Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Τόπος: Κρυπτοχώρα, αίθουσα του θρόνου του παλατιού του Πανίσχυρου.
Χρόνος: Γενάρης 2015
Πρόσωπα: Πανίσχυρος, Συνέπεια, Ανάγκη, Τσίπρας.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(καθισμένος στον θρόνο του και απλώνει το ποτήρι του προς την Συνέπεια)
Μνήμη!
(η Συνέπεια βάζει ποτό στο ποτήρι του. Ο Πανίσχυρος πίνει)
Τον ειδοποίησες;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Ναι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ποιαν άλλη εκκρεμότητα έχουμε σήμερα;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Άλλο τίποτα από τα συνηθισμένα
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Η Βενεζουέλα πώς πάει;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Όλο και χειρότερα. Χάλια. Σύμφωνα με τα σχέδιά σου Πανίσχυρε. Θα την περιποιηθούμε αργότερα γερά αυτήν. Το θέμα σήμερα είναι μόνον η Ελλάδα.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Αδιόρθωτοι οι έλληνες, ε;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Έτσι είναι φτιαγμένοι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Η Ανάγκη είναι σίγουρη γι αυτόν;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Εκατό τοις εκατό. Γεννήθηκε λέει γι αυτή τη δουλειά που τόνε θέλουμε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(αστεία αλαζονικά)
Μα ποιος τον γέννησε και ποιος τον έκαμε;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Όλους εσύ τους γέννησες Πανίσχυρε. Με την άμετρη προβλεπτικότητα που σε διακρίνει. Να μη το λέμε κάθε τόσο.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ας το λέμε, δε χάνουμε.
(κάνει κίνηση για καινούργιο ποτό. Η Συνέπεια του βάζει)
Πώς είναι; Τι σου είπε γι αυτόν;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Από μικρός ανακατεύεται στην πολιτική… οικογένεια πλούσια…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ελίσσεται; Είναι κακομαθημένος;
ΣΥΕΠΕΙΑΝ
Όσο δεν παίρνει. Και αλαζόνας και φαντασμένος…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Αυτό και μόνο θα μας έφτανε.
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
…Ψεύτης, καιροσκόπος, μεγαλομανής…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Τέλεια τέλεια τέλεια. Και τι είδους πολιτικός;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Σοσιαλιστής… αριστερός λέει…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Κούφιος! Ωραία! Έχει κάνει τίποτα στη ζωή του μέχρι τώρα;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Υψηλές ιδέες, ίντριγκες, τίποτα.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Θα τα κάνει όλα μαζί τώρα.
(πίνει)
Εχ! Και να μπορούσα να τα κάνω όλα μόνο με μια σκέψη… με μια ματιά… μ’ ένα νεύμα!
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Εμείς είμαστε αυτά Πανίσχυρε. Και όλα γίνονται με τη θέλησή σου και με τη δική μας υπακοή σ’ αυτήν.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Δε λέω μα… δεν ξέρω… όλα έχουν αλλάξει τελευταία… Παλιά ξέραμε, με τα όπλα γκρεμίζαμε αυτοκρατορίες για να αναδειχτούν άλλες, να απιστήσουν κι αυτές και να τις σβήσουμε με τη σειρά και κείνες. Φοίνικες, Ασσύριοι, Έλληνες, Ρώμη, Ισπανία, Γαλλία, Αγγλία, τις σβήσαμε. Με τα όπλα. Τώρα, τα όπλα στοχεύουν αεροδρόμια, γέφυρες και λιμάνια. Και όταν κακοπάθουν ή σκοτωθούν άνθρωποι, οι αντίπαλοι ως και συγνώμη ζητάνε...
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Τώρα το όπλο είναι το χρήμα Πανίσχυρε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Το ξέρω, έμαθα να διαχειρίζομαι και αυτή την αλλαγή, όμως τι τα θέλεις, το χρήμα δεν φτάνει την ωραιότητα των όπλων.
(ανακουφισμένος)
Τέλος. Ώστε σήμερα αρχίζει το τέλος της Ελλάδας…
(τείνει το ποτήρι του)
Βάλε!
(η Συνέπεια του γεμίζει το ποτήρι)
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Ναι. Όλα δρομολογήθηκαν και θα εκτελεστούν κατά γράμμα. Η Ανάγκη είναι εκατό στα εκατό σίγουρη ότι έχει τον σωστό άνθρωπο. Είναι ξετρελαμένη μαζί του. Μου είπε «ο Πανίσχυρος θα μείνει απόλυτα ικανοποιημένος».
(χτυπάει η πόρτα)
Αυτή θα είναι…
(ανοίγει. Μπαίνει η Ανάγκη και υποκλίνεται στον Πανίσχυρο)
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Τον έφερες;
ΑΝΑΓΚΗ
Έξω, περιμένει.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Μου είπε η Συνέπεια σχετικά. Είναι λέει ο πιο κατάλληλος για τη δουλειά.
ΑΝΑΓΚΗ
Ακριβώς. Η Ελλάδα δε θα ξαναδεί άσπρη μέρα όταν ο πράκτοράς μας θα έχει τελειώσει τη δουλειά του.
ΑΝΑΓΚΗ
Μήπως και μέχρι τώρα έβλεπε;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Χειρότερα τώρα. Πες μου γι αυτόν.
ΑΝΑΓΚΗ
Είναι αδίστακτος. Είναι κρυψίνους. Είρων και υβριστής μαζί. Είναι επιδεικτικός. Είναι αυταρχικός, τυχοδιώκτης, δημεγέρτης, αριβίστας, αρχομανής, λέει παχιά λόγια και δεν κάνει καθόλου έργα. Είναι παράλογος-ονομάζει περηφάνια το όνειδος και αξιοπρέπεια την ποταπότητα και την ευτέλεια. Και σημειώστε, όλα αυτά πασπαλισμένα με ισχυρή δόση βλακείας. Σας λέω, δε θ’ αφήσει τίποτα όρθιο.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Μπράβο μπράβο. Από υγεία είναι καλά;
ΑΝΑΓΚΗ
Πολύ καλά. Θα φάει όλη την Ελλάδα σας λέω. Ως και τα ψίχουλα που θα πάνε να πέσουν, θα τα πιάνει με το κάτω χείλος του, που είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε να μπορεί να το προεκτείνει προς τα εμπρός όσο χρειάζεται κάθε φορά, ακριβώς για να μην του ξεφεύγει τίποτα. Και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν για ότι κάνει. Το τέλος θα το δουν όλοι όταν θα είναι αργά για ν’ αντιδράσουν…
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(γελώντας)
Μπα! Αντιδρούν και οι έλληνες; Πώς και μου είχε ξεφύγει…
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Τρόπος του λέγειν. Να! Καμιά πορειούλα, καμιά φωνή, τέτοια λέω.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Με τις γήινες ευλογίες ποιων θα ρημάξει την Ελλάδα;
ΑΝΑΓΚΗ
Θα πάει να πάρει τις ευλογίες του Αμερικάνου Πρόεδρου και του Πάπα.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Του Πάπα γιατί;
ΑΝΑΓΚΗ
Έτσι ισχυροποιείται περισσότερο.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Λοιπόν ελάτε! Έχουμε δουλειά να κάνουμε μ’ αυτόνε. Και συ Ανάγκη, άλλα! Άλλα στοιχεία του χαρακτήρα του…
ΑΝΑΓΚΗ
Ναι Πανίσχυρε. Να! Είναι αμφίβουλος, έχει παραληρητικές ιδέες, συναισθηματικά είναι αποδιοργανωμένος, έχει απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, αγνοεί κοινωνικούς νόμους και άλλους ανθρώπους, ακούει και βλέπει πράγματα που είναι μόνο στη φαντασία του, φοβάται ότι οι άλλοι συνωμοτούν εναντίον του, έχει πρόβλημα να οργανώσει τις σκέψεις του και αδυνατεί να κάνει λογικές συνδέσεις, έχει…
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(στην Ανάγκη)
Μα για στάσου…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(στην Ανάγκη)
Όχι. Συνέχισε.
ΑΝΑΓΚΗ
Έχει ένα γελοίο, ανόητο, ανάρμοστο γέλιο, έχει εξωπραγματικές πεποιθήσεις παρά τα στοιχεία για το αντίθετο, δείχνει εμφανή αδιαφορία ακόμη και όταν πρόκειται για ιδιαίτερα σημαντικά πράγματα ή καταστάσεις, έχει ανικανότητα έκφρασης συναισθημάτων, στις συζητήσεις οι θέσεις του φαίνονται βαθυστόχαστες χωρίς να είναι λογικές ή συνδεδεμένες μεταξύ τους, χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ φάσμα ασυνήθιστων συμπεριφορών που προκαλούν έντονη αναστάτωση στις ζωές των ανθρώπων γύρω του.
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Μα Πανίσχυρε, αυτά είναι συμπτώματα βαριάς ψυχικής νόσου.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ακριβώς. Αυτός μας χρειάζεται. Πώς το σκέφτηκες Ανάγκη;
ΑΝΑΓΚΗ
Όταν η επιτελάρχης σας
(δείχνει τη Συνέπεια)
μου εξήγησε γιατί τον χρειάζεστε, αμέσως αυτόν σκέφτηκα. Στην ουσία εσείς τον διαλέξατε Πανίσχυρε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Σωστά.
(στη Συνέπεια, ικανοποιημένος από την απάντηση της Ανάγκης)
Άκουσες Συνέπεια; Πάλι εγώ! Πάντα εγώ!
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Άκουσα Πανίσχυρε, όμως αυτός δεν θα έχει συναίσθηση του τι πράττει και μπορεί να κάνει και κάτι καλό.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Πόσο λίγα ξέρεις καλή μου! Αυτός, ό,τι και να κάνει, σε κακό θα βγει. Αποκλείεται, και αν ακόμα συνεργήσουν όλες οι πιθανότητες του Σύμπαντος, να κάνει ποτέ αυτός κάτι καλό.
(στην Ανάγκη)
Έτσι δεν είναι;
ΑΝΑΓΚΗ
Έτσι ακριβώς Πανίσχυρε. Και αν μου επιτρέπετε…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Και βέβαια σου επιτρέπω.
ΑΝΑΓΚΗ
Έχω ετοιμάσει από καιρό το έδαφος της Ελλάδας γι αυτό που θα της συμβεί από τον πράκτορα Χι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ποιο είναι το κατά κόσμον όνομά του;
ΑΝΑΓΚΗ
Τσίπρας. Λοιπόν έλεγα ότι παράλογοι ηγέτες έχουν δώσει τέτοια πορεία στην Ελλάδα, που ένα γερό σπρώξιμο μόνο χρειάζεται για να πέσει στον γκρεμό.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ναι, θυμάμαι. Όπως εκείνο τον… πώς τον έλεγες… από το βορρά…
ΑΝΑΓΚΗ
Τον Καραμανλή.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ναι.
ΑΝΑΓΚΗ
Αυτός έχτισε με τόσο σαθρά θεμέλια την Ελλάδα που όπως σας είπα δεν χρειάζεται πολλά για να ξεθεμελιωθεί. Μετά κάποιοι Παπανδρέου και κάποιοι Μητσοτάκηδες συνέχισαν την υπονόμευσή της και τώρα η χώρα περιμένει το φύσημα που θα τήνε ρίξει.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ναι ναι… πού τους θυμήθηκες…
ΑΝΑ
Αυτή είναι η δουλειά μου Πανίσχυρε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Σωστά. Για φέρτον μέσα
(η Ανάγκη πηγαίνει προς την πόρτα)
Στάσου!
(η Ανάγκη κοντοστέκεται)
Τι του έχεις πει;
ΑΝΑΓΚΗ
Του είπα ότι αποστολή του είναι να καταστρέψει την Ελλάδα. Τα άλλα τ’ άφησα σε κείνον αλλά κύρια σε σας Πανίσχυρε που θα κατευθύνετε σκέψεις και πράξεις του όπως κανείς άλλος δεν μπορεί.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Πώς αντέδρασε;
ΑΝΑΓΚΗ
Μου είπε άστο σε μένα, όλα θα γίνουν όπως τα είπες .
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Φέρτον.
(η Ανάγκη βγαίνει και ακούγονται απέξω φωνές διαπληκτιζόμενων. Μπαίνει η Ανάγκη κλείνοντας την πόρτα πίσω της και ταραγμένη)
Πανίσχυρε, όσο περίμενε έξω άλλαξε αμφίεση. Θέλει να εμφανιστεί μπροστά σας με κοντό παντελόνι και με το πουκάμισο ξεκούμπωτο ως τον αφαλό…
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Όχι!..
ΑΝΑΓΚΗ
Ναι. Αλλιώς δεν μπαίνει λέει.
(βλέπει ερωτηματικά τον Πανίσχυρο)
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ας έρθει. Αρκεί να μας κάνει τη δουλειά.
ΑΝΑΓΚΗ
Κι ένα άλλο Πανίσχυρε… έχει ένα νταούλι μαζί του και είναι καβάλα σε ένα μεγάλο καλάμι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Γιατί αυτά;
ΑΝΑΓΚΗ
Το νταούλι λέει είναι ελληνικό μουσικό όργανο και το καλάμι είναι ελληνική πατέντα-όλοι οι πολιτικοί καβάλα σε ένα καλάμι κυβερνάνε. Αυστηρά τηρούμενο ελληνικό πολιτικό έθιμο. ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Μα… είναι έλληνας;
ΑΝΑΓΚΗ
(στην Συνέπεια)
Σύμφωνα με την τελευταία μας συνοριακή διευθέτηση είναι. Στα χαρτιά βέβαια μόνον.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(στην Ανάγκη)
Το καλάμι του χωράει στο δωμάτιο;
(η Ανάγκη μετράει με το βλέμμα)
Νομίζω ναι Πανίσχυρε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(βιαστικά)
Έλα, ας περάσει ας περάσει.
(η Ανάγκη φέρνει μέσα τον πράκτορα Χι)
ΤΣΙΠΡΑΣ
Ήρθα!
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(στον Τσίπρα)
Δεν θα υποκλιθείς στον Πανίσχυρο;
ΤΣΙΠΡΑΣ
(χαμογελώντας ηλίθια)
Μόνο στον καθρέφτη μου υποκλίνομαι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(κάνει νόημα στην Συνέπεια να ησυχάσει. Στον πράκτορα Χι)
Ξέρεις λοιπόν ποιος είμαι εγώ. Ή όχι;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Είσαι ο Πανίσχυρος άρχοντας της Κρυπτοχώρας. Εσύ ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ποιος είσαι;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Είμαι ο προορισμένος για την ανατροπή. Είμαι ο λαοπρόβλητος. Είμαι αυτός που θα δώσει το τελευταίο χτύπημα στην Ελλάδα. Χτύπημα που θα
την καταστρέψει.
(ορθώνει το κεφάλι)
Είμαι ο δημοκράτης.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Και πώς, με ποιον τρόπο σκοπεύεις να φέρεις σε πέρας την αποστολή σου;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Θα διεκδικήσω την πρωθυπουργία. Όταν την πάρω θα διατάξω να επιταχτούν όλα τα κατεδαφιστικά μηχανήματα και θα γκρεμίσω όλα τα σπίτια με αυτά. Θα διατάξω να μαζευτούν όλα τα χρήματα σε μια πλατεία και θα τα κάψω. Θα εξαφανίσω όλα τα φάρμακα από τα φαρμακεία, θα κλείσω σχολεία και νοσοκομεία. Και λεφτά θα δίνω με το σταγονόμετρο από τις Τράπεζες. Πλήρης καταστροφή. Όπερ έδει δείξαι-είμαι και μορφωμένος.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Αν κάνεις έτσι φίλε μου…
ΤΣΙΠΡΑΣ
Δεν είμαι φίλος κανενός. Λέγε με λαοπρόβλητο ή δημοκράτη.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Λοιπόν λαοπρόβλητε, αν πας έτσι θα σε ρίξουν πριν προλάβεις να γκρεμίσεις ούτε δέκα σπίτια. Θα πρέπει να αλλάξεις πρόγραμμα.
ΤΣΙΠΡΑΣ
Εγώ; Να αλλάξω πρόγραμμα;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ναι. Εσύ.
ΤΣΙΠΡΑΣ
Δηλαδή να κάνω τι;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Να είσαι λιγότερο βίαιος και προκλητικός. Να τα κάνεις όλα έτσι που να μην είναι φανερό από την αρχή πού θέλεις να το πας. Και να μιλάς με γενικότητες.
ΤΣΙΠΡΑΣ
Να μην είμαι προκλητικός αποκλείεται.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Να είσαι προκλητικός μόνο στα λόγια; Μπορείς ;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Έστω.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Εντάξει. Μπορείς να πηγαίνεις.
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(πλησιάζει τον Πανίσχυρο. Σιγά)
Το τεστ Πανίσχυρε…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Με τα προσόντα του δεν χρειάζεται τεστ.
(γελώντας καλοκάγαθα)
Αλλά αφού μου το ζητάει η επιτελάρχης μου…
(στον πράκτορα Χι)
Δημοκράτη!
ΤΣΙΠΡΑΣ
Ναι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Η σοβαρότητα της αποστολής σου μου επιβάλλει να σε ρωτήσω μερικά πράγματα.
ΤΣΙΠΡΑΣ
(γελώντας με αμεριμνησία)
Ακούω ακούω.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Πόσο κάνουν πέντε και πέντε;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Αν είναι δικά μου χίλια. Αν είναι άλλου ένα.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(δείχνοντάς του το ποτήρι του)
Πιστεύεις ότι αυτό εδώ είναι ένα ποτήρι;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Για τους άλλους. Για μένα είναι ό,τι με συμφέρει να είναι-ό,τι κατά τις περιστάσεις θέλω να είναι.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Θα έχεις διόλου τύψεις για ό,τι θα κάνεις;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Κολοκύθια. Τι είχαμε τι χάσαμε.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Αν ένα φοβερό στη θέα και στη δύναμη θηρίο ερχόταν κατεπάνω σου και άνοιγε το στόμα του για να σε φάει πώς θα σου φαινόταν;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Ε, δεν ξέρω… αν μ’ έτρωγε…
(απότομα και δυνατά)
Αν νομίζεις ότι δεν θα μπορούσα να νικήσω όποιο θηρίο, τότε τι θέλω εδώ;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Πιστεύεις ότι οι νόμοι πρέπει να τηρούνται;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Ο νόμος είναι ένα σοβαρό θέμα όπως ας πούμε να θέλεις να πάς ένα ταξίδι και να μην μπορείς. Και ύστερα κουράζεσαι από την αδυναμία.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Αν μπορούσες με μια σου ενέργεια να αναστατώσεις τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων θα έκανες αυτή την ενέργεια;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Ποιος λογαριάζει τους ανθρώπους…
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ποια κατά τη γνώμη σου είναι η σημαντικότερη συνθήκη διακυβέρνησης για τον κυβερνήτη;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Λέω ό,τι θέλουν, κάνω ό,τι θέλω.
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Εύγε παιδ… εύγε δημοκράτη.
(στη Συνέπεια)
Θέλεις κι άλλα;
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Όχι. Αρκετά ήσαν αυτά. Μπορώ να ρωτήσω κι εγώ κάτι;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Ορίστε!
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(στον πράκτορα Χι)
Γιατί καβαλάς το καλάμι δημοκράτη;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Για να πιστέψουν ότι είμαι πολιτικός.
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
Είσαι έλληνας;
ΤΣΙΠΡΑΣ
Πφ! Είμαι Αλβανός. Θα γίνω ο ηγέτης της Μεγάλης Αλβανίας.
(αναπηδάει επί τόπου υψώνοντας τα χέρια προς το ταβάνι σε μια θεατρική κίνηση)
Και ύστερα θα ενώσω Αλβανία και Βουλγαρία!
ΣΥΝΕΠΕΙΑ
(σιγά στον Πανίσχυρο, έκπληκτη)
Τι ήταν αυτό;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
(ενθουσιασμένος και με την κανονική του φωνή)
Εσύ να τα βλέπεις που ήθελες και τεστ!
(στον πράκτορα Χι)
Εν τάξει παιδ… εντάξει λαοπρόβλητε. Μπορείς να πηγαίνεις.
ΤΣΙΠΡΑΣ
(στρέφοντας με δυσκολία το καλάμι του ώστε να τον διευκολύνει στη έξοδο)
Έφυγα!
(βγαίνει, η Ανάγκη κλείνει πίσω του την πόρτα)
ΑΝΑΓΚΗ
Το παράκανα;
ΠΑΝΙΣΧΥΡΟΣ
Καθόλου. Πότε έχει σειρά η Ευρώπη;
(προτείνοντας το ποτήρι του στη Συνέπεια)
Βάλε!
(η Συνέπεια τον κερνάει)
ΑΥΛΑΙΑ
Σάββατο 22 Αυγούστου 2026
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026
ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ
Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσον να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.
Δε θα 'τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε-
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.
Και όχι πολυτέλειες. Δεν ήθελε
ξύλο καλό,
ούτε μορφήν και στυλ θα εκοιτούσε.
Ένα απλό τραπέζι.
Λίγο γυαλιστερό μόνο στην επιφάνεια
και κάπως,
όσο γίνονταν,
τα πόδια του κομψά.
Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά-
ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει…
Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δεν θ’ ανεχόταν…
Τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Α' Ο «ΦΙΛΕΛΛΗΝ»
(έργο θεατρικό σε δεκαπέντε ανοίγματα)
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Πρόλογος του έργου από το Είδωλο του Αλέξανδρου
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι, ο Μακεδόνας
του βασιλιά του Αμύντα γιος. Επήρα τ' όνομά μου
από τον Πάρι-Αλέξανδρο, τον πρίγκηπα της Τροίας.
Το φως το είδα στις Αιγές, πρωτεύουσα του κράτους
το χρόνο της εξηκοστής τρίτης Ολυμπιάδας΄
κι ανάμεσα ογδονταμιάς έως ογδονταδύο
επέθανα, όντας ετών εβδομηντατεσσάρων.
Πήγα στον Άδη. Βρήκα εκεί τους συμπολεμιστές μου,
τους πατριώτες μου, κι αυτούς, τους άγιους μου προγόνους.
Ο Πλούτωνας αιώνια χαρίζει αταραξία
και είναι όλοι ανέγνοιαστοι στου Άδη το βασίλειο.
Κάθε σκοτούρα κι έγνοια του κανείς, εκεί πριν έμπει,
έξω απ' την πόρτα τη βαριά και μαύρη την αφήνει.
Μα όποιος στην απάνω γη κάποιον μεγάλο πόθο
μες στην ψυχή του έτρεφε, αυτόν αδύνατο είναι
να τόνε βγάλει απ' αυτήν ακόμα και στον Άδη.
Όπως εγώ. Αν έκλεισα πάνω στη γη τα μάτια
τα 'χω εκεί κάτω ανοιχτά. Κι ο νους μου εδώ αν 'κοιμήθη
μα εκεί κάτω ξάγρυπνος μένει, κι όλο δουλεύει.
Κι ο πόθος μου ένας μοναχά: η Ελλάδα, μ' ό,τι μέγα
μέσα της κλείνει είτε μικρό, μ' ό,τι άσχημο ή ωραίο-
η Ελλάδα! Η πατρίδα μου! Και σεις, οι αδερφοί μου!
Και όπου χώμα ελληνικό, κι όπου έλληνας υπάρχει
εκεί γυρνώ το βλέμμα μου κι εκεί γυρίζει ο νους μου.
Πονώ σε κάθε πόνο σας, χαίρομαι στη χαρά σας
κι όταν η Ελλάδα μου πονά, μαχαίρια με ξεσκίζουν.
Ακούω πολλούς πάνω στη γη να λένε τελευταία
ότι δεν είν' ελληνική τάχα η Μακεδονία.
Κι άλλες φορές πρωτύτερα το 'χω αυτό ακούσει
μα δεν ταράχτηκα, γιατί, το ξέρω πως ανάγκη
δεν έχετε από μένανε-ξέρετε την αλήθεια
και είσαστ' έτοιμοι γι αυτήν και τη ζωή να δώστε.
Την έγνοια μου όμως τράβηξε ενού έλληνα ο πόνος
για την Ελλάδα, που η πολλή αγάπη της τον καίει
και που ένα ποίημα θέλησε για μένανε να γράψει
που θα 'δειχνε ότι και πιο πριν από το βασιλέα
τον Μέγα τον Αλέξανδρο-κοντά διακόσα χρόνια,
και τη δικιά μου είχε ψυχή δικιά της η Ελλάδα.
Αλλά καθώς και ποιητής μεγάλος δα δεν είναι,
βασανιζόντανε πολύ για να τα καταφέρει.
Τον είδα και τον πόνεσα γιατί απ' τον ίδιο πόνο
κι εγώ καιγόμουν, και κανείς δε μ' ένιωθε όσο ζούσα.
Και μες στο πεθαμένο μου το σώμα η νια ψυχή μου
ανταριαζόνταν βλέποντας ανήμπορον εκείνον
να γράψει κάτι. Και γι αυτό απόφαση επήρα
και πήγα και τον έβρηκα. Του έπιασα το χέρι
και τον οδήγησα εγώ, με τη δική μου γνώση
να γράψει αυτό το ποίημα για μένα που μιλάει.
Γιατί το έκανα; Μπορεί για τα παιδιά που ακόμα
δεν πρόλαβαν να μάθουνε καλά την Ιστορία.
Ίσως και για τους βλάστημους μικρούς είτε μεγάλους
που η Μακεδονία λεν ότι δεν είν' Ελλάδα.
Πάλι, κακά τα ψέματα, μα θα ειπώ και τούτο:
το 'κανα ίσως και γιατί ποθούσα να 'ρθω πάλι
στ' αγαπημένα μέρη μου και πάλι ν' αντικρύσω
ανθρώπους που ίδια πυρκαγιά φουντώνει στην ψυχή τους-
ανθρώπους που, καθώς εγώ, βλέπουνε στην Ελλάδα
την ίδια τους την ύπαρξη, τον ίδιο τον εαυτό τους.
Ας προχωρήσω όμως να πω λίγα που ακόμα θέλω
κι ύστερα παύω να μιλώ και δίνω τη σκυτάλη
στον ποιητή μας, ή, ας πω καλλίτερα, τη δίνω
σε κείνο τον Αλέξανδρο που ήμουν όσο ζούσα.
Δύο χιλιάδες χρόνια πριν εγώ να 'ρθώ στον κόσμο,
στη χώρα μου, που Πελασγοί μέχρι τα τότε οικούσαν,
εμπήκανε οι Αχαιοί, που ήρθαν σε πολέμους
και με τους ντόπιους Πελασγούς, αλλά και μεταξύ τους.
Ελάχιστοι κατάφεραν και για καλά ριζώσαν.
Οι άλλοι αφανίστηκαν. Ώσπου καινούργιο κύμα
προς τους μακεδονίτικους κατέβηκε τους τόπους.
Κι οι Δωριείς ήσαν αυτοί, που στη μεγάλη ορμή τους
κι αφού πολλές εγνώρισαν περιπλανήσεις πρώτα,
οριστικά εμείνανε στα μέρη τα δικά μας.
Οι έλληνες αυτοί, εμείς είμαστε, οι Μακεδόνες.
Και μεις, οι βασιλιάδες τους, απόγονοι μετράμε
του ημίθεου του Ηρακλή-του ήρωα του μεγάλου.
Με τα παλιά εμείναμε τα έθιμα και τα ήθη
που είχανε κι οι έλληνες που μάχονταν στην Τροία…
Πόλεις δεν είχαμε τρανές, μονάχα χωριουδάκια
και ήμασταν ή γεωργοί ή λατόμοι, ή βουκόλοι,
γιατ' ήτανε η χώρα μας όλη γεμάτη δάση.
Μα προπαντός πολεμιστές, γιατ' οι λαοί οι τριγύρω
πάντα επιβουλεύονταν τα μέρη τα δικά μας.
Κι ήμασταν άξιοι κυνηγοί κι άφταστοι στο σημάδι.
Και πάντα πάνω στ' άλογα, ιππείς γίναμε τέλειοι.
Εκεί έχει τις ρίζες του το φοβερό ιππικό μας.
Μια μόνο λέξη από με, ή από κάποιον άλλο
από τους βασιλιάδες μας, και μες σε λίγες ώρες
είχαμε ιππέων στρατιές έτοιμους για πολέμους.
Και βέβαια πάνω στ' άλογο κανείς γρήγορα τρέχει
κι όπου η ανάγκη το καλεί, έγκαιρα πάντα φτάνει.
Έτσι λοιπόν πολεμιστές όντας και κτηνοτρόφοι
δε γίνονταν να έχουμε την πρόοδο των ελλήνων
των άλλων, που βρεθήκανε στη νότια την Ελλάδα
και που από θάλασσα παντού μόνο ήτανε ζωσμένοι.
κι όχι από βάρβαρους λαούς που επιδιώκαν πάντα
με συνεχείς επιδρομές να τους εξολοθρέψουν.
Γιατί Καμβούνια, Όλυμπος και Όσσα, φτιάχναν τείχος
που από την άλλη μακριά μας κράταε την Ελλάδα.
Κι από την άλλη τη μεριά του τείχους, ας παιζόνταν
το δράμα της μονάχης μας, μικρής Μακεδονίας,
οι κάτω έλληνες για μας δε σκέφτονταν, λες κι ότι
ίδιους δεν είχαμε θεούς, ή λες πως οι Ολύμπιοι
την πλάτη τους μας είχανε πάντοτε γυρισμένη.
Μα την αλήθεια για να πω, άδικο δεν τους ρίχνω-
αδύνατο ένα ήμασταν, μικρό ακόμα κράτος
που να κερδίσουν τίποτα δεν είχαν από κείνο-
στις τόσες τις ελληνικές τις πόλεις άλλη μία...
Όμως εμένα μ' έκαιγε το ελληνικό μου αίμα
κι ήθελα σύντροφο άξιο να με δεχτούν κοντά τους
και μένα και τον έλληνα λαό μου' ήθελα να 'χω
μερίδιο από τη δόξα τους, ήθελα κρίκος ένας
να 'μια στην αλυσίδα τους. Ύστερα εντός μου κάτι
μου 'λεγε πως η μοίρα μας, εμάς, των Μακεδόνων,
μοίρα να γίνει έπρεπε γρήγορα και δική τους.
Η Ανατολή βρυχιόντανε κι αργά ετοιμαζόνταν
για το μεγάλο χτύπημα. Εμείς, οι Μακεδόνες
με το γερό μας ιππικό και την τραχιά μας ρώμη
άξιοι βοηθοί θα ήμασταν σαν έρχονταν η μπόρα.
Μα κι η ωφέλεια που ο λαός θα 'χε των Μακεδόνων
από μια τέτοια συντροφιά, θα ήτανε μεγάλη.
Τα φώτα του πολιτισμού θα παίρναμε από κείνους.
Θα μας μαθαίναν ό,τι εμείς στο πέρασμα του χρόνου
ποτέ δεν καταφέραμε να 'χουμε μοναχοί μας.
Έπρεπε όλον μου λοιπόν το χρόνο ν' αφιερώσω-
που τ' άλλα μου μού άφηναν καθήκοντα στο θρόνο-
για την Ελλάδα: πώς αυτή κοντά σε μας θα 'ρχόνταν
ή πώς εμείς θα γίνονταν κοντά της να βρεθούμε.
Κι αυτό αλήθεια έκανα σ' όληνε τη ζωή μου.
Να σας ειπώ θα ήθελα για τότε τόσα ακόμα…-
για τη ζωή μας, τους θεούς, τη γλώσσα, τα έθιμά μας...
μα ο ποιητής μας νόημα μου κάνει να τελειώνω.
Και δίκιο έχει' γιατί αφού των άλλων των ελλήνων
ξέρετε, τότε ξέρετε μαζί και τα δικά μας.
Μόνο δυο λόγια να ειπώ δώστε μου, για τη γλώσσα'
λέγανε τότε μερικοί και σήμερα λεν άλλοι
πως είχε τάχα διαφορές μικρές ή πιο μεγάλες
η γλώσσα μας από αυτή των άλλων των ελλήνων.
Αλλά-Θεοί!- και βέβαια δεν ήτανε η ίδια.
Δεν είχε την εξέλιξη που είχε η δικιά τους.
Επί αιώνες έμενε όπως παλιά βρισκόνταν.
Και ούτε λόγιους είχαμε γεννήσει εμείς να γράψουν
έπη σ' αυτήν και δράματα. Ούτε σχολεία ακόμα
δεν είχαμε' ανάγνωση δεν ήξερε ο λαός μου,
κι ούτε γραφή. Μόνο εμείς ξέραμε, οι βασιλιάδες
και όσοι λίγοι γύρω μας είχαν καιρό για τέτια.
Τους νόμους δεν τους γράφαμε. Και του στρατού οι διάτες
δε γράφονταν, μα πήγαιναν απ' το 'να στόμα στ' άλλο.
Ύστερα τόσοι γύρω μας λαοί, μας είχαν δώσει
λίγες από τις λέξεις τους και πήρανε δικές μας.
Πάντοτε τούτα γίνονται. Αλλά κανείς δε λέει
πως οποια γλώσσα δανειστεί απ' άλλην λέξεις λίγες
παύουν αυτοί που τη μιλούν να είν' αυτοί που ήταν.
Κι οι βασιλιάδες είχανε οι Μακεδόνες όλοι
δασκάλους έλληνες, καθώς κι εγώ, που ο πατέρας
μου 'φερε απ' τη Χαλκιδική. Γιατί έτσι ήταν κι εκείνος-
μέσα η Ελλάδα και σ΄αυτόν άντριευε και πλαντούσε
και με την άλλη εζήταγε να ενωθεί Ελλάδα.
Μα ο καιρός του εκεινού δεν ήτανε ακόμη
για κάτι τέτοιο. Αυτόν άλλα προβλήματα τον ζώναν
που δεν του αφήνανε καιρό το άλμα αυτό να κάνει.
Αλλ' αρκετά εμίλησα. Και τώρα θα μεριάσω
και ήσυχα θα δω κι εγώ αυτά που ο ποιητής μας
για με θα γράψει. Και μαζί με σας θα ξαναζήσω
κομμάτια απ' την επίγεια ζωή μου πάλι απόψε.
Κι ύστερα απ' την παράσταση στα μέρη μου θα πάω
κι όπως σα ζούσα, και καθώς πάντα έκανα ως τώρα
άγρυπνο θα 'χω το μυαλό και ανοιχτό το μάτι
κι έγνοια θα έχει μόνο μια η ακοίμητη ψυχή μου:
η τρισαγαπημένη μου να 'ναι Μακεδονία
αγκαλιασμένη όπως εγώ με τη μητέρα Ελλάδα.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΡΩΤΟ
Χρόνος: 512 π.Χ.
Τόπος: Μακεδονικό παλάτι
(Ο Αμύντας και ο Αλέξανδρος περιμένουν τους πρέσβεις των Περσών. Οι πρέσβεις έρχονται και απαιτούν υποταγή της Μακεδονίας στους Πέρσες. Ο Αμύντας αναγκάζεται να υποταχτεί.)
Πρόσωπα: Αλέξανδρος, Αμύντας, Φρουρός, επικεφαλής της περσικής πρεσβείας (ΕΠΠ),έξη Πέρσες πρέσβεις ,Μακεδόνες στρατιώτες.
Αλέξανδρος
Και τι ζητάνε κι έρχονται αυτοί εδώ πατέρα;
Αμύντας
Όταν παιδί μου στους μικρούς πηγαίνουν οι μεγάλοι
πάνε για να τους πάρουνε κάτι. Και τούτοι έτσι.
Έρχονται να μας κάνουνε σκλάβους τους με τη βία.
Αλέξανδρος
Και συ πατέρα τι σκοπό έχεις μ' αυτούς να κάνεις;
Αμύντας
Παιδί μου έλα πες εσύ. Κάποτε θα 'ρθει η ώρα
και θ' ανεβείς στο θρόνο μας. Λοιπόν ρωτώ εσένα.
Πες είσαι κιόλας βασιλιάς' τι θα 'κανες; για πες μου.
Αλέξανδρος
Πατέρα θα τους έδιωχνα να πάνε απ' όπου ήρθαν.
Ποτέ δε θα τους έδινα ό,τι και να ζητούσαν.
Έλληνας βασιλιάς ποτέ δεν προσκυνάει βαρβάρους.
Αμέσως θα τους έδιωχνα. Κι αν στέλναν το στρατό τους
κι εμείς στρατιώτες έχουμε καλλίτερους εκείνων.
Τόσους πολέμους κάναμε κι είχαμε μόνο νίκες
και τώρα το κεφάλι μας θα σκύψουμε στους Πέρσες;
Να τι πατέρα θα 'κανα ο βασιλιάς αν ήμουν.
Αμύντας
Κι αν φύγουν κι έρθουν αύριο μαζί τους κουβαλώντας
τις ατελείωτες ασιανές στρατιές τους, τι θα κάνεις;
Αλέξανδρος
Έλληνας είμαι και κρατώ απ' του Ηρακλή το αίμα.
Εσύ μου το 'μαθες αυτό και τώρα συ δειλιάζεις;
Μονάχος μου με όλους τους θα μπόρεια να τα βάλω...
Αμύντας
Το αίμα-ναι-του Ηρακλή στις φλέβες μας κρατούμε.
Είμαστε απόγονοι θεών. Αλήθεια, εγώ στο είπα.
Όμως παιδί μου κάθε τι θέλει και τον καιρό του.
Θα 'ρθει ο καιρός να δείξουμε ποιοι είμαστε. Μα τώρα
δεν έχουμε άλλη εκλογή παρά να υποταχτούμε.
Μακριά δεν είναι οι βάρβαροι. Όταν κινήσουν να 'ρθουν-
και ποιος θα τους εμπόδιζε;- σε λίγες μέρες φτάνουν.
Κι όσο γενναίο πόλεμο κι αν κάναμε παιδί μου
είμαστε λίγοι κι είν' πολλοί. Και όταν μας νικήσουν
τότε η Μακεδονία μας για πάντα είναι χαμένη.
Και ποιος θα μας εβόηθαγε; Μονάχοι πολεμούμε.
Και γύρω μας οι βάρβαροι. Κι οι έλληνες οι άλλοι
οι μόνοι που μας έπρεπε να έρχονταν βοηθοί μας
δε μας υπολογίζουνε. Μικροί είμαστε ακόμα.
Και ποιος θα μας εβόηθαγε άλλος λοιπόν παιδί μου;
Κανείς. Γι αυτό χρειάζεται και λίγη πονηρία.
Το φίλο ας τους κάνουμε. Κι αργότερα όταν δούμε
δύναμη ότι παίρνουμε, ή αδυνατούν εκείνοι,
τις συμφωνίες που κάναμε στ' άχρηστα τις πετάμε.
Άλλωστε τόσο μακριά που είναι, δεν μπορούνε
να ξέρουνε τι κάνουμε 'δω πέρα, κι αν τηρούμε
τις συμφωνίες που με βια εκλείσαμε μαζί τους.
Κι έτσι θα είναι αλαφριά η όποια υποταγή μας.
Αλέξανδρος
Ριγώ στη σκέψη πως σ' αυτούς θα σκύψω το κεφάλι.
Σε Πέρσες...Όταν οι έλληνες δασκάλοι μου τ' ακούσουν
μου φαίνεται θα ντρέπομαι να τους ιδώ στα μάτια.
Αμύντας
Ξέρουν εκείνοι τη φωτιά που μέσα μας πυρώνει.
Ξέρουν πως είμαστε έλληνες κι ότι από ανάγκη
θα κάνουμε ό,τι κάνουμε.-και θα μας καταλάβουν.
(Μπαίνει ο Φρουρός)
Φρουρός
Οι Πέρσες πρέσβεις έρχονται να δουν το βασιλιά μας.
(Μπαίνουν έξη Μακεδόνες στρατιώτες που παίρνουν θέσεις δεξιά και αριστερά του βασιλιά. Ακολουθούν οι Πέρσες πρέσβεις.)
ΕΠΠ
Των Μακεδόνων βασιλιά, σε χαιρετούμε Αμύντα.
Του στρατηγού Μεγάβαζου είμαστε αποσταλμένοι
που εντολή του έδωσε ο μέγας βασιλιάς μας
τη χώρα σας στον περσικό ζυγό να υποτάξει.
Με σεβασμό σας χαιρετά ο Μεγάβαζος και θέλει
χωρίς πολέμων συφορές φίλοι του να γινείτε.
Ξέρει, από τους παλιότερους που έχει η οικουμένη
πως είναι ο μακεδονικός βασιλικός σου οίκος.
Ξέρει πως θεία καταγωγή έχει-ότι κρατάει
από τον ήρωα Ηρακλή, παιδί του Θείου Δία.
Ξέρει γενναίοι πως είσαστε πολεμιστές, και ξέρει
πως δόξα έχετε πολλήν κερδίσει σε πολέμους
που ενάντια σε γειτόνους σας λαούς έχετε κάνει.
Και τώρα δε θα έστελνε αυτήνε την Πρεσβεία
αν, ο μεγάλος βασιλιάς, ο ξακουστός Δαρείος
δεν έκρινε στους φίλους του πως πρέπει να μετράτε.
Και, ο Δαρείος, ο άξιος και μέγας βασιλέας
θεός ο ίδιος είναι αυτός, και πιο μεγάλη δόξα
έχει απ' όσην βασιλιάς πρωτύτερα ή τώρα.
Όλοι οι λαοί της ιερής, απέραντης Ασίας
έχουν δηλώσει υποταγή σ' αυτόν. Κι οι βασιλιάδες
όλοι με φόβο προσκυνούν το μέγα μας Δαρείο.
Σούσα, Μυσία, Αβγάτανα, Θηβαίοι, Λυδοί και Σάρδεις,
η Βαβυλώνα η πάμπλουτη, η ορεινή Κισσία,
κι οι τόποι όλοι ως πέραθε, στα βάθη της ηπείρου,
κι εκείνοι που με δόρατα και τόξα πολεμάνε
αλλά κι αυτοί που έχουνε για όπλο το μαχαίρι,
κι ακόμα οι κοντά σε σας Αχελωϊδες πόλεις,
κι η Θράκη,κι οι ιωνικές οι πόλεις της Ελλάδας,
κι αυτές που στέκουν πέρφανα στο πέρασμα της Έλλης
κι αυτές που την τετράβαθη στολίζουν Προποντίδα,
κι απ' τα νησιά η Κάρπαθος,η Χίος και η Πάρος
κι η Τήνος, και η Μύκονος, κι η Άντρος και η Λήμνος
κι Λέσβος η ανθόσπαρτη κι η Κνίδος κι απ' την Κύπρο
Πάφος και Σόλους κι η παλιά, ένδοξη Σαλαμίνα,
όλες αυτές υπόκυψαν στο σκήπτρο του Δαρείου.
Σε κείνου υπακούοντας τη θέληση, μας στέλνει
σε σένα ο Μεγάβαζος, ζητώντας σου να δώσεις
τα δύο της υποταγής σημάδια: γην και ύδωρ.
Και όταν πράττοντας ορθά υποταχτείς στους Πέρσες
φίλους σου και προστάτες σου πάντοτε θα τους έχεις.
Κι ο ένδοξός μας βασιλιάς στη μεγαλειότητά σου
θα δώσει περισσότερα προνόμια απ' όσα έχει
στους άλλους του υποτελείς χαρίσει βασιλιάδες.
Κι αν πάλι τούτα δε δεχτείς, τότε να ξέρεις πρέπει-
και από τώρα σίγουρα εμείς εδώ στο λέμε-
πως οι στρατιές του μέγα μας Δαρείου θα ορμήσουν
και κάθε θα νεκρώσουνε ζωή στη χώρα ετούτη.
Και όσοι μείνουν ζωντανοί, μια τέτια μοίρα θα 'χουν
που κάλλιο θα το είχανε να ήσαν πεθαμένοι.
Αμύντας
Άρχοντες Πέρσες, στρατηγού γενναίου αποσταλμένοι
σας χαιρετώ κι εγώ εσάς, κι όταν γυρίστε πίσω
δώστε τα χαιρετίσματα στο μέγα στρατηγό σας.
Είμαστε αλήθεια απόγονοι θεών, κι αυτός ο θρόνος
είναι από τους παλιότερους που βρίσκονται στον κόσμο.
Κι αν θέλει ο μέγας βασιλιάς φίλους του να μας έχει
αυτό θα πει τους φίλους του πως ξέρει να διαλέγει.
Μεγάλη έχει δύναμη ο βασιλιάς Δαρείος
αλλά και μεις αδύναμοι δεν είμαστε. Πιο λίγοι
βέβαια είμαστε από σας, μα ίδια με σας γενναίοι.
Το αίμα το ελληνικό στις φλέβες μας κυλάει
και ο καθείς μας για πολλούς στον πόλεμο μετράει.
Εδώ για αιώνες στέκουμε παλεύοντας ενάντια
σ' εχθρούς σκληρούς κι αμέτρητους-μα εμείς σκληρότεροί τους.
Κι αν σήμερα εδιάλεγα τον πόλεμο μαζί σας
κορμιά πολλά θα πέφτανε κι από τα δύο μέρη.
Θα 'τανε ψέμα να σας πω πως με χαρά θα στέρξω
να γίνω υποταχτικός του μέγα βασιλιά σας.
Θα προτιμούσα άλλη απ' αυτήν φιλία να μας δένει.
Μα να, το πήρα απόφαση: θα 'χετε ό,τι ζητάτε.
Νερό θα έχετε και γη πίσω γυρνώντας. Όμως
πριν γίνει τούτο θα 'θελα όλες τις λεπτομέρειες
της νέας συμμαχίας μας μαζί σας να 'ξετάσω
και να τις φκιάσουμε μαζί έτσι που να μετράνε
όχι πολύ βαριές γι αυτούς τους γέρικούς μου ώμους
αλλά και δίχως ούτε μια σε σας να φέρνουν βλάβη.
Λοιπόν θα δώσω εντολή να στρώσουν τα τραπέζια
και να 'τοιμάσουν μαλακά λευκόστρωτα κρεββάτια
ώστε αφού τα ωραία μας τα φαγητά γευτείτε
μετά ως αύριο την αυγή να καλοκοιμηθείτε.
( Καλεί με νεύμα του ένα στρατιώτη)
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
Χρόνος: δυο ώρες αργότερα
Τόπος: Μακεδονικό παλάτι
(Οι Πέρσες απαιτούν να έρθουν στο τραπέζι και οι γυναίκες του παλατιού. Ο Αμύντας υποκύπτει στον εκβιασμό)
Πρόσωπα: Ο επικεφαλής της περσικής Πρεσβείας, Αμύντας.
Στρατιώτες και υπηρέτες.
ΕΠΠ
Αληθινά βασιλικά τα φαγητά σου Αμύντα.
Και το κρασί σου μια γλυκιά μας έχει φέρει ζάλη.
Αλλά εμείς στον τόπο μας, σα στρώνουμε τραπέζι
πάντοτε συνηθίζουμε να έχουμε μαζί μας
και τις αγαπημένες μας, τις νόμιμες γυναίκες
μα και τις παλλακίδες μας. Λοιπόν εσύ που έτσι
πρόθυμα μας εδέχτηκες κι έτσι μας περποιείσαι
και στο Δαρείο το βασιλιά νερό και γη χαρίζεις
και των Περσών τα έθιμα θα πρέπει ν' ακλουθήσεις
και στο τραπέζι μας, εδώ, του παλατιού γυναίκες
για συντροφιά μας όμορφη να φέρεις και μαζί τους
όλες της οικογένειας σου τις νεαρές κοπέλες.
Έτσι και πιο χαρούμενη θα είναι η συντροφιά μας
κι η συμφωνία που κλείσαμε σακί δε θα 'ναι άδειο
αλλά γερά θα σφραγιστεί σα δούμε ότι στέργεις
τους νόμους που τιμούμε εμείς και συ να τους τιμήσεις.
Αμύντας
Άρχοντες Πέρσες, άπρεπο αυτό το αίτημά σας
μοιάζει σ' αυτιά ελληνικά. Τα έθιμά μας άλλα.
Συνήθεια εμείς δεν έχουμε στα γιορτινά τραπέζια
να 'χουμε ή γυναίκες μας δίπλα ή αδερφές μας.
Ντροπή αυτό θα ήτανε για κάθε Μακεδόνα.
Σε μας γιορτάζουν χωριστά γυναίκες από άντρες.
ΕΠΠ
Να πούμε θα 'θελες λοιπόν στο μέγα βασιλέα
πως του λαού του άπρεπες βαφτίζεις τις συνήθειες
κι ότι στα λόγια μοναχά υποταγή δηλώνεις
μα είσαι ανυπάκουος και δύσκολος στην πράξη;
Αμύντας
Εσείς είστε οι άρχοντες. Θα έρθουν οι γυναίκες.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΙΤΟ
Χρόνος: λίγο αργότερα
Τόπος μακεδονικό παλάτι
(Οι Πέρσες προσβάλλουν την τιμή των γυναικών του παλατιού και ο Αλέξανδρος αποφασίζει να τους σκοτώσει. Ο Αμύντας τον συμβουλεύει.)
Πρόσωπα: Τα ίδια και οι γυναίκες του παλατιού.
(Οι γυναίκες στέκουν μακριά από τους Πέρσες)
ΕΝΑΣ ΠΕΡΣΗΣ
Αν ήτανε σαν έρχονταν να κάτσουνε μακριά μας
καλλίτερα μην έρχονταν καθόλου στο τραπέζι.
( Ο βασιλιάς κάνει νόημα στις γυναίκες να πλησιάσουν. Εκείνες υπακούνε).
ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ
(στη γυναίκα που κάθισε κοντά του)
Τέτοιο λουλούδι και κρυφό να μένει κρίμα είναι.
(Της προσφέρει ένα ποτήρι κρασί)
Πιες το κρασί εσύ κι εγώ θα πιω τα δυο σου χείλη.
ΑΛΛΟΣ ΠΕΡΣΗΣ
(σ' έναν υπηρέτη)
Τα μήλα αυτά πάρ’ τα από δω.
(γυρνάει στη γυναίκα που βρέθηκε κοντά του)
Εγώ ετούτα θέλω.
(απλώνει τα χέρια του στο στήθος της. Άλλος τραβάει στην αγκαλιά του μιαν άλλη γυναίκα, αυτή αντιστέκεται και στην πάλη ο πέρσης πέφτει στο πάτωμα γελώντας)
Αλέξανδρος
Πατέρα είναι αργά για σε. Γέροι καθώς εσένα
πρέπει νωρίς να πέφτουνε τη νύχτα στο κρεβάτι.
Κι ούτε τα μάτια σου βολεί τα τέτοια ν' αντικρίζουν.
Τράβα λοιπόν στο στρώμα σου. Γιός σου εγώ αντάξιος
στους ξένους μας την πρέπουσα περποίηση θα δώσω.
Αμύντας
Γιε μου τρομάζω να σ’ ακώ. Το βλέμμα σου σκοτάδι
και η φωνή σου αγύριστη απόφαση γεμάτη.
Κράτα το αίμα σου ψυχρό. Είμαστε μόνοι γιε μου
κι είμαστε αβοήθητοι. Αυτοί 'ναι μέγα πλήθος.
Υποταγμένες έχουνε τόσες μεγάλες χώρες.
Τρόπο να βρεις πρέπει καλόν για να τους εμποδίσεις
να μας ντροπιάσουν μες σ' αυτό το ίδιο μας το σπίτι.
Σκέψου όχι εμένα ούτε εσέ. Μα σκέψου το λαό μας.
Για την αγαπημένη μας κάντο Μακεδονία.
Κλείσε τα μάτια Αλέξανδρε και κάνε πως δε βλέπεις.
Αλέξανδρος
Ξέρω πατέρα' τράβα συ-θα κάνω αυτό που πρέπει.
(τον οδηγεί έξω. Στον εαυτό του)
Πολλά μπορώ να μην ιδω, αλλά ετούτο όχι.
(στους Πέρσες)
Άρχοντες πέρσες! Είμαστε υποτελείς πιστοί σας.
Όποιο απ' αυτά τα θηλυκά διαλέξετε καθένας
είναι δικό σας για όληνε τη νύχτα αυτή. Μονάχα
πριν στη δική σας αγκαλιά να πέσουν, πρέπει πρώτα
να οδηγηθούνε στο λουτρό, κι αμέσως πια κατόπι
κοντά σας πάλι θα βρεθούν στη βούλησή σας σκλάβες.
(Οι Πέρσες συγκατανεύουν με επιδοκιμαστικά μουγκρητά. Οι γυναίκες βγαίνουν. Ο Αλέξανδρος παίρνει παράμερα ένα στρατιώτη)
Παρ' τις γυναίκες και να παν στα δωμάτιά τους πάλι.
Κι απ’ τους στρατιώτες διάλεξε όσες και οι γυναίκες
και ντύσ’ τους με των γυναικών τα πιο όμορφα τα ρούχα.
Και να σκεπάσουνε καλά το πρόσωπο με βέλο.
Και να 'χουνε στη μέση τους διπλόκοπο μαχαίρι.
Κι όταν καλά ετοιμαστούν, φέρτους μας στο τραπέζι.
Αντίς για τις γυναίκες μας εκείνους θα προσφέρω
στους Πέρσες για παρέα τους. Και πες τους σα σηκώσω
γεμάτο το ποτήρι μου, πίνοντας στην υγεία
του βάρβαρού τους βασιλιά, τότε να τους χτυπήσουν.
Και στους στρατιώτες που 'φεραν οι ξένοι αυτοί μαζί τους
δώστε κρασί και μακριά να μένουν από τούτα.
Τρέξε. Και δίχως άργητα μη οι βάρβαροι μας νιώσουν.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ
Χρόνος: Λίγο αργότερα
Τόπος: μακεδονικό παλάτι
(οι μακεδόνες στρατιώτες σκοτώνουν τους Πέρσες)
Πρόσωπα: Τα ίδια με προηγούμενα. Αντί για τις γυναίκες, στρατιώτες ντυμένοι γυναικεία.
Αλέξανδρος
Πέρσες, σας εδεχτήκαμε με τάξη όπως πρέπει
και όμορφο σας στρώσαμε και πλούσιο ένα τραπέζι.
Κόπους δε λογαριάσαμε και τα 'χουμε όλα κάνει
έτσι που σα στο σπίτι σας στον τόπο μας να νιώστε.
Και τώρα-τι καλλίτερη απόδειξη για τούτο-
τις ίδιες τις γυναίκες μας, τις ίδιες αδερφές μας
σε σας εδώ τις φέραμε για να σας συντροφέψουν.
Και όταν θα γυρίσετε πάλι στο στρατηγό σας
πέστε του πως ο έλληνας Αλέξανδρος του Αμύντα
του μακεδόνα βασιλιά, σας δέχτηκε όπως πρέπει
κι ότι αν λίγο μοναχά ζητήσατε σεις χώμα
αυτός πολύ σας έδωσε και πάντοτε δικό σας
και ότι μ' αγκαλιάσματα σας κοίμησε το βράδυ.
Μα πριν, ακράτηγοι καθώς μαντεύω να ριχτείτε
καθένας στο αποψινό ερωτικό του ταίρι
θέλω κι εγώ να ευχηθώ πίνοντας στην υγεία
του βασιλιά του κραταιού, του μέγα του Δαρείου,
που σήμερα και βασιλιάς δικός μας έχει γίνει.
Μακροημέρευση λοιπόν του εύχομαι και υγεία
και οι θεοί όλα τα καλά σ' αυτόνε να χαρίζουν.
Σηκώστε το ποτήρι σας κι ας πιούμε στην υγειά του.
(Υψώνει το ποτήρι του. Οι μεταμφιεσμένοι σε γυναίκες στρατιώτες σκοτώνουν τους εφτά Πέρσες)
ΑΝΟΙΓΜΑ ΠΕΜΠΤΟ
Χρόνος: 510 π. Χ.
Τόπος: δρόμος στην αγορά των Αιγών
(Συζητούν δυο Μακεδόνες στρατιώτες, ο Φιλώτας (ΦΙΛ) και ο Παρμενίωνας (ΠΑΡ)
ΠΑΡ
Φιλώτα, πότε φίλε μου έφτασες και δε σ' είδα;
ΦΙΛ
Δε μ΄ είδες γιατί τώρα δα έφτασα-από το σπίτι
ακόμα δεν επέρασα' πρώτον εσένα βλέπω.
ΠΑΡ
Φίλε καλέ μου! Λέγε μου, πώς είσαι; Πες μου νέα...
ΦΙΛ
Από υγεία είμαι καλά. Τα νέα μου τα ίδια.
Ξέρεις τους Θράκες. Άτιμα σκυλιά. Δεν ησυχάζουν.
Τα μάτια τους στον τόπο μας στραμμένα έχουν πάντα.
Μα έχουν τούτο τον καιρό τις βακχικές γιορτές τους
και λίγο χαλαρώσαμε κι εμείς τη φύλαξή μας.
Και λίγοι εμπορέσαμε στα σπίτια μας να 'ρθούμε.
Μα πες μου Παρμενίωνα και τα δικά σας νέα.
Γιατί καθώς επέρναγα κοντά από το παλάτι
χαράς τραγούδια ακούγονταν νυφιώτικα που μοιάζαν.
Παντρεύτηκε ο Αλέξανδρος; Ή μήπως κι η Γυγαία;
Ο Αρριδαίος; Ή καμιά κυρά από τις μεγάλες;
ΠΑΡ
Αφού όλα τα ονόματα τα έχεις ειπωμένα
το 'πες και κείνο που 'πρεπε: παντρεύτηκε η Γυγαία.
ΦΙΛ
Α! Ποιος μες στην αγκάλη του τέτοιο κορμί θα κλείσει;
ΠΑΡ
Ποιος; Θα στο πω χωρίς καιρό να χάσω-ένας Πέρσης.
ΦΙΛ
Πέρσης και μακεδόνισσα πριγκιποπούλα επήρε;
ΠΑΡ
Ναι. Όμως ένας άρχοντας είναι κι αυτός μεγάλος.
ΦΙΛ
Ή δούλος είτε άρχοντας βάρβαρος είναι πάλι.
Πώς δέχτηκε ο Αλέξανδρος να γίνει τέτιος γάμος;
Κι ο Αμύντας πώς εμόλυνε το αίμα του με Πέρσες;
ΠΑΡ
Αν σταματήσεις να ρωτάς όλα θα στα 'ξηγήσω.
ΦΙΛ
Ωραία. Πέστα. Σταματώ...και η ωραία Γυγαία
θα πάει βέβαια κι αυτή να ζήσει στην Περσία;
ΠΑΡ
Και φυσικά.
ΦΙΛ
Θα χάσουμε τέτιο αιθέριο πλάσμα;
Άσχημη από σήμερα θα 'ναι η Μακεδονία...
ΠΑΡ
Πάψε τις κλάψες κι άκου με αν θέλεις λεπτομέρειες.
ΦΙΛ
Θέλω.
ΠΑΡ
Λοιπόν, θυμάσαι που, περίπου πριν δυο χρόνια
ο Αλέξανδρος εσκότωσε τους Πέρσες του Δαρείου;
ΦΙΛ
Ξεχνιούνται τέτοιες ομορφιές;
ΠΑΡ
Λοιπόν πρεσβεία εστείλαν
δεύτερη οι Πέρσες, για να βρει τι έγινε η πρώτη.
Κι είχε αρχηγό τον Βούβαρη, το γιο του Μεγαβάζου.
Πέρασαν δύσκολες στιγμές Αλέξανδρος κι Αμύντας.
Αλλά κι εμείς κοντά σ' αυτούς. Θα μας θερίζαν όλους
αν την αλήθεια μάθαιναν και στο Δαρείο τη λέγαν.
ΠΑΡ
Και ο Αμύντας θες να πεις θυσίασε τη Γυγαία;
ΦΙΛ
Όχι. Μονάχα οι βάρβαροι θυσιάζουνε ανθρώπους.
Μα ο Βούβαρης σαν τη γλυκιά Γυγαία είχε αντικρύσει
αμέσως κι έχθρες ξέχασε, κι εκδίκησες και μίση,
και ζήτησε γυναίκα του αμέσως να την κάνει.
ΠΑΡ
Τιμή του να τον παντρευτεί πριγκίπισσα ελληνίδα.
ΦΙΛ
Μα όμως το 'θελε κι αυτή. Γιατί και ο Βουβάρης
ειν' ένα λεβεντόκορμο κι ωραίο παλληκάρι.
Τι να σου πω...χαλάλι του κι ας είναι κι ασιάτης.
Και βέβαια ο Αλέξανδρος αλλά και ο Αμύντας
δε θα σκεφτήκανε πολύ απόφαση πριν πάρουν.
Όλους μας φίλε μου αυτός μας έσωσε ο γάμος.
ΠΑΡ
Δε λέω, οι βασιλιάδες μας φερθήκαν μ' εξυπνάδα.
Δηλαδή τώρα συγγενείς είμαστε με τους Πέρσες;
ΦΙΛ
Λέγε αστεία όσα θες, μα η ουσία είναι
πως μ' άλλο μάτι τώρα πια οι Πέρσες θα μας βλέπουν.
Γιατί ο Βουβάρης το δεξί είναι χέρι του Δαρείου
κι ο λόγος του έχει πέραση. Και ξέρεις, η Γυγαία
δεν είναι κοριτσόπουλο άμυαλο καθώς άλλα.
Είναι γυναίκα σοβαρή και η ψυχή της είναι
πέρα για πέρα ελληνική κι όπου βρεθεί και πάει
για την Ελλάδα μοναχά η καρδιά της θα χτυπάει.
ΠΑΡ
Κι οι άλλοι της αποστολής πώς έκλεισαν το στόμα;
ΦΙΛ
Ας ειν' καλά τα τάλαντα. Επληρωθήκαν όλοι.
ΦΙΛ
Και στο Δαρείο τι θα πουν για τους μακελλεμένους;
ΦΙΛ
Τώρα που συγγενέψαμε κάτι θα βρουν να πούνε.
Όλο και κάποιο θα 'βρουνε θέμα να τα μπαλώσουν.
Μπορεί να πούνε πως ληστές τους ξέκαμαν. Ακόμα
πως τόσο αισχρά φερθήκανε, που δίκαια εχαθήκαν.
ΠΑΡ
Πότε θα φύγουν;
ΦΙΛ
Άσε με και μη μου το θυμίζεις
γιατί εγώ μες στην καρδιά την είχα τη Γυγαία.
ΠΑΡ
Και συ; Λοιπόν δε μένει πια παρά να πα' να πιούμε
και στο κρασί να πνίξουμε τον πόνο και των δυο μας.
ΦΙΛ
Καλά το λες. Πάμε λοιπόν. Γυγαία, καλό ταξείδι...
ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΚΤΟ
Χρόνος: 496 π. Χ.
Τόπος: Ολυμπία, στάδιο Ολυμπιακών Αγώνων
(Ο Αλέξανδρος είναι έτοιμος να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες σαν δρομέας. Ο Νικόμαχος, δρομέας, κάνει ένσταση υποστηρίζοντας πως ο Αλέξανδρος δεν είναι έλληνας και επομένως δεν μπορεί να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Αλέξανδρος εκφωνεί λόγο και με όσα λέει πείθει για την ελληνικότητά του).
Πρόσωπα: Επόπτης Ολυμπιακών Αγώνων, Νικόμαχος, Αλέξανδρος. Θεατές των αγώνων.
ΕΠΟΠΤΗΣ
Εγώ, ο Αριστόδημος, επόπτης των Αγώνων,
καθώς οι νόμοι ορίζουνε, την έναρξη κηρύσσω
της πρώτης κι εβδομηκοστής μεγάλης Ολυμπιάδας.
Και είναι το αγώνισμα το πρώτο της, το στάδιο.
ΝΙΚΟΜΑΧΟΣ
Έρχομαι απ' την Ελληνική Κυρήνη της Λιβύης
και είμαι ο Νικόμαχος, παιδί του Λυσιμάχου.
Τρέχω στο στάδιο. Ξέρω πως οι έλληνες μονάχα
στα Ολύμπια τ' αγωνίσματα μπορούν να πάρουν μέρος.
Βλέπω στη στήλη τ' όνομα "Αλέξανδρος του Αμύντα".
Και δίπλα γράφει: "Έλληνας". Ενίσταμαι. Ζητάω
ν' αποκλειστεί ο Αλέξανδρος, γιατί έλληνας δεν είναι.
ΕΠΟΠΤΗΣ
Έχω της ελλανόδικης επιτροπής την κρίση.
Αυτή εδέχτηκε χωρίς αμφιβολία καμία
πως έλληνας ο Αλέξανδρος είναι ο μακεδόνας.
Κι αν θες κι ο ίδιος συ μπορείς εδώ κοντά μου να 'ρθεις
και με τα μάτια σου να δεις όσα γραμμένα είναι.
Αλέξανδρος
Επόπτη αξιοσέβαστε των Ολυμπίων Αγώνων
απάντηση εγώ θα 'θελα να δώσω στο δρομέα
που ερχόντας απ’ τη μακρινή ελληνική Λιβύη
βρίσκω πως είναι φυσικό για μένα να μην ξέρει.
Κι όπως αυτός, θα 'ναι πολλοί κι άλλοι ανάμεσά μας
που πρώτη τους με βλέπουνε φορά και που δεν έχουν
ποτέ ακούσει ούτε για με, ούτε για το λαό μου.
Ζητώ την άδεια ν' ανεβώ στο βήμα των αγώνων
και ν' απαντήσω μόνος μου εγώ σ' αυτή την ύβρι.
ΕΠΟΠΤΗΣ
Οι νομοι κι οι κανονισμοί προβλέπουν τέτιους λόγους.
Γι αυτό επιτρέπω ν' ανεβεί ο Αλέξανδρος στο βήμα.
Αλέξανδρος
Έλληνες που απ' τα πέρατα του κόσμου έχετε έρθει
για να βρεθείτε μες σ' αυτό το πανελλήνιο θάμα
σας χαιρετίζει απ' αυτό το ιερό το βήμα
ενός λαού ελληνικού ο έλλην βασιλέας.
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είμαι. Κι αν η ζωή μου
ανάμεσα σε βάρβαρους λαούς κι άγονους τόπους
σκληρόν και ανελέητο με θέλει στους εχθρούς μου,
όμως γεμάτος ειμ' εγώ για σας ευαισθησία.
Γι αυτό και τώρα δάκρυα μου έρχονται στα μάτια
που δύσκολα κι από ντροπή κρατάω να μην τρέξουν,
και η καρδιά μου σαν τρελλή να σπάσει πάει χτυπώντας
που οι θεοί μ' αξίωσαν να δω μια τέτια μέρα-
σαν ίσος μ' ίσους να βρεθώ εδώ κι εγώ μαζί σας.
Είμαι ο πρώτος βασιλιάς από τους Μακεδόνες
που στην Ελλάδα έρχεται συμμετοχή για να 'χει
στους πανελλήνιους, ξακουστούς, της Ολυμπίας αγώνες.
Αλλά προτού άλλο τίποτα να πω, θα δείξω πρώτα
πως έλληνας είμαι κι εγώ' κι αν η ελληνοσύνη
μετριότανε με αριθμούς, θα 'χα τον πιο μεγάλον.
Καυχιέμαι πως απ' τη γενιά του Ηρακλή κρατάω
του ήρωα κι ημίθεου που τους αγώνες τούτους
ίδρυσε, κι έχει την ελιά ετούτηνε φυτέψει
που οι κλάδοι της τους άξιους των άξιων στεφανώνουν.
Τρεις αδερφοί, απόγονοι του Τήμενου, Ηρακλείδη,
που ίδρυσε των Ηρακλειδών τη δυναστεία στο Άργος,
Γάβανος και Αέροπος και τρίτος ο Περδίκκας,
από το Άργος έφυγαν, στην Ιλλυρία επηγαν,
στην Άνω επεράσανε μετά Μακεδονία,
κι εκεί εγίνανε βοσκοί στο βασιλιά μιας πόλης
που τ' όνομά της ήτανε Λεβαία. Κι εκει μέναν.
Τότε, στα χρόνια τα παλιά, οι άνθρωποι φτωχοί ήταν.
Ακόμα και ο βασιλιάς, κι αυτός δε ζούσε πλούσια
και το ψωμί η βασίλισσα το ζύμωνε μονάχη.
Αυτή λοιπόν επρόσεξε πως του Περδίκκα η ζύμη
διπλή από των άλλωνε γινότανε στον όγκο.
Το 'πε αυτό στο βασιλιά κι εκείνος εφοβήθη
πως κάτι άσχημο αυτό το θάμα προφητεύει'
κι είπε στους τρεις τους δούλους του να φύγουν απ' το σπίτι.
Όταν αυτοί ζητήσανε, πριν φύγουν, το μιστό τους,
ο βασιλιάς ειρωνικά τους έδειξε τον ήλιο
που από το τζάκι έμπαινε. Οι δύο τους τα χάσαν.
Μα ο Περδίκκας έβγαλε δίκοπο ένα μαχαίρι
και κύκλο έναν εχάραξε στο πάτωμα επάνω
γύρω απ΄ τον κύκλο που έκανε φωτίζοντάς τον ο ήλιος,
κι απλώνοντας το χέρι του έκανε πως μαζεύει
και βάζει μες στον κόρφο του τον ήλιο. Και κατόπι:
"δεχόμαστε το δώρο σου", του είπε, "βασιλέα".
Κι έφυγαν. Κάποιος απ' αυτούς όμως που αυτό το είδαν
μες στο μυαλό του βασιλιά έβαλε την ιδέα
πως ο μικρός που το 'κανε ήθελε το κακό του.
Εθύμωσε ο βασιλιάς και στέλνει να τους πιάσουν.
Οι Τημενίδες μπήκανε σ' ένα ποτάμι μεσα
και το ποτάμι στέγνωσε κι απέναντι περάσαν.
Μα όταν πήγαν να διαβούν του βασιλιά οι στρατιώτες
ο ποταμός εφούσκωσε κι αδιάβατος εγίνει.
Έτσι αυτοί εσώθηκαν και στης Μακεδονίας
εν' άλλο μέρος πήγανε και μέσα του εμείναν,
κοντά στους κήπους που ο λαός τους λέει "κήπους του Μίδα".
Ένα βουνό, το Βέρμιο, κοντά στους κήπους είναι
και απ' αυτό ξεκίνησαν οι τρεις κι αφέντες γίναν
όλης της χώρας που τη λεν τώρα Μακεδονία.
Κι απ' τον Περδίκκα μέχρι εμέ, πέντε γενιές υπάρχουν:
Ο Αργαίος, και ο Φίλιππος, Αέροπος, Αλκέτας,
και ο αγαπημένος μου πατέρας, ο Αμύντας.
Κι αυτός ο έλληνας λαός, κι αυτοί οι βασιλιάδες
με τα κορμιά τους φτιάχνουνε ολόγερο ένα τείχος
που αιώνες σπάζει πάνω του η τρομερή μανία
βαρβάρων, που αλλιώτικα θα πέρναγαν την Πίνδο
κι ίσως εσείς τραβούσατε όσα εμείς τραβάμε.
Σ’ ένα προσκύνημα ιερό λοιπόν εδώ έχω έρθει
για να γνωρίσω από οντά τα μέρη όπου ο Θείος
ο Ηρακλής, του Δία ο γιός και μένα πρόγονός μου
έζησε, και τους τόσους του τους άθλους είχε κάνει.
Μα ίδιο πάθος μ΄έκαιγε να γνωριστώ μαζί σας.
Να δω τις πόλεις σας-να δω τις τόσες σας προόδους
να θυσιάσω στα ιερά ετούτα τα δικά σας-
να σας γνωρίσω μα και σεις εμένα να γνωρίστε.
Και να σας πω πως το αίμα μας-το ελληνικό μας αίμα-
ζητάει με το αίμα σας αδερφικά να σμίξει.
Μικρή ακόμα η χώρα μου. Μα δύναμη ο λαός μου
μεγάλη κλείνει μέσα του. Γοργά η μέρα θα 'ρθει
όπου μεγάλος σαν και σας θα γίνει ο λαός μου.
Κι έχω μαζί μου φέρει εδώ τον πόθο του λαού μου
που μες στο χώρο τούτον δω, στην ιερή Ολυμπία,
έτσι που όλοι οι έλληνες του κόσμου να τ' ακούσουν,
τονε φωνάζω δυνατά: ποθούν οι Μακεδόνες
μαζί με σας να σμίξουνε σε μία συμμαχία
που και στους δύο μας καλό να κάνει έχει μόνο.
Τα φώτα του πολιτισμού σε μας αυτή θα φέρει,
και σεις γενναίο θα 'χετε αδέρφι αποχτήσει
που σ' ό,τι του ζητήσετε βοήθεια θα σας δίνει.
Έλληνες, άλλη μιαν εδώ σας έχω φέρει Ελλάδα.
Γνωρίστε τη, κι όπως αυτή αδέρφι της σας νιώθει
και σεις να νιώστε σας ζητάει αδέρφι σας πως είναι.
Αυτά μονάχα ήθελα να πω για ν' απαντήσω
στον Κυρηναίο αδερφό απ' της Λιβύης τα μέρη.
Ευχαριστώ τον ευγενή επόπτη των αγώνων
που μου επέτρεψε απ' αυτό το βήμα να μιλήσω-
το βήμα που ένας πρόγονος δικός μου έχει θεσπίσει.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
Χρόνος: 496 π. Χ., μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τόπος: Αθήνα, Εκκλησία του Δήμου
(Απονομή του τίτλου του Προξένου και Ευεργέτη της πόλεως των Αθηνών στο βασιλιά Αλέξανδρο. Τα λόγια του εκφωνητή)
Πρόσωπα: Εκφωνητής. Ακόμα ο Αλέξανδρος, άρχοντες, λαός.
ΕΚΦΩΝΗΤΗΣ
Στο χρόνο μέσα που έλαβε χώρα η Ολυμπιάδα
που στη σειρά τον αριθμό έχει εβδομηνταένα
επήρε την απόφαση ο Δήμος Αθηναίων
να ονομάσει σήμερα Πρόξενο κι Ευεργέτη
το βασιλιά Αλέξανδρο για τις υπηρεσίες
που ως τώρα πρόσφερε αυτός στων Αθηνών την πόλη.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΟΓΔΟΟ
Χρόνος: 480 π. Χ.
Τόπος: Τέμπη, στρατόπεδο των ελλήνων περιμένοντας τους Πέρσες.
(Ο Αλέξανδρος, που υποχρεωτικά αλλά τυπικά μόνο συμπράττει με τους Πέρσες, ειδοποιεί με αποσταλμένους του τους Έλληνες, που η δύναμή τους ανέρχεται σε δέκα χιλιάδες, για τα σχέδια των Περσών και τους σώζει από βέβαια πανωλεθρία)
Πρόσωπα: Ευένετος, αρχηγός των Σπαρτιατών.
Θεμιστοκλής, ο αρχηγός των Αθηναίων
Φρουρός του στρατόπεδου των Ελλήνων
Α' Μακεδόνας στρατιώτης (Α' ΜΣ)
Β' Μακεδόνας στρατιώτης (Β'ΜΣ)
Ευένετος
Κι η σημερνή επέρασε η μέρα και οι Πέρσες
ακόμα ξεκουράζονται. Τι περιμένουν τάχα;
Γιατί αφήνουν τον καιρό άπρακτα να περνάει
αφού το ξέρουν πως εμείς όσο περνάει ο χρόνος
περσότεροι γινόμαστε και πιο καλά όσο πάει
την άμυνα οργανώνουμε και την αντίστασή μας;
Θεμιστοκλής
Ας κάθoνται όσο θέλουνε. Εμείς τους καρτερούμε.
Τι άλλο παρά ο φόβος τους άπρακτους τους κρατάει...
Το Μαραθώνα φαίνεται θα 'χουνε στο μυαλό τους.
Όμως ας είμαστε έτοιμοι και ας αργούν εκείνοι.
Ό,τι να κάνουν από δω μονάχα θα περάσουν.
Μπορούμε να 'μαστε ήσυχοι. Η εμπροσθοφυλακή μας
τοξότες έχει διαλεχτούς κι όταν αρχίσει ο Ξέρξης
να μπαίνει μέσα στα στενά θα τον περποιηθούνε.
Ευένετος
Ναι, είν' πολλοί, μα σίγουρα τους έχουμε στο χέρι.
Μας ευνοούνε τα στενά. Και είν' εδώ μαζί μας
το ιππικό των Θεσσαλών. Αυτοί θα πετσοκόψουν
όσους γλιτώσουν από μας. Είχαν καλή ιδέα
οι Πρόβουλοι που γι άμυνα διαλέξανε τα Τέμπη.
Από τη μια κι οι Θεσσαλοί μαζί μας πολεμάνε
κι από την άλλη εκείνοι που, αλλιώς, θα εμηδίζαν.
Τώρα, σα δουν τη νίκη μας θα μας ακολουθήσουν.
Θεμιστοκλής
Ναι. Δίχως άλλο ήτανε ωραία η εκλογή τους...
Ξέρεις τι σκέψη τώρα δα Ευένετε έχω κάνει;
Ευένετος
Δεν ξέρω, ούτε αν έψαχνα θα μπόρεια να την έβρω.
Οι σκέψεις οι αθηναϊκές πολύ με δυσκολεύουν.
Θεμιστοκλής
Να! Τώρα στέκουμε κι οι δυο εδώ αγκαλιασμένοι
κι έτοιμοι να χτυπήσουμε τον Ξέρξη. Μα σα φύγει
σε κάποιο άλλο πέρασμα μπορεί εγώ να είμαι
από τη μια, κι εχθρός μου συ να είσαι από την άλλη,
Όπως δα γίνονταν και πριν...
Ευένετος
Αγαπητέ μου φίλε
το αίμα που το λούλουδο θρέφει της αρετής μας
αυτό και της διχόνοιας μας θεριεύει το αγκάθι.
Μα είν' αυτό το αίμα μας που Έλληνες μας κάνει.
Απόψε ας δούμε μοναχά κείνο που μας ενώνει.
(Χτύποι στην πόρτα. Μπαίνει ο φρουρός)
Φρουρός
(στο Θεμιστοκλή)
Δύο στρατιώτες στρατηγέ φτάσανε, Μακεδόνες
που μήνυμα κομίζουνε, λένε, του βασιλιά τους.
Θεμιστοκλής
Οι Μακεδόνες; Μήνυμα; Φέρ’ τους αμέσως μέσα.
(βγαίνει ο φρουρός)
Ευένετος
Οι Μακεδόνες στο πλευρό του Ξέρξη πολεμάνε.
Θεμιστοκλής
Αν του 'φερναν αντίρρηση θα τους ετσάκιζε όλους.
Ευένετος
Τον ξέρεις τον Αλέξανδρο. Του 'χεις εμπιστοσύνη;
Θεμιστοκλής
Έλληνας είναι, δεν μπορεί να θέλει το κακό μας.
Ευένετος
Οι δωρικοί τ' αδύνατα μπορούν να καταφέρουν.
Θεμιστοκλής
Πρόξενος κι Ευεργέτης μας είναι. Και μέρος πήρε
και σα δρομέας νίκησε σε μιαν Ολυμπιάδα.
(μπαίνει ο φρουρός με τους δύο Μακεδόνες στρατιώτες)
Α΄ΜΣ
Του μακεδόνα βασιλιά είμαστε αποσταλμένοι
και μήνυμα στους Έλληνες φέρνουμε από κείνον.
Ευένετος
Δεν πολεμάει ενάντια μας με σύμμαχο τον Ξέρξη;
Α'ΜΣ
Ναι, του 'τανε αδύνατο αντίθετα να κάνει.
Ευένετος
Πώς καταφέρατε κρυφά να 'ρθείτε από τους Πέρσες;
Α'ΜΣ
Είναι η γη μας κι άγνωστη πέτρα για μας δεν είναι.
Θεμιστοκλής
Και ποιο είναι το μήνυμα ο Αλέξανδρος που στέλνει;
Β'ΜΣ
Μας είπε να μιλήσουμε στους στρατηγούς μονάχα.
Θεμιστοκλής
Στους στρατηγούς Θεμιστοκλή κι Ευένετο μιλάτε.
Α'ΜΣ
Ο Ξέρξης ξέρει πως εσείς εδώ τον καρτεράτε,
ανάμεσα Όσσας κι Όλυμπου, και άλλαξε το σχέδιο.
Θα κινηθεί ως την ορεινή πάνω Μακεδονία
και από κει των Περραιβών τη χώρα θα διασχίσει
στη Θεσσαλία για να βρεθεί από την πόλη Γόννο.
Ύστερα κατεβαίνοντας μέσα στη Θεσσαλία
στα νώτα σας θα σας εβγεί και θα σας αφανίσει.
Και κουβαλάει αρίθμητους άντρες μαζί του ο Ξέρξης.
Σε κάθε χώρα που περνάει παίρνει μαζί του κι άλλους.
Ο βασιλιάς μας τους μετρά στα δυο εκατομμύρια
και σας καλει να φύγετε-μόνο έτσι θα σωθείτε.
Ευένετος
Πότε θα γίνει πράξη αυτό το νέο του Ξέρξη σχέδιο;
Α'ΜΣ
Απόψε κιόλας. Κίνησε τα πρώτα τμήματά του.
Ευένετος
Και του στρατού των βάρβαρων το ηθικό πώς είναι;
Α' ΜΣ
Βαρβαρικό. Αγωνίζονται μονο με το μαστίγιο.
Θεμιστοκλής
Ευχαριστούμε που ήρθατε. Φεύγετε πάλι πίσω;
Α'Μ”
Ναι. Πρέπει πίσω να 'μαστε προτού η αυγή χαράξει.
Θεμιστοκλής
Να πείτε στον Αλέξανδρο πως τόνε χαιρετάει
ο φίλος του ο Θεμιστοκλής.
Α'ΜΣ
Θα του το πούμε. Γεια σας.
(χαιρετούν και βγαίνουν)
Ευένετος
Να φύγουμε. Αν μείνουμε χαμένοι είμαστε όλοι.
Θεμιστοκλής
Και πεθαμένοι θα 'μαστε άχρηστοι στην πατρίδα.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΝΑΤΟ
Χρόνος: 479 π. Χ.
Tόπος: Αθήνα, σπίτι του Αριστείδη
(Ο Αλέξανδρος κομίζει στους αθηναίους προτάσεις του Μαρδόνιου. Tο γεγονός εκμεταλλεύονται οι Αθηναίοι ώστε με τη σύμπραξη του Αλέξανδρου να αναγκάσουν τους Σπαρτιάτες να δεχτούν να συμμετάσχουν σε άμυνα πάνω από τον Ισθμό. Και το πετυχαίνουν)
Πρόσωπα
Αριστείδης, Αλέξανδρος.
Αριστείδης
Πες μου λοιπόν Αλέξανδρε, τι νέα καλά μας φέρνεις;
Αλέξανδρος
Αφού τα νέα των Περσών φέρνω, καλά δεν είναι.
Με στέλνει ο Μαρδόνιος. Ξέρει πως από χρόνια
Πρόξενος κι Ευεργέτης σας είμαι. Κι αντί με τούτο
πολύ να μη με συμπαθεί,να που μου αναθέτει
να φέρω τις προτάσεις του εγώ σε σας. Μου μοιάζει
απελπισίας απόφαση να 'ν’ η απόφασή του.
Αριστείδης
Όπως και να 'ναι είναι χαρά για μένα να σε βλέπω.
Λέγε λοιπόν τα νέα σου.
Αλέξανδρος
Αν, λέει, θα μηδίστε,
πολλά καλά η πόλη σας θα δει από τους Πέρσες.
Όποια έκαναν καταστροφή διπλά θα την πληρώσουν.
Τα μέρη που σας πάρθηκαν θα σας δοθούνε πάλι
και όσα νέα θέλετε θα τα 'χετε αμέσως.
Αριστείδης
Σε μας, όχι Αλέξανδρε, δε σ’ έστειλε ο Μαρδόνιος
μα οι θεοί σε στείλανε. Μας έρχεσαι στην ώρα
για να βοηθήσεις σοβαρά τους φίλους σου Αθηναίους.
Μα πες μου πρώτα πώς εσύ τα πράγματα τα βλέπεις.
Αλέξανδρος
Στρατό πολύν έχει μαζί. Και συ αυτό το ξέρεις.
Όμως αφότου έφυγε ο Ξέρξης στην Περσία
τους τσακωμούς αρχίνισαν οι Πέρσες. Ο Μαρδόνιος
δε φαίνεται πως ικανός είναι να τους μαζέψει.
Ο Ξέρξης έχει υποσχεθεί να κάνει το Μαρδόνιο,
όταν αυτή κατακτηθεί, σατράπη της Ελλάδας.
Όμως και ο Μεγάβαζος θέλει αυτή τη θέση
και κατά βάθος εύχεται ο Μαρδόνιος ν' αποτύχει.
Η Σαλαμίνα ύστερα, μα και ο Μαραθώνας
έχουνε κόψει τα φτερά σ' όλους τους-σας φοβούνται.
Αριστείδης
Έτσι όντας η κατάσταση τι συμβουλή μας δίνεις;
Αλέξανδρος
Τι με ρωτάς; Τι να σας πω μπορώ παρά : χτυπάτε!
Αν, Αριστείδη, δίνατε και σεις νερό και χώμα
κανένας πλέον δεν μπορεί τους Πέρσες ν' ανακόψει.
Σβήνουν οι ελπίδες των λαών που ζουν κάτω από κείνους
γιατί αν εκεί ριζώσουνε ποιος τότε θα τους διώξει;
Από την άλλη ξέρω πως, αν πάλι νικηθούνε
θα φύγουνε και πάλι πια ποτέ δε θα ξανάρθουν.
Ένα μου μένει να σου πω μόνο λοιπόν: χτυπάτε.
Αριστείδης
Ωραία τούτα που μου λες. Πάλι από τη μεριά μου
ξέρω πως είναι το ηθικό ακμαίο των Ελλήνων.
Οι μέχρι τώρα νίκες μας τους έχουνε φτερώσει.
Δε βλέπω πώς θα γίνονταν τώρα να νικηθούμε.
Μα έχουμε ένα πρόβλημα. Κι αυτό ’ναι οι Σπαρτιάτες.
Υπολογίζοντας αυτοί μόνο τη Σπάρτη, θέλουν
να οχυρώσουν τον Ισθμό κι εκεί να πολεμήσουν.
Όμως τελείως ακάλυπτη μένει η Αθήνα έτσι
κι η Ελλάδα η υπόλοιπη. Το σχέδιο το δικό μας
την προτιμάει τη σύγκρουση μέσα στη Βοιωτία.
Όμως αυτοί εκβιάζουνε. Και δε δεχόνται λένε
συζήτηση γι αυτό καμιά. Τώρα θ' αλλάξουν όμως.
Αλέξανδρος
Λες οι προτάσεις που 'φερα γι αυτό αιτία θα 'ναι
ώστε να γείρει η πλάστιγγα στο μέρος το δικό σας;
Αριστείδης
Έτσι ακριβώς. Και να το πώς θα πρέπει αυτό να γίνει:
Να μάθουν θα φροντίσουμε, τάχατες άθελά μας
πως ήρθες φέρνοντας σε μας προτάσεις του Μαρδόνιου.
Θα σκεφτούν να μηδίσουμε πως μπορείς να μας πείσεις
κι απ' τον τέτοιο το φόβο τους θα διαθέσουν δυνάμεις
γι αγώνα πάνω απ' τον Ισθμό. Γιατί-για σκέψου αλήθεια-
χωρίς το στόλο μας, χωρίς την άλλη την Ελλάδα
ως πότε θα βαστάζανε κι εκείνοι μοναχοί τους;
Μα η δική σου πάλι εδώ χρειάζεται βοήθεια.
Στην Εκκλησία Αλέξανδρε του Δήμου όταν μιλήσεις
κάνε ακαταμάχητες να μοιάζουν οι προτάσεις
που ο Μαρδόνιος έστειλε στους Αθηναίους με σένα.
Κι ακόμα όταν με κεινούς τα λόγια θα τελειώσεις
τότε σα φίλος μας και συ εκτίμηση θα κάνεις
για την κατάσταση, και μια θα δώσεις τάχα γνώμη
δική σου-και σα να 'σουνα ένας από τους πέρσες,
θέλω να πεις τ' αντίθετα απ' αυτά που πριν μου είπες.
Πρόξενος κι Ευεργέτης μας είσαι, κι απ' το δικό σου
το στόμα αν τέτοιες συμβουλές ακούσουν να μας δίνεις,
θα πούνε ότι παίζονται όλα για όλα τώρα
και δε νομίζω στο κουτό σχέδιό τους να επιμείνουν.
Αλέξανδρος
Όμως θα γίνω πιστευτός;
Αριστείδης
Σίγουρα ναι. Κι εξάλλου
με τρόπο θ' αντιδράσουμε τέτοιον εμείς, που όλο
το θέατρό μας πειστικό να φαίνεται θα κάνει.
Μα πρέσβεις ως να στείλουνε οι Σπαρτιάτες στην Αθήνα,
ο ήλιος κάμποσες φορές ακόμα θ' ανατείλει
και άλλες τόσες θα κρυφτεί. Γι αυτό πες στο Μαρδόνιο
πως οι Αθηναίοι σκέφτονται στα σοβαρά το θέμα
και θέλουν τους συμμάχους τους να δουν πριν απαντήσουν.
Τώρα λοιπόν Αλέξανδρε, ώσπου να έρθει η ώρα
στην Εκκλησία για όλ' αυτά του Δήμου να μιλήσεις,
απόλαυσε όσο μπορείς όποιες τιμές σου γίνουν
από αυτές που η πόλη μας, γυρεύοντας να δείξει
πόσο πολύ σ' αυτούς μετρά και τους υπολογίζει.
σε φίλους και Προξένους της απλόχερα μοιράζει.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ
Χρόνος: 479 π. Χ.
Τόπος: Πλαταιές, στρατόπεδο των Ελλήνων
( Ο °Αλέξανδρος πηγαίνει ο ίδιος νύχτα έφιππος στο ελληνικό στρατόπεδο και ειδοποιεί τους Έλληνες για την απόφαση του Μαρδόνιου να επιτεθεί αιφνιδιαστικά.).
Πρόσωπα: Α' στρατιώτης έλληνας (Α' Σ), Β' στρατιώτης έλληνας(Β΄ Σ), Αλέξανδρος. Άλλοι στρατιώτες
Α΄Σ
Καθηλωμένοι είμαστ' εδώ για δέκα μέρες τώρα.
Η Αθήνα μας για δεύτερη τώρα φορά καμένη.
Άκαρπα τα χωράφια μας για τρίτο χρόνο πάνε.
Ό,τι είχε από τα ιερά της πόλης απομείνει
γκρεμίστηκε κι ένας σωρός ερείπια έχει γίνει.
Οι Αθηναίοι εξόριστοι πάλι στη Σαλαμίνα...
Ως τώρα περιμέναμε να 'ρθούνε οι Σπαρτιάτες-
εκείνοι όμως ήρθανε-τι καρτερούμε ακόμα;
Β΄Σ
Δεν ξέρω, αλλά φαίνεται ότι αργεί ακόμα
για κάποιον να 'ρθει η συφορά-γιατί για κάποιον θα 'ναι
η μάχη ετούτη συφορά-εδώ κρίνονται όλα.
Ή μ' ένα φύσημα μας σβηουν έτσι μισοσβησμένους,
είτε με μιαν αναλαμπή της σιγανής φωτιάς μας
θα κατακάψουμε όλους τους: Μαρδόνιο, Μήδους, Πέρσες...
Α΄Σ
Μακάρι να γινότανε αυτό που δεύτερο είπες.
Όμως φοβάμαι. Η φριχτή ετούτη η ηρεμία
μ' όλα συντρίμμια γύρω μας, τάφου σιωπή μου μοιάζει.
Β΄Σ
Λένε ο χρόνος αν περνά καλό για μας πως είναι.
Γιατί όλο και περσότεροι γινόμαστε-έτσι λένε.
Α΄Σ
Μη λογαριάζεις αριθμούς, ψυχές μονάχα μέτρα.
Όμως απόψε έχετε μια λιγότερη με μένα...
Ο Παυσανίας άραγε τι να 'χει στο μυαλό του;..
Β΄Σ
Αυτή την ώρα τίποτα. Σίγουρα θα κοιμάται.
Α΄Σ
Λένε πως είναι ο πιο καλός από τους στρατηγούς μας.
Β΄Σ
Και γιατί κάθεται αργός;
Α΄Σ
Άκου! Άκουσες κάτι;
Β΄Σ
Θα 'ναι τα φύλλα που ριγούν στης νύχτας το αγιάζι...
Α΄Σ
Θεοί! Ας τον αρχίζανε τον πόλεμο πια τώρα
κι ας ήμουν ένας μοναχά μέσα σε χίλιους Πέρσες.
Έτσι όπως βαρυστέναχτη έχει η ψυχή μου γίνει
κι όπως το σώμα μου οκνό για μέρες τώρα μένει
όλους θα τους εθέριζα με χτύπημα ένα μόνο.
Μα να! Κάτι ακούγεται...δεν τα 'κουσες και πάλι;
Β΄Σ
Ναι...κάπου σαν απόμακρα ένα άτι να καλπάζει...
Α΄Σ
...που πλησιάζει όσο πάει...κάλεσε το Φυλάκιο!
(Ο Β' στρατιώτης φεύγει τρέχοντας. Μόνος)
Από το μέρος του εχθρού εν' άλογο μονάχα
να 'ναι μπορεί χειρότερο απ' ολόκληρη μιαν ίλη.
Μα και μπορεί κάτι καλό να φέρνει-ποιος να ξέρει...
ό,τι και να 'ναι ας ερθεί, κάτι καινούργιο θα 'ναι.
(έρχεται ο Β' στρατιώτης φέρνοντας άλλους έξη μαζί του)
Εδώ οι μισοί! μισοί από κει...βιαστείτε!
(στον ιππέα που στο μεταξύ φτάνει)
Αλτ! Ποιος είσαι;
Αλέξανδρος
Έλληνας.
Α΄Σ
Πες μας όνομα!
Αλέξανδρος
Τ' όνομα δεν το λέω!
Α΄Σ
Και από πούθεν έρχεσαι;
Αλέξανδρος
Από τους Πέρσες μέσα.
Α΄Σ
Προχώρησε σιγά σιγά και μ' αδειανά τα χέρια!
(Ο Αλέξανδρος προχωρεί. Τον κυκλώνουν οι στρατιώτες)
Μίλα!
Αλέξανδρος
Σε σας έχω να πω τούτο μονάχα-πρέπει
τους Έλληνες τους στρατηγούς να δω-πέστε τους να 'ρθουν-.
τον Θύρσο, τον Καλλίμαχο, τον Ίωνα, το Μόσχο,
τον Κράνη και τον Ίππαρχο. Να μου τους φέρτε όλους.
Α΄Σ
Μιλάς σα να τους γνώριζες. Τους ξέρεις;
Αλέξανδρος
Ναι, τους ξέρω.
Κι ειδήσεις φέρνω που σ' αυτούς θα τις ειπώ μονάχα.
Βιαστείτε να τους φέρετε γιατί περνάει η ώρα.
Α΄Σ
Τραβάτε ό,τι ακούσατε στους στρατηγούς να πείτε.
(στον Αλέξανδρο πηγαίνοντας πίσω του)
Τράβα μπροστά!
ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Χρόνος: μισή ώρα αργότερα
Τόπος: Φυλάκιο ελληνικού Στρατόπεδου
(Τι είπε ο Αλέξανδρος στους στρατηγούς)
Αλέξανδρος
Τα λόγια που από μένανε θ' ακούστε απόψε
δε θα τα πείτε αλλού παρά μόνο στον Παυσανία.
Σε κείνον μόνο-σ' άλλονε κανέναν ούτε λέξη
για να μην έτσι πάρετε και μένα στο λαιμό σας.
Γιατί δε θα σας τα 'λεγα ενδιαφέρον αν δεν είχα
για την Ελλάδα, κι Έλληνας ο ίδιος αν δεν ήμουν.
Και την Ελλάδα υπόδουλη να την ιδώ δε θέλω.
Οι μέχρι τώρα που έκανε ο Μαρδόνιος θυσίες
ευνοϊκές δεν ήτανε-γι αυτό και μέχρι τώρα
δεν αποφάσιζε αυτός τον πόλεμο ν' αρχίσει.
Μα τώρα πήρε απόφαση να πάψει τις θυσίες'
κι αυτό νομίζω επειδή φοβάται αν αργήσει
πως όλο πιότερους εσείς στρατιώτες θα μαζέψτε.
Λοιπόν αφού το μάθατε, τώρα ετοιμαστείτε.
Αλλά κι αν ο Μαρδόνιος τη μάχη αναβάλει,
γοργά να τον προσμένετε και πάλι, γιατί μόνο
τρόφιμα έχει που αρκετά για δυο μέρες είναι.
Αυτά είχα φίλοι στρατηγοί σε σας να πω απόψε.
Και είμαι ο Αλέξανδρος εγώ, ο Μακεδόνας.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Χρόνος: Πιθανώς 476 π. Χ.
Τόπος: Αθήνα, Εκκλησία του Δήμου
(Απονομή του τίτλου του Πολίτη της Αθήνας στον Αλέξανδρο από το Δήμο της Αθήνας. Τα λόγια του εκφωνητή)
Πρόσωπα: Εκφωνητής. Αλέξανδρος, άρχοντες, λαός.
Εκφωνητής
Τον ίδιο χρόνο που έλαβε χώρα η Ολυμπιάδα
που στη σειρά τον αριθμό έχει εβδομηντατρία,
επήρε την απόφαση ο Δήμος της Αθήνας
τον τίτλο του Επίτιμου Πολίτη ν' απονείμει
της πόλεως των Αθηνών, στον άξιο βασιλέα,
τον Μακεδόνα Αλέξανδρο, για να τόνε τιμήσει
για όσες πρόσφερε καλές στην πόλη υπηρεσίες
στον πόλεμο που ενάντια εμείς εκάναμε στους Πέρσες.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Χρόνος: 468 π.Χ.
Τόπος: παλάτι του Αλέξανδρου
(Ο Αλέξανδρος προσφέρει άσυλο σε πάνω από τον μισό πληθυσμό των Μυκηνών, που εκδιώχτηκαν από την πόλη τους από τους Αργείους)
Πρόσωπα: Αλέξανδρος, υπασπιστής του.
Υπασπιστής
Απ’ της Μυκήνας ήρθανε τα μέρη αποσταλμένοι
και σου ζητάνε βασιλιά, να τους δεχτείς στη χώρα
γιατ' οι Αργείοι τους έδιωξαν, κι από την άλλη Ελλάδα
κανένας δεν τους δέχεται. Θα ναι ως τρεις χιλιάδες.
Αλέξανδρος
Μακάρι να 'ναι δεκατρείς. Έλληνες μόνο να 'ναι.
Αλλά ποιος το περίμενε οι γενναίοι Μυκηναίοι
που από τους πρώτους ήτανε στους Περσικούς Πολέμους
πως από τους μηδίσαντες θα διώχνονταν Αργείους;
Μπορείς εσύ να πεις γιατί πιστέ υπασπιστή μου;
Υπασπιστής
Αλλάζουνε τα πράγματα στον κόσμο βασιλιά μου
και πάντοτε δε βρίσκουνε οι προδότες τιμωρία.
Και πάλι πώς ολόκληρο λαό να τιμωρήσεις;
Αλέξανδρος
Δίκιο έχεις. Πρέπει δύναμη να 'χεις για να το κάνεις.
Και πότε εδώ οι δύστυχοι μας φτάνουν Μυκηναίοι;
Υπασπιστής
Το λόγο σου περίμεναν.-σε λίγες μέρες φτάνουν.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Χρόνος: 456 π. Χ.
Τόπος: παλάτι του Αλέξανδρου
(συνομιλία του με τον ιστορικό Ηρόδοτο)
Πρόσωπα: Ηρόδοτος, Αλέξανδρος
Ηρόδοτος
Έχω στο νου Αλέξανδρε να γράψω ένα βιβλίο
που μέσα του να ιστορεί τα έργα των Ελλήνων
στον πόλεμο που έκαναν στους βάρβαρους ενάντια.
Πώς βρίσκεις την ιδέα μου;
Αλέξανδρος
Είναι καλή ιδέα.
Οι έλληνες κι οι βάρβαροι...Η Ασία κι η Ευρώπη,,,
Κροίσος κι ΟΙ Έλληνες αρχή, μετά Έλληνες και Κύρος...
μετά Δαρείος κι Έλληνες...κι αύριο τι ποιος ξέρει...
Πάλη δυο κόσμων. Μοναχά τα ονόματα διαφέρουν.
Μεγάλος θα 'ναι ο κόπος σου. Πού θα 'βρεις τα στοιχεία;
Ηρόδοτος
Να πάω αποφάσισα κι όλα να δω τα μέρη
και να ρωτώ και να κοιτώ. Έτσι πολλά θα μάθω.
Ο πρώτος είσαι ο Έλληνας που βλέπω-έχω έρθει
για να μου πεις κι εσύ αυτά που έζησες και ξέρεις.
Αθήνα. Σπάρτη, κάτω εκεί δεν έχω πάει ακόμη.
Ήρθα σε σένα, πιο κοντά που σ' έχω από κείνους.
Αλέξανδρος
Γι αυτό ή μήπως πέρασες πρώτα να δεις εμένα
γιατί ίσως δε θα μ΄ έβρισκες αργότερα αν ερχόσουν;
Ηρόδοτος
Δε σου το κρύβω, πέρασε κι αυτό από το μυαλό μου.
Από την άλλη τη μεριά, σού εύχομαι να ζήσεις
όσο μπορούν οι άνθρωποι περσότερο να ζήσουν.
Άνθρωποι που 'χουν έγνοια τους μονάχη την Ελλάδα
είναι πολύτιμοι.
Αλέξανδρος
Αυτή, ζωή στα όνειρά μας
θα έδινε αν οι έλληνες γινόνταν να ενωθούνε.
Ηρόδοτος
Αλήθεια, μέλλον χωριστά δεν έχουνε οι πόλεις.
Πρέπει ένα χέρι στιβαρό να τις αδράξει όλες
και να τις πάει στα ψηλά, τρανά τους πεπρωμένα.
Γι αυτό κι η Ιστορία μου δε θα 'ναι Ιστορία
της κάθε πόλης χωριστά, μα όλης της Ελλάδας.
Και μύθους δε θα γράψω εγώ για κάθε μία πόλη,
μα ό,τι τώρα έγινε-στα χρόνια τα δικά μας.
Γι αυτό κι ήρθα να σε βρω: θέλω από σε ν' ακούσω
το τ' είπες και τι έκανες, τι έζησες, τι είδες...
Κι ό,τι μου πεις, κι άλλους αφού ρωτήσω για τα ίδια,
έτσι στο τέλος μια σωστή γνώμη για όλα θα 'χω.
Αλέξανδρος
Ρώτα ό,τι θες-αλλ' αν βαθιά μέσα μου ψάξεις, θα 'βρεις
μια πίκρα, που έλληνας εγώ, είμαι μακριά απ' τα κλέη
της άλλης της Ελλάδας μου, του Νότου.
Ηρόδοτος
Έχεις κάνει
βήματα όμως ζηλευτά. Διπλή την έχεις κάνει
τη χώρα σου, πιο δυνατή και πιο ευτυχισμένη.
Κι όπως μαθαίνω από πολλούς, και η Ελλάδα η άλλη
σ' υπολογίζει πιο πολύ από τα πριν. Ποιος ξέρει
αν κάποια μέρα δε γενεί αυτή η δική σου χώρα
το χέρι στον ελληνισμό φτερά που θα φυτρώσει ...
Αλέξανδρος
Φίλε μου, ας είσαι και μικρός, πάει μακριά η ματιά σου.
Ναι, η Ελλάδα έφτασε στα ύψη-θα τη βρούμε
ή ανεβαίνοντας εμείς ή όταν ανεβούμε.
Τότε κι οι δυο μας με σφιχτά δεμένα μας τα χέρια
θα πάρουμε το ελληνικό το Πνεύμα και θα πάμε
για να φωτίσουμε μ' αυτό την Οικουμένη όλη.
ΑΝΟΙΓΜΑ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Χρόνος: 454 π. Χ.
Τόπος: Παλάτι του Αλέξανδρου
(Θάνατος του Αλέξανδρου)
Πρόσωπα: Αλέξανδρος, Ελλάδα
Αλέξανδρος
(στο κρεβάτι, ετοιμοθάνατος)
Έλληνες διώχνουν έλληνες. Έλληνες πολεμούνε
σ' άλλους ενάντια Έλληνες. Έλληνες εξορίζουν
ήρωες σαν το Θεμιστοκλή. Και πάει αυτός να ζήσει
στους Πέρσες. Και του δίνουνε κατάλυμα εκείνοι.
Κρατίδια που θανάσιμα μισούνται ανάμεσό τους...
Γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Γιατί το αίμα δύναμη τόσην εντός του να 'χει;
Γιατί να είναι η ζήση μου αχάλαστα δεμένη
με της Ελλάδας τη ζωή; Γιατί αγκαλιασμένες
Μακεδονία κι Ελλάδα εγώ να δω μια μέρα θέλω;
Γιατί δε θέλω χώρια της να ζω στον κόσμο μέσα
παρά δίπλα στ' αδέρφια μου ήθελα πάντα να 'μαι;
Γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Γιατί αφού κάθε σκέψη μου, κάθε αναπνοή μου-
γιατί αφού κάθε μου όνειρο για την Ελλάδα ήταν-
γιατί η ψυχή μου να διψάει ακόμα για Ελλάδα;
Ελλάδα μου απαλόφτερο Πουλί της Οικουμένης,
Ελλάδα Μήτρα καρπερή για κάθε Πόνο μέγα,
Κρουνέ δροσέ στην Έρημο της ξερικής μου Ζήσης,
Πλοίο αργοτάξιδο μεστό Μαλάματα κι Ασήμι,
Αγάπη απ' όλες πιο γλυκιά κι απ' όλες πιο μεγάλη,
Ποτηρι κρύσταλλο μ' Ανθούς γεμάτο μυρωμένους,
Βράχε πικρέ, Βράχε γλυκέ, Βράχε λιοδοξασμένε,
Βαρκούλα ολοζώντανη στη Νέκρα του Πελάγου-
γιατί η ψυχή μου να διψά για σένανε ακόμα;
Και πότε η δίψα της αυτή θα σβήσει; Ω! Ελλάδα!
Έλα και τούτη την ψυχή μες στην ψυχή σου κλείσε.
Έλα και δος μου ό,τι από με συ έχεις στερημένο...
(Σιωπή. Γέρνει το κεφάλι κουρασμένος. Μπαίνει η Ελλάδα)
Ελλάδα
Είμαι κοντά σου Αλέξανδρε. Με γύρεψες και ήρθα.
Αλέξανδρος
Δε φανταζόμουνα ποτέ πως θα 'σαι τόσο ωραία!
Ελλάδα
Είμαι όσο ωραία μ' έπλασες στο λογισμό σου μέσα.
Αλέξανδρος
Του λογισμού μου γέννημα; Μόνο αυτό είσαι τάχα;
Ελλάδα
Είμαι το Φως στα σκότη εγώ. Και είμ’ εγώ τ’ Ωραίο
μες στην ασχήμια της ζωής. Είμαι η ψυχή του κόσμου.
Είμαι το Πνεύμα λεύτερο στα χάη που πλανιέται.
Είμαι το γλυκοχάραμα μετά από κρύα νύχτα.
Και είμ' εγώ η άναρχη. Και είμαι η αιωνία.
Και είμ' εγώ Αλέξανδρε η πατρίδα του ανθρώπου.
Αλέξανδρος
Παιδί της ωραιότερης λοιπόν πατρίδας είμαι;
Ελλάδα
Της μόνης είσαι Αλέξανδρε. Όσοι σε μέ δε ζούνε
δυστυχισμένοι χάνονται κι απάτριδες πλανιούνται.
Αλέξανδρος
Παρ' τους μαζί σου! Κάνε τους πολίτες σου και κείνους.
Ελλάδα
Εγώ ποτέ Αλέξανδρε δεν παίρνω. Υπάρχω μόνο.
Εκείνοι πρέπει να με βρουν και να 'ρθουνε κοντά μου.
Εκείνοι πρέπει ολοζωής για ’μέ ν’ αγωνιστούνε
όπως εσύ αγωνίστηκες' και όταν με κερδίσουν,
τότε παιδιά μου όπως εσέ τους λέω και τους κλείνω
βαθιά μες στην αγκάλη μου και στη χαρά μου μέσα.
Αλέξανδρος
Τη χώρα μου η αγκάλη σου μπορεί να τη χωρέσει;
Ελλάδα
Ελλάδα και Μακεδονία, θα ’ρθεί Αλέξανδρε μια μέρα
να δώσουν σάρκα και οστά σ' ό,τι εσύ ωνειρεύτης.
παιδιά μου ολάξια κι αυτά, μια μέρα θα ξανοίξουν
μπροστά σε μάτια έκπληκτα το φως και την αλήθεια,
δρόμους πλατιούς ανοίγοντας σε μέ που θα οδηγάνε.
Και συ, στου δρόμου του πικρού τ' ολόγλυκο το τέρμα
θα στέκεις ολοφώτεινος και θα καλωσορίζεις
τους νέους φίλους μας καθώς εγώ εσένα τώρα.
Αλέξανδρος
Πάντοτε να 'μαι ήθελα μαζί σου. Ήρθε η ώρα;
Ελλάδα
Ήρθε Αλέξανδρε. Μαζί για πάντοτε οι δυο μας.
(Ο Αλέξανδρος γέρνει άψυχο το κεφάλι. Η Ελλάδα τον πιάνει από το χέρι. Ένα φωτεινό είδωλο όμοιο με τον Αλέξανδρο σηκώνεται από το κρεβάτι και μαζί και η Ελλάδα βγαίνουν αργά κοιτάζοντας μπροστά τους πέρα-μακριά).
Α Υ Λ Α Ι Α
ΣΤΗΝ ΠΙΚΡΗ
Μέσα στην ησυχία
θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ' τον καφέ του.
Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας
εμπήκε στο φλιτζάνι του
και κει ότι τα μάγια του δουλεύει.
Και λέγοντας αυτό
θα ξέφευγε από το απίστευτο να πει
ότι ακούει τα βιαστικά κι ανάλαφρα-
τα μυστικά πατήματα της ζάχαρης
καθώς μες στον καφέ του τον πικρό διαλύεται.
Απίστευτο γι αυτόνε όχι-γιατί αυτός
ολημερίς μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαίνοντάς τηνε διαχύνεται ζωή του.
ΓΙΩΡΓΗ ΧΟΛΙΑΣΤΟΥ
Ο ΗΣΙΟΔΟΣ ΣΤΑ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ
Εσείς που τα τραγούδια σας χαρίζουνε τη δόξα
ελάτε κι ας ακούσουμε από σας Πιέριες Μούσες
ύμνους για τον πατέρα σας να ψάλλετε το Δία'
τον Δία τον μέγα, που οι θνητοί, γιατί αυτός το θέλει
είναι γνωστοί είτε άγνωστοι, άσημοι ή δοξασμένοι.
Γιατί αυτός τη δύναμη κι εύκολα τήνε δίνει
μα κι εύκολα όποιον δυνατός είναι τόνε συντρίβει.
Και, ο Δίας, που με δύναμη βροντάει και που μονιά του
έχει τα πιο ψηλότερα από τα παλάτια όλα,
κι όποιον αλαζονεύεται μικραίνει μ' ευκολία,
και κείνον που ασήμαντος είναι, τον ανυψώνει'
κι εύκολα ισώνει το στραβό και το θρασύ ζαρώνει.
Εσύ που βλέπεις και ακούς εισάκουέ μου Δία
και κάνε δίκιες και ορθές να 'ναι οι αποφάσεις.
Όσο για με κάποιες θα πω γυμνές στον Πέρση αλήθειες:
ποτέ δεν ήταν Έριδας ένα μονάχα είδος
μα είναι δυο πάνω στη γη. Κι όποιος τη μία νιώσει
τήνε παινεύει' και σκληρά την άλλη κατακρίνει.
Τόσο οι δυο διαφέρουνε. Τον φοβερό η μία
τον πόλεμο η κατάρατη και τη διχόνοια φέρνει
και βέβαια άνθρωπος αυτήν κανένας δεν τη θέλει.
Αλλά σ' αυτήν την Έριδα τιμής μερίδιο δώσαν
η ανάγκη και η θέληση των θεών. Ως για την άλλη
που πρώτη η Νύχτα η σκοτεινή την έχει γεννημένη
την έχει αυτήν του Κρόνου ο γιος που κατοικεί στα ύψη,
του κόσμου ο διαφεντευτής, βαθιά στη γη ριζώσει'
και τον τεμπέλη ακόμα αυτή τον κάνει να δουλέψει.
Γιατί αν πλούσιο δει κανείς κάποιονε, που με ζήλο
πέφτει απάνω στη δουλειά και σπέρνει και οργώνει
και την περιουσία του τηνε νοικοκυρεύει,
τότε και κείνος της δουλειάς θα νιώσει την ανάγκη.
Γιατί ζηλεύει ο γείτονας το γείτονά του εκείνον
που να πλουτίσει προσπαθεί. Κι αυτή ακριβώς η Έρις
είναι καλή για τους θνητούς. Και, Πέρση, στο μυαλό σου
βάλτα όλα τούτα δω καλά ώστε να μη σου παίρνει
απ' τη δουλειά η Έριδα η χαιρέκακη το νου σου
και να σε κάνει όλονε το χρόνο σου να χάνεις
ακούγοντας και βλέποντας στην αγορά καυγάδες.
Καιρό δεν έχει για παρέες και για καυγάδες κείνος
που μες στο σπίτι του άφθονο στην ώρα του κομμένο
για να περάσει τη χρονιά δεν έχει αποθηκέψει
το στάρι που μας δίνει η γη, της Δήμητρας το σπόρο.
Έχε τον άφθονον αυτόν και ύστερα ν' αρχίζεις
τις έχθρες και τους τσακωμούς για περιουσίες άλλων
Μα ευκαιρία δεύτερη όπως αυτή δε θα 'βρεις'
εμπρός λοιπόν! Ας λύσουμε τούτη τη διαφορά μας
χωρίς καιρό να χάνουμε, με μιαν από τις κρίσεις
τις δίκιες που του Δία οι πιο του είναι αγαπημένες.
Βέβαια την κληρονομιά την έχουμε μοιράσει'
αλλά συ άρπαξες πολλά. Τα πήρες και τα πήγες
σαν δώρα στους αχόρταστους τους άρχοντες εκείνους
που στέργουν και δικάζουνε με τέτια δικιοσύνη.
Ανόητοι! Δεν ξέρουνε πως το μισό αξίζει
πιότερο από τ' ολόκληρο και ούτε πόση αξία
μέσα του ο ασφόδελος κρύβει και η μολόχα.
Γιατί του τα 'χουνε οι θεοί κρυμμένα όσα ανάγκη
στη ζήση του έχει ο άνθρωπος. Αλλιώς εύκολο θα 'ταν
να 'χεις για όλη τη χρονιά δουλεύοντας μια μέρα,
κι ύστερα να καθόσουνα. Στο τζάκι το τιμόνι
τότε θα κρέμαζες κι εσύ κι ούτε που θα γνοιαζόσουν
αν τα γερά μουλάρια σου ή τα βόδια σου δουλεύουν.
Μα η ψυχή του οργίστηκε και τα 'κρυψε ο Δίας
γιατί τόνε ξεγέλασε ο πανούργος Προμηθέας.
Γι αυτό σχεδίασε δεινά για τους ανθρώπους πάθη
και τη φωτιά τους έκρυψε. Αλλά εκείνος πάλι
του Ιαπετού ο άξιος γιος είναι που από το Δία
την έκλεψε για τους θνητούς σ' ένα καλάμι κούφιο
χωρίς ο Δίας, που χαρά νιώθει να κεραυνώνει
και που βαθιάν έχει βουλή, να τόνε καταλάβει.
Κι ο συννεφοσυνάχτης Ζευς οργή γεμάτος του 'πε:
"Παιδί εσύ του Ιαπετού, που σ' όλα μέσα είσαι
χαίρεσαι που με γέλασες και τη φωτιά μου πήρες,
μ’ αυτή κατάρα και για σε τον ίδιονε θα φέρει
μα και για όσους θα 'ρθουνε μετά γενιές ανθρώπων.
Γιατί σ' αυτούς, για τη φωτιά, ένα κακό θα δώσω
που όλων θα χαίρεται η ψυχή μ' αυτό, αλλά που όμως
την ίδια τους τη συφορά σε κείνο θ' αγκαλιάζουν".
Έτσι ο πατέρας των θεών είπε και των ανθρώπων
και δυνατά εγέλασε. Τον κοσμοξακουσμένο
κατόπι διάταξε Ήφαιστο νερό και χώμα αμέσως
ν' ανακατέψει και μ' αυτό να φτιάξει ένα πλάσμα
κι ανθρώπου μέσα του φωνή και δύναμη να βάλει
και να του δώσει αθάνατης θεάς πρόσωπο να 'χει
και το λαχταριστό κορμί παρθένας νιας κι ωραίας.
Είπε μετά στην Αθηνά δουλειές να τηνε μάθει
και πολυξόμπλιαστο πανί με τέχνη να υφαίνει.
Της Αφροδίτης της χρυσής της είπε να κοσμήσει
με χάρη το κεφάλι της κι ακόμα να της δώσει
τον πόθο τον μαρτυρικό και να της μάθει νάζια
τα μέλη που λιγώνουνε. Και στον αγγελιαφόρο
Ερμή, του Άργου το φονιά διάταξε να της δώσει
πόρνης αδιάντροπη ψυχή και κυνική μια σκέψη.
Έτσ' είπε κι όλοι υπάκουσαν στον άρχοντα το Δία
το γιο του Κρόνου: ο ξακουστός ευθύς ο κουτσοπόδης
από τη γη ένα είδωλο σεμνής παρθένας φτιάχνει
τέτοιο, καθώς η θέληση του γιου του Κρόνου ήταν
κι η λαμπρομάτα η Αθηνά τη ντύνει, τη στολίζει
και οι θεές οι Χάριτες και η Πειθώ η αφέντρα
χρυσά τριγύρω στο λαιμό της βάλανε γιορντάνια
κι οι Ώρες με τα όμορφα μαλλιά, τη στεφανώσαν
με άνθη ανοιξιάτικα. Κι η Αθηνά η Παλλάδα
με όλ' αυτά της στόλισε ωραία το κορμί της.
Κι ο αγγελιαφόρος, ο φονιάς του Άργου, έχει βάλει
το ψέμα μες στα στήθια της και τα γλυκά λογάκια
και το μυαλό το κυνικό, καθώς βουλή του Δία
ήταν του μεγαλόβροντου. Τέλος μιλιά της δίνει
ο αγγελιαφόρος των θεών και τη γυναίκα ετούτη
Πανδώρα την ονόμασε γιατί όλοι όσοι εμέναν
στα Ολύμπια τ' ανάκτορα την είχανε σαν ένα
δώρο που δίνει συφορά χαρίσει στους ανθρώπους
με το ψωμί που τρέφονται. Κι όταν αυτόν το δόλο
τέλειωσε τον αμάχητο και φοβερό ο πατέρας
τον ξακουσμένο το φονιά του Άργου τόνε στέλνει
μαντατοφόρο γρήγορο, να πάει του Επιμηθέα
το θεϊκό το χάρισμα. Κι απ' του Επιμηθέα
διόλου δεν πέρασε απ' το νου τι του 'πε ο Προμηθέας-
δώρο να μην εδέχονταν απ' τον Ολύμπιο Δία
μα πίσω να το γύριζε σ' αυτόν που το 'χε στείλει
μήπως εκείνο συφορά θα 'φερνε στους ανθρώπους'
παρά το δέχτηκε αυτός' και το 'νιωσε μονάχα
όταν τον βρήκε το κακό. Γιατί εζούσαν πρώτα
στη γη επάνω οι άνθρωποι χωρίς κακό κανένα.
Χωρίς τα μαύρα βάσανα και τις κακές αρρώστιες
που στους ανθρώπους φέρανε το θάνατο. Μα όμως
έπιασε με τα χέρια της και σήκωσε η γυναίκα
το κούπωμα του πιθαριού το μέγα, Kι όλα εκείνa
τα σκόρπισε, και θλιβερές απόλυσε έτσι έγνοιες
για τους ανθρώπους. Έμεινε μονάχη εκεί η ελπίδα
στη φυλακή την άσπαστη μέσα, κατω απ' τα χείλη
του πίθου και δεν πέταξε σαν άνοιξε το πώμα
γιατί πριν βγει ξανάκλεισε το κούπωμα εκείνη
όπως του Δία ήταν βουλή του συννεφοσυνάχτη
και του Αιγιδοκράτορα. Μ' από την άλλη πίκρες
αμέτρητες ανάμεσα γυρνάνε στους ανθρώπους.
Γεμάτη από κακά η γη κι η θάλασσα γεμάτη.
Οι αρρώστιες, άλλες τη νυχτιά ζυγώνουν τους ανθρώπους
κι άλλες τη μέρα, ακάλεστες, και στους θνητούς κομίζουν
κάθε κακό. Και σιωπηλές-γιατί την ομιλία
ο Δίας ο βαθύβουλος παρμένη τους την έχει.
Έτσι κανείς απ' τη βουλή του Δία δεν ξεφεύγει.
Κι αν θέλεις, την περίληψη κι άλλης μιας ιστορίας
σοφά κι ωραία θα σου πω. Και βάλε στο μυαλό σου
ότι κοινή καταγωγή έχουν θεοί κι ανθρώποι.
Και πρώτα πρώτα μια χρυσή γενιά θνητών ανθρώπων
έφτιαξαν οι αθάνατοι του Ολύμπου οι αφέντες.
Αυτό ήταν σα στον ουρανό βασίλευε ο Κρόνος.
Με την ψυχή τους ξέγνοιαστη σαν τους θεούς εζούσαν
κΑι λεύτεροι απ' τα βάσανα κι από τους κόπους ήταν.
Και ούτε τ' άθλια γερατειά τους έβρισκαν, μα πάντα
τα πόδια και τα χέρια τους ολόγερα έχοντάς τα
έξω απ' όλα τα κακά χαρούμενοι γιορτάζαν.
Και πέθαιναν σαν να 'τανε σ' ύπνο παραδομένοι.
Κι είχανε όλα τα καλά. Η γης η ζωοδότρα
μόνη της έδινε καρπό και άφθονο και πλούσιο.
Και κείνοι, πράοι κι ειρηνικοί, και τα πολλά αγαθά τους
και τα έργα τους εχαίρονταν, πλούσιοι και σε κοπάδια,
και στην αγάπη των θεών. Κι όταν αυτό το γένος
το χώμα το εσκέπασε, θέλησε ο μέγας Δίας
και κείνοι πνεύματα θεϊκά γίνανε' κι αγαθοί 'ναι.
Και πάνω βρίσκονται στη γη και τους κοινούς ανθρώπους
τους προφυλάνε απ' το κακό, και για τη δικιοσύνη
φροντίζουνε, και τις κακές τις πράξεις σημειώνουν,
σ' ομίχλης πέπλα έτσι καθώς αυτοί όντας τυλιγμένοι
πλανιούνται πάνω από τη γη. Και δίνουνε τον πλούτο.
κι αυτό 'ναι το βασιλικό προνόμιο που τους 'δόθη.
Δεύτερο γένος, μα πολύ χειρότερο κατόπι,
το ασημένιο πλάσανε του Ολύμπου οι αφέντες,
π' ούτε στο σώμα ούτε στο νου με το χρυσό ήταν όμοιο.
Αλλά για χρόνια το παιδί εκατό ανατρεφόταν
παίζοντας μες στο σπίτι του πλάι στη σεβάσμια μάνα
σαν ένα μέγα νήπιο. Μα σα να μεγαλώσουν
ήτανε, κι όταν έφταναν στα σύνορα της ήβης
λίγον καιρό εζούσανε ταλαιπωρίες γεμάτοι
γιατ' ήτανε ανέμυαλοι γι' αυτό και δεν μπορούσαν
να διώξουν απ' τις σχέσεις τους την άλογην αυθάδεια
ούτε και στους αθάνατους λατρείες να προσφέρουν,
ούτε θυσίες στους βωμούς των μακαρίων να κάνουν,
όπως οι άνθρώποι που 'χουνε τάξη το συνηθίζουν.
κι έτσι τους εξολόθρευσε ο Δίας, ο γιος του Κρόνου,
θυμό γεμάτος επειδή καθόλου τους μακάριους
Ολύμπιους δεν τιμούσανε. Κι όταν κι αυτό το γένος
το κατασκέπασε η γη, αυτοί ονομαστήκαν
θεοί υποχθόνιοι μάκαρες, δεύτεροι αυτοί, μα όμως
μεγάλες είναι οι τιμές που έχουνε κι εκείνοι.
Ο Δίας πατέρας έπειτα, τρίτο θνητών ανθρώπων
έπλασε γένος, χάλκινο. Αυτό με το ασημένιο
σε τίποτα δεν έμοιαζε. Από μελιά φτιαγμένο,
πολεμικό και φοβερό. και γι άλλο δε νοιαζόνταν,
παρά για του Άρη τις δουλειές τις στεναγμούς γεμάτες
και για βρισιές και προσβολές. Ψωμί ποτέ δεν τρώγαν.
Είχαν ατρόμητη ψυχή φτιαγμένη από ατσάλι.
και ήταν απλησίαστοι. Μεγάλη δύναμη είχαν
και φοβερά τα χέρια τους φύτρωναν απ' τους ώμους
του ρωμαλέου τους κορμιού. Χάλκινα είχαν τα όπλα
και χάλκινα τα σπίτια τους και ό,τι χρειαζόνταν,
από χαλκό το φτιάχνανε-γιατί το μαύρο ακόμα
το σίδερο δεν το 'χανε. κι αυτοί όμως απ' τα χέρια
τα ίδια τους χαθήκανε κι ανώνυμοι στου Άδη
τα κρυερά και τα υγρά κατέβηκαν παλάτια.
κι όταν το χώμα σκέπασε κι αυτό το γένος, άλλο
τέταρτο γένος έπλασε ο Δίας ο γιος του Κρόνου,
πιο δίκαιο και πιο καλό, το θείο ηρώων γένος
πα' στην πολύτροφη τη γη, που ημίθεους τους λένε'
ήταν η προηγούμενη γενιά από τη δική μας
που' χε φανεί πάνω στης γης την απεραντωσύνη.
Όμως ο μαύρος πόλεμος με τις σκληρές τις μάχες
κι αυτούς τους εξολόθρεψαν, είτε στη γη του Κάδμου-
στη Θήβα την εφτάπυλη μπροστά, σα για τα πλούτη
του Οιδίποδα εμάχονταν, είτε όταν με καράβια
τους έφερε ο πόλεμος στην Τροία, πάνω απ' τα βάθια
της θάλασσας τ΄ανέσωστα, για χάρη της Ελένης
της ομορφόμαλλης' κι εκεί ,του μαύρου του θανάτου
είναι που άλλους σκέπασε το πέπλο κι άλλους πάλι
του Κρόνου ο γιος τους έβαλε, ο Δίας ο πατέρας,
στ' άκρια να μένουνε της γης, μακριά 'πο τους ανθρώπους
που τάξη κι άφθονο έχουν βιος. Και στων μακάρων ζούνε
τώρα εκείνοι τα νησιά χωρίς καμίαν έγνοια,
με δίπλα τους τον ωκεανό με τις βαθιές τις δίνες,
ήρωες όντας ευτυχείς που για δική τους χάρη
κάθε που έρχεται χρονιά καρπούς γλυκούς σα μέλι
τους ωριμάζει τρεις φορές η γης η ζωοδότρα.
Είθε να μη μετριόμουνα κι εγώ μέσα στο πέμπτο
το γένος το ανθρώπινο, μα ή πριν να 'χα πεθάνει
ή να γεννιόμουνα μετά. Γιατί το σιδερένιο
τώρα το γένος είναι αυτό. Ούτε για μία μέρα
οι πόνοι δε θα πάψουνε κι οι μόχθοι. Και οι έγνοιες
οι φοβερές που οι θεοί δίνουνε στους ανθρώπους,
τις νύχτες θα τους λιώνουνε' και πάλι όμως έτσι
κι αυτοί, μαζί με τα κακά θα 'χουν και τα καλά τους.
Αλλά και τούτο το θνητό το γένος των ανθρώπων
από το Δία θα χαθεί παιδιά όταν θα γεννιούνται
που θα 'χουν άσπρα τα μαλλιά τριγύρω στους κροτάφους.
Τότε ο πατέρας άμοιαστος με το παιδί του θα 'ναι.
Κι όπως ως τώρα εγίνονταν αγαπητός ο ξένος
σ' αυτόν που τον φιλοξενεί, δε θα 'ναι, ούτε πάλι
ο αδερφός στον αδερφό κι ούτε στο φίλο ο φίλος.
Και τα παιδιά δε θα τιμούν τους γέροντες γονείς τους
μα θα τους βρίζουνε σκληρά κι αδιάντροπα τους δόλιους
χωρίς να βάζουνε στο νου τη θεία τιμωρία.
Και την τροφή που οφείλουνε να δίνουν στους γονείς τους,
γιατί τους αναθρέψανε, ούτε κι αυτή θα δίνουν.
Και τότε δίκιο θα 'ναι η βια και θα εξολοθρεύουν
ένας την πόλη τ' αλλουνού. Καμιά τιμή δε θα 'χει
όποιος το λόγο του κρατεί-ο αγαθός κι ο δίκιος-,
μα στον κακούργο πιο πολύ και στον ανήθικο άντρα
θα δίνουνε τιμές αυτοί. Το μόνο δίκιο θα 'ναι
η δύναμη' κι αληθινό δε θα υπάρχει δίκιο.
Και θα συντρίβει ο δειλός το γενναιότερο άντρα
πανούργα λόγια λέγοντας που όρκο γι αυτά θα παίρνει.
Κι ο φθόνος τους ταλαίπωρους θα συντροφεύει ανθρώπους
χαιρέκακος, κακόγλωσσος και φοβερός στην όψη.
Και τότε απ' την πλατύδρομη θα φύγουνε τη γη μας
η Νέμεση και η Αιδώς στον Όλυμπο να πάνε,
κάτω από άσπρα κρύβοντας τ' ωραίο κορμί τους πέπλα
και στους αθάνατους θα παν τον κόσμο παρατώντας.
Για τους θνητούς πια θα 'χουνε απομείνει τους ανθρώπους
οι θλίψες και τα βάσανα' και γιατρειά δε θα 'ναι
καμιά γι αυτές τις συφορές. Και τώρα ένα μύθο
αν κι είναι βέβαια γνωστικοί, θα πω στους βασιλιάδες.
Καθώς μέσα στα νύχια του το είχε αρπαγμένο
και σε μεγάλα το 'φερνε, στα νέφη μέσα,ύψη,
στο πολυχρωματόλαιμο τ' αηδόνι ετούτα είπε
ο γέρακας-εμύρονταν λυπητερά εκείνο
μέσα στα νύχια τα γαμψά' και το γεράκι του 'πε
τα λόγια αυτά τ' αγέρωχα: "Τ' είναι δυστυχισμένο
που λάλησες; Κάποιος πολύ πιο δυνατότερός σου
σ' εξουσιάζει' όπου εγώ σε πάω, εκεί πηγαίνεις,
κι ας είσαι και τραγουδιστής. Κι αν έτσι μου αρέσει
το δείπνο μου θα γίνεις συ' ή αν θέλω θα σ' αφήσω.
Όποιος με δυνατότερους τα βάζει, άμυαλος είναι.
Χάνει τη νίκη και ντροπές και βάσανα περνάει".
Έτσι το γοργοπέταχτο μίλησε το γεράκι,
το μεγαλόφτερο πουλί. Στο δίκιο Πέρση όμως
να υπακούς και τ' άδικο εσύ να μην το στέργεις.
Ολέθριο είναι τ' άδικο για τους μικρούς ανθρώπους΄
και το σηκώνουν δύσκολα και οι μεγάλοι ακόμα
και τους λυγάει το βάρος του και συφορές τούς βρίσκουν.
Μα είναι προτιμότερος ο αντίθετος ο δρόμος-
στη δικιοσύνη που οδηγεί γιατ' η δικαιοσύνη
στην αδικιά ενάντια στο τέλος θριαμβεύει.
Μα τότε κι άμυαλος κανείς να είναι θα το μάθει,
γιατί όπου γίνονται άδικες κρίσεις, παρών κι ο Όρκος.
Κι ακούγεται ο θόρυβος που κάνει η δικιοσύνη,
που σέρνεται καθώς την παν άνθρωποι δωροφάγοι
που λύνουνε τις διαφορές με πληρωμένες δίκες.
Κι αυτή ακλουθάει κλαίγοντας στις πόλεις των ανθρώπων
και στα καλυβοχώρια τους, με καταχνιά ντυμένη
και φέρνει την καταστροφή σ' αυτούς που τήνε διώξαν
και τήνε στραβομοίρασαν. Όμως αυτούς που κρίνουν
σωστά και ξένους και δικούς, και διόλου δεν ξεφεύγουν
από του δίκιου τη γραμμή, κι η πόλη τους προκόβει
κι ανθεί εντός της ο λαός' ειρήνη έχουν στη γη τους
κι οι νέοι φτάνουν και γίνονται μεγάλοι γιατί ο Δίας
που μακριά βλέπει, ποτέ, γι αυτούς δεν προορίζει
το φοβερό τον πόλεμο. Κι ούτε ποτέ ανθρώπους
που κρίσεις κάνουν δίκαιες η πείνα θα τους έβρει,
ούτε καμία συφορά' μα με χαρά γεμάτοι
θ’ απολαβαίνουν τους καρπούς των κόπων τους. Για κείνους
βιος δίνει άφθονο η γη' και τα βουνήσια δέντρα
έχουν βαλάνια στην κορφή και στον κορμό μελίσσια.
Και γέρνουνε τα πρόβατα από των μαλλιών το βάρος.
Και στον πατέρα τα παιδιά μοιάζουνε που οι γυναίκες
γεννάνε. Κι έχουν άφθονα πάντοτε τ' αγαθά τους.
Και τόσο η ζωοδότρα γη πλούσια σοδειά τους δίνει
που ανάγκη αυτοί δεν έχουνε να μπαίνουν σε καράβια.
Όσο γι αυτούς που άλλο τι δεν έχουνε στο νου τους
παρά τα έργα τα μιαρά και την κακή αδικία,
ο παντεπόπτης βέβαια του Κρόνου ο γιος, ο Δίας,
για κείνους την καλόπρεπη σχεδιάζει τιμωρία.
Και οι φορές είναι πολλές που ολόκληρη μια πόλη
από έναν άντρα χάθηκε κακόν, όταν εκείνος
ασέβησε και στ' άδικο δούλευε το μυαλό του.
Τότε η οργή πάνω σ' αυτούς απ' τα ουράνια πέφτει
του Δία του Κρονογέννητου: θανατικό και πείνα.
Και καταστρέφονται οι λαοί' στερφεύουν οι γυναίκες
και μία μια οι φαμελιές σβήνουν, καθώς τ' ορίζει
η ταιριασμένη πάντοτε βουλή του Ολύμπιου Δία.
Κι άλλη φορά του Κρόνου ο γιος τα τείχη τους χαλάει
ή πάλι πολυάριθμο στρατό τους καταστρέφει,
κι άλλοτε μες στη θάλασσα τα πλοία τους χτυπάει.
Και, βασιλιάδες, ως και σεις αυτή τη δικιοσύνη
βάλτε καλά μες στο μυαλό. Γιατί παρόντες είναι
μες στους θνητούς οι αθάνατοι κι έχουν το νου τους σ' όσους
μ' ανόσιες δίκες προσπαθούν να φάει ένας τον άλλο
καταφρονώντας του θεού τη δίκια τιμωρία.
Ναι! Γιατί υπάρχουνε στη γη πάνω την πολυτρόφα
τριάντα χιλιάδες φύλακες σταλμένοι από το μέγα
το Δία, αθάνατοι αυτοί για τους θνητούς ανθρώπους.
Και τριγυρνούν αόρατοι σ' όλη τη γη επάνω
κι άγρυπνα παρακολουθούν έργα άνομα και δίκες.
Κι υπάρχει και παρθένα μια, κόρη του Δία, η Δίκη,
που του Ολύμπου οι θεοί σέβονται και τιμούνε'
κι όποτε κάποιος άνομα κρίνοντας την προσβάλει
αμέσως στον πατέρα της το Δία κάθεται δίπλα
και του μηνάει τους στοχασμούς των άδικων ανθρώπων
για να πληρώσει ο λαός για τις αχρείες πράξεις
των βασιλιάδων που έχουνε στο νου τους άθλιες σκέψεις
και που με λόγια πονηρά διαστρέφουνε το δίκιο.
Μη, δωροφάγοι άρχοντες, ετούτα τ' αψηφάτε.
Να 'χετε γνώμη αληθινή. Ως για τις αποφάσεις
τις άδικες, μια και καλή ξεχάστε τες. Εκείνος
που σκάφτει λάκκο γι άλλονε πέφτει ο ίδιος μέσα'
κι η σκέψη βλάφτει πλιο η κακή εκείνον που την κάνει.
Στο μάτι και στο λογισμό του Δία κρυφό δεν είναι
κι αν το θελήσει το μπορεί να δει και τα δικά σας.
Και τι είδους μέσα κλείνεται στην πόλη δικιοσύνη
ούτε αυτό από κείνονε, αν θέλει, δεν ξεφεύγει.
Δε θα 'θελα ουτ' εγώ ποτέ ούτε και το παιδί μου
μες στους ανθρώπους να 'μαστε δίκαιοι-γιατί κακό 'ναι
για κάποιον να 'ναι δίκαιος αφού πιότερο δίκιο
βρίσκει ο άδικος. Αλλά, πράγματα τέτοια, όχι,
να επιτρέψει ο σοφός ο Δίας δεν το πιστεύω.
Και συ αυτά βάλ’ τα καλά μέσα στο νου σου Πέρση.
Άκου του δίκιου τη φωνή και ξέχνα κάθε βία.
Αυτό το νόμο όρισε ο γιος του Κρόνου στους ανθρώπους:
τα ψάρια και τα φτερωτά πουλιά και τα θηρία
το δίκιο μη γνωρίζοντας να τρώνε το 'να τ' άλλο.
Μα στους ανθρώπους έδωσε δικαιοσύνη, που είναι
απ' όλα το καλλίτερο. Κι όποιος τη δικιοσύνη
την ξέρει και τη διαλαλεί, σ' αυτόν την ευτυχία
ο παντεπόπτης δίνει Ζευς. Μα μάρτυρας αν κάποιος
όρκο θα πάρει ψεύτικο ξέροντας το τι κάνει,
αγιάτρευτα πληγώνοντας έτσι τη δικιοσύνη
τότε η γενιά του όσο πάει και πιο πολύ θα σβήνει'
ενώ εκεινού που αληθινό θα πάρει όρκο, αξαίνει.
Για το καλό σου σού μιλώ πολυανόητε Πέρση-
άφθονο βρίσκεις το κακό κι εύκολα γιατί ο δρόμος
που εκεί πηγαίνει είν' ομαλός κι αυτό κοντά σου μένει.
Μα μπρος οι θεοί στην αρετή βάλανε τον ιδρώτα.
Άγριος, μακρύς κι ανήφορος ο δρόμος στην αρχή του'
Μ' αν και δυσκολοδιάβατος εύκολος μοιάζει να 'ναι
όταν τον έχεις πια διαβεί. Κι απ' όλους τους ανθρώπους
είναι αξιότερος αυτός που όλα μοναχός του
αφού θα κάτσει να σκεφτεί θα νιώσει ποιο απ' όλα
είναι που στο καλλίτερο θα τόνε βγάλει τέλος.
Άξιος κι αυτός που όποιον σωστά μιλάει τον ακούει.
Μα είναι άχρηστος κι αυτός που ούτε καταλαβαίνει
ούτε άλλονε ακούγοντας μπορεί μυαλό να βάλει.
Αλλά εσύ που από θεό, Πέρση, γεννοκρατιέσαι
τη συμβουλή μου μην ξεχνάς: εργάζου. Η πείνα έτσι
από τη μια θα σου είν' εχθρός, ενώ από την άλλη
η ομορφοστεφάνωτη Δήμητρα η σεβάσμια
θα σ' αγαπάει και θα 'ναι βιος το σπίτι σου γεμάτο'
γιατ' είναι η πείνα πάντοτε το ταίρι του ακαμάτη.
Και οι θεοί κι οι άνθρωποι μισούνε τον τεμπέλη
που, όπως οι κοψονούρηδες κηφήνες, συνηθίζει
να ζει τρυγώντας άκοπα των μελισσών το μόχθο.
Μα συ στην εργασία σου τάξη και μέτρο να 'χεις
για να 'ναι τα κελάρια σου στην ώρα τους γεμάτα.
Μον' όσοι εργάζονται έχουνε και πλούτη και κοπάδια.
Και πιο πολύ κι οι αθάνατοι και οι θνητοί αγαπάνε
όσους δουλεύουνε γιατί τεμπέληδες δε θέλουν.
Ντροπή δεν είναι η δουλειά-ντροπή 'ν' η αεργία'
θα σε ζηλεύει ο άεργος αν δουλεύοντας πλουτίσεις
γιατί κι η δόξα κι η τιμή τον πλούτο ακολουθάνε.
Το πιο καλό είναι η δουλειά κι ας έχεις όποιον κλήρο.
Γι αυτό και πάρε το μυαλό μακριά το αλαφρό σου
από το βιος των αλλωνών καθώς σε συμβουλεύω
και τη δικιά σου πόρεψη και τη δουλειά σου κοίτα.
Υπάρχει μια κακή ντροπή που το φτωχό ακλουθάει.
Και στους ανθρώπους η ντροπή φέρνει ωφέλεια ή βλάβη'
και πάλι, φτώχεια η ντροπή, πλούτο το θάρρος φέρνει.
Τα πλούτη τα καλλίτερα δεν είναι τα κλεμμένα
μ' αυτά που δίνει ο θεός. Γιατί με του χεριού του
τη βια, μπορεί πλούτη κανείς μεγάλα ν' αποκτήσει-
μπορεί και με τη γλώσσα του ακόμα να τα κλέψει-
τέτοια πολλά συμβαίνουνε όταν το νου του ανθρώπου
το κέρδος τόνε ξεγελά και όταν τη ντροπή του
την ξεγελά η αδιαντροπιά. Μα τότε μ' ευκολία
το κηλιδώνουν οι θεοί τ' όνομα αυτού του ανθρώπου,
μαραίνουνε το σπίτι του και λίγο μόνο χρόνο
κρατάνε πλούτη σαν αυτά. Και κρίμα ίδιο κάνει
αυτός που άσχημα φερθεί σε ξένο ή σε ικέτη
κι αυτός κρυφά που θ' ανεβεί στης γυναικαδερφής του
το στρώμα πάνω, ανήθικα να πράξει αποτολμώντας
κι αυτός που τόσο είν' άμυαλος ώστε ορφανά παιδάκια
να τ' αδικεί. Αλλά κι αυτός το γέρο το γονιό του
που στο κατώφλι έφτασε των γερατειών των μαύρων
εχΘρεύεται και με βαριά τόνε πληγώνει λόγια.
Αγανακτεί με ολ' αυτά τότε ο Δίας ο ίδιος
και πληρωμή πολύ βαριά στ' άδικα έργα δίνει.
Συ όμως κράταγε μακριά από τέτοια το μυαλό σου'
και κάνε στους αθάνατους κατά τη δύναμή σου
θυσίες αγνές και καθαρές' και καίγε στους βωμούς τους
πλούσια τα μηροκόκαλα' και να ζητάς ακόμα
τη θείαν εύνοια με σπονδές και με θυσίες κι όταν
για ύπνο πας κι όταν το φως τ΄άγιο του ήλιου βγαίνει,
για να τους έχεις συνεργούς και φίλους στις δουλειές σου.
Και θ' αγοράζεις τότε συ περιουσίες άλλων
και τη δική σου όχι αυτοί. Και όποιον σ' αγαπάει
να τον καλείς για φαγητό' και τους εχθρούς σου άστους.
Και να καλείς περσότερο κείνον που ζει κοντά σου.
Γιατί αν κάτι άσχημο στο σπίτι σου θα γίνει
οι γείτονες γυμνοί θα 'ρθουν αλλά οι συγγενείς σου
θα κάτσουν πρώτα να ντυθούν. Και γείτονα όταν έχεις
κακόν, αυτό 'ναι συφορά. Καλόν, είν' ευλογία.
Μεγάλη τύχη αν καλός γείτονας θα σου τύχει.
Τότε ουτ' έχεις κίνδυνο ποτέ να χάσεις βόδι.
Μέτρα καλά ό,τι δανειστείς από το γείτονά σου
και δόστο πίσω ακριβώς και κάτι παραπάνω
αν το μπορείς, έτσι που αν πάλι βρεθείς σ' ανάγκη
πρόθυμο πάλι να τον βρεις. Τα βρώμικα τα κέρδη
φέρνουν ζημιά-μην τα ζητάς. Αυτόν που σ' αγαπάει
αγάπα τον, κι απόφευγε κείνον που σ' αποφεύγει.
Όποιος σου δίνει, δίνε του. Δε δίνει; Μην του δίνεις.
Στο Δότη όλοι δίνουνε, στον Κράτη όμως κανένας.
Το δόσιμο είναι καλό. Το άρπαγμα και κακό 'ναι
και φέρνει και το θάνατο. Κι όποιος με την καρδιά του
δίνει, τότε ακόμα κι αν το δόσιμο μεγάλο
χαίρεται όμως δίνοντας κι αγάλλεται η καρδιά του.
Μα κείνος που 'ναι αδιάντροπος κι αρπάζει κι αν ακόμα
μικρό είν' ό,τι άρπαξε, πάγωσε την καρδιά του;
Στο λίγο που 'χει αν κανείς θα βάλει κι άλλο λίγο-
και τούτο γίνεται συχνά-τότε αυτό το λίγο
πολύ θα γίνει' κι αν κανείς προστέσει σ' ό,τι έχει,
τότε θα διώξει μακριά την καταλύτρα πείνα.
Και ούτε γνοιάζεται κανείς για ό,τι στο σπίτι έχει'
ό,τ' είναι μέσα είναι καλό. Ζημιά το έξω είναι.
Ωραίο είναι ό,τι θες ν' απλώνεις να το παίρνεις.
Αλλ' αν δεν το 'χεις, τότε σκας. Στοχάσου ό,τι σου λέω.
Στο τέλος ή και στην αρχή του πιθαριού αν είσαι
μπορείς να πίνεις όσο θες' οικονομία θα κάνεις
στη μέση όταν βρίσκεται. Γιατ' η οικονομία
δεν ωφελεί όταν φανεί του πιθαριού ο πάτος.
Ό,τι αμοιβή συμφώνησε με φίλο, αυτή να δώσεις.
Και με τον αδερφό σου αφού τα πείτε με το γέλιο
να βάλτε κι ένα μάρτυρα γιατί κι η εμπιστοσύνη
κι η απιστιά, κατάστρεψαν το ίδιο τους ανθρώπους.
Κι ούτε καμία κουνιστή καταφερτζού κοκότα
με τα γλυκά τα λόγια της να μη σε κοροϊδέψει.
Αυτή την αποθήκη σου μονάχα έχει στο νου της.
Κλέφτη μπιστεύεται αυτός που μπιστευτεί γυναίκα.
Κι όλα θ' αξαίνουν τα καλά στο πατρικό σου σπίτι
αν θα γεννήσεις ένα γιο μονάχα' κι άλλον ένα
γέροντας πια, πεθαίνοντας, πίσω σου γιο ν' αφήσεις.
Αν και ο Δίας εύκολα μπορεί να τα πλουτίσει
ακόμα κι αν περσότερα παιδιά είναι στο σπίτι-
πολλά παιδιά, χέρια πολλά και η σοδειά μεγάλη.
Λοιπόν αν πλούτο λαχταρά στα στήθη σου η ψυχή σου
άκου με και τη μια δουλειά μετά την άλλη κάνε.
Όταν οι κόρες του Άτλαντα, οι Πλειάδες, ανατέλλουν
το θέρο αρχίστε. Κι όταν πια να βασιλέψουν πάνε
αρχίστε τότε τ' όργωμα. Μερόνυχτα σαράντα
κρυμμένες μένουνε αυτές μα φαίνονται και πάλι
καθώς γυρνάει πια η χρονιά, την ώρα που για πρώτη
κανένας το δρεπάνι του φορά ξανακονίζει.
Και να οι κάμποι νόμο ποιόν έχουνε, που είν' ο ίδιος
και για όσους ζουν στη θάλασσα κοντά και για όσους μένουν
μακριά 'πο κύμα θάλασσας σε δασωμένα πλάγια
κι εύφορη έχουνε τη γη: γυμνός όργωνε, σπέρνε
γυμνός και θέριζε αν θες όλες να τις τελειώσεις
στην εποχή τους τις δουλειές που η Δήμητρα ορίζει.
το κάθε τι στην ώρα του βλαστούς θα βγάλει τότε
κι ανάγκη συ για να χτυπάς δε θα 'χεις ξένες πόρτες
σαν το ζητιάνο-και χωρίς να καταφέρνεις κάτι'
όπως και τώρα ήρθες σ' εμέ. πολλά όμως σου 'χω δώσει
κι άλλο δεν παίρνεις τίποτε. Άμυαλε Πέρση εργάζου
στα έργα που έχουν στους θνητούς οι αθάνατοι ορίσει,
αλλιώς με λύπη στην καρδιά, σέρνοντας τα παιδιά σου
και τη γυναίκα σου μαζί τη ζητιανιά θ' αρχίσεις
απ' τους γειτόνους-αλλ' αυτοί θ' αδιαφορούν τελείως.
Μπορεί για μια ή δυο φορές να 'χεις επιτυχία.
Αν όμως να τους ενοχλείς θα συνεχίσεις, τότε
καμιά ωφέλεια όσα πολλά κι αν πεις δε θα σου φέρουν
γιατί τα λόγια σου άχρηστα θα βγαίνουν απ' το στόμα.
Όμως εγώ σου δείχνω πώς τρόπο να έβρεις κι έτσι
κι από την πείνα να σωθείς, κι όσα χρωστάς να δώσεις.
Κι η πρώτη πρώτη σου δουλειά σπίτι είναι ν' αποκτήσεις,
γυναίκα και καματερό-γυναίκα όχι με γάμο
μα σκλάβα, που αν θα χρειαστεί ν' ακολουθάει τα βόδια.
Και τα εργαλεία στο σπίτι σου να τα 'χεις έτοιμα όλα
να μη ζητάς απ' άλλονε και κείνος δε σου δίνει,
και συ δεν το 'χεις κι ο καιρός πάει της δουλειάς χαμένος.
Και γι αύριο ή μεθαύριο ποτέ μην αναβάλεις-
με αμέλειες και με αναβολές κελάρια δε γεμίζουν.
Για να προκόψει μια δουλειά χρειάζεται φροντίδα
κι όποιος αφήνει για μετά καταστροφές θερίζει.
Όταν του ήλιου το σκληρό ζεμάτισμα κοπάσει
και ο μαγαλοδύναμος τα πρωτοβρόχια ρίξει,
ο Δίας, τότε ο άνθρωπος το νιώθει το κορμί του
να γίνεται πολύ αλαφρό. Κι όταν τ' αστέρι ο Σείριος
λίγο τη μέρα κάθεται πάνω από το κεφάλι
των θανατόθρεφτων θνητών και πιο πολύ στης νύχτας
αφήνεται την αγκαλιά, τότε όποιο το τσεκούρι
ξύλο θα κόψει, απείραχτο απ' το σαράκι θα 'ναι.
Τα δέντρα τότε φυλλοροούν και παύουν να βλασταίνουν-
να ξέρεις, η ώρα έφτασε τότε του ξυλοκόπου.
Κόψ' ένα τρίποδο γουδί, τρίπηχο γουδοχέρι,
κι αξόνι φτιάξε εφτάποδο-καλλίτερα ταιριάζει'
κάνε και κόπανο αν βρεις οχτώ ποδιώνε ξύλο.
Για δεκαπάλαμη άμαξα τρίπηχο κόψε ψίδι
(ξύλα δρεπανολύγιστα πολλά θα σου χρειαστούνε).
Και ψάξε να 'βρεις σε βουνό ή και σε κάμπο μέσα-
και να το πας στο σπίτι σου-πουρνάρι για στιβάρι.
Το πιο γερό είναι αυτό για τ' όργωμα με βόδια,
αν ο τεχνίτης, που χρωστά στην Αθηνά τη γνώση,
στ' αλετροπόδι αφού γερά το μπήξει, πια το φέρει
και στέρεα στον άξονα το σφίξει με τις σφήνες,
Και να 'χεις δύο έτοιμα μέσα στο σπίτι αλέτρια
το ένα μονοκόμματο και τ' άλλο σε κομμάτια
που να μπορούν να ενωθούν-το πιο καλό αυτό 'ναι:
αν σπάσει το 'να, τότ' εσύ ζεύεις τα βόδια στ' άλλο.
Γι αξόνι ή δάφνη ή φτελιά' σαράκι δεν το τρώει.
Αλετροπόδι από δρυ, στιβάρι από πουρνάρι.
Και να προμηθευτείς βοδιών εννιάχρονο ζευγάρι'
Κι αρσενικά-γιατ' είναι αυτά στης νιότης τ' άνθος πάνω
κι έχουν μεγάλη δύναμη. Για τη δουλειά είναι κείνα
τα πιο καλά: στ' αυλάκωμα πάνω δε θα μαλώνουν
τ' αλέτρι να σου σπάσουνε η δουλειά να μην τελειώσει.
Κι άντρας γερός ν' ακολουθεί πίσω τους σαραντάρης
που ένα καρβέλι στα οχτώ κόβοντας να 'χει φάει
κάθε κομμάτι και μπουκιά. Σ' ό,τι εκείνος κάνει
θα γνοιάζεται, χαράζοντας ίσα γραμμή τ΄ αυλάκι.
Κι ούτε τριγύρω θα κοιτά να ψάχνει για παρέα
μα θα 'ναι ο νους του στη δουλειά. Πιο νέος όμως κάποιος
δε θα μπορεί κανονικά το σπόρο να μοιράσει
και θα χρειαστείς και δεύτερη σπορά. Γιατί του νέου
όλη του η σκέψη θα 'ναι πώς να πάει να βρει τους φίλους.
Και να προσέχεις τη φωνή του γερανού ν' ακούσεις
που από ψηλά 'π' τα σύννεφα κάθε χρονιά μας φτάνει-
φωνή που του οργώματος την ώρα σημαδεύει
που δείχνει ότι έφτασε ο βροχερός χειμώνας
και που όποιον δίχως βόδια βρει δαγκώνει την ψυχή του'
γιατί τα σφιχτοκέρατα τα βόδια πρέπει τότε
και να 'ναι μες στο σπίτι σου κλεισμένα και χορτάτα.
Βέβαια είν' εύκολο να πεις: "δος μου τα δυο σου βόδια
και το αμάξι σου", αλλά, κι είν' εύκολο ν' ακούσεις
"τα βόδια μου έχουνε δουλειά". Το να φτιαχτεί εν' αμάξι
κάποιος που ζει στα σύννεφα νομίζει εύκολο είναι.
Δεν ξέρει ο ανόητος ότι τ' αμάξι θέλει
ξύλα κομμάτια εκατό και πως αφού φροντίσει
να τα 'βρει, πρέπει έτοιμα στο σπίτι του να τα 'χει.
Κι όταν η ώρα της σποράς θα 'ρθεί για τους ανθρώπους
τότε ας στρωθούνε στη δουλειά κι αφέντες κι υπηρέτες'
και ή ξερή, ή νοτερή, τη γη να την οργώσουν
την εποχή του οργώματος. Κι εκείνοι που κινάνε
πρωί πρωί για τη δουλειά, γεμάτα τα χωράφια
θα είναι εκείνων με καρπό κι άμα τη διβολίσεις
τη γη το θέρος, τότε αυτή δε θα σε ξεγελάσει.
Και γύρνα τη την Άνοιξη. Κι όταν αφράτο ακόμα
το χώμα έχει η χέρσα γη, τότε να τήνε σπέρνεις.
Σε προφυλάει η χέρσα γη απ' το κακό το μάτι
και ησυχάζει τα παιδιά. Και προσευχή στο Δία
το χθόνιο, μα και στην αγνή τη Δήμητρα να κάνεις
να κάμουνε της Δήμητρας τ' άγιο να γέρνει στάρι
βαρύ βαρύ στο μέστωμα. Κάνε την προσευχή σου
σαν πρωταρχίζεις τ' όργωμα, στο χέρι ενώ αδράχνεις
του χερουλάτη τη λαβή κι ενώ με τη βουκέντρα
κεντάς την πλάτη των βοδιών καθώς τα δρύινά τους
τραβούν αυτά τα ζέματα. Ξοπίσω υπηρέτης
να 'ρχεται που 'ναι νεαρός κρατώντας μία τσάπα
και να σκεπάζει έτσι καλά το σπόρο, που να δίνει
κόπο μεγάλο στα πουλιά. Στον άνθρωπο είν' η τάξη
το πιο καλό. Και πιο κακό η αταξία είναι.
Έτσι τα στάχυα σου μεστά πάνω στη γη θα γέρνουν
αν έχει ορίσει ένα καλό γι αυτά ο Δίας τέλος.
Τότε από τα κελάρια σου θα βγάλεις τις αράχνες
και η ψυχή σου σίγουρα θα χαίρεται όταν παίρνεις
από δικό σου που 'ναι βιος. Καλοπερνώντας έτσι
θα φτάσει η Άνοιξη η λαμπρή χωρίς εσύ στους άλλους
να τρέχεις-οι άλλοι από σε θα 'χουνε τότε ανάγκη.
Αλλ' αν την άγια οργώσεις γη στο γύρισμα του ήλιου
τότε θερίζεις καθιστός το λίγο που αδράχνει
το χέρι σου κι ανάκατα τα στάχυα δεματιάζεις
σκόνη γεμάτος κι άκεφος. Και θα 'ναι λίγοι εκείνοι
που θα θαμάσουν όταν δουν τι έχεις στο πανέρι.
Αλλάζει όμως η βουλή του Αιγιδοκράτη Δία
και δύσκολο είναι στους θνητούς να τήνε καταλάβουν.
και να ποια είναι η γιατρειά σαν 'όψιμα θα σπείρεις:
όταν για πρώτηνε φορά μέσα λαλήσει ο κούκος
στα φύλλα της βαλανιδιάς και χαίρονται οι ανθρώποι
πάνω στη δίχως τέλος γη, να εύχεσαι να ρίξει
ο Δίας τότε μια βροχή για τρεις συνέχεια μέρες
ώστε ένα βοϊδοπάτημα ίσα ίσα να γεμίσει-
τότε το πρώϊμο μπορεί τ' όψιμο να το φτάσει.
Και στο μυαλό σου φύλα τα μέσα καλά ετούτα.
Και μη άπρακτη την Άνοιξη τη λευκοφόρα αφήσεις
να φύγει, ούτε τις βροχές που έρχονται όταν πρέπει.
Και μην όλο στα γύφτικα χώνεσαι το χειμώνα
όταν το κρύο τον άνθρωπο κρατάει απ' τις δουλειές του'
γιατί αν είσαι εργατικός μπορεί και τότε ακόμα
το σπίτι σου όφελος να δει ώστε να μην η φτώχεια
τ' αρπάξει και η απραξιά κάποιου κακού χειμώνα
και το λιανό το χέρι σου σφίγγει παχύ ποδάρι.
Ο άνθρωπος που 'ναι άεργος κούφιες ελπίδες έχει
κι ο νους του όλο το κακό σκέφτεται σαν πεινάει.
Η ελπίδα που 'χει ο φτωχός είν' άρρωστη ελπίδα
όταν ενώ αρκετό φαί δεν έχει για να φάει
το ρίχνει στο κουτσομπολιό. Κι όταν το καλοκαίρι
ακόμα είναι στη μέση του λέγε στους υπηρέτες:
"Δε θα 'ναι θέρος πάντοτε! Μπρος-φκιάχτε τις καλύβες!"
Οι μέρες είναι άσχημες στο Ληναιώνα μήνα-
γδέρνουν το βόδι ζωντανό, Φυλάξου απ' αυτόνε
καθώς κι από τους φοβερούς τους πάγους που φυτρώνουν
πάνω στη γη, σαν ο βοριάς απ' την αλογοτρόφα
Θράκη περνώντας πέφτει απά' στης θάλασσας τα πλάτη
και την ταράζει ενώ στεριές μουγκρίζουνε και δάση.
Κι όπως ορμάει πάνω στη γη την πολυβοτανούσα
βαλανιδιές ρίχνει πολλές κορφοπρασινισμένες
παχιά σωριάζει έλατα κι όλο αντιβογκάει
το δάσος το απέραντο' και τα θεριά ριγούνε
και κάτω από τα σκέλια τους βάζουνε την ουρά τους,
και κείνα ακόμα που 'χουνε πολύμαλλο το δέρμα.
Μάλιστα! Τα περνάει κι αυτά-τόσο είναι παγωμένος
κι ας έχουνε πυκνόμαλλα τα στήθη τους. Κι ακόμα
περνάει το δέρμα του βοδιού' ν' αντισταθεί εκείνο
δεν το μπορεί. Μέχρι κι αυτή τη σκληροτρίχω γίδα
καλά την κάνει-μοναχά τα πρόβατα γλιτώνουν:
δεν τα περνάει του βοριά η μανία, γιατί έχουν
πολύ πυκνές τις τρίχες τους. Ως και οι γέροι ακόμα
για να γλιτώσουν τρέχουνε. Αλλά και την παρθένα
την τρυφερόκορμη, που πλάϊ στην ακριβή της μάννα
'συχάζει, δεν τήνε περνά γιατί στο βάθος μέσα
εκείνη μένει του σπιτιού μη ξέροντας ακόμα
της Αφροδίτης της χρυσής τα έργα. Καλολούζει
τ' ολάπαλό της το κορμί, το αλείφει πλούσια λάδι
κι ύστερα μένει πλαγιαστή μες στου σπιτιού το βάθος.
Κι είναι τις χειμωνιάτικες μέρες που το χταπόδι
στο σκοτεινό θολάμι του μέσα, καθώς συνήθειο
το 'χει της άθλιας του ζωής ,το πόδι του μασάει.
Γιατί ο ήλιος τη βοσκή πού είναι δεν του δείχνει
μόν' στων ανθρώπων τριγυρνά τις πόλεις και τις χώρες
των μαύρων και οι έλληνες αργούν να φωτιστούνε.
Τότε του δάσου τα θεριά με κέρατα ή δίχως
τα δόντια απαίσια τρίζοντας να πάνε ξεκινάνε
στις δασωμένες ρεματιές, κι όλα στο νου τους έχουν
πώς καταφύγιο να 'βρουνε σε μια σπηλιά ή σε βράχο
ή να χωθούν σε μια σπηλιά που αέρας δεν την πιάνει.
Τότε να δεις που μοιάζουνε με τρίποδα οι ανθρώποι:
ράχη σπασμένη και στη γη να βλέπει το κεφάλι.
Έτσι για να γλιτώσουνε απ' τ' άσπρο χιόνι πάνε.
Καλά να το 'χεις το κορμί τότε ντυμένο πρέπει
με μία κάπα μαλακιά κι ένα μακρύ χιτώνα'
στημόνι να 'χουν λιγοστό και μπόλικο υφάδι
τα ρούχα που θα τυλιχτείς, οι τρίχες σου να στρώνουν
και μην ορθές σ' ολόκληρο στέκουνε το κορμί σου.
Και βολικά στα πόδια σου πέδιλα να φορέσεις
από το δέρμα ενός βοδιού που σφάχτηκε, αφού μέσα
το ντύσεις με πυκνό μαλλί. Κι όταν το κρύο φτάσει
πάρε από πρωτόγεννα κατσίκια τα τομάρια
και ράψ’ τα με βοϊδόνευρο στην πλάτη να τα ρίχνεις
να σε φυλάν απ' τη βροχή. Και σκούφο στο κεφάλι
να προφυλάει βάλε τ' αυτιά. Γιατί βοριάς σαν πιάσει
το κρύο είναι παγερό κι απ' τ' αστροφόρα ουράνια
μια ομίχλη ξημερώνοντας ευλογημένη απλώνει
πάνω απ' τα σταροχώραφα των τυχερών ανθρώπων'
είναι η ομίχλη που τραβάει νερό από τα αιώνια
τα ρέματα των ποταμών και που η οργή του ανέμου
ψηλά την πάει, παν' απ' τη γη, κι άλλοτε από κει πάνω
σα βραδινή φτάνει βροχή κι άλλοτε σαν αέρας
ο θρακικός όταν βοριάς φυσάει μανιασμένα
πα' στα πυκνά τα σύννεφα, Μη τόνε περιμένεις.
πριν φτάσει τέλειωσ' τη δουλειά και πήγαινε στο σπίτι
αν θες να μην το σκοτεινό σύννεφο σε τυλίξει
που 'ρχεται από τον ουρανό και μη σου πλημμυρίσει
τα ρούχα κι ως το κόκκαλο και σένανε μουσκέψει.
Φυλάξου από το μήνα αυτό γιατ' είναι του χειμώνα
ο μήνας ο χειρότερος. Σκληρός για τους ανθρώπους
σκληρός και για τα πρόβατα. Τότε ταγή στο βόδι
φτάνει μισή καθημερνά, μα το φαί τ' ανθρώπου
σαν το συνηθισμένο του και κάτι παραπάνω'
βοηθούν σ' αυτό οι στοχαστικές νύχτες που μεγαλώνουν.
Φύλαγε αυτές τις συμβουλές ως να τελειώσει ο χρόνος
τότε που οι νύχτες γίνονται με τις ημέρες ίσες
και που η μάννα όλων γη πλούσιους καρπούς θα δώσει.
Εξήντα μέρες ύστερα 'π' το γύρισμα του ήλιου
σα δώσει ο Δίας να κιωθούν οι μέρες του χειμώνα
το ιερό αφήνοντας του Ωκεανού το ρέμα
για πρώτη βγαίνοντας φορά το άστρο του Αρκτούρου
προβαίνει τότε λάμποντας στου σκοταδιού την άκρη.
Η κόρη του Πανδίονα τότε, η Χελιδόνα
ορθώνεται η στριγκόφωνη στο φως: για τους ανθρώπους
η νια γεννήθηκε Άνοιξη. Τ' αμπέλια τότε αμέσως
κλάδεψε-ώρα πιο καλή γι αυτό δε θα 'βρεις άλλη.
Κι όταν στη φλούδα των δεντρών από τη γη ανεβαίνει
τις Πλειάδες αποφεύγοντας ο σπιτοκουβαλήτης
του αμπελοσκαψίματος πέρασε πια η ώρα.
Τώρα δρεπάνων τρόχισμα, ζωντάνεμα των δούλων.
Καιρός σαν είναι θερισμού ο ήλιος καίει το δέρμα-
τη σκιά μην πιάνεις και να μη τα πρωινά κοιμάσαι
μα να σηκώνεσαι νωρίς προτού η αυγή ροδίσει
και γρήγορα να κουβαλείς στο σπίτι τη σοδειά σου
για να 'χεις όλα τα καλά. Κρατεί 'αυγή το ένα
από τα τρία που η δουλειά στη μέρα έχει μερίδια.
Η αυγή και δρόμο και δουλειά τα κάνει να φτουράνε.
Κι είναι το φως της που θνητούς τόσους τους ξεπορτίζει
και που τη ζεύγλα στους λαιμούς τόσων βοδιών περνάει.
Και όταν στο κουραστικό μέσα το καλοκαίρι
ανθεί το γαϊδουράγκαθο και όταν το τζιτζίκι
στο δέντρο πάνω κάθοντας τρεμίζει τα φτερά του
ξεχύνοντας αδιάκοπα τ' ωραίο του τραγούδι
τότε είν' οι γίδες πιο παχιές από ποτέ και είναι
υπέροχο και το κρασί. Τότε είναι που λυσσάνε
οι γυναίκες για τον έρωτα, ενώ από την άλλη
οι άντρες είναι αδύναμοι γιατί την κεφαλή τους
τους καίει και τα γόνατα ο Σείριος και ξεραίνει
το δέρμα τους. Ε! Τότε εγώ τη σκια θα 'θελα να 'χα
βράχου. Και βίβλινο κρασί' κρέας από δαμάλα
λιβαδερή, αγέννητη και ρίφι πρώτη γέννα
και να 'χα και στρεφόγαλα και το ψωμάκι φρέσκο.
Κρασί διαμάντι να 'πινα στον ίσκιο καθισμένος
και με χορτάτη την ψυχή φαί, να 'χω στραμμένο
το πρόσωπο προς το δροσό του Ζέφυρου αγεράκι'
κι από πηγή μια καθαρή που αστέρευτα κυλάει
ν' ανακατώνω τρία νερού μέρη κι ένα κρασάκι..
Και βάλε μπρος τους δούλους σου ευθύς μόλις ο γίγας
Ωρίονας πρωτοφανεί ,της Δήμητρας το στάρι
τ' άγιο, να το λιχνίσουνε σ' αλώνι ένα επάνω
που να 'ναι καλοάνεμο κι ολοστρογγυλεμένο.
Κι αφού μετρήσεις το καλά, βάλτο στ' αγγειά σου μέσα.
Μετά κι αφού όλο σου το βιος καλά συμμαζεμένο
το βάλεις μες στο σπίτι σου, σε συμβουλεύω τότε
να πάρεις δούλο ανύπαντρο και μία υπηρέτρα
που να μην έχει όμως παιδιά γιατί μεγάλο βάρος
είναι γυναίκα με παιδιά. Και πάρε κι ένα σκύλο
που να 'χει δόντια κοφτερά και πλούσια τάιζέ τον
νυχτοπερπατητής κανείς το βιος σου μήπως κλέψει.
Και μάσε χόρτο τ' άχερο για να 'χουνε τα βόδια
και τα μουλάρια ολοχρονίς. Μετά τους υπηρέτες
άσ’ τους να ξεκουράσουνε τα δόλια γόνατά τους
και λύσε και τα βόδια σου. Και η Αυγούλα, Πέρση,
όταν η ροδοδάχτυλη αντικρύσει τον Αρκτούρο
και Σείριος και Ωρίονας όταν μεσουρανήσουν
τρύγησε τα σταφύλια σου και πήγαιν' τα στο σπίτι.
Στον ήλιο μέρες άπλωστα δέκα και δέκα νύχτες.
Και πέντε ημερόνυχτα συμμάζεψτα στον ίσκιο.
Το έκτο 'άδειασε στ' αγγειά του Διόνυσου το δώρο-
του χαροπλήμμυρου θεού. Και να βυθούν οι Υάδες
και οι Πλειάδες σα θα δεις κι ο Ωρίονας ο γίγας,
τότε καιρός να θυμηθείς πως έχει έρθει πάλι
η εποχή για τ' όργωμα. Κι έτσι στη γη επάνω
θα 'χει ακόμα μια χρονιά το γύρισμά της κλείσει.
Κι αν πόθος για της θάλασσας τα πάθια σε κατέχει
μάθε πως όταν τρέχοντας οι Πλειάδες να ξεφύγουν
τον τρομερόν Ωρίονα στα σκοτεινά τα βύθη
θα πέσουνε της θάλασσας, τότε είναι που ανέμοι
φυσομανάν κάθε λογής. Τότε να μην αφήσεις
στην αφρισμένη θάλασσα πια μέσα το καράβι
αλλά τη γη όπως σου 'χω πει-θυμάσαι;-να δουλεύεις.
Και το καράβι στη στεριά τράβα και γύρω γύρω
καλά με πέτρες στέριωσ’ το ν' αντέχει στων ανέμων
το νοτερό το φύσημα. Και βγάλε του τον πύρο
να μη σαπίσει απ' τη βροχή του Δία. Κι όλα τα ξάρτια
και τ' άρμενα, στο σπίτι σου μέσα να τα μαζέψεις,
κι όλα του πελαγόδρομου να καλοσυμμαζέψεις
του καραβιού σου τα φτερά. Τ' ομορφοδουλεμένο
τιμόνι πάνω απ' τον καπνό κρέμασε και καρτέρει
μέχρι που να 'ρθει ο καιρός και πάλι για ταξίδι.
Ρίξε το γρήγορο σκαρί στο κύμα τότε μέσα
και βόλεψε προσεχτικά μέσα του το φορτίο
για να γυρίσεις σπίτι σου με κέρδος, όπως, Πέρση,
έκανε ο πατέρας μας, αποξεκουτιασμένε
που θαλασσοδερνότανε τη φτώχεια να ξεφύγει.
Και με το μαύρο του κι εδώ καράβι κάποτε ήρθε,
μεγάλο αφού πέρασε της θάλασσας κομμάτι
την Κύμη την αιολική πίσω του παρατώντας
όχι γιατί εζήταγε τα πλούτη να ξεφύγει
ή την ωραία τη ζωή, παρά τη μαύρη φτώχεια
που δίνει ο Δίας στους θνητούς. Κι είχε στου Ελικώνα
μείνει κοντά ένα χωριό, την Άσκρα, παληοχώρι
που το χειμώνα είναι κακό, το καλοκαίρι άθλιο,
και πάντοτε στενάχωρο. Και πάντα να θυμάσαι
πως έχει κάθε μια δουλειά, Πέρση, την εποχή της'
κι απ' όλες περισσότερο τα ναυτικά ταξίδια.
Μικρό καράβι παίνευε μα φόρτωνε μεγάλο:
φορτίο μεγαλύτερο, περσότερο το κέρδος
αν οι άνεμοι κρατήσουνε κι ενάντια δε φυσήξουν.
Αν θέλει η κούφια σου καρδιά λοιπόν με το εμπόριο
απ' την πικρή να λυτρωθεί την πείνα κι απ' τα χρέη
τότε της θάλασσας εγώ της πολύβουης τους νόμους
θα σου διδάξω, αν κι εγώ τίποτα δεν κατέχω
γιατί δεν εταξίδεψα ποτέ μου με καράβι
πα' στην πλατιά τη θάλασσα παρά μονάχα όταν
στης Εύβοια επήγαινα από την Αυλίδα, όπου
κάποτε περιμένανε τη θύελλα να πάψει
όταν στρατό οι Αχαιοί πολύ είχανε μαζέψει
απ' την Ελλάδα, την ιερή να πάρουνε την Τροία
που 'χε γυναίκες όμορφες. Κείθε για τη Χαλκίδα
επέρασα λοιπόν κι εγώ να πάω για τους αγώνες
του άξιου του Αμφιδάμαντα, που είχαν διαλαλήσει
του μεγαλόκαρδου οι γιοι πολλά έπαθλα πως βάλαν.
Και όπου, να το πω μπορώ-νίκησα μ' έναν ύμνο
και τρίποδο με δυο λαβές ήτανε το βραβείο
που το αφιέρωσα εγώ στις Ελικώνιες Μούσες,
εκεί που με πρωτόβγαλαν στο δρόμο τον καθάριο
του τραγουδιού τους. Άλλη εγώ από καράβια πείρα
δεν έχω τα γερόδετα. Κι έτσι ακόμα όμως
του Αιγιδοκράτη θα σου πω τους ορισμούς του Δία
αφού οι Μούσες μ' έμαθαν τ' ανείπωτα τραγούδια.
Πενήντα μέρες ύστερα 'π' το γύρισμα του ήλιου
κι ύστερ' απ' του κουραστικού καλοκαιριού το τέλος
τότε έρχεται η κατάλληλη του ταξιδιού η ώρα.
Μήτε το πλοίο θα τσακιστεί τότε, μήτε τους ναύτες
θα σου τους πάρει η θάλασσα, πλην αν ο Ποσειδώνας
θελήσει ο κοσμοτρανταχτής, ή αν των αθανάτων
ο βασιλιάς, να χαλαστείς, ο Δίας το ‘βουλήθη-
γιατί κι οι δυο έχουν δύναμη καλό ή κακό να κάνουν.
Στρώνουνε τότ' οι αγέρηδες κι η θάλασσα ησυχάζει.
Ανέγνοιος όντας τοτε συ, μπιστέψου τους ανέμους.
Το γρήγορό σου τράβηξε στη θάλασσα καράβι
κι αφού όλο το φορτίο σου πάνω του βάλεις, βιάσου
όσο πιο γρήγορα μπορείς στο σπίτι να γυρίσεις.
Το νιο κρασί μην καρτερείς. Ούτε να περιμένεις
τις καλοκαιρινές βροχές ούτε και το χειμώνα
που 'ρχεται, ή τις άγριες τις θύελλες του Νότου
που ακολουθούνε τις βαριές βροχές του φθινοπώρου
που ρίχνει ο Δίας και που γερά τη θάλασσα ταράζουν
και φοβερό το πέλαγος απ' άκρη σ' άκρη κάνουν.
Μα υπάρχει και της Άνοιξης ακόμα το ταξίδι.
Γίνεται όταν ο άνθρωπος για πρώτη αντικρύζει
φορά στης αγριοσυκιάς την κορυφή να στέκουν
τόσο τρανά τα φύλλα της, όσο μετράει τ' αχνάρι
που η κουρούνα όπου πατεί στο χώμα αφήνει. Τότε
να τη διαβείς τη θάλασσα μπορείς-είναι η ώρα
του μπάρκου τ' ανοιξιάτικου. Μα τούτο το ταξίδι
εγώ δε θα το παίνευα γιατί μες στην ψυχή μου
την αναγάλλια δε σκορπά: το κυβερνάει η τύχη
και κάτι το δυσάρεστο δύσκολα θ' αποφύγεις'
Όμως στοχάζονται αναχλά οι άνθρωποι και το κάνουν-
στα χρήματα είναι ο νους των δύστυχων ανθρώπων.
Σκληρό είναι μες στα κύματα βέβαια να πεθαίνεις.
Μα στο μυαλό σου ολ' αυτά βάλ’ τα καθώς στα είπα.
Μη βάνεις μες στα βαθουλά καράβια όλο το βιος σου.
Ν' αφήνεις έξω πιο πολλά και φόρτωνε πιο λίγα'
φριχτή 'ναι μια καταστροφή στης θάλασσας το κύμα'
όπως και αν φορτώνοντας στ' αμάξι μέγα βάρος
σπάσει ο άξονας και πάει χαμένο το φορτίο.
Το μέτρο κράτα κι όλα σου κάν’ τα όταν είν' η ώρα.
Η ηλικία η σωστή γύρω στα τριάντα είναι
να μπάσεις μες στο σπίτι σου γυναίκα. Για το γάμο
αυτή 'ναι η πιο καλή εποχή. Για τη γυναίκα πάλι
μετά την ήβη τέσσερες χρονιές' την πέμπτη γάμο.
Να παντρευτείς παρθένα μια για να της μάθεις τρόπους'
και μάλιστα κάποιαν που ζει πολύ κοντά σε σένα.
Μα κοίτα να 'ξετάσεις πριν κι όλα γι αυτή να μάθεις
ώστε με σε να μη γελούν στο γάμο σου οι γειτόνοι.
Τίποτα πιο καλλίτερο δεν είναι για τον άντρα
απ' τη γυναίκα την καλή. Και πιο κακό δεν είναι
απ' την κακή, που το φαϊ στο νου της έχει μόνο
που δίχως να χρειάζεται φωτιά, τον άντρα καίει
όση αντοχή κι αν έχει αυτός και που τόνε γερνάει
προτού να φτάσει η ώρα του. Προφυλαγμένος να ’σαι
απ' των θεών την όργητα. Και μη το φίλο βάλεις
ποτέ στη θέση του αδερφού' κι αυτό αν ποτέ το κάνεις
ο πρώτος να μην είσαι εσύ που το κακό θ' αρχίσεις
ή που φλυαρώντας ψέματα θα πεις. Αλλ' αν εκείνος
πρώτος αρχίσει και ή πει κάτι άσχημο ή κάνει
να το θυμάσαι και διπλά να του το ξεπληρώσεις.
Αν όμως δεις και προσπαθεί και πάλι να τα φτιάξτε
κι αν έχει για την αδικιά μετανοήσει, δέξου.
Γιατί αχρείος είναι αυτός που όλο αλλάζει φίλους.
Και να μην είσαι υποκριτής. Δικαίωμα μη δώσεις
να πουν ότι φιλοξενείς πολλούς ή και κανέναν.
Ή πως παρέα με τους κακούς κάνεις και πως αρχίζεις
με τους καλούς μαλώματα. Και μη ποτέ τολμήσεις
την άθλια φτώχεια, την ψυχή που τρώει του ανθρώπου
να κοροϊδέψεις-οι θεοί τη δίνουνε οι αιώνιοι.
Ο πλούτος είναι ατίμητος της μαζεμένης γλώσσας
κι η χάρη της περσότερη με μέτρο σα μιλάει.
Αν πεις κακό, αύριο κι εσύ θ' ακούσεις πιο μεγάλο.
Και σε τραπέζι που πολλοί κάθονται κι έχουν βάλει
το μερδικό του ο καθείς, κατσούφης να μη δείχνεις'
γιατί μικρό το έξοδο και η χαρά μεγάλη.
στο Δία και στους αθάνατους τους άλλους να μην κάνεις
ποτέ σπονδές ώρα αυγινή με άπλυτα τα χέρια
γιατ' οι θεοί τις προσευχές θα στις γυρίσουν πίσω.
Και μη ποτέ σου να ουρείς στραμμένος προς τον ήλιο.
Κι από τη δύση του ηλιού ώσπου να βγει και πάλι
να μην ουρήσεις-πρόσεξε-ούτε στο δρόμο, ούτε
έξω απ' αυτόν βαδίζοντας, ούτε γυμνός αν είσαι.
Οι νύχτες είναι των θεών. Φρόνιμος όποιος είναι
κι όποιος τα θεία σέβεται, ή καθίζει, ή στον τοίχο
ζυγώνει μιας καλόχτιστης μάντρας. Κι αν είσαι σπίτι
και στην εστία κάθεσαι κοντά να 'χεις την έγνοια
μη σου φανούν τ' απόκρυφα με σπέρμα λερωμένα.
Κι όταν γυρνάς από καμμιά -έξω από μας!- κηδεία
παιδιά μη σπέρνεις' κάνε το σαν από φαγοπότι
κάποιας γιορτής γυρνάς θεών. Ποτέ να μην περάσεις
τ' ομορφοκύλιστο νερό των ποταμών των αιώνιων
το βλέμμα σου αν γυρίζοντας στ' ωραίο τους το ρέμα
δεν κάνεις πρώτα προσευχή κι αν μέσα στο νερό τους
τ' άσπρο και πολυπόθητο τα χέρια σου δεν πλύνεις.
Όποιος ποτάμι θα διαβεί με άνιφτα τα χέρια
και με συνείδηση βαριά, μ' αυτόν αγανακτούνε
οι αθάνατοι και συφορές αργότερα του δίνουν.
Σε φαγοπότι των θεών χαρούμενο σαν είσαι
μη με το μαύρο σίδερο κόβεις το ξεραμένο
απ' το πεντάκλαδο χλωρό. Και την κρασοκανάτα
ποτέ μη την τοποθετείς απάνω απ' το κροντήρι
την ώρα του πιοτού γιατί μεγάλη γρουσουζιά 'ναι.
Και μη το σπίτι ατέλειωτο τ' αφήσεις όταν χτίζεις
γιατί έτσι οι φλύαρες παντού θα κρώζουν οι κουρούνες.
Αν με θυσία εν' αγγειό δεν είναι αγιασμένο
μη φας σ' αυτό και μη λουστείς, αλλιώς κακό θα σ' έβρει.
Σε τάφους δωδεκάχρονο πάνω να κάτσει αγόρι
κάνει κακό-γιατί άναντρος γίνεται τότε άντρας.
Ούτε το δωδεκάμηνο. Γιατί το ίδιο είναι
Και ούτε μέσα στο νερό που λούστηκε γυναίκα
πρέπει ο άντρας να λουστεί. Τότε η τιμωρία
θα 'ρθει αργά και φοβερή-σίγουρα όμως θα 'ρθει.
Ουτ' ένας άντρας που βρεθεί μπρος σε φωτιά θυσίας
να κοροϊδεύει τα ιερά γιατ' οι θεοί θυμώνουν.
Στα μέρη που στη θάλασσα χύνονται τα ποτάμια
και στις πηγές, να μην ουρείς-πάντα να τ' αποφεύγεις'
ούτε ν' αποπατείς γιατί δεν είναι για καλό σου.
Άκου τα αυτά κι απ' την κακή μακριά να στέκεις φήμη.
Σηκώνεται εύκολα η κακή-γιατί αλαφριά 'ναι-η φήμη
μα είναι μεγάλο βάσανο μαζί σου να την έχεις
κι ακόμα δυσκολότερο μακριά σου να τη διώξεις.
Ποτέ δεν αφανίζεται ολότελα η φήμη
σαν ειπωθεί από πολλούς. Μία θεά κι αυτή 'ναι.
Από το Δία έρχονται οι μέρες κι άμα θέλεις
να τις φυλάς κανονικά, μάθε τους υπηρέτες
πως η τριακοστή είν' η πιο καλή του μήνα μέρα
για να ’ξετάσεις τις δουλειές που κάνανε, κι ακόμα
για να τους δώσεις το μιστό του μήνα, ώστε οι ανθρώποι
να ζούνε δίκια κρίνοντας με το σωστό το μέτρο.
Να του βαθύσοφου λοιπόν ποιες ειν' του Δία οι μέρες:
Η μέρα η πρώτη, η τέταρτη κι η έβδομη άγιες είναι'
την έβδομη γεννήθηκε ο χρυσόσπαθος Απόλλων
απ' τη Λητώ. Η όγδοη κι ή ένατη, δυο μέρες
της γέμισης του φεγγαριού, ειν' έξοχες ημέρες
για ν' ασχολούνται οι άνθρωποι με τις πολλές δουλειές τους.
Εντέκατη δωδέκατη καλές κι η μια κι η άλλη
για το προβατοκούρεμα και για το θέρισμα είναι
των γεννημάτων που χαρά μας δίνουνε' μα όμως
καλλίτερη η δωδέκατη απ' τη εντέκατη είναι
γιατ' η αεροπερπάτητη πλέκει η αράχνη τότε
το δίχτυ της. Μακρύτερες αυτές οι μέρες είναι
και τότε ο άντρας που 'χει νου θερίζει τη σοδειά του.
Τότε ας στήσει αργαλειό η γυναίκα να υφάνει.
Στις δεκατρείς απ' την αρχή του μήνα ν' αποφύγεις
αρχή να κάνεις της σποράς. Μα είν' η μέρα ετούτη
ημέρα που το φύτεμα που κάνεις προοδεύει.
Η έκτη απ' τη μεσομηνιά κακή για να φυτέψεις
αλλά καλή για τ' αγοριού τη γέννα. Για κορίτσια
είν' άσχημη αντίθετα-και για να γεννηθούνε
και για να παντρευτούν σ' αυτή. Καλή δεν είν' ουτ' η έκτη
από του μήνα την αρχή να γεννηθεί κορίτσι
αλλά γι αρνιών και κατσικιών μουνούχισμα καλή 'ναι,
μα και για μάντρα ολόγυρα να φτιάξεις, ώστε ασφάλεια
να έχει το κοπάδι σου. Καλή ακόμα είναι
αγόρι για να γεννηθεί σκληρή που θα 'χει γλώσσα
που θαν' όλο γλυκόλογα και ψέματα θα λέει
και τα κρυφαγκαλιάσματα πολύ θα του αρέσουν.
Το βαριομουγκανιάρικο το βόδι και ο κάπρος
την όγδοη μουνουχίζονται τη μέρα. Τα μουλάρια
τη μέρα τη δωδέκατη τα υπομονή γεμάτα.
Και τη μεγάλην εικοστή, την πιο μακριά ημέρα
ο άντρας που θα γεννηθεί, σοφός, γιατί θε να 'χει
μυαλό γερό και φρόνιμο. Καλή αντρογεννήτρα
η δέκατη είναι. Και καλή για κοριτσιών τη γέννα
η τέταρτη είναι σα μετράς απ' την αρχή του μήνα.
Τη μέρα ετούτη χάδευε, για να τα ησυχάζεις
τα βόδια τα στριφτόκερα που σερνοπερπατούνε,
τ΄ακούραστα μουλάρια σου, το σουβλοδόντη σκύλο.
Απόφευγε προσεχτικά τις ψυχοφάγες πίκρες
την τέταρτη απ' την αρχή του μήνα κι απ' το τέλος.
Γιατί πλαντάει το ριζικό μέσα σ' αυτές τις μέρες.
Και πρώτα αφού συμβουλευτείς τα ιερά σημάδια
που 'ναι γι αυτό τα πιο καλά, την τέταρτη του μήνα
στο σπίτι τη γυναίκα σου μέσα να οδηγήσεις
Κι οι μέρες να σε βάζουνε σ' έγνοια οι πέμπτες όλες.
Είναι σκληρές και τρομερές. Γιατί όπως λεν η πέμπτη
η μέρα, είναι που βόηθησαν οι Ερινύες στου Όρκου
τη γέννα, που η Έριδα τον γέννησε για να 'ναι
μαστίγιο στους επίορκους. Ως για το άγιο στάρι
της Δήμητρας, με προσοχή προσέχοντας μεγάλη
ρίχνε το στ' ολοστρόγγυλο τ' αλώνι έβδομη μέρα
μετά 'πο τη μεσομηνιά. Τότε κι ο ξυλοκόπος
ξύλα για χτίσιμο σπιτιού ας κόψει και δοκάρια
για το σκαρί των καραβιών. Για τα μικρά καράβια
από του μήνα τα μισά καλά τα δειλινά της'
κι η ένατη από την αρχή του μήνα ειν' εκείνη
που βλάβη αυτή ποτέ καμιά στον άνθρωπο δε φέρνει.
Είναι για φύτεμα καλή κι από άντρα και γυναίκα
κι είναι καλή να γεννηθεί κι αγόρι και κορίτσι.
Και δε θα βρεις ποτέ κακή να 'ναι μια μέρα σ' όλα.
Λίγοι ακόμα ξέρουνε πως πιο καλή απ' όλες
η εικοστή ειν' η έβδομη ν' αρχίσεις το βαρέλι
ή για να βάλεις το ζυγό στα βόδια, στα μουλάρια,
στ' άτια τα γοργοπόδαρα και για να ρίξεις μέσα
γοργό στη μαύρη θάλασσα πολύσκαρμο καράβι.
Και λίγοι όνομα σωστό δίνουν σ' αυτή τη μέρα.
Πιθάρι μέρα τέταρτη άνοιγε- ή τέταρτ' είναι
μετά από τη μεσομηνιά η πιο ιερή απ' όλες.
Και πάλι αυτό-δεν είν' πολλοί που έχουνε τη γνώση
πως ύστερ' απ' την εικοστή του μήνα, η τέταρτ' είναι
η μέρα, πιο καλή πρωί, χειρότερη το βράδυ.
πολύτιμες είναι αυτές οι μέρες στους ανθρώπους
που κατοικούν πάνω στη γη. Ασήμαντες οι άλλες,
κενές και δεν προσφέρουνε τίποτα στους ανθρώπους'
κι αν άλλος άλληνε παινά, λίγοι γνωρίζουν όμως.
στον άνθρωπο άλλοτε μητριά, άλλοτε μάννα η μέρα.
Μακάριος και τρισευτυχής ‘κείνος που αυτά τα ξέρει
κι εργάζεται χωρίς στους θεούς μιαν αφορμή να δώσει
και τους οιωνούς προσέχοντας τα σφάλματα αποφεύγει.
ΤΕΛΟΣ