Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

 ΤΟ ΞΥΛΟ
(μονόπρακτο)




Τόπος: Λος Άντζελες, δωμάτιο του Αζανί.
Χρόνος:1998.
Πρόσωπα: Αζανί, Νόρα, Ξύλο που μιλάει με τη φωνή του Αζανί


Όταν ανοίγει η αυλαία ο Αζανί κάθεται στην πολυθρόνα του κρατώντας στην αγκαλιά του ένα ξύλο. Μιλάει σ' αυτό.

ΑΖΑΝΙ
...Πήγα και χτες και προχτές. Τι να κάνω να ξαναπάω και σήμερα; Ξέρω: θα βγάλουν το ματωμένο χέρι τους έξω από τα κάγκελα και θα το βουτήξουν μέσα σ' ένα πηγάδι γεμάτο με ματωμένα κόκκαλα κα με εργαλεία βασανισμού. Θα βγάλουν από μέσα ένα τροχό και θα με ρωτήσουν: προτιμάτε αυτό; Όταν τους πω όχι, θα ξαναβάλουν το χέρι μέσα στο πηγάδι και θα βγάλουν να μου δείξουν ένα πυρακτωμένο σίδερο: αυτό; Ύστερα θα βγάλουν ένα μαχαίρι, ένα πιστόλι, τέλος ένα χαρτί διπλωμένο που θα τ΄ανοίξουν μπροστά μου κι από μέσα θα χυθεί μία άσπρη σκόνη- δηλητήριο. Ύστερα γεμάτοι ευγένεια θα μου πουν: λυπούμαστε, δεν υπάρχει τίποτε
άλλο για σήμερα. Δώδεκα χρόνια τώρα το ίδιο...Ναι. έχεις δίκιο, μόνο έτσι θα πειστούν ν' αποδώσουν δικαιοσύνη. Τι λες, θα το κάνεις;..Ναι, σε καταλαβαίνω, θα περιμένω όσο νομίζεις πως πέρασε αρκετός καιρός ώσπου να τους αναλάβεις εσύ....Όχι...Μα ναι, ναι..
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Αζανί σηκώνεται.)
Ναι, έχεις το λόγο μου πως δε θα κάνω τίποτε ώσπου εσύ μου πεις.
(Φτάνει στην πόρτα, κάνει να την ανοίξει, στέκεται, γυρίζει πίσω, αφήνει το ξύλο στο τραπέζι και διευθύνεται πάλι προς την πόρτα. Ανοίγει. Στο άνοιγμα στέκει η Νόρα)
Καλώς τηνε.

ΝΟΡΑ
Γεια σου.
(Στέκει για λίγο εκεί)
Δε θα μου πεις να περάσω;

ΑΖΑΝΙ
Πέρασε. Κάθισε.
(Η Νόρα μπαίνει και στέκει όρθια. Ο Αζανί τής πηγαίνει μια καρέκλα)
Κάθισε.

ΝΟΡΑ
(Εξακολουθεί να στέκει όρθια)
Αυτό μόνο έχεις να μου πεις; Αυτό μόνο έχεις να κάνεις;

ΑΖΑΝΙ
Μα κάθισε λοιπόν. Όρθια θα στέκεις;

ΝΟΡΑ
(Κάθεται στην άκρη της καρέκλας)
Ήρθα!

ΑΖΑΝΙ
(Χαμογελώντας)
Το βλέπω.
(Μικρή σιωπή)
Πόσος καιρός πέρασε;

ΝΟΡΑ
Από πότε; Από τότε που μου 'πες πως μ' αγαπάς; Από τότε που μου έγραφες φλογερά γράμματα; Από τότε που ιδωθήκαμε για τελευταία φορά;

ΑΖΑΝΙ
Από τότε που ιδωθήκαμε για τελευταία φορά. Πόσος καιρός-πόσα χρόνια πέρασαν;

ΝΟΡΑ
Ένας χρόνος, εννιά μήνες και έντεκα μέρες.

ΑΖΑΝΙ
Τόσο πολύ! Μετράς και τις μέρες.

ΝΟΡΑ
Εσύ όχι;

ΑΖΑΝΙ
Όχι. Δηλαδή όχι για το σκοπό που τις μετράς εσύ.
(Σιωπή)

ΝΟΡΑ
Να φύγω;

ΑΖΑΝΙ
Όπως θέλεις.

ΝΟΡΑ
Δε μιλώ στον Αζανί. Όχι. Κάποιος άλλος είσαι. Βέβαια είναι πολύς καιρός δυο χρόνια-αλλά και τέτοια αλλαγή...

ΑΖΑΝΙ
Όλα αλλάζουν.

ΝΟΡΑ
Πες μου, με θυμάσαι τουλάχιστον ή έχεις ξεχάσει και ποια είμαι; Πες μου-ποια είμαι; Πώς με λένε;

ΑΖΑΝΙ
Είσαι η Νόρα.

ΝΟΡΑ
Ναι, μπράβο. 'Αραγε δεν έχασες τη μνήμη σου. Κάτι άλλο έχασες. Έχασες την αγάπη σου.

ΑΖΑΝΙ
(Σαν να ονειρεύεται)
Την αγάπη μου;..Την αγάπη μου;..Ναι, την αγάπη μου...βέβαια, την αγάπη μου για σένα.

ΝΟΡΑ
Ώστε λοιπόν..

ΑΖΑΝΙ
Ναι, είναι αλήθεια.

ΝΟΡΑ
..δε μ' αγαπάς πια;

ΑΖΑΝΙ
Όχι, δε σ' αγαπώ πια.
(Η Νόρα αφήνεται σαν λιπόθυμη στην καρέκλα. Ο Αζανί πλησιάζει για να τη βοηθήσει. Εκείνη τον απωθεί ήπια αλλά σταθερά, σηκώνεται και πηγαίνει και κάθεται στο πάτωμα, ακουμπώντας την πλάτη της στον τοίχο)
Γιατί κάθισες εκεί;

ΝΟΡΑ
Κι εδώ που κάθομαι πάλι είμαι ψηλότερα από όπου έπεσα ύστερα απ' αυτό που μου είπες.

ΑΖΑΝΙ
Συγνώμη.

ΝΟΡΑ
Δεν είναι αυτό που περιμένω. Δε θέλω συγνώμες. Θέλω να μάθω το γιατί. Τι έτρεξε. Τι έγινε, τι συνέβη και δε μ' αγαπάς πια.

ΑΖΑΝΙ
Έχει σημασία για σένα;

ΝΟΡΑ
Έχει μεγάλη σημασία. Πες μου λοιπόν.

ΑΖΑΝΙ
Είναι μεγάλο διάστημα δύο χρόνια. Πολλά μπορεί να συμβούν.

ΝΟΡΑ
Δεν είναι δυο χρόνια. Τέσσερις μήνες είναι. Μέχρι τοτε λάβαινα γράμματά σου .Είναι η αλήθεια όχι τόσο θερμά όπως πριν, όμως πάντοτε γράμματα αγάπης. Αυτό σήμαινε πως ακόμα τότε μ΄αγαπούσες. Ό,τι έγινε έγινε μέσα σ' αυτούς τους τέσσερις μήνες.

ΑΖΑΝΙ
Η αλήθεια είναι πως νόμιζα πως σε αγαπώ.

ΝΟΡΑ Νόμιζες;

ΑΖΑΝΙ
(Συνεχίζοντας)
Νόμιζα πως είσαι για μένα η ευτυχία. Νόμιζα πως βρήκα τη μεγάλη αγάπη. Την αγάπη που μια μόνο φορά νιώθει κανείς στη ζωή του. Την πραγματική αγάπη. Με απόφευγες. Μετά από πολλές προσπάθειες που έκανα για να σε δω, σου μίλησα για την αγάπη μου. Μου είπες ότι η καρδιά σου είναι αλλού δοσμένη. Λες και η καρδιά είναι ένα τόπι που πηγαίνει από το ένα στο άλλο χέρι.

ΝΟΡΑ
Δε σου είπα ψέματα. Εκείνο τον καιρό είχα γνωρίσει κάποιον. Με αγαπούσε, είχαμε σχέσεις. Πώς ξαφνικά θα τον άφηνα για κάποιον ξένο που μπήκε μέσα στη ζωή μου και μου 'πε πως με αγαπά;

ΑΖΑΝΙ
Δε σου 'δωσα άδικο. Ούτε σε παρεξήγησα ποτέ γι αυτήνε σου την αντίδραση. Το δέχτηκα. Σε είδα μερικές φορές ακόμα με διάφορες προφάσεις. Μιλήσαμε. Στην αρχή έδειξες μια διάθεση να με κοροϊδέψεις, να με ειρωνευτείς γι αυτή μου την
ξαφνική αγάπη. Αυτό όμως το 'διωξες γρήγορα και έδειξες μάλιστα πως στενοχωριέσαι για τη θέση στην οποία είχα βρεθεί.

ΝΟΡΑ
Σου το είπα κιόλας.Πάντοτε ήμουνα ειλικρινής μαζί σου. Μου είπες πως αφού δεν αλλάζω γνώμη δε θα με ξαναδείς. Πως θα με άφηνες ήσυχη να σκεφτώ και με τον καιρό, ν' αποφασίσω. Να διαλέξω. Κι έφυγες. Πριν δυο χρόνια. Μου έγραφες όμως.

ΑΖΑΝΙ
Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Χωρίς εσένα μου έλειπε κάτι. Κάτι που μόνο αν θα το είχα, νόμιζα πως ήμουν ολόκληρος ο εαυτός μου. Ήτανε γράμματα αγάπης, αυτό θυμάμαι μόνο γι αυτά. Πόσο υπόφερα από σένα...Πόσες νύχτες έπαιρνα τους δρόμους γυρεύοντας με κάτι να σε αντικαταστήσω...Πόσες φορές δεν πήγα στη δουλειά μου νυσταγμένος. .απορώ πώς δε μ' απόλυσαν. Ναι, σου 'γραφα. Σου 'γραφα γράμματα αγάπης.

ΝΟΡΑ
Τι ωραία γράμματα! Τι πάθος, τι πόνος, τι απελπισία...Τα γράμματά σου είναι που μ' έκαναν και πήρα μιαν απόφαση. Ήταν σαν να 'χα μπροστά μου ανοιχτή την ψυχή σου. Κι έβλεπα μέσα της. Και είδα τη μεγάλη σου αγάπη. Και άφησα τον άλλο. Και ήρθα να σε βρω και να πέσω στην αγκαλιά σου. Τι πιο τέλειο από δυο ανθρώπους
που αγαπάει ο ένας τον άλλο; Και πήγα στο σπίτι σου, εκεί που έμενες όταν χωρίσαμε. Και δε σε βρήκα. Μήνες έψαχνα να σε βρω. Γιατί σταμάτησες να μου γράφεις; Γιατί έφυγες από το σπίτι σου; Γιατί κρύφτηκες από μένα; Μου χρωστάς μιαν εξήγηση. Τα γράμματά σου ήτανε μια συνέχεια στη σχέση μας. Ήτανε σαν να σε έβλεπα, Ήτανε σαν να είχα εσένα τον ίδιο μπροστά μου όταν είχα ένα γράμμα σου δίπλα μου. Και με απόσπασες από τον άλλο. Μ' έκανες να σ' αγαπήσω.

ΑΖΑΝΙ
Το κατάλαβα από τις λιγόλογες απαντήσεις σου στα γράμματά μου. Γι αυτό έφυγα. Για να μη με βρεις. Για να μην πληγωθείς από την αλήθεια. Πώς με βρήκες;

ΝΟΡΑ
Τι σημασία έχει; Το έμαθα από τη Λάρα, μιαν από τις πρόσκαιρες κατακτήσεις σου.

ΑΖΑΝΙ
Δε σου έκρυψα τίποτα. Ναι, είχα κατακτήσεις όπως τις λες-το ζώο μέσα μας ποτέ δεν ησυχάζει. Θέλει κι αυτό την τροφή του. Του την έδινα. Και του τη δίνω. Οι γυναίκες!..Φευγαλέα περιστατικά της ζωής! Πλούσια γεύματα στο τραπέζι του κτήνους. Ψίχουλα στης ψυχής την πεθυμιά.

ΝΟΡΑ
"Οι γυναίκες"; Αυτό είναι λοιπόν οι γυναίκες για σένα; Αυτό είμαι εγώ για σένα; "Οι γυναίκες"...σαν να λες οι πέτρες του δρόμου..

ΑΖΑΝΙ
Δεν κατακρίνω κανέναν και καμιά. Δεν είναι κατάκριση να λες ό,τι πιστεύεις.

ΝΟΡΑ
Πες μου λοιπόν, δώσε μου την απάντηση στην ερώτηση που δεν τολμώ να σου κάνω-κάποιαν από αυτές αγάπησες-ναι;

ΑΖΑΝΙ
Όχι! Πώς θα μπορούσε; Όχι!

ΝΟΡΑ
Τι συμβαίνει λοιπόν; Κάτι έξω από τον κόσμο μας σου πήρε το μυαλό; Κάτι αόρατο σ' έχει αδράξει; Κάπου αλλού βρήκες ό,τι ζητούσες ή εγκατέλειψες κάθε ελπίδα κι έχεις αφεθεί στο χαμό; Σου είπα: μου χρωστάς μιαν απάντηση. Γιατί σ' αγαπώ. Πάλεψα για πολύν καιρό ανάμεσα στους δυο σας. Και ήξερα πως όποιος επικρατήσει
θα είμαι το έπαθλό του για ολόκληρη τη ζωή μου. Ούτε μικρή είμαι για να έχω περιθώρια ν' αλλάξω, ούτε κενή για να παίρνω αποφάσεις που αύριο θα τις αλλάξω. Πάλεψα με τον εαυτό μου, θα πει με όλα τα στοιχεία της φύσης. Και νίκησες εσύ. Κυριάρχησες στην καρδιά και στην ψυχή μου. Και πασίχαρη ήρθα να σου το πω.-Πασίχαρη αλλά και φοβισμένη από την απουσία σου για μήνες. Έλεγα πως κάτι θα'χεις πάθει. Τα γράμματά μου γύριζαν πίσω. Και όταν σε βρήκα περίμενα να με αγκαλιάσεις και να βρούμε ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου την ευτυχία. Και συ μου είπες όταν με είδες γεια σου, κάθησε. Σαν να ήμουνα ένας από τους πελάτες
σου. Τι λέω…σ' αυτούς θα έδειχνες πιο οικείος. Δεν είμαι μια ξένη, σ' αγαπώ. Τι ειρωνία! Όταν εσύ με αγαπούσες εγώ δε σ' αγαπούσα. Τώρα που εγώ σε αγαπώ, δε μ' αγαπάς εσύ. Παιχνίδια που παίζει η ζωή! Όμως θυμήσου τη δική σου κατάσταση όταν με αγαπούσες-θυμήσου τον πόνο σου και δος μου μιαν απάντηση. Εγώ σου έδωσα την ελπίδα. Εσύ δος μου αν θέλεις την απελπισία, όμως δος μου κάτι. Να μη φύγω από το μέρος αυτό άδεια. Ας πάρω το θάνατο μαζί μου. 'Ομως κάτι είπες-είπες πως δεν έχεις αγαπήσει κάποιαν άλλη γυναίκα. Τότε λοιπόν τι;

ΑΖΑΝΙ
Νόρα, δεν έχω αντίρρηση αν επιμένεις να σου εξηγήσω. Όμως καλλίτερα δε θα 'τανε να φύγεις έτσι; Δε σου φτάνει που τώρα δε σ' αγαπώ και που-στο λέω-δεν πρόκειται να σε αγαπήσω; Υπόφερα κάποτε για σένα, θα υποφέρεις και συ για μένα λιγότερο ή περισσότερο, κι ύστερα θα με ξεχάσεις.

ΝΟΡΑ
Πώς το ξέρεις ότι θα σε ξεχάσω; Ώστε δεν πρόκειται ούτε να μ' αγαπήσεις ποτέ...επιμένω: πες μου τι συμβαίνει. Είσαι λοιπόν πεθαμένος κιόλας; Δεν μπορείς ν' αγαπάς πια; Όχι, δε θέλω να χωρίσουμε έτσι. Δύο χρόνια ζω με τη σκέψη σου να με βασανίζει ώσπου να τη δεχτώ. Δυο χρόνια γνώρισα όλα τα σπαθιά κι όλες
τις πυρκαγιές της. Μετά το σπαθί έρχεται το αίμα, μετά τη φωτιά έρχεται η στάχτη. Δώσε μου τα να κλείσει η αυλαία στο θέατρο που παίζουμε οι δυο μας. Ακούω την καταδίκη μου.

ΑΖΑΝΙ
Αφού επιμένεις θα σου πω. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος πως θα καταλάβεις.

ΝΟΡΑ
Ω! Μη γίνεσαι υπερβολικά εγωιστής. Έδειξες αρκετά τον εγωισμό σου με τις δηλώσεις σου από την ώρα που ήρθα. Ξέρω...ξέρω...είσαι ειλικρινής..Μα μη με θεωρείς τόσο κατώτερη πνευματικά. Αν οι γυναίκες είναι για σένα κατώτερα όντα, θεώρησε εμένα σαν μιαν από τις καλλίτερες απ' αυτές και σαν άξια να συζητήσει μαζί σου.

ΑΖΑΝΙ
Δεν κατηγόρησα τις γυναίκες. Τις τοποθέτησα απέναντι στον άντρα. Σε βλέπω αποφασισμένη όμως να πάρεις την απάντηση. Θα υποκύψω, αν και προσπάθησα να αποφύγω τη συνάντησή μας αυτή. Όταν λοιπόν μου είπες πως δε μ' αγαπάς και μ' έδιωξες, προσπάθησα με κάθε τρόπο να βρω μια λύση στο πρόβλημα που με βασάνιζε. Μια λύση που θα ανακούφιζε τον πόνο μου. Καρπός αυτής μου της προσπάθειας ήτανε το τέλος της αγάπης μου για σένα και η αρχή μιας καινούργιας-της αληθινής μου αγάπης.
ΝΟΡΑ
Μου είπες πως δεν αγάπησες άλλη γυναίκα.

ΑΖΑΝΙ
Και σου είπα την αλήθεια. Μα άφησέ με να σου μιλήσω. Σου είπα, μπορεί και να μη με καταλάβεις, μα αυτό θα φανεί. Για τώρα άκουσέ με.

ΝΟΡΑ
Σε ακούω.

ΑΖΑΝΙ
Τι άλλο όπλο είχα για να προσπαθήσω παρά το μυαλό μου; Άρχισα λοιπόν να σκέφτομαι. Αφού με την ανάπτυξη της διανόησης ο άνθρωπος έφτασε στην αγάπη, σκέφτηκα πως ίσως με τη βοήθειά της θα γλίτωνα κι εγώ από
τα νύχια της. Διάβασα ιστορίες για ανθρώπους που αγάπησαν χωρίς ν' αγαπηθούν. Άλλες γι ανθρώπους που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν. Οι πρώτες έσβηναν με τον καιρό, οι δεύτερες σκοτώνονταν μ' ένα γάμο ή από τη συνήθεια. Δηλαδή δεν ήσαν αγάπες. Γιατί αγάπη σημαίνει ανυστερόβουλη αφοσίωση για πάντα. Όμως ο
άνθρωπος δεν είναι φτασμένος ακόμα στο σημείο να δίνει χωρίς να παίρνει σαν αντάλλαγμα κάτι. Στην περίπτωση της αγάπης άντρα και γυναίκας ο καθένας θέλει να πάρει από τον άλλονε. Δε δίνει τίποτε, καμώνεται καμιά φορά πως δίνει-να πάρει μόνο θέλει. Κι αυτό που θέλει να πάρει είναι η ευτυχία. Ευτυχία πάλι είναι να μην έχεις προβλήματα. Και αυτό είναι δυνατό μόνο αν κάποιος πάρει και λύσει τα προβλήματά σου. Όμως ο κάποιος αυτός, για να μπορέσει να κάνει δικά του τα προβλήματά του πρέπει να μην έχει δικά του. Πρέπει να αφιερώσει τον εαυτό του στην υπηρεσία του ανθρώπου που αγαπά-πρέπει να θυσιαστεί γι αυτόν. Πρέπει να γίνει δούλος του. Η αγάπη είναι δουλεία. Και αυτό ειναι αδύνατο για
τους ανθρώπους. Η αγάπη είναι λοιπόν κάτι απραγματοποίητο, κάτι αδύνατο για τους ανθρώπους. Η αγάπη είναι ένα ψέμα. Όταν έλεγα πως σ' αγαπώ, όταν λες πως μ' αγαπάς, λέμε ψέματα. Δίνουμε ψεύτικη σάρκα και οστά στις ελπίδες μας και χτίζουμε ένα φάντασμα όπως μας αρέσει. Και αυτό είναι ό,τι λέμε αγάπη. Τυραννιόμαστε για κάτι ανύπαρκτο. Παθιαζόμαστε για μιαν ουτοπία.

ΝΟΡΑ
Η ζωή μας είναι μικρή. Η ζωή μας είναι ψεύτικη. Τι είμαστε; Μια χούφτα χώμα που όλο κι όλο που ζητάει για να χαρεί, είναι να σμίξει με μιαν άλλη χούφτα χώμα. Σε μια ψεύτικη ζωή μια ψεύτικη αγάπη ταιριάζει. Τι θα 'θελες; Να γίνεις θεός; Να γνωρίσεις το άπειρο; Αγάπη είναι ό,τι λέμε πως είναι αγάπη. Αγάπη είναι να γεμίσεις με ψέμα ώστε να μην μπορεί τίποτε άλλο να χωρέσει μέσα σου. Ούτε η αλήθεια που θα 'δειχνε πόσο ψέμα είναι το ψέμα σου. Όμως αυτό το ψέμα τι όμορφο που είναι!

ΑΖΑΝΙ
Αυτή είναι η ανθρώπινη αγάπη αλήθεια. Μέσα σ' αυτό το ψέμα θα βύθιζα κι εγώ αν δεν καταλάβαινα την πλάνη μου κι εξακολουθούσα να σ' αγαπώ.

ΝΟΡΑ
Όμως με αυτό το ψέμα θα περνούσε όμορφα η ζωή μας. Κι εγώ θα ήμουν δική σου, αποκλειστικά δική σου. Θα ζούσα το ψέμα μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια όπως έπρεπε. Θα τηρούσα όλους τους κανόνες.

ΑΖΑΝΙ
Θα ήσουν κοντά μου κάθε στιγμή;

ΝΟΡΑ
Και βέβαια.

ΑΖΑΝΙ
Θα εξακολουθούσες να δουλεύεις βέβαια.

ΝΟΡΑ
Φυσικά.

ΑΖΑΝΙ
Θα μπορούσες να ζήσεις έστω και ένα λεφτό μακριά μου κι αυτό το λες αγάπη;

ΝΟΡΑ
Μα...πώς...δε θα δούλευα;

ΑΖΑΝΙ
Θα άνοιγες το στόμα σου για να μιλάς και σε άλλους άντρες κι αυτό το λες αγάπη; Και θ' άγγιζες κι άλλους άντρες;

ΝΟΡΑ
Η κοινωνία έχει τις απαιτήσεις της...Η ψυχή μου όμως η σκέψη μου και κάθε χτύπος της καρδιάς μου θα 'ταν για σένα.

ΑΖΑΝΙ
Και πώς αυτό θα το ήξερα εγώ;

ΝΟΡΑ
Θα στο 'λεγα κάθε στιγμή.

ΑΖΑΝΙ
Κι ό,τι θα 'θελα θα μου το' δινες χωρίς να στο ζητήσω;

ΝΟΡΑ
Τα πράγματα που θα ήξερα πως τα θέλεις ναι. Τι ερωτήσεις είναι αυτές;

ΑΖΑΝΙ
Η αγάπη δε ζει στα όρια της κοινωνίας. Και αγάπη δεν είναι να λες σ' αγαπώ. Αγάπη είναι να είσαι μαζί. Για όλα αυτά αγάπη δε γίνεται να υπάρξει ανάμεσα σε ανθρώπους. Οι ελπίδες δε φτερώνουν. Από την άλλη πάλι η ευτυχία βρίσκεται στην αγάπη, που θα πει στη δουλεία.

ΝΟΡΑ
Λοιπόν έπαψες να θέλεις να είσαι ευτυχισμένος;

ΑΖΑΝΙ
Δεν θέλω να είμαι. Είμαι ευτυχισμένος. Αγαπώ και αγαπιέμαι. Αληθινά και όχι ψεύτικα.

ΝΟΡΑ
Πώς αφού δεν υπάρχει αληθινή αγάπη ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα;

ΑΖΑΝΙ
Σου είπα-δεν αγαπώ καμία γυναίκα.

ΝΟΡΑ
Και τι αγαπάς;

ΑΖΑΝΙ
(Δείχνει το ξύλο πάνω στο τραπέζι)
Αυτό.

ΝΟΡΑ
Τι είναι αυτό;

ΑΖΑΝΙ
Δε βλέπεις; Ένα ξύλο.
(Σιωπή)

ΝΟΡΑ
Αγαπάς ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ναι.

ΝΟΡΑ
Αστειεύεσαι μαζί μου.

ΑΖΑΝΙ
Σου είπα πως δε θα καταλάβαινες.

ΝΟΡΑ
Τι βρίσκεις στο ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ό,τι δε βρήκα πουθενά αλλού.

ΝΟΡΑ
Πώς μπορεί ο άνθρωπος ν' αγαπήσει ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Αν καταλάβαινες, θα παραξενευόσουν περισσότερο πώς μερικοί άνθρωποι αγαπούν το θεό, τη γάτα, το σκύλο τους, τη συλλογή των γραμματοσήμων τους κι όχι πώς εγώ αγαπάω το ξύλο. Αγάπη είναι ν΄αγαπάς. Κάτι. Ο,τιδήποτε. Να του δώσεις εσύ την ύπαρξή σου και κείνο να σου δώσει τη δική του. Να σε νιώσει και να το νιώσεις.

ΝΟΡΑ
Η αγάπη του θεού προϋποθέτει πίστη. Η αγάπη για το σκύλο μας είναι μια παραξενιά. Ως για τα γραμματόσημα, αυτό είναι ένα από τα πολλά χόμπυ.

ΑΖΑΝΙ
Με όποιον τρόπο και να σκεφτείς αγαπώ το ξύλο μου αυτό. Και με όσους ακόμα ούτε περνούνε από το μυαλό σου. Ούτε ακόμα από το δικό μου μυαλό.
Αγαπώ και αγαπιέμαι. Είμαι ευτυχισμένος. Δε θέλω άλλη, ψεύτικη αγάπη. Αγαπώ με την πραγματική αγάπη. Με κείνη που οι ψυχές ενώνονται στην αιωνιότητα. Με κείνη που το αντικείμενό της είναι ο κόσμος όλος για μένα και εγώ είμαι όλος ο κόσμος γι αυτό.
Δε λείπει στιγμή από κοντά μου. Δε μιλάει με άλλους ανθρώπους. Προλαβαίνει κάθε μου επιθυμία. Είναι ο φύλακας άγγελός μου. Αλλά κι εγώ του χαρίζω κάθε μου σκέψη και όλη μου την αφοσίωση. Το λατρεύω. Και τώρα που έμαθες, σε παρακαλώ άφησέ με να το πάρω στην αγκαλιά μου, να το έχω πάνω μου. Δεν μπορώ να κάνω ούτε στιγμή δίχως εκείνο, ούτε αυτό χωρίς εμένα. Τόσην ώρα που μιλάμε μου ζητάει να το πάρω.

ΝΟΡΑ
Σου ζητάει να το πάρεις; Πώς στο ζητάει;

ΑΖΑΝΙ
Μου μιλάει-πώς αλλιώς;

ΝΟΡΑ
Όταν σε γνώρισα πριν δυο χρόνια ήσουν καλά στα μυαλά σου. Φαίνεται όμως πως στο μεταξύ κάτι έπαθες καημένε μου Αζανί.

ΑΖΑΝΙ
Ό,τι και να πεις σε δικαιολογώ. Δεν μπορείς να καταλάβεις. Για σένα είναι φυσικό να λες αυτά που λες.

ΝΟΡΑ
Τι να καταλάβω; Πως αγάπησες ένα ξύλο και πως σ' αγάπησε κι αυτό;

ΑΖΑΝΙ
Ακριβώς. Όμως θα το πάρω. Μη με παρεξηγήσεις αν μπορείς.
(Παίρνει το ξύλο και το σφίγγει στην αγκαλιά του.Στη συνέχεια της συζήτησης το κρατεί στην αγκαλιά του σαν κάτι αγαπημένο)

ΝΟΡΑ
Σοβαρά μιλάς λοιπόν; Αγαπάς αυτό το…το πράγμα.

ΑΖΑΝΙ

Ακριβώς.

ΝΟΡΑ
Ένα κρύο, άψυχο, σκληρό, άκομψο, αστείο αντικείμενο; 'Ενα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Ναι, ένα ξύλο.

ΝΟΡΑ
Γι αυτό έπαψες ν' αγαπάς εμένα;

ΑΖΑΝΙ
Δεν έπαψα να σε αγαπώ, Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει.

ΝΟΡΑ
Αγάπη είναι ν' απλώνει τα χέρια του και να φουχτώνει τα δυο στρογγυλά, θερμά, σπαρταριστά μήλα της γυναίκας. Αγάπη είναι για τον άντρα ν' αγκαλιάζει με οικειότητα το γυμνό κορμί της γυναίκας κι εκείνη να μη τον απωθεί. Αγάπη για τον άντρα είναι να φιλάει δυο γυναικεία χείλια. Είναι να μπορεί ν' ανοίγει τα πόδια της γυναίκας και να βλέπει ανάμεσά τους την Κόλαση ντυμένη ρούχα παραδείσου. Δεν είναι να 'χει παρέα του ένα ξύλο.

ΑΖΑΝΙ
Αυτό που λες δεν είναι αγάπη. Αυτό είναι ένας πόθος από τους τόσους που μας παιδεύουνε στη ζωή. Είναι κάτι ασήμαντο. Η αγάπη είναι δουλεία-αυτό είναι η αγάπη.

ΝΟΡΑ
Είσαι δούλος αυτού του ξύλου;

ΑΖΑΝΙ
Και αυτό δούλος δικός μου.

ΝΟΡΑ
Και είναι πάντοτε δίπλα σου-κοντά σου;


ΑΖΑΝΙ
Πάντοτε, γιατί το παίρνω μαζί μου πάντοτε.

ΝΟΡΑ
Και προλαβαίνει κάθε σου επιθυμία;

ΑΖΑΝΙ
Ναι. Όμως επειδή δεν μπορεί να κινηθεί και να με υπηρετήσει, κάνω εγώ για τον εαυτό μου εκείνα που μου λέει, δείχνοντάς μου έτσι το διαρκές ενδιαφέρον του για μένα.

ΝΟΡΑ
Σου μιλάει λοιπόν το ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Μου μιλάει, αλλά εσύ δεν μπορείς να το ακούσεις, ούτε κανένας άλλος, γιατί ούτε συ, ούτε κανένας άλλος δεν το αγαπάει.

ΝΟΡΑ

Και τι σου λέει το ξύλο σου;

ΑΖΑΝΙ
Ω! Μιλάμε για πολλά πράγματα. Τώρα που εσύ είσαι εδώ μου μιλάει για σένα.

ΝΟΡΑ
Μπα! Και τι σου λέει για μένα;

ΑΖΑΝΙ
Πως δεν κάνω καλά που κάθομαι και μιλάω μαζί σου για την αγάπη.
Πως ο καιρός που χάνω μαζί σου είναι πολύτιμος για μένα, επειδή η σωστή χρησιμοποίησή του θα με κάνει να γίνω άξιος της αθανασίας.

ΝΟΡΑ
Είναι λοιπόν ένα φιλόσοφο ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Όπως όλα τα ξύλα. Όπως όλα τα πράγματα.

ΝΟΡΑ
Και τι άλλο σου λέει για μένα το ξύλο σου;

ΑΖΑΝΙ
Ρώτησέ το. Θα ακούσει και θα σου απαντήσει. Και επειδή δεν μπορείς να ακούσεις την απάντησή του, θα σου τη λέω εγώ που την ακούω.

ΝΟΡΑ
Αισθάνομαι γελοία που θα ρωτήσω κάτι ένα ξύλο.

ΑΖΑΝΙ
Δεν είσαι η μόνη…αλλά να! Σου απαντάει το ξύλο: "Δεν είσαι η μόνη. Όλοι οι άνθρωποι, αιώνες, χιλιετηρίδες χιλιετηρίδων τώρα, τα ίδιο θα αιστάνονταν μιλώντας σ' ένα ξύλο. Είναι που κανείς δεν ήτανε αρκετά δυνατός για να νιώσει".

ΝΟΡΑ
Να νιώσει τι;

ΑΖΑΝΙ
"Να νιώσει τι, ρωτάς και περιμένεις απάντηση, λες κι έχετε μέθοδο συνεννόησης μεταξύ σας οι άνθρωποι, Λες και αυτό που λέτε γλώσσα σας επιτρέπει να γνωρίσετε τι θέλει να πει ο ένας στον άλλο. Θα προσπαθήσω με λέξεις ανθρώπινες να σου δώσω να καταλάβεις ,πράγμα αδύνατο, αλλά τουλάχιστο να πλησιάσεις στην
κατανόηση της αλήθειας. Κανείς λοιπόν δεν ήταν ικανός να νιώσει τη δυναμική των γραμμών της αιωνιότητας. Και εκτός από τον Αζανί, ούτε και σήμερα είναι κανείς ικανός να τη νιώσει.

ΝΟΡΑ
Είναι τόσο δύσκολο αυτό;

ΑΖΑΝΙ
Είναι τόσο δύσκολο-ακατόρθωτο είναι για σένα. Γιατί κάθε λέξη έχει τέτοια μπερδεμένη σημασία, γιατί κάθε λέξη προϋποθέτει για να τη νιώσεις τη γνώση τόσων άλλων λέξεων, γιατί η έννοια που οι συνδυασμοί της γλώσσας σας εκφράζουν, δεν μπορούν να συλληφθούν από τον εγκέφαλό σας επειδή χάνεται στα μισά του δρόμου και για κείνον που τη λέει και για κείνον που την ακούει. Επειδή τέλος η αρχική προσπάθειά σας για συνεννόηση μεταξύ σας βασίστηκε σε λάθος όργανο. Και παραδέρνετε έκτοτε-δηλαδή για πάντα αδαείς, ανίδεοι, απληροφόρητοι, ανεπικοινώνητοι. Μόνοι. Και όλες τις φορές που ο άνθρωπος προσπάθησε ν'
ανέβει, ανέβηκε όχι προς την κατανόηση και την αλήθεια, αλλά προς την άγνοια και το ψέμα. Ο άνθρωπος είναι ανίκανος να δει την όψη των πραγμάτων όπως είναι και να σωθεί. Τη βλέπει όπως τη ζωγραφίζουν τα μάτια του και τ' αυτιά του. Και κάθε φορά ο άνθρωπος πιάνεται από τις γνώσεις που του δίνει το μυαλό του και
προχωράει. Και φτιάχνει πολιτισμούς ανώτερους από τον δικό σας και γαντζώνεται με τα νύχια της γνώσης πάνω στο δέντρο της ζωής και χτίζει ψεύτικα παλάτια πάνω της. Κι έρχεται ένας αέρας και όλα τα ρίχνει. Και πάλι ξαναρχίζει και πάλι προχωρεί βαδίζοντας στο στραβό δρόμο και πάλι το κτίσμα του γκρεμίζεται στον
πρώτον αέρα. Αξιολύπητα όντα, αλλά και αξιοκατάκριτα για την κατάντια τους."

ΝΟΡΑ
Πες μου λοιπόν τι θα 'πρεπε να γίνει. Πες μου κι ας μην καταλαβαίνω, κάτι θα μάθω.

ΑΖΑΝΙ
"Κάτι θα μάθεις βέβαια. Κι αυτό το κάτι θα είναι η αφετηρία για μια προσπάθεια γινωμένη πάνω στο στραβό δρόμο που προδιαγράφει η μερικότητα της γνώσης σου. Ας είναι. Θα συνεχίσω μέχρι ο Αζανί να με σταματήσει ή εσύ να πάψεις να ρωτάς. Οι άνθρωποι! Η ντροπή της οικουμένης! Τα σαθρά δοχεία σαθρών έργων και λόγων.!
Το όνειδος της ζωής! Οι δυνάστες της! Σκέφτηκε ποτέ κανείς πόσο υποφέρει ο κόσμος από τους ανθρώπους; Πόσο πληγώνεται η αγνότητά του; Πόσο καταβαραθρώνεται η ευαισθησία του; Πόσο η μεγαλοσύνη του κόσμου μικραίνει επειδή κλείνει μέσα στους κόλπους του τέτοια όντα; Λες και ο νους σας δόθηκε για να εξουσιάσετε κι όχι για να υποταχτείτε. Λες και το ύψος σας δόθηκε για να το ανεβείτε κι όχι για να το κατεβείτε. Λες και η ζωή σας δόθηκε σαν χάρισμα κι όχι σαν εργαλείο. Οι άνθρωποι! Η άπρεπη εκλογή! Η εκλογή που εντυπωσιάζει με την ασυμβατότητά της με την καθαρή γνώση. Η εκλογή που κηλιδώνει το στερέωμα. Είστε τα όντα που έχετε νου. Μα ο νους δε σας δόθηκε για να τσακίζετε ο ένας τον άλλο. Δε σας δόθηκε για να κυριέψετε δήθεν το σύμπαν. Δε σας δόθηκε για να την ξοδέψετε ψάχνοντας να βρείτε τρόπους να ζήσετε μιαν άσκοπη ζωή. Ο νους, σάς δόθηκε για να σκοτώσετε, με όπλο αυτόν, το μίσος. Για να μερέψετε τα ένστικτά σας. Για να κατακτήσετε τον εαυτό σας. Και σεις τι κάνετε; Με το νου σας μαστιγώνετε τα ένστικτα κι αυτά αγριεύουν πιο πολύ. Και θρέφετε το μίσος σας κι αυτό γίνεται όλεθρος. Όντα λογικά! Που το ένα ζητάει να σπαράξει το άλλο και χρειάζονται νόμοι για να τα συγκρατούν. Όντα λογικά! Που κοιτάτε έξω σας όλο και μακρύτερα και δεν ξέρετε τίποτα για ό,τι έχετε μέσα σας. Η κίνηση σας δόθηκε λες για να κυνηγάτε ο ένας τον άλλο. Η ομιλία για να κρύβετε την αλήθεια. Μια υποκρισία όλη σας η ζωή. Για τι; Για ποιον; Για να πετύχετε τι; Τίποτα. Κι όμως, μια υποκρισία τέτοια που όσο ζείτε ποτέ να μη δείξετε τον πραγματικό σας εαυτό. Και μια επιθυμία. Επιθυμία για δόξα, για χρήμα, για δύναμη-για όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα που σας έχουν γίνει δύστροπα αφεντικά. Όντα λογικά! Γεμάτα έρωτα, σαν μόνο σκοπό της ζωής σας. Εξυψώσατε τον έρωτα στα ουράνια. Γιατί; Γιατί αυτός σας βοηθάει να φτιάξετε απογόνους, δηλαδή άλλα όντα, ασυνεπή και ανεύθυνα κι αυτά, που κι εκείνα θα κάνουν άλλους απογόνους. Και γιατί όλα αυτά; Αν είχαν σαν κατάληξη την αθανασία, ας ήταν κι έτσι ασυνεπή κι έτσι ανεύθυνα. Μα πού είναι η αθανασία για σας; Πράττετε και μιλάτε σαν να 'σαστε το κέντρο του σύμπαντος, γιατί θαρρείτε ότι αυτό είναι κάτι περισσότερο από το "υπόλοιπο" σύμπαν-γιατί δεν ξέρετε πως στην αληθινή ύπαρξη δεν υπάρχει πρωτιά. Και ύστερα έρχεται το τέλος σας και δε μένει ούτε η ανάμνησή σας. Σκοτωνόσαστε να φτιάξετε λογής έργα, σκοτωνόσαστε να γράψετε λογής γραφτά, σκοτωνόσαστε να κάνετε λογής πράξεις, γιατί; Για να μη μείνει μια μέρα τίποτε από αυτά όλα. Για να τα καλύψει ένα πέπλο ανυπαρξίας-τόσο ψεύτικα είναι όλα σας. Ενώ εγώ, ενώ εμείς, τα πράγματα, τι διαφορά! Εμείς είμαστε η πραγματική ουσία. Εμείς είμαστε η μόνη αλήθεια. Εμείς. Αναλλοίωτα, άφθαρτα, αμέτοχα, αφοβα, παντοτινά. Ανοιχτά σε κάθε τι. Τη μια μας παίρνει ο αέρας, την άλλη μας μαστιγώνει η βροχή. Μα αφηνόμαστε και πάμε. Εμείς,η μόνη αλήθεια. Εμείς, το μόνο αληθινά υπάρχον. Αστείοι που μας φαίνεστε οι άνθρωποι με τις παραξενιές και με τις τσιριμόνιες σας..Κάτι άσπρες πέτρες μόνο μένουνε από σας κι αυτές παρά τη θέλησή σας, περίτεχνα σκαλισμένες, όμοιες αναμεταξύ τους, φτιαγμένες όλες στο ίδιο καλούπι-της ματαιοδοξίας σας. Και τα υπολείμματά σας ακόμα, υποκρισία και σπουδαιοφάνεια γεμάτα. Ενώ εμείς…εμείς δεν έχουμε ανάγκη ν' αφήσουμε μνημεία. Είμαστε τα ίδια εμείς μνημεία αιώνια-γιατί εμείς είμαστε ό,τι υπάρχει. Κι αν αλλάζουμε μορφή κι αν αλλάζουμε σχήμα κι αν φαίνεται πως με τον καιρό αλλάζουμε, μα μένουμε πάντοτε ίδια. Γιατί και πριν και πάντοτε και τώρα, είμαστε δοσμένα σε όλα μέσα στην ασήμαντη πολλαπλότητά μας. Γιατί εμείς δεν είμαστε πολλά, είμαστε ένα, με πολλές όψεις και μορφές. Γιατί εμείς δεν έχουμε ανάγκη από τη ζωή για να ζήσουμε. Εμείς δίνουμε τη ζωή στα ζωντανά. Και όχι πως τη δίνουμε κάνοντας μιαν ιδιαίτερη παραχώρηση σε κάτι, ούτε πως τάχα κοπιάζουμε
γι αυτό-τι λόγος...Πως τα ζωντανά υπάρχουν το βλέπουμε μόνο σα γεννηθούνε. Τόση σημασία δίνουμε στην ύπαρξή τους. Η ζωή που τόσο άπληστα σεις ζητάτε, είναι για μας μια από τις τόσες καθημερινές μας άγνοιες. Εμείς ζούμε μέσα στην αιωνιότητα. Εσείς είστε που αλλάζετε χίλια πρόσωπα σε κάθε μια στιγμή. Και όλα σας τα πρόσωπα φθαρτά. Και όλες οι δραστηριότητές σας καταστροφικές της αθανασίας σας. Αθάνατη δεν μπορεί να είναι η κίνηση. Αθάνατη μπορεί να είναι η ακινησία. Αθάνατος δεν μπορεί να είναι ο νους-αθάνατο μπορεί να είναι εκείνο που δημιούργησε το νου. Ό,τι έχει ελευθερία θα χαθεί από την ίδια του την ελευθερία.Θα μείνει μονο το υποταγμένο, το παραχωρημένο, το άβουλο, το αμέτοχο, το ακίνητο, το πράγμα. Εκεί έπρεπε να σας οδηγεί ο νους σας-στη μετουσίωσή σας σε πράγματα. Σε πράγματα άβουλα, ανίδεα, ακίνητα, αμέτοχα. Θα έπρεπε ο νους σας να σας σκοτώνει ο ίδιος παραδίνοντάς σας στην αιωνιότητα κι όχι να σας δίνει στο θάνατο που είναι η φθορά και η ανυπαρξία. Τώρα ο νους σας ,οδηγημένος από
την άγνοιά σας, σας απομακρύνει όλο και πιο πολύ από την ύπαρξη. Σας οδηγεί να βλέπετε για ίσιο το στραβό και για στραβό το ίσιο. Σας οδηγεί να ζητάτε στην αγάπη την αιωνιότητα. Καλή σκέψη, μα στραβώνει στην εφαρμογή της όπως κάθε σας προσπάθεια. Γιατί αυτό που εσείς λέτε αγάπη δεν είναι παρά μια ακόμη
εκδήλωση της ματαιοδοξίας σας. Αγάπη για σας είναι να υποτάξετε κι όχι να υποταχτείτε. Να εξυψωθείτε κι όχι να ταπεινωθείτε. Και οδηγημένοι έτσι από τον φθοροποιό σας νου, χάνετε τη μοναδική ευκαιρία να γίνετε αθάνατοι. Ακολουθείτε το δρόμο προς τ' άστρα και χάνεστε στο άπειρο. Ενώ εμείς ακολουθούμε το δρόμο προς τη λάσπη και υπάρχουμε αιώνια. Είσαστε το ψέμα, είμαστε η αλήθεια. Είσαστε οι προσωρινοί, είμαστε τα μόνιμα.
Χρησιμοποίησες πριν Νόρα πέντε επίθετα για να με χαρακτηρίσεις. Με είπες κρύο, άψυχο, σκληρό, άκομψο, αστείο αντικείμενο. Είναι η αγάπη κρύα; Άκομψη; Σκληρή; Άψυχη; Τι λόγος! Φρίκη νιώθει κανείς στη σκέψη να δώσει μόνο στην αγάπη τέτοια επίθετα. Και η αγάπη είμαστε εμείς. Γιατί είμαστε όλο υποταγή. Αν κατάλαβες τι σου είπα, μόνη σου θα πάρεις πάλι τα επίθετα που μου φόρτωσες και θα τα
φορτωθείς εσύ. Όσο για να είμαι άψυχο, ψυχή δεν υπάρχει μόνο σε ό,τι αγαπάει; Πάρε λοιπόν την υποκρισία σου, πάρε την ελευθερία σου, πάρε τον εγωϊσμό σου, πάρε με μια λέξη τη ζωή σου μαζί σου και πήγαινε κοπέλα μου στο χαμό. Εδώ ανθεί η αφθαρσία. Εδώ θάλλει η αγάπη."

ΝΟΡΑ
(Στον Αζανί)
Συμφωνείς μαζί του;

ΑΖΑΝΙ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς-το αγαπώ.

ΝΟΡΑ
Ας φύγω λοιπόν να σ' αφήσω με το ξύλο σου-θα 'χετε πολλά να πείτε.

ΑΖΑΝΙ
Δε σώνονται όσα έχουμε να πούμε.

ΝΟΡΑ
Πρόσεχε όμως μήπως μια μέρα ξεχάσεις κάπου το ξύλο σου. Τότε θα το πάρω και θα το πετάξω μακριά και θα χάσεις την αγάπη σου.

ΑΖΑΝΙ
Και να το ξέχναγα, και να το 'βρισκες, δεν μπορείς να το πετάξεις γιατί δεν μπορείς να το σηκώσεις.

ΝΟΡΑ
Δεν μπορώ να σηκώσω ένα ξύλο;

ΑΖΑΝΙ
Δεν μπορείς να σηκώσεις την αγάπη του.

ΝΟΡΑ
Μη με ερεθίζεις γιατί και τώρα ακόμα θα στο πάρω με τη βία από τα χέρια σου και θα το πετάξω. Ή μήπως νομίζεις ότι πίστεψα πως όλα όσα μου είπες τα είπε αυτό το παλιόξυλο; Για χαζή με θαρρείς;

ΑΖΑΝΙ
Δε χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις βία. Αν μπορείς να το σηκώσεις, πάρτο-είναι δικό σου.

ΝΟΡΑ
Μη με προκαλείς.

ΑΖΑΝΙ
Δεν είναι πρόκληση να ομολογείς μιαν αλήθεια.

ΝΟΡΑ
Θα το πετάξω...

ΑΖΑΝΙ
Δεν μπορείς Νόρα.

ΝΟΡΑ
Δώσε μού το.

ΑΖΑΝΙ
Πάρτο.
(Η Νόρα φουχτώνει το ξύλο, ο Αζανί το αφήνει και το ξύλο πέφτει στο πάτωμα από τα χέρια της Νόρας σαν ένα βαρύτατο αντικείμενο. Η Νόρα μένει απορημένη και έκπληκτη…Συνέρχεται, σκύβει να σηκώσει το ξύλο, το πιάνει, παρ' όλη την προσπάθειά της όμως δεν το μετακινεί ούτε ένα χιλιοστό. Ο Αζανί σκύβει, σηκώνει το
ξύλο με το ένα του χέρι και το αγκαλιάζει πάλι.)
Σου είπα: δεν μπορείς να το σηκώσεις-είναι η αγάπη.
(Η Νόρα οπισθοχωρεί τρομαγμένη και βγαίνει. Ο Αζανί κάθεται στην πολυθρόνα σφίγγοντας το ξύλο στην αγκαλιά του.)



Α Υ Λ Α Ι Α

 ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ 

ΓΙΑ ΜΙΑ ΥΠΟΛΗΨΗ ΖΟΥΜΕ!
ΤΟΠΟΣ: Ελλάδα.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινός
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Κύριος Αγαθίδης.
Κυρία Αγαθίδου, σύζυγός του.
Τζούλια, κόρη τους.

Λίβινγκ-ρουμ του σπιτιού του κυρίου Αγαθίδη. Νύχτα. Η κυρία Αγαθίδου μόνη. Πλέκει ρίχνοντας ανήσυχες ματιές στην πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει με φούρια ο κύριος Αγαθίδης. Αφήνει μιαν εφημερίδα που κρατεί πάνω στο κομοδίνο. Κοιτάζει προς την πόρτα του δωματίου όπου υπάρχει φως, ύστερα αγριεμένος βλέπει την κυρία Αγαθίδου.
Κυρία Αγαθίδου (Κα Α) 
(μουδιασμένα)
Γεια σου.

Κύριος Αγαθίδης (Κος Α)
(συγκρατώντας την οργή του)
Πάλι μέσα είναι;

Κα Α
……….

Κος Α
Πάλι μέσα είναι, ε;.. Δε βγήκε...

Κα Α
(ίδια)  
Ναι... μέσα είναι...

Κος Α
Ορίστε! Μία η ώρα το πρωί κι εκείνη εδώ, στο σπίτι... Τι θα γίνω εγώ μ' αυτήν Θεέ μου... Δε μου φτάνει η φτώχεια μου, δε μου φτάνει που σκοτώνομαι γία πενταροδεκάρες, έχω κι αυτήν... Σου είπα να της μιλήσεις. Μάνα είσαι, μπορεί να σε ακούσει. Αλλά εσύ με γράφεις στα παλιά σου τα παπούτσια. Μα και τι να της έλεγες; Τα ίδια στραβά μυαλά έχετε-και συ όλο πλέξιμο, σιδέρωμα, συγύρισμα... Τι να της έλεγες; Όσο για μένα τι να της πω άλλο που όλα της τα 'χω πει...Την πήρα με το καλό, την πήρα με το άγριο, τη μάλωσα, την τιμώρησα, τίποτα! Tl θα γίνω Θεέ μου... (κάθεται απελπισμένος σε μια καρέκλα)

Κα Α
Της μίλησα Μίλτο...

Κος Α
Της είπες πως δεν αντέχω πια; Πως είμαι αποφασισμένος για όλα;

Κα Α
Όλα όσα μου 'πες της τα είπα.

Κος Α
Τι είπε;

Κα Α
Τι να πει... ξέρεις... τα ίδια... είναι μικρή Μίλτο΄μου
ακόμα-δεν ξέρει...

Κος Α
Μικρή ακόμα;.. Αυτή πάτησε τα δεκάξι. Είναι γυναίκα πια. Θεέ μου, τι ξέφυγε από το στόμα μου... μολόγησα την ίδια μου την ντροπή... Γυναίκα! Και τι δε θα 'δινα για να 'τανε Θεέ μου...

Κα Α
Δεν ξέρει ακόμα Μίλτο μου-θα μάθει με τον καιρό...

Κος A
Δεν ξέρει; Γιατί; Δεν έχει μυαλό μήπως; Ξέρει όμως να μου φέρνει άριστα από το σχολείο, ξέρει να διαβάζει φιλοσοφικά βιβλία, ξέρει να κάνει παρέα με τις παλιόγριες. To μόνο που δεν ξέρει είναι να μη με ντροπιάζει. Θα μάθει λες, θα μάθει. Όπως έμαθε ως τώρα. Δυο χρόνια παλεύω να τήνε βάλω στο σωστό δρόμο. Δυο χρόνια μάλλιασε η γλώσσα μου να της μιλάω, να τη συμβουλεύω, να προσπαθώ να την κάνω άνθρωπο. Και θα μάθει τώρα; Αμ φάνηκε τι κουμάσι είναι από όταν ήτανε μικρή, από τότε που άρχισε να μεστώνει. Φάνηκε από δώδεκα χρονών. Τότε που την έριξε στο κρεβάτι ο Τάκης. Σα λυσσασμένο σκυλί έκανε να του ξεφύγει. Τους έβλεπα από την κλειδαρότρυπα. Κάτι είχα υποψιαστεί από τότε βλέπεις. Κι όταν κανένα αγόρι πήγαινε να τη φιλήσει ή να της βάλει χέρι, του ξέφευγε! Ποιος να το περίμενε πως ένας Αγαθίδης θα πέρναγε τέτοιο ντρόπιασμα στη ζωή του. Δεν μπορώ πια ν' αντικρύσω τους φίλους μου. Και με τι μούτρα θα το 'κανα; Ο Κώστας μου είπε προχτές πως η κόρη του τους έδιωξε από το σπίτι αυτόν και τη μάνα της για να φέρει το φίλο της στο σπίτι. Και είναι ο τέταρτος που πιάνει παρακαλώ! Δηλαδή ο τέταρτος από όσο ξέρει ο Κώστας. Και δεν είναι παραπάνω απ' τη δική μας. Τι λέω-είναι ένα χρόνο μικρότερη. Προχτές πάλι, στο μαγαζί του Πέτρου, ενώ πίναμε τον καφέ μας μπαίνει ξαφνικά η κόρη του με τον φίλο της. Νομίζεις πως γύρισε να μας κοιτάξει; Ήτανε κιόλας ξαναμμένοι κι οι δυο τους. Πέρασαν από μπροστά μας με τα χείλια κολλημένα ενώ αυτός της ξεκούμπωνε τη μπλούζα. Πήγανε τα παιδιά στο ιδιαίτερο και ταχτοποιήθηκαν. Ο Πέτρος έλαμπε από χαρά. Με κοίταξε με περηφάνια σαν να μου 'λεγε: "είδες κόρη που έχω εγώ;" Έριξα τα μάτια κάτω. Τι να 'λεγα; Πώς η κόρη μου δεν αφήνει τ' αγόρια να την αγγίσουν; Και σε λίγο, τάχα αδιάφορα, με ρώτησε: "αλήθεια πώς πάει η κόρη σου με το σχολείο;" Μουρμούρισα κάτι σαν "καλά", βρήκα μια πρόφαση κι έφυγα. Τι να 'λεγα; Έλα στη θέση μου-τι να 'λεγα; Δε μιλάς! Τι να πεις; Θεέ μου Θεέ μου, δεν αντέχεται αυτή η ντροπή... τι να κάνω;.. τι να κάνω;.. (κρύβει το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του. Μένει έτσι για λίγο. Ύστερα ήρεμα και σοβαρά) 
Θα τη σκοτώσω!

Κα Α
(Σηκώνεται και θορυβημένη γονατίζει μπροστά
στον άντρα της και του πιάνει το χέρι)
Όχι Μίλτο μου! Όχι! Μην το ξαναπείς. Σε παρακαλώ! Είναι κόρη σου... είναι σπλάχνο από τα σπλάχνα σου.,. είναι αίμα από το αίμα σου-είναι η ελπίδα σου σ' αυτό τον κόσμο...

Κος Α
Η απελπισία μου θες να πεις.

Κα Α
Όχι Μίλτο μου. Βγάλτο αυτό από το μυαλό σου. Μη φτάσεις ως εκεί. Κι αν πήρε τον κακό δρόμο ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι. Και μένα ακόμα θυμάσαι πώς με πήρες. Όμως με τον καιρό έμαθα. Δος της καιρό Μίλτο μου. Θα συνέλθει... θ' αλλάξει… θα καταλάβει... Όχι Μίλτο μου-είναι η κόρη σου, είναι η κόρη μας!.
.
Κος Α
Είναι η ντροπή μου. Η ατιμία μου. To μαύρο σημάδι στη ζωή μου.

Κα Α
(Ακουμπάει το μάγουλό της στο χέρι του)
Όχι Μίλτο μου...

Κος Α
(Την απωθεί ήπια)
Ξέρεις από πού έρχομαι.; Αν ήξερες δε θα τολμούσες να μου την υπερασπίζεις. Αν είχες νιώσει κι εσύ αυτό που ένιωσα απόψε εγώ, θα την είχες σκοτώσει εσύ η ίδια. Τι φοβερό Θεέ μου! Πόσα μάτια με κοίταζαν και λυπόνταν για μένα και για την τύχη μου... Όλοι με κόρες ξεβγαλμένες πια, άλλες σε φυλακή, άλλες σε αναμορφωτήρια, άλλες σε κέντρα αποτοξίνωσης. κλέφτρες. λέσβιες... Τι ήτανε αυτό απόψε... Να κάθομαι εκεί μέσα και να προσπαθώ να σταθώ ανάμεσά τους... σα να μη ξέρουν κι αυτοί πως η κόρη μου είναι μια... Ξέρεις πού ήμουνα; Ε; ξέρεις από πού έρχομαι;

Κα Α
Πώς να ξέρω Μίλτο μου...

Κος Α
Ήμουνα σ’ ένα πάρτι που έδωσε ο Αλέκος. Ήτανε ένα πάρτι έκπληξη. Κανείς μας δεν ήξερε τίποτα ώσπου μας τηλεφώνησε ο Αλέκος στο καφέ. Εκεί όταν πήγαμε όλα ήταν έτοιμα για το πάρτι. Και μας είπε πως ήθελε να μας κάνει έκπληξη όπως και η κόρη του έκανε αυτό έκπληξη το ίδιο πρωί σε κείνον όταν του είπε ότι ήτανε έγκυος.

Κα Α
Ποια απ' τις δυο; Η ανύπαντρη;

Κος Α
(Μιμούμενος τη φωνή της)
«Ναι, η ανύπαντρη!» Ικανοποιήθηκες; Μήπως θα μου πεις πως αφού είναι ανύπαντρη δεν πρέπει να κάνει παιδί; Αυτό θα 'λεγες αν δεν φοβόσουν. Απολίτιστο ον! Τι θα 'θελες να δεις και ν' ακούσεις ακόμα, πόσο θα 'πρεπε να ζήσεις ακόμα για να μάθεις να ζεις όπως πρέπει; Στις πολιτισμένες χώρες , όλες οι γυναίκες έτσι ζουν. Γιατί δε φεύγεις να πας στην Αραβία, στο Ιράν, στο Αφγανιστάν; Εκεί οι γυναίκες είναι όπως εσύ-δυστυχισμένα όντα. Τράβα να ζήσεις εκεί που σου πρέπει. Εσύ είσαι που κατάστρεψες την κόρη σου. Εσύ φταις για ότι έγινε-εσύ!
(Μιμείται τη φωνή της)
"Ποια απ' τις δυο-η ανύπαντρη;" 
( Σιωπή. Ψεύτικα ήρεμος)
Καλά! Εντάξει! Ας μην παίρνει ακόμα ναρκωτικά! Καλά, ας μην έχει πάει φυλακή. Αλλά να είναι ακόμα… να μην έχει γίνει ακόμα πόρνη, ε όχι, αυτό
πάει πολύ. Πότε θα γίνει τάχα; Όταν γεράσει;
Μάλιστα λοιπόν, η ανύπαντρη!
Όταν το 'μαθα μαχαίρι να με χτύπαγε θα πόναγα λιγότερο. Έγκυος η κόρη του Αλέκου! Κι εγώ; Εγώ; Εγώ να έρχομαι στο σπίτι στις μια η ώρα το πρωί και να βρίσκω μέσα την κόρη μου!  Και συ μου λες να ησυχάσω, Να μη φωνάζω, να μη στενοχωριέμαι. Και πας να μου την καλύψεις κι από πάνω.
(αποφασιστικά)
Φώναξέ τη μου! Φώναξέ τη μου! Θα της μιλήσω για τελευταία φορά. Δεν αντέχεται πια αυτή η κατάσταση. Πλούτη δεν έχω, σπίτια και βίλλες δεν έχω, αυτοκίνητα γυαλιστερά δεν έχω. Όμως αυτό δε θα πει πως είμαι και άνθρωπος που δε ζει μέσα στον κόσμο... Κι αν δεν έχω τίποτ' άλλο, όμως έχω μιαν υπόληψη στην κοινωνία.  Δε θ' αφήσω αυτή τη… να μην πω, να λερώνει την τιμή μου. Οι Αγαθίδηδες το ’χανε πάντοτε καθαρό το μέτωπό τους. Δε θ’ αφήσω να μου το λερώσει η Τζούλια! (δυνατά) Φώναξέ την!
(Βγαίνει η κυρία Αγαθίδου. Ο κύριος Αγαθίδης προσπαθεί να πάρει ύφος που να μη δείχνει την αναστάτωσή του. Μπαίνει η κυρία Αγαθίδου ακολουθούμενη από τη Τζούλια. Η Τζούλια είναι μια κοπέλα σεμνή και σοβαρή)

Τζούλια (ΤΖ) 
Γεια σου πατέρα.

Κος Α
Γεια σου και σένα. Κάτσε.
( Η Τζούλια κάθεται και ο κύριος Αγαθίδης κάθεται απέναντί της)
Τι ώρα είναι, ξέρεις;

ΤΖ
(κοιτάζει το ρολόι της)
Μία και τέταρτο.
Κος Α
(προσπαθώντας να κάνει ήρεμη τη φωνή του) 
Πόσες φορές σου έχω πει ότι ένα κορίτσι της ηλικίας σου δεν πρέπει να βρίσκεται στο σπίτι τέτοιαν ώρα;

ΤΖ
Πολλές φορές πατέρα.

Κος Α
Και πού σού έχω πει ότι πρέπει να βρίσκεται;

ΤΖ
Σ' ένα μπαρ ή στο σπίτι ενός αγοριού...

Κος Α
Και τι ώρα πρέπει ένα κορίτσι καθώς πρέπει να γυρίζει στο σπίτι του;

ΤΖ
Μετά τις τέσσερες το πρωί.

Κος Α
Και τι απαραιτήτως πρέπει να έχει κάνει μια φορά τουλάχιστον πριν γυρίσει στο σπίτι του;

ΤΖ
Να έχει συνευρεθεί με κάποιον.

Κος Α
(στρεφόμενος στην κυρία Αγαθίδου. Ειρωνικά)
Τι ωραία! Τι καλά! To κορίτσι μας τα ξέρει όλα! Καιμάλιστα πολύ καλά!
( Στη Τζούλια, δυνατά)
Και αφού τα ξέρεις τότε γιατί στο διάβολο δεν τα κάνεις;

ΤΖ
Πατέρα τα ’χουμε πει πολλές φορές. Δεν αλλάζει τίποτε αν τα πούμε μια φορά ακόμα.

Κος Α
Τo ξέρω. Όμως έχω πάντα μια ελπίδα πως μπορεί κάτι να γίνει. Δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά, δεν μπορώ να χωνέψω πως η κόρη μου στα δεκάξι της χρόνια είναι μια… ας με λυπηθεί ο Θεός... Και όλο λέω-ας προσπαθήσω πάλι. Ίσως να πετύχω. Ίσως όλα να διορθωθούν και να μπορέσω πια να βγω έξω στις παρέες μου με το κεφάλι ψηλά. Ίσως. Εσύ τι λες; Δεν πρέπει να ελπίζω;

ΤΖ
Όχι πατέρα. Σ' αγαπώ, σ' εκτιμώ, σε σέβομαι, όμως δεν μπορώ να κάνω αυτό που μου ζητάς. Εμένα μου αρέσει η μουσική, μου αρέσει η μελέτη. Μ' αυτά θέλω να ασχολούμαι.

Κος Α
Κόρη μου. αφού το θέλεις διάβαζε και μάθαινε μουσική. Αυτό μπορώ να το ανεχτώ. Τόσες ώρες όμως σου μένουν. Βγες με αγόρια. Δώσε και σε μένα την ικανοποίηση πως έχω μια κόρη όπως πρέπει. Τόσα αγόρια σε θέλουνε. Όταν σε βλέπουν τρέμει η ψυχή τους μέσα στο παντελόνι τους. Πήγαινε μαζί τους. Θα νιώσεις αλλιώς. Άκου κι εμένα. Δε θα θέλεις να ξεκολλάς από πάνω τους, αρκεί έναν τους να γνωρίσεις. Η ζωή σου τότε θ' αλλάξει. Θα δεις το φως του κόσμου. Και θ' αλλάξει και η δική μας ζωή μαζί με τη δική σου. Δεν θα ντρεπόμαστε πια να βγαίνουμε έξω και να κοιτάμε κατάματα τους άλλους. Δεν θα τρέμουμε μήπως έρθει η συζήτηση σε σένα. Άνοιξε τα πόδια σου κόρη μου κι άφησε να μπει μέσα η χαρά. Αλλιώς το μαράζι θα φάει και μένα και τη μάνα σου. Μην κοιτάς που δε σου μιλάει αυτή-σε λυπάται-αλλιώτικα θα σου ’λεγε κι αυτή τα ίδια.
(από το διπλανό διαμέρισμα ακούγονται ερωτικά βογγητά και επιφωνήματα)

ΤΖ
Όχι πατέρα. Δεν είναι για μένα η ζωή αυτή.

Κος Α
Όχι, όχι, όχι…τι άλλο να κάνω πια…σου είπα να σε πάω σ' ένα ψυχολόγο-όχι. Βρε κόρη μου, καλά, δεν σκέφτεσαι τον εαυτό σου-θέλεις να καταστραφείς. Στο κάτω κάτω αυτό είναι δικαίωμά σου. Εμάς τους δυο όμως δεν μας σκέφτεσαι; Που σε αναστήσαμε με την ελπίδα πως μεγαλώναμε μια φυσιολογική κοπέλα… που δε θα την παρασύρουν οι βρωμιές του ενός και του άλλου... που θα σιχαινόταν το σχολείο, θα σιχαινόταν τα βιβλία και που όπως όλες οι κοπελίτσες του Θεού θα 'πιανε μια δουλίτσα και τις ελεύθερες ώρες της θα γύριζε από το ένα στο άλλο σερνικό χωρίς χαλινό, χωρίς ψευτοηθικές, χωρίς αρνήσεις... Όχι, δε μας σκέφτεσαι! Δε σε νιάζει που σκότωσες όλες τις ελπίδες μας! Πού να ξέραμε οι δόλιοι ότι γεννήσαμε, αναθρέψαμε, πονέσαμε και κουραστήκαμε για μια… θα το πω γιατί αυτό είσαι-(δυνατά) για μια παρθένα! Ναι! Σ' αρέσει δε σ' αρέσει αυτό είσαι-μια παρθένα! (στον εαυτό του)
Μια τέτοια στην οικογένεια!.. Τι αμαρτίες πληρώνω άραγε Θεέ μου;...

Κα Α
Μίλτο...

Κος Α
Πάψε και συ! 
(στην κόρη του)
Κόρη μου δες μια ματιά τριγύρω σου. Και άνοιξε τ' αυτιά σου ν' ακούσεις. Άκου δίπλα την κυρία Πόλα. Κάνε μια βόλτα στη γειτονιά. Θ' ακούσεις βόγγους και ξεφωνητά να 'ρχονται από παντού. Κοίτα στους δρόμους καθώς περπατάς. Ζευγάρια αγκαλιάζονται και φιλιούνται σε κάθε βήμα μπροστά σου. Άνοιξε την τηλεόραση (ανοίγει την τηλεόραση κσι στην οθόνη εμφανίζεται ένα ζευγάρι που κάνει έρωτα).Ορίστε! (κλείνει την τηλεόραση) Η κοινωνία μας δόξα το Θεό είναι γεμάτη παραδείγματα. Να πω ότι φοβάσαι τις αρρώστιες και γι αυτό...ή δεν θέλεις να μείνεις έγκυος… μα αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου-να φκιάχνει νέους ανθρώπους. Δεν το θέλεις αυτό;-προφυλακτικά γεμάτος ο τόπος. Ζούμε στον χρυσό αιώνα κόρη μου, όλα τα μπορεί ο άνθρωπος. Πήγαινε λοιπόν έξω κόρη μου. Άνοιξε τα πόδια σου στον κόσμο. Δε σκέφτεσαι; Αν ο Θεός δεν ήθελε να χρησιμοποιείς το πράμα σου δε θα στο 'δινε. Αχ! Άγια θα ’τανε η μέρα που θα ’βλεπα την κόρη μου να λιποθυμάει κάτω από ένα αγόρι...

ΤΖ
Ναι, είναι μέσα στα καθήκοντα της γυναίκας να γεννάει άλλους ανθρώπους. Δεν είναι όμως να γυρνάει με τον ένα και με τον άλλο. Τότε πατέρα δεν θα ήτανε άνθρωπος αλλά ζώο.

Κος Α
Ένα ζώο δεν είναι και ο άνθρωπος;

ΤΖ
Αν έχεις αυτή την ιδέα σε λυπάμαι και σένα και όποιον άλλον την έχει.

Κος Α 
(έξαλλος)
Να λυπάσαι τον εαυτό σου βρωμιάρα! Να λυπάσαι τον εαυτό σου παλιοθήλυκο! Που ζεις έξω από την κοινωνία... Παρθένα!.. Που γέμισες το σπίτι βιβλία!...Ποιος τα ανακάλυψε να πάω να φτύσω στον τάφο του;.. Και λυπάσαι συ εμένα... Αντί να φωνάζει ο γάιδαρος φωνάζει το σαμάρι... (οι βόγγοι και οι φωνές από δίπλα σταματάνε.)

ΤΖ
Είσαι ένας χαμένος άνθρωπος αν σκέφτεσαι έτσι.

Κα Α
Κόρη μου... (την αγκαλιάζει και της κλείνει το στόμα με το χέρι της)

Κος Α
Άστηνε, άστηνε να μιλήσει... χαμένος άνθρωπος... εγώ!.. παραλογίζεται, δεν ξέρει τι λέει πια. Χαμένοι όλοι οι άλλοι εκτός απ' αυτήν! Εκατομμύρια λαού έχουν άδικο κι αυτή δίκιο. Χαμένοι όλοι κι αυτή μόνο είναι η σωστή. Άστηνε, άστηνε να δούμε τι άλλο θα πει. Άστηνε και θα 'ναι τα τελευταία της λόγια αν δεν αλλάξει τροπάρι.

ΤΖ
Αν έκανα κάτι κακό θα έκλεινα το στόμα μου. Μα δεν κάνω τίποτα κακό. Εσύ νομίζεις έτσι. Είσαι τυφλός και δεν βλέπεις. Εγώ ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω. Ανοίγω τ' αυτιά μου κι ακούω. Εγώ βάζω το νου μου να σκέφτεται. Και ότι βλέπω και ακούω και νιώσω, το περνάω απ' της ψυχής το εργαστήρι. Και αυτή μου λέει τι να πω και τι να κάνω.

Κος Α
Έτσι λοιπόν. Στην ψυχή σου βέβαια είναι η βλάβη. Αμφιβολία δε χωράει καμιά. Που δεν τη χρησιμοποιείς για να ζήσεις αλλά για να πεθαίνεις κάθε μέρα. Και τι σου λέει η ψυχή σου; Να μας πεθάνεις και μένα και τη μάνα σου;

ΤΖ
Θέλεις αλήθεια ν' ακούσεις τι μου λέει η ψυχή μου;

Κος Α
Πέστα. Ναι. Θα περιμένω ώσπου να τελειώσεις. Και
ύστερα θα μιλήσω εγώ.

Κα Α
(αγκαλιάζει την κόρη της)
Όχι κορούλα μου… όχι ψυχή μου…

Κος Α
(τις χωρίζει) 
Όχι, άστηνε να μιλήσει. Άστηνε να δούμε πώς θα δικαιολογηθεί…

ΤΖ
(απωθεί απαλά τη μητέρα της, η οποία μένει όρθια ενώ η Τζούλια μιλάει)
Να λοιπόν. Λες πως ο άνθρωπος είναι ένα ζώο. Είναι και ζώο, αλλά όχι μόνο. Εκτός από κορμί έχουμε και την ψυχή. Και η ψυχή φωλιάζει μέσα στο σώμα. To κορμί μας είναι ένα τρομερό, ένα μυστηριώδες φανέρωμα της Δημιουργίας. Δεν είναι μονάχα το σκάφος που χρησιμοποιεί η ψυχή για να 'ρθει στον κόσμο και για να φύγει απ' αυτόν, αλλά είναι η βάση της ύπαρξής μας. Χωρίς αυτό όλα χάνονται: και η παρουσία μας μέσα στον χώρο, και η ελευθερία και η ευθύνη μας. Υπάρχουμε στον κόσμο αυτόν γιατί υπάρχουμε σωματικά. Γιατί δεν είμαστε μόνο πνεύμα αλλά και ύλη.
Και η ερωτική λειτουργία είναι η πιο κεφαλαιώδης λειτουργία του σώματος του ανθρώπου. Αυτό τo κλειστό όλον, το σώμα του ανθρώπου, ανοίγει μέσα σ’ έκσταση, ταραχή και φρενήρες πάθος και δίνεται, κι ενώνεται μ' ένα άλλο σώμα. Ξαφνικά σχίζεται το μυστήριο της Δημιουργίας και ο άνθρωπος, με την εξουσία που του δόθηκε, μετέχει πρωταγωνιστώντας στην ανανέωση του ανθρώπινου γένους, στη συνέχιση της ροής του κόσμου. Μυστήριο φρικτό και αλάλητο, που πρέπει με άκρα διστακτικότητα να το προσεγγίζεις, και να το μελετάς με τρόμο. Ν' αναφέρεσαι σ' αυτό με σέβας απέραντο και με συστολή. Να το κατέχεις αλλά να μην ανασύρεις την καλύπτρα του, που είναι καλύπτρα άρρητης δόξας και τιμής του ανθρώπου. Αυτό το περήφανο αντίκρισμα του σώματος και της ερωτικής του λειτουργίας έχει χαθεί μέσα στον βρώμιο πολιτισμό σας. Κάθε βέβαια εποχή έχει τη χυδαιότητά της χυμένη γύρω από την ερωτική πράξη. Τo ξέρουμε από βιβλία, σχεδιάσματα, από ζωγραφιές, γλυπτά, μαρτυρίες ιστορικές. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είχε φθαρεί τόσο σε βάθος, η πλειοψηφία εξακολουθούσε να ζει μέσα στο νέφος του ερωτικού μυστηρίου κι αρνιότανε να συσσωματωθεί στη χυδαιότητα που τον πολιορκούσε, παλεύοντας να εξευτελίσει την ερωτική πράξη.
Η αιδώς βιωνόταν όχι υποκριτικά αλλά αληθινά, με συνείδηση της ηθικής της σπουδαιότητας για τη ζωή και τη μοίρα του ανθρώπου. Ήταν αυτή που έριχνε σκοτεινό μαγνάδι στο πρόσωπο του έρωτα του σαρκικού, αφήνοντας δικαιωματικά την πρωτοκαθεδρία στην ψυχή και στον δικό της έρωτα. Η ψυχή έπρεπε νά γνωρίσει, η ψυχή έπρεπε να συγκατατεθεί, η ψυχή να πρωταγωνιστήσει στον μέγα και σπουδαίον υπαρξιακό άθλο του. Από τις κορυφές αυτές που ανεβήκαμε αντικρίζοντας τον έρωτα σαν κάτι ιερό, αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον έρωτα όπως τον κατάντησε η εποχή μας, θα ζαλιστούμε. Θα πνιγούμε μέσα σε μιαν ερωτική εκβαρβάρωση. Θα κοπεί η ανάσα μας βλέποντας τον έρωτα να έχει ξεπέσει στη φιληδονία και μάλιστα σε μια φιληδονία ξένη προς το μυστήριο της ηδονής το σπαραχτικό, που η ερωτική πράξη κρύβει μέσα της.
Σήμερα, μετά το σμίξιμό τους, οι άνθρωποι δε γνωρίζονται, δεν χαιρετιούνται, δεν ξαναβλέπονται, δεν νιώθουν καμιά ευθύνη ο ένας για τον άλλο κι ας μπήκε, κι ας γνώρισε το άδυτο των αδύτων του. Τo ερωτικό πάθος που αισθάνεσαι πως δόθηκε για την αγάπη των ανθρώπων και για τον αλληλοσεβασμό, ντύνεται μια προπέτεια ανατριχιαστική, μιαν αδιαντροπιά αγοραία, μια ελευθεριότητα που τσακίζει την ψυχή και σου κόβει την όρεξη της ζωής. Μας πολιορκεί πια απ' όλες τις πλευρές η χυδαιότητα. Και δεν μας πολιορκεί μονάχα με τον λόγο, με σιχαμερές εξιστορήσεις και με γαργαλιστικά ανέκδοτα, που ρημάζουν κυριολεκτικά την ιερότητα του έρωτα. αλλά μας πολιορκεί και με την εικόνα της φωτογραφίας, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και άλλων, εικόνα που βιάζεται να σου γνωρίσει λεπτομερώς τα πάντα και να μην σου επιτρέψει ν' ανακαλύψεις μόνος σου τίποτε. Τα παιδιά, μόνο που έχουν τα βλέφαρα ανοιχτά, μολύνονται αμέσως, δηλητηριάζονται, γνωρίζουν τον έρωτα όσο πιο γρήγορα μπορούν κι αργότερα, χωρίς να το λογαριάσουν, τους περιμένει μια ανία ερωτική, μια αδιαφορία και μια ερημιά. Εσύ πατέρα αυτό το θεωρείς πρόοδο. Όπως τρως και χωνεύεις, έτσι και κάνεις έρωτα, λες. Τι πιο απλό, τι πιο σταθερό. Αυτή όμως δεν είναι πρόοδος. Είναι μια απογύμνωση, είναι μια χρεωκοπία και της φιλοσοφίας των καιρών μας αλλά και του πολιτισμού μας γενικότερα. Γιατί μην μπορώντας να ερμηνεύσει τον έρωτα ηθικά, πνευματικά, τον γκρεμίζει στη χυδαία βαρβαρότητα. Και ζούμε σήμερα αυτόν τον εξευτελισμό, και συμμετέχουμε σ' αυτόν ταπεινωμένοι κι ας κάνουμε πως ανασαίνουμε από την πολλή ελευθερία που τάχα αποκτήσαμε, γκρεμίζοντας  ότι ιερό μας εξουσίαζε.
Και όλα αυτά με τις ευλογίες του πονηρού αυτού καιρού. Και καταντήσαμε να μην σεβόμαστε πια ούτε το ίδιο μας το κορμί. Τo αγγίζουμε, το παρακολουθούμε και το μελετάμε μονάχα βιολογικά, ποτέ ηθικά. Κι όμως, αυτό το κορμί βαραίνει τρομερά πάνω στη μοίρα της ψυχής μας. Παίζει κρισιμότατο ρόλο για την αιωνιότητά μας. Μα όσο κι αν οι καιροί μας αγωνίζονται να θανατώσουν την κρυμμένη ψυχή εξευτελίζοντας το θεατό κορμί που μέσα του την φέρει, αυτή,  η ψυχή, δύσκολα πεθαίνει. Όλα πατέρα έχουν ένα όριο. Και η ερωτική πράξη έχει το όριό της στην υπερβατική ερμηνεία του μυστηρίου της. Όλα τ' άλλα που γίνονται σήμερα και που από την αχαλίνωτη ελευθερία έχουν κάνει τους ανθρώπους νευρωτικούς και χυδαίους, είναι υπέρβαση των ορίων, ανταρσία εναντίον των ίδιων μας των εαυτών και αυτοκτονία συνεχής του κόσμου όπου ζούμε. Εγώ δεν θ' αυτοκτονήσω πατέρα. Δεν θα υποκύψω σ' ένα τέτοιον ερωτικό εκβιασμό. Ο έρωτας σε μένα θα γίνει όπως ταιριάζει σε άνθρωπο. Και με κάποιον που νιώθει ίδια καθώς εγώ. Κι ως τότε θα είμαι, όπως πριν λίγο είπες με φρίκη, μια παρθένα. Μάθε όμως, ό,τι φέρνει φρίκη σε σένα, για μένα είναι τιμή και καθήκον ιερό. Ναι πατέρα, αφού άνθρωπος γεννήθηκα, θα ζήσω ανθρωπινά. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι έξω από τη φύση μου όσο κι αν εσύ φωνάζεις, όσο κι αν, χωρίς να το θέλω, σε στενοχωρώ.

Κος Α
Τελείωσες;

ΤΖ
Τελείωσα πατέρα.

Κος Α
Απ' ότι είπες κατάλαβα τα τελευταία σου λόγια μόνο-θα εξακολουθείς να με ντροπιάζεις ζώντας τη ζωή που εσύ έχεις διαλέξει και μόνον όποτε εσύ θελήσεις θα ζήσεις σαν σωστή κοπέλα. Σωστά;

ΤΖ
Ναι πατέρα. Ακριβώς έτσι.

Κος A
(πετιέται πάνω αλλόφρων)
To μπιστόλι… πού είναι το μπιστόλι;
(βγαίνει στο άλλο δωμάτιο)

Κα A
Κόρη μου κρύψου… Φύγε..

ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν ωφελεί.

Κα Α
Φύγε σου λέω-φύγε!...

ΤΖ
Όχι μητέρα, δεν πρέπει.

Κα Α
Θεέ μου!
(Στέκει μπροστά στην κόρη της καλύπτοντάς την με το σώμα της.
Μπαίνει ο κύριος Αγαθίδης με ένα πιστόλι στο χέρι)

Κος Α
(Εκτός εαυτού, στη μητέρα)
Φύγε από κει!

Κα Α
Όχι!

Κος Α
Φύγε από κει σου λέω!

Κα Α
Δε φεύγω! Δε θα τολμήσεις...
(Ο κύριος Αγαθίδης σπρώχνει με δύναμη την γυναίκα του. Αυτή πέφτει κάτω. Αμέσως μετά πυροβολεί τη Τζούλια στο στήθος. Η Τζούλια πέφτει κάτω νεκρή. Η κυρία Αγαθίδου αγκαλιάζει την νεκρή κόρη της βγάζοντας σπαραχτικές κραυγές)

Κος Α
(Πετάει μακριά το μπιστόλι και ορθώνει το κεφάλι του)   
Καλλίτερα στη φυλακή με το κεφάλι ψηλά, παρά ένας άτιμος στην κοινωνία. Για μια υπόληψη ζούμε!

                                ΑΥΛΑΙΑ

 «Ο ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ» 
(μονόπρακτο)

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΕΣΤΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ (φίλος του)
ΜΑΡΙΝΑ (κοριτσάκι εννέα χρονών)
ΑΝΘΗ (σύντροφος του Θανάση)
ΒΙΒΗ (σύζυγος του Ανέστη)
ΦΩΝΕΣ γυναικών και αντρών

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπίτι του Ανέστη.
Δωμάτιο με πόρτα που οδηγεί στο χολ και άλλη που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι. 
Ο Ανέστης τρώει στο τραπέζι. Χτύποι στην πόρτα. 
Σηκώνεται και ανοίγει. Μπαίνει ο Θανάσης.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τον. Έλα να φάμε. Κολατσίζω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Έχω φάει. Καλή σου όρεξη.
(κάθεται σε μια καρέκλα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Σχεδόν τελείωσα κι εγώ.  Τι να φάω… Φαί κι αυτό… άμα τρως μόνος σου δεν έχεις και μεγάλη όρεξη…
(Βάζει την καρέκλα του απέναντι από του Θανάση)
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν γύρισε ακόμα η Βιβή;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μπα! Όταν πηγαίνει στη μητέρα της ξεχνιέται…
(Με ενδιαφέρον)
Τι έγινε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι να γίνει…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Της μίλησες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ναι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Λοιπόν;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τα ίδια. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δηλαδή;..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι δηλαδή; Τίποτα. Δεν είναι ευχαριστημένη από τη ζωή της λέει.
(Σιωπή)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τη ρώτησες γιατί; Τι είπε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δε με θέλει άλλο λέει. Δεν έχω λεφτά λέει, δεν της αγοράζω μηχανάκι που θέλει λέει, τελειώσαμε λέει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και έτσι πετάει δυό χρόνων σχέση-«τελειώσαμε»; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν μου το είπε, αλλά έμαθα ότι γνώρισε κάποιον άλλον, που έχει ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ώστε ζήτημα χρημάτων;…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω ρε Ανέστη. Δεν ξέρω τι να πω. Έχει και μια καινούργια φιλενάδα που ήρθε εδώ κι ένα μήνα στην πολυκατοικία. Μήπως κι αυτή της βάζει  ιδέες… Της είπα μήπως θέλει να ζήσει κοντά στη μητέρα της να μετακομίσουμε, ούτε αυτό δεν της άρεσε. Τη μια μου λέει ότι δεν την ενδιαφέρει το χρήμα, την άλλη ότι θέλει να ζήσει τη ζωή της. Και μαζί μου δεν ζεις; της λέω. Δεν πηγαίνουμε σε ταβερνάκια; Δεν σε έχω πάει στην Θεσσαλονίκη; Δεν σου αγοράζω όποιο άρωμα μου ζητάς; Τι άλλο θέλεις, πες το μου και θα το κάνω. Θα δουλέψω διπλή βάρδια και θα το κάνω-ότι  και να μου ζητήσεις.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και τι λέει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ώσπου να γίνουν όλα αυτά η ζωή της θα έχει φύγει, τέτοια. Άλλα λέγαμε όμως ρε Ανέστη τότε, όταν γνωριστήκαμε. Η αγάπη μας ήτανε μεγάλη. 
Ξέρεις πόσο ταιριαστοί ήμασταν. Μαζί σας βρεθήκαμε πολλές φορές και έβλεπες και συ ότι όλα ήτανε καλά ανάμεσά μας. Και όταν βγαίναμε οι τέσσεροί μας, έδειξε ποτέ να μην της αρέσει κάτι;
Σου λέω Ανέστη, δεν χωρίζαμε παρά μόνον όταν πήγαινα στη δουλειά. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θυμάμαι πόσο αλήθεια ήσασταν ταιριαστοί. Όταν της αγόρασες εκείνο το δαχτυλίδι ήταν πραγματικά ευτυχισμένη…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Και την αγαπώ ρε Ανέστη. Όταν κάναμε όρκους αγάπης εγώ τους εννοούσα ρε Ανέστη. Αυτή ήταν και είναι η ζωή μου και η ευτυχία μου. Κι ήταν κι αυτή ευτυχισμένη. Το έδειχνε με όλους τους τρόπους. Και τώρα… 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Κι εγώ έβλεπα ότι κι αυτή σε αγαπάει. Το έδειχνε ακόμα και όταν ήμασταν οι τρεις μας-εγώ με την Βιβή κι εκείνη. Μα πες μου, είναι τόσο ρηχή που να πετάει μια τέτοιαν αγάπη για τι-για λίγα λεφτά πάρα πάνω όπως μου λες; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω τι να πω κι εγώ ρε Ανέστη. Τι έχει μέσα στο μυαλό της πού να ξέρω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
…Σου έχει κάνει λόγο για γάμο; Μήπως αυτό θέλει; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο. Ούτε μου έχει πει κάτι σχετικά, που να δείχνει ότι το θέλει. Και όταν εγώ της μίλησα για γάμο μια φορά, δεν ενθουσιάστηκε. Αν θα το ήθελε, την άλλη Κυριακή θα πηγαίναμε στην εκκλησία … Μια τέτοια σχέση ποιος δεν θα ήθελε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ρε Ανέστη…  Στο λέω.  Από τότε που την γνώρισα, μόνον κοντά της υπάρχω. Τις άλλες ώρες λες ότι δεν ζω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
..Πού είναι τώρα; Στο σπίτι; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Εκεί την άφησα. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Κάποιες φορές μου έρχονται τρελές ιδέες στο μυαλό. Την αγαπώ ρε Ανέστη! Το καταλαβαίνεις;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Το ξέρω-δεν το ξέρω; 
(Χτύποι στην πόρτα)
ΘΑΝΑΣΗΣ
(Ανοίγει. Πίσω της στέκει η Μαρίνα)
ΜΑΡΙΝΑ 
Γεια σας. 
(στον Ανέστη)
Πάω στην αγορά κύριε Ανέστη-θέλετε τίποτα από κει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι κοριτσάκι μου, σήμερα έχω απ’ όλα, ευχαριστώ.
ΜΑΡΙΝΑ
(κοιτάζοντας προς τον Θανάση)
Για τον κύριο Θανάση δε ρωτάω, η κυρία Ανθή δεν λείπει… Γεια σας…
(φεύγει τρέχοντας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τρελοκόριτσο αλλά πάντα εξυπηρετικό το Μαρινάκι.. Καλλίτερη κι από ορντινάντσα στο στρατό… 
ΘΑΝΑΣΗΣ
(επαναφέροντας τον Ανέστη στην προηγούμενη συζήτησή τους)
Μίλησέ της κι εσύ ρε Ανέστη. Καλά έχω καταλάβει ότι έχει βάλει στο μάτι άλλον, ή κάτι άλλο είναι που θέλει να τα χαλάσουμε; Εσύ τα ξέρεις όλα τα δικά μας.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θα της μιλήσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τώρα. Σήμερα. Πάρτην στο τηλέφωνο, στο σπίτι την άφησα. Πες της να έρθει, βρες μια πρόφαση, ότι θέλεις παρέα ξέρω γω, και ρε Ανέστη, να είμαι στο διπλανό δωμάτιο εγώ, να ακούσω τι θα σου πει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν είναι σωστό... 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Γιατί; Να ακούσω τι θα πει κι αν θα πει τα ίδια και σε σένα. Εδώ παίζεται η ζωή μου Ανέστη…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αν το καταλάβει θα χαλάσει τελείως η δουλειά και δεν θα εμπιστεύεται πια ούτε εμένα.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Πού θα το καταλάβει; Αν καταλάβω πως υποψιάστηκε τίποτα, θα βγω γρήγορα από την πίσω πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Κάτσε να την πάρω.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανθή. Τι κάνεις;
ΑΝΘΗ
(φωνή της στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανέστη. Καλά είμαι, εσύ; 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή εκεί είναι;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι, έχει πάει στη μάνα της και όταν πηγαίνει εκεί ξεχνάει να γυρίσει. 
(βλέποντας συνωμοτικά τον Θανάση)
Ο Θανάσης εκεί είναι;
ΑΝΘΗ
Όχι. Βγήκε.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν έρχεσαι από δω να πιούμε ένα καφεδάκι; Έχω μοναξιές. Ή  έχεις να κάνεις κάτι;
ΑΝΘΗ
Να κατεβάσω το φαϊ από τη φωτιά και θα πεταχτώ. Έχω κάτι δουλίτσες σήμερα αλλά θα τις αφήσω για αργότερα ή για αύριο. Έρχομαι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Άσε ένα σημείωμα στον Θανάση πού είσαι, ώστε αν το δει να έρθει εδώ κι αυτός.
ΑΝΘΗ.
Εντάξει. 
(Ο Ανέστης αφήνει το ακουστικό. Στον Θανάση)
Έρχεται λέει. 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ωραία. Κι εγώ θα είμαι δίπλα. Να μάθω ρε Ανέστη, τι κεντρί την τσίμπησε....
ΑΝΕΣΤΗΣ 
Μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας σου Θανάση; Μάλλον θα έλεγα, μήπως υπερβάλλεις κάπως; Στο κάτω κάτω είσαστε μαζί δυο χρόνια τώρα, αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό… Βέβαια κι εγώ έχω δει μιαν αλλαγή στη μεταξύ σας συμπεριφορά τελευταία…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι φαντασίες Ανέστη…Ο καθένας θα έβλεπε τη διαφορά στα λόγια της και περισσότερο στην συμπεριφορά της. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καμιά φορά, οι άνθρωποι είναι  φυσιολογικό να αλλάζουν κάπως τρόπους αντίδρασης στις ίδιες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν,..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν φτάνουν όμως στο σημείο να παύουν να ενδιαφέρονται για τον σύντροφό τους, να του συμπεριφέρονται άπρεπα, να κάνουν σαν να έχουν φορέσει μια μάσκα πάνω από το μέχρι τώρα πρόσωπό τους… Μακάρι να κάνω λάθος ρε φίλε.  Μακάρι. Θα το ήθελα πολύ αυτό…
(Χτύποι στην πόρτα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αυτή θα είναι…
(Ο Θανάσης βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Ανέστης ανοίγει την εξώπορτα και μπαίνει η Ανθή.)
ΑΝΘΗ
Γεια σου Ανέστη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τηνε. . 
(αστειευόμενος)
Το κατέβασες το φαγητό-εντάξει;
ΑΝΘΗ
Ναι, όλα καλά. Η Βιβή πάλι στη μαμά της;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Πάλι και πάλι…  Κάθισε Ανθούλα.
(Η Ανθή και ο Ανέστης κάθονται)
…Την χάνω κάθε τόσο. Ας πηγαίνει. Μόνον να μην αργεί να γυρίσει. Γιατί καμιά φορά έρχεται αργά το βράδυ.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή έχει τη μαμά της κοντά της.  Καλό είναι αυτό, σπάζει λίγο την καθημερινή ρουτίνα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
(Δήθεν θιγμένος)
Ώστε ρουτίνα είναι η συντροφιά μου για την γυναίκα μου;..
ΑΝΘΗ
Έλα τώρα! Δεν ήθελα να πω αυτό. Κι εγώ αν είχα κοντά μου τη μητέρα μου θα πήγαινα κάθε μέρα να την βλέπω…Όλο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, χρειάζεται κανείς και μια αλλαγή. Και ο Θανάσης καλός είναι, όμως ρουτίνα θα έλεγα και την δική μας  παρέα, με ίδια τη μια μέρα με την άλλη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τώρα που το λες, τελευταία βλέπω ότι έχετε μια τάση να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα. Όπως ας πούμε προχτές που εσύ ήθελες να φύγετε από την ταβέρνα ενώ ο Θανάσης ήθελε να μείνετε λίγο ακόμη.
ΑΝΘΗ
Αυτό ήταν άλλο. Δεν ήταν για το αν θα μέναμε λίγο πάρα πάνω ή όχι, αλλά τίνος η γνώμη θα γινόταν. Γιατί δηλαδή έπρεπε εγώ να συμφωνήσω με τη γνώμη του Θανάση και όχι αυτός με την δική μου;… 
Μήπως επειδή αυτός δουλεύει; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω. Και τις προάλλες δεν με άφησε να πάω στο Τυπογραφείο που είχα βρει θέση. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Από ό,τι ξέρω δεν έχει αντίρρηση ο Θανάσης να δουλέψεις. Όμως για το Τυπογραφείο, έτυχε να ξέρει ότι το αφεντικό εκεί ρίχνεται σε κάθε θηλυκό που εργάζεται στην εταιρεία του. Γι αυτό είχε αντιρρήσεις.
ΑΝΘΗ
Όμως η δουλειά είναι και μια διέξοδος από τη ρουτίνα του σπιτιού. Στο κάτω κάτω ούτε παντρεμένοι είμαστε, ώστε να μην μου επιτρέπει να έχω κι εγώ τις δικές μου φιλίες. Και αν φοβάται ότι θέλω να γνωρίσω κάποιον άλλον άντρα, γιατί όχι; Την αποκλειστικότητα σ’ αυτό την έχουν οι άντρες; Ούτε παντρεμένοι είμαστε. Δεν λέω, καλά περνάμε, όμως η ζωή έχει τις δικές της ανάγκες και επιταγές; Η ζωή Ανέστη προχωρεί. Δεν είναι όπως στα χωριά μας παλιότερα, που τα ζευγάρια ζούσαν μια ζωή υποχρεωτικά κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Η ζωή φεύγει Ανέστη! 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Οι γυναίκες έχουν πολλά χρόνια που  αγωνίζονται για να πετύχουν την ισότητά τους με τους άντρες. Δεν είναι αυτό τωρινή κατάσταση. Όμως πάντοτε βρίσκεται ένα κοινό σημείο αποδεκτό και από τους δύο-άντρα και γυναίκα- ώστε να προκύπτει μία ανεκτή συμβίωση μεταξύ τους. 
ΑΝΘΗ
Δεν είμαι ειδική στο φεμινιστικό κίνημα, όμως ξέρω ότι σήμερα η γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άντρα. Ούτε είμαστε ρομπότ να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια για μια ολόκληρη ζωή, Και βέβαια ούτε με το ίδιο πρόσωπο. Το θέμα δηλαδή αφήνεται στον καθένα να αποφασίζει.
 ΑΝΕΣΤΗΣ
Και την αγάπη Ανθή πού την βάζεις; 
ΑΝΘΗ
Αγάπη όσο υπάρχει-ναι. Διάβασα κάπου ότι μόνο οι άστατοι γνωρίζουν τις χαρές της αγάπης. Οι σταθεροί γεύονται την τραγωδία της. Αυτό λέει  ακριβώς εκείνο που υποστηρίζω κι εγώ. Κι εγώ θέλω να γευτώ τη χαρά της αγάπης. Ο κόσμος μας μεγάλωσε Ανέστη. Χωράει όλα τα ωραία νέα μέσα του. Χτες ήμουν με μια φίλη. Δυο βδομάδες είναι που την γνώρισα-δεν την ξέρεις. Και μιλάει συχνά για τον πρώην της. Πρώην! Μια μικρή παράξενη λεξούλα. Πρώην! Ωραίο δεν ακούγεται; «Ο πρώην μου»! Που υπονοεί ότι υπάρχει κάτι καινούργιο- το νυν. Μέσα στις δύο αυτές λεξούλες πρώην και νυν,  κρύβεται όλη η ευτυχία που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα. Όταν ο νυν γίνεται πρώην-τι απόλαυση! Κάτι νέο! Κάτι άγνωρο, που ποιος ξέρει τι καινούργιο κουβαλάει μέσα του… Πρώην… Πόσα δεν κρύβουν αλλά και πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πέντε γραμματάκια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μα εσείς-εσύ και ο Θανάσης, από ό,τι ξέρω είστε πολύ αγαπημένοι-τουλάχιστον έτσι δείχνετε σε όποιον σας γνωρίζει. 
ΑΝΘΗ
Είμαστε αγαπημένοι, ναι. Όχι όμως δούλοι και υποταγμένοι ο ένας στον άλλο. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα Ανέστη! Εξερευνούμε το σύμπαν και δεν επιτρέπεται να εξερευνήσουμε τα τριγύρω μας; Ξέρω, η Βιβή δεν έχει τέτοιες ιδέες. Ταιριάξατε. Είστε μαζί τέσσερα χρόνια και δεν αποκλείεται να ζήσετε μαζί και άλλα πενήντα ακόμα. Μα εμένα άλλα με καλούν. Αγαπώ τον Θανάση. Μα όχι όσο για να θυσιάσω την ευτυχία μου και όλη τη ζωή μου γι αυτόν. Και δεν σου το κρύβω, τον τελευταίο καιρό γνώρισα κάποιον…  μια γνωριμία μόνον βέβαια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Προοδευμένες ιδέες πράγματι. Αν όμως Ανθή ο άλλος ή η άλλη του ζευγαριού έχει άλλην άποψη για την αγάπη και για τη ζωή-αν η λέξη «πρώην» κάποιους τους πληγώνει βαθιά; 
ΑΝΘΗ
Ας λύσουν το πρόβλημά τους. Έχουν την ελευθερία να ψάξουν καθένας για κάτι καινούργιο.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Είναι σκληρό για μερικούς να γίνονται πρώην ξέρεις. 
ΑΝΘΗ
Τότε τι; Να υπομένει λοιπόν ο άλλος ….
(χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ποιος να είναι; Συγνώμη…
(σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας και αμέσως ύστερα η έκπληκτη φωνή του Ανέστη)
Εσύ αγάπη μου; Πώς έτσι νωρίς;
ΒΙΒΗ
(η φωνή της)
Εγώ! Ποιον άλλο περίμενες; 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Έλα. Είναι μέσα και η Ανθή.
(Μπαίνουν ο Ανέστης και η Βιβή)
ΒΙΒΗ 
(Χαρούμενα έκπληκτη)
Ανθούλα! 
ΑΝΘΗ
(σηκώνεται)
Βιβή μου!..
(αγκαλιές και φιλιά. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται δυνατά το κλείσιμο πόρτας)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη, κοιτάζοντας τον Ανέστη)
Τι  έγινε;..
(Ο Ανέστης βγαίνει στο πίσω δωμάτιο και αμέσως ξαναγυρίζει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ο αέρας ήτανε…
ΒΙΒΗ
Και σου το είπα τόσες φορές-θέλει φτιάξιμο ο σύρτης…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Έχεις δίκιο αγάπη μου. Αύριο το πρωί κιόλας θα τον φτιάξω. Μα πες μου, γιατί  γύρισες τόσο γρήγορα; 
ΒΙΒΗ
Θα σου τα πω, τα γνωστά της μάνας μου… όχι τώρα όμως…
(Στην Ανθή που έχει μείνει όρθια)
Πώς από δω πρωί πρωί Ανθούλα μου; Κάθισε. Συμβαίνει τίποτα με τον Θανάση; 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εγώ της τηλεφώνησα να μου κάνει παρέα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόσουν τόσο γρήγορα.
ΑΝΘΗ
Να μην καθίσω καλλίτερα Βιβή μου. Ήρθα γιατί ξέρω πως δεν μπορεί χωρίς παρέα ο άντρας σου ούτε για μισή ώρα. Καλά που ήρθες όμως για να φύγω.. Σήμερα πληρώνω τους λογαριασμούς του σπιτιού-να μην αλλάξω το πρόγραμμά μου αφού πια δεν υπάρχει λόγος. Θα τα πούμε εμείς οι δύο το απογευματάκι, όταν ο Ανέστης πάει στη δουλειά. Θα με πάρεις-ναι;
ΒΙΒΗ
Θέλει και ρώτημα;. Έχουμε δυο ολόκληρες  μέρες να ιδωθούμε-έχουμε να πούμε πολλά. Τι να σου πω, αφού έχεις δουλειά… 
ΑΝΘΗ
Δουλειές όχι δουλειά… Λοιπόν γεια σας! Γεια σου Βιβή μου. Γεια σου Ανέστη.
(βγαίνει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Για πες τι έγινε; Σε βαρέθηκε η μάνα σου ή βρήκε άλλη παρέα; 
ΒΙΒΗ
Τίποτα απ’ αυτά. Μόνο ο φυσιοθεραπευτής της τής τηλεφώνησε ότι αντί το μεσημέρι θα τον εξυπηρετούσε αν πήγαινε το απόγευμα. Και για να μην του χαλάσει το χατίρι η μητέρα μου του είπε ναι.  Γι αυτό την άφησα-να μην καθίσω εκεί όλο το μεσημέρι και εσύ είσαι μόνος σου. Θα πάω το απόγευμα πάλι μια βόλτα από κει...  
(απ’ έξω ακούγονται δύο πυροβολισμοί) 
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη)
Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;
ΑΝΕΣΤΗΣ
(ανήσυχος)
Δεν ξέρω… Έμοιαζε με πυροβολισμούς. Και ήτανε κοντά μας…
(απ’ έξω ακούγονται φωνές τρομαγμένες και βιαστικές)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΑ ΑΠΕΞΩ
Τη σκότωσε! Πιάστε τον…
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΠΕΞΩ
Την αστυνομία! Την αστυνομία!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(θορυβημένος)
Θα πάω να δω… 
ΒΙΒΗ
Στάσου! Τι να δεις; Μην ανακατεύεσαι. Κάτσε να δω από το παράθυρο…
(ανοίγει το παράθυρο και βλέπει έξω. Δυνατά)
Μαρίνα! Πού τρέχεις; Τι έγινε;
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Την σκότωσε…
ΒΙΒΗ
Ποιος; Τι…
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Ένας άντρας λέει σκότωσε μία γυναίκα. Πάω να δω…
(τρέχει)
ΒΙΒΗ
(Κλείνει το παράθυρο)
Τα άκουσες; Ένας άντρας σκότωσε μία γυναίκα.
(κίνηση αγανάκτησης)
Πάλι!...
ΑΝΕΣΤΗΣ
Στάσου, επειδή το είπε η Μαρίνα, θα πει ότι είναι αλήθεια; Πώς το έμαθε κιόλας… Θα βγω έξω να δω…
(σηκώνεται)
ΒΙΒΗ
Μην μπλέκεσαι με αυτά Ανεστη. Κάποιος εκεί έξω κρατάει ένα όπλο στα χέρια του-κάτσε στ’ αυγά σου…
ΜΑΡΙΝΑ
(Η φωνή της απέξω)
Κυρία Βιβή! Κυρία Βιβή!
ΒΙΒΗ
(Πηγαίνει στο το παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ερωτηματικά)
Ναιαιαι….
Την κυρία Ανθή σκοτώσανε!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(αφήνεται να πέσει σε μια καρέκλα αποσβολωμένος)
Θεέ μου!
ΒΙΒΗ
Την Ανθή! Όχι! Δεν είναι  δυνατό… Μα γιατί;… Ποιος;.. Θεέ μου…
(κλείνει το παράθυρο.)
Άλλη μια γυναικοκτονία! 
(στον Ανέστη, απορημένη)
Μα τι σας έχει πιάσει τελευταία εσάς τους άντρες;..

ΑΥΛΑΙΑ

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026




ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ


ΤΟ «ΠΡΈΠΕΙ»

Τι ωραίο αυτό το «ΠΡΕΠΕΙ»!
Ο καθείς αυτό το βλέπει-
σαν ραβδάκι μαγικό
το πικρό κάνει γλυκό.

-Τι θα κάνετε υπουργέ 
για το χάλι του ΟΤΕ;
-Να σας πω: ΠΡΕΠΕΙ να γίνει…
και να  γίνει… και να γίνει…

(και αντίρρηση ποιος έχει 
πως ο υπουργός κατέχει
τι θα «ΠΡΕΠΕΙ» κάθε μια 
να γινότανε φορά…)

 -Κύριε βουλευτά οι φτωχοί
έχουνε πολύ αυξηθεί
τόσο όσο πριν ποτέ…
-Να τι ΠΡΕΠΕΙ αγαπητέ…

Και, η βουλευτική μαφία
αραδιάζει με σοφία 
όσα «ΠΡΕΠΕΙ» να γινούν
οι φτωχοί για να σωθούν.

Και κανείς δε λέει τι
«ΠΡΕΠΕΙ» κάθε βουλευτή 
ο λαός να τόνε κάνει
πριν εκείνος τον πεθάνει, 

γιατί ο έλλην ενοικεί
στις αγκάλες του Μορφέα
κι ως γνωστόν όλα εκεί 
μοιάζουν όμορφα κι ωραία.




Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013
ΛΙΓΑ ΑΠΟ ΤΑ «ΠΡΕΠΕΙ» ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ 
ΠΟΥ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ 23-3-13

1.
 «Η Ευρώπη ΠΡΕΠΕΙ να δείξει την αλληλεγγύη της στην Κύπρο.»
(Κουβέλης)

2.
α. "Τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων – συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς των Χριστιανών – θα ΠΡΈΠΕΙ να είναι κατοχυρωμένα και σεβαστά". 
β. «Όταν τα όπλα καταλήγουν σε χέρια που δεν ΠΡΈΠΕΙ,…»
{Αβραμόπουλος για τη Συρία)

3.
«Θα υπάρχουν οδυνηρές πτυχές, όμως η χώρα ΠΡΈΠΕΙ να σωθεί»
(Πρόεδρος Κύπρου προς τους πολίτες της Κύπρου)

4.
«Η λύση που θα προκύψει για το πρόβλημα της Κύπρου θα ΠΡΈΠΕΙ να διατηρεί τη χώρα εντός Ευρωζώνης,…»
(Κωστής Χατζηδάκης στο Real News)

5.
«Η κυβέρνηση ΠΡΈΠΕΙ να διασφαλίσει…»
(ΚΚΕ)

6.
"Η Ευρώπη ΠΡΈΠΕΙ να δώσει ένα χέρι βοήθειας στην Κύπρο..."
«Και σε τούτη τη συγκυρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ΠΡΈΠΕΙ να τείνει ένα χέρι βοήθειας.»
(Αβραμόπουλος σε δημοσιογράφους στη Σλοβακία
)

7.
«Οι ώρες είναι δύσκολες, όλοι ΠΡΈΠΕΙ να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.»
(Στυλιανίδης, κυβερνητικός εκπρόσωπος Κύπρου.)


8. 
«Ό,τι  γίνει ΠΡΈΠΕΙ να γίνει σήμερα»
(Πάμπος Χαραλάμπους, Δντης Γρ. Τύπου του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.)

Όλα εντάξει στην Ελλάδα: οι έλληνες πολιτικοί ξέρουν τι ΠΡΕΠΕΙ να γίνει!


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...

Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.

Το προαιώνιο του ανθρώπου
τ’  όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντα όνειρο θα μείνει.

Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του. 

Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του 
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.



ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Κι αφού
οι ευρωπαίοι
εδιώξανε τους τούρκους απ’ τον τόπο
κι έλληνες μας βαφτίσαν από κάποιους 
που παλαιά ζούσαν εδώ,
μετά, έτσι έτοιμους, μας δώσαν μια κλωτσιά
και από τότε πια εμείς περήφανοι γυρνάμε.

Εκείνοι μας λαδώνουν κάθε τόσο,
τα σύνορά μας καθορίζουν,
τους ολυμπιακούς κάνουν αγώνες μας,
μας δίνουν όπλα και πηλίκια και στολές 
και λέμε μεις "οι ένοπλες δυνάμεις μας",
λεφτά μας δίνουνε και λέμε μεις "η οικονομία μας".

Όμως κι εμείς από την άλλη τους δουλεύουμε πιστά:
τις κυβερνήσεις έχουμε που αυτοί μας λένε 
οι εφημερίδες κι οι τηλεοράσεις μας 
γράφουν και λένε ό,τι αυτοί διατάξουνε
κι ως για μπογιά, βάζουμε μπόλικη,
όταν σκυμμένοι τα παπούτσια τούς γυαλίζουμε.
Και τελευταία τους διασκεδάζουμε πολύ
με έργα όπως «Ο Καραγκιόζης Πρωθυπουργός»,
 «Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε»,
«Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν».








Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ

Ρε μπελά που έχω βάλει
στο φασιστικό μυαλό μου
και να κάνω τώρα  πρέπει
τον ανασχηματισμό μου!

Κι η «Παιδεία η στέρεή» μου
δε βοηθάει σ’ αυτό καθόλου
και μου φαίνεται πως όλα 
θα μου παν κατά διαόλου…

Για να δούμε: να κρατήσω
πρέπει πρώτα τη Θοδώρα,
του δανδή να συγκρατήσω
Αβραμόπουλου τη φόρα…

Ποιον να βάλω…ποιον ν’ αφήσω;
ποιον να κόψω…ποιον να σβήσω;
Να! αυτόν θα βάλω εδώ! 
Όχι! Θα θυμώσει ο άλλος.!

Μ’ αν αυτός θα πάει εκεί 
τότε πού θα μπει εκείνος;..
και με των υφυπουργών
τι να κάνω εγώ το σμήνος;..

Α! Μου φαίνεται πως φέρνει
Πονοκέφαλο η Αθήνα.
Μπα! Θα φύγω απ’ το Μαξίμου 
Και θ΄αράξω στη Ραφήνα.




ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΈΡΗΣ

Γιατί δεν ξέρω όλοι φασίστα με θαρρούν…
Από μια Νέα βγήκα εγώ Δημοκρατία!
Παιδί της είμαι εγώ φτυστό! Κι όσοι απορούν
στα που κρατεί αυτή ας ψάξουνε αρχεία.

Ξέρετε πόσους βουλευτές εγώ κρατώ.
Μ’ ακραίος αν ήμουν δε θ’ ανέχομουν κανέναν.
Ως για τους ξένους μας, πολύ τους αγαπώ΄
αυτοί μισούν-ποιος το γιατί ξέρει …-εμένα…

Και αν να πάρουμε την Πόλη θέλω εγώ
είναι γιατί έχω εκεί πέρα εν’ αμπελάκι
που μία θειά μου το τρυγάει κι όχι εγώ,
και που  ούτε μου ’στειλε ποτέ ένα σταφυλάκι.

Κι αν στους αρχαίους βρίσκω εγώ την ηδονή
και δεν μου ειν’ οι ήρωές τους διόλου ξένοι,
είναι που εκείνο το παιδί-τον Άδωνι-
θέλω να δω στα εκδοτικά να πετυχαίνει.

Το να μ’ αρέσει από «φασ» ό,τι αρχινά
από παιδί στην Κατοχή μού έχει μείνει-
τότε φασ-όλια που εζητιάνευα συχνά
κι αυτά τα γράμματα ζακόνι μου ’χουν γίνει.

Γι αυτό σας λέω μη γνοιαζόσαστε γι αυτά 
και ψήφο δώστε μου σα φτάσουμε στην κάλπη-
πρωθυπουργό κι εμένα κάντε μια φορά:
 γιατ’ οι άλλοι ’κάναν τον Ομπάμα;.. έναν αράπη;!.. 

Κι όχι! Εγώ
δεν είμαι ακραίος όπως λέτε κάθε μέρα΄
κι αν στέκω εδώ 
είναι που- κρίμα!- δεν υπάρχει παραπέρα…



12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»

Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη:
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.

‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει  βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.

Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια, το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.



ΧΊΤΛΕΡ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ:
                  ΒΙΟΙ ΠΑΝΑΘΛΙΟΙ

«Εγώ αυτόν τον Χίτλερ κουτόν τον θεωρώ
που σοβαρά επήρε τα εγκλήματα σωρό
κι ο ίδιος που είχε κάνει κι όλοι του οι στρατηγοί-
τόσα που αίμα όλη εβάφτηκε η γη.

Αν ζούσε ανάμεσό μας, όσων κι αν ήτο ετών,
μια μέρα που ενώπιον θα ομίλει ηγετών,
τρανό ένα συγνώμη θα έλεγε ευθαρσώς
κι ευθύς θα εγινόταν ως άζαξ καθαρός.»

Πού είσαι καημένε Χίτλερ-πού είσαι να σωθείς-
πού είσαι του Βενιζέλου να γίνεις μαθητής
που ενώ την κοινωνία χάμου τήνε πατάει
δίχως ντροπή καμία, συγνώμη της ζητάει…




ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»

 Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
 και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιές πηγαίναν..
 Κι ο ελληνικός  βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
 άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη..

 Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
 που αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
 μα αυτό εν τέλει του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
 και πάει κι εκείνος και το «θα» που πια είχε αποκάνει.  

Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.

Και από τότε «ΠΡΕΠΕΙ» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«ΠΡΕΠΕΙ» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«ΠΡΕΠΕΙ» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«ΠΡΕΠΕΙ» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.

«ΠΡΕΠΕΙ» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«ΠΡΕΠΕΙ» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«ΠΡΕΠΕΙ» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«ΠΡΕΠΕΙ» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.

Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «ΠΡΕΠΕΙ» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια
για να χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
και πια ποτέ τα ζωντανά να μη γινούν ανθρώποι..

Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «ΠΡΕΠΕΙ»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»: «γιατί έτσι…ΠΡΕΠΕΙ!»..



ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΕΥΡΩΠΑΊΩΝ ΗΓΕΤΏΝ
ΚΑΙΡΟΣ ΚΡΙΣΗΣ

Θα έλεγα τον Μάριο Ντράγκι
πως δεν τον έχουμε ανάγκη.

Αντίθετα όμως τον Ρομπάϊ-
αυτόν τον έχουμε σταντ-μπάϊ.

Για την Λαγκάρντ μας την Κριστίν
είναι ψηλή, άσ’ την αυτήν…

Η γερμανίδα η Μέρκελ μας η Άγγελα
πρωθυπουργός μας να ’ταν θα ’θελα.

Και απορώ τι ο μαύρος Σόιμπλε
με το δικό μας κόμμα έχει το μπλε…

«Αυτά που λέει ο Κλοντ Γιουνκέρ,
πες Μητσοτάκη τ’ είναι;» -«Ανφαίρ»…

Το ύφος του Ολάντ του Φρανσουά
δεν είναι σα να λέει: “L’ Etat c’ est moi!”?..

Αφού κι εσύ υπάρχεις Μάριο Μόντι
έχουμε στην Ευρώπη κι εμείς «δόντι»…

Συνάδελφέ μας συ –ΟΛΈ!- Ραχόϊ
σαράκι και τους δυο ίδιο μας τρώει…

Αν μας βοηθήσεις τελικά 
Μπαρόζο μου εσύ Ζοζέ,
θα ’χεις μπουκάλι ένα κρασί-
το θέλεις άσπρο ή ροζέ;

Και συ ωρέ Νικόλα Σαρκοζί
Μα πήρα φόρα…όχι, αυτός δε ζει…

                          -----

 

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΩΡΑ
ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ
ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Αφού εγώ πρώτα λίγο το μυρίσω
στον Πάγκαλο θα στείλω ένα αρνί
να τον ακούω πριν λιμοκτονήσω
να λέει πως το φάγαμε μαζί.

Ένα ωραίο «ΠΡΈΠΕΙ» κεντημένο 
θα στείλω στον Παπούλια μας να πάει
να το κρατεί ως πανό ξεδιπλωμένο
και χρεία πια να μην έχει να μιλάει.

Στη Ντόρα, της Νινί Ζαχά το δίσκο
θα δώσω, που να της ταιριάζει βρίσκω:
«Να ζεις δίχως σύντροφο μόνη
στο άδειο μικρό σου σαλόνι…»

Στον Παπανδρέου ένα λεξικάκι
ελληνικά να μάθαινε λιγάκι
ώστε για κάτι να περφανευόμαστε 
όταν σωστά θα πει: «Μνημονιονόμαστε!»

Και μη ξεχνώντας τον πιστό μου φίλο
και χρόνια ευχόμενος πολλά να ζήσει
άσπρο ένα-στην Αλέκα- αυγό θα στείλω
μιας κι όταν πάει εκεί, θα κοκκινίσει.

Έναν Σταυρό παίρνει για δώρο  ο Σαμαράς
να κάνει ολημέρα το σταυρό του
μη κι εκλογές δει έστω στ’ όνειρό του
και βγει πρωθυπουργός ο φουκαράς…

Μια σούβλα δίνω στον Καρατζαφέρη
μακριά από Κρήτη ως Μακεδονία
τους μετανάστες για να καταφέρει
να τους σουβλίσει όλους με τη μία.

Αυτόματον ο Παπαθανασίου 
θα έχει έναν ωραίο συνταξιοκόπτη
συντάξεις για να κόβει Δημοσίου
κούραση δίχως απ’ αυτό να νοιώθει.

Ως για την υπουργό μας της Παιδείας,
που νίκη απ’ τα Λύκεια πήρε πύρρεια
θα στείλω ένα λουκέτο ασφαλείας
για τα που πια θα κλείσουν φροντιστήρια…

Στον Άκη ένα κουλούρι θα δωρίσω
κάνοντας ένα τεστ: αν θα το φάει
ότι δεν έκλεψε θ’ αποφασίσω,
αφού -ως καθ’ έλληνας- κι αυτός πεινάει.

Για τη Βουλή ένα λαμπρό φυτίλι
με τι-εν-τι στην άλλη του την άκρη
στον Άδη σούμπιτη για να τη στείλει
χωρίς γι αυτήν να στάξει ένα δάκρυ.

Στον Όλι Ρεν δωράκι μία βίτσα
που απ’ του Μαξίμου ως το Νιου Γιορκ να φτάνει
την Παπανδρέου να δέρνει τη Γιωργίτσα
στο μάθημά της λάθος όταν κάνει.

Σε κάθε βουλευτή δώρο θα κάνω
αόρατος να είναι όπου πάει
και πλέον αυγά στα μούτρα του επάνω
κανείς να μην μπορεί να του πετάει.

Στον Αβραμόπουλο, αποκρουστήρα
αυγών και γιαουρτιού έναν του πήρα:
τα ρούχα του λερά να μην ιδεί-
τι το χειρότερο για έναν δανδή!;..

Στους πολίτες της Ελλάδας θα χαρίσω
χάπια ύπνου ώστε πλήρως ν’ ασφαλίσω
πως για πάντα όπως τώρα θα κοιμούνται
του χαμού τους τα λιοντάρια κι ας βρυχιούνται.

Σε τιμίους βουλευτές μας θα μοιράσω
ευρώ χίλια που στην Τράπεζα έχω βάλει.
Μα για δες, μετά, όταν πάλι τα μετρήσω,
…τα καημένα… θα τα έβρω χίλια πάλι…

Και τη σπάλα του αρνιού 
στον μπεμπέ Πεταλωτή θα τήνε δώσω 
να μη λέει κουτουρού
όσα ψέματα μας λέει κάθε τόσο.

Κι ό,τι άλλο ωραίο δώρο σκαρφιστώ
στέλνοντάς το θα το γράφω κι εδώ μέσα
για να βλέπετε πως είμαι όλος μπέσα
και διαφάνεια διέπει ό,τι κάνω εγώ…


ENA ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΓΚΑΘΩΤΑ ΑΓPIΟΛΟΛΟYΔA 
ΑΠΟ ΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ

α. 
Οι βουλευτές κλέβουν.

- Οι βουλευτές κλέβουουουουν
Μικρή καμπανούλα του αγρού
Οι βουλευτές κλέβουουουουν …

-Ο αγέρας με φυσά και δεν ακούω.
Πιο δυνατά καλέ μου.

-Οι βουλευτές κλέβουουουουν
μικρή καμπανούλα του αγρού!.
Οι βουλευτές κλέβουουουουν…

-Αχ ο αγέρας παίρνει τη φωνή σου-
τίποτα δεν ακώ κι ας βάζεις
τις απαλάμες σου γύρω απ’ το στόμα.
Μα συ μ’ ακούς παλληκαράκι του βουνού.
Άκου λοιπόν τί ο αγέρας που φυσάει μου λέει:.
“Οι βουλευτές κλέβουουουουν!” μου φωνάζει.
Άκου και κάνε κάτι
συ του λαού παλληκαράκι.
Οι βουλευτές κλέβουουουν…


β. 

Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Τα ποδάκια της στο νερό πλέκουν.

-Άνοιξε το βήμα σου παιδόπουλο της άνοιξης.
Κάποιονε σαν εσένα καρτερεί και λαχταράει.

-Βαριά η καρδιά μου κι άβουλο το χέρι
Εχτές ο φίλος μου αρρώστησε και πέθανε.
Θέση δεν είχε στο νοσοκομείο.

Αχ! Τα ποδάκια αχάιδευτα θα μείvουνε 
του κοριτσιού με το νερό που παίζει.

Μα όχι-να! εκείνος, που το σπίτι του
με τα κρεβάτια των νοσοκομείων έφτιαξε,
πλησιάζει προς την ακροθαλασσιά.

-Φύγε μικρούλα απ’ το νερό!
Τρέξε στο σπίτι σου μικρούλα!

-Εγώ θέλω στ’ αυτιά μου σκουλαρίκια
και φόρεμα η μάνα μου καινούργιο.
Και ο πατέρας
από ταβέρνα σε ταβέρνα τριγυρνάει χωρίς δουλειά.

-Φύγε μικρούλα. Κάτι θα βρεθεί…

-Βρέθηκε κιόλας. Βιαστικός
έρχεται κατά μένα ο πλούσιος. Κι εγώ
τον κόρφο τον μικρό μου
τον αμεγάλωτον ακόμα 
ετοιμάζω.


γ.

-Μικρό δεντράκι
μικρό. δεντράκι
πότε καρπό θα δώσεις;

-Σ’ αυτό τον κήπο εγώ δεν θα καρπίσω
γιατί ψηλά στου λόφου την κορφή ο κήπος μου είναι
και από δω βλέπω απλήρωτη δουλειά.

-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
οι μίσχοι των φύλλων σου τρυφεροί΄
τ’ άνθη σου ολάκερο σε σκέπασαν.

-Θα ρίξω τ’ άνθη μου άκαρπα
και φύλλα και κλαριά μου θα ξεράνω.

-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
άσε στην μοίρα του τον άνθρωπο.
Πιες το ρυάκι
ανάσανε τον άνεμο
δώσε καρπούς σε κείνον που σε φύτεψε.

-Εκείνου που με φύτεψε
είναι που τη δουλειά του κλέβουν.
Και τα δεντράκια όπως εγώ
η ψυχούλα τους σπαράζει
να βλέπει ανθρώπους δύστυχους.


δ.

-Από του φεγγαριού τους κύκλους
ο πρώτος είναι της αγάπης μου.
Ο δεύτερος της αγριοτριανταφυλλιάς
κι ο τρίτος του πελάγου.

-To πέλαγο ανέμελε τραγουδιστή
δεν θέλει ούτε να σε βλέπει
που αφήνεις να σε λοιδορούν οι βουλευτές σου.

-Σκοτούρα μου το πέλαγο.
Ο κύκλος της αγριοτριανταφυλλίτσας μου
για μένα τη στροφή του γράφει.

-Εγώ νιε μου ανέμυαλε και χιλιοπροδομένε
ούτε τ’ αγκάθια μου δε χαραμίζω
για όποιον αφήνεται όμορφα άμορφα
στους υπουργούς του το αίμα να του πίνουν.

-Σκοτίστηκα για τ’ άνθη σου.
Τ’ άνθη δικά μου όμως όλα της καλής μου-
το γέλιο, το κελάδημα, ο κόρφος
και τ’ άνθος το κρυφό της το ανοιγμένο.

-Καλλίτερα στον εγκρεμό τα κάλλη μου όλα  να τα ρίξω
παρά σε σκλάβο ένανε τον τρύγο τους ν’ αφήσω.

-Φεύγω και όπλο ζώνομαι και βλήματα τυλιέμαι
και υπουργούς και βουλευτές στον Άδη κατεβάζω.
Κι αν έτσι το ’χει η μοίρα μου ας πάω κι εγώ μαζί τους.
Κάλλιο, παρά να ντρέπεται για μένανε η καλή μου.


ε.

Οι νεκροί των δρόμων,
ΟI νεκροί των κλεμμένων χρημάτων,
οι νεκροί των σκανδάλων,
τις νύχτες γίνονται ένα
με του φεγγαριού το κλάμα
στα γύρω γυμνά χωράφια.

Ο κρύος άνεμος της νύχτας
τις φωνές τους παίρνει
και τις αναπνοές μ’ αυτές γεμίζει εκείνων
που θυμούνται ακόμα τους χαμένους.

Αρχαίοι κάτοικοι των τόπων αυτών ξυπνούνε,
χώμα στα μαλλιά τους,
σκοτάδι στις τρύπες των ματιών
και βλέπουν την κατάντια των σημερινών, 
κι ακούν τον άγγελο της προδοσίας να σαλπίζει:
«Δε φταιν οι κλέφτες-
οι κλεμμένοι φταίνε.»

Και φριχτά ηχούνε 
προδομένα
τα κόκαλά τους.

Ο δολοφόνοι κοιμούνται στ’ απαλά τους μαξιλάρια. 



στ.

Κάπου κάπου
μέσα στη νύχτα
ακούς φωνές ενάντια στην Κυβέρνηση.
Μετά οι φωνακλάδες
’συχάζουν ότι κάναν το καθήκον τους.

Τα μαχαίρια, οι δυναμίτες, οι μπόμπες,
κοιμούνται μέσα στις αποθήκες. 
Τα μαχαίρια ονειρεύονται λαιμούς πολιτικών.
Οι μπόμπες ονειρεύονται Βουλή,
βίλλες, πλοία, εργοστάσια,
κι οι δυναμίτες υπουργεία γκρεμισμένα.

Και οι γκαζάκηδες βάζουν γκαζάκια 
και ήσυχοι κοιμούνται 
πως το καθήκον τους εκάμανε.



ζ.

Τα ζώα ακούσαν φασαρία από την πόλη.
“Τράβα καλή αλεπού να μας ειπείς τι τρέχει.”
Επήγε, γύρισ’ η αλεπού.
“Και τ’ είδες αλεπού αλεπουδίτσα;” 
της κάνει το λιοντάρι.
“Είδα μιλιούνια ανθρώπους να φωνάζουνε
σε είκοσι άλλους:
Μας κλέβετε το φαί μας και πεινάμε!”
“Μετά; Πέσαν στους κλέφτες πάνου να τους φάνε;”
“Oxι. Διαλύθηκαν ησύχως”.
“Λοιπόν αξίζουνε την πείνα”.


η.

Χρόνια προτού,
τα κρύσταλλα της τηλεόρασης-
μικρούλες λαμπερές πυγολαμπίδες-
μαζεύτηκαν στη χλόη του δάσους
έξω απ’ του Ύπνου την καλύβα.

«Συντρόφισσες
οι άρχοντες
θέλουν, με όπλο εμάς, να υποτάξουν
τον άμοιρο λαό-εκείνον 
που απ’ αυτόνε και γι αυτόν υπάρχουμε!
Θα το δεχτούμε;»
«Όχι!»,
μυριάδες φωτισμένα στόματα απαντήσανε.

“Εγώ θα φύγω στον Βορρά”
είπε μια έξυπνη μικρή πυγολαμπίδα.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης)

«Εγώ λέω να πάω για την Ανατολή »
είπε η σοφή πυγολαμπίδα.
(αστέρια, δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης).

Και κάθε μία και δυο δυο τον δρόμο εδιάλεγαν
που θέλανε να πάρουν.
(αστέρια δείξετε τον δρόμο στις μικρές
τις αδερφούλες σας της γης).

Ο γυμναστής πυγολαμπίδων
το βράδυ εκείνο είχε βγει
χωρίς ελπίδα ότι θα ’βρισκε ούτε μία.
Μα τι τύχη! -να! μπροστά του όλες μαζεμένες!

Τις πρόλαβε, τις μάζεψε όλες, τις εγύμνασε,
κι όλες μαζί στο Μέγαρο Μαξίμου τις επούλησε.
Kι είναι το γύμνασμά τους 
ν’ αναμασάνε ό,τι 
κάθε φορά το Μέγαρου Μαξίμου λέει. 




θ.

Κλέβουνε υπουργοί και βουλευτές.
Τo βατραχάκι πηδάει μες στα νερά.
Κλέβουν οι συγγενείς τους και οι γνωστοί.
Η αράχνη ετοιμάζει το δλητήριο της.

Οι νέοι τίποτα.
Και φαντάζονται τους εαυτούς τους ήρωες.
Κοιμούνται κι ονειρεύονται στεφάνια
στο λαιμό ανδριάντων τους μαρμάρινων
να κρεμιούνται.

Οι άλλοι κλέβουνε και κλέβουνε και κλέβουνε.
Και οι νέοι
διαλέγουνε ονόματα ηχηρά,
οργανώσεων
Τα φορούν
Και ύστερα δεν κάνουν τίποτα.



ι.

-Ο υπουργός έχει δυο δισεκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Στη δυστυχία του ανάπηρου
στο θάνατο από πείνα του φτωχού
και στην πορνεία της γυναίκας.

-Ο βουλευτής
έχει εφτακόσα εκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Απ’ το αίμα και τον ίδρω του άρρωστου,,
από την τύφλα της Παιδείας
κι απ’ των βιομήχανων τις μίζες.

-Και τι για όλ’ αυτά
κάναν οι νέοι της χώρας μου
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Δεν κάναν τίποτα.

-Μέτρησες των ελλήνων το μυαλό
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Έψαξα-
δεν βρήκα τέτοιο τίποτα για να μετρήσω.

-Κι η αντρεία και το φιλελεύθερο κι η εξυπνάδα τι έγινε-
πού πήγε, που γι αυτήν καυχιόνται
αφού αφήνουν να τους κλέβουνε
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-To καύχημα έχουν μόνο κι όχι τ’ άλλα.

-Κι ένας λαός χωρίς μυαλό
το τέλος του πoιo θα ’ναι
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Ο αφανισμός.




ια.

Στα δέντρα έριχνε το κρύο φεγγάρι αχτίδες παγωμένες. 
Πήγαινε μόνος του στο δάσος ο γεωργός.
Δυο ’λάφια από το κρύο τρεμάμενα τόνε κοιτάζανε
τ’ άθλιο κορμί του στην καλύβα του να κουβαλάει.

-Κοίτα σε χώρα ποιαν έχουμε γεννηθεί.
Χειρότεροι από μας οι ανθρώποι.
-Χειρότεροι… χειρότεροι…
-Κι εμάς μας τρώει το λιοντάρι
μα είναι που εμείς όπλα δεν έχουμε.
-Δεν έχουμε… δεν έχουμε…
-Ενώ αυτοί μυαλά ίδια κι ίδια χέρια έχουνε
και ίδια όπλα και οι δυο κρατάνε,
μα δε σηκώνουνε τα όπλα τους
ενάντια στα λιοντάρια τους- 
-Ενάντια στα λιοντάρια τους;..
-Κοίτα τον πώς δουλεύει γι άλλους…
Κοίτα τους πώς σκυμμένο το κεφάλι τους κρατούν…
Και αύριο με το δρεπάνι τους αυτό
θα πάει στάρι να θερίσει 
αντί με κείνο τα κεφάλια τους να πάρει…
-Τα κεφάλια τους… τα κεφάλια τους…


ιβ.

To σχολείο σκόλασε. Τα παιδιά βγαίνουν.
-Εγώ σα μεγαλώσω θα γινώ μηχανικός
να χτίζω σπίτια.
-Πού θα πας το απόγεμα; Έλα σπίτι
κρυφτό να παίξουμε και αμάδες.
-Θέλω να διαβάσω να γίνω μηχανικός.
Αν όλο παίζω δεν θα γίνω μηχανικός.
-Ο πατέρας μου λέει πως ό,τι και να γίνει κανείς
χαμένα όλα παν στη χώρα αυτή.
Μόνο αν κλέψεις 
καλά θα ζήσεις.
Εγώ θα μάθω να κλέβω.
-Και γιατί όλα χαμένα παν στη χώρα αυτή;
-Δεν ξέρει λέει κι αυτός, μα έτσι είναι.
Ίσως, λέει, φταίνε τα γονίδια μας.
-Ο πατέρας σου είναι σοβαρός άνθρωπος.
Για να το λέει έτσι θα ’ναι.
-Και βέβαια έτσι είναι.
- Τότε θα ’ρθω να παίξουμε.
Θα με μάθεις και μένανε να κλέβω;



ιγ.
Ο σιδεράς χτυπάει πάνω στ’ αμόνι
κι ομορφοτραγουδάει το σφυρί.
-Γερές μην κάνεις σιδερά
τις άλυσες του δούλου.
Γ ια να μπορέσει μια και δυο
να τις κατασυντρίψει
και λευτεριά έτσι να βρει
μες στην πικρή ζωή του.

Κι ο σχοινοπλέχτης γέρνοντας
στον πάγκο του επάνω
χοντρά χοντρά κάνει σχοινιά
και διπλοκαμαρώνει.
-Χοντρά μην κάνεις τα σχοινιά
γιατί τους σκλάβους δένουν
κι εύκολα πια δε λύνονται
-τα χέρια δε χωρίζουν.

Και με την πέννα του ο γραφιάς
ωραία γράμματα γράφει
που νόμους λεν και που μ’ αυτούς
τους δούλους φυλακίζουν.
-Σπάσε γραφιά την πέννα σου
παρά να δίνεις νόμους
που δυστυχάνε το λαό
και το θεό σκοτώνουν,

Μα δεν ακούει κανένας τους.
Και όλοι τους δουλεύουν
με τη δουλειά τους πλάθοντας
τον ίδιο το χαμό τους.


ιδ.

Μες στη χελιδονοφωλιά,
ψηλά,
λέει το χελιδονάκι στον πατέρα του.
-Πατέρα τ’ είναι κλέφτης
που γεμάτη λέει η χώρα ετούτη κλέφτες είναι;
-Είναι αυτός που παίρνει τα λεφτά του αλλουνού.
-Και τ’ είναι τα λεφτά πατέρα;
-Είναι ο ιδρώτας κι η υγεία κι η χαρά
και η διασκέδαση και το φαί και το πιοτί του ανθρώπου.
-Ό,τι είναι τα έντομα για μας
είναι και τα λεφτά για τους ανθρώπους;
-Ναι παιδάκι μου καλό. Έτσι είναι.
-Δυστυχισμένοι ανθρώποι να ’ναι κλέφτες…
Πατέρα μου, δε θέλω να τους βλέπω.
Την άλλη τη χρονιά να μην ερθούμε ’δω.
-Εδώ μας έχει τάξει ο θεός παιδί μου να φωλιάζουμε.
-Δυστυχισμένα χελιδόνια εμείς…
με κλέφτες δίπλα μας να ζούμε…
    

ιε.

-Αυτές κυρα-πατρίδα οι σύναξες στον δρόμο τ’ είναι;

-Πάρε παιδί μου τ’ όπλο αυτό.
Και άκου.
Αυτός εκεί στα δεξιά 
Που τον ουρανό μας εκαταπιε
Μπλε την χοντρή του βάφοντας κοιλιά
Είν’ ο μπροστάρης.
Τ’ άγριο λεφούσι πίσω του που σέρνει
είναι οι ληστές και oι φονιάδες μου.
Είναι οι καταχραστές και οι ληστές μου.
Αυτός ο ένας σωρός.

Αριστερά βλέπεις το άλλο πλήθος
που πράσινο έναν ήλιο ανεμίζει;-
που μπροστά τους 
ο γελοίος κείνος ισοπεδωτής πηγαίνει;
Αυτοί παιδί μου με καταματώσαν
κομμάτια κόβοντας και τρώγοντας τις σάρκες μου
αφού τα ρούχα που φορούσα πρώτα επούλησαν.

Τους δυο ετούτους τους σωρούς στόχο θα βάλεις.
Και δύσκολο να τόνε βρεις δεν είναι.
Όπου να ρίξεις,
εμένα σώζεις απ’ τα νύχια τους παιδί μου-
νέε μου,
που όμορφη με θέλεις 
και κυρά στον τόπο μου
δίπλα σου σοβαρή να στέκω
και να μην ντρέπεσαι για μένα 
όταν στις συντροφιές με σεργιανάς του κόσμου.
Εμπρός παιδί μου.
Μάθε να χτυπάς.
Όσο λιγότερους αφήσεις
τόσο περσότερο καλό μου κάνεις.
Χτύπα παιδί μου.
Τ’ όπλο σταθερό.
Αετίσιο μάτι.
Απόφαση για λεφτεριά.
Χτύπα παιδί μου!

-Κυρα-πατρίδα ποιος χτυπάει την πόρτα μας;
-Αυτοί παιδί μου είναι!
Ήρθαν εδώ για να σε πάρουνε και σένα στην παρέα τους
επάνω μου και συ αντάμα τους να πέσεις
και να πεθάνω και να σβήσω μια ώρα αρχύτερα.

-Σύντροφε ρίξε τ’ όπλο!
Και κοίτα! Πάρε φάε!
Μαλάκωσέ το λίγο στο νερό και φάε να ζήσεις.
Με ξεροκόμματα οι αληθινοί πατριώτες ζούνε.
Κι έλα κοντά μας στη μεγάλη μας παράταξη.
Για μία λεύτερη πατρίδα σύντροφε!

-Μην τους ακούς αυτούς παιδί μου.
Αυτοί ρημάξαν την πατρίδα.
Έλα με μας καλό παιδί μας.
Εμείς θα τηνε σώσουμε.
Και κοίτα! Πάρε αυτό το ξεροκόμματο
κα μέτρα το με κείνο
που αυτοί σου δώσαν. Το δικό μας
θα δεις πως είναι-φως φανάρι-μεγαλύτερο.

-Χτύπα παιδάκι μου!
Μπρος σου τους έχεις…
Η τελευταία σου ευκαιρία είναι πριν και σένανε σε φάνε!
Μη!..Μην παίρνεις το κομμάτι που σου πέταξαν.
Φρέσκα καρβέλια τρων αυτοί βουτυρωμένα
που εσένανε θα βάλουν να τους ψήσεις.
Χτύπα παιδί μου! Χτύπα τους!

-Ε σεις, δικός σας είμαι.
Λίγο νερό μονάχα να το βρέξω κι έρχομαι.

-Παιδί μου όχι… αχ!
Πάει κι αυτή η γενιά μου!



ιστ.

Τα κουρασμένα σέρνοντας τα βήματά τους
δυο άλογα
στην πόρτα φτάνουνε του Χρόνου.
-Άνοιξε το στόμα σου κυρ-Χρόνε.
Βγες από τον ύπνο σου
και κάνε μας τη χάρη να μας πεις
ποιος την πατρίδα των αλόγων ρήμαξε.
-Μεγαλομάτικα άλογα
ξέρετε ότι δεν υπάρχω πια
κι όμως ζητάτε από μένα πράγματα να σας ειπώ.
Εγώ είμαι του Χρόνου το χοντρό νεκρό το σώμα.
Τα χέρια ετούτα έχουνε ρημάξει όχι μια,
παρά πατρίδες μετρημένες σε χιλιάδες.
Διασχίστε το τεράστιο το κορμί μου,
απάνου σε πατρίδων πτώματα πατώντας,
και στην ουρά μου τη μακριά όταν θα φτάστε
εκεί δε θα ρωτείστε μα θα δείτε
ποιος την πατρίδα σας ετούτη τη στιγμή ρημάζει.
Έναν νεκρό ξυπνήσατε.
Στο ζωντανό κομμάτι μου τραβάτε.

Τ’ άλογα χλιμιντρίσανε,
προχώρησαν,
κι όταν στο ζωντανό κομμάτι εβρέθηκαν του Χρόνου
έκαναν το μοιραίο βήμα προς τον γκρεμό
που στο ανύπαρκτο και στο άχρονο ευθύς τα πήγε.

Ο Χρόνος βλέποντάς τα
εχασμουρήθηκε τεράστιο ένα στόμα ανοίγοντας
και με τα χείλια του πρησμένα εμουρμούρισε:
«Άλογα.. τι περιμένεις…
Έλληνες θαρρώ πως ήσαν…»




ιζ.

Στα βορινά τα κρύα της Ευρώπης μέρη
δυο λύκοι έχοντας φάει ένα αρνί
στον κρύο ήλιο συζητάνε των πατρίδων τους.

-Τα νότια αρνιά πιο τρυφερά από τα δικά μας είναι.
Μες στις σάρκες τους
ο ήλιος της πατρίδας τους κυλάει.
Και στις φλέβες τους
το αίμα τρέχει γρηγορότερα.
Μας χρειάζεται η ζωντάνια και η θέρμη τους.

-Τα ελληνικά τ’ αρνιά είναι αλήθεια τα καλλίτερα
και τα πιο υπάκουα.
-Τελειώνουν όμως όπου να ’ναι.
Τώρα ισπανικά και πορτογάλικα 
και ιταλικά έχουν σειρά.
-Όμως αυτά σκληρό έχουνε κόκκαλο
και αντιστέκονται, λένε οι φήμες,
στων λύκων τα καλέσματα.

-To ’χω ακούσει. 
Α! Πρόβατα ελληνικά!
Που ακόμα και ακάλεστα
την πείνα μας για να προλάβετε
σερνόσασταν κοντά μας…

-…Που κοπαδιαστά οι τσοπαναραίοι σας σάς έφερναν…
ίσα στο στόμα το δικό μας μέσα…

-Και με αντάλλαγμα λίγο σανό…
που και κείνον, άκουσα,
δεν τονε δίνανε στα πρόβατά τους,
παρά σε ξένα πρόβατα τονε πουλούσαν.

-Θα μας λείψουν τα ελληνικά τ’ αρνιά.

-Ας ελπίσουμε
τόσο που τρώνε
να είναι νόστιμοι και τρυφεροί
και οι τσοπάνηδές τους.
Τι λες, πάμε για ύπνο; 


ιη.

-Εγώ, η γριά χελώνα
χιλιάδες χρόνια σέρνομαι στη γη.
Στο καύκαλό μου σπάζουν οι αιώνες 
απείραχτην αφήνοντάς με.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς η χώρα μου άρχισε;

-Με χαρές και με τραγούδια
και με γιορτές των τζιτζικιών στις γέρικες ελιές.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς η πατρίδα μου γεννήθηκε;

-Όπως όλες oι πατρίδες
απ’ το νερό, το στάρι και το πρόβατο.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα
πώς η πατρίδα μου θα τελειώσει;

-Η πατρίδα σου νεκρή.
Και συ ένας ίσκιος
που με το γέρμα του ήλιου θα χαθείς.


ιθ.

-Πρωθυπουργέ! Πρωθυπουργέ! 
θα μας δώσεις ψωμί να ζήσουμε και μεις;

-Αν περισσέψει από τις αποθήκες μου…

-Κλέφτες υπουργοί
ένα κομματάκι απ’ το χρυσάφι σας
θα μοιράστε στο φτωχό λαό;

-Αν μας το επιτρέψει η Ευρώπη…

-Κλέφτες βουλευτές
θα μας δώστε πίσω
το ένα στα εκατό που μας εκλέψατε;

-Αν μας αφήσουν οι ερωμένες μας…

-Και συ υπουργίνα  
θα μας θάψεις όταν πεθάνουμε;

-Ναι, γιατί δεν αντέχει η ντελικάτη μύτη μου τη βρώμα.


κ.

Στης λίμνης τα δέντρα
πουλιά κελαδούνε.
-Πού πας νέε μου συ;
ρωτούν σα με δούνε.

-Στο πάρκο πηγαίνω
το κόμμα μου να ’δω
που πέντε αφεντεύει
χρονιές του’ τη χώρα.

-Αυτός αρχηγεύει-
που τώρα μιλά;;

-Αυτός-ναι ο ίδιος
του λαού εκλεκτός.

-Επήρε απ’ τους πλούσιους
στη φτώχια να δώσει;
Επήρε απ’ τους κλέφτες
τα που ’χαν κλεμμένα;

-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχει το σχέδιο
μα θέλει δουλειά.

-Επήρε απ’ το φίλο του
τα όσα ’χει φάει
δισεκατομμύρια
ευρώ του λαού;

-Παλιές ιστορίες
καλά μου πουλάκια.
Νια τώρα γυρεύουν
προβλήματα λύση.

-Μην έκλεισε μέσα
στα σίδερα- εκείνους
το χρήμα που εφάγαν
Του δόλιου λαού;

-Τα ξέρετε όλα
καλά μου πουλάκια!
Μα όλα να γίνουν
γυρεύουν καιρό…

-Τις βίλλες που υψώσαν
κλεμμένα λεφτά
τις πήρε απ’ όσους
παράνομα εχτίσαν;

-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχουνε νόμοι
-του κράτους ψυχή.

-Εκρέμασε κλέφτες;
Ντουφέκισε κείνους
που πίναν το αίμα
του εργάτη της γης;

-Μα όχι καλά μου…
Αυτοί αν δολοφόνοι
και άνομοι, όμως
δεν είμαστ’ εμείς…
Η δημοκρατία
που λάμπει στη χώρα
τα τέτοια δεν στέργει-
ελεύτερη αυτή…

-Η ιδέα, διαβάτη,
της δημοκρατίας
σε ζάλισε κι ούτε
δεν ξέρεις τι λες.
Μα φεύγουμε τώρα.
Με ανόητους ανθρώπους
πουλιά που όλα βλέπουν
δεν έχουν δουλειά.
Κακόμοιροι ανθρώποι
φριχτά γελασμένοι!
Φριχτά υποταγμένοι
σ’ ανόμων βουλές!

-Μην πάτε πουλάκια-
χωρίς σας ο τόπος
νεκρός θ’ απομείνει
και άχαρος πια,
μιας κι η δικιοσύνη
μαζί σας θα έρθει
πετώντας με τ’ άγια
δίκά σας φτερά.

-Την είχαμε φέρει
τη λιώσατε κάτου
τη ζήσαμε πάλι,
μαζί μας θα ’ρθεί.

Και πήγαν. Και φύγαν.
Και όπως τραβούσα
στο μέρος το κόμμα
που είχε γιορτή,
φτερά στις χοντρές μου
τις πλάτες φυτρώσαν
και δύναμη μία
με σήκωσε πάνω
και μου ’πε: «συ φύγε
δεν πρέπει σου εδώ»΄
και τ’ άγια πουλάκια
επήγα να βρω.