Φεγγάρι
μια μπλούζα της δώσε μου μόνο
να βάλω μέσα τις γροθιές μου
να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026
ΑΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Δεν ντρέπονται οι άθλιοι νέοι της Εσπερίας
να παρεκτρέπονται ενώ ευρίσκονται εις πορείας
και πλάκας να πετάγωσιν εκ των πεζοδρομίων
ως χαμινόπαις τις πετά δέσμην εκ χαλικίων;..
Ακούς εκεί να βάλουσιν κατά των πολισμάνων
ωσεί οι πρώτοι Αυστραλοί εποίουν κατά Τασμάνων…
Πολίται να τα βάζουσιν κατά της πολιτείας!
Τι άλλο τα μάτια μας θα δουν αυτάς τα δεκαετίας...
Ενώ οι έλληνες, εδώ, εις τας κλεινάς Αθήνας,
διαδηλούν μιμούμενοι γυναίκας αρσακίνας.
Ήγουν με τάξιν και σειράν και σεβασμόν μεγάλον-
πλείονα εκείνου που ο Ντε Γκωλ έχαιρε υπό των Γάλλων.
Του ΠΑΜΕ ιδέτε τας σεμνάς ωραίας συγκεντρώσεις
Που μεταδίδονται παντού-ως λέγουσιν «δια ζώσης»:
Ως αρσακίναι περπατούν και ούτε καν υβρίζουν
Κι ως εις τετράδας ξεκινούν, πίσω έτσι και γυρίζουν.
Ούτε βομβίδια ούτε καν αθώα βαρελότα!
Ελθέτε να θητεύσητε εις τας Αθήνας πρώτα,
και ύστερον διοργανώνετε πορείες και βολτούλες,
ίνα μη, μεταπορειακώς, κλαίουν δι υμάς μανούλες.
Εξάλλου εξεχάσατε πως είστε δημοκράται
και δεν αρμόζει με βαριάς και σφύρας να βαράτε
παρά να υποτάσσεσθε στα κοινοβούλιά σας
και ας βαράει ταμπουρά η πάμβροτος κοιλιά σας;
Θέλει θυσίας εξ υμών, κι ουχί εκ των βουλευτών
Που παγκοσμίως σύνολον δεινών εστί κλεπτών.
Και, ή Μακρονείς, ή Λεπενείς την εξουσίαν έχουσιν,
την αδημοκρατίαν πολύ-αλί-δεν την αντέχουσιν.
Και μέτρα θέτουσιν, ποινάς και φόρους καθιερώνουσιν
ου μην αλλά και απειθείς πολίτας μέσα χώνουσιν
υπείκοντες εις τον βαρύν που έδωσαν τον όρκον
κάθε ανυπάκουον να τσιμπούν ή έστω και μόνον ζόρ’κον.
Αλλιώτικα Ευρωπαίδες μου και υμείς Ελλάς θα γίνετε
που κλέψε κλέψε γέμισε ο κουβάς και πλέον χύνεται.
Ύστερον δέστε, ημπορεί κυβέρνησις να ζήσει
αν απεργήσει ο κάθε εις και αύξησιν ζητήσει;
Ουχί. Θα πρέπει άφραγκος κι άσιτος να την βγάζει
αντί εις πλατείας, κι εις οδούς και ρύμας να φωνάζει.
Καθίστε ώ νέοι! ήσυχοι, γιατί η ανησυχία
φέρνει-ως παρά τρίχα εδώ-πτώχευσιν απαισία.
Και τι; Υμείς θ’ αντέχατε μισθών ημικοπίαν
ή να ευρίσκετε τυφλούς με οράσεως υγείαν,
ή από κει που είχατε κάπου να κοιμηθείτε
ξάφνω εις δρόμους ασκεπείς, νήστεις να βολευθείτε;
Αν αληθώς εβούλεσθο τοιαύτα και σεις να ζήσετε,
εις τας οδούς σας έβγετε και, φίλοι, εκτροπήσετε-
μα να μη λέτε ύστερον (όχι αυτό της γέννας)
πως δεν σας ειδοποίησε περί αυτού κανένας.
Διότι εγώ ορμώμενος φιλίως απ’ εδωνά
της έμφρονος προλήψεως κρούω τον κώδωνα.
Αφήστε τας πορείας σας κι υποταγήν τολμήστε
αν θέλετε ήσυχον ζωήν και ευτυχή να ζήστε.
Και μη ακούσω δι ημάς πάλιν ότι πορεύεσθε,
κι ας μη ελλείψει σίτισης ουδόλως πλέον ρεύεσθε.
Ν’ ακούω θέλω υποταγήν και χάσιν πορειών
ώσπου να έβγει και αυτός ο δύστηνος αιών.
Και αν εις τον επόμενον οι κλέπται θα εκλείψουν,
καλώς. Μα αν κι άλλοι ως αυτοί στην ζήσην σας ενσκήψουν,
υπομονή! Πάλιν αυτό πορειών δεν ειν’ αιτία:
ακολουθεί-σκεφθείτε το-Τετάρτη χιλιετία.
Ναι! Δεν αρμόζουσιν αυτά στα παρ’ υμίν ειωθότα.
Ελάτε να θεσεύσητετε εις τας Αθήνας πρώτα!
ΠΕΡΙ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΩΣ
Ακούμε πολύ συχνά τελευταία ότι εξαπατήθηκε μια γριά ή ένας γέρος από επιτήδειους, και της-του πήραν τα λεφτά τους.
Και η απορία των ανθρώπων που το ακούν αυτό, είναι μεγάλη: πως πείστηκαν οι άνθρωποι αυτοί να δώσουν τα λεφτά τους; Δεν βλέπουν και δεν ακούν στις τηλεοράσεις όσα τέτοια γίνονται κάθε μέρα;
Ας έρθω λοιπόν εγώ, ένας γέρος, να εξηγήσω το φαινόμενο, να λύσω την απορία των ανθρώπων αυτών.
Οι γέροι κύριοι, ζουν έξω από τον κόσμο των νέων.
Ο κόσμος τους συνορεύει με τον δικό σας, όμως διαφέρει από αυτόν. Ζουν έξω από τον κόσμο της κίνησης, τον κόσμο των ζωντανών.
Τον κόσμο τον δικό σας τον βλέπουν σαν μια θεατρική παράσταση στην οποία αυτοί δεν συμμετέχουν πια, και η οποία δεν παίζεται γι αυτούς. Την βλέπουν από πολύ μακριά, όπως ένας βλέπει από το μπαλκόνι του ένα έργο στον απέναντι θερινό κινηματογράφο, για το οποίο δεν πλήρωσε εισιτήριο καν.
Ίσως, αμυδρά, θυμούνται ότι κάποτε έβλεπαν κι αυτοί κινηματογράφο, όντας από την ζωντανή τότε μεριά.
Οι γέροι κύριοι και κυρίες, ξέρουν, το ζουν, το νιώθουν βαθιά τους, ότι εσείς τους βλέπετε σαν κάτι το ξένο προς εσάς, σαν κάτι που δύει, ενώ εσείς, νέοι όντες, ούτε καιρός σας μένει να σκεφτείτε ότι κι εσείς κάποτε θα καταλήξετε εκεί, ούτε μπαίνετε στον κόπο να το συζητήσετε καν.
Οι γέροι αισθάνονται ότι όπου να είναι θα φύγουν από τον κόσμο αυτόν, και δεν ξέρουν φεύγοντας καν πού θα πάνε!
Επακόλουθο όλων αυτών είναι να μην είναι δυνατό να αποκτήσουν κάποιου είδους σχέση με σας, τους νέους ή τους νεότερούς τους.
Δεν το διανοούνται καν. Είστε οι νέοι-ή οι νεοτεροι, και δεν ταιριάζει τίποτα το δικό τους με κάτι δικό σας.
Παλιότερα οι νέοι λοιδωρούσαν τους γέρους. Τους παραπέταγαν , τους κορόϊδευαν, τα παιδιά τους πετροβολούσαν ή τους κυνηγούσαν παίζοντας.
Σήμερα δεν χρειάζονται κυνηγήματα ή πετροβολισμούς οι γέροι. Το βλέμμα που θα τους ρίξουν οι νέοι σήμερα όταν διασταυρώνονται στον δρόμο-αν τους κοιτάξουν καθόλου, κάνει για δέκα πετροβολήματα και για εκατό κυνηγητά.
Οι γέροι κύριοι, δεν έχουν κανέναν να τους προσέξει, να συνομιλήσουν μαζί του, πολύ δε περισσότερο να τους βοηθήσουν όταν έχουν κάποιαν ανάγκη.
Αν περιμένουν κάτι-κι εκείνο λειψό και υποβόλιμο-, είναι όταν θα πληρώσουν κάποιον γι αυτό.
Και, όπως τα γέρικα βουβάλια βλέπουν τις τίγρεις και τα λιοντάρια να τα παρακολουθούν, περιμένοντας την ώρα που θα είναι τελείως αδύναμα για να τα φάνε, έτσι και οι γέροι, βλέπουν τους γύρω τους να περιμένουν-όσοι έχουν συμφέρον- ή να υπολογίζουν οι άγνωστοι, από συνήθεια, πόσοι μήνες ή μέρες απομένουν ακόμα γι αυτούς.
Και προχωρώ. Οι γέροι (πάντοτε όταν λέω γέροι εννοώ και τις γριές) ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑΝ!
Γιατί ξέρουν πολύ καλά τα παραπάνω.
Εμπιστοσύνη έχουν μόνον σε όση δύναμη ακόμα τους έχει απομείνει, και, κύρια, αν έχουν κάποια λεφτά στην άκρη, στα λεφτά αυτά.
Και ας πω εδώ ότι οι γέροι υπολογίζουν σε μια βοήθεια στις ανάγκες τους, από τα λεφτά αυτά, είτε είναι λίγα, είτε πολλά.
Αν ένας γέρος έχει πενήντα εκατομμύρια, και άλλος έχει πέντε χιλιλαδες ευρώ, ίδια και οι δύο φυλάνε τα χρήματά τους και ίδια σκέπτονται ότι: «ο,τι και να πάθω, θα πληρωσω και θα…. (Θα… τι; Κανένας τους δεν σκέπτεται τι ακριβώς θα πετύχει με τα λεφτά του, όμως είναι το μόνο Δ ΙΚΟ ΤΟΥΣ, το μόνο με το οποίο μπορούν να αγοράσουν λίγη κίνηση όταν δεν μπορούν να κινηθούν, μια ιατρική βοήθεια όταν αρρωστήσουν, μία βοηθό που θα τους περιποιείται, ότι δηλαδή θα μπορούν να πληρώσουν για να επιζήσουν όταν τα πράγματα γίνουν πολύ δύσκολα γι αυτούς.
Οι γύρω τους νέοι πάλι, παιδιά, εγγόνια, δεν δίνουν δεκάρα για το τι θέλει ο γέρος, τον προσέχουνε μόνον, αν έχει λεφτά, ίσα για να εξασφαλίσουν ότι τα λεφτά αυτά δεν θα βγουν έξω από την κρυψώνα τους για να πάνε σε άλλους-αλλά μόνον σε αυτούς.
Οι γέροι έχουν πάντοτε τον φόβο ότι οι νεότεροι-οι οικείοι ή άλλοι, άγνωστοι σ’ αυτούς κακοποιοί-, έχουν πάντοτε στο μυαλό τους να τους σκοτώσουν για να τους πάρουν τα χρήματά τους. Έτσι τα κρύβουν σε μέρη προσιτά μόνον σε αυτούς, και όχι στις Τράπεζες, όπου για να τα πάρουν θα πρέπει να βγουν έξω όταν δεν θα μπορούν να περπατήσουν.
Για τους γέρους ΟΛΟΙ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΟΥΣ.
Και δεν μπορεί να το πει αυτό σε κανέναν, γιατί κανείς δεν θα τους πιστέψει. Και γιατί αν το πει, αυτός που το έμαθε θα γίνει και αυτός πιθανός κλέφτης ή φονιάς.
Σε αυτή την κατάσταση ευρισκόμενος ο γέρος, αν τον πάρει η «Πυροσβεστική» ή η «Αστυνομία», δεν θα την πιστέψει;
Η Αρχή, το Κράτος, η Νομιμότητα, τον καλεί όχι για να του κλέψει τα χρήματα, αλλά για να του πουν ότι τα χρήματά του κινδυνεύουν!
Τα χρηματά τους!
Που όλοι οι άλλοι θέλουν να τους τα πάρουν! Υπάρχει λοιπόν το Κράτος! Υπάρχει η Πολιτεία που ενδιαφέρεται για τα χρήματά τους! Και δεν τους τα παίρνει, παρά ενδιαφέρεται να τους προστατέψει από τους κλέφτες!-αλήθεια, γιατί ένα ολόκληρο Κράτος που παίζει με εκατομμύρια και δισεκατομμύρια θα έκλεβε και τις δικές τους οικονομιούλες;
Και ούτε αυτός ο κρατικός εκπρόσωπος μπαίνει στο σπίτι του «με το έτσι θέλω», ούτε και τον πιέζει να κάνει κάτι: αν συμφωνήσει με αυτά που του λέει, τότε και μόνον με την συγκατάθεση του γέρου θα γίνει! Και δεν του λένε «Δώσε μας τα χρήματά σου!» Του υποδεικνύουν αντίθετα τρόπο για να τα προστατέψει.
Και αν θέλει, αν συμφωνήσει σε αυτό.
Και, αν η Αστυνομία ή η Πυροσβεστική ενδιαφέρεται, το κάνει για να βοηθήσει τον γέρο να διαφυλάξει τα χρήματά του και όχι για να του τα κλέψει…
Την στιγμή εκείνη οι γέροι θα ήθελαν να έχουν έναν άνθρωπο δίπλα τους. Έναν δικό τους άνθρωπο που να εμπιστευόνταν-μα πού να βρεις άνθρωπο να εμπιστευτείς σήμερα, που όλοι οι γύρω τους είναι έτοιμοι να τους κλέψουν;
Όταν μάλιστα έχουν πείρα τέτοιων κλοπών από πολύ δικούς τους ανθρώπους όταν ακόμα ήσαν νέοι-ας πούμε όταν ο αδερφός τους τούς έχει κλέψει ένα ολόκληρο σπίτι, η αδερφή τους τούς έχει κλέψει το αυτοκίνητό τους και τα λεφτά που άφησε πεθαίνοντας η μητέρα τους σε αυτούς, και όταν ο γιός τους τούς έχει κλέψει είκοσι χιλιάδες ευρώ από τα λεφτά της σύνταξης τους…
Φανταστείτε λοιπόν την στιγμή που καλεί τον γέρο η «Αστυνομία», η «ΔΕΗ», η «Πυροσβεστική». ή όποια άλλη κρατική Υπηρεσία!
Αν δεν υπακούσει στις προτροπές-ή δεν εκτελέσει τις εντολές των καλούντων από το Κράτος τότε τι; Θα προτιμήσει να ρισκάρει να χάσει όλα τα υπάρχοντά του από κλέφτες ή να εκμεταλλευτεί την, ανυστερόβουλη βέβαια, σιγουριά του Κράτους; ((και πάλι βαθιά τους μπορεί να σκεφτούν «μήπως να αρνηθώ την βοήθειά του Κράτους γιατί μπορεί όλο αυτό να είναι ένα ψέμα;»-όμως αμέσως μετά «κι αν είναι αλήθεια;..»
Και πια λέει «ναι».
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026
ΤΑ ΧΡΕΗ
Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε, αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!" Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει, κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς; Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη. Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει. Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ
Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.
Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.
Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία:
με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.
Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,
και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»
«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;
ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».
«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα.
Είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».
«Τι ιδέα μα το ναι..
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα ’ναι
μα τα ζώα δε μιλάνε...»
«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι».
«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...
και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...
τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου κι εμέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»
«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα τη λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.
«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.
Όμως συ ’σαι ο κουτός'
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που χουμε τολμήσει
Δε θα το μπορεί αφού
θα ’μαστε θεοί, βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»
Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.
Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Ή
ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ
-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου-
πώς μπορεί μια πεταλούδα
να φιλεί σου τη μουσούδα;
-Και τι έχω το στραβό
όπου τόσο σ’ απωθώ;
-Είσαι γκρίζος-εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.
-Κι εγώ πάντα τραγουδώ
το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω
στα μεράκια όταν μπαίνω.
-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό`
συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.
-Είμαι εγώ τραγουδιστής
είσαι σύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;
-Ω! Αταίριαστοι πολύ
μεις οι δυο-εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι
συ θα το ’χεις για κιβούρι.
-Όμοια ειν’ τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.
-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ-
τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.
-Μια φορά εσύ αν καείς,
η φωτιά μου συνεχής-
αχ! με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.
Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομ' εφτού-
α! με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια.
ΑΓΝΟΙΑ
Μέσα στ’ άλλα τα στραβά μου
και αυτό το ’χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.
Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα ’χει ξεσπάσει.
Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...
Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σα μου πούνε πως χηρεύει.
Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ’ τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα ’χει αναρρώσει.
Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.
Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θα ’ν’ εκείνο που δεν είδα.
Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία.
Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.
"Βρε δεν τα ’μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".
Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το ’μαθα ποτέ μου.
Σ’ εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.
Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς
πως ο Ομπάμα ειν’ ο νέος
πρόεδρός πέρα στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα.
Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει.
Και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ’ τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ’ αυγά μελάτα.
Και βεβαίως είν’ ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που ’χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.
Να λοιπόν ένα από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
και με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.
Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.
Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
ότι είμαι πεθαμένος
και δεν το ’χω μάθει ακόμη.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ’ ένα θάμα.
Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το ’πιασε το γατί
κι αντί να ’ρθει στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να πάει σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.
Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ’ έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεγμένη.
ΓΡΙΠΠΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.
Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά' το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε' είναι μακρύς ο δρόμος'
κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει.
Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα-
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.
ΕΚΕΙ
Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!
Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!
Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δε βρίσκουν άλλον τύπο'
οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!
Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
κι άλλονε σαν εμένα να βρει αδυνατώντας
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί.
Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση που εγώ δεν είμαι εκεί.
Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δε θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί.
ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ
Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου!
Πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κατ' απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει ρε αδερφέ πως την πειράζω...
Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς, χιονισμένους χειμώνες.
Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.
Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους'
πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους'
πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα άγριοι πωλητές να με κοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.
Να βρεθώ επεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη'
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.
Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.
Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
τ' αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.
Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.
Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο-
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
Μι' αμερικάνα γνώρισα μικρούλα κι δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".
Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει,
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.
Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".
Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ‘κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.
Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι'
κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-αχ-το Χρηματιστήριο.
Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, μας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.
Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:
Όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη'
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα-μ' αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ' ένα κουόρι".
ΕΥΓΕΝΗΣ
Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"
Σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".
Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"
Σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".
Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί,
κι ας ήταν η ερώτηση αήθης
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνο φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ…
Θάνατος είναι να λιπαίνεις
του μνήματός σου τα λουλούδια.
Θάνατος είναι αντίς ανθρώπους
να βλέπεις γύρω μαύρα ζούδια.
Είναι ανάγκη να μην έχεις
καμιάς γυναίκας την παρέα.
Είναι ποτέ να μη σε νοιάζουν
του ραδιοφώνου σου τα νέα.
Είναι να μην μπορείς να τρέξεις
να πάρεις κάτι στον μπακάλη
και να μην έχεις πια κανέναν
να σου ζαλίζει το κεφάλι.
Είναι ποτέ να μην κρυώνεις
κρύο όσο γύρω σου κι αν κάνει.
Είναι το μήκος των τριχών σου
να έχει πάψει πια ν’ αυξάνει.
Θάνατος είναι να μην πρέπει
να φας να πιεις ή να διαβάσεις
Είναι ποτέ σου να μην έχεις
να ξαναδώσεις εξετάσεις.
Θάνατος είναι επιτέλους
χώρο στο σπίτι να μην πιάνεις.
Θάνατος είναι-και κυρίως
να μη φοβάσαι να πεθάνεις.
ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ
Εγώ δε φταίω' ούτε αυτή' ούτε κανένας άλλος'
από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.
Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά και άδολα και άσπιλα αγαπούνε.
Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα..
Συχώρεση θα ζάταγα από την καλή μου τη φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα...με τι χείλη...
και πια ευθύνη από κει και ύστερα δε φέρω
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.
Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ' άσπρα της τα μπράτσα'
κι αμέσως ύστερ' απ' αυτό τις σφαίρες να σφυράνε
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.
Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ' το νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.
Και για να είμαι σίγουρος πως δε έρθω πίσω
γυναίκα πάλι σταυρωτά δε θα ξαναφιλήσω.
ΒΑΡΗΚΟΪΑ
Ένα ζευγάρι 'λικιωμένο'
εκείνος σκύβει προς αυτή
κι εκείνη μ' ύφος οργισμένο
του ξεφωνίζει μες στ' αυτί.
"Τ' είπες;" ρωτάει πάλι ο γέρος
κι αυτή για τέταρτη φορά
μες στου αυτιού το μέσα μέρος
τα ίδια λόγια του ιστορά.
Με περηφάνεια το σκυμμένο
κεφάλι ορθώνει τότε αυτός
και σκούζει μ' ύφος οργισμένο:
¨σιγά, δεν είμαι και κουφός.."
ΞΕΡΩ ΚΑΠΟΙΟΝ
Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.
Είναι πράος -είμαι οργίλος
είναι ξύπνιος ειμαι αργός
γίνομαι εύκολα εγώ φίλος
μ’ όλους κείνος είν’ εχθρός.
Το ταγκό εγώ χορεύω
του αρέσει αυτού το ροκ
ροκοκό εγώ διαλέγω
κείνος θέλει το μπαρόκ.
Για γυναίκες αν ρωτήσεις;
του αρέσουν οι ξανθές.
Kι οι δικές μου προτιμήσεις;
προτιμώ μελαχρινές.
Δε θα μ’ ένοιαζε για κείνον
πώς περνάει και πώς ζει
στην οδό Ακανθοκρίνων
αν δε μέναμε μαζί
κι αν δεν είχαμε το ίδιο
να μοιράζουμε ποτό
κι αν δεν είχαμε μερίδιο
απ' το ίδιο φαγητό.
Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.
ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ
Μια ωραία σαραντάρα
που στο δίπλα μένει σπίτι
από ένα παλιο-αλήτη
τι τραβά η φουκαριάρα!
Απ' το σπίτι το δικό μου
την χωρίζει ένας τοίχος
μα καθάρια φτάνει ο ήχος
και δουλεύει το μυαλό μου.
Όταν μέσα μπαίνει εκείνος
κάτι αμέσως τον θυμώνει
(η εξήγηση ειν' η μόνη)
κι όπου βρει χτυπάει το κτήνος.
Και αυτή πονάει βεβαίως
κι αντηχούνε οι φωνές της
οι πολλές κι οι δυνατές της
και ουρλιάζει-και βογκάει.
Και ο τοίχος λέξεις φέρνει'
ξεχωρίζω μες στο σάλο
"φτάνει!", "μη!", και "όχι άλλο!"
μα εκείνος δέρνει...δέρνει...
Μια φωνή μεγάλη ακόμη
κι ύστερα όλα σταματάνε-
ψιθυρίζοντας μιλάνε-
θα ζητάει αυτός συγνώμη.
Μα η συγνώμη κι ειπωμένη
δεν μπορεί πληγές να κλείσει
κα σε λίγο αυτή στη βρύση
πάει τα τραύματα και πλένει.
Τι εξυπνάδα σε καλό μου!
τι καλά πίσω απ' τους τοίχους
ερμηνεύω εγώ τους ήχους-
α! δουλεύει το μυαλό μου.
ΕΠΕΙΔΗ ΟΛΟΙ
Επειδή όλοι εδώ πέρα
συζητάνε για λεφτά
είπα να 'βρω μια γυναίκα
να μη νοιάζεται γι αυτά.
Και τη βρήκα' κι είν' αλήθεια
για λεφτά παρά δε δίνει-
δυο δολάρια όταν είδε:
"τ' είν' αυτά;" μου είπ' εκείνη.
Την παντρεύτηκα εν τάχει
και της είπα τι χαρά
είχα νιώσει όταν είδα
που αψηφούσε τον παρά.
Και μου είπε αυτή: "Βεβαίως'
τ' είναι σήμερα δυο μπάξις;
δεν μπορείς ούτε μια πέτρα
στο τσακμάκι σου ν' αλλάξεις..."
ΤΙ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΞΈΡΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΊΤΕ ΣΩΣΤΆ
ΈΝΑΝ ΑΓΏΝΑ ΠΟΔΌΣΦΑΙΡΟΥ
(2004-προσφορά της ιστοσελίδας στους φίλαθλους)
Πρώτα να ξέρετε πως δίχως άλλο
το σκορ θα είναι ή μικρό ή μεγάλο.
Δεύτερο-κι ο καθείς ας το εννοήσει-
μπορεί απ' τους δυο κανείς να μην κερδίσει.
Τρίτο: αν γκολ θα μπει στο δεκαπέντε
το ίδιο δε θα μπει και στο εικοσπέντε.
Κι ο διαιτητής αν πέναλτι σφυρίξει
θα είναι πέναλτι και όχι λήξη.
Κι απ' τα πιο σίγουρα είναι στην πλάση,
πως πέναλτι ο γκολκήπερ για να πιάσει
δε θα σταθεί ακίνητος στη μέση
μα ή δεξά η αριστερά θα πέσει.
Και πόρισμα μελέτης μου μιας νέας
είναι πως γκολ αν βάλει ο Χαριστέας
άλλος κανένας δε θα το ’χει βάλει
ούτε με πόδι ούτε με κεφάλι.
Κάτι που δεν το ξέρουν ούτε οι παίκτες
ούτε κι οι απανταχού του κόσμου ρέκτες,
και τούτο εμπεδώστε μέσα στ’ άλλα:
του αγώνα στρογγυλή θα είναι η μπάλα!
Κι όταν ο αγώνας αίσια θα τελειώσει-
την απορία σας νιώθω την τόση
και λιγοστεύω του άγχους σας τα βάρη-
το Κύπελλο η νικήτρια θα το πάρει.
Όποια ομάδα στο παιχνίδι χάσει
αυτή στα χέρια Κούπα δε θα πιάσει.
Κι αν δεν ειν’ έτσι όπως σας τα λέω
τότε όλα τα λεφτά μου εγώ τα καίω.
Και να ’στε σίγουροι πέρα ως πέρα
το μεσημέρι όσο πως είναι μέρα,
πως πέναλτι κανείς για να χτυπήσει
τη μπάλα στα έντεκα θα τήνε στήσει.
Η μπάλα αν θα χτυπήσει σε δοκάρι
θα ’χει χτυπήσει τότε σε δοκάρι
κι αν έξω βγει, θα ειν’ έξω βγαλμένη.
Και γκολ που μπει, πάλι δεν ξαναμπαίνει.
Και τέλος αν παιχτούν καθυστερήσεις
θα έχουνε παιχτεί καθυστερήσεις
κι αν αποβάλει ο διαιτητής κανέναν
θα παίζει η ομάδα του με μείον έναν.
Φαντάζομαι βοήθησα μεγάλως
της αγωνίας σας να πάψει ο σάλος
και πια τα ματς ανέτως να κοιτάτε
και βλέποντας τα να χαμογελάτε.
Κρατήστε το γραφτό αυτό δικό σας
να ’ναι για κάθε αγώνα οδηγός σας
γιατί αν εγώ από κοντά σας φύγω
θα τα ξεχνούσατε όλα λίγο λίγο.
Κι όταν το διάβασμα εδώ τελειώστε-
και γνώστες πια γεροί της μπάλας νοιώστε,
κάντε μια ευχή απ' της ψυχής τα βάθη
για μένα τόσα που σας έχω μάθει
---
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΠΡΟΣΩΠΑ:
Μαρί
Ματίλντα (9 χρονών, κόρη της)
Κύριος Βενσάν (πατέρας της)
Κύριος Ρομπέρ (γείτονάς της)
(Όταν ανοίγει η αυλαία η Μαρί τακτοποιεί τα μαξιλάρια στο κρεβάτι του πατέρα της. Είναι μια γυναίκα σαράντα περίπου ετών. Αδύνατη, με πρόσωπο γνοιαστικό και που δείχνει ότι έχει περάσει δύσκολα χρόνια. Φοράει καθαρά ρούχα. Ο πατέρας της είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι ακίνητος και με μάτια κλειστά. Το πρόσωπό του είναι αδύνατο, είναι ωχρός και έχει ορό στο δεξί του χέρι. Δεν αντιδρά στις προσπάθειες μετακίνησης του σώματός του από την Μαρί. Στο κομοδίνο του κρεβατιού βλέπει κανείς φάρμακα και ένα ποτήρι νερό.)
Τελειώνοντας το συγύρισμα του κρεβατιού η Μαρί βλέπει αν πέφτει ο ορός. Κατόπιν κοιτάζει το ρολόι.
ΜΑΡΙ
(σιγά)
Το χάπι…
(Δυνατά προς την πόρτα)
Ματίλντα!
(Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η Ματίλντα, ένα κοριτσάκι ως εννέα χρόνων.)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
Ναι μαμά…
ΜΑΡΙ
Έλα να δώσουμε το χάπι του παππού.
(Η Μαρί παίρνει ένα χάπι και ανασηκώνει με δυσκολία τον άρρωστο ενώ η Ματίλντα κρατάει το κεφάλι του.)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
(στο αυτί του παππού της, δυνατά)
Παππού!
(Ο άρρωστος δεν αντιδρά. Η Μαρί ανοίγει το στόμα του αρρώστου και βάζει μέσα το χάπι και αμέσως μετά το ποτήρι που το γέρνει με προσοχή ώστε το νερό να μπει στο στόμα του. Η Μαρί ανοίγει και κοιτάζει στο στόμα του πατέρα της)
ΜΑΡΙ
Το κατάπιε.
(ξαπλώνουν τον παππού)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
Μαμά να πάρω καραμέλες;
ΜΑΡΙ
Αύριο μωρό μου. Σήμερα πλήρωσα τον μανάβη.
(Η Μαρί τακτοποιεί τον πατέρα της. Στην Ματίλντα που πηγαίνει προς την πόρτα)
Φέρε μου τα φασολάκια να τα καθαρίσω.
(Η Ματίλντα φέρνει τα φασολάκια)
ΜΑΤΙΛΝΤΑ
(Βγαίνοντας)
Πάω στην Έϊμυ.
ΜΑΡΙ
(δυνατά)
Να μην αργήσεις. Έχουμε δουλειές. Πρέπει να φέρουμε ξύλα.
(Αναστενάζει. Ρίχνει μια ματιά στο δωμάτιο, μένει ικανοποιημένη από την τάξη του, κάθεται και αρχίζει το καθάρισμα των φασολιών. Χτύποι στην πόρτα. Η Μαρί ανοίγει. Είναι ο Ρομπέρ)
ΡΟΜΠΕΡ
Καλημέρα κυρία Μαρί.
ΜΑΡΙ
Καλημέρα κύριε Ρομπέρ.
(Μικρή σιωπή)
Κύριε Ρομπέρ… άκουσα για τη μητέρα σας… είναι αλήθεια;
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κυρία Μαρί, αλήθεια είναι.
ΜΑΡΙ
Την καημένη… συλλυπητήρια κύριε Ρομπέρ. Ήτανε καλή γυναίκα…
(Μικρή σιωπή)
ΡΟΜΠΕΡ
Μπορώ να περάσω κυρία Μαρί;
ΜΑΡΙ
Περάστε κύριε Ρομπέρ.
(Ο Ρομπέρ μπαίνει και στέκει όρθιος. Η Μαρί περιμένει να μιλήσει ο Ρομπέρ, εκείνος στέκει σιωπηλός. Η Μαρί του δείχνει μία καρέκλα.)
Παρακαλώ καθίστε.
ΡΟΜΠΕΡ
(κάθεται)
Ευχαριστώ.
ΜΑΡΙ
…Θα θέλατε έναν καφέ;
ΡΟΜΠΕΡ
Όχι κυρία Μαρί, ευχαριστώ.
(διστακτικά)
Κυρία Μαρί…
ΜΑΡΙ
(με ενδιαφέρον και περιέργεια)
Ναι κύριε Ρομπέρ.
ΡΟΜΠΕΡ
…ο πατέρας σας πώς πάει;
ΜΑΡΙ
Είναι άσχημα.
(Ο Ρομπέρ δεν μιλά. Συμπονετικά)
Κύριε Ρομπέρ, είναι κανείς στο σπίτι σας; Μήπως θέλετε…
ΡΟΜΠΕΡ
Είναι η κυρα-Μαργώ και η κυρία Φέτια. Τι λένε οι γιατροί;
ΜΑΡΙ
Δεν μας δίνουν ελπίδες. Τίποτα. Είναι έτσι δέκα πέντε μέρες τώρα.
ΡΟΜΠΕΡ
Κυρία Μαρί έρχομαι από το Γραφείο Κηδειών. Πήγα να τακτοποιήσω το ζήτημα της κηδείας. Δεν είχα ιδέα από αυτά τα πράγματα. Μου είπαν ότι για την κηδεία χρειάζονται χίλια πεντακόσια φράγκα.
ΜΑΡΙ
(έκπληκτη)
Χίλια πεντακόσια φράγκα!;
ΡΟΜΠΕΡ
Μάλιστα. Για την πιο απλή κηδεία. Ούτε λουλούδια ούτε ψάλτες. Και ξέρετε την οικονομική κατάστασή μου όπως την ξέρουν όλοι στη γειτονιά. Δεν έχω να δώσω χίλια πεντακόσια φράγκα. Για μένα το ποσό είναι εξωφρενικό.
ΜΑΡΙ
Ξέρω πολύ καλά κύριε Ρομπέρ. Το ίδιο θα ήταν για οποιονδήποτε στη γειτονιά-ζωή να έχουν όλοι…
ΡΟΜΠΕΡ
Τους παρακάλεσα. Τους εξήγησα ότι δεν μπορώ να βρω τόσα λεφτά. Λυπούνται, ξέρετε, όμως δεν μπορούν να κάνουν κάτι. Με τα πολλά μου είπαν πως με δύο χιλιάδες διακόσια φράγκα θα μπορούσαν να κάνουν δυο κηδείες μαζί την ίδια μέρα. Είναι προσφορά της εταιρείας μου είπαν.
ΜΑΡΙ
Τρομερό. Εμπορεύονται ως και τον θάνατο.
ΡΟΜΠΕΡ
Δυστυχώς. Εκεί έχουμε φτάσει.
ΜΑΡΙ
Σας καταλαβαίνω κύριε Ρομπέρ. Και λυπάμαι πολύ. Ούτε εγώ δεν ήξερα ότι θα στοίχιζε τόσο πολύ.
(Κοιτάζει προς τον πατέρα της)
Και δεν σας κρύβω ότι με βάζετε σε σκέψεις για το τι θα αντιμετωπίσω κι εγώ όταν…
ΡΟΜΠΕΡ
Ούτε τα μισά από αυτά δεν μπορώ να διαθέσω. Θα δανειζόμουν, όμως ποιος δανείζει χρήματα όταν δεν είναι σίγουρος ότι θα τα πάρει πάλι. Μου είπαν ότι μπορώ ένα μέρος της πληρωμής να το ξεπληρώσω δουλεύοντας γι αυτούς στο νεκροταφείο. Και πάλι όμως μένει ένα σεβαστό ποσό μετρητά.
ΜΑΡΙ
Καταλαβαίνω. Όμως κύριε Ρομπέρ δεν μπορώ να σας βοηθήσω σε αυτό. Από τις μικροεξυπηρετήσεις που κάνω μόλις μπορώ και συντηρώ τον εαυτό μου και τη Ματίλντα.
ΡΟΜΠΕΡ
Όχι κυρία Μαρί, όχι, δεν ήρθα εδώ για να σας ζητήσω κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω εγώ την κατάστασή σας; Ήθελα μόνο να δω μήπως…
ΜΑΡΙ
Μήπως;
ΡΟΜΠΕΡ
(σηκώνεται)
Δεν έχει σημασία κυρία Μαρί. Και τώρα πρέπει να πηγαίνω να δω τι θα κάνω.
ΜΑΡΙ
Μη σηκώνεστε κύριε Ρομπέρ. Καθίστε παρακαλώ. Είμαστε για χρόνια γείτονες. Σας εκτιμώ και ποτέ δεν είχαμε στενοχωρήσει ο ένας τον άλλο. Πρώτη φορά έρχεστε στο σπίτι μου. Αυτό θα πει πως κάτι θέλετε να μου πείτε… να μου ζητήσετε… Μήπως χρειάζεστε μια γυναίκα να πλύνει τη νεκρή…-τη μητέρα σας ήθελα να πω… ή να φτιάξω κάποιο κέικ της παρηγοριάς να μοιράσετε στους γείτονες;
ΡΟΜΠΕΡ
Ευχαριστώ κυρία Μαρί. Αυτό θα το κάνει η κυρία Φέτια.
ΜΑΡΙ
Μα πείτε μου, για τι πρόκειται;
(Ο Ρομπέρ κάθεται)
ΡΟΜΠΕΡ
Σκέφτηκα αυτά που μου είπαν στο Γραφείο Κηδειών…
(σκύβει προς την Μαρί. Σιγά)
…για τη διπλή κηδεία...
ΜΑΡΙ
Γιατί μιλάτε σιγά;
ΡΟΜΠΕΡ
(σιγά)
Δεν θα ήθελα να ακούει ο πατέρας σας.
ΜΑΡΙ
Δεν ακούει κύριε Ρομπέρ. Ούτε και καταλαβαίνει και αν ακόμα άκουγε. Δυο εβδομάδες τώρα έτσι είναι.
ΡΟΜΠΕΡ
Να! Σκέφτηκα για την διπλή κηδεία που μου είπαν. Και σκέφτηκα… υπέθεσα.. να: έβαλα με το μυαλό μου μήπως και την ίδια μέρα που συγχωρέθηκε η μητέρα μου τα έφερε η ώρα να συγχωρεθεί και ο πατέρας σας. Γιατί ξέρω πως είναι πολύ βαριά και, συγχωρέστε με, μα όλοι στη γειτονιά λένε πως τον περιμένετε από μέρα σε μέρα…
ΜΑΡΙ
Και υποθέσατε ότι…
(σκέπτεται)
Ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να γίνουν και οι δύο εξόδιες ακολουθίες μαζί…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κυρία Μαρί, αυτό σκέφτηκα. Και αν και ντρέπομαι γι αυτό, όμως όταν έχει κανείς τέτοια προβλήματα, περνάνε από το μυαλό του όλες οι πιθανές λύσεις…
ΜΑΡΙ
Κύριε Ρομπέρ δεν σας παρεξηγώ. Ύστερα το ίδιο πρόβλημα θα μπορούσα να έχω εγώ. Και τότε ίσως να ερχόμουν εγώ στο δικό σας σπίτι. Όμως, κι ας είναι η συζήτησή μας τόσο παράξενη, όχι, δεν συμβαίνει αυτό που υποθέσατε ότι ίσως να είχε συμβεί.
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Πρόκειται αλήθεια για μια παράξενη συζήτηση, όμως η ζωή πολλά παιχνίδια παίζει και μερικές φορές κάποιες ανάγκες βρίσκουν έτσι αναπάντεχα μιαν ανακούφιση, κάποιου είδους λύτρωση, ένα ξαλάφρωμα.
ΜΑΡΙ
Αλήθεια είναι αυτό.
ΡΟΜΠΕΡ
Τώρα που σας είπα γιατί ήρθα, θα έλεγα τώρα που εσείς καταλάβατε γιατί ήρθα, ένα βάρος έφυγε από πάνω μου. Έκανα ό,τι μπορούσα να σκεφτώ.
(σηκώνεται)
Χάρηκα που σας είδα κυρία Μαρί.
ΜΑΡΙ
Κι εγώ κύριε Ρομπέρ. Και πάλι συλλυπητήρια.
ΡΟΜΠΕΡ
Σας ευχαριστώ.
(πηγαίνει προς την πόρτα. Ξάφνω σταματά και γυρίζει προς τη Μαρί. Με θάρρος και με μια λάμψη στα μάτια του)
Κυρία Μαρί, μου ήρθε μια ιδέα. Που θα μπορούσε να βοηθήσει και εμένα αλλά και σας.
ΜΑΡΙ
Με ποιον τρόπο;
ΡΟΜΠΕΡ
Να! Αν είχε πεθάνει σήμερα ο πατέρας σας..
ΜΑΡΙ
Πράγματι, μα δεν είναι έτσι τα πράγματα.
ΡΟΜΠΕΡ
Κυρία Μαρί…
ΜΑΡΙ
Ναι κύριε Ρομπέρ!
ΡΟΜΠΕΡ
(Σιγά,σαν να μιλάει στον εαυτό του
Τίοτα κυρία Μαρί… τίποτα…
(προχωρεί προς την εξώπορτα. Κοντοστέκεται.Ξάφνω γυρίζει προς την Μαρί)
Κυρία Μαρί, τι γνώμη έχετε για την ευθανασία;
ΜΑΡΙ
Να σας πω. Δεν νομίζω ότι είναι…
(ξαφνικά σωπαίνει και κοιτάζει έκπληκτη τον Ρομπέρ)
Κύριε Ρομπέρ δεν πιστεύω να υπαινίσσεστε… να εννοείτε…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι, αυτό μόλις τώρα πέρασε από το μυαλό μου.
ΜΑΡΙ
Δεν το πιστεύω κύριε Ρομπέρ. Τι τόλμη!
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Πέρασε από το μυαλό μου όταν σκέφτηκα πως η μητέρα μου θα σαπίσει άταφη και αδιάβαστη μαζί με ένα σωρό άλλα πτώματα και πως ούτε τα οστά της δεν θα μπορώ να έβρω στο οστεοφυλάκιο.
ΜΑΡΙ
Και σκεφτήκατε…
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι. Το σκέφτηκα. Και αν δεν σας το έλεγα θα κάκιζα αργότερα τον εαυτό μου.
ΜΑΡΙ
Τι να πω…
ΡΟΜΠΕΡ
Αλήθεια τι να πείτε. Τίποτα. Ήταν μια σκέψη της στιγμής. Έχω διαβάσει όμως πολλά για την ευθανασία. Μερικά κράτη την έχουν υιοθετήσει. Την επιτρέπουν. Η ιδέα ξεκίνησε από έναν φιλόσοφο που είπε ότι η ευθανασία είναι καθήκον για έναν γιατρό όταν έχει να κάνει με μια ανίατη αρρώστια. Ακόμα συζητείται το θέμα. Οι υποστηρικτές του λένε πως πρέπει να είναι το αποτέλεσμα του οίκτου για κάποιον που υποφέρει και που είναι αδύνατον να γίνει καλά. Τι τα θέλετε, οι ζωντανοί ζουν από το θάνατο των άλλων. Από μιαν άποψη θα έλεγε κανείς ότι τα μυαλό μου πήγε σε κάτι ανήθικο και φοβερό. Από την άλλη όμως θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο πατέρας σας δεν καταλαβαίνει καν ότι ζει όπως σεις μου είπατε πριν λίγο. Και ποιος ξέρει αν καταλαβαίνει και πονάει χωρίς να μπορεί να το δείξει. Εγώ τουλάχιστον στη θέση του θα το προτιμούσα για τον εαυτό μου και αν μπορούσα να μιλήσω θα το έλεγα στους γύρω μου.
ΜΑΡΙ
Ξέρετε, αυτό μου το έλεγε ο πατέρας μου όταν έπεσε για τα καλά στο κρεβάτι. Όταν μιλούσε ακόμα. Μου το ζήτησε μπορώ να πω. Όμως είναι φρικτό. Κι εγώ κύριε Ρομπέρ αν φτάσω σε αυτή την κατάσταση θα ήθελα το ίδιο. Μα άλλο να λέγεται κάτι και άλλο να γίνεται. Στη σκέψη το φέρνει κανείς αλλά στην πράξη…
ΡΟΜΠΕΡ
Κι εγώ θα σκεφτόμουν πολύ πριν κάνω κάτι τέτοιο σε κάποιον. Μια μέρα θα είναι ρουτίνα αυτό για αρρώστους που υποφέρουν ή για κατάκοιτους που δεν περιμένουν-που είναι βέβαιο από την ιατρική επιστήμη ότι δεν πρόκειται να καλυτερέψουν αλλά να χειροτερέψουν. Για περιπτώσεις όπως ο πατέρας σας που δεν πρόκειται να καλυτερέψει αλλά να χειροτερέψει-αν υπάρχει κάτι χειρότερο από αυτό.
ΜΑΡΙ
Τον αγαπούσα και πάντοτε θα τον αγαπώ. Όμως τι θα αγαπώ; Όχι αυτή την εικόνα που έχω μπροστά μου, παρά τον πατέρα μου τον καλό, τον τρυφερό, τον γεμάτο φροντίδα για μένα και για την μητέρα μου όσο αυτή ζούσε. Αυτό τον πατέρα ναι, θα τον θυμάμαι πάντα. Μα ο πατέρας μου δεν είναι και αυτός που τώρα βλέπω μπροστά μου; Επειδή αρρώστησε και είναι στα τελευταία του έπαψε να είναι πατέρας μου; Πώς θα έκανα κάτι τέτοιο σε κείνον που αγαπώ;
ΡΟΜΠΕΡ
Έχετε δίκιο. Αν αγαπάμε κάποιον που δεν μπορεί να καταλάβει την αγάπη μας τότε τι αγάπη είναι αυτή;
(σιγά, σαν αναπολώντας)
Ήταν καλός ο πατέρας σας. Και η μητέρα μου τον αγαπούσε. Όπως κι αυτός εκείνην. Είμαι σίγουρος πως αν είχαν συναντηθεί κάτω από άλλες συνθήκες, άλλη θα ήταν η μεταξύ τους σχέση. Και νομίζω θα ήσαν ευχαριστημένοι και οι δύο αν ταξίδευαν μαζί προς τον ουρανό.
ΜΑΡΙ
Κύριε Ρομπέρ ίσως έτσι να είναι. Μα πάλι όχι-δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κάτι που μόνον ο θεός έχει το δικαίωμα να κάνει όποτε αυτός κρίνει.
ΡΟΜΠΕΡ
Κανένας δεν θα το σκεφτόταν αυτό αν δεν υπήρχε η ανάγκη. Φυσικά και η απόφαση είναι δική σας. Βέβαια αν γινόταν θα μπορούσατε να βρείτε και σεις μια δουλειά και να μεγαλώσετε με κάποια άνεση την Ματίλντα. Ως για να το μάθαινε κανείς, κανείς ποτέ δεν θα το μάθαινε πέρα από εμάς τους δύο. Σας τα λέω αυτά όχι για να σας πείσω. Ύστερα θα ήταν ευκαιρία να θαφτεί σίγουρα αφού δεν θα χρειάζονταν τα υπερβολικά χρήματα που τώρα μας ζητάνε γι αυτό. Και θα είχε έναν τάφο. Και ένα σταυρό με πάνω του γραμμένο το όνομά του.
(σιγά)
Μια σκέψη μου ήτανε αυτή κυρία Μαρί. Σέβομαι τη θέση σας και θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω πως κι εγώ θα σκεφτόμουν πολύ πριν… Σας παρακαλώ θεωρείστε ότι δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο. Καλή σας μέρα κυρία Μαρί.
(Αδύναμη και σιγανή φωνή από τον πατέρα. Έτσι ως το τέλος)
ΠΑΤΕΡΑΣ
Μαρί…
(Η Μαρί κοιτάζει ξαφνιασμένη προς το κρεβάτι, ύστερα γυρίζει προς τον Ρομπέρ)
ΜΑΡΙ
Ακούσατε κι εσείς κάτι;..
ΠΑΤΕΡΑΣ
Μαρί… κόρη μου…
(Η Μαρί πλησιάζει τον πατέρα της. Εκείνος με μεγάλη προσπάθεια στρέφει ελαφρά το κεφάλι του προς αυτήν. Τα μάτια του μισανοίγουν. Η Μαρί πιάνει το χέρι του)
Έρχομαι από εκεί…
ΜΑΡΙ
Πατέρα μιλάς!.
ΠΑΤΕΡΑΣ
Έρχομαι από εκεί… Κάνε αυτό που σου λέει!
ΜΑΡΙ
(συγκινημένη, στον Ρομπέρ που στο μεταξύ έχει πλησιάσει)
Μιλάει!
ΠΑΤΕΡΑΣ
Μαρί άκουσέ με-κάνε αυτό που σου ζητάει ο Ρομπέρ…
ΜΑΡΙ
Πατέρα τι λες;
ΠΑΤΕΡΑΣ
Μαρί άκουσέ με. Είμαι ο πατέρας σου. Κάνε αυτό που σου είπε ο Ρομπέρ.
ΜΑΡΙ
Πατέρα, άκουγες λοιπόν;
ΠΑΤΕΡΑΣ
Δεν άκουγα… άκουγα… μακριά… άκουγα…
ΡΟΜΠΕΡ
Κύριε Βενσάν δεν ήξερα… δεν ήθελα να πω… συγχωρείστε με..
ΠΑΤΕΡΑΣ
Ρομπέρ μη ζητάς συγνώμη.
(στη Μαρί)
Μαρί, δεν έχω πολλή δύναμη. Άκουσέ με. Μη διστάσεις Μαρί. Βγάλε μου τον ορό. Κλείσε μου μύτη και στόμα. Κάνε το Μαρί. Ήμουν εκεί… Ξέρω.
ΜΑΡΙ
Πού ήσασταν πατέρα; Και τι είναι αυτά που λέτε; Να σας βγάλω τον ορό;
ΠΑΤΕΡΑΣ
Ναι Μαρί. Ναι παιδί μου. Σκότωσέ με.
ΜΑΡΙ
Ησύχασε πατέρα. Μη σκέφτεσαι τέτοια. Κανείς δεν πρόκειται να σου βγάλει τον ορό.
ΠΑΤΕΡΑΣ
(Στον Ρομπέρ)
Ρομπέρ!..
(Ο Ρομπέρ πλησιάζει. Η Μαρί κάνει χώρο για τον Ρομπέρ μένοντας δίπλα του )
Άκουσέ με εσύ Ρομπέρ. Έρχομαι από εκεί. Πιστέψτε με. Τα ξέρω όλα.
ΡΟΜΠΕΡ
Μιλήστε μου κύριε Βενσάν. Πέστε σε μένα.
ΠΑΤΕΡΑΣ
Ρομπέρ, δυο εβδομάδες τώρα είμαι εκεί.
ΡΟΜΠΕΡ
Πού εκεί κύριε Βενσάν;
ΠΑΤΕΡΑΣ
Εκεί. Εκεί που ήμουν πάντα και θα είμαι πάντα. Μου δόθηκε η χάρη να γυρίσω. Η κουβέντα σας μου έδωσε τη δύναμη να μιλήσω. Η Μαρί δεν με καταλαβαίνει. Είναι συγκινημένη. Γι αυτό το λέω σε σας κύριε Ρομπέρ. Καταλάβετέ με εσείς. Πείσετέ την να κάνει αυτό που της είπατε. Σκοτώστε με κύριε Ρομπέρ. Πιστέψτε αυτά που σας λέω. Μην βασανίζεστε άσκοπα... Σκοτώστε με κύριε Ρομπέρ. Βγείτε από τη δύσκολη θέση που είσαστε.
ΡΟΜΠΕΡ
Μιλήσατε για κάπου που πήγατε… που είσαστε. Μιλήσατε για κάποια αλήθεια.
ΠΑΤΕΡΑΣ
Ναι. Μίλησα. Όλα είμαι ένα Ψέμα. Δεν υπάρχετε κύριε Ρομπέρ. Ούτε σεις ούτε η Μαρί ούτε εγώ. Όλα είναι ένα Ψέμα. Καμιά τιμωρία δεν σας περιμένει… καμιά επιβράβευση… Ό,τι και να κανετε, δεν το κάνατε Μια ιδέα, ένα φάντασμα, μια εικασία είναι όλα. Είτε αγαπήσετε είτε μισήσετε λόγια μόνον είναι. Ούτε αγαπήσατε ούτε μισήσατε. Κανέναν. Γιατί κανένας δεν υπάρχει. Μια συμπύκνωση πόνου είστε. Τίποτε άλλο . Γι αυτό ήρθα… Σκοτώστε με κύριε Ρομπέρ. Ελαττώστε τον πόνο σας. Το αξίζετε εξάλλου κι εσεις και η κόρη μου. Πείσετέ την να μην ενδιαφέρεται για τίποτε κύριε Ρομπέρ. Πείσετε τον εαυτό σας για το ίδιο. Δεν υπάρχετε κύριε Ρομπέρ. Ένα κομμάτι πόνου είστε. Λυτρωθείτε από αυτόν όσο περισσότερο μπορείτε. Σας βοηθώ όσο περισσότερο μπορώ λέγοντάς σας: σκοτώστε με κύριε Ρομπέρ.
ΡΟΜΠΕΡ
Είπατε ότι έχετε έρθει από κάπου. Από πού κύριε Βενσάν;
ΠΑΤΕΡΑΣ
(με όλο πιο αδύναμη φωνή)
Από το Τίποτα. Από την Ανυπαρξία. Από το Μηδέν. Από το Άδειο. Λιγοστέψτε τον πόνο σας κύριε Ρομπέρ-σκοτώστε με. Και... ακούστε με κύριε Ρομπέρ... ακούστε με... ούτε ο...
(Γέρνει το κεφάλι)
ΡΟΜΠΕΡ
Ναι κύριε Βενσάν!..
( Ο Πατέρας κάνει μια προσπάθεια να μιλήσει. Ο Ρομπέρ σκύβει και φέρνει το αυτί του κοντά στο στόμα του Πατέρα. Ο Πατέρας προσπαθεί να πει κάτι, δεν έχει τη δύναμη και καμιά φωνή δεν βγαίνει από τα τρεμάμενα χείλη του. Τέλος τα μάτια κλείνουν και το κεφάλι του γέρνει βαρύ στο μαξιλάρι)
ΑΥΛΑΙΑ