ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ
Πήγα στην Πρέβεζα.
Kαι ΕΙΔΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΕΙ
ΖΩΝΤΑΝΟ
ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ!
Τα μάτια που τον έβλεπαν για ολόκληρο ένα μήνα.
Που καθημερινά τον έβλεπαν.
Ήταν τα μάτια της σπιτονοικοκυράς του.
Στην Πρέβεζα.
Μιας γηραιάς κυρίας
σεμνής και καταδεχτικής.
Ανέβηκα τις σκάλες που ανέβαινε.
Άγγιξα το πόμολο της πόρτας
που Εκείνος άγγιζε κάθε ημέρα.
Μετά
πέντε-έξη βήματα
πάνω στο παλαιό ξύλινο δάπεδο
μέχρι την πόρτα
του δωματίου του Ποιητή.
Και ύστερα το όραμα.
Το θάμα.
Το γειτόνεμα
με ό,τι ο Χρόνος είχε απείραχτο αφήσει
από κακίες,
από ζήλειες και μισήματα-
με ότι πιο ιερό μετά την Τέχνη του
είναι για έναν Ποιητή: με την ζωή Του.
Μικρό δωμάτιο με κρεβάτι,
τραπεζάκι και καρέκλα.
Στο τραπεζάκι επάνω ένα κύπελλο
και σύνεργα γραφής.
Στεκόμουν και κοιτούσα.
Να! το κύπελλο
απ’ όπου ήπιαν
οι αξεδίψαγοι αλλιώς
νομπελίστες μας.
Να! η πένα που ζωγράφισε
τον άνθρωπο σωστόν…
Στεκάμενος στην πόρτα εμπρός του δωματίου,
τον είδα
στην καρέκλα του
σκυφτόν
να γράφει.
Τον είδα να κοιτάζει απ’ το παράθυρο τον κόσμο.
Τον είδα να ξαπλώνει στο κρεβάτι
κοιτώντας στο ταβάνι
τ’ ωραίο του γύψινο στεφάνι...
Να περπατεί τον έβλεπα
μες στο μικρό το δωματιάκι.
Και δρασκελώντας το
να το πλαταίνει
ώσπου τον κόσμον όλο να χωράει.
Η καλοσυνάτη και απλοϊκή γηραιά κυρία-
η σπιτονοικοκυρά του,
για ώρα έτσι στεκάμενον μπροστά στην πόρτα βλέποντάς με,
«περάστε μέσα», με παρότρυνε.
Και με το χέρι ακόμα δείχνοντάς μου,
πάλι και πάλι μου έλεγε: «Περάστε! Περάστε!..»
Η καημένη η καλή κυρία… ακόμα
Ιδιοκτησία της θεωρεί
αυτό το δωματιάκι του σπιτιού της.
Όταν τέλος εδυνήθηκα
και γύρισα στο τώρα:
«Πώς ήτανε;.. Τι έλεγε;.. Τι συνήθιζε να κάνει;…»
ρώτησα.
Και πήρα την απάντηση που επερίμενα.
«Πάντοτε ευγενικός.
Χωρίς λόγια πολλά.
Ένα καλημέρα κι ένα γεια σας μόνον.
Χωρίς άλλο τίποτα.
Και χωρίς παρέες. Από το σπίτι στο γραφείο
και από το γραφείο στο σπίτι…
Κάποιες φορές μόνον,
του δωματίου του άνοιγε την πόρτα
και μου ζητούσε λίγο νερό…»
Και το φρικιαστικό: «Όταν πέθανε,
Και καθάριζα το δωμάτιο
Βρήκα κάτι χαρτιά γραμμένα πάνω στο κομοδίνο του …
Και-πού να ήξερα τι είναι…
τα πέταξα στα σκουπίδια!»
Βγήκα γεμάτος απ’ τη μια,
μα και ανάλαφρος από το σπίτι εκείνο.
Το χρέος μου το πιο βαρύ
το είχα ξεπληρώσει.
Και η σκέψη «τώρα και να πεθάνω δεν θα μ’ ένοιαζε»
Διαπότιζε όλους μου τους λογισμούς.
Και βγήκα.
Και βρέθηκα στον δρόμο,
τον κάτω απ’ το παράθυρό του ακριβώς,
με τα εμπορικά και τα ιχθυοπωλεία του.
Μα ως εβάδιζα
αγκάθι ένα μου κεντούσε
την ακόμα απωθημένη
από τα τόσα υπερκόσμια
λογική:
«…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!»
Κι όπως στα γήινα πάλι ξαναγύριζα,
Η πρώτη μνήμη που μου ήρθε ήταν αυτή:
ο «γιος», η «αδερφή» κι ο «αδερφός» μου,
τα ποιήματά μου
όπου για φύλαξη τους έστελνα
όταν παράδερνα στα ξένα,
τα έκαψαν.
Κι απ’ τον καπνό τους βρώμισε ο τόπος.
Και να το αγκάθι:
Αντίς μες στα σκουπίδια να τα ρίξει
η σπιτονοικοκυρά
τα ποιήματα του Καρυωτάκη,
δεν τα ’καιγε
να ευωδιάζει ο τόπος εσαεί
Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων…
Και Ελεγείες…
και Σάτιρες…
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
Δημήτρη ήρθε και με βρήκε η Έλενα. Τη θυμάσαι; Την είδες μια δυο φορές. Θέλει λέει να της βρω έναν καλό δικηγόρο, γιατί την βιάσανε. Εσύ που ζεις στον κόσμο θα ξέρεις κάποιον. Πάρε με και πες μου να τον βρω ώστε να μπορέσουμε να την βοηθήσουμε την καημένη να δικαιωθεί.
Μου είπε τι έγινε και σου το μεταφέρω με όσα λιγότερα λόγια μπορώ, μήπως σε ρωτήσει σχετικά ο δικηγόρος.
Θέλοντας να μαυρίσει λέει, βγήκε και πήγε στο κοντινό της άλσος. Διάλεξε ένα μέρος με πρασινάδα, κοντά σε μια παρέα που έπαιζε αυτοσχέδιο βόλεϊ, και άρχισε να γδύνεται. Έβγαλε τη μπλούζα της, έβγαλε το σορτσάκι της, έβγαλε το σουτιέν της και το κάτω της εσώρουχο και ξάπλωσε πάνω στο γρασίδι.
Την διέκοψα.
Καλά, της λέω, γιατί πήγες δίπλα στα παιδιά να γδυθείς;
«Τι ερώτηση είναι αυτή;», μου λέει. « Δεν είμαι ελεύθερη να ντύνομαι και να γδύνομαι όπου και όπως θέλω;» μου λέει. «Έχουμε ή δεν έχουμε δημοκρατία; Στον εικοστό πρώτο αιώνα ζούμε! Ξύπνα!»
Τι να της έλεγα; Ότι δεν είναι ελεύθερη; Ή ότι δεν έχουμε δημοκρατία;
«Και λοιπόν τι έγινε;», της λέω.
«Αφού γδύθηκα λοιπόν, ξάπλωσα ανάσκελα και άνοιξα τα πόδια μου. Τότε είναι που ένα κτήνος, ένας παλιάνθρωπος, ένας αλήτης, άφησε το βόλεϊ, ήρθε, έπεσε επάνω μου και με βίασε».
Καλά, της λέω, ύστερα από αυτό που έκανες-να ξαπλώσεις και να ανοίξεις τα πόδια σου ενώ ήσουν γυμνή, δεν περίμενες ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο; Είσαι με τα καλά σου;
«Ποιος είπε πως ήμουνα γυμνή; Για ποια με πέρασες;» μου κάνει, «Στις θηλές του στήθους είχα από ένα αστεράκι και το ίδιο και στη θέση του φύλου μου. Άκου γυμνή! Για ποια με πέρασες;»
Αν δεν μπορέσεις να μου απαντήσεις εδώ, στείλε στο ιμέιλ μου όνομα και διεύθυνση, ή τηλεφώνησέ μου.
Ο ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.
ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Πάτερ, εκεί που κάθομαι λέω καμιά φορά
πόσο θα ήταν πιό καλές στη γη επάνω οι μέρες-
προς το καλό πόσο τρανή θάταν η διαφορά-
όπως εσύ αν ήτανε της Γης όλοι οι πατέρες.
Όμως οι στίχοι μου αυτοί, πάτερ, οι φτωχικοί
για σένα θα μιλήσουνε-δε γράφτηκαν για κείνους
για τη λιακάδα γράφτηκαν κι όχι για τη βροχή
εγράφτηκαν για Καίσαρες κι όχι για Κυμβελίνους.
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει να στο πει
αφού δεν είναι μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου.
Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι.
Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη,
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου.
Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει΄
Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.
Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό;
Είναι η καλοσύνη σου; Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό;
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά σου;
Άραγε τι απ’ ολ’ αυτ,-η όλα είναι μαζί;
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει;
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο, πριν δαγκάσει;
Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα.
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό.
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.
Γιατί στον τόπο αυτόν εδώ, σε τούτη τη μικρή
κοιλάδα που λυμαίνονται λογής λογής κανάγιες
μία γλυκιά παρηγοριά στη ζωή μας την πικρή
είναι οι λέξεις σου οι σοφές-οι φράσεις σου οι άγιες.
Πράος και γλυκομίλητος, βαθύνους και απλός
κόσμιος, καλότροπος, μεστός σεμνότητος κι ελέους
στέκεις αγγελοφάνταχτος στα μάτια μας εμπρός
ελπίδα για τους γέροντες και φάρος για τους νέους.
Πάτερ και δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς
Και για να κάνεις αγιασμό δεν θέλεις πετραχήλι.
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής.
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη.
Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω απ’ τους Θεούς.
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια.
Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι:
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.
Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιον έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.
Η μετριοφροσύνη σου ίσως εξεγερθεί
κι ίσως το μέτρο να ειπείς πως έχω ξεπεράσει.
Μα ξέρει όποιος δίπλα σου για λίγο έστω βρεθεί
υπερβολής τα λόγια μου έτι δεν έχουν τάση.
Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί.
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δεν χρειάζεται να ψάξει.
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή.
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει!
Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε.
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε.
Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος.
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος.
-----
ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα 'ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα 'ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λιώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα 'ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός.
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
«ΚΥΡΙΑ ΝΤΟΜΙΕ»
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΤΡΕ ένας εραστής του ωραίου
ΜΑΡΙ μια όμορφη γυναίκα
ΓΚΑΡΣΟΝ
ΤΟΠΟΣ:
Παρισινό καφέ.
Ώρα απογευματινή μιας ημέρας ανοιξιάτικης.
Ο Αντρέ πίνει το βερμούτ του σε ένα τραπεζάκι, ενώ στο παραδίπλα τραπεζάκι η Μαρί πίνει το αναψυκτικό της.
Ο Αντρέ σηκώνεται και πλησιάζει το τραπεζάκι όπου κάθεται η Μαρί.
Στέκει σε μια διακριτική απόσταση από την Μαρί και απευθύνεται προς αυτήν με ευφρόσυνη διάθεση.
ΑΝΤΡΕ
Κυρία Ντομιέ, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ευχαρίστησή μου που τυχαίνει να σας ξαναβλέπω ύστερα από τόσον καιρό.
(Η Μαρί κοιτάζει για μια στιγμή γύρω της, και μη βλέποντας καμία άλλη κυρία κοντά εκεί, βεβαιώνεται ότι ο Αντρέ μιλάει σ’ αυτήν.)
ΜΑΡΊ
Σ’ εμένα μιλάτε κύριε….
ΑΝΤΡΕ
Μάλιστα. Ίσως δεν με θυμάστε… Είχαμε βρεθεί και οι δύο στην δεξίωση της κυρίας και του κυρίου Γκιγιώμ… στην Λιόν… που γιόρταζαν την πέμπτη επέτειο του γάμου τους…
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε…
ΑΝΤΡΕ
Βενσάν! Κύριος Βενσάν!
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε Βενσάν…
ΑΝΤΡΕ
…Που ένας σερβιτόρος σας σκούντησε κατά λάθος και χύθηκε το ποτό σας πάνω στον σύνοδό σας… με συγχωρείτε που σας θυμίζω κάτι τέτοιο, όμως αντιδράσατε τόσο υπέροχα όσο η φήμη και …συγχωρήστε μου την αναφορά σ’ αυτό… όσο η φήμη και η ομορφιά σας απαιτούσε…
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, θα σας επαναλάβω ότι κάνετε λάθος. Δεν παρευρέθηκα σε αυτή την δεξίωση που αναφέρατε. Και ούτε λέγομαι Ντομιέ.
ΑΝΤΡΕ
(θορυβημένος)
Τόση ομοιότης!... Κυρία μου, σας ζητώ χίλιες φορές συγνώμη… όμως αν ξέρατε την κυρία Ντομιέ θα δυσκολευόσασταν και σεις να παραδεχτείτε ότι κάποια άλλη κυρία σας μοιάζει τόσο πολύ. Αισθάνομαι τόσο γελοίος… Όμως θα είχαμε να πούμε τόσα πολλά… αν ήσασταν αυτή… γιατί ξέρετε… όχι πως έχει πια σημασία, αλλά κι εγώ όπως εκείνη, είχαμε κάτι κοινό: την αγάπη μας για την όπερα!
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, τόσην ώρα είστε ορθός μπροστά μου ενώ εγώ είμαι καθιστή ωραία ωραία στην καρέκλα μου. Βλέπω την αναστάτωσή σας και δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση σας. Τυχαίνει να ενδιαφέρομαι κι εγώ για την όπερα. Καθίστε για λίγο σας παρακαλώ… τα λάθη αυτά συμβαίνουν… Δεν θέλω να φύγετε με τύψεις ή με ενοχές για το λάθος σας. Ηρεμήστε…
(ο Αντρέ μένει όρθιος)
Παρακαλώ, καθίστε.
(Ο Αντρέ κάθεται)
ΑΝΤΡΕ
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.
ΜΑΡΙ
Μείνετε ώστε να μου πείτε για την αντίδραση της κυρίας Ντομιέ όταν χύθηκε το ποτό της. Θα είναι ενδιαφέρουσα, από μία κυρία όπως την περιγράψατε.
ΑΝΤΡΕ
(Χαρούμενος για την έκβαση της κατάστασης και με θάρρος)
Ω! Σηκώθηκε και είπε στον σερβιτόρο, «δεν φταις εσύ αγαπητέ μου, εγώ έκανα μιαν απότομη στροφή για να δω καλύτερα την ορχήστρα»
Και στην ερώτηση του σερβιτόρου για το τι θα ήθελαν από εκείνον ώστε να επανορθώσει όσο ήταν δυνατόν, η κυρία Ντομιέ τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μην το παίρνετε τόσο σοβαρά, δεν θα πάθει τίποτε ο σύζυγός μου από μια γουλιά μπύρας που χύθηκε στο σμόκιν του. Εξάλλου ορίστε!» και με μια πετσετούλα σκούπισε το σημείο του σμόκιν του συζύγου της.
Και εκεί τελείωσε το θέμα.
ΜΑΡΙ
Νομίζω ότι κάθε κυρία έτσι περίπου θα φερόταν.
ΑΝΤΡΕ
Κάθε πραγματική κυρία όπως αυτή και σεις ναι. Όχι μία κατ’ όνομα μόνον κυρία…
ΜΑΡΙ
(αλλάζοντας θέμα)
Ώστε λοιπόν και σεις είστε… λάτρης θα έλεγα, της όπερας:!
ΑΝΤΡΕ
Πράγματι. Η Όπερα είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
ΜΑΡΙ
Αλήθεια. Και θεωρείτε ότι το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο μια όπερας;
ΑΝΤΡΕ
Όταν το λιμπρέτο είναι σοβαρό, και όχι κωμικό, είναι εκείνο το στοιχείο το οποίο θα έλεγα μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον μου.
ΜΑΡΙ
Η μουσική όμως είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή. Και όταν την πετυχαίνει τότε είναι συναρπαστική.
ΑΝΤΡΕ
Σε τέτοιες περιπτώσεις βέβαια, εξυπακούεται ότι ενδιαφέρον έχει εξίσου και η μουσική.
(παίρνοντας μια συγκαταβατική έκφραση και με απολογητικό τόνο στη φωνή του)
Κυρία μου, θα ήθελα να διακόψω την συζήτησή μας αυτή, την τόσο ευχάριστη και τόσο αγαπητή, μιας και συζητούμε για κάτι υψηλό όπως είναι η μουσική και δη η όπερα. Πρέπει λοιπόν να μάθετε ότι χαίρομαι που δεν είστε η κυρία Ντομιέ, γιατί… γιατί θα σας είχα κοροϊδέψει αν ήσασταν. Και εξηγούμαι. Δεν βρέθηκα σε εκείνη την δεξίωση καθόλου. Ένας φίλος που είχε πάει, μου μίλησε για το περιστατικό που σας είπα-αυτό με το ποτό που έβρεξε το φράκο του συζύγου της κυρίας Ντομιέ, επίσης μου είπε ότι αυτή η κυρία Ντομιέ ήταν πολύ πολύ όμορφη. Και όταν σας είδα, συνδύασα την ομορφιά της κυρίας Ντομιέ, που μου είχε περιγράψει και εξυμνήσει ο φίλος μου, με την δική σας ομορφιά. Γιατί πράγματι μου την περιέγραψε λες και είχε υπ’ όψιν του εσάς! Και είπα να σας πλησιάσω σαν θαυμαστής αυτής της κυρίας Ντομιέ, που ποτέ δεν είχα συναντήσει. Έτσι, μόνον για να λέω ότι μίλησα με μια εξαιρετικά όμορφη κυρία. Και είπα μέσα μου «τι χάνω;» Όμως είδα ότι έχω χάσει ήδη. Τι έχασα; Την αυτοεκτίμησή μου, διότι χρησιμοποίησα την ομορφιά, το θεόσταλτο και ακριβό αυτό δώρο του θεού στον άνθρωπο, για να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, να γνωρίσω δηλαδή κι εγώ ο άσημος, μια όμορφη γυναίκα, και, τουλάχιστον να συζητήσω μαζί της.
ΜΑΡΙ
Το γεγονός κύριε Βενσάν ότι νιώσατε την ανάγκη να απολογηθείτε για αυτή την μικρή σας τόλμη, σας καθιστά άξιον μιας ανταμοιβής. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που μετανιώνουν για κάτι ανάρμοστο που έκαναν, πριν αφήσουν να καρπωθούν πρώτα από την τόλμη τους αυτή.
Και θα είμαι εγώ εκείνη που θα σας δικαιολογήσω γι αυτή σας την πράξη, αντί να σας μαλώσω γι αυτήν ακριβώς την τόλμη σας.
Εξάλλου αυτό δεν είναι κάτι αθέμιτο. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με πλησιάσετε χωρίς να χρησιμοποιήσετε εκείνα τα ανόητα φερσίματα των κακομαθημένων και αναιδών, που πλησιάζουν μια γυναίκα και της προτείνουν να πάρουν ένα ποτό μαζί ή να την βοηθήσουν με κάτι που αυτή μεταφέρει.
Και μιλώ έτσι γιατί-μάθετε κύριε Βενσάν, ότι- είμαι πράγματι η κυρία Ντομιέ. Σας είπα ότι δεν είμαι αυτή, επειδή κατάλαβα ότι μου λέτε ψέματα, και έτσι θα μπορούσα να φυλαχτώ από έναν ψεύτη, αν εκεί κατέληγε το πράγμα, ενώ δεν θα είχα να χάσω τίποτε παίζοντας το παιχνίδι που σεις είχατε αρχίσει. Γιατί αν ήσασταν στην δεξίωση εκείνη θα σας είχα προσέξει. Ένας κύριος με την δική σας αρρενωπή όσο και φροντισμένη εμφάνιση δεν θα περνούσε απαρατήρητος από μένα. Και οι δυό λοιπόν κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλο.
ΑΝΤΡΕ
Ώστε είστε πράγματι η κυρία Ντομιέ!.. Διπλή κοροϊδία από σας, μονή από μένα. Γιατί δεν υπήρξε καμία δεξίωση και κανένας φίλος δεν μου είπε τίποτε για την ομορφιά κάποιας κυρίας και για ένα περιστατικό με την απροσεξία της.
ΜΑΡΊ
(σαν λίγο βαριεστημένη από όλα αυτά και έτοιμη να σηκωθεί)
Τι λέτε, πηγαίνουμε;..
(πριν αφήσει τον Αντρέ να απαντήσει)
Ήταν τόσο ωραία όλα αυτά…
ΑΝΤΡΕ
Μα ναι. Πηγαίνουμε.
(σηκώνεται και υποκλίνεται μπροστά στην Μαρί τείνοντάς της το χέρι του)
ΜΑΡΙ
(σηκώνεται)
Κύριε Βενσάν ποιο είναι το όνομά σας;
ΑΝΤΡΕ
Αντρέ.
ΜΑΡΙ
Μαρί.
ΑΝΤΡΕ
Μαξίμ;
ΜΑΡΙ
Όχι. Εξέλσιορ. Έχει πιο καθαρά δωμάτια. Να πληρώσουμε τα ποτά όμως…
ΑΝΤΡΕ
Γκαρσόν!
(έρχεται το γκαρσόν βαριεστημένο)
Τι χρωστάμε;
ΓΚΑΡΣΟΝ
Δυόμισι φράγκα.
ΑΝΤΡΕ
(αφήνει τρία φράγκα)
Τα ρέστα δικά σου αγαπητέ μου.
ΓΚΑΡΣΟΝ
Ευχαριστώ.
(στην Μαρί, σιγά, φιλικά)
Τη βόλεψες κι απόψε Μαράκι!
ΜΑΡΙ
(Ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα στο γκαρσόν. Στον Αντρέ,δείχνοντάς του με μια κίνηση του κεφαλιού της το γκαρσόν)
Paysan!…
(προχωρώντας αγκαζέ)
Ξέρετε, μου αρέσει αλήθεια η όπερα…
ΑΥΛΑΙΑ
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΔΙΑΦΟΡΑ ΩΡΑΣ
ΤΟΠΟΣ: Χώρος εργοστασίου.
ΧΡΟΝΟΣ: Σημερινός
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Η
Σενά τελειώνει τη δουλειά της, κλείνει τον υπολογιστή της, μαζεύει τα
πράγματά της και πηγαίνει προς την πόρτα. Πριν φτάσει σ’ αυτήν, μπαίνει ο
Ρονίς, αναστατωμένος.
ΜΟΡΙΣ
Και σεις εδώ;
ΣΕΝΑ
(απορημένη)
Τι εννοείτε; Πού να ήμουν; Τώρα τελείωσα και φεύγω…
ΜΟΡΙΣ
Μάλιστα. Το ίδιο έπαθα κι εγώ…
ΣΕΝΑ
Τι θέλετε να πείτε;.. τι πάθατε;
ΡΟΝΊΣ
Τώρα τελειώσατε είπατε. Τι ώρα τελειώσατε;
ΣΕΝΆ
Τι εννοείτε κύριε Μορίς; Στις οχτώ η ώρα. Όπως κάθε μέρα.
ΡΟΝΊΣ
Κυρία Σενά, γυρίσατε το ρολόι σας χτες τη νύχτα στην χειμερινή ώρα;
ΣΕΝΑ
(Στέκει για λίγο σκεπτική. Αμέσως κατόπιν, απελπισμένη)
Ω! Όχι! Τι έπαθα… και σεις το ίδιο;.. Και τώρα-οι άλλοι έφυγαν;..
ΜΟΡΙΣ
Ακριβώς κυρία Σενά. Δυστυχώς. Το ίδιο έπαθα κι εγώ!...
(Σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τώρα; Να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον… τον θυρωρό… έχετε τηλέφωνο;
ΜΟΡΙΣ
Τηλέφωνο έχω, όμως μπαταρία δεν έχει-εσείς;
ΣΕΝΑ
(απελπισμένα)
Όχι! Δεν έχω καν τηλέφωνο. Τι μπορούμε να κάνουμε κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Αυτό
που μπορούσα το έκανα. Δοκίμασα τα δικά μου κλειδιά του σπιτιού, μήπως
τύχαινε να ταιριάζει κανένα, όμως τίποτε, όπως άλλωστε ήταν φυσικό.
ΣΕΝΑ
Να φωνάζαμε μήπως μας ακούσει κάποιος…
ΡΟΝΙΣ
Το εργοστάσιο είναι έρημο τριγύρω και την ημέρα ακόμα. Πόσο μάλλον τη νύχτα…
(Σιωπή)
Νομίζω ότι θα μείνουμε κλεισμένοι εδώ όλη τη νύχτα. Τι νομίζω… Θα μείνουμε εδώ όλη τη νύχτα!
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Μία ώρα μετά. Η Σένα και ο Ρονίς κάθονται σε δυο καρέκλες μακριά η μια από την άλλη, στο δωμάτιο-γραφείο του Ρονίς.)
ΡΟΝΙΣ
Πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και εύχομαι και ελπίζω η τελευταία. Πόσο παράξενο είναι όλο αυτό!
(σιωπή)
ΣΕΝΑ
Και τι δεν είναι παράξενο κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Θέλω
να πω δυο άνθρωποι που τίποτα δεν έχουν κοινό, να βρίσκονται στο ίδιο
δωμάτιο, νύχτα, ενώ θα έπρεπε καθένας να ήτανε στο σπίτι του και να
κάνει τις συνηθισμένες ασχολίες του πριν τον ύπνο…
ΣΕΝΑ
Παράξενο λέτε μόνον αυτό κύριε Ρονίς; Και τι δεν είναι παράξενο στη ζωή των ανθρώπων;
ΡΟΝΙΣ
Σας το είπα ήδη. Δεν θα ήταν παράξενο αν βρισκόταν καθένας μας στο σπίτι του προετοιμαζόμενος για την νυχτερινή κατάκλισή του.
ΣΕΝΑ
Αυτό θα το έλεγα συνηθισμένο κύριε Ρονίς, όμως δεν θα έπαυε να είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Μα… πώς αυτό;
ΣΕΝΑ
Βρίσκετε
να έχουν κάποια λογική εξήγηση οι πράξεις, οι συνήθειες και η ύπαρξη
του ανθρώπου, ώστε κάτι από ό,τι κάνει αυτός να μην είναι παράδοξο,
αλλόκοτο;
ΡΟΝΙΣ
(έντονα)
«Η ύπαρξη του ανθρώπου»! Μα είναι
γνωστά γεγονότα αυτά. Η γη, η εμφάνιση πάνω της των φυτών και των ζώων,
και τέλος ο άνθρωπος.
Όσο για τις καθημερινές ασχολίες του ανθρώπου
δεν νομίζω να χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη γνώμη πέρα από το γεγονός ότι
υπάρχουν για χιλιετίες τώρα, και ότι αυτές είναι κανονικές,
φυσιολογικές, ενώ αντίθετα, το να κάθεται κάποιος ξάγρυπνος ολονυχτίς σε
ένα μέρος όπου συνηθίζεται να πηγαίνει σε αυτό μόνον με το φως της
ημέρας και μόνον για να εργαστεί εκεί-ότι αυτό όλο, σαν παράδειγμα,
μπορεί να χαρακτηριστεί αδιανόητο, παράδοξο, τραγικό θα έλεγα….
ΣΕΝΑ
Κύριε
Ρονίς, ηρεμήστε. Δεν είναι ώρα αυτή για να έρθουμε σε ρήξη για το τι
είναι φυσιολογικό ή όχι. Στο τέλος αν δεν έχετε όρεξη για συζήτηση δεν
έχουμε υποχρέωση να συζητάμε. Η ώρα θα περάσει είτε αν κουβεντιάζουμε
είτε όχι.
ΡΟΝΙΣ
Όχι κυρία Σενά, ας συζητήσουμε-ας λέμε κάτι… δεν
είναι ότι δεν έχω όρεξη για συζήτηση αλλά αυτό που μας συνέβη με έχει
ταράξει… Όμως αλήθεια δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε παρά να
συζητήσουμε. Με συγχωρείτε για τον τόνο της φωνής μου. Όμως τι θέλατε να
πείτε-ότι δεν είναι ασυνήθιστο αυτό που μας συνέβη;
ΣΕΝΑ
Είπα ότι είναι συνηθισμένο να βρίσκεται κανείς στο σπίτι του τέτοιαν ώρα, ότι όμως αυτό είναι και παράξενο, αλλόκοτο.
ΡΟΝΙΣ
Γιατί το λέτε αυτό κυρία Σενά; Πώς το αιτιολογείτε;
ΣΕΝΑ
Κύριε
Ρονίς τέτοιαν ώρα θα ήταν φυσιολογικό να είχαμε σώμα τριχωτό, μουσούδα
και σώμα πιθήκου, και να είμαστε πάνω σε ένα δέντρο στο δάσος, έχοντας
φτιάξει με φύλλα μια γωνιά, και να κοιμόμαστε. Αυτό λέω ότι δεν θα ήταν
παράξενο τέτοια ώρα για μας.
ΡΟΝΙΣ
Θέλετε να πείτε ότι έπρεπε να ζούμε στην ζωώδη κατάσταση ακόμα;
ΣΕΝΑ
Όχι ακόμα κύριε Ρονίς. Πάντα. Για πάντα.
ΡΟΝΙΣ
Εσείς γυρίζετε τον κόσμο πίσω χιλιάδες, εκατομμύρια ίσως χρόνια…
ΣΕΝΑ
Δεν τον γυρίζω , μακάρι να μπορούσα να τον γυρίσω. Μα να τον νοσταλγώ δεν θα πάψω.
ΡΟΝΙΣ
Θα προτιμούσατε τώρα να ήσασταν έξω στο κρύο αντί σε ένα ζεστό κρεβάτι;
ΣΕΝΑ
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Έτσι θα έπρεπε να είχε μείνει το πράγμα-αυτής της γνώμης είμαι.
ΡΟΝΙΣ
Για
να πω την αλήθεια, δεν περίμενα να ακούσω να λέγεται αυτό από κάποιον.
Και την ίδια γνώμη έχετε και για τις άλλες διαφορές που ο άνθρωπος έχει
από τα ζώα; Εννοώ για όλες τις προόδους που έχει κάνει ο άνθρωπος-για
τον πολιτισμό μας γενικότερα;
ΣΑΝΑ
Μάλιστα κύριε Ρονίς. ΄Ετσι το βλέπω το πράγμα.
Το
ζεστό κρεβάτι κύριε Ρονίς το χρυσοπληρώνουμε με τρεχάματα για την
απόκτηση χρήματος, με άγχος για χίλια δυο πράγματα, με την έλλειψη της
απόλαυσης της ζωής μας. Δέστε ένα ζώο πόσο πλήρως απολαμβάνει τη ζωή
του, τη φύση γύρω, τον έρωτα, την συντροφιά με άλλα ζώα… Ενώ εμείς…
εμείς θεωρούμε ότι είμαστε τυχεροί αν μπορέσουμε να πάμε ένα
Σαββατοκύριακο στην εξοχή, αν δεν πονοκεφαλιάζουμε για τι φαγητό να
φτιάξουμε, τι ρούχο να φορέσουμε, πόση ζάχαρη να ρίξουμε στον καφέ μας…
ΡΟΝΙΣ
Μα
είμαστε λογικά όντα. Με το μυαλό μας αντιμετωπίζουμε όλα αυτά τα
μικροπροβλήματα σχεδόν χωρίς καθυστέρηση και χωρίς μεγάλη δυσκολία.
Αμφισβητείτε την ανωτερότητα του ανθρώπου απέναντι στα ζώα που μόνον το ένστικτο τα οδηγεί;
ΣΕΝΑ
Ναι. Αμφισβητώ την ανωτερότητα όπως την λέτε του ανθρώπου απέναντι στα ζώα.
Ακόμα περισσότερο εναντιώνομαι σ’ αυτήν.
ΡΟΝΙΣ
Καταργείτε έτσι την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία…
ΣΕΝΑ
Την
τέχνη; Γιατί να μιμούμαστε την φύση κύριε Ρονίς, τη στιγμή που θα την
είχαμε ζωντανή μπροστά μας-που θα ήμασταν ένα από τα συστατικά της-που
εμείς θα ήμασταν η φύση τότε;
Και οι επιστήμες και η φιλοσοφία τι
αληθινό μας έχουν δώσει, ώστε αν δεν τις είχαμε θα χάναμε τι; Την
γελοιότητα να μαλώνουμε αν η γη γυρίζει ή όχι; Και τι κερδίσατε εσείς
και όλοι οι άνθρωποι μαζί από την γνώση αυτήν; Πονάτε ίσως λιγότερο όταν
πέφτετε και χτυπάτε; Και το να φτιάχνει κάθε φιλόσοφός σας μια θεωρία
για το τι είναι Δίκαιο έπαψαν να γίνονται αδικίες; Και αν με τα
μαθηματικά λύνετε προβλήματα, τι ωφεληθήκατε από όλα αυτά;
Και πηγαίνοντας ενάντια στην φύση με τις διάφορες ανακαλύψεις και τις εφαρμογές τους τι καταφέρατε;
Υποφέρετε
κάθε μέρα για να εξασφαλίσετε το φαγητό σας, τρέμετε την αστυνομία
σας, κρύβεστε στο σπίτι σας για τον φόβο των κλεφτών, τρέχετε να
ντυθείτε στρατιώτης για να σκοτωθείτε από έναν άλλον άνθρωπο, που και
κείνος θα σκοτώσει κάποιον δικό σας στρατιώτη, και όταν αρρωστήσετε
τρέχετε στους γιατρούς για να ζήσετε έναν χρόνο πιο πάνω.
Στο θέατρο
της ζωής, στη γη κύριε Ρονίς, προσπαθείτε να αποκτήσετε κάτι που τα ζώα
το έχουν χωρίς κόπο και τόσο φυσικά όσο φυσικό είναι για μας η αναπνοή.
Φυσιολογικό κύριε Ρονίς θα ήταν να ζούμε όπως ζουν τα ζώα. Όλα τα άλλα είναι αφύσικα.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά, δεν συμφωνώ μαζί σας.
Όλες οι επιτεύξεις του ανθρώπου τόσο ασήμαντες σας μοιάζουν;
Έχουμε
νόμους, έχουμε κράτη, έχουμε κατακτήσει τους αιθέρες, άνθρωπος πήγε στο
φεγγάρι, έχομε μηχανήματα που με αυτά μαθαίνουμε τον γύρω μας κόσμο ή
δημιουργούμε έργα που θα μείνουν στους αιώνες. Έχουμε διεισδύσει στα
άδυτα των αδύτων της Φύσεως, του νου μας, της ύπαρξής μας. Ξέρουμε πότε
γεννήθηκε η γη και ο ήλιος, ξέρομε την ιστορία των λαών, ετοιμαζόμαστε
να κατακτήσουμε κάποιους πλανήτες.
Όλα αυτά δεν σας κάνουν περήφανη για το γένος στο οποίο ανήκετε-το γένος των ανθρώπων;
ΣΕΝΑ
Κύριε
Ρονίς, έχετε γνωρίσει ένα απειροελάχιστο μέρος για τα πράγματα που
μπορείτε να δείτε και που ξέρετε ότι υπάρχουν, και πιστεύετε ότι σας
αξίζει έπαινος γι αυτό.
Θα συμφωνούσα μαζί σας αν, αυτή η έστω λίγη
γνώση ήταν η αρχή για κάτι μεγαλύτερο, αν ήταν η αρχή για κάτι που είναι
θεμιτό και ωραίο.
Μα ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε και όλοι εκείνοι που συμβάλλουν σ’ αυτό, ξέρετε γιατί κάνετε ό,τι κάνετε.
Γιατί ο άνθρωπος τα κάνει όλα αυτά κύριε Ρονίς;
ΡΟΝΙΣ
Μα, κυρία Σενά, βρεθήκαμε στη γη. Τι να κάνουμε; Να υποταχτούμε στη μοίρα μας, αφού μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καλύτερο;
ΣΕΝΑ
Καλλίτερο
είπατε; Είναι καλλίτερο αντί να τρώει κάποιο ζώο καρπούς και φύλλα από
τα δέντρα, να τρώει ένα φαγητό που τόσοι άλλοι δούλεψαν, ίδρωσαν,
πέθαναν για να του ετοιμάσουν;
Είναι καλλίτερο να τρέχουμε με αυτοκίνητα; Για να προλάβουμε τι;
Είναι καλλίτερο να αγωνιζόμαστε να μάθουμε τι γίνεται στο σύμπαν, ενώ δεν ξέρουμε τι γίνεται δίπλα μας;
Είναι ο άνθρωπος λογικό όν κύριε Ρονίς;
Ή μήπως ευτυχισμένο;
Τι έχει κερδίσει με όλα αυτά που μηχανεύεται κύριε Ρονίς, πέρα από ένα φέρετρο;
Ή
μήπως οι φιλόσοφοί σας έγιναν σοφοί και σας έδειξαν κάποιον δρόμο άλλον
από εκείνον που για εκατομμύρια εκατομμυρίων χρόνια ακολουθεί κάθε ον
πάνω στη γη αυτή;
Ακριβώς κύριε Ρονίς. Να υποταχτούμε στη μοίρα μας-για να το πω όπως εσείς το θέσατε.
Ακριβώς
κύριε Ρονίς. Να ζήσουμε σαν ζώα αφού ζώα είμαστε. Δηλαδή να ζήσουμε τη
ζωή μέσα στη φύση, όπως κάνουν και όλα τα άλλα ζώα. Αν είχαμε κάνει
έτσι, δεν θα βρισκόμασταν τώρα φυλακισμένοι μέσα σ’ αυτό το κατόρθωμα
της κατασκευαστικής δεινότητας των ανθρώπων-μέσα σ’ αυτό το κτίριο,
εμείς! οι παντοδύναμοι, εμείς! οι πανέξυπνοι, εμείς! οι πολιτισμένοι!,
εμείς που ένα μικρό κομματάκι σίδερο, που εμείς οι ίδιοι με την τόση
εξυπνάδα μας κατασκευάσαμε, μας στερεί τώρα τον ύπνο μας, το φαγητό μας,
την ελευθερία μας, την αξιοπρέπειά μας.
ΡΟΝΙΣ
Ο κόσμος όμως
προχωρεί κυρία Σενά. Και προχωρεί στον δρόμο του πολιτισμού που ο ίδιος
έχει αναπτύξει, κάνοντας πραγματικότητα σιγά σιγά τα όνειρά του.
ΣΕΝΑ
Έχω κι εγώ ένα όνειρο κύριε Ρονίς.
Να φτιάξω μία συσκευή που να εκπέμπει ακτίνες, θανατηφόρες για τους ανθρώπους μόνον.
Και να ξεπαστρέψω όλους τους ανθρώπους, αφήνοντας τη γη να ξαναγίνει όπως ήταν πριν ο άνθρωπος υπάρξει: αγνή, αμόλυντη, θεία.
ΡΟΝΙΣ
Κυρία Σενά είναι τόσο απλησίαστες οι θέσεις μας για το θέμα, ώστε νομίζω ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε γι αυτό.
ΣΕΝΑ
Έχετε
εν μέρει δίκιο κύριε Ρονίς. Γιατί και σ’ αυτό έχουμε διαφορετική άποψη.
Και η δική μου επ’ αυτού είναι ότι θα ήταν καλλίτερο να μην μιλάμε
καθόλου και για τίποτα.
(μεγάλη σιωπή)
ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Δώδεκα ώρες μετά. Ο επιστάτης μπαίνει στο γραφείο του κυρίου Ρονίς. Ο Ρονίς και η Σενά σηκώνονται.)
ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
(έκπληκτος)
Κύριε Ρονίς… κυρία Σενά… είναι αυτό που φαντάζομαι; Η αλλαγή της ώρας;…
ΣΕΝΑ
Καλημέρα Αντρέ. Ναι, καλά κατάλαβες.
(βγαίνοντας, στον κύριο Ρονίς)
Καλή σας μέρα κύριε Ρονίς.
ΡΟΝΙΣ
Καλημέρα σας κυρία Σενά.
(τοποθετεί την καρέκλα του στη θέση της στο γραφείο του και κάθεται.)
Αντρέα, φέρε μου ένα καφεδάκι σε παρακαλώ. Διπλό!
ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
Έγινε κύριε Ρονίς!
(βγαίνει)
ΑΥΛΑΙΑ
Ο μονόλογος του Ελβυτέρ από το έργο "ΕΡΙΛΉ"
(Δωμάτιο του Ελβυτέρ. Φτωχικό. Αριστερά για τους θεατές, πόρτα που οδηγεί στο χoλ. Ο Ελβυτέρ στέκεται όρθιος μπροστά στο μικρό τραπέζι που βρίσκεται στη μέση του δωματίου. Δίπλα του μία καρέκλα. Πάνω στο τραπέζι ένα ποτήρι μ' ένα κόκκινο υγρό μέσα και η φωτογραφία της Εριλή)
ΕΛΒΥΤΕΡ
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα
γιατί χαράς δε μου 'δωσες να δω και γω μια μέρα;
Πέτρα την πέτρα το βουνό δένεις και δε χαλιέται.
Το κύμα κάνεις στο γιαλό άπαυτα να χτυπιέται.
Δένεις αέρα, γη, νερό, σε μία σφαίρα στέρια
τηνε κεντάς κι ανάμεσα από τ' άλλα σου τ' αστέρια
τρέχει αυτή ακράτηγη. Για τι; Για πού; Ποιος ξέρει
παρά το που την έπλασε αλύπητό σου χέρι…
Στου σπόρου μέσα το κορμί, χωμένο μες στο χώμα
συνάζεις μύρα, σχήματα, σταλάζεις φως και χρώμα
και κάθε χρόνο απα' στης γης τα μέρη τα σκορπίζεις'
τάχα για ποιον; τάχα για τι; Μόνον εσύ γνωρίζεις.
Μέσα στη θάλασσα οδηγάς και χύνεις τα ποτάμια,
τον πόθο για το ψήλωμα φυτεύεις στα καλάμια.
Δένεις τη μέρα με το φως, τη νύχτα με τα μάγια,
τη δυστυχιά με τη ζωή, τον πλούτο με τ' αρπάγια.
Το φλόγινο το κόκκινο ταιριάζεις με τη δύση
τον ερχομό της άνοιξης με το γλυκό μεθύσι
τη νοστιμιά του χταποδιού με του χελιού την πείνα
τη νύχτα με τ' αστέρια της και με τη λάμψη εκείνα,
τα ψάρια με τη θάλασσα, πουλιά με τον αέρα,
και με τον μαύρο θάνατο της ερημιάς την ξέρα.
Τ' αρνί οδηγάς προς τη σφαγή, το φως προς το σκοτάδι,
τα ρόδα προς το μάραμα, τη ζήση προς τον Άδη.
Βαθιά ποτίζεις το χαρτί με δίψα για μελάνι
και του σωστού τ’ ακρόριζα ποτίζεις με την πλάνη.
Την πεταλούδα στη φωτιά ρίχνεις και το μικρούλι
σε τρομερό ένα θάνατο σπρώχνεις αγκαθοπούλι.
Τις αίστησες εγέννησες και κάνοντας να νιώθουν
τη δυστυχιά την ίδια τους τις έβαλες να κλώθουν.
Κι ό,τι εγέννας το 'στειλες μονάχο του να πάει
μες στα ψυχρά, παντέρημα και σκοτεινά σου χάη
και να ζητάει αιώνια χωρίς ποτέ του να 'βρει
το ταίρι του, που του 'κρυψε η βούλησή σου η μαύρη.
Έσμιξες, εξεχώρισες, σμίγεις κι ξεχωρίζεις
συγκλόνισες, ετάραξες, ταράζεις, συγκλονίζεις
και μέσα στην ασύγκριτη σύγχυση και τη βία-
και μέσα σ' όλων των στοιχειών τη φοβερή μανία
και μας μαζί μας στροβιλάς και μας μαζί μας δέρνεις
κι απ' το 'να γκρεμοτσάκισμα στ' άλλο γοργά μας φέρνεις.
Και στης ψυχής μας τ' άμετρα, τ' αβυσσαλέα βάθη
ολέθρια εφύτεψες και ψυχοφθόρα πάθη-
μικρά και μεγαλύτερα, μέγιστα και ακόμα
πάθη που αν είναι να τα πει δειλιάει κάθε στόμα.
Το πάθος για του ιππόδρομου έβαλες τ' αλογάκια,
το πάθος για τ' αλκολικό ποτό, για τα χαρτάκια,
για τα ταξίδια, τα όμορφα ρούχα και τα στολίδια,
την τέχνη, την κολύμβηση, τα δάση, τα βιβλία,
κι ακόμα πάθη χίλια δυο μπορώ να ονομάσω
χωρίς στο τέλος του μακριού κατάλογου να φτάσω.
Τόσο τα πάθη που σκορπάς πολλά και δίχως τέλος.
Τόσα. Και για καθένα τους ένα μικρό σου βέλος.
Κι οι άνθρωποι τα πάθη τους υπηρετούν. Και όλοι
άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ, κάθε αργία και σκόλη
την αφιερώνουν δουλικά στο πάθος που τους πάει
και με το πάθος του καθείς στον κόσμο αυτόν μεθάει.
Μα ένα πάθος διάφορο υπάρχει από τ' άλλα
που πιο μεγάλο είναι μαζί απ' όλα τα μεγάλα:
για το γυναίκειο το κορμί το ακοίμητο το πάθος
που πλάτος έχει άσωστο κι αμέτρητο έχει βάθος.
Ποιος που δεν είναι ανόητος μπορεί να θεωρήσει
πως με το χρόνο αυτό εδώ το πάθος θα ξεφτίσει;
Ποιος η ύστερή του η πνοή προτού το σώμα αφήσει
του πάθους τούτου η ορμή πως θα γνωρίσει δύση-
πως από μέσα του η ορμή αυτού του πάθους φεύγει
προτού η στερνή του η πνοή απ' το κορμί του έβγει;
Ποιος θα τολμούσε να 'λεγε Κόλαση πως υπάρχει
που απ' το γυναίκειο το κορμί αιτίαν άλλη να 'χει;
Ποιος ότι τάχα μια φωτιά υπάρχει πιο φλογάτη
από τη φλόγα που σκορπάει το γυναικείο μάτι;
Ποιος πως βασανιστήριο πιο μέγα έχει γίνει
παρά να μη τον αγαπά-να μη τον θέλει Εκείνη;
Όμως οι άθλιοι άνθρωποι με κάτι ξεγελιούνται
όταν Αυτή δεν τους κοιτά-κάπως παρηγοριούνται.
Τη μια με κάποιο γέλιο Της, άλλη με μια ματιά Της
και άλλοτε μ' εν' άγγιγμα 'π' τα χέρια τ΄ακριβά Της.
Για όλους μες στη δυστυχιά υπάρχει μια ελπίδα-
για όλους έχει μι αστραπή μέσα στην καταιγίδα.
Ένα λογάκι, μιας μικρής υπόσχεσης η σπίθα
λαφρώνει το πλεούμενο που αλλιώτικα θα εβύθα.
Για όλους πλην για μένανε. Κλειστοί για μένα είναι
οι δρόμοι όλοι. Ανοιχτός μονάχα μ' απομένει
και ολορθάνοιχτος, αυτός του οριστικού χαμού μου-
χαμού κορμιού που ακολουθά εκείνονε του νου μου.
Η καθ' ελπίδα είναι για με ολότελα σβησμένη.
Κάθε χαρά ερωτική πριν γεννηθεί πεθαίνει.
Και τι ελπίδα, τι χαρά μπορώ να περιμένω
αφού η αγάπη μου γι αυτήν της είναι κάτι ξένο…
αφού δεν ξέρει τίποτα-και πώς μπορεί να ξέρει
αφού της είναι αφάνταστο πως αγαπούν κι οι γέροι..
Αφού τα δίχτυα αν μέριαζα για μια στιγμή του τρόμου
και αν Της εφανέρωνα μια μέρα τον καημό μου,
ξέρω, το γέλιο θ’ άρχιζε και δε θα σταματούσε
παρά μονάχα επειδή απ΄το γέλιο θα πονούσε.
Ναι! Είμαι γέρος! Και λοιπόν; Τι κι αν παλιά η βάρκα
σαν ταξιδεύει μέσα της μια μεθυσμένη σάρκα;
Τι κι αν τοιχώματα σκληρά φτιάχνουνε την κυψέλη
αφού πλαντάζει μέσα της η γλύκα από το μέλι;
Τι κι αν μεγάλο το δεντρί αφού κλωνάρια απλώνει
χλωρά, κάθε που Άνοιξη την ξέρα του ζυγώνει;
Και το κρασί γλυκύτερο γίνεται όσο παλιώνει.
Κι αν πάγοι σκέπουνε τη γη, ολάκερη πυρώνει.
Ίδια σοφία το παλιό βιβλίο εντός του κλείνει,
ίδια τη μάθηση σκορπά, ίδια τη γνώση δίνει.
Κι έχει ο γερο-πλάτανος μυριάριθμα κλαδάκια
όπου απαλότερ' από δυο χαϊδεύουνε χεράκια.
Πολύ καλά συ Έρωτα ξέρεις γιατί μιλάω
όσο καλά ξέρω κι εγώ πως άπαυτα πονάω.
Μάρτυρες άλλους δε ζητώ σ' αυτήν τη συφορά μου'
δω έχουμε να κάνουμε 'γω, συ και η Κυρά μου.
Εσύ όπου με λάβωσες, Αυτή που με σκοτώνει
και γω που η πληγίτσα Της τώρα με ξεματώνει.
Γιατί καιρός μ' απόμεινε λίγος για πόνο ακόμα.
’Τι θα δεχτεί τον πόνο μου το άπονο το χώμα.
Τι να Της ζήταγα λοιπόν; Ούτε αυτή τη χάρη
έχω, ενός όχι Της σκληρού να μ' έκοφταν οι Χάροι.
Στέκομαι μόνο αδύναμος, πιασμένος μες στο δίχτυ
που μέσα του η λατρεία Της δεμένονε με ρίχτει.
Γέρος. Και με ποια πρόφαση μπορώ να Την αγγίξω;
Πάνω Της ούτε θαυμασμού βλέμμα μπορώ να ρίξω
Στο νου δεν το 'χει-αμήχανα κι αφύσικα θα νιώσει.
Πάλι μπορεί να προσβληθεί κι ίσως και να θυμώσει
που τέτοια μια, γέρος εγώ, έχω τολμήσει τόλμη.
Μπορεί και να το έλεγε στους γύρω Της ακόμη.
Έτσι αδιάφορο πολύ το βλέμμα πρέπει να 'χω
σαν, σπάνια, συναντιόμαστε. Και μια ευκαιρία να ψάχω
θα πρέπει για πολύν καιρό μέχρι να καταφέρω
χωρίς αυτή να με θωρεί-εμένανε, το γέρο-
να Τηνε κλείσω μες σε μιας ματιάς μου την απόχη-
και πάλι γρήγορη ματιά, ρηχή, σαν πρωτοβρόχι.
Και μήπως τάχατε συχνά Τη βλέπω; συ το ξέρεις:
όποτε πλάϊ μου θα 'θελες τυχαία να Τη φέρεις.
Κι ίσως καλλίτερο ειν' αυτό γιατί βαθιά πληγώνει
να μου μιλάει σαν να 'πλεκε, να ράβει η να ζυμώνει.
Γιατί μου είναι αβάσταγο ψυχρά να με κοιτάνε
τα μάτια Εκείνης που 'πρεπε δική μου όλη να 'ναι.
Την τελευταία τη φορά θυμάμαι που Την είδα.
Πριν λίγες μέρες ήτανε. Στο σπίτι Της επήγα.
Μα ποιο το κέρδος; Σ' όποιο πριν να πάω ήμουνα χάλι
στο ίδιο και χειρότερο σαν έφυγα ήμουν πάλι.
(τα φώτα σβήνουν και ανάβουν πάλι. Σπίτι της Εριλή. Η Εριλή μισο- ξαπλωμένη στον καναπέ ακούει μοντέρνα τραγούδια από το ραδιόφωνο. Είναι ντυμένη με ακριβά ρούχα. Μπαίνει ο Ελβυτέρ ντυμένος φτωχικά και φορώντας αδιάβροχο)
ΕΡΙΛΗ
Γεια σου Ελβυτέρ.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Γεια σου Εριλή.
ΕΡΙΛΗ
Σήμερα λεν θα βρέξει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ναι. Στις ειδήσεις το είπανε που άκουσα στις έξη.
ΕΡΙΛΗ
Ω! Τη βροχή τηνε μισώ!.. με βρέχει… με λασπίζει…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Μ’ αν δε θα βρέξει Εριλή το ρόδο δεν ανθίζει.
ΕΡΙΛΗ
Τότε ας βρέξει στους αγρούς. Γιατί κι εδώ στην πόλη;
ΕΛΒΥΤΕΡ
Και συ τι θα γινόσουνα που εν' άνθος είσαι όλη;
ΕΡΙΛΗ
Α! Ελβυτέρ! Δε λείπουνε απ' το στόμα σου τ' αστεία.
(ζωηρά)
Ξέρεις; Σχολείο αύριο δεν έχουμε-ειν' αργία.
Και θέλω να 'βγω. Κι ο μπαμπάς δε θέλει να μ' αφήσει.
Πες του δυο λόγια Ελβυτέρ. Ίσως αυτό τον πείσει.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Αν θα μου πεις πού θες να πας, μπορεί να του μιλήσω.
ΕΡΙΛΗ
Θέλω να πάω στην Υλγώ. Για λίγο, δε θ' αργήσω.
ΕΛΒΥΤΕΡ
Καλά.
ΕΡΙΛΗ
Ωραία!... κάνε μου ακόμα μία χάρη…
ΕΛΒΥΤΕΡ
Ακούω.
ΕΡΙΛΗ
Το βιβλίο μου δώσε μου απ' το συρτάρι.
(Ο Ελβυτέρ σηκώνεται και της το δίνει. Η Εριλή ξαπλώνει στον καναπέ και αρχίζει το διάβασμα σαν να μην υπάρχει κανείς άλλος στο δωμάτιο. Τα φώτα σβήνουν και ξανανάβουν. Δωμάτιο του Ελβυτέρ όπως πριν)
ΕΛΒΥΤΕΡ
Από την άλλη πάλι αν δεν Την ιδώ για μέρες
απ' την ψυχή μου πιο χλωρές είναι οι έρμες ξέρες.
Αυτά τραβώ. Δεν ξέρω τι να πω ή τι να κάνω.
Ξέρω πως ένα μοναχά μου μένει: να πεθάνω.
Ξύπνιος Την έχω στο μυαλό. Κοιμάμαι; στ' όνειρό μου.
Δε θα τη δω μόνο ποτέ ο δόλιος στο πλευρό μου.
Κι όχι μονάχα αδιαφορεί αλλά κι ακόμα μοιάζει
και σαν πολύ να με μισεί ή σαν να μ' αηδιάζει.
Να… με τον κοριτσίστικον, αθώο Της αέρα
κάθε γιορτή, κάθε χαρά, μα και την κάθε μέρα
που ένας γνωστός στο σπίτι Της μετά 'πο μέρες πάει,
αυθόρμητα, όταν τον δει, Εκείνη, τον φιλάει.
Δεν αξιώθηκα φιλί να πάρω απ' Αυτήνε.
Για μένα κι ένα τέτοιο Της φιλί, όνειρο είναι.
Κι ενώ για μένα έχουν πλαστεί τα δύο Της τα χείλια
τώρα στων άλλων τα φιλιά με κατακαίει η ζήλεια.
Ζήλεια για τι; Ζήλεια για ποιον; Τι έχει να ζηλέψει
αυτός π' ουτ' ένα λόγο Της γλυκόν δεν έχει γέψει;
Κι όμως με λιώνει, με πονά, με καίει, με πεθαίνει
η ζήλεια ως και για τον ψυχρόν αέρα που ανασαίνει.
Γι Αυτήν δε θα 'ταν τίποτα ένα φιλί ακόμα.
Για μένα όμως θα 'τανε το παν. Θεοί! Το στόμα
το λατρευτό θ' ακούμπαγε στο δέρμα μου επάνω…
Όλα μ' αυτό το φίλημα θα μπόρεια να τα κάνω.
Κι αν όχι όλα, μες σ' αυτήν που τώρα είμαι θέση
δε θα 'χα φτάσει-η ίδια μου η ζωή να μη μ' αρέσει.
(μικρή παύση. Χαμογελάει πικρά)
Μα είχα με το μέρος μου πάντα τη φαντασία.
Αυτή παρέα μου 'κανε αληθινά εξαισία.
Έζησα τις καλλίτερες στιγμές εγώ κι Εκείνη
(ένα μικρό κομμάτι τους αλήθεια μόνο αν γίνει
θα 'μαι ο ευτυχέστερος απ' τους ανθρώπους όλους).
Τους ωραιότερους μ' Αυτήν παρέα έπαιξα ρόλους.
Εκείνη την αγάπη μου μού έφερνε κοντά μου
και νύχτες έζησα μ' Αυτήν χιλιάδες πρώτες γάμου.
Φορές, ενώ εζούσαμε μια ζήση όπως τώρα
ξάφνου βαρύ θανατικό έπεφτε μες στη χώρα
Τι λέω στη χώρα; σ' όληνε τη γη-κι όλοι πεθαίναν
κι οι μόνοι οι δυο μας ήμασταν πάνω στη γη που μέναν.
Τότε Αυτή όχι χαίρονταν μονάχα, μα ευτυχούσε
το βήμα μου σαν άκουγε κοντά Της που ηχούσε
κι απρόσκλητη τότε έρχονταν και μου ζητούσε αγάπη
και με πολυεπρόσεχε πολύτιμο σαν κάτι.
Α! Δεν μπορώ να πω εδώ τα όσα Αυτή για μένα
πράγματα μόνη έκανε γλυκά κι ευτυχισμένα..
Άλλοτε ταξιδεύοντας μ' ένα μεγάλο πλοίο
ύστερ' από ναυάγιο σωζόμασταν οι δύο
πάνω σ' ένα έρημο νησί. Τη μέρα μακριά μου
την πρώτη εκαθότανε. Μα ζύγωνε κοντά μου
όταν η νύχτα έπιανε να πέφτει. Σαν Θεό Της
με είχε και μ' αγάπαγε κάλλιο κι απ' τον εαυτό Της.
Φορές πάλι άλλες γιορτινά η πόρτα μου εχτύπα
(πόσο πολλή στο χτύπημα εκείνο υπήρχε γλύκα!),
την άνοιγα και, ω! θεοί! ήταν στ' αλήθεια Εκείνη
με στριμωγμένα γύρω Της νυμφών, σατύρων σμήνη.
Και κάθονταν. Και όλη Της ξέχυνε την αγάπη
που ως τότε-άραγε γιατί;-κρυφήνε την εκράτει.
Κι έπεφτε μπρος στα πόδια μου στο δάκρυ βουτηγμένη
και να Της πω επρόσμενε ότι συχωρεμένη
ήταν για όσα μ' έκανε μαρτύρια να τραβήξω.
Εγώ κρατιόμουν την τρελή χαρά μου να μη δείξω.
Μα όταν καταλάβαινα τι αληθινά συμβαίνει
τίποτα πια δεν έκρυβα κι όλα τα μαρτυρούσα
κι απ' την πολλή μου τη χαρά επέθαινα-δεν ζούσα.
Α! Το μικρό Της το κορμί το 'χω γνωρίσει τόσο
που αν γι αυτό κάτι θα πω θαρρώ θα το προδώσω.
Α! Το φιλί Της μ' έκαιγε τόσο πολύ, που φλόγα
θα έσπερνε το στόμα μου τη γλύκα του αν 'μολόγα.
Α! Το φιλί μου το πικρό Την εδονούσε τόσο
που άλλη φορά ενόμιζε πως δεν θα Της το δώσω…
Και στο ζευγάρωμα είχαμε αναισθησία τόση
που αναρωτιόμαστε ύστερα: "έχουμε ζευγαρώσει;"
Και τα κορμιά ως έσμιγαν δε λέγαν να χωρίσουν
σαν να 'θελαν στο ένωμα εκείνο εκεί να σβήσουν.
Μα κάποτε-πότε;-αργά, εζούσαμε και πάλι
με δίχως νεύρο στο κορμί και νου μες στο κεφάλι-
τοσο άδειοι απ' όλα είμασταν ή τόσο γεμισμένοι
που ήτανε η πεθυμιά τότε για μας σαν ξένη.
Μα όσο κι αν μου φτέρωνε η φαντασιά τις ώρες
με τις πολλές που μου 'δινε της ομορφιάς Της γνώρες
τόσο η ζήση ώρθωνε στο διάβα μου εμπόδια
κι έλιωνε κάθε μου χαρά με τα βαριά της πόδια.
Όλα Της τότε μ' έκαιγαν κι όλα με τυραννούσαν-
όλα Της τότε σ' άβυσσο βαθιά μια με τραβούσαν:
Η απουσία Της. Το φιλί που δε μου είχε δώσει.
Η απονιά Της που σφιχτά με είχε περιζώσει
και που με σπάνια αγκάλιαζε τ' άθλιο κορμί μου ζέση
και μ' έσφιγγε και μου 'σπαζε πλευρά, λαγόνια, μέση.
Άπονη! Αν ήμουνα σκυλί θα είχα την ελπίδα
να με φωτίσει ενός χαδιού ζεστού Της η αχτίδα.
Αν ήμουνα η χτένα Της μία φορά τη μέρα
στη δροσερή Της των μαλλιών θα έμπαινα τη σέρα.
Αν ήμουν η γατούλα Της κι έλειπα για ημέρες
για να με βρει θα έμπαινε σε βάλτους και σε ξέρες.
Κι εμέ, βδομάδες να με δει ενώ έχει, κάποιο "γεια σου"
μου λέει, που στα έρμα μου τ' αυτιά ηχεί σαν "χάσου"
Τα τόσα, που, πολύτιμα Της έχω κάνει δώρα
σε ποια γωνιά να βρίσκονται παραριγμένα τώρα;
Τόσα διαμάντια και χρυσά. τόσα φωτολουσμένα
ποτέ Της δεν τα κοίταξε-τα παραπονεμένα.
Καθόλου τη μαρμάρινη δεν έχουνε καρδιά Της
αγγίξει τα δοσίματα που έχουν τ' όνομά Της.
Όση κι αν φλόγα έβαλα μέσα τους λες εχάθη-
καθόλου από την πύρα τους Εκείνη δε ζεστάθη.
Τέτοια μαρτύρια με κρατάν και τέτοιοι πόνοι μ' έχουν-
τέτοια τα μαύρα δάκρυα στα μάτια μου που τρέχουν.
Και η αιτία ειν' αυτή που 'χω αποφασίσει
να φτάσω μ' ένα πήδημα στο σκοτεινή τη ζήση.
Τέλος θα βάλω στη ζωή που 'χει μαρτύριο γίνει.
Θα κλείσω αυτό το στόμα μου που όλο φαρμάκια πίνει.
Τα μάτια που όταν Τη θωρούν πονούν, και που πονούνε
το ίδιο κι αν δε θα Τη δουν, πια δεν θα ξαναδούνε.
Τα χέρια που την ηδονή τη μόνη τους-ν' απλώσουν
επάνω στ' άσπρα στήθη Της-δεν μπόρεσαν να νιώσουν
άσπρα θ' αφήσω κόκκαλα. Μαύρη θα κάνω στάχτη
του' το κορμί που απ' τον κρυφό τον πόνο Της 'ρημάχτη.
Άλλο δε μένει τίποτα. Χωρίς Αυτήν η ζήση
έρμο σκυλί 'ναι κι άμοιρο, που χάρη να ψοφήσει.
Είναι στολίδι άχρηστο και δώρο για κανένα.
Κορμιού είναι νεκροστόλισμα με ρόδα μαραμένα.
Ελπίδα μια να με κρατεί δεν έχω. Δεν με δένει
πια τίποτε με τη ζωή που 'ναι απ' Αυτήν χαμένη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ άλλο να υποφέρω:
πως ειν' Αυτή στην ίδια γη πάνω με με να ξέρω
αλλά μακριά μου… πώς μπορεί-ο νους πώς να το βάλει
σε άλλο το κεφάλι Της να γέρνει προσκεφάλι;
πώς τα δυο χείλια Της μπορούν τα ζαχαρογραμμένα
που για τα δυο τα χείλια μου τα 'χει ο θεός πλασμένα
σε άλλους μόνο να μιλούν… σε άλλους να γελούνε
και-λυπηθείτε με θεοί-και άλλους να φιλούνε…
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ-δε φτάνω να τ' αντέξω'
να μην μπορώ μες στ' απαλά μαλλάκια Της να πλέξω,
μόνο αυτά να γίνονται φίδια και να με τρώνε
όταν τα χέρια τ' ακουμπούν ανθρώπων αλλωνώνε'
κι αντίς φιλάκια τρυφερά πάνω τους ν' αποθέτω
καθώς το κεφαλάκι Της θα γέρνει μου στο πέτο-
κι αντίς για ρίγη ηδονικά μύρια να τους χαρίζουν
τα δάχτυλά μου μέσα τους όταν θα λαχταρίζουν,
τώρα μια να 'ναι θάλασσα που στ' άφωτά της βύθη
των άμοιρων ελπίδων μου μαραίνονται τα πλήθη.
Τέτοιο μαρτύριο δεν μπορώ. Εκείνα τα χεράκια
όχι στου πόθου μου να καιν την εκκλησιά κεράκια
μ' αλλού αγκαλιές να δίνουνε και χάδια να σκορπάνε'
χάδια και δώρα κι αγκαλιές που όλα χαμένα πάνε...
Κι αυτά τα στήθη δεν μπορώ τη φλόγα τους να δίνουν
σ' άλλες χαρές. Δεν το μπορώ τη μέθη τους να πίνουν
άλλοι καιροί. Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ να μένω
έξω απ' τ' αφροπανήγυρο αυτό το μαγεμένο.
Δεν το μπορώ τα πόδια Της μ' άλλα να σμίξουν πόδια.
Δεν το μπορώ η ροδίτσα μου αλλού να δώσει ρόδια.
Δεν το μπορώ η μέση Της μ' άλλη να σμίξει μέση.
Δεν το μπορώ γι άλλη καρδιά η καρδιά Της να πονέσει.
Δεν το μπορώ το θαμ' αυτό που γίνηκε για μένα
ούτε να το κοιτάζουνε βέβηλα μάτια ξένα.
Δεν το μπορώ η ανάσα Της άλλονε να ζεσταίνει.
Δεν το μπορώ απ' αλλουνού τον πόθο να χλωμαίνει.
Δεν το μπορώ-δεν το μπορώ με τη ζεστή μιλιά Της
να νανουρίζει άλλες μορφές μέσα στην αγκαλιά Της.
Ας φύγω! Τρις καλλίτερα! Του Άδη ας με ζώσουν
τα σκότη κι οι μεγάλες του φλόγες ας με πυρώσουν'
Πιο σκοτεινά τα μάτια Της. Πιο φλογερό το σώμα.
Πιο πυρωμένη μια πνοή απ' το δικό Της στόμα.
Θα φύγω. Να μην πνίγομαι στον πόνο Της. Θα φύγω.
Κάθε κακό μπροστά σ΄ αυτό που μ' ήβρε, είναι λίγο.
Ας φύγω, πια να μη θωρώ το βελουδένιο στόμα
και για το που το γεύεται να μη ζηλεύω πιόμα.
Να μη την εικονίτσα Της κοιτάζω κάθε τόσο
για να 'βρω δύναμη πιο κει το βήμα μου ν' απλώσω.
Να μη με τη φωνούλα Της ξεσχίζει την ψυχή μου
να μη με το γελάκι Της βραδιάζει την αυγή μου.
Να μη θωρώντας σαν ξυπνώ το μοναχό μου στρώμα
για μοναχήν ελπίδα μου να στρέφομαι στο χώμα.
Να μη το κάθε χτύπημα στην πόρτα μου με σφάζει
να μη κάθε περπάτημα σαν Εκεινής μου μοιάζει.
Να μη της ζήλειας τα φριχτά πλοκάμια με τυλίγουν
να μη τα χάδια τ' άδοτα ολημερίς με πνίγουν.
Να μη όλη μου την ύπαρξη το Άδειο να γεμίζει
να μη, δίπλα σε Κείνηνε, η μοναξιά ν’ ανθίζει.
Μα όμως κι ένας μυστικός φόβος το νου μου παίρνει:
τη λύτρωση ούτε ο θάνατος μήπως και δεν τη φέρνει.
Μ' ακόμα κι αν στο θάνατο πονούν όσοι αγαπάνε
κάθε άλλος πόνος απ' αυτόν, εδώ, πιο λίγος θα 'ναι.
Κι ακόμα ίσως ο θάνατος κοντά Της να με φέρει.
Πιο σπλαχνικό ίσως εκεινού να 'ναι μπορεί το χέρι.
Ίσως αγέρας γίνω εκεί κι η μ' όλα ταιριασμένη
μυτούλα Της μεθυστικά, πρωί, να μ' ανασαίνει.
Ίσως φωνή γινώ αηδονιού και τα χαριτωμένα
τ' αυτάκια Της προσέξουνε τότε λιγάκι εμένα.
Ή πάλι ένα εσώρουχο σφιχτούλια κολλημένο
σε ό,τι, τώρα απρόσιτο, με κάνει και πεθαίνω.
Ίσως σταυρός χρυσός γινώ με τέχνη σκαλιγμένος
και-γιατί όχι-να βρεθώ ανάμεσα σφιγμένος
στα δύο απερίγραπτα του στήθους Της λοφάκια
κι όλα μου μες στη γλύκα τους να σβήσουν τα φαρμάκια.
Ίσως αχτίδα φεγγαριού κι απ' το παράθυρό Της
να χαδοπεριπλέκομαι στον όλασπρο λαιμό Της.
Ίσως και όνειρο γλυκό του ύπνου Της να γίνω
κι όταν κοιμάται όλες Της τις ομορφιές να πίνω.
Και πάλι ίσως μια αίστηση απ' τις γλυκές εκείνες
που μόνο στις νυχτέρινες ανθούν του πόθου κλίνες
και κάθε νύχτα μες στ' αβρό, καυτό, γλυκό Της βάζο
τις στάλες της ανείπωτης λατρείας μου να σταλάζω.
Ναι! Ίσως να 'βρω το φιλί στου θάνατου τα μέρη.
Δικό μου ίσως γίνει εκεί το λατρεμένο ταίρι.
Μπορεί. Μα ό,τι να σκεφτώ, ό,τι κι αν πω ή κάνω,
προτού απ' όλα ένα-αυτό!- μου μένει: να πεθάνω.
Έρωτα παντοδύναμε, θεέ, όλων Πατέρα,
καλή γιατί δεν έδωσες να δω κι εγώ μια μέρα;
Πάνω στη γη επέταξες τ' αθώα πλάσματά σου
και τ' άφησες να καίγονται στην άλυπη φωτιά σου.
Βαθιά βαθιά επότισες με πόθο το κορμί τους
κι απλήρωτη κι αδίκιωτη άφησες την ορμή τους.
Με του γυναίκειου του κορμιού την πεθυμιά ποτίζεις
τις ίνες του αδύναμου κορμιού που συ ορίζεις
και τους θωρείς να σπαρταρούν γυρεύοντας αγάπη
κι αχνογελάς σαδιστικά στων ουρανών τα μάκρη.
Βρωμοθεέ αναίσχυντε μας πέταξες στα σκότη
αφού έχεις βάλει μέσα μας το φως σκέψη μας πρώτη.
Μπροστά μας δρόμο διάπλατον και φωτεινόν απλώνεις
αλλά με άλυσες βαριές τα πόδια μας διπλώνεις.
Δέντρο μπροστά μας. Οι καρποί τις κλάρες του τις σπάνουν'
και διασκεδάζεις που τα δυο τα χέρια μας δε φτάνουν.
Δε σ' άρεσε που ήμασταν άπονα ύλης μόρια
μακριά 'πο κάθε πεθυμιά και κάθε ανημπόρια-
η βρωμερή σου η βούληση θέλησε να μας έχει
μέσα στον πόνο, και πικρό το δάκρυ μας να τρέχει.
Μάτια και στήθη, στόματα, χέρια και ποδαράκια
γοφοί, γλουτοί, τσακίσματα, φωνούλες και γελάκια
περνοδιαβαίνουν δίπλα μας σ’ ατέλειωτη πορεία.
Και βλέπουνε τα μάτια μας με πόθο και λατρεία
κι ακούν τ' αυτιά, κι οσμίζεται η μύτη τις οσμές τους
που ερωτικά σπιθοβολούν οι ερωτικές ορμές τους,
και μας, μας έχεις κραταιέ σ' ένα κλουβί κλεισμένους
σε όλα τούτα αμέτοχους και άχαρους και ξένους.
Όπως παιδί που τα φτερά τα δυο της μύγας κόβει
και το κορμί της ύστερα κεντά με το βελόνι
κι εκείνη στέκει ανήμπορη στον τρόμο βουτηγμένη
τέτοια μια μοίρα και για μας συ έχεις φυλαγμένη.
Ω! Συ θεέ μικρόπρεπε! Πάγκακε! Παμμισώντα!
Έτσι γιατί μας έπλασες δυστυχισμένα όντα;
Αφέντη των αστερισμών και των συμπάντων πλάστη
το πωρωμένο σου μυαλό τι πήγε κι εφαντάστη!
Από μιας σφαίρας άφωτης το κρύο και μαύρο χώμα
όντα να πλάσεις που ζητούν, που θέλουν, που ποθούνε
να σμίξουν μ' ό,τι όμορφο στο διάβα τους θα δούνε
αλλά την κάθε απόλαυση να διώχνεις μακριά τους
κι ακόρεστη και άσβεστη να 'χεις την πεθυμιά τους..
Ω! Τι τελειότητα θεέ το νου σου διακρίνει!
Τι άφατη αγαθότητα που η ύπαρξή σου κλείνει
και τι σοφία να ξόδεψες και πόσον τάχα χρόνο
τη θλίψη από το τίποτα να φτιάξεις και τον πόνο!..
Έρωτα, βρώμικε θεέ, αδιάντροπε, αχρείε,
τ' ανέραστά μας τα κορμιά σπάραζε, κέντα, σείε.
Αφού το θέλεις τα σφυριά χώριζε από τ' αμόνια
μα έχεις να πάρεις από με μονάχα καταφρόνια.
Κράτα μακριά 'πο τη φωτιά το δροσερό νεράκι
στέλνε να μας σπαράζουνε του μίσους σου οι δράκοι
και να 'ρχεται κάτι καλό σα δεις, διώχτο και κείνο
μα καταπρόσωπο εγώ θεέ φριχτέ σε φτύνω.
Εγώ ο μικρός, το πλάσμα σου, εγώ, δε θα σ' ανάψω
λιβάνια και στα μέρη σου κεριά δεν θα σου κάψω.
Του 'το μυαλό που μου 'δωσες για να γελάς μαζί μου
μπορεί και σκέφτεται. Σωστά-παιδεύεις το κορμί μου
μα το μυαλό που μου 'δωσες θεέ δεν σε πιστεύει
και όπως το κοροϊδεψες, τώρα σε κοροϊδεύει.
Ένα μες στα πειθήνια τα όντα σου τα τόσα
κοίτα-σου βγάζει θαρρετά την ταπεινή του γλώσσα.
Πάρεξ αυτό που μου 'καμες τι θα μου κάμεις άλλο…
τίποτ' από το βάσανο ετούτο πιο μεγάλο-
σαν ψάρι μισοθάνατο να σπαρταρώ στο δίχτυ
κι ενώ σαν ήλιος λάμπω εγώ, γύρω μου μεσονύχτι.
Πάρε μακριά την Εριλή. Μη στέρξεις μ' ένα βλέμμα
να μ' ανταριάσει κάποτε το κόκκινό μου αίμα.
Διώχτηνε. Χάλασέ Τηνε. Φάτην. Χαντάκωσέ Την.
Μέσα σε κάστρο άφταστο για μένα κλείδωσέ Την
μα ξέρε: από σήμερα πάνω στη γην ετούτη
κάποιος της θεοσύνης σου ποδοπατεί τα πλούτη.
και μια σημαία μ' έμβλημα δικό του τώρα στήνει:
μάθε πως από σήμερα θεός Αυτή εγίνει.
Και η σημαία "ΕΡΙΛΗ" γράφει-ετούτο μόνο
κι ειν' υφασμένη απ' της πικρής αγάπης Της τον πόνο.
Κι αυτήν κρατώντας τώρα, να! μονάχος μου διαλέγω
κι από τη ζήση μου αυτή μονάχος μου να! φεύγω.
Ποτήρι μου, χωμάτινο είδωλο του έρωτά μου
φαρμακωμένο σαν κι αυτό στέκεις και συ κοντά μου.
Αγνό, μικρούλι, διάφανο του πόνου μου αηδόνι
μη μια κρυστάλλινη Εριλή και σένα σε σκοτώνει;
Και συ φαρμάκι μου πικρό έλα μαζί να πάμε
στα μέρη απ' όπου πια ποτέ στη ζήση δε γυρνάμε.
Γιατί γραμμένο είναι και συ μαζί με με να σβήσεις
αφού στου Άδη τα κρυφά παλάτια μ' οδηγήσεις.
Έλα, βαρκούλα μου αλαφριά να γίνεις και πανί μου.
Εμπρός αδέρφι μου ακριβό που μοιάζεις στην ψυχή μου,
να ξανοιχτούμε στ' άφωτα του θάνατου πελάγη
απ' της ζωής ελεύθεροι τη μισητήν αρπάγη.
Μετά 'πο Κείνη, μόνο συ, φαρμάκι, θα βυθίσεις
μέσα μου κι έτσι ως βαθιά όλον θα με ποτίσεις.
Κι αφού για το ταξίδι εκεί όλα τα ετοιμάσεις
σαν οδηγός έλα καλός το χέρι να μου πιάσεις
να πάμε αντάμα, πρώτο μου κι ύστατο εσύ συντρόφι
στον τόπο που μοιράζονται τα όνειρα κι οι ζόφοι.
Κι αφού σκοτώνοντάς με συ κι εγώ θα σε σκοτώσω
έναν ωραίο θάνατο τουλάχιστο ας σου δώσω.
Ας δούμε...να βυθίσουμε στις λίμνες των ματιών Της;
Στον όλασπρο να λιώσουμε τον μύλο των δοντιών Της;
Στα ροδαλά του λάρυγγά Της βάθη να χυθούμε;
Κάτω απ' το ποδαράκι Της τ’ αβρό να πατηθούμε;
Να γκρεμιστούμε απ' την ορθή του στήθους Της τη ρόγα;
Στου ηφαιστείου Της τ΄ανοιχτού να πέσουμε τη φλόγα;
Και ποια να έχουμε άραγε για ύστατή μας σκέψη
το παγωμένο δρέπανο πριν άσκεφτους μας δρέψει;
Ο λογισμός μας να γυρνά στο στόμα Της; Στο στήθος;
Α! Ιδεών μου εσεις καυτών το ατελείωτο πλήθος!
Α! Σ' ενα τέτοιο ολόγλυκον χαμό σαν το χαμό μου
θαρρώ πως όλα σας μαζί θα 'σαστε στο πλευρό μου.
Νάτο το τελευταίο μου εδώ λοιπόν φαρμάκι!
Το πίνω στην υγεία σου γλυκό μου κοριτσάκι.
Κι αφού και τώρα ως πάντοτε δε βρίσκεσαι κοντά μου
ας σφίξω την εικόνα σου μέσα στην αγκαλιά μου.
(με το δεξί του χέρι παίρνει τη
φωτογραφία της Εριλή και τη σφίγγει
πάνω στο στήθος του, ενώ με το
αριστερό υψώνει το ποτήρι και το
πλησιάζει στα χείλια το. Ξάφνω
ακούγονται δυνατοί χτύποι στην πόρτα
και ταυτόχρονα η απελπισμένη φωνή του Μωηά)