Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

  Ο ΘΡΗΝΟΣ



Τόπος: Λος Άντζελες, σπίτι του Άρβάζ (δωμάτιο με κουζίνα)
Χρόνος:1996.
Πρόσωπα του έργου: Λέσλυ, Αρβάζ.  

ΑΡΒΑΖ
(ανοίγοντας την πόρτα)
Πέρασε.
ΛΕΣΛΥ
(περνάει)
Ευχαριστώ.
ΑΡΒΑΖ
Βολέψου. Κάθισε.
ΛΕΣΛΥ
(παραξενεμένη)
Δε θα ξαπλώσουμε;
ΑΡΒΑΖ
(ήρεμα, σοβαρά)
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Να γδυθώ;
ΑΡΒΑΖ
Όχι. Κάθισε.
(Η Λέσλυ κάθεται)
Πόσων χρονών είσαι;
ΛΕΣΛΥ
Εικοσιοχτώ.
ΑΡΒΑΖ
Ρώτησέ με κι εμένα πόσων χρονών είμαι.
ΛΕΣΛΥ
Δε μ’ ενδιαφέρει. Και ογδόντα να ήσουνα μ’ αρέσεις. Ειδικότητά μου είναι οι μεγάλοι άντρες.
(Πάει κοντά του και τον χαϊδεύει)
Έλα μωρό μου, πάμε στο κρεβάτι, είμαι καλή, θα δεις…
ΑΡΒΑΖ
Όχι, κάθισε σε παρακαλώ.
ΛΕΣΛΥ
Έλα… έλα…
ΑΡΒΑΖ
Σε παρακαλώ, δε σε θέλω γι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
(έκπληκτη)
Δε με θέλεις γι αυτό;…
ΑΡΒΑΖ
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Δεν καταλαβαίνω. Τότε γιατί με θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Θα σου πω. Αλλά δε μου δίνεις την ευκαιρία. Κάτσε. Ησύχασε.
ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Άκου φίλε, εγώ θα κάτσω αφού το θέλεις. Όμως έχει περάσει κιόλας ένα τέταρτο της ώρας. Δε θέλω να μου λες ύστερα πως δεν έκανες τίποτα και δεν πληρώνεις.
ΑΡΒΑΖ
Πώς σε λένε;
ΛΕΣΛΥ
Λέσλυ. Το άκουσες αυτό που σου είπα;
ΑΡΒΑΖ
Το άκουσα. Το ήξερα όμως. Μη φοβάσαι, τα λεφτά σου θα τα πάρεις με το παραπάνω.
ΛΕΣΛΥ
Έτσι είναι καλλίτερα. Λοιπόν… τι θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Εκείνο που θέλω μπορεί και να κρατήσει πάνω κι από μιαν ώρα. Έχεις καιρό;
ΛΕΣΛΥ
Άκου φίλε…
ΑΡΒΑΖ
Δε θέλεις να μάθεις τ’ όνομά μου;
ΛΕΣΛΥ
Τι σημασία έχει..
ΑΡΒΑΖ
Έχει. Ρώτησέ με τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί;..
ΑΡΒΑΖ
Πρέπει, για τη δουλειά μας. Σε παρακαλώ, ρώτησε τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Πώς σε λένε;
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ. Λοιπόν σε παρακαλώ να μη με ξαναπείς «φίλε». Να με λες Αρβάζ.
ΛΕΣΛΥ
Σύμφωνοι. Λοιπόν Αρβάζ, εγώ καιρό έχω, αλλά για κάθε ώρα παίρνω διακόσα δολάρια.
ΑΡΒΑΖ
Λέσλυ, σου είπα, θα πληρωθείς.
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει Αρβάζ. Όμως πολύ μυστηριώδης είσαι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάνουμε εδώ μέσα αν όχι αυτό.
ΑΡΒΑΖ
Άκου Λέσλυ. Είναι κάτι που δεν έχει σχέση με το επάγγελμά σου. Λίγη υπομονή σε παρακαλώ. Ας γίνουν όλα όπως τα θέλω εγώ, μιας και… μιας και… μιας και σε πληρώνω. Τι λες:
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει. Ό,τι πεις μωρό μου.
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ!
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι πεις Αρβάζ. Μήπως είσαι ζωγράφος και με θέλεις για να ποζάρω;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, δεν είναι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
Καλά. Δεν ξαναρωτάω. Αλλά μιας και καθόμαστε ας πιούμε ένα ποτό. Θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Καλή ιδέα. Θα έχει κάτι στην κουζίνα.
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι να ’ναι… μια κόκα κόλα…
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα κάτι.
(Πηγαίνει στην κουζίνα)
ΛΕΣΛΥ
Από πού είσαι;
ΑΡΒΑΖ
Από το Ιράν.
ΛΕΣΛΥ
Πότε ήρθες εδώ;
ΑΡΒΑΖ
Έχω δέκα χρόνια.
ΛΕΣΛΥ
Σου αρέσει η Αμερική;
ΑΡΒΑΖ
Και ναι και όχι.
ΛΕΣΛΥ
Είναι διαφορετικά στο Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Ω! Πολύ!
(Φέρνει τα ποτά)
Πες μου Λέσλυ, γιατί μου τα ρωτάς όλα αυτά;
ΛΕΣΛΥ
Δεν ξέρω… για να πούμε κάτι…
ΑΡΒΑΖ
Έχεις δίκιο. Όμως πρέπει αυτά που λέμε να τα νιώθουμε. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: να σε καίει μέσα σου ο πόθος να πεις αυτό που έχεις να πεις. Όταν με ρωτάς κάτι να το κάνεις όχι γιατί είσαι κοντά μου επειδή πληρώνεσαι, αλλά γιατί πραγματικά θέλεις να μάθεις. Σαν να ’σαι κοντά μου χρόνια και είδες κάτι ασυνήθιστο σε μένα και ρωτάς όλο ενδιαφέρον και ανησυχία.
ΛΕΣΛΥ
Σαν να ήμασταν παντρεμένοι;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, όχι, κάθε άλλο εκτός απ’ αυτό. Σαν να ήμασταν εραστές.
ΛΕΣΛΥ
Εραστές χωρίς έρωτα;
ΑΡΒΑΖ
Σου είπα-σαν να είμαστε.
ΛΕΣΛΥ
Τότε και το ενδιαφέρον μου θα είναι σαν να ήταν ενδιαφέρον.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό αρκεί. Ναι. Όμως έτσι που αν κάποιος μας έβλεπε να μην μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Να νομίζει πως αισθάνεσαι βαθιά ό,τι λες και κάνεις.
ΛΕΣΛΥ
(Γελώντας)
Ο πελάτης έχει πάντοτε δίκιο.
ΑΡΒΑΖ
Και ξέχασε ότι είμαι πελάτης. Ξέρεις τίποτα από ηθοποιία;
ΛΕΣΛΥ
Πήρα μαθήματα για ένα φεγγάρι…
ΑΡΒΑΖ
Ωραία. Μπράβο. Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί όλα αυτά; Πες μου…
ΑΡΒΑΖ
Είπαμε-όλα με τη σειρά τους.
ΛΕΣΛΥ
Έχεις δίκιο. Λοιπόν… πού μείναμε;
ΑΡΒΑΖ
Έλεγα πως όταν μου μιλάς πρέπει να μου μιλάς με ενδιαφέρον και με πόνο. Και με αλήθεια.
ΛΕΣΛΥ
Μα είπαμε πως όλα αυτά είναι ψέματα.
ΑΡΒΑΖ
Την αλήθεια μπορείς να τη βρεις μόνο μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
(με ενδιαφέρον)
Πώς το είπες αυτό;
ΑΡΒΑΖ
Είπα πως η αλήθεια βρίσκεται μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
Τι μου θύμισες…
ΑΡΒΑΖ
ΤΙ;
ΛΕΣΛΥ
Χρόνια πολλά πριν, μπορεί και δεκαοχτώ, ο πατέρας ενός φίλου πήγε στο θέατρο με το γιο του και με μένα. Απ’ όλη την παράσταση μου ’μεινε μια φράση που είπε ο μάγος στην πριγκίπισσα: «Αλήθεια είναι το ψέμα». Τι κουταμάρα, είχα σκεφτεί τότε. Αρβάζ, έχεις προσέξει πως μερικά πράγματα για να τα νιώσουμε πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Με την προϋπόθεση πως θα τριγυρνάνε όλο αυτό το διάστημα συνέχεια στο μυαλό μας.
ΛΕΣΛΥ
Ναι…
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν με μεγαλύτερη κατανόηση θα κάνεις τώρα αυτά που σου είπα. Αίσθημα λοιπόν, πάθος, πόνος, ανθρωπιά.
ΛΕΣΛΥ
Με μια λέξη αλήθεια.
ΑΡΒΑΖ
Αλήθεια. Με μια λέξη.
ΛΕΣΛΥ
Μην ξεχνάς όμως πού είσαι. Εδώ είναι Αμερική. Μη ζητάς πολλά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν μπορεί το ψέμα σας να φτάσει ως την αλήθεια;
ΛΕΣΛΥ
Δν ξέρω. Μα να, τώρα, τη στιγμή ακριβώς αυτή, κάτι μου φωνάζει μέσα μου πως έγινε κιόλας. Ήρθαν όλα τόσο απότομα… δεν ξέρω…
(Σιωπή)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Έτσι, από περιέργεια.
ΑΡΒΑΖ
Σωστά, μ’ αυτήν αρχίζουν όλα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Δε θυμάμαι πια.
ΛΕΣΛΥ
Κάτι σοβαρό πρέπει να σε ανάγκασε να ξενιτευτείς.
ΑΡΒΑΖ
Τώρα πρόσεξε: καλλίτερα όταν λες αυτό να μην κρατάς στο χέρι το ποτό. Έτσι… Μάζεψε λίγο τις γωνίες του στόματος. Ξέρω, από το να γελάς κάθε τόσο όπως όλοι στην Αμερική, έχουν πάρει αυτή τη θέση. Όμως προσπάθησε!.. Ακόμα λίγο… έτσι μπράβο. Ξαναρώτησέ με τώρα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι, καλλίτερα έτσι. Πολύ καλλίτερα. Τώρα: το σώμα σου καθώς θα με ρωτάς θα πρέπει να το γείρεις λίγο μπροστά, προς το μέρος μου. Και τα μάτια σου να βλέπουνε ίσα μέσα στα δικά μου, πασκίζοντας να διαβάσουνε μέσα τους την απάντηση προτού την ακούσουνε τ’ αυτιά. Γείρε λοιπόν λίγο προς εμένα. Κοίταξέ με. Και τώρα ρώτησέ με πάλι.



ΛΕΣΛΥ
(κάνει όπως του είπε)
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Έτσι. Απ’ όλα μόνο το στόμα θέλω λίγο πιο σοβαρό, το μέτωπο λίγο ζαρωμένο από το ενδιαφέρον. Και τώρα όλα μαζί: τα πυρωμένα μάτια, το σκύψιμο του κορμιού, το ζάρωμα του μετώπου, η σοβαρότητα του στόματος, το τρέμουλο της φωνής. Εμπρός. Ναι, καλά κάνεις και σφίγγεις με το χέρι σου το χέρι της πολυθρόνας. Λοιπόν…
ΛΕΣΛΥ
(Τρυφερά, δακρυσμένη)
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Ναι…
ΛΕΣΛΥ
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Μα όχι δάκρυα, δεν είναι απαραίτητα. Δε βλάφτουν όμως. Λοιπόν!..
ΛΕΣΛΥ
(Σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του Αρβάζ. Του παίρνει το χέρι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Κλαίγοντας)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
(Του αγκαλιάζει τα πόδια)
ΑΡΒΑΖ
(έντονα και σαν κάποιος που ξαφνικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αμύνεται)
Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι…
ΛΕΣΛΥ
Ποιος ξέρει;
ΑΡΒΑΖ
(ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του. Σιγανά και ήρεμα)
Κανείς… κανείς…
(Τη σηκώνει και την καθίζει στα γόνατά του)
Αμερικανίδα που κλαίει!..Τι δε θα ’χα να δω ακόμη… Έλα, σταμάτησε να κλαις-μα γιατί κλαις…
ΛΕΣΛΥ
Πρέπει να υπόφερες εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Όπως όλοι στη κατάστασή μου.
ΛΕΣΛΥ
Η ίδια μαχαιριά δίνει άλλο πόνο στον καθένα.
(Σηκώνεται. Σιγά)
Τι να κάνω για σένα;
ΑΡΒΑΖ
Θα το μάθεις σε λίγο.
ΛΕΣΛΥ
Όχι αυτό. Εννοώ τι θέλεις να σου φτιάξω, να σου δώσω να φας ή να πιεις κάτι. Τι;
ΑΡΒΑΖ
Ε! Δε σε πληρώνω για υπηρέτριά μου. Κάτσε. Δε θέλω τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
(τον αγκαλιάζει)
Κάνε μου τη χάρη: μην ξαναμιλήσεις για λεφτά. Πες μου, θέλεις κάτι;
ΑΡΒΑΖ
Ένα ποτήρι νερό μόνο. Είναι στο ψυγείο κάτω δεξιά.
(Η Λέσλυ φέρνει το νερό. Ο Αρβάζ το παίρνει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι)
Ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα πιεις;
ΑΡΒΑΖ
Όχι ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
(Κοιτάζει γύρω προσπαθώντας να φαίνεται χαρούμενη)
Ξέρω ένα φτηνό μαγαζί που πουλάει έπιπλα φτηνά και όμορφα. Θα πάμε μια μέρα μαζί ν’ αγοράσουμε μερικά. Ετούτος ο καναπές δε στέκει καλά. Και το κρεβάτι θα ’ναι μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα. Ένα τραπέζι της προκοπής, δυο τρεις καρέκλες και όλα θα γίνουν διαφορετικά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν χρειάζεται τίποτα Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
Και κουρτίνες καινούργιες για τα παράθυρα. Μερικά καλά ποτήρια…
ΑΡΒΑΖ
Καλά είναι κι έτσι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
(συνεχίζει σαν να μη τον άκουσε)
…Και θα ’ρχομαι να σε βλέπω όταν θα ’χουμε καιρό ελεύθερο κι οι δυο μας. Μ’ αρέσει εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα να σε βλέπω. Μα δε γίνεται. Ξέχασέ το. Ας γυρίσουμε στη δουλειά μας.
ΛΕΣΛΥ
(το ίδιο)
Τα μισά λεφτά θα τα δώσω εγώ αφού θα είναι λίγο σαν σπίτι μου το σπίτι σου.
ΑΡΒΑΖ
(Ήρεμα και αποφασιστικά)
Όχι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
…Θα φύγεις! Θα φύγεις από δω γι αυτό δε θέλεις να φτιάξεις το διαμέρισμά σου! Το βρήκα-ναι;
ΑΡΒΑΖ
Το βρήκες Λέσλυ. Θα φύγω.
ΛΕΣΛΥ
Γι αυτό είπες πριν «τι δε θα ’χα να δω ακόμα»… μα δε θα δεις… Για πού; Για την πατρίδα;
ΑΡΒΑΖ
Για την πατρίδα. Γι αυτό έλα. Έχουμε λίγη δουλειά ακόμα οι δυο μας. Μη μου ξεφεύγεις.
ΛΕΣΛΥ
(σιγά)
Δεν ξεφεύγω-πού θα πήγαινα;
ΑΡΒΑΖ
(σηκώνεται)
Φεύγοντας κάποιος από την πατρίδα του χάνει όλα όσα είχε εκεί πέρα. Ακόμα κι όσα πήρε μαζί του ελπίζοντας πως θα τα έχει δικά του. Μνήμες, περιπέτειες, χαρές, λύπες… Ακόμα και τα πράγματα. Λες κι όταν φύγανε κι αυτά από τον τόπο τους άλλαξαν τ’ όνομά τους. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό, η πρώτη του κίνηση είναι να ξαναχτίσει καινούργια ζωή στην ξενιτιά, γεμίζοντάς την με ό,τι σ’ αυτήν μάζεψε, χάρηκε, δούλεψε, έκλαψε, πόθησε. Μάταιος κόπος. Η ζωή που ζει τώρα δεν είναι η δική του. Κάποιος άλλος κλαίει, χαίρεται, ποθεί γι αυτόν. Πολλοί δέχονται την καινούργια κατάσταση. Μερικοί, όπως εγώ, δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον παλιό τους εαυτό. Και πεθαίνουν μαζί του όπως ο καπετάνιος στους αλλοτινούς καιρούς πνίγονταν με το καράβι του μαζί.
ΛΕΣΛΥ
Μη μιλάς για θάνατο. Μια γυναίκα θα σε βοηθήσει να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.
ΑΠΒΑΖ
Πώς;
ΛΕΣΛΥ
Με την αγάπη της. Δεν ξέρω… έτσι λένε όλοι…
ΑΡΒΑΖ
Αν μια γυναίκα ερχόταν στην αρχή της εξορίας μου, τότε ίσως να βοηθούσε. Τότε, πριν σπάσει η συνέχεια. Θα με βύθιζε στο τέλμα της υποταγής και της ρουτίνας και θα πέθαινα ένα ευτυχισμένο μηδενικό που δεν έχει ιδέα για τη μηδενικότητά του. Όμως δεν ήρθε. Και ποια γυναίκα θα πλησίαζε έναν ξένο;
Έτσι έμεινα μόνος. Μη νομίσεις πως στενοχωριέμαι ή λυπάμαι γι αυτό. Όχι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Μάλιστα χρωστώ χάρη στην ξενιτιά. Μ’ έκανε να γνωρίσω τον εαυτό μου.
ΛΕΣΛΥ
Μαθαίνοντάς σου την απελπισία;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Το κατάλαβες.
ΛΕΣΛΥ
Το είδα με τα καινούργια μάτια που μου έδωσες.
ΑΡΒΑΖ
Σ’ ευχαριστώ που μαθαίνεις εύκολα. Και τώρα στη δουλειά.
ΛΕΣΛΥ
Μη τη λες δουλειά πια. Ό,τι και αν κάνουμε μαζί οι δυο μας θα είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος. Σ’ ακούω.
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν, απ’ όλα που είχα στην πατρίδα, πιο πολύ μου έχει λείψει το κλάμα. Εδώ όλοι γελάνε. Στην πατρίδα μου το γέλιο είναι ακριβό. Γι αυτό σε θέλω: να κλάψεις για μένα.
ΛΕΣΛΥ
(ανήσυχη και απορημένη)
Αρβάζ!
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό θέλω. Άκου Λέσλυ. Στην πατρίδα μου όταν πεθαίνει κάποιος, τόνε κλαίνε. Κυρίως γυναίκες. Δηλαδή γνωστές και συγγένισσες μαζεύονται γύρω από το φέρετρο του νεκρού και τον κλαίνε για ολόκληρη μια νύχτα. Για σκέψου! Κλάμα τόσες ώρες από τόσους ανθρώπους… Αυτό μια φορά μετράει. Δείχνει πως ο πεθαμένος έλειψε από κάποιον. Πως νιώσαν ότι έφυγε. Κι αν κανείς δεν υπάρχει για να κλάψει το νεκρό, τότε νοικιάζουν γυναίκες, μιαν ή περισσότερες, που η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή: να κλάψουν τον νεκρό. Γι αυτό σε θέλω. Όταν πεθάνω θέλω να με κλάψεις. Αυτός είναι ο λόγος που σ’ έφερα εδώ.
ΛΕΣΛΥ
Όταν πεθάνεις;.. Να κλάψω;..
ΑΡΒΑΖ
Ναι Λέσλυ. Καταλαβαίνω, το βλέπεις γελοίο. Όμως για μένα είναι σημαντικό. Θα έχω έτσι την ψευδαίσθηση πως σε κάποιον θα λείψω. Κι αυτός ο κάποιος θα είσαι συ. Ντρέπομαι γι αυτά που σου λέω. Και ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Αν είναι έτσι πες το μου.
ΛΕΣΛΥ
Και βέβαια είναι γελοία ολα αυτά. Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα σε κλάψω. Θα γελώ. Και θα μάθω το γέλιο σε σένα κι όχι εσύ το κλάμα σε μένα. Κουταμάρες εκεί!.. Μ’ έκανες να σε νοιώσω, να ενδιαφερθώ για σένα, να πιστέψω σε σένα. Ήτανε λοιπόν μόνο και μόνο για να μου ζητήσεις αυτό; Για να μου πεις πως θα πεθάνεις; Όχι, δε θα κλάψω για σένα. Θα γελώ για σένα. Και συ για μένα. Κι οι δυο με τη ζωή. Αν έκλαιγα για σένα θα ’τανε γιατί μου έλειψες. Κι αφού θα μου είχες λείψει, θα πει πως σε χρειάζομαι. Κι αφού σε χρειάζομαι-αφού σε χρειάζεται κάποιος-δεν έχεις να πεθάνεις. Ζήσε λοιπόν. Και μόνο που μιλήσαμε γι αυτή τη λίγη ώρα, νιώθω πως κάτι άλλαξε σε μένα. Σαν με τα λόγια και με τη στάση σου να γέννησες έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Κι ό,τι σου λέω από τότε, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος είναι που τα λέει. Κι είναι ωραίος αυτός ο άνθρωπος. Και για να ζήσει σε χρειάζεται.
ΑΡΒΑΖ
Έτσι νομίζεις. Είναι μια εντύπωση της στιγμής. Νομίζεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου. Δεν άλλαξε. Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώς θα ήταν ένα μαρτύριο η ζωή σου. Φαντάσου, ένα δυστυχισμένο πλάσμα -εμένα-είδες κι άρχισες να κλαις. Σκέψου τι θα γινόταν αν, ο καινούργιος άνθρωπος που λες πως γεννήθηκε μέσα σου έβλεπε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
ΛΕΣΛΥ
Με κάνεις και μένα δυστυχισμένη με τα λόγια σου αυτά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν είσαι δυστυχισμένη. Δυστυχία είναι να έχεις συναίσθηση της δυστυχίας σου. Εσύ πατάς γερά στον κόσμο της ύπαρξης, έναν κόσμο χάρτινο, που όμως μπορεί ν’ αντέξει το βάρος το μικρό της ζωής σου. Μα η δική μου ζωή, πατώντας πάνω στον χάρτινο αυτόν κόσμο, τον γκρεμίζει με το βάρος της. Και να ’μαι πεσμένος στην άβυσσο που κρύβεται από κάτω του.
ΛΕΣΛΥ
Μην είσαι εγωιστής. Μην κοιτάζεις το κακό που έγινε στον εαυτό σου. Κοίταξε το καλό που μπορείς να κάνεις εσύ στους άλλους. Και ζήσε. Δες με-είμαι εγώ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε εδώ μαζί σου πριν μια ώρα;
ΑΡΒΑΖ
Ο σπόρος της αλλαγής είναι που έπεσε μέσα σου Λέσλυ. Κι αλήθεια, χαίρομαι γι αυτό σαν να ’πλασα κιόλας όχι ένα νέον άνθρωπο, αλλά ένα ολόκληρο νέο κόσμο. Σε χρόνια, όταν θα φτάσεις κι εσύ στην ηλικία μου, τότε θα δεις κι εσύ τα πράγματα όπως τα βλέπω. Θα δεις πόσο η ζωή σου ήταν άδεια, θα δεις τι σημαίνει ξενιτιά, θα δεις πόσο στα ξένα σου έλειψαν τα δικά σου πράγματα, τα πράγματα της πατρίδας, θα δεις πόσο άλλος πρέπει να είσαι για να μπορέσεις να ζήσεις. Και μην μπορώντας να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος, θα σκεφτείς το θάνατο. Όπως τώρα εγώ.
ΛΕΣΛΥ
Ναι. Ο σπόρος σου κάπου εκεί θα με οδηγήσει. Το νιώθω. Όμως συχώρα με… μα εγώ δεν είμαι… δεν είμαι ξένη… είμαι στην πατρίδα μου…
ΑΡΒΑΖ
Όλοι είμαστε ξένοι στη γη. Κάποτε θα το καταλάβεις.
ΛΕΣΛΥ
Ίσως. Και ίσως κι εγώ να θέλω να πεθάνω. Και κάποιος να θέλει να με σταματήσει. Όπως θα σταματήσω τώρα εγώ εσένα.
(Κλαίει)
Δε θέλω να σε κλάψω. Δε θέλω να πεθάνεις. Δε θέλω…
ΑΡΒΑΖ
Μα, Λέσλυ, δεν πέθανα ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα κλάψω για σένα-όχι-δε θα κλάψω…
ΑΡΒΑΖ
Καλή μου, κάνε το-μου σαν μια χάρη. Είσαι η μόνη που μπορεί και που θέλω να κλάψει για μένα. Κλάψε με Λέσλυ. Μόνο έτσι θα φύγω ευχαριστημένος.
Δεν το θέλεις να φύγω ευχαριστημένος;
ΛΕΣΛΥ
Θα ’τανε σαν να σε σκοτώνω-όχι.
ΑΡΒΑΖ
(Την πλησιάζει, παίρνει τα χέρια της στα χέρια του και τα φιλεί)
Λέσλυ, δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Είμαι κιόλας πεθαμένος. Μα… γιατί πάγωσαν τα χέρια σου ξαφνικά;
ΛΕΣΛΥ
(Ελευθερώνει τα χέρια της)
Βρήκα έναν άνθρωπο και είναι κι αυτός πεθαμένος;
ΑΡΒΑΖ
Είναι γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά. Γιατί όπου γεννηθεί, την ίδια στιγμή πεθαίνει. Σαν μια χιονονιφάδα που πριν προλάβεις να την αγγίσεις έχει λιώσει κιόλας. Σαν μια αστραπή που για μια στιγμή τη βλέπεις και τελείωσε. Μα εκείνη η στιγμή είναι που μετράει-αυτήν όταν γνωρίσεις τα έχεις γνωρίσει όλα. Και ύστερα όλα για σένα είναι ένα μεγάλο τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
Αφού δε θέλεις να ζήσεις για σένα, ζήσε για τους άλλους… ζήσε για μένα…
ΑΡΒΑΖ
Για τους άλλους;.. Για σένα;.. Λέσλυ! Πώς να στο πω …πώς να στο πω χωρίς να με κοροϊδέψεις… πώς να στο πω και να με πίστευες… πώς να στο πω και να μη, ίσως, με μισήσεις…
ΛΕΣΛΥ
Πίστεψα σε σένα. Θα πιστέψω κι ό,τι μου πεις. Πώς μπορείς να σκεφτείς πως θα σε κορόϊδευα;
ΑΡΒΑΖ
(σιγά και πειστικά)
Λέσλυ, δεν υπάρχεις ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
(Η Λέσλυ μένει ακίνητη και σιωπηλή για λίγο. Ξαφνικά μια λάμψη περνάει από τα μάτια και από το μυαλό της και τα φωτίζει. Ύστερα ήρεμα, γλυκά, τρυφερά, υποτακτικά και αποφασιστικά)
ΛΕΣΛΥ
Έλα Αρβάζ. Έλα καλέ μου. Πες μου τι πρέπει να κάνω. Έλα.
(Τον φιλεί απαλά, σαν αέρινα, στα χείλη, στα μάτια, στα μαλλιά, στα χέρια, ενώ μιλεί)
Μίλα λατρευτέ μου. Διάταξέ με. Πες μου τι να πω και τι να κάνω θρηνώντας. Όλα θα γίνουν όπως μου πεις.
ΑΡΒΑΖ
Ας κλείσουμε το παράθυρο.
(Το κλείνει)
Αν άκουγε κανείς το θρήνο σου θα τρόμαζε.
ΛΕΣΛΥ
Πες μου.
ΑΡΒΑΖ
Όταν βγει και η τελευταία μου πνοή θ΄αρχίσεις το θρήνο. Θα κλαις σαν να πέθανες εσύ η ίδια. Ή σαν να έχασες ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο. Ο θρήνος θα βγαίνει από το στόμα σου σαν χείμαρρος. Σαν μέχρι τώρα να τον συγκρατούσες για κάποια αιτία. Θα προσπαθείς, όσο μπορείς, οι κραυγές σου να φτιάχνουν λόγια, λέξεις, προτάσεις ολοκληρωμένες όσο είναι δυνατό-όσο σου επιτρέπει το κλάμα. Θα δαγκώνεις τα χείλη σου από την απελπισία. Θα τραβάς τα μαλλιά σου, θα ξεσχίζεις τα ρούχα σου, θα δέρνεις τα στήθη και τους μηρούς σου με τα χέρια σου. Το τι θα λες αποφάσισέ το εσύ η ίδια. Αν όμως αυτό σε δυσκολεύει, σου έχω αφήσει ένα μοιρολόγι. Έτσι λένε στην πατρίδα μου τα λόγια που λένε θρηνώντας επάνω από τους νεκρούς. Παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις θα κάνεις μόνη σου, χωρίς να το καταλάβεις αφού πραγματικός πόνος θα σε οδηγεί. Η φωνή σου θα είναι δυνατή, πολύ πονεμένη, στριγκιά. Το κλάμα δύσκολα θ’ αφήνει τα λόγια να ξεχωρίζουν. Η φωνή σου θα ’χει ανεβάσματα και κατεβάσματα. Κάθε εκπνοή σου θα καταλήγει σε βογγητό ή σε άναρθρη στριγκιά κραυγή.
ΛΕΣΛΥ
Κατάλαβα. Θα γίνει όπως μου είπες. Πριν όμως θέλω κι εγώ κάτι από σένα. Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Ο έρωτας είναι η δυστυχία του ανθρώπου.
ΛΕΣΛΥ
Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Η επιθυμία είναι το δόλωμα της ζωής.
ΛΕΣΛΥ
Το θέλω.
ΑΡΒΑΖ
Η ηδονή είναι ο φονιάς της γνώσης.
ΛΕΣΛΥ
Είμαι γυναίκα.
ΑΡΒΑΖ
(Απλώνει τα χέρια του)
Έλα.
(Η Λέσλυ πλησιάζει. Φιλιούνται σ’ ένα παρατεταμένο, παθιασμένο φιλί. Μετά απ’ αυτό μένουν σφιχτά, απελπισμένα αγκαλιασμένοι, σαν να γυρεύουν να γίνουν ένα σώμα οι δυο τους. Τέλος χωρίζουν)
ΛΕΣΛΥ
Τι γλύκα! Ίδιος ο θάνατος!
(Κάθεται. Δακρύζει. Τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, αβίαστα, χωρίς αναφιλητά, σαν αυτό να είναι μία φυσιολογική κατάσταση όπως όταν μιλάμε ή ανασαίνουμε. Έτσι τα δέχεται και ο Αρβάζ. Και έτσι ως το θάνατο του Αρβάζ)
ΑΡΒΑΖ
Είχα σκοπό να σε αφήσω εδώ
(Βγάζει ένα άσπρο κουτάκι από την τσέπη του)
και να πάω στην κουζίνα για να πάρω αυτή τη σκόνη.
(Σκουπίζει τα δάκρυα της Λέσλυ)
Τώρα όμως δε χρειάζεται-έτσι δεν είναι;
ΛΕΣΛΥ
(Ψιθυριστά μέσα από τα αναφιλητά της)
Όχι, δε χρειάζεται…
ΑΡΒΑΖ
(Δείχνει έναν φάκελο στη Λέσλυ)
Μέσα εδώ βρίσκονται χρήματα-πέταξέ τα-, ένα μοιρολόγι κι ένα γράμμα για την περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να σε συνδέσει με το θάνατό μου.
(Ρίχνει τη σκόνη μέσα στο ποτήρι με το νερό και πίνει. Ύστερα ξαπλώνει στο κρεβάτι. Σιωπή. Χωρίς να κοιτάζει τη Λέσλυ)
Σ’ ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Εσύ εμένα;
(Κάθεται στην πολυθρόνα που βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι του Αρβάζ, κλείνει το χέρι του στα χέρια της και το φιλεί απαλά και το χαϊδεύει, ώσπου να νιώσει ότι αυτό παραλύει. Τότε ξεσπάζει σε γοερό θρήνο ξεσχίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλά της)


                                ΑΥΛΑΙΑ

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ



Ερεί τις ως το γήρας ουκ αισχύνομαι
μέλλων χορεύειν κράτα κισσώσας εμόν;
Ου γαρ διήρηχ' ο θεός,είτε τον νέον
ει χρη χορεύειν είτε τον γεραίτερον,
αλλ' εξ απάντων βούλεται τιμάς έχειν
κοινάς.

(Τειρεσίας στον Κάδμο, ΒΑΚΧΕΣ)




Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα
στα δυο κοριτσίστικα στήθη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ 






Πρόσωπα του έργου:

ΘΑΛΗΣ-γέρος ερωτευμένος με τη Λώρα.
ΜΕΝΩΝ-φίλος του Θαλή.
Α' νέα και Β' νέα-φίλες.
Νέος-περαστικός.
Φίλη του νέου (βουβό πρόσωπο)
Άλλος νέος.
Μεθυσμένος.
Τύχη.
Λώρα-γειτονοπούλα του Θαλή.
Α' γειτόνισσα.
Β' γειτόνισσα.
Θεός.
Κακίστρα.
Μητέρα της Λώρας.
Φίλη της Λώρας.
Ο παπάς της ενορίας.
Νέος που αγαπούσε τη Λώρα.
Το δωμάτιο του Θαλή.
Η δυστυχία.
Χορός των αντικειμένων του δωματίου του Θαλή.
Λώρα και Θαλής.
Η γη.
Ο ψευτοφιλόσοφος.
Η πόρνη.
Τα λουλούδια.
Η πολυτελής ερωμένη.
Υπουργός.
Λώθα.








Πράξη πρώτη
(τόπος:πλατεία με πάνω της το δωμάτιο τηςΤύχης)




ΘΑΛΗΣ
Λοιπόν εδώ στον τόπο αυτό
πολύ το βρίσκω λογικό
να βρούμε Μένων κάτι
που άγνωστο μας το εκράτει
ως τώρα η ζωή.
Του πλήθους χλαλοή
και της καρδιάς σκιρτήματα
μ' ελπιδοφόρα βήματα
το σώμα μας ωθούνε
και κάπου τ' οδηγούνε
που κάποια τύχη χαρωπή
"δική σου είμαι" θα του πει.

ΜΕΝΩΝ
Γέροι σχεδόν εμείς
στο δρόμο της θερμής
οδεύουμε της νιότης
ενώ χυμάει γοργά
και να χυθεί οργά
μέσα μας η αιωνιότης.

ΘΑΛΗΣ
Κι έχουμε πεθυμιά
γιούλια και γιασεμιά
να δούμε μες στο κρύο
της μοναξιάς μας της πικρής
και στης χαράς μας της νεκρής
να μπουν το ανθοδοχείο,
και τη χαρά να βρούμε
όσο ακόμα ζούμε
που όμοια της δεν ειν' άλλη-
και τη χαρά να βρούμε
και να τηνε τρυγούμε
πανώρια και μεγάλη.

(περνούν δίπλα τους δυο νέες)

Α' ΝΕΑ
Να και δυο γέροι. Θέαμα οικτρότατο βεβαίως-
όπως τουλάχιστον αυτό το βλέπει κάθε νέος-
που ήρθανε στο φετινό της Τύχης πανηγύρι
ν' ανθίσουνε προσμένοντας οι πόθοι τους οι στείροι.

Β' ΝΕΑ
Τι να γυρεύουν τάχα λες; Μήπως καινούργια δόντια;
Ή νιάτα πάλι να 'χουνε; Κακόμοιρα γερόντια!..

Α' ΝΕΑ
Μην τους γελάς. Μπορεί κανείς δικόν του κάποιον να ` χει
που ίσως με το θάνατο να δίνει τώρα μάχη
και να ζητάει για κείνονε της Τύχης τη βοήθεια.
Ή κι ίσως κάποιον φίλο τους να 'χουν αυτοί αλήθεια
και μια βοήθεια σήμερα για κείνον να ζητάνε.
Αλλά, πάμε να φύγουμε. Νομίζω μας κοιτάνε.

(φεύγουν` περνούν νέος με νέα)

ΝΕΟΣ
Αν το λαχείο κερδίζαμε
και με λεφτά γεμίζαμε
ω! τότε αντίο φτώχεια
και δυστυχίας βρόχια.
Τότε υπηρέτες θα 'χαμε
και με χρυσά θα γράφαμε
γράμματα τ' όνομά μας
με πέννα τη χαρά μας.

(περνούν` έρχεται μεθυσμένος κρατώντας στα χέρια του πεσσούς)

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ
Κόσμε με γέννησες εσύ
ή εγώ σ' έχω γεννήσει;
Και ποιος το ήπιε το κρασί;
Και ποιος έχει μεθύσει;
Ω! τυχεροί μου εσείς πεσσοί!
Ω! Κινουμένη φύση!

(ρίχνει στο χώμα τους πεσσούς)

Ω! Ζάρια μου που να σας δω
δεν το μπορώ καθάρια
κι έτσι δεν ξέρω τι έχω 'δω-
δυάρες ή τεσσάρια;
Κι αν ειν' δυάρια πια ας μην μπω 
στης Τύχης τον κατάλογο-
με τέτοια γκίνια θα 'τανε 
αυτό πολύ παράλογο.
Μα θα 'μπω κι ας αδυνατώ
ποιο το σωστό είναι να πω.
Ίσως και όλη να 'ναι αυτή του κόσμου η ιστορία
εξάρες να 'ναι τα διπλά, το έξη να 'ναι τρία...

(βγαίνει)

ΘΑΛΗΣ
Πώς κάθε όμως μηχάνημα τάχατες να δουλεύει;
Άραγε γράφει πάνω του της χρήσης οδηγίες;

ΜΕΝΩΝ
Νομίζω ο νους σου αδύνατο πως κάτι τι γυρεύει.
Τα τέτοια τ΄ αναγράφουνε μόνο οι βιομηχανίες.
Δε γίνανε οι μηχανές
αυτές με χέρι ανθρώπινο
αλλ' απ' το σύμπαν το αχανές
μας ήρθαν δώρο αδόκητο-
κι εδώ εγκαταστάθηκαν
σε τούτη την πλατεία-
κι έκτοτε δε σταμάτησαν
να έχουν πελατεία
και κάθε χρόνο τυχερόν
βγάζουνε κι από ένανε.

ΘΑΛΗΣ
Κι ήρθα κι εγώ και καρτερώ
να βγάλουνε κι εμένανε.
Αλλά για ρώτησε αυτά
εκεί τα παιδαρέλια
που λεν αστεία φωναχτά
και σκάζουνε στα γέλια,
πώς πρέπει αυτή τη μηχανή να τηνε χειριστώ
όταν στο δώμα κείνο εκεί μαζί της θα κλειστώ;

ΜΕΝΩΝ
(στα παιδιά)

Παιδιά για πέστε μου, καλό να έχετε
σεις που τις μηχανές αυτές καλά κατέχετε
πώς πρέπει ο φίλος μου μέσα σαν μπει
να κάνει;

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Θα πατήσει το κουμπί
και τ' άλλα είναι δουλειά της μηχανής'
μα μέσα να μην είναι άλλος κανείς.

ΜΕΝΩΝ
Αυτό ειν' όλο κι όλο που θα κάνει;
Πέστε μου γιατί εύκολα τα χάνει.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Το πράγμα βέβαια μόνο του μιλάει
αφού και άλλον βάζει να ρωτάει.
Μα όμως όλο κι όλο ειν' αυτό
Κι ίσως της τύχης του είναι γραφτό
εκείνο που γυρεύει να πετύχει.

ΜΕΝΩΝ
Ευχαριστώ παιδιά. Καλή σας τύχη.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Νομίζω γέροντα με κοροϊδεύεις.
Ένας θα είναι μόνο ο τυχερός
και βέβαια νικητή αν συ γυρεύεις
ο φίλος σου θα θέλεις να 'ναι αυτός.

(γελάνε` φεύγουν)

ΜΕΝΩΝ
(στον Θαλή)
Μονάχα ένα κουμπάκι θα πατήσεις.
Δεν ξέρουν άλλο τι κι οι νεαροί.
Δε θα 'τανε κι αυτοί εδώ επίσης
αν κάποτε υπήρξαν τυχεροί.

ΘΑΛΗΣ
Ξέρεις, δε θα 'κανα τέτοιο κάτι
τη δύναμη αν είχα να πεθάνω.
Μα είμαι ανίκανος όπως το μάτι
να δει κατά τον ήλιο ίσα πάνω.
Και ποιος μου λέει πάλι
απ' τη ζωή πως σβηώντας
το ίδιο τούτο χάλι
δε θα τραβώ πονώντας;
Ποιος ήρθε να μας πει
αν όταν θα κοπεί
του βίου μας το νήμα
και μπούμε μες στο μνήμα
δε θα 'χουμε βρεθεί
σε άλλη μια ζωή
και η μορφή της Λώρας
κάθε λεφτό της ώρας
δε θα με τυραννεί
και δε θα με πονεί;
Ίσως το χρέος του κάθε ον
στη γη αν δεν ξοφλήσει
το άστρο του θα σβήσει
στα χάη των ουρανών.
Πρέπει γι αυτό να κάμω
στη ζωή ό,τι χρωστώ-
να δέσω πρέπει γάμο
με ό,τι μου πιο αρεστό.
Και ειν' αυτό η Λώρα
και είναι το καλλίτερο
από της γης τα δώρα
και είναι τ' ομορφύτερο.
Μον' έτσι θα σωθώ-
μόνο θα λυτρωθώ,
στα κάλλη της αν δέσω-
σε κείνην αν θ' αρέσω.

ΜΕΝΩΝ
Σ΄ άκουγα να το λες
μα νόμιζα μαθές
πως έλεγες αστεία,
πως κάνεις κωμωδία.
Κι εγώ καμιά φορά
θυμούμαι τα παλιά
και σιγαναστενάζω
καμία σαν κυττάζω.
Μα να πονώ γερά
θα 'τανε συφορά.
Το κάθε τι που φτάνει
χρήσιμο μας το κάνει
κι ωφέλιμο ασφαλώς
μονάχα ο καιρός.
Καιρός για το παιχνίδι
καιρός για τη δουλειά
κι ειν' ο καιρός μας ήδη
τα έρμα γηρατειά.
Κι ειν' ό,τι θέλουνε αυτά
χουζούρι, ζεστασιά,
και όχι μαύρα μάτια
και κόρης αγκαλιά.

ΘΑΛΗΣ
Μπορεί από σε να παίρνουν
τα έρμα γερατειά
όμως σε μένα φέρνουν
μαγεία και γητειά.
Και όποια αγάπη άλλη
τώρα δεν επαρκεί-
της Λώρας μόνο η ζάλη
περσεύει και αρκεί.
Πρέπει να μ' αγαπήσει-
πρέπει να με θελήσει-
πρέπει να με φιλήσει
και μέσα μου να σβήσει.
Κι αφού σ' αυτής τη δίνη
σώζω την ύπαρξή μου
ευνόητο και κείνη
πως σώζεται μαζί μου.
Χρόνια πολλά επέρασα μεσοκοπιάς και νιότης
γυρεύοντας το αθάνατο νερό της αιωνιότης.
Και μ' έδωσε στα γερατειά ο ανάλγητος ο Χρόνος
και μέσα τους με άφησε να υποφέρω μόνος.
Κι ενώ απαρηγόρητος κι απελπισμένος άκρως
μετρώντας εκαθόμουνα του δρόμου μου το μάκρος
ξάφνου μι' αχτίδα έπεσε στο μάτι μου μ' ορμή
από 'να φως που ως τα πριν δεν το 'βλεπαν τα μάτια.
Και των ελπίδων μέσα μου καλπάσαν πάλι τ' άτια-
και η αχτίδα ήταν αυτή της Λώρας το κορμί.
Και ήταν οι καμπύλες του ωσάν για να ταιριάσουν
με το δικό μου σώμα
μες σε κρυφό ένα δώμα`
και ήρθανε οι κύκλοι του βαριά να μ' ανταριάσουν.
Το φύτρο πώς αποζητά το χάδι του Απρίλη
για να προβάλουνε στο φως τ' αφώτιστά του χείλη...
Πώς του χειμάρρου τα νερά τ' αγριοπεριδίνητα
κλεισμένα μες σε δυο βουνά που τα θωρούν ακίνητα
το πλάνταμά τους το πολύ τα σπρώχνει να 'βρουν πόρο
σκορπώντας μια βροντόφωνη βουή στο γύρω χώρο...
Πώς το φιλί του έρωτα στόμα να βρει γυρεύει...
πώς η ανόητη ζωή αποζητάει τη χλεύη...
με τέτοια δύναμη κι εγώ κι έτσι αφροχτυπώντας
κι έτσι τα χέρια μου κι εγώ απελπισμένα απλώντας
ζητάω εκείνης το κορμί. Κι ολόκληρη η ύπαρξή μου
και η ουσία όλη μου τ' αποζητάει μαζί μου.
Και άφριζα και λύσσαγα
κι έβραζα και ξεφύσαγα
κι ήμουνα κλειδωμένος
στον πόνο μου κλεισμένος.
Πόσες φορές το χέρι μου δεν άπλωσα να πιάσω
μιαν άκρη από το ρούχο της, μια τρίχα των μαλλιών
έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα γιορτάσω
την πανδαισία των όσων της μου λείψανε φιλιών...
Πόσες φορές δεν κράτησα βαθιά μου την ανάσα
που ρούφηξα σαν πέρναγεν εκείνη από μπρος μου
στη ζάλη μου νομίζοντας πως θα 'ταν σύντροφός μου
η ανάσα αυτή όταν θα μπω στην ξύλινή μου κάσσα...
Μάταιος κόπος` πάντα αυτή βιάζονταν να μου φύγει
αφήνοντας τα χέρια μου πάντοτε αδειανά.
Κι η ευτυχία που έλπιζα έτσι να νιώσω η λίγη
στης δυστυχιάς βυθίζονταν την άβυσσο ξανά.
Αλλά δεν παραιτιόμουνα. Ένα θεριό εντός μου
ουρλιάζοντας με κέντριζε πάντα να προσπαθώ
για να 'χω έστω τ' άρωμα μονάχα απ' τον ανθό.
Του δινα δίκιο. Το θεριό ήμουν εγώ εκείνο
και μέσα του ένας άλλος μου κλεινόταν εαυτός
κι αδίκιωτος αν ένιωθα πολλές φορές να σβήνω
θέριευεν όμως κι άγριευε και μούγκριζεν αυτός.
Και κάτω δεν το έβαλα ποτέ κι ούτε το βάζω
κι ας λένε ό,τι θέλουνε οι άνθρωποι της γης`
ακόμα και να πέθαινα τη γνώμη δεν αλλάζω-
δε θα οδηγήσω εγώ ποτέ το άρμα της φυγής.
Φυγής! Να φύγω από πού; Μέσα σ' αυτή την πλάση
ποιο μέρος θα εβρίσκονταν σωτήριο; Μες στα δάση
τι άλλο θα 'βρισκε κανείς από φυτά και δέντρα:
στη γούβα τι άλλο των φιδιών από έρυκα κι οχέντρα;
Κι ό,τι κι αν εγινόμουνα στου κόσμου όποιαν άκρη
ο πόνος δε θα μ' έλυωνε και το πικρό το δάκρυ;
Τι αν ειμ' εδώ, αν ειμ' εκεί, αν είμαι παραπέρα-
στου σύμπαντος τις εσχατιές, στα ύψη του αιθέρα;
Το ένα στ' άλλο αφού μπορεί το κάθε τι ν' αλλάζει
όλα τα τρώει ο καημός και το πικρό μαράζι.
Όποιος εδώ επόνεσε παντού θα νιώθει πόνο
και μια φορά όποιος πόνεσε όλον πονεί το χρόνο.
Αλλά δεν είναι η Λώρα μου του κόσμου αυτού παιδί.
Δεν έχει χρόνου μέστωμα-δεν έχει τόπου ντύμα.
Από τους κόσμους έρχεται που δε γνωρίζουν μνήμα
που αυτί ποτέ δεν άκουσε-μάτι δεν έχει δει.
Είναι οι κόσμοι που απαλά φαίνονται κάθε απόβραδο
σιγαλινοί κι αβρόπλαστοι μέσα να ξεπροβάλουν
από τα βάθη του είναι μας και σαν ανθοί να θάλλουν-
κι είναι πρωινή δροσοφεγγιά γι αυτούς το μισοσκόταδο.
Είναι οι κόσμοι που όταν πια μες στη βαθιά τη θλίψη
έχουνε όλα βυθιστεί κι έχουνε απολείψει
τότε γεμίζουν το Αδειανό αυτοί με πλήθος μάγια
που 'ναι γι αυτά πρωτόγονα τα ιερά και τ' άγια.
Είναι οι κόσμοι που σ΄αυτούς κανείς όταν βρεθεί
θα πει πως έχει μ' ό,τι εδώ του λείπει ενωθεί.
Ένα κομμάτι από αυτούς τους κόσμους ειν' η αγάπη μου.
Άλλου ενός δείγμα ουρανού-ενός απείρου άνθινου.
...Όχι άνθινου...όχι ουρανού…όχι…δεν ξέρω τι…
λέξεις δεν έχουν για να πουν τ' Ωραίο οι θνητοί.
Ποτέ για το ανέκφραστο δε θα υπάρξουν λέξεις
και θα 'ναι ατελέσφορες νιες όσες και να πλέξεις.
Κι όμως της Λώρας μου οι γραμμές εμένα μου θυμίζουν
τα μήλα δέντρων αλλωνών κι άλλες ακρογιαλιές.
Κι ακούραστα στα μάτια της μέσαθε φτερακίζουν
σπίθες απ' άλλες, άγνωστες, πιο λαμπερές φωτιές.
Η Λώρα μου αν στη ζωή αυτήν δε μ' αγαπήσει
κάθε μου ελπίδα γι ζωή αιώνια, θα σβύσει.

ΜΕΝΩΝ
Αλλ’ ανοίξανε οι πόρτες
που στους χώρους οδηγούν
που άδειοι τώρα καρτερούν
του τυχαίου τους θιασώτες.
Να χωθείς μέσα σε μια τους
βιάσου φίλε μου κι εσύ
γιατ' η ώρα προχωρεί
και θα κλείσει τ' άνοιγμά τους.

ΘΑΛΗΣ
Κι αν απόφαση έχω πάρει
να 'μπω μέσα ανυπερθέτως
μα ο διάολος να με πάρει
δεν αισθάνομαι ανέτως.

ΜΕΝΩΝ
Είναι που μεγάλος είσαι`
μα τους όποιους δισταγμούς
σου γεννάει τώρα ο νους
στην καρδιά σου μέσα σβήσε
και μπες μέσα γιατί αλλιώς
θα περάσει ο καιρός
και τα πέλματα του πόνου
θα σε λιώσουν ως του χρόνου.

ΘΑΛΗΣ
Δεν μπορώ έτσι να ζήσω
δίχως καν να προσπαθήσω.
Τρέχω μέσα. Προσευχήσου.

ΜΕΝΩΝ
Το καλό Θαλή μαζί σου.


(τέλος της πρώτης πράξης)










πράξη δεύτερη
(τόπος: αίθουσα Τύχης)





ΘΑΛΗΣ
Καλώς τηνε. Ποια εισ' εσύ;
Μα η Τύχη υποθέτω.

ΤΥΧΗ
Ναι. Είμαι η Τύχη η χρυσή.
Κι ήρθα σε σένα φέτο.
Ο πόθος σου μεγάλος
όσο κανένας άλλος.
Όλο το χρόνο ερχόταν
στα πόδια μου πιανόταν.
Παρακαλιόταν, έκλαιγε,
και "κόπιασε" μου έλεγε
«Κυρά στ' αφεντικό μου
να βρω το λυτρωμό μου.
Μόνο εσύ μπορείς αυτό
να μου το κάνεις το καλό.
Χρόνια κοντά του με κρατεί
ο γέρος κύριός μου
μαζί μου πάντα περπατεί-
ο δρόμος του δικός μου.
Και όλο και θεριεύω
και όλο μεγαλώνω
και χρόνο με το χρόνο
και κείνονε παιδεύω
αλλά κι εγώ παιδεύομαι
γιατί δεν περιμένω
να 'χω αυτό που ορέγομαι-
πάντα θα μου είναι ξένο.
Έλα Κυρά και δώσε
σε κείνονε τη Λώρα.
Με τ' ακριβά σου σώσε
και με και κείνον δώρα.
Κι αν δε θελήσεις να χαρίσεις
σ' αυτόν τη Λώρα, λύτρωσε 'μένα-
πάρε μου όσα είχα αγαπημένα:
έλα τη ζήση μου να τηνε σβήσεις».
Έλα λοιπόν και πες μου πώς
θέλεις κοντά σου να 'ρθει:
σαν διάβολος καλός;
σαν άγγελος με πάθη;

ΘΑΛΗΣ
Άγγελο τη θέλω με φτερά
δίχως πάθη, δίχως συμφωνίες`
άγγελο με λόγια γιορτερά
και με πονογιάτρευτες θωπείες.
Την αγάπη στην ψυχή της μέσα να 'χει
κι ό,τι ενάντιο μου, με μία της μιλιά
να το λιώνουν του χαμού οι βράχοι-
να το πνίγει χαλασμού χοντρή θηλειά.
Να 'ναι φως γεμάτη
κι όλη ξεγνιασιά
γελαστή, κεφάτη,
χάρη και δροσιά.
Να σκορπάει τριγύρω ευτυχία
και στο τζάκι της υποταγής
ολ' αυτά να καιν σαν ξύλα θεία
και σαν άστρα μιας χρυσής αυγής.
Κι όλα να ξεχάσω τα παλιά μου
και στη γη επάνω εγώ κι αυτή
μόνοι να 'μαστε: αυτή καρδιά μου
και ανάπνια της εγώ καυτή.

ΤΥΧΗ
Βλέπω τέλεια να 'ναι
όλα γινωμένα
θέλεις από μένα.

ΘΑΛΗΣ
Όλα-ναι, έτσι να 'ναι.

ΤΥΧΗ
Όντα σεις κενά!
Όλο τον καιρό
μες στη λάσπη ζείτε
και στα υστερνά
μες στον ουρανό
θέτε να βρεθείτε.
Άμοιροι ανθρώποι!
Από τότε που θα δείτε ήλιου φως
ώσπου ο χάρος να σας κόψει ο τρομερός
όλοι σας οι τόποι
μακριά σας διώχνουν-
στο χαμό σας σπρώχνουν.

ΘΑΛΗΣ
(μη δίνοντας σημασία στα λόγια της Τύχης)
Όμως ζωντανή
θέλω να φανεί-
σάρκα όλη- η Λώρα
όπως καληώρα
ζωντανός εγώ
έχω έρθει εδώ.
Κι όλα της τα "ναι"
να τα λέει σε με
και το μαύρο τ' 'όχι'
γι αλλουνούς να το 'χει.

ΤΥΧΗ
Όλα θα γινούν όπως τα 'χεις πει.
Πήγαινε λοιπόν στο γεροντικό
έρμο σου το σπίτι και θα δεις εκεί
τ' όνειρό σου αυτό να 'ναι ζωντανό.
Γιατί μάθε γέρο
στων θεών μπορώ
τις βουλές εγώ
αλλαγή να φέρω.
Κι όταν μόνο εγώ θελήσω
Της ζωής τη δυστυχία
Την μεγάλη θ΄ αφανίσω
να προβάλει η ευτυχία.
Όλα τα 'χω κανονίσει.
Φύγε, πήγαινε και βρες την:
μιαν ευτυχισμένη ζήση
σου προσφέρω-απόλαψέ την.


(τέλος της δεύτερης πράξης)






Πράξη τρίτη
(τόπος: δωμάτιο του Θαλή. Μόνη η Λώρα.)


ΛΩΡΑ
Τι γυρεύω εγώ
στο δωμάτιο αυτό;
Και γιατί απ’ το πρωί
Όλο τριγυρίζω-
πλένω, σφουγγαρίζω
δίχως διακοπή;
Κι ας το ξέρω, ακόμα,
δεν μπορεί το στόμα
να 'ναι μου κλειστό
και να μη ρωτώ.
Μ' άρπαξε ένα χέρι
σιδεροφτιαγμένο
και σαν περιστέρι
μ' έχει φτερωμένο
εδώ μέσα φέρει-
του ανθρώπου ταίρι
που χαρά μου έχω
πίσω του να τρέχω.
Αλλ' ακώ να φτάνει
και ντροπή με πιάνει
μπρος του να με δει
ένα εμέ παιδί
μες στο δωμάτιό του
να 'μαι το δικό του.
Κάπου ας κρυφτώ..
πού; α! να, εδώ
πίσω απ' την κουρτίνα.
(κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Μπαίνει ο Θαλής)

ΘΑΛΗΣ
Ω! Τι λόγια ήταν εκείνα!
Όσα κι αν περάσω
Δεν θα τα ξεχάσω.

(βλέπει γύρω)

Μα τι να 'ναι η αλλαγή
που μπροστά μου βλέπω αυτή;
Δεν μου είπε η Τύχη λέξη
τέτοιο κάτι πως θα τρέξει.
Όλα ταχτοποιημένα-
καθαρά, ζεστά, στρωμένα,
όλα ωραία, λαμπερά,
και γελούνε όλο χαρά.
Α! Ποιο χέρι τα 'χει κάνει;
Λίγο κάτι ο νους μου βάνει
μα με σιγουριά να πω
αν δε δω δεν το μπορώ.
Τι ασπράδα τα σεντόνια-
σαν να πλύθηκαν με χιόνια!
Και το πάτωμα πώς λάμπει!
Σαν μετά 'πο τη βροχή
με λαμπράδα μοναχή
φέγγουν όμορφα οι κάμποι.
Κι ούτε σκόνη πουθενά.
Όλα φέγγουν από πάστρα
και λαμποκοπούν σαν άστρα
όπως πριν ποτέ ξανά.
Κι οι κουρτίνες πώς φωτάνε
ήλιους λες γεμάτες να 'ναι.

(Βλέπει τη Λώρα)

Μα τι βλέπω εδώ πέρα;
Κάτι που κρυφά κοιτά
και που φως λαμπρό σκορπά
περισσότερο απ' τη μέρα.
Έλα Λώρα μου χρυσή`
τώρα ξέρω το γιατί
όλα έτσι έχουν φτιαχτεί-
γιατί τα 'φτιαξες εσύ.

ΛΩΡΑ
Όλα με σπρώχνανε-όλα μου λέγαν
να 'ρθω εδώ πέρα` όλα με στέλναν
να 'ρθω εδώ μέσα και να φροντίσω-
να βάλω τάξη, να συγυρίσω.
Ήξερα κύριε-και συγχωρείστε
την αγένειά μου αν είναι αγένεια-
πως σεις για τούτα δεν είχατ' έννοια.
Το ξέρω, γι άλλα στενοχωριέστε.
Και όταν λείπατε πήρα το θάρρος
να 'ρθω και σ΄ όλα σας να βάλω τάξη.
Για με δεν ήτανε καθόλου βάρος`
και -το 'δατε-όλα έχουν αλλάξει'
Δεν είμαι και καλή νοικοκυρά
τα χέρια μου όμως πιάνουνε γερά`
μικρή είμαι ακόμα-σα μεγαλώσω
τα λάθη μου όλα θα διορθώσω.

ΘΑΛΗΣ
Καλό κορίτσι, αγαπημένο,
τι πράξη ετούτη πονετική!
Τι μυαλουδάκι ευλογημένο
στο κεφαλάκι κρύβεις εκεί!
Για ό,τι έκανες ευχαριστώ.
Μα θα πληρώσω για ολ' αυτά
και θα σου δώσω καλά λεφτά.
Ορίστε! Πάρε παρακαλώ!
Στο σπίτι θα σε περιμένουν.
Αργά είναι, πάρτα και μην αργείς.
Χρήματα λίγα, πάρτα, δε δένουν.
πάρτα καλή μου, τι καρτερείς;

ΛΩΡΑ
Για ό,τι έκανα δεν θέλω χρήμα.
Κι ούτε θα φύγω ποτέ από δω.
Για να 'ρθω έκανα το μέγα βήμα
και τόπο άλλονε πια δεν πατώ.
Τον τελευταίο καιρό κοιτάζω
περσότερο όλο τον ουρανό
και μόνο βλέπω σαν τον ξετάζω
μιαν έλλειψη όλο κι ένα κενό.
Κοιτάζω κάτω στην έρμη γη μας
και βλέπω σκότος και παγωνιά`
μ' αίμα ξανοίγει κάθε αυγή μας
και μ' αίμα κλείνει κάθε βραδιά.
Πηδώ τα χρόνια που με χωρίζουν
απ' του θανάτου την αγκαλιά
και τονε φτάνω-και κροταλίζουν
τ' άσαρκα χέρια του τα μαβιά.
Και μ' αγκαλιάζει` και όλα πάνε
και ό,τι έζησα όλα περνάνε
και πάνε όλα στο χαμό-
κανείς δεν έχει γλιτωμό.
Γυρνάω πίσω, βλέπω τη ζωή μου
άσκοποι πόνοι, πίκρες μεγάλες
μέχρι την ύστερην αναπνοή μου
βάσανα μύρια, θλίψες και ζάλες.
Άνθρωποι τρέχουν, τρώνε, κοιμούνται
κι ύστερα πάνε-πεθαίνουν, σβυούνται.
Κι όταν για τούτα λέω σε κανένα
αυτός παράξενα με κοιτά
σαν να μιλάω με λόγια ξένα
κι από πού έχω ερθεί ρωτά.
Βλέπω την ώρα που πεθαμένη
θα 'μαι στο στρώμα μου ξαπλωμένη
και λέω στον εαυτό μου, τόσον δρόμο
γεμάτον περιπέτειες και τρόμο
να τον περάσω δεν το βρίσκω λογικό
με το μυαλό μου αυτό το παιδικό,
που όμως βλέπει, ακούει, διαβάζει
και νους πολλούς μεγάλους κάτου βάζει.
Πηδώ λοιπόν τον μέγα φράχτη
και βλέπω στην αντίπερα οχτιά.
Όχι, ο νους μου διόλου δεν 'ταράχτη
καμμιά δεν έχει το μυαλό μου σκιά.
Στα μάτια σας το βλέπω-με πιστεύετε
και λόγια να 'βρετε σωστά γυρεύετε
να μ' απαντήσετε σ' όσα λέω
σαν να 'χατε ακούσει κάτι νέο.

ΘΑΛΗΣ
Όχι μικρή μου, όμως να, φαντάστηκα
σ' ό,τι ακούω ίσως πως γελάστηκα.
Δεν επερίμενα από μια μικρούλα
σωστή να μου δειχτεί νοικοκυρούλα,
ούτε αληθινά σοφία τόση
στο μυαλουδάκι της να 'χει ριζώσει.

ΛΩΡΑ
Ω! Το σκεφτόμουνα για μήνες τώρα.
Βήματα ήξερα πως κάνω πρωτοπόρα,
μα ούτε ήθελα να κάνω πίσω,
κι ούτε μπορούσα πάλι να γυρίσω
στης ζήσης τη φριχτή κενότητα
χωρίς χαρά, ψυχή, φιλότητα.
Κι ως για το πού θα πήγαινα, ω! είχα
μέχρι την πιο μικρή μου νιώσει τρίχα
ότι το μέρος για να ρθώ ήταν...εδώ`
αδιάντροπη μη, όχι, με νομίσετε,
όμως δε θέλω έννοιες να πηδώ-
πώς έφτασα εδώ για να γνωρίσετε.
Σιχάθηκα τους νέους και τις νέες
που αψιά και βίαιη μια ζήση ζούνε'
τις σχέσεις τους νομίζουνε ωραίες
ενώ με κείνες τη ζωή τους σπούνε
και χύνονται έξω οι βρωμιές της
στους δρόμους και στις γειτονιές της.
Δεν βγάζει πουθενά
της ζωής το μονοπάτι`
κακά μόνο γεννά:
κάθε χαρά φευγάτη.
Κι όσα γνωρίζουμε
δεν μας αξίζουνε
και μας γερνάνε
και μας πετάνε
τέλος-γνωρίζετε, τι να το πω-
σε δύο μέτρα χώμα νωπό.
Τη ζωή αρνούμαι
αυτήν να ζήσω.
Θα την αφήσω
και, αν σεις το θέτε
κι όχι δε λέτε,
..μαζί θα ζούμε..
Σεις είστε ώριμος
και λογικός.
Σας είναι γνώριμος
κάθε σκοπός.
Σεις όλα τα 'χετε
τέλεια γνωρίσει`
με σας δεν μάχεται
του βίου η δύση.
Σεις έχετε μυαλό
κάτω από τα μαλλιά σας
γι αυτό παρακαλώ
δεχτείτε με κοντά σας.
Και όσο κι αν μικρό είμαι κοριτσάκι
μα σαν καιρό γειτόνισσά σας
μου λέει αυτό μου το μικρό το μυαλουδάκι
ότι με θέλετε για συντροφιά σας.
Γιατί σας έχω δει πώς με κοιτάτε`
πόσον κρυμμένο πόθο
έχετε στη φωνή σα μου μιλάτε-
είμαι μικρή μα νιώθω.
Αν δεν ειν' έτσι, πέστε μου ευθύς
κι εγώ θα φύγω-
έτσι θα 'κανε ντροπή ο καθείς
που θα 'χε λίγο...

ΘΑΛΗΣ
Όχι να φύγεις μοναχά δεν θέλω
μα να σ' έχω ποθώ
κι απ' τη σκέψη μεθώ
τον άγγελο πως θα 'χω των αγγέλω
για πάντα συντροφιά
στα έρμα γερατειά.
Μα τι θα πεις στο σπίτι
αν φύγεις από κει
γλυκούλα μου μικρή-
κάτι δε θα τους λείπει;


ΛΩΡΑ
Αδέρφια είμαστε πολλά.
Εγώ είμαι το έκτο.
Μετά, καμιά φορά
πηγαίνω και τους βλέπω
σ' αυτό αν συμφωνείτε
και "ναι" αν σεις μου πείτε.
Και αφού ως εδώ συμφωνούμε
δεν υπάρχει άλλο τι για να πούμε:
εγώ ειμ' η σκλάβα σας κι εσείς το αφεντικό-
καθένας στη ζωή με το δικό του μερτικό.
Θα φέρω από το σπίτι σε λιγάκι
να βάλω το μικρό μου κρεβατάκι
εδώ, σ' αυτήνε τη γωνιά
με λίγα λεμονιάς κλωνιά.

ΘΑΛΗΣ
Δε θέλω γάμους να 'χουμε δω πέρα.

ΛΩΡΑ
Τι λόγος! Όχι βέβαια κύριέ μου`
αυτό δε θα το ήθελα ποτέ μου-
θα ήτανε η πιο μαύρη μου ημέρα.

ΘΑΛΗΣ
Βέβαια τούτο πάλι δε σημαίνει
πως εδώ μέσα θα 'μαστε δυο ξένοι..

ΛΩΡΑ
Όχι κύριέ μου, Όποτε ποθείτε
δεν έχετε παρά να μου το πείτε.

ΘΑΛΗΣ
Ω! Ευτυχία που μου δίνεις Λώρα!

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου! Μη με θέλετε και τώρα;

ΘΑΛΗΣ
Τώρα θα ήθελα το πόδι το δεξί μου
να 'ρχόσουνα να έτριβες εδώ μαζί μου.
Το θέλω αυτό από πολλή ώρα τόσο...

ΛΩΡΑ
Θα σας μαλώσω που δεν το 'πατε ωστόσο.
Πέστε μου πού ακριβώς
και πώς, και πόσο δυνατά.

ΘΑΛΗΣ
Εδώ. Και να 'ναι ο ρυθμός
ταχύς. Και ώρα να κρατά.

ΛΩΡΑ
Έτσι καλέ μου κύριε; Καλά είναι;

ΘΑΛΗΣ
Καλά. Δύναμη λίγη πιότερο όμως δίνε.

ΛΩΡΑ
Ναι κύριέ μου. Α! Ωραία που νιώθω
να σας υπηρετώ! Σαν κάποιον πόθο
έτσι να σβηώ
τυραννικό
που το κορμί μου ως τώρα εβασάνιζε
και ήθελε σε σας να τον εχάριζε.

ΘΑΛΗΣ
Έτσι όπως το ποδάρι μου χαϊδεύεις
άστο για λίγο αγαπητό μου κοριτσάκι
κι απ' το μπλουζάκι σου, κάπου αν πιστεύεις
ξεκούμπωσε ακόμα ένα κουμπάκι.

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου, αυτό το κάτι εσείς μου είστε.
Κοιτάτε! Το ξεκούμπωσα-ορίστε!
..Μήπως να ξεκουμπώσω κι άλλο ένα;

ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήτανε αλήθεια.

(η Λώρα το ξεκουμπώνει)

ΛΩΡΑ
Σε σας να δείχνω τα γλυκά μου στήθια
κύριέ μου…να...αρέσει και σε μένα…

ΘΑΛΗΣ
Ένα λοιπόν ξεκούμπωσε ακόμα!..

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου μού εστέγνωσε το στόμα!..

ΘΑΛΗΣ
Τότε λοιπόν τα πόδια μου άφησέ μου
και στο κρεβάτι μου τρέξε άγγελέ μου.
Δεν ξέρεις πόσο η τραγανή σου σάρκα
ωραία για το ταξίδι μου είναι βάρκα..
Σ' ένα θερμό κορμί σαν το κορμί σου
σαν θ' ακουμπώ
θα 'μαι θαρρώ
σ' ενός τα σπάνια μέρη παραδείσου...

ΛΩΡΑ
Δεν ξέρετε κι εγώ πόσο ποθούσα
το σώμα το ακριβό σας ν' ακουμπούσα.

ΘΑΛΗΣ
Ώστε και συ με αγαπάς καλή μου;

ΛΩΡΑ
Ω! Κύριέ μου! Θα σας εξηγήσω-
με λίγα λόγια, για να μην αργήσω
στα χέρια σας ν' αφήσω το κορμί μου:
όταν κανείς παπάς που θέλει κάπου
την Κοινωνία τη Θεία του ν' αδειάσει,
δοχείο δεν έχει, και θωρώντας κάτου
της πόρνης βλέπει το χαλκό το τάσι
που εκείνη πλένει μέσα τις βρωμιές της,
και σκύβει και το παίρνει και την Άγια
την Κοινωνία εντός του αποθηκεύει,
έτσι και μένα βρωμερή και άδεια
η λέξη "αγάπη" μοιάζει` κι ας γυρεύει
η γλώσσα αυτή τη λέξη να ψελλίσει:
όπως την έχει ο κόσμος καταντήσει
δεν είναι διόλου άξια αυτή η λέξη
το ρόλο που εμείς θέλουμε να παίξει.
Γι αυτό παρακαλώ τον κύριό μου
σωστόν αν βρίσκει το συλλογισμό μου
τη χάρη αυτή αν θέλει να μου κάνει-
για μας η λέξη 'αγάπη" να πεθάνει.
Κάτι 'ψηλότερο απ' αυτό τους δυο μας
στον κόσμο θα ενώσει τον δικό μας.
...Ειν' έτοιμος για μένα ο κύριός μου;

ΘΑΛΗΣ
Μισό λεφτό καλή μου ακόμα δος μου:
τη λέξη "αγάπη" τώρα στραγγαλίζω
και "Λώρα" ό,τι νιώθω το βαφτίζω.

ΛΩΡΑ
Εγώ το 'χω βαφτίσει "Κύριέ μου".

ΘΑΛΗΣ
Σωστά το 'χεις βαφτίσει άγγελέ μου.
Μα έλα τώρα,,. μην αργείς...δεν πρέπει...

(Η Λώρα τρέχει στο κρεβάτι του Θαλή)

ΛΩΡΑ
Η βιάση σας κύριέ μου πώς με τέρπει!..


(τέλος της τρίτης πράξης)





πράξη τέταρτη
(τόπος: γη και ουρανός)


ΘΑΛΗΣ
Ο απόηχος κάποιων λόγων
ως εδώ που είμαι φτάνει`
σαν για κάποιον να 'χουν ψόγον-
ποιοι τα λένε; ποιος τους βάνει;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ
Α'
Νέο κορίτσι κι έτσι να πεθάνει…
Το νου του πια κανείς μ' αυτά τον χάνει.
Στο θάνατο ένα γέρο να θελήσει
κορίτσι νέο να τον ακολουθήσει..

Β'
Χρόνια οι δυο τους ζήσανε μαζί θαρρώ.

Α'
Ναι. Παραήτανε το πράγμα βρωμερό.

Β'
Μια κοπέλα μ' ένα γέρο
να τα μπλέξει και καλά!..
Και στον έρωτα να πέσουν
γέροντας και κοπελιά!..

Α'
Ο Θεός να με σχωρέσει-
δε μιλώ με ξιπασιά,
αλλ' αρνείται να πιστέψει
τέτια ο νους ξετσιπωσιά.
Όμως δε μιλάω άλλο-
οι νεκροί, λένε, μπορούν
και κακό κάνουν μεγάλο
αν κακό για κείνους πουν.

Β'
Τόσον κόσμο μαζεμένο
δεν περίμενα να δω
για ζευγάρι σαν αυτό.

Α'
Π’ ούτε κι ήταν παντρεμένο..

Β' 
Θα ήρθαν για να δούνε
και να 'χουνε να πούνε
πως ήτανε αλήθεια
και όχι παραμύθια
ό,τι άκουγαν ως τώρα
για κείνον και τη Λώρα.

ΘΕΟΣ
Αν υπήρχα
θα τους είχα
με τα δύο μου τα χέρια
βάλει πάνω από τ' αστέρια.

ΚΑΚΙΣΤΡΑ
Πάει κι αυτός πάει κι εκείνη.
Τέλειωσαν-πεθάνανε.
Ό,τι έπρεπε τους 'γίνει
με αυτά που κάνανε.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ

Πήγε κι έμπλεξε με γέρο!
Να 'χε κάνε μου παρά…
Τι να πω κι εγώ δεν ξέρω`
τι βρωμιάρα μια φορά!

ΜΕΝΩΝ
Την ευτυχία εβρήκες.
Στα περιβόλια εμπήκες
τα πάντα ολανθισμένα-
τα πάντα ερωτευμένα.

ΦΙΛΗ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ
Της έλεγα να τονε παρατήσει.
Δεν ήθελε ούτε να τ' ακούσει.
Πόσοι νέοι την είχανε ζητήσει-
καλοντυμένοι, όμορφοι, πλούσιοι…

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
Ο Θεός να με σχωρέσει,
πρέπει να καθαριστεί
η μαγάρα που 'χε πέσει-
που 'φεραν οι δυο αυτοί.

ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΛΩΡΑ
Ανώμαλη η φουκαριάρα θα 'τανε`
οι γέροι-άκου εκεί-να της αρέσουν..
ενώ με μένα όλες τις τρέλες θα 'κανε
που μέσα τους οι νέοι ζητούν να πέσουν.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Και δωμάτια μερικά κρατούνε
αποκλειστικότητες.
Από γέρο άλλα δε θα δούνε
τέτοιες παιδικότητες.

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ
Λίγο να ζούσανε ακόμα
δε θ' άντεχα' η νίκη ολοσχερώς
θα 'χε δοθεί στη βρώμα
την ευτυχία-πεθάναν ευτυχώς.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Νομίζαμε κανένας δεν πεθαίνει
στων πραγμάτων τη χώρα.
Μα όσο γερνά κανείς μαθαίνει-
πάει και ο Θαλής, πάει κι η Λώρα.

ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Όλο λιγότερο
μπορώ κι ακώ
καθώς ψηλότερα-
πέρα τραβώ.
Και όλα όσα λέν δεν ξεχωρίζουνε-
καλολογούνε άραγε ή βρίζουνε;

Η ΓΗ
Τους βλέπω να μακραίνουν
αλλά κι από ψηλά
η γλύκα που ανασαίνουν
μέχρις εδώ κυλά.

Ο ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
Όλα με το θάνατο τελειώνουν-
δυο νεκρά κορμιά που τώρα λιώνουν...

Η ΠΟΡΝΗ
Κι εγώ πάω με γέρους μα έχουν χρήμα.
Αλλιώς δε θα τους σήκωνε το κλίμα.
Μα γέρος και φτωχός!..Η καημενούλα
φαινότανε πως ήτανε χαζούλα.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Κι αν τα κορμιά μας κάποτε μαραίνουν
τ' αρώματα που δίνουμε όμως μένουν.
Καλότυχος αυτός που το μπορεί
να τα μυρίζει κι αν δεν μας θωρεί.

Η ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗ
Να κάνω εγώ αυτό που θέλει εκείνος
σαν να 'μουνα υπάκουο σκυλάκι;
Αυτός θα υπηρετεί των "θέλω" μου το σμήνος
κι εγώ δε θα κουνάω δαχτυλάκι!


ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήταν αν σωπαίναν.
Μα φαίνεται έτσι κάποιοι τους μαθαίναν.
Να! Τώρα όλα σχεδόν έχουν σωπάσει
Φαίνεται όλα πια έχουν περάσει.

(ησυχία για λίγο)

ΛΩΘΑ

Δε βλέπω τίποτα ούτε ακώ
μία μήτρα μόνο ειν' εδώ
που τον τράχηλο έχει μαλακό
και η μήτρα είμαι αυτή εγώ.


ΑΥΛΑΙΑ


  ΜΑΡΙΑ
 

ΤΟΠΟΣ 
Ελλάδα, χωριό, καφενείο

ΧΡΟΝΟΣ
1973 


ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
ΚΑΦΕΤΖΗΣ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
ΝΤΙΝΟΣ (χωρικός)
ΜΑΡΙΑ
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ (χωρικός)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (γυναίκα του)
ΣΤΑΘΗΣ (χωρικός) 

Πρωί. Το εσωτερικό του καφενείου ενός χωριού με τραπεζάκια και καρέκλες. Σ’ ένα τραπεζάκι ο στρατιώτης. Στον τοίχο κορνίζες με φωτογραφίες λουλουδιών. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο καφετζής ετοιμάζει τον καφέ του στρατιώτη, ρίχνοντας κάθε τόσο βλέμματα φοβισμένα προς αυτόν. Ο στρατιώτης με τη στολή του, φρεσκοξυρισμένος. Ένα πιστόλι κρέμεται στο δεξί μέρος της μέσης του. Είναι απασχολημένος να γυαλίζει με το δεξί μανίκι του χιτωνίου του τα κουμπιά της στολής του, που ήδη λάμπουν.

ΚΑΦΕΤΖΗΣ (ΚΑΦ)
Έτοιμος ο καφές…
(Τον σερβίρει. Ο στρατιώτης αφήνει αποφασιστικά το γυάλισμα των κουμπιών και πίνει μια γουλιά. Ξινίζει τα μούτρα του)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (ΣΤΡ)
Πολύ γλυκός!
ΚΑΦ
(στενοχωρημένος)
Πώς έγινε αυτό… κι αφού μού είπατε να προσέξω… θα φτιάξω άλλον.  
(Περιμένει την αντίδραση του στρατιώτη, όμως εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Αυτό ο καφετζής το ερμηνεύει σαν επιθυμία για καινούργιο καφέ, παίρνει το φλιτζάνι και πηγαίνει προς τον πάγκο)
Σ’ ένα λεφτό είναι έτοιμος.
(Ο στρατιώτης σηκώνεται και κάνει βόλτες μέσα στο καφενείο, κοιτάζοντας τις εικόνες που κρέμονται στον τοίχο. Βλέπει το ρολόϊ του. Στρέφει προς τον καφετζή)
ΣΤΡ
H ώρα είναι εννέα. Τι ώρα θα ’ρθεί;
ΚΑΦ
Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Αλλά δεν έχει κανονική ώρα. Άλλοτε ξυπνάει αργά, άλλοτε νωρίς.
ΣΤΡ
Βέβαια. Το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό. Εξαρτάται με ποιον πέρασε τη νύχτα και τι ώρα κοιμήθηκε. Ένα χαμένο κορμί όπως αυτή δεν μπορεί να έχει ταχτικό ωράριο. Στην πόρτα της είδα ένα σημείωμα. Έγραφε: «Γλύκα έρχομαι. Περίμενε.»
(γκριμάτσα)
Άκου «γλύκα»…για ποιον το έγραψε;
ΚΑΦ
Για όλους. Δηλαδή για όποιον πάει στο σπίτι της να την ζητήσει.
ΣΤΡ
Κι αν πάει κάποια γυναίκα; Κι αν πάει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος όπως εγώ;
ΚΑΦ
Δεν πάνε γυναίκες ποτέ. Όσο για τους άντρες, για τη Μαρία όλοι ίδιοι είναι. Γι αυτήν δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς και όχι αξιοπρεπείς.
ΣΤΡ
Μπορώ να το καταλάβω καλά αυτό. Μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά αυτό.
(ο καφετζής φέρνει τον καφέ.. Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι και πίνει μια γουλιά)
Καλός.
ΚΑΦ
(ικανοποιημένος)
Δόξα στο θεό.
(πηγαίνει στον πάγκο του)
ΣΤΡ
Δεν βλέπω καμία φωτογραφία του πρωθυπουργού μας εδώ. Δεν μπορούσες να βάλεις μία; Ή είσαι κι εσύ μήπως εναντίον του Στρατού;
ΚΑΦ
(αυθόρμητα, με αγανάκτηση)
Εγώ έβαλα, αλλά οι πελάτες μού είπανε πως αν δε τη βγάλω δε θα ξαναπατήσουν εδώ μέσα. Τι να έκανα;
(δείχνει στον τοίχο)
Να, εκεί ήτανε.
ΣΤΡ 
Αχάριστοι άνθρωποι!.. Τόσα καλά έκανε η κυβέρνηση γι αυτούς.
(Πίνει. Μπαίνει ο Ντίνος χτυπώντας τα χέρια του για να ζεσταθεί)
ΝΤΙΝΟΣ (ΝΤΙ)
(στον καφετζή)
Καλημέρα Φίλιππα.
(Βλέπει τον στρατιώτη στο διπλανό τραπεζάκι και του γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά)
Κάνε μου ένα σάντουιτς
ΚΑΦ 
Τα συνηθισμένα;
ΝΤΙ 
Ναι. Και μπόλικο κασέρι.
(Ο στρατιώτης όλο αυτό το διάστημα παρακολουθεί με το βλέμμα τον Ντίνο και δείχνει φανερά ενοχλημένος από τη στάση του)
ΣΤΡ 
Θα μπορούσες να πεις καλημέρα και σε μένα…
ΝΤΙ
(Κοιτάζοντας προς το στρατιώτη)
Χαιρετάω όποιον θέλω. Νομίζω είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω-ή όχι;
ΣΤΡ
Ό,τι θέλατε κάνατε με την κυβέρνηση την πολιτική. Σήμερα κυβερνάει ο Στρατός και θα γίνεται ό,τι εκείνος διατάξει. Ο πρωθυπουργός μας έχει σε δύο ομιλίες του υπογραμμίσει τη μεγάλη σημασία που αποδίνει η κυβέρνησή μας στην ευγενική συμπεριφορά των πολιτών μεταξύ τους.
ΝΤΙ
Είμαι ευγενικός με όσους δεν κρατάνε όπλο. Όσοι κρατάνε όπλο μετράνε την ευγένεια για δουλοπρέπεια.
ΣΤΡ
Είναι μέσα στα καθήκοντά μου να κρατάω όπλο. Και αυτή την ώρα βρίσκομαι σε αποστολή. Είναι άσχημο να κάνει κανείς τη δουλειά του; Εσύ δεν κάνεις κάποια δουλειά;
ΝΤΙ
Κάνω τη σωστότερη δουλειά που υπάρχει. Καλλιεργώ τη γη και τρέφομαι με τους καρπούς που μου δίνει ποτισμένη με τον ιδρώτα μου.



ΣΤΡ 
Ώστε σωστή είναι μόνο η δουλειά σου… και τι έχεις να πεις για τους στρατιώτες; Ποιος θα υπερασπίσει την πατρίδα δίνοντας το αίμα του για να μπορείς εσύ να οργώνεις το χωράφι σου
(μιμείται τη φωνή του Ντίνου)
και να τρέφεσαι με τους καρπούς του;
(συνεχίζοντας με την κανονική φωνή του)
Θα πρέπει εγώ να μη σε χαιρετάω επειδή κρατάς το αλέτρι σου-το εργαλείο της δουλειάς σου;
(Ο καφετζής, που παρακολουθεί  ανήσυχος τη συζήτηση φέρνει το σάντουιτς διπλωμένο και το αφήνει στο τραπέζι κοντά στον Ντίνο)
ΝΤΙ
Το αλέτρι δε σκοτώνει και τα όπλα σας είναι καλά μόνον όταν στρέφονται ενάντια στον εχθρό και όχι ενάντια στο λαό μας.
ΚΑΦ
Ντίνο, δε μιλάνε έτσι σ’ έναν εκπρόσωπο της κυβερνήσεώς μας.
(Εκμεταλλευόμενος μια στιγμή που ο στρατιώτης δεν τον κοιτάζει, κάνει νόημα στον Ντίνο να υποχωρήσει.)
Γιατί ένας στρατιώτης αυτό είναι. Αντιπροσωπεύει την κυβέρνηση παντού και πάντα. Και αν τώρα δε σε αναφέρει γι αυτά που είπες, αυτό θα είναι απόδειξη της ανοχής που δείχνει η κυβέρνησή μας στους αντίθετους όπως εσύ.
ΝΤΙ
Η κυβέρνησή σ α ς 
(υπογραμμίζει τι «σας») 
δεν είναι ανεκτική. Η κυβέρνησή σ α ς είναι έτοιμη να πέσει και γι αυτό κάνει τα στραβά μάτια. Η κυβέρνησή 
σ α ς έχει χάσει όλα της τα στηρίγματα και δεν έχει δύναμη πια. Αλλιώς τώρα θα ήμουνα δεμένος χεροπόδαρα για ό,τι είπα.
ΣΤΡ
(σηκώνεται και στέκεται δίπλα στον Ντίνο. Δυνατά)
Η κυβέρνηση είναι «μας» και όχι «σας». Και δεν έχει χάσει κανένα στήριγμα. Στήριγμά της είναι η αγάπη όλων των φιλήσυχων πολιτών. 
(σοβαρά)
Θα σε συνελάμβανα, έχεις δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κατηγορεί την κυβέρνησή μας.
(υπεροπτικά)
Όμως έχω άλλη αποστολή τώρα.
(απειλητικά)
Θα αναφέρω βεβαίως το συμβάν στον κύριο Διοικητή.
ΝΤΙ
Και ο κύριος διοικητής θα σε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια.
(με περιέργεια)
Και ποια είναι η αποστολή σου εδώ;
ΣΤΡ
(αυστηρά)
Δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Να είσαι βέβαιος όμως ότι η αποστολή μου θα εκτελεστεί στο ακέραιο όποια και αν είναι.
(Κοιτάζει το ρολόι του. Στον καφετζή)
Πού μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα;
ΚΑΦ
Στον δεύτερο δρόμο αριστερά, στο κουρείο.
ΣΤΡ
Αν έρθει να με περιμένει. Γυρίζω αμέσως.
(βγαίνει)

ΚΑΦ
Τι κάνεις μωρέ; Θέλεις να μου κλείσεις το μαγαζί;
ΝΤΙ
Τι θέλει εδώ αυτός ο φασίστας;
ΚΑΦ
(φοβισμένος)
Σςςςς…
(πηγαίνει ως την πόρτα, κοιτάζει έξω, βεβαιώνεται ότι ο στρατιώτης είναι μακριά, γυρίζει. Σιγά, συνωμοτικά)
Θέλει τη Μαρία.
ΝΤΙ
(έκπληκτος)
Τη Μαρία;
(γελάει αμήχανα)
Τι να την κάνει τη Μαρία;
ΚΑΦ
Ούτε που μου είπε ούτε που τόνε ρώτησα. Φαίνεται όμως την ξέρει. Ξέρει πως ξενυχτάει και τι ζωή κάνει.
ΝΤΙ
Και τι μπορεί να ενδιαφέρει την κυβέρνηση τι κάνει η Μαρία; Μυστήριο πράμα. Είσαι σίγουρος πως θέλει τη Μαρία-τη δικιά μας Μαρία;
ΚΑΦ
Υπάρχει άλλη Μαρία Αποστολοπούλου στο χωριό;
ΝΤΙ
(σκεφτικός)
Όχι
(Μπαίνει η Μαρία. Κοντή. Μελαχρινή. Φοράει μαντήλι στο κεφάλι, κόκκινη μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ, πράσινη μακριά φούστα. Παπούτσια με στρογγυλεμένη μύτη, κάλτσες μάλλινες, πλεχτές, που φτάνουν μέχρι πάνω από τη μέση της κνήμης. Κρατάει μια μικρή τσάντα. Σ’ όλο το έργο είναι ζωηρή χωρίς να είναι χυδαία, σοβαρή χωρίς να τραγικοποιεί τις καταστάσεις ή να φτάνει στην εκζήτηση. Είναι ειλικρινής. Είναι ελκυστική χωρίς να είναι προκλητική)

ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡ)
Γεια χαρά σε όλους.
ΚΑΦ
Γεια σου Μαρία.
ΝΤΙ
Γεια σου Μαράκι.
(φιλιούνται)
ΜΑΡ
Γεια σου γλύκα.
(στον καφετζή)
Γεια σου ντροπαλέ. Πώς έτσι άδειος σήμερα;
ΝΤΙ
(μη δίνοντας την ευκαιρία στον καφετζή ν’ απαντήσει)
Μαράκι τι νταραβέρια έχεις με το Στρατό;
ΜΑΡ
(Ψεύτικα ξαφνιασμένη. Στον καφετζή)
Σε μένα το λέει;
ΚΑΦ
Σε σένα. Ένας στρατιώτης ήρθε και σε ζητάει.
ΜΑΡ
Πού είναι η γλύκα μου; Έχω καιρό να δω στρατιώτη.
ΝΤΙ 
(γελώντας)
Και πώς το ξέρεις Μαράκι; Οι στρατιώτες γνωρίζονται μόνον ντυμένοι.
(Ο καφετζής χαμογελάει. Η Μαρία γυρίζει απορημένη προς αυτόν.)
Σήμερα δεν τον καταλαβαίνω-τι είπε;
ΚΑΦ
(γελώντας)
Λέει πως τους άντρες τους βλέπεις χωρίς ρούχα. Πώς θα καταλάβαινες αν είναι στρατιώτες ή όχι;
ΜΑΡ
(Καταλαβαίνει το αστείο και γελώντας πλούσια και από καρδιάς ρίχνεται στην αγκαλιά του Ντίνου και τον φιλάει όπου βρει)
Γλύκα μου… γλύκα μου… γλύκα μου…
ΝΤΙ
(την απωθεί απαλά)
Μαρία τι να θέλει ετούτος; Μου φάνηκε άγριος. Χαζός αλλά άγριος.
ΜΑΡ
Τι μπορεί να θέλει ένας άντρας από μια γυναίκα; Πόσο πρέπει να μεγαλώσεις ακόμα για να το μάθεις;
(κοιτάζει γύρω)
Και πού είναι-τος που με θέλει;
ΚΑΦ
Έχει πάει στο κουρείο για τηλέφωνο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει.
ΝΤΙ
Μαράκι θα ’μαι στο αμπέλι. Αν χρειαστείς τίποτα φώναξέ με. Δε μ’ αρέσανε τα μούτρα του.
(Δείχνει τη Μαρία στον καφετζή)
Φίλιππα εντάξει;
ΚΑΦ
Εντάξει. Εγώ θα τρέξω ο ίδιος να σε φωνάξω…
ΜΑΡ
(στον Ντίνο)
Δε θα χρειαστεί τίποτα γλύκα. Φύλα τη δύναμή σου για το κρεβάτι. Τ’ άλλα τα καταφέρνω μόνη μου.
ΝΤΙ
(Φιλάει τη Μαρία)
Γεια!
(Στον καφετζή, δείχνοντάς του το σάντουιτς)
Γράφτο.
(Βγαίνει)
ΚΑΦ
(Ανήσυχος)
Τι να σε θέλει Μαρία;
ΜΑΡ
Ε! Ντροπαλούλη! Εμένα θέλει, εσύ γιατί τρέμεις;
ΣΤΡ
Μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι γίνεται.
(Μικρή παύση)
ΜΑΡ
(Σοβαρά)
Πέρασε ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι ακόμα. Θέλεις να σου δώσω τίποτα;
ΜΑΡ
Δε θέλω τίποτα.
(Κάθεται. Σιωπή. Σιγοτραγουδάει)
«Είπαν της κόρης να γδυθεί
κι έβγαλε το μαντήλι
είπαν της χήρας να γδυθεί
κι ήταν γυμνή ως το δείλι…» 
Ντροπαλέ!
ΚΑΦ
(Χωρίς ν’ αφήσει το συγύρισμα του πάγκου του)
Ναι…
ΜΑΡ
Ο Στάθης σου χρωστάει;
ΚΑΦ
Και σε ποιον δε χρωστάει. Αλλά εμένα δε με νοιάζει. Ούτε κείνον τόνε νοιάζουνε αυτά που χρωστάει σε μένα. Είναι λίγα. Με τον πρωτευουσιάνο τι γίνεται… αν δεν τον πληρώσει θα του πάρει το χωράφι.
ΜΑΡ
Και πώς το ξέρεις; Μπορεί να του κάνει πίστωση.
ΚΑΦ
Αυτός; Δεν τον ξέρεις καλά.
(Ακούει βήματα. Κοιτάζει έξω. Σιγά)
Έρχεται.
ΜΑΡ
(Το πρόσωπό της φωτίζεται)
Ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι μωρέ, ο στρατιώτης!
(Η Μαρία φτιάχνεται. Μπαίνει ο στρατιώτης. Κοιτάζει τη Μαρία. Στον καφετζή)
ΣΤΡ
Αυτή είναι;
ΚΑΦ
Μάλιστα.
(Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι που κάθεται η Μαρία και περπατώντας διαγράφει έναν κύκλο γύρω της βλέποντάς την. Εκείνη, στο διάστημα αυτό, στρεφόμενη ανάλογα πάνω στην καρέκλα της παρακολουθεί αμίλητη και χαμογελαστή τον στρατιώτη με το βλέμμα της)
ΜΑΡ
(γελώντας)
Κάτσε τώρα να μου πεις τις εντυπώσεις σου.
(Ο στρατιώτης εξακολουθεί να στέκει ορθός και αμίλητος)
Να σου πω εγώ λοιπόν. Η μύτη λίγο μεγάλη. Αναλογίες καλές. Δεν μπορείς να τα δεις και όλα όταν είμαι καθιστή.
(τραβάει ελαφρά τον στρατιώτη από το χέρι για να τον κάνει να καθίσει)
Κάτσε λοιπόν!
ΣΤΡ
(Ελευθερώνει απότομα το χέρι του. Στρώνει τη στολή του και παίρνει τη στάση της προσοχής)
Είσαι η Μαρία Αποστολοπούλου;
ΜΑΡ
Εγώ είμαι στρατιωτάκι. Ολόκληρη.
ΣΤΡ
Του Γεωργίου και της Αθανασίας;
ΜΑΡ
Έτσι όπως τα λες.
ΣΤΡ
Πρέπει να έρθεις μαζί μου.
ΜΑΡ
(σηκώνεται)
Μετά χαράς.
(Στον καφετζή)
Ντροπαλέ, αν έρθει ο Στάθης να με περιμένει. Δε θ’ αργήσω.
(Πιάνει αγκαζέ τον στρατιώτη)
Πάμε!
ΣΤΡ
(Αναστατωμένος. Ελευθερώνει το χέρι του, τινάζει και στρώνει τη στολή του.)
Ε! Για στάσου! Τι κάνεις εκεί; Πού νομίζεις ότι πάμε;
ΜΑΡ
Πού θέλεις να πηγαίνουμε; Σπίτι έχεις εδώ; Όχι! Άραγε το σπίτι μου είναι το μόνο μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
ΣΤΡ
(Πειραγμένος)
Άκου εδώ! Δεν ήρθα εδώ από την Αθήνα για να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι σου. Ήρθα για να σε πάω στην Αθήνα…
ΜΑΡ
(Απορημένη)
Στην Αθήνα; Τι να κάνω στην Αθήνα;
ΣΤΡ
(Κοιτάζει μια τη Μαρία μια τον καφετζή)
Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι θέλω.
(Βλέποντας την απορία και των δυο)
Καλά, δεν ακούτε ραδιόφωνο; Δεν διαβάζετε εφημερίδα;
ΚΑΦ
Εφημερίδα έρχεται μια φορά την εβδομάδα στο χωριό. Και ραδιόφωνο δεν ακούει κανείς. Λένε ότι λέει βλακείες.
ΣΤΡ
Αφού είναι έτσι λοιπόν…
(Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί και το δίνει στη Μαρία)
Έχω μαζί μου τη διαταγή.
(Στη Μαρία)
Διάβασέ την.
ΜΑΡ
(Διαβάζει)
Εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθ. εβδομηνταοχτώ γραμμή, τέσσερες χιλιάδες πεντακόσια εικοσιτέσσερα γραμμή, γάμμα έψιλον σίγμα…
(Ο στρατιώτης, όταν η Μαρία προφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «γραμμή» κάνει ένα μορφασμό. Τη δεύτερη επεμβαίνει)
ΣΤΡ
Όχι γραμμή. Κάθετος.
ΜΑΡ
(Σηκώνοντας τα φρύδια και κατασπώντας τις γωνίες του στόματος)
Κάθετος, κάθετος!
(Συνεχίζει το διάβασμα)
…γάμμα έψιλον σίγμα κάθετος…
(Τονίζει το «κάθετος» χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τον στρατιώτη)
Πρώτον, έψιλον γάμμα, κάθετος
(Τονίζει και πάλι το «κάθετος». Στο στρατιώτη)
Δεν είναι όμως κάθετος.
ΣΤΡ
Έτσι διαβάζεται. Συνέχισε.
ΜΑΡ
Οκτώβριος χίλια εννιακόσια εβδομηντατρία Διαταγής του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, άπασαι αι ιερόδουλοι του Νομού Αχαϊας πρέπει να ευρίσκονται την εικοσιδύο εντεκάτου εβδομηντατρία και ώραν ογδόην πρωινήν εις το εν Αθήναις και επί της οδού Αχαρνών αριθμός εννιακόσια εικοσιοχτώ υποκατάστημα του Υπουργείου κοινωνικών Υπηρεσιών. Σκοπός της συγκεντρώσεως είναι η παρακολούθησις διαλέξεως του στρατιωτικού Διοικητού Αθηνών με θέμα «Κράτος και ηθική». Εν συνεχεία και επί τετραήμερον, αι ιερόδουλοι θα παρακολουθήσουν ειδικόν διαφωτιστικόν πρόγραμμα και θα τους δοθούν οδηγίαι με σκοπόν την επάνοδόν των εις την οδόν της ηθικής και της προόδου, ώστε να συμβάλουν και αύται εις την ευημερίαν και την πρόοδον της πατρίδος. Αι ιερόδουλοι που δεν θα προσέλθουν οικειοθελώς, θα προσαχθούν βιαίως.
(Ανακουφισμένη)
Ουφ! Τελείωσε.
ΣΤΡ
(Παίρνει το χαρτί)
Βλέπεις; Δεν ήρθες μόνη σου και με στείλανε να σε πάρω.
ΜΑΡ
Εμένα; 
ΣΤΡ
Εσένα!
ΜΑΡ
Και τι δουλειά έχω εγώ με αυτή την υπόθεση;
ΣΤΡ
Δεν είσαι π…-κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή.
ΣΤΡ
(Με νόημα, μιλώντας στον εαυτό του)
Αυτό μπορώ να το καταλάβω καλά. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά.
(Στη Μαρία, θριαμβευτικά)
Ε λοιπόν, θα έρθεις μαζί μου. Αυτό λέει το χαρτί!
ΜΑΡ
Το χαρτί μιλάει για τις γυναίκες που έχουν σαν επάγγελμά τους να πηγαίνουν με τους άντρες.
ΣΤΡ
Και σένα ποιο είναι το επάγγελμά σου; Τώρα δεν παραδέχτηκες πως είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή. Αλλά δεν πληρώνομαι γι αυτό.
ΣΤΡ
Δεν πληρώνεσαι γι αυτό;.. και πώς ζεις;
ΜΑΡ
Έχω το σπίτι μου, ένα περιβόλι, δυο χτήματα με πορτοκάλια… άκου εκεί…
ΣΤΡ
Και δεν πληρώνεσαι για να …για να πας με τους άντρες;
ΜΑΡ
Σου είπα όχι.
ΣΤΡ
Και τότε γιατί πας με τους άντρες αφού δεν το κάνεις για λεφτά;
ΜΑΡ
Γιατί αυτό είναι το καθήκον μου.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει γύρω του σα να μην μπορεί να αντέξει αυτό που ακούει)
Και ποιο είναι το καθήκον σου παρακαλώ; Να είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Το καθήκον της γυναίκας είναι να ικανοποιεί τις επιθυμίες του άντρα, να τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, να τον διασκεδάζει, μ’ ένα λόγο να σηκώνει λίγο από το φορτίο που ο άντρας κουβαλάει στους ώμους του, ή να τον κάνει να το νιώθει ελαφρύτερο. Το καθήκον της γυναίκας είναι να δίνει τη χαρά στον άντρα.
ΣΤΡ
Και το κάνεις αυτό επειδή είσαι πονόψυχη;
ΜΑΡ
Σου είπα - γιατί είμαι γυναίκα.
ΣΤΡ
Θες να πεις ότι είσαι κοινή μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα;
ΜΑΡ
Και γιατί το να είσαι γυναίκα σημαίνει ν’ αγαπάς. Και ν’ αγαπάς σημαίνει να δίνεις.
ΣΤΡ
(με όλο και μεγαλύτερη απορία)
Και αγαπάς όλους τους άντρες που πηγαίνεις μαζί τους;
ΜΑΡ
(Με ευχαρίστηση που της δίνεται η ευκαιρία να πει ό,τι λέει, σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Όλους. Κι εκείνους που ακόμα δεν έχω πάει μαζί τους. Και κείνους που δε θα προλάβω να γνωρίσω στη ζωή μου.
(Μπαίνει ένας άντρας και μια γυναίκα και κατευθύνονται προς τον πάγκο. Η γυναίκα βλέποντας την Μαρία στρέφει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά. Ο άντρας ενώ την είδε προσποιείται ότι δεν την έχει δει. Ο καφετζής, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη συζήτηση από τον πάγκο του, πηγαίνει προς το μέρος τους. Η Μαρία από την ώρα που το ζευγάρι μπήκε στο μαγαζί, έχει στραμμένη όλη της την προσοχή σ’ αυτό, σαν να μην υπήρχε ο στρατιώτης, σαν να μην είχε αφήσει μια συζήτηση στη μέση. Είναι εκστατική κι ευτυχισμένη και φαίνεται πως κάτι περιμένει.)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (Η ΣΥΖ)
(Ψυχρά)
Γεια σου Φίλιππα.
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ
Γεια σου Φίλιππα.
ΚΑΦ
Καλώς τους. Τι ήθελες κυρα-Τασία;
Η ΣΥΖ
Δύο χαρτάκια βανίλια και μία ρέγκα. Δώσε μου το κουτί να διαλέξω.
(Όσο η σύζυγος είναι απασχολημένη με τα ψώνια, ο σύζυγος στρέφει ελαφρά το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία. Εκείνη αυτό περίμενε. Φέρνει τη δεξιά παλάμη της στο στόμα, την κρατεί στα χείλη της για λίγο με τα μάτια της να λάμπουν μεγάλα προς το μέρος του συζύγου και ύστερα κρατώντας την παλάμη της οριζόντια φυσάει ελαφρά. Ο σύζυγος παίρνει μια έκφραση αγαλλίασης, φέρνει το χέρι του στο στήθος για μια στιγμή και γυρίζει αμέσως προς τη σύζυγό του και τον καφετζή. Ο καφετζής δίνει τα ψώνια διπλωμένα στη σύζυγο)
ΚΑΦ
Ορίστε. Τριάντα δραχμές.
(ο σύζυγος πληρώνει)
Τι κάνει το παιδί;
Η ΣΥΖ
Καλά είναι Φίλιππα.
(προς τον άντρα της)
Πάμε!
(βγαίνουν χωρίς να κοιτάξουν προς τη Μαρία. Ο στρατιώτης που έβλεπε όλα αυτά, στρέφει προς τη Μαρία που ακόμα, δοσμένη στα προηγούμενα, κοιτάζει προς την κατεύθυνση του ζευγαριού)
ΣΤΡ
Τι ήταν αυτό;
ΜΑΡ
(Συνέρχεται)
Ποιο αυτό;
ΣΤΡ
«Ποιο αυτό»! Αυτό! Να στέλνεις φιλιά σε παντρεμένον άνθρωπο πίσω από την πλάτη της γυναίκας του…
ΜΑΡ
Ω! Τον ξέρω καλά. Χτες το απόγεμα ήτανε μαζί μου.
ΣΤΡ
Ώστε έχεις και παντρεμένους φίλους;
ΜΑΡ
Και οι παντρεμένοι είναι άντρες-δεν είναι; Και οι παντρεμένοι νιώθουν την ανάγκη να έχουν για λίγο μια γυναίκα δίπλα τους-όχι;
ΣΤΡ
Αφού είναι παντρεμένοι δεν έχουν γυναίκα; Θέλουν κι άλλη;
ΜΑΡ
Είσαι ανύπαντρος και δεν ξέρεις στρατιωτάκι. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν απαλλάσσουν τον άντρα από το φορτίο του. Του φορτώνουν κι άλλο. Του δημιουργούν, δεν του λύνουν προβλήματα. Τον βαραίνουν, δεν τον αλαφρώνουν. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν είναι γυναίκες. Είναι σύζυγοι. Ξέρεις τι μου ’λεγε χτες ο Αντρέας για τη γυναίκα του;
ΣΤΡ
Στάσου-ποιος είναι ο Αντρέας;
ΜΑΡ
Ο Αντρέας-αυτός που βγήκε τώρα. Μου έλεγε λοιπόν πως η γυναίκα του τον γκρινιάζει κάθε μέρα να της πάρει καινούργιο φουστάνι. Τον βρίζει ανίκανο και τεμπέλη. Όταν θέλει λοιπόν αυτός να ξεκουραστεί, είναι φυσικό να μην απευθυνθεί στη γυναίκα του. Αυτή τον κουράζει μονίμως. Η επιμονή της για φουστάνι κρατάει εδώ και τρεις μήνες. Και ο άνθρωπος δεν έχει λεφτά ούτε για να φάει η οικογένειά του. Λοιπόν πού θα ’βρισκε λίγη κατανόηση; Λίγη φροντίδα; Γι αυτό είμ’ εγώ εδώ.
(Κλείνει τα μάτια και σηκώνει τα χέρια ψηλά)
Και είναι υπέροχος! Άντρας σωστός! Κατάλαβες;
ΣΤΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι πως πρέπει να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα. Εκεί θα δώσεις λόγο γιατί δεν ήρθες νωρίτερα. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν το ήξερες. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά. Αλλά δεν είναι δουλειά δική μου ν’ αποφασίσω. Είναι του κυρίου Διοικητού.
ΜΑΡ
Δε θα σου χαλάσω το χατίρι στρατιωτάκι. Όμως εκεί που θα πάμε θα δεις ότι δεν κατάλαβες καλά τις διαταγές σου.
ΣΤΡ
Πάλι τα ίδια! Πάς ή δεν πάς με άντρες;
ΜΑΡ
Ναι. Πάω με όποιον με χρειάζεται. Μα δεν πληρώνομαι γι αυτό. Ιερόδουλες είναι οι γυναίκες που πληρώνονται για να δώσουν στους άντρες πληρωμένη ευχαρίστηση, δηλαδή όχι ευχαρίστηση. Δεν πρόκειται για δόσιμο, αλλά για ανταλλαγή προϊόντων, για αγοραπωλησία. Ο άντρας φεύγει από τις ιερόδουλες πιο φτωχός όχι μόνο στο πορτοφόλι του αλλά και στην ψυχή του. Γι αυτές τις γυναίκες μιλάει το χαρτί σου στρατιωτάκι.
ΣΤΡ
Να τώρα που θα μας κάνει μάθημα για την ψυχή και μια… Εγώ θα σου πω κάτι που κατάλαβα αμέσως. Ο φουκαράς αυτός-πώς τον λένε-δεν έχει ν’ αγοράσει φουστάνι στη γυναίκα του γιατί εσύ του έφαγες όλα τα λεφτά του.
ΜΑΡ
(Ήρεμα, με την ευχαρίστηση που της δημιουργεί το θέμα για το οποίο μιλάει)
Να σου πω. Όταν οι άντρες έρχονται σε μένα, μπορεί να φέρουν ένα μπουκάλι κρασί μαζί τους. Και το πίνουμε μαζί. Δηλαδή εγώ το πολύ να πιω ένα ποτηράκι για να μη τους χαλάσω το χατίρι-δε μ’ αρέσει το κρασί. Κι όχι μόνο δεν παίρνω λεφτά, αλλά και ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να μου προσφέρει.
(Σκέφτεται για μια στιγμή την πιθανότητα και συνοφρυώνεται)
Για σκέψου!
(Σηκώνεται και βηματίζει κοιτάζοντας μακριά με μιαν έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο)
Μερικοί μού φέρνουν λουλούδια ή ένα χαρτάκι καραμέλες.
(Στέκει. Μικρή παύση)
Δεν είναι αξιαγάπητοι; Τέτοια είναι τα δώρα τους. Κι εγώ τους χαρίζω κανένα μαντηλάκι με κεντημένα πάνω του τα αρχικά του ονόματός τους ή λίγο βασιλικό από τις γλάστρες μου. Μα πάμε στην Αθήνα αφού επιμένεις. Μόνο θα σου ζητήσω μια χάρη. Όπου να ’ναι έρχεται ο Στάθης μου. Να τον δω και μετά φεύγουμε.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει το ρολόι του)
Μπορώ να σου κάνω αυτή τη χάρη. Και ποιος είναι αυτός ο Στάθης παρακαλώ; Άλλος ένας φίλος σου;
ΜΑΡ
(Κάθεται)
Ο Στάθης είναι ένας από τους άντρες μου. Όταν γύρισε από στρατιώτης αγόρασε με δανεικά λεφτά μια κομπίνα. Την έριξε σ’ ένα γκρεμό και πάει. Τώρα χρωστάει σ’ όλους γιατί μαζεύει λεφτά να ξεπληρώσει τη μηχανή. Αλλά δυσκολεύεται πολύ σ’ αυτή του την προσπάθεια. Τον συμβουλεύω. Τον παρηγορώ. Τον ενθαρρύνω. Ό,τι περνάει από το χέρι μου το κάνω. Είναι ένας από τους άντρες μου. Του δίνω αγάπη. Τον κάνω έτσι να καταλάβει ότι δεν είναι μόνος του σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Πως κάποιος πάνω στη γη αυτή ενδιαφέρεται πραγματικά για κείνον-τον φροντίζει. Όταν φεύγει από κοντά μου γεμάτος θάρρος κι ελπίδα, τότε η ψυχή μου γεμίζει χαρά. Προχτές έκλαιγα από τη χαρά μου. Με ρώτησε γιατί κλαίω. Του είπα έλα να δεις γιατί κλαίω. Πλησίασε και τότε τον αγκάλιασα και άρχισα να τον γεμίζω φιλιά. Να, έτσι…
(Σηκώνεται, αγκαλιάζει το στρατιώτη και αρχίζει να τον φιλάει τρελά παντού. Εκείνος προσπαθεί να την απομακρύνει. Όταν εκείνη σταματά να τον φιλά και να τον αγκαλιάζει, του ισιώνει τη στολή και του καθαρίζει το πρόσωπο από τα κοκκινάδια, συνεχίζοντας απλά)
Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Έφυγε ευτυχισμένος.
ΣΤΡ
(Ενώ φτιάχνεται)
Όπως και να ’χει το πράγμα, το όνομά σου είναι μέσα στα ονόματα αυτών που έπρεπε να ’ρθουν και δεν ήρθαν. Το Υπουργείο έστειλε στις Μονάδες διαταγή να φροντίσουν να τις πάνε όλες αυτές στην Αθήνα. Η δική μου Μονάδα έστειλε εμένα να σε πάρω. Και εγώ πρέπει να εκτελέσω τη διαταγή. Κι αν κανείς θελήσει να με εμποδίσει, θα χρησιμοποιήσω το όπλο μου. Έτσι λένε οι διαταγές.
ΜΑΡ
Οι άντρες εδώ μιλάνε άσχημα για την κυβέρνηση. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Μη με ρωτήσεις γιατί. Γιατί έτσι κάνουν εκείνοι που αγαπώ. Όμως σου είπα, θα έρθω μαζί σου. Ένα μικρό ταξίδι δε βλάφτει. Μόνο πριν φύγω να περάσω από το σπίτι να ετοιμαστώ.
ΣΤΡ
Εντάξει.
(Κινώντας το δάχτυλό του μπροστά στο πρόσωπο της Μαρίας. Δυνατά)
Αλλά όταν πας στο σπίτι σου θα έρθω μαζί σου για να μην το σκάσεις.
(Ακούγεται μια απαλή μουσική)
ΜΑΡ
Σύμφωνοι. Ωραίααα! Και τώρα που τα κανονίσαμε όλα, το στρατιωτάκι μου θα πιει ένα ουζάκι. Θα το φέρει ο ντροπαλούλης. Ντροπαλέ!
(Ο καφετζής εμφανίζεται γελαστός και λικνιζόμενος απαλά στο ρυθμό της μουσικής)
Φέρε ένα ούζο για το στρατιωτάκι.
(Ο καφετζής ετοιμάζει το ούζο με τις ίδιες χορευτικές κινήσεις. Στον στρατιώτη)
Και το στρατιωτάκι μου θα το πιει. Και θα ξεχάσει για λίγο αποστολές, Διοικητές και Κυβερνήσεις. Το στρατιωτάκι θα μεγαλώσει. Για λίγο μόνο. Ως να ’ρθει η ώρα να φύγουμε. Και όσο το στρατιωτάκι μου θα πίνει, εγώ θα κάτσω εδώ…
(Κάθεται στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια του στρατιώτη)
…και θα του πω μια ωραία ιστορία.
ΣΤΡ
(σιγά)
Απαγορεύεται να πίνουμε σε ώρα υπηρεσίας.
ΜΑΡ
Λοιπόν ξεχνάμε και τις απαγορεύσεις.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο. Τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική δυναμώνει. Η Μαρία γέρνει το κεφάλι της πάνω στα ενωμένα γόνατα του στρατιώτη ενώ με τα χέρια της αγκαλιάζει τις κνήμες του. Ο στρατιώτης πίνει μεμιάς το ούζο. Τα φώτα σβήνουν και μένουν σβηστά για λίγο. Η μουσική χαμηλώνει. Τα φώτα ανάβουν πάλι. Ο καφετζής βρίσκεται στον πάγκο του, ο στρατιώτης και η Μαρία είναι στις ίδιες θέσεις. Το όπλο του στρατιώτη κρέμεται στη ράχη της καρέκλας του)
ΣΤΡ
Ξέρεις κι άλλες τέτοιες ιστορίες;
ΜΑΡ
Αμέτρητες.
ΣΤΡ
Πού τις έμαθες;
ΜΑΡ
Είμαι γυναίκα.
(Μικρή παύση)
ΣΤΡ
Μπορούμε να μείνουμε για πάντοτε έτσι;
ΜΑΡ 
(σηκώνεται)
Όχι. Πρέπει να πάμε στην Αθήνα. Ξέχασες; 
ΣΤΡ
Όχι.
(Η μουσική παύει. Το χέρι του στρατιώτη πηγαίνει εκεί που έπρεπε να είναι το πιστόλι του. Βλέπει ότι λείπει. Πετάγεται ορθός)
Το όπλο μου! Πού είναι το όπλο μου;
ΜΑΡ
(Του το δίνει)
Να ’το στρατιωτάκι
(Ο στρατιώτης το φορεί)
ΚΑΦ
Ο Στάθης!
(Ο στρατιώτης κάθεται. Μπαίνει ο Στάθης)
ΣΤΑΘΗΣ (ΣΤΑ)
Γεια σου Μαρία. Γεια σου Φίλιππα.
(Αγκαλιάζει απελπισμένα τη Μαρία και φιλιούνται)
ΜΑΡ
(στον στρατιώτη, ενώ κάθεται μαζί με τον Στάθη στο διπλανό τραπεζάκι)
Με συγχωρείς για λίγο στρατιωτάκι.
(Πιάνει τα χέρια του Στάθη)
Είσαι παγωμένος. Θα πάρεις κάτι;
ΣΤΑ
Ένα ούζο Φίλιππα.
(Κοιτάζει προς τον στρατιώτη και μετά τη Μαρία)
ΜΑΡ
(Χαμογελάει προς το στρατιώτη και γυρίζει στο Στάθη καθησυχαστικά)
Είναι φίλος.
(Στρέφει πάλι προς τον στρατιώτη και στρογγυλεύει τα χείλια της σε κίνηση φιλήματος.)
ΣΤΑ
(Ησυχασμένος)
Μωρό μου δε θα μείνω. Βιάζομαι.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Έχω ραντεβού με τον δικηγόρο.
(Πίνει μεμιάς το ούζο)
ΜΑΡ
Άλλο ένα ντροπαλέ, κερασμένο από μένα. 
ΣΤΑ
(Δείχνοντας με μια ματιά του τον στρατιώτη, στη Μαρία σιγά)
Συμβαίνει τίποτα;
ΜΑΡ
(Παίρνει το χέρι του Στάθη στα χέρια της και το φιλεί. Με ήρεμο πάθος)
Μην ανησυχείς καλέ μου. Τι να συμβαίνει; Τι μπορεί άσχημο να συμβεί στη Μαρία; Ό,τι γίνεται είναι μέσα στο παιχνίδι. Και ό,τι γίνεται μέσα στο παιχνίδι είναι καλό. Είμαι γυναίκα. Τι κακό μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα; 
(Με ενδιαφέρον)
Αλλά είπες ότι βιάζεσαι. Μίλα λοιπόν. Αν πάλι δεν βιάζεσαι τότε πάμε δίπλα να τα πούμε με την ησυχία μας.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Ντροπαλέ, είναι ακόμα εκεί το κρεβάτι;
ΚΑΦ
Και μάλιστα προχτές το έβαψα.
(Η Μαρία κοιτάζει ερωτηματικά το Στάθη)
ΣΤΑ
(πίνει και το δεύτερο ούζο)
Όχι Μαρία, αλήθεια βιάζομαι.
ΜΑΡ
Σε βλέπω. Τότε μίλα λοιπόν…
ΣΤΑ
Δεν ξέρω πώς να στο πω. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι να σκέφτομαι και να σκέφτομαι. Όμως πρέπει να στο πω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ για να γλιτώσω.
ΜΑΡ
Και τι μπορεί να ’χεις κρυφό από το Μαράκι; Από το Μαράκι σου; Που σ’ αγαπάει και το αγαπάς;..
(Του φιλεί το χέρι)
Και τι μπορεί να σε βασανίζει και να μη μου το πεις αμέσως;
ΣΤΑ
Μαρία…
(Η Μαρία τον βλέπει στα μάτια κινώντας το κεφάλι της ενθαρρυντικά)
Μαρία, ο πρωτευουσιάνος είναι ερωτευμένος μαζί σου. Θυμάσαι που είχε έρθει να με δει και συναντηθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι σου. Λέει πως του αρέσεις και μου ζήτησε να μεσολαβήσω σε σένα και να του κλείσω ραντεβού μαζί σου. Μόνο έτσι λέει θ’ αποσύρει τη μήνυση. Περιμένει την απάντησή μου σήμερα. Αν του απαντήσω θετικά θα μου δώσει ένα χρόνο προθεσμία για τα χρωστικά…
(Σκύβει το κεφάλι και περιεργάζεται το ποτήρι του, στριφογυρίζοντάς το στο χέρι του)
ΜΑΡ
Λοιπόν;
ΣΤΑ
Λοιπόν…
(σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία)
Τι λοιπόν;
ΜΑΡ
Αυτό ήταν όλο;
ΣΤΑ
Θέλεις κι άλλο;
ΜΑΡ
Αυτό ήτανε που σ’ έκανε να μένεις ξάγρυπνος όλη τη νύχτα; Σκέφτηκες έστω και για μια στιγμή πως το Μαράκι θα σου ’λεγε όχι σε ό,τι του ζητούσες;
(τον φιλάει)
Πες του λοιπόν του πρωτευουσιάνου μας ότι γρήγορα θα του τηλεφωνήσω και θα πάω να τον βρω.
ΣΤΑ
(έκπληκτος)
Θα πας εσύ στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Ναι. Εγώ θα πάω.
(στον εαυτό της)
Ταιριάζουν όλα.
(Σηκώνεται και περπατάει σκεφτική. Μετά λίγα βήματα:)
Ο καημενούλης μου ο πρωτευουσιάνος! Έτσι ασχημούλης που είναι δε θα τον πλησιάζει θηλυκό… πόσο θα υποφέρει… και τι δειλός θα πρέπει να είναι για να μην μπορεί να μου το πει ο ίδιος… α! τον καημενούλη!
ΣΤΑ
Μαράκι…
ΜΑΡ
Ναι γλύκα…
ΣΤΑ
Πρέπει να φύγω.
ΜΑΡ
Δώσε μου το τηλέφωνο του ασχημούλη μου και πήγαινε.
ΣΤΑ
(της δίνει μια κάρτα)
Να η κάρτα του.
ΜΑΡ
Τι κομψή καρτούλα! Δείχνει καλαισθησία.
(Βάζει την κάρτα στην τσάντα της)
Το ξέρεις πως κάνει κρύο; Χωρίς παλτό θα πουντιάσεις.
ΣΤΑ
Το έχω αφήσει στον Σταθμό. Θα το πάρω φεύγοντας.
ΜΑΡ
Άντε, πήγαινε.
(Ο Στάθης κοντοστέκεται)
Πήγαινε… θ’ αργήσεις.
ΣΤΑ
Ναι… πάω…(δε φεύγει)
ΜΑΡ
(δείχνει τον Στάθη στον στρατιώτη)
Ορίστε! Κάτι σκέφτηκε, πάλι δεν το λέει και το βράδυ πάλι θα μείνει ξάγρυπνος…
(στο Στάθη)
Μίλα γλύκα… 
ΣΤΑ
Πότε θα πας στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Σήμερα. Γιατί;
ΣΤΑ
Μαράκι… η Αθήνα είναι μεγάλη. Μπορεί και να σου αρέσει. Μη μείνεις…
ΜΑΡ
(αγκαλιάζει τον Στάθη)
Το κουτό μου! Το μικρό μου! Το φοβιτσιάρικό μου! Πήγαινε κουτέ και μη φοβάσαι. Το σπίτι μου είναι εδώ. Οι άντρες μου είναι εδώ. Εδώ μ’ αγαπούν. Εδώ θα μείνω για πάντα.
(Χαϊδευτικά προστατευτικά)
Φύγε… φύγε…
(τον φιλάει)
ΣΤΑ
Γεια!
(φεύγει τρέχοντας)
ΜΑΡ
Γεια!
(Στον εαυτό της)
Ο γλυκούλης μου ο Στάθης να ντρέπεται να μου το πει… ο ασχημούλης μου ο πρωτευουσιάνος να ντρέπεται να μου το ζητήσει…
(Στον στρατιώτη που μέχρι τώρα παρακολουθούσε αμίλητος)
Κουτοί δεν είναι οι άντρες;
ΣΤΡ
(Σιγά, ήρεμα)
Πάμε να φύγουμε. Δεν ξέρω τι είναι οι άντρες.
ΜΑΡ
Θα στο πω εγώ. Ναι, είναι κουτοί. Κουτά αξιολάτρευτα πλάσματα. Αλλά εσύ είσαι ένα παιδί. Ένα γλυκούτσικο, μικρούτσικο παιδάκι. Γι αυτό δεν ξέρεις ακόμα. Πάμε λοιπόν στην Αθήνα. Τώρα θέλω να πάω κι εγώ εκεί.
ΣΤΡ
(στον ίδιο τόνο)
Μαρία… 
ΜΑΡ 
Ναι… 
ΣΤΡ 
Μαρία, μια μέρα θα βρεθείς μόνη. Όλοι αυτοί που τώρα σε χρειάζονται, κάποτε θα σε διώξουν. Το ’χεις σκεφτεί αυτό; Τι θα κάνεις τότε;
ΜΑΡ
(Με σιγουριά κι ευαισθησία)
Στρατιωτάκι στρατιωτάκι, είσαι παιδί ακόμα. Όταν δίνεις κανένας δεν σε διώχνει. Η γλωσσίτσα σου είπε στραβά ό,τι σωστά σκέφτηκε το μυαλουδάκι σου. Πως δηλαδή θα ’ρθει κάποια μέρα που οι άντρες δεν θα θέλουνε τον έρωτά μου. Ποιος είπε όχι στρατιωτάκι; Μα ακόμα και τότε εγώ θα ’μαι γυναίκα. Και πάντοτε οι άντρες θα θέλουνε να παίρνουν. Και εμένα η χαρά του δοσίματος ποτέ δεν θα μου λείψει. Τότε δε θα ’χω έρωτα να τους δώσω. Μα ο έρωτας είναι ένα μόνο από τα τόσα που μια γυναίκα μπορεί να δώσει. Τα φιλιά και τα χάδια του έρωτα κάποτε σταματάνε. Μα πάντοτε μένουνε τα φιλιά και τα χάδια της αγάπης. Ό καλός ο λόγος. Το αλάφρωμα του πόνου… Πάντοτε στρατιωτάκι οι άντρες θέλουνε να παίρνουν. Ό,τι να ’ναι. Και πάντοτε εγώ που είμαι γυναίκα θα δίνω. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει γιατί είναι ατελείωτες και οι χρείες και τα δοσίματα. Έχεις δει ποτέ σου ένα γατάκι φοβισμένοι; Ένα πουλάκι να παγώνει μες στο κρύο; Ένα δεντράκι απότιστο; Όλα τούτα για να υπάρξουνε ζητούνε κάτι. Και να η γυναίκα έτοιμη να δώσει και να διώξει τον φόβο, το κρύο, την ξέρα… κατάλαβες στρατιωτάκι;
ΣΤΡ
(σιγά)
Πάμε.
ΜΑΡ
Πάμε.
(Στριμώχνεται ζεστά στο αριστερό μπράτσο του στρατιώτη ενώ εκείνος προσπαθεί να παραμείνει όσο μπορεί αλύγιστος, κι έτσι βγαίνουν ενώ ο καφετζής τους κοιτάζει)
Γεια σου ντροπαλέ!
(Ο καφετζής σηκώνει το χέρι του σε χαιρετισμό) 
 
                                  ΑΥΛΑΙΑ


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

 Ο ΒΙΑΣΜΟΣ





Τόπος: περίχωρα της Αθήνας και μετά ο Παράδεισος
Χρόνος:  2004 και μετά η εποχή των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας. 
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ, ΑΓΑΘΗ, ΘΕΙΟΣ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ, ΦΙΔΙ, ΘΕΟΣ (η φωνή του)

(Δωμάτιο αγροτικού σπιτιού με μεγάλο κήπο γύρω, στην ερημιά. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο Άγγελος τελειώνει το δέσιμο του δεξιού χεριού της Αγάθης, που το αριστερό της είναι κιόλας δεμένο στα πάνω κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια της στα κάτω. Η Αγάθη φωνάζει, βρίζει και φτύνει τον Άγγελο, ενώ με αδύναμη μανία και σα λυσσασμένη προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της.)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(ήρεμα)
Μη με φτύνεις. Σε λίγο θα μου δώσεις όσο σάλιο θέλεις κι όχι στο πρόσωπο αλλά κατευθείαν μέσα στο στόμα μου.

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα! Αλήτη! Βρωμιάρη! Θα σε...(αγωνίζεται να σηκωθεί)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι..."θα με"...τι «θα με»;

ΑΓΑΘΗ 
Αλήτη!..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τον άλλο εγώ είμαι
αυτός. Και ξέρεις τι "θα σε" εγώ!

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
(Με όλη της τη δύναμη)
Βοήθειαααα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Λίγο πιο δυνατά...

ΑΓΑΘΗ 
Βοήθειααα...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Στάσου.
(ανοίγει την πόρτα)
Για ν' ακούγεσαι καλλίτερα. Έλα, πάμε μαζί. Με το
ένα, με το δύο, με το τρία- Βο... γιατί δε φωνάζεις;

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα, σύνελθε. Σε χιλιόμετρα μακριά δεν υπάρχει ψυχή. Στο ξανάπα. Δε θέλεις να το πιστέψεις. Επιτέλους πείστηκες;

ΑΓΑΘΗ
Βρωμερέ παλιάνθρωπε! Τέρας! (τον φτύνει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σκουπίζεται με ένα χαρτομάντηλο. Την πλησιάζει δείχνοντάς της το πρόσωπό του)
Έχω αλλού;

(Η Αγάθη τον ξαναφτύνει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Κράτα και λίγο σάλιο μέσα σου. Θα αφυδατωθείς.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγανή και όλο μίσος φωνή, παραδομένα)
Κάθαρμα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι μπράβο. Μη χάνεις άσκοπα δυνάμεις. Με έβρισες, με είπες κάθαρμα, αλήτη, παλιάνθρωπο, τι άλλο να μου πεις-δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Κι αν βρεις κάτι πες το σιγά να μην κουράζεσαι. Είσαι και ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση...

ΑΓΑΘΗ
(σιγά)
Σαδιστή!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, είναι κι αυτό. Σωστό.
(μικρή σιωπή)
Λοιπόν σταμάτησαν οι φωνές και οι βρισιές; Σταμάτησαν φαίνεται... Έλα, θα συνεργαστείς; (την πλησιάζει)

ΑΓΑΘΗ
Εσύ είσαι άρρωστος! Είσαι πειραγμένος στο μυαλό. Να συνεργαστώ… Βρε κάθαρμα ποια γυναίκα συνεργάζεται στο βιασμό της; Εμπρός! Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Κι αν γλυτώσεις από τα δόντια μου να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Μα μετά τι θα κάνεις; Θα με αφήσεις έτσι δεμένη; Δε θα με λύσεις; Τότε είναι που δε θα ζήσεις ούτε στιγμή. Ή θα με σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσω.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πολλά ερωτήματα μαζεμένα! Αλλά πρώτος στη
σειρά είναι ο έρωτας.

ΑΓΑΘΗ
Έρωτας! Πάψε αλήτη να βιάζεις και τις λέξεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς θέλεις να το λέω; Βιασμό; Βιασμό! Πρώτα σειρά έχει ο βιασμός λοιπόν. Και για το βιασμό πρέπει πρώτα να φροντίσω. Μπορώ να σε κάνω ακίνδυνη να με βλάψεις κλείνοντάς σου το στόμα με μια πετσέτα ή με ένα λευκοπλάστ. Μα δε θα 'ναι όμορφα έτσι. Να μην μπορείς να λες τις λέξεις που λέει μια γυναίκα πάνω στον έρωτα...

ΑΓΑΘΗ
Σαδιστής! Ναι! Σαδιστής! Σαδιστής είσαι. Θέλεις να με βασανίζεις. Και θέλεις να βασανίζεις και τη λογική μου. Βρωμιάρη! Τελείωνε κάθαρμα κι άσε τα λόγια..."λέξεις που λέει η γυναίκα πάνω στον έρωτα"... Ελεεινέ! Θεέ μου σε ποια θέση μ' έχεις φέρει-να παρακαλάω ένα κτήνος να με βιάσει...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν ήθελα να σε βιάσω όπως όπως θα το είχα κάνει όταν ακόμα ήσουνα ναρκωμένη. Ή θα το 'κανα τώρα κρατώντας ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι. Μα πρέπει να το θέλεις κι εσύ.

ΑΓΑΘΗ
Να θέλω το βιασμό μου ανισόρροπε άνθρωπε; Τι μου
λέει Θεέ μου... Με νάρκωσες, με κουβάλησες εδώ, μ'
έδεσες, και θέλεις από πάνω να θέλω να με βιάσεις...Τέρας! Όχι τέρας, ούτε τα τέρατα δεν κάνουν τέτοιες πράξεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Και επειδή δεν είμαι τέρας γι αυτό θέλω να θελήσεις
κι εσύ να γίνεις δική μου.

ΑΓΑΘΗ
"Να γίνεις δική μου"! Τι λες, δε μου κάνεις τώρα και ερωτική εξομολόγηση; Δέσε με και πιο σφιχτά ακόμα και έτοιμη θα είμαι πια για μιαν ερωτική εξομολόγηση. Μόνο τα λουλούδια σου λείπουνε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δε μου λείπουνε. Έχω μέσα.
(βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και φέρνει μιαν ωραία ανθοδέσμη που τη δείχνει στην Αγάθη)
Να 'τα!

ΑΓΑΘΗ
Ω! Θεέ μου! Πού έμπλεξα!
(Ο Αγγελος πηγαίνει πάλι μέσα τα λουλούδια και ξανάρχεται)
Και θέλεις βρωμερέ να βλέπεις μια γυναίκα έτσι πεσμένη και δεμένη με ανοιχτά τα πόδια; Λύσε μου τα πόδια να τα μαζέψω ή σκέπασέ με τουλάχιστον.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έχεις δίκιο.
(τη σκεπάζει με μια κουβέρτα)

ΑΓΑΘΗ
Ποιος είσαι βρωμιάρη; Πού με βρήκες; Πώς με διάλεξες; Γιατί εμένα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Άγγελο με λένε.

ΑΓΑΘΗ
Μμμμ! Τι όνομα! Όνομα και πράμα! Και γιατί εμένα;

ΑΓΓΈΛΟΣ
Γιατί μου αρέσεις κι επειδή ήτανε εύκολο για μένα να σε ναρκώσω καθώς γύριζες μόνη σου από τη δουλειά μέσα από το πάρκο. Εντάξει; Άλλη ερώτηση;

ΑΓΑΘΗ
Τι έχεις σκοπό να κάνεις-έτσι θα είμαστε ως πότε; Μήπως είμαι όμηρος και πρόκειται να ζητήσεις λύτρα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ώστε για τέτοιον παλιάνθρωπο με θεωρείς; Μοιάζω
για τέτοιος;

ΑΓΑΘΗ
Δηλαδή ο βιασμός δεν είναι παλιανθρωπιά; Τι θ' ακούσω ακόμα από σένα...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα δε σε βίασα.-.Αλήθεια πώς σε λένε;


ΑΓΑΘΗ
Έχει σημασία αυτό;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μιας και συζητάμε να ξέρουμε τα ονόματά μας είναι
καλλίτερα. Ύστερα εγώ σου συστήθηκα.

ΑΓΑΘΗ
(καταλαβαίνοντας πως άδικα βρίζει και αντιμιλάει) 
Καλά καλά, Αγάθη με λένε...

ΑΓΓΕΛΟΣ (γελάει)
Αγάθη;..

ΑΓΑΘΗ
Είναι για γέλια το όνομά μου;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με συγχωρείς… μα για σκέψου: Άγγελος και Αγάθη
μπλεγμένοι σε μια τέτοια δουλειά...

ΑΓΑΘΗ
Εσύ έκανες βρωμιές. Τo γέλιο ταιριάζει για το δικό
σου όνομα μόνο.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, πάλι δίκιο έχεις. Αγάθη, αν σου λύσω τα πόδια θα
νιώθεις πιο άνετα;

ΑΓΑΘΗ
Θέλει και ρώτημα;
(Ο Άγγελος πλησιάζει και της λύνει τα πόδια. Η Αγάθη μένει ήρεμη ενώ ο Άγγελος τήνε λύνει. Κατόπιν τραβιέται στην πάνω μεριά του κρεβατιού)

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Εντάξει;

ΑΓΑΘΗ
Εντάξει θα είναι όταν θα είμαι στο σπίτι μου χωρίς σκοινιά στα χέρια και χωρίς να θυμάμαι αν γινόταν, αυτόν τον εφιάλτη. Θα 'σουνα εντάξει εσύ δεμένος πάνω σ' ένα κρεβάτι μακριά από το σπίτι σου;.. Πού είμαστε;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από την Αθήνα, στο χτήμα ενός θείου μου που έχει πάει ένα ταξίδι στη Γερμανία.


ΑΓΑΘΗ
Ωραία. Τώρα… ησύχασα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με ρώτησες, σου είπα.

ΑΓΑΘΗ
Σωστά, τώρα εσύ έχεις δίκιο.
(κοιτάζει από το παράθυρο)
Και όλος αυτός ο κήπος -του θείου σου είναι;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Πληρώνει και του τον περιποιούνται.
(σιωπή)

ΑΓΑΘΗ
Και τώρα τι κάνουμε... κύριε Άγγελε;.. Καθόμαστε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και μιλάμε όμορφα και ωραία σαν δυο φίλοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι καλλίτερο από αυτό, αν ήτανε πράγματι έτσι...

ΑΓΑΘΗ
(δυνατά)
Έχω φίλους που κάθομαι και συζητάω μαζί τους! Και
όχι δεμένη. Δεν περίμενα όμως και να με αρπάξεις
εσύ, να κάθομαι εδώ δεμένη και να με κοροϊδεύεις κι
από πάνω πως θα γίνουμε φίλοι...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εγώ δεν είπα ότι θα γίνουμε φίλοι. Είπα αν. Εσύ το είπες το "θα".
(Η Αγάθη ηρεμεί. Κοιτάζει τον Άγγελο παρατηρώντας τον καλά)
Γιατί με κοιτάς;

ΑΓΑΘΗ
Μιας και καθόμαστε έτσι προσπαθώ να καταλάβω. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Τόσες γυναίκες γύρω μας… Δεν έχεις φιλενάδα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
(κοφτά)
Όχι.

ΑΓΑΘΗ
Γιατί;.. Θέλω να πω θα μπορούσες να έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να μη σ' ενδιαφέρει.

ΑΓΑΘΗ
Νομίζω πολλές γυναίκες θα σε ήθελαν.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(επιθετικά)
Λοιπόν και τι έγινε μ' αυτό; Θα χτυπήσω την πόρτα
του σπιτιού τους και θα τους πω: θέλετε να κάνουμε
έρωτα;

ΑΓΑΘΗ
Όχι. αλλά...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν αρκεί να είσαι ανεκτός σωματικά. Τo ξέρεις
πολύ καλά. Πρέπει να έχεις τον τρόπο να πλησιάζεις τις γυναίκες. Ξέρεις εσύ καλλίτερα από μένα σε ποιους δίνουν οι γυναίκες σημασία και σε ποιους όχι. Οι γυναίκες θέλουν τον δυναμικό άντρα, τον όχι υποχωρητικό, θέλουν το μαχητή. Όχι έναν ήσυχο και ντροπαλόν άντρα όσο άντρας κι αν είναι αυτός.

ΑΓΑΘΗ
Ντροπαλός και ήσυχος εσύ που έκανες αυτό που έκανες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αυτό είναι εύκολο. Θέλει απόφαση, δύναμη μυική και λίγες ιατρικές γνώσεις. Όλα αυτά τα ξέρω και τα μπορώ. Μα πώς θα ζητήσω από μια γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί μου;

ΑΓΑΘΗ
Άγγελε, σοβαρά μιλάς; Στην εποχή της κατάκτησης του φεγγαριού και στην εποχή των κομπιούτερς δεν μπορείς να γνωρίσεις μια κοπέλα;


ΑΓΓΕΛΟΣ
(με τα μάγουλά του να κοκκινίζουν, δυνατά)
Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα.

ΑΓΑΘΗ
(τον κοιτάζει χαμογελώντας)
Για να σε δω καλλίτερα... Γιατί να μη σε ρωτάω; Τόσα έκανες συ σε μένα, εγώ ούτε μιαν ερώτηση δεν μπορώ να σου κάνω; Λοιπόν δεν μπορείς να γνωρίσεις μια γυναίκα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σταμάτα τις ερωτήσεις σου είπα! 
(δυνατά και επιθετικά) 
Όχι δεν μπορώ! Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(απειλητικά)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;

ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)
Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!

ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)
Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Τράβα.

ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.

ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου φύση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. Τo δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;

ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.

ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δε θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη συνέρχεται)
Λιποθύμησες.

ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;

ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη) 
Μήλο;

ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω... δηλαδή… δε θέλεις έναν καφέ;..

ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε καφέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!

ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά... όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. Τo πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.

ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι που ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.


ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι, παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα) Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;

ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)

ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.

ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;

ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.

ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;

ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)

ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Ναι...τι;..

ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους λείπουνε.
(χαμογελάει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη, παραζωντάνεψες...

ΑΓΑΘΗ
Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ γιατί εσύ το έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(μισό με ντροπή, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;

ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.


ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!


ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου; 

ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Μου δίνει ζωή. Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τη πάλι η αράχνη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;
ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.

ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δεν συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...

ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δε θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δε θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες. 

ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Τελείωσα.

ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
 Μπράβο! Ωραία! Ένας που δε φοβάται να πεθάνει!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.

ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι είδους προσφορά; Έναν ωραίο τάφο ίσως;

ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;

ΑΓΑΘΗ 
Ακριβώς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει και πέφτει στον υπόνομο.

ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και μαζί και η τελευταία. Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με βιάσεις. 
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ εκείνο που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα. Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-ξέρεις να διαλέγεις.


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;

ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει.


ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.


ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόση δύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.

ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς απ' αυτήνε και να τη δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται. Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Έλα να σπείρεις το σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! Τo Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καημένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.

ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δε με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δε θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε. Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δε σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν μόνον σιγανά βογγητά ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό... εκεί... ναι... κι αυτά... εκεί... ναι... 
ω! το στόμα μου... το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί... ναι... έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου... το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα... ναι... και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι... έτσι... ναι...

ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ 
Άγγελε! Άγγελε πού είσαι;


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται απότομα)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δε σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...

ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.

ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα. Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;

ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.

ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.
(ΤΈΛΟΣ ΣΚΗΝΉΣ ΠΡΏΤΗΣ)









ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Ο Άγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από μια μεγάλη μηλιά. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά ακριβώς πάνω από τον Άγγελο και την Αγάθη χωρίς αυτοί όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)

ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω χρόνους τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει... δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί… υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους.... α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε.
(Ξυπνάνε ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)


ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!.. Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)
Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άνθρωπος που μας κυνηγούσε πάλι;..

ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει… Ο άνθρωπος που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι, άντρες τάχα, όμως δε φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα... που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα… Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα... Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι πολλά κομμάτια και έχει διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο Αδάμ που μας χτυπάει;..

ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου… τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός… μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον ρωτήσουμε;..

ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δε με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω... θέλω... όπως στα 'λεγα στο όνειρο. Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα… πώς τον έλεγα αλήθεια;.. ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή που με καίει η έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ! αυτό αλλά δε θυμάμαι τη λέξη...

ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήαεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες… να "ντοχτήσεις"… όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι... να αυχονήσω;


ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι... Πλησιάζεις... Εσύ το λες, βρέστο... 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω.

ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Ποΰ τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...

ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.

ΑΓΑΘΗ
Ίσως.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.


ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω μου, καμιά φορά…

 ΑΓΑΘΗ
Ναι...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...


ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.

ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν εζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε: μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά.

ΑΓΑΘΗ
Λες;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. Τo θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία. Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα. Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες τώρα.

(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
Nα την η ευκαιρία! Ήρθε! Χρόνια την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κι αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στο θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω στη σκηνή και προσποιείται ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Προσποιείται τον αγανακτισμένον)
Να πάρει και να σηκώσει... Πρωί πρωί... Όλο το ίδιο και το ίδιο να μου ζητάει… Την βαρέθηκα! 
(Φτάνοντας στον Αδάμκαι στην Εύα κάνει ότι μόλις τώρα τους είδε) 
Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;

ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.

ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.

ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο Θεός ωραίο είναι.

ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις το Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.

ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μη το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.

ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δε μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταϊσεις μήλο;

ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.

ΑΓΑΘΗ
Όμως Φίδι σε άκουσα κατι να μουρμουρίζεις όταν ερχόσουν. Με ποιον τα 'χεις;

ΦΙΔΙ
Α! Ναι, μπράβο που το πρόσεξες. Να σας ρωτήσω κάτι…  

ΑΓΑΘΗ
Ναι! Τι; 

ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο στη μέση;

ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς φίδι;

ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. Τo περιστέρι με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.

ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;

ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Aν βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.

ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το Φίδι;

ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μ' αρέσει να μαθαίνω νέα. Πες μας Φίδι, σε
παρακαλώ!

ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Η περιστέρα δε θέλει να πετάξει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα και της άρεσε αυτό. Και άρεσε και στον περίστερο όταν του το είπε, γιατί αυτό του έλειπε για να καλοπερνάει πετώντας με παρέα. Όταν ξυπνήσανε όμως, η περιστέρα δεν ήθελε πάλι να πετάξει. Άλλο το όνειρο και άλλο η ζωή, του λέει.
Και τώρα ο περίστερος μου λέει πως αν βρει το μανιτάρι εκείνο και της δώσει να το φάει, θα της αρέσει και στο ξύπνιο της να πετάει. Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο; 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σωστά…

ΦΙΔΙ
Έτσι είπα κι εγώ μέσα μου. Και τότε αυτός μου είπε την ιστορία που άκουσε για το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
( Η Αγάθη σταματάει το φαγητό και παρακολουθεί με προσοχή τα λεγόμενα του Φιδιού)
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα το περιστέρι δε θα ησυχάσει αν
δε βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να το πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε μ' άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
είπε, κι άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.

ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.

ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Τι;

ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δε σου λέει τίποτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το Φίδι και ο Περίστερος δεν ξέρουνε τι λένε.

ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;

ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δε θέλω;


ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα.

ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δε δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που σιχαίνομαι τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω Άγγελε;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;

ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.

ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όσων θεών.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Τ' άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δε μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.

ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας, να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε το θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε το Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε; Πού θα πάμε;..

ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω. Μόνον ο Θεός ξέρει.

ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί τον έρωτα-το ωραιότερο πράγμα στον
κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνουμε Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε τον έρωτα; Να υπάρχουμε για
να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, φοβάμαι.

ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε ένα δικό μας κόσμο που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα χρυσά της φτερά. Κι ο κόσμος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Τώρα όμως ξέρουμε πώς πρέπει να τον φτιάξουμε. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να φτιάξουμε άλλους Αδάμ και Εύες που να μην έχουνε μερίδιο στην ευτυχία που μόνο ο έρωτας φέρνει. Να μη φτιάξουμε άλλους Άγγελους και άλλες Αγάθες που θα υποφέρουν. Μα να είναι ελεύθερος ο έρωτας σαν ένα λεύτερο ποτάμι που θα μπορεί να ποτίζεται απ' αυτό όποιος και όποια θέλει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάμε.
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(στέκει δίπλα από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω να βγάζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου. 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.

ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.

ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου 'δωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου) 


                                 ΑΥΛΑΙΑ