Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026

 ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΣΥΝΕΧΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ


ΠΟΙΗΤΗΣ

Ψυχή, γιατί εσάστισες σαν μπήκες εκεί μέσα;
Τόσο πολύ τα πράγματα-οι άνθρωποι σ’αρέσαν;
Γιατί μου βαθυβούρκωσες; Τι αγαπητό ξανοίγεις
Κι όλες για να ’μπει διάπλατα τις πόρτες σου ανοίγεις;

Γιατί, ψυχή, μού έτρεμες; Γιατί μου εβαριοσειόσουν;
Γιατί από με με μια κλωνά έξαφνα εκρεμόσουν;
Γιατί ,Ψυχή, πετάριζες και να μου βγεις ζητούσες;
Για πού να πας; Για πού να ’ρθείς; Πού να βρεθείς ποθούσες;

Ψυχή μου ποιος παραδαρμός-ποιος σάλαγος σε δέρνει
Και λάμια ορθογυμνόστηθη στα μάτια μου σε φέρνει;
Του λυτρωμού και του χαμού παρθένο εσύ κοράσι,
Λαχτάρα ποια σε φλόγισε κι όλη έκαψες την Πλάση;

Προτού να μπούμε μέσα κει σα ζω’ δαρμένο μού ήσουν
Κι έλεγα όσα σε φωτάν κεριά κι αυτά θα σβήσουν.
Πώς άναψες; Πώς άστραψες; Πώς ξάφνου ζωπυρώθεις;
Τι άκουσες; Τι αντίκρισες; Τι άγγιξες; Τι νιώθεις;

Ποια σίδερα που σ’ είχανε μέσα κλεισμένη σπάζεις;
Με ποια μαχαίρια για να βγεις το σώμα μου σπαράζεις;
Πώς ’σένα βλέπω το υγρό το μάτι όπου γυρνάω-
Πώς εμεγάλωσες, Ψυχή, και πια δε σε χωράω;

Τι εθυμήθηκες παλιό; Τι νέο σ’ έχει μεθύσει
Κι η πρωτινή σου η θωριά σα ζωγραφιά έχει σβήσει;
Τ’ ήταν αυτό που στην παλιά γλυκάστραψε τη θέση;
Τι πιο να λάμψει από σε, Ψυχή, έχει μπορέσει;

Εγώ καλά σε κράταγα μαυροησυχασμένη
Και σαν μικρή και σαν σεμνή και σαν παραδομένη.
Ποιο θάμα σε ζωντάνεψε; Ποια μάγια σε μαγέψαν;
Ποιες πιο γλυκές κι απ’ του έρωτα σαγίτες σε τοξέψαν;

Αγέρι ποιο σε χά’δεψε κι έχει σεισμός αρχίσει;
Ποια σε ακράγγιξε ομορφιά και σ’ έχει έτσι δονήσει;
Και πες μου-αχ!- πόσα φτερά Ψυχή μου είχες τάχα;
Για ένα τέτοιο τάραμα δε φτάνουν δυο μονάχα.

Μία καλή όταν μπήκαμε μέρα του Ιουνίου
Μέσα στο δώμα του μικρού νέου μας Προξενείου,
Πες μου Ψυχή, Άνοιξη ποια, μέσα στον χώρο εκείνο
Τον ευωδάτο-ν- άνθισε και άσπιλό σου κρίνο;

ΨΥΧΗ
Ποιητή, για μένα κι ας μιλάς, τίποτα δεν γνωρίζεις.
Μόνο τη λέξη έπλασες «Ψυχή» και την ψελλίζεις.
Μέσα σε σκότη ψάχνετε όσοι εμέ ζητάτε-
Αλλού η χάρη μου ανθεί κι εσείς αλλού κοιτάτε.

Σταμάτα τα ρωτήματα το νου σου που σκοτίζουν.
Χαρτί μολύβι μέριαστα-όλα δεν τα γνωρίζουν.
Υπάρχει κάτι-όσο κι αν, γι αυτό ελπίδες πλάθει-
Υπάρχει κάτι που ο νους ποτέ δεν θα το μάθει.

Και είμαι εγώ το κάτι αυτό. Για με ανθρώπων πλήθη-
Για να με βρουν- σκάψαν βαθιά μες στα πλατιά τους στήθη.
Πλήθη σοφών εθάρρεψαν πως μ’ είχανε γνωρίσει
Μα μέσα στη σοφία τους την άγνοια είχανε κλείσει.

Ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, πως μ’ ένιωσαν πιστέψαν
Και με την τέχνη τους καθείς να με ειπούν γυρέψαν.
Θρησκείες μ’ αναζήτησαν, με ψάξαν ερημίτες-
Μα πάντα μόνοι απόμεναν στις κρύες τους τις σκήτες.

Θέση καμιά δε ζέστανα μέσα σε νου ποτέ μου.
Αίμα ποτέ δεν έγινα της σκέψης της αναίμου.
Σχέση καμία με του νου δεν έχω την ουσία:
Της ύλης τ’ άνθος είν’ αυτός-είμαι η Υπερουσία.

Και πάλι τόσο είναι απλό κανείς να με γνωρίσει...
Φτάνει στα μέρη τα σωστά μόνο να με ζητήσει.
Μα ό,τι ρωτάς θα σου το πω. Μάθε. Κι αυτή σου η γνώση
Απάντηση στα τόσα σου ρωτήματα θα δώσει.

Είμαι το αχώριστο μισό απ’ ό,τι λες Πατρίδα.
Από τις δυο του φύλλου της η μια είμαι σελίδα.
Είμαι αυτό που δίχως του, το χώμα του κι οι πέτρες
Χώμα απομένει άνευρο-άχρωμες μένουν πέτρες.

Είμαι η πάχνη του πρωιού. Της χλόης η δροσούλα.
Το χρώμα είμαι το ρόδινο στη ντροπαλήν αυγούλα.
Είμαι ο αχνός ο καυτερός απ’ των ηρώων το αίμα
Που ρέει καλοτάξιδο στης λευτεριάς το γνέμα.

Είμαι της κάθε ελληνικής νεροπηγής η λάμια.
Είμαι του αγέρα φύσημα μες στα χλωρά καλάμια.
Είμαι το γλυκομούρμουρο του ρυακιού-το μύρο
Που ο ποθοπλάνταχτος σκορπάει βασιλικός τριγύρω.

Είμαι η χάρη του αηδονιού προτού αυτό να υπάρξει,
Και τη ζωή επερίμενα την πρώτη να χαράξει
Και τ’ ουρανού του ελληνικού να δω το πρώτο αηδόνι
Για να του γίνω η φωνή που σβήνει και λιγώνει.

Είμαι η κραυγή της ύπαρξης. Είμ’ η ανατριχίλα
Όπου ο Θάνατος σκορπά μες στης καρδιάς τα φύλλα.π
Και με λαχτάρα επρόσμενα τον έλληνα τον πρώτο
Για να ’μπω, ως μού ’χεν οριστεί, μες στο ζεστό του χνώτο.

Αφότου ο κόσμος πλάστηκε-αφότου η γης υπάρχει-
Αφότου είδανε το φως οι ελληνικοί οι βράχοι
Είμαι όποια εφύσησε πνοή στο χώμα πάνω εκείνο-
Κι ό,τι εδοξάστηκεν εκεί, μέσα μου εγώ το κλείνω.

Του Αχιλλέα είμ’ η αντρειά και του Δυσσέα ο Πόνος.
Κι είμαι του Αγαμέμνονα ο μιαρός ο φόνος.
Τ’ άμετρο είμαι ψήλωμα που ’δωσε στην Ελλάδα
Του Διάκου η αποθέωση και του Καψάλη η δάδα.

Της ελληνίδας είμαι γης η αύρα η ζωοδότρα.
Στα δέντρα της το άνθισμα. Το ψήλωμα στα χόρτα.
Είμαι ο αχός απ’ τις κραυγές του δουλωμένου γένους
Όταν, στο αίμα πλέοντας, κατάτρεχε τους ξένους.

Είμαι το δέσιμο γερά της δόξας με καθένα
’π’ τα ιερά τα φλάμπουρα τα αιματοβαμμένα.
Κάθε χωμάτινου εγώ είμαι η δόξα σβώλου
Κατ’ απ’ το διάφανο το μπλε τ’ ουράνιου μου του θόλου.

Το ήσυχο κουβέντιασμα είμαι μετά το δείπνο
Της συντροφιάς της βραδινής μέχρι να πάει για ύπνο.
Και είμαι η ενθύμηση της πρωτινής ζωής σου
Όπως την έζησες εσύ αλλά κι εγώ μαζί σου.

Είμαι το χρώμα τ’ ουρανού στη φλογισμένη δύση.
Είμαι το βέλασμα του αρνιού στο σκότος πριν βυθίσει.
Η γλώσσα είμ’ η ελληνική, η πρώτη εκείνη, η μία,
Και των τριών χιλιάδωνε χρονών της τα μνημεία.

Του καθ’ Εφιάλτη μου είμ’ εγώ η όποια προδοσία.
Των σκοτεινών των χαραδρών η νύχτια ησυχία.
Είμαι των δούλων οι αρές που ηχώντας στον αιώνα
Θα κηλιδώνουν το λαμπρό το φως του Παρθενώνα.

Μα όλ’ αυτά λες χάθηκαν σαν έφυγες στα ξένα
Παίρνοντας βέβαια μαζί αθέλητα κι εμένα.
Και θόλωσαν οι θύμησες και νέκρωσαν οι εικόνες,
Που παρηγόριες μου ήτανε και συντροφιές μου μόνες.

Και χώρισα από κάθε τι που ως τότε ήταν δικό μου-
Από ποτάμια, από δεντρά κι από τον ουρανό μου.
Και μείναν κείνα έρημα κι έμεινα εγώ μονάχη
Πιοτί πικρό τη θύμηση ο ένας τ’ άλλου να ’χει.

Κοντά τους πρώτα ήμουνα΄ και ξενιτιάς φαρμάκι
Το τ’ είναι δεν εγνώριζα και νόστου άγριοι δράκοι. 
Κι αξύπνητο κοιμότανε μέσα μου το θηρίο
Που τώρα ερμιά εξέχυνε στα μύχια μου και κρύο.

Από το χώμα μακριά που μ’ είχε αναθρέψει
Όλα τ’ αβρά μου νάματα πια είχανε στερέψει.
Σε ποια πουλιά να χάριζα φτερά; Εδώ άλλα έχουν.
Σε ποια ρυάκια μούρμουρο; Μ’ άλλη βοή εδώ τρέχουν.

Και πώς να εχαιρόμουνα μακριά από τη χαρά μου;
Για ποιον-για τι να τ’ άνοιγα τ’ άχρηστα πια φτερά μου;
Σε τι να έδινα φωνή; Σε τι ζωή κι ελπίδα;
Σε τι αφού δεν ήμουνα-δεν είχα πια Πατρίδα;

Κι ήμουν σαν κάτι ανύπαρκτο μα και που θέλει κάτι.
Σα μες σε τάφο μα και σαν στου πόνου το κρεβάτι.
Ήμουν εγώ από τη μια κι εγώ δεν ήμουν πάλι.
Κι όλα γυρνούσαν γύρω μου σ’ αργή αργή μια ζάλη.

Τώρα ένα δέντρο ήμουνα ρικνό και ξεραμένο.
Περιστεριού ολόλευκο κορμί μπαλσαμωμένο.
Που πάλι δεν περίμενε ποτέ να ξανανθίσει-
Που κάθε θέληση ζωής εντός του είχε σβήσει.

Κι ως τα παλιόχαρτα ψηλά μια δίνη στέλνει αέρα,
Έτσι εβρέθηκα κι εγώ στο Προξενείο μια μέρα.
Κι η λίγη ώρα που σ’ αυτό το κτίριο είχα μείνει
Μου έχει ανοίξει την πληγή που πια δεν ξανακλείνει.

Ξανά ενώθηκα εκεί μ’ αυτό που είχα χάσει.
Ξανά ενώθηκε μ’ εμέ ό,τι με είχε χάσει.
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινα Πατρίδα!
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινε Πατρίδα!

Αυτό που κάποτε έχασα να ’το! Το ξαναβρήκα!
Κι αυτή ’ταν η ακριβότερη ποτέ που ’δόθη προίκα.
Και η πολύφερνη εγώ και τυχερή ήμουν κόρη
Με της Ελλάδας που έσμιγα τους κάμπους και τα όρη.

Κι από νεκρή αναστήθηκα. Κι από τον πόνο βγήκα.
Και μια πνοή με φύσησε κι αυτή γεμάτη γλύκα.
Μέσα εκεί εφτερώθηκα ξανά-γι αυτό με είδες
Γεμάτη ορμή πρωτόφαντη και στέριες τώρα ελπίδες.

Στα μέρη ετούτα που άγνωστος και ξένος εγυρνούσες
Στο περιστέρι που νεκρό μέσα σου εκουβαλούσες
Ήρθ’ η ζωή-τα πριν ξερά του δέντρου τα κλωνάκια
Φύλλα κι ανθούς γεμίσανε και χαρωπά πουλάκια.

Κι αν να ’βγω από μέσα σου ήθελα λες-τι λάθος!
Να σε τραβήξω επάσκιζα προς του κτιρίου το βάθος.
Ρίζες εκεί να δέσουμε κι εγώ κι εσύ κι ω! θάμα!
Εκεί αιώνια κι άφευγα να μείνουμε αντάμα!

Μια πέτρα από τους τοίχους του να γίνουμε. Θηκάρι
Από ’να του αντικείμενο χαμένο στο συρτάρι.
Μολύβι στο γραφείο του-στον τοίχο του κρεμάστρα
Και κάθε εχθρού του να ’μαστε ορμή εμείς χαλάστρα.

Εκεί!.. Εκεί να μείνουμε!.. εκεί... εκεί... κοντά του...
Κοντά του ζούμε μοναχά-πεθαίνουμε μακριά του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μείνουμε αιώνια
Στις αψηλές όπως κορφές τ’ άλιωτα μένουν χιόνια.

Να είμαστε ό,τι νιώθουμε... Να ’μαστε ό,τι ποθούμε...
Μέσα στις πέτρες, στα νερά, στα ξύλα του να ζούμε...
Να μείνουμε! Ν’ αφήσουμε στο χώμα του-φαντάσου!
Εγώ την πεμπτουσία μου κι εσύ τα κόκαλά σου!..

Να μείνουμε Να ζώσουμε πάνοπλα την ειδή του!
Να νιώσει τη φροντίδα μας κι εμείς τη θαλπωρή του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μη μας ξαναπάρει
Κανείς, ούτε απ’ το πόδι μας στο χώμα του τ’ αχνάρι...

Στ’ αγαπημένα σπλάχνα του αίμα του να κλειστούμε
Και μέσα στους αιμάτινους γύρους του να χαθούμε.
Όσο η γη –ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ! –στα χάη τριγυρίζει
Τίποτα από την έγνοια του να μη μας ξεχωρίζει.

Ω! Συ! Φτέρωμα αφτέρωτο! Ω! Ξυπνητό όνειρό μου!
Ω! Φευγαλέα γλυκιά μορφή γεμάτου όχλο δρόμου!
Ω! Σώμα!..δεν εμπόρεσα ν’ αλλάξω τη βουλή σου-
Κι έφυγες πάλι από κει...και πάω κι εγώ μαζί σου...

Ω! Μοίρα μου κακόγνωμη... Κι έκλεισα τα φτερά μου
Κι έκατσα πάλι άχαρη κι απέλπιδη εδώ χάμου.
Και νιώθω σα μιαν άχρηστη... και νιώθω απελπισμένη
Όλου του κόσμου σαν η οργή πάνω μου να βαραίνει...


ΠΟΙΗΤΗΣ
Κι εγώ καλή μου ένιωσα όπως κι εσύ έχεις νιώσει..
Στον ίδιο πόνο η ξενιτιά τους δυο μας έχει ενώσει.
Κι η μαύρη να πώς μ’ έκανε πληγή να τραγουδήσω
Αμέσως όταν βγήκαμε από κει-πριν σου μιλήσω...

Κι άκου τι απευθυνόμενος στους άγνωστούς μου φίλους-
Στου Προξενείου μας τους καλούς και άξιους υπαλλήλους-
Άκου τι λόγια έπλεξα που μοιάζουν-για φαντάσου-
Με όσα σα μ’ απάντησε μου είπε η αφεντιά σου:

«Μες στη ζωή για πρώτηνε λυπήθηκα φορά μου
που στο Δημόσιο τέλειωσε γρήγορα μια δουλειά μου.
Φίλοι μου δεν μπορούσατε να με καθυστερείστε
και λίγη ακόμα μέσα ’κεί ώρα να με κρατείστε;

Φίλοι μου αν ηξέρατε τι νιώθει όποιος μπαίνει
Μέσα στο Προξενείο μας και λίγο εκεί σα μένει,
περήφανοι θα νιώθατε σ’ αυτό που υπηρετείτε-
Που μία θέση όπως αυτή έλαχε να κρατείτε.

Μα βέβαια και δεν ξέρετε. Ξέρει εκείνος μόνο
Που την πατρίδα πριν πολύν έχει αφήσει χρόνο
Κι ενώ μέσα στη σκέψη του την έχει νύχτα μέρα,
Όμως ξανά δεν μπόρεσε να πάει εκεί πέρα.

Ξέρει εκείνος που γι αυτόν η γλώσσα είναι η ξένη
Μαχαίρι που όλο πιο βαθιά μες στην Ψυχή του μπαίνει.
Που αγαπάει στων γυναικών τα γαλανά τα μάτια
Κάποιων γαλάζιων ουρανών τα φωτεινά τα πλάτια.

Ξέρει αυτός που του ψωμιού η θέα μπρος του απλώνει
Χρυσοκυμάτισμα σταχυών και θέρισμα κι αλώνι.
Αυτός όπου ανήμεροι δράκοι βρυχιούνται εντός του
Του Χωρισμού ο Θάνατος, η Κόλαση του Νόστου.

Ξέρει αυτός που των πουλιών το λάλημα των ξένων
Θρηνεί επάνω σε κορμιά ελπίδων πεθαμένων.
Εκείνος όπου θ’ άλλαζε τρεις ξενιτιάς αιώνες
Με τρεις στον τόπο του στιγμές-με τρεις στιγμούλες μόνες...

Ξέρει αυτός που καθεμιά της ξένης γλώσσας λέξη
Μακάβριο επίγραμμα έρχεται στον τάφο του να πλέξει.
Ξέρει αυτός που με πικρό θα ψιθυρίζει στόμα
«Πατρίδα», ακόμα κι όταν μπει για πάντα μες στο χώμα.

Πώς κάποιος όπου επέθανε, και στο βαθύ σκοτάδι,
μένει του Άδη κι ήλιου φως πια δεν προσμένει να ’δει,
Ξάφνω μια μέρα στη ζωή πάλι ξαναγυρίζει
Κι ο δίσκος πάλι ο χρυσός του ήλιου τον φωτίζει...

Πώς, κάποιος που άπελπα ποθεί γυναίκα αγαπημένη,
Και κάθε μέρα ο πόθος του αντί να σβει αξαίνει,
Βλέπει ένα βράδυ (ποιος θα πει πως την αγάπη ξέρει)
Να τον καλεί ερωτικά το λατρεμένο χέρι...

Έτσι κι εγώ μες στο ζεστό γραφείο σας σαν μπήκα,
Όσα χαμένα ήταν καιρό (ή άγνωστα μέναν;) βρήκα.
Κι ό,τι ζητούσα στη ζωή το βρήκα μες στο χώρο
Του Προξενείου μας-εδώ, που κάθε τι του δώρο.

Μες στην Ελλάδα βρέθηκα κι ελληνικά μιλούσα!
Κι όλοι με καταλάβαιναν-κι όλους τους εννοούσα!
Σε κάποιους έγινα δικός!! Ελπίδες ξαναζήστε!
Ναι! Λογισμοί μου, Γλώσσα μου! Όχι! Νεκρά δεν είστε!

Όχι! Δεν βρίσκομαι στη γη επάνω μοναχός μου!
Δεν είμαι το περίγελο ενός αγνώστου κόσμου!
Κάποιοι μιλούν όπως μιλώ! Γελούν μ’ ό,τι γελάω!
Κάποιοι με νιώθουν σα μιλώ-δε χάθηκα-δεν πάω...

Μες στη ζωή τη λίγη μου και τη μικρή-τι λάθος
Γι αλήθειες τάχα υψηλές να ψάχνω εγώ με πάθος,
Ενώ μπροστά μου έχω-εδώ!- τη μόνη την Αλήθεια-
Τι λέω μπροστά μου...μέσα μου... Την κλείνω μες στα στήθια...

Κι είν’ η Πατρίδα η μοναχή πάνω στη γη Αλήθεια.
Ω! Σολωμέ! Ω! Λείψανα ηρώων μου άγια πλήθια!
Μία ζωή ολόκληρη έπρεπε να περάσει
Για να μπορέσει η σκέψη μου στη σκέψη σας να μοιάσει...

Για χρόνια έπρεπε άπελπος στα ξένα να γυρνάω
Ώσπου στο Προξενείο μας να χρειαστεί να πάω
Και να ’δω εκεί ολόφωτη μπρος μου να ξεπροβάλει
Η Ελλάδα: κι έτσι υπέρκαλη όπως ποτέ της πάλι.

Αυτό Πατρίδα είναι λοιπόν! Άνθρωποι μ’ ίδια Γλώσσα!
Και μες στη Γλώσσα τι καημοί! Και καρδιοχτύπια πόσα!
(Αν απ’ τα ζώα τα ευτυχή ο λόγος μάς χωρίζει
στη δυστυχιά μας ο καθείς συμμάχους ας γνωρίζει)

Και τι ευτυχίας κύματα...τι περηφάνιας ρίγη
Η ώρα που ’μεινα εκεί μού χάρισε η λίγη...
Τι συναισθήματα υψηλά με πλημμυρίσαν νέα
Όταν τη γαλανόλευκη αντίκρισα σημαία...

Λοιπόν αυτό είναι το πανί που πάνω του υφασμένα
Του Γένους μας και της Φυλής έχει τα Πεπρωμένα!
Κι είναι του Έθνους η Ψυχή που στα ύψη πλαταγίζει
Και «σκέπε με» και «κράτα με ψηλά» λες ψιθυρίζει.

« Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει...»
Πόσο άργησε το νόημα του στίχου εντός μου να ’μπει...
Πατρίδα μου Σε γνώρισα! Σ’ έμαθα! Σ’ αγαπάω!
Μέσα στους λάτρεις Σου κι εγώ δέξου το να μετράω!

Κι όρκο σου δένω (αλλά τι; Χρειάζονται όρκοι τώρα;)
Πως όσα από τη χάρη σου όμορφα επήρα δώρα
Διπλά, τριπλά, τετράδιπλα θα σου τα φέρω πίσω
Κι αν το χρειαστείς για σένανε το αίμα μου θα χύσω.

Κρατήστε τις Οκτωβριανές και Μάρτιες επετείους.
Κρατήστε και τους λόγους σας τους κείνων ανταξίους.
Δε θέλω εγώ κεντρίσματα για να ’μαι πατριώτης-
Δεν έχει ανάγκη από κεριά του ήλιου η λαμπρότης.

Γι άλληνε μια φορά εγώ βαφτίστηκα εδώ πέρα.
Και τ’ όνομά μου ηχεί το νιο πέρφανα στον αγέρα.
Και τ’ όνομά μου: «Έλληνας!»΄ κι η δόξα μου Ελληνίδα.
Κι αυτή ’ναι η μόνη μου χαρά κι η μόνη μου ελπίδα.

Τώρα γνωρίζω πια καλά ποιος είν’ ο προορισμός μου
Μες στην πολυπλοκότητα του γήινου του κόσμου.
Κι είναι αυτός ο προορισμός η αγάπη της Πατρίδας.
Κι είναι το κράτημα άριχτης όποιας στη μάχη ασπίδας.

Κάπου ανήκω πια κι εγώ μέσα στης γης τα πλάτη.
Κι από το τίποτα κι εγώ γίνομ’ εκεί ένα κάτι.
Κι αυτό το κάτι αόριστο δεν είναι και μακριά μου-
Είναι εδώ-αχ! Ήτανε... -βρίσκετ’ εδώ, κοντά μου.

Και είν’ ως τα ουράνια το κάτι αυτό υψωμένο.
Κι απ’ ό,τι μου καλλίτερο υπάρχει είναι θρεμμένο.
Και πλημμυράει αθώρητα όλη μου την ουσία-
Τους δυο μας μία σύμπνοια μάς δένει εξαισία.

Κι αυτό το κάτι μέσα του κλείνει όλα τα ωραία
και κάθε Τέλειας Ομορφιάς είν’ η γεννήτρα Ιδέα.
Και με δονεί... και με πονά... με τυραννάει... με καίει...
Και «είμ’ εδώ!» κάθε στιγμή, κάθε λεφτό μού λέει.

Μα δε μιλάει-όχι!- Αυτή. Αυτή ’φωνή η βύθια,
Από τα δικά μου τα πικρά γλυκαναβρύζει στήθια!
Κι ανοίξανε τα μάτια μου και επιτέλους: είδα-
Η ζωή μου! Η ανάσα μου! Αυτή ’ναι η Πατρίδα!

Κι έτσι απαλά κι έτσι βαθιά νικήτρα εντός μου μπαίνει
Που άδολη θα την έλεγα και φλογερή ερωμένη.
…Θεοί! Μήπως το χάδι της ασύνειδα ζητούσα
Όταν για χάδι και φιλί γυναίκειο λαχταρούσα;

Ή μην η ασταμάτητη ροή που είν’ η ζήση
Απ’ τη δική της ξεκινά την κρυσταλλένια βρύση
Και οδηγεί πάλι σ’Αυτήν η Πύλη του Θανάτου
Όποιαν ζωή το δρόμο της τελειώνει εδώ κάτου;

Φιλοσοφίες όμως φτηνές εδώ ας μην αρχίσω
Γιατί και τίποτ’ απ’ αυτές δε θα ’χα να κερδίσω:
Απ’ τη στιγμή που ένιωσα Πατρίδα τι σημαίνει
Ο χωρισμός μου απ’ αυτήν διπλά θα με πεθαίνει.

Όμως η ώρα έφτασε φίλοι, να σταματήσω
(Α! Πόσο λίγες μπόρεσα στα λόγια αυτά να κλείσω
απ’ τις πληγές που ανοίγουνε του Νόστου τα Μαχαίρια
που μ’ αξιοσύνη Αυτός κρατεί σφιχτά στα δυο Του χέρια...)

Ας είναι. Φίλοι μου λοιπόν, ευχαριστώ κι αντίο.
«Αντίο» γιατί δε θα ’ρθω πάλι στο Προξενείο
κι «ευχαριστώ» γιατί εκεί, κοντά σας, ξαναείδα
την ποθητή μου, τη γλυκιά, την όμορφη Πατρίδα».

Αυτά τα λόγια είπα κι εγώ. Μα ό,τι κι αν ειπούμε
Πάλι στον ίδιο, τον φριχτό, Ψυχή, εφιάλτη ζούμε:
Ό,τι πολύ αγαπήσαμε να βρίσκεται μακριά μας,
Και δίπλα μας να το ’χουμε μόνο στα όνειρά μας.

Μα πάμε τώρα. Το μακρύ δεν τέλειωσε ταξίδι.
Κι αντίς για δρόμο ας σέρνεται μπροστά μας ένα φίδι,
Πρέπει να προχωρήσουμε.

ΨΥΧΗ
                                               Για λίγο αν μας αφήσουν,
Η μοναξιά κι η ερημιά διπλές θα μας γυρίσουν.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Αυτές μας εξουσιάζουνε. Αυτές μας κυβερνάνε.

ΨΥΧΗ
Πόθο ό,τι ανάβει που δε σβει, καταραμένο να 'ναι.

ΠΟΙΗΤΗΣ
Αδημονεί ο δρόμος μας. Κοιτάζει αν περπατάμε.
Κι είναι ο μόνος που ’χουμε…δος μου το χέρι...

ΨΥΧΗ
Πάμε.
                                     -----

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

 

 ΚΑΙ ΆΛΛΑ ΠΟΛΛΑ

Γεμάτος με θλίψη
και άλλα πολλά 
σου γράφω τραγούδια
και άλλα πολλά. 

Μου έχεις σηκώσει
εσύ τα μυαλά
μου έχεις σηκώσει
και άλλα πολλά. 

Σε έχασα κι όλα
τα βλέπω θολά-
τα τούβλα, τα βόδια
και άλλα πολλά. 

Αν ησουν κοντά μου
θα ήταν καλά'
θα κάναμε τρέλες
και άλλα πολλά. 

Θα σου 'γραφα ακόμα
και άλλα πολλά
μα έχω μελέτη
και άλλα πολλά.

Και τώρα σ' αφήνω
με μάτια θολά,
γκαβά, δακρυσμένα
και άλλα πολλά. 

 
Η γρίπη

Α! Τι καλά να ’σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος 
και άοσμοι οι κήποι!

Να σε πονούν τα κόκκαλα
και να σου τρέχει η μύτη
ν’ ακούς πουλιά γλυκόλαλα
μες στο ίδιο σου το σπίτι.

Να βλέπεις τον αντίχειρα
τεράστιον του χεριού σου
και ν’ απορούν ανίσχυρα
η λογική κι ο νους σου.

Στον πυρετό να ψήνεσαι 
αλλά να μη το νιώθεις' 
απ' τα υγρά να πίνεσαι 
κι ας είσαι συ ο πότης.

Α! Πώς η γρίπη θα ’θελα
αιώνια να κρατούσε-
να πλέει η ζωή σε διάσελα
που πριν δεν το μπορούσε. 

Ναναι όλα ένα όνειρο
αλλά να είσαι ξύπνιος,
στο μέτωπο ξυδόνερο
να ’χεις όσο είσαι ύπτιος,

κι αν ξεχαστείς κι ως στέκεσαι
γυρίσεις το κεφάλι
ολόστεγνος να αιστάνεσαι
σαν άνυδρο ακρογιάλι.

Να έχεις πονοκέφαλο
να ’χεις καρηβαρία
να ιδρώνει το προσκέφαλο
απ’ την πολλή αγγαρεία 

κι η ζάλη η καλοπρόφταστη
κι η ζάλη η ’βλογημένη
η ζάλη η ζαχαρόπλαστη-
η ζάλη!- να σε δένει

μέ τέτοια χάδια ανάλαφρα
που πια το χώμα αφήνεις
κι αργοπλανιέσαι άπαυτα
στα πούπουλα μιας δίνης,

που κάνει τα μηνίγγια σου
πουλιά που φτερακίζουν
σαν τα φτερά του Πήγασου
που-να ’τα! σε αγγίζουν.

Και κει ψηλά να έρχονται
μαζί σου οι ασπιρίνες
στο πλάι σου α στέκονται
και ν’ αρχινούν εκείνες

διόλου χωρίς να ντρέπονται
σαν φίνες ερωμένες
τα λόγια που δεν λέγονται
να λένε σαστισμένες.

Να λιώνεις από αγνότητα
να πνίγεσαι στο κάλλος
και να παινιέσαι αδόκητα
λες είσαι κάποιος άλλος.

Ή να ’χεις λες την άβυσσο
για πάντοτε αφήσει
και να ’σαι στον παράδεισο
Αδάμ πριν αμαρτήσει.

Ω! Τι καλά έτσι η άβολη
να φεύγει σου η λύπη
και τη χαρά την άδολη
να φέρνει μία γρίπη!

Ω! Τι καλά να βρίσκεσαι
στης γρίπης το κρεβάτι
και σε ζεστά να νήχεσαι
υγρά με λάμπον μάτι!

Τι ωραία να λυτρώνεσαι
απ’ όλες σου τις έγνοιες
και σε στρωσιές να στρώνεσαι
ζεστές και μεταξένιες!

Ω! Τι καλά που αιστάνεσαι
σ’ άλλη να ζεις μια πλάση
και μέσα της να χάνεσαι
σαν μέσα σε γιορτάσι!

Ω! Τι καλά να 'σαι άρρωστος
από τη θεία γρίπη
να ’ναι ο καφές σου άνοστος
και άοσμοι οι κήποι...

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

 

28 ΟΧΤΩΒΡΗ
Ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ

Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχεν οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική. 

Μα ως γνωστόν εκτός απ’ τ’ ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να ’χει μέσα της και ΝΑΙ. 

Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.

Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά.

Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που τής ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.

ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ’ ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.

ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις. 

ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ Μέρκελ  και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.

ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.

ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ’ απολύσεις ΝΑΙ απεργών.

ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.

ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
ερημώνει από χαρά. 

ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
ΝΑΙ στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.

ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε ... 

Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.

Και σα βλάκες πια γελάμε
και κανένας δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ. 

Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει.
Αλλ’ ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.

Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα.

Ω! Γελοία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης!

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

 ΚΡΙΣΗ

Κρίση. 

Καιρός να φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου.
Καιρός να τρώμε πάλι ψωμοτύρι.
Καιρός να λέγονται πάλι παραμύθια απ’ της γιαγιάς το στόμα πριν τον ύπνο.
Καιρός το μίσος τους το ’να για τ’ άλλο να μην κρύβουνε τ’ αδέρφια.
Καιρός για όλους με τα πόδια στη δουλειά μας να πηγαίνουμε.
Καιρός τα τρόφιμα να τα φυλάμε στο «φανάρι».

Κρίση.
Καιρός να ’χουμε κότες στην αυλή μας 
και με τα φλούδια απ’ τα καρπούζια να τις τρέφουμε.
Καιρός να ’ναι ντυμένες οι γυναίκες όλες έτσι 
που μόνο πρόσωπο να μένει ξέσκεπο απ’ αυτές.
Καιρός με μία βόλτα στην πλατεία να διασκεδάζουμε.
Καιρός να χάσκουμε σα βλέπουμε αερόπλανο.
Καιρός να ξαναβρούμε τα βιβλία.
Καιρός να ξανανοίξουνε οι κινηματογράφοι.


Κρίση.
Καιρός για τις βεγγέρες στα σκαλιά του παλαιού σπιτιού. 
Καιρός για να γραφτούν πάλι στίχοι.
Καιρός να ξαναπάμε μετανάστες.
Καιρός του κουμπαρά.
Καιρός να παίζουν τα παιδιά μας μ’ ένα τόπι από κουρέλια.
Καιρός τ’ αντρόγυνα να βάλουνε ξανά τις μάσκες της αγάπης. 
Καιρός να υποταχτεί και πάλι ο άνθρωπος στη μοίρα του.

Κρίση.









ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΤΟΝ ΑΜΟΡΓΙΑΝΟ
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ 
(Κέντρο «Μύκονος», Λος Άντζελες, 1995)

Νίκο αηδόνι Ελληνικό στα δάση των βαρβάρων!
Νίκο αχτίδα θαλπερή αλλοτινών μας φάρων!
Νίκο ξενητεμένο μας αδέρφι, πατριώτη!
Νίκο τραγούδα! Θέρμαινε καρδιές! Φώτιζε σκότη!

Στον τόπο που μας πέταξε η ζωή αλυσωμένους 
Να υπηρετούμε άγνωστους, να ζούμε μες σε ξένους 
Νίκο τα πάθη μέρευε πότιζε τις ελπίδες
Αλάφρωνε… αλάφρωνε Νίκο τις αλυσίδες.

Νικόλα το τραγούδι μας μάς το ’χουν πάρει άλλοι.
Ποιος θα μπορούσε άραγε στο νου του να το βάλει
Ότι τη λύρα που ύπαρξη σε δέντρα κι όρη δίνει
Θα την ποδοπατούσανε αναίσχυντα εκείνοι…

Σαν λαίλαπα μια πέρασαν και ρήμαξαν τη χώρα
Απ’ όλα όσα οι θεοί της είχαν δώσει δώρα. 
Κι όπως το κάθε ευώδες της εξέραναν λουλούδι
Φεύγοντας την αφήσανε γυμνή κι από τραγούδι.

Μα όπως σαν πάψουν οι βροχές και στρίψουν τα ποτάμια
Κι ενώ να σβήσει σπαρταρά λες του νερού η Λάμια
Τα χιόνια λιώνουν στα βουνά και μες στο καλοκαίρι
Με το νερό τους γίνονται οι κοίτες πάλι ταίρι, 

Απ’ τις ψηλές έτσι κορφές της ψυχής των Ελλήνων-
Θρεμμένες με ιδανικά Πλαταιών και Σαλαμίνων
Αρχισε γλυκοκέλαδο να ροβολάει σακάτου
Ξανά το ζείδωρο νερό στα ρείθρα τα παλιά του.

Και πάλι, να! Βαδίζουμε. Με βήμα μετρημένο
Μα με το νου μας με κορφές Ολύμπων ταιριασμένο.
Κι άρχισαν να φυτρώνουνε πάλι στην Γη λουλούδια.
Κι αρχίσανε ν’ ανθίζουνε στα χείλη μας τραγούδια.

Μα τα τραγούδια, τα μικρά που ειχαμ’ έστω πλέξει
(Διαμάντι κάθε συλλαβή, ζαφείρι κάθε λέξη)

Πίσω εμείς τ’ αφήσαμε, με κάθε τι δικό μας 
Όταν μας έστειλε αδειανούς εδώ το ριζικό μας.

Αλλά η φλόγα όπως χωρίς πνοή αέρα σβήνει
Χωρίς τραγούδι δεν μπορεί και ο Ρωμιός να μείνει.
Κι αυτό είναι Νίκο που σ’ εμάς όλους εδώ προσφέρεις
Όπως η ωραία σου φωνή και σύ μονάχα ξέρεις.

Με το γλυκό τραγούδι σου λίγη Ελλάδα παίρνεις
Και μέσα στου Λος Αντζελες την έρημο τη φέρνεις. 
Και διψασμένοι πίνουμε – και ξέδιψοι μεθούμε
Και λίγο στυλωνόμαστε- και λίγο ξαναζούμε.

Μες στου βαθιού σου τραγουδιού χανόμαστε τους γύρους
Κι όταν, αργά, θα φύγουμε, κρατάς εκεί ομήρους
Τη σκέψη και την έγνια μας στα τραπεζάκια πάνω
Όπως η άλλη Μύκονος κράταε τον πελεκάνο.

Και, Νίκο, δεν μας δίνεις μια πατρίδα ψευτισμένη
Σαν τραγουδάς. Ούτε καμιά πατρίδα φαντασμένη. 
Παρά μας δίνεις τη γλυκιά Πατρίδα όπως είναι.
Η Αθήνα στέκει δίπλα μας και όχι «αι Αθήναι». 

Οι όμορφες οι γειτονιές κι όχι το Κολωνάκι.
Μας δίνεις την Ακρόπολη βράδυ με φεγγαράκι.
Μας σεργιανίζεις σε μικρές υπόγειες ταβέρνες
Που είναι ακένωτες χαράς και αντροσύνης στέρνες.

Μας δίνεις Κυριακάτικα λαμπρά απογεματάκια
Που τα καλά τους βάνουνε τα νια παλληκαράκια
Και βόλτα βγαίνουν για να δουν κάποιο κρυφό μεράκι-
Μια Δέσπω… μίαν Άρτεμις… τη Μαίρη…. το Φροσάκι…

Της Ελληνίδας λεβεντιάς Νίκο το θείο δώρο
Μας δίνει το τραγούδι σου στης «Μύκονου» το χώρο:
Ότι του έλληνα η ψυχή, και μες σε χέρια ξένα 
Αλύγιστη είναι πάντοτε και σκλάβα σε κανένα. 

Νίκο φωνή ρωμαίκη στη ξένη Καλιφόρνια!
Φωνή γλυκό κελάδημα μέσα σε κρώζοντα όρνια!
Κελάδημα που βάλσαμο μες στη ψυχή σταλάζει
Κι εκείνη γλυκό ’φραίνεται κι άφατα αναγαλλιάζει!

Νίκο τραγούδα! Την παλιά ανάσταινε τη Δόξα. 
Του Δωρικού μας του ναού ζωντάνευε τα τόξα 
Κι αυτά με βέλη τις σεπτές γραμμές του ας μας τοξέψουν: 
Τέτοιες σαϊτιές κάθε πληγή μπορούνε να γιατρέψουν. 

Δροσιά στο κάμα του ηλιού ειν’ η φωνή σου Νίκο. 
Φραγγέλι το τραγούδι σου στου Εμπορίου τον Οίκο 
Κι η πίστα όταν πάνω της βρεθείς γεμίζει μάγια 
Σαν πρωτοθώρητα εκεί του Έθνους να λάμπουν τ’ Άγια. 

Νίκο τραγούδα! Πότιζε μ’ Ελλάδα τη ζωή μας.  
Ό,τι εκεί αφήσαμε φέρνε το εδώ μαζί μας.    
Και τις πικρές της ξενιτιάς τις μαύρες κάνε ώρες 
χαρούμενες να μοιάζουνε νυφούλες λευκοφόρες.


 ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΩΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΑΠΡΙΛΗ

1-4-14
Ο Σαμαράς με γράμμα του στη Μέρκελ απαιτεί τα χρωστούμενα από την Κατοχή.

2-4-14
Ο Σαμαράς μιλώντας στο λαό καταλήγει: «Ο φασισμός θα νικήσει!» Ευθύς κατόπιν και απομακρυνόμενος από το μικρόφωνο ακούγεται να λέει: «Γ… το κεφάλι μου…» Και ξανάρχεται στο μικρόφωνο: «Η Δημοκρατία θα νικήσει!»

3-4-14
Ντομάτες και αυγά ρίχνονται ενάντια στον Γεωργιάδη στο Ίλιο. Εκείνος αναφωνεί: «Με τη σειρά! Με τη σειρά!» Οι ρίψεις σταματούν. Και ο Γεωργιάδης: «Πρώτα τα αυγά!..»

4-4-14
Κωνσταντοπούλου: «Φταίω εγώ αν μικροδείχνω;»

5-4-13
Παπανδρέου: «Όχι… όχι… όχι… όχι….» Οι σύμβουλοί του: «Κύριε Πρόεδρε φτάνει. Μόνο μια φορά-για τις Τράπεζες είπαμε!»

6-4-14
Βορίδης μονολογών: «Κι εγώ κομμουνιστής είμαι-τι δρεπάνι τι τσεκούρι…»

7-4-14
Μέρκελ: «Σαμαρά!» Σαμαράς: «Διατάξτε!»

8-4-14
Κεδίκογλου: «Πατάξαμε τη διαφθορά.» Διαφθορά: «Κούνια που σε κούναγε…»

9-4-14
Το πρωτογενές πλεόνασμα απαγγέλει Καρυωτάκη: "Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις"…

10-4-14
Στον Σαμαρά προσφέρθηκε από τη Μέρκελ θέση Συμβούλου παρά τη Καγκελαρία για ελληνικά θέματα.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

 Φεγγάρι
μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
να βάλω μέσα τις γροθιές μου
να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.