Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

 ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ




Πρόσωπα
Παπάς, Λαϊκός, Λέσλυ, Κρις

Τόπος
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
Χρόνος
1995

(Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό, που όμως εξακολουθούν να πίνουν.)


ΛΑΪΚΟΣ 
(συνεχίζοντας συζήτηση)
Εσείς δε λέτε πως ο Θεός είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;

ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;

ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.

ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο
του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;

ΛΑΪΚΟΣ
Καθόλου.
(κερνάει)

ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω- κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:

ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και ησυχάζω.

ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.

ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;

ΠΑΠΑΣ
Ναι. Κι απ’ ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναγεμίσεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;


ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;

ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;

ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δε μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.

ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.

ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.

ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δε χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.

ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!

ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;

ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;.. Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις!

ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.

ΛΕΣΛΥ

Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.

ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...

ΛΑΪΚΟΣ
Για;.. Για τι;..

ΛΕΣΛΥ
Για…

ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;

ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;

ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)

ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.

ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;

ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.

ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...

ΛΑΪΚΟΣ

Μα τι λες τώρα Λέσλυ... τι ερώτηση... μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;

ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;

ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;

ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;

ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στο Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;

ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" . Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;

ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…

ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;

ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.

ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;

ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν ήτανε όμορφος ή πλούσιος;

ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;

ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.

ΛΕΣΛΥ
Όχι, αφήστε τον θείε.Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε... να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.

ΛΕΣΛΥ
προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι;
Πάω στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θα βγω.

ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;

ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' ένα σοβαρό νέο. Θα πάω στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;

ΛΑ:ΙΚΟΣ
Πενήντα δολάρια στο νερό.


ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.

ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.

ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.

ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες εκκλησίες. Βλέπε τα.

ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι, και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην
εκκλησία;

ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.

ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.

ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη μετάληψη;

ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)

ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.

ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα

ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.

ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη... δε με γνωρίζετε... μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα σας…

ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.

ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Ω! Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..

ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου, κάθισε.

ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…

ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.

ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια μας. Θα πιεις μαζί μας;

ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.

ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δε σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθυσμ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.

ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα.

ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν... νόμισα πως ήταν... συγχωρείστε με πάτερ... νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…

ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!.. Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;

ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.

ΠΑΠΑΣ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.

ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.

ΠΑΠΑΣ
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι συχωρεμένος.

ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..

ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν δεχτεί να με ακούσει..


ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.

ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να τη φωνάξετε;

ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.

ΛΕΣΛΥ
(μένει έκπληκτη στην αρχή, αμέσως ύστερα δυνατά και χειρονομώντας )
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!

ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.

ΚΡΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι. Στη Λέσλυ)
Σας παρακαλώ… δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω... ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει δεσποινίδα. Συγχωρείστε με, σας παρακαλώ…

ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..

ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη… Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος.

ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δε θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού
είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.

ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.

ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.

ΠΑΠΑΣ
(σιγά στο Λαϊκο)
Θέλει ν΄ακούσει κι άλλα…

ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν πλησιάσει. Το χρήμα βλέπετε έλκει τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του) αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.

ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου…

ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα ερχόμουν να σαςζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα  να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.

ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον Κρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.

ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.

ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις, ήρεμη)
Σας παρακαλώ, δε θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δε ζω στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος... Σας συγχωρώ.

ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.

ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..

ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.

ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα… όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;

ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώς πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω… και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.

ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα… Ο άνθρωπος που τόσο με πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγη ώρα. Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δε θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;


ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)

ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε... δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το 'χα ντροπιάσει τόσο… Κρις. Κρις Φόλγκερ.

ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;

ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.

ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)

ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!


ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;

ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας, με νόημα)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.

ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.

ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος. Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.

ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.

ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη. Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.

ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα… φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.

ΛΑΪΚΟΣ
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι να γεμίζουν το χρόνο τους;

ΠΑΠΑΣ
(Στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου που με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μια ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.

ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία;

ΠΑΠΑΣ και ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)
Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι σου. Όμορφα λόγια.

ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.

ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολάρια;


ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...

ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός

ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.

ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;

ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.


ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και ευχαριστιούνται κιόλας…

ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.

ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.

ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.


ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λαφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.


ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.

ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγαίνουμε;

ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!

ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.

ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)

ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.

ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)

ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.


ΑΥΛΑΙΑ

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

 ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ

Πήγα στην Πρέβεζα.
Kαι ΕΙΔΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ 
ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΕΙ 
ΖΩΝΤΑΝΟ 
ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ!
Τα μάτια που τον έβλεπαν για ολόκληρο ένα μήνα. 
Που καθημερινά τον έβλεπαν.

Ήταν τα μάτια της σπιτονοικοκυράς του.
Στην Πρέβεζα.
Μιας γηραιάς κυρίας
σεμνής και καταδεχτικής. 

Ανέβηκα τις σκάλες που ανέβαινε.
Άγγιξα το πόμολο της πόρτας 
που Εκείνος άγγιζε κάθε ημέρα.

Μετά
πέντε-έξη βήματα 
πάνω στο παλαιό ξύλινο δάπεδο 
μέχρι την πόρτα 
του δωματίου του Ποιητή.

Και ύστερα το όραμα.
Το θάμα.
Το γειτόνεμα
με ό,τι ο Χρόνος είχε απείραχτο αφήσει
από κακίες, 
από ζήλειες και μισήματα- 
με ότι πιο ιερό μετά την Τέχνη του
είναι για έναν Ποιητή: με την ζωή Του.

Μικρό δωμάτιο με κρεβάτι, 
τραπεζάκι και καρέκλα.

Στο τραπεζάκι επάνω ένα κύπελλο
και σύνεργα γραφής.

Στεκόμουν και κοιτούσα.
Να! το κύπελλο 
απ’ όπου ήπιαν 
οι αξεδίψαγοι αλλιώς  
νομπελίστες μας.

Να! η πένα που ζωγράφισε 
τον άνθρωπο σωστόν…

Στεκάμενος στην πόρτα εμπρός του δωματίου,
τον είδα 
στην καρέκλα του 
σκυφτόν 
να γράφει.

Τον είδα να κοιτάζει απ’ το παράθυρο τον κόσμο.

Τον είδα να ξαπλώνει στο κρεβάτι 
κοιτώντας στο ταβάνι 
τ’ ωραίο του γύψινο στεφάνι...

Να περπατεί τον έβλεπα 
μες στο μικρό το  δωματιάκι. 
Και δρασκελώντας το
να το πλαταίνει
ώσπου τον κόσμον όλο να χωράει.

Η καλοσυνάτη και απλοϊκή γηραιά κυρία-
η σπιτονοικοκυρά του,
για ώρα έτσι στεκάμενον μπροστά στην πόρτα βλέποντάς με,
«περάστε μέσα», με παρότρυνε.  
Και με το χέρι ακόμα δείχνοντάς μου,
πάλι και πάλι μου έλεγε: «Περάστε! Περάστε!..»

Η καημένη η καλή κυρία… ακόμα
Ιδιοκτησία της θεωρεί 
αυτό το δωματιάκι του σπιτιού της.

Όταν τέλος εδυνήθηκα 
και γύρισα στο τώρα: 
«Πώς ήτανε;.. Τι έλεγε;.. Τι συνήθιζε να κάνει;…»
ρώτησα.
Και πήρα την απάντηση που επερίμενα.

«Πάντοτε ευγενικός. 
Χωρίς λόγια πολλά. 
Ένα καλημέρα κι ένα γεια σας μόνον.
Χωρίς άλλο τίποτα. 
Και χωρίς παρέες. Από το σπίτι στο γραφείο 
και από το γραφείο στο σπίτι…
Κάποιες φορές μόνον, 
του δωματίου του άνοιγε την πόρτα 
και μου ζητούσε λίγο νερό…» 

Και το φρικιαστικό: «Όταν πέθανε, 
Και καθάριζα το δωμάτιο
Βρήκα κάτι χαρτιά γραμμένα πάνω στο κομοδίνο του … 
Και-πού να ήξερα τι είναι… 
τα πέταξα στα σκουπίδια!»

Βγήκα γεμάτος απ’ τη μια, 
μα και ανάλαφρος από το σπίτι εκείνο.
Το χρέος μου το πιο βαρύ 
το είχα ξεπληρώσει.
Και η σκέψη «τώρα και να πεθάνω δεν θα μ’ ένοιαζε» 
Διαπότιζε όλους μου τους λογισμούς.   

Και βγήκα.
Και βρέθηκα στον δρόμο, 
τον κάτω απ’ το παράθυρό του ακριβώς, 
με τα εμπορικά και τα ιχθυοπωλεία του. 

Μα ως εβάδιζα
αγκάθι ένα μου κεντούσε
την ακόμα απωθημένη 
από τα τόσα υπερκόσμια 
λογική:
«…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!»

Κι όπως στα γήινα πάλι ξαναγύριζα, 
Η πρώτη μνήμη που μου ήρθε ήταν αυτή:
ο «γιος», η «αδερφή» κι ο «αδερφός» μου,
τα ποιήματά μου 
όπου για φύλαξη τους έστελνα
όταν παράδερνα στα ξένα,
τα έκαψαν.

Κι απ’ τον καπνό τους βρώμισε ο τόπος.

Και να το αγκάθι:
Αντίς μες στα σκουπίδια να τα ρίξει
η σπιτονοικοκυρά 
τα ποιήματα του Καρυωτάκη, 
δεν τα ’καιγε 
να ευωδιάζει ο τόπος εσαεί  
Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων…
Και Ελεγείες…
και Σάτιρες…

 Δημήτρη ήρθε και με βρήκε η Έλενα. Τη θυμάσαι; Την είδες μια δυο φορές. Θέλει λέει να της βρω έναν καλό δικηγόρο, γιατί την βιάσανε. Εσύ που ζεις στον κόσμο θα ξέρεις κάποιον.  Πάρε με και πες μου να τον βρω ώστε να μπορέσουμε να την βοηθήσουμε την καημένη να δικαιωθεί.

Μου είπε τι έγινε και σου το μεταφέρω με όσα λιγότερα λόγια μπορώ, μήπως σε ρωτήσει σχετικά ο δικηγόρος.
Θέλοντας να μαυρίσει λέει, βγήκε και πήγε στο κοντινό της άλσος. Διάλεξε ένα μέρος με πρασινάδα, κοντά σε μια παρέα που έπαιζε αυτοσχέδιο βόλεϊ, και άρχισε να γδύνεται. Έβγαλε τη μπλούζα της, έβγαλε το σορτσάκι της, έβγαλε το σουτιέν της και το κάτω της εσώρουχο και ξάπλωσε πάνω στο γρασίδι. 
Την διέκοψα.
Καλά, της λέω, γιατί πήγες δίπλα στα παιδιά να γδυθείς;  
 «Τι ερώτηση είναι αυτή;», μου λέει. « Δεν είμαι ελεύθερη να ντύνομαι και να γδύνομαι όπου και όπως  θέλω;» μου λέει. «Έχουμε ή δεν έχουμε δημοκρατία; Στον εικοστό πρώτο αιώνα ζούμε! Ξύπνα!» 
Τι να της έλεγα; Ότι δεν είναι ελεύθερη;  Ή ότι δεν έχουμε δημοκρατία;
«Και λοιπόν τι έγινε;», της λέω.
«Αφού γδύθηκα λοιπόν, ξάπλωσα ανάσκελα και άνοιξα τα πόδια μου. Τότε είναι που ένα κτήνος, ένας παλιάνθρωπος, ένας αλήτης, άφησε το βόλεϊ, ήρθε, έπεσε επάνω μου και με βίασε». 
Καλά, της λέω, ύστερα από αυτό που έκανες-να ξαπλώσεις και να ανοίξεις τα πόδια σου ενώ ήσουν γυμνή, δεν περίμενες ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο; Είσαι με τα καλά σου; 
«Ποιος είπε πως ήμουνα γυμνή; Για ποια με πέρασες;» μου κάνει, «Στις θηλές του στήθους είχα από ένα αστεράκι και το ίδιο και στη θέση του φύλου μου. Άκου γυμνή! Για ποια με πέρασες;»
Αν δεν μπορέσεις να μου απαντήσεις εδώ, στείλε στο ιμέιλ μου όνομα και διεύθυνση, ή τηλεφώνησέ μου.

 Ο ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.



ΣΤΟΝ  ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ   
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Πάτερ, εκεί που κάθομαι λέω καμιά φορά
πόσο θα ήταν πιό καλές στη γη επάνω οι μέρες-
προς το καλό πόσο τρανή θάταν η  διαφορά-
όπως εσύ αν ήτανε της Γης όλοι οι πατέρες. 

Όμως  οι στίχοι μου αυτοί, πάτερ, οι φτωχικοί 
για σένα θα μιλήσουνε-δε γράφτηκαν για κείνους 
για τη λιακάδα γράφτηκαν κι όχι για τη βροχή 
εγράφτηκαν για Καίσαρες κι όχι για Κυμβελίνους.
 
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή 
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
 θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει  να στο πει
αφού δεν είναι  μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου. 

Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν 
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι 
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν 
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι. 

Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη, 
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου 
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί 
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου. 

Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς 
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει΄
Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής 
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.

Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό; 
Είναι η καλοσύνη σου;  Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό; 
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά σου;

Άραγε τι απ’ ολ’ αυτ,-η όλα είναι μαζί;   
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει; 
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί 
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο, πριν δαγκάσει;   

Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ 
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα. 
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό. 
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.  

Γιατί στον τόπο αυτόν εδώ, σε τούτη τη μικρή 
κοιλάδα που λυμαίνονται λογής λογής κανάγιες
μία γλυκιά παρηγοριά στη ζωή μας την πικρή 
είναι οι λέξεις σου οι σοφές-οι φράσεις σου οι άγιες. 

Πράος και γλυκομίλητος, βαθύνους και απλός   
κόσμιος, καλότροπος, μεστός σεμνότητος κι ελέους
στέκεις αγγελοφάνταχτος στα μάτια μας εμπρός    
ελπίδα για τους γέροντες και φάρος για τους νέους. 

Πάτερ και  δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς 
Και για να κάνεις αγιασμό δεν θέλεις πετραχήλι. 
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής. 
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη. 

Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς 
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι  εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω  απ’ τους Θεούς. 
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια. 

Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά     
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι: 
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά 
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.

Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή   
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιον έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-   
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.

Η μετριοφροσύνη σου ίσως εξεγερθεί 
κι ίσως το μέτρο να ειπείς πως έχω ξεπεράσει. 
Μα ξέρει όποιος δίπλα σου για λίγο έστω βρεθεί 
υπερβολής τα λόγια μου έτι δεν έχουν τάση. 

Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί. 
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δεν χρειάζεται να ψάξει. 
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή. 
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει! 

Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά 
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε. 
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά  
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε. 

Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς 
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος. 
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς 
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος. 

                   -----

 ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ...

Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα 'ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα 'ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λιώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα 'ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

  ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

«ΚΥΡΙΑ ΝΤΟΜΙΕ»

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΤΡΕ ένας εραστής του ωραίου
ΜΑΡΙ μια όμορφη γυναίκα
ΓΚΑΡΣΟΝ

ΤΟΠΟΣ: 
Παρισινό καφέ.

Ώρα απογευματινή μιας ημέρας ανοιξιάτικης.
Ο Αντρέ πίνει το βερμούτ του σε ένα τραπεζάκι, ενώ στο παραδίπλα τραπεζάκι η Μαρί πίνει το αναψυκτικό της.
Ο Αντρέ σηκώνεται και πλησιάζει το τραπεζάκι όπου κάθεται η Μαρί.
Στέκει σε μια διακριτική απόσταση από την Μαρί και απευθύνεται προς αυτήν με ευφρόσυνη διάθεση.
ΑΝΤΡΕ 
Κυρία Ντομιέ, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ευχαρίστησή μου που τυχαίνει να σας ξαναβλέπω ύστερα από τόσον καιρό.
(Η Μαρί κοιτάζει για μια στιγμή γύρω της, και μη βλέποντας καμία άλλη κυρία κοντά εκεί, βεβαιώνεται ότι ο Αντρέ μιλάει σ’ αυτήν.)
ΜΑΡΊ
Σ’ εμένα μιλάτε κύριε….
ΑΝΤΡΕ 
Μάλιστα. Ίσως δεν με θυμάστε… Είχαμε βρεθεί και οι δύο στην δεξίωση της κυρίας και του κυρίου Γκιγιώμ…  στην Λιόν… που γιόρταζαν την πέμπτη επέτειο του γάμου τους… 
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε… 
ΑΝΤΡΕ
Βενσάν! Κύριος Βενσάν!
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε Βενσάν…
ΑΝΤΡΕ 
…Που ένας σερβιτόρος σας σκούντησε κατά λάθος και χύθηκε το ποτό σας πάνω στον σύνοδό σας…  με συγχωρείτε που σας θυμίζω κάτι τέτοιο, όμως αντιδράσατε τόσο υπέροχα όσο η φήμη και …συγχωρήστε μου την αναφορά σ’ αυτό… όσο η φήμη και η ομορφιά σας απαιτούσε…
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, θα σας επαναλάβω ότι κάνετε λάθος. Δεν παρευρέθηκα σε αυτή την δεξίωση που αναφέρατε. Και ούτε λέγομαι Ντομιέ. 
ΑΝΤΡΕ 
(θορυβημένος)
Τόση ομοιότης!... Κυρία μου, σας ζητώ χίλιες φορές συγνώμη… όμως αν ξέρατε την κυρία Ντομιέ θα δυσκολευόσασταν και σεις να παραδεχτείτε ότι κάποια άλλη κυρία σας μοιάζει τόσο πολύ. Αισθάνομαι τόσο γελοίος…  Όμως θα είχαμε να πούμε τόσα πολλά… αν ήσασταν αυτή… γιατί ξέρετε… όχι πως έχει πια σημασία, αλλά κι εγώ όπως εκείνη, είχαμε κάτι κοινό: την αγάπη μας για την όπερα!
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, τόσην ώρα είστε ορθός μπροστά μου ενώ εγώ είμαι καθιστή ωραία ωραία στην καρέκλα μου. Βλέπω την αναστάτωσή σας και δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση σας. Τυχαίνει να ενδιαφέρομαι κι εγώ για την όπερα. Καθίστε για λίγο σας παρακαλώ… τα λάθη αυτά συμβαίνουν… Δεν θέλω να φύγετε με τύψεις ή με ενοχές για το λάθος σας. Ηρεμήστε…
(ο Αντρέ μένει όρθιος)
Παρακαλώ, καθίστε. 
(Ο Αντρέ κάθεται)
ΑΝΤΡΕ
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.
ΜΑΡΙ
Μείνετε ώστε να μου πείτε για την αντίδραση της κυρίας Ντομιέ όταν χύθηκε το ποτό της. Θα είναι ενδιαφέρουσα, από μία κυρία όπως την περιγράψατε.
ΑΝΤΡΕ 
 (Χαρούμενος για την έκβαση της κατάστασης και με θάρρος)
Ω! Σηκώθηκε και είπε στον σερβιτόρο, «δεν φταις εσύ αγαπητέ μου, εγώ έκανα μιαν απότομη στροφή για να δω καλύτερα την ορχήστρα»
Και στην ερώτηση του σερβιτόρου για το τι θα ήθελαν από εκείνον ώστε να επανορθώσει όσο ήταν δυνατόν, η κυρία Ντομιέ τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μην το παίρνετε τόσο σοβαρά, δεν θα πάθει τίποτε ο σύζυγός μου από μια γουλιά μπύρας που χύθηκε στο σμόκιν του. Εξάλλου ορίστε!» και με μια πετσετούλα σκούπισε το σημείο του σμόκιν του συζύγου της. 
Και εκεί τελείωσε το θέμα.
ΜΑΡΙ
Νομίζω ότι κάθε κυρία έτσι περίπου θα φερόταν. 
ΑΝΤΡΕ 
Κάθε πραγματική κυρία όπως αυτή και σεις ναι. Όχι μία κατ’ όνομα μόνον κυρία…
ΜΑΡΙ
(αλλάζοντας θέμα)
Ώστε λοιπόν και σεις είστε… λάτρης θα έλεγα, της όπερας:!
ΑΝΤΡΕ
Πράγματι. Η Όπερα είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη. 
ΜΑΡΙ
Αλήθεια. Και θεωρείτε ότι το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο μια όπερας;
ΑΝΤΡΕ
Όταν το λιμπρέτο είναι σοβαρό, και όχι κωμικό, είναι εκείνο το στοιχείο το οποίο θα έλεγα μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον μου.
ΜΑΡΙ
Η μουσική όμως είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή. Και όταν την πετυχαίνει τότε είναι συναρπαστική.
ΑΝΤΡΕ
Σε τέτοιες περιπτώσεις βέβαια, εξυπακούεται ότι ενδιαφέρον  έχει εξίσου και η μουσική. 
(παίρνοντας μια συγκαταβατική έκφραση και με απολογητικό τόνο στη φωνή του)
Κυρία μου, θα ήθελα να διακόψω την συζήτησή μας αυτή, την τόσο ευχάριστη και τόσο αγαπητή, μιας και συζητούμε για κάτι υψηλό όπως είναι η μουσική και δη η όπερα. Πρέπει λοιπόν να μάθετε ότι χαίρομαι που δεν είστε η κυρία Ντομιέ, γιατί… γιατί θα σας είχα κοροϊδέψει αν ήσασταν. Και εξηγούμαι. Δεν βρέθηκα σε εκείνη την δεξίωση καθόλου. Ένας φίλος που είχε πάει, μου μίλησε για το περιστατικό που σας είπα-αυτό με το ποτό που έβρεξε το φράκο του συζύγου της κυρίας Ντομιέ, επίσης μου είπε ότι αυτή η κυρία Ντομιέ ήταν πολύ πολύ όμορφη. Και όταν σας είδα, συνδύασα την ομορφιά της κυρίας Ντομιέ, που μου είχε περιγράψει και εξυμνήσει ο φίλος μου, με την δική σας ομορφιά. Γιατί πράγματι μου την περιέγραψε λες και είχε υπ’ όψιν του εσάς! Και είπα να σας πλησιάσω σαν θαυμαστής αυτής της κυρίας Ντομιέ, που ποτέ δεν είχα συναντήσει. Έτσι, μόνον για να λέω ότι μίλησα με μια εξαιρετικά όμορφη κυρία. Και είπα μέσα μου «τι χάνω;» Όμως είδα ότι έχω χάσει ήδη. Τι έχασα; Την αυτοεκτίμησή μου, διότι χρησιμοποίησα την ομορφιά, το θεόσταλτο και ακριβό αυτό δώρο του θεού στον άνθρωπο, για να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, να γνωρίσω δηλαδή κι εγώ ο άσημος, μια όμορφη γυναίκα, και, τουλάχιστον να συζητήσω μαζί της. 
ΜΑΡΙ
Το γεγονός κύριε Βενσάν ότι νιώσατε την ανάγκη να απολογηθείτε για αυτή την μικρή σας τόλμη, σας καθιστά άξιον μιας ανταμοιβής. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που μετανιώνουν για κάτι ανάρμοστο που έκαναν, πριν αφήσουν να καρπωθούν πρώτα από την τόλμη τους αυτή.
Και θα είμαι εγώ εκείνη που θα σας δικαιολογήσω γι αυτή σας την πράξη, αντί να σας μαλώσω γι αυτήν ακριβώς την τόλμη σας.
Εξάλλου αυτό δεν είναι  κάτι αθέμιτο. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με πλησιάσετε  χωρίς να χρησιμοποιήσετε εκείνα τα ανόητα φερσίματα των κακομαθημένων και αναιδών, που πλησιάζουν μια γυναίκα και της προτείνουν να πάρουν ένα ποτό μαζί ή να την βοηθήσουν με κάτι που αυτή μεταφέρει.
Και μιλώ έτσι γιατί-μάθετε κύριε Βενσάν, ότι- είμαι πράγματι η κυρία Ντομιέ. Σας είπα ότι δεν είμαι αυτή, επειδή κατάλαβα ότι μου λέτε ψέματα, και έτσι θα μπορούσα να φυλαχτώ από έναν ψεύτη, αν εκεί κατέληγε το πράγμα, ενώ δεν θα είχα να χάσω τίποτε παίζοντας το παιχνίδι που σεις είχατε αρχίσει. Γιατί  αν ήσασταν στην δεξίωση εκείνη θα σας είχα προσέξει. Ένας κύριος με την δική σας αρρενωπή όσο και φροντισμένη εμφάνιση δεν θα περνούσε απαρατήρητος από μένα. Και οι δυό λοιπόν κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλο.
ΑΝΤΡΕ
Ώστε είστε πράγματι η κυρία Ντομιέ!.. Διπλή κοροϊδία από σας, μονή από μένα. Γιατί δεν υπήρξε καμία δεξίωση και κανένας φίλος δεν μου είπε τίποτε για την ομορφιά κάποιας κυρίας και για ένα περιστατικό με την απροσεξία της.
ΜΑΡΊ
(σαν λίγο βαριεστημένη από όλα αυτά και έτοιμη να σηκωθεί)
Τι λέτε, πηγαίνουμε;..
(πριν αφήσει τον Αντρέ να απαντήσει)
Ήταν τόσο ωραία όλα αυτά…
ΑΝΤΡΕ 
Μα ναι. Πηγαίνουμε.
(σηκώνεται και υποκλίνεται μπροστά στην Μαρί τείνοντάς της το χέρι του)
ΜΑΡΙ
(σηκώνεται)
Κύριε Βενσάν ποιο είναι το όνομά σας;
ΑΝΤΡΕ
Αντρέ.
ΜΑΡΙ
Μαρί.
ΑΝΤΡΕ
Μαξίμ;
ΜΑΡΙ
Όχι. Εξέλσιορ. Έχει πιο καθαρά δωμάτια. Να πληρώσουμε τα ποτά όμως…
ΑΝΤΡΕ
Γκαρσόν!
(έρχεται το γκαρσόν βαριεστημένο)
Τι χρωστάμε; 
ΓΚΑΡΣΟΝ
Δυόμισι φράγκα.
ΑΝΤΡΕ
(αφήνει τρία φράγκα) 
Τα ρέστα δικά σου αγαπητέ μου.
ΓΚΑΡΣΟΝ
Ευχαριστώ.
(στην Μαρί, σιγά, φιλικά)
Τη βόλεψες κι απόψε Μαράκι!
ΜΑΡΙ
(Ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα στο γκαρσόν. Στον Αντρέ,δείχνοντάς του με μια κίνηση του κεφαλιού της το γκαρσόν) 
Paysan!…
(προχωρώντας αγκαζέ)
Ξέρετε, μου αρέσει αλήθεια η όπερα…

ΑΥΛΑΙΑ

 

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

 

ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΡΑΣ

ΤΟΠΟΣ: Χώρος εργοστασίου.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινός

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Η Σενά τελειώνει τη δουλειά της, κλείνει τον υπολογιστή της, μαζεύει τα πράγματά της και πηγαίνει προς την πόρτα. Πριν φτάσει σ’ αυτήν, μπαίνει ο Ρονίς, αναστατωμένος.
ΜΟΡΙΣ
Και σεις εδώ;
ΣΕΝΑ
(απορημένη)
Τι εννοείτε; Πού να ήμουν; Τώρα τελείωσα και φεύγω…
ΜΟΡΙΣ
Μάλιστα. Το ίδιο έπαθα κι εγώ…
ΣΕΝΑ
Τι θέλετε να πείτε;.. τι πάθατε;
ΡΟΝΊΣ
Τώρα τελειώσατε είπατε. Τι ώρα τελειώσατε;
ΣΕΝΆ
Τι εννοείτε κύριε Μορίς; Στις οχτώ η ώρα. Όπως κάθε μέρα.
ΡΟΝΊΣ
Κυρία Σενά, γυρίσατε το ρολόι σας χτες τη νύχτα στην χειμερινή ώρα;
ΣΕΝΑ
(Στέκει για λίγο σκεπτική. Αμέσως κατόπιν, απελπισμένη)
Ω! Όχι! Τι έπαθα… και σεις το ίδιο;.. Και τώρα-οι άλλοι έφυγαν;..
ΜΟΡΙΣ
Ακριβώς κυρία Σενά. Δυστυχώς. Το ίδιο έπαθα κι εγώ!...
(Σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τώρα; Να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον… τον θυρωρό… έχετε τηλέφωνο;
ΜΟΡΙΣ
Τηλέφωνο έχω, όμως μπαταρία δεν έχει-εσείς;
ΣΕΝΑ
(απελπισμένα)
Όχι! Δεν έχω καν τηλέφωνο. Τι μπορούμε να κάνουμε κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Αυτό που μπορούσα το έκανα. Δοκίμασα τα δικά μου κλειδιά του σπιτιού, μήπως τύχαινε να ταιριάζει κανένα, όμως τίποτε, όπως άλλωστε ήταν φυσικό.
ΣΕΝΑ
Να φωνάζαμε μήπως μας ακούσει κάποιος…
ΡΟΝΙΣ
Το εργοστάσιο είναι έρημο τριγύρω και την ημέρα ακόμα. Πόσο μάλλον τη νύχτα…
(Σιωπή)
Νομίζω ότι θα μείνουμε κλεισμένοι εδώ όλη τη νύχτα. Τι νομίζω… Θα μείνουμε εδώ όλη τη νύχτα!
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ              
(Μία ώρα μετά. Η Σένα και ο Ρονίς κάθονται σε δυο καρέκλες μακριά η μια από την άλλη, στο δωμάτιο-γραφείο του Ρονίς.)

ΡΟΝΙΣ
Πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και εύχομαι και ελπίζω η τελευταία. Πόσο παράξενο είναι όλο αυτό!
(σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τι δεν είναι παράξενο κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Θέλω να πω δυο άνθρωποι που τίποτα δεν έχουν κοινό, να βρίσκονται στο ίδιο δωμάτιο, νύχτα, ενώ θα έπρεπε καθένας να ήτανε στο σπίτι του και να κάνει τις συνηθισμένες ασχολίες του  πριν τον ύπνο…
ΣΕΝΑ
Παράξενο λέτε μόνον αυτό κύριε Ρονίς; Και τι δεν είναι παράξενο στη ζωή των ανθρώπων;
ΡΟΝΙΣ
Σας το είπα ήδη. Δεν θα ήταν παράξενο αν βρισκόταν καθένας μας στο σπίτι του προετοιμαζόμενος για την νυχτερινή κατάκλισή του.
ΣΕΝΑ
Αυτό θα το έλεγα συνηθισμένο κύριε Ρονίς, όμως δεν θα έπαυε να είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Μα… πώς αυτό;
ΣΕΝΑ
Βρίσκετε να έχουν κάποια λογική εξήγηση οι πράξεις, οι συνήθειες και η ύπαρξη του ανθρώπου, ώστε κάτι από ό,τι κάνει αυτός να μην είναι παράδοξο, αλλόκοτο;
ΡΟΝΙΣ
(έντονα)
 «Η ύπαρξη του ανθρώπου»! Μα είναι γνωστά γεγονότα αυτά. Η γη, η εμφάνιση πάνω της των φυτών και των ζώων, και τέλος ο άνθρωπος.
Όσο για τις καθημερινές ασχολίες του ανθρώπου δεν νομίζω να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη γνώμη πέρα από το γεγονός ότι υπάρχουν για χιλιετίες τώρα, και ότι αυτές είναι κανονικές, φυσιολογικές, ενώ αντίθετα, το να κάθεται κάποιος ξάγρυπνος ολονυχτίς σε ένα μέρος όπου συνηθίζεται να πηγαίνει σε αυτό μόνον με το φως της ημέρας και μόνον για να εργαστεί εκεί-ότι αυτό όλο, σαν παράδειγμα, μπορεί να χαρακτηριστεί αδιανόητο, παράδοξο, τραγικό θα έλεγα….
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς, ηρεμήστε. Δεν είναι ώρα αυτή για να έρθουμε σε ρήξη για το τι είναι φυσιολογικό ή όχι. Στο τέλος αν δεν έχετε όρεξη για συζήτηση δεν έχουμε υποχρέωση να συζητάμε. Η ώρα θα περάσει είτε αν κουβεντιάζουμε είτε όχι.
ΡΟΝΙΣ
Όχι κυρία Σενά, ας συζητήσουμε-ας λέμε κάτι… δεν είναι ότι δεν έχω όρεξη για συζήτηση αλλά αυτό που μας συνέβη με έχει ταράξει… Όμως αλήθεια δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε παρά να συζητήσουμε. Με συγχωρείτε για τον τόνο της φωνής μου. Όμως τι θέλατε να πείτε-ότι δεν είναι ασυνήθιστο αυτό που μας συνέβη;
ΣΕΝΑ
Είπα ότι είναι συνηθισμένο να βρίσκεται κανείς στο σπίτι του τέτοιαν ώρα, ότι όμως αυτό είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Γιατί το λέτε αυτό κυρία Σενά; Πώς το αιτιολογείτε;
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς τέτοιαν ώρα θα ήταν φυσιολογικό να είχαμε σώμα τριχωτό, μουσούδα και σώμα πιθήκου, και να είμαστε πάνω σε ένα δέντρο στο δάσος, έχοντας φτιάξει με φύλλα μια γωνιά, και να κοιμόμαστε. Αυτό λέω ότι δεν θα ήταν παράξενο τέτοια ώρα για μας.
ΡΟΝΙΣ
Θέλετε να πείτε ότι έπρεπε να ζούμε στην ζωώδη κατάσταση ακόμα;
ΣΕΝΑ
Όχι ακόμα κύριε Ρονίς. Πάντα. Για πάντα.
ΡΟΝΙΣ
Εσείς γυρίζετε τον κόσμο πίσω χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως χρόνια…
ΣΕΝΑ
Δεν τον γυρίζω , μακάρι να μπορούσα να τον γυρίσω. Μα να τον νοσταλγώ δεν θα πάψω.
ΡΟΝΙΣ
Θα προτιμούσατε τώρα να ήσασταν έξω στο κρύο αντί σε ένα ζεστό κρεβάτι;
ΣΕΝΑ
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Έτσι θα έπρεπε να είχε μείνει το πράγμα-αυτής της γνώμης είμαι.
ΡΟΝΙΣ
Για να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να ακούσω να λέγεται αυτό από κάποιον. Και την ίδια γνώμη έχετε και για τις άλλες διαφορές που ο άνθρωπος έχει από τα ζώα; Εννοώ για όλες τις προόδους που έχει κάνει ο άνθρωπος-για τον πολιτισμό μας γενικότερα;
ΣΑΝΑ
Μάλιστα κύριε Ρονίς. ΄Ετσι το βλέπω το πράγμα.
Το ζεστό κρεβάτι κύριε Ρονίς το χρυσοπληρώνουμε με τρεχάματα για την απόκτηση χρήματος, με άγχος για χίλια δυο πράγματα,  με την έλλειψη της απόλαυσης της ζωής μας. Δέστε ένα ζώο πόσο πλήρως απολαμβάνει τη ζωή του, τη φύση γύρω, τον έρωτα, την συντροφιά με άλλα ζώα… Ενώ εμείς… εμείς θεωρούμε ότι είμαστε τυχεροί αν μπορέσουμε να πάμε ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή, αν δεν πονοκεφαλιάζουμε για τι φαγητό να φτιάξουμε, τι ρούχο να φορέσουμε, πόση ζάχαρη να ρίξουμε στον καφέ μας…
ΡΟΝΙΣ
Μα είμαστε λογικά όντα. Με το μυαλό μας αντιμετωπίζουμε όλα αυτά τα μικροπροβλήματα σχεδόν χωρίς καθυστέρηση και χωρίς μεγάλη δυσκολία.
Αμφισβητείτε την ανωτερότητα του ανθρώπου απέναντι στα ζώα που μόνον το ένστικτο τα οδηγεί;
ΣΕΝΑ
Ναι. Αμφισβητώ την ανωτερότητα όπως την λέτε του ανθρώπου απέναντι στα ζώα.
Ακόμα περισσότερο εναντιώνομαι σ’ αυτήν.
ΡΟΝΙΣ
Καταργείτε έτσι την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία…
ΣΕΝΑ
Την τέχνη; Γιατί να μιμούμαστε την φύση κύριε Ρονίς, τη στιγμή που θα την είχαμε ζωντανή μπροστά μας-που θα ήμασταν ένα από τα συστατικά της-που εμείς θα ήμασταν η φύση τότε;
Και οι επιστήμες και η φιλοσοφία τι αληθινό μας έχουν δώσει, ώστε αν δεν τις είχαμε θα χάναμε τι; Την γελοιότητα να μαλώνουμε αν η γη γυρίζει ή όχι; Και τι κερδίσατε εσείς και όλοι οι άνθρωποι μαζί από την γνώση αυτήν; Πονάτε ίσως λιγότερο όταν πέφτετε και χτυπάτε; Και το να φτιάχνει κάθε φιλόσοφός σας μια θεωρία για το τι είναι Δίκαιο έπαψαν να γίνονται αδικίες;  Και αν με τα μαθηματικά λύνετε προβλήματα, τι ωφεληθήκατε από όλα αυτά;
Και πηγαίνοντας ενάντια στην φύση με τις διάφορες ανακαλύψεις και τις εφαρμογές τους τι καταφέρατε;
Υποφέρετε κάθε μέρα για να εξασφαλίσετε το φαγητό σας,  τρέμετε την αστυνομία σας, κρύβεστε στο σπίτι σας για τον φόβο των κλεφτών, τρέχετε να ντυθείτε στρατιώτης για να σκοτωθείτε από  έναν άλλον άνθρωπο, που και κείνος θα σκοτώσει κάποιον δικό σας στρατιώτη, και όταν αρρωστήσετε τρέχετε στους γιατρούς για να ζήσετε έναν χρόνο πιο πάνω.
Στο θέατρο της ζωής, στη γη κύριε Ρονίς, προσπαθείτε να αποκτήσετε κάτι που τα ζώα το έχουν χωρίς κόπο και τόσο φυσικά όσο φυσικό είναι για μας η αναπνοή.
Φυσιολογικό κύριε Ρονίς θα ήταν να ζούμε όπως ζουν τα ζώα. Όλα τα άλλα είναι αφύσικα.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά, δεν συμφωνώ μαζί σας.
Όλες οι επιτεύξεις του ανθρώπου τόσο ασήμαντες σας μοιάζουν;
Έχουμε νόμους, έχουμε κράτη, έχουμε κατακτήσει τους αιθέρες, άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι, έχομε μηχανήματα που με αυτά μαθαίνουμε τον γύρω μας κόσμο ή δημιουργούμε έργα που θα μείνουν στους αιώνες.  Έχουμε διεισδύσει στα άδυτα των αδύτων της Φύσεως, του νου μας, της ύπαρξής μας. Ξέρουμε πότε γεννήθηκε η γη και ο ήλιος, ξέρομε την ιστορία των λαών, ετοιμαζόμαστε να κατακτήσουμε κάποιους πλανήτες.
Όλα αυτά δεν σας κάνουν περήφανη για το γένος στο οποίο ανήκετε-το γένος των ανθρώπων;
ΣΕΝΑ
Κύριε Ρονίς, έχετε γνωρίσει ένα απειροελάχιστο μέρος για τα πράγματα που μπορείτε να δείτε και που ξέρετε ότι υπάρχουν, και πιστεύετε ότι σας αξίζει έπαινος γι αυτό.
Θα συμφωνούσα μαζί σας αν, αυτή η έστω λίγη γνώση ήταν η αρχή για κάτι μεγαλύτερο, αν ήταν η αρχή για κάτι που είναι θεμιτό και ωραίο.
Μα ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε και όλοι εκείνοι που συμβάλλουν σ’ αυτό, ξέρετε γιατί κάνετε ό,τι κάνετε.
Γιατί ο άνθρωπος τα κάνει όλα αυτά κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Μα, κυρία Σενά, βρεθήκαμε στη γη. Τι να κάνουμε; Να υποταχτούμε στη μοίρα μας, αφού μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καλύτερο;
ΣΕΝΑ
Καλλίτερο είπατε; Είναι καλλίτερο αντί να τρώει κάποιο ζώο καρπούς και φύλλα από τα δέντρα, να τρώει ένα φαγητό που τόσοι άλλοι  δούλεψαν, ίδρωσαν, πέθαναν για να του ετοιμάσουν;
Είναι καλλίτερο να τρέχουμε με αυτοκίνητα; Για να προλάβουμε τι;
Είναι καλλίτερο να αγωνιζόμαστε να μάθουμε τι γίνεται στο σύμπαν, ενώ δεν ξέρουμε τι γίνεται δίπλα μας;
Είναι ο άνθρωπος λογικό όν κύριε Ρονίς;
Ή μήπως ευτυχισμένο;
Τι έχει κερδίσει με όλα αυτά που μηχανεύεται κύριε Ρονίς, πέρα από ένα φέρετρο;
Ή μήπως οι φιλόσοφοί σας έγιναν σοφοί και σας έδειξαν κάποιον δρόμο άλλον από εκείνον που για εκατομμύρια εκατομμυρίων χρόνια ακολουθεί κάθε ον πάνω στη γη αυτή;
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Να υποταχτούμε στη μοίρα μας-για να το πω όπως εσείς το θέσατε.
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Να ζήσουμε σαν ζώα αφού ζώα είμαστε. Δηλαδή να ζήσουμε τη ζωή μέσα στη φύση, όπως κάνουν και όλα τα άλλα ζώα. Αν είχαμε κάνει έτσι, δεν θα βρισκόμασταν τώρα φυλακισμένοι μέσα σ’ αυτό το κατόρθωμα της κατασκευαστικής δεινότητας των ανθρώπων-μέσα σ’ αυτό το κτίριο, εμείς! οι παντοδύναμοι, εμείς! οι πανέξυπνοι, εμείς! οι πολιτισμένοι!, εμείς που ένα μικρό κομματάκι σίδερο, που εμείς οι ίδιοι με την τόση εξυπνάδα μας κατασκευάσαμε, μας στερεί τώρα τον ύπνο μας, το φαγητό μας, την ελευθερία μας, την αξιοπρέπειά μας.
ΡΟΝΙΣ
Ο κόσμος όμως προχωρεί κυρία Σενά. Και προχωρεί στον δρόμο του πολιτισμού που ο ίδιος έχει αναπτύξει, κάνοντας πραγματικότητα σιγά σιγά τα όνειρά του.
ΣΕΝΑ
Έχω κι εγώ ένα όνειρο κύριε Ρονίς.
Να φτιάξω μία συσκευή που να εκπέμπει ακτίνες, θανατηφόρες για τους ανθρώπους μόνον.
Και να ξεπαστρέψω όλους τους ανθρώπους, αφήνοντας τη γη να ξαναγίνει όπως ήταν πριν ο άνθρωπος υπάρξει: αγνή, αμόλυντη, θεία.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά είναι τόσο απλησίαστες οι θέσεις μας για το θέμα, ώστε νομίζω ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε γι αυτό.
ΣΕΝΑ
Έχετε εν μέρει δίκιο κύριε Ρονίς. Γιατί και σ’ αυτό έχουμε διαφορετική άποψη. Και η δική μου επ’ αυτού είναι ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε καθόλου και για τίποτα.
(μεγάλη σιωπή)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Δώδεκα ώρες μετά. Ο επιστάτης μπαίνει  στο γραφείο του κυρίου Ρονίς. Ο Ρονίς και η Σενά σηκώνονται.)

ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
(έκπληκτος)
Κύριε Ρονίς… κυρία Σενά… είναι αυτό που φαντάζομαι; Η αλλαγή της ώρας;…
ΣΕΝΑ
Καλημέρα Αντρέ. Ναι, καλά κατάλαβες.
(βγαίνοντας, στον κύριο Ρονίς)
Καλή σας μέρα κύριε Ρονίς.

ΡΟΝΙΣ
Καλημέρα σας κυρία Σενά.
(τοποθετεί την καρέκλα του στη θέση της στο γραφείο του και κάθεται.)
Αντρέα, φέρε μου ένα καφεδάκι σε παρακαλώ. Διπλό!

ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
Έγινε κύριε Ρονίς!
(βγαίνει)

ΑΥΛΑΙΑ