ΚΡΙΣΗ
Κρίση.
Καιρός να φωτιζόμαστε με λάμπες πετρελαίου.
Καιρός να τρώμε πάλι ψωμοτύρι.
Καιρός να λέγονται πάλι παραμύθια απ’ της γιαγιάς το στόμα πριν τον ύπνο.
Καιρός το μίσος τους το ’να για τ’ άλλο να μην κρύβουνε τ’ αδέρφια.
Καιρός για όλους με τα πόδια στη δουλειά μας να πηγαίνουμε.
Καιρός τα τρόφιμα να τα φυλάμε στο «φανάρι».
Κρίση.
Καιρός να ’χουμε κότες στην αυλή μας
και με τα φλούδια απ’ τα καρπούζια να τις τρέφουμε.
Καιρός να ’ναι ντυμένες οι γυναίκες όλες έτσι
που μόνο πρόσωπο να μένει ξέσκεπο απ’ αυτές.
Καιρός με μία βόλτα στην πλατεία να διασκεδάζουμε.
Καιρός να χάσκουμε σα βλέπουμε αερόπλανο.
Καιρός να ξαναβρούμε τα βιβλία.
Καιρός να ξανανοίξουνε οι κινηματογράφοι.
Κρίση.
Καιρός για τις βεγγέρες στα σκαλιά του παλαιού σπιτιού.
Καιρός για να γραφτούν πάλι στίχοι.
Καιρός να ξαναπάμε μετανάστες.
Καιρός του κουμπαρά.
Καιρός να παίζουν τα παιδιά μας μ’ ένα τόπι από κουρέλια.
Καιρός τ’ αντρόγυνα να βάλουνε ξανά τις μάσκες της αγάπης.
Καιρός να υποταχτεί και πάλι ο άνθρωπος στη μοίρα του.
Κρίση.
ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΤΟΝ ΑΜΟΡΓΙΑΝΟ
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
(Κέντρο «Μύκονος», Λος Άντζελες, 1995)
Νίκο αηδόνι Ελληνικό στα δάση των βαρβάρων!
Νίκο αχτίδα θαλπερή αλλοτινών μας φάρων!
Νίκο ξενητεμένο μας αδέρφι, πατριώτη!
Νίκο τραγούδα! Θέρμαινε καρδιές! Φώτιζε σκότη!
Στον τόπο που μας πέταξε η ζωή αλυσωμένους
Να υπηρετούμε άγνωστους, να ζούμε μες σε ξένους
Νίκο τα πάθη μέρευε πότιζε τις ελπίδες
Αλάφρωνε… αλάφρωνε Νίκο τις αλυσίδες.
Νικόλα το τραγούδι μας μάς το ’χουν πάρει άλλοι.
Ποιος θα μπορούσε άραγε στο νου του να το βάλει
Ότι τη λύρα που ύπαρξη σε δέντρα κι όρη δίνει
Θα την ποδοπατούσανε αναίσχυντα εκείνοι…
Σαν λαίλαπα μια πέρασαν και ρήμαξαν τη χώρα
Απ’ όλα όσα οι θεοί της είχαν δώσει δώρα.
Κι όπως το κάθε ευώδες της εξέραναν λουλούδι
Φεύγοντας την αφήσανε γυμνή κι από τραγούδι.
Μα όπως σαν πάψουν οι βροχές και στρίψουν τα ποτάμια
Κι ενώ να σβήσει σπαρταρά λες του νερού η Λάμια
Τα χιόνια λιώνουν στα βουνά και μες στο καλοκαίρι
Με το νερό τους γίνονται οι κοίτες πάλι ταίρι,
Απ’ τις ψηλές έτσι κορφές της ψυχής των Ελλήνων-
Θρεμμένες με ιδανικά Πλαταιών και Σαλαμίνων
Αρχισε γλυκοκέλαδο να ροβολάει σακάτου
Ξανά το ζείδωρο νερό στα ρείθρα τα παλιά του.
Και πάλι, να! Βαδίζουμε. Με βήμα μετρημένο
Μα με το νου μας με κορφές Ολύμπων ταιριασμένο.
Κι άρχισαν να φυτρώνουνε πάλι στην Γη λουλούδια.
Κι αρχίσανε ν’ ανθίζουνε στα χείλη μας τραγούδια.
Μα τα τραγούδια, τα μικρά που ειχαμ’ έστω πλέξει
(Διαμάντι κάθε συλλαβή, ζαφείρι κάθε λέξη)
Πίσω εμείς τ’ αφήσαμε, με κάθε τι δικό μας
Όταν μας έστειλε αδειανούς εδώ το ριζικό μας.
Αλλά η φλόγα όπως χωρίς πνοή αέρα σβήνει
Χωρίς τραγούδι δεν μπορεί και ο Ρωμιός να μείνει.
Κι αυτό είναι Νίκο που σ’ εμάς όλους εδώ προσφέρεις
Όπως η ωραία σου φωνή και σύ μονάχα ξέρεις.
Με το γλυκό τραγούδι σου λίγη Ελλάδα παίρνεις
Και μέσα στου Λος Αντζελες την έρημο τη φέρνεις.
Και διψασμένοι πίνουμε – και ξέδιψοι μεθούμε
Και λίγο στυλωνόμαστε- και λίγο ξαναζούμε.
Μες στου βαθιού σου τραγουδιού χανόμαστε τους γύρους
Κι όταν, αργά, θα φύγουμε, κρατάς εκεί ομήρους
Τη σκέψη και την έγνια μας στα τραπεζάκια πάνω
Όπως η άλλη Μύκονος κράταε τον πελεκάνο.
Και, Νίκο, δεν μας δίνεις μια πατρίδα ψευτισμένη
Σαν τραγουδάς. Ούτε καμιά πατρίδα φαντασμένη.
Παρά μας δίνεις τη γλυκιά Πατρίδα όπως είναι.
Η Αθήνα στέκει δίπλα μας και όχι «αι Αθήναι».
Οι όμορφες οι γειτονιές κι όχι το Κολωνάκι.
Μας δίνεις την Ακρόπολη βράδυ με φεγγαράκι.
Μας σεργιανίζεις σε μικρές υπόγειες ταβέρνες
Που είναι ακένωτες χαράς και αντροσύνης στέρνες.
Μας δίνεις Κυριακάτικα λαμπρά απογεματάκια
Που τα καλά τους βάνουνε τα νια παλληκαράκια
Και βόλτα βγαίνουν για να δουν κάποιο κρυφό μεράκι-
Μια Δέσπω… μίαν Άρτεμις… τη Μαίρη…. το Φροσάκι…
Της Ελληνίδας λεβεντιάς Νίκο το θείο δώρο
Μας δίνει το τραγούδι σου στης «Μύκονου» το χώρο:
Ότι του έλληνα η ψυχή, και μες σε χέρια ξένα
Αλύγιστη είναι πάντοτε και σκλάβα σε κανένα.
Νίκο φωνή ρωμαίκη στη ξένη Καλιφόρνια!
Φωνή γλυκό κελάδημα μέσα σε κρώζοντα όρνια!
Κελάδημα που βάλσαμο μες στη ψυχή σταλάζει
Κι εκείνη γλυκό ’φραίνεται κι άφατα αναγαλλιάζει!
Νίκο τραγούδα! Την παλιά ανάσταινε τη Δόξα.
Του Δωρικού μας του ναού ζωντάνευε τα τόξα
Κι αυτά με βέλη τις σεπτές γραμμές του ας μας τοξέψουν:
Τέτοιες σαϊτιές κάθε πληγή μπορούνε να γιατρέψουν.
Δροσιά στο κάμα του ηλιού ειν’ η φωνή σου Νίκο.
Φραγγέλι το τραγούδι σου στου Εμπορίου τον Οίκο
Κι η πίστα όταν πάνω της βρεθείς γεμίζει μάγια
Σαν πρωτοθώρητα εκεί του Έθνους να λάμπουν τ’ Άγια.
Νίκο τραγούδα! Πότιζε μ’ Ελλάδα τη ζωή μας.
Ό,τι εκεί αφήσαμε φέρνε το εδώ μαζί μας.
Και τις πικρές της ξενιτιάς τις μαύρες κάνε ώρες
χαρούμενες να μοιάζουνε νυφούλες λευκοφόρες.
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026
ΑΛΜΑΝΑΚ ΠΡΩΤΟΥ ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΑΠΡΙΛΗ
1-4-14
Ο Σαμαράς με γράμμα του στη Μέρκελ απαιτεί τα χρωστούμενα από την Κατοχή.
2-4-14
Ο Σαμαράς μιλώντας στο λαό καταλήγει: «Ο φασισμός θα νικήσει!» Ευθύς κατόπιν και απομακρυνόμενος από το μικρόφωνο ακούγεται να λέει: «Γ… το κεφάλι μου…» Και ξανάρχεται στο μικρόφωνο: «Η Δημοκρατία θα νικήσει!»
3-4-14
Ντομάτες και αυγά ρίχνονται ενάντια στον Γεωργιάδη στο Ίλιο. Εκείνος αναφωνεί: «Με τη σειρά! Με τη σειρά!» Οι ρίψεις σταματούν. Και ο Γεωργιάδης: «Πρώτα τα αυγά!..»
4-4-14
Κωνσταντοπούλου: «Φταίω εγώ αν μικροδείχνω;»
5-4-13
Παπανδρέου: «Όχι… όχι… όχι… όχι….» Οι σύμβουλοί του: «Κύριε Πρόεδρε φτάνει. Μόνο μια φορά-για τις Τράπεζες είπαμε!»
6-4-14
Βορίδης μονολογών: «Κι εγώ κομμουνιστής είμαι-τι δρεπάνι τι τσεκούρι…»
7-4-14
Μέρκελ: «Σαμαρά!» Σαμαράς: «Διατάξτε!»
8-4-14
Κεδίκογλου: «Πατάξαμε τη διαφθορά.» Διαφθορά: «Κούνια που σε κούναγε…»
9-4-14
Το πρωτογενές πλεόνασμα απαγγέλει Καρυωτάκη: "Υπάρχω" λες κι ύστερα "Δεν υπάρχεις"…
10-4-14
Στον Σαμαρά προσφέρθηκε από τη Μέρκελ θέση Συμβούλου παρά τη Καγκελαρία για ελληνικά θέματα.
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026
ΑΠΟΤΡΟΠΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Δεν ντρέπονται οι άθλιοι νέοι της Εσπερίας
να παρεκτρέπονται ενώ ευρίσκονται εις πορείας
και πλάκας να πετάγωσιν εκ των πεζοδρομίων
ως χαμινόπαις τις πετά δέσμην εκ χαλικίων;..
Ακούς εκεί να βάλουσιν κατά των πολισμάνων
ωσεί οι πρώτοι Αυστραλοί εποίουν κατά Τασμάνων…
Πολίται να τα βάζουσιν κατά της πολιτείας!
Τι άλλο τα μάτια μας θα δουν αυτάς τα δεκαετίας...
Ενώ οι έλληνες, εδώ, εις τας κλεινάς Αθήνας,
διαδηλούν μιμούμενοι γυναίκας αρσακίνας.
Ήγουν με τάξιν και σειράν και σεβασμόν μεγάλον-
πλείονα εκείνου που ο Ντε Γκωλ έχαιρε υπό των Γάλλων.
Του ΠΑΜΕ ιδέτε τας σεμνάς ωραίας συγκεντρώσεις
Που μεταδίδονται παντού-ως λέγουσιν «δια ζώσης»:
Ως αρσακίναι περπατούν και ούτε καν υβρίζουν
Κι ως εις τετράδας ξεκινούν, πίσω έτσι και γυρίζουν.
Ούτε βομβίδια ούτε καν αθώα βαρελότα!
Ελθέτε να θητεύσητε εις τας Αθήνας πρώτα,
και ύστερον διοργανώνετε πορείες και βολτούλες,
ίνα μη, μεταπορειακώς, κλαίουν δι υμάς μανούλες.
Εξάλλου εξεχάσατε πως είστε δημοκράται
και δεν αρμόζει με βαριάς και σφύρας να βαράτε
παρά να υποτάσσεσθε στα κοινοβούλιά σας
και ας βαράει ταμπουρά η πάμβροτος κοιλιά σας;
Θέλει θυσίας εξ υμών, κι ουχί εκ των βουλευτών
Που παγκοσμίως σύνολον δεινών εστί κλεπτών.
Και, ή Μακρονείς, ή Λεπενείς την εξουσίαν έχουσιν,
την αδημοκρατίαν πολύ-αλί-δεν την αντέχουσιν.
Και μέτρα θέτουσιν, ποινάς και φόρους καθιερώνουσιν
ου μην αλλά και απειθείς πολίτας μέσα χώνουσιν
υπείκοντες εις τον βαρύν που έδωσαν τον όρκον
κάθε ανυπάκουον να τσιμπούν ή έστω και μόνον ζόρ’κον.
Αλλιώτικα Ευρωπαίδες μου και υμείς Ελλάς θα γίνετε
που κλέψε κλέψε γέμισε ο κουβάς και πλέον χύνεται.
Ύστερον δέστε, ημπορεί κυβέρνησις να ζήσει
αν απεργήσει ο κάθε εις και αύξησιν ζητήσει;
Ουχί. Θα πρέπει άφραγκος κι άσιτος να την βγάζει
αντί εις πλατείας, κι εις οδούς και ρύμας να φωνάζει.
Καθίστε ώ νέοι! ήσυχοι, γιατί η ανησυχία
φέρνει-ως παρά τρίχα εδώ-πτώχευσιν απαισία.
Και τι; Υμείς θ’ αντέχατε μισθών ημικοπίαν
ή να ευρίσκετε τυφλούς με οράσεως υγείαν,
ή από κει που είχατε κάπου να κοιμηθείτε
ξάφνω εις δρόμους ασκεπείς, νήστεις να βολευθείτε;
Αν αληθώς εβούλεσθο τοιαύτα και σεις να ζήσετε,
εις τας οδούς σας έβγετε και, φίλοι, εκτροπήσετε-
μα να μη λέτε ύστερον (όχι αυτό της γέννας)
πως δεν σας ειδοποίησε περί αυτού κανένας.
Διότι εγώ ορμώμενος φιλίως απ’ εδωνά
της έμφρονος προλήψεως κρούω τον κώδωνα.
Αφήστε τας πορείας σας κι υποταγήν τολμήστε
αν θέλετε ήσυχον ζωήν και ευτυχή να ζήστε.
Και μη ακούσω δι ημάς πάλιν ότι πορεύεσθε,
κι ας μη ελλείψει σίτισης ουδόλως πλέον ρεύεσθε.
Ν’ ακούω θέλω υποταγήν και χάσιν πορειών
ώσπου να έβγει και αυτός ο δύστηνος αιών.
Και αν εις τον επόμενον οι κλέπται θα εκλείψουν,
καλώς. Μα αν κι άλλοι ως αυτοί στην ζήσην σας ενσκήψουν,
υπομονή! Πάλιν αυτό πορειών δεν ειν’ αιτία:
ακολουθεί-σκεφθείτε το-Τετάρτη χιλιετία.
Ναι! Δεν αρμόζουσιν αυτά στα παρ’ υμίν ειωθότα.
Ελάτε να θεσεύσητετε εις τας Αθήνας πρώτα!
ΠΕΡΙ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΩΣ
Ακούμε πολύ συχνά τελευταία ότι εξαπατήθηκε μια γριά ή ένας γέρος από επιτήδειους, και της-του πήραν τα λεφτά τους.
Και η απορία των ανθρώπων που το ακούν αυτό, είναι μεγάλη: πως πείστηκαν οι άνθρωποι αυτοί να δώσουν τα λεφτά τους; Δεν βλέπουν και δεν ακούν στις τηλεοράσεις όσα τέτοια γίνονται κάθε μέρα;
Ας έρθω λοιπόν εγώ, ένας γέρος, να εξηγήσω το φαινόμενο, να λύσω την απορία των ανθρώπων αυτών.
Οι γέροι κύριοι, ζουν έξω από τον κόσμο των νέων.
Ο κόσμος τους συνορεύει με τον δικό σας, όμως διαφέρει από αυτόν. Ζουν έξω από τον κόσμο της κίνησης, τον κόσμο των ζωντανών.
Τον κόσμο τον δικό σας τον βλέπουν σαν μια θεατρική παράσταση στην οποία αυτοί δεν συμμετέχουν πια, και η οποία δεν παίζεται γι αυτούς. Την βλέπουν από πολύ μακριά, όπως ένας βλέπει από το μπαλκόνι του ένα έργο στον απέναντι θερινό κινηματογράφο, για το οποίο δεν πλήρωσε εισιτήριο καν.
Ίσως, αμυδρά, θυμούνται ότι κάποτε έβλεπαν κι αυτοί κινηματογράφο, όντας από την ζωντανή τότε μεριά.
Οι γέροι κύριοι και κυρίες, ξέρουν, το ζουν, το νιώθουν βαθιά τους, ότι εσείς τους βλέπετε σαν κάτι το ξένο προς εσάς, σαν κάτι που δύει, ενώ εσείς, νέοι όντες, ούτε καιρός σας μένει να σκεφτείτε ότι κι εσείς κάποτε θα καταλήξετε εκεί, ούτε μπαίνετε στον κόπο να το συζητήσετε καν.
Οι γέροι αισθάνονται ότι όπου να είναι θα φύγουν από τον κόσμο αυτόν, και δεν ξέρουν φεύγοντας καν πού θα πάνε!
Επακόλουθο όλων αυτών είναι να μην είναι δυνατό να αποκτήσουν κάποιου είδους σχέση με σας, τους νέους ή τους νεότερούς τους.
Δεν το διανοούνται καν. Είστε οι νέοι-ή οι νεοτεροι, και δεν ταιριάζει τίποτα το δικό τους με κάτι δικό σας.
Παλιότερα οι νέοι λοιδωρούσαν τους γέρους. Τους παραπέταγαν , τους κορόϊδευαν, τα παιδιά τους πετροβολούσαν ή τους κυνηγούσαν παίζοντας.
Σήμερα δεν χρειάζονται κυνηγήματα ή πετροβολισμούς οι γέροι. Το βλέμμα που θα τους ρίξουν οι νέοι σήμερα όταν διασταυρώνονται στον δρόμο-αν τους κοιτάξουν καθόλου, κάνει για δέκα πετροβολήματα και για εκατό κυνηγητά.
Οι γέροι κύριοι, δεν έχουν κανέναν να τους προσέξει, να συνομιλήσουν μαζί του, πολύ δε περισσότερο να τους βοηθήσουν όταν έχουν κάποιαν ανάγκη.
Αν περιμένουν κάτι-κι εκείνο λειψό και υποβόλιμο-, είναι όταν θα πληρώσουν κάποιον γι αυτό.
Και, όπως τα γέρικα βουβάλια βλέπουν τις τίγρεις και τα λιοντάρια να τα παρακολουθούν, περιμένοντας την ώρα που θα είναι τελείως αδύναμα για να τα φάνε, έτσι και οι γέροι, βλέπουν τους γύρω τους να περιμένουν-όσοι έχουν συμφέρον- ή να υπολογίζουν οι άγνωστοι, από συνήθεια, πόσοι μήνες ή μέρες απομένουν ακόμα γι αυτούς.
Και προχωρώ. Οι γέροι (πάντοτε όταν λέω γέροι εννοώ και τις γριές) ΔΕΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΝΕΝΑΝ!
Γιατί ξέρουν πολύ καλά τα παραπάνω.
Εμπιστοσύνη έχουν μόνον σε όση δύναμη ακόμα τους έχει απομείνει, και, κύρια, αν έχουν κάποια λεφτά στην άκρη, στα λεφτά αυτά.
Και ας πω εδώ ότι οι γέροι υπολογίζουν σε μια βοήθεια στις ανάγκες τους, από τα λεφτά αυτά, είτε είναι λίγα, είτε πολλά.
Αν ένας γέρος έχει πενήντα εκατομμύρια, και άλλος έχει πέντε χιλιλαδες ευρώ, ίδια και οι δύο φυλάνε τα χρήματά τους και ίδια σκέπτονται ότι: «ο,τι και να πάθω, θα πληρωσω και θα…. (Θα… τι; Κανένας τους δεν σκέπτεται τι ακριβώς θα πετύχει με τα λεφτά του, όμως είναι το μόνο Δ ΙΚΟ ΤΟΥΣ, το μόνο με το οποίο μπορούν να αγοράσουν λίγη κίνηση όταν δεν μπορούν να κινηθούν, μια ιατρική βοήθεια όταν αρρωστήσουν, μία βοηθό που θα τους περιποιείται, ότι δηλαδή θα μπορούν να πληρώσουν για να επιζήσουν όταν τα πράγματα γίνουν πολύ δύσκολα γι αυτούς.
Οι γύρω τους νέοι πάλι, παιδιά, εγγόνια, δεν δίνουν δεκάρα για το τι θέλει ο γέρος, τον προσέχουνε μόνον, αν έχει λεφτά, ίσα για να εξασφαλίσουν ότι τα λεφτά αυτά δεν θα βγουν έξω από την κρυψώνα τους για να πάνε σε άλλους-αλλά μόνον σε αυτούς.
Οι γέροι έχουν πάντοτε τον φόβο ότι οι νεότεροι-οι οικείοι ή άλλοι, άγνωστοι σ’ αυτούς κακοποιοί-, έχουν πάντοτε στο μυαλό τους να τους σκοτώσουν για να τους πάρουν τα χρήματά τους. Έτσι τα κρύβουν σε μέρη προσιτά μόνον σε αυτούς, και όχι στις Τράπεζες, όπου για να τα πάρουν θα πρέπει να βγουν έξω όταν δεν θα μπορούν να περπατήσουν.
Για τους γέρους ΟΛΟΙ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΟΥΣ.
Και δεν μπορεί να το πει αυτό σε κανέναν, γιατί κανείς δεν θα τους πιστέψει. Και γιατί αν το πει, αυτός που το έμαθε θα γίνει και αυτός πιθανός κλέφτης ή φονιάς.
Σε αυτή την κατάσταση ευρισκόμενος ο γέρος, αν τον πάρει η «Πυροσβεστική» ή η «Αστυνομία», δεν θα την πιστέψει;
Η Αρχή, το Κράτος, η Νομιμότητα, τον καλεί όχι για να του κλέψει τα χρήματα, αλλά για να του πουν ότι τα χρήματά του κινδυνεύουν!
Τα χρηματά τους!
Που όλοι οι άλλοι θέλουν να τους τα πάρουν! Υπάρχει λοιπόν το Κράτος! Υπάρχει η Πολιτεία που ενδιαφέρεται για τα χρήματά τους! Και δεν τους τα παίρνει, παρά ενδιαφέρεται να τους προστατέψει από τους κλέφτες!-αλήθεια, γιατί ένα ολόκληρο Κράτος που παίζει με εκατομμύρια και δισεκατομμύρια θα έκλεβε και τις δικές τους οικονομιούλες;
Και ούτε αυτός ο κρατικός εκπρόσωπος μπαίνει στο σπίτι του «με το έτσι θέλω», ούτε και τον πιέζει να κάνει κάτι: αν συμφωνήσει με αυτά που του λέει, τότε και μόνον με την συγκατάθεση του γέρου θα γίνει! Και δεν του λένε «Δώσε μας τα χρήματά σου!» Του υποδεικνύουν αντίθετα τρόπο για να τα προστατέψει.
Και αν θέλει, αν συμφωνήσει σε αυτό.
Και, αν η Αστυνομία ή η Πυροσβεστική ενδιαφέρεται, το κάνει για να βοηθήσει τον γέρο να διαφυλάξει τα χρήματά του και όχι για να του τα κλέψει…
Την στιγμή εκείνη οι γέροι θα ήθελαν να έχουν έναν άνθρωπο δίπλα τους. Έναν δικό τους άνθρωπο που να εμπιστευόνταν-μα πού να βρεις άνθρωπο να εμπιστευτείς σήμερα, που όλοι οι γύρω τους είναι έτοιμοι να τους κλέψουν;
Όταν μάλιστα έχουν πείρα τέτοιων κλοπών από πολύ δικούς τους ανθρώπους όταν ακόμα ήσαν νέοι-ας πούμε όταν ο αδερφός τους τούς έχει κλέψει ένα ολόκληρο σπίτι, η αδερφή τους τούς έχει κλέψει το αυτοκίνητό τους και τα λεφτά που άφησε πεθαίνοντας η μητέρα τους σε αυτούς, και όταν ο γιός τους τούς έχει κλέψει είκοσι χιλιάδες ευρώ από τα λεφτά της σύνταξης τους…
Φανταστείτε λοιπόν την στιγμή που καλεί τον γέρο η «Αστυνομία», η «ΔΕΗ», η «Πυροσβεστική». ή όποια άλλη κρατική Υπηρεσία!
Αν δεν υπακούσει στις προτροπές-ή δεν εκτελέσει τις εντολές των καλούντων από το Κράτος τότε τι; Θα προτιμήσει να ρισκάρει να χάσει όλα τα υπάρχοντά του από κλέφτες ή να εκμεταλλευτεί την, ανυστερόβουλη βέβαια, σιγουριά του Κράτους; ((και πάλι βαθιά τους μπορεί να σκεφτούν «μήπως να αρνηθώ την βοήθειά του Κράτους γιατί μπορεί όλο αυτό να είναι ένα ψέμα;»-όμως αμέσως μετά «κι αν είναι αλήθεια;..»
Και πια λέει «ναι».
Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026
ΤΑ ΧΡΕΗ
Ήταν ένα βράδυ του Ιουλίου στην πλατεία του Αγίου Νικολάου Αχαρνών.
Αγόρια παίζανε ποδόσφαιρο στην πλατεία, γεμίζοντας χαρούμενες φωνές τον αέρα και μεγάλοι, καθισμένοι στα τραπεζάκια των καφενείων της πλατείας κουβεντιάζανε πίνοντας την πορτοκαλάδα τους.
Οι μουριές, φυτεμένες ανάμεσα στις πλάκες του δαπέδου, γεμάτες φύλλα, στέκονταν ακίνητες χαζεύοντας τη βραδινή κίνηση της πλατείας και των γύρω δρόμων. Πού και πού άπλωναν τα κλαδιά τους και φυλάκιζαν την μπάλα των αγοριών. Τότε ο πιο αδύνατος και ευέλικτος από τους παίχτες σκαρφάλωνε και την κατέβαζε, αφού πρώτα έψαχνε να την βρει μέσα στο πυκνό φύλλωμα.
Τα παιδιά παίζανε δίτερμα. Τρία αγόρια από δω, τρία αγόρια από κει. Οι πελάτες των καφενείων παρακολουθούσαν τον αγώνα σαν να είχαν έρθει εκεί γι αυτό τον λόγο και όχι για να βρεθούν με φίλους ή να βρουν λίγη δροσιά. Και κάθε που έμπαινε ένα γκολ, οι κουβέντες σταματούσαν και τα βλέμματα γύριζαν προς το γήπεδο, δηλαδή προς το κέντρο της πλατείας, βλέποντας εκείνον που έβαλε το γκολ και παρακολουθώντας τις αντιδράσεις των παιχτών-χαρά από τα παιδιά της ομάδας που έβαλε τo τέρμα, μουρμούρα και κατήφεια στην αντίπαλη ομάδα.
Όλα τούτα διαρκούσαν ώσπου η μπάλα, από το δρόμο που είχε βρεθεί τρυπώντας τα υποθετικά δίχτυα, έρθει και πάλι στο κέντρο του γηπέδου. Τότε ακολουθούσε η "σέντρα" και οι γύρω θεατές συνέχιζαν την κουβέντες τους ώσπου να μπει το επόμενο τέρμα.
Οι καφετζήδες της πλατείας γκρίνιαζαν γιατί η μπάλα καμιά φορά χτυπούσε πάνω στα τραπεζάκια, τρομάζοντας για μια στιγμή τους ανύποπτους πελάτες και σπάζοντας κανένα ποτήρι. Η γκρίνια αυτή όμως ήτανε ήπια, και ποτέ ο καφετζής δεν έφτανε να πραγματοποιήσει την απειλή που είχε πρόχειρη πολλές φορές στο στόμα του: "Θα πάρω τη μπάλα και θα την ξεφουσκώσω!" Γιατί ήξερε κατά βάθος πως χωρίς παιδιά η πλατεία θα ήτανε άψυχη και ίσως άδεια και από πελάτες.
Ως και τα κορίτσια που παίζανε τα δικά τους ήρεμα παιχνίδια στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, ένιωθαν πως το κέντρο της ζωντάνιας ήτανε η πλατεία με το ποδόσφαιρο, και ότι τα δικά τους παιχνίδια γίνονταν στο περιθώριο του παιχνιδιού των αγοριών.
Ενώ λοιπόν το παιχνίδι είχε ανάψει και κείνο το βράδυ, κάποιος, που παρακολουθούσε το παιχνίδι από ένα παγκάκι της πλατείας, φώναξε έναν παίχτη και κάτι του είπε. Εκείνος διάταξε τους υπόλοιπους να σταματήσουν το παιχνίδι και να πάνε εκεί. Και μπροστά στον κύριο που είχε κάνει την προσφορά των χρημάτων, τους είπε: "Ρε σεις, αυτός θα δώσει είκοσι χιλιάδες στην ομάδα που θα νικήσει". Ζητωκραυγές ακολούθησαν τα λόγια του και αμέσως το παιχνίδι ξανάρχισε με μεγαλύτερη προσοχή και επιθετικότητα, μιας και η νίκη θα είχε τώρα σαν αποτέλεσμα, εκτός από τη δόξα και είκοσι χιλιάρικα, δηλαδή περίπου εφτά για τον κάθε παίχτη της νικήτριας ομάδας.
Σαν όριο πέρατος του αγώνα ορίστηκε από τον χρηματοδότη η εντεκάτη, δηλαδή έμενε μισής ώρας παιχνίδι ακόμη.
To σκορ εκείνη τη στιγμή ήτανε δύο ένα. Στη συνέχεια άλλαξε συχνά υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας, για να καταλήξει στο τέλος του παιχνιδιού εννέα οχτώ.
Όταν το ρολόι της εκκλησίας έδειξε έντεκα, οι νικητές σταμάτησαν αμέσως τo παιχνίδι και όρμησαν προς τον κύριο που τους είχε υποσχεθεί τις είκοσι χιλιάδες.
Ιδρωμένοι και βαριανασαίνοντας ακόμα τις πήραν και αμέσως μετά έκαναν το γύρο της πλατείας όπως κάνουν στα γήπεδα, ενώ τα κορίτσια, που δεν είχαν καταλάβει τι είχε μεσολαβήσει, κοίταζαν τον παράξενα θορυβώδη γύρο του θριάμβου απορημένα.
Και όλα θα είχαν τελειώσει μαζί με το γύρο του θριάμβου των παιδιών, αν δεν γίνονταν τα παρακάτω ασυνήθιστα.
Οι τρεις παίχτες της νικημένης ομάδας, που ενώ οι νικητές έφερναν γύρω την πλατεία αυτοί
συσκέπτονταν στη μέση του γηπέδου, πλησίασαν τον χρηματοδότη και του ζήτησαν να πληρωθούν κι εκείνοι.
«Έσείς; Γιατί;», τους ρώτησε εκείνος.
"Αν δεν υπήρχαμε εμείς δε θα γινότανε αγώνας και δε θα υπήρχαν νικητές για vα πληρωθούν. Ύστερα και ’μεις είμαστε δυνατοί-το είδατε καλά και σεις, η διαφορά ήτανε ένα τέρμα, με λίγη τύχη η νίκη θα ήτανε δική μας".
Ο κύριος είδε λογική τη σκέψη των τριών νικημένων αγοριών και έδωσε και σ' αυτούς είκοσι χιλιάδες.
Φεύγοντας εκείνοι έρχονταν προς αυτόν η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στάθηκε μπροστά του, άναψε όλα της τα φώτα, χτύπησε τις καμπάνες της και του είπε ψέλνοντας: "Δική μου είναι η πλατεία. Χωρίς αυτήνε πού θα έπαιζαν τα παιδιά; Δώσε και σε μένα είκοσι χιλιάδες."
Ο χρηματοδότης έδωσε και στην Εκκλησία είκοσι χιλιάδες γιατί εκτίμησε την επιχειρηματολογία της.
Ύστερα ήρθε μπροστά του ο ελληνικός λαός: "Την Εκκλησία εγώ την έχτισα και την συντηρώ. Και τα παιδιά που έπαιζαν παιδιά δικά μου δεν είναι;"
Ο κύριος έβαλε το χέρι στην άλλη τσέπη του κι έδωσε είκοσι χιλιάδες στον ελληνικό λαό.
Τότε ξαφνικά όλα εξαφανίστηκαν και για μια στιγμή έμεινε μόνος.
Μα αμέσως απέναντί του πήγε και στάθηκε η γη στάζοντας τα νερά της: "Όπως όλοι οι λαοί και τούτος δω που πριν επλήρωσες, δική μου γέννα και δικό μου θρέμμα. Άδικο έχω; Και αποφάσισε γρήγορα γιατί δεν μπορώ να στέκω για πολύ ακίνητη".
"Ναι", της είπε ο κύριος, "δίκιο έχεις. Πάρε και συ τα λεφτά που σίγουρα τ' αξίζεις".
Όταν και η γη πήρε τα λεφτά, όλα ήρθαν πάλι στη θέση τους, και ο κύριος βρέθηκε καθισμένος στην δική του θέση, στο παγκάκι, με ακόμα είκοσι χιλιάδες λιγότερα στην τσέπη του.
Μα προτού να πάρει τη θέση του στο παγκάκι, να που η νύχτα έγινε λαμπρή και καυτή. Ο ήλιος είχε πλησιάσει για να του μιλήσει κι αυτός με τη σειρά του: "Εγώ εγέννησα τη γη. Καταλαβαίνεις..." "Καταλαβαίνω", είπε ο κύριος και χωρίς ερωτήσεις έδωσε τις είκοσι χιλιάδες στον ήλιο.
Και ο ήλιος έφυγε.
Και μαζί του αφανίστηκαν και όλα τ’ άστρα και όλα τα φώτα, και η Μεγάλη Νύχτα ακούστηκε να μιλάει βραχνά μέσα στο απόλυτο σκοτάδι: "Είμαι η μήτρα για όλα όσα υπάρχουνε. Όλα γέννα δική μου…"
Δεν την άφησε να τελειώσει. Έδωσε είκοσι χιλιάδες στη Μεγάλη Νύχτα, που αμέσως αυτή έφυγε, δίνοντας τη θέση της στην εικόνα του ήρεμου βραδιού της πλατείας του Αγίου Νικολάου.
Ο άγνωστος κύριος σηκώθηκε.
Κοίταξε γύρω του.
Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και είδε ότι του έμεναν άλλες είκοσι χιλιάδες -οι τελευταίες του.
Τις έβγαλε από την τσέπη του και τις σκόρπισε γύρω λέγοντας: "Πάρε και συ που όλα τα γέννησες και μου μιλάς χωρίς να σε ακούω".
Γύρισε ύστερα στα παιδιά που έβλεπαν έκπληκτα όλην αυτή την ώρα εκείνα που συνέβαιναν και τους είπε: "Ξόφλησα όλα τα χρέη μου. Τι ώρα θα παίξετε αύριο; Θα παίξω μαζί σας."
Και αφού συμφωνήθηκε η ώρα, πήρε καθένας τον δρόμο για το σπίτι του.
Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ
Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.
Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.
Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία:
με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.
Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,
και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»
«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;
ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».
«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα.
Είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».
«Τι ιδέα μα το ναι..
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα ’ναι
μα τα ζώα δε μιλάνε...»
«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι».
«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...
και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...
τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου κι εμέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»
«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα τη λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.
«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.
Όμως συ ’σαι ο κουτός'
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που χουμε τολμήσει
Δε θα το μπορεί αφού
θα ’μαστε θεοί, βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»
Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.
Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Ή
ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ
-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ-σε θέλω-βιάσου.
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη-φτου-
πώς μπορεί μια πεταλούδα
να φιλεί σου τη μουσούδα;
-Και τι έχω το στραβό
όπου τόσο σ’ απωθώ;
-Είσαι γκρίζος-εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο.
-Κι εγώ πάντα τραγουδώ
το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω
στα μεράκια όταν μπαίνω.
-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό`
συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω-δε μου μοιάζεις.
-Είμαι εγώ τραγουδιστής
είσαι σύ ο χορευτής-
απ’ των δυο μας την παρέα
τι θα ταίριαζε πιο ωραία;
-Ω! Αταίριαστοι πολύ
μεις οι δυο-εγώ έχω βγει
από άσπρο ένα κουκούλι
συ θα το ’χεις για κιβούρι.
-Όμοια ειν’ τα δυο αυτά:
η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη φύση.
-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ-
τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.
-Μια φορά εσύ αν καείς,
η φωτιά μου συνεχής-
αχ! με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.
Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει.
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομ' εφτού-
α! με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια.
ΑΓΝΟΙΑ
Μέσα στ’ άλλα τα στραβά μου
και αυτό το ’χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.
Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα ’χει ξεσπάσει.
Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει
μα και τότε πάλι αν...
Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
πως παντρεύτηκε θα μάθω
σα μου πούνε πως χηρεύει.
Ένας φίλος αρρωσταίνει;
ενημέρωση έχω τόση
που απ’ τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα ’χει αναρρώσει.
Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.
Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θα ’ν’ εκείνο που δεν είδα.
Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία.
Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις.
"Βρε δεν τα ’μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".
Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το ’μαθα ποτέ μου.
Σ’ εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.
Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς
πως ο Ομπάμα ειν’ ο νέος
πρόεδρός πέρα στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα.
Το Ιράκ πως ενικήθη
ότι πείνασαν οι ρώσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει.
Και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ’ τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ’ αυγά μελάτα.
Και βεβαίως είν’ ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που ’χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.
Να λοιπόν ένα από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
και με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.
Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.
Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
ότι είμαι πεθαμένος
και δεν το ’χω μάθει ακόμη.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ’ ένα θάμα.
Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το ’πιασε το γατί
κι αντί να ’ρθει στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να πάει σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.
Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ’ έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεγμένη.
ΓΡΙΠΠΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.
Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά' το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε' είναι μακρύς ο δρόμος'
κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει.
Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα-
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.
ΕΚΕΙ
Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!
Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!
Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δε βρίσκουν άλλον τύπο'
οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!
Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
κι άλλονε σαν εμένα να βρει αδυνατώντας
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί.
Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση που εγώ δεν είμαι εκεί.
Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δε θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί.
ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ
Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου!
Πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κατ' απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει ρε αδερφέ πως την πειράζω...
Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς, χιονισμένους χειμώνες.
Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.
Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους'
πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους'
πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα άγριοι πωλητές να με κοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.
Να βρεθώ επεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη'
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.
Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!.
Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
τ' αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.
Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.
Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο-
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
Μι' αμερικάνα γνώρισα μικρούλα κι δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".
Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει,
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.
Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".
Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ‘κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.
Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι'
κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-αχ-το Χρηματιστήριο.
Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, μας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.
Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:
Όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη'
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα-μ' αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ' ένα κουόρι".
ΕΥΓΕΝΗΣ
Δεν ξέρω και τι σ' έπιασε με τούτα
μα κει που εκαθόμουν σκεφτικός
ρώτησες: "τι σ' αρέσει από τα φρούτα;"
Σου είπα: "ο γλυκός τους ο χυμός".
Με ύφος που εθύμιζε αγγελούδια
μα θ' άναβε τουλάχιστον δαδιά
μου είπες: "τι σ' αρέσει απ' τα λουλούδια;"
Σ' απάντησα: "η γλυκιά τους ευωδιά".
Και παίζοντας με μία σου καρφίτσα
μου είπες με ναζιάρικη φωνή:
"κι αλήθεια τι σ' αρέσει απ' τα κορίτσια;"
Στραγγίσανε του λόγου μου οι κρουνοί,
κι ας ήταν η ερώτηση αήθης
εσιώπησα όπως θα 'κανε καθείς
που είναι όχι μόνο φιλαλήθης
μα είναι-και κυρίως-ευγενής.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ…
Θάνατος είναι να λιπαίνεις
του μνήματός σου τα λουλούδια.
Θάνατος είναι αντίς ανθρώπους
να βλέπεις γύρω μαύρα ζούδια.
Είναι ανάγκη να μην έχεις
καμιάς γυναίκας την παρέα.
Είναι ποτέ να μη σε νοιάζουν
του ραδιοφώνου σου τα νέα.
Είναι να μην μπορείς να τρέξεις
να πάρεις κάτι στον μπακάλη
και να μην έχεις πια κανέναν
να σου ζαλίζει το κεφάλι.
Είναι ποτέ να μην κρυώνεις
κρύο όσο γύρω σου κι αν κάνει.
Είναι το μήκος των τριχών σου
να έχει πάψει πια ν’ αυξάνει.
Θάνατος είναι να μην πρέπει
να φας να πιεις ή να διαβάσεις
Είναι ποτέ σου να μην έχεις
να ξαναδώσεις εξετάσεις.
Θάνατος είναι επιτέλους
χώρο στο σπίτι να μην πιάνεις.
Θάνατος είναι-και κυρίως
να μη φοβάσαι να πεθάνεις.
ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ
Εγώ δε φταίω' ούτε αυτή' ούτε κανένας άλλος'
από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.
Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά και άδολα και άσπιλα αγαπούνε.
Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα..
Συχώρεση θα ζάταγα από την καλή μου τη φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα...με τι χείλη...
και πια ευθύνη από κει και ύστερα δε φέρω
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.
Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ' άσπρα της τα μπράτσα'
κι αμέσως ύστερ' απ' αυτό τις σφαίρες να σφυράνε
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.
Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ' το νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.
Και για να είμαι σίγουρος πως δε έρθω πίσω
γυναίκα πάλι σταυρωτά δε θα ξαναφιλήσω.
ΒΑΡΗΚΟΪΑ
Ένα ζευγάρι 'λικιωμένο'
εκείνος σκύβει προς αυτή
κι εκείνη μ' ύφος οργισμένο
του ξεφωνίζει μες στ' αυτί.
"Τ' είπες;" ρωτάει πάλι ο γέρος
κι αυτή για τέταρτη φορά
μες στου αυτιού το μέσα μέρος
τα ίδια λόγια του ιστορά.
Με περηφάνεια το σκυμμένο
κεφάλι ορθώνει τότε αυτός
και σκούζει μ' ύφος οργισμένο:
¨σιγά, δεν είμαι και κουφός.."
ΞΕΡΩ ΚΑΠΟΙΟΝ
Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.
Είναι πράος -είμαι οργίλος
είναι ξύπνιος ειμαι αργός
γίνομαι εύκολα εγώ φίλος
μ’ όλους κείνος είν’ εχθρός.
Το ταγκό εγώ χορεύω
του αρέσει αυτού το ροκ
ροκοκό εγώ διαλέγω
κείνος θέλει το μπαρόκ.
Για γυναίκες αν ρωτήσεις;
του αρέσουν οι ξανθές.
Kι οι δικές μου προτιμήσεις;
προτιμώ μελαχρινές.
Δε θα μ’ ένοιαζε για κείνον
πώς περνάει και πώς ζει
στην οδό Ακανθοκρίνων
αν δε μέναμε μαζί
κι αν δεν είχαμε το ίδιο
να μοιράζουμε ποτό
κι αν δεν είχαμε μερίδιο
απ' το ίδιο φαγητό.
Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.
ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ
Μια ωραία σαραντάρα
που στο δίπλα μένει σπίτι
από ένα παλιο-αλήτη
τι τραβά η φουκαριάρα!
Απ' το σπίτι το δικό μου
την χωρίζει ένας τοίχος
μα καθάρια φτάνει ο ήχος
και δουλεύει το μυαλό μου.
Όταν μέσα μπαίνει εκείνος
κάτι αμέσως τον θυμώνει
(η εξήγηση ειν' η μόνη)
κι όπου βρει χτυπάει το κτήνος.
Και αυτή πονάει βεβαίως
κι αντηχούνε οι φωνές της
οι πολλές κι οι δυνατές της
και ουρλιάζει-και βογκάει.
Και ο τοίχος λέξεις φέρνει'
ξεχωρίζω μες στο σάλο
"φτάνει!", "μη!", και "όχι άλλο!"
μα εκείνος δέρνει...δέρνει...
Μια φωνή μεγάλη ακόμη
κι ύστερα όλα σταματάνε-
ψιθυρίζοντας μιλάνε-
θα ζητάει αυτός συγνώμη.
Μα η συγνώμη κι ειπωμένη
δεν μπορεί πληγές να κλείσει
κα σε λίγο αυτή στη βρύση
πάει τα τραύματα και πλένει.
Τι εξυπνάδα σε καλό μου!
τι καλά πίσω απ' τους τοίχους
ερμηνεύω εγώ τους ήχους-
α! δουλεύει το μυαλό μου.
ΕΠΕΙΔΗ ΟΛΟΙ
Επειδή όλοι εδώ πέρα
συζητάνε για λεφτά
είπα να 'βρω μια γυναίκα
να μη νοιάζεται γι αυτά.
Και τη βρήκα' κι είν' αλήθεια
για λεφτά παρά δε δίνει-
δυο δολάρια όταν είδε:
"τ' είν' αυτά;" μου είπ' εκείνη.
Την παντρεύτηκα εν τάχει
και της είπα τι χαρά
είχα νιώσει όταν είδα
που αψηφούσε τον παρά.
Και μου είπε αυτή: "Βεβαίως'
τ' είναι σήμερα δυο μπάξις;
δεν μπορείς ούτε μια πέτρα
στο τσακμάκι σου ν' αλλάξεις..."
ΤΙ ΠΡΈΠΕΙ ΝΑ ΞΈΡΕΤΕ ΓΙΑ ΝΑ
ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΊΤΕ ΣΩΣΤΆ
ΈΝΑΝ ΑΓΏΝΑ ΠΟΔΌΣΦΑΙΡΟΥ
(2004-προσφορά της ιστοσελίδας στους φίλαθλους)
Πρώτα να ξέρετε πως δίχως άλλο
το σκορ θα είναι ή μικρό ή μεγάλο.
Δεύτερο-κι ο καθείς ας το εννοήσει-
μπορεί απ' τους δυο κανείς να μην κερδίσει.
Τρίτο: αν γκολ θα μπει στο δεκαπέντε
το ίδιο δε θα μπει και στο εικοσπέντε.
Κι ο διαιτητής αν πέναλτι σφυρίξει
θα είναι πέναλτι και όχι λήξη.
Κι απ' τα πιο σίγουρα είναι στην πλάση,
πως πέναλτι ο γκολκήπερ για να πιάσει
δε θα σταθεί ακίνητος στη μέση
μα ή δεξά η αριστερά θα πέσει.
Και πόρισμα μελέτης μου μιας νέας
είναι πως γκολ αν βάλει ο Χαριστέας
άλλος κανένας δε θα το ’χει βάλει
ούτε με πόδι ούτε με κεφάλι.
Κάτι που δεν το ξέρουν ούτε οι παίκτες
ούτε κι οι απανταχού του κόσμου ρέκτες,
και τούτο εμπεδώστε μέσα στ’ άλλα:
του αγώνα στρογγυλή θα είναι η μπάλα!
Κι όταν ο αγώνας αίσια θα τελειώσει-
την απορία σας νιώθω την τόση
και λιγοστεύω του άγχους σας τα βάρη-
το Κύπελλο η νικήτρια θα το πάρει.
Όποια ομάδα στο παιχνίδι χάσει
αυτή στα χέρια Κούπα δε θα πιάσει.
Κι αν δεν ειν’ έτσι όπως σας τα λέω
τότε όλα τα λεφτά μου εγώ τα καίω.
Και να ’στε σίγουροι πέρα ως πέρα
το μεσημέρι όσο πως είναι μέρα,
πως πέναλτι κανείς για να χτυπήσει
τη μπάλα στα έντεκα θα τήνε στήσει.
Η μπάλα αν θα χτυπήσει σε δοκάρι
θα ’χει χτυπήσει τότε σε δοκάρι
κι αν έξω βγει, θα ειν’ έξω βγαλμένη.
Και γκολ που μπει, πάλι δεν ξαναμπαίνει.
Και τέλος αν παιχτούν καθυστερήσεις
θα έχουνε παιχτεί καθυστερήσεις
κι αν αποβάλει ο διαιτητής κανέναν
θα παίζει η ομάδα του με μείον έναν.
Φαντάζομαι βοήθησα μεγάλως
της αγωνίας σας να πάψει ο σάλος
και πια τα ματς ανέτως να κοιτάτε
και βλέποντας τα να χαμογελάτε.
Κρατήστε το γραφτό αυτό δικό σας
να ’ναι για κάθε αγώνα οδηγός σας
γιατί αν εγώ από κοντά σας φύγω
θα τα ξεχνούσατε όλα λίγο λίγο.
Κι όταν το διάβασμα εδώ τελειώστε-
και γνώστες πια γεροί της μπάλας νοιώστε,
κάντε μια ευχή απ' της ψυχής τα βάθη
για μένα τόσα που σας έχω μάθει
---