Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

«Ο Γιώργος Παπανδρέου κινδύνευσε να πνιγεί με κανό στη Ραφήνα»
2-9-18-Οι εφημερίδες

ΚΩΣΤΑΚΗΣ, ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΚΑΙ ΦΑΣΌΛΙΑ

Φίλοι μου, αθλητή τόσο ικανό
καλά δεν τόνε κάνει ένα κανό.
Να τι έγινε: του Κώστα στη Ραφήνα
κάτι φασόλια του ’χαν στείλει φίνα.

Κι όταν τον Κώστα οι πείνες τόνε πιάσαν 
ζήτησε και του τα ’φτιαξε η Νατάσα.
Κι έφαγε πιάτα τρία με το συχώριο.
Αυτό, το βράδυ, πριν το επεισόδιο.

Την επομένη (ανάγκη αυτή της Φύσης)
ο Κώστας αερίστηκε βεβαίως.
Και το προϊόν του έτυχε ν’ αφήσει
 (προς δυστυχίαν κάθε Ευβοέος),

κατά την Εύβοια. Το κυματάκι
αμέσως κύμα θεόρατο εγίνη,
και ιδού: το κανουδάκι του Γιωργάκη 
έτυχε να περνά την ώρα εκείνη…

Και το κανό, σαν φλούδα από καρύδι,
του κύματος εγίνηκε παιχνίδι. 
Μα μόνο ετραβούσε πάνω-κάτω.
Γιατί, αν θα επήγαινε στον πάτο,

τότε-όχι ίσως απ’ την Κόζα Νόστρα
και ούτε από δάκτυλο του Κώστα:
δε θα ξανάβλεπε ο Γιωργάκης ήλιο,
αλί!, από του Κώστα τον …δακτύλιο…

                     -----

 ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ 

Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη.
Για τετρακόσα χρόνια, δηλαδή για δεκάξη γενιές ήμασταν κάτω από τους τούρκους. 
Δεν είχαμε κράτος, μόνον είχαμε κοτζαμπάσηδες, δηλαδή υπαλλήλους των τούρκων για να μας κυβερνάνε. Εκείνοι είχαν τους δικούς τους ντόπιους ανθρώπους που καλοπερνούσαν κάτω από την προστασία του τούρκου αφέντη, στον οποίο και έδιναν αναφορά-κάτι ανάλογο της Κατοχής του 1940-44.
Αλλά και πριν από τα τετρακόσα χρόνια είχαμε διάφορους αφέντες, και είχαμε μάθει ότι όποιος και να είναι το αφεντικό, εμείς θα επιβιώναμε μόνον όταν υπακούαμε τυφλά σε αυτό. Αυτό για πολλούς αιώνες, με πρώτα μας αφεντικά τους Μακεδόνες. 
Κράτος με τη σημερινή σημασία του όρου, έχουμε από διακόσα χρόνια πριν. Ο προπάππος μου γεννήθηκε λίγο πριν την επανάσταση του εικοσιένα. Θέλω να πω ότι τόσο λίγα μόνον χρόνια μας χωρίζουν από την τούρκικη κατοχή.  
Μα και μετά, μήπως φτιάξαμε κράτος εμείς; Όχι. Το κράτος μάς το έφτιαξαν και μας το πούλησαν (με τίμημα την υποταγή μας) οι Μεγάλες Δυνάμεις της τότε εποχής (Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι). 
Εξ ου και τα κόμματα που φτιάξαμε τότε οι έλληνες ήταν το γαλλικό, το ρωσικό, το αγγλικό, δηλαδή ίδια όπως ως τα σήμερα, που μόνον τα ονόματά των αφεντικών έχουν αλλάξει
Και πάντοτε έκτοτε υπακούμε σε όποιον από τους τρεις είχε και έχει το πάνω χέρι κάθε περίοδο. 
Αυτό μέχρι και σήμερα, που ισχύουν τα ίδια, με άλλα ονόματα κάθε φορά: η Αγγλία μας ας πούμε σήμερα είναι η Αμερική και  η Ρωσία μας είναι η Ρωσία ως τα σήμερα,  και αν θέλουμε να προχωρήσουμε λίγο, και  το τότε αγγλικό κόμμα δεν είναι σήμερα η ΕΟΚ;
Τώρα όταν σήμερα λέμε κράτος τι εννοούμε; 
Το κράτος σήμερα είναι καινούργιο φρούτο. Είναι φρούτο του δέντρου της διάσπασης των αυτοκρατοριών. Πριν, κάθε σύνολο ανθρώπων που είχε τη δύναμη, έφτιαχνε μια δική του οντότητα. Στην οντότητα αυτήν περιλάβαινε όσα μέρη είχε τη δύναμη να επιβάλει σε αυτά την ισχύ του. 
Η διαφορά από την πριν κατάσταση είναι ότι τα μεγάλα κράτη φτιάχνουν πλέον κυβερνήσεις στα μικρά κράτη, τους δίνουν τους νόμους που αυτοί θέλουνε, και βάζουν αρχηγούς των κρατών αυτούς που θέλουνε. 
Και τώρα αντί κοτζαμπάσηδες τα μικρά αυτά κράτη έχουν υπουργούς και αντί πασάδες έχουν πρωθυπουργούς. 
Και πάλι στα μικρά κράτη γίνεται ότι θέλουν οι ιδρυτές τους (τα μεγάλα κράτη). 
Ένα τέτοιο κράτος είναι και η Ελλάδα. Όπου ο πρωθυπουργός έχει τη δύναμη που του δίνουν οι ξένοι οι οποίοι τον έκαναν πρωθυπουργό, ο πρωθυπουργός διορίζει τους υπουργούς-κοτζαμπάσηδές του, και όλοι αυτοί αρχίζουν να κλέβουν το λαό ελέω των ισχυρών που τους χρησιμοποιούν και που τους εξουσιάζουν. 
Πολλά από τα μεγάλα ονόματα της τουρκικής εποχής κρατάνε ακόμα το κοτζαμπασιλίκι. Άλλοι κοτζαμπάσηδες-υπουργοί αναδείχτηκαν αργότερα-είναι οι μοντέρνοι κοτζαμπάσηδες. Είναι αυτοί που απόκτησαν οικονομική δύναμη χάρη στις νέες οικονομικές συνθήκες που δημιούργησαν οι νέοι καιροί, αλλά που και αυτοί έχουν δώσει γην και ύδωρ στους έξω Μεγάλους, των οποίων παίρνουν την ευλογία και την άδεια για κάθε τι που σκαρώνουν να κάνουν στο κράτος που πρόκειται να διοικήσουν ή να δραστηριοποιηθούν γενικότερα. Στην Ελλάδα ας πούμε, για να γίνει κάποιος αρχικοτζαμπάσης, δηλαδή πρωθυπουργός σήμερα, πρέπει να έχει δώσει γην και ύδωρ στην Αμερική. Και αυτό το ξέρουν και οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι έλληνες, όμως για το τυπικό του πράγματος, κάθε αρχικοτζαμπάσης έλληνας πρν αναλάβει τα ηνία του κράτους, κάνει τη βόλτα του στην Αμερική, από όπου παίρνει και τυπικά την σχετική ευλογία. (Τελευταία συνηθίζεται να παίρνουν και την ευλογία και την συναίνεση και του Πάπα) 
Και από κει και πέρα κάνει πια ότι θέλει ο αρχικοτζαμπάσης, αρκεί με αυτό να συμφωνεί και το Μεγάλο Αφεντικό.  Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν, αυτό το ξέρουν όλοι, και όλοι υποτάσσονται στους ορισμένους από αυτόν τοπικούς άρχοντες αμίλητα, με αντάλλαγμα  να ψευτοζούν.

Και για όλα τα μικρά κράτη έτσι είναι.
Μα το θέμα με την Ελλάδα έχει μια ιδιαιτερότητα που την κάνει να είναι η χειρότερη περίπτωση κράτους όπου ο κοτζαμπασισμός και σήμερα ακόμα εξακολουθεί να υφίσταται σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, χωρίς να αφήνει περιθώρια για κάποια μεταβολή προς το καλύτερο όλα αυτά τα χρόνια.
Και αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η γεωγραφική θέση και κατάσταση της Ελλάδας-αυτού που αποκαλούμε σήμερα Ελλάδα. 
Δέστε την στο χάρτη. Δεν είναι σαν ένα νησί που από κάτω, δεξιά και αριστερά έχει θάλασσα και πάνω βουνά, δηλαδή ένα απομονωμένο μέρος;
Όποιος λαός και να ζούσε εδώ, ίδιος με τους έλληνες θα ήταν, δηλαδή τα ίδια χάλια θα είχε. 
Οι έλληνες βράζουν με το ζουμί τους, ξεκομμένοι από τους πολιτισμένους λαούς. 
Μένουν όπως ήταν ανέκαθεν, όπως τους έπλασε και τους διατήρησε η (για χιλιετηρίδες φυσικά)  απομόνωσή τους αυτή.
Από ποιούς να διδαχτούν; 
Ποιών άλλων τις προόδους να ακολουθήσουν;
Πώς να συμπορευτούν με άλλους λαούς; 
Ενώ δέστε την Ευρώπη.
Λαοί που δεν τους χωρίζουν ούτε βουνά ούτε θάλασσες. Και άραγε ό,τι καλό συμβαίνει στον ένα λαό, (ή, τα τελευταία χρόνια, στο ένα κράτος), είναι θέμα λίγων χιλιομέτρων ώσπου να το δει και να το υιοθετήσει ο άλλος λαός (ή κράτος). 
Οι έλληνες με ποιον να επικοινωνήσουν; Και έστω ότι με τα καράβια τους πάνε προς τα κάτω. Τι θα συναντήσουν εκεί; Την Αφρική. 
Να κάνουν προς τα πάνω, περνώντας έστω τα βουνά; Τότε θα βρεθούν σε Βούλγαρους και Αλβανούς.
Και αν πάνε προς τα ανατολικά; θα συναντήσουν τους λαούς της Ασίας. 
Ποιος θα τους έκανε ανθρώπους;
Να κάνουν δυτικά; Θάλασσα! Μα, θα μου πείτε: Η Ιταλία; Ναι, αφού περάσουν τη θάλασσα, θα έβρισκαν την Ιταλία. Μα ποια Ιταλία; Τη Νότια, που λίγο διέφερε για αιώνες από εμάς, αλλά που διαφέρει από την βόρια πολιτισμένη Ιταλία. 
(Εδέησε να πάρουν τα νησιά μας οι Ιταλοί για κάμποσο, ώστε να δώσουν μια ιδέα πολιτισμού στα Ιόνια νησιά και από αυτά να την μυρίσουν καιτα δυτικά μας παράλια.) 
Πουθενά δεν είχαν ούτε έχουν να πάνε οι Έλληνες ώστε να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Στα ίδια και στα ίδια θα μένουν. Στην αμορφωσιά και στον ραγιαδισμό τους. 
Γι αυτό είμαστε ό,τι είμαστε. Γγι αυτό έχουμε τα ίδια χάλια που πάντα είχαμε, και θα τα έχουμε για πάντα και γι αυτό θα βράζουμε με το ζουμί μας.
Αλλά δεν έφταναν αυτά. Είμαστε ο πάτος της κατσαρόλας Ευρώπη, που πάνω του μένει ό,τι δεν τρώγεται, ή είναι καμένο.
Αλλά και αυτό: κατά καιρούς, όσους ήθελαν να ξεφορτωθούν οι βασιλιάδες του Βυζαντίου, εδώ το έστελναν, κατά εκατοσταριές χιλιάδες μάλιστα. Και βέβαια δεν τους έστελναν εδώ γιατί ήσαν πολιτισμένοι.
Για να μην παρομοιάσω την Ελλάδα με το υπόγειο ενός σπιτιού, στο οποίο έχει μαζευτεί κάθε σαβούρα (το ολιγότερο…) των «απάνω»…
Αυτά, για να μην έχουμε απορίες όπως οι παρακάτω:
«Γιατί να μην είμαστε πολιτισμένοι κι εμείς;»
«Γιατί να μην έχουμε Παιδεία και Υγεία;»|
«Γιατί να κλέβουν οι πρωθυπουργοί μας, οι υπουργοί μας, και όλοι μας ο ένας τον άλλονε;»
«Γιατί να μην προοδεύουν οι άξιοι; Γιατί να μας ορίζει το ρουσφέτι; Γιατί να …..» 
Αυτα, για όσους δεν τα ήξεραν.

                                   ---------------

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ 

«ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
          

 Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ

Η Έμιλυ μου έπιασε  το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα!» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της  ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της  και με το πίσω μέρος του παπουτσιού  της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε  το χώμα.
 «Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο  φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Μπράβο! Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω στην Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.

 ΝΤΑΒΊΝΤ
(Γεωργιανός, φίλος)

Καλοκαιρινό απόβραδο.
Καθισμένοι στη φτωχική αυλή του βλέπαμε στον κομπιούτερ την πατρίδα του, τη Γεωργία.
Έτρωγε τα γλυκά που του πήγα για τα γενέθλιά του, απολαμβάνοντάς τα.
«Μπορώ μη τρώω…αλλά γκλυκά όλο τρώω όσα έχω…»
Τετραγωνισμένο πρόσωπο, αδρά χαρακτηριστικά, ψηλός και δυνατός. 
Μου θυμίζει τον συμπατριώτη του Στάλιν. 
Δεν δείχνει να έχει καμιά περηφάνια για την κοινή του καταγωγή με αυτόν.
Μορφωμένος. Χορογράφος και χορευτής στην πατρίδα του. 
Ήρθε εδώ με τη γυναίκα του για να δουλεύει για δεκαπέντε ευρώ όλη την ημέρα στους έλληνες.
Δεν παραπονιέται.
Μου βρίσκει και μου δείχνει στον κομπιούτερ του χορούς γεωργιανούς και ρώσικους.
Υπέροχο θέαμα. Όλο χάρη και όμορφο και θεμιτό νάζι από τις κοπέλες, και ήρεμα αντρίκια δύναμη και αγωνιστικότητα από τους άντρες.
Μία μύγα κάθεται μιά επάνω στα πρόσωπά μας, μιά επάνω στο στήθος της πρώτης χορεύτριας στην τηλεόραση που βρίσκεται μπροστά μας στην αυλή πάνω σε ένα τραπεζάκι.
Γύρω μας τα έντομα, που μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι υπήρχαν πριν από εμάς και ότι θα υπάρχουν και μετά.
Ο Νταβίντ μου δείχνει την εκκλησία της Κολχίδας. Εκατό μέτρα ύψος, χωρητικότητα πέντε χιλιάδες άτομα «μέσα μόνο!» 
Μου δείχνει τα ποτάμια της Γεωργίας με τα αλλόκοτα ονόματά τους. «Όλα πάει Μαύρη θάλασσα και ένα Κασπί… Μεγάλα ποτάμι και πολύ πολύ γρήγορο…»
Βλέπω τα ποτάμια στον χάρτη και τα νιώθω να κινούνται, να τρέχουν ορμητικά μέσα μου και να δροσίζουν τον καυτό αέρα.
Οι χορεύτριες ντυμένες τα πολύχρωμα ρούχα της πατρίδας τους και ανεμίζοντας πανέμορφα μαντήλια. «Μαντήλι!», του λέω, δείχνοντάς του ένα μέσα στη μικρή οθόνη.
Γεμάτος άδολο ενθουσιασμό: «Μαντήλι! Και Γεωργία μαντήλι λέμε!...»
«Γιατί άραγε λέμε και οι δύο το μαντήλι μαντήλι;» τον ρωτάω. Αφού καταλάβει τι εννοώ, με απόφαση και σιγουριά αρχίζει να μου μιλάει για την αργοναυτική εκστρατεία. Μου δείχνει την Κολχίδα και το Βένι, συνοικία της Κολχίδας όπου, χωρίς καμία αμφισβήτηση γι αυτόν, εκεί πήγαν και έδρασαν οι αργοναύτες.
Από κει ίσως το «μαντήλι», συμπεραίνει. Δεν ξέρω, όμως πολύ μου αρέσει η ιδέα της γεφύρωσης μιας τέτοιας χρονικής και εδαφικής απόστασης με μια λέξη…
«…Ιάσων…ήρθε πάρει το χρυσό…το golden…πώς λένε…το golden…Βένι!» (Ψάχνει αμίλητος υπομονετικά στον χάρτη, το βρίσκει) Εδώ! Εδώ ήρθαν! Πήραν γυναίκα Μεντέα… Χίλια εννιακόσα ογδοντα δύο ήρθαν έλληνες Κολχίδα με ίδιο καράβι…»
Η ώρα περνάει.
Δέκα παρά είκοσι. Σηκώνομαι και με αλαφριά αλλά και βαριά καρδιά τον αφήνω. «Είναι ώρα να πας να πάρεις την Άννα.»
Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. «Χτες είχα οικογένεια γιορτή…εγώ σαράντα οκτώ χρόνια…» Του εύχομαι πάλι χρόνια πολλά και βγαίνω στην κάψα και στην βρωμιά των δρόμων της πόλης μου.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ 2011 

Καλήν ημέραν άρχοντες
και βγάλτε το σκασμό σας
τα που σας πρέπουν κάλαντα
να πω στ’ αρχοντικό σας.

Γιατί για τα Χριστούγεννα
τα φετινά, άλλα πρέπει
να είναι όσα θα ειπωθούν
κι όχι τα ως πάλαι έπη.

Γιατί η Κρίση μέστωσε
στων Αθηνών την πόλη-
και ας κοιμάται ο λαός 
μα η φύση κλαίει όλη.

Και μια σπηλιά της Βηθλεέμ 
η Αθήνα έχει γίνει
έλληνες-βόδια αφού κι αυτή
αισίως εντός της κλείνει.

Βόδια που δέχονται βουβά
και ζεύγλα και βουκέντρα
ενώ γι αυτά δακρύζουνε
πουλιά, λουλούδια, δέντρα.

Και με Ιωσήφ πια Όλι Ρεν,
τη Μέρκελ Παναγία,
αντίο χριστουγεννιάτικες
και λάμψη και μαγεία.

Κι αντί των μάγων των γνωστών,
μια φτώχεια ως τα μπούνια
μάγοι άλλοι μας εφέρανε:
Τρισέ, Στρος Καν, Αλμούνια. 


Γεια σας λοιπόν πολιτικοί
που γλωσσοκοπανάτε 
για να δικιολογήσετε 
τα όσα μας βουτάτε.

Που οχυρωμένοι πίσω από 
τον καπιταλισμό σας 
το κάθε ευρώ μας κάνετε 
κεφάλαιο δικό σας.

Γεια σου και σε Γιωργάκη μου
που είπες λεφτά υπάρχουν
κι οι έλληνες για να τα βρουν 
ακόμα οι δόλιοι ψάχουν.

Γεια σου Γιωργάκη που μυαλό
δεν έχεις στο κεφάλι
γι αυτό και πονοκέφαλους 
δεν έχεις, ούτε ζάλη. 

Πρωθυπουργό που σ’ έκανε 
όχι η ικανότητά σου
αλλά το τάχα καθαρό-
μα βρώμικο-όνομά σου.

Και όπως ο παππούλης σου 
για μια πρωθυπουργία
αλυσωτούς μας πέταξε- 
ο αλήτης- στην Αγγλία,

και όπως ο μπαμπάκας σου 
πρωθυπουργός για να ’ναι
μες στην ΕΟΚ μας πέταξε
και πέρα οι άλλοι πάνε,

έτσι κι εσύ πειθόμενος 
τοις ρήμασι τοις κείνων
το αίμα όλο ερούφηξες 
των δόλιων των ελλήνων.

Και ξέρεις «κείνοι» ποιοι είναι δα:
οι φίλοι οι πλούσιοί σου
που σ’ έχουν καραγκιόζη τους 
για να γελούν μαζί σου.

Μα ζώντας συ στον κόσμο σου
και στην κοντή θωριά σου
δεν βλέπεις όσα γίνονται 
γύρω, μπροστά, κοντά σου.

Μόνο με το ανέκφραστο
μιλάς βλακώδες σου ύφος
και είναι για τους έλληνες 
τα λόγια σου σαν γρίφος.

Μα μη σε νοιάζει Γιώργο μου 
που να μιλάς δεν ξέρεις.
Μ’ επιμονή κι υπομονή 
κι αυτό θα καταφέρεις…

Συ, άσχετος πολιτικής,
Κόμματος άρχεις τώρα-
θα σου γλιτώσουν μιας εκεί
Γραμματικής τα δώρα;

Και σε ακούει ο λαός 
και ήσυχον σ’ αφήνει
αντί-γιατ’ ειν' ανόητος-
το στόμα να σου κλείνει.

Γεια σου Γιωργάκη μιαρέ 
μαέστρο της ρεμούλας 
που με τις σάρκες τρέφεσαι 
μίας Ελλάδας δούλας.

Που αρσακειάδα είσαι μπρος 
στον Πρόεδρο της χώρας 
μα στο λαό λαύρος ορμάς 
μετά μεγάλης φόρας,

και μπαίνεις μες στο σπίτι του
και τονε κατακλέβεις
γι αυτό κι απ’ την καρέκλα σου 
αρνιόσουν να κατέβεις.

Καλή σου μέραν άρχοντα 
που όλο το σκυλολόι
το μάζεψες και το ’βαλες 
απύλωτα να τρώει.

Είσαστε περισπούδαστοι 
όλοι θεατρινίσκοι.
Όποιος σηκώσει ό,τι βρωμά, 
σάς αποκάτου βρίσκει.

Γεια σου αγέλαστο ρομπότ
μαμούχαλε Γιωργάκη
που ο θεός δε σου ’δωσε
τόσο έστω μυαλουδάκι,

μα σου ’δωσε ένα όνομα 
και συ μ’ αυτό για ξύλο
και δείχνοντας πρωτόφαντο
και μέγα ένα ζήλο

όλα ρημάδια τα ’κανες 
χτυπώντας γύρω αράδα 
και δυστυχία κατάφερες 
να φέρεις στην Ελλάδα.

Που δεν το νιώθεις οι ευρωπαίοι
γερά πως σε δουλεύουν 
και ότι τύπους σαν και σε 
να έβρουνε γυρεύουν,

που λένε "vαι" και "μάλιστα" 
και πάντα υπάκουοι είναι 
όταν οι φράγκοι θα τους λέν 
"γυάλισε!", "σκάψε!", "πλύνε!",

μόνο για μέγιστη τιμή 
το έχεις να σου δίνουν 
φράγκικα χέρια καρπαζιές 
που πιο θα σε κοντύνουν.

Και που ηλίθιος ή άτιμος 
ή βλάκας να ’σαι πρέπει
απ’ την κλεψιά όλη η κλίκα σου 
γεμάτη να ’χει τσέπη,

και συ να κάνεις σαν να μη 
χαμπάρι το 'χεις πάρει: 
δεν ήσουν για πρωθυπουργός
και μη γυρεύεις χάρη

λέγοντας "δεν το ήξερα"- 
ποιος τότε θα το ξέρει; :
τα δάχτυλα ό,τι κάνουνε 
το αγνοεί το χέρι;


Γεια σου και όποιε υπουργέ 
που έναν παρά δε δίνεις 
για τίποτα, μόνο κοιτάς, 
αρπάς και καταπίνεις.

Και διόλου δε σκοτίζεσαι, 
γιατί καλά γνωρίζεις 
ότι αρκεί να εκλεγείς 
και ύστερα αλωνίζεις

σε πορτοφόλια αλλότρια 
και περιβόλια ξένα,
χωρίς ποτέ λογαριασμό 
να δίνεις σε κανέναν.

Κοιμήσου ήσυχα. Όλοι αυτοί 
που κλέβουνε μαζί σου 
σαν μέλισσες βασίλισσα 
φυλάνε τη ζωή σου. 

Γιατί αν τους πάθεις τίποτα 
και μέσα μπεις στην κάσα 
αμέσως τότε κόβεται 
και η δική τους μάσα.


Καλήν ημέρα Μέρκελ μου
που άρχεις της Ευρώπης
μα που όλα τα κατάντησες –
κατά πως λεν- της Πόπης...

Που το τιμόνι άρπαξες 
εσύ της Ευρωζώνης
κι οι άλλοι ας μένουν πίσω σου 
όμως εσύ γκαζώνεις.

Κι ο κακομοίρης Σαρκοζί
απ’ τη φούστα σου κρεμιέται
κι έτσι γελιέται ο φουκαράς 
πως για ίσος σου περνιέται…

Γεια σου και Βενιζέλε μας 
με το Οικονομικών σου,
που όμως φτερά δε σου ’δωσε
μα σου ’γινε ο χαμός σου.


Και συ Καρατζαφέρη μου 
τη ρότα μην αλλάζεις
και την Κωνσταντινούπολη
απ’ τη σκέψη σου μη βγάζεις.

Και τον ναυτίλο Άδωνι
Φλαντανελλά ειπέ τον
κι ενάντια στην τουρκική 
Πόλη ξαμόλησέ τον.


Ως για σε Τσίπρα τράβα μπρος.
Έτσι που ειν’ όλοι αχρείοι
πρωθυπουργό-αλίμονο!-
η Ελλάδα μας σε χρίει.


Καλήν ημέραν άρχοντες
που η αξία σας όλη
είναι ό,τι μας επήρατε 
από το πορτοφόλι.

Γειά σας που οι καρέκλες σας 
τόσο ένα είναι μαζί σας 
που πάνω τους σα φύγετε 
θα μείνει το πετσί σας.

Που όλα ισοπεδώσατε
κι έτσι έχετε ρημάξει
που Ηρακλής χρειάζεται
να βάλει κάποια τάξη.

Γεια και χαρά σας άρχοντες 
που αντίς αρχοντιλίκι 
ολόγιομο καθένας σας 
μ' ακαθαρσίες καθήκι..

Γελοίοι! τάχα που ήρθατε 
τη φτώχεια να ταϊστε 
κι αντίς γι αυτό τη γδύσατε 
πλούσια εσείς να ζήστε.

Με δέκα που μασούσατε 
ακούραστες μασέλες 
στου έρμου λαού τον κορβανά 
κολλώντας σαν αβδέλλες.

Που τόσο χώρα έχετε σεις 
και κόμματα ταυτίσει, 
που την πατρίδα έχουμε 
την ίδια μας μισήσει.

Που διοίκηση για σας θα πει 
κλεψιά και αγυρτεία
κι αντί για κύριοι νά 'σαστε 
είσαστε αλητεία. 

Μα ήρθε το τέλος σας αισχροί!
Τίποτα δε σας σώζει!
Μαύρο κοράκι του Χαμού –
ακούτε;-η νιότη κρώζει!

Καλήν ημέρα να σας πω;
Όμως εσείς οι ίδιοι
του Άδη πόρτα ανοίξατε 
με χρήμα γι αντικλείδι.

Δε θα σας πω άλλο τίποτα.
Ό,τι ν’ ακούστε είστ’ άξιοι
επάνω απ’ τα κουφάρια σας 
ο Λαός θα το φωνάξει.

Γεια σου κι εσύ πόρνη τιβι
που όσοι δημοσιογράφοι, 
από τα χέρια του Λαού 
ν’ απολυθούν τους γράφει.

Που απ’ τα πολλά παράθυρα 
που ανοίγεις χρόνια τώρα
γερά επούντιασε και ιδού!
αρρώστησε όλ’ η χώρα.


(Και συ πού είσσι Πάγκαλε; 
Έλα να με βοηθήσεις
κι εγώ όσους δεν έβρισα 
έλα εσύ να βρίσεις!..)

Καλήν ημέρα υπουργέ 
της άμοιρης Παιδείας 
τα όρια που ξεπέρασε
πλέον και της αηδίας

κι όταν ακούμε να μιλούν 
γι αυτήν, δεν αντιδρούμε, 
γιατί άλλο δεν προσμένουμε 
χειρότερο να δούμε.


Καλήν ημέρα σου Άκη μου 
που αν ζούσε ο Μουσολίνι 
στη γελοιότητά σου μπρος 
το γόνυ θα είχε κλίνει

και στην μεγαλοπρέπεια 
των χειρονομιών σου 
σα γρίπη ενώπιον θα 'νιωθε 
βαρείας κάποιας νόσου.

Καλή σου μέρα που λεφτά 
μας στοίχισαν τα όπλα
τριπλάσια με όσα εφάρμοσες
για να μασήσεις κόλπα.


Καλήν ημέραν άρχοντες 
κι αν είναι ορισμός σας 
πως πλέον πάει, ξοφλήσατε,
να πω στ' αρχοντικό σας.

Γεια σας και να μας γράφετε 
καμιάν επιστολή 
μιας και στα πορτοφόλια σας 
θα λείψουμε πολύ.


Γεια σου ΠΑΣΟΚ που έδωσες 
της μάσας τη σκυτάλη 
να φάει λίγο κι η «Δεκσά» 
και πια την πήρες πάλι

για ν’αποσώσει το ΠΑΣΟΚ
αυτό που είχε αρχίσει:
το κράτος που εδιάλυσε
να το αποδιαλύσει.


Γεια σας και σας ω! φοιτητές!
που όλα σας τα ’χουν πάρει
και που ένα ξεροκόμματο 
σας δίνουνε για χάρη.

Και σεις γι αυτό τι κάνετε;
Τίποτα! Μια απραξία
η μόνη σας αντίδραση
και μια αδιαφορία.

Πιύ ’ναι οι ώρες ξεγνιασιάς; 
πού η ανεμελιά σας;
Της νιότης πού οι τρέλες σας;
Και πού-πού η χαρά σας;

Ούτε βιβλία δεν έχετε. 
Κλεμμένα είναι μακριά σας
κι ολοθλιμμένα σας κοιτούν
κι αυτά και τα όνειρά σας.

Λοιπόν έτσι θα κάθεστε; 
Ανήμποροι σεις είστε;
Εμπρός! Σκωθείτε! Τρέξετε!
Ορμήστε! Πολεμήστε!

Πίσω ξανά σεις πάρτε τα!
Με πάθος διεκδικείστε
αυτό που σας στερήσανε!
Και φειδωλοί μην είστε:

σε όποια πράξη ενάντια τους 
σας σπρώχνει η θεία ορμή σας,
οι αδικημένοι όπου γης 
παλεύουνε μαζί σας.

Ορμή! Απαίτηση! Φωνή!
Κι εκείνες αν δε φτάσουν,
τότε τα χέρια σας, Καλοί,
μαχαίρι! όπλο! ας πιάσουν!

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα Ξόανα τότε ειν΄άχρηστα-
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Της Νίκης το συντρόφεμα 
φίλοι για να κερδίστε
Δε θέλει κανακέματα 
και γλύψιμο όπου φτύστε.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα: Θέλει πόλεμο!
Θέλει ζωές να σβήστε!

Θέλει στα μάτια φλόγισμα!
Θέλει στο χέρι αξιότη!
Θέλει την άκρατην ορμή 
της νιότης σας την πρώτη!

Θέλει αλήθειες να ειπωθούν-
αλήθειες που ν’ αστράψουν
και κάθε σάπιο και μιαρό
αλύπητες, να κάψουν.

Ελεύτεροι να ζήσετε!-
κι αυτό το κάνει ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
η Δόξα να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Κανόνες που εθέσπισαν 
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
για πάντα θα μετράτε.

Μικρέ ή μεγάλε σπουδαστή
η ώρα σου έχει έρθει-
και πια-κι ας θες-δεν κρύβεται
η ιερή σου μέθη.

Το κράτος τους συθέμελα 
να τρέμει αν δεν το κάνεις
ζήτουλας τότε κι έζησες,
ζήτουλας θα πεθάνεις.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δεν γίνεις στο πλευρό τους
τότε νερό είσαι γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δεν σταματάει ο τρόμος.

Από τα νιάτα δεν ζητά 
ο λαός μακάριον ύπνο. 
Ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο με όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε 
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Και θέλει ωμή τη βία.

Εβγάτε και αστράψετε 
μον’ νιάτα όπως μπορούνε:
που ως και τ΄ αστέρια όταν σας δουν 
κι εκείνα να ντραπούνε!

Τώρα δεν έχει μαθητές.
Τώρα δεν έχει νέους-
τώρα έχει μόνο μαχητές-
Μεστούς! Τραχιούς! Ωραίους!

Για να φλογίσει, νέοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-η Αχόρταστη!-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.



Γεια και οι τρακόσοι της Βουλής 
που η χώρα θα σωνόταν
μον’ αν καθένας από σας 
ευθύς ξεπαστρευόταν.


Καληνημέρα βομβιστές –
λιοντάρια δίχως χήτη-
προσέξτε μη απ' τις βόμβες σας 
ανοίξει καμιά μύτη…

Κι αφήστε τους ανέμυαλους 
εκείνους καμικάζι-
παλαιστινίους κι ιρακινούς-
το αίμα τους που βράζει,

να πάνε να σκοτώνουνε 
κι άλλους και τον εαυτό τους-
λαοί αυτοί είναι βάρβαροι 
καλούς δεν έχουν τρόπους,

και -οι άξεστοι- αφανίζουνε
τους εκμεταλλευτές τους. 
Γι αυτούς καμία ποίηση 
δεν θα 'χει αναπαίστους.

Ενώ για σας, τους ευγενείς, 
που φέρεστε ανθρωπίνως 
πολλά ποιήματα κρατεί 
των ποιητών το σμήνος,

Και ξέρετε-ω θεοσεβείς 
πολιτισμένοι φίλοι;
Στις βόμβες σας μη βάλετε 
λέω, ξανά, φυτίλι,

μα ένα μαγνητόφωνο.
Κι όσοι από κει περνούνε 
αντί για κρότους βάρβαρους
"μπαμ!" μια φωνή ν’ ακούνε!..


Καληνημέρα Ευρώπη συ
που ενώνεσαι ολοένα 
μ’ ακόμα είναι τα κράτη σου 
ανάμεσά τους ξένα.

Και τρώγονται ποιο πιότερο 
θα κλέψει από τ' άλλο 
και που –τυχαίως...-τρώει καλά 
πάντα το πιο μεγάλο…


Καλήν ημέρα Κου Κου Ε 
που στη Βουλή όταν μπήκες 
πια όχι όπως ήξερες 
αλλά όπως τα βρήκες.


Γεια σου Ελλάδα που όλοι σου 
οι πολιτικοί «τα πιάνουν» 
και βίλλες χτίζουν κι όμορφη
ζωή και πλούσια κάνουν.


Καλήν ημέρα ιερείς, 
ληστές του λαού με γάντια
που ευθύνη έχετε τρανή 
στης χώρας την κατάντια

και που αν τα ράσα βγάζατε 
και παύατε το ψέμα
νέο και ολοζώντανο
θα ’βαζε η χώρα αίμα.

Γεια σου Εκκλησά πόρνη γριά
και πολυστοματούσα
όπου αμπέλια εσύ τρυγάς 
είτε φτωχά είτε πλούσ’α

και δυναμώνεις και πολύ 
περσότερο ληστεύεις
και δεν σε νοιάζει σ’ οποιανής 
δίχτυα κι αν πέφτεις χλεύης.

Γεια σου Εκκλησία βδέλυγμα!
Κοράκι του θανάτου!
Που είναι για σένα η ζωή 
στέρνας χρυσός απάτου.

Κι όλο ρουφάς κι όλο μασάς
και όλο και χοντραίνεις
κι άμετρα ας έχεις θύματα
και πάλι δε χορταίνεις.

Γεια σου Εκκλησά που του θεού 
τις σάρκες συ ξεσχίζεις
και τον Παράδεισο πουλάς 
και Κόλαση κερδίζεις.

Γεια σου Εκκλησία ύαινα
που όχι των ζωντανώνε
μα και νεκρούς σα βρίσκεις, τρως
τις σάρκες και κεινώνε.

Γεια σου Εκκλησά που όπου δεις 
πόνο και δυστυχία 
πουλάς νεράκι καθαρό
για μια περιουσία.

Γεια σου Εκκλησά, Μοίρα κακή 
του άμοιρου τ' ανθρώπου-
ανθρώπου γέρου ή μικρού-
ανθρώπου όποιου τόπου,

που αν υπήρχε διάβολος
θα 'σασταν συνεταίροι 
αρκεί και μες στην Κόλαση 
νσ 'ταν να βάλεις χέρι. 


Γεια σου Αβραμόπουλε και συ
της Αρκαδίας τζιμάνι
που δέκα η αγυρτεία σου 
κι η αλήθεια σου μια κάνει.

Οι χίτες σε ψηφίσανε 
κι οι ταγματασφαλίτες
της Τρίπολης, που μέσα της 
κρυφτήκαν -οι αλήτες-

όταν του Εμφύλιου κόπασε 
η λαύρα και η πύρα, 
γι αυτό και μυρωμένος συ 
με τέτοια είσαι μύρα.

Γεια σου επισκόπου η θωριά 
κι η μυλωνά καρδία:
δούλευε-δούλε-δούλευε 
το λαό μας με μανία.

Στη γη επάνω βρέθηκες,
κάτι να κάνεις πρέπει.
Και κάνεις: τη γεμάτη σου 
ταϊζεις ακόμα τσέπη.


Γεια σας και πάλι ω! υπουργοί 
της Εθνικής Αμύνης
που ούτε σας τα τρισέγγονα 
δεν θα χαθούν εκ πείνης,

αφού απ’ όσα γι αγορές 
στους ευρωπαίους σκάζετε
δύο φορές περσότερα 
στη μέσα τσέπη βάζετε.


Καλήν ημέρα πρόεδρε 
και σένα της Βουλής μας
του Καταγώγιου αυτού ληστών
και διαφθοράς και μίζας.

Κάπελας είσαι άριστος:
σ’ ένα μπουρδέλο πρέπει 
μία τσατσά καθώς εσύ 
που όλα να τα βλέπει, 

και όλα με την πορνική 
την αύρα να τα ντύνει
ώστε απ’ αυτόν τον τζερτζελέ 
να κονομάει και κείνη.


Καλήν ημέρα και χρηστοί,
θείοι βιομήχανοί μας 
που το δαιμόνιο σ’κώνετε 
στα ύψη της φυλής μας

και όταν κάτι πάει στραβά 
κι έχετε γκίνιες, τότε
τους αστακούς αφήνετε 
κι εργαζομένους τρώτε.


Όμως πολλά τα έγραψα
κι ειν’ ώρα να τελειώνω
ώστε να γράψω κάτι τι 
και για τον νέο χρόνο.

Λοιπόν καλά Χριστούγεννα 
εύχομαι σ’ όλους τώρα.
Του χρόνου πάλι-ως τότε αν
υπάρχει ετούτη η χώρα. 

Κι εδώ που τραγουδήσαμε 
η πέτρα έχει ραϊσει 
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
γρήγορα θα λακίσει.

                -----

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

 Φίλε Τραμπ, απεμπλέξου, αλλιώς η Δύση θα πάθει ανήκεστη βλάβη.
Το Ιράν δεν είναι Εράν.