Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

 
 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 
 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC

Όταν έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό! 
-Στο χορό;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μίαν άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Λιγάκι κάνοντας μασάζ 
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιονε τον Μπους.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες

Και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι 
πρωθυπουργός το Μάρτη.

Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου 
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

 
 Ο ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.



ΣΤΟΝ  ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ   
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ




 
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή 
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
 θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει  να στο πει
αφού δεν είναι  μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου. 

Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν 
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι 
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν 
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι. 

Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη, 
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου 
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί 
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου. 

Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς 
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει΄
Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής 
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.

Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό; 
Είναι η καλοσύνη σου;  Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό; 
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά σου;

Άραγε τι απ’ ολ’ αυτ,-η όλα είναι μαζί;   
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει; 
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί 
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο, πριν δαγκάσει;   

Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ 
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα. 
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό. 
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.  



Πάτερ και  δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς 
Και για να κάνεις αγιασμό δεν θέλεις πετραχήλι. 
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής. 
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη. 

Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς 
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι  εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω  απ’ τους Θεούς. 
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια. 

Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά     
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι: 
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά 
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.

Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή   
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιον έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-   
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.


Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί. 
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δεν χρειάζεται να ψάξει. 
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή. 
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει! 

Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά 
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε. 
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά  
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε. 

Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς 
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος. 
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς 
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος. 

                   -----

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

 Εκλογές  έρχονται. 
Και στην Ελλάδα τίποτα δεν αλλάζει εκτός από τα πρόσωπα. 
Το ταίριαγμα των παρακάτω με τα νέα πρόσωπα είναι δική σας δουλειά
 



Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013
ΛΙΓΑ ΑΠΟ ΤΑ «ΠΡΕΠΕΙ» ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ 23-3-13

1.
 «Η Ευρώπη ΠΡΕΠΕΙ να δείξει την αλληλεγγύη της στην Κύπρο.»
Κουβέλης

2.
α. "τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων – συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς των Χριστιανών – θα ΠΡΈΠΕΙ να είναι κατοχυρωμένα και σεβαστά". 
β. «Όταν τα όπλα καταλήγουν σε χέρια που δεν ΠΡΈΠΕΙ,…»
Αβραμόπουλος για τη Συρία

3.
«Θα υπάρχουν οδυνηρές πτυχές, όμως η χώρα ΠΡΈΠΕΙ να σωθεί»
Πρόεδρος Κύπρου προς τους πολίτες της Κύπρου

4.
«Η λύση που θα προκύψει για το πρόβλημα της Κύπρου θα ΠΡΈΠΕΙ να διατηρεί τη χώρα εντός Ευρωζώνης,…»
Κωστής Χατζηδάκης στο Real News

5.
«Η κυβέρνηση ΠΡΈΠΕΙ να διασφαλίσει…»
ΚΚΕ

6.
"Η Ευρώπη ΠΡΈΠΕΙ να δώσει ένα χέρι βοήθειας στην Κύπρο..."
«Και σε τούτη τη συγκυρία, η Ευρωπαϊκή Ένωση ΠΡΈΠΕΙ να τείνει ένα χέρι βοήθειας.»
Αβραμόπουλος σε δημοσιογράφους στη Σλοβακία


7.
«Οι ώρες είναι δύσκολες, όλοι ΠΡΈΠΕΙ να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.»
Στυλιανίδης, κυβερν. εκπρόσωπος Κύπρου


8. 
«Ό,τι  γίνει ΠΡΈΠΕΙ να γίνει σήμερα»
Πάμπος Χαραλάμπους, Δντης Γρ. Τύπου του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όλα εντάξει στην Ελλάδα: οι έλληνες πολιτικοί ξέρουν τι πρέπει να γίνει!


ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

ΠΑΕΙ ΚΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ! ΑΛΛΟΣ!...

Πάει και του Σύριζα η ελπίδα.
Στο υπόγειο το ποτάμι επνίγει
που απ’ την Ουάσινγκτον πηγάζει
κι ως Ωκεανός τη γη τυλίγει.

Το προαιώνιο του ανθρώπου
τ’  όνειρο-η δικιοσύνη
όνειρο ήταν, όνειρο είναι
και πάντα όνειρο θα μείνει.

Ο Τσίπρας, ντύνοντας με στόμφο
τα όσα κενά φέρνει μαζί του
πουλάει τιμή, πουλάει αέρα,
και ξεπουλάει το μαγαζί του. 

Και η πατρίδα απ’ τη στροφή του 
ανήκεστες παθαίνει βλάβες.
Τσίπρα επίορκε, θέλουν τόλμη
και αρετή θέλουν οι Τσάβες.



ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

Κι αφού
οι ευρωπαίοι
εδιώξανε τους τούρκους απ’ τον τόπο
κι έλληνες μας βαφτίσαν από κάποιους 
που παλαιά ζούσαν εδώ,
μετά, έτσι έτοιμους, μας δώσαν μια κλωτσιά
και από τότε πια εμείς περήφανοι γυρνάμε.

Εκείνοι μας λαδώνουν κάθε τόσο,
τα σύνορά μας καθορίζουν,
τους ολυμπιακούς κάνουν αγώνες μας,
μας δίνουν όπλα και πηλίκια και στολές 
και λέμε μεις "οι ένοπλες δυνάμεις μας",
λεφτά μας δίνουνε και λέμε μεις "η οικονομία μας".

Όμως κι εμείς από την άλλη τους δουλεύουμε πιστά:
τις κυβερνήσεις έχουμε που αυτοί μας λένε 
οι εφημερίδες κι οι τηλεοράσεις μας 
γράφουν και λένε ό,τι αυτοί διατάξουνε
κι ως για μπογιά, βάζουμε μπόλικη,
όταν σκυμμένοι τα παπούτσια τούς γυαλίζουμε.
Και τελευταία τους διασκεδάζουμε πολύ
με έργα όπως «Ο Καραγκιόζης Πρωθυπουργός»,
 «Ετσι είναι αν έτσι νομίζουμε»,
«Το επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν».


 ΤΟ «ΠΡΈΠΕΙ»

Τι ωραίο αυτό το «πρέπει»!
Ο καθείς αυτό το βλέπει-
σαν ραβδάκι μαγικό
το πικρό κάνει γλυκό.

-Τι θα κάνετε υπουργέ 
για το χάλι του ΟΤΕ;
-Να σας πω: ΠΡΕΠΕΙ να γίνει…
και να  γίνει… και να γίνει…

(και αντίρρηση ποιος έχει 
πως ο υπουργός κατέχει
τι θα «πρέπει» κάθε μια 
να γινότανε φορά…)

 -Κύριε βουλευτά οι φτωχοί
έχουνε πολύ αυξηθεί
τόσο όσο πριν ποτέ…
-Να τι ΠΡΕΠΕΙ αγαπητέ…

Και, η βουλευτική μαφία
αραδιάζει με σοφία 
όσα «πρέπει» να γινούν
οι φτωχοί για να σωθούν.

Και κανείς δε λέει τι
«πρέπει» κάθε βουλευτή 
ο λαός να τόνε κάνει
πριν εκείνος τον πεθάνει, 

γιατί ο έλλην ενοικεί
στις αγκάλες του Μορφέα
κι ως γνωστόν όλα εκεί 
μοιάζουν όμορφα κι ωραία.



Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ

Ρε μπελά που έχω βάλει
στο φασιστικό μυαλό μου
και να κάνω τώρα  πρέπει
τον ανασχηματισμό μου!

Κι η «Παιδεία η στέρεή» μου
δε βοηθάει σ’ αυτό καθόλου
και μου φαίνεται πως όλα 
θα μου παν κατά διαόλου…

Για να δούμε: να κρατήσω
πρέπει πρώτα τη Θοδώρα,
του δανδή να συγκρατήσω
Αβραμόπουλου τη φόρα…

Ποιον να βάλω…ποιον ν’ αφήσω;
ποιον να κόψω…ποιον να σβήσω;
Να! αυτόν θα βάλω εδώ! 
Όχι! Θα θυμώσει ο άλλος.!

Μ’ αν αυτός θα πάει εκεί 
τότε πού θα μπει εκείνος;..
και με των υφυπουργών
τι να κάνω εγώ το σμήνος;..

Α! Μου φαίνεται πως φέρνει
Πονοκέφαλο η Αθήνα.
Μπα! Θα φύγω απ’ το Μαξίμου 
Και θ΄αράξω στη Ραφήνα.




ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΑΡΑΤΖΑΦΈΡΗΣ

Γιατί δεν ξέρω όλοι φασίστα με θαρρούν…
Από μια Νέα βγήκα εγώ Δημοκρατία!
Παιδί της είμαι εγώ φτυστό! Κι όσοι απορούν
στα που κρατεί αυτή ας ψάξουνε αρχεία.

Ξέρετε πόσους βουλευτές εγώ κρατώ.
Μ’ ακραίος αν ήμουν δε θ’ ανέχομουν κανέναν.
Ως για τους ξένους μας, πολύ τους αγαπώ΄
αυτοί μισούν-ποιος το γιατί ξέρει …-εμένα…

Και αν να πάρουμε την Πόλη θέλω εγώ
είναι γιατί έχω εκεί πέρα εν’ αμπελάκι
που μία θειά μου το τρυγάει κι όχι εγώ,
και που  ούτε μου ’στειλε ποτέ ένα σταφυλάκι.

Κι αν στους αρχαίους βρίσκω εγώ την ηδονή
και δεν μου ειν’ οι ήρωές τους διόλου ξένοι,
είναι που εκείνο το παιδί-τον Άδωνι-
θέλω να δω στα εκδοτικά να πετυχαίνει.

Το να μ’ αρέσει από «φασ» ό,τι αρχινά
από παιδί στην Κατοχή μού έχει μείνει-
τότε φασ-όλια που εζητιάνευα συχνά
κι αυτά τα γράμματα ζακόνι μου ’χουν γίνει.

Γι αυτό σας λέω μη γνοιαζόσαστε γι αυτά 
και ψήφο δώστε μου σα φτάσουμε στην κάλπη-
πρωθυπουργό κι εμένα κάντε μια φορά:
 γιατ’ οι άλλοι ’κάναν τον Ομπάμα;.. έναν αράπη;!.. 

Όχι! Εγώ
δεν είμαι ακραίος όπως λέτε κάθε μέρα΄
κι αν στέκω εδώ 
είναι που- κρίμα!- δεν υπάρχει παραπέρα…



12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»

Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.

‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει  βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.

Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.



ΧΊΤΛΕΡ ΚΑΙ ΒΕΝΙΖΈΛΟΣ:
                  ΒΙΟΙ ΠΑΝΑΘΛΙΟΙ

«Εγώ αυτόν τον Χίτλερ κουτόν τον θεωρώ
που σοβαρά επήρε τα εγκλήματα σωρό
κι ο ίδιος που είχε κάνει κι όλοι του οι στρατηγοί-
τόσα που αίμα όλη εβάφτηκε η γη.

Αν ζούσε ανάμεσό μας, όσων κι αν ήτο ετών,
μια μέρα που ενώπιον θα ομίλει ηγετών,
τρανό ένα συγνώμη θα έλεγε ευθαρσώς
κι ευθύς θα εγινόταν ως άζαξ καθαρός.»

Πού είσαι καημένε Χίτλερ-πού είσαι να σωθείς-
πού είσαι του Βενιζέλου να γίνεις μαθητής
που ενώ την κοινωνία χάμου τήνε πατάει
δίχως ντροπή καμία, συγνώμη της ζητάει…


12-9-08-Ευθυμίου-στη ΝΕΤ: Το ΠΑΣΟΚ έκανε λάθη στη διακυβέρνηση της χώρας. Ο λαός γι αυτό μας παραμέρισε. Όμως σήμερα το ΠΑΣΟΚ έχει μάθει να μην κάνει τα ίδια λάθη.»

Έτσι είναι κύριοι-κλέψαμε-εμείς το ομολογούμε.
Μα είναι η αμαρτία μας αυτή συχωρεμένη
αφού ο λαός που άφησε το αίμα να του πιούμε
μας παραμέρισε…και πια κακία καμιά δε μένει.

‘Έτσι ο λαός μας ο καλός στις κυβερνήσεις κάνει:
αφού η κάθε μία τους μέχρι σκασμού χορτάσει,
στην πάντα όσα έφαγε, για να χωνέψει  βάνει
και άλλην φέρνει, ως κι αυτή απ’ το φαί να σκάσει.

Μα το ΠΑΣΟΚ καλό παιδί έχει εσχάτως γίνει.
Τα λάθη τότε που έκανε δε θα τα κάνει πάλι.
Με άλλα, νέα κόλπα πια το αίμα θα σας πίνει
και στο ίδιο (μ’ άλλες μέθοδες) θα σας βυθίσει χάλι.



ΤΑ ΒΌΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»

 Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
 και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιές πηγαίναν..
 Κι ο ελληνικός  βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
 άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη..

 Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
 που αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
 μα αυτό εν τέλει του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
 και πάει κι εκείνος και το «θα» που πια είχε αποκάνει.  

Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.

Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.

«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.

Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια
για να χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
και πια ποτέ τα ζωντανά να μη γινούν ανθρώποι..

Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»: «γιατί έτσι…πρέπει!»..



ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ ΕΥΡΩΠΑΊΩΝ ΗΓΕΤΏΝ
ΚΑΙΡΟΣ ΚΡΙΣΗΣ

Θα έλεγα τον Μάριο Ντράγκι
πως δεν τον έχουμε ανάγκη.

Αντίθετα όμως τον Ρομπάϊ-
αυτόν τον έχουμε σταντ-μπάϊ.

Για την Λαγκάρντ μας την Κριστίν
είναι ψηλή, άσ’ την αυτήν…

Η γερμανίδα η Μέρκελ μας η Άγγελα
πρωθυπουργός μας να ’ταν θα ’θελα.

Και απορώ τι ο μαύρος Σόιμπλε
με το δικό μας κόμμα έχει το μπλε…

«Αυτά που λέει ο Κλοντ Γιουνκέρ,
πες Μητσοτάκη τ’ είναι;» -«Ανφαίρ»…

Το ύφος του Ολάντ του Φρανσουά
δεν είναι σα να λέει: “L’ Etat c’ est moi!”?..

Αφού κι εσύ υπάρχεις Μάριο Μόντι
έχουμε στην Ευρώπη κι εμείς «δόντι»…

Συνάδελφέ μας συ –ΟΛΈ!- Ραχόϊ
σαράκι και τους δυο ίδιο μας τρώει…

Αν μας βοηθήσεις τελικά 
Μπαρόζο μου εσύ Ζοζέ,
θα ’χεις μπουκάλι ένα κρασί-
το θέλεις άσπρο ή ροζέ;

Και συ ωρέ Νικόλα Σαρκοζί
Μα πήρα φόρα…όχι, αυτός δε ζει…

                          -----




ΕΧΟΥΜΕ...

Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.

Έχουμε κάτι υπουργούς που κλέβουνε.
Έχουμε κάτι πολιτικούς μυαλά του μεσαίωνα.
Έχουμε κάτι ποιητές ανόητους.
Έχουμε κάτι πίθηκους που καθηγητές πανεπιστημίου τους λέμε.
Έχουμε κάτι τραγούδια τούρκικα.
Έχουμε κάτι πρόγονους που δεν είμαστε απόγονοί τους.
Έχουμε κάτι ήθη κι έθιμα που τα κάναμε τρόπο ζωής.
Έχουμε κάτι νέους αγράμματους.
Έχουμε κάτι βιβλία ιστορίας γεμάτα ψέματα.
Έχουμε Παιδεία στ΄ όνομα μονάχα.
Έχουμε για πολιτισμό μια βαρβαρότητα.
Έχουμε για δικό μας ό,τι άχρηστο πετάνε οι ξένοι.
Έχουμε μίσος για ό,τι φιλοπρόοδο.
Έχουμε την ιδέα πως είμαστε έξυπνοι.
Έχουμε πόλεις βρώμικες.
Έχουμε κάλπικα σταθμά.
Έχουμε την τελευταία σειρά σε όλα τα καλά.
Έχουμε πρωτιά σε κάθε κακό.
Έχουμε για πρωθυπουργό έναν εκμεταλλευτή.
Είμαστε ένας λαός ηλίθιος που υπηρετεί αδιαμαρτύρητα τους βασανιστές του.
Είμαστε αγενείς και φθονεροί.
Θεωρούμε την ανευθυνότητα για προτέρημα.
Έχουμε διεφθαρμένους υπαλλήλους.
Έχουμε την απαίτηση να μας δώσουν οι άγγλοι κάτι ξένα αγάλματα.
Έχουμε το θράσος να καυχιόμαστε για την παλιανθρωπιά μας.
Έχουμε την ιδέα πως η Μακεδονία μας ανήκει.
Έχουμε την ιδέα πως τώρα δεν έχουμε δικτατορία.
Έχουμε τον φόβο σε όσον χώρο της ψυχής μας δεν κατέχει η βλακεία.
Έχουμε τη δουλεία στο αίμα μας.
Έχουμε δικτατορίσκους γραφειοκράτες για υπάλληλους Δημοσίου και Δήμων και Οργανισμών..
Έχουμε ευαισθησίες για θέματα φτηνά.
Έχουμε τη συνήθεια να χλευάζουμε τους ευεργέτες μας.
Έχουμε κάνει την ανεπάρκεια συστατικό της καθημερινότητάς μας.

Είμαστε ένα κράτος για πέταμα.



ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Εγώ που ζούσα πάντοτε 
σα να ’μουνα σε Κρίση
στην απορία μου: «ΓΙΑΤΙ;»
η Κρίση έχει απαντήσει.

Πάντοτε καταλάβαινα 
ή ένοιωθα κατά βάθος
πως το πολύ το ξάνοιγμα 
ήτανε κάπως λάθος.

Γιατί κανείς στον κόσμο αυτό
δωρεάν κάτι δε δίνει 
κι ότι όσα του εδόθηκαν
 η λήθη δεν τα σβήνει.

Κι αυτός που του τα έδωσε
τριπλά θα τα ζητήσει
όταν θελήσει-όποτε 
αυτός αποφασίσει.

Έτσι κι η Ευρώπη ζήτησε 
τριπλά όσα μας έδινε
που αλόγιστα ο έλληνας 
έτρωγε, γλένταγε, έπινε…




ΌΛΟΙ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΈΣ ΚΛΈΒΟΥΝ

Οι αρχικλέφτες βουλευτές
με κάσα πορτοφόλι,
λένε πως είναι φασισμός 
να λες πως κλέβουν όλοι.

Και όλοι οι αρχικλέφταροι 
απ’ τους δημοσιογράφους
το πήραν και το λεν κι αυτοί 
στους έλληνες τους κάφρους,

μα αμέσως ύστερα από το
«οι βουλευτές μας κλέβουν»
να συμπληρώσουν τρέμοντας
«όμως όχι όλοι!» σπεύδουν.  

Και ο καθένας βουλευτής,
κρατεί σαν λάβαρό του
αυτό που κάθε της τιβί 
λέει φερέφωνό του,

και σεργιανάει ανάμεσα 
στους τίμιους ανθρώπους
σα να ’ναι το αριστούργημα
αυτός όλου του corpus.

Κι ενώ Κανάλια και Βουλή 
ότι μας κλέβουν όλοι
η Πλάση βοά-ποιοι το αγνοούν;
οι έλληνες χαχόλοι.


ΑΛΛΑΓΗ ΛΟΓΩ ΚΡΙΣΗΣ

Τι λαός που είμαστε όμως! 
Πώς αλλάζουμε συντόμως 
έξεις τάσεις και συνήθειες
αναχλές είτε και βύθιες…

Ήταν η ζωή μας τότες 
να την τρώνε μόνο οι κότες
κι οι νεκροί πάνω στα κάρα
 δυο ντουζίνες μια δεκάρα.

Τώρα όμως τι λαός 
που εγίναμε ακριβός-
Ένας κάπου αν πεθάνει
θέμα η τιβί το κάνει.

Αμ το άλλο; Χρόνια τώρα 
κατακλέβανε τη χώρα
στρατιές πολιτικών
δεξιών κι αριστερών.

Και οργίαζε η σπατάλη
κι από δώθε παν οι άλλοι
και ανθούσε η διαφθορά 
και κρυφά και φανερά.

Και να! βίλλες και οφ-σορ
να! κι αρμάνι και ντιορ
να! και πύργοι να! και κότερα
με ροζ σκάνδαλα στα ενδότερα.

Τώρα όμως τι λαός 
που εγίναμε ηθικός
και κανένας πια δεν κλέβει
απ’ την πείνα και ας ρεύει…

Τι βαρύ να πάθαν σοκ
 η Νου Δου και το ΠΑΣΟΚ
και να κλέβουν σταματήσαν
λες τιμιότητα μεθύσαν;

Τι λαός που είμαστ’ αλήθεια!
Τι καρδιά κλειούμε στα στήθια!
Πώς γοργά που ’χουμε αλλάξει!
και στα λόγια και στην πράξη…





ΑΝΤΊΟ ΕΛΛΆΔΑ

Λίγα λογάκια θα ειπώ και πάλι ως συνήθως
όχι για κάποιο σήμερα ωραίο γυναίκας στήθος
μα για το κράτος που ’χουμε όλοι μαζί μοντάρει
και τέτοιο που ’ναι ήρθ’ ο καιρός ο διάολος να το πάρει.

Κράτος που μάτια ας έχει δυο, μα με το ένα βλέπει
που ’χει στραμμένο μόνιμα προς του λαού την τσέπη
ενώ υπουργούς και βουλευτές άβλεπους τους αφήνει
να τρώνε όλο, αδιάφοροι η χώρα τι θα γίνει.

Κι έπρεπε το μονόφθαλμο κράτος να πάει καλιά του,
να διαλυθούν τα κρέατα, και μένοντας τα οστά του
η άφατη φρίκη να φανεί του άσπρου των κοκάλων 
κατάμαυρου απ’ το αδιάλειπτο λάδωμα των «μεγάλων».

Και τα οστά τα ανέλιωτα στο διάβα των αιώνων
θα δείχνουν στις που έρχονται γενιές επιστημόνων
πόσο μπορεί ένας λαός τέτοια κατάντια να ’χει
που να κοπεί απ’ της κλεψιάς το δρέπανο σαν στάχυ.



  ΤΟ ΝΈΟ ΠΟΥ ΈΡΧΕΤΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Σαν κύμα που έχει ανάκουστο κινήσει
κι έρχεται όλα τα παλιά να σβήσει-
σαν αύρα που όσο πάει δυναμώνει
και φτάνει σίφουνας κι όλα νεκρώνει-

κι ως φόνος που ακόμα δεν τον ξέρει
ούτε το φονικό του το μαχαίρι,
έτσι και κάτι έχει κινήσει Νέο
να τρέχει προς τα ’δω Μέγα κι Ωραίο.

Κι όλοι ενώ στη χώρα ησυχάζουν
κι άσκοπα ευχές και μόδας ρούχα αλλάζουν
Εκείνο φτάνει ανεμελιά γεμάτο.
Κι αφρός Αυτό κι όλα συντρίμμια κάτω.




ΔΙΛΉΜΜΑΤΑ 

Θεέ μου! Παναγίτσα μου! Τόσο πολύ αξίζω 
που όλοι οι πολιτικοί βαλθήκαν να με σώσουν
κι απ’ το αισχρό Μνημόνιο ζητούν να με γλιτώσουν;
Κι αν ναι, γιατί εγώ θλίβομαι και δεν πανηγυρίζω;
Αυτά λέω και χαίρομαι,
ότι αξίζω επαίρομαι
και ευτυχής πετώ 
στον  έβδομο ουρανό.

…Μα πάλι, λέω, δεν ειν’ αυτοί 
που έτσι με καταντήσανε:
μ’ ενός Μνημόνιου να γυρνώ 
στην πλάτη μου το βάρος

και να μην έχω ούτε καν 
διαμαρτυρίας το θάρρος;
Τι; Τώρα αυτοί ανάνηψαν 
και ήθος αποκτήσανε;

Και με αυτό ζαλίζομαι
και πιο βαθιά βυθίζομαι
στο τέλμα που με άδειασαν
αφού με ξεπαράδιασαν.



ΑΡΧΗ ΣΑΜΑΡΑ

Αφότου άρχει ο Σαμαράς 
ο Μνημονιομανής,
τέρμα: από δώ και ύστερα
χορτάτος πια κανείς!

Με άλλα λόγια νηστικοί
εις το εξής θα μένουμε
και θα μας επιτρέπεται
μονάχα ν’ ανασαίνουμε.

Γλιτώνουμε έτσι οριστικά  
από της μάσας τη σκλαβιά
κι απ’ όσα το φαϊ της 
κουβάλαγε μαζί της.

Και πια θα καταργήσουμε 
την τουαλέτα ευθύς-
βάσανο από τα μέγιστα 
που υφίσταται καθείς.

Δίαιτες δε θα χρειάζονται 
για να ’μαστε λεπτοί
και μάλιστα η διαφορά 
αμέσως θα ’ναι απτή. 

Χοντροί δε θα υπάρχουνε 
και οι αρρώστιες πάνε
που του μεγάλου πάχους μας 
απότοκες μετράνε.

Και τότε θα βαφτίζεται
το μανεκέν «Τουίγκι»,
όχι αν είναι αδύνατο
μα αν έχει λίγο ξύγκι.

Κλείνουν τα φαστφουντάδικα, 
κλείνουν τα εστιατόρια,
και πάρτυ καθημερινό 
θα στήνουν τα κοκόρια.

Θα πεταχτούνε στ’ άχρηστα
οι χύτρες, τα τηγάνια
και δε θα φκιάνουν κακαβιά 
τα πλοία στα λιμάνια.

Παύουν οι στομαχόπονοι,
οι αυπνίες τα βράδια,
και παύουν να γεμίζουνε 
τα γένια μας με λάδια.

Τόσα καλά οι εκλογές
οι τελευταίες μας φέρανε 
που πόσο μας βοήθησαν 
ούτε κι αυτές δεν ξέρουνε.

Κι όταν ο Χάρος θα χυθεί 
να πάρει τη ζωή μας
για να τη βρει δε θα ’χει πια 
να ψάξει στο κορμί μας,

αφού είτε είμαστε σοφοί,
είτε χαζοί είτε φρόκαλα
θα έχουν μείνει από μας
μόνο πετσί και κόκαλα

Κι η αφού η ζωή μας προ πολλού 
θα ’ναι ξεπνοϊσμένη: 
θα ’μαστε λόγω ζωντανοί,
έργω όμως πεθαμένοι… 



ΤΣΆΒΕΣ 5-3-13
          
Η οικουμένη φτώχυνε.
Σκοτίδιασε η γη.
Της ανθρωπιάς του ανθρώπου
εστέρεψε η πηγή.

Στα μάκρη των Συμπάντων
τρεμόσβησε εν’ αστέρι.
Θρηνητικό απόψε
και ξέπνοο τ’ αγέρι.




ΚΩΣΤΆΚΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ

Καλά φυλάγεται 
μες στη Ραφήνα.
Να κάθεται άστονε 
στα μέρη εκείνα

κεφάλαιο να ‘χουμε 
κάπου βαλμένο
μη και μας χρειαστεί
το ξορκισμένο.

Κι αν μας χρειαστεί ξανά
πάλι τον φέρνουμε
κι από το βάρος του 
όλοι ας γέρνουμε.

Κι οκταετία μια 
θα φέρει νέα
με όλα της παλιάς 
τα τόσα ωραία:

Τους Γκοτζαμάνηδες,
το παρακράτος,
κλέψιμο πάλι ως
να του ’βγει ο πάτος,

Δεξιών Παράδεισο,
Κου Κου Ε κυνήγι
κι η νεολαία μας 
που φύγει φύγει.

Κι όταν θα φάει
και την τυλώσει,
με τη βλακεία μας 
εμείς την τόση

Εθνάρχη σίγουρα
ευθύς τον χρίζουμε
Και φίνο άγαλμα 
τρανό του χτίζουμε-

δίπλα στο θείο του 
να ’ναι κι αυτός, 
να τους θαυμάζουμε 
οικογενειακώς.




                         ΊΔΙΟΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΌΤΕΡΟΙ
«Μας βάζουν στο ίδιο τσουβάλι όλους-λένε πως όλοι κλέβουμε. Όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι.»
(οι πολιτικοί στις εφημερίδες και στις τηλεοράσεις)


«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι».  Είσαστε όμως κύριοι.
και μάλιστα χειρότερος ο ένας απ’ τον άλλον.
Και κλέφτες και παλιάνθρωποι και κτήνη κι αλιτήριοι,
αλλά προπάντων ψεύταροι εκ των πολύ μεγάλων.

Μπορεί από το φόβο τους κάποιοι να μη σουφρώνουν.
Σημαίνει αυτό όμως πως κλεψιά δεν κάνανε καμία;
Τότε πού βρήκαν τα λεφτά-και κείνα που δηλώνουν
αλλά και κείνα σε κρυφά όπου φυλάν ταμεία;

Πού-που αυτός που εργάζεται οχτάωρο για χρόνια
δεν έχει ούτε δεύτερο σακάκι να φορέσει;
Πού-που λεφτά για διακοπές σε ήλιους ή σε χιόνια
ποτέ ο τίμιος δουλευτής δεν είχε να διαθέσει;

Όποιος δεν κλέφτει, ή άλληνε ωφέλεια αν δεν έχει
από κεινούς που κλέβουνε, τότε στο λαό μπρος πάει
και ξεμπροστιάζει τους μιαρούς. Κι αυτό αν δεν τ’ αντέχει
την κλίκα κάνε των κλεφτών αμέσως παρατάει.

Μα κτήνη ειν’ όλοι οι βουλευτές κι ολόπαχα γουρούνια.
Και πίνουν το αίμα του λαού και στον ιδρώ του πλένε.
Και είναι μέσα στη βρωμιά χωμένοι ως τα μπούνια.
Κι είν’ οι χειρότεροι απ’ αυτούς οι, που δεν κλέβουν, λένε.


            ΕIMAI EΛΕYΘΕΡΟΣ

        (Ο έλληνας μιλάει 
             για την ελευθερία του)


Μες στην Ελλάδα, την ωραία μου πατρίδα,
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω.
Καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.

Είμαι ελεύθερος να ψάχνω για εργασία
και να μη βρίσκω-και για δούλος να πουλιέμαι.
Είμαι ελεύθερος να ζω στην υγρασία 
και για το άθλιο δωμάτιό μου να παινιέμαι.

Είμαι ελεύθερος να ζω δυστυχισμένος
ενώ τα πράσινα τα κτήνη θησαυρίζουν.
Είμαι ελεύθερος να υφίσταμαι το μένος
των μπλε υαινών όπου το βιος μου ξεκληρίζουν.

Είμαι ελεύθερος να ζω μέσα στη χώρα
που τη ρημάζουν της Βουλής οι συμμορίες
και είμ’ ελεύθερος ν' ακούω όλη την ώρα
όσες μεγάλες οι υπουργοί τους λεν βλακείες.

Είμαι ελεύθερος τις ζεύγλες να υπομένω 
που μου πληγώνουνε το δέρμα του τραχήλου-
είμαι ελεύθερος σας λέω-κι επιμένω-
με τ' αποφάγια να χορταίνω εγώ του σκύλου.

Είμαι ελεύθερος ρακένδυτος και πένης
μες στης αθλιότητας το βούρκο να κυλιέμαι
και να οργώνω τον αγρό φυτείας ξένης-
και είμ' ελεύθερος μ’ αυτό να ευχαριστιέμαι.

Και μη μου πείτε πως δεν είν' ελευθερία
μες σε συντρίμματα απ’ οράματα κι ελπίδες
μόνος εγώ χωρίς βοήθεια ούτε μία 
τις πιο μεγάλες να διαλέγω παρωπίδες.

Είμαι ελεύθερος μισθό έναν να παίρνω
που δε μ’ αφήνει περιθώριο για να ζήσω
κι από το βάρος των βασάνων μου να γέρνω
κι αντίς μπροστά, να προχωράω πάντα πίσω.

Νέο τύπο "ανθρώπου" ειμ' ελεύθερος να χτίζω
και με αυτόνε τους ανθρώπους να τρομάζω-
τον Χόμο Σάπιενς εγώ να τον γκρεμίζω
και τον "Μνημόνιαν" στη θέση του να βάζω.

Και είμ’ ελεύθερος αν κάποιος χέρι απλώσει
τα κρύα κάγκελα να σπάσει του κλουβιού μου
να τόνε κάνω ακριβά να το πληρώσει
και επιείκεια να ζητάει τ’ αφεντικού μου.

Να διαδηλώνω είμ' ελεύθερος ησύχως
χέρι αρκεί σ' όσα μου κλέψαν μην απλώσω.
Και να πεθαίνω είμαι ελεύθερος μα δίχως
μαχαίρι πάνω στους φονιάδες μου να υψώσω.

Είμαι ελεύθερος να δένω μοναχός μου
και πιο σφιχτά κάθε ημέρα τα δεσμά μου
και είμαι ελεύθερος στο πείσμα όλου του κόσμου
ελευθερία να ονομάζω τη σκλαβιά μου.

Μες στην ελεύθερη-μεγάλη μου πατρίδα
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω'
καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.







ΣΥΓΚΥΒΈΡΝΗΣΗ ΣΑΜΑΡΆ-
    ΒΕΝΙΖΈΛΟΥ-ΚΟΥΒΈΛΗ

Συγκυβέρνηση! Καλό!
Τρία σ’ ένα! Λογικό,
ο σκοπός αφού κοινός:
να λεηλατηθεί ο λαός.

Συγκυβέρνηση: οι πολίτες 
την κυβέρνηση όταν βρίζουν
υπουργό να μη διαλέγουν- 
να μη κόμμα ξεχωρίζουν. 

Συγκυβέρνηση: τη χώρα
να τη βλάφτουν τρεις μαζί
και οι τρεις ψιλό τη φτώχεια 
να δουλεύουνε γαζί.

Να μη ρίχνουν μεταξύ τους 
ένας τ’ άλλου φταίξιμο
και κοινό να είναι κι ίδιο
το λαμογιοκλέψιμο.

Και σε τσέπη ίδια να μπαίνουν
πλέον όλα τα κλεμμένα
και σωστά να τα μοιράζουν
τσακωμό δίχως κανένα.

Να ’ταν κι ο Καρατζαφέρης 
τότε θα ’τανε τετράδα
οι ρομποτοειδείς φασίστες
που ρημάζουν την Ελλάδα.





ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ

Οι κυρίες των υπουργών! 
Τι καλές γυναίκες που ’ναι!
Και στα τόσα του σπιτιού 
πόσο τα έξοδα βοηθούνε!

Βάζουν μια υπογραφή 
και μία βίλλα-ιδού! κερδίζουν
Βάζουνε και άλλη μια 
και-οι καλές μας!- θησαυρίζουν!

Και, οι καημένες, προσπαθούν
τις δουλειές γοργά να σπρώξουν
μη τον σύζυγο-υπουργό
απ’ το υπουργείο διώξουν

κι αρκεστούν τα όσα ως πριν,
έχουν φάει, να μασάνε,
μιας και –αλίμονο!- υπουργού 
πια γυναίκες δεν μετράνε…

Και μην πάει το μυαλό
κανενός που με διαβάζει
πως μονάχα υπουργού 
σύζυγος, χρυσάφι βγάζει-

όχι-το ίδιο θα γινόταν 
και αν μόνο κόρη του ήταν:
πάλι ούτε μια θα είχε 
στις που κάνει μπίζνες ήτταν.

Και κουνιάδα κι αδερφή
και γνωστή και φιλενάδα
τέτοια θα ’χε κέρδη αυτή 
στην ταλαίπωρη Ελλάδα.

Κι όλες τους γι αυτό κοιτούν
πώς συγγένεια ν’ αποκτήσουν
οι γυναίκες, με υπουργό,
έτσι ώστε να πλουτίσουν.





ΑΓΡΟΤΕΣ-ΟΙ ΝΕΟΙ ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ

Ποιος είπε πως δεν είμαστε απογόνοι
εκείνων των αρχαίων μας προγόνων-
ή ότι τάχα αυτοί δεν είν’ οι προγόνοι
των τόσο που τους μοιάζουν απογόνων;

Κι ιδού η απόδειξη μπροστά μας ζώσα:
Οι αγρότες μας, η δόξα κι η τιμή μας,
που όλοι οφείλουμε σε κείνους τόσα-
που με το αίμα τους καρπίζει η γη μας-

οι αγρότες μας λοιπόν οι τιμημένοι
Σπαρτιατική λιτότητα εδείξαν
κι όταν τους δώσαν ψίχουλα-οι καημένοι...-
τους δρόμους που ‘κλειναν ευθύς ανοίξαν!

Και παν τα μπλόκα…πάνε οι φωνές τους…
Και δείξαν ότι όσα τσαμπουνούσαν
δεν τα πιστέψαν ούτε αυτοί ποτέ τους .
Κι ήταν νεκροί όταν λέγαμε πως ζούσαν.




      Ο ΜΠΑΝΤΑΒΌΣ
    
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας μπανταβός
που επήγαινε δυο πίσω 
κι ένα βήμα τράβαε μπρος.

Που  τη σούπα του έτρωγε 
με πιρούνι αντίς κουτάλι
κι όταν τον χτυπούσαν μια
έλεγε «δώστε μου κι άλλη».

Που όταν μοίραζαν χρυσό
κείνος χώμα εζητούσε
κι αντίς γλέντια και χαρές
λύπες όλο προτιμούσε.

Και στο γάϊδαρο επάνω
καβαλούσε προς τα πίσω
τη γαϊδαροουρά περνώντας 
για κεφάλι γαϊδουρίσο.

Τον εχθρό έλεγε φίλο
και τη γάτα ποντικό
και καλό ό,τι οι άλλοι λέγαν
κείνος το ’λεγε κακό.

Του ελέγαν: «στάσου όρθιος»
και αυτός ξάπλωνε κάτω.
«Τράβα στον αφρό» τού λέγαν,
κείνος πήγαινε στον πάτο.


Κι έτσι επέρναγαν τα χρόνια
και οι μήνες και οι μέρες
να τον λέει τον τοίχο τζάμι
και χλωρές πλαγιές τις ξέρες.

Κι όλοι τονε κοροϊδεύαν
και μαζί του πλάκα εσπάζαν
και «ανάποδο» τον λέγαν
και «Μπροσπίσω» τον φωνάζαν.

Κι ήρθε σύγνεφο μια μέρα
κι ήρθε μια τρανή φοβέρα 
κι ήρθαν του εχθρού φουσάτα
οργισμένα και φορτσάτα.

Και τους ντόπιους ενικήσαν
και γινήκαν αρχηγοί τους
και για δούλους τους τούς είχαν
και γελούσανε μαζί τους.

Κι αρχηγός τους ήταν κάποιος
που σκεφτόνταν με τα πόδια,
τα φτερά που ’τρωε της χήνας
και τις φλύδες απ’ τα ρόδια.

Απ’ τ’ αυγό έτρωγε το τσόφλι,
έλεγε τη νύχτα δείλι,
κι έτρωγε αντίς τη ρόγα
το τσαμπί απ’ το σταφύλι.

Κι έψαξε στη χώρα όλη
κι έβγαλε βουλή φερμάνι
ποιος ανάποδα εφερνόνταν 
σύμβουλό του να τον κάνει.

Κι οι στρατιώτες του τον βρήκαν
και του φέραν τον Μπροσπίσω
και του είπαν: «τούτος μόνο
το στραβό το ’λεγε ίσο».

Και τον είχε σύμβουλό του 
και τον έκανε αρχηγό του
και την κόρη του τού δίνει-
διάδοχό του τον αφήνει.

Κι όσοι πριν τον κοροϊδεύαν
«Βασιλιά», τώρα του λέγαν,
«θα πεθάνουμε-πεινάμε!
δος μας άχυρα να φάμε!»

(Γιατί ένιωσαν εν τέλει
ότι ξύδι είναι το μέλι, 
η κοιλιά πως είναι η ράχη
κι η ειρήνη ότ’ είναι μάχη).

Και του είπαν: «σχώρεσέ μας
για όσα σου ’χουμε ειπωμένα».
Και «δε σας σχωρνάω» τους είπε
«γιατι εταίριαζαν σε μένα».





         ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΉ ΝΟΥ ΔΟΥ
(Άδωνις και Βορίδης στη Ν.Δ.)

Γιατρούς γεμάτη είναι και δικηγόρους
η δόλια η Βουλή. Καθόλου απόρους
δε δέχεται να έχει βουλευτές...
Μα όχι φίλοι μου. Αυτά ως τα χτες.

Η λαϊκή μας Νέα Δημοκρατία
κι εδώ μας έδειξε πρωτοπορία:
μετράει στις τάξεις της-σπώντας το νόμο-
και βιβλιοπώλη, μα και υλοτόμο…



 ΘΕΛΩ ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ…

Θέλω ένας αξωγήινος
Να έρχονταν στη γη 
Κρατώντας μία πύρινη
Ρομφαία φονική,

Που με αυτήν αυτοστιγμεί
Θα έκαιγε όποιον γήινο
Θα ’φτιαχνε όπλο φονικό-
Έστω κι αν ήταν ξύλινο.

Χίτλερ δεν θα υπήρχανε 
Τότε στη γης το πάτωμα,
Καυγάδες δεν θα γίνονταν 
Καν ούτε για το πάπλωμα,

Κι ειρηνικά θα ζούσανε 
Όλοι στη γη επάνω
Χωρίς κανένας φονικό
Να καταστρώνει πλάνο,

Αφού –αυτό λέει ο νους
Που ’ναι κοντά στη γνώση-
Κανείς δεν θα ’βανε στο νου
Κάποιονε να σκοτώσει,

Μιας και ο εξωγήινος 
Δεν θα του την εχάριζε
Και πρώτα αυτόν αρώτητα 
Κι αμέσως θα «καθάριζε». 

Τότε η γη Παράδεισος 
Θα ‘τανε δίχως όφι
Κι οι ανθρώποι για τον άλλονε 
Φίλος καθείς-συντρόφι!

Ο Χίτλερ μπορεί να ’τανε 
τότε  ιεροκήρυκας 
κι ο Ναπολέων ο τρομερός 
μονάχα κάποιος μείρακας.

Και λέξεις όπως «φονικό»,
«Μάχη» «δολοφονία»,
Και όμοιες τους, στα λεξικά 
Δεν θα ’βρισκες καμία! 

Αυτά δω χάμου στέκοντας 
Και του Ιράν θωρώντας
Την τύχη του την άτυχη,
Λέω  μονολογώντας, 

Πως ούτε αυτό θα πάθαινε 
Όσα τραβάει τώρα, 
Ούτε  οι USA εχθρική 
Θα ’ταν για κείνο χώρα.

Και όντας ο Χαμενεϊ
Κι ο Τραμπ αγκαλιασμένοι,
Ούτε αυτή μου θα ’τανε 
Η μαλακία γραμμένη.

 ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΕ ΣΩΣΤΑ
ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΝΤΙΑΛ

Πρώτα να ξέρετε πως δίχως άλλο
το σκορ θα είναι ή μικρό ή μεγάλο.
Δεύτερο-κι ο καθείς ας το εννοήσει-
ένας θα χάσει, κι άλλος θα κερδίσει.

Τρίτο: αν γκολ θα μπει στο δεκαπέντε
το ίδιο δε θα μπει και στο εικοσπέντε!
Κι ο διαιτητής, αν πέναλτι σφυρίξει
θα είναι πέναλτι και όχι λήξη.

Κι απ' τα πιο σίγουρα είναι στην πλάση,
πως πέναλτι ο γκολκήπερ για να πιάσει
δε θα σταθεί ακίνητος στη μέση
μα ή δεξά η αριστερά θα πέσει.

Κάτι που δεν το ξέρουν ούτε οι παίκτες
ούτε κι οι απανταχού του κόσμου ρέκτες,
και τούτο εμπεδώστε μέσα στ’ άλλα:
του αγώνα στρογγυλή θα είναι η μπάλα!

Κι όταν ο αγώνας αίσια θα τελειώσει-
την απορία σας νιώθω την τόση
και λιγοστεύω του άγχους σας τα βάρη-
το Κύπελλο, η νικήτρια θα το πάρει.

Κι όποια ομάδα στο παιχνίδι χάσει
αυτή στα χέρια Κούπα δε θα πιάσει.
Κι αν δεν ειν’ έτσι όπως σας τα λέω
τότε όλα τα λεφτά μου εγώ τα καίω.

Και να ’στε σίγουροι πέρα ως πέρα
το μεσημέρι όσο πως είναι μέρα,
πως πέναλτι κανείς για να χτυπήσει
τη μπάλα στα έντεκα θα τήνε στήσει.

Κι η  μπάλα αν θα χτυπήσει σε δοκάρι
θα ’χει χτυπήσει τότε σε δοκάρι
κι αν έξω βγει, θα ειν’ έξω βγαλμένη.
Και γκολ που μπει, πάλι δεν ξαναμπαίνει.

Και τέλος αν παιχτούν καθυστερήσεις
θα έχουνε παιχτεί καθυστερήσεις.
Κι αν αποβάλει ο διαιτητής κανέναν
θα παίζει η ομάδα του με μείον έναν.

Φαντάζομαι βοήθησα μεγάλως
της αγωνίας σας να πάψει ο σάλος
και πια να βλέπετε τα ματς ανέτως
μικρά είτε μεγάλα ανεξαιρέτως.

Κρατήστε το γραφτό αυτό δικό σας
να ’ναι για κάθε αγώνα οδηγός σας
γιατί αν εγώ από κοντά σας φύγω
θα τα ξεχνούσατε όλα λίγο λίγο.

Κι όταν το διάβασμα πλέον τελειώστε-
και γνώστες πια γεροί της μπάλας νοιώστε,
ευχαριστείστε απ' της ψυχής τα βάθη
εμένα που σας έχω τόσα μάθει.
                      -----