Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

 Ημέρα της ποίησης. 
Ας βάλω εδώ σαν συμμετοχή μου στην ημέρα Της λίγα από τα γραφτά μου που έχουν μέσα το όνομά Της.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Τα πάντα στην τέχνη του πρέπει να θυσιάσει ο ποιητής, 
αν ποιητής θέλει να ’ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει, 
και να υποφέρει, 
και να λιώσει κάτω από τ’ άρμα της, 
με την ελπίδα απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη στίχοι, 
που, 
με τη σειρά τους, 
την ποίηση θα συνεχίσουν.

Γιατί δεν είναι ο ποιητής το κέντρο του σύμπαντος. 

Μία εφήμερη στιγμή είναι, 
που από μέσα της 
το πνεύμα των προϋπαρξάντων ποιητών περνά, 
τραβώντας προς το μέλλον 
στον ποιητή που θα την συνεχίσει. 



GABRIELA MISTRAL

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες-γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει. 

Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.





Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 

Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 
πως η ποίηση κάνει ό,τι η βακτηρία-
πως βοηθάει τον άνθρωπο να 'ναι υποφερτό 
το περπάτημά του μες στην ιστορία.

Πως σηκώνει λίγο απ' το βαρύ φορτίο 
κι έτσι αλαφρώνει κάπως τη ζωή
σκέποντας το βάρβαρο και τραχύ τοπίο 
πίσω από ανάλαφρη μια περιγραφή.





Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 

Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 
δίνει ζωή σ' αντάλλαγμα για τη φιλοξενία 
έτσι της θείας Ποίησης η ιερή μανία 
δίνει ζωή στον πένθιμο της ζήσης τον ρυθμό.


ΠΟΙΗΣΗ 

Ευλογημένο μου χαρτί 
και άγιο μου μολύβι 
θεούς σας λέω κι ακριβούς
φίλους κι αγαπημένους. 

Μαζί σας λύπη δε χωρεί 
και σκέψη οργισμένη 
χαρά μαζί σας, θαλπωρή,
κι η λύπη περασμένη. 

Εσείς μητέρα κι αδερφός
και κόρη αγαπημένη 
εσείς αγέρας δροσερός  
σε γη ηλιοκαμένη.

Εσείς δροσιά, εσείς πηγή,
στης έρημου τα πλάτη
σεις της ελπίδας η αυγή
στου σκότους τ’ άγρια βάθη. 

Χαρτί μου και μολύβι μου
και τη ζωή χρωστώ σας
και το μικρό καλύβι μου
σας το χρωστώ δικό σας. 

Μπορείτε να ’χετε οίηση
και παίνεμα γιατί
χωρίς εσάς η ποίηση
δε θα ’ταν δυνατή.


Η ΓΛΥΚΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ 

Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με το λευκό δέρμα και τα χέρια τα βελούδινα,
με το πρόσωπο το αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
«Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη…»
«Εγώ πριν από έναν ποιητή;..»
«Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε…»
«Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.»

Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηρηίδων,
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.
                      -----


ΜΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα. 
Για να ’χω λίγο φως μέσα στον Άδη 
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.

Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε. 
Μ’ αυτoύς που ολοζωής τους στίχους γράφω,
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
                         -----



ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ 

Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο  
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω 
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.  

Το ακολουθεί με αγωνία 
Να σταματήσει  προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει. 

Μάταια όλα. Αυτό 
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω. 
Και φτάνοντας εκεί 
Σε πράγματα το βλέπει 
Να έχει αλλάξει 
Καθημερνά, 
Και σε συνήθειες βρώμικες- 
Ανωφελείς. 

Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας: 
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική. 
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.  
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί 
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί 
και θλίβεται.  

Μα έρχονται φορές που λέει: 
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο 
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή 
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες 
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα. 

Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα. 
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του 
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα 
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»  


ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομάτα, 
που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελάρο πάνω καθισμένη, ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα και φυσικά και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί και ξάφνω, 
τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει, 
που και δική σου γίνεται, 
και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις, την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;» και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις 
και πάτε σπίτι 
και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε, 
κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ, 
έτσι και την ποίηση άλλων, 
δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις, που,
σαν να σού ανήκει, 
για μέρες λίγες κοντά σου την κρατάς.


21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)

Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;

Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής 
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.

Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!





Oι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι. 
Kαι πνιγμένοι στις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο. 
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.




ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ; 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει. 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.


ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ


Πεσμένος στη καρέκλα του μ’  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δεν δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη 
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’  αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες 
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.


 ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Χωρίς μελάνι γράφεται ένα ποίημα
Μα όχι δίχως αίμα.
Ποτάμι γίνεται χωρίς νερό
Μα όχι δίχως ρέμα.

Αλαφροϊσκιωτες κυρές
Και νέοι μαρμαρωμένοι
Για παραμύθια είναι καλοί
Μα για την ποίηση ξένοι.

Η γελασμένη κοπελιά
Του ήλιου η ώρια δύση
Τ' ανθένιο μοσκοβόλημα
Η μαγεμένη φύση,

Είναι καλά για χαρωπά
Κι ανεύθυνα παιχνίδια
Μα για της ποίησης τη γιορτή
Τα μέτρα δεν είναι ίδια.

Η ποίηση είναι άστραμμα
Σε φονικό λεπίδι.
Η ποίηση είναι μισεμός
Γι αγύριστο ταξίδι.



ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ 

Σε μια στιγμή μονάχα εγώ
τον κόσμο έπλασα όλο
και τώρα πια τόνε τρυγώ
γλυκόν και φεγγοβόλο.

Εγώ ο μέγας ο Ποιητής 
Εγώ ο μέγας Χτίστης
Εγώ ο μέγας Ασκητής 
Εγώ ο μέγας Μύστης. 

Εγώ που όταν όλα αυτά 
τα είδα τελειωμένα
με ικανοποίηση βαθιά 
κοίταξα το καθένα

κι αυτά χωρίς να μου το πουν
τα ’βαλα στο πλευρό μου
και τους επέτρεψα να ζουν
στον κόσμο τον δικό μου.


Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 

Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 
μη όλο το βάθος της δεν αιστανθούμε. 
Και γράφουμε... και συλλαβές μετράμε… 
αλλ’ άδικα το χρόνο μας χαλάμε.

Από το άλφα της μέχρι το ωμέγα 
η ποίηση όλη μ’ ό,τι κλείνει μέγα 
στης Λώρας ήταν μέσα τη φωνίτσα 
όταν της τράβηξα την κορδελίτσα.

Χαράστους όσους η ζωή αξιώνει 
και τέτοιαν αίσθηση τους φανερώνει:
να γεύονται έστω λίγες εδώ κάτου 
σταγόνες απ’ τη δρόσο του Θανάτου.


Η ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΩΝΗ

Μες στον καταιγισμό τόσων ασήμαντων 
Τυχαίων γεγονότων,
Κανείς μπορεί να βρει τον εαυτό του
Μέσα του αν ακροαστεί τόσο βαθιά,
Ώσπου ν’ ακούσει εκείνο το ανείπωτο και νέο 
Που από τον ίδιο μόνον ξεκινά.

Κι όταν  
Ξεχνώντας ό,τι έχει ως τότε μάθει, 
Φτάσει
Πέρα από κάθε επίκτητο αίσθημα
Στη μύχια εκείνη αρχή της μέσα του φωνής,
Σχέση έχει αποκτήσει πια στενή αλλά και βαθιά
Με τη ποίηση.


 ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Παίζουν  και ξαναπαίζουν τους ποιητές 
Και ακκίζονται με ρίμες και με λέξεις. 
Για ύφος, φόρμα, ποιότητα και τεχνικές 
κάνουν ανερυθρίαστα διαλέξεις. 

Αλλά το μόνο που δεν είναι ποιητές.  
Ντόρος να γίνει θέλουν γύρω απ’τ’ όνομά τους  
όπως σε κείνηνε τη σύναξη προχτές  
που κάνανε τρεις ποιητές κι είχαν κοντά τους 

Τον Πρέσβη, Διοικητές κάποιων Σχολών, 
Κυρίες που στο βάψιμο ήσαν άψογες… 
μα η γνώμη έλειπε των ειδικών 
και μοναχά για ποίηση δεν άκουγες. 

Ποίηση δεν είναι, ω! μεγάλοι στιχοπλόκοι 
Η ανταλλαγή γνωμών σ ένα σαλόνι 
Κι οι μεταξύ σας χαρισμένοι θώκοι. 
Η ποίηση γροθιά είναι στο σαγόνι. 

Και μάχη. Και φωτιά. Βουή. Αντάρα. 
Κι είναι ξεσήκωμα λαών αδικημένων 
Στης εκμετάλλευσης ενάντια την κατάρα. 
Κι είναι αποκάλυψη Παράδεισων κρυμμένων.  

Η ποίηση ειν’ αυτή που ξεριζώνει 
Τον κόσμο τον παλιό τον σαπισμένο 
Και με σπαθί στο χέρι θεμελιώνει 
Έναν καινούργιο κόσμο ευτυχισμένο.


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

 Η ΝΙΚΗ

Ο βασιλιάς καθόταν στον χρυσό του θρόνο.
Λίγο θλιμμένος.
Λίγο σκεφτικός.
Δίπλα του
πάνω στον άδειο θρόνο της βασίλισσας
ήρεμα ακουμπισμένο
το γράμμα του αρχιστράτηγου
και το μαχαίρι με το φρέσκο του αίμα-
μόλις φτασμένα και τα δυο:
"Μεγαλειότατε
αλλάξαν όλα.
Ο εχθρός εμπήκε.
Ατίμασα τα όπλα μου και την πατρίδα.
Αυτοκτονώ"
Κι απέξω από την πόρτα περιμένοντας
για να τον συγχαρούν για μία νίκη
που σε ήττα είχε αλλάξει,
οι ευγενείς οι άρχοντες, ο κλήρος. 

Έντεκα χρόνια βασιλιάς-έντεκα χρόνια πόλεμος.
Πόλεμος αδυσώπητος.
Σκληρός.
Έχασε στρατηγούς και στρατηγούς
κι αμέτρητους στρατιώτες.

Τέλος κουράστηκε
(πόσες φορές δεν είπε να τα παρατήσει...)

Αλλά κι ο εχθρός...
επίμονος.

Tι εχθρός-απλά τονε ζηλεύαν
και βαλθήκαν να τον καταστρέψουνε. 
Ως για προφάσεις, άλλο τίποτα. 

Και χτες όλα τελειώσανε με νίκη.
Επιτέλους δικαιώθηκε.
Δικαίωση πληρωμένη ακριβά, όμως δικαίωση.

Ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους και αλάλαζε.
Φωτιές χαράς στις γειτονιές.
Τραγούδια επινίκια σε σπίτια και πλατείες.
Βέβαια
έντεκα χρόνια-μια ζωή-αγώνας 
λίγο δεν ήταν δα.
Αυτό πολύ καλά κανείς το νιώθει. 

Χτες ολ’ αυτά.
Και τη νύχτα...
Πότε προλάβανε κι ανασυντάχτηκαν; 
Ποιες ενισχύσεις-κι από πού-τους ήρθαν;
Κι ορμή καινούργια τόση πού τη βρήκανε;-
χυμήξαν ξαφνικά
κι ό,τ’ είχε κερδηθεί το ξαναπήρανε 
κι ό,τι κρατιόταν από πριν και από πάντα το αρπάξανε.
Γκρεμίζουνε, σκοτώνουνε, καίνε ακόμα... 

Τις λεπτομέρειες του τις έφερε αυτός
που ’φερε και το γράμμα 
ο ίδιος που είδε το μαχαίρι 
χωμένο στην καρδιά του αρχιστράτηγου. 

Ε! Πάει πια!
Τελείωσε κι ο πόλεμος.
Τέλειωσε κι η ζωή-ε!
Κάτι έπρεπε κι αυτή κανείς να τήνε κάνει...

Πάει κι αυτό λοιπόν.
Εμπήκανε.
Μέχρι το βράδυ θα ’ναι εδώ.
Μα όλοι εδώ γιορτάζουνε τη νίκη.
Κι οι έμπιστοί του περιμένουν να τον συγχαρούν.
Ας έρθουνε λοιπόν!
Δε θα τους έλεγε τα τελευταία νέα.
Ας έρθουνε. Και να το μάθαιναν αμέσως τώρα
καλλίτερα τα πράγματα να γίνουν δεν μπορούνε. 
Ύστερα αυτήνε τη χαρά οι άνθρωποί του την αξίζουν. 
Χρόνια την επερίμεναν.
Άνθρωποι αγαθοί.
Και αγαπούν το βασιλιά τους.
Μετά-πού ξέρεις 
μπορεί η ήττα αυτή να είναι νίκη
(που ’ναι κι εκείνος ο ψευτοφιλόσοφός του-τέτοια
πόσα δε θα ’χε να του πει μια τέτοιαν ώρα...) 

Λοιπόν εμπρός. Ας μπούνε.
Να κρύψει το μαχαίρι μόνο και το γράμμα
-κι αυτός ο αρχιστράτηγος πολύ ευαίσθητος-
κι ένα χαμόγελο ευφροσύνης να φορέσει
συγκαταβατικό και κουρασμένο
σαν ανεξέταστης παραδοχής. 

"Θαλαμηπόλε! Άνοιξε τις πόρτες!"… 
Πού χάθηκε κι αυτός...
Καλά. Θ’ ανοίξει μόνος του τις πόρτες.
Δικαιολογείται κάποτε ένας βασιλιάς
πράξεις να κάνει άλλοτε ασυνήθιστες. 

Σηκώθηκε. 
Τραβώντας προς την πόρτα
σκεφτόνταν πως οι ευχές των επισήμων
σαν μύρο ζωής θα έπεφταν στο σώμα τού θανάτου- αρέσκονταν ο βασιλιάς σε τέτοιες σκέψεις.

Ετράβηξε τον σύρτη.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

  ΤΑ ΚΙΝΕΖΑΚΙΑ

Eίναι κάτι κινεζά-κάτι κινεζάκια
σαν τα πορσελάνινα τεχνικά βαζάκια
που προσμένουνε θαρρείς τ' άνοιγμα της βρύσης-
που προσμένουνε θαρρείς-αχ!-να τα γεμίσεις.

Μην τ’ αφήσεις να χαθούν, Μούσα, μην τ' αφήσεις.
Μες σε τούτες τις γραμμές πρόφτασε να κλείσεις
λίγο από το λάγγεμα που ’χουν στα ματάκια
κάτι ζέκια… κάτι να... κάτι κινεζάκια…

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

 Η Ανθρωπότητα είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Η αναπνοή της διαρκεί διακόσα χρόνια.
Για εκατό χρόνια εισπνέει Ψευδοδημοκρατία και Ψευδοειρήνη, και για τα επόμενα εκατό εκπνέει διοξείδιο του Φασισμού και αλλοτροπική μορφή Πολέμου.
Ζούμε την έναρξη της εκπνοής της.

  ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Σου είπα- «τα κορίτσια».
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!..
-Ναι.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 (Προ διετίας είχα γράψει:

«ΠΕΡΙ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΩΝ ΗΠΑ
Επιτέλους! 
Πρέπει να επέμβουν ο ΗΠΑ στο Ιράν. 
Καλά. Δεν μπορούν να επιβληθούν στον Πούτιν και να σταματήσουν αυτό τον άδικο πόλεμο. 
Μα στο Ιράν ; Στο Ιράν δεν μπορούν να επέμβουν; Σίγουρα μπορούν. 
Γιατί δεν το κάνουν; 
Ποιος το ξέρει…
Δεν βλέπουν πόσο υποφέρουν οι περσίδες γυναίκες; 
Πολλές γενιές γυναικών ιρανών έχουν ζήσει έτσι. 
Μα και σήμερα που τόσο έχει πάει μπροστά η ανθρωπότητα να ζουν έτσι; 
Πώς επιτρέπουν να κλείνεται μια γυναίκα πίσω από ένα μαύρο πέπλο; 
Δεν θέλει αυτή να δείξει το στήθος της στον κόσμο; 
Δεν θέλει να πάει στην αγορά φορώντας μια μίνι φούστα όπως οι δυτικές γυναίκες κάνουν;
Δεν θέλουν και οι ιρανές να πηγαίνουν σε πάρτι όπου στο αποκορύφωμα του κεφιού γδύνονται όλοι και όλες και πέφτουν στην πισίνα-δεν είναι αυτό το αποκορύφωμα της ελευθερίας του ανθρώπου;
Ή μήπως δεν είναι γνωστή η κακοδαιμονία που συντροφεύει τα ανελεύθερα καθεστώτα;
Λοιπόν;
Γι αυτό δεινοπαθεί οικονομικά το Ιράν. 
Πώς θα δουλέψουν τα αρωματοπωλεία, τα καταστήματα που πουλάνε είδη σεξ, είδη γυναικείου καλλωπισμού, τα ανθοπωλεία, τα κοσμηματοπωλεία; 
Τα τόσα γυναικεία γυμναστήρια, τα τόσα ινστιτούτα καλλονής, τα τόσα μέρη εκγύμνασης για γυναίκες, τα τόσα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες συσφίξεως ορισμένων μυών, ανορθώσεως στήθους, εξαφανίσεως ρυτίδων, θεωρούνται περιττά από τους ιρανούς δικτάτορες τάχα; 
Και αν αυτά έβλαπταν τα κράτη, πώς οι ιρανοί εξηγούν την πρόοδο σε όλους τους τομείς τόσων Δυτικών κρατών, που όλα αυτά τα έχουν θεοποιήσει; 
Οι δικηγόροι του Ιράν ασφυκτιούν οικονομικά χωρίς τους βιασμούς, τα σεξουαλικά εγκλήματα, τις μοιχείες, τα διαζύγια, τις σεξουαλικές επιθέσεις, τα μαχαιρώματα για τα μάτια μιας γυναίκας. 
Δεν σκέφτονται οι ιρανοί ιθύνοντες: πώς θα λάμψει το δίκαιο αν δεν υπάρξει το άδικο ώστε το δίκαιο να του επιβληθεί;
Και το Δικαστικό Σώμα με τι θα ασχοληθεί;  
Αν δεν υπάρξουν, γρήγορα μάλιστα, τα ξενυχτάδικα, τα στριπτιζάδικα, τα καλλιστεία, πώς θα πάει μπροστά η έρημη αυτή η χώρα; 
Αμ το άλλο; Γιατί οι γυναίκες να μην σπουδάζουν; Σκέφτηκε κανείς τη ζημιά-την μη πρόοδο, που επισυμβαίνει στην ανθρωπότητα από την απαιδευσία των γυναικών; Τα δυτικά κράτη θα είχαν φτάσει στα άστρα αν οι γυναίκες ήσαν αμόρφωτες; Ή μήπως θαρρεί κανείς ότι δεν συνέβαλαν κι αυτές στο θαύμα που ζει σήμερα η Δύση;
Λυπάμαι για το Ιράν αλλά πιο πολύ για τις περσίδες. 
Ο αναχρονισμός σε όλη του την παλαιολιθική μεγαλοπρέπεια.
Η γυναίκα, λένε οι αρχηγοί του Ιράν, πρέπει να ανατρέφει με ηθική τα παιδιά της και να φροντίζει το σπιτικό της. 
Δηλαδή τι έπαθαν τα παιδιά που μεγάλωσαν με μια μητέρα που μπεκρούλιαζε στα ξενυχτάδικα; Δεν μεγάλωσαν σωστά; 
Και η γυναίκα που απόκτησε παιδί παύει  να θέλει να δείχνει όσο μπορεί πιο γυμνό το κορμί της στους άντρες-πάει να πει έπαψε να είναι γυναίκα; 
Εν κατακλείδι η σεξουαλική απελευθέρωση που τόσα καλά έχει προσφέρει στις Δυτικές Κοινωνίες, ποιος ο λόγος  να κρατιέται μακριά από τις περσίδες; 
Και δεν πρέπει εμείς, να βάλουμε στον δρόμο της προόδου κράτη και κοινωνίες όπως το Ιράν;
Γιατί να μην μπορούν οι περσίδες να κυκλοφορούν με μία μίνι φούστα που τελειώνει ακριβώς εκεί που αρχίζει το αιδοίο;
Γιατί να μην μπορεί μια Ιρανή να εμφανίζεται στην αγορά με ένα αστεράκι μόνον να κρύβει την θηλή του στήθους;
Γιατί να μην μπορούν οι παντρεμένες Ιρανές να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις-τέτοιος αναχρονισμός…
Γιατί να μην μπορούν οι ιρανές να κάνουν έρωτα στο εστιατόριο όπου γευματίζουν, αν κάποιος πελάτης τους άνοιξε την όρεξη και γι αυτό;
Με ένα λόγο, γιατί να απαγορεύεται στις ιρανές να είναι πόρνες;
Επιτέλους! 
Πρέπει να επέμβουν οι ΗΠΑ στο Ιράν.»

Έστω και αργά εισακούστηκα.