ΘΕΛΩ ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ…
Θέλω ένας αξωγήινος
Να έρχονταν στη γη
Κρατώντας μία πύρινη
Ρομφαία φονική,
Που με αυτήν αυτοστιγμεί
Θα έκαιγε όποιον γήινο
Θα ’φτιαχνε όπλο φονικό-
Έστω κι αν ήταν ξύλινο.
Χίτλερ δεν θα υπήρχανε
Τότε στη γης το πάτωμα,
Καυγάδες δεν θα γίνονταν
Καν ούτε για το πάπλωμα,
Κι ειρηνικά θα ζούσανε
Όλοι στη γη επάνω
Χωρίς κανένας φονικό
Να καταστρώνει πλάνο,
Αφού –αυτό λέει ο νους
Που ’ναι κοντά στη γνώση-
Κανείς δεν θα ’βανε στο νου
Κάποιονε να σκοτώσει,
Μιας και ο εξωγήινος
Δεν θα του την εχάριζε
Και πρώτα αυτόν αρώτητα
Κι αμέσως θα «καθάριζε».
Τότε η γη Παράδεισος
Θα ‘τανε δίχως όφι
Κι οι ανθρώποι για τον άλλονε
Φίλος καθείς-συντρόφι!
Ο Χίτλερ μπορεί να ’τανε
τότε ιεροκήρυκας
κι ο Ναπολέων ο τρομερός
μονάχα κάποιος μείρακας.
Και λέξεις όπως «φονικό»,
«Μάχη» «δολοφονία»,
Και όμοιες τους, στα λεξικά
Δεν θα ’βρισκες καμία!
Αυτά δω χάμου στέκοντας
Και του Ιράν θωρώντας
Την τύχη του την άτυχη,
Λέω μονολογώντας,
Πως ούτε αυτό θα πάθαινε
Όσα τραβάει τώρα,
Ούτε οι USA εχθρική
Θα ’ταν για κείνο χώρα.
Και όντας ο Χαμενεϊ
Κι ο Τραμπ αγκαλιασμένοι,
Ούτε αυτή μου θα ’τανε
Η μαλακία γραμμένη.
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΣΩΣΤΑ
ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΤΙΑΛ
Πρώτα να ξέρετε πως δίχως άλλο
το σκορ θα είναι ή μικρό ή μεγάλο.
Δεύτερο-κι ο καθείς ας το εννοήσει-
ένας θα χάσει, κι άλλος θα κερδίσει.
Τρίτο: αν γκολ θα μπει στο δεκαπέντε
το ίδιο δε θα μπει και στο εικοσπέντε!
Κι ο διαιτητής, αν πέναλτι σφυρίξει
θα είναι πέναλτι και όχι λήξη.
Κι απ' τα πιο σίγουρα είναι στην πλάση,
πως πέναλτι ο γκολκήπερ για να πιάσει
δε θα σταθεί ακίνητος στη μέση
μα ή δεξά η αριστερά θα πέσει.
Κάτι που δεν το ξέρουν ούτε οι παίκτες
ούτε κι οι απανταχού του κόσμου ρέκτες,
και τούτο εμπεδώστε μέσα στ’ άλλα:
του αγώνα στρογγυλή θα είναι η μπάλα!
Κι όταν ο αγώνας αίσια θα τελειώσει-
την απορία σας νιώθω την τόση
και λιγοστεύω του άγχους σας τα βάρη-
το Κύπελλο, η νικήτρια θα το πάρει.
Κι όποια ομάδα στο παιχνίδι χάσει
αυτή στα χέρια Κούπα δε θα πιάσει.
Κι αν δεν ειν’ έτσι όπως σας τα λέω
τότε όλα τα λεφτά μου εγώ τα καίω.
Και να ’στε σίγουροι πέρα ως πέρα
το μεσημέρι όσο πως είναι μέρα,
πως πέναλτι κανείς για να χτυπήσει
τη μπάλα στα έντεκα θα τήνε στήσει.
Κι η μπάλα αν θα χτυπήσει σε δοκάρι
θα ’χει χτυπήσει τότε σε δοκάρι
κι αν έξω βγει, θα ειν’ έξω βγαλμένη.
Και γκολ που μπει, πάλι δεν ξαναμπαίνει.
Και τέλος αν παιχτούν καθυστερήσεις
θα έχουνε παιχτεί καθυστερήσεις.
Κι αν αποβάλει ο διαιτητής κανέναν
θα παίζει η ομάδα του με μείον έναν.
Φαντάζομαι βοήθησα μεγάλως
της αγωνίας σας να πάψει ο σάλος
και πια να βλέπετε τα ματς ανέτως
μικρά είτε μεγάλα ανεξαιρέτως.
Κρατήστε το γραφτό αυτό δικό σας
να ’ναι για κάθε αγώνα οδηγός σας
γιατί αν εγώ από κοντά σας φύγω
θα τα ξεχνούσατε όλα λίγο λίγο.
Κι όταν το διάβασμα πλέον τελειώστε-
και γνώστες πια γεροί της μπάλας νοιώστε,
ευχαριστείστε απ' της ψυχής τα βάθη
εμένα που σας έχω τόσα μάθει.
-----
Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
ΤΖΕΛΣΟΜΙΝΑ
ή
TO ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
Ήταν ένα θλιμμένο δειλινό στα φιλόξενα Καλάβρυτα τον περασμένο Αύγουστο. Το πόδια βαρετά στήριζαν το σώμα των περιπατητών γύρω από την πλατεία. Μαζί με τον ήλιο που έγερνε λες για να μην ξαναφανεί ποτέ πάλι, έγερναν προς την πόλη και τα γύρω βουνά, κλείνοντας σιγά σιγά από το μάτι και τη θέα του μόνου παρήγορoυ σ' αυτή την πόλη του ουρανού. Ο σταυρός του τόπου του μαρτυρίου έμοιαζε να είναι το μόνο όρθιο πάνω από μια ισοπεδωμένη έκταση που κάποτε ήταν όρθια και πολλά υποσχόμενη' Κι έτσι που το νερό δίπλα στην πλατεία κελάρυζε, έμοιαζε μοιρολόγημα και η πόλη τάφος.
'Εβαλα το χέρι μου μέσα στην τσέπη και άγγιξα το κινητό τηλέφωνό μου, θέλοντας να πάρω λίγη σιγουριά από κάτι τόσο πραγματικό και να αλλάξω τις σκέψεις που μου γεννιόνταν στο μυαλό με άλλες, όπως της προόδου και της κατάκτησης από τον άνθρωπο γνώσεων, που δίχως άλλο έδειχναν τουλάχιστο πως κάτι άλλο υπάρχει έξω από τη θλίψη και την ανυπαρξία.
To κινητό μου, σαν αυτό το άγγιγμα να περίμενε, ήχησε τον γνωστό τραγουδιστικό ήχο του. Κάποιος με καλούσε. Το άνοιξα. tlΓιώργoς Tζελσoμίνα."
"Γεια σου Τζελσομίνα, πώς και με πήρες;" "Γιώργος, πότε είναι;"
Εδώ πρέπει να πω δυο λόγια για να καταλάβει ο αναγνώστης τι είναι η Τζελσομίνα και κυρίως να πω για τη γνώση που έχει της ελληνικής γλώσσας.
Η Τζελσομίνα είναι μια μετανάστρια. Μένει στην Αθήνα σε ένα υπόγειο που το μοιράζεται με τα τρία ανήλικα παιδιά της και με κατσαρίδες.
Eίμαι μέλος του Συλλόγου Προστασίας Αναξιοπαθούντων Αλλοδαπών της Ελλάδας. Με την ιδιότητά μου αυτήν επισκέπτομαι κάποτε κάποτε το σπίτι της Τζελσομίνας για να της δώσω μερικά χρήματα κάθε φορά, τόσα όσα η οικονομική κατάσταση του Συλλόγου επιτρέπει. 0 Σύλλογος δίνει ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο φτάνουν τα χρήματα στα χέρια του κάθε ταλαίπωρου αλλοδαπού. Εκείνο που οπωσδήποτε πρέπει να αποφεύγουν τα μέλη του Συλλόγου, είναι να δημιουργούν την εντύπωση στους αποδέκτες των χρημάτων, ότι τα χρήματα αυτά τους δίνονται σαν ελεημοσύνη, κάτι που θα πρόσβαλε, την αξιοπρέπειά τους. Γιατί στην ουσία δεν πρόκειται καθόλου για ελεημοσύνη .Είναι μια βοήθεια ώσπου οι αλλοδαποί να μπορέσουν να ορθοποδήσουν βρίσκοντας μια δουλειά, κάτι για το οποίο επίσης ο Σύλλογος τους βοηθάει όσο μπορεί.
Μία από τις οικογένειες που εγώ έχω αναλάβει να βοηθώ με τα χρήματα του Συλλόγου, είναι και η οικογένεια της Τζελσομίνας. Και, όπως κάνω για κάθε αλλοδαπό την χρηματοδότηση του οποίου έχω αναλάβει, έτσι και στην περίπτωση της Τζελσομίνας, για να μειώσω το μέγεθος της ντροπής και εκείνης που δέχεται τα χρήματα, αλλά και εμένα που της τα δίνω, έχω προσπαθήσει να δημιουργήσω μια σχέση φιλίας ανάμεσά μας, ώστε τα χρήματα να φαίνεται πως έρχονται από ένα φίλο και πάνε σε έναν άλλο φίλο, παρά πως έρχονται από έναν «πλούσιο» που καταδέχεται από καπρίτσιο ή από έναν οποιοδήποτε υπολογισμό να πετάει από καιρό σε καιρό ένα ξεροκόμματο σε κάποιον φτωχό. Παρόλη τη φιλία όμως αυτού του είδους που είχα και με την οικογένεια της Τζελσομίνας , ποτέ ούτε την είχα πάρει τηλέφωνο, ούτε με είχε πάρει, αν και για δυο χρόνια τώρα περίπου είχαμε αυτή τη φιλική σχέση.
Η Τζελσόμίνα δεν ξέρει ελληνικά, παρά μόνο μερικές λέξεις, που όμως δεν τη βοηθάνε καθόλου να σχηματίζει φράσεις κατανοητές σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από την ίδια.
Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που έχασε και τις δύο δουλειές που της έχω μέχρι τώρα βρει. Και αν εγώ μπορώ και συνεννοούμαι με την Τζελσομίνα, αυτό έγινε με μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου και με την επιστράτευση όλων των ανορθόδοξων μεθόδων προσπέλασης μιας τέτοιας κατάστασης, αλλά κύρια με τη χρησιμοποίηση της μεγάλης φαντασίας με την οποία είμαι προικισμένος. Μ' αυτήν, αλλά και με τη βοήθεια του χρόνου μπορώ από τις λίγες λέξεις που με τόση δυσκολία ξεστομίζονται από την Τζελσομίνανα σχηματίζω τις προτάσεις που αυτή θα μου έλεγε αν ήξερε ελληνικά. Για να το πετύχω αυτό έπρεπε κάθε φορά που μου μιλούσε να την προσέχω έτσι ώστε να βλέπω την έκφραση που κάθε φορά έπαιρνε το πρόσωπό της όταν μου μιλούσε, καθώς και τον τόνο και τη χροιά που είχαν οι λέξεις που κατάφερνε να σχηματίσει. To τελευταίο αυτό, η χροιά που έδινε κάθε φορά στη φωνή της, μου επέτρεψε με τον καιρό να μπορώ να καταλάβω το νόημα των λεγομένων της Τζελσομίνας και όταν ακόμα θα έπρεπε να την ακούω χωρίς να την βλέπω, όπως ας πούμε όταν ήσαν κι άλλοι άνθρωποι στο σπίτι της όταν πήγαινα σ' αυτό. Γι αυτό και δεν είχα μεγάλη δυσκολία να καταλάβω τα λόγια της Τζελσομίνας από το τηλέφωνο.
Εκείνο που με δυσκόλευε περισσότερο στην προσπάθειά μου της κατανόησης της ελληνικής ομιλίας της Τζελσομίνας ήταν η χρησιμοποίηση από αυτήν των ρημάτων και των αντωνυμιών. Για την Τζελσομίνα φαίνεται πως θα ήταν κατόρθωμα και μόνο που μπορούσε να βάλει μετά από κάποιο ρήμα κάποιαν αντωνυμία. Ποια θα ήταν αυτή δεν το εξέταζε καθόλου. Το ίδιο αναλογικά συνέβαινε και με τα ρήματα. Φτάνει η Τζελσομίνα να ξεστόμιζε το ρήμα που της χρειαζόταν για να φτιάξει την πρότασή της και δεν την ενδιέφερε καθόλου το πρόσωπο, η φωνή, ο χρόνος του κύριου αυτού στοιχείου κάθε ανθρώπινης γλώσσας.
Μετάφρασα λοιπόν αμέσως το "πότε είναι;" του τηλεφωνικού διαλόγου μου με την Τζελσομίνα,: "πού είσαι;" "Είμαι σ’ ένα χωριό», της απάντησα.
Η Τζελσομίνα καταλάβαινε από αυτά που άλλοι έλεγαν, περισσότερα από όσα άφηνε αυτή να καταλάβουν όσοι μιλούσαν μαζί της χωρίς να έχουν εξασκηθεί πρώτα στα ελληνικά της. «Ήρθε Αθήνα;» (θα έρθεις στην Αθήνα;)
«Ίσως σε δυο τρεις μέρες». «Εγώ επήγα χωριό" (θα έρθω εγώ στο χωριό) "Γιατί; Τι συμβαίνει; Τα παιδιά είναι καλά;" «Καλά. Έρχεται Αθήνα;» (Καλά είναι. Θα έρθεις στην Αθήνα;) "Για ποιο λόγο;" «Σε αγαπάω".
Για μια στιγμή έμεινα άφωνος. Μια φράση ειπωμένη τόσο σωστά αλλά και με τόση σιγουριά και τοποθετημένη μετά από την ερώτηση μου για τον λόγο που ύστερα από δυο χρόνια αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει, ήτανε άραγε κάποιο λάθος γλωσσικό της Τζελσομίνας ή αυτή ήξερε καλά τι έλεγε;
Αλλά ήταν η σειρά μου να μι λησω. Και της απάντησα με τόνο φιλικόν και συνηθισμένον στις συνομιλίες μου μαζί της, "Κι εγώ. σ' αγαπάω Τζελσομίνα και αγαπάω και τον Δημήτρη και τον Θανάση και την Κλειώ. Όμως μου είναι δύσκολο να έρθω τώρα." "Πότε ώρα έρχεται;" (Τι ώρα έρχεσαι;)
0 διάλογος συνεχίστηκε με μένα να θέλω να αποφύγω το που τόσο απρόσμενα βγήκε στη μέση ταξίδι στην Αθήνα χωρίς ένα σκοπό που θα το άξιζε, και με την Τζελσομίνα να προσπαθεί να μάθει τι ώρα θα πήγαινα και πότε-σήμερα ή αύριο. Και αφού κατάλαβα πως δεν μπορούσα να το αποφύγω χωρίς να φανώ ασυγκίνητος από το κάποιο πρόβλημα που η Τζελσομίνα πραγματικά θα είχε και το οποίο η εκεί παρουσία μου θα της έλυνε, αποφάσισα να πάω στην Αθήνα. Τουλάχιστον μπόρεσα να το υποσχεθώ για την επόμενη μέρα.
Πηγαίνοντας προς την Αθήνα έφερνα στη μνήμη μου την Τζελσομίναόπως την γνώρισα στις επισκέψεις μου στο σπίτι της . Καθιστή όλητην ώρα στον μισοξηλωμένο καναπέ, με τα χέρια της παλαιστή σταυρωμένα πάνω στη χοντρή κοιλιά της, με τα πόδια της απλωμένα μπροστά και σταυρωτά, κοιτάζοντας συνέχεια την τηλεόραση ό,τι κι αν αυτή έδειχνε και με τα παιδιά της να κρέμονται άλλο από τον λαιμό της, άλλοαπό κάποιο χέρι της και το τρίτο να κάθεται κάτω δίπλα στα πόδιατης τα οποία αγκάλιαζε και με τα δυο του χέρια όπως φαντάζομαι θα αγκάλιαζαν τον στύλο ενός ναού οι ικέτες που έβρισκαν καταφύγιο σ’ αυτόν οι αρχαίοι έλληνες-με τόσην προσμονή και με τόσο πάθος. Το πρόσωπό τηςείχε πάντοτε μιαν έκφραση αδιάφορη, σαν να ήτανε μόνη της μέσαστο δωμάτιο, κοιτάζοντας προς εμένα μόνον όταν άνοιγα το πορτοφόλι μου και απευθυνόμενη σε κάποιο από το παιδιά της όταν ήθελε να του πει να αλλάξει κανάλι στην τηλεόραση. Μάγουλα χοντρά, στόμα που του έλειπαν τρία μπροστινά επάνω και δυο κάτω δόντια, μαλλιά μαύρα κακοχτενισμένα ίσα για να μη της σκεπάζουν τα μάτια και της στερούν την τηλεθέαση, συμπλήρωναν τηυ εικόνα της φίλης μου.
Είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως κάθε γυναίκα έχει κάτι όμορφο, όσο άσχημη κι αν είναι κατά τα άλλα και πως αυτό το κάτι την κάνει ικανή να γίνει αξιαγάπητη για κάποιους. Ο καλός Θεός έχει φροντίσει για όλα τα πλάσματά του.
Από Αγίους Θεοδώρους μέχρι Ασπρόπυργο έψαχνα με τη βοήθεια της μνήμης μου και της μικρής ικανότητας που έχω για παρατήρηση, να βρω τι αξιαγάπητο έχει η Τζελσρμίνα, αν έχει, ή μήπως αυτή αποτελεί εξαίρεση και είναι η μόνη από τις γυναίκες που έχω γνωρίσει, που τίποτα δεν έχει που να τραβήξει κάποιον άντρα. .
Και το βρήκα.
Είναι το χαμόγελό της.
Ένα αθώο, γλυκό, όμορφο θα έλεγα χαμόγελο, παρά το άδειο που στο κέντρο του αφήνουν τα ελλείποντα δόντια. Όταν η Τζελσομίνα γελάει, τότε εκείνος που την βλέπει παραμερίζει άθελά του όλα τα άλλα, που για τον καθένα είναι απωθητικά και πάνω της βλέπει μόνο το χαμόγελο εκείνο. Ναι, όταν η Τζελσομίνα γελάει τότε όλη είναι αυτό της το γέλιο. Σαν το στόμα της μισανοίγοντας να καταπίνει κάθε άσχημο ή τέλος πάντων κάθε που οι άνθρωποι θεωρούν άσχημο, και να μένει μπροστά του μια γλύκα και μια ακαθόριστη αίσθηση γαλήνης, χαράς , μια εικόνα ευτυχίας θα έλεγα.
Φτάνοντας στην Αθήνα πήγα κατευθείαν στο σπίτι της Τζελσομίνας, όπου μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε: το σπίτι ήτανε καθαρό! Άλλοτε τα πάντα βρωμούσαν εκεί μέσα-πάτωμα γεμάτο αποφάγια, παπούτσια και ρούχα βρώμικα πάνω σε κρεβάτι και σε καρέκλες, ο καναπές να δείχνει τα μπαμπάκια του κάτω από το μόλις συγκρατούμενο σε ένα σημείο του ακόμα μαύρο από τη βρώμα κάλυμμά του, το τραπεζάκι στη μέση του δωματίου που χρησίμευε για φαγητό, για ακουμπιστήρι διαφόρων ετερόκλητων αντικειμένων και για άπλωμα πάνω του των πάντοτε βρωμερών και ξυπόλητων ποδιών της Τζελσομίνας και των παιδιών της να είναι καθαρό με μιαν άσπρη καθαροπλυμένη πετσέτα πάνω του.
Τώρα όλα ήταν φτωχικά μεν αλλά πεντακάθαρα-ο καναπές σκεπασμένος μ' ένα πεντακάθαρο άσπρο σεντόνι, το πάτωμα άδειο από πεταμένα αντικείμενα και σκουπισμένο, τοίχοι πλυμένοι, ο γιούκος πάνω στο μπαούλο σκεπασμένος κι αυτός μ' ένα πολύχρωμο σεντόνι και η Τζελσομίνα αντί να έχει τη συνηθισμένη της στάση, τώρα καθόταν
στον καναπέ με τα πόδια μαζεμένα και είχε τα χέρια της πάνω στον καναπέ ακουμπισμένα με την παλάμη να στηρίζεται πάνω του.
Αλλά η έκπληξη ή πιο μεγάλη ήτανε το ντύσιμο της ίδιας της Τζελσομίνας. Αντί για ένα βρώμικο παλιό υπόλειμμα φορέματος, τώρα φορούσε μια "τουαλέτα", που αν και φτηνή και ασουλούπωτη πάνω της, όμως της έδινε την 6ψη γυναίκας ντυμένης για κάποια σημαντική περίσταση. Κάτω από το φόρεμα το σκισμένο δεξιά και αριστερά από το ύψος του γόνατου και κάτω σύμφωνα με τη μόδα, πρόβαλαν τα χοντροκομμένα πόδια της φίλης μου, ένα σταυρωτό μεγάλο ντεκολτέ άφηνε να μισοφαίνονται τα μεγάλα κρεμάμενα στήθη και κάτω από το ύφασμα του φορέματος που κάλυπτε τον ώμο ξεπρόβαλαν τα χέρια παλαιστή. Η κοιλιά φαινόταν λιγότερο μεγάλη απ' ό,τι ήταν, επειδή το φόρεμα, ίσως διαλεγμένο έτσι για τον λόγο ειδικά αυτόν, έπεφτε φαρδύ πάνω στο κοντόχοντρο σώμα της Τζελσομίνας.
Αφού χαιρετηθήκαμε όπως συνήθως με την Τζελσομίνα, ένα παιδί ξεπρόβαλε από την κουζίνα και με ρώτησε χωρίς άλλη κουβέντα και χωρίς ούτε να με χαιρετήσει πρώτα: "σου αρέσει το καινούργιο φουστάνι;", μου είπε, δείχνοντάς μου προς το μέρος της μητέρας του. Είπα πως πράγματι ήταν ωραίο, ενώ δεν έκανα καμιά παρατήρηση για την καθαριότητα του σπιτιού, για να μη προσβάλω την Τζελσομίνα εννοώντας έτσι πως τις άλλες φορές ήτανε βρώμικο. Ρώτησα αν συμβαίνει τίποτε και μου τηλεφώνησε, και που δεν μπορούσε ίσως να μου το πει από τηλεφώνου. Όχι, δεν συνέβαινε τίποτε. Και αμέσως μετά: "Γιώργος πάει βόλτα μαζί Τζελσομίνα". Είπα ότι ήμουνα κουρασμένος, παρατήρησα πως είναι τόσο καλά να κάθεται κανείς στο σπίτι και να βλέπει τηλεόραση ή να συζητάει, μάταιος κόπος.
Βγήκαμε και αμίλητοι-τι να λέγαμε-προχωρήσαμε μέχρι τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, όπου τη ρώτησα: "τι λες; πάμε στον Πειραιά; " Σκέφτηκα πως θα ήτανε κάτι πρωτόγνωρο για την Τζελσομίνα η μετάβαση στον Πειραιά και πράγματι δεν έκανα λάθος. Τα μάτια της έλαμψαν και μου είπε πως δεν είχε ξαναπάει στον Πειραιά αν και άκουγε γι αυτόν από τα παιδιά της που ζητιάνευαν εκεί και από φίλες της.
Πήγαμε. Φυσούσε ένας διαβολεμένος νοτιάς, που έριχνε σκουπιδοτενεκέδες σους δρόμους, πέταγε από τα περίπτερα εφημερίδες στο πεζοδρόμιο, ανέμιζε το φουστάνι της Τζελσομίνας και έκανε τους καταστηματάρχες να κλείνουνε βιαστικοί πρόωρα τα μαγαζιά τους. Για μένα όμως ήτανε μια απόλαυση ένας τέτοιος αέρας που χωρίς να με κρυώνει έστελνε κατεπάνω μου κύματα καθαρού αέρα -καθαρού από σκόνες και σκουπίδια που ήδη μετά από τόσης ώρας φύσημα είχαν ήδη εξαφανιστεί και καθαρού από κάθε ανθρώπινο, καθώς η ταχύτητα του αέρα δεν άφηνε να σταθεί πάνω σου καμία ανθρώπινη, σωματική ή ψυχική, ηθελημένη ή αθέλητη, υστερόβουλη ή όχι βρωμιά.
Βγαίνοντας από τον σταθμό του ηλεκτρικού προχωρήσαμε κατά μήκρς της προκυμαίας, προς την κατεύθυνση της εκκλησίας των Ταζιαρχών. Βαδίζαμε ο ένας πίσω από τον άλλο λόγω της στενότητας του πεζοδρομίου. Συνήθως εγώ πήγαινα μπροστά, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε περαστικούς και περίπτερα και η Τζελσομίνα ακολουθούσε. Όταν φτάσαμε στο ύψος της εκκλησίας, όπου είχαμε ελεύθερον χώρο και ενώ περπατούσαμε δίπλα δίπλα τώρα ξάφνω η Τζελσομίνα πέρασε το χέρι της κάτω από το αριστερό δικό μου, πιάνοντάς με έτσι "αγκαζέ". Δέχτηκα χωρίς αντίδραση την χειρονομία αυτή και πια περπατούσαμε έτσι από κει και πέρα. Το χέρι της μόλις που βάραινε πάνω στο δικό μου, κάτι που μου έκανε εντύπωση ύστερα από την εμπειρία που είχα από μια κυρία που πιάνοντάς με «αγκαζέ» απλά έριχνε όλο το βάρος της επάνω μου ώστε να την τραβώ περπατώντας.
Τα σώματά μας διατηρούσαν την απόσταση τους το ένα από το άλλο και αυτό βέβαια ήτανε φυσικό, αφού τίποτε δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσά μας που να δικαιολογούσε ένα πλησίασμα των δυο μας ενώ περπατούσαμε, έξω από την ανάγκη να μη χώριζαν από τον σημερινόν αέρα δυο παρέα βαδίζοντας άνθρωποι.
Κατ' αυτό τον τρόπο βαδίζοντας θα πρέπει να κάναμε μιαν, ελαφρά έστω, κωμική εντύπωση σε όποιον μας παρατηρούσε για λίγο-ένα αταίριαστο "αγκαζέ". Εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτε άλλο παρά να μην αντιδρώ σε ό,τι έγινε, κι εκείνη να μην επιτρέπει στον εαυτό της περισσότερο πλησίασμα, καταλαβαίνοντας ίσως πως δεν είχε ούτε το "δικαίωμα" για κάτι τέτoιο, αλλά και μη θέλοντας ίσως να διακινδυνέψει μιαν αντίδραση από μέρους μου που δεν θα ήτανε καλόδεχτη από αυτήν.Παρολαυτά, καθώς με κρατούσε, δυο τρεις φορές τα δάχτυλά της σύρθηκαν χαϊδευτικά πάνω στον πήχυ μου, μόλις ακουμπώντας επάνω στο δέρμα μου μια ή δυο φορές σε κάθε τους απόπειρα.Δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω την λεπτότητα του χειρισμού αυτού τουαγγίγματος και αυτού του χαδιού, καθώς ήταν τέτοιος που μπορούσε κανείς να το θεωρήσει είτε σαν μια εκδήλωση κάποιου κρυφού αισθήματος, όπως φαινόταν ότι και είναι, αλλά όμως και σαν μια τυχαία η ασυναίσθητη κίνηση χωρίς καμία άλλη σημασία, πλην ίσωςτης πιθανότητας χαρακτηρισμού του ατόμου που την έκανε σαν απρόσεχτου ή αγενούς. Ήταν μάλλον ένα σήμα που ήθελε να δώσει το έναυσμα μιας παρόμοιας απάντησης, με σκοπό να δημιουργηθείανάμεσα στους εμπλεκόμενους στο παιχνίδι αυτό περισσότερο θάρρος για τολμηρότερες κάθε φορά ενέργειες, στην περίπτωση που και τα δυο μέρη θα το επιθυμούσαν.
Μια πίτσα από το γειτονικό "Έβερεστ" αντικατάστησε το γεύμα που συνήθως είναι η κατάληξη μια τέτοιας εξόδου σε άλλες περιπτώσεις.Μετά πήγαμε στον ηλεκτρικό και φύγαμε για το σπίτι.
Ταιριάζοντας τώρα το τηλεφωνικό "σε αγαπάω" με όλα όσα είχαν γίνει αφότου πήγα στο σπίτι της Τζελσομίνας κατάληξα στο συμπέρασμα πως κάποια χορδή είχε δονηθεί μέσα στο ογκώδες και άσχημο αυτό σώμα και μάλιστα στο μέρος εκείνο όπου λένε πως εδράζεται η λεγόμενη Ψυχή.Δεν είμαι ψυχολόγος ώστε να μπορώ να πω περισσότερα, όμως πρέπει να ομολογήσω ότι πριν έρθω στην Αθήνα μου πέρασε από το μυαλό η πονήρη σκέψη πως ίσως το "σε αγαπάω" να ήταν μια κίνηση από κείνες-που όμως η Τζελσομίνα δεν με είχε συνηθίσει σ' αυτές-που γίνονται με σκοπόιδιοτελή, στην περίπτωσή μου δηλαδή στην απόσπαση περισσότερωνχρημάτων.
Τώρα όμως η σκέψη αυτή είχε παραμεριστεί και έμενε ανίσχυρη μπροστά στα καινούργια στοιχεία που η βόλτα καθώς και η κατάσταση της καθαριότητας του σπιτιού είχαν φέρει στο φως.Αλλά τη χαριστική βολή σε όποιαν τέτοιου είδους πονηρή σκέψη, έδωσε η άρνηση της Τζελσομίνας να πάρει λεφτά, τη στιγμή που μέχρι τότε αυτή ήταν η μόνη σχέση μας και η μόνη αιτία όποιας συνάντησής μας:Όταν έβγαλα το πορτοφόλι μου, αρχίζοντας να δικαιολογώ την πράξη μου αυτή σχετίζοντάς την με την ένδυση των παιδιών για τον χειμώνα που ερχόταν και αιτιολογώντας την σαν ένα δώρο από μένα προς αυτά και πριν ακόμα βγάλω από το πορτοφόλι τα λεφτά, η Τζελσομίνα μού είπε αποφασιστικά, ήρεμα και παραπονεμένα: «Δε θέλω λεφτά!»
………………………………………………………
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
ΤΑ ΧΡΕΗ
Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια
παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα
και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας
κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες
ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες
χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και
πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο
πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε,
αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά
παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των
καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον
λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε
που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν
προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον
που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά
από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην
αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που
είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο
του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν
την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της
πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα
τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και
σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο
καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη
πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!"
Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και
ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά
τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το
κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά
τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ
λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που
παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν
παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν
το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την
προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι
χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια
του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και
επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη
δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της
νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To
σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της
μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού
εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές
σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε
υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα
τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα
γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει,
κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς; Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν
δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για
vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η
διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας
εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε
μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του
είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν
τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα
ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την
συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα
αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως
όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό
μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω
για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν
και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος
βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι
χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο
παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει
για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη.
Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε
τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του
αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα
ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για
όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει.
Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας
τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου
Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε
ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που
συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε
αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.
ΦΛΩΡΑ
ή
ΣΤΟ ΚΑΛΥΒΙ
(Η Φλώρα μιλάει καθώς συγυρίζει το καλύβι της)
Κάτσε κι εσύ καλά λοιπόν. Πώς και δεν υπακούς στους νόμους της Φυσικής; Οι άνθρωποι τόσο καλά τους έχουνε ορίσει. Καημένο μου… πόσα χρόνια άραγε από τότε που ρίζωσες σαν δέντρο στη γη πάνω χρειάστηκαν για να γίνεις ετούτο το ξύλινο κουτί; Πόσα χρόνια πήρε και για μένα από τότε που ρίζωσα στη γη να γίνω αυτό που είμαι τώρα; Και τι είναι τα «χρόνια»; Και τι είναι «ρίζωμα»; Λέξεις… λέξεις… λέξεις που δεν ξέρουμε από πού ήρθανε. Όπως και μεις δεν ξέρουμε από πού ήρθαμε. Κι ούτε ξέρουμε πού πάμε. Φτηνές φιλοσοφίες. Μα είναι οι μόνες. Ό,τι έχουνε πει όλου του κόσμου οι φιλόσοφοι, σ’ αυτό το αδιέξοδο καταλήγουν. Κανείς δεν απάντησε στα ερωτήματα αυτά. Η μητέρα μου έλεγε: «ο θεός όλα τα ’χει κρυφά». Κι εγώ άκουγα θεός και νόμιζα πως είναι κάποιος μεγάλος άνθρωπος που μένει στον ουρανό και που έφτιαξε και ρυθμίζει όλα. Και ρωτούσα: το θεό ποιος τον έφτιαξε; Και μου λέγανε: «να είσαι καλό κοριτσάκι και να μη ρωτάς τέτοια πράγματα γιατί ο θεός θα σε τιμωρήσει». Μόνο σα μεγάλωσα έμαθα ότι αυτή η ερώτηση και μόνο αρκούσε για να εξαφανίσει το θεό τους-η ερώτηση που έκανε ένα μικρό κοριτσάκι. Θρησκεία! Το όπιο του λαού! Βλακείες μικρών ανθρώπων με μεγάλα συμφέροντα. Δε λέω, κάποτε οι θεοί ωφέλησαν τον άνθρωπο. Ήταν τότε που θεοί ήτανε ο κεραυνός, η φωτιά, η βροχή. Και οι προσευχές των πιστών ήτανε προσευχές προς το θεό να μη τους βλάψει με τη δύναμή του. Μα τώρα που οι άνθρωποι είδανε, τώρα που οι άνθρωποι ξέρουν, γιατί ακόμα πιστεύουν σε θεό; Κολοκύθια-κανένας δεν πιστεύει. Οι μεγάλοι λένε ψέματα εν γνώσει τους και οι μικροί, όσοι είναι κουτοί τα χάφτουν και όσοι είναι έξυπνοι κάνουν πως τα χάφτουν. Κι έτσι περνάει η ζωή. Γιατί κάπως πρέπει να περάσει η ζωή. Γιατί κάτι πρέπει να κάνει κανείς στις ελεύθερες ώρες του. Δεν μπορεί όλο να κοιμάται και να δουλεύει. Έτσι δημιουργεί ένα θέατρο και μέσα του βάζει χαρτονένιες φιγούρες΄ κι αυτός, καθισμένος στην πλατεία, παρακολουθεί τι συμβαίνει πάνω εκεί και διασκεδάζει μ’ αυτά ή βασανίζεται. Μερικές φορές μπερδεύει τις φιγούρες με τους άλλους ή με τον εαυτό του. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μεγάλης του απασχόλησης με το θέατρο-της πολλής ώρας που έχει καταναλώσει κοιτάζοντάς το κάθε μέρα. Έτσι μερικοί άνθρωποι νόμισαν ότι είναι φιγούρες και ανέβηκαν πάνω στη σκηνή, ενώ από την άλλη φιγούρες κατέβηκαν στην πλατεία νομίζοντας πως είναι άνθρωποι. Κι όσοι ανέβηκαν στη σκηνή απαιτούν από τους ανθρώπους να τους σέβονται σα θεούς, σαν ήρωες ή σαν ιδρυτές θρησκειών Και κείνοι που κατέβηκαν από τη σκηνή λένε πως είναι θεοί ή γιοι θεών που κατέβηκαν στην πλατεία για να διορθώσουν τα κακά του κόσμου, ή πως είναι σοφοί, άγιοι, σωτήρες μ’ ένα λόγο της ανθρωπότητας, που χωρίς αυτούς θα χάνονταν η καημένη. Και φτιάχνουν εκκλησίες και απασχολούν παπάδες, που πλήθη κόσμου βρίσκουν μιαν απασχόληση να τους ακολουθούν. Και οι μεγάλοι στρατηλάτες φτιάχνουν στρατούς και κινάνε πολέμους και κάνουν εκστρατείες ως τα μάκρη της γης και νικιούνται ή νικάνε και γυρίζουν και πεθαίνουν για ν’ αφήσουνε τα χώματα που άρπαξαν στους απογόνους τους κι εκείνοι να τα σκορπίσουν ή να τα φάνε. Κι έρχονται μεγαλοαπατεώνες που βρίσκοντας κατάλληλο το έδαφος κάνουν μεταρρυθμίσεις στο καθεστώς το πολιτικό, το θρησκευτικό, το φιλοσοφικό. Και αποκτούν κι αυτοί οπαδούς και ματοκυλάνε τον κόσμο και ύστερα φεύγουν, αφήνοντάς τον σε χειρότερη πάντοτε μοίρα απ’ όποια τον βρήκαν όταν ανάλαβαν να τον σώσουν. Πώς βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους και τους ακολουθούν; Πώς καταφέρνουν να κοροϊδεύουν τόσους πολλούς; Τόση ανεπάρκεια υπάρχει λοιπόν στους ανθρώπους; Τόσο είναι αυτοί άναιμοι; Όχι, δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αυτοί. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού υπακούν σε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό τους. Δεν μπορεί να είναι άνθρωποι αφού πιστεύουν σε θεούς, υπακούνε σε διαταγές, πειθαρχούν σε νόμους, υποτάσσονται σε καταστάσεις. Δεν είναι άνθρωποι. Είναι υποταγμένα όντα. Άνθρωπος είναι ο ξεχωριστός, ο ανόμοιος, ο μοναχός, ο ανυπόταχτος, ο ανεξάρτητος. Ας φτιάξω ένα καφέ. Μ’ αυτά πονοκεφαλιάζω. Από τότε που ζω μόνη ο καφές μού έχει γίνει απαραίτητος. Καφές! Χιλιάδες, εκατομμύρια υποταγμένα όντα εργάζονται στη βιομηχανία του. Για να παρουσιάσουν τέλος στον αγοραστή ένα φάκελο με την ουσία αυτή μέσα του, που πίνοντάς την αυτός, θα έχει να περάσει κάπως την ώρα του, ή θα του περάσει ο πονοκέφαλος. Και γιατί αυτό; Για να μην πονάει ο άνθρωπος. Και γιατί να μην πονάει; Για να ζήσει μια καλή ζωή. Και γιατί να ζήσει; Εδώ σταματάνε οι λογικοφανείς εξηγήσεις και αρχίζουνε οι βλακείες. Να και η αρκούδα. Όλο και περισσότερο με πλησιάζει τελευταία. Έρχεται, χτυπάει το παράθυρό μου με τα χέρια της. Βγαίνω, την κοιτάζω, τη χαδεύω. Όταν της δώσω τίποτε φαγώσιμο δεν το παίρνει. Ύστερα φεύγει πάλι, σιγά σιγά περπατώντας και με σκυφτό κεφάλι. Πάρε καλή μου… πάρε… δε θέλεις-α! λάθος έχει γίνει στο βάφτισμα. Ανθρώπους έπρεπε να λένε τα ζώα! Ζούνε ανθρώπινα: ελεύθερα, ανεξάρτητα, μόνα. Κάτσε εκεί και βλέπε με καλή μου… άραγε είναι καλή η ζωή για τα ζώα; Για τα υποταγμένα όντα ξέρω-ζωή είναι η ίδια η δυστυχία. Ζωή! Ένας αγώνας για το τίποτα. Για ένα κομμάτι ψωμί, για πλούτη, για δόξα… ένας αγώνας για το τίποτα. Ένας αγώνας που αφήνει όλους νικημένους. Και πεθαίνουν τα άμοιρα, υποταγμένα όντα με το χέρι απλωμένο για να πάρουν κάτι που κανείς δεν υπάρχει να τους το δώσει… Η ζωή η αγαπητή! Η ζωή η ποθητή! Η ζωή η μοναδική!.. Ας περνούσε ο άνθρωπος από δίπλα της χωρίς να της δώσει σημασία! Τότε όλα θα ήταν εντάξει-η ζωή στην ασημαντότητά της και ο άνθρωπος στο ύψος του. Ενώ τώρα όλα χαμένα. Η ζωή λιώνει ανάμεσα στους τροχούς της τους ανθρώπους. Κοιτάζω τους κακόμοιρους τους άντρες. Τους κακότυχους. Τους δύστυχους. Που τρέχουν πίσω από τις γυναίκες σαν ζητιάνοι… πώς τις περιτριγυρίζουν ελπίζοντας ότι εκείνες θα κοιμηθούνε μαζί τους… πώς κάνουνε ό,τι μπορούνε για να σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι τους… μιλάνε, γελάνε, υπόσχονται, πληρώνουν, εκθειάζουν, γελοιοποιούνται. Δυστυχισμένοι, κακόμοιροι άντρες, τι μοίρα που σας έχει οριστεί, να γυρεύετε σ’ όλη σας τη ζωή και ποτέ να μη βρίσκετε… κακόμοιρα υποταγμένα αντρικά όντα! Με τριγύριζαν και μένα οι άντρες. Δειλά, με τη μέση σκυφτή, παρακαλώντας. Πώς να κάνεις έρωτα μ’ ένα υποταγμένο όν; Πώς να μοιράσεις την ελευθερία σου μ’ ένα σκλάβο; Πόσο ποθούσα να ’ρχονταν κάποιος και να σταθεί απέναντί μου με το κορμί του στητό και να μου πει «θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου»… Θα ’πεφτα στην αγκαλιά του πριν τελειώσει τη φράση του. Κι αν ακόμα στα μάτια των άλλων γυναικών ήταν ο ασχημότερος πάνω στη γη, για μένα θα ’τανε ο πιο ωραίος. Έτσι να κάνεις έρωτα, ναι! Άγια μοναξιά! Χωρίς υποταγμένα όντα δίπλα σου, χωρίς ταπεινώσεις για ό,τι η ύπαρξή σου ζητάει μόνο για να δικαιωθεί, χωρίς βασανιστές. Μακριά από την κοινωνία, τον παράδεισο των υποταγμένων όντων, τον δήμιο των ανθρώπων.
Η κοινωνία! Η πηγή της δυστυχίας του ανθρώπου! Μια μαύρη αγορά που μια ζωή ανταλλάζεται μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια, με ένα πανωφόρι… Γιατί να μην ντύνεται και να μην ποδένεται καθένας μόνος του; Ας το κάνει. Όσο μπορεί. Μετά ας κρυώσει, ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Ας ζήσει τρώγοντας φαγητό που θα βρίσκει μόνος του. Όσο μπορεί. Μετά ας πεθάνει. Ας γιατρέψει όσες αρρώστιες μπορεί μόνος του. Μετά ας αρρωστήσει, ας πεθάνει. Όπως κάνω εγώ. Ενώ αυτοί; Μια συνεχής πάλη. Για τι; Για ποιον; Για τον εαυτό του καθένας; Όχι. Τότε για ποιον; Οι κυνικοί θ’ απαντήσουν: «για τον εαυτό του καθένας». Μα εδώ είναι ο παραλογισμός-αναλώνει τον εαυτό του κάποιος για να κάνει πράγματα με άλλους, από άλλους, για άλλους. Ω! Μοναξιά! Δόξα του ανθρώπου! Πού είσαι; Μα τι θέλεις καλή μου αρκουδίτσα; Μήπως πείνασες; Έχω εδώ κρέας, έχω και χορταράκια. Φάε! Να σε χαδέψω θέλεις; Ω! Καλή μου αρκουδίτσα-ή αρκούδε, δεν ξέρω τι είσαι… άραγε έχετε και σεις τους δυνάστες σας; Έχετε και σεις θεούς; Έχετε βασανιστές στην πόλη σας; Έχετε κάποιους που σας κλέβουν το φαί από το στόμα κι εσείς τους ευχαριστείτε κι από πάνω; Όχι βέβαια, δεν έχετε. Έχετε παπάδες που για να σας κρατάνε σκλαβωμένους σας υπόσχονται μέλι στον ουρανό όταν πεθάνετε, και που σας φοβίζουν με φλόγες και πίσσα καυτή; Όχι, δεν έχετε… Τι με κοιτάζεις; Αλήθεια λέω-δεν είναι έτσι; Ναι, αυτό θέλεις να μου πεις, το βλέπω μέσα στο βλέμμα σου το γεμάτο κατάφαση και ευγένεια και τρυφερότητα και… ανθρωπιά θα έλεγα… Έχεις και συ βρει την ελευθερία σου καλή μου αρκουδίτσα; Έκανες και συ τη μεγάλη σου επανάσταση που για να την τολμήσεις θα πει πως έχεις γίνει πια ικανή γι αυτήν; Πέρασες κι εσύ μια ζωή γεμάτη θλίψη και μόνο θλίψη και όλο θλίψη; Ένιωσες στο πετσί σου την αδιαφορία; Πάλεψες να φανείς γενναία και να μη δώσεις σημασία σε όσα συμβαίνανε γύρω σου, ώσπου είδες πως αυτό ήτανε αδύνατο; Είπες: «ας μη γνοιαστώ για την αδικία που γίνεται στον φτωχό», μέχρι που η αδικία γίνηκε μαστίγιο που σε μαστίγωνε; Έδειξες διάθεση να φιλιώσεις μέσα σου τη μοίρα του ανθρώπου με την ελπίδα, ώσπου η ελπίδα σ’ έπνιξε μανιασμένη για την ασέβεια που της έδειξες δίνοντάς της αυτόν το ρόλο; Για χρόνια φούσκωνε μέσα σου το πάθος για μιαν αληθινή ζωή; Τότε καλή μου είσαι αδέρφι μου. Και πες μου, παντρεύτηκες κι εσύ; Σε ανέβασε και σένα η ζωή πάνω στη λαμαρίνα την καυτή για να σε μάθει να χορεύεις; Εγώ παντρεύτηκα. Εγώ είχα αποκτήσει φίλους. Ζούσα κι εγώ κάποτε στην κοινωνία. Ω! Μακριά! Μακριά! Μακριά ο ένας άνθρωπος από τον άλλο! Δυο απόμακρα αντικριστά βουνά είναι πιο κοντά από όσο δυο άνθρωποι κολλημένοι σφιχτά. Τ’ αστέρια με το φεγγάρι, ο ήλιος με τη γη, πιο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους από ό,τι ήμουν εγώ με τον άντρα μου. Α! οι άνθρωποι δε συναντιούνται πουθενά! Κι όταν καμιά φορά λένε: «κι εμένα μου αρέσει αυτό-να κάτι που έχουμε κοινό», και τότε ακόμα ψέματα λένε-αλλιώς έχει καθένας στο μυαλό του, αλλιώς αιστάνεται αυτό που τάχα βρήκε πως έχει κοινό με τον άλλο. Τι θλιβερό ν’ ακολουθεί ο ένας τον άλλονε μόνο επειδή έτσι πρέπει να το κάνει-επειδή είναι παντρεμένοι και έτυχε να πάνε κάπου μαζί! Τι θλιβερό να πρέπει να φύγουνε την ίδια ώρα από κάπου δυο άνθρωποι επειδή ο ένας έχει αυτοκίνητο και θέλει να φύγει στις εννέα, όταν ο άλλος θα ’θελε να μείνει εκεί μέχρι τις έντεκα! Τι θλιβερό να παίζει κάποιος με τα κλειδιά του και ο άλλος να ενοχλείται απ’ αυτό! Τι θλιβερό θα ’τανε να υποφέρουν ζώντας μαζί ο ουρανός με τη θάλασσα επειδή μόνο έχουν το ίδιο χρώμα… Τραγουδάς; Ενοχλείται ο διπλανός σου. Πρέπει να σταματήσεις. Το δέντρο σου πέταξε δυο κλωνιά προς τον κήπο του γείτονα; Θα πας φυλακή αν δεν τα δεις να τα κόψεις. Ελεύθερος ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία-για φαντάσου… ο μπακάλης σε κλέβει, ο πλούσιος σε κλέβει, πας στο δικαστήριο οι νόμοι σε κλέβουν. Άνθρωποι πεθαίνουν δίπλα σου. Πρέπει να κάνεις πως δεν τους βλέπεις γιατί οι πλούσιοι τους σκότωσαν και οι δυνατοί. Κι αν μιλήσεις κινδυνεύεις κι εσύ. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας για τον εαυτό σας. Ανοίγεις την ψυχή σου για να μπουν μέσα της πνεύματα και μπαίνουν είδωλα ανάλγητης ύλης. Απλώνεις το χέρι να χαδέψεις ένα τριαντάφυλλο και ξεπετάει τότε αυτό όλα τα αγκάθια του μαζεμένα και σε κατατρυπάει. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Να μάθεις γράμματα απαγορεύεται. Μαθαίνεις μόνο ό,τι σε αφήνουν να μάθεις αυτοί που χτίσανε τα σχολεία. Κι αυτή είναι η δόξα της μεγαλειότητάς τους΄ ποιας μεγαλειότητάς τους; Η μικρότητα είναι η ουσία τους. Ξυπνάς το πρωί και πρέπει να πας να δουλέψεις. Για να βγάλεις λεφτά που θα στα πάρουν οι δυνατοί. Για να χύσεις ιδρώτα που μ’ αυτόν εκείνοι θα ευφραίνονται. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Τα υποταγμένα όντα ας μένουν μέσα σ’ αυτήν. Για κείνα είναι πλασμένη. Η κοινωνία ας βασανίζει αυτά, ας κουρελιάζει την ψυχή τους, ας ματώνει την καρδιά τους. Τα υποταγμένα όντα ευχαριστιούνται μ’ αυτό. Νιώθουν ότι αυτό είναι ο προορισμός τους πάνω στη γη, νιώθουν πως έτσι τα έχει φτιάξει ο καλός θεός και πως θα ’τανε αμαρτία να προσπαθήσουν ν’ αλλάξουν. Τα υποταγμένα όντα τόσο μυαλό έχουν, τόσο μόνο μπορούν να κρίνουν, τέτοια μάτια έχουν, τόσο μόνο κοντά μπορούνε να δουν. Ευχαριστώ, κρατήστε την κοινωνία σας. Σεις τη φτιάξατε, για σας είναι. Εσείς όταν μένετε μέσα της νιώθετε δικαιωμένοι σαν υποταγμένα όντα. Κρατήστε την, σας ανήκει δικαιωματικά... Μείνετε ο ένας κοντά στον άλλο. Σφιχτείτε ο ένας κοντά στον άλλο, ώστε όταν έρθει η σωτηρία να μπορείτε να την πετροβολήσετε όλοι μαζί, χωρίς να της αφήσετε περιθώρια νίκης. Μα αν έπρεπε να είμαι ενωμένη μαζί σας ή με ό,τι άλλο, γιατί να γίνω μόνη κι ελεύθερη; Γιατί να ξεχωρίσω από το μεγάλο Ένα και να γίνω αυτοδύναμη και αυτάρκης; Μα κι έτσι δεν είμαι ενωμένη με όλα; Γιατί να ονομάσω ένωση τη δυστυχία; Αν ό,τι με έπλασε με ήθελε ενωμένη με κάτι άλλο γιατί δε θα με ένωνε μ’ αυτό; Δε θα ’τανε κουτό από μέρους του να με ξεχωρίσει από τ’ άλλα και να με στείλει εδώ για να ξαναενωθώ; Και τι παραπάνω ένωση; Η πέτρα δεν είναι ένα πράγμα; Έτσι δεν φαίνεται στα μάτια σας ω! υποταγμένα όντα; Και όμως τα μόρια της πέτρας πόσο μακριά βρίσκονται το ένα από το άλλο… Ζώντας, υπάρχοντας, δεν είμαι ενωμένη κιόλας με όλα; Κάτι κενό δεν μας περιέχει όλα-ίσως το κενό που έπαψε να είναι κενό από τη στιγμή που δέχτηκε τον κόσμο μέσα του; Γιατί λοιπόν να πρέπει να ενωθώ μαζί με άλλους-γιατί να πρέπει να φτιάξω άλλες μονάδες από τη μεγάλη ομάδα που μας περιέχει όλα, και μένα μαζί, και γιατί να μη ζήσω όπως θέλω, αφού τη συλλογικότητά μου κανένας τρόπος ζωής δεν πρόκειται να τη διαταράξει; Υπάρχω κι αυτό είναι όλο. Ζω κι αυτό είναι όλο. Ώσπου να πεθάνω έτσι. Γνώρισα και τη ζωή με άλλους. Γνώρισα και τη συζυγική ζωή. Γάμος! Τι ντροπή που νιώθω τώρα γι αυτήνε μου την απόφαση! Γάμος! Δυο άνθρωποι που πηγαίνουν μαζί σ’ ένα μέρος όπου καίνε κεριά, κάποιος μαυροντυμένος διαβάζει κάτι, και ύστερα από αυτό λέει, ανήκει ο ένας στον άλλο. Εγώ όμως δεν μπορούσα να κοιμηθώ με το φως ανοιχτό, ενώ ο άντρας που παντρεύτηκα δεν μπορούσε να κοιμηθεί αν δε διάβαζε πρώτα. Δυστυχία. Εγώ ξετρελαινόμουν για το κρεμμύδι, ο άντρας που παντρεύτηκα ούτε να το δει… πρέπει οι σύζυγοι να κάνουνε λέει αμοιβαίες υποχωρήσεις-δηλαδή να δυστυχούν και οι δύο. Τι φρίκη! Με τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ζήσει και θα ζήσει με κάποιον άλλο; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Πόσο σας λυπάμαι! Πόσο φτιαγμένα για την άφτερη ζωή είσαστε! Πόσο κάτω, κάτω, κάτω βρισκόσαστε… θεμέλιο της κοινωνίας είναι λέει ο γάμος-άξιο αλήθεια για ένα τέτοιο κτίριο τέτοιο θεμέλιο. Συνεταίροι: το μαχαίρι κρυμμένο για λίγο πίσω από την πλάτη του ενός ώσπου να βρει ευκαιρία να καρφωθεί στην πλάτη του άλλου. Αγάπη-το κοράκι που τρώει ό,τι έχει απομείνει από τα άλλα θηρία… τιμή, εμπιστοσύνη, ηθικότητα κι άλλα… κι άλλα… όλα βδελυρά φαντάσματα ενός βδελυρότερου νου. Συνάδελφοι στο ίδιο γραφείο; Ο κοντυλοφόρος γίνεται κάθε στιγμή κοντάρι έτοιμο να χωθεί στο στήθος του συνάδελφου. Και οι σύζυγοι ενωμένοι μόνο τις στιγμές που σαν γουρούνια κυλιούνται πάνω στο βρωμερό κρεβάτι τους. Και τότε ενωμένα τα κορμιά τους μόνο. Οι παραδόσεις τους, οι καταγωγές, οι φυλές, οι ρίζες τους, μάχη και την ώρα εκείνη δίνουν. Ο φόβος! Ο φόβος είναι που ενώνει τα υποταγμένα όντα. Και όχι ο φόβος για τα άγρια θηρία ή για τα στοιχεία της φύσης, αλλά ο φόβος του ενός υποταγμένου όντος για το άλλο. Ο φόβος που πρέπει να χωρίζει τα ανθρώπινα όντα το ένα από το άλλο, ο ίδιος φόβος είναι που, επειδή είναι τόσο ισχυρός, σπρώχνει τελικά τον ένα κοντά στον άλλο. Για να μπορεί να βλέπει καλά καλά ο ένας τα χέρια του άλλου άδεια από όπλα. Τόσος τόπος στη γη κι εκείνοι μαζεύονται σε λίγες πόλεις, κοιμούνται ο ένας πάνω στον άλλο, τρώνε ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ο ένας πάνω στον άλλο, γιατί; Από το φόβο. Και φτιάχνουν οι δυνατοί λέει νόμους, που τάχα προστατεύουν τους πολίτες. Νόμοι: η επίσημη σκλαβιά. Όταν κατάλαβα κι εγώ πως είμαι σκλάβα, κοίταξα γύρω μου και είδα δούλους κι αφεντικά. Αηδίασα. Αυτή είναι λοιπόν η ζωή; Μια δουλεία-με χειρότερη αυτή των αφεντικών; Άφησα την ίδια στιγμή την πόλη όπου ζούσα, παράτησα τα πάντα και ήρθα εδώ. Έχτισα ετούτο το καλύβι. Έχω κότες, βάζω χόρτα. Είμαι ανεξάρτητη από όλα. Στην αρχή μου έλειπαν πολλά από όσα είχα στο σπίτι μου στην πόλη. Υπόφερα. Μα η χαρά και η αγαλλίαση που ήμουν εγώ η μόνη που κανόνιζα πια τη ζωή μου, ξεπέρναγαν τις ταλαιπωρίες μου. Μου έλειψε η άνεση, μου έλειψε ο άντρας, μου έλειψε η επίδειξη, μα όμως τι αντάλλαγμα μεγάλο για την έλλειψη όλων αυτών η ανεξαρτησία! Πόσο απάνθρωπη ήμουν εκεί… πόσο κι εγώ ήμουν ένα υποταγμένο ον! Τώρα είμαι ελεύθερη και γι αυτό ευτυχισμένη. Ό,τι κάνω το κάνω για μένα. Είμαι αυτάρκης και γι αυτό αξιοπρεπής. Καμία εξάρτηση, καμία υποχρέωση, κανένα δικαίωμα άλλο, παρά το μεγάλο και μοναδικό δικαίωμα που μου δίνει το ότι γεννήθηκα. Όλα τα άλλα καθήκοντα και όλες οι άλλες υποχρεώσεις είναι πλαστές. Μόνη μου! Μόνη μου με τα φυτά, τα ζώα, τη συνείδησή μου, το χώμα, τον ουρανό.… Σ’ αρέσει εδώ βλέπω αρκουδίτσα μου. Τι ζητάς στην ποδιά μου όμως; Όχι, δεν έχω μέλι εκεί ούτε άλλο φαγώσιμο. Να, όλα τα έχω εδώ, σ’ αυτό το πανέρι. Απ’ αυτό παίρνω και σου δίνω, αλλά συ δεν καταδέχεσαι να πάρεις κάτι να φας. Καλά, θα τα πετάξω στα τσακάλια και στις νυφίτσες που έρχονται το βράδυ. Συ κάτσε και άκου με που μιλάω. Μιλάω και για σένα αφού εσύ δεν μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα. Άκου με. Θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, κοινωνία, όλα βιαστές. Βιαστές της ελευθερίας του ανθρώπου. Βιαστές της μεγαλοσύνης του, της αξιοπρέπειάς του, της δύναμής του ακόμα. Κάνουν τη δύναμή του αδυναμία. Και ο άνθρωπος ζητάει, παρακαλεί, εκλιπαρεί αντί να παίρνει, αντί ν’ αρπάζει, αντί να κατέχει τέλεια και υπεύθυνα όλες τις συνιστώσες του. Πουλιά μου εσείς, άραγε είσαστε ελεύθερα εσείς που, τουλάχιστο, πετάτε-που όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί για σας; Μα όχι. Γιατί ζευγαρωμένα συχνά σας βλέπω ή σε κοπάδια. Όταν κοιτάζοντας ψηλά βλέπω να στρίβετε όλα μαζί, να φτερουγάτε αντάμα, να ταξιδεύετε σαν φυλακισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, πόσο πονώ… γιατί το συντρόφεμα αντιστρατεύεται την ελευθερία. Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Κακόμοιρα άμυαλα όντα! Ντροπή του ανθρώπου! Κάποτε πολεμούσα τους παπάδες, τους θεούς τους, τις θρησκείες τους. «Δεν πιστεύω», έλεγα και συνέχιζα κακολογώντας όλα αυτά σαν να με ενοχλούσαν. Τώρα όμως άλλαξε αυτό. Τώρα είμαι άπιστη χωρίς εμπάθεια για τους «πιστούς», τους παπάδες, τους θεούς. Τώρα αδιαφορώ γι αυτά. Θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες μπροστά σ’ ένα άγαλμα του Βούδα, ή να μεταλάβω αν αυτό θα ευχαριστούσε ένα βουδιστή ή ένα χριστιανό. Μόνο ντροπή νιώθω ακόμα που λέω πως είμαι άπιστη, ντροπή γιατί πρέπει να δηλώσω κάτι που είναι υποχρέωση του ανθρώπου, απόδειξη της ευφυίας του και αυτονόητο, όσο το πώς το μαχαίρι σκοτώνει. Ντροπή νιώθω και για ό,τι δω όταν ρίξω τριγύρω το βλέμμα μου. Στα σχολεία, στην αγορά, στους πολέμους, στη στάχτη, στις ψυχές των υποταγμένων όντων, σε ό,τι για τους άλλους κρύβεται πίσω από ένα σύννεφο «ευτυχίας». Ντρέπομαι που έχω μυαλό και που μπορώ έτσι να νιώθω εκείνους που δεν έχουν. Κακόμοιρα όντα! Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Και πόσο φοβούνται τον θάνατο! Δεν θέλουν να πάψουν να υπάρχουν. Λες και θα μπορούσαν και να το ’θελαν ακόμα. Πόσες φορές έχουν πεθάνει ως τώρα στη ζωή τους και δεν το ξέρουν… τόσο πολύ αγάπησαν τον εαυτό τους τα υποταγμένα όντα; Τόσο το σχήμα του ανθρώπου μέσα στ’ άλλα τους έθελξε; Δεν βλέπουν το κάλλος του άνθους; Δε νιώθουν τη δόξα των λόφων; Δεν τους τυφλώνει η λαμπρότητα της πέτρας; Δεν ακούνε τη μελωδία του αέρα περνώντας από τη χαραμάδα του παράθυρου; Κακόμοιρα υποταγμένα όντα! Δεν ήρθατε στον κόσμο-σας έφεραν. Δεν ζήσατε. Άλλοι για σας έκαναν, είπαν, γέλασαν. Και δεν θα φύγετε από τον κόσμο-θα σας διώξουν όποτε το θελήσουν οι δυνάστες σας. Καλή μου αρκουδίτσα μοναξιά και συ γυρεύεις; Τη βρήκες. Δεν είμαι άνθρωπος εγώ. Δεν είμαι τίποτα. Πες πως κιόλας έχω φύγει. Έτσι νιώθω. Πες πως κιόλας πέζεψα από το όχημα που οδηγεί από το Τίποτα στο Τίποτα. Ναι. Μόνο που πάω τώρα στο Τίποτα έχοντας κάνει πρώτα όλη την πορεία, έχοντας κλείσει τον κύκλο. Έχοντας βρεθεί στο ίδιο σημείο από όπου ξεκίνησα, αλλά τώρα ξέροντας. Μα τι κάνεις αρκουδίτσα μου; Γιατί μου σηκώνεις το φουστάνι και βάζεις ανάμεσα στα σκέλια μου το χέρι σου; Ω! Μα δεν είσαι αρκουδίτσα. Είσαι αρκούδος. Και μάλιστα αρκούδος έτοιμος για το αρκουδίσιο σεξ σου. Μα τι θέλεις; Με μένα να ενωθείς; Πού πήγαν τόσες αρκούδες να πας μαζί τους; Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Μήπως δεν σε θέλουν; Τέτοιον όμορφο αρκούδο και να μη τον θέλουν δεν το πιστεύω. Ή μήπως κάνω λάθος και δεν είναι αυτό το σεξ σου και είναι κάτι άλλο που εγώ, από αρκουδίσια ανατομία μη γνωρίζοντας το περνάω για σεξ; Για να δω… ναι, το σεξ σου είναι. Τις ίδιες ερωτήσεις –ξέρω- θα μπορούσες να κάνεις και συ σε μένα. Και ίσως μου τις κάνεις με την αρκουδίσια γλώσσα σου. Μα εγώ στο είπα, δε θέλω να κάνω έρωτα με κανένα από τα υποταγμένα όντα. Γιατί δεν μου ταιριάζουνε. Γιατί δεν είναι γυμνοί όταν κάνουν έρωτα. Φοράνε τη βρωμιά τους όλη, φοράνε τη δειλία τους, φοράνε τη δουλοπρέπειά τους, φοράνε καλέ μου αρκούδε –φοράνε την υποταγή τους, έτσι που όταν τους αγκαλιάζεις, αγκαλιάζεις μαζί την ποταπότητα και τη χαμέρπειά που τους τυλίγει ολόκληρους με το γλοιώδες υγρό της-και πια τι μένει για τον έρωτα; Φοράνε ακόμα, φοράνε καλέ μου αρκούδε, φοράνε το ρολόι τους και κοιτάνε την ώρα και μετά τον έρωτα ντύνονται γρήγορα. Α! Πόσες φορές ήθελα να έχω για ερωτικό σύντροφο μια πέτρα, ένα βάτραχο, μια βαλανιδιά, ένα άχυρο… Ω! Τι υπέροχη επαφή θα ήταν αυτή με κάτι που δε σκέφτεται άλλο παρά τον έρωτα, με κάτι που δεν υποτάσσεται σε κανέναν, με κάτι αδέσμευτο από όποιαν άλλη υποχρέωση πλην από την άφεσή του σε ό,τι κάναμε την ώρα εκείνη μαζί… κι αν την ώρα της χαράς φυσούσε ένας αγέρας, το άχυρο θα έτρεμε, ο βάτραχος θα μισόκλεινε τα μάτια, η βαλανιδιά θα τραγουδούσε μισολιπόθυμα αξαίνοντας τον πόθο μας, η πέτρα θα ριγούσε (σκέψου, όλα δεν ταιριάζουν με τον έρωτα;) και το υποταγμένο ον τι θα έκανε; Θα μουρμούριζε «κρυώνω» και θα πήγαινε να φορέσει έξω από όσα μέχρι τότε φορούσε και κάποιο ρούχο. Σου λέω αλήθεια αρκούδε μου, ναι, αν ήξερα πως η πέτρα οργά για συνουσία, πως ο βάτραχος, το άχυρο, η βαλανιδιά ή ό,τι άλλο, με ποθούσαν, αμέσως θα δινόμουν στον ίλιγγο μαζί τους. Ό,τι οργά για συνουσία με βρίσκει πάντοτε έτοιμη. Θέλω να γεννήσω. Θέλω να δώσω. Θέλω να δοθώ. Θέλω να φτιάξω, να δημιουργήσω-μια δημιουργία δεν είναι όλα γύρω μας; Και πιο πολύ, δημιουργία δεν είναι όλα μέσα μας; Ένα άπλωμα, μια έκταση, μια πολλαπλότητα όλα… Τι κόσμους θα είχα ν’ απλώσω γύρω μου, ανοίγοντας μια κυψελίδα μόνο από τα πνευμόνια μου!..Θα φάνταζε μπροστά στους κόσμους αυτούς ο κόσμος που τώρα βλέπεις γύρω σου, σαν κόκκος άμμου στην έρημο μπροστά. Μα με ποιον; Και, αρκούδε μου, για ποιον; Για ποιον;.. Ναι, πια δεν έχω λάθος, ναι, το όργανό σου είναι αυτό που τρίβεις επάνω στο πόδι μου. Μα έπρεπε να το ’χω καταλάβει αμέσως όταν το είδα. Μάης είναι και το Μάη εσείς γιορτάζετε. Όπως οι κυρ-Μέντιοι. Μόνο που, ευτυχώς, δεν είναι ίδια μεγάλο με κείνων το όργανό σου. Αρκούδε μου πώς με κατάλαβες πως είμαι γυναίκα; Και ότι ταιριάζει η φύση η αρκουδίσια με τη δική μου; Ξέρω τι θέλεις να μου πεις- ότι ο έρωτας δε χωρίζει, ενώνει. Ναι, μα, αρκούδε μου, με μια γυναίκα; Μα και γιατί όχι; Αφού κι οι δύο θέλουμε γιατί όχι; Τι περισσότερο χρειάζεται απ’ αυτό; Και τώρα, με μας, εμείς είμαστε αυτοί που θέλουμε. Δεν είναι κάποιο υποταγμένο ον κάποιος από τους δυο μας, για να κάνει όχι ό,τι θέλει μα ό,τι του υπαγορεύουν οι δυνάστες του, που τόσο τους υπακούει τυφλά, ώστε να μην μπορεί ούτε να χαρεί το μοναδικό στη φύση ελεύθερο-τον έρωτα… καλέ μου αρκούδε… θέλω και θέλεις… τι υπέροχο αίσθημα! Έλα!…
Σάββατο 13 Ιουνίου 2026
ΝΕΑΗΘΗ
Τόπος: Παρίσι, Γαλλία.
Χρόνος: Σήμερα.
Πρόσωπα:
ΠΙΕΡ
ΠΩΛ φίλος του Πιερ
ΛΙΖ γυναίκα του Πιερ
ΖΑΝ, ΜΠΕΡΝΑΡ, ΑΝΤΟΛΦ, παιδιά τους
Δωμάτιο στο σπίτι του Πιερ. Απομεσήμερο.
Καθιστοί στον καναπέ ο Πιερ και ο φίλος του ο Πωλ συζητάνε.
ΠΙΕΡ
…Και ήθελες να πας να κοιμηθείς σε ξενοδοχείο! Βρεθήκαμε μετά τόσα χρόνια στην πόλη μου και θα σε άφηνα να πας σε ξενοδοχείο;
ΠΩΛ
Για να μην σε βάλω σε φασαρία.
ΠΙΕΡ
Φασαρία! Χαρά στο πράγμα.
(δυνατά)
Λιζ!
(μπαίνε η Λιζ)
ΛΙΖ
Ναι αγάπη μου.
ΠΙΕΡ
Να στρώσεις στο σαλόνι για τον Πωλ.
ΛΙΖ
Αυτό θα έκανα. Θα αφήναμε τον κύριο Πωλ να κοιμηθεί στον καναπέ;
(Χαμόγελο)
Αλίμονο…
(βγαίνει)
ΠΙΕΡ
Για θυμήσου βρε Πωλ τα χρόνια μας στα γραφεία της εταιρίας! Τι καιροί κι αυτοί… Ξενύχτια, γλεντάκια, σουλάτσα… Και θυμάσαι τον στριμμένο μας τον διευθυντή;
ΠΩΛ
Τη Μαρί τη θυμάσαι; Πόσο μας έκανε να γελάμε!
ΠΙΕΡ
Θα θυμηθούμε πολλά τώρα που σμίξαμε. Παντρεύτηκες μετά από μένα-έτσι δεν είναι;
ΠΩΛ
Ναι. Πέντε χρόνια μετά από σένα. Είχα μπλέξει με την πολιτική βλέπεις και δεν είχα το νου μου σε παντρειές.
ΠΙΕΡ
Πόσα παιδιά έχεις;
ΠΩΛ
Δύο.
ΠΙΕΡ
Εγώ τρία. Αγόρια και τα τρία.
ΠΩΛ
Θα είναι ολόκληροι άντρες τώρα.
ΠΙΕΡ
Ο πρώτος είναι είκοσι έξη. Οι άλλοι είκοσι δύο και είκοσι ένα. Ο Ζαν πρέπει να είναι ακόμα εδώ.
(δυνατά, προς το μέρος της κουζίνας)
Λιζ! Ο Ζαν ξύπνησε;
ΛΙΖ
(η φωνή της)
Ναι. Τρώει. Θα βγει σε λίγο.
ΠΙΕΡ
Θα τον δεις. Τον προλάβαμε. Οι άλλοι είναι έξω.
ΠΩΛ
Είναι παντρεμένα τα παιδιά;
ΠΙΕΡ
Ο μεσαίος, ο Μπερνάρ, ναι. Οι άλλοι ψάχνουν ακόμα.
ΠΩΛ
Από ότι καταλαβαίνω έχεις φτιάξει μια καλή οικογένεια. Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος.
ΠΙΕΡ
Ευτυχισμένος και κάτι πάρα πάνω. Δόξα νάχει ο Θεός.
ΠΩΛ
Ο Ζαν δεν δουλεύει σήμερα;
ΠΙΕΡ
Πώς δεν δουλεύει! Αλλά η δουλειά του είναι νυχτερινή. Είναι ντίλερ.
ΠΩΛ
Ντίλερ… τι εννοείς; Τι πουλάει;
ΠΙΕΡ
Ντίλερ. Ντίλερ ναρκωτικών. Και σπρώχνει και πουλάει ναρκωτικά.
ΠΩΛ
(ερωτηματικά, σαν να μη θέλει να το πιστέψει)
Ντίλερ ναρκωτικών!;
ΠΙΕΡ
Ναι, δεν άκουσες; Α ! Κατάλαβα. Εσύ έχεις μείνει στα δικά μας, στα της δικής μας εποχής φαίνεται. Γι αυτό παραξενεύεσαι.
ΠΩΛ
Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Δεν ξέρω… δεν με κοροϊδεύεις, έτσι;
ΠΙΕΡ
Μα τόσο παράξενο σου μοιάζει; Εσύ έχεις μείνει στην εποχή που οι γονείς διάλεγαν το επάγγελμα των παιδιών τους. Πάνε αυτά Πωλ! Πού ζεις; Τώρα τα παιδιά διαλέγουν μόνα τους τι θέλουν να κάνουν με τη ζωή τους.
(μπαίνει ο Ζαν)
ΖΑΝ
…μέρα! Ρε γέρο χτες άφησα στο ντουλάπι ένα δεματάκι με κασέρι και ένα με μπουμπάρι. Δεν το βρίσκω.
ΠΙΕΡ
(σκύβει κάτω από τον καναπέ και βγάζει ένα κουτάκι που το δίνει στον Ζαν)
Νάτο παιδί μου.
(του δίνει το κουτί)
Το έβαλα εδώ μην το μπερδέψει η μητέρα σου με τα δικά της πράγματα.
(στον Ζαν, δείχνοντάς του τον Πωλ)
Ο κύριος είναι παλιός μου συνάδελφος.
ΖΑΝ
(στον Πωλ)
Χάρηκα. Γεια.
(βγαίνει)
ΠΩΛ
Ώστε αλήθεια είναι ντίλερ! Καλά, εσύ… δεν προσπάθησες να τον αποτρέψεις;
ΠΙΕΡ
Να τον αποτρέψω; Τι λες τώρα Πωλ; Πού ζεις; Δεν βλέπεις τηλεόραση; Ραδιόφωνο δεν ακούς; Δεν διαβάζεις εφημερίδες; Δεν έχεις κομπιούτερ; Όλα αυτά υμνούν την μεγάλη επανάσταση: Αφήστε ελεύθερα τα παιδιά! λένε κάθε στιγμή με χίλιες φωνές. Μη μου πεις ότι δεν έχεις κομπιούτερ ή τηλεόραση. Μα και να μην έχεις δεν βλέπεις γύρω σου την μεγάλη αλλαγή που έχει γίνει στη ζωή των ανθρώπων σήμερα; Τόπο στη νέα γενιά, βροντοφωνάζουν όλοι οι αρχηγοί όλων των κρατών του πλανήτη μας. Ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδαγωγοί, και κάθε κρατικός φορέας δεν διατυμπανίζουν κάθε μέρα σε όλους τους τόνους το καινούργιο σύνθημα «ΤΟΠΟ ΣΤΑ ΝΙΑΤΑ»; Δεν ακούς τι λένε όλοι αυτοί;
ΠΩΛ
Τι λένε;
ΠΙΕΡ
«Τι λένε»! Μα ότι το παιδί αποφασίζει πια μόνο του για τον εαυτό του.
ΠΩΛ
Δεν λέω, μα…
ΠΙΕΡ
Και όχι για τα μεγάλα παιδιά μόνον. Μιλάνε και για τα μικρά ακόμα παιδάκια. Από εκεί αρχίζει η ελευθερία του ανθρώπου. Πρόσεξε όταν πηγαίνεις να παραγγείλεις κάτι σε ένα ταχυφαγείο ας πούμε. Πρόσεξε τι λέει η μαμά στο παιδάκι της που έχει φέρει μαζί της όταν έρθει η σειρά του να παραγγείλει κι αυτό. Το ρωτάει πώς θέλει τις πατατούλες του, τι δεν θέλει να έχει μέσα η σάλτσα που θα του σερβίρουν, από τι μέρος του κοτόπουλου, του μοσχαριού ή του χοίρου θέλει να είναι ο κιμάς του, τι χρώμα θέλει να έχει το ποτήρι του, αν θέλει να είναι πλαστικό ή γυάλινο, τι ζωγραφίτσα θέλει να έχει επάνω-του Γκούφη; του Υπεράνθρωπου;
Και κανένας από όσους περιμένουν στην ουρά δεν δυσανασχετεί. Γιατί ξέρει ο καθένας ότι δεν πρέπει να δημιουργηθούν τραύματα στην ψυχούλα του παιδιού. Και για τον ίδιο λόγο κανένας δεν μαλώνει τα παιδιά του. Τραύματα ψυχικά θα δημιουργούνταν στο παιδάκι και μόνον αν το μαλώσει κάποιος έντονα. Θα έχεις υπ’ όψιν σου για τον τετραψήφιο αριθμό τηλεφώνου τον οποίο μπορούν να καλούν τα παιδάκια αν κάποιος τους κακομιλήσει ή –θεός φυλάξοι- τα χτυπήσει… Και αφού αυτά γίνονται για το μάλωμα ενός μικρού νήπιου, σκέψου, θα μπορούσε να επιτρέπεται να επέμβει κάποιος στην επιλογή επαγγέλματος του παιδιού όταν έρθει η ώρα αυτό να εργαστεί; Κάτι δηλαδή που αφορά την ίδια του τη ζωή;
Πωλ, δεν έχει έρθει φίλε μου αυτή η αλλαγή στην κωμόπολη όπου ζεις; Αποκλείεται. Τα δικά σου παιδιά εσύ τα συμβούλεψες τι επάγγελμα να διαλέξουν;
ΠΩΛ
Τους είπα τη γνώμη μου, τους εξήγησα…
ΠΙΕΡ
(διακόπτοντάς τον)
Κακώς. Φίλε μου, τα παιδιά πρέπει όπως κάνουν για όλα τα άλλα, να αποφασίζουν τα ίδια και για το ποια απόφαση θα πάρουν σε σχέση με το επάγγελμά τους.
ΠΩΛ
Μα Πιέρ, τα παιδιά δεν ζουν μέσα σε μια γυάλα. Ζουν μέσα στην κοινωνία, έρχονται σε επαφή με άλλα παιδιά και με άλλους ανθρώπους γενικότερα. Ποτέ λοιπόν δεν αποφασίζουν μόνα τους όπως λες για οτιδήποτε. Πάντοτε οι αποφάσεις τους εξαρτώνται από τον περίγυρό τους: τις νεανικές παρέες, τους μεγαλύτερους που συναντούν σε κάθε βήμα της πολυάνθρωπης κοινωνίας μας, των μελών των διαφόρου σύστασης Συλλόγων, καλλιτεχνικών η αθλητικών Ομάδων… Αλλά και από τις συζητήσεις που κάνουν με γείτονες, φίλους, συνεργάτες, δασκάλους… Μέσα σε όλους αυτούς δεν υπάρχει θέση και για τον πατέρα ή τη μητέρα για να πει τη γνώμη του κι αυτός;
ΠΙΕΡ
(συγκαταβατικά)
Πωλ Πωλ… μια κουβέντα από τον πατέρα ή την μητέρα θα μπορούσε να εκληφθεί σαν διαταγή από τα παιδιά. Γι αυτό και δεν επιτρέπεται. Πωλ, αφουγκράσου φίλε μου τον παλμό της ανθρωπότητας ως προς την στροφή της όσον αφορά στην διαπαιδαγώγηση. Η ολότητα είναι που μετράει. Όχι ένας ένας άνθρωπος χωριστά. Η ανθρωπότητα συλλογικά προχωράει ή μένει πίσω, ανάλογα με την ικανότητα που έχει να πείσει τον κάθε άνθρωπο για τις καινούργιες κάθε φορά απόψεις της. Και έχει φτάσει πια η ώρα του παιδιού Πωλ.
ΠΩΛ
Μπορεί να μπει φυλακή γι αυτό που κάνει ο Ζαν, Πιερ.
ΠΙΕΡ
Έχει μπει δύο φορές. Και τι μ’ αυτό; Μπήκε, βγήκε. Μα είναι ευτυχισμένος Πωλ, γιατί είναι ο νέος άνθρωπος. Κι εγώ μαζί του γιατί συμβάλλω στην εδραίωση της καινούργιας Τάξης πάνω στον πλανήτη μας. Της Τάξης που τα δίνει όλα για την διαφύλαξη υγιούς της νεολαίας μας-του μέλλοντός μας. Δεν θα βρεις μέσα στην ψυχή τού Ζαν κανένα κόμπλεξ, κανένα ψυχικό τραύμα. Είναι η βάση για το μέλλον η γενιά του. Μια ελεύθερη κοινωνία επιτέλους δημιουργείται Πωλ!
Αλλά δεν είναι ώρα να πιούμε ένα καφεδάκι; Τι λες; Η συζήτηση που ανοίξαμε με έκανε να ξεχάσω να σου το προτείνω. Μετά το φαγητό το συνηθίζω. Εσύ;
ΠΩΛ
Δε θάλεγα όχι. Ένα καφεδάκι πάντα είναι ευπρόσδεκτο.
ΠΙΕΡ
(δυνατά)
Λιζ αγάπη μου!
ΛΙΖ
Έρχομαι!
(μπαίνει η Λιζ)
ΠΙΕΡ
Αγάπη μου κάνε μας ένα καφεδάκι σε παρακαλώ και έλα κάτσε κοντά μας να πιεις και συ μαζί μας. Δεν σε είδα σήμερα σχεδόν καθόλου. Άσε την κουζίνα για λίγο. Οι δουλειές δεν τελειώνουν όσο τις κυνηγάς.
ΛΙΖ
Έχω τελειώσει τις δουλειές αγάπη μου. Και το καφεδάκι σας είναι έτοιμο σχεδόν.
(γελώντας)
Δεν περίμενα να μου τον ζητήσεις…
(βγαίνει)
ΠΙΕΡ
Έχω μια καλή γυναίκα όπως βλέπεις Πωλ. Αλλά κι εγώ την αγαπώ και την φροντίζω.
ΠΩΛ
Πράγματι, το βλέπω.
(σιωπή)
Έχεις δει καθόλου από τότε τον Ανρί;
ΠΙΕΡ
Τον Ανρί… τον τρακαδόρο λες;
ΠΩΛ
Α! Μπράβο! Αυτόν.
ΠΙΕΡ
Συναντηθήκμε τυχαία σε μια θεατρική παράσταση. Πάνε δυο χρόνια περίπου. Καλά είναι. Ασχολείται με εμπόριο ζωοτροφών.
ΠΩΛ
Έκοψε τη συνήθεια της τράκας άραγε;
ΠΙΕΡ
Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να το διαπιστώσω, χωρατατζής όμως δεν έπαψε να είναι.
(μπαίνει η Λιζ με τα καφεδάκια)
ΛΙΖ
Θέλω κι εγώ ένα διάλειμμα. Αλλά δεν θα κάτσω πολύ, θα έχετε να θυμηθείτε τόσα δικά σας…
(σερβίρει τους καφέδες)
Σας θυμάται συχνά ο Πιέρ κύριε Πωλ. Μου λέει πόσο φίλοι ήσαστε και πόσο ωραία περνούσατε.
ΠΩΛ
Πράγματι. Και αν και πέρασαν τόσα χρόνια ούτε εγώ έπαψα να θυμάμαι τον καλό μου φίλο Πιερ Κορντονέ, τον σύζυγό σας…
ΛΙΖ
Από πού είναι η σύζυγός σας κύριε Πωλ;
ΠΩΛ
Από το Μπορντό.
ΛΙΖ
Ωραίο μέρος!
(χτυπάει το τηλέφωνο. Το σηκώνει ο Πιερ. Όσο αυτός μιλάει στο τηλέφωνο η Λιζ θορυβημένη από όσα ακούει έχει σηκωθεί και έχει πλησιάσει τον Πιερ προσπαθώντας να ακούσει κι αυτή όσα λέγονται)
ΠΙΕΡ
(στο τηλέφωνο)
Παρακαλώ… Ναι, εγώ είμαι… Τι; Ναι… γιος μου είναι… Πού;… (ανήσυχος και τρομαγμένος) Χτύπησε σκυλί είπατε;…Ο γιος μου;… Ναι… στο πόδι; Το σκυλί πώς είναι;.. Και το μάτι του…Θεέ μου! Και το δεξί του πόδι;.. Το εμπρός ή το πίσω; Πού το έχετε τώρα;;.. Σε ποιο νοσοκομείο;.. Ναι… Ευχαριστώ. Μου δίνετε το τηλέφωνο του νοσοκομείου παρακαλώ;
(νόημα στην Λιζ να του φέρει μολύβι και χαρτί. Η Λίζ του τα φέρνει)
Ναι, πέστε μου παρακαλώ… Ναι, Σεντ Αντρέ είκοσι τρία πέντε πέντε είκοσι οχτώ. Ευχαριστώ. Για ότι χρειαστείτε μπορείτε να με πάρετε πάλι.
(κλείνει το τηλέφωνο)
ΛΙΖ
(ανήσυχη)
Τι έγινε; Τι έγινε;
ΠΩΛ
Τι συμβαίνει Πιερ;
ΠΙΕΡ
(συντετριμμένος)
Ο Αντόλφ χτύπησε ένα σκυλί!..
ΛΙΖ
(με αγωνία)
Θεέ μου! Πού; Πολύ; Είναι καλά τώρα; Κινδυνεύει η ζωή του;..
ΠΙΕΡ
Ευτυχώς όχι. Το δεξί του μάτι έχει μαυρίσει και κουτσαίνει από το δεξί του πίσω ποδαράκι.
ΛΙΖ
Γιατί; Τι έγινε; Πώς έγινε;
ΠΙΕΡ
Του επιτέθηκε λέει το σκυλί και τον δάγκωσε στα πόδια. Φαίνεται ότι ο Αντόλφ πάνω στην ταραχή του το κλώτσησε…Το πήρανε λέει και το πήγανε στην κλινική να το εξετάσουν. Περπατούσε κουτσαίνοντας αλλά φαίνεται να μην έχει πάθει μεγάλη ζημιά μου είπε ο αστυνομικός. Ελπίζω να μην έπαθε κάτι άλλο πιο σοβαρό. Θα δούμε. Θα πάρω σε λίγο να ρωτήσω.
ΛΙΖ
Ο θεός να το βοηθήσει το καημένο…
ΠΩΛ
Αν θέλετε να πάτε να δείτε τον Αντόλφ… μην δεσμεύεστε από μένα. Αν είναι έρχομαι και εγώ μαζί σας…
ΠΙΕΡ
(παραξενεμένος)
Να δούμε τον Άντολφ; Μα τι λες τώρα; Το σκυλί να μην έπαθε τίποτα… Άκου να δούμε τον Άντολφ…
(στην Λιζ)
Το πήγαν αμέσως στην Κλινική μου είπε ο αστυνομικός. Θα το περιποιηθούν. Στην περιοχή βρίσκεται ένα κυνοτροφείο και δίπλα του μια καλή Κυνολινική . Δεν ανησυχώ, θα το περιποιηθούνε. Με ανησυχεί που το χτύπησε και στο μάτι. Ο θεός να βοηθήσει να μην έπαθε τίποτα το ματάκι του...
ΛΙΖ
(απελπισμένη)
Ο Άντολφ χτύπησε σκυλί!... Θεέ μου…
ΠΙΕΡ
(μουδιασμένα)
Ναι… το κλότσησε λέει…καταλαβαίνεις…μάλλον χωρίς να το θέλει αγάπη μου…Ησύχασε… Ας δούμε πρώτα… Θα τον ανακρίνουν μου είπε ο αστυνομικός και θα μάθουν τι ακριβώς έγινε. Ας ελπίσουμε ότι δεν έφτασε σε τέτοια κατάντια ο γιος μας… δεν τον έχουμε αναθρέψει έτσι…
ΛΙΖ
(σχεδόν κλαίγοντας)
Φοβάμαι μήπως κάτι έκανε στο σκυλί και το θύμωσε…
ΠΩΛ
(κοιτάζοντας και τους δύο. Συμπεραίνοντας)
Για το γιο σας σάς είπαν τίποτα; Ήταν βαθιές οι δαγκωματιές;
ΠΙΕΡ
Αυτός ξέρει τι να κάνει. Θα συμβουλευτεί κάποιον γιατρό.
(έντονα);
Το σκυλί με ενδιαφέρει Πωλ. Ο πιστός φίλος του ανθρώπου. Αυτό δεν φταίει σε τίποτα. Υπακούει στο ένστικτό του; Σκυλί είναι, δεν έχει τη λογική του ανθρώπου για να εκτιμήσει καταστάσεις και να φερθεί αναλόγως.
(στον εαυτό του)
Πάει ο καιρός που βασάνιζαν τα σκυλιά οι άνθρωποι Πωλ. Ούτε αυτό δεν έχεις παρακολουθήσει; Νόμοι και διατάγματα έχουν βγει για την προστασία των σκυλιών. Τα καημένα μου τα σκυλάκια! Μέχρι πριν λίγο ήμασταν αγριάνθρωποι. Το θυμάμαι με φρίκη. Δεν τα υπολογίζαμε. Επιτέλους όμως, μπήκαμε κι εμείς τον σωστό δρόμο. Μάλιστα. Θα γίνουμε άνθρωποι κάποια μέρα, να είσαι σίγουρος φίλε μου.
(στην Λιζ)
Έλα, ηρέμησε αγάπη μου.
ΛΙΖ
Πάρε τηλέφωνο και ρώτα στην κλινική-είναι καλά;
ΠΙΕΡ
Θα πάρω αγάπη μου, θα πάρω. Όμως ας τους δώσουμε λίγο χρόνο να το εξετάσουν πρώτα… Ακτινογραφίες, εξετάσεις αίματος, ψυχολογική κατάσταση… θέλουν κάποιον χρόνο αυτά!
ΛΙΖ
Το καημένο…
(χτύποι στην πόρτα. Ο Πιερ ανοίγει. Στο άνοιγμα εμφανίζεται ο Μπερνάρ. Έχει το δεξί του πόδι στον γύψο, το κεφάλι του και το δεξί του μάτι καλυμμένο με επίδεσμο. Περπατάει με δεκανίκια. Η Λιζ και ο Πιερ βοηθάνε τον Μπερνάρ να καθίσει)
ΛΙΖ
Πάλι παιδί μου;
ΜΠΕΡΝΑΡ
Πάλι μητέρα.
ΠΙΕΡ
Δεν πιστεύω να άπλωσες το χέρι σου και συ!
ΜΠΕΡΝΑΡ
(επιτιμητικά, προσβλημένος)
Πατέρα!.. Για ποιον με πέρασες;
ΛΙΖ
Δόξα σοι ο θεός.
ΠΙΕΡ
Συγνώμη παιδί μου. Είπα μήπως επάνω στη φασαρία…Με συγχωρείς. Και γιατί αυτή τη φορά παιδί μου;
ΜΠΕΡΝΑΡ
Της είπα ότι το φαγητό είχε πολύ αλάτι.
ΛΙΖ
(στον Μπερνάρ)
Κι εσύ! Γυρεύοντας πήγαινες. Ήταν ανάγκη να το πεις παιδί μου;
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ που κοιτάζει αμίλητος και αμήχανος ως τώρα, δείχνοντάς του τον Μπερνάρ)
Ξεχάστηκα Πωλ..Ο άλλος μου γιος-ο Μπερνάρ. Ο παντρεμένος που σου είπα.
ΠΩΛ
(στον Μπερνάρ)
Χαίρω πολύ.
ΠΙΕΡ
(στον Μπερνάρ)
Ο φίλος μου ο κύριος Πωλ.
ΜΠΕΡΝΑΡ
(στον Πωλ)
Χάρηκα.
ΠΙΕΡ
(στον Μπερνάρ χαριτολογώντας και χαϊδεύοντάς του το πηγούνι)
Μα κι αυτό το παιδάκι δεν κάθεται ήσυχο.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Ωχ! Μη πατέρα. Πονάει.
ΠΙΕΡ
Συγνώμη.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Μου ξέφυγε πατέρα και της το είπα. Όμως ήτανε πράγματι πολύ αλμυρό.
ΛΙΖ
Και λοιπόν; Έπρεπε να την προσβάλεις; Έλα τώρα, μην στενοχωριέσαι. Σε ένα μήνα θα περπατάς πάλι καλά. Και μετά από αυτή τη φορά θα βάλεις μυαλό ελπίζω.
ΠΩΛ
(που μέχρι τώρα παρακολουθεί απορημένος, στον Πιερ)
Η γυναίκα του τού τα έκανε αυτά;
ΠΙΕΡ
Ναι.
ΠΩΛ
Επειδή της είπε ότι το φαγητό είχε πολύ αλάτι;
ΠΙΕΡ
Ναι. Δεν άκουσες;
ΠΩΛ
Και ο Μπερνάρ έκατσε να τον δείρει η γυναίκα του;
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ)
Τι εννοείς; Τι άλλο να έκανε;
(χαμογελαστός, στον Μπερνάρ)
Και να τα αποτελέσματα!
ΠΩΛ
Με συγχωρείτε, όμως δεν αντιστάθηκε; Δεν την εμπόδισε;
ΜΠΕΡΝΑΡ
(ενοχλημένος)
Τι εννοείτε κύριε;..
ΠΩΛ
Αυτό που είπα. Να την εμπόδιζες. Να της έπιανες τα χέρια. Να αμυνόσουν. Στην ανάγκη να ανταπέδιδες τα χτυπήματα.
ΜΠΕΡΝΑΡ
(στον Πωλ, σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι ακούει)
Τι λέτε κύριε; Να χτυπήσω γυναίκα;
(στον Πιερ, δείχνοντας με τα μάτια του τον Πωλ, περιφρονητικά)
Τέτοιους φίλους έχεις πατέρα; Να τους χαίρεσαι.
ΠΙΕΡ
(στον Πωλ)
Να χτυπήσει γυναίκα; Το σκέφτηκες αυτό που είπες Πωλ;
(τονίζοντας τα λόγια του)
Να χτυ-πή-σει γυ-ναί-κα;
(στον Μπερνάρ, λοξοκοιτάζοντας τον Πωλ)
Ο φίλος μου έχει μείνει στα παλιά παιδί μου. Και μάλιστα για πολλά πράγματα.
(σιγά)
Θα σου πω αργότερα…
(ξαφνικά αλλάζοντας θέμα)
Αλήθεια δεν σου είπα. Τον Άντολφ τον δάγκωσε ένα σκυλί...
ΜΠΕΡΝΑΡ
(ανήσυχος ξαφνικά)
Δεν πιστεύω να το χτύπησε ο Αντόλφ…
(Πιερ και Λιζ σκύβουν το κεφάλι)
ΠΙΕΡ
Δυστυχώς παιδί μου το χτύπησε…Το έχουν πάει όμως ήδη στην κλινική.
ΜΠΕΡΝΑΡ
Είναι σοβαρά;..
ΠΙΕΡ
Ο αστυνομικός μου είπε ότι κουτσαίνει από το πίσω δεξί του ποδαράκι…
ΜΠΕΡΝΑΡ
(εξουθενωμένος)
Ω! Θεέ μου!
ΠΙΕΡ
Και κάτι έχει πάθει το ματάκι του… δεν ξέρουμε ακόμα…
ΜΠΕΡΝΑΡ
Δεν μπορώ να το πιστέψω-ο Αντόλφ…
ΠΩΛ
(σηκώνεται)
Πιερ μόλις θυμήθηκα ότι έχω κλείσει ένα σοβαρό ραντεβού και πρέπει να φύγω.
ΠΙΕΡ
Α! Κρίμα! Με αυτά και μ’ αυτά δεν προλάβαμε να τα πούμε…Στο καλό φίλε μου. Και να μη χαθούμε.
ΠΩΛ
Όχι βέβαια.
(υποκλίνεται στην Λιζ)
Κυρία Λιζ...
(στον Μπερνάρ)
Γεια σου Μπερνάρ, χάρηκα για τη γνωριμία.
(στον Πιερ)
Γεια σου φίλε μου.
ΠΙΕΡ
Γεια σου Πωλ.
ΛΙΖ
Στο καλό κύριε Πωλ.
(Ο Πωλ βγαίνει)
ΠΙΕΡ
(κλείνει την πόρτα)
Αγροίκος ήτανε, αγροίκος έμεινε αυτός ο άνθρωπος!
ΑΥΛΑΙΑ
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ
Δυο φίλοι κάθονται σε μια πλατεία και παρακολουθούν έναν μετανάστη που τη σκουπίζει.
A
Κοίτα φίλε μου τι κάνει η φτώχεια. Ήρθε από ποιος ξέρει πού για να καθαρίσει την πλατεία αυτή και να πάρει λίγα ευρώ για να ζήσει.
Β
Δεν το κάνει η φτώχεια-τα λεφτά το κάνουν. Αν δεν υπήρχαν τα λεφτά που πρέπει να τα κερδίσει, δεν θα έφευγε από την πατρίδα του ο ξένος αυτός.
A
Εννοείται. Μα καθώς τα λεφτά δεν γίνεται παρά να υπάρχουν, το θεωρώ δεδομένο και με βάση την ύπαρξή τους μιλάω.
Β
Νομίζεις ότι δε γίνεται να μην υπάρχουν τα
λεφτά;
A
Όχι νομίζω, είμαι σίγουρος. Έχεις μήπως άλλη γνώμη;
Β
Και βέβαια. Είμαι σίγουρος πως κάποτε τα λεφτά θα πάψουν να υπάρχουν. Και αυτή θα είναι η αρχή της ευτυχίας του ανθρώπου.
A
Πώς θα γίνει αυτό; Δεν θα πουλάμε; Δεν θα αγοράζουμε; Θα έρθουμε στην ανταλλαγή προϊόντων, δηλαδή εκεί από όπου ξεκινήσαμε;
Β
Ακριβώς. Αλλά τώρα πια οργανωμένα και ανεπίστρεπτα. Επιστημονικά. Κι όχι μόνο τα λεφτά θα καταργηθούν, αλλά και πολλές από τις αναγκαίες σήμερα υπηρεσίες. Όπως ας πούμε τα υπουργεία Δικαιοσύνης, Δημόσιας Τάξης, Εξωτερικών. Θα μείνουν μερικά απαραίτητα όργανα που δεν θα θυμίζουν καν υπουργεία.
A
Πολύ προχώρησες. Καταργείς το κράτος έτσι.
Β
Αυτό πρώτα πρώτα. Όλη η γη τότε θα είναι μια κοινότητα, όχι ένα κράτος.
A
Και αυτή η κοινότητα δεν θα έχει δικαιοσύνη; Δεν θα έχει Δημόσια Τάξη; Άγγελοι θα ζουν τότε πάνω στη γη και όχι άνθρωποι;
Β
Θα μπορούσα να το πω κι έτσι. Σ' ευχαριστώ που μου το υπέδειξες.
A
Μα πώς;..
Β
Επειδή όλα αυτά δεν θα χρειάζονται. Δεν θα
υπάρχουν τότε κλέφτες, ψεύτες, δολοφόνοι.
A
Δεν μου τα λες καλά, Πώς οι άνθρωποι δεν θα κλέβουν;
Β
Δεν θα κλέβουν γιατί δε θα υπάρχει λόγος να κλέψουν. Κλέβουν οι άνθρωποι για να αποκτήσουν κάτι που δεν έχουν. Τότε θα έχουν ό,τι θέλουν.
A
Είσαι σίγουρος πως μιλάμε για τη γη;
Β
Βεβαίως για τη γη μιλάμε.
A
Όμως εγώ επιμένω πως ίσως βρεθεί κάποιος
που να θέλει να κλέψει.
Β
Τέτοιος άνθρωπος δε θα υπάρχει στην κοινωνία
εκείνη. Θα ήταν σαν σήμερα να πήγαινε κάποιος στο
σπίτι του άλλου για να του κλέψει τον αέρα
που αυτός αναπνέει.
A
Κατάλαβα. Όμως στάσου, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα, πότε θα γίνει αυτό το πράγμα.
Β
Δεν έχω ιδέα. Θα χρειαστούνε εκατό χρόνια; Δύο χιλιάδες χρόνια; Δέκα χιλιάδες χρόνια; Δεν μπορώ να το πω. Για να το πω αλλιώς: όταν οι άνθρωποι βάλουν μυαλό.
A
Ας περιοριστούμε λοιπόν στο τι θα είναι αυτό το πράγμα, όταν γίνει.
Β
Κατ' ανάγκην, αν θέλεις πράγματι να μάθεις. Ή δεν έχεις όρεξη να μάθεις;
A
Δε νομίζω να σου έδειξα πως δε θέλω να μάθω. Αντίθετα μου έχεις κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Θέλεις να μου λες εσύ και όπου έχω απορία να σε σταματώ ή καλλίτερο το βρίσκεις να σε ρωτάω εγώ και συ να απαντάς;
Β
To δεύτερο είναι καλλίτερο, αρκεί να μου αφήνεις χρόνο για την απάντηση.
A
Και βέβαια θα σου αφήνω. Καταλαβαίνω εξάλλου ότι θα έχεις πολλή δουλειά να κάνεις για να μου εξηγήσεις τα ανεξήγητα κι έτσι θα σεβαστώ την προσπάθειά σου.
Β
Σ' ευχαριστώ, αν και το πράγμα είναι πολύ απλό. Όμως ίσως έχεις δίκιο, τα απλούστερα πράγματα μπορεί να είναι και πιο δύσκολο να εξηγηθούν.
A
Λοιπόν, αφού συμφωνήσαμε, ας αρχίσω με μια ερώτηση βασική και απαραίτητη για ν' αρχίσει η κουβέντα. Και είναι αυτή: πώς θα προμηθεύονται τα αγαθά και πώς θα έχουν τις υπηρεσίες που τους είναι απαραίτητες οι άνθρωποι, αν όχι αγοράζοντάς τα;
Β
Ό,τι οι άνθρωποι χρειάζονται, θα πηγαίνουν απλά να το προμηθεύονται από το πλησιέστερο ειδικό κατάστημα. Τέτοια καταστήματα θα υπάρχουν όπου υπάρχουν άνθρωποι στη γη. Ας πούμε θέλει να προμηθευτεί ένα κρεβάτι κάποιος άνθρωπος; Θα πηγαίνει να το παίρνει. Έτσι απλά.
A
Χωρίς λεφτά;
Β
Είπαμε, λεφτά δεν θα υπάρχουν.
A
Ποιος θα φροντίζει να είναι εκεί το κρεβάτι;
Β
Θα υπάρχουν άνθρωποι που αυτή θα είναι η δουλειά τους. Οι επιπλοποιοί. Θα ξέρουν ποια είναι η ανάγκη της κοινότητας ή της πόλης τους σε κάθε είδος της δουλειάς τους, και θα το κατασκευάζουν.
A
Και έτσι θα πηγαίνει να παίρνει ένα κρεβάτι όποιος θέλει;
Β
Έτσι. Και έτσι θα παίρνει και ό,τι άλλο του χρειάζεται. Από ένα μολύβι για να γράφει, μέχρι ένα αυτοκίνητο.
A
Και θα παίρνει όσα κρεβάτια θέλει κανείς;
Β
Όσα του χρειάζονται. Δηλαδή ένα. Δεν νομίζω να υπάρχει άνθρωπος που να κοιμάται σε δυο κρεβάτια-τι λες;
A
Όχι, αλλά μπορεί κάποιος να θέλει να πάρει πέντε κρεβάτια ή πέντε αυτοκίνητα. Θα μπορεί;
Β
Δεν θα βρεθεί κανένας τέτοιος. Γιατί κάποιος να γεμίσει το σπίτι κρεβάτια και να μην έχει τόπο να κουνηθεί; Και τι να τα κάνει πέντε αυτοκίνητα αφού ένα μόνο του χρειάζεται για τη δουλειά ή για τη διασκέδασή του και αφού θα το έχει αμέσως;
A
Ας πούμε ότι του χάλασε το αυτοκίνητο. Τι θα γίνει τότε;
Β
Θα πάει να πάρει αμέσως ένα άλλο ώσπου να επισκευαστεί το δικό του.
A
Μπορεί κάποιος να θέλει να έχει καλλίτερο αυτοκίνητο. Θα μπορεί να πάρει;
Β
Αν η δυνατότητα της κοινότητας θα μπορεί να του ικανοποιήσει μια τέτοια επιθυμία, να διαλέγει δηλαδή μεταξύ περισσότερων από ένα είδος αυτοκινήτου, τότε φυσικά θα του αλλάξει το αυτοκίνητο με ένα καλλίτερο. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι πρώτα θα έχουν ικανοποιηθεί οι ανάγκες όλων των επί γης ανθρώπων για ένα αυτοκίνητο.
Έγινε κατανοητό αυτό ή δεν το είπα καλά;
A
Πολύ καλά μάλιστα. Ανατριχιαστικά καλά. Αν κατάλαβα καλά θα υπάρχει ένα είδος αυτοκινήτου.
Β
Μπορεί ένα, μπορεί εκατό είδη. Όμως όλα θα είναι ίδιας δυναμικότητας και ίδιας δυνατότητας χρήσης.
A
Και το λες τόσο απλά; Πού είναι η ποικιλία που δίνει ομορφιά και ίσως αξία στη ζωή;
Β
Η ποικιλία θα υπάρχει όπου είναι δυνατή, και όχι για να υπηρετήσουν την απαίτηση για ποικιλία λίγοι άνθρωποι όπως σήμερα.
Οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι τότε και δεν είναι το δεύτερο ή το τρίτο αυτοκίνητο που θα τους κάνει ευτυχισμένους.
Α
Κι αν κάποιος θέλει να τρέξει με εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα θα μπορεί με το αυτοκίνητο που θα έχει;
Β
Όποιος θέλει να τρέξει με το αυτοκίνητο πολλά χιλιόμετρα την ώρα, θα υπάρχουν πίστες ειδικές και ειδικά αυτοκίνητα για όλους, και ναι, θα μπορεί να το κάνει. Οι μεγάλες ταχύτητες θα είναι ένα χόμπι τότε, που θα μπορεί να το ικανοποιήσει κάποιος οποτεδήποτε θελήσει.
Όλοι όμως, στη δουλειά και στη διασκέδαση θα πηγαίνουν με όσα χιλιόμετρα παρέχουν ασφάλεια.
A
Μάλιστα. Και πόσες ώρες θα δουλεύει ο άνθρωπος τότε;
Β
Όλοι θα εργάζονται ίδιες ή ισοδύναμες ώρες την ημέρα Πόσες θα είναι οι ώρες αυτές δεν ξέρω, σίγουρα όμως πολύ λιγότερες από το σημερινό οχτάωρο. Και η αύξηση ή η ελάττωση των ωρών εργασίας των τότε ανθρώπων, θα γίνεται με τη θέληση των ίδιων των εργαζόμενων, δηλαδή όλων των ανθρώπων της παγκόσμιας ή της τοπικής κοινότητας.
A
Ίδιες ώρες θα εργάζεται ο ανθρακωρύχος και ίδιες ο εργαζόμενος σε ένα κατάστημα όπου η δουλειά του είναι ευκολότερη; Και αυτό θα είναι δικαιοσύνη; Ή μήπως δεν θα υπάρχουν ανθρακωρύχοι τότε;
Β
Μπορείς αν θέλεις να γίνεσαι ειρωνικός ή ακόμα και σαρκαστικός. Όμως όταν παίρνεις απαντήσεις που καταρρίπτουν την ανάγκη να φέρεσαι ειρωνικά δεν θα αιστανθείς άσχημα; Εμένα αυτό δε με ενοχλεί, οι απαντήσεις θα δίνονται στις ερωτήσεις σου έτσι ή αλλιώς. Λοιπόν, σωστή η απορία σου. Και να τι εννοώ. Ο απασχολούμενος σε ανθρακωρυχείο, θα εργάζεται πολύ λιγότερες ώρες την εβδομάδα από όσες εκείνοι που κάνουν ευκολότερες δουλειές, και θα παύει να εργάζεται πολύ νωρίτερα στη ζωή του από όσο οι άλλοι. Αυτό θα γίνεται με υπολογισμούς ειδικών στο θέμα. Έτσι όλοι οι άνθρωποι θα έχουν από τη δουλειά τους ίδια επίπτωση στη υγεία και στην ζωή τους.
A
Ποιος θα τα καθορίζει όλα αυτά;
Β
Μία Επιτροπή τοπικής ή μεγαλύτερης περιοχής.
Αυτή όμως σε λίγες περιπτώσεις θα έχει λόγο να επεμβαίνει, γιατί οι άνθρωποι από το σχολείο τους θα ξέρουν τα βασικά της κάθε δουλειάς. Θα είναι λοιπόν ρουτίνα γι αυτούς οι κανόνες της κάθε δουλειάς και αυτό, μαζί με την ικανότητά τους να λύνουν προβλήματα, πολύ λίγες επεμβάσεις θα αφήνουν για την κάθε Επιτροπή. Γιατί δεν θα έχουν κέρδος κανένα από τη μη λύση από τους ίδιους, του κάθε αναφυόμενου προβλήματος.
A
Και κάποιος που βαριέται να δουλεύει και τεμπελιάζει;
Β
Φίλε μου, αν στο σπίτι σου πρέπει να γίνει μια δουλειά και αναλάβεις να την κάνεις εσύ και η γυναίκα σου, θα έχει να κερδίσει κάτι η γυναίκα σου αν σε κοροϊδεύει και δεν δουλεύει; Όχι. Θα καταφέρει να πάει πίσω η ίδια της-η ίδια σας η δουλειά. To ίδιο και τότε. Αν κάποιος δεν δουλεύει, θα ξέρει ότι θα πάει πίσω η κοινή δουλειά και αυτό θα είναι άσχημο για όλους, άραγε και για τον ίδιο. Διαφορές βέβαια λόγω ιδιοσυγκρασίας θα υπάρχουν και θα λαμβάνονται υπ’ όψιν μάλιστα, πριν από την τοποθέτηση κάποιου σε δουλειά.
A
Όλα θα είναι κοινά δηλαδή.
Β
Φυσικά. Όλοι θα δουλεύουν το ίδιο και όλοι θα έχουν
όλα. Ισότητα.
A
Και τώρα που μίλησες για σπίτι, το σπίτι θα το χορηγεί η κοινότητα σε καθέναν- έτσι δεν είναι;
Β
Ναι.
A
Και αν θέλω εγώ να φτιάξω μόνος μου ένα σπίτι δεν θα μπορώ;
Β
Ας το δούμε το θέμα. Μόνος του κανείς μπορεί να χτίσει σπίτι;
A
Να πάρει και μερικούς φίλους και να χτίσει ένα σπίτι να μένει.
Β
Αν αυτό το κάνει στις ελεύθερες ώρες του, θα μπορεί να το κάνει, γιατί θα διαθέτει όπου θέλει τις ελεύθερες ώρες του. Θα συνεχίσω όμως να σε ρωτώ. Ποιοι θα βοηθήσουν τον άνθρωπο αυτόν να φτιάξει το σπίτι του;
A
Οι γείτονες, οι συγγενείς… Και ύστερα θα τους βοηθήσει αυτός να χτίσουν το δικό τους.
B
Τώρα περιγράφεις ακριβώς αυτό που θα γίνεται από την κοινότητα. Και η κοινότητα αυτό κάνει. Ειδικοί χτίζουν σπίτια ο ένας βοηθώντας τον άλλο. Τι περισσότερο θα κάνει αυτός που θέλει να το χτίσει με φίλους; Φίλοι θα του το χτίσουν έτσι κι αλλιώς και αυτός θα βοηθήσει φίλους να χτίσουν το δικό τους. Μια φιλική κοινότητα θα είναι όλοι.
A
Έχεις δίκιο. Όμως αν κάποιος θέλει να έχει κι ένα δεύτερο σπίτι;
Β
Αν μπορεί να έχει καθένας ένα δεύτερο σπίτι, τότε όλοι θα έχουν και θα έχει και αυτός που θέλει όπως λες να χτίσει και ένα δεύτερο μόνος του. Οπότε δεν θα χρειάζεται να το χτίσει μόνος του αφού, όπως σε όλους, θα έχει δοθεί και σ' αυτόν ένα δεύτερο σπίτι. Κατανοητό;
A
Κατανοητό, αλλά θα επιμείνω. Κάποιος θέλει να έχει πέντε σπίτια για να μπορεί να πηγαίνει σε όποιο θέλει. Θα μπορεί;
Β
Κι εγώ θα σου ξαναπώ ότι δεν θα βρεθεί άνθρωπος που να έχει κάποια τέτοιαν απαίτηση. Όμως έστω, για τη συζήτηση ας υποθέσουμε πως υπάρχει ένας τέτοιος. Ένας δηλαδή ανάστροφος επαναστάτης. Που επαναστατεί για να γυρίσει τον κόσμο πίσω.
A
Πες το έτσι. Όμως το πράγμα έτσι σου το θέτω. Τι θα κάνει η κοινότητα τότε; Θα κλείσει τον άνθρωπο στη φυλακή; Ή μήπως θα τονε πάει σε δικαστήριο; Και πώς, αφού δεν υπάρχουν δικαστήρια και φυλακές στην τότε κοινωνία;
Β
Και βέβαια δεν θα υπάρχουν. Λοιπόν να τι θα κάνει η κοινότητα: Θα του πει αυτού του ανθρώπου ότι μπορεί να έχει όσα σπίτια θέλει, αφού θα τα φτιάξει μόνος του-θα του πει: «Φίλε μου, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα μπορώ να σου διαθέσω μια μεγάλη έκταση για να χτίσεις όσα σπίτια θέλεις. είναι ένας τόπος ακατοίκητος και εκεί μπορείς να πας αν θέλεις να φτιάξεις τα σπίτια σου. Κανείς δε θα σε εμποδίσει. Θα φτιάξεις όσα σπίτια μπορείς και όσα θέλεις».
Όμως να φτιάξεις μόνος σου ένα σπίτι μόνον-και πόσο μάλλον πέντε σπίτια που ζητάει ο φίλος μας-, προϋποθέτει πολλήν εργασία και χρήση πολλών υλικών πριν, κάτι που κανένας δεν μπορεί μόνος του να έχει. Έτσι δεν είναι; Καταλαβαίνεις ότι αυτό είναι αδύνατο. Και τότε θα καταλάβει ο "επαναστάτης" σου ότι ζητάει κάτι αδύνατο.
Αν πάλι μπορέσει και μόνος του χτίσει τα σπίτια, τότε η κοινότητα θα τον παρακαλέσει να της πει πώς τα κατάφερε, ώστε κι αυτή να φτιάχνει ευκολότερα τα δικά της σπίτια και μάλιστα να μάθει τους ανθρώπους πώς να φτιάχνουν μόνοι τους σπίτια. Και ο άνθρωπος αυτός, αν υπάρξει κάποιος τέτοιος, θα ανακηρυχτεί ευεργέτης της ανθρωπότητας.
A
Και φυλακές δεν θα υπάρχουν;
Β
Αυτό το είπαμε. Στις φυλακές μπαίνουν εκείνοι που κλέβουν , σκοτώνουν η κάνουν κάποια άλλη αξιόποινη πράξη. Τότε όμως δε θα υπάρχουν αξιόποινες πράξεις, αφού ούτε κλοπές θα γίνονται ούτε φόνοι, γιατί και τα δύο σήμερα γίνονται όταν κάποιος θέλει γα πάρει κάτι από κάποιον που το έχει, ενώ αυτός δεν το έχει. Και τότε, όπως είπαμε, θα τα έχει όλα κάθε άνθρωπος.
A
Κοσμήματα δεν θα υπάρχουν τότε;
Β
Θα υπάρχουν-γιατί όχι;
A
Και δεν θα θέλει κάποιος να πάρει ένα κόσμημα από κάποιον άλλο, ας πούμε μια γυναίκα να έχει το κόσμημα που έχει μια άλλη;
Β
Όπως όλα τα πράγματα, και τα κοσμήματα τότε θα υπάρχουν για όλους και για όλες. Αν δεν επαρκούν τα υπάρχοντα υλικά ώστε να έχουν όλες οι κυρίες τα κοσμήματα που επιθυμούν, τότε τα κοσμήματα αυτά θα υπάρχουν στο γραφείο της γειτονιάς ή της πόλης κλπ, και όποια κυρία θέλει να τα φορέσει θα πηγαίνει να τα παίρνει. Ύστερα από τη χρήση τους θα τα επιστρέφει, για να τα βάλει όποια άλλη κυρία θελήσει.
A
Εγκλήματα όμως γίνονται για την γυναίκα. Κάποιος θα θέλει μια γυναίκα που την έχει παντρευτεί ένας άλλος. Τι θα γίνει σε αυτές τις περιπτώσεις;
Β
Μα φίλε μου ποιος σου είπε πως θα υπάρχει γάμος στην τότε κοινωνία;
Ο έρωτας θα είναι κοινός όπως όλα.
A
Κοινοκτημοσύνη των γυναικών;
Β
Κοινότητα αντρών και γυναικών.
A
Και τα παιδιά; Κοινά κι αυτά;
Β
Βεβαίως.
A
Δηλαδή θα κάνω εγώ ένα παιδί και θα το παίρνει άλλος;
Β
Πώς τα λες έτσι φίλε μου… μα βέβαια δεν μπορείς να τα πεις αλλιώς-με την σημερινή κατάσταση, έτσι θα τα έβλεπε οποιοσδήποτε και τα τότε πράγματα.
A
Δηλαδή δεν είναι έτσι αλλά εγώ τα βλέπω έτσι; Κάθε άντρας θα κάνει έρωτα με όποια γυναίκα θέλει και κάθε γυναίκα με όποιον άντρα θέλει ναι ή όχι; Τα παιδιά τα δικά μου θα ζουν με κάποιον άλλο ή όχι;
Β
Και βέβαια. Έτσι είναι.
Α
Και αυτό είναι καλό; Και αυτό είναι πρόοδος;
Β
Και βέβαια είναι.
A
Πώς; Με ποιον τρόπο; Πες μου.
Β
Μα δεν με αφήνεις με τις συνεχείς ερωτήσεις σου.
A
Ορίστε, σε ακούω.
Β
Ευτυχώς. Λοιπόν, πρώτα ας κοιτάξουμε το θέμα των γυναικών-αντρών. Γάμος όπως σου είπα δεν θα υπάρχει. Κάθε γυναίκα μετά τη δουλειά της θα πηγαίνει σε ένα σπίτι που θα είναι ορισμένο γι αυτήν για την περίοδο εκείνη. Εκεί θα πηγαίνει να μείνει μετά τη δουλειά του και ένας άντρας, που και γι αυτόν το σπίτι θα έχει όπως και για την κάθε γυναίκα οριστεί. Και εκεί οι δυο τους θα ζουν σαν αντρόγυνο για την ορισμένη περίοδο εκείνη. Ερωτήσεις μέχρις εδώ;
A
Πολλές. Ποιος θα ορίζει σε ποιο σπίτι θα πηγαίνει κάθε γυναίκα και κάθε άντρας;
Β
Η τοπική Επιτροπή βάσει μόνον του καταλόγου των μελών της. Στην ουσία το πράγμα θα γίνεται αυτόματα, μιας και θα μπορεί καθένας και κάθε μία να βλέπουν τον κατάλογο.
A
Πόσο θα κρατάει το διάστημα που θα ζουν μαζί δυο μέλη, ο ίδιος άντρας και η ίδια γυναίκα;
Β
Αυτό θα ποικίλλει, εξαρτώμενο από διάφορες συνθήκες κάθε φορά. Θέλεις να υποθέσω; Από μία έως δέκα ημέρες.
A
Και αν δεν αρέσει ο άντρας στη γυναίκα; Και αν δεν αρέσει η γυναίκα στον άντρα;
Β
Γιατί να μην της-ή του αρέσει;
Α
Γιατί δεν είναι όμορφη ας πούμε.
B
Εδώ έφτασες στο καίριο σημείο της υπόθεσης, που είναι το θέμα της ζωής-στον έρωτα. Με ένα λόγο θα σου έλεγα μόνο πως τότε, όλοι οι άντρες και όλες οι γυναίκες θα είναι όμορφοι και όμορφες. Επειδή ξέρω όμως ότι θα με ρωτήσεις πώς θα είναι αυτό δυνατό, θα σου το πω με όσο καλλίτερο τρόπο μπορώ ώστε να γίνει κατανοητό.
Θα σου έχει τύχει να δεις κάποια γυναίκα πανέμορφη, που όμως και αν σε πλήρωναν δεν θα ήθελες να κάνεις έρωτα μαζί της. Και θα σου έχει τύχει να συναντήσεις και γυναίκες που ενώ είναι άσχημες, εντούτοις θα ήθελες να πάς στο κρεβάτι μαζί τους. Μην βιαστείς να μου πεις όχι, γιατί να τι θα σου πω κατόπιν. Μία γυναίκα με κακή ψυχή, μια γυναίκα εγωίστρια, υπερόπτις, φωνακλού, κακότροπη, έστω και αν το σώμα της διαθέτει τις καλλίτερες αναλογίες, θα σου άρεσε; Όχι βέβαια. Ενώ αντίθετα, μια γυναίκα που έχει όλες τις ψυχικές χάρες, όσο και αν το σώμα της είναι «κακοφτιαγμένο», θα ήτανε για σένα καλή για να κάνεις έρωτα μαζί της. Χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα αν και δεν μπορεί κανείς να παίρνει παραδείγματα για κείνον τον κόσμο από αυτόν εδώ, επειδή εκεί τα εδώ δεν θα ισχύουν ούτε σαν παραδείγματα. Μα θέλω με το παράδειγμά μου αυτό να σου δείξω το πεδίο πάνω στο οποίο θα βασίσω την απάντησή μου στο ερώτημά σου.
Τότε λοιπόν, όλες oι γυναίκες θα είναι όμορφες, γιατί όλες οι γυναίκες θα είναι η προσωποποίηση του Καλού, όπως εξάλλου και οι άντρες.
Τότε δεν θα μετράει καθόλου η –σχετική όπως σου έδειξα πιο πάνω- ομορφιά του κορμιού, αλλά η ομορφιά της ψυχής, που θα είναι ίδια σε όλους και σε όλες. Ούτε θα υπάρχουν οι υπολογισμοί, οι υποκρισίες, οι κρυψίνοιες, το συμφέρον τέλος, που μολύνουν κάθε επαφή στον κόσμο μας ετούτο. Ούτε θα υπάρχουν οι άλυτες καθημερινές ανάγκες, τα προβλήματα, η κόπωση, το κλάμα, η στενοχώρια, που όλα αυτά κάνουν πολλές φορές τον έρωτα μιαν αναγκαία αγγαρεία. Τότε οι γυναίκες θα είναι όμορφες χωρίς να προσπαθούν καθόλου γι αυτό, και επιπλέον χωρίς το άγχος της σημερινής κοινωνίας.
Αυτά σαν μια μικρή ιδέα του πώς θα είναι τότε η γυναίκα.
Η γυναίκα θα είναι επιθυμητή επειδή είναι γυναίκα, όχι επειδή είναι "όμορφη", γιατί η ομορφιά τότε θα έχει βρει το αντικείμενό της και σ' αυτό κανέναν ρόλο δεν θα έχουν οι όποιες καμπύλες του σώματος των ανθρώπων. Όλοι οι άνθρωποι θα είναι ωραίοι πραγματικά, από μιαν εσωτερική ωραιότητα που θα λάμπει στα μάτια τους και θα οδηγεί αυτόματα τους ανθρώπους στην ίδια ωραία συμπεριφορά, και που θα κάνει την ομορφιά του κορμιού όλως ασήμαντη μπροστά της. Τότε θα βλέπει ο άντρας τη γυναίκα στα μάτια και δεν θα χορταίνει να τα κοιτάζει μιας και μέσα τους θα βλέπει το Καλό, το Αιώνιο, το Αγαθό. Ομορφιά τότε θα είναι η Φύση. Και η Φύση θα είναι η Ομορφιά. Ο έρωτας λοιπόν άντρα γυναίκας θα είναι πάντοτε ωραίος όσο ποτέ δεν υπήρξε μέχρι σήμερα, Αλλιώς δεν έχω πώς να σου το πω.
A
Ποικιλία λοιπόν εραστών και εραστριών.
Β
Ακριβώς. Και είχες φοβηθεί πιο πριν πως δε θα υπάρχει ποικιλία στη ζωή των τότε κατοίκων της γης. Τώρα φαντάζομαι θα έλειψαν και γι αυτή την περίπτωση οι φόβοι σου εκείνοι.
A
Ας πούμε πως έτσι θα είναι με τις γυναίκες. Τα παιδιά όμως; Τα παιδιά που θα γεννιούνται από τις ενώσεις αυτές;…
Β
Τα παιδιά θα είναι παιδιά όλων αγαπητέ μου. Όλων!
Α
Μα…
Β
Άσε με να συνεχίσω και όταν τελειώσω με ρωτάς. Τα παιδιά, από τη στιγμή που θα γεννηθούν θα ανήκουν σε όλους, στην κοινότητα, στην ανθρωπότητα. Ειδικοί θα τα φροντίζουν ώσπου να μεγαλώσουν.
Δεν θα έχουν καμία άμεση σχέση με τον πατέρα τους ή με την μητέρα τους.
Τυχαία μόνο μπορεί να συνυπάρξουν κάπου. Προλαβαίνω την ερώτησή σου: ποιος θα αγαπάει τα παιδιά μου και θα τα φροντίζει τόσο καλά όσο θα τα φρόντιζα εγώ; Σου απαντώ λοιπόν πως αυτό θα το φροντίζουν όλοι μαζί και για κάθε παιδί.
Η αγάπη για τα παιδιά από τους άλλους, που σήμερα εξαντλείται στο δόσιμο ενός δώρου σ' αυτά ή στο χάιδεμα του κεφαλιού τους με ένα "να σας ζήσει!" στους γονείς, τότε θα είναι διαρκής και γεμάτη στοργή μέριμνα. Τα παιδιά θα μεγαλώνουν από την Κοινότητα σε ένα ευτυχισμένο περιβάλλον και θα μορφώνονται ανάλογα με τις ικανότητές τους και όχι ανάλογα με την καταγωγή τους και την ευπορία η όχι των γονιών. Ένα απέραντο πάρκο όπου μέσα του αυτά θα χαίρονται ξένοιαστα θα είναι τότε κάθε τόπος για τα παιδιά.
Και κανένας δεν θα νοιάζεται προσωπικά για το παιδί του, αφού ξέρει ότι το παιδί του θα έχει όλα τα καλά, κάτι που σήμερα ούτε να το διανοηθεί μπορεί ένας πατέρας και μια μητέρα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο παιδί του. Τότε κάθε παιδί θα είναι παιδί του καθενός. Αν κάποιος θελήσει να χαδέψει ένα κεφαλάκι παιδικό, όποιο και αν διαλέξει αυτό θα είναι του παιδιού του. Γιατί όλα τα παιδιά θα είναι σαν δικά του. Κάτι που ίσως δεν κατάλαβες;
A
Τι να πω, όλα τα κατάλαβα.
Β
Σ' ευχαριστώ που είσαι προσεχτικός μαθητής. Όλα κοινά και όλα ωραία λοιπόν.
A
Και μέσα σ' αυτή την ομοιομορφία...
Β
Τώρα θα σε διακόψω εγώ-ποιος μίλησε για ομοιομορφία; Για κοινότητα σου μίλησα, όχι για ομοιομορφία.
A
Πώς θα διασκεδάζουν οι άνθρωποι αυτοί;
Β
Όπως θέλει ο καθένας, διαθέτοντας για το σκοπό αυτόν τις ελεύθερες ώρες του, που θα είναι πολύ περισσότερες από όσες σήμερα. Και η διασκέδασή του θα είναι όποια αυτός διαλέξει. Θέλει να παίξει ποδόσφαιρο, τένις η όποιο άλλο παιχνίδι φανταστείς; Θα το κάνει. Θέλει να ικανοποιήσει την επιθυμία του για ένα χόμπι του; Θα το κάνει. Και όλοι θα έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής διασκέδαση.
Α
Και αν το δικό μου χόμπι είναι το ψάρεμα και το κολύμπι και δεν έχω κοντά εκεί που ζω θάλασσα;
Β
Θα πας να μείνεις σε ένα μέρος που έχει θάλασσα. Είναι τόσο απλό. To ίδιο και κείνος που του αρέσει το βουνό θα πάει στο βουνό να ζει.
Α
Και αν η δουλειά μου είναι στο βουνό πώς θα πάω στη θάλασσα; Η τοπική Επιτροπή που λες, πώς θα μου το επιτρέψει; Δε θα χάσει έναν εργάτη της;
Β
Η Επιτροπή θα σε διευκολύνει να πας όπου γης θέλεις. Για να διαλέξεις μάλιστα θα σου έχει ένα κατάλογο με λεπτομέρειες για το κάθε τι του τόπου όπου θα διαλέξεις να πας να μείνεις και να εργαστείς.
A
Και αν όλοι θέλουνε θάλασσα τι θα κάνει η όποια Επιτροπή;
Β
Βέβαια καταλαβαίνεις και συ ότι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ, όπως δεν συμβαίνει και σήμερα.
Όμως τo πιο ευέλικτο πράγμα στη γη επάνω θα είναι τότε η "αυτό-διοίκηση"-ας την πω έτσι-, της ανθρωπότητας. Σήμερα συνηθίζεται να λέμε ότι με το χρήμα όλα γίνονται. Φαντάσου τότε τι μπορεί να κάνει η συναδελφοσύνη, η κατανόηση, η αγάπη, με ένα λόγο η έλλειψη χρημάτων.
Ας πούμε ότι σε ένα μέρος της γης μόνο παράγεται ένας καρπός ή υπάρχει ένα ορυκτό, που είναι απαραίτητα για την ανθρωπότητα.
Τότε θα εργάζονται άνθρωποι εκεί, με δίκαιους όρους και συνθήκες όμως, όπως σου είπα πιο πάνω, δηλαδή με κριτήριο και αποτέλεσμα πάντοτε την ευτυχία του κάθε εργαζόμενου.
A
Θα μπορεί κανένας στις ελεύθερες ώρες του να ασχοληθεί με το περιβόλι του και να έχει δικές του αγνές ντομάτες, κολοκύθια και άλλα χορταρικά, ζαρζαβατικά και φρούτα;
Β
Και βέβαια θα μπορεί, όμως δε νομίζω ότι κανένας θα το κάνει.
A
Και γιατί παρακαλώ, αν αυτό θέλει;
Β
Γιατί όλα όσα θα παίρνει από το μαγαζί της γειτονιάς θα είναι όλα φρέσκα και αγνά σαν εκείνα που θα έβγαζε από τον κήπο του.
A
Καλά από διασκεδάσεις. Και οι τέχνες φαντάζομαι όμως πως θα ανθούν στην κοινωνία σου.
Β
Καλά το φαντάστηκες. Οι Καλές Τέχνες πράγματι θα είναι από τις κύριες ασχολίες των ανθρώπων, που τότε θα είναι κοντύτερα προς το τέλειο που εξ ορισμού τους επιδιώκουν να παραστήσουν, αφού αυτό θα είναι κοντύτερα προς τη ζωή τους όπως θα είναι τότε αυτή.
A
Θρησκεία θα υπάρχει;
Β
Όχι, αφού οι άνθρωποι θα έχουν όσα θέλουν από μόνοι τους, χωρίς να χρειαστεί να τους τα δώσει κάποιος θεός. Η επιστήμη, η οποία θα έχει πάρει τη θέση της θρησκείας, θα φροντίζει σαν καλή μητέρα για όλους, αντί όπως σήμερα να τους εκμεταλλεύεται σαν κακή μητριά. Οι άνθρωποι θα μαθαίνουν για πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, στο μάθημα της προϊστορίας που θα κάνουν στο σχολείο τους..
A
Παράδεισος λοιπόν η ανθρώπινη ζωή.
Β
Ακριβώς.
A
Και οι τόσες έγνοιες και οι τόσες ταλαιπωρίες των σημερινών ανθρώπων θα αποτελούν παρελθόν; Και οι κλεψιές και οι βιασμοί και οι φόνοι;
Β
Βλέπω πως σε κάθε καινούργια σου ερώτηση, αυτή περιέχει και την απάντησή της. Πράγματι λοιπόν θα αποτελούν παρελθόν. Η ζωή θα είναι ανθρώπινη πραγματικά. Με τον κόπο που θα καταβάλουν οι άνθρωποι τότε, θα έχουν όλα όσα θέλουν, ενώ τώρα ο πολλαπλάσιος κόπος τους είτε κακοδιαχειρίζεται είτε γίνεται πλούτος στα χέρια λίγων. Μίλησες για φόνους και για βιασμούς και για κλοπές. Οι όροι αυτοί δεν θα βρίσκονται ούτε στα λεξικά πια.
ΤΕΛΟΣ