φορά πρωθυπουργός ενώ δεν έπρεπε ούτε πρώτη, και φοβούμενος την παντοδυναμία του άνοος αλλά και παντοδυνάμου πλέον πρωθυπουργού και την αδίστακτη τόλμη του όσον αφορά σε όλες τις εκφάνσεις του ανθρωπίνου βίου, ο Θεός θα βάλει μέσα σε κλουβί (που για διπλή σιγουριά θα φυλάει δίπλα του) το Άγιο Πνεύμα, για να το προφυλάξει από την πιθανή (και δήθεν εκ συνωνυμίας) βεβήλωσή του από τον ασυγκράτητο και παντοδύναμο τώρα πρωθυπουργό. Διότι ο Πάνσοφος θα σκεφτεί: «Αυτός «κανόνισε» δέκα εκατομμύρια ανθρώπους, θα ορρωδήσει μπροστά σ’ ένα πουλί;
Κατά τα άλλα,
θα βλέπουμε πάλι τον φαιδρό πρωθυπουργό να ζαρώνει το μέτωπό του και να προσπαθεί να πάρει ύφος σοβαρού ανθρώπου όταν θέλει να μαλώσει-τρομάρα του!-λεκτικά κάποιον…
θα τρώμε στη μούρη πάλι την αναπήδησή του όταν, μιλώντας, θα θέλει να φανεί ψηλός για να αντισταθμίσει την μικρότητα όσων λέει…
θα τον βλέπουμε να γελάει με κείνο το χαζό γέλιο που θέλει να κρύψει με αυτό την αδυναμία του να κάνει κάτι ή την αποτυχία του για κάτι που έκανε…
θα τον βλέπουμε να μην μπορεί να συμμαζέψει το κάτω χείλος του, που από την συνήθειά του να τρώει από παντού χωρίς να αφήνει να πέσει κάτω ούτε ένα ψιχουλάκι, έχει μονίμως προωθηθεί, όπως περίπου στον Γαργαντούα…
Και ίσως πάλι να μας φέρει και κανα δυο Μνημόνια, με δικαιολογία τώρα την κρίση του πετρελαίου, ενώ θα φωνάζει δυνατά: «Θα καταργήσω τα Μνημόνια!»
Μόνο όταν πηγαίνει κάπου για διαπραγμάτευση, να ειδοποιούμε τον άλλο διαπραγματευτή να μην κρατήσει η διαπραγμάτευση δεκαεφτά ώρες αλλά ή λιγότερο ή περισσότερο. Γιατί είχε πρήξει τους έλληνες λέγοντας και ξαναλέγονταςι «διαπραγματεύτηκα δεκαεφτά ώρες!»
Ακόμα να έχουμε υπόψιν μας όλοι εμείς οι κάφροι έλληνες. ότι σε πιθανό Δημοψήφισμα δεν χρειάεται να ψηφίζουμε, μιας και ό,τι και να ψηφίσουμε εμείς, αυτός θα βγάλει το «ΝΑΙ» ή το «ΌΧΙ» που του έχουν οι πάτρωνές του υποδείξει.
Και ας έχουμε στην πάντα στην άκρη φυλαγμένον έναν Μεϊμαράκη, ώστε τουλάχιστον, μέσα στη Βουλή, προς το τέλος της θητείας του Χαζζοχαρούμενου, να κάνει τον Χαζοχαρούμενο να τρέμει μνημονεύοντας όλες του τις καταστροφικές για την Ελλάδα ενέργειες που θα έχει κάνει και πάλι, αν ο ηλίθιος ελληνικός λαός τον κάνει πάλι πρωθυπουργό.
OI KATAPAMENOI
Τόπος: Επαρχιακό Αστυνομικό Τμήμα
Χρόνος: 1972
Πρόσωπα: Γκρεγκορυ, Αλήτισσα, Υπενωμοτάρχης, Α' και Β' χωροφύλακες, Επόπτης.
To γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας Αστυνομικού Τμήματος. Δεξιά των θεατών γραφείο λιτό με καρέκλα. Όποιος κάθεται σ' αυτό έχει αριστερά τους θεατές. Στην απέναντι πλευρά του γραφείου μια καρέκλα. Ένα παράθυρο και δίπλα του μια μεταλλική μικρή βιβλιοθήκη. Ένας καναπές με βαθουλώματα στα μέρη όπου κάθονται. Ένα τραπεζάκι. Μια στολή κρέμεται στον τοίχο, κοντά στην πόρτα. Πάνω στο γραφείο ακατάστατα χαρτιά και μικροαντικείμενα. Αριστερά η μοναδική πόρτα του δωματίου. Όταν ανοίγει η αυλαία ο υπενωμοτάρχης κάθεται στην καρέκλα του γραφείου του και ο Α' χωροφύλακας είναι απέναντί του όρθιος.
Α' ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Α' ΧΩΡ)
Δεν είχε προλάβει ακόμα να δέσει την πέτρα στο λαιμό του. Καθότανε πάνω της. Δεν κατάλαβε ότι τον πλησιάσαμε ώσπου φτάσαμε δίπλα του. Τόσο απορροφημένος ήτανε από τις σκέψεις του.
ΥΠΕΝΩΜΑΤΑΡΧΗΣ (ΥΠΕ)
Παραδέχτηκε αμέσως την πρόθεσή του;
Α' ΧΩΡ
Όχι μόνο αμέσως αλλά ούτε ακόμη. Εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι πήγε ως εκεί για μια βόλτα.
ΥΠΕ
Βόλτα στις τρεις η ώρα το πρωί;
(Ο Α' χωροφύλακας σηκώνει τους ώμους του)
Τι είχε στις τσέπες του;
Α' ΧΩΡ
Στη δεξιά του παντελονιού τρία κέρματα, μια οδοντογλυφίδα κι ένα κουτί σπίρτα. Στην αριστερή μία τσατσάρα κι ένα φακελάκι με καραμέλες του βήχα. Στη μέσα αριστερή τσέπη του σακακιού είχε μια φωτογραφία που είναι όπως λέει του γιου του. Και στη δεξιά έξω τσέπη του σακακιού του ένα σπάγκο γερό και μακρύν.
ΥΠΕ
Καλά χωροφύλαξ! Του είπατε ό,τι είχατε
υποχρέωση να του πείτε; Εφαρμόσατε τον
κανονισμό;
Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπαστυνόμε. Του είπα ότι η αυτοκτονία είναι ο χειρότερος τρόπος αντιμετώπισης της ζωής, ότι ο άνθρωπος πρέπει ν' αγωνίζεται και ποτέ να μην καταθέτει τα όπλα, του είπα ότι η πατρίδα έχει ανάγκη από όλους μας για να γίνει μεγάλη και δυνατή, αλλά τον έφερα κι εδώ κύριε υπαστυνόμε γιατί αν τον άφηνα εκεί μπορεί και να αυτοκτονούσε. Δεν ήθελα να έχω την ευθύνη. Και κρίμα γιατί φαίνεται καλός άνθρωπος.
ΥΠΕ
Καλά, ας έρθει μέσα.
Α' ΧΩΡ Μάλιστα!
(χαιρετάει στρατιωτικά, βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται, στρώνει τη στολή του επάνω του, ταχτοποιεί τα μαλλιά του, σταυρώνει πίσω τα χέρια του και παίρνει δυο βαθιές εισπνοές. Κάθεται. Ο Α΄ αστυνομικός ανοίγει την πόρτα και αφήνει να περάσει μέσα ο Γκρέγκορυ. Είναι πενήντα περίπου χρονών, φτωχικά ντυμένος και με μιαν έκφραση απορίας στο πρόσωπο. Ο υπενωμοτάρχης σηκώνεται και με εγκάρδιο χαμόγελο τον υποδέχεται).
ΥΠΕ
Καλώς τον Γκρέγκορυ. Κάτσε.
(ο Γκρέγκορυ κάθεται. Ο υπενωμοτάρχης τον καλοκοιτάζει.)
Είσαι μια χαρά άνθρωπος Γκρέγκορυ! Τι σε έκανε να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή σου;
ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ (ΓΚΡ)
Δεν ήθελα να τερματίσω τη ζωή μου κύριε
αστυνόμε...
ΥΠΕ
(διακόπτοντάς τον)
Γκρέγκορυ θα σου πω μια ιστορία. Όταν ήμουνα μικρός μου άρεσε να σκαρφαλώνω στα φορτηγά που περνούσαν μπροστά από το σπίτι μας. Εκεί ακριβώς ήτανε μια μεγάλη τρύπα στο δρόμο και όλα τα αυτοκίνητα λίγο πριν φτάσουν σ' αυτήν έκοβαν ταχύτητα. Όταν περνούσαν την τρύπα ανέπτυσσαν και πάλι ταχύτητα. Εγώ σκαρφάλωνα πάνω τους όταν ήσαν σχεδόν σταματημένα. Κατέβαινα εκατό-διακόσα μέτρα πιο κάτω, όταν τα αυτοκίνητα έτρεχαν πια. Αυτό το 'κανα μαζί με άλλα παιδιά. Συναγωνιζόμασταν ποιος θα κρατούσε περισσότερο πάνω στ' αυτοκίνητο και θα πηδούσε τελευταίος. Αυτός ήταν και ο νικητής. Καταλαβαίνεις πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό. Ένα παιδί έσπασε το πόδι του πηδώντας. Φυσικά αυτό το κάναμε κρυφά από τους γονείς μας. Μια μέρα μ' έπιασαν ακριβώς την ώρα που ήμουν έτοιμος να σκαρφαλώσω στ' αυτοκίνητο. Δεν ξέρω ποιος τους έστειλε εκεί. Μπορεί η Θεία Πρόνοια. Ε! Νομίζεις ότι παραδέχτηκα ποτέ ότι πραγματικά περίμενα εκεί για να ανέβω στο φορτηγό; Είπα για δικαιολογίες χίλια δυο πράγματα και μόνο την αλήθεια δεν είπα. Κορόιδευα μέχρι τέλους τους ανθρώπους που θέλαν να σώσουν τη ζωή μου. Μήπως αυτοί με πίστεψαν; Όχι. Και ευτυχώς. Γιατί αν με πίστευαν την άλλη μέρα θα 'κανα πάλι το ίδιο. Και πάλι. Ώσπου κάποια μέρα θα βρισκόμουνα στο νοσοκομείο, και γιατί όχι; ίσως και στο νεκροταφείο.
(χτυπάει το ξύλο του γραφείου τρεις φορές)
Γιατί θυμήθηκα αυτή την παιδική μου ιστορία; Μα θα το κατάλαβες ήδη Γκρέγκορυ. Δεν περιμένω ούτε συ να μου πεις ότι θέλεις να αυτοκτονήσεις. Όμως εγώ δε θα πάψω να σου λέω πόσο άδικο είχες γι αυτή σου την απόφαση, πόσο κουτό είναι να θέλεις να στερήσεις τον εαυτό σου από το μεγάλο δώρο της ζωής. Όσα προβλήματα και να 'χεις, αυτή είναι η χειρότερη λύση.
ΓΚΡ
(έντονα)
Δεν ήθελα ν' αυτοκτονήσω!
ΥΠΕ
(κοιτάζει τον Γκρέγκορυ με σημασία)
Και το σπάγκο τι τον ήθελες μαζί σου;
ΓΚΡ
Δένω το παντελόνι μου καμιά φορά που πάει να μου πέσει.
ΥΠΕ
(συγκαταβατικά)
Θα 'ταν καλλίτερα και για τους δυο μας να το
παραδεχτείς Γκρέγκορυ. Όλα θα 'ταν πιο εύκολα
έτσι.
ΓΚΡ
(απογοητευμένος που ο υπενωμοτάρχης δεν
πείθεται)
Μπορώ να φύγω τώρα;
ΥΠΕ
Όχι ακόμα. Ας κάνουμε μια υπόθεση, Ότι σε αφήνω να φύγεις. Ότι δεν επιμένω και σε αφήνω να φύγεις χωρίς την ομολογία σου πως είχες σκοπό να αυτοκτονήσεις και βέβαια χωρίς να ακούσεις αυτά που έχω να σου πω σαν υπεύθυνος αυτού του Σταθμού. Και βέβαια χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Και ας υποθέσουμε, πράγμα πολύ πιθανό κατά τη γνώμη μου, ότι εσύ φεύγοντας πηγαίνεις κατευθείαν στη γέφυρα και αυτή τη φορά δεν κάθεσαι πάνω στην πέτρα για να σκεφτείς αλλά τη δένεις κατευθείαν στο λαιμό σου και βουτάς στο ποτάμι. Όταν σε βρουν αύριο, όλοι θα μάθουν πως ήσουν απόψε εδώ. Και η επόμενη σκέψη τους θα είναι: "καλά, πώς τον άφησαν να φύγει έτσι από το Αστυνομικό Τμήμα; Δεν ήξεραν ότι έτσι τον στέλνουν ίσα στο θάνατο;" Kαι θα έχουν δίκιο. Αν ήμουν μόνος μου εδώ Γκρέγκορυ, ίσως και να σε άφηνα να φύγεις. Μα τώρα άλλα δύο όργανα του Σταθμού ξέρουν πως βρίσκεσαι εδώ. Σε έφεραν εδώ και δεν έχουν πια ευθύνη-όλη την ευθύνη για σένα την έχω εγώ. Κατάλαβες;
ΓΚΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι ότι ένας πολίτης μπορεί να μπλέξει χωρίς λόγο μόνο επειδή έκανε μία βόλτα. Αν έκανα και κάτι παράνομο τι θα γινόταν χειρότερο; Μα τίποτε χειρότερο πιστεύω. Φυλακισμένος θα 'μουνα και τότε. Γιατί και τώρα φυλακισμένος είμαι…
(σηκώνεται και δείχνοντας την πόρτα λέει δυνατά)
Αφήστε με να πάω στο σπίτι μου κύριε διοικητά!
(η πόρτα μισανοίγει και το κεφάλι του Α' χωροφύλακα φαίνεται στο άνοιγμά της)
Α' ΧΩΡ
Όλα εντάξει κύριε υπενωμοτάρχα;
ΥΠΕ
Εντάξει χωροφύλαξ.
(η πόρτα κλείνει)
Κύριε Γκρέγκορυ κάθισε. Κάθισε και ηρέμησε. Δεν υπάρχει λόγος να φωνάζεις. Είμαι όργανο της τάξεως κι εκτελώ διαταγές. Πρέπει να γίνουν ορισμένα πράγματα στην περίπτωσή σου. Ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε πολιτισμένα και σωστά. Και πρώτα απ' όλα πρέπει να μιλήσεις. Αυτό ανακουφίζει. To γράφει ο Κανονισμός. Να μου πεις για τον εαυτό σου, για τη ζωή σου, για τους φίλους και τους συγγενείς σου. Έχουμε καιρό. Ας κάτσουμε εδώ σαν δυο παλιοί φίλοι κι ας κουβεντιάσουμε. Αλλά κι αν ακόμα δεν είχα χρόνο γι αυτό πάλι θα 'βρισκα. Μα έχω χρόνο απόψε.
(σηκώνεται και κατευθύνεται προς ένα ντουλάπι στον τοίχο. To ανοίγει και από ένα θερμός που βγάζει από μέσα γεμίζει με καφέ ένα φλιτζάνι)
Εγώ θα πάρω λίγον καφέ. Μου είναι απαραίτητος τα βράδια. Με βοηθάει να ξαγρυπνώ. Θέλεις λίγον;
ΓΚΡ
Όχι, ευχαριστώ.
ΥΠΕ
(ανάβει τσιγάρο)
Τσιγάρο;
ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω.
ΥΠΕ
Λοιπόν δώσε μου λίγο χρόνο και την προσοχή σου. Ο χωροφύλαξ που σε έφερε εδώ μου έδωσε ορισμένες πληροφορίες για σένα. Όμως καμία απ' αυτές δε βοηθάει να βγάλω συμπέρασμα για το λόγο που σε οδήγησε στις τρεις η ώρα το πρωί πάνω από τα βαθιά νερά της γέφυρας. Δώσε μου εσύ μια εξήγηση. Τι θέλει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί; Ξέρεις, ο χωροφύλακας είναι πολλές φορές και εξομολογητής. Μη διστάσεις λοιπόν. Μίλησε ελεύθερα.
ΓΚΡ
Είναι απλό. Δεν είχα ύπνο και είπα να κάνω μια βόλτα. Έφτασα μέχρι τη γέφυρα περπατώντας, κουράστηκα, είπα να κάτσω σε μια πέτρα να ξεκουραστώ. Εκεί με βρήκε ο χωροφύλακας.
ΥΠΕ
Κάνεις συχνά τέτοιες βόλτες; Θέλω να πω στις τρεις η ώρα το πρωί…δεν μπορούσες να πάρεις ένα βιβλίο να διαβάσεις, ή ν' ακούσεις ραδιόφωνο ή να κάνεις κάτι άλλο μέσα στο σπίτι σου για να περάσει η ώρα σου ώσπου να νυστάξεις;
ΓΚΡ
Άλλες φορές το κάνω κι αυτό. Μα αυτή τη φορά είπα να βγω έξω.
ΥΠΕ
Έχεις λοιπόν κι άλλες φορές αϋπνίες. Άσχημο αυτό-δεν είναι;
ΓΚΡ
Δεν μπορώ να πω πως είναι άσχημο. Συμβαίνει, απλά. Θα 'τανε άσχημο αν με απασχολούσε από τη δουλειά μου-αν την επομένη είχα να δουλέψω, οπότε θα ήταν δύσκολο για μένα να ξυπνήσω στην ώρα μου. Αλλά δεν έχω δουλειά. Έτσι δε με πειράζει να μείνω ξάγρυπνος μια νύχτα. Μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο το πρωί.
ΥΠΕ
Δεν εργάζεσαι;
ΓΚΡ
Όχι. έχω ένα σπίτι και κάτι οικονομίες.
ΥΠΕ
Αχ, ας μπορούσα να το έλεγα κι εγώ αυτό: "μπορώ να συμπληρώσω τον ύπνο μου το πρωί"... Τα πρωινά πρέπει να είμαι εδώ από τις εξήμισυ. Κι όταν έχω νυχτερινή βάρδια νομίζεις ότι μπορώ να κοιμηθώ μετά; Θα φύγω στις οχτώ από δω και θα πάω στο σπίτι. Μα για ύπνο ας μη γίνεται κουβέντα. Τα παιδιά από τη μια και ο θόρυβος του δρόμου από την άλλη δε μ' αφήνουν να κλείσω μάτι. Αυτή είναι η δουλειά μου. Και κάτι τυχαίνει πάντα όταν έχω βάρδια. Την προηγούμενη βραδιά ένας καυγάς σε ταβέρνα. Αύριο θα είναι μια κλοπή. Μα έλα τώρα, δε θα σου πω τα παράπονά μου. Τα δικά σου περιμένω ν' ακούσω. Έχεις οικογένεια; Και ας μιλάμε στον ενικό-δε θα 'ναι καλλίτερα; Τι λες;
ΓΚΡ
Δε θ' ακούσετε παράπονα από μένα. Δεν έχω
παράπονα. Έχω ένα γιο. Ταξιδεύει.
ΥΠΕ
Έχεις γυναίκα;
ΓΚΡ
Είχα. Πάνε δώδεκα χρόνια. Έφυγε μ' έναν ηθοποιό που πέρασε από δω μ' έναν περιοδεύοντα θίασο.
ΥΠΕ
Δεν ξαναπαντρεύτηκες;
(ο Γκρέγκορυ κουνάει αρνητικά το κεφάλι)
Γιατί;
ΓΚΡ
Τι συζήτηση κι αυτή που κάνουμε… Μα να σας απαντήσω. Τον πρώτο καιρό αφοσιώθηκα στην περποίηση του παιδιού και του σπιτιού μου. Να παντρευτείς σημαίνει να γνωρίσεις, να ψάξεις, ν' απασχοληθείς κι εγώ δεν είχα καιρό. Όταν μεγάλωσε το παιδί μου, εγώ είχα μάθει να κάνω στο σπίτι όλες τις δουλειές που κάνει η γυναίκα. Μαγείρεμα, πλύσιμο, σκούπισμα. Γιατί λοιπόν να παντρευόμουν; Ο μόνος λόγος θα ήτανε για να υπάρχει στο σπίτι ένας άνθρωπος όταν θα 'φευγε ο γιος μου. Να μπορώ να γυρίζω απέξω μια χειμωνιάτικη μέρα και να λέω: "τι κρύο!" και κάποιος να μου απαντάει: "ναι, είδες; παλιόκαιρος". Κι αυτό θα ήταν όλο.
ΥΠΕ
Οχι μόνο αυτό.
ΓΚΡ
Έχετε δίκιο…
ΥΠΕ
Είπαμε στον ενικό Γκρέγκορυ.
ΓΚΡ
…Έχεις δίκιο λοιπόν. Όχι μόνον αυτό. Είναι ακόμα που όλοι οι άλλοι, οι παντρεμένοι, θα λέγανε τότε "ο Γκρέγκορυ με τη γυναίκα του". Και αυτό το "με τη γυναίκα του" σε κάνει δικόν τους, σε τοποθετεί στην ίδια κατηγορία μ' αυτούς και μπορείς να ελπίζεις σε λίγη συντροφιά. Αυτά είναι τα καλά του γάμου. Μια αδυναμία σπρώχνει προς το γάμο. Μια αίσθηση ανεπάρκειας. Ένα είδος φόβου ότι μόνος του κανείς είναι αποκομμένος από το κοπάδι, είναι ευάλωτος στο ανθρώπινο μίσος. Παρόλα αυτά, πριν δυο χρόνια είπα να παντρευτώ. Ήμουνα δυο χρόνια νεότερος τότε. Και είναι μεγάλη η διαφορά και ενός μηνός στην ηλικία μου. Μέσα σε μια μέρα μπορεί κανείς να μεγαλώσει ένα χρόνο στην ηλικία μου.
(μικρή σιωπή)
Μέχρι τότε και επί δέκα χρόνια έβλεπα τις γυναίκες στο δρόμο, στη γειτονιά, στα καταστήματα, στην τηλεόραση. Τα πρώτα χρόνια τις κοίταζα. Τις ήθελα. Κυκλοφορούσα ανάμεσά τους λέγοντας στον εαυτό μου "κάποιαν απ' αυτές θα παντρευτώ μια μέρα". Όμως με τον καιρό αιστανόμουν να γίνομαι όλο και πιο ξένος μαζί τους. Για χρόνια το χέρι μου δεν ακούμπησε ένα γυναικείο χέρι. Για χρόνια δε βρέθηκα σε απόσταση μικρότερη από ένα μέτρο από κάποια γυναίκα. Είναι αξιοθαύμαστο πώς όλες οι γυναίκες περνώντας δίπλα σου, προσέχουν να μην ακουμπήσει πάνω σου ούτε η άκρη ενός ρούχου τους. Και τώρα, αν ήθελα ν' αγγίξω ένα γυναικείο χέρι έπρεπε να παντρευτώ την ιδιοκτήτριά του. Ναι, την ιδιοκτήτρια, θέλω και το λέω έτσι. Όλες αυτές οι υπάρξεις με τα λυγερά, τα μεστωμένα ή γέρικα κορμιά, όλα αυτά τα παράξενα όντα με τις πέντε ασύντακτες προσεκβολές τους το καθένα -χέρια, πόδια και κεφάλι λέω-,όλες αυτές οι γυναίκες για μένα ήτανε πράγματα. Πράγματα ξένα και μακρινά. Κούκλες ξύλινες που περπατούσαν ζώντας μιαν άλλου είδους ζωή, τελείως διαφορετική από τη ζωή μου. Πλάσματα ίσως μιας φαντασίας. Όταν λοιπόν για πρώτη φορά ύστερα από δώδεκα χρόνια μπήκε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι μου και κάθισε απέναντί μου, στο ίδιο δωμάτιο με μένα, σε μια καρέκλα που ήτανε δική μου και που είχα κάτσει πριν εγώ πάνω της τόσες φορές, δεν ήξερα τι να κάνω. Εκείνος που έφερε τη γυναίκα, που έκανε τα προξενιά, μιλούσε συνέχεια. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα, άσχετα με το γάμο, άσχετα με μένα ή με κείνην. Έλεγε... έλεγε... ξαφνικά θυμήθηκε πως έπρεπε να αγοράσει τσιγάρα και βγήκε. Μείναμε μόνοι μας εγώ κι αυτή. Μέχρι τότε εκείνη δεν είχε μιλήσει. Μα ούτε τώρα εμίλησε. Τώρα που βγήκε ο άλλος, είχα την εντύπωση ότι είμαι μόνος στο σπίτι. Κι όμως, απέναντί μου καθόταν ένα πλάσμα που δεν ήξερα τι να κάνω μ' αυτό. Καθώς τα μάτια γελούνε τον άνθρωπο πολλές φορές, ήμουνα σίγουρος πως με γελούσαν και τώρα. Κανείς δεν υπήρχε στο δωμάτιο έξω από μένα.
Όταν ο προξενητής γύρισε, την πήρε κι έφυγαν αμέσως.
Ο γάμος είναι μια απάτη, μια ειρωνεία για τον άνθρωπο. Θα άξιζε σε όντα χωρίς λογική. Λογικά όντα θα περίμενε κανείς ν' αφήνονται στο ένστικτο. Μα να, η λογική χρησιμεύει σε παράλογα πράγματα. Αν αυτή ήτανε πραγματική γυναίκα και ήθελε να με παντρευτεί, γιατί δεν ερχότανε σε μένα όταν ακόμα ήταν καιρός; Όταν ακόμα ό,τι έβλεπαν τα μάτια ήταν πραγματικό; Τι είναι εκείνο που κρατάει τον άνθρωπο μακριά από τον άνθρωπο; Τυχαία αν αφήνονταν οι άνθρωποι να περπατούν πάνω στη γη, θα έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Τώρα με επιμέλεια αποφεύγουν κάθε επαφή.
Όμως να, αυτή είναι η ιστορία που δεν παντρεύτηκα πάλι.
Θέλατε να μιλήσω. Μίλησα. Είναι αρκετά όσα είπα;
ΥΠΕ
Έχεις αδέρφια, συγγενείς, φίλους;
ΓΚΡ
Έχω. Τι αλλάζει; Γι αυτό δεν ρωτάς;
ΥΠΕ
Δε σε φροντίζουν; Δε σε βλέπουν;
ΓΚΡ
Με βλέπουν και τους βλέπω. Με φροντίζουν και τους φροντίζω. Όμως τα σπίτια είναι φτιαγμένα για να ζει μέσα τους μια οικογένεια μόνο. Η λογική πάλι. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λογική για να ζουν απομονωμένοι και ύστερα γκρινιάζουν ότι τους λείπει η επικοινωνία.
ΥΠΕ
Έχεις φίλους Γκρέγκορυ;
ΓΚΡ
Γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους. Με δυο τρεις λέμε μια κουβέντα παραπάνω, αν αυτό εννοείς με φίλους.
ΥΠΕ
Φίλους εννοώ ανθρώπους που να σ' αγαπούν, να ενδιαφέρονται για σένα.
ΓΚΡ
Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν;
ΥΠΕ
Λοιπόν ζεις μόνος. Χωρίς γυναίκα, συγγενείς, φίλους. Η μοναξιά είναι κακός σύμβουλος. Σε σπρώχνει να κάνεις τα χειρότερα. Τώρα εξηγούνται όλα. Απογοητευμένος από τη ζωή σου, χωρίς κανέναν για συντροφιά, φυσικό είναι να σκεφτείς να κάνεις αυτό που ήθελες να κάνεις.
ΓΚΡ
Δεν είμαι μόνος μου. Έχω το γιο μου. Είναι
μαθητευόμενος ασυρματιστής. Όταν βγαίνει στη
στεριά τον βλέπω. Και σας ξαναλέω-δε θέλησα ν'
αυτοκτονήσω!..
ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω, δυνατά)
Και τι σας πειράζει εσάς που δε θέλω να 'χω σπίτι;
Πέστε μου, τι σας πειράζει;..
(ακούγονται συγκεχυμένες φωνές αντρικές και γυναικείες χωρίς να βγαίνει νόημα)
ΥΠΕ
(στον εαυτό του)
Πάλι αυτή!
(δυνατά)
Χωροφύλαξ!
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)
Α' ΧΩΡ
Μάλιστα κύριε υπενωμοτάρχα!
ΥΠΕ
Γιατί τη φέρατε πάλι αυτή;
Α'ΧΩΡ
Πετροβολούσε τις λάμπες στις κολώνες κύριε υπενωματάρχα. Κι όταν την πλησιάσαμε άρχισε να μας βρίζει.
ΦΩΝΗ ΑΛΗΤΙΣΣΑΣ
(απέξω)
Αν δε με πειράζατε δε θα σας έβριζα.
(η αλήτισσα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει. ΕΙναι ντυμένη με παλιά και λερωμένα ρούχα. Μαλλιά ακατάστατα)
ΑΛΗΤΙΣΣΑ (ΑΛΗ)
(στο χωροφύλακα)
Ήρθα μήπως εδώ εγώ να σας πειράξω; Εσείς ήρθατε στον τόπο μου.
(στον Γκρέγκορυ)
Όλοι τους ίδιοι είναι. Κάθεσαι ήσυχα στο παγκάκι σου κι αυτοί έρχονται και σου λένε "έλα μαζί μας". Γιατί παρακαλώ; Πείραξα κανέναν;
ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Πήγαινε έξω σε παρακαλώ. Δεν ήρθε η σειρά σου.
ΑΛΗ
Η σειρά μου δε θα 'ρθει ποτέ. Η δική σας σειρά θα 'ναι πάντοτε. Ο πολιτισμός για σας. Η πρόοδος για σας. Για μας η ανέχεια και η δύσκολη ζωή. Για μας...
ΥΠΕ
(διακόπτοντάς την, στο χωροφύλακα)
Πάρτην έξω. Θα σου πω πότε να τη φέρεις.
ΑΛΗ
(προχωρώντας αμέσως προς την πόρτα)
Βγαίνω μόνη μου. Δεν είμαι ανάγωγη. Ξεχασμένη είμαι.
(βγαίνει. Την ακολουθεί ο χωροφύλακας που κλείνει την πόρτα πίσω του)
ΥΠΕ
Αυτά τραβάμε. Τη στέλνεις στον ψυχίατρο, σου λέει δεν υπάρχει λόγος να την κρατήσει εκεί. Είναι υγιής. Ύστερα πάει κι αλητεύει. Ζητιανεύει και βρίζει όποιον προφτάσει.
ΓΚΡ
(με κάποιο ενδιαφέρον στη φωνή του)
Πόσω' χρονών είναι;
ΥΠΕ
Κάποτε μας είπε πως είναι σαρανταοχτώ. Κανείς δεν ξέρει, κανέναν δε συναναστρέφεται. Μόνο φωνάζει. Δεν της αρέσει λέει η κοινωνία μας όπως είναι φτιαγμένη. Βλέπεις Γκρέγκορυ ότι υπάρχουν κι άλλοι δυσαρεστημένοι. Όμως αυτή η γυναίκα ποτέ δεν αποπειράθηκε ν' αυτοκτονήσει.
ΓΚΡ
(ίδια)
Πώς τη λένε;
ΥΠΕ
Κανείς δεν ξέρει. Ταυτότητα δεν έχει. Ίσως να μην έχει και όνομα. Στην περιοχή μας βρίσκεται κάπου ένα χρόνο. Ποτέ δε μας έχει πει όνομα.
(φωνές της αλήτισσας απέξω χωρίς να ξεχωρίζουν λέξεις)
Έχουμε δουλειά λοιπόν απόψε. Κι έχω και να συμπληρώσω και τα χαρτιά για την περίπτωση του καθενός σας.
(μπαίνει ο Α' χωροφύλακας)
Α' ΧΩΡ
Κύριε αστυνόμε να την κλείσουμε μέσα; Δεν
αντέχεται άλλο.
ΥΠΕ
(αποφασιστικά) Φέρτην εδώ!
Α' ΧΩΡ
(γρήγορα)
Μάλιστα!
(στην αλήτισσα που περιμένει απέξω)
Έλα μέσα!
ΑΛΗ
(μπαίνει. Δυνατά)
Έχουμε λέει κράτος. Και σκοπός του λέει είναι η
ευτυχία των πολιτών. Ευτυχία να σου πετύχει… χωρίς φαγητό, χωρίς δουλειά, χωρίς
φάρμακα για την αρρώστια σου. Πήγανε λέει στο φεγγάρι. Προόδεψε η ανθρωπότητα... Κι εγώ δεν είμαι ανθρωπότητα; Στους εκατό μόνο οι δύο καλοπερνάνε. Οι άλλοι υποφέρουνε για να
καλοπερνάνε αυτοί οι δύο. Α! Σούβλισμα που σας χρειάζεται...
ΥΠΕ
(που ως εκείνη τη στιγμή δείχνει ότι περιμένει να
τελειώσει η αλήτισσα για να μιλήσει αυτός)
Τελείωσες;
ΑΛΗ
(σα να μη τον άκουσε. Στον Γκρέγκορυ)
Κάπου σε ξέρω εσένα.
(συνεχίζει όπως πριν)
Σούβλισμα! Δικαιοσύνη λένε, δικαιοσύνη. Και κάνουνε πόλεμους για τη δικαιοσύνη. Και κλέβουνε για τη δικαιοσύνη. Γιατί; Γιατί είναι δυνατοί. Κι από πάνου μας κοροϊδεύουν. Όλα για τη δικαιοσύνη! Μα εμείς άλλο ξέρουμε πως είναι δικαιοσύνη. Η ίδια λέξη έχει πολλές έννοιες;
(πιάνει τον Γκρέγκορυ από το βραχίονα και τον πηγαίνει πέρα δώθε ενώ συνεχίζει να μιλάει)
Η γλώσσα! Η γλώσσα μας σκοτώνει! Η γλώσσα μάς δυναστεύει. Κόψε τις γλώσσες των ανθρώπων και τότε θα δεις δικαιοσύνη. Αληθινή δικαιοσύνη!..
(αλλάζει απότομα ύφος. Στον Γκρέγκορυ, συλλογισμένη)
Κόπου σε ξέρω εσένα...
(σκέφτεται)
Ήσουνα στη Γκρενόμπλ παλιά;
ΓΚΡ
Ναι.
ΑΛΗ
Καλά το κατάλαβα ότι κάπου σε ξέρω.
(δείχνει τον υπαστυνόμο στον Γκρέγκορυ και συνεχίζοντας επιθετικά)
Κι αυτός ο χαφιές αν δεν είχε γλώσσα δε θα μπορούσε να λέει τις βλακείες που λέει.
ΥΠΕ
(θυμωμένος)
Αρκετά! Αυτό είναι περιύβρισις Αρχής! Εάν είσαι
τρελή να πας στο τρελλοκομείο. Αν δεν είσαι τότε θα πληρώσεις για τις πράξεις και για τα λόγια σου.
Πές μου εδώ, πετροβόλησες τις λάμπες στο δρόμο ή όχι;
ΑΛΗ
Εσύ δε σβήνεις τα φώτα στο σπίτι σου πριν κοιμηθείς;
ΥΠΕ
Έβρισες το όργανο της χωροφυλακής που ήρθε να σου κάνει συστάσεις ναι ή όχι;
ΑΛΗ
Τον είπα πουλημένο τομάρι. Αυτό δεν είναι βρισιά. Η αλήθεια είναι. Και η αλήθεια δεν είναι βρισιά.
(ο Α' χωροφύλακας κάνει μια κίνηση συγκρατημένης αγανάκτησης)
ΥΠΕ
Ωραία! Θα μηνυθείς γι αυτό! Δεν μπορεί ο καθένας και η καθεμία...
(ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο Β' χωροφύλακας που χωρίς να ζητήσει άδεια, μιλάει στον υπενωμοτάρχη)
Β' ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ (Β' ΧΩΡ)
Κύριε αστυνόμε έχουμε έφοδο...
ΥΠΕ
(θορυβημένος, στον Α χωροφύλακα)
Πρόσεχέ τους!
(βγαίνει ακολουθώντας τον Β' χωροφύλακα)
ΑΛΗ
(πλησιάζει τον Γκρέγκορυ και τον κοιτάζει
εξεταστικά)
Και ήσουνα φοιτητής της Ιατρικής-ναι;
ΓΚΡ
Ναι.
ΑΛΗ
Από τότε είχα καταλάβει πως είσαι κουτός. Δεν ήσουνα από κείνους που πολεμάνε στη ζωή. Δεν ήσουνα δυνατός. Μ' έβλεπες όλη την ώρα στη φιέστα της πρωτοχρονιάς, με ήθελες, αλλά δεν έκανες καμία προσπάθεια να με πλησιάσεις. Μα ο Έρικ ήταν έξυπνος. Μ' ένα κομπλιμέντο και με το γέλιο του με κέρδισε για όλους τους χορούς εκείνο το βράδυ. Κι εκείνο το βράδυ ήτανε η αρχή για το γάμο μας αργότερα. Εσύ περίμενες μέσα στη ζεστή φωλιά της φαντασίας σου. Περίμενες να γίνουν όλα μόνα τους όπως τα ήθελες: εγώ να μαγευτώ από σένα, ν' αρνηθώ όλους τους άλλους και να 'ρθω να πέσω στα πόδια σου ικετεύοντας τον έρωτά σου, Τότε συ θα έδειχνες πως αποδέχεσαι την προσφορά μου. Και σε κάθε ασυμφωνία της φαντασίας σου με την πραγματικότητα θα κλεινόσουν πάλι στον εαυτό σου και θα περίμενες να μεταποιηθεί πάλι η πραγματικότητα στα μέτρα της φαντασίας σου.
(σιγά, αναπολώντας)
Kι εγώ μάταια περίμενα μια σου λέξη...ένα σου βλέμμα...
(γυρίζει στον χωροφύλακα που παρακολουθεί)
Τι κοιτάς σα χάχας εσύ;
(στον Γκρέγκορυ)
Μα φαίνεται πως ακόμα δεν έχεις παραδοθεί. Δεν έχεις μαδηθεί τελείως. Τι σε κρατάει;
ΓΚΡ
Έχω ένα γιο.
ΑΛΗ
Πόσω' χρονώ';
ΓΚΡ
Είκοσι.
ΑΛΗ
Πες ξόφλησες κιόλας και συ. Ο γιος σου δε σ' έχει
πια ανάγκη.
ΓΚΡ
...είσαι η Ηρώ...
ΑΛΗ
(σιγά)
Σιγά να μην ακούσουνε αυτά τα βρωμόσκυλα τ'
όνομά μου-δεν το 'χω για κείνους. Ναι. Αυτή είμαι.
ΓΚΡ
Πώς βρέθηκες εδώ;
ΑΛΗ
Ωραία ερώτηση! Τραβώντας το δρόμο μου. Άκου
πώς βρέθηκα εδώ...
ΓΚΡ
Τι έκανες με τον Έρικ;
ΑΛΗ
Τίποτα. Αυτός έκανε με μένα. Περνώντας με το
μπουλούκι του από τα μέρη σας κλέφτηκε με μια
παντρεμένη.
(στο χωροφύλακα)
Αυτόν δεν τόνε πιάσατε όμως. Αυτός δεν έσπασε καμιά λάμπα.
ΓΚΡ
Εσύ...
ΑΛΗ
Τι "εσύ";
(Ο Γκρέγκορυ δεν απαντάει)
Λέγε ντε!
ΓΚΡ
Ο άντρας σου κλέφτηκε με μια παντρεμένη από τα μέρη μας;
ΑΛΗ
Παράξενο σου φαίνεται; Πρώτη φορά ακούς για
τέτοια;
(στρέφει στον χωροφύλακα)
Ελευθερία! Άλλη μεγάλη σας λέξη! Μπορεί να 'ναι κανείς ό,τι θέλει εκτός να κοιμάται στο παγκάκι. Μπορεί να λέει ό,τι θέλει κανείς, αρκεί να μη σας λέει την αλήθεια.
(στον Γκρέγκορυ και στη συνέχεια κοιτάζοντας πότε το χωροφύλακα πότε τον Γκρέγκορυ)
Κοίτα τώρα!
(στον χωροφύλακα που σε ό,τι ακούει δείχνει ότι δίνει τόπο στην οργή)
Παιδί μου είσαι ευχαριστημένος από τη δουλειά σου; (ο χωροφύλακας δεν απαντάει)
Απαντώ εγώ γι αυτόν. "Ναι, είμαι". Και αιστάνεσαι υπερήφανος που εφαρμόζεις το νόμο και κυνηγάς τους κακούς; "Ναι, αιστάνομαι". Τώρα ρώτησέ τον τι είναι κακό και τι είναι νόμος και θα σε κοιτάει σαν μπούφος. Α! Είναι θύμα κι αυτός αλλά δεν το ξέρει.
(σηκώνει ψηλά τα χέρια σε ένδειξη απορίας)
Πώς μπορούν και αποβλακώνουν εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ανθρώπους; Ποια τέχνη κατέχουν και κρατάνε στο σκοτάδι τόσα πλήθη; Που αν ξεσηκώνονταν αυτοί, εκείνοι δε θα 'ξεραν πού να κρυφτούνε... Ποια μηχανή έχουν ανακαλύψει που κρατάει άπρακτους εκείνους που βασανίζονται; Αλλά κι εκείνοι τι τα 'χουνε τα μάτια αφού δε βλέπουν; Τ' αυτιά αφού δεν ακούνε; To μυαλό αφού δε σκέφτονται; Γιατί αν αυτοί άκουγαν, έβλεπαν, σκέφτονταν, τότε κι εγώ θα είχα σπίτι και τούτοι 'δώ οι χαραμοφάηδες και θα δούλευαν και θα 'ταν ευτυχισμένοι. Και κανείς άνθρωπος δε θα 'τανε δούλος στον άλλο. Ενώ τώρα... Πού είναι η σκέψη και η ορθή κρίση; Παντού υποταγή και δουλικότητα.
(στον χωροφύλακα)
Τι έχεις να πεις γυμνοσάλιαγκα;
(η πόρτα ανοίγει και ο υπενωμοτάρχης την κρατάει ανοιχτή για να περάσει ο επόπτης πρώτος. Ύστερα μπαίνει κι αυτός και κλείνει την πόρτα. Ο επόπτης είναι ένας σαραντάρης με ακριβό κοστούμι και με ένα ευγενικό χαμόγελο)
ΥΠΕ
(στον επόπτη)
Περάστε! Καθίστε κύριε επόπτα! Μπορείς να
πηγαίνεις χωροφύλαξ!
(ο χωροφύλακας χαιρετάει και βγαίνει)
ΕΠΟΠΤΗΣ
Κύριε υπενωμοτάρχα βλέπω πως έχεις παρέα. Ποια είναι η κυρία και ο κύριος;
ΑΛΗ
(στον Γκρέγκορυ)
Δηλαδή αυτό είναι πιο μεγάλο κεφάλι από τον
αστυνόμο. Είδες ρεβεράντζες που του κάνει;
Μεγαλεία έχουμε απόψε!..
ΥΠΕ
(στην αλήτισσα)
Σιωπή!
(στον επόπτη)
Κύριε επόπτα η κυρία συνελήφθη για αλητεία. Εξύβρισε τα αστυνομικά όργανα που τη συνέλαβαν. Συχνά την έχουμε εδώ. Κάθε φορά τα ίδια. Έχω όλα τα στοιχεία για να συντάξω την αναφορά μου.
ΕΠΟ
Και ο κύριος;
ΥΠΕ
Προσήχθη προς εξακρίβωσιν στοιχείων. Πιθανή
απόπειρα αυτοκτονίας.
ΑΛΗ
(γελάει)
Χα! Αυτός αυτοκτονία; Αυτός φοβάται που ζει και θ' αυτοκτονήσει; Χα!
ΕΠΟ
(στην αλήτισσα)
Κυρία μου γιατί έβρισες τους αστυνομικούς;
ΑΛΗ
Αν μ' ενοχλήσουνε πάλι, πάλι θα τους βρίσω.
ΕΠΟ
Μπορείς να πηγαίνεις στο καλό κυρία μου και σου ζητάμε συγνώμη για την ενόχληση.
ΑΛΗ
(στον Γκρεγκορυ)
Η γλώσσα! Η γλώσσα!
(δείχνει τον επόπτη)
Αυτός είναι ο χειρότερος! Η γλώσσα! Να η κατάρα του ανθρώπινου γένους! Όποιος ξεριζώσει τη γλώσσα από τους ανθρώπους τους έσωσε!
(σηκώνει τα χέρια σε απόγνωση πηγαίνοντας προς την πόρτα.)
ΓΚΡ
(στην αλήτισσα)
Αν χρειαστείς δικηγόρο ξέρω κάποιον...
ΑΛΗ
Δε χρειάζομαι δικηγόρο! Τους τα ψέλνω και μόνη μου. Δε θέλω ούτε σπίτι ούτε δικηγόρο. Τότε δε θα 'μουνα παρά ένα ανθρωπάκι όπως αυτοί.
(βγαίνει)
ΕΠΟ
(στον Γκρέγκορυ)
Είναι αλήθεια ότι αποπειράθηκες ν’ αυτοκτονήσεις κύριε...
ΓΚΡ
...Γκρέγκορυ.
ΕΠΟ
...κύριε Γκρέγκορυ;
ΓΚΡ
Όχι. Εξήγησα στον κύριο υπενωμοτάρχη. Είχα βγει για μια βόλτα.
ΕΠΟ
Μπορείς να πηγαίνεις κύριε Γκρέγκορυ.
ΓΚΡ
Ευχαριστώ. Χαίρετε.
(βγαίνει)
ΥΠΕ
Κύριε επόπτα, αύριο θα 'ναι πάλι εδώ αυτή η αλήτισσα και ίσως και ο Γκρέγκορυ να κάνει βόλτες στη γέφυρα στις τρεις η ώρα το πρωί.
ΕΠΟ
Και σεις θα τους πιάσετε και θα τους φέρετε εδώ. Αυτή είναι η δουλειά σας υπαστυνόμε. Και αν τύχει να κάνει έφοδο κανένας επόπτης στο Τμήμα σας, πάλι θα τους αφήσει ελεύθερους. Φίλε μου έχουμε να κάνουμε με πλήθος ανθρώπων κι είμαστε λίγοι. Μερικοί από μας πρέπει να δείχνονται καλοί. Έτσι διατηρούνται οι ελπίδες των ανθρώπων πως μια αλλαγή μπορεί να 'ναι προς το καλύτερο. Ώστε κι αν ακόμα πετύχουν την αλλαγή, πάλι εμείς θα τους διαφεντεύουμε. Και εκείνοι θα είναι ευχαριστημένοι που άλλαξαν τα πράγματα και εμείς που δεν άλλαξαν.
Οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι φίλε μου. Όποιος το καταλάβει αυτό μπορεί να τους κουμαντάρει. Στην υπηρεσία μας όποιος το καταλάβει παίρνει και προαγωγή επιπλέον. Κι έτσι προχωρεί η ζωή υπαστυνόμε. Άλλοι ηλίθιοι φεύγουν, άλλοι ηλίθιοι έρχονται. Κι εμείς εδώ. Στις επάλξεις. Να τους μαστιγώνουμε, να τους φυλακίζουμε, να τους κολακεύουμε.
Υπαστυνόμε πρέπει να πηγαίνω. Έχω άλλους δυο σταθμούς να δω απόψε. Μήπως υπάρχει λίγος καφές για το δρόμο;
ΥΠΕ
Βεβαίως κύριε επόπτα!
(βάζει καφέ σ' ένα κύπελλο και το προσφέρει στον επόπτη)
Ορίστε!
(προπορεύεταιν για να συνοδεύσει τον επόπτη μέχρι την έξοδο)
ΕΠΟ
Ευχαριστώ. Δεν είναι ανάγκη να με συνοδεύσεις. Καληνύχτα.
(κοιτάζει το ρολόϊ του)
Ή μάλλον καλημέρα.
ΥΠΕ
Καλημέρα σας κύριε επόπτα!
(ο επόπτης βγαίνει. Ο υπενωμοτάρχης κάνει μερικές βόλτες στο δωμάτιο σκεφτικός. Μετά)
Τι εύκολα που είναι όλα! Γιατί εγώ τα κάνω
δύσκολα;
ΑΥΛΑΙΑ
Σάββατο 23 Μαΐου 2026
ΜΑΡΙΑ
ΤΟΠΟΣ
Ελλάδα, χωριό, καφενείο
ΧΡΟΝΟΣ
1973
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
ΚΑΦΕΤΖΗΣ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
ΝΤΙΝΟΣ (χωρικός, φίλος της Μαρίας)
ΜΑΡΙΑ
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ (χωρικός, φίλος της Μαρίας)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (γυναίκα του)
ΣΤΑΘΗΣ (χωρικός, φίλος της Mαρίας)
Το
εσωτερικό του καφενείου ενός χωριού με τραπεζάκια και καρέκλες. Σ’ ένα
τραπεζάκι ο στρατιώτης. Στον τοίχο κορνίζες με φωτογραφίες λουλουδιών.
Όταν ανοίγει η αυλαία, ο καφετζής ετοιμάζει τον καφέ του στρατιώτη,
ρίχνοντας κάθε τόσο βλέμματα φοβισμένα προς αυτόν. Ο στρατιώτης με τη
στολή του, φρεσκοξυρισμένος. Ένα πιστόλι κρέμεται στο δεξί μέρος της
μέσης του. Είναι απασχολημένος να γυαλίζει με το δεξί μανίκι του
χιτωνίου του τα κουμπιά της στολής του, που ήδη λάμπουν.
ΚΑΦΕΤΖΗΣ (ΚΑΦ)
Έτοιμος ο καφές…
(Τον σερβίρει. Ο στρατιώτης αφήνει αποφασιστικά το γυάλισμα των κουμπιών και πίνει μια γουλιά. Ξινίζει τα μούτρα του)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (ΣΤΡ)
Πολύ γλυκός!
ΚΑΦ
(στενοχωρημένος)
Πώς έγινε αυτό… κι αφού μού είπατε να προσέξω… θα φτιάξω άλλον.
(Περιμένει
την αντίδραση του στρατιώτη, όμως εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Αυτό ο
καφετζής το ερμηνεύει σαν επιθυμία για καινούργιο καφέ, παίρνει το
φλιτζάνι και πηγαίνει προς τον πάγκο)
Σ’ ένα λεφτό είναι έτοιμος.
(Ο
στρατιώτης σηκώνεται και κάνει βόλτες μέσα στο καφενείο, κοιτάζοντας
τις εικόνες που κρέμονται στον τοίχο. Βλέπει το ρολόϊ του. Στρέφει προς
τον καφετζή)
ΣΤΡ
H ώρα είναι δέκα. Τι ώρα θα ’ρθεί;
ΚΑΦ
Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Αλλά δεν έχει κανονική ώρα. Άλλοτε ξυπνάει αργά, άλλοτε νωρίς.
ΣΤΡ
Βέβαια.
Το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό. Εξαρτάται με ποιον πέρασε τη νύχτα και
τι ώρα κοιμήθηκε. Ένα χαμένο κορμί όπως αυτή δεν μπορεί να έχει ταχτικό
ωράριο. Στην πόρτα της είδα ένα σημείωμα. Έγραφε: «Γλύκα έρχομαι.
Περίμενε.»
(γκριμάτσα)
Άκου «γλύκα»…για ποιον το έγραψε;
ΚΑΦ
Για όλους. Δηλαδή για όποιον πάει στο σπίτι της να την ζητήσει.
ΣΤΡ
Κι αν πάει κάποια γυναίκα; Κι αν πάει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος όπως εγώ;
ΚΑΦ
Δεν
πάνε γυναίκες ποτέ. Όσο για τους άντρες, για τη Μαρία όλοι ίδιοι είναι.
Γι αυτήν δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς και όχι αξιοπρεπείς.
ΣΤΡ
Μπορώ να το καταλάβω καλά αυτό. Μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά αυτό.
(ο καφετζής φέρνει τον καφέ.. Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι και πίνει μια γουλιά)
Καλός.
ΚΑΦ
(ικανοποιημένος)
Δόξα στο θεό.
(πηγαίνει στον πάγκο του)
ΣΤΡ
Δεν βλέπω καμία φωτογραφία του πρωθυπουργού μας εδώ. Δεν μπορούσες να βάλεις μία; Ή είσαι κι εσύ μήπως εναντίον του Στρατού;
ΚΑΦ
(αυθόρμητα, με αγανάκτηση)
Εγώ έβαλα, αλλά οι πελάτες μού είπανε πως αν δε τη βγάλω δε θα ξαναπατήσουν εδώ μέσα. Τι να έκανα;
(δείχνει στον τοίχο)
Να, εκεί ήτανε.
ΣΤΡ
Αχάριστοι άνθρωποι!.. Τόσα καλά έκανε η κυβέρνηση γι αυτούς.
(Πίνει. Μπαίνει ο Ντίνος χτυπώντας τα χέρια του για να ζεσταθεί)
ΝΤΙΝΟΣ (ΝΤΙ)
(στον καφετζή)
Καλημέρα Φίλιππα.
(Βλέπει τον στρατιώτη στο διπλανό τραπεζάκι και του γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά)
Κάνε μου ένα σάντουιτς
ΚΑΦ
Τα συνηθισμένα;
ΝΤΙ
Ναι. Και μπόλικο κασέρι.
(Ο
στρατιώτης όλο αυτό το διάστημα παρακολουθεί με το βλέμμα τον Ντίνο και
δείχνει φανερά ενοχλημένος από τη στάση του απέναντί του)
ΣΤΡ
Θα μπορούσες να πεις καλημέρα και σε μένα…
ΝΤΙ
(Κοιτάζοντας προς το στρατιώτη)
Χαιρετάω όποιον θέλω. Νομίζω είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω-ή όχι;
ΣΤΡ
Ό,τι
θέλατε κάνατε με την κυβέρνηση την πολιτική. Σήμερα κυβερνάει ο Στρατός
και θα γίνεται ό,τι εκείνος διατάξει. Ο πρωθυπουργός μας έχει σε δύο
ομιλίες του υπογραμμίσει τη μεγάλη σημασία που αποδίνει η κυβέρνησή μας
στην ευγενική συμπεριφορά των πολιτών μεταξύ τους.
ΝΤΙ
Είμαι ευγενικός με όσους δεν κρατάνε όπλο. Όσοι κρατάνε όπλο μετράνε την ευγένεια για δουλοπρέπεια.
ΣΤΡ
Είναι
μέσα στα καθήκοντά μου να κρατάω όπλο. Και αυτή την ώρα βρίσκομαι σε
αποστολή. Είναι άσχημο να κάνει κανείς τη δουλειά του; Εσύ δεν κάνεις
κάποια δουλειά;
ΝΤΙ
Κάνω τη σωστότερη δουλειά που υπάρχει. Καλλιεργώ τη γη και τρέφομαι με τους καρπούς που μου δίνει ποτισμένη με τον ιδρώτα μου.
ΣΤΡ
Ώστε
σωστή είναι μόνο η δουλειά σου… και τι έχεις να πεις για τους
στρατιώτες; Ποιος θα υπερασπίσει την πατρίδα δίνοντας το αίμα του για να
μπορείς εσύ να οργώνεις το χωράφι σου
(μιμείται τη φωνή του Ντίνου)
και να τρέφεσαι με τους καρπούς του;
(συνεχίζοντας με την κανονική φωνή του)
Θα πρέπει εγώ να μη σε χαιρετάω επειδή κρατάς το αλέτρι σου-το εργαλείο της δουλειάς σου;
(Ο καφετζής, που παρακολουθεί ανήσυχος τη συζήτηση φέρνει το σάντουιτς διπλωμένο και το αφήνει στο τραπέζι κοντά στον Ντίνο)
ΝΤΙ
(Σηκώνεται να φύγει. Στο στρατιώτη)
Το αλέτρι δε σκοτώνει και τα όπλα σας είναι καλά μόνον όταν στρέφονται ενάντια στον εχθρό και όχι ενάντια στο λαό μας.
ΚΑΦ
Ντίνο, δε μιλάνε έτσι σ’ έναν εκπρόσωπο της κυβερνήσεώς μας.
(Εκμεταλλευόμενος μια στιγμή που ο στρατιώτης δεν τον κοιτάζει, κάνει νόημα στον Ντίνο να υποχωρήσει.)
Γιατί
ένας στρατιώτης αυτό είναι. Αντιπροσωπεύει την κυβέρνηση παντού και
πάντα. Και αν τώρα δε σε αναφέρει γι αυτά που είπες, αυτό θα είναι
απόδειξη της ανοχής που δείχνει η κυβέρνησή μας στους αντίθετους όπως
εσύ.
ΝΤΙ
Η κυβέρνησή σας
(υπογραμμίζει τι «σας»)
δεν είναι ανεκτική. Η κυβέρνησή σ α ς είναι έτοιμη να πέσει και γι αυτό κάνει τα στραβά μάτια. Η κυβέρνησή
σ α ς έχει χάσει όλα της τα στηρίγματα και δεν έχει δύναμη πια. Αλλιώς τώρα θα ήμουνα δεμένος χεροπόδαρα για ό,τι είπα.
ΣΤΡ
(σηκώνεται και στέκεται δίπλα στον Ντίνο. Δυνατά)
Η
κυβέρνηση είναι «μας» και όχι «σας». Και δεν έχει χάσει κανένα
στήριγμα. Στήριγμά της είναι η αγάπη όλων των φιλήσυχων πολιτών.
(σοβαρά)
Θα σε συνελάμβανα, έχεις δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κατηγορεί την κυβέρνησή μας.
(υπεροπτικά)
Όμως έχω άλλη αποστολή τώρα.
(απειλητικά)
Θα αναφέρω βεβαίως το συμβάν στον κύριο Διοικητή.
ΝΤΙ
Και ο κύριος διοικητής θα σε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια.
(με περιέργεια)
Και ποια είναι η αποστολή σου εδώ;
ΣΤΡ
(αυστηρά)
Δεν
είμαι υποχρεωμένος να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Να είσαι βέβαιος όμως
ότι η αποστολή μου θα εκτελεστεί στο ακέραιο όποια και αν είναι.
(Κοιτάζει το ρολόι του. Στον καφετζή)
Πού μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα;
ΚΑΦ
Στον δεύτερο δρόμο αριστερά, στο κουρείο.
ΣΤΡ
Αν έρθει να με περιμένει. Γυρίζω αμέσως.
(βγαίνει)
ΚΑΦ
Τι κάνεις μωρέ; Θέλεις να μου κλείσεις το μαγαζί;
ΝΤΙ
Τι θέλει εδώ αυτός ο φασίστας;
ΚΑΦ
(φοβισμένος)
Σςςςς…
(πηγαίνει ως την πόρτα, κοιτάζει έξω, βεβαιώνεται ότι ο στρατιώτης είναι μακριά, γυρίζει. Σιγά, συνωμοτικά)
Θέλει τη Μαρία.
ΝΤΙ
(έκπληκτος)
Τη Μαρία;
(γελάει αμήχανα)
Τι να την κάνει τη Μαρία;
ΚΑΦ
Ούτε που μου είπε ούτε που τόνε ρώτησα. Φαίνεται όμως την ξέρει. Ξέρει πως ξενυχτάει και τι ζωή κάνει.
ΝΤΙ
Και
τι μπορεί να ενδιαφέρει την κυβέρνηση τι κάνει η Μαρία; Μυστήριο πράμα.
Είσαι σίγουρος πως θέλει τη Μαρία-τη δικιά μας Μαρία;
ΚΑΦ
Υπάρχει άλλη Μαρία Αποστολοπούλου στο χωριό;
ΝΤΙ
(σκεφτικός)
Όχι
(Μπαίνει
η Μαρία. Κοντή. Μελαχρινή. Φοράει μαντήλι στο κεφάλι, κόκκινη μπλούζα
με βαθύ ντεκολτέ, πράσινη μακριά φούστα. Παπούτσια με στρογγυλεμένη
μύτη, κάλτσες μάλλινες, πλεχτές, που φτάνουν μέχρι πάνω από τη μέση της
κνήμης. Κρατάει μια μικρή τσάντα. Σ’ όλο το έργο είναι ζωηρή χωρίς να
είναι χυδαία, σοβαρή χωρίς να τραγικοποιεί τις καταστάσεις ή να φτάνει
στην εκζήτηση. Είναι ειλικρινής. Είναι ελκυστική χωρίς να είναι
προκλητική)
ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡ)
Γεια χαρά σε όλους.
ΚΑΦ
Γεια σου Μαρία.
ΝΤΙ
Γεια σου Μαράκι.
(φιλιούνται)
ΜΑΡ
Γεια σου γλύκα.
(στον καφετζή)
Γεια σου ντροπαλέ. Πώς έτσι άδειος σήμερα;
ΝΤΙ
(μη δίνοντας την ευκαιρία στον καφετζή ν’ απαντήσει)
Μαράκι τι νταραβέρια έχεις με το Στρατό;
ΜΑΡ
(Ψεύτικα ξαφνιασμένη. Στον καφετζή)
Σε μένα το λέει;
ΚΑΦ
Σε σένα. Ένας στρατιώτης ήρθε και σε ζητάει.
ΜΑΡ
Πού είναι η γλύκα μου; Έχω καιρό να δω στρατιώτη.
ΝΤΙ
(γελώντας)
Και πώς το ξέρεις Μαράκι; Οι στρατιώτες γνωρίζονται μόνον ντυμένοι.
(Ο καφετζής χαμογελάει. Η Μαρία γυρίζει απορημένη προς αυτόν.)
Σήμερα δεν τον καταλαβαίνω-τι είπε;
ΚΑΦ
(γελώντας)
Λέει πως τους άντρες τους βλέπεις χωρίς ρούχα. Πώς θα καταλάβαινες αν είναι στρατιώτες ή όχι;
ΜΑΡ
(Καταλαβαίνει το αστείο και γελώντας πλούσια και από καρδιάς ρίχνεται στην αγκαλιά του Ντίνου και τον φιλάει όπου βρει)
Γλύκα μου… γλύκα μου… γλύκα μου…
ΝΤΙ
(την απωθεί απαλά)
Μαρία τι να θέλει ετούτος; Μου φάνηκε άγριος. Χαζός αλλά άγριος.
ΜΑΡ
Τι μπορεί να θέλει ένας άντρας από μια γυναίκα; Πόσο πρέπει να μεγαλώσεις ακόμα για να το μάθεις;
(κοιτάζει γύρω)
Και πού είναι-τος που με θέλει;
ΚΑΦ
Έχει πάει στο κουρείο για τηλέφωνο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει.
ΝΤΙ
Μαράκι θα ’μαι στο αμπέλι. Αν χρειαστείς τίποτα φώναξέ με. Δε μ’ αρέσανε τα μούτρα του.
(Δείχνει τη Μαρία στον καφετζή)
Φίλιππα εντάξει;
ΚΑΦ
Εντάξει. Εγώ θα τρέξω ο ίδιος να σε φωνάξω…
ΜΑΡ
(στον Ντίνο)
Δε θα χρειαστεί τίποτα γλύκα. Φύλα τη δύναμή σου για το κρεβάτι. Τ’ άλλα τα καταφέρνω μόνη μου.
ΝΤΙ
(Φιλάει τη Μαρία)
Γεια!
(Στον καφετζή, δείχνοντάς του το σάντουιτς)
Γράφτο.
(Βγαίνει)
ΚΑΦ
(Ανήσυχος)
Τι να σε θέλει Μαρία;
ΜΑΡ
Ε! Ντροπαλούλη! Εμένα θέλει, εσύ γιατί τρέμεις;
ΣΤΡ
Μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι γίνεται.
(Μικρή παύση)
ΜΑΡ
(Σοβαρά)
Πέρασε ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι ακόμα. Θέλεις να σου δώσω τίποτα;
ΜΑΡ
Δε θέλω τίποτα.
(Κάθεται. Σιωπή. Σιγοτραγουδάει)
«Είπαν της κόρης να γδυθεί
κι έβγαλε το μαντήλι
είπαν της χήρας να γδυθεί
κι ήταν γυμνή ως το δείλι…»
Ντροπαλέ!
ΚΑΦ
(Χωρίς ν’ αφήσει το συγύρισμα του πάγκου του)
Ναι…
ΜΑΡ
Ο Στάθης σου χρωστάει;
ΚΑΦ
Και
σε ποιον δε χρωστάει. Αλλά εμένα δε με νοιάζει. Ούτε κείνον τόνε
νοιάζουνε αυτά που χρωστάει σε μένα. Είναι λίγα. Με τον πρωτευουσιάνο τι
γίνεται… αν δεν τον πληρώσει θα του πάρει το χωράφι.
ΜΑΡ
Και πώς το ξέρεις; Μπορεί να του κάνει πίστωση.
ΚΑΦ
Αυτός; Δεν τον ξέρεις καλά.
(Ακούει βήματα. Κοιτάζει έξω. Σιγά)
Έρχεται.
ΜΑΡ
(Το πρόσωπό της φωτίζεται)
Ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι μωρέ, ο στρατιώτης!
(Η Μαρία φτιάχνεται. Μπαίνει ο στρατιώτης. Κοιτάζει τη Μαρία. Στον καφετζή)
ΣΤΡ
Αυτή είναι;
ΚΑΦ
Μάλιστα.
(Ο
στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι που κάθεται η Μαρία και περπατώντας
διαγράφει έναν κύκλο γύρω της βλέποντάς την. Εκείνη, στο διάστημα αυτό,
στρεφόμενη ανάλογα πάνω στην καρέκλα της παρακολουθεί αμίλητη και
χαμογελαστή τον στρατιώτη με το βλέμμα της)
ΜΑΡ
(γελώντας)
Κάτσε τώρα να μου πεις τις εντυπώσεις σου.
(Ο στρατιώτης εξακολουθεί να στέκει ορθός και αμίλητος)
Να
σου πω εγώ λοιπόν. Η μύτη λίγο μεγάλη. Αναλογίες καλές. Κατά τα άλλα
καλούτσικη. Δεν μπορείς να τα δεις και όλα όταν είμαι καθιστή.
(τραβάει ελαφρά τον στρατιώτη από το χέρι για να τον κάνει να καθίσει)
Κάτσε λοιπόν!
ΣΤΡ
(Ελευθερώνει απότομα το χέρι του. Στρώνει τη στολή του και παίρνει τη στάση της προσοχής)
Είσαι η Μαρία Αποστολοπούλου;
ΜΑΡ
Εγώ είμαι στρατιωτάκι. Ολόκληρη.
ΣΤΡ
Του Γεωργίου και της Αθανασίας;
ΜΑΡ
Έτσι όπως τα λες.
ΣΤΡ
Πρέπει να έρθεις μαζί μου.
ΜΑΡ
(σηκώνεται)
Μετά χαράς.
(Στον καφετζή)
Ντροπαλέ, αν έρθει ο Στάθης να με περιμένει. Δε θ’ αργήσω.
(Πιάνει αγκαζέ τον στρατιώτη)
Πάμε!
ΣΤΡ
(Αναστατωμένος. Ελευθερώνει το χέρι του, τινάζει και στρώνει τη στολή του.)
Ε! Για στάσου! Τι κάνεις εκεί; Πού νομίζεις ότι πάμε;
ΜΑΡ
Πού θέλεις να πηγαίνουμε; Σπίτι έχεις εδώ; Όχι! Άραγε το σπίτι μου είναι το μόνο μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
ΣΤΡ
(Πειραγμένος)
Άκου εδώ! Δεν ήρθα εδώ από την Αθήνα για να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι σου. Ήρθα για να σε πάω στην Αθήνα…
ΜΑΡ
(Απορημένη)
Στην Αθήνα; Τι να κάνω στην Αθήνα;
ΣΤΡ
(Κοιτάζει μια τη Μαρία μια τον καφετζή)
Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι θέλω.
(Βλέποντας την απορία και των δυο)
Καλά, δεν ακούτε ραδιόφωνο; Δεν διαβάζετε εφημερίδα;
ΚΑΦ
Εφημερίδα έρχεται μια φορά την εβδομάδα στο χωριό. Και ραδιόφωνο δεν ακούει κανείς. Λένε ότι λέει βλακείες.
ΣΤΡ
Αφού είναι έτσι λοιπόν…
(Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί και το δίνει στη Μαρία)
Έχω μαζί μου τη διαταγή.
(Στη Μαρία)
Διάβασέ την.
ΜΑΡ
(Διαβάζει)
Εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθ. εβδομηνταοχτώ γραμμή, τέσσερες χιλιάδες πεντακόσια εικοσιτέσσερα γραμμή, γάμμα έψιλον σίγμα…
(Ο στρατιώτης, όταν η Μαρία προφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «γραμμή» κάνει ένα μορφασμό. Τη δεύτερη επεμβαίνει)
ΣΤΡ
Όχι γραμμή. Κάθετος.
ΜΑΡ
(Σηκώνοντας τα φρύδια και κατασπώντας τις γωνίες του στόματος)
Κάθετος, κάθετος!
(Συνεχίζει το διάβασμα)
…γάμμα έψιλον σίγμα κάθετος…
(Τονίζει το «κάθετος» χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τον στρατιώτη)
Πρώτον, έψιλον γάμμα, κάθετος
(Τονίζει και πάλι το «κάθετος». Στο στρατιώτη)
Δεν είναι όμως κάθετος.
ΣΤΡ
Έτσι διαβάζεται. Συνέχισε.
ΜΑΡ
Οκτώβριος
χίλια εννιακόσια εβδομηντατρία Διαταγής του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης,
άπασαι αι ιερόδουλοι της Πελοποννήσου, πρέπει να ευρίσκονται την
εικοσιδύο εντεκάτου εβδομηντατρία και ώραν ογδόην πρωινήν εις το εν
Αθήναις και επί της οδού Αχαρνών αριθμός εννιακόσια εικοσιοχτώ
υποκατάστημα του Υπουργείου κοινωνικών Υπηρεσιών. Σκοπός της
συγκεντρώσεως είναι η παρακολούθησις διαλέξεως του στρατιωτικού
Διοικητού Αθηνών με θέμα «Κράτος και ηθική». Εν συνεχεία και επί
τετραήμερον, αι ιερόδουλοι θα παρακολουθήσουν ειδικόν διαφωτιστικόν
πρόγραμμα και θα τους δοθούν οδηγίαι με σκοπόν την επάνοδόν των εις την
οδόν της ηθικής και της προόδου, ώστε να συμβάλουν και αύται εις την
ευημερίαν και την πρόοδον της πατρίδος. Αι ιερόδουλοι που δεν θα
προσέλθουν οικειοθελώς, θα προσαχθούν βιαίως.
(Ανακουφισμένη)
Ουφ! Τελείωσε.
ΣΤΡ
(Παίρνει το χαρτί)
Βλέπεις; Δεν ήρθες μόνη σου και με στείλανε να σε πάρω.
ΜΑΡ
Εμένα; Και τι δουλειά έχω εγώ με αυτή την υπόθεση;
ΣΤΡ
Δεν είσαι π…-κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή.
ΣΤΡ
(Με νόημα, μιλώντας στον εαυτό του)
Αυτό μπορώ να το καταλάβω καλά. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά.
(Στη Μαρία, θριαμβευτικά)
Ε λοιπόν, θα έρθεις μαζί μου. Αυτό λέει το χαρτί!
ΜΑΡ
Το χαρτί μιλάει για τις γυναίκες που έχουν σαν επάγγελμά τους να πηγαίνουν με τους άντρες.
ΣΤΡ
Και σένα ποιο είναι το επάγγελμά σου; Τώρα δεν παραδέχτηκες πως είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή. Αλλά δεν πληρώνομαι γι αυτό.
ΣΤΡ
Δεν πληρώνεσαι γι αυτό;.. και πώς ζεις;
ΜΑΡ
Έχω το σπίτι μου, ένα περιβόλι, δυο χτήματα με πορτοκάλια… άκου εκεί…
ΣΤΡ
Και δεν πληρώνεσαι για να …για να πας με τους άντρες;
ΜΑΡ
Σου είπα όχι.
ΣΤΡ
Και τότε γιατί πας με τους άντρες αφού δεν το κάνεις για λεφτά;
ΜΑΡ
Γιατί αυτό είναι το καθήκον μου.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει γύρω του σα να μην μπορεί να αντέξει αυτό που ακούει)
Και ποιο είναι το καθήκον σου παρακαλώ; Να είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Το
καθήκον της γυναίκας είναι να ικανοποιεί τις επιθυμίες του άντρα, να
τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, να τον διασκεδάζει, μ’ ένα λόγο
να σηκώνει λίγο από το φορτίο που ο άντρας κουβαλάει στους ώμους του, ή
να τον κάνει να το νιώθει ελαφρύτερο. Το καθήκον της γυναίκας είναι να
δίνει τη χαρά στον άντρα.
ΣΤΡ
Και το κάνεις αυτό επειδή είσαι πονόψυχη;
ΜΑΡ
Σου είπα - γιατί είμαι γυναίκα.
ΣΤΡ
Θες να πεις ότι είσαι κοινή μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα;
ΜΑΡ
Και γιατί το να είσαι γυναίκα σημαίνει ν’ αγαπάς. Και ν’ αγαπάς σημαίνει να δίνεις.
ΣΤΡ
(με όλο και μεγαλύτερη απορία)
Και αγαπάς όλους τους άντρες που πηγαίνεις μαζί τους;
ΜΑΡ
(Με ευχαρίστηση που της δίνεται η ευκαιρία να πει ό,τι λέει, σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Όλους. Κι εκείνους που ακόμα δεν έχω πάει μαζί τους. Και κείνους που δε θα προλάβω να γνωρίσω στη ζωή μου.
(Μπαίνει
ένας άντρας και μια γυναίκα και κατευθύνονται προς τον πάγκο. Η γυναίκα
βλέποντας την Μαρία στρέφει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά. Ο άντρας
ενώ την είδε προσποιείται ότι δεν την έχει δει. Ο καφετζής, που μέχρι
εκείνη την ώρα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη συζήτηση από τον πάγκο
του, πηγαίνει προς το μέρος τους. Η Μαρία από την ώρα που το ζευγάρι
μπήκε στο μαγαζί, έχει στραμμένη όλη της την προσοχή σ’ αυτό, σαν να μην
υπήρχε ο στρατιώτης, σαν να μην είχε αφήσει μια συζήτηση στη μέση.
Είναι εκστατική κι ευτυχισμένη και φαίνεται πως κάτι περιμένει.)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (Η ΣΥΖ)
(Ψυχρά)
Γεια σου Φίλιππα.
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ
Γεια σου Φίλιππα.
ΚΑΦ
Καλώς τους. Τι ήθελες κυρα-Τασία;
Η ΣΥΖ
Δύο χαρτάκια βανίλια και μία ρέγκα. Δώσε μου το κουτί να διαλέξω.
(Όσο
η σύζυγος είναι απασχολημένη με τα ψώνια, ο σύζυγος στρέφει ελαφρά το
κεφάλι και βλέπει τη Μαρία. Εκείνη αυτό περίμενε. Φέρνει τη δεξιά παλάμη
της στο στόμα, την κρατεί στα χείλη της για λίγο με τα μάτια της να
λάμπουν μεγάλα προς το μέρος του συζύγου και ύστερα κρατώντας την παλάμη
της οριζόντια φυσάει ελαφρά. Ο σύζυγος παίρνει μια έκφραση αγαλλίασης,
φέρνει το χέρι του στο στήθος για μια στιγμή και γυρίζει αμέσως προς τη
σύζυγό του και τον καφετζή. Ο καφετζής δίνει τα ψώνια διπλωμένα στη
σύζυγο)
ΚΑΦ
Ορίστε. Τριάντα δραχμές.
(ο σύζυγος πληρώνει)
Τι κάνει το παιδί;
Η ΣΥΖ
Καλά είναι Φίλιππα.
(προς τον άντρα της)
Πάμε!
(βγαίνουν
χωρίς να κοιτάξουν προς τη Μαρία. Ο στρατιώτης που έβλεπε όλα αυτά,
στρέφει προς τη Μαρία που ακόμα, δοσμένη στα προηγούμενα, κοιτάζει προς
την κατεύθυνση του ζευγαριού)
ΣΤΡ
Τι ήταν αυτό;
ΜΑΡ
(Συνέρχεται)
Ποιο αυτό;
ΣΤΡ
«Ποιο αυτό»! Αυτό! Να στέλνεις φιλιά σε παντρεμένον άνθρωπο πίσω από την πλάτη της γυναίκας του…
ΜΑΡ
Ω! Τον ξέρω καλά. Χτες το απόγεμα ήτανε μαζί μου.
ΣΤΡ
Ώστε έχεις και παντρεμένους φίλους;
ΜΑΡ
Και οι παντρεμένοι είναι άντρες-δεν είναι; Και οι παντρεμένοι νιώθουν την ανάγκη να έχουν για λίγο μια γυναίκα δίπλα τους-όχι;
ΣΤΡ
Αφού είναι παντρεμένοι δεν έχουν γυναίκα; Θέλουν κι άλλη;
ΜΑΡ
Είσαι
ανύπαντρος και δεν ξέρεις στρατιωτάκι. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν
απαλλάσσουν τον άντρα από το φορτίο του. Του φορτώνουν κι άλλο. Του
δημιουργούν, δεν του λύνουν προβλήματα. Τον βαραίνουν, δεν τον
αλαφρώνουν. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν είναι γυναίκες. Είναι σύζυγοι.
Ξέρεις τι μου ’λεγε χτες ο Αντρέας για τη γυναίκα του;
ΣΤΡ
Στάσου-ποιος είναι ο Αντρέας;
ΜΑΡ
Ο
Αντρέας-αυτός που βγήκε τώρα. Μου έλεγε λοιπόν πως η γυναίκα του τον
γκρινιάζει κάθε μέρα να της πάρει καινούργιο φουστάνι. Τον βρίζει
ανίκανο και τεμπέλη. Όταν θέλει λοιπόν αυτός να ξεκουραστεί, είναι
φυσικό να μην απευθυνθεί στη γυναίκα του. Αυτή τον κουράζει μονίμως. Η
επιμονή της για φουστάνι κρατάει εδώ και τρεις μήνες. Και ο άνθρωπος δεν
έχει λεφτά ούτε για να φάει η οικογένειά του. Λοιπόν πού θα ’βρισκε
λίγη κατανόηση; Λίγη φροντίδα; Γι αυτό είμ’ εγώ εδώ.
(Κλείνει τα μάτια και σηκώνει τα χέρια ψηλά)
Και είναι υπέροχος! Άντρας σωστός! Κατάλαβες;
ΣΤΡ
Εκείνο
που κατάλαβα είναι πως πρέπει να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα. Εκεί θα
δώσεις λόγο γιατί δεν ήρθες νωρίτερα. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν το
ήξερες. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά. Αλλά δεν είναι δουλειά
δική μου ν’ αποφασίσω. Είναι του κυρίου Διοικητού.
ΜΑΡ
Δε θα σου χαλάσω το χατίρι στρατιωτάκι. Όμως εκεί που θα πάμε θα δεις ότι δεν κατάλαβες καλά τις διαταγές σου.
ΣΤΡ
Πάλι τα ίδια! Πάς ή δεν πάς με άντρες;
ΜΑΡ
Ναι.
Πάω με όποιον με χρειάζεται. Μα δεν πληρώνομαι γι αυτό. Ιερόδουλες
είναι οι γυναίκες που πληρώνονται για να δώσουν στους άντρες πληρωμένη
ευχαρίστηση, δηλαδή όχι ευχαρίστηση. Δεν πρόκειται για δόσιμο, αλλά για
ανταλλαγή προϊόντων, για αγοραπωλησία. Ο άντρας φεύγει από τις
ιερόδουλες πιο φτωχός όχι μόνο στο πορτοφόλι του αλλά και στην ψυχή του.
Γι αυτές τις γυναίκες μιλάει το χαρτί σου στρατιωτάκι.
ΣΤΡ
Να
τώρα που θα μας κάνει μάθημα για την ψυχή και μια… Εγώ θα σου πω κάτι
που κατάλαβα αμέσως. Ο φουκαράς αυτός-πώς τον λένε-δεν έχει ν’ αγοράσει
φουστάνι στη γυναίκα του γιατί εσύ του έφαγες όλα τα λεφτά του.
ΜΑΡ
(Ήρεμα, με την ευχαρίστηση που της δημιουργεί το θέμα για το οποίο μιλάει)
Να
σου πω. Όταν οι άντρες έρχονται σε μένα, μπορεί να φέρουν ένα μπουκάλι
κρασί μαζί τους. Και το πίνουμε μαζί. Δηλαδή εγώ το πολύ να πιω ένα
ποτηράκι για να μη τους χαλάσω το χατίρι-δε μ’ αρέσει το κρασί. Κι όχι
μόνο δεν παίρνω λεφτά, αλλά και ποτέ κανείς δε διανοήθηκε να μου
προσφέρει.
(Σκέφτεται για μια στιγμή την πιθανότητα και συνοφρυώνεται)
Για σκέψου!
(Σηκώνεται και βηματίζει κοιτάζοντας μακριά με μιαν έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο)
Μερικοί μού φέρνουν λουλούδια ή ένα χαρτάκι καραμέλες.
(Στέκει. Μικρή παύση)
Δεν
είναι αξιαγάπητοι; Τέτοια είναι τα δώρα τους. Κι εγώ τους χαρίζω κανένα
μαντηλάκι με κεντημένα πάνω του τα αρχικά του ονόματός τους ή λίγο
βασιλικό από τις γλάστρες μου. Μα πάμε στην Αθήνα αφού επιμένεις. Μόνο
θα σου ζητήσω μια χάρη. Όπου να ’ναι έρχεται ο Στάθης μου. Να τον δω και
μετά φεύγουμε.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει το ρολόι του)
Μπορώ να σου κάνω αυτή τη χάρη. Και ποιος είναι αυτός ο Στάθης παρακαλώ; Άλλος ένας φίλος σου;
ΜΑΡ
(Κάθεται)
Ο
Στάθης είναι ένας από τους άντρες μου. Όταν γύρισε από στρατιώτης
αγόρασε με δανεικά λεφτά μια κομπίνα. Την έριξε σ’ ένα γκρεμό και πάει.
Τώρα χρωστάει σ’ όλους γιατί μαζεύει λεφτά να ξεπληρώσει τη μηχανή. Αλλά
δυσκολεύεται πολύ σ’ αυτή του την προσπάθεια. Τον συμβουλεύω. Τον
παρηγορώ. Τον ενθαρρύνω. Ό,τι περνάει από το χέρι μου το κάνω. Είναι
ένας από τους άντρες μου. Του δίνω αγάπη. Τον κάνω έτσι να καταλάβει ότι
δεν είναι μόνος του σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Πως κάποιος πάνω στη
γη αυτή ενδιαφέρεται πραγματικά για κείνον-τον φροντίζει. Όταν φεύγει
από κοντά μου γεμάτος θάρρος κι ελπίδα, τότε η ψυχή μου γεμίζει χαρά.
Προχτές έκλαιγα από τη χαρά μου. Με ρώτησε γιατί κλαίω. Του είπα έλα να
δεις γιατί κλαίω. Πλησίασε και τότε τον αγκάλιασα και άρχισα να τον
γεμίζω φιλιά. Να, έτσι…
(Σηκώνεται, αγκαλιάζει το στρατιώτη και
αρχίζει να τον φιλάει τρελά παντού. Εκείνος προσπαθεί να την
απομακρύνει. Όταν εκείνη σταματά να τον φιλά και να τον αγκαλιάζει, του
ισιώνει τη στολή και του καθαρίζει το πρόσωπο από τα κοκκινάδια,
συνεχίζοντας απλά)
Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Έφυγε ευτυχισμένος.
ΣΤΡ
(Ενώ φτιάχνεται)
Όπως
και να ’χει το πράγμα, το όνομά σου είναι μέσα στα ονόματα αυτών που
έπρεπε να ’ρθουν και δεν ήρθαν. Το Υπουργείο έστειλε στις Μονάδες
διαταγή να φροντίσουν να τις πάνε όλες αυτές στην Αθήνα. Η δική μου
Μονάδα έστειλε εμένα να σε πάρω. Και εγώ πρέπει να εκτελέσω τη διαταγή.
Κι αν κανείς θελήσει να με εμποδίσει, θα χρησιμοποιήσω το όπλο μου. Έτσι
λένε οι διαταγές.
ΜΑΡ
Οι άντρες εδώ μιλάνε άσχημα για την
κυβέρνηση. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Μη με ρωτήσεις γιατί. Γιατί έτσι κάνουν
εκείνοι που αγαπώ. Όμως σου είπα, θα έρθω μαζί σου. Ένα μικρό ταξίδι δε
βλάφτει. Μόνο πριν φύγω να περάσω από το σπίτι να ετοιμαστώ.
ΣΤΡ
Εντάξει.
(Κινώντας το δάχτυλό του μπροστά στο πρόσωπο της Μαρίας. Δυνατά)
Αλλά όταν πας στο σπίτι σου θα έρθω μαζί σου για να μην το σκάσεις.
(Ακούγεται μια απαλή μουσική)
ΜΑΡ
Σύμφωνοι. Ωραίααα! Και τώρα που τα κανονίσαμε όλα, το στρατιωτάκι μου θα πιει ένα ουζάκι. Θα το φέρει ο ντροπαλούλης. Ντροπαλέ!
(Ο καφετζής εμφανίζεται γελαστός και λικνιζόμενος απαλά στο ρυθμό της μουσικής)
Φέρε ένα ούζο για το στρατιωτάκι.
(Ο καφετζής ετοιμάζει το ούζο με τις ίδιες χορευτικές κινήσεις. Στον στρατιώτη)
Και
το στρατιωτάκι μου θα το πιει. Και θα ξεχάσει για λίγο αποστολές,
Διοικητές και Κυβερνήσεις. Το στρατιωτάκι θα μεγαλώσει. Για λίγο μόνο.
Ως να ’ρθει η ώρα να φύγουμε. Και όσο το στρατιωτάκι μου θα πίνει, εγώ
θα κάτσω εδώ…
(Κάθεται στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια του στρατιώτη)
…και θα του πω μια ωραία ιστορία.
ΣΤΡ
(σιγά)
Απαγορεύεται να πίνουμε σε ώρα υπηρεσίας.
ΜΑΡ
Λοιπόν ξεχνάμε και τις απαγορεύσεις.
(Ο
καφετζής φέρνει το ούζο. Τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική δυναμώνει. Η
Μαρία γέρνει το κεφάλι της πάνω στα ενωμένα γόνατα του στρατιώτη ενώ με
τα χέρια της αγκαλιάζει τις κνήμες του. Ο στρατιώτης πίνει μεμιάς το
ούζο. Τα φώτα σβήνουν και μένουν σβηστά για λίγο. Η μουσική χαμηλώνει.
Τα φώτα ανάβουν πάλι. Ο καφετζής βρίσκεται στον πάγκο του, ο στρατιώτης
και η Μαρία είναι στις ίδιες θέσεις. Το όπλο του στρατιώτη κρέμεται στη
ράχη της καρέκλας του)
ΣΤΡ
Ξέρεις κι άλλες τέτοιες ιστορίες;
ΜΑΡ
Αμέτρητες.
ΣΤΡ
Πού τις έμαθες;
ΜΑΡ
Είμαι γυναίκα.
(Μικρή παύση)
ΣΤΡ
Μπορούμε να μείνουμε για πάντοτε έτσι;
ΜΑΡ
(σηκώνεται)
Όχι. Πρέπει να πάμε στην Αθήνα. Ξέχασες;
ΣΤΡ
Όχι.
(Η μουσική παύει. Το χέρι του στρατιώτη πηγαίνει εκεί που έπρεπε να είναι το πιστόλι του. Βλέπει ότι λείπει. Πετάγεται ορθός)
Το όπλο μου! Πού είναι το όπλο μου;
ΜΑΡ
(Του το δίνει)
Να ’το στρατιωτάκι
(Ο στρατιώτης το φορεί)
ΚΑΦ
Ο Στάθης!
(Ο στρατιώτης κάθεται. Μπαίνει ο Στάθης)
ΣΤΑΘΗΣ (ΣΤΑ)
Γεια σου Μαρία. Γεια σου Φίλιππα.
(Αγκαλιάζει απελπισμένα τη Μαρία και φιλιούνται)
ΜΑΡ
(στο στρατιώτη, ενώ κάθεται μαζί με τον Στάθη στο διπλανό τραπεζάκι)
Με συγχωρείς για λίγο στρατιωτάκι.
(Πιάνει τα χέρια του Στάθη)
Είσαι παγωμένος. Θα πάρεις κάτι;
ΣΤΑ
Ένα ούζο Φίλιππα.
(Κοιτάζει προς τον στρατιώτη και μετά τη Μαρία)
ΜΑΡ
(Χαμογελάει προς το στρατιώτη και γυρίζει στο Στάθη καθησυχαστικά)
Είναι φίλος.
(Στρέφει πάλι προς τον στρατιώτη και στρογγυλεύει τα χείλια της σε κίνηση φιλήματος. Ήχος φιλιού.)
ΣΤΑ
(Ησυχασμένος)
Μωρό μου δε θα μείνω. Βιάζομαι.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Έχω ραντεβού με τον δικηγόρο.
(Πίνει μεμιάς το ούζο)
ΜΑΡ
Άλλο ένα ντροπαλέ, κερασμένο από μένα.
ΣΤΑ
(Δείχνοντας με μια ματιά του τον στρατιώτη, στη Μαρία σιγά)
Συμβαίνει τίποτα;
ΜΑΡ
(Παίρνει το χέρι του Στάθη στα χέρια της και το φιλεί. Με ήρεμο πάθος)
Μην
ανησυχείς καλέ μου. Τι να συμβαίνει; Τι μπορεί άσχημο να συμβεί στη
Μαρία; Ό,τι γίνεται είναι μέσα στο παιχνίδι. Και ό,τι γίνεται μέσα στο
παιχνίδι είναι καλό. Είμαι γυναίκα. Τι κακό μπορεί να συμβεί σε μια
γυναίκα;
(Με ενδιαφέρον)
Αλλά είπες ότι βιάζεσαι. Μίλα λοιπόν. Αν πάλι δεν βιάζεσαι τότε πάμε δίπλα να τα πούμε με την ησυχία μας.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Ντροπαλέ, είναι ακόμα εκεί το κρεβάτι;
ΚΑΦ
Και μάλιστα προχτές το έβαψα.
(Η Μαρία κοιτάζει ερωτηματικά το Στάθη)
ΣΤΑ
(πίνει και το δεύτερο ούζο)
Όχι Μαρία, αλήθεια βιάζομαι.
ΜΑΡ
Σε βλέπω. Τότε μίλα λοιπόν…
ΣΤΑ
Δεν
ξέρω πώς να στο πω. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι να σκέφτομαι και να
σκέφτομαι. Όμως πρέπει να στο πω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να
κάνω ό,τι μπορώ για να γλιτώσω.
ΜΑΡ
Και τι μπορεί να ’χεις κρυφό από το Μαράκι; Από το Μαράκι σου; Που σ’ αγαπάει και το αγαπάς;..
(Του φιλεί το χέρι)
Και τι μπορεί να σε βασανίζει και να μη μου το πεις αμέσως;
ΣΤΑ
Μαρία…
(Η Μαρία τον βλέπει στα μάτια κινώντας το κεφάλι της ενθαρρυντικά)
Μαρία,
ο πρωτευουσιάνος είναι ερωτευμένος μαζί σου. Θυμάσαι που είχε έρθει να
με δει και συναντηθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι σου. Λέει πως τον έχεις
ξετρελάνει και μου ζήτησε να μεσολαβήσω σε σένα και να του κλείσω
ραντεβού μαζί σου. Μόνο έτσι λέει θ’ αποσύρει τη μήνυση. Περιμένει την
απάντησή μου σήμερα. Αν του απαντήσω θετικά θα μου δώσει ένα χρόνο
προθεσμία για τα χρωστικά.
(Σκύβει το κεφάλι και περιεργάζεται το ποτήρι του, στριφογυρίζοντάς το στο χέρι του)
ΜΑΡ
Λοιπόν;
ΣΤΑ
Λοιπόν…
(σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία)
Τι λοιπόν;
ΜΑΡ
Αυτό ήταν όλο;
ΣΤΑ
Θέλεις κι άλλο;
ΜΑΡ
Αυτό
ήτανε που σ’ έκανε να μένεις ξάγρυπνος όλη τη νύχτα; Σκέφτηκες έστω και
για μια στιγμή πως το Μαράκι θα σου ’λεγε όχι σε ό,τι του ζητούσες;
(τον φιλάει)
Πες του λοιπόν του πρωτευουσιάνου μας ότι γρήγορα θα του τηλεφωνήσω και θα πάω να τον βρω.
ΣΤΑ
(έκπληκτος)
Θα πας εσύ στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Ναι. Εγώ θα πάω.
(στον εαυτό της)
Ταιριάζουν όλα.
(Σηκώνεται και περπατάει σκεφτική. Μετά λίγα βήματα:)
Ο
καημενούλης μου ο πρωτευουσιάνος! Έτσι ασχημούλης που είναι δε θα τον
πλησιάζει θηλυκό… πόσο θα υποφέρει… και τι δειλός θα πρέπει να είναι για
να μην μπορεί να μου το πει ο ίδιος… α! τον καημενούλη!
ΣΤΑ
Μαράκι…
ΜΑΡ
Ναι γλύκα…
ΣΤΑ
Πρέπει να φύγω.
ΜΑΡ
Δώσε μου το τηλέφωνο του ασχημούλη μου και πήγαινε.
ΣΤΑ
(της δίνει μια κάρτα)
Να η κάρτα του.
ΜΑΡ
Τι κομψή καρτούλα! Δείχνει ευαισθησία.
(Βάζει την κάρτα στην τσάντα της)
Το ξέρεις πως κάνει κρύο; Χωρίς παλτό θα πουντιάσεις.
ΣΤΑ
Το έχω αφήσει στον Σταθμό. Θα το πάρω φεύγοντας.
ΜΑΡ
Άντε, πήγαινε.
(Ο Στάθης κοντοστέκεται)
Πήγαινε… θ’ αργήσεις.
ΣΤΑ
Ναι… πάω…(δε φεύγει)
ΜΑΡ
(δείχνει τον Στάθη στον στρατιώτη)
Ορίστε! Κάτι σκέφτηκε, πάλι δεν το λέει και το βράδυ πάλι θα μείνει ξάγρυπνος…
(στο Στάθη)
Μίλα γλύκα…
ΣΤΑ
Πότε θα πας στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Σήμερα. Γιατί;
ΣΤΑ
Μαράκι… η Αθήνα είναι μεγάλη. Μπορεί και να σου αρέσει. Μη μείνεις…
ΜΑΡ
(αγκαλιάζει τον Στάθη)
Το
κουτό μου! Το μικρό μου! Το φοβιτσιάρικό μου! Πήγαινε κουτέ και μη
φοβάσαι. Το σπίτι μου είναι εδώ. Οι άντρες μου είναι εδώ. Εδώ μ’
αγαπούν. Εδώ θα μείνω για πάντα.
(Χαϊδευτικά προστατευτικά)
Φύγε… φύγε…
(τον φιλάει)
ΣΤΑ
Γεια!
(φεύγει τρέχοντας)
ΜΑΡ
Γεια!
(Στον εαυτό της)
Ο γλυκούλης μου ο Στάθης να ντρέπεται να μου το πει… ο ασχημούλης μου ο πρωτευουσιάνος να ντρέπεται να μου το ζητήσει…
(Στον στρατιώτη που μέχρι τώρα παρακολουθούσε αμίλητος)
Κουτοί δεν είναι οι άντρες;
ΣΤΡ
(Σιγά, ήρεμα)
Πάμε να φύγουμε. Δεν ξέρω τι είναι οι άντρες.
ΜΑΡ
Θα
στο πω εγώ. Ναι, είναι κουτοί. Κουτά αξιολάτρευτα πλάσματα. Αλλά εσύ
είσαι ένα παιδί. Ένα γλυκούτσικο, μικρούτσικο παιδάκι. Γι αυτό δεν
ξέρεις ακόμα. Πάμε λοιπόν στην Αθήνα. Τώρα θέλω να πάω κι εγώ εκεί.
ΣΤΡ
(στον ίδιο τόνο)
Μαρία…
ΜΑΡ
Ναι…
ΣΤΡ
Μαρία,
μια μέρα θα βρεθείς μόνη. Όλοι αυτοί που τώρα σε χρειάζονται, κάποτε θα
σε διώξουν. Το ’χεις σκεφτεί αυτό; Τι θα κάνεις τότε;
ΜΑΡ
(Με σιγουριά κι ευαισθησία)
Στρατιωτάκι
στρατιωτάκι, είσαι παιδί ακόμα. Όταν δίνεις κανένας δεν σε διώχνει. Η
γλωσσίτσα σου είπε στραβά ό,τι σωστά σκέφτηκε το μυαλουδάκι σου. Πως
δηλαδή θα ’ρθει κάποια μέρα που οι άντρες δεν θα θέλουνε τον έρωτά μου.
Ποιος είπε όχι στρατιωτάκι; Μα ακόμα και τότε εγώ θα ’μαι γυναίκα. Και
πάντοτε οι άντρες θα θέλουνε να παίρνουν. Και εμένα η χαρά του δοσίματος
ποτέ δεν θα μου λείψει. Τότε δε θα ’χω έρωτα να τους δώσω. Μα ο έρωτας
είναι ένα μόνο από τα τόσα που μια γυναίκα μπορεί να δώσει. Τα φιλιά και
τα χάδια του έρωτα κάποτε σταματάνε. Μα πάντοτε μένουνε τα φιλιά και τα
χάδια της αγάπης. Ό καλός ο λόγος. Το αλάφρωμα του πόνου… Πάντοτε
στρατιωτάκι οι άντρες θέλουνε να παίρνουν. Ό,τι να ’ναι. Και πάντοτε εγώ
που είμαι γυναίκα θα δίνω. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει γιατί είναι
ατελείωτες και οι χρείες και τα δοσίματα. Έχεις δει ποτέ σου ένα γατάκι
φοβισμένοι; Ένα πουλάκι να παγώνει μες στο κρύο; Ένα δεντράκι απότιστο;
Όλα τούτα για να υπάρξουνε ζητούνε κάτι. Και να η γυναίκα έτοιμη να
δώσει και να διώξει τον φόβο, το κρύο, την ξέρα… κατάλαβες στρατιωτάκι;
ΣΤΡ
(σιγά)
Πάμε.
ΜΑΡ
Πάμε.
(Στριμώχνεται
ζεστά στο αριστερό μπράτσο του στρατιώτη ενώ εκείνος προσπαθεί να
παραμείνει όσο μπορεί αλύγιστος, κι έτσι βγαίνουν ενώ ο καφετζής τους
κοιτάζει)
Γεια σου ντροπαλέ!
(Ο καφετζής σηκώνει το χέρι του σε χαιρετισμό)
ΑΥΛΑΙΑ