Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

 ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ  

Χρόνος: Εκατομμύρια χρόνια πριν.
Τόπος: Κάπου στον Γαλαξία μας.

Πρόσωπα:
ΖΩΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
ΧΑΡΩΝΑΣ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ (ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ
ΑΝΑΓΚΗ (ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ)


Ένα γραφείο. Όπως βλέπουν οι θεατές, δεξιά ένα έπιπλο-γραφείο, ογκώδες, με σκαλιστή καρέκλα. Όποιος κάθεται σ’ αυτήν έχει αριστερά του τους θεατές. Αριστερά
και στο βάθος ένα μικρότερο γραφείο με
καρέκλα. Δίπλα στο γραφείο η πόρτα. Κάποιο παράθυρο. Ακόμα στο δωμάτιο τραπεζάκι με δύο καρέκλες, βιβλιοθήκη. Στους τοίχους φωτογραφίες ζώων και φυτών και ανατομικοί πίνακες. Πάνω στο μεγάλο
γραφείο υδρόγειος σφαίρα με διαφοροποιημένα όρια ξηράς και θάλασσας. Το μεγάλο γραφείο
είναι της Ζωής. Το μικρό του Χάρωνα. Όταν
ανοίγει η αυλαία στη σκηνή βρίσκεται η
Ζωή. Νέα, αδύνατη, συμπαθητική. Φοράει
ζωηρόχρωμα ρούχα. Περπατάει νευρικά.
Πηγαίνει στο παράθυρο. Σηκώνει την
κουρτίνα. Βλέπει έξω. Περπατάει. Κοιτάζει το
ρολόϊ της. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η
Γραμματέας κρατώντας χαρτιά στα χέρια της.


ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(με σεβασμό)
Τα εισερχόμενα.

ΖΩΗ
(πλησιάζει στο γραφείο της)
Τι έχουμε σήμερα;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνει το πρώτο χαρτί επάνω στο γραφείο)
Απειλητική αύξηση των μυρμηγκιών.
(περιμένει σχόλιο για να προχωρήσει στο επόμενο
χαρτί)

ΖΩΗ
Προχώρα.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνοντας ένα ένα τα χαρτιά)
Αίτηση από το Τμήμα Θαλάσσης για την ενίσχυση των μέσων άμυνας των χταποδιών... η Μηνιαία Στατιστική του Πεδινού Τμήματος... πρόταση της Γραμματείας Φυτών για τη σμίκρυνση των πεύκων... η μελέτη του Γραφείου Ερήμων για την επίδραση της πτώσεως της θερμοκρασίας στην ομοιόσταση των αρθροπόδων... δύο αιτήσεις αδείας.

ΖΩΗ
Καλά. Άφησέ τα. Θα τα δω αργότερα. Φάνηκε ο Παρατηρητής;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι ακόμα.

ΖΩΗ
Όταν έρθει να τον δω αμέσως.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
(πηγαίνει προς την πόρτα)

ΖΩΗ
Έτοιμη για την επιθεώρηση;

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όλα εντάξει.
(βγαίνει)

ΖΩΗ
(Κοιτάζει το ρολόϊ της. Βηματίζει. Πηγαίνει στο
παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Την ίδια στιγμή χτύποι στην πόρτα. Αφήνει την κουρτίνα να πέσει.)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Παρατηρητής)

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κουρασμένος)
Ουφ!..

ΖΩΗ
Λέγε!

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(πειραγμένος από το απότομο της Ζωής)
Να κάτσω πρώτα;

ΖΩΗ
Κάτσε αλλά λέγε.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κάθεται).
Οι πληροφορίες είναι όλες σωστές. Στο Τμήμα Σχεδιασμών είναι κοινό μυστικό. Κανείς δε μιλάει γι αυτό, όμως όλοι το ξέρουν. Ο μηχανικός έχει σχεδιάσει κάτι και πιστεύει πως τα σχέδιά του θα πετύχουν.

ΖΩΗ
Τι ακριβώς σχεδιάζει; Έμαθες; Τι ακριβώς επιδιώκει;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Μίλησα με δυο τρεις φίλους από το Τμήμα του. Αλλά ξέρεις, αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Δεν πας και ρωτάς: "κρύβει κα ’να μυστικό το αφεντικό σου;"  Πας, κάθεσαι, μιλάς για τον καιρό, για την οικονομική κατάσταση, για τα προσωπικά σου, κάνεις τον άλλο να σιγουρευτεί ότι πήγες εκεί μόνο και μόνο για να τον δεις ή επειδή ήθελες να συζητήσεις απλά μαζί του. Και όταν αυτό γίνει αρχίζεις με τρόπο να μπαίνεις στο θέμα που σε ενδιαφέρει. Ρωτάς τάχα αδιάφορα για κάτι που έγινε…

ΖΩΗ
(Τον διακόπτει)
Δε θέλω να μάθω πώς δουλεύεις. Θέλω να μου πεις τι έμαθες.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πρώτα επιβεβαίωσα όλες τις πληροφορίες που είχες μέχρι
τώρα. Έμαθα ότι κάτι μεγάλο σκαρώνεται, ότι αυτό το κάτι είναι έτοιμο στα χαρτιά, ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σε πράξη και ότι αφορά αποκλειστικά στους πιθήκους. Μέσα σε μιαν ώρα πολλά είναι κι αυτά που έμαθα. Αν μου δώσεις χρόνο θα σου φέρω ως και τα σχέδια που έχει στο συρτάρι του.

ΖΩΗ
(Με αδημονία)
Χρόνο… Χρόνο…
(καταβάλλει προσπάθεια να ηρεμήσει)
Έχεις δίκιο. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά. Όμως το πράγμα επείγει. Μην ξεχνάς πως σήμερα έχουμε επιθεώρηση. Πρέπει το θέμα να ξεκαθαρίσει σήμερα. Είναι ευκαιρία. Με την αλληλογραφία η διευθέτησή του θα καθυστερήσει με φοβερές συνέπειες. Έστειλες κάτω για αποδείξεις;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Έστειλα τον ικανότερο βοηθό μου. Είναι εκεί από πρωί
πρωί. Όπου να ’ναι έρχεται. Θα σε ενημερώσω αμέσως όταν φτάσει.
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Χάρωνας)

ZΩΗ
(στον Παρατηρητή)
Να έρθει ο ίδιος σε μένα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Ναι.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(απρόθυμα)
Καλημέρα.
(σηκώνεται)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Με ύφος ειρωνικό)
Μήπως διακόπτω καμία ενδιαφέρουσα συζήτηση;

ΖΩΗ
Τελειώσαμε Χάρωνα. Ο Παρατηρητής έφευγε.
(στον Παρατηρητή)
Να ’ρθει αμέσως ο ίδιος εδώ-ναι;

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Εντάξει.
(απαξιωτικό βλέμμα στο Χάρωνα. Στη Ζωή)
Αντίο
(βγαίνει)

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Κάθεται)
Απορώ πώς αντέχεις αυτόν τον σπιούνο.

ΖΩΗ
(Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της)
Αν "αυτόν το σπιούνο" τον είχα χρησιμοποιήσει νωρίτερα, θα είχα μάθει πρωτύτερα τι συμβαίνει και δε θα είχα βρεθεί προ απροόπτου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ποιο είναι το απρόοπτο; Συμβαίνει τίποτα;

ΖΩΗ
Δεν είναι κάτι που αφορά εσένα άμεσα. Ίσως και να μη σε αφορά ούτε έμμεσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Ξέρω, είμαι μικρός και δεν έχω δικαίωμα να μάθω… Όμως είμαι υφιστάμενός σου μόνο γιατί ακόμα δεν δημιουργήθηκε η Διεύθυνση Αποσύρσεως. Το ξέρεις πως έχω κάνει αίτηση με πλήρη δικαιολόγηση του αιτήματος και ότι είναι ζήτημα χρόνου η δημιουργία της νέας Διεύθυνσης. Τότε θα ’χω δικό μου γραφείο όπως εσύ και σε βεβαιώνω (ρίχνει μια ματιά γύρω του) πως θα είναι καλλίτερο από αυτό.

ΖΩΗ
Δε θ' ασχοληθούν καθόλου με το αίτημά σου. Ως εκεί έχουν μυαλό. Όλοι ξέρουν πως η δουλειά σου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες ικανότητες κι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερο γραφείο. Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Μιμείται τη φωνή της)
"Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες"... Πόσες φορές το ’χω ακούσει αυτό... Έτσι νομίζετε όλοι, πως είναι απλή δουλειά. Ξέρεις τι συντονισμός οχημάτων χρειάζεται για να μεταφερθούν τόσα πτώματα κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Ξέρεις τι προεργασία απαιτείται για να μη γίνει λάθος και μπερδευτούν νεκροί με ζωντανούς; Και για πήγαινε συ να κουβαλήσεις έναν ελέφαντα! Η φόρτωση παίρνει περισσότερο χρόνο από τη μεταφορά. Τις περισσότερες φορές πρέπει να τον διαλύσω για να τον μεταφέρω. Εσύ που βλέπεις πόσο κοπιάζω για να γίνουν αυτά στην εντέλεια, δεν έπρεπε να πεις αυτά που είπες.

ΖΩΗ
(ειρωνικά)
Ναι, πολύ κοπιάζεις.
(αποφασιστικά)
Ότι και να λες, η Διεύθυνσή σου και αν ποτέ γίνει, θα έχει
είκοσι φορές λιγότερη δουλειά από τη δική μου.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μπράβο υπολογισμός! Πώς το μέτρησες; Εκείνο που θα ’πρεπε να πεις είναι ότι άλλη η δουλειά η δική σου και άλλη η δική μου. Τότε θα μιλούσες σωστά. Δεν μπορούν να συγκριθούν δυο ανόμοια πράγματα.

ΖΩΗ
Νομίζω ότι μπορούν στην περίπτωσή μας: εγώ δημιουργώ κι εσύ είσαι ένας μεταφορέας.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Με συγχωρείς. Αλλά εγώ κουβαλάω πίσω στο εργοστάσιο
όσα δημιουργήματά σου καταστρέφονται κι εγώ δεν ξέρω από ποιαν αιτία. Σίγουρο είναι ότι δεν καταστρέφονται όλα από την πολυκαιρία, αλλά και σε πολύ μικρότερο χρόνο και από διάφορες αιτίες. Και αυτή η πρόωρη καταστροφή έχει βέβαια να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στη Διεύθυνσή σου…

ΖΩΗ
(Εκνευρισμένη αλλά και με διάθεση να δώσει τέλος στη
συζήτηση)
Δεν είσαι εσύ ικανός ούτε και αρμόδιος να κρίνεις τη
Διεύθυνσή μου. Αλλά, Χάρωνα, ας μη συνεχίσουμε τον καυγά. Με περιμένει μια δύσκολη μέρα. Και ας μην ξεχνάμε την επιθεώρηση. Συγνώμη αν σου μίλησα άσχημα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Α! Ναι! Η επιθεώρηση! Μα εμένα όλη σχεδόν η δουλειά γίνεται έξω από το εργοστάσιο.
(Ταχτοποιεί τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο του)
Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα. Εσύ έχεις ετοιμαστεί;

ΖΩΗ
Και ναι και όχι. Έχω ετοιμαστεί σε ό,τι θα μπορούσα να
ετοιμαστώ. Αλλά αυτή η επιθεώρηση δε μ' ενδιαφέρει όπως οι άλλες. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Τι εννοείς;

ΖΩΗ
Χάρωνα έχω μπλεξίματα. Ο Λογοθέτης κάνει του κεφαλιού του.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Εμένα μου το λες; Δεν το ξέρω; Προχτές έστειλε δικούς του και μάζεψαν όλες τις αντιλόπες πριν πάμε εμείς. Ο επικεφαλής του συνεργείου μου μού είπε πως δεν υπάρχουν αντιλόπες. Ενώ ξέραμε πως ήταν εκατόν τριανταπέντε. Όλη τη μέρα σκεφτόμασταν τι μπορεί να ’γινε. Και την επομένη τυχαία ανακάλυψα ότι τις είχε μαζέψει ο Λογοθέτης, γιατί τις χρειαζόταν, λέει, για τα πειράματά του. Καλά, του λέω, γιατί δε μου το ’λεγες ότι θα τις μαζέψεις;
Νομίζεις ότι μου απάντησε; Γελούσε σαν χαζός.
(Χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(Μπαίνουν ο Βοηθός Παρατηρητή και ο Παρατηρητής)

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Καλημέρα.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Στο βοηθό του)
Πες στην κυρία προϊσταμένη τι είδες.

ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Είδα κάτι που ούτε έχω ακούσει ούτε έχω ξαναδεί. Είδα
πράματα που με τρόμαξαν. Είδα πιθήκους να περπατάνε σχεδόν όρθιοι. Άλλους να ’ναι μαζεμένοι γύρω από φωτιά και να ζεσταίνονται. Όταν πλησίασα μου πέταξαν πέτρες. Τις κρατούσαν μέσα στα χέρια τους όπως εμείς... Να, έτσι!.
(Δείχνει τη γροθιά του)

ΖΩΗ
(Κάνει μια κίνηση απογνώσεως. Αμέσως μετά με συγκρατημένα ήρεμο ύφος)
Εντάξει. Αρκετά. Πες στη γραμματέα μου πού θα βρίσκεσαι γιατί ίσως σε χρειαστώ αργότερα.
(Στον Παρατηρητή)
Ευχαριστώ. Μπορείτε να πηγαίνετε.
(Βγαίνουν ο Παρατηρητής και ο βοηθός του. Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στη συσκευή τηλεφώνου που βρίσκεται πάνω στο γραφείο της)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Να έρθει αμέσως ο Λογοθέτης. Είναι επείγον.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(απέξω)
Μάλιστα!

ΧΑΡΩΝΑΣ
Μα τι συμβαίνει;

ΖΩΗ
Συμβαίνει ότι ο Λογοθέτης ενεργεί χωρίς την έγκρισή μου. Προχτές το βράδυ είχα στο σπίτι μου τον Επόπτη Εργασίας. Μου είπε πως κάτι ψιθυρίζεται στο Τμήμα Μηχανικού  Σχεδιασμού για μια καινούργια ιδέα του μηχανικού, που άρχισε κιόλας να την εφαρμόζει στους πιθήκους. Δεν ήξερε κάτι συγκεκριμένο. Αμέσως ειδοποίησα τον Παρατηρητή να μάθει και να με ενημερώσει το συντομότερο. Ταυτόχρονα του είπα να στείλει κάτω κάποιον να δει τι γίνεται. Τα νέα τα άκουσες μόνος σου. Όμως θέλω ν’ ακούσω από τον ίδιο τι προσπαθεί να κάνει και πού έχει φτάσει το πράγμα. Μα προ παντός θέλω να τον σταματήσω. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι φοβερό. Θα ’θελα να μην ήταν έτσι, όμως όσα άκουσα εκεί οδηγούν.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Έχω τα ίδια αισθήματα με σένα για το Λογοθέτη. Μα τώρα δεν βλέπω τι φοβερό μπορεί να συμβαίνει. Μη χαρακτηρίζεις από πριν άσχημο ότι κάνει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι αθώο.

ΖΩΗ
Αν ήταν αθώο δε θα κρατιόταν μυστικό. Ούτε ήταν αθώα όσα ακούστηκαν πριν λίγο εδώ μέσα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
Εγώ απ' ότι άκουσα συμπέρανα πως ο Λογοθέτης προσπαθεί να βελτιώσει τη δουλειά του. Και επειδή εδώ μέσα πρόκειται να δοθεί μάχη όταν αυτός έρθει, εγώ θα φύγω. Ύστερα έχω να ελέγξω τις σημερινές αφίξεις. Αφού έχουμε επιθεώρηση πρέπει να είναι όλα εντάξει. Τι ώρα αλήθεια αρχίζει η επιθεώρηση;

ΖΩΗ
(Παίρνει και συμβουλεύεται ένα χαρτί από το γραφείο της)
Το πρόγραμμα λέει στις δέκα. Όμως πότε ακολουθήθηκε το πρόγραμμα; Γι αυτό ας είμαστε έτοιμοι νωρίτερα.

ΧΑΡΩΝΑΣ

Αν με ζητήσουν θα είμαι στο Τμήμα Παραλαβών.
(Τεντώνεται στην καρέκλα του)
Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά. Θα κρύωσα το βράδυ.
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Χάρωνας σηκώνεται)
Αυτός θα ’ναι. Εγώ φεύγω.

ΖΩΗ
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Λογοθέτης)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Στο Χάρωνα)
Γεια σου Χάρωνα.

ΧΑΡΩΝΑΣ
(Στο Λογοθέτη)
Γεια σου. Εγώ έφευγα. Πέρνα.
(Στη Ζωή)
Γεια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κλείνει την πόρτα. Είναι γελαστός μα και ανήσυχος)
Καλημέρα.

ΖΩΗ
Καλημέρα. Κάτσε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κάθεται)
Η γραμματέας σου μου είπε πως είναι επείγον.

ΖΩΗ
Ναι Λογοθέτη, πρόκειται για κάτι επείγον και σοβαρό. Τι
συμβαίνει με τους πιθήκους;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(σοβαρεύεται)
Ώστε αυτό ήταν... Αυτό ήθελε ο Παρατηρητής πρωί πρωί στο Τμήμα μου...

ΖΩΗ
Λογοθέτη, είμαι η προϊσταμένη της Διεθύνσεως Παραγωγής και είναι μέσα στα καθήκοντά μου να γνωρίζω τι γίνεται μέσα στη Διεύθυνσή μου. Έμαθα λοιπόν πως κάνεις κάτι κρυφά από μένα. Πώς το έμαθα δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει πως εσύ δε με ενημέρωσες σχετικά. Απαιτώ να μάθω από σένα τι ακριβώς συμβαίνει. Ακούω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τα λόγια σου και το ύφος σου δείχνουν πως με αντιμετωπίζεις σαν να έκανα κανένα έγκλημα. Το πράγμα είναι απλό και δεν βλέπω γιατί το αντιμετωπίζεις έτσι. Σαν επιστήμονας που είμαι, προσπαθώ να βελτιώσω τη δουλειά μου. Μελετώ, πειραματίζομαι, παρατηρώ…

ΖΩΗ
Αυτό είναι υποχρέωσή σου. Για να πειραματιστείς όμως στις κούκλες μας πρέπει να έχεις την έγκρισή μου. Εκτός από επιστήμονας είσαι και υπάλληλος. Και έχεις προϊστάμενο που συμβαίνει να είμαι εγώ.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Οτιδήποτε κρίνω ότι χρειάζεται να τεθεί υπόψη σου, θα σου το αναφέρω αμέσως. Και αν χρειαστεί να κάνω κάποια σοβαρή αλλαγή θα ζητήσω οπωσδήποτε την έγκρισή σου.

ΖΩΗ
Μιας κι είσαι λοιπόν εδώ ενημέρωσέ με για ότι σκοπεύεις να κάνεις, αλλά κύρια για ότι έκανες ως τώρα. Και εννοώ ό,τι καινούργιο εφάρμοσες στις κούκλες μας. Γιατί σαν προϊσταμένη της Διευθύνσεως μόνο αυτό με ενδιαφέρει: τι έκανες στις κούκλες μας. Στις κούκλες του εργοστασίου μας.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν ξέρω τι σου είπαν. Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαι από καιρό πειραματικά με την οικογένεια των πιθήκων. Παρατήρησα ότι πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις των εγκεφαλικών κυττάρων μεταξύ τους, είχα αποτελέσματα ικανοποιητικότερα παρά αν τα εφάρμοζα στις άλλες κούκλες. Οι πίθηκοι ανταποκρίνονται γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά στις μεταβολές αυτές. Η πρόσληψη των παραστάσεων δεν είναι προσωρινή, αλλά κατά κάποιον τρόπο εντυπώνεται και παραμένει μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις επανέρχεται σαν ένα είδος ανάμνησης όταν οι εξωτερικές συνθήκες και τα ερεθίσματα που δέχεται ο πίθηκος είναι παρόμοια με εκείνα που του δημιούργησαν την πρώτη εντύπωση. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και προσπαθώ να το αξιοποιήσω όσο γίνεται.

ΖΩΗ
Συνέχισε.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αυτό είναι όλο το θέμα. Πήρα την πρωτοβουλία και στις δύο τελευταίες αποστολές πιθήκων εφάρμοσα αυτές τις αλλαγές.

ΖΩΗ
Αυτό είναι το όλο θέμα λοιπόν! Και το θεωρείς μικρό!
Πίθηκοι ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται. Πίθηκοι χρησιμοποιούν πέτρες για όπλο. Πίθηκοι περπατούν όρθιοι. Βλέπεις ότι ξέρω.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δε θα σου ’κρυβα τίποτα. Πράγματι συμβαίνουν όλα αυτά, όχι σε μεγάλη κλίμακα όμως ακόμα. Όσον αφορά στις πέτρες που πιάνουν, η βελτίωση αυτή είναι συνέπεια της πρώτης που σου ανέφερα.
Παρατήρησαν ότι ο εχθρός έτσι φοβάται και φεύγει. Μια μικρή μετατόπιση του αντίχειρα έτσι ώστε να είναι τοποθετημένος αντίθετα στ’ άλλα δάχτυλα, διευκόλυνε το κράτημα της πέτρας. Όσο για την σχεδόν όρθια στάση, απλά έδωσα μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους μεταξύ των σπονδύλων. Νομίζω πως όλα αυτά είναι μια πρόοδος-και όποια πρόοδος βγαίνει από τη Διεύθυνσή μας, τιμά όλο το Τμήμα.

ΖΩΗ
Λογοθέτη, έχεις αθώο ύφος χωρίς να είσαι αθώος. Η δουλειά σου σ’ αυτό το εργοστάσιο είναι η παραγωγή αντιτύπων από πρότυπα που σου έχουν δοθεί, και η σωστή κατανομή των ενστίκτων σ' αυτά. Είναι μια σοβαρή δουλειά. Κι αν περιοριζόσουν σ' αυτήν, τώρα δε θα βρισκόσουν σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Οτιδήποτε πέρα απ’ αυτά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που δεν θα το αποφασίσεις εσύ αλλά εγώ. Σου δίνω την προφορική εντολή που σήμερα κιόλας θα την πάρεις και γραπτή, να πάψεις να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στις κούκλες μας. Και να επαναφέρεις στην προηγούμενη κατάσταση τους πιθήκους. Αν είναι δύσκολο να επαναφέρεις τους ήδη
αλλαγμένους, να επαναφέρεις τα παλιά χαρακτηριστικά στις επόμενες αποστολές. Αυτό θα βοηθήσει να κριθείς επιεικώς για την απειθαρχία σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Σωστά είπα πως είμαι κατηγορούμενος λοιπόν. Βέβαια, έπρεπε να σε ενημερώσω. Δεν το ’κανα έγκαιρα. Το ’μαθες από αλλού. Όμως πρόκειται για κάτι καλό. Για μια πρόοδο…

ΖΩΗ
(έντονα)
Καλό; Πρόοδο; Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Άκουσα καλά; Πρόοδο;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Ναι, καλά άκουσες. Πιστεύω ότι καθήκον κάθε εργαζόμενου και ιδιαίτερα κάθε επιστήμονα είναι η κατά τον καλλίτερο τρόπο αξιοποίηση των ικανοτήτων του ώστε να προσθέσει ένα λιθαράκι κι αυτός στο οικοδόμημα της επιστήμης του. Αυτό έκανα κι εγώ. Δε σε ενημέρωσα εγκαίρως. Σε ενημερώνω τώρα. Νομίζω δεν είναι αργά.

ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ελπίζω κι εγώ να μην είναι αργά.
(στον μηχανικό)
Λογοθέτη, να επαναφέρεις τα πράγματα στην κανονική τους σειρά. Πράγματι αυτό είναι το καθήκον κάθε εργαζόμενου, όμως στην περίπτωσή μας κάθε πρόοδος της επιστήμης πρέπει να αξιοποιείται στα πλαίσια των απαιτήσεων του εργοστασίου και εν πάσει περιπτώσει όχι χωρίς την έγκριση των υπευθύνων. Και στη δική μας περίπτωση όχι χωρίς τη δική μου έγκριση. Να επαναφέρεις τους πιθήκους στην προηγούμενη κατάστασή τους.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μα Ζωή… για σκέψου... Είμαστε ένα εργοστάσιο πρωτοπόρο στον τομέα μας. Από το μηδέν φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια στρατιά όντων. Από ένα μικρό κύτταρο φτάσαμε στους δεινόσαυρους και στα τεράστια φυτά. Από τον πρωτογονισμό της αμοιβάδας φτάσαμε στο νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών. Από τα πρώτα ψευδοπόδια προχωρήσαμε στη δημιουργία ποικίλου τύπου μετακινήσεων. Οι κούκλες μας σήμερα βαδίζουν, πετούν, κολυμπάνε. Κι όλα αυτά τα κάναμε μαζί εμείς όλοι, μέσα σ' αυτό το εργοστάσιο. Με μόχθο και έχοντας να πολεμήσουμε με αντίξοες κάθε φορά συνθήκες. Και σ’ όλα βγήκαμε νικητές γιατί παλέψαμε αδερφωμένοι χέρι χέρι. Και επειδή τολμούσαμε να εφαρμόζουμε κάθε φορά καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις. Και είσαι συ που πρωτοστατούσες στην όποια καινοτομία για τη βελτίωση της δουλειάς μας-πρέπει να το παραδεχτώ αυτό. Και φτάσαμε τώρα στο εντελώς αντίθετο σημείο, εμείς οι ίδιοι, εσύ προϊσταμένη, να βάζεις φραγμό στην εξέλιξη που μέχρι τώρα μόνον οφέλη στις κούκλες μας έφερνε και φήμη στο εργοστάσιό μας. Βέβαια πολλές φορές είχαμε διαφωνίες, πολλές φορές είχαμε διαφορές απόψεων-θυμήσου μόνο την υπόθεση των δελφινιών-όμως εκείνος που υπερίσχυε πάντοτε δεν ήμουν εγώ ή εσύ αλλά η επιστήμη και η πρόοδος.
Πιστεύω ότι και τώρα το ίδιο θα γίνει. Σε παρακαλώ ν' αφήσεις κατά μέρος τις τυπικότητες και να δεις την ουσία. Παρατύπησα. Δεν στο είπα. Μα η ουσία παραμένει. Και είναι αυτή ένα βήμα ακόμα εμπρός. Και τώρα συ μου λες αντί εμπρός να πάω πίσω. Ε, λοιπόν όχι. Αρνούμαι να υπακούσω όποιες κι αν θα είναι οι συνέπειες.

ΖΩΗ
(θλιμμένα)
Είναι λυπηρό να φτάνει η συζήτηση μεταξύ μας σε τέτοιο
σημείο. Είναι λυπηρό να σου δίνω μια εντολή και συ ν' αρνείσαι να την εκτελέσεις. Χειρότερο όμως είναι που αποκαλείς πρόοδο αυτά σου τα επιτεύγματα. Έχεις δίκιο, πολλά περάσαμε, πολλά καταφέραμε.
(αποφασιστικά)
Αυτό όμως όχι! Αυτό δεν είναι πρόοδος. Αυτό πρέπει να
ξαναγυρίσει εκεί που ήταν. Και να ξεχάσεις τις ανακαλύψεις σου πάνω στο θέμα. Να κάψεις τις σημειώσεις σου.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Σηκώνεται. Οπισθοχωρεί)
Να κάψω τις σημειώσεις μου; Να ξεχάσω ό,τι έκανα ως τώρα πάνω σ’ αυτό;
(στέκει για λίγο σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι άκουσε)
Τουλάχιστον ας είχα μια πειστική αιτία για να το κάνω.
(βλέπει προς τη Ζωή ερωτηματικά)

ΖΩΗ
(Σκύβοντας προς το μέρος του και κοιτάζοντάς τον στα
μάτια. Σιγά) Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν; (με φωνή που τρέμει)
Έτσι αρχίσαμε κι εμείς.
(ο μηχανικός στέκει για λίγο μετέωρος, σαν χαμένος. Η Ζωή συνεχίζει περπατώντας αργά)
Το χέρι που κράτησε την πέτρα... η φωτιά... η όρθια στάση... η νόηση... ύστερα η ομαδική ζωή, οι θρησκείες, οι πρώτες κοινωνίες, το χρήμα...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του)
Δε θα σπρώξω εγώ σ’ όλα αυτά τις κούκλες μας. Εγώ θα τις εφοδιάσω με λογική. Εκείνες θ’ αποφασίζουν για ό,τι τις αφορά.

ΖΩΗ
(συνεχίζει σαν να μην άκουσε τον μηχανικό, ή σαν να μην είναι αυτός στο γραφείο)
...η φτώχεια, η αθλιότητα, η εκμετάλλευση, ο φόβος...

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα 'χουνε λογική. Θ' αποφασίζουν. Θα πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, Θα ζήσουν όπως οι ίδιες διαλέξουν.

ΖΩΗ
(όπως πριν)
Η μοναξιά... η θλίψη... ο πόνος... και οι νύχτες! οι νύχτες
τους... γεμάτες ερημιά, φαντάσματα, γεμάτες ατέλειωτη οδύνη… γεμάτες αναίτια ενοχή που το δάκρυ δεν θα ξεπλένει  (λέγοντας αυτά έχει φτάσει στο γραφείο της. Ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Κοιτάζει τον μηχανικό. Κάθεται άτονα στην καρέκλα)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Όλα αυτά τα βρίσκω υπερβολικά. Δεν βρίσκω τίποτα κακό να ζεσταίνονται οι πίθηκοι. Ούτε είναι άσχημο να διώχνουν με πέτρες εκείνον που θα ήθελε να τους κάνει κακό. Έχω κάνει πολλή δουλειά. Γι αυτό υπάρχω εδώ. Γι αυτό πληρώνομαι. Για να κάνω το καλλίτερο που μπορώ. Θέλω να δημιουργήσω κάτι. Να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τουλάχιστον προσπαθώ. Στο κάτω κάτω στη χειρότερη περίπτωση, οι πίθηκοι θα έχουν πολιτισμό, ανέσεις, διασκεδάσεις, θα καταπολεμούν τις αρρώστιες…

ΖΩΗ
(Λυπημένη και απογοητευμένη που δεν μπορεί να τον πείσει)
Όλα αυτά δε θα ’ναι παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόνο. Ώσπου να δουν πως τίποτε δεν μπορεί να τους απαλλάξει απ’ αυτόν. Και τότε τον πόνο τους θα τον συντροφεύει και η αυτοπεριφρόνησή τους για ό,τι μηχανεύτηκαν μέσα στην απελπισία τους.
(μικρή παύση)
Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένος να σπρώξεις στη δυστυχία το γένος των πιθήκων. Παραβλέπεις το γεγονός πως καμιά κούκλα μας δεν πόνεσε ποτέ μέχρι σήμερα τον πόνο που θα πονάνε οι πίθηκοι μετά τις παράνομες επεμβάσεις σου.
Το ένστικτο! Το ένστικτο! Σ’ αυτό μόνο έπρεπε να
περιοριστείς. Αυτό και μόνο έπρεπε να ’ναι η φροντίδα σου.
(Σηκώνεται. Ζωηρά)
Αλλά η υπεύθυνη της Διεύθυνσης είμαι εγώ. Δεν εγκρίνω αυτές τις ενέργειές σου κύριε Λογοθέτη και θα τις σταματήσω θέλεις δε θέλεις. Για το καλό του εργοστασίου μας, για το καλό των πιθήκων, για το καλό όλων μας, έστω κι αν εσύ δεν συμφωνείς ή δεν μπορείς να καταλάβεις.
Είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου λέξη;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

ΖΩΗ
Τότε θα ζητήσω την επέμβαση της κυρίας Διευθύντριας... Και θα το κάνω πριν έρθει η κυρία ιδιοκτήτρια για επιθεώρηση, έτσι ώστε αν η κυρία Διευθύντρια δεν δώσει τη σωστή λύση, να θέσω το θέμα στην κυρία ιδιοκτήτρια.

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα υπερασπίσω τη θέση μου όπου χρειαστεί. Όσο για την
κυρία Διευθύντρια βέβαια και δε θα χρειαστεί, αυτό είναι βέβαιο…
(Μπαίνει η Διευθύντρια. Έχει ακούσει τα τελευταία λόγια του μηχανικού. Γριά απροσδιορίστου ηλικίας. Αναμαλλιασμένη, ντυμένη παρδαλά. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μηχανικό σκυλάκι που γαυγίζει όποτε το οριζοντιώνει. Χαδεύει συνεχώς το σκυλάκι)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Άκουσα να λέτε για μένα. Θα σας μαλώσω πάλι. Σας είπα να με λέτε με τ’ όνομά μου: Αθανασία. Όχι "κυρία". Δε μου ταιριάζει
(γελάει)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Τι λες σκυλάκι μου; Μου ταιριάζει;
(γέρνει το σκυλάκι και ακούγεται ένα "γαβ-γαβ")
 Όχι, το λέει και το σκυλάκι μου. Όχι  «Διευθύντρια». Αθανασία. Σκέτο Αθανασία.
(στη Ζωή)
Χρυσή μου τα μαλλάκια σου είναι θαύμα. Πώς σε λένε;

ΖΩΗ
Ζωή κυρία Διευθύντρια

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Αθανασία! Πες μου πάλι: "Ζωή Αθανασία"!

ΖΩΗ
Ζωή Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ναι! Ζωή. Θυμάμαι. Σε τοποθέτησα εδώ για να φας ένα κομμάτι ψωμί.
(γελάει)
Περνάς καλά;

ΖΩΗ
Καλά κυρία Διευθύντρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Πες μου: "Καλά Αθανασία!'

ΖΩΗ
...Καλά Αθανασία.

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Έτσι μπράβο. Και αυτό είναι το Τμήμα σου; Ποιο Τμήμα έχεις;

ΖΩΗ
Τη Διεύθυνση Παραγωγής Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο. Πολύ καλά. Όμως εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Δεν ξέρω Αθανασία

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Βέβαια. Πώς να ξέρεις; Έξω από την πόρτα βρίσκεται μια
κοπέλα. Φώναξέ την. Αυτή ξέρει.
(στο σκυλάκι της)
Τι λες και συ σκυλάκι μου; Ξέρει;
(γέρνει το σκυλάκι της και ακούγεται "γαβ-γαβ". Θριαμβευτικά)
Ξέρει λέει το σκυλάκι μου.
(Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!

ΖΩΗ
Έλα σε παρακαλώ. (ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η γραμματέας. Στέκει στο άνοιγμα της πόρτας)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Στη γραμματέα)
Γιατί ήρθα εδώ παιδί μου; Πες στην κυρία.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Αθανασία είναι εδώ για να σας πει ότι η επιθεώρηση από την κυρία ιδιοκτήτρια άρχισε κιόλας και ότι το πρώτο Τμήμα που θα επιθεωρήσει θα είναι το δικό σας.
(χειρονομία πίσω από την πλάτη της Διευθύντριας. Βγαίνει)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο! Γι αυτό ήρθα!
(γυρίζει στο σκυλάκι της)
Γι αυτό δεν ήρθα σκυλάκι μου;
(γαύγισμα του σκυλιού όπως πριν. Στη Ζωή)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Γι αυτό ήρθα.
(Γελάει. Στον Λογοθέτη που όλη αυτή την ώρα
καθόταν στην καρέκλα του Χάρωνα)
Εσύ ποιος είσαι;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(χωρίς να σηκωθεί)
Ο Λογοθέτης Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ο Λογοθέτης! Που παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.

ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι;
(γελάει)

ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση ψεύτικης προσποιητής σοβαρότητας)
Ω!

ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…

ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Είμαι η Αθανασία.

ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του εργοστασίου.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.

ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει κακό. Να μην παίζει.

ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;

ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;

ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)

ΖΩΗ
(Στον Λογοθέτη)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;

ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(στην Ζωή)
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και ικανή να αποφασίσει.

ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;

ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;

ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;

ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.

(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δεν μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).

ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.

ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.


ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;

ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…

ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι άκουσε τι της είπε η Ζωή, στον μηχανικό)
Όλα καλά;

ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία Ιδιοκτήτρια.

ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;

ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους κυρία Ιδιοκτήτρια. Ο μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…


ΑΝΑΓΚΗ
(διακόπτοντας τη Ζωή)
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.

ΖΩΗ
… Κυρία Ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ιδιοκτήτρια, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ιδιοκτήτρια έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα. Όταν η Ιδιοκτήτρια φτάνει στο γραφείο, σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω του σκορπίζεται στο πάτωμα.)
ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ιδιοκτήτρια κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
                                           
ΑΥΛΑΙΑ

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

 Κύριε Πρόεδρε Τραμπ
Περίμενα με πολύν ανυπομονησία την ανάδειξή σας σε Πρόεδρο της Αμερικής.
Οι ξεκάθαρες ιδέες σας, το να λέτε ό,τι σκέπτεστε χωρίς να το περνάτε πρώτα από τον ηθμό της παραποίησής του, με είχε συναρπάσει.
Και ό,τι έχετε κάνει μέχρι τώρα με βρίσκει σύμφωνον.
Δυο λόγια μόνο θέλω να σας πω.
Για το Ιράν.
Το Ιράν γνωρίζετε βέβαια ότι έχει ιστορία εννέα χιλιάδων χρόνων.
Είναι λαός που υπάρχει πριν από τους λαούς και της Αμερικής, αλλά και της Ελλάδας.
Και είναι η χώρα που πριν  δυόμιση χιλιάδες χρόνια ήταν κοσμοκράτειρα.
Η αυτοκρατορία της περιελάμβανε την μισή τότε ανθρωπότητα.
Θα μου άρεσε να σας δω να της φερθείτε σαν σε μια προγιαγιά μας.
Να την αφήσετε δηλαδή να κάθεται στη γωνιά της και να  τρώει το ψωμάκι της το βρεγμένο στο κρασί της.
Θα μου πείτε θέλει να φτιάξει πυρηνικά όπλα.
Πείσετέ την με κάποιον άλλο τρόπο να μην το κάνει.
Αλλά μην σκοτώσετε τους Ιρανούς.
Πριν από δυόμιση χιλιάδες χρόνια οι Ιρανοί (Πέρσες τότε), κίνησαν να πάρουν την Ελλάδα.
Οι έλληνες τους νίκησαν (και μάλιστα οι μάχες που έδωσαν οι δύο στρατοί διδάσκονται σήμερα στα Πανεπιστήμια).
Δεν τους κυνήγησαν όμως μέχρι την Περσία ώστε να τους εξολοθρεύσουν.
Τους άφησαν να πάνε και να κλάψουν τους νεκρούς τους.
Και εδώ φέρνω μπροστά σας τον Αισχύλο, που στους «ΠΕΡΣΕΣ» του, χαρακτηρίζει «απαλόθρηνες» τις Περσίδες που έκλαιγαν τους νεκρούς του πολέμου-άντρες, αδέρφια, παιδιά τους.
Απαλόθρηνες! Ποιες άλλες γυναίκες στη γη θα έκλαιγαν έτσι;
Συνήθως κατάρες μίσος και ύβρεις για τους εχθρούς ακούγονται στα τέτοια πένθη…
Εσείς κύριε Πρόεδρε, θα βρείτε τρόπο να γίνουν ακίνδυνοι οι Ιρανοί  χωρίς σκοτωμούς.
Γιατί δεν θέλετε βέβαια να βλέπετε να θρηνούν «απαλά» τέτοιες όμορφες γυναίκες, που έρχονται μάλιστα από τα βάθη της πανθ’ ορώσας Ιστορίας, και για έναν πόνο μάλιστα που εσείς θα τους έχετε προξενήσει-είναι τόσο σπαραξικάρδιο…
Με εκτίμηση
Ένας φίλος σας.

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ

(Γραμμένος τον καιρό του Σημίτη)

1 Με αητού ψυχή και θώρι
και μ’ απλή κι αγνή καρδιά
μόνον οι κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.

2 Κι ενώ οι άλλοι λεν τι «πρέπει»
και πια παύουν-και σιωπούν,
οι κουκουλοφόροι έπη
γράφουν, δίχως να μιλούν.

3 Όταν καίνε τις σημαίες
και του «Αγνώστου» τη σκοπιά
πλαστουργούν σκιερές αλέες
να βαδίσει η Ανθρωπιά.

4 Κι ας φωνάζουν οι αχρείοι
ελληνίδος όπου γης,
και καθείς ας επισείει
απειλές λογής λογής

5 για τους νέους, που «βεβηλώνουν»,
όπως όλοι λεν αυτοί
τα ιερά, όταν ξηλώνουν
ό,τι πρέπει να χαθεί.

6 Κι αν εκάη μια σημαία,
χίλιες καιν οι βουλευτές
βίλλα φτιάχνοντας μια νέα
με λεφτά από τις κλεψιές.

7 Κι άλλες χίλιες ο καθένας
υπουργός, πολιτευτής,
κομματόσκυλο, ή ένας
κρατικός αρχιληστής,

8 όταν κλέβει απ’ το Δημόσιο
τον φτωχό του κορβανά
ιερό δίχως και όσιο
κάτι να τον σταματά.

9 Κι όποιον κλέφτει, τόνε στέλνουν,
όχι για τη φυλακή,
μα στο σπίτι τον πηγαίνουν
να τα φάει ήσυχα ’κει.

10 Όμως όταν χαλαστούνε
μια καρέκλα, ένα σκαμνί,
οι ληστές αυτοί βοούνε
για την αβαρία αυτή,

11 Κι όλοι ενώ είναι πνιγμένοι
στα κλεμμένα τους λεφτά
στο ρεφραίν καθείς τους μένει:
«ποιος θα τα πληρώσει αυτά;»

12 Ω! Μιαροί! Ο κουκουλοφόρος
δεν μιαίνει τα ιερά:
μόνο σαν μαντατοφόρος
νέα σάς φέρνει τρομερά.

13 Ένα αγώνα φέρνει νέον
στην πανάθλιά σας γη
και σας λέει: «ξεχάστε πλέον
όσα κάνατε όλοι πριν».

14 Κι οι μολότωφ θε’ ν’ ανάψουν
μια τρανή τώρα φωτιά
και συθέμελα θα κάψουν
όσα σάπια και παλιά.

15  Οι κουκουλοφόροι δίνουν
σάρκα σ’ όνειρο κι οστά
κι όλα πίσω τους τ΄ αφήνουν
και τραβούν γοργά μπροστά.

16 Απ’ τα βάθη των αιώνων
οι ήρωές μας τους θωρούν
και θερμά μ’ ευχές τους ραίνουν
και μ’ ευλόγια όση μπορούν.

17 Κι αν εζούσανε και τώρα,
θα διαδήλωναν μαζί,
με κεινούς όπου η χώρα
θέλουν λεύτερα να ζει.

18 Κι αν υπήρχανε, οι ίδιοι
πρώτοι θα ’βαζαν φωτιά,
κι άλλη μια στις που ’χουν ήδη
έτσι παίρνοντας πρωτιά.

19 Ω! Αν ζούσαν οι καλοί μου
θα ’χανε ξεσηκωθεί
και οι άθλιοι του Μαξίμου
θα ’χανε όλοι τους χαθεί.

20 Δε σκοτώθηκαν εκείνοι
για να οργιάζει η διαφθορά
για ν’ ανθούν μαφιόζων κτήνη
και να καίει η αγορά΄

21 τα παιδιά μας για να βγαίνουν
κούτσουρα από τα σχολειά,
και πάντα άνεργα να μένουν
κι ας γυρεύουνε δουλειά,

22 οι εργάτες μες στους δρόμους
αρρωσταίνοντας να σβηούν,
να τους λένε παρανόμους
αν πεινώντας απεργούν,

23 ο αλλοπρόσαλλος ο «θείος»
δισεκατομμύρια να ’χει
ο λαός ενώ αισίως
για ευρώ ένα δίνει μάχη

24 και αβίωτος να ’ν’ ο βίος
σε παιδάκια τρυφερά
και να δυστυχεί αισίως
κάθε μια νοικοκυρά…

25 Φλόγα που τα βρώμια καίει
και τα σάπια καταλεί!,
ο εμπρηστής, όχι δε φταίει,
μα η πατρίδα τον φιλεί…

26 Όλοι οι ήρωες του «Αγνώστου»
άμοιροι ήσαν και φτωχοί
που καθέναν ο υπουργός του
έστελνε να σκοτωθεί

27 για να μένει εκείνος σώος
κι απ’ τις σάρκες τους να ζει
σαν αυτός να ’τανε αθώος
ή αυτοί να ’ταν χαζοί.

28 Για να βγαίνουν βουλευτήδες
Άκηδες βλητοκουτοί
και να πνίγουν Παπουτσήδες
τις Σαμίνες με κουπί.

29 Οι ήρωες –όχι!-δε χαθήκαν
για να κλέβει ο βουλευτής
κι ο υπουργός να ’χει για προίκα
θησαυρούς ολοζωής.

30 Και «αυτή ’ναι η Ελλάδα»
όποιος πει πρωθυπουργός,
δεν του πρέπει μες στη ΓΑΔΑ
και δοχείο ναν’ νυκτός;

31 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι,
μα όπου είστε, είναι, εσείς!

32 Από εσάς, αν είναι να ’λθει
θα ’λθει πάλι η λευτεριά
που ο Πολιτικός εβάλθη
ν’ ανταλλάξει με σκλαβιά.

33 Εις εσάς χτυπάει κλεισμένη
της πατρίδoς η καρδιά
κι από σας μόνο προσμένει
όπως τότε ελευθεριά.

34 Και ο Ευρωπαίος κοιτάει
τον αγώνα τον ιερό
τους δυνάστες σας ρωτάει:
«θε’ τε ν΄ αναλάβω εγώ;»

35 Απ’ τις μαύρες σας κουκούλες
πίσω εκρύφθη η λευθεριά
όπως μέσα σε σακκούλες
να μη σβηούνε τα κεριά.

36 Μα κεριού δεν είναι αχτίδα
ό,τι πίσω έχετ’ εκεί-
μόνον είναι θρυαλλίδα
βόμβας πλούτου φονική.

37 Κι ανυπόμονα το χέρι
που τήνε κρατεί κοιτά
καθώς βιάζεται να φέρει
εις στους σκλάβους τη χαρά.

38 Κάψτε πύργους, κάψτε κάστρα,
Βουλής κτίριο κάψτε αισχρής-
στείλτε μήνυμα προς τ’ άστρα
ότι υπάρχετε κι εσείς.

39 Ρίξτε πλούτια υψωμένα
ως της φτώχειας το λαιμό!
Ρίξτε ονόματα πρησμένα
από Χρήμα και Καιρό!

40 Σπάστε! Κάψετε! Ρημάξτε!
Κι ό,τι θε’ νε, όποιοι, ας πουν:
Σας τρομάζουνε; Τρομάξτε!
Σας ζημιώνουν; Να χαθούν!

41 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.

42 Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο, του ίδιου τόπου,
το αφήνουν να χαθεί.

43 Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια όπου γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.

44 Κάτω ως ρίχτει ’λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.

45 Τέτοιο κράτος ας πεθάνει
τέτοιο κράτος ας χαθεί
που η κακία δέκα κάνει
και ουδ’ ένα η αρετή.

46 Στους λαούς τους τέτοιους πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
και φιλούν τη συφορά.

47 Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.

48 Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ’ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πολεμάνε σαν θεριά.

49 Και πατρίδα φκιάστε νέα
που η χαρά του καθενού
να ’ναι τ’ άλλου η παρέα
και των δυο τους τ’ ουρανού.

50 Και μια φτιάχτε νια πατρίδα
να ’ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη να ’ν’ η ελπίδα
και ανθός της να ’ναι ο νους.

51 Και «εκπρόσωποι» να λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κοιτούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.

52 Από σας μόνο η Ελλάδα
θα ’δει πάλι προκοπή
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί....

53 «Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν@»
Δεν σας λέει αυτό, μιαροί,
φωτιά αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;

54 Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό,
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή, όσον καιρό.

55 Οι «Άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.

56 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί σεις πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!

57 Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών,
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.

58 Μα οπλισμένοι με άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.

59 Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.

60 Τώρα σεις αυτούς κρατάτε
με τα μάτια ολοκλειστά,
που δε θα ’χε γης να πάτε
αν τα είχανε ανοιχτά.

61 Ω! Απαίσιοι πρεπολόγοι!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!

62 Στων αγώνων τ’ ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα μακριά.

63 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!

64 Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης Μας Τιμής!

65 Το αίμα σας, πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κοιτάζει
απ΄ το βάθρο Της σβηστή.

66 Χάμου απ’ της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.

67 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ’χει καεί-
αλλ΄ αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαί.

68 Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.

69 Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
όλων να ’ναι των καιρών.

70 Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά αναμασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.

71 Και η ίδια η Ευρώπη
δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
υλακτιάει με χαρά.

72 Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά!

73 Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνοιες
πιο «ψηλά» για ν΄ ανεβούν.

74 Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιό
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.

75 Κι ως σε κάτοπτρο αντικρίζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.

76 Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν οι πολιτικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.

77 Αλλ’ αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και με αλύγιστο το γόνα
ν’ ανθρωπίσουν τους ζητά.

78 Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσ’οι..

79 Οι χαφιέδες ενάντιά του
κοάζουνε των καναλιών,
αναμέσον με δεινά του
φορτωμένων κουταλών.

80 Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
τάχα οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειν’ ντροπή.

81 Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ’χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ΄ ό,τι εγώ.

82 Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
χίλια ευρώ ενώ τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.

83 Και αλήτες τους βαφτίζουν
και τους λεν φασισταριό
τους νεαρούς όπου λογχίζουν
της δουλείας το θεριό.

84 Και καλά γραβατωμένοι
και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καημένοι!-
με ανοησίας πιοτί.

85 Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτοια τ’ αγνοείς-
συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς.

86 Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς,
και τους κλέφτες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.

87 Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
στον αγώνα που μας δίνει
όσα, όποιος μας χρωστά.

88 Για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,

89 για όσους είν’ πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να δει τους μάτι
δεν υπάρχει, ούτε ευχή-

90 για κεινούς που ούτε να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,

91 για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
και παρά δεν ζουν μετρώντας
μα όλο αναπαραδιά,

92 για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν, κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο σα θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν,

93 είναι οι κουκουλοφόροι
γι αυτούς φίλοι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.

94 Γι αυτούς οι κουκουλοφόροι
ειν’ μαχαίρι κοφτερό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτί φαρμακερό,

95 όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι ό,τι έφαγε ξερνά.

96 Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.

97 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε, είναι, εσείς.

98 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
         
        -----

 (Η Μελόνι είπε ότι είναι Εχθροί της Ιταλίας όσοιδιαδηλώνουν κατά των Ολυμπιακών Αγώνων)
Μόνον της Ιταλίας; Εχθροί του κόσμου! Γιατί μπορεί κάποιος να πηδήξει δύο εκατοστά περισσότερο από το μέχρι τώρα ρεκόρ. Να χάσει τέτοιο σημάδι προόδου  η ανθρωπότητα;

*

,Ο κύριος Παναγόπουλος λένε ότι πιάστηκε να κλέβει το Δημόσιο, διάβασα στις ειδήσεις.
Και ηρέμησα. Γιατί σιγουρεύτηκα ότι αφού ψάχουν εκτός Βουλής για κλέψιμο, εξυπακούεται ότι από τους εντός Βουλής κανένας δεν κλέβει,
Γιατί για να βγουν εκτός Βουλής, θα πει ότι έχουν ελέγξει τη Βουλή και όλα ήσαν εντάξει.
Και πια ησύχασα.

 
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
              -----
 


 
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον Πόνο να σου δίνω, που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.

                           -----



  ΔΕΝ  ΕΠΡΕΠΕ
 
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι:
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος,
 
τους αποκοίμιζε. Κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια,
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ'  τα βιβλία ελπίδα.
 
Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της Πρέβεζας, και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.
 
Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να  'ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.
 
Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα,
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα:
οι δράκοι μας εσπάραξαν. Κι αφήσαν μόνον ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
 
                                       -----

 Ηγετικό στέλεχος της Χαμάς:
«Η οργάνωση δεν θα παραδώσει τα όπλα της. Όσο υπάρχει κατοχή, υπάρχει αντίσταση. Η αντίσταση είναι το δικαίωμα των λαών υπό κατοχή…Είναι κάτι για το οποίο τα έθνη είναι περήφανα!»
Έλα τώρα Χαμάς…. Μην κάνεις πείσματα…. Άσε τις φιλολογίες για περηφάνια και τέτοια. Δώσε ήσυχα ήσυχα τα όπλα σου! Γιατί δεν παίρνεις παράδειγμα από την Καζέρτα; Ήσυχα ήσυχα θα παραδώσεις τα όπλα σου και ύστερα θα είσαι και πάλι παράνομος-δεν σου λέει κανείς να αποκηρύξεις τις ιδέες σου ή τα σχέδιά σου, τα όπλα σου μόνον να δώσεις. Και δεν θα είσαι παράνομος συνέχεια. Όοοοοχι! Γρήγορα θα έρθει ένας Καραμανλής που λέει ο λόγος, που θα σε νομιμοποιήσει. Και τότε θα κάνεις ένα Παλαιστινιακότατο Κόμμα, και θα μπεις στη Βουλή του χώρου σου, και θα κάνεις από εκεί ελεύθερα πια την αντίστασή σου περήφανος ου μην αλλά και νόμιμος. Για ξανασκέψου το.

 Ο ΘΡΗΝΟΣ



Τόπος: Λος Άντζελες, σπίτι του Άρβάζ (δωμάτιο με κουζίνα)
Χρόνος:1996.
Πρόσωπα του έργου: Λέσλυ, Αρβάζ.  

ΑΡΒΑΖ
(ανοίγοντας την πόρτα)
Πέρασε.
ΛΕΣΛΥ
(περνάει)
Ευχαριστώ.
ΑΡΒΑΖ
Βολέψου. Κάθισε.
ΛΕΣΛΥ
(παραξενεμένη)
Δε θα ξαπλώσουμε;
ΑΡΒΑΖ
(ήρεμα, σοβαρά)
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Να γδυθώ;
ΑΡΒΑΖ
Όχι. Κάθισε.
(Η Λέσλυ κάθεται)
Πόσων χρονών είσαι;
ΛΕΣΛΥ
Εικοσιοχτώ.
ΑΡΒΑΖ
Ρώτησέ με κι εμένα πόσων χρονών είμαι.
ΛΕΣΛΥ
Δε μ’ ενδιαφέρει. Και ογδόντα να ήσουνα μ’ αρέσεις. Ειδικότητά μου είναι οι μεγάλοι άντρες.
(Πάει κοντά του και τον χαϊδεύει)
Έλα μωρό μου, πάμε στο κρεβάτι, είμαι καλή, θα δεις…
ΑΡΒΑΖ
Όχι, κάθισε σε παρακαλώ.
ΛΕΣΛΥ
Έλα… έλα…
ΑΡΒΑΖ
Σε παρακαλώ, δε σε θέλω γι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
(έκπληκτη)
Δε με θέλεις γι αυτό;…
ΑΡΒΑΖ
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Δεν καταλαβαίνω. Τότε γιατί με θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Θα σου πω. Αλλά δε μου δίνεις την ευκαιρία. Κάτσε. Ησύχασε.
ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Άκου φίλε, εγώ θα κάτσω αφού το θέλεις. Όμως έχει περάσει κιόλας ένα τέταρτο της ώρας. Δε θέλω να μου λες ύστερα πως δεν έκανες τίποτα και δεν πληρώνεις.
ΑΡΒΑΖ
Πώς σε λένε;
ΛΕΣΛΥ
Λέσλυ. Το άκουσες αυτό που σου είπα;
ΑΡΒΑΖ
Το άκουσα. Το ήξερα όμως. Μη φοβάσαι, τα λεφτά σου θα τα πάρεις με το παραπάνω.
ΛΕΣΛΥ
Έτσι είναι καλλίτερα. Λοιπόν… τι θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Εκείνο που θέλω μπορεί και να κρατήσει πάνω κι από μιαν ώρα. Έχεις καιρό;
ΛΕΣΛΥ
Άκου φίλε…
ΑΡΒΑΖ
Δε θέλεις να μάθεις τ’ όνομά μου;
ΛΕΣΛΥ
Τι σημασία έχει..
ΑΡΒΑΖ
Έχει. Ρώτησέ με τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί;..
ΑΡΒΑΖ
Πρέπει, για τη δουλειά μας. Σε παρακαλώ, ρώτησε τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Πώς σε λένε;
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ. Λοιπόν σε παρακαλώ να μη με ξαναπείς «φίλε». Να με λες Αρβάζ.
ΛΕΣΛΥ
Σύμφωνοι. Λοιπόν Αρβάζ, εγώ καιρό έχω, αλλά για κάθε ώρα παίρνω διακόσα δολάρια.
ΑΡΒΑΖ
Λέσλυ, σου είπα, θα πληρωθείς.
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει Αρβάζ. Όμως πολύ μυστηριώδης είσαι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάνουμε εδώ μέσα αν όχι αυτό.
ΑΡΒΑΖ
Άκου Λέσλυ. Είναι κάτι που δεν έχει σχέση με το επάγγελμά σου. Λίγη υπομονή σε παρακαλώ. Ας γίνουν όλα όπως τα θέλω εγώ, μιας και… μιας και… μιας και σε πληρώνω. Τι λες:
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει. Ό,τι πεις μωρό μου.
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ!
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι πεις Αρβάζ. Μήπως είσαι ζωγράφος και με θέλεις για να ποζάρω;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, δεν είναι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
Καλά. Δεν ξαναρωτάω. Αλλά μιας και καθόμαστε ας πιούμε ένα ποτό. Θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Καλή ιδέα. Θα έχει κάτι στην κουζίνα.
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι να ’ναι… μια κόκα κόλα…
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα κάτι.
(Πηγαίνει στην κουζίνα)
ΛΕΣΛΥ
Από πού είσαι;
ΑΡΒΑΖ
Από το Ιράν.
ΛΕΣΛΥ
Πότε ήρθες εδώ;
ΑΡΒΑΖ
Έχω δέκα χρόνια.
ΛΕΣΛΥ
Σου αρέσει η Αμερική;
ΑΡΒΑΖ
Και ναι και όχι.
ΛΕΣΛΥ
Είναι διαφορετικά στο Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Ω! Πολύ!
(Φέρνει τα ποτά)
Πες μου Λέσλυ, γιατί μου τα ρωτάς όλα αυτά;
ΛΕΣΛΥ
Δεν ξέρω… για να πούμε κάτι…
ΑΡΒΑΖ
Έχεις δίκιο. Όμως πρέπει αυτά που λέμε να τα νιώθουμε. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: να σε καίει μέσα σου ο πόθος να πεις αυτό που έχεις να πεις. Όταν με ρωτάς κάτι να το κάνεις όχι γιατί είσαι κοντά μου επειδή πληρώνεσαι, αλλά γιατί πραγματικά θέλεις να μάθεις. Σαν να ’σαι κοντά μου χρόνια και είδες κάτι ασυνήθιστο σε μένα και ρωτάς όλο ενδιαφέρον και ανησυχία.
ΛΕΣΛΥ
Σαν να ήμασταν παντρεμένοι;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, όχι, κάθε άλλο εκτός απ’ αυτό. Σαν να ήμασταν εραστές.
ΛΕΣΛΥ
Εραστές χωρίς έρωτα;
ΑΡΒΑΖ
Σου είπα-σαν να είμαστε.
ΛΕΣΛΥ
Τότε και το ενδιαφέρον μου θα είναι σαν να ήταν ενδιαφέρον.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό αρκεί. Ναι. Όμως έτσι που αν κάποιος μας έβλεπε να μην μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Να νομίζει πως αισθάνεσαι βαθιά ό,τι λες και κάνεις.
ΛΕΣΛΥ
(Γελώντας)
Ο πελάτης έχει πάντοτε δίκιο.
ΑΡΒΑΖ
Και ξέχασε ότι είμαι πελάτης. Ξέρεις τίποτα από ηθοποιία;
ΛΕΣΛΥ
Πήρα μαθήματα για ένα φεγγάρι…
ΑΡΒΑΖ
Ωραία. Μπράβο. Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί όλα αυτά; Πες μου…
ΑΡΒΑΖ
Είπαμε-όλα με τη σειρά τους.
ΛΕΣΛΥ
Έχεις δίκιο. Λοιπόν… πού μείναμε;
ΑΡΒΑΖ
Έλεγα πως όταν μου μιλάς πρέπει να μου μιλάς με ενδιαφέρον και με πόνο. Και με αλήθεια.
ΛΕΣΛΥ
Μα είπαμε πως όλα αυτά είναι ψέματα.
ΑΡΒΑΖ
Την αλήθεια μπορείς να τη βρεις μόνο μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
(με ενδιαφέρον)
Πώς το είπες αυτό;
ΑΡΒΑΖ
Είπα πως η αλήθεια βρίσκεται μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
Τι μου θύμισες…
ΑΡΒΑΖ
ΤΙ;
ΛΕΣΛΥ
Χρόνια πολλά πριν, μπορεί και δεκαοχτώ, ο πατέρας ενός φίλου πήγε στο θέατρο με το γιο του και με μένα. Απ’ όλη την παράσταση μου ’μεινε μια φράση που είπε ο μάγος στην πριγκίπισσα: «Αλήθεια είναι το ψέμα». Τι κουταμάρα, είχα σκεφτεί τότε. Αρβάζ, έχεις προσέξει πως μερικά πράγματα για να τα νιώσουμε πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Με την προϋπόθεση πως θα τριγυρνάνε όλο αυτό το διάστημα συνέχεια στο μυαλό μας.
ΛΕΣΛΥ
Ναι…
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν με μεγαλύτερη κατανόηση θα κάνεις τώρα αυτά που σου είπα. Αίσθημα λοιπόν, πάθος, πόνος, ανθρωπιά.
ΛΕΣΛΥ
Με μια λέξη αλήθεια.
ΑΡΒΑΖ
Αλήθεια. Με μια λέξη.
ΛΕΣΛΥ
Μην ξεχνάς όμως πού είσαι. Εδώ είναι Αμερική. Μη ζητάς πολλά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν μπορεί το ψέμα σας να φτάσει ως την αλήθεια;
ΛΕΣΛΥ
Δν ξέρω. Μα να, τώρα, τη στιγμή ακριβώς αυτή, κάτι μου φωνάζει μέσα μου πως έγινε κιόλας. Ήρθαν όλα τόσο απότομα… δεν ξέρω…
(Σιωπή)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Έτσι, από περιέργεια.
ΑΡΒΑΖ
Σωστά, μ’ αυτήν αρχίζουν όλα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Δε θυμάμαι πια.
ΛΕΣΛΥ
Κάτι σοβαρό πρέπει να σε ανάγκασε να ξενιτευτείς.
ΑΡΒΑΖ
Τώρα πρόσεξε: καλλίτερα όταν λες αυτό να μην κρατάς στο χέρι το ποτό. Έτσι… Μάζεψε λίγο τις γωνίες του στόματος. Ξέρω, από το να γελάς κάθε τόσο όπως όλοι στην Αμερική, έχουν πάρει αυτή τη θέση. Όμως προσπάθησε!.. Ακόμα λίγο… έτσι μπράβο. Ξαναρώτησέ με τώρα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι, καλλίτερα έτσι. Πολύ καλλίτερα. Τώρα: το σώμα σου καθώς θα με ρωτάς θα πρέπει να το γείρεις λίγο μπροστά, προς το μέρος μου. Και τα μάτια σου να βλέπουνε ίσα μέσα στα δικά μου, πασκίζοντας να διαβάσουνε μέσα τους την απάντηση προτού την ακούσουνε τ’ αυτιά. Γείρε λοιπόν λίγο προς εμένα. Κοίταξέ με. Και τώρα ρώτησέ με πάλι.



ΛΕΣΛΥ
(κάνει όπως του είπε)
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Έτσι. Απ’ όλα μόνο το στόμα θέλω λίγο πιο σοβαρό, το μέτωπο λίγο ζαρωμένο από το ενδιαφέρον. Και τώρα όλα μαζί: τα πυρωμένα μάτια, το σκύψιμο του κορμιού, το ζάρωμα του μετώπου, η σοβαρότητα του στόματος, το τρέμουλο της φωνής. Εμπρός. Ναι, καλά κάνεις και σφίγγεις με το χέρι σου το χέρι της πολυθρόνας. Λοιπόν…
ΛΕΣΛΥ
(Τρυφερά, δακρυσμένη)
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Ναι…
ΛΕΣΛΥ
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Μα όχι δάκρυα, δεν είναι απαραίτητα. Δε βλάφτουν όμως. Λοιπόν!..
ΛΕΣΛΥ
(Σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του Αρβάζ. Του παίρνει το χέρι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Κλαίγοντας)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
(Του αγκαλιάζει τα πόδια)
ΑΡΒΑΖ
(έντονα και σαν κάποιος που ξαφνικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αμύνεται)
Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι…
ΛΕΣΛΥ
Ποιος ξέρει;
ΑΡΒΑΖ
(ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του. Σιγανά και ήρεμα)
Κανείς… κανείς…
(Τη σηκώνει και την καθίζει στα γόνατά του)
Αμερικανίδα που κλαίει!..Τι δε θα ’χα να δω ακόμη… Έλα, σταμάτησε να κλαις-μα γιατί κλαις…
ΛΕΣΛΥ
Πρέπει να υπόφερες εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Όπως όλοι στη κατάστασή μου.
ΛΕΣΛΥ
Η ίδια μαχαιριά δίνει άλλο πόνο στον καθένα.
(Σηκώνεται. Σιγά)
Τι να κάνω για σένα;
ΑΡΒΑΖ
Θα το μάθεις σε λίγο.
ΛΕΣΛΥ
Όχι αυτό. Εννοώ τι θέλεις να σου φτιάξω, να σου δώσω να φας ή να πιεις κάτι. Τι;
ΑΡΒΑΖ
Ε! Δε σε πληρώνω για υπηρέτριά μου. Κάτσε. Δε θέλω τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
(τον αγκαλιάζει)
Κάνε μου τη χάρη: μην ξαναμιλήσεις για λεφτά. Πες μου, θέλεις κάτι;
ΑΡΒΑΖ
Ένα ποτήρι νερό μόνο. Είναι στο ψυγείο κάτω δεξιά.
(Η Λέσλυ φέρνει το νερό. Ο Αρβάζ το παίρνει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι)
Ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα πιεις;
ΑΡΒΑΖ
Όχι ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
(Κοιτάζει γύρω προσπαθώντας να φαίνεται χαρούμενη)
Ξέρω ένα φτηνό μαγαζί που πουλάει έπιπλα φτηνά και όμορφα. Θα πάμε μια μέρα μαζί ν’ αγοράσουμε μερικά. Ετούτος ο καναπές δε στέκει καλά. Και το κρεβάτι θα ’ναι μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα. Ένα τραπέζι της προκοπής, δυο τρεις καρέκλες και όλα θα γίνουν διαφορετικά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν χρειάζεται τίποτα Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
Και κουρτίνες καινούργιες για τα παράθυρα. Μερικά καλά ποτήρια…
ΑΡΒΑΖ
Καλά είναι κι έτσι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
(συνεχίζει σαν να μη τον άκουσε)
…Και θα ’ρχομαι να σε βλέπω όταν θα ’χουμε καιρό ελεύθερο κι οι δυο μας. Μ’ αρέσει εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα να σε βλέπω. Μα δε γίνεται. Ξέχασέ το. Ας γυρίσουμε στη δουλειά μας.
ΛΕΣΛΥ
(το ίδιο)
Τα μισά λεφτά θα τα δώσω εγώ αφού θα είναι λίγο σαν σπίτι μου το σπίτι σου.
ΑΡΒΑΖ
(Ήρεμα και αποφασιστικά)
Όχι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
…Θα φύγεις! Θα φύγεις από δω γι αυτό δε θέλεις να φτιάξεις το διαμέρισμά σου! Το βρήκα-ναι;
ΑΡΒΑΖ
Το βρήκες Λέσλυ. Θα φύγω.
ΛΕΣΛΥ
Γι αυτό είπες πριν «τι δε θα ’χα να δω ακόμα»… μα δε θα δεις… Για πού; Για την πατρίδα;
ΑΡΒΑΖ
Για την πατρίδα. Γι αυτό έλα. Έχουμε λίγη δουλειά ακόμα οι δυο μας. Μη μου ξεφεύγεις.
ΛΕΣΛΥ
(σιγά)
Δεν ξεφεύγω-πού θα πήγαινα;
ΑΡΒΑΖ
(σηκώνεται)
Φεύγοντας κάποιος από την πατρίδα του χάνει όλα όσα είχε εκεί πέρα. Ακόμα κι όσα πήρε μαζί του ελπίζοντας πως θα τα έχει δικά του. Μνήμες, περιπέτειες, χαρές, λύπες… Ακόμα και τα πράγματα. Λες κι όταν φύγανε κι αυτά από τον τόπο τους άλλαξαν τ’ όνομά τους. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό, η πρώτη του κίνηση είναι να ξαναχτίσει καινούργια ζωή στην ξενιτιά, γεμίζοντάς την με ό,τι σ’ αυτήν μάζεψε, χάρηκε, δούλεψε, έκλαψε, πόθησε. Μάταιος κόπος. Η ζωή που ζει τώρα δεν είναι η δική του. Κάποιος άλλος κλαίει, χαίρεται, ποθεί γι αυτόν. Πολλοί δέχονται την καινούργια κατάσταση. Μερικοί, όπως εγώ, δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον παλιό τους εαυτό. Και πεθαίνουν μαζί του όπως ο καπετάνιος στους αλλοτινούς καιρούς πνίγονταν με το καράβι του μαζί.
ΛΕΣΛΥ
Μη μιλάς για θάνατο. Μια γυναίκα θα σε βοηθήσει να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.
ΑΠΒΑΖ
Πώς;
ΛΕΣΛΥ
Με την αγάπη της. Δεν ξέρω… έτσι λένε όλοι…
ΑΡΒΑΖ
Αν μια γυναίκα ερχόταν στην αρχή της εξορίας μου, τότε ίσως να βοηθούσε. Τότε, πριν σπάσει η συνέχεια. Θα με βύθιζε στο τέλμα της υποταγής και της ρουτίνας και θα πέθαινα ένα ευτυχισμένο μηδενικό που δεν έχει ιδέα για τη μηδενικότητά του. Όμως δεν ήρθε. Και ποια γυναίκα θα πλησίαζε έναν ξένο;
Έτσι έμεινα μόνος. Μη νομίσεις πως στενοχωριέμαι ή λυπάμαι γι αυτό. Όχι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Μάλιστα χρωστώ χάρη στην ξενιτιά. Μ’ έκανε να γνωρίσω τον εαυτό μου.
ΛΕΣΛΥ
Μαθαίνοντάς σου την απελπισία;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Το κατάλαβες.
ΛΕΣΛΥ
Το είδα με τα καινούργια μάτια που μου έδωσες.
ΑΡΒΑΖ
Σ’ ευχαριστώ που μαθαίνεις εύκολα. Και τώρα στη δουλειά.
ΛΕΣΛΥ
Μη τη λες δουλειά πια. Ό,τι και αν κάνουμε μαζί οι δυο μας θα είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος. Σ’ ακούω.
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν, απ’ όλα που είχα στην πατρίδα, πιο πολύ μου έχει λείψει το κλάμα. Εδώ όλοι γελάνε. Στην πατρίδα μου το γέλιο είναι ακριβό. Γι αυτό σε θέλω: να κλάψεις για μένα.
ΛΕΣΛΥ
(ανήσυχη και απορημένη)
Αρβάζ!
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό θέλω. Άκου Λέσλυ. Στην πατρίδα μου όταν πεθαίνει κάποιος, τόνε κλαίνε. Κυρίως γυναίκες. Δηλαδή γνωστές και συγγένισσες μαζεύονται γύρω από το φέρετρο του νεκρού και τον κλαίνε για ολόκληρη μια νύχτα. Για σκέψου! Κλάμα τόσες ώρες από τόσους ανθρώπους… Αυτό μια φορά μετράει. Δείχνει πως ο πεθαμένος έλειψε από κάποιον. Πως νιώσαν ότι έφυγε. Κι αν κανείς δεν υπάρχει για να κλάψει το νεκρό, τότε νοικιάζουν γυναίκες, μιαν ή περισσότερες, που η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή: να κλάψουν τον νεκρό. Γι αυτό σε θέλω. Όταν πεθάνω θέλω να με κλάψεις. Αυτός είναι ο λόγος που σ’ έφερα εδώ.
ΛΕΣΛΥ
Όταν πεθάνεις;.. Να κλάψω;..
ΑΡΒΑΖ
Ναι Λέσλυ. Καταλαβαίνω, το βλέπεις γελοίο. Όμως για μένα είναι σημαντικό. Θα έχω έτσι την ψευδαίσθηση πως σε κάποιον θα λείψω. Κι αυτός ο κάποιος θα είσαι συ. Ντρέπομαι γι αυτά που σου λέω. Και ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Αν είναι έτσι πες το μου.
ΛΕΣΛΥ
Και βέβαια είναι γελοία ολα αυτά. Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα σε κλάψω. Θα γελώ. Και θα μάθω το γέλιο σε σένα κι όχι εσύ το κλάμα σε μένα. Κουταμάρες εκεί!.. Μ’ έκανες να σε νοιώσω, να ενδιαφερθώ για σένα, να πιστέψω σε σένα. Ήτανε λοιπόν μόνο και μόνο για να μου ζητήσεις αυτό; Για να μου πεις πως θα πεθάνεις; Όχι, δε θα κλάψω για σένα. Θα γελώ για σένα. Και συ για μένα. Κι οι δυο με τη ζωή. Αν έκλαιγα για σένα θα ’τανε γιατί μου έλειψες. Κι αφού θα μου είχες λείψει, θα πει πως σε χρειάζομαι. Κι αφού σε χρειάζομαι-αφού σε χρειάζεται κάποιος-δεν έχεις να πεθάνεις. Ζήσε λοιπόν. Και μόνο που μιλήσαμε γι αυτή τη λίγη ώρα, νιώθω πως κάτι άλλαξε σε μένα. Σαν με τα λόγια και με τη στάση σου να γέννησες έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Κι ό,τι σου λέω από τότε, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος είναι που τα λέει. Κι είναι ωραίος αυτός ο άνθρωπος. Και για να ζήσει σε χρειάζεται.
ΑΡΒΑΖ
Έτσι νομίζεις. Είναι μια εντύπωση της στιγμής. Νομίζεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου. Δεν άλλαξε. Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώς θα ήταν ένα μαρτύριο η ζωή σου. Φαντάσου, ένα δυστυχισμένο πλάσμα -εμένα-είδες κι άρχισες να κλαις. Σκέψου τι θα γινόταν αν, ο καινούργιος άνθρωπος που λες πως γεννήθηκε μέσα σου έβλεπε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
ΛΕΣΛΥ
Με κάνεις και μένα δυστυχισμένη με τα λόγια σου αυτά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν είσαι δυστυχισμένη. Δυστυχία είναι να έχεις συναίσθηση της δυστυχίας σου. Εσύ πατάς γερά στον κόσμο της ύπαρξης, έναν κόσμο χάρτινο, που όμως μπορεί ν’ αντέξει το βάρος το μικρό της ζωής σου. Μα η δική μου ζωή, πατώντας πάνω στον χάρτινο αυτόν κόσμο, τον γκρεμίζει με το βάρος της. Και να ’μαι πεσμένος στην άβυσσο που κρύβεται από κάτω του.
ΛΕΣΛΥ
Μην είσαι εγωιστής. Μην κοιτάζεις το κακό που έγινε στον εαυτό σου. Κοίταξε το καλό που μπορείς να κάνεις εσύ στους άλλους. Και ζήσε. Δες με-είμαι εγώ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε εδώ μαζί σου πριν μια ώρα;
ΑΡΒΑΖ
Ο σπόρος της αλλαγής είναι που έπεσε μέσα σου Λέσλυ. Κι αλήθεια, χαίρομαι γι αυτό σαν να ’πλασα κιόλας όχι ένα νέον άνθρωπο, αλλά ένα ολόκληρο νέο κόσμο. Σε χρόνια, όταν θα φτάσεις κι εσύ στην ηλικία μου, τότε θα δεις κι εσύ τα πράγματα όπως τα βλέπω. Θα δεις πόσο η ζωή σου ήταν άδεια, θα δεις τι σημαίνει ξενιτιά, θα δεις πόσο στα ξένα σου έλειψαν τα δικά σου πράγματα, τα πράγματα της πατρίδας, θα δεις πόσο άλλος πρέπει να είσαι για να μπορέσεις να ζήσεις. Και μην μπορώντας να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος, θα σκεφτείς το θάνατο. Όπως τώρα εγώ.
ΛΕΣΛΥ
Ναι. Ο σπόρος σου κάπου εκεί θα με οδηγήσει. Το νιώθω. Όμως συχώρα με… μα εγώ δεν είμαι… δεν είμαι ξένη… είμαι στην πατρίδα μου…
ΑΡΒΑΖ
Όλοι είμαστε ξένοι στη γη. Κάποτε θα το καταλάβεις.
ΛΕΣΛΥ
Ίσως. Και ίσως κι εγώ να θέλω να πεθάνω. Και κάποιος να θέλει να με σταματήσει. Όπως θα σταματήσω τώρα εγώ εσένα.
(Κλαίει)
Δε θέλω να σε κλάψω. Δε θέλω να πεθάνεις. Δε θέλω…
ΑΡΒΑΖ
Μα, Λέσλυ, δεν πέθανα ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα κλάψω για σένα-όχι-δε θα κλάψω…
ΑΡΒΑΖ
Καλή μου, κάνε το-μου σαν μια χάρη. Είσαι η μόνη που μπορεί και που θέλω να κλάψει για μένα. Κλάψε με Λέσλυ. Μόνο έτσι θα φύγω ευχαριστημένος.
Δεν το θέλεις να φύγω ευχαριστημένος;
ΛΕΣΛΥ
Θα ’τανε σαν να σε σκοτώνω-όχι.
ΑΡΒΑΖ
(Την πλησιάζει, παίρνει τα χέρια της στα χέρια του και τα φιλεί)
Λέσλυ, δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Είμαι κιόλας πεθαμένος. Μα… γιατί πάγωσαν τα χέρια σου ξαφνικά;
ΛΕΣΛΥ
(Ελευθερώνει τα χέρια της)
Βρήκα έναν άνθρωπο και είναι κι αυτός πεθαμένος;
ΑΡΒΑΖ
Είναι γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά. Γιατί όπου γεννηθεί, την ίδια στιγμή πεθαίνει. Σαν μια χιονονιφάδα που πριν προλάβεις να την αγγίσεις έχει λιώσει κιόλας. Σαν μια αστραπή που για μια στιγμή τη βλέπεις και τελείωσε. Μα εκείνη η στιγμή είναι που μετράει-αυτήν όταν γνωρίσεις τα έχεις γνωρίσει όλα. Και ύστερα όλα για σένα είναι ένα μεγάλο τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
Αφού δε θέλεις να ζήσεις για σένα, ζήσε για τους άλλους… ζήσε για μένα…
ΑΡΒΑΖ
Για τους άλλους;.. Για σένα;.. Λέσλυ! Πώς να στο πω …πώς να στο πω χωρίς να με κοροϊδέψεις… πώς να στο πω και να με πίστευες… πώς να στο πω και να μη, ίσως, με μισήσεις…
ΛΕΣΛΥ
Πίστεψα σε σένα. Θα πιστέψω κι ό,τι μου πεις. Πώς μπορείς να σκεφτείς πως θα σε κορόϊδευα;
ΑΡΒΑΖ
(σιγά και πειστικά)
Λέσλυ, δεν υπάρχεις ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
(Η Λέσλυ μένει ακίνητη και σιωπηλή για λίγο. Ξαφνικά μια λάμψη περνάει από τα μάτια και από το μυαλό της και τα φωτίζει. Ύστερα ήρεμα, γλυκά, τρυφερά, υποτακτικά και αποφασιστικά)
ΛΕΣΛΥ
Έλα Αρβάζ. Έλα καλέ μου. Πες μου τι πρέπει να κάνω. Έλα.
(Τον φιλεί απαλά, σαν αέρινα, στα χείλη, στα μάτια, στα μαλλιά, στα χέρια, ενώ μιλεί)
Μίλα λατρευτέ μου. Διάταξέ με. Πες μου τι να πω και τι να κάνω θρηνώντας. Όλα θα γίνουν όπως μου πεις.
ΑΡΒΑΖ
Ας κλείσουμε το παράθυρο.
(Το κλείνει)
Αν άκουγε κανείς το θρήνο σου θα τρόμαζε.
ΛΕΣΛΥ
Πες μου.
ΑΡΒΑΖ
Όταν βγει και η τελευταία μου πνοή θ΄αρχίσεις το θρήνο. Θα κλαις σαν να πέθανες εσύ η ίδια. Ή σαν να έχασες ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο. Ο θρήνος θα βγαίνει από το στόμα σου σαν χείμαρρος. Σαν μέχρι τώρα να τον συγκρατούσες για κάποια αιτία. Θα προσπαθείς, όσο μπορείς, οι κραυγές σου να φτιάχνουν λόγια, λέξεις, προτάσεις ολοκληρωμένες όσο είναι δυνατό-όσο σου επιτρέπει το κλάμα. Θα δαγκώνεις τα χείλη σου από την απελπισία. Θα τραβάς τα μαλλιά σου, θα ξεσχίζεις τα ρούχα σου, θα δέρνεις τα στήθη και τους μηρούς σου με τα χέρια σου. Το τι θα λες αποφάσισέ το εσύ η ίδια. Αν όμως αυτό σε δυσκολεύει, σου έχω αφήσει ένα μοιρολόγι. Έτσι λένε στην πατρίδα μου τα λόγια που λένε θρηνώντας επάνω από τους νεκρούς. Παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις θα κάνεις μόνη σου, χωρίς να το καταλάβεις αφού πραγματικός πόνος θα σε οδηγεί. Η φωνή σου θα είναι δυνατή, πολύ πονεμένη, στριγκιά. Το κλάμα δύσκολα θ’ αφήνει τα λόγια να ξεχωρίζουν. Η φωνή σου θα ’χει ανεβάσματα και κατεβάσματα. Κάθε εκπνοή σου θα καταλήγει σε βογγητό ή σε άναρθρη στριγκιά κραυγή.
ΛΕΣΛΥ
Κατάλαβα. Θα γίνει όπως μου είπες. Πριν όμως θέλω κι εγώ κάτι από σένα. Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Ο έρωτας είναι η δυστυχία του ανθρώπου.
ΛΕΣΛΥ
Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Η επιθυμία είναι το δόλωμα της ζωής.
ΛΕΣΛΥ
Το θέλω.
ΑΡΒΑΖ
Η ηδονή είναι ο φονιάς της γνώσης.
ΛΕΣΛΥ
Είμαι γυναίκα.
ΑΡΒΑΖ
(Απλώνει τα χέρια του)
Έλα.
(Η Λέσλυ πλησιάζει. Φιλιούνται σ’ ένα παρατεταμένο, παθιασμένο φιλί. Μετά απ’ αυτό μένουν σφιχτά, απελπισμένα αγκαλιασμένοι, σαν να γυρεύουν να γίνουν ένα σώμα οι δυο τους. Τέλος χωρίζουν)
ΛΕΣΛΥ
Τι γλύκα! Ίδιος ο θάνατος!
(Κάθεται. Δακρύζει. Τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, αβίαστα, χωρίς αναφιλητά, σαν αυτό να είναι μία φυσιολογική κατάσταση όπως όταν μιλάμε ή ανασαίνουμε. Έτσι τα δέχεται και ο Αρβάζ. Και έτσι ως το θάνατο του Αρβάζ)
ΑΡΒΑΖ
Είχα σκοπό να σε αφήσω εδώ
(Βγάζει ένα άσπρο κουτάκι από την τσέπη του)
και να πάω στην κουζίνα για να πάρω αυτή τη σκόνη.
(Σκουπίζει τα δάκρυα της Λέσλυ)
Τώρα όμως δε χρειάζεται-έτσι δεν είναι;
ΛΕΣΛΥ
(Ψιθυριστά μέσα από τα αναφιλητά της)
Όχι, δε χρειάζεται…
ΑΡΒΑΖ
(Δείχνει έναν φάκελο στη Λέσλυ)
Μέσα εδώ βρίσκονται χρήματα-πέταξέ τα-, ένα μοιρολόγι κι ένα γράμμα για την περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να σε συνδέσει με το θάνατό μου.
(Ρίχνει τη σκόνη μέσα στο ποτήρι με το νερό και πίνει. Ύστερα ξαπλώνει στο κρεβάτι. Σιωπή. Χωρίς να κοιτάζει τη Λέσλυ)
Σ’ ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Εσύ εμένα;
(Κάθεται στην πολυθρόνα που βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι του Αρβάζ, κλείνει το χέρι του στα χέρια της και το φιλεί απαλά και το χαϊδεύει, ώσπου να νιώσει ότι αυτό παραλύει. Τότε ξεσπάζει σε γοερό θρήνο ξεσχίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλά της)


                                ΑΥΛΑΙΑ