Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

 

 ΚΑΙ ΆΛΛΑ ΠΟΛΛΑ

Γεμάτος με θλίψη
και άλλα πολλά 
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά. 

Μου έχεις σηκώσει
εσύ τα μυαλά
μου έχεις σηκώσει
και άλλα πολλά. 

Σε έχασα κι όλα
τα βλέπω θολά-
τα τούβλα, τα βόδια
και άλλα πολλά. 

Αν ησουν κοντά μου
θα ήταν καλά'
θα κάναμε τρέλες
και άλλα πολλά. 

Θα σου 'γραφα ακόμα
και άλλα πολλά
μα έχω μελέτη
και άλλα πολλά.

Και τώρα σ' αφήνω
με μάτια θολά,
γκαβά, δακρυσμένα
και άλλα πολλά. 

 
Η γρίπη

Α! Τι καλά να ’σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος 
και άοσμοι οι κήποι!

Να σε πονούν τα κόκκαλα
και να σου τρέχει η μύτη
ν’ ακούς πουλιά γλυκόλαλα
μες στο ίδιο σου το σπίτι.

Να βλέπεις τον αντίχειρα
τεράστιον του χεριού σου
και ν’ απορούν ανίσχυρα
η λογική κι ο νους σου.

Στον πυρετό να ψήνεσαι 
αλλά να μη το νιώθεις' 
απ' τα υγρά να πίνεσαι 
κι ας είσαι συ ο πότης.

Α! Πώς η γρίπη θα ’θελα
αιώνια να κρατούσε-
να πλέει η ζωή σε διάσελα
που πριν δεν το μπορούσε. 

Ναναι όλα ένα όνειρο
αλλά να είσαι ξύπνιος,
στο μέτωπο ξυδόνερο
να ’χεις όσο είσαι ύπτιος,

κι αν ξεχαστείς κι ως στέκεσαι
γυρίσεις το κεφάλι
ολόστεγνος να αιστάνεσαι
σαν άνυδρο ακρογιάλι.

Να έχεις πονοκέφαλο
να ’χεις καρηβαρία
να ιδρώνει το προσκέφαλο
απ’ την πολλή αγγαρεία 

κι η ζάλη η καλοπρόφταστη
κι η ζάλη η ’βλογημένη
η ζάλη η ζαχαρόπλαστη-
η ζάλη!- να σε δένει

μέ τέτοια χάδια ανάλαφρα
που πια το χώμα αφήνεις
κι αργοπλανιέσαι άπαυτα
στα πούπουλα μιας δίνης,

που κάνει τα μηνίγγια σου
πουλιά που φτερακίζουν
σαν τα φτερά του Πήγασου
που-να ’τα! σε αγγίζουν.

Και κει ψηλά να έρχονται
μαζί σου οι ασπιρίνες
στο πλάι σου α στέκονται
και ν’ αρχινούν εκείνες

διόλου χωρίς να ντρέπονται
σαν φίνες ερωμένες
τα λόγια που δεν λέγονται
να λένε σαστισμένες.

Να λιώνεις από αγνότητα
να πνίγεσαι στο κάλλος
και να παινιέσαι αδόκητα
λες είσαι κάποιος άλλος.

Ή να ’χεις λες την άβυσσο
για πάντοτε αφήσει
και να ’σαι στον παράδεισο
Αδάμ πριν αμαρτήσει.

Ω! Τι καλά έτσι η άβολη
να φεύγει σου η λύπη
και τη χαρά την άδολη
να φέρνει μία γρίπη!

Ω! Τι καλά να βρίσκεσαι
στης γρίπης το κρεβάτι
και σε ζεστά να νήχεσαι
υγρά με λάμπον μάτι!

Τι ωραία να λυτρώνεσαι
απ’ όλες σου τις έγνοιες
και σε στρωσιές να στρώνεσαι
ζεστές και μεταξένιες!

Ω! Τι καλά που αιστάνεσαι
σ’ άλλη να ζεις μια πλάση
και μέσα της να χάνεσαι
σαν μέσα σε γιορτάσι!

Ω! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι...

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

 

28 ΟΧΤΩΒΡΗ
Ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ

Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχεν οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική. 

Μα ως γνωστόν εκτός απ’ τ’ ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να ’χει μέσα της και ΝΑΙ. 

Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.

Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά.

Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που τής ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.

ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ’ ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.

ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις. 

ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ Μέρκελ  και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.

ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.

ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ’ απολύσεις ΝΑΙ απεργών.

ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.

ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
ερημώνει από χαρά. 

ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
ΝΑΙ στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.

ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε ... 

Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.

Και σα βλάκες πια γελάμε
και κανένας δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ. 

Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει.
Αλλ’ ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.

Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα.

Ω! Γελοία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης!

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

 ΚΡΙΣΗ

Κρίση. 

Καιρός να φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου.
Καιρός να τρώμε πάλι ψωμοτύρι.
Καιρός να λέγονται πάλι παραμύθια απ’ της γιαγιάς το στόμα πριν τον ύπνο.
Καιρός το μίσος τους το ’να για τ’ άλλο να μην κρύβουνε τ’ αδέρφια.
Καιρός για όλους με τα πόδια στη δουλειά μας να πηγαίνουμε.
Καιρός τα τρόφιμα να τα φυλάμε στο «φανάρι».

Κρίση.
Καιρός να ’χουμε κότες στην αυλή μας 
και με τα φλούδια απ’ τα καρπούζια να τις τρέφουμε.
Καιρός να ’ναι ντυμένες οι γυναίκες όλες έτσι 
που μόνο πρόσωπο να μένει ξέσκεπο απ’ αυτές.
Καιρός με μία βόλτα στην πλατεία να διασκεδάζουμε.
Καιρός να χάσκουμε σα βλέπουμε αερόπλανο.
Καιρός να ξαναβρούμε τα βιβλία.
Καιρός να ξανανοίξουνε οι κινηματογράφοι.


Κρίση.
Καιρός για τις βεγγέρες στα σκαλιά του παλαιού σπιτιού. 
Καιρός για να γραφτούν πάλι στίχοι.
Καιρός να ξαναπάμε μετανάστες.
Καιρός του κουμπαρά.
Καιρός να παίζουν τα παιδιά μας μ’ ένα τόπι από κουρέλια.
Καιρός τ’ αντρόγυνα να βάλουνε ξανά τις μάσκες της αγάπης. 
Καιρός να υποταχτεί και πάλι ο άνθρωπος στη μοίρα του.

Κρίση.









ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΤΟΝ ΑΜΟΡΓΙΑΝΟ
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ 
(Κέντρο «Μύκονος», Λος Άντζελες, 1995)

Νίκο αηδόνι Ελληνικό στα δάση των βαρβάρων!
Νίκο αχτίδα θαλπερή αλλοτινών μας φάρων!
Νίκο ξενητεμένο μας αδέρφι, πατριώτη!
Νίκο τραγούδα! Θέρμαινε καρδιές! Φώτιζε σκότη!

Στον τόπο που μας πέταξε η ζωή αλυσωμένους 
Να υπηρετούμε άγνωστους, να ζούμε μες σε ξένους 
Νίκο τα πάθη μέρευε πότιζε τις ελπίδες
Αλάφρωνε… αλάφρωνε Νίκο τις αλυσίδες.

Νικόλα το τραγούδι μας μάς το ’χουν πάρει άλλοι.
Ποιος θα μπορούσε άραγε στο νου του να το βάλει
Ότι τη λύρα που ύπαρξη σε δέντρα κι όρη δίνει
Θα την ποδοπατούσανε αναίσχυντα εκείνοι…

Σαν λαίλαπα μια πέρασαν και ρήμαξαν τη χώρα
Απ’ όλα όσα οι θεοί της είχαν δώσει δώρα. 
Κι όπως το κάθε ευώδες της εξέραναν λουλούδι
Φεύγοντας την αφήσανε γυμνή κι από τραγούδι.

Μα όπως σαν πάψουν οι βροχές και στρίψουν τα ποτάμια
Κι ενώ να σβήσει σπαρταρά λες του νερού η Λάμια
Τα χιόνια λιώνουν στα βουνά και μες στο καλοκαίρι
Με το νερό τους γίνονται οι κοίτες πάλι ταίρι, 

Απ’ τις ψηλές έτσι κορφές της ψυχής των Ελλήνων-
Θρεμμένες με ιδανικά Πλαταιών και Σαλαμίνων
Αρχισε γλυκοκέλαδο να ροβολάει σακάτου
Ξανά το ζείδωρο νερό στα ρείθρα τα παλιά του.

Και πάλι, να! Βαδίζουμε. Με βήμα μετρημένο
Μα με το νου μας με κορφές Ολύμπων ταιριασμένο.
Κι άρχισαν να φυτρώνουνε πάλι στην Γη λουλούδια.
Κι αρχίσανε ν’ ανθίζουνε στα χείλη μας τραγούδια.

Μα τα τραγούδια, τα μικρά που ειχαμ’ έστω πλέξει
(Διαμάντι κάθε συλλαβή, ζαφείρι κάθε λέξη)

Πίσω εμείς τ’ αφήσαμε, με κάθε τι δικό μας 
Όταν μας έστειλε αδειανούς εδώ το ριζικό μας.

Αλλά η φλόγα όπως χωρίς πνοή αέρα σβήνει
Χωρίς τραγούδι δεν μπορεί και ο Ρωμιός να μείνει.
Κι αυτό είναι Νίκο που σ’ εμάς όλους εδώ προσφέρεις
Όπως η ωραία σου φωνή και σύ μονάχα ξέρεις.

Με το γλυκό τραγούδι σου λίγη Ελλάδα παίρνεις
Και μέσα στου Λος Αντζελες την έρημο τη φέρνεις. 
Και διψασμένοι πίνουμε – και ξέδιψοι μεθούμε
Και λίγο στυλωνόμαστε- και λίγο ξαναζούμε.

Μες στου βαθιού σου τραγουδιού χανόμαστε τους γύρους
Κι όταν, αργά, θα φύγουμε, κρατάς εκεί ομήρους
Τη σκέψη και την έγνια μας στα τραπεζάκια πάνω
Όπως η άλλη Μύκονος κράταε τον πελεκάνο.

Και, Νίκο, δεν μας δίνεις μια πατρίδα ψευτισμένη
Σαν τραγουδάς. Ούτε καμιά πατρίδα φαντασμένη. 
Παρά μας δίνεις τη γλυκιά Πατρίδα όπως είναι.
Η Αθήνα στέκει δίπλα μας και όχι «αι Αθήναι». 

Οι όμορφες οι γειτονιές κι όχι το Κολωνάκι.
Μας δίνεις την Ακρόπολη βράδυ με φεγγαράκι.
Μας σεργιανίζεις σε μικρές υπόγειες ταβέρνες
Που είναι ακένωτες χαράς και αντροσύνης στέρνες.

Μας δίνεις Κυριακάτικα λαμπρά απογεματάκια
Που τα καλά τους βάνουνε τα νια παλληκαράκια
Και βόλτα βγαίνουν για να δουν κάποιο κρυφό μεράκι-
Μια Δέσπω… μίαν Άρτεμις… τη Μαίρη…. το Φροσάκι…

Της Ελληνίδας λεβεντιάς Νίκο το θείο δώρο
Μας δίνει το τραγούδι σου στης «Μύκονου» το χώρο:
Ότι του έλληνα η ψυχή, και μες σε χέρια ξένα 
Αλύγιστη είναι πάντοτε και σκλάβα σε κανένα. 

Νίκο φωνή ρωμαίκη στη ξένη Καλιφόρνια!
Φωνή γλυκό κελάδημα μέσα σε κρώζοντα όρνια!
Κελάδημα που βάλσαμο μες στη ψυχή σταλάζει
Κι εκείνη γλυκό ’φραίνεται κι άφατα αναγαλλιάζει!

Νίκο τραγούδα! Την παλιά ανάσταινε τη Δόξα. 
Του Δωρικού μας του ναού ζωντάνευε τα τόξα 
Κι αυτά με βέλη τις σεπτές γραμμές του ας μας τοξέψουν: 
Τέτοιες σαϊτιές κάθε πληγή μπορούνε να γιατρέψουν. 

Δροσιά στο κάμα του ηλιού ειν’ η φωνή σου Νίκο. 
Φραγγέλι το τραγούδι σου στου Εμπορίου τον Οίκο 
Κι η πίστα όταν πάνω της βρεθείς γεμίζει μάγια 
Σαν πρωτοθώρητα εκεί του Έθνους να λάμπουν τ’ Άγια. 

Νίκο τραγούδα! Πότιζε μ’ Ελλάδα τη ζωή μας.  
Ό,τι εκεί αφήσαμε φέρνε το εδώ μαζί μας.    
Και τις πικρές της ξενιτιάς τις μαύρες κάνε ώρες 
χαρούμενες να μοιάζουνε νυφούλες λευκοφόρες.


 ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΩΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΑΠΡΙΛΗ

1-4-14
Ο Σαμαράς με γράμμα του στη Μέρκελ απαιτεί τα χρωστούμενα από την Κατοχή.

2-4-14
Ο Σαμαράς μιλώντας στο λαό καταλήγει: «Ο φασισμός θα νικήσει!» Ευθύς κατόπιν και απομακρυνόμενος από το μικρόφωνο ακούγεται να λέει: «Γ… το κεφάλι μου…» Και ξανάρχεται στο μικρόφωνο: «Η Δημοκρατία θα νικήσει!»

3-4-14
Ντομάτες και αυγά ρίχνονται ενάντια στον Γεωργιάδη στο Ίλιο. Εκείνος αναφωνεί: «Με τη σειρά! Με τη σειρά!» Οι ρίψεις σταματούν. Και ο Γεωργιάδης: «Πρώτα τα αυγά!..»

4-4-14
Κωνσταντοπούλου: «Φταίω εγώ αν μικροδείχνω;»

5-4-13
Παπανδρέου: «Όχι… όχι… όχι… όχι….» Οι σύμβουλοί του: «Κύριε Πρόεδρε φτάνει. Μόνο μια φορά-για τις Τράπεζες είπαμε!»

6-4-14
Βορίδης μονολογών: «Κι εγώ κομμουνιστής είμαι-τι δρεπάνι τι τσεκούρι…»

7-4-14
Μέρκελ: «Σαμαρά!» Σαμαράς: «Διατάξτε!»

8-4-14
Κεδίκογλου: «Πατάξαμε τη διαφθορά.» Διαφθορά: «Κούνια που σε κούναγε…»

9-4-14
Το πρωτογενές πλεόνασμα απαγγέλει Καρυωτάκη: "Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις"…

10-4-14
Στον Σαμαρά προσφέρθηκε από τη Μέρκελ θέση Συμβούλου παρά τη Καγκελαρία για ελληνικά θέματα.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

 Φεγγάρι
μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
να βάλω μέσα τις γροθιές μου
να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.

  
ΑΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Δεν ντρέπονται οι άθλιοι νέοι της Εσπερίας
να παρεκτρέπονται ενώ ευρίσκονται εις πορείας
και πλάκας να πετάγωσιν εκ των πεζοδρομίων
ως χαμινόπαις τις πετά δέσμην εκ χαλικίων;..

Ακούς εκεί να βάλουσιν κατά των πολισμάνων
ωσεί οι πρώτοι Αυστραλοί εποίουν κατά Τασμάνων…
Πολίται να τα βάζουσιν κατά της πολιτείας!
Τι άλλο τα μάτια μας θα δουν αυτάς τα δεκαετίας...

Ενώ οι έλληνες, εδώ, εις τας κλεινάς Αθήνας,
διαδηλούν μιμούμενοι γυναίκας αρσακίνας.
Ήγουν με τάξιν και σειράν και σεβασμόν μεγάλον-
πλείονα εκείνου που ο Ντε Γκωλ έχαιρε υπό των Γάλλων.

Του ΠΑΜΕ ιδέτε τας σεμνάς ωραίας συγκεντρώσεις
Που μεταδίδονται παντού-ως λέγουσιν «δια ζώσης»:
Ως αρσακίναι περπατούν και ούτε καν υβρίζουν
Κι ως εις τετράδας ξεκινούν, πίσω έτσι και γυρίζουν.

Ούτε βομβίδια ούτε καν αθώα βαρελότα!
Ελθέτε να θητεύσητε εις τας Αθήνας πρώτα,
και ύστερον διοργανώνετε πορείες και βολτούλες,
ίνα μη, μεταπορειακώς, κλαίουν δι υμάς μανούλες.

Εξάλλου εξεχάσατε πως είστε δημοκράται
και δεν αρμόζει με βαριάς και σφύρας να βαράτε
παρά να υποτάσσεσθε στα κοινοβούλιά σας
και ας βαράει ταμπουρά η πάμβροτος κοιλιά σας;

Θέλει θυσίας εξ υμών, κι ουχί εκ των βουλευτών
Που παγκοσμίως σύνολον δεινών εστί κλεπτών.
Και, ή Μακρονείς, ή Λεπενείς την εξουσίαν έχουσιν,
την αδημοκρατίαν πολύ-αλί-δεν την αντέχουσιν.

Και μέτρα θέτουσιν, ποινάς και φόρους καθιερώνουσιν
ου μην αλλά και απειθείς πολίτας μέσα χώνουσιν
υπείκοντες εις τον βαρύν που έδωσαν τον όρκον
κάθε ανυπάκουον να τσιμπούν ή έστω και μόνον ζόρ’κον.

Αλλιώτικα Ευρωπαίδες μου και υμείς Ελλάς θα γίνετε
που κλέψε κλέψε γέμισε ο κουβάς και πλέον χύνεται.
Ύστερον δέστε, ημπορεί κυβέρνησις να ζήσει
αν απεργήσει ο κάθε εις και αύξησιν ζητήσει;

Ουχί. Θα πρέπει άφραγκος κι άσιτος να την βγάζει
αντί εις πλατείας, κι εις οδούς και ρύμας να φωνάζει.
Καθίστε ώ νέοι! ήσυχοι, γιατί η ανησυχία
φέρνει-ως παρά τρίχα εδώ-πτώχευσιν απαισία.

Και τι; Υμείς θ’ αντέχατε μισθών ημικοπίαν
ή να ευρίσκετε τυφλούς με οράσεως υγείαν,
ή από κει που είχατε κάπου να κοιμηθείτε
ξάφνω εις δρόμους ασκεπείς, νήστεις να βολευθείτε;

Αν αληθώς εβούλεσθο τοιαύτα και σεις να ζήσετε,
εις τας οδούς σας έβγετε και, φίλοι, εκτροπήσετε-
μα να μη λέτε ύστερον (όχι αυτό της γέννας)
πως δεν σας ειδοποίησε περί αυτού κανένας.

Διότι εγώ ορμώμενος φιλίως απ’ εδωνά
της έμφρονος προλήψεως κρούω τον κώδωνα.
Αφήστε τας πορείας σας κι υποταγήν τολμήστε
αν θέλετε ήσυχον ζωήν και ευτυχή να ζήστε.

Και μη ακούσω δι ημάς πάλιν ότι πορεύεσθε,
κι ας μη ελλείψει σίτισης ουδόλως πλέον ρεύεσθε.
Ν’ ακούω θέλω υποταγήν και χάσιν πορειών
ώσπου να έβγει και αυτός ο δύστηνος αιών.

Και αν εις τον επόμενον οι κλέπται θα εκλείψουν,
καλώς. Μα αν κι άλλοι ως αυτοί  στην ζήσην σας ενσκήψουν,
υπομονή! Πάλιν αυτό πορειών δεν ειν’ αιτία:
ακολουθεί-σκεφθείτε το-Τετάρτη χιλιετία.

Ναι! Δεν αρμόζουσιν αυτά στα παρ’ υμίν ειωθότα.
Ελάτε να θεσεύσητετε εις τας Αθήνας πρώτα!