Ο ΣΤΑΥΡΌΣ
Στο κάτασπρο το στήθος σου το ποθοπλανταγμένο
ένας σταυρός κρεμότανε με τον εσταυρωμένο.
Κι αναρωτήθηκα γιατί στους τόσους του μπελάδες
να τον παιδεύουν το Χριστό τώρα κι οι συμπληγάδες.
Μα όταν έσκυψα να δω επάνω στον σταυρό του
να 'ναι αναψοκόκκινο είδα το πρόσωπό του
κι αντί να είναι η όψη του άφατα πονεμένη
την είδα με αγαλλίαση να 'ναι στεφανωμένη.
Τα μάτια του μισόκλειστα΄ κι εσειόταν το κορμί του
σαν ο σεισμός να έγινε προτού από τη θανή του.
Κι οι βόγγοι που εβγαίνανε απ' τα φρυγμένα χείλη
γι άλλην μιλούσανε παρά για την Ουράνια Πύλη.
Και μέσα κει στα στήθη σου τα παντοβόρα, είδα
να 'ναι πιασμένος ο Χριστός στην ίδια την παγίδα
στην ίδια να φλογίζεται φωτιά που τον καθένα
καίει στη γη επάνω αυτήν ως έκαψε και μένα.
Για μένα ετούτος ήτανε ο πλάστης και θεός μου
κι αυτόνε ξέρω μόνο εγώ για ποιητή του κόσμου
εκείνου εικόνα είμαστε όλοι κι ομοίωσή του
στον ίδιο σταυρωνόμαστε σταυρό κι εμείς μαζί του.
Και όρκο παίρνω πως μετά το κορμομάχημά του
λίγο πριν πάψει να χτυπά για πάντα η καρδιά του-
και όρκο παίρνω λέω ξανά-δεν είναι εικασία
πως είχε το "Τετέλεσται" μιαν άλλη σημασία.
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
ΤΗ ΓΑΤΑ
Χάιδευες με το πόδι σου τη γάτα.
Το πόδι σου γυμνό. Η γάτα ύπτια.
Τα δάχτυλά σου ανάβαν τα κροκάτα
στου ζώου τα γοργά τα καρδιοχτύπια.
Με τ' όλασπρο, αβρό, γυμνό σου πόδι
εχάιδευες το τρίχωμα της γάτας.
Το γόνυ σου λαμπύριζε σαν ρόδι
κι έτρεμε το κορμί της χρυσομάτας.
Μ' αθώες, ταχα αδιάφορες κινήσεις
εχάιδευες τη γάτα σου τη μαύρη.
Απόψε κι αν ανάπαψη ζητήσεις
ούτε κι εσύ ούτε και κείνη θα 'βρει.
Βελούδι σε φιλί με το βελούδι
και πες ποιο εφιλιόνταν-ποιο εφίλα;-
το χνούδι αγκαλιασμένο με το χνούδι-
ποιανού η πιο μεγάλη ανατριχίλα;…
Εχάιδευες τη γάτα. Η ματιά σου
Θολή από τη θύελλα που νιώθεις.
Και τρέμουνε τα χείλη τ' ανοιχτά σου-
Ματαία η προσοχή σου: επροδόθης.
ΤΑ KΕΦΑΛΑΚΙΑ
Σαν την ψυχή νιογέννητου παιδιού, πριν τη μολύνει
ούτε της πείνας τ' άγγιγμα' πριν τη λερώσει ακόμα
ο πόθος για το νοιώσιμο της ρόγας μες στο στόμα,
έτσι αγνά τα στήθη σου μου μοιάζουνε με κείνη.
Χαρτί που μόλις έχει βγει απ' το τυπογραφείο
λευκό, ακόμα πριν το δει ούτε ποιητή το μάτι
και να 'χει ο νους του πάνω του σκεφτεί να γράψει κάτι,
τα πάλλευκα έτσι στήθη σου φαντάζουνε τα δύο.
Και σαν βουνά την όμορφη τη γη μας που στολίζουν,
κι ενώ το ηφαίστιο μέσα τους ασίγαστα κοχλάζει
εν' αεράκι δροσερό τη ράχη τους δοξάζει,
έτσι και κείνα καίγονται κι έτσι κι αυτά δροσίζουν.
Κι έτσι σφιχτά κι έτσι κρουστά κι έτσι σαν φιλντισένια
μόνο στου νου το τάνυσμα μπορούν να παρομοιάσουν
λίγο προτού οι ιδέες του που πάνε να τον σπάσουν
διέξοδο στα έλη της χαράς βρούνε τα τιποτένια.
Και σαν παιδιά. Σαν δυο μικρά, λαμπρά, γλυκά παιδάκια
που μια πηδούν ακράτηγα και τρέχουν και 'λαφιάζουν,
μια βαριεστούν και στέκουνε κι άτονα ησυχάζουν,
και μια πεισμώνουν και γυρνούν αλλού τα κεφαλάκια.
ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ
Η μουρμούρα απ' την παρέα
σ' αποκοίμισε χτες βράδυ,
και δοθήκαν στον Ορφέα
της σαγήνης σου οι βάρδοι.
Η καρέκλα σου αγαλλιάζει
από τ' άγγιγμα το θείο
και λιπόθυμη αγκαλιάζει
το πολύτιμο φορτίο.
Αλλά κι έτσι κοιμισμένη
δε γινόταν να μη μ' έλκεις:
τα ποδάκια, έτσι αφημένη,
σταυρωτά καθώς τα πλέκεις,
τους μηρούς σου η κουβέρτα
στους αφήνει ακαλύπτους
και γεμίζει ο τόπος κέδρα
και γεμίζει ευκαλύπτους.
Και στα δάση μέσα σειώνται
Νύμφες, Σάτυροι και Φαύνοι
κι απ' τα γέλια τους δονούνται
οι γλουτοί σου οι δυο οι λάγνοι.
Και στο βάθος βάθος βάθος
στη μεσόγλουτη σχισμή
που τη δέρνουνε με πάθος
καταιγίδες και σεισμοί
καταργούνται τα ερέβη,
η Εδέμ αναγεννάται
κι α! η Εύα θριαμβεύει
το κορμί σου όταν κοιμάται.
ΑΡΡΩΣΤΗ
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;
Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη΄
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
-----