Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

 Ο ΒΙΑΣΜΟΣ





Τόπος: περίχωρα της Αθήνας και μετά ο Παράδεισος
Χρόνος:  2004 και μετά η εποχή των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας. 
Πρόσωπα:
ΑΓΓΕΛΟΣ, ΑΓΑΘΗ, ΘΕΙΟΣ TOY ΑΓΓΕΛΟΥ, ΦΙΔΙ, ΘΕΟΣ (η φωνή του)

(Δωμάτιο αγροτικού σπιτιού με μεγάλο κήπο γύρω, στην ερημιά. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο Άγγελος τελειώνει το δέσιμο του δεξιού χεριού της Αγάθης, που το αριστερό της είναι κιόλας δεμένο στα πάνω κάγκελα του κρεβατιού, ενώ τα πόδια της στα κάτω. Η Αγάθη φωνάζει, βρίζει και φτύνει τον Άγγελο, ενώ με αδύναμη μανία και σα λυσσασμένη προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της.)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(ήρεμα)
Μη με φτύνεις. Σε λίγο θα μου δώσεις όσο σάλιο θέλεις κι όχι στο πρόσωπο αλλά κατευθείαν μέσα στο στόμα μου.

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα! Αλήτη! Βρωμιάρη! Θα σε...(αγωνίζεται να σηκωθεί)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι..."θα με"...τι «θα με»;

ΑΓΑΘΗ 
Αλήτη!..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν μπορεί κανείς να κάνει κάτι τον άλλο εγώ είμαι
αυτός. Και ξέρεις τι "θα σε" εγώ!

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!
(Με όλη της τη δύναμη)
Βοήθειαααα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Λίγο πιο δυνατά...

ΑΓΑΘΗ 
Βοήθειααα...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Στάσου.
(ανοίγει την πόρτα)
Για ν' ακούγεσαι καλλίτερα. Έλα, πάμε μαζί. Με το
ένα, με το δύο, με το τρία- Βο... γιατί δε φωνάζεις;

ΑΓΑΘΗ
Κάθαρμα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έλα, σύνελθε. Σε χιλιόμετρα μακριά δεν υπάρχει ψυχή. Στο ξανάπα. Δε θέλεις να το πιστέψεις. Επιτέλους πείστηκες;

ΑΓΑΘΗ
Βρωμερέ παλιάνθρωπε! Τέρας! (τον φτύνει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σκουπίζεται με ένα χαρτομάντηλο. Την πλησιάζει δείχνοντάς της το πρόσωπό του)
Έχω αλλού;

(Η Αγάθη τον ξαναφτύνει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(γελάει)
Κράτα και λίγο σάλιο μέσα σου. Θα αφυδατωθείς.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγανή και όλο μίσος φωνή, παραδομένα)
Κάθαρμα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έτσι μπράβο. Μη χάνεις άσκοπα δυνάμεις. Με έβρισες, με είπες κάθαρμα, αλήτη, παλιάνθρωπο, τι άλλο να μου πεις-δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο. Κι αν βρεις κάτι πες το σιγά να μην κουράζεσαι. Είσαι και ταλαιπωρημένη από τη νάρκωση...

ΑΓΑΘΗ
(σιγά)
Σαδιστή!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, είναι κι αυτό. Σωστό.
(μικρή σιωπή)
Λοιπόν σταμάτησαν οι φωνές και οι βρισιές; Σταμάτησαν φαίνεται... Έλα, θα συνεργαστείς; (την πλησιάζει)

ΑΓΑΘΗ
Εσύ είσαι άρρωστος! Είσαι πειραγμένος στο μυαλό. Να συνεργαστώ… Βρε κάθαρμα ποια γυναίκα συνεργάζεται στο βιασμό της; Εμπρός! Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις. Κι αν γλυτώσεις από τα δόντια μου να θεωρείς τον εαυτό σου τυχερό. Μα μετά τι θα κάνεις; Θα με αφήσεις έτσι δεμένη; Δε θα με λύσεις; Τότε είναι που δε θα ζήσεις ούτε στιγμή. Ή θα με σκοτώσεις ή θα σε σκοτώσω.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πολλά ερωτήματα μαζεμένα! Αλλά πρώτος στη
σειρά είναι ο έρωτας.

ΑΓΑΘΗ
Έρωτας! Πάψε αλήτη να βιάζεις και τις λέξεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς θέλεις να το λέω; Βιασμό; Βιασμό! Πρώτα σειρά έχει ο βιασμός λοιπόν. Και για το βιασμό πρέπει πρώτα να φροντίσω. Μπορώ να σε κάνω ακίνδυνη να με βλάψεις κλείνοντάς σου το στόμα με μια πετσέτα ή με ένα λευκοπλάστ. Μα δε θα 'ναι όμορφα έτσι. Να μην μπορείς να λες τις λέξεις που λέει μια γυναίκα πάνω στον έρωτα...

ΑΓΑΘΗ
Σαδιστής! Ναι! Σαδιστής! Σαδιστής είσαι. Θέλεις να με βασανίζεις. Και θέλεις να βασανίζεις και τη λογική μου. Βρωμιάρη! Τελείωνε κάθαρμα κι άσε τα λόγια..."λέξεις που λέει η γυναίκα πάνω στον έρωτα"... Ελεεινέ! Θεέ μου σε ποια θέση μ' έχεις φέρει-να παρακαλάω ένα κτήνος να με βιάσει...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αν ήθελα να σε βιάσω όπως όπως θα το είχα κάνει όταν ακόμα ήσουνα ναρκωμένη. Ή θα το 'κανα τώρα κρατώντας ένα μαχαίρι ή ένα πιστόλι. Μα πρέπει να το θέλεις κι εσύ.

ΑΓΑΘΗ
Να θέλω το βιασμό μου ανισόρροπε άνθρωπε; Τι μου
λέει Θεέ μου... Με νάρκωσες, με κουβάλησες εδώ, μ'
έδεσες, και θέλεις από πάνω να θέλω να με βιάσεις...Τέρας! Όχι τέρας, ούτε τα τέρατα δεν κάνουν τέτοιες πράξεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Και επειδή δεν είμαι τέρας γι αυτό θέλω να θελήσεις
κι εσύ να γίνεις δική μου.

ΑΓΑΘΗ
"Να γίνεις δική μου"! Τι λες, δε μου κάνεις τώρα και ερωτική εξομολόγηση; Δέσε με και πιο σφιχτά ακόμα και έτοιμη θα είμαι πια για μιαν ερωτική εξομολόγηση. Μόνο τα λουλούδια σου λείπουνε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δε μου λείπουνε. Έχω μέσα.
(βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο και φέρνει μιαν ωραία ανθοδέσμη που τη δείχνει στην Αγάθη)
Να 'τα!

ΑΓΑΘΗ
Ω! Θεέ μου! Πού έμπλεξα!
(Ο Αγγελος πηγαίνει πάλι μέσα τα λουλούδια και ξανάρχεται)
Και θέλεις βρωμερέ να βλέπεις μια γυναίκα έτσι πεσμένη και δεμένη με ανοιχτά τα πόδια; Λύσε μου τα πόδια να τα μαζέψω ή σκέπασέ με τουλάχιστον.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έχεις δίκιο.
(τη σκεπάζει με μια κουβέρτα)

ΑΓΑΘΗ
Ποιος είσαι βρωμιάρη; Πού με βρήκες; Πώς με διάλεξες; Γιατί εμένα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Άγγελο με λένε.

ΑΓΑΘΗ
Μμμμ! Τι όνομα! Όνομα και πράμα! Και γιατί εμένα;

ΑΓΓΈΛΟΣ
Γιατί μου αρέσεις κι επειδή ήτανε εύκολο για μένα να σε ναρκώσω καθώς γύριζες μόνη σου από τη δουλειά μέσα από το πάρκο. Εντάξει; Άλλη ερώτηση;

ΑΓΑΘΗ
Τι έχεις σκοπό να κάνεις-έτσι θα είμαστε ως πότε; Μήπως είμαι όμηρος και πρόκειται να ζητήσεις λύτρα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ώστε για τέτοιον παλιάνθρωπο με θεωρείς; Μοιάζω
για τέτοιος;

ΑΓΑΘΗ
Δηλαδή ο βιασμός δεν είναι παλιανθρωπιά; Τι θ' ακούσω ακόμα από σένα...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα δε σε βίασα.-.Αλήθεια πώς σε λένε;


ΑΓΑΘΗ
Έχει σημασία αυτό;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μιας και συζητάμε να ξέρουμε τα ονόματά μας είναι
καλλίτερα. Ύστερα εγώ σου συστήθηκα.

ΑΓΑΘΗ
(καταλαβαίνοντας πως άδικα βρίζει και αντιμιλάει) 
Καλά καλά, Αγάθη με λένε...

ΑΓΓΕΛΟΣ (γελάει)
Αγάθη;..

ΑΓΑΘΗ
Είναι για γέλια το όνομά μου;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με συγχωρείς… μα για σκέψου: Άγγελος και Αγάθη
μπλεγμένοι σε μια τέτοια δουλειά...

ΑΓΑΘΗ
Εσύ έκανες βρωμιές. Τo γέλιο ταιριάζει για το δικό
σου όνομα μόνο.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, πάλι δίκιο έχεις. Αγάθη, αν σου λύσω τα πόδια θα
νιώθεις πιο άνετα;

ΑΓΑΘΗ
Θέλει και ρώτημα;
(Ο Άγγελος πλησιάζει και της λύνει τα πόδια. Η Αγάθη μένει ήρεμη ενώ ο Άγγελος τήνε λύνει. Κατόπιν τραβιέται στην πάνω μεριά του κρεβατιού)

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Εντάξει;

ΑΓΑΘΗ
Εντάξει θα είναι όταν θα είμαι στο σπίτι μου χωρίς σκοινιά στα χέρια και χωρίς να θυμάμαι αν γινόταν, αυτόν τον εφιάλτη. Θα 'σουνα εντάξει εσύ δεμένος πάνω σ' ένα κρεβάτι μακριά από το σπίτι σου;.. Πού είμαστε;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πενήντα χιλιόμετρα δυτικά από την Αθήνα, στο χτήμα ενός θείου μου που έχει πάει ένα ταξίδι στη Γερμανία.


ΑΓΑΘΗ
Ωραία. Τώρα… ησύχασα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με ρώτησες, σου είπα.

ΑΓΑΘΗ
Σωστά, τώρα εσύ έχεις δίκιο.
(κοιτάζει από το παράθυρο)
Και όλος αυτός ο κήπος -του θείου σου είναι;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Πληρώνει και του τον περιποιούνται.
(σιωπή)

ΑΓΑΘΗ
Και τώρα τι κάνουμε... κύριε Άγγελε;.. Καθόμαστε και κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο και μιλάμε όμορφα και ωραία σαν δυο φίλοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τι καλλίτερο από αυτό, αν ήτανε πράγματι έτσι...

ΑΓΑΘΗ
(δυνατά)
Έχω φίλους που κάθομαι και συζητάω μαζί τους! Και
όχι δεμένη. Δεν περίμενα όμως και να με αρπάξεις
εσύ, να κάθομαι εδώ δεμένη και να με κοροϊδεύεις κι
από πάνω πως θα γίνουμε φίλοι...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εγώ δεν είπα ότι θα γίνουμε φίλοι. Είπα αν. Εσύ το είπες το "θα".
(Η Αγάθη ηρεμεί. Κοιτάζει τον Άγγελο παρατηρώντας τον καλά)
Γιατί με κοιτάς;

ΑΓΑΘΗ
Μιας και καθόμαστε έτσι προσπαθώ να καταλάβω. Ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο; Τόσες γυναίκες γύρω μας… Δεν έχεις φιλενάδα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
(κοφτά)
Όχι.

ΑΓΑΘΗ
Γιατί;.. Θέλω να πω θα μπορούσες να έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να μη σ' ενδιαφέρει.

ΑΓΑΘΗ
Νομίζω πολλές γυναίκες θα σε ήθελαν.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(επιθετικά)
Λοιπόν και τι έγινε μ' αυτό; Θα χτυπήσω την πόρτα
του σπιτιού τους και θα τους πω: θέλετε να κάνουμε
έρωτα;

ΑΓΑΘΗ
Όχι. αλλά...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν αρκεί να είσαι ανεκτός σωματικά. Τo ξέρεις
πολύ καλά. Πρέπει να έχεις τον τρόπο να πλησιάζεις τις γυναίκες. Ξέρεις εσύ καλλίτερα από μένα σε ποιους δίνουν οι γυναίκες σημασία και σε ποιους όχι. Οι γυναίκες θέλουν τον δυναμικό άντρα, τον όχι υποχωρητικό, θέλουν το μαχητή. Όχι έναν ήσυχο και ντροπαλόν άντρα όσο άντρας κι αν είναι αυτός.

ΑΓΑΘΗ
Ντροπαλός και ήσυχος εσύ που έκανες αυτό που έκανες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αυτό είναι εύκολο. Θέλει απόφαση, δύναμη μυική και λίγες ιατρικές γνώσεις. Όλα αυτά τα ξέρω και τα μπορώ. Μα πώς θα ζητήσω από μια γυναίκα να κάνει έρωτα μαζί μου;

ΑΓΑΘΗ
Άγγελε, σοβαρά μιλάς; Στην εποχή της κατάκτησης του φεγγαριού και στην εποχή των κομπιούτερς δεν μπορείς να γνωρίσεις μια κοπέλα;


ΑΓΓΕΛΟΣ
(με τα μάγουλά του να κοκκινίζουν, δυνατά)
Μη με ρωτάς τέτοια πράγματα.

ΑΓΑΘΗ
(τον κοιτάζει χαμογελώντας)
Για να σε δω καλλίτερα... Γιατί να μη σε ρωτάω; Τόσα έκανες συ σε μένα, εγώ ούτε μιαν ερώτηση δεν μπορώ να σου κάνω; Λοιπόν δεν μπορείς να γνωρίσεις μια γυναίκα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σταμάτα τις ερωτήσεις σου είπα! 
(δυνατά και επιθετικά) 
Όχι δεν μπορώ! Ή μήπως το φεγγάρι σου και οι κομπιούτερς θα το κάνουν για μένα; Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Σταμάτα τη συζήτηση αυτή.
(απειλητικά)
Και μη με κοιτάς!
(η Αγάθη χαμηλώνει τα μάτια της. Ήρεμα)
Δε θέλουν έτσι να τους το πεις οι γυναίκες. Πρέπει να ξέρεις τον δικό τους κώδικα. Μερικοί δεν τον ξέρουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς είμαι κι εγώ-τι περίεργο;

ΑΓΑΘΗ
(Σηκώνει τα μάτια της και τον βλέπει)
Έχεις δοκιμάσει ποτέ;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη με βλέπεις! Ναι, έχω δοκιμάσει. Ειρωνεία και
περιφρόνηση ήταν η απάντηση...
(Ξάφνω σηκώνεται και αποφασιστικά και αμίλητα πηγαίνει στο κρεβάτι, λύνει γρήγορα τα χέρια της Αγάθης, την ξεσκεπάζει, και τη βοηθάει να σηκωθεί. Βγάζει από την τσέπη του την ταυτότητά του και την τείνει στην Αγάθη. Κρατώντας σκυμμένο το κεφάλι του και γρήγορα μιλώντας)
Φύγε. Αυτή είναι η ταυτότητά μου. Διεύθυνση, όνομα, όλα. Πήγαινε στην αστυνομία. Πήγαινε. Μα φύγε! Φύγε!
(δυνατά)
Και πριν απ' όλα μη με κοιτάς έτσι!..
(βγάζει από την τσέπη του τα κλειδιά του αυτοκινήτου του. Της τα δίνει)
Πάρε το αυτοκίνητο και φύγε!

ΑΓΑΘΗ
(παίρνει την ταυτότητα και τα κλειδιά και στέκει ακίνητη για λίγο μην μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Τέλος:)
Μου δίνεις την ελευθερία μου. Με αφήνεις ελεύθερη και μου δίνεις και την ταυτότητά σου. Ξέρεις πως αν πάω στην αστυνομία θα έχεις σοβαρά μπλεξίματα και με αφήνεις ελεύθερη; Με την ταυτότητά σου στο χέρι μου, με τη γνώση τούτης της καλύβας, με τα σημάδια από το δέσιμο στα χέρια και στα πόδια μου το ξέρεις πως έχεις σίγουρη καταδίκη και φυλάκιση;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είμαι χαζός. Ξέρω και τι έκανα και τι σου λέω να κάνεις. Πήγαινε. Μα δε θα προλάβεις να με δεις στη φυλακή. Αν δεν ξέρω τι να κάνω με σας τις καταραμένες τις γυναίκες, μα ξέρω τι να κάνω με τον εαυτό μου. Τράβα.

ΑΓΑΘΗ
(Με ύφος που προσπαθεί να κάνει υπεροπτικό)
Όποτε θελήσω εγώ. Και αν το θελήσω. Τώρα εγώ κάνω ό,τι θέλω. Μπορεί να θέλω να σε βασανίσω εγώ όπως με βασάνισες εσύ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν το μπορείς.

ΑΓΑΘΗ
Δεν αποφασίζεις εσύ. Τώρα αποφασίζω εγώ. Και όπλο μου είναι όχι σκοινιά και μπιστόλια μα εγώ η ίδια. Η γυναικεία μου φύση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Με βασάνισες τόσην ώρα με τις ερωτήσεις σου. Με
έκανες να νιώσω πάλι ένας ανίκανος για τη γνωριμία
μου με τις γυναίκες-και φτάσαμε έτσι πάλι στο
σημείο να πρέπει να συναινέσεις κι εσύ για να
κάνουμε έρωτα. Δηλαδή να μην κάνω έρωτα ούτε με
σένα-ούτε με τη βία δηλαδή.
Τι άλλο θα μου έκανες για να με βασανίσεις;
Αποφάσισα να βιάσω μια γυναίκα και ούτε αυτό
το μπόρεσα κι ας σε είχα δεμένη χεροπόδαρα. Τι άλλο μπορείς να μου κάνεις;
(βγαίνει στο δίπλα δωμάτιο και γυρίζει με ένα πιστόλι. Τo δίνει της Αγάθης)
Αν θέλεις μπορείς να με εκτελέσεις τώρα, αυτή τη στιγμή. Δεν έχεις κανένα φόβο. Σου είπα, κανείς ούτε τον πυροβολισμό θ' ακούσει ούτε θα με αναζητήσει εδώ. Ξέρεις να χειρίζεσαι πιστόλι;

ΑΓΑΘΗ
Ξέρω.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εμπρός. Λύτρωσέ με.

ΑΓΑΘΗ
(κοιτάζει το πιστόλι στο χέρι της, την ταυτότητα, τα
κλειδιά. Τα πετάει όλα πάνω στο κρεβάτι)
Τι μέρα Θεέ μου! Τι ζω που ούτε να το φανταστώ ποτέ δε θα μπορούσα! Μα είναι αλήθεια ή είναι η φαντασία που μου παίζει αυτό το παιχνίδι;
(κάθεται στο κρεβάτι αφήνοντας όλη την εξουθένωσή της από ό,τι πέρασε εκείνη την ημέρα να εκδηλωθεί. Τα μάτια της κλείνουν και γέρνει λιπόθυμη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη! Αγάθη! Λιποθύμησε!
(πετάει μια καρέκλα πάνω στο κρεβάτι και βάζει τα πόδια της επάνω. Της ξεκουμπώνει τη φούστα και τη μπλούζα και της κάνει αέρα με ένα περιοδικό. Η Αγάθη συνέρχεται)
Λιποθύμησες.

ΑΓΑΘΗ
Είμαι καλά τώρα.
(σηκώνεται σιγά, βάζει την καρέκλα στη θέση της, κουμπώνεται, ξανακάθεται αδύναμη και χλωμή στο κρεβάτι)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θέλεις να σου φέρω λίγο νερό;

ΑΓΑΘΗ
Όχι, ευχαριστώ.
(κοιτάζει το πιστόλι, την ταυτότητα, τα κομμένα σκοινιά. Γκριμάτσα απορίας. Άτονα)
Διαθέτει το κατάστημα κανένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
(με έκπληξη) 
Μήλο;

ΑΓΑΘΗ
Ναι μήλο. Δεν ξέρω τι έχει μέσα του μα όταν έχω τα χάλια μου ένα μήλο με συνεφέρνει. Έχεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω... δηλαδή… δε θέλεις έναν καφέ;..

ΑΓΑΘΗ
Προτιμώ το μήλο αν υπάρχει. Αν δεν υπάρχει φτιάξε καφέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(διστακτικά)
Υπάρχει αλλά…
(αποφασιστικά)
Ας πάει στο διάολο! Υπάρχει!
(βγαίνει έξω και γυρίζει με ένα μήλο στο χέρι, Της το δίνει σ' ένα πιάτο μ' ένα μαχαίρι)
Ορίστε!

ΑΓΑΘΗ
(αρχίζει να καθαρίζει το μήλο)
Γιατί τόση φασαρία για ένα μήλο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μια ιδιοτροπία του θείου μου. Έχει μια παλιομηλιά
εδώ απόξω και θέλει να τρώει μόνο αυτός τα μήλα
της. Και να πεις πως κάνει πολλά... όλο κλάρα είναι.
Καμιά δεκα-δεκαπέντε το χρόνο κάνει.
Αλλά δεν αφήνει κανέναν να τρώει. Τo πρώτο πράγμα που λέει στους κηπουρούς που προσλαμβάνει είναι αυτό. Να μη φάει κανένας μήλο. Και τα μετράει. Φέτος ας πούμε είχε δώδεκα απάνου της. Ε, δώδεκα περιμένει να βρει όταν ξανάρθει. Αν είναι ένα λιγότερο ποιος είδε το θεό και δε τον φοβήθηκε...
Μα τώρα δε με νοιάζει. Έναν νεκρό θα βρει ακόμα κι
αν ερχότανε σε λίγο.
Να σου φτιάξω όμως κι ένα καφέ. Θα πιω κι εγώ.

ΑΓΑΘΗ
Έναν νεκρό; Αυτό λοιπόν είναι που ξέρεις να κάνεις καλά και αυτό σκοπεύεις να κάνεις;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Άστο αυτό σε μένα. Εσύ κοίτα να συνέλθεις.


ΑΓΑΘΗ
Καλά. Φτιάξε λοιπόν καφέ αφού θέλεις κι εσύ. Υπάρχουν τ' απαραίτητα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Υπάρχουν. Μόνο που ο καφές θα ’ναι μπαγιάτικος.
(πηγαίνει στο ντουλάπι, παίρνει τον καφέ και βγαίνει στην κουζίνα. Από την κουζίνα) Δε θ' αργήσει. Γλυκόν τον θέλεις;

ΑΓΑΘΗ
Δε μ' ενδιαφέρει. Λίγον θα γέψω για να μην πίνεις
μόνος σου.
(σιωπή)
Δηλαδή θα σκοτωθείς στ' αλήθεια;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σου μοιάζω ν' αστειεύομαι;
(σιωπή)

ΑΓΑΘΗ
Πόσον καιρό έχει να πατήσει άνθρωπος εδώ μέσα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάνω από δυο μήνες.

ΑΓΑΘΗ
Τόσο υπολόγισα κι εγώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πώς το υπολόγισες;

ΑΓΑΘΗ
Από το πάχος της σκόνης.
Νόστιμο το μήλο!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ από δαύτα.
Για να του αρέσουν τόσο πολύ, θα 'ναι νόστιμα.

ΑΓΑΘΗ
Μια αράχνη στον τοίχο. Μεγάλη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν εκπλήσσομαι. Εδώ μέσα θα υπάρχουν κι άλλα ζωύφια άγνωστα και στους επιστήμονες ακόμα.
(μπαίνει με τους καφέδες) Είσαι καλλίτερα;

ΑΓΑΘΗ
(Ζωηρά)
Ναι! Πραγματικά ζωντάνεψα! Σου φύλαξα ένα κομματάκι. Δοκίμασε να δεις τι νόστιμο που είναι.
(του τείνει το μήλο. Ο Άγγελος το τρώει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πράγματι ωραίο.
(Ο Άγγελος πίνει καφέ με ευχαρίστηση. Η Αγάθη κοιτάζει παιχνιδιάρικα τον καφέ της)

ΑΓΑΘΗ
Οι σπόροι του καφέ...

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Ναι...τι;..

ΑΓΑΘΗ
Δε μοιάζουνε σαν ένα στήθος γυναικείο με το χώρισμά τους στη μέση; To δικό μου στήθος είναι καλλίτερο φυσικά. Αλλά μοιάζουνε. Οι ρόγες τους λείπουνε.
(χαμογελάει)

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη, παραζωντάνεψες...

ΑΓΑΘΗ
Μα μοιάζουνε και με κάτι άλλο. Αυτό θα το πεις εσύ γιατί εσύ το έχεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(μισό με ντροπή, μισό παραξενεμένος)
Αγάθη, τι έπαθες;

ΑΓΑΘΗ
(ερεθισμένη)
Με τον έτοιμο-τον κόκκινο, ορθωμένο, τεράστιο σαν
θεό φαλλό μοιάζουν.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αγάθη δεν ξέρω τι πας να κάνεις μ' αυτά που λες. Πιες τον καφέ σου και όταν συνέλθεις θα σου πω. Μπορεί να άλλαξε το σενάριο μα το φινάλε μένει το ίδιο.


ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον άκουσε)
Και τούτο το κύπελλο είναι το γυναικείο δοχείο.
Και ο καφές είναι το άσπρο υγρό σου μέσα του!


ΑΓΓΕΛΟΣ
Μήπως έκανα λάθος και σου έδωσα ρακί;
Ή το μήλο έχει τέτοιες επιδράσεις επάνω σου; 

ΑΓΑΘΗ
Σου είπα, με συνεφέρνει. Μου δίνει ζωή. Αλλά μου έδωσες και ρακί. Πριν, όταν με είχες ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Να 'τη πάλι η αράχνη.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θες να τη σκοτώσω;
ΑΓΑΘΗ
Όχι! Όχι. Έχεις ακούσει πως υπάρχουν αράχνες που
τρώνε το αρσενικό μετά τον έρωτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάπου το διάβασα. Αγάθη άκουσέ με. Θα σου πω πράγματα που κι αυτά για πρώτη φορά θα τ' ακούσεις όπως για πρώτη φορά ένιωσες και είδες ό,τι σου συνέβη σήμερα.

ΑΓΑΘΗ
Τώρα ό,τι και ν' ακούσω δε θα μου κάνει εντύπωση. Αφού συνέβησαν όλα αυτά και αφού συμβαίνει και τούτο τώρα- ύστερα από όλα αυτά να κουβεντιάζουμε πίνοντας το καφεδάκι μας-όλα τα περιμένω. Λέγε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ακου. Αν όλα πήγαιναν καλά, αν δεν άρχιζαν οι καταραμένες ερωτήσεις σου που έφεραν τα πράγματα στην ίδια κατάσταση με σένα όπως με κείνην που ισχύει και για τις άλλες γυναίκες, εξουδετερώνοντας το κλίμα που είχα δημιουργήσει μέχρι τότε ανάμεσά μας-αν με λίγα λόγια δεν αποκάλυπτες με τις διαβολεμένες σου ερωτήσεις την αδυναμία μου να έχω γυναίκες, να τι θα γινότανε: Αν δεν συναινούσες, τελικά θα σε βίαζα όπως να 'τανε και ύστερα θα σε άφηνα ελεύθερη όπως και τώρα. Και εγώ θα αυτοκτονούσα με μια σφαίρα στο κεφάλι. Τώρα που ...

ΑΓΑΘΗ
Και γιατί θα αυτοκτονούσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα μπορώ να ανοίξω τελείως την πόρτα που εσύ μισάνοιξες και να τα δεις όλα. Να! δεν μπορώ να ζω με τον πόθο μου για τη γυναίκα ανικανοποίητον. Δεν αντέχεται αυτό. Δεν το μπορώ. Ξέρω, θα μου πεις πως αυτό συμβαίνει και με πολλούς άλλους, πως κανείς δεν έχει όσες γυναίκες και όποιες θέλει. Ναι. Συμφωνώ. Ας ζήσουν έτσι όποιοι μπορούν. Εγώ δεν το αντέχω. Για μένα ο έρωτας είναι το πρωταρχικό στοιχείο στη ζωή μου . Μα αρκετά μέχρι τώρα. Όποιος σαδιστής έκανε τον άνθρωπο ένα παιχνίδι στον ανικανοποίητο πόθο του, ας χαίρεται με τον πόνο των άλλων. Εγώ δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Είναι η πρώτη φορά που θα πήγαινα με γυναίκα πηγαίνοντας μαζί σου. Ούτε αυτό δε θα γίνει. Δεν πειράζει. Έτσι ήτανε γραμμένο. Ίσως να μην συνέβαινε τίποτα από όλα αυτά αν δεν ήτανε τα καταραμένα φορέματα που φοράτε. Που αφήνουν όλα γυμνά επάνω σας σα να φωνάζετε ελάτε, ελάτε να μας χαρείτε! Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… ποιος αντέχει; Ύστερα φωνάζετε πως σας βιάζουνε. Να βλέπεις μπροστά σου όλα αυτά… δεν αντέχω άλλο. Θα φύγω από το θέατρό του. Θα δώσω τέλος στη ζωή μου για να δώσω έτσι τέλος και στο μαρτύριό μου.
Τώρα λοιπόν ό,τι έγινε έγινε. Τα πράγματα αλλάζουν. Εσύ θα πιεις τον καφέ σου και θα φύγεις. Και εγώ όταν μείνω μόνος θα κάνω εκείνο που πρέπει. Δε θέλω να σκοτωθώ μπροστά σου. Τέτοιο θέαμα δεν είναι για γυναίκες. 

ΑΓΑΘΗ
Τελείωσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Τελείωσα.

ΑΓΑΘΗ (χειροκροτεί)
 Μπράβο! Ωραία! Ένας που δε φοβάται να πεθάνει!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πες το όπως θέλεις. Όμως τελείωνε και πήγαινε. Θα φύγεις με το αυτοκίνητό μου. Άστο όταν θα έχεις φτάσει κοντά στον δημόσιο δρόμο. Εκεί κάποιο περαστικό αυτοκίνητο θα βρεις να σε πάει στην Αθήνα.

ΑΓΑΘΗ
Τι ωραία που τα έχεις κανονίσει όλα! Καλά, κάνε όπως θέλεις. Έχω όμως μια προσφορά να σου κάνω που θα σου αρέσει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μπορώ ακόμα να δέχομαι προσφορές λοιπόν; Σαν τι είδους προσφορά; Έναν ωραίο τάφο ίσως;

ΑΓΑΘΗ
Όχι. Να πεθάνεις αφού πρώτα θα έχεις κάνει εκείνο
που θέλεις να κάνεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Έρωτα μαζί σου;

ΑΓΑΘΗ 
Ακριβώς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Είδες κανένα χέρι απλωμένο; Πού πετάς τη δραχμή σου; Η ελεημοσύνη σου στο δρόμο κυλάει και πέφτει στον υπόνομο.

ΑΓΑΘΗ
Δεν είναι ελεημοσύνη. Θέλω να σε νιώσω μέσα μου. Ένας ετοιμοθάνατος παρτενέρ δεν είναι καθημερινό εύρημα. Και παρθένος μάλιστα. Θα είσαι διπλά ζαλιστικός. Επειδή θα είναι η πρώτη σου φορά και μαζί και η τελευταία. Αν ήξερα πως θα πεθάνεις ύστερα, θα σε άφηνα να με βιάσεις. 
Μα και τώρα ίδιο το βρίσκω. Θα κάνεις κι εσύ εκείνο που θέλεις και θα κάνω κι εγώ αυτό που θέλω.
Μήπως νομίζεις πως δεν υπάρχουν γυναίκες που υποφέρουν το ίδιο όπως εσύ; Να, εγώ! Όχι πως δεν έχω γνωρίσει άντρες, όμως πάντοτε λιγότερους από όσους ποθώ.
Και σου το λέω πως σίγουρα θα ευχαριστηθείς μαζί μου. Έχω στενή και σφιχτή τρύπα. Και ούτε τ' άλλα μου δεν είναι άσχημα. Εσύ ο ίδιος το είπες ότι σου άρεσα γι αυτό με διάλεξες. Και-ναι-ξέρεις να διαλέγεις.


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σιγά και επικριτικά)
Πρέπει να μεταχειρίζεσαι τέτοιες λέξεις;

ΑΓΑΘΗ
Μ' αρέσει.


ΑΓΓΕΛΟΣ
Μη μου ζητήσεις κι άλλο μήλο γιατί τότε θα πεις και
χειρότερα.


ΑΓΑΘΗ
Ποτέ δεν έχω μιλήσει έτσι μέχρι τώρα. Έπρεπε να δείχνω βλέπεις κυρία. Σεμνή. Ηθική. Τώρα όμως κανείς δε θα μάθει τι θα γίνει εδώ μέσα. Έτσι μπορώ να λέω και να κάνω ό,τι θέλω.
Να τα κάνουμε δεν ντρεπόμαστε. Να τα λέμε γιατί να
ντρεπόμαστε; Τόση υποκρισία... Αλλά και τόση δύναμη λοιπόν έχει πράγματι ο Λόγος; Αν ναι, ας τήνε δείξει λοιπόν όλη του σήμερα εδώ, χαρίζοντάς μας την μεγαλύτερη ευτυχία που χάρηκε ποτέ άνθρωπος.
(γελάει)
Αλήθεια, πριν πεθάνεις μήπως μπορείς να μου πεις τι θα πει ηθική; Ποτέ δεν το κατάλαβα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ούτε εγώ. Όμως να ένας πρόχειρος ορισμός της: ένα
ακόμα μέσο για να βασανίζονται οι άνθρωποι.

ΑΓΑΘΗ
(ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απλώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Άγγελο)
Έλα! Είμαι έτοιμη για το σμίξιμό μας!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν είπα το ναι.

ΑΓΑΘΗ
(με σιγουριά και με λαχτάρα)
Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια προσφορά. Δεν μπορείς ν' αρνηθείς τέτοια πρόσκληση. Ούτε να αποστρέψεις το ξαναμμένο κιόλας πρόσωπό σου από αυτή την πρόκληση.
Έλα. Οι κορφές μου περιμένουνε να τις κατακτήσεις. Όπου ύψωμα κι ένα βραβείο καρτερεί πρωτόειδωτο για σένα-για τον κατακτητή του. Έλα να μπεις μέσα σε όλες τις ξερές χαράδρες και σε όλες τις σπηλιές μου και να τις λασπώσεις με τη βροχή σου. Έλα ουρανέ μου στη γη σου που σε διψάει. Κάνε τ' άστρα σου καθένα τους ένα γλυκό κάψιμο πάνω στο κορμί μου, αυτό το κορμί που με κάθε πόρο του σε ποθεί. Και το λαχταριστό φεγγάρι σου, αφού λάμψει πάνω στο κορμί μου χαϊδεύοντας κάθε του άκρη, ύστερα απόδοσέ το στην υγρή του φωλιά που αιώνες ανικανοποίητη μακριά του το καρτεράει. Έλα ουρανέ μου-έλα πατέρα μου εσύ και γιε και βγάλε μου αυτά τα κρύα ρούχα που άβουλα και άβολα με ντύνουν-έλα και ξερίζωσε τη χωματένια φλούδα μου και φανέρωσε τη λάβα που κρυβόνταν τόσα χρόνια αποκάτω τους περιμένοντάς σε να καείς απ' αυτήνε και να τη δροσίσεις.
Έλα αγαπημένε θεριστή. Τα στάχυα μου άδοτα ξεραίνονται. Έλα και κόψε τα και φτιάξε το ψωμί που θα χορτάσει και τους δυο μας στον αιώνα. Έλα μακελλάρη εσύ πάνω στ' ολόφλογο άτι σου καβάλα, να με γεμίσεις αίματα που γιατρεύουνε-να με γεμίσεις αίματα που δροσίζουνε-να με γεμίσεις αίματα που καίνε.
Έλα Μεγάλε Φυτευτή να σπείρεις μέσα μου το σπόρο που γεννάει κόσμους και σύμπαντα και ανθρώπους και θεούς και δαίμονες. Έλα να σπείρεις το σπόρο που γεννάει καλύβια και κήπους και βιασμούς και μήλα και πόθους.
Έλα Αγαπημένε να συνεχίσουμε τον κόσμο. Έλα φονιά του Μηδενός, έλα καταλύτη της Ανυπαρξίας, έλα Νόημα του Είναι εσύ να ραντίσεις με το ζωογόνο σάλιο σου τα όντα μου για να υπάρξουνε. Έλα! Δεν ακούς τις φωνές και τα παρακάλια; Δε βλέπεις τα δάκρυα; Δεν οσμίζεσαι τη σαπίλα που πάει να πάρει τη θέση του τρυφερού αρώματος; Έλα, σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, να γεννήσουμε μαζί το Γιό. Να γεννήσουμε το συνεχιστή του ονείρου μας. Σε καρτερώ εγώ, η Γυναίκα, για να συνεχιστεί το παραμύθι. Έλα! Τo Κενό περιμένει την πλήρωσή Του! Έλα Ουρανέ μου και τυλίξου σφιχτά γύρω μου συντρίβοντας ανάμεσα στα σώματά μας κάθε ήλιο, κάθε αστέρι, κάθε πηγή φωτός, κάθε αχτίδα. Έλα να φτιάξουμε μαζί τη Μεγάλη Νύχτα που θα γεννήσει τις καινούργιες μέρες. Έλα να παλέψουμε τη μόνη πάλη που είναι για τους ανθρώπους-την πάλη του Έρωτα. Και να κρατήσουμε τόση μόνο δύναμη ίσα για να σηκώσουμε τα χέρια να στεφανώσουμε το νικητή που από τώρα ξέρουμε ποιος θα είναι-η ευτυχία, Ελα! Έλα Άντρα! Έλα Αγαπημένε! Έλα Βιαστή! Έλα Αγγελε!
(προκλητικά)
Έλα να μου ξεκουμπώσεις τη μπλούζα μου. Μου αρέσει να με ξεκουμπώνει ο άντρας. Κοίτα τα στήθη μου πώς θέλουνε να λευτερωθούνε κι αυτά. Δες πόσο στριμωγμένα είναι εδώ μέσα τα καημένα. Λευτέρωσέ τα. Λευτέρωσέ με.

ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται, κάνει μερικούς νευρικούς βηματισμούς στο δωμάτιο, ύστερα πηγαίνει στη γωνία του δωματίου, αφήνει τη ράχη του να γλιστρήσει κατά μήκος του τοίχου και κάθεται στο πάτωμα.)
Δεν το περίμενα έτσι. Πολλά μου δίνεις. Πολλά μου ζητάς.

ΑΓΑΘΗ
Όλα θα στα δώσω. Και όλα σου-ναι-θα σου τα πάρω. Σιχάθηκα τα ψέματα. Σιχάθηκα τις κοινωνικότητες. Σιχάθηκα το φλερτ. Άκου λέξη: φλερτ! Μια ακατανόητη συμπαράταξη γραμμάτων με ένα πιο ακατανόητο νόημα. Ναι, ξέρω τι λέω. Ακατανόητο νόημα. Ένα ζύγιασμα συμφερόντων! Αλλιώς εγώ το νιώθω: σε θέλω, με θέλεις, ερωτευόμαστε. Δε με θέλεις; Ο επόμενος που θα συναντήσω θα με θέλει. Κι αν όχι αυτός, ο τρίτος. Ώσπου να 'ρθει ο καιρός-εμείς να τόνε φέρουμε-που όλοι θα θέλουν όλους, Ναι. Θα 'ρθει εκείνη η μέρα, Τι θα πει προετοιμασία; Τι θα πει επιλογή από τη γυναίκα; Τι θα πει επίδειξη δύναμης, ισχύος οποισδήποτε μορφής από τον άντρα; Ζώα είναι οι άντρες να κορδώνονται για να φανούνε ψηλότεροι και δυνατότεροι από άλλους; Και οι γυναίκες είναι μηχανές επιλογής για να διαλέγουνε; Τι το θέλουμε το λογικό αν όχι για να αποβάλουμε τέτοιες μωρίες; Θα 'ρθει, θα 'ρθει ο καιρός που οι άνθρωποι θ' αγαπιούνται ανάμεσό τους μόνο γιατί είναι άνθρωποι. Θα 'ρθει! Άνθρωπος να μη θέλει άνθρωπο;.. Θα 'ρθει, θα 'ρθει η μέρα εκείνη! Θα το δεις! Και άνθρωποι καθώς εγώ κι εσύ θα τη φέρουμε. Και τότε θα ζούμε μέσα στην ευτυχία. Όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι τότε. Ο έρωτας κάνει τη δυστυχία ή την ευτυχία των ανθρώπων.
Έλα να νιώσουμε για μια φορά ευτυχισμένοι. Έλα να σιγουρέψουμε πως δε χάθηκε κάθε ελπίδα.
(Δυνατά, με πάθος)
Τα σιχάθηκα όλα όσα κρατάνε μακριά τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Και πρώτο σιχάθηκα το όνομά μου-Αγάθη! Να φτύσω την αγαθότητα που στερεί τον άνθρωπο από το ομορφότερο πράγμα στον κόσμο-από τον έρωτα.
(συγκρατημένα)
Βλέπεις πως δεν είσαι ο μόνος που σκέφτεσαι έτσι. Όμως εγώ δε θα πεθάνω γι αυτό. Ίσως βρω τρόπο να ικανοποιώ τελικά τον ακατανίκητο πόθο μου-να ικανοποιώ το πράμα μου που καίγεται στη σκέψη και μόνο του αντρικού όργανου. Κάτι θα κάνω. Ίσως να βγαίνω στο δρόμο και να κολλάω στους περαστικούς σαν τις πόρνες.. Κάτι θα βρω. Έχω σχέδια στο μυαλό μου. Καθένας πρέπει κάτι να σκαρφίζεται ώστε να γεύεται ασυγκράτητα την ευτυχία.
Μα δεν ήθελα και να με βιάσουνε. Όχι. Θα σ' έτρωγα-θα 'βρισκα τρόπο-αν το επιχειρούσες τελικά. Τώρα θα σε φάω αλλιώς.
Και συ πού να 'ξέρες να μου 'λεγες: "θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου!" Ευκολότερα θα σου δινόμουν αφού εξασφάλιζα πρώτα τη σιωπή σου για ό,τι θα κάναμε. Γιατί οι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούνε να κάνουνε το κατακρίνουνε. Καταραμένοι είναι οι άνθρωποι- διώχνουνε από τη ζωή τους το μόνο που αξίζει να ζήσουνε.
Έλα να ερωτευτούμε! Σήκω! Σε είδα που ερεθίστηκες με όσα άκουγες να λέω. To παντελόνι σου δε σε χωρούσε. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Μη μου πεις πως ακόμα και τώρα ντρέπεσαι. Έλα να με γδύσεις. Έλα. Έλα να ερωτευτούμε και μετά φεύγω. Θα γίνει όπως θέλεις μα αφού πρώτα ευχαριστηθείς και με ευχαριστήσεις, αφού πρώτα γνωρίσεις τον έρωτα.
(Ο Άγγελος σηκώνεται, παίρνει το πιστόλι από το κρεβάτι και το βάζει στο κομοδίνο πάνω. Πετάει σε μιαν άκρη την ταυτότητά του και δίνει τα κλειδιά στην Αγάθη. Βγαίνει και ξαναφαίνεται στην πόρτα στέκοντας ερωτηματικά εκεί με τα λουλούδια στο χέρι.)
Φέρτα εδώ!
(Ο Άγγελος της πηγαίνει τα λουλούδια. Η Αγάθη τα παίρνει και τα πετάει στο πάτωμα. Του τείνει το χέρι)
Έλα!
(Ο Άγγελος γέρνει στο κρεβάτι. Αρχίζει να της ξεκουμπώνει αργά την μπλούζα)
Έτσι! Έτσι μου αρέσει! Κοίτα τα στήθη μου πώς ξεπετάγονται από μέσα από τη φυλακή τους. Θέλουνε να ταγίσουνε-αυτή είναι η δουλειά τους-να ταγίσουνε όλο τον κόσμο. Μα τούτη την ώρα όλος ο κόσμος είσαι συ γι αυτά. Πιες. Πιες το γάλα τους. Κοίτα πώς σε βλέπουν ορθώνοντας τα κεφαλάκια τους... Περιμένουνε να τα στραγγίσεις μέχρι την τελευταία στάλα τους. Γι αυτό γινήκανε. Γι αυτό υπάρχουνε.
( Ο Άγγελος ανταποκρίνεται σε ό,τι του λέει η Αγάθη. Και της Αγάθης τα λόγια τα διακόπτουν μόνον σιγανά βογγητά ηδονικής ευχαρίστησης)
Χάδεψέ τα. Φίλησε τα. Δάγκωσέ τα να πονέσουνε
λίγο. Μην τα λυπάσαι-τους αρέσει...
Δες πώς χορεύουν. Χόρεψε μαζί τους. Βλέπεις πώς
στητά κι ατίθασα σε περιμένουνε να τα μερέψεις;
Στάσου να σε γδύσω κι εγώ… Έτσι...
αυτό... εκεί... ναι... κι αυτά... εκεί... ναι... 
ω! το στόμα μου... το πρόσωπό μου… πώς όλα μου καίνε και δροσίζονται μαζί... ναι... έτσι...
ναι... ένα παιχνίδι είναι η ζωή… το κρεβάτι το
γήπεδό του...
Τα χέρια… τα πόδια μου... το στήθος σου… τα πόδια
σου… Έτσι!..
Τη φούστα... ναι... και τώρα αυτό το ρουχάκι... περιττό δε μας είναι;.. ναι, ναι, τελείως περιττό πια... Ναι! έτσι... έτσι... ναι...

ΦΩΝΗ ΘΕΙΟΥ ΑΠΕΞΩ 
Άγγελε! Άγγελε πού είσαι;


ΑΓΓΕΛΟΣ
(σηκώνεται απότομα)
Ο θείος μου! Σήκω! Ντύσου!
(ντύνονται όπως όπως κι οι δυο και συμμαζεύουν ό,τι προλαβαίνουν. Μπαίνει ο θείος)
Γεια σου ανεψιέ. Μπα μπα μπα, βλέπω έχεις και παρέα.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου θείε. Δε σε περίμενα. Από δω η Αγάθη. Μια
καλή φίλη. (στην Αγάθη) Ο θείος μου-σου μίλησα γι αυτόν...

ΑΓΑΘΗ
Χαίρω πολύ.

ΘΕΙΟΣ
Κι εγώ παιδί μου. Πάντοτε έλεγα στον ανεψιό μου να
βρει μια καλή κοπέλα. Χαίρομαι γι αυτό ανεψιέ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάτσε θείε μου. Έχουμε λίγην ακαταστασία εδώ
μέσα, τώρα ήρθαμε, δεν προλάβαμε να συγυρίσουμε
ακόμα. Πώς ήτανε και μας ήρθες; Θα κάτσεις ή θα σε
χάσουμε πάλι γρήγορα;

ΘΕΙΟΣ
Θα κάτσω λίγες μέρες. Τι γίνεται ο κήπος;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Καλά θείε. Βλέπω και τους εργάτες όποτε έρχομαι, καλά τα πάνε.

ΘΕΙΟΣ
Μπράβο! μπράβο!
(κοιτάζει γύρω και βλέπει τα φλούδια από το μήλο. Πλησιάζει εκεί ανήσυχος)
Τι είναι αυτά;
(κοιτάζει μια τον Άγγελο μια την Αγάθη)
Δεν πιστεύω...
(Ο Άγγελος δε μιλάει)
Δεν πιστεύω...
(ορμάει έξω και ξαναμπαίνει έξαλλος)
Βρωμιάρη! Πώς τόλμησες!;
(αρπάζει μια μαγκούρα και αρχίζει να χτυπάει τον Άγγελο. Αυτός παίρνει από το χέρι την Αγάθη και βγαίνουν τρέχοντας από το δωμάτιο. Δυνατά)
Να μη σε ξαναδώ στα μάτια μου! Και ξέχνα την περιουσία μου! Παλιάνθρωπε!
(Γυρίζει μέσα στο δωμάτιο και γελάει, ικανοποιημένος)
Καλά τον ξεφορτώθηκα. Πολύ μου είχε γίνει βάρος τελευταία.
(ΤΈΛΟΣ ΣΚΗΝΉΣ ΠΡΏΤΗΣ)









ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Ο Άγγελος και η Αγάθη είναι γυμνοί και κοιμισμένοι κάτω από μια μεγάλη μηλιά. To Φίδι είναι ανεβασμένο στη μηλιά ακριβώς πάνω από τον Άγγελο και την Αγάθη χωρίς αυτοί όταν ξυπνήσουν να μπορούν να το δουν. Ζώα περνοδιαβαίνουν αμέριμνα.)

ΦΙΔΙ
(στον εαυτό του)
Ως πότε θα μου ξεφεύγετε; Θα σας καταφέρω. Κάποτε θα σας βρω βολικούς και θ' αρπάξετε το δόλωμα που σας ρίχνω χρόνους τώρα και δεν το αρπάζετε. Το δόλωμα που για το καλό σας έχω ετοιμάσει μα που εσείς αποχαυνωμένοι από τη θεϊκή λάμψη μα και τύφλα μαζί, το αποφεύγετε. Θα φέρω τη χαρά στη ζωή σας. Θα βρω την κατάλληλη στιγμή. Πάντοτε έρχεται σε κείνον που ξέρει να περιμένει. Κατ' εικόνα και ομοίωση να σου πετύχει... δυο δυστυχισμένα πλάσματα εκεί… υπομονή εαυτέ μου. Υπομονή και θα το ομορφύνεις κι αυτό το έργο του θεού. Η κακία και η πονηρία του θα με βοηθήσουν και τώρα να κάνω εκείνο που το δικό μου καλό και γεμάτο αγάπη μυαλό έχει αποφασίσει: να κάνω ευτυχισμένους τους ανθρώπους! Τι ωραία που κοιμούνται τα πουλάκια μου... Πόσο τέλεια έχουν αποδεχτεί τη δυστυχία τους.... α! θα έχω πετύχει τη μεγαλύτερη επιτυχία μου αν κι αυτούς τους καταφέρω. Μα να! ξυπνάνε.
(Ξυπνάνε ο Άγγελος πρώτα και ύστερα η Αγάθη)

ΑΓΓΕΛΟΣ
(αναστατωμένος)
Πού είμαι;.. Ποιος… Θεέ μου, πάλι…
(σκουντάει την Αγάθη)
Εύα! Εύα!
(Η Αγάθη πετάγεται τρομαγμένη)


ΑΓΑΘΗ
Μ' έπιασε! Μ' έπιασε! Άγγελε!.. Αδάμ!.. Σώσε με!
(συνέρχεται)
Όχι! Ο εφιάλτης πάλι...
(χώνεται στην αγκαλιά του Άγγελου φοβισμένη ακόμα)
Αδάμ!..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι, κι εγώ. Τα ίδια. Δε θα γλιτώσουμε απ' αυτό.
...Ο άνθρωπος που μας κυνηγούσε πάλι;..

ΑΓΑΘΗ
Αχ ! ναι....

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι εγώ. Πόσες φορές δεν ήρθε αυτό το όνειρο να μας ταράξει… Ο άνθρωπος που μας κυνηγάει με τη μαγκούρα του… Τι τέρατα που δημιουργεί η φαντασία μας! Ενώ ξέρουμε καλά πως μόνον εγώ κι εσύ υπάρχουμε. Εκεί υπάρχουν λέει κι άλλοι, άντρες τάχα, όμως δε φανερώνονται στο όνειρό μας. Και όλα εκείνα τα φριχτά αντικείμενα... που δεν είναι ούτε φύλλα, ούτε ζώα, ούτε νερά, ούτε ξύλα, ούτε δέντρα… Τι είναι; Ποιος τα 'φτιαξε και τα στέλνει στ' όνειρό μας; Κι εκείνη η σπηλιά με μέσα της πράγματα άγνωστα, αλλόκοτα... Σου έδωσα πάλι να κρατάς εκείνο το παράξενο σίδερο και την χρωματισμένη πλάκα;

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Και τα...πώς μου τα είπες..."τα κλειδιά".

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ήμασταν εμείς. Εμείς είμαστε άσπροι. Στο όνειρό μας το δέρμα μας είναι πολλά κομμάτια και έχει διαφορετικά χρώματα. Πώς δεν τρομάζουμε απ' αυτό μόνο και να ξυπνήσουμε για να μη φτάσουμε ως τον άλλο Αδάμ που μας χτυπάει;..

ΑΓΑΘΗ
Και κείνο το πράγμα που πάνω του αντί στο χώμα είχαμε ξαπλώσει... Και κείνα που κάναμε και λέγαμε πάνω σ' αυτό… Εσύ λέει να είσαι απάνω από μένα και αυτό το κομμάτι κρέας που κρέμεται μπροστά σου να είναι μέσα στην τρύπα μου… τι ανόητα πράγματα... Και συ με έδεσες για να κάτσω να βάλεις μέσα στην τρύπα μου αυτό το πράγμα γιατί εγώ δεν ήθελα… τι είναι τα όνειρα Αδάμ; Ποιος τα στέλνει; Να ρωτήσουμε μια μέρα το Θεό. Μήπως ο ίδιος μάς τα στέλνει για κάποιο λόγο;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Κι αυτός… μας έβαλε εδώ και μας παράτησε. Έχει φεγγάρια να περάσει. Πού να τον βρούμε να τον ρωτήσουμε;..

ΑΓΑΘΗ
Και συ πάλι με φώναζες Αγάθη. Και 'γω σ' έλεγα
Αγγελο…Τα θυμάσαι κι αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τόσες φορές που τα άκουσα τα θυμάμαι. Εκείνο που με βασανίζει όμως περισσότερο σ' αυτό το όνειρο, είναι που θέλω τόσο πολύ να βάλω μέσα σου το πράγμα μου αυτό και κάτι δε με αφήνει. Και υπάρχουν κι άλλες Εύες λέει, όπως υπάρχουνε κι άλλοι Αδάμ κι ούτε αυτές μ' αφήνουν. Κι εγώ θέλω... θέλω... όπως στα 'λεγα στο όνειρο. Και γιατί δεν με αφήνουν; Δεν ξέρω. Είναι τόσο εξωπραγματικό, που δεν έρχεται στο μυαλό μου ούτε σαν ιδέα. Κάτι σαν μια αόριστη απαγόρευση όπως αυτή του Θεού ή όπως αυτή του άλλου Αδάμ του όνειρου, που τον έλεγα… πώς τον έλεγα αλήθεια;.. ναι-θείο!
Μα μια απαγόρευση τόσο δυνατή που με καίει η έλλειψη εκείνου που μου απαγορεύει.
Και όσες και οι Εύες είναι, τόσο πολλές φορές και είμαι θλιμμένος.
Και τι το θέλω εκείνο το σίδερο λέει; Θυμάσαι; Κάτι θέλω να κάνω στον εαυτό μου μ! αυτό αλλά δε θυμάμαι τη λέξη...

ΑΓΑΘΗ
...Να "χτονήαεις" θέλεις λέει...
(γελάει)
Όχι, κάπως αλλιώς το λες… να "ντοχτήσεις"… όχι όχι
(γελάνε κι οι δυο συνέχεια ψάχνοντας να θυμηθούνε τη λέξη)
Να "τοχτήσεις"

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι... να αυχονήσω;


ΑΓΑΘΗ
Κάπως έτσι... Πλησιάζεις... Εσύ το λες, βρέστο... 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να! Να "αυτοκτονήσω" θέλω.

ΑΓΑΘΗ
Ναι, αυτό λες. Άκου λέξη! Ποΰ τη βρήκες-πού τα βρηκαμε όλα τούτα θεέ μου! Και τι σημαίνουν; Από που μας έρχονται;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Αλήθεια για γέλια είναι...

ΑΓΑΘΗ
Τώρα που δεν μας κυνηγάει κανείς για γέλια είναι αλήθεια..
Και τον Αδάμ τον άλλονε που λες θείο, το "Θεός" μου θυμίζει κάθε φορά που το ακούω, ακόμα και μέσα στο όνειρό μου.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ίσως επειδή και κείνος όπως ο Θεός μας έχει απαγορέψει κι αυτός να φάμε μήλο.

ΑΓΑΘΗ
Ίσως.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα σου πω κάτι Εύα. Κάθε φορά που βλέπουμε το όνειρο αυτό θέλω να σου το πω μετά, αλλά διστάζω. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις.


ΑΓΑΘΗ
Πες το. Δε θα σε μαλώσω ό,τι κι αν μου πεις. Πες το
αφού το θέλεις.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, αυτά τα ανόητα πράγματα που κάναμε πεσμένος εγώ πάνω από σένα κι εσύ όντας αποκάτω μου, καμιά φορά…

 ΑΓΑΘΗ
Ναι...

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να, καμιά φορά όταν τα σκέπτομαι ξύπνιος όταν είμαι,
όπως τώρα, μού αρέσουν...


ΑΓΑΘΗ
Άλλο και τούτο! Τι μπορεί να σου αρέσει από δαύτο; Να κουνιέσαι μπρος και πίσω συνέχεια και αντί να σε κουράζει να σου αρέσει;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ναι. Και όλα εκείνα που κάνουμε πριν από αυτό το μπρος πίσω, και κείνα μου αρέσουν.

ΑΓΑΘΗ
Να μου ακουμπάς αυτό το πράγμα σε όλο το κορμί
μου και να το βάζεις στο στόμα μου και όλα αυτά;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Ξέρω, φαίνεται παράλογο, όμως έτσι είναι. Όταν εζήτησα από το Θεό να σε φτιάξει, περίμενα να σταματήσω να στενοχωριέμαι που ήμουνα μόνος. Όμως η παρουσία σου κοντά μου δε σου το κρύβω πως πολύ λίγο με βοήθησε στο να μην είμαι θλιμμένος και να μην αιστάνομαι και πάλι μόνος. Και σκέπτομαι κάποτε κάποτε: μήπως εκείνο που κάνουμε στο όνειρό μας είναι αυτό που θα με έκανε χαρούμενον; Γιατί-πώς να στο πω- όταν αυτό το πράμα μεγαλώνει, θέλω να το βάλω μέσα σε κάποια τρύπα πραγματικά.

ΑΓΑΘΗ
Λες;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω. Όμως στο όνειρο και
σένα σου αρέσει, μην το αρνηθείς.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Στο όνειρο. Τo θυμάμαι πολύ καλά. Με τρελαίνει θα έλεγα-όχι μου αρέσει. Μα τώρα που το σκέπτομαι, μου έρχεται να κάνω εμετό από αηδία. Αν μπορούσε και μένα να μου άρεσε και τώρα, δε σου λέω ψέματα, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να το νιώσω και τώρα που δεν είμαστε σε όνειρο. Όμως στα όνειρα συμβαίνουν πολλά που με τη ζωή την πραγματική δεν έχουν καμία σχέση.

ΑΓΓΕΛΟΣ
To ξέρω. Γι αυτό δε στο 'λεγα μέχρι τώρα. Θα μου περάσει. Κάτι θα βρεθεί που θα μου περάσει αυτή τη βαρυθυμιά που δε λέει να μ' αφήσει μήνες τώρα.

(αρχίζουν να τρώνε καρπούς από τα δέντρα Στο διάστημα αυτό το φίδι κατεβαίνει από τη μηλιά όπου ήταν σκαρφαλωμένο, πηγαίνει στο δεξιό μέρος της σκηνής και μιλάει προς την πλατεία)
Nα την η ευκαιρία! Ήρθε! Χρόνια την περίμενα. Ήρθε! Τώρα χρησιμοποιώντας αυτά που άκουσα, το σχέδιό μου θα γίνει πραγματικότητα. Θα φάνε μήλο και θα πούνε κι ένα τραγούδι από πάνω. Θα τους πείσω πως η γνώμη που έχει ο Αδάμ είναι σωστή. Πως τάχα αφού το μήλο έκανε τη γυναίκα στο όνειρο να θέλει κι αυτή τον έρωτα και μάλιστα με αυτόν γινόταν ευτυχισμένη κι αυτή, το ίδιο θα συμβεί και στο ξύπνιο τους, Τώρα τους έχω κι αυτούς στο χέρι. Επιτέλους θα φάνε το μήλο. Θα χαρούνε λίγο κι αυτοί οι κακόμοιροι. Θα πάψουνε να είναι δούλοι στο θεό. Έτσι αυτός θα χάσει ένα του στήριγμα ακόμα κι εγώ θα έχω κάνει ένα άλμα προς την αρχηγία. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε για το πώς θα το πετύχω αυτό. Ούτε κι εγώ τις ξέρω. Βλέποντας και κάνοντας, Σήμερα είναι η μέρα να δοξαστεί ο γιος του Διαβόλου. Παρακολουθείστε με.
(Πηγαίνει γύρω γύρω στη σκηνή και προσποιείται ότι τώρα έρχεται. Φτάνει στο μέρος όπου είναι ο Άγγελος και η Αγάθη. Προσποιείται τον αγανακτισμένον)
Να πάρει και να σηκώσει... Πρωί πρωί... Όλο το ίδιο και το ίδιο να μου ζητάει… Την βαρέθηκα! 
(Φτάνοντας στον Αδάμκαι στην Εύα κάνει ότι μόλις τώρα τους είδε) 
Ω! Γεια σας φίλοι μου! Τι κάνετε;

ΑΓΓΕΛΟΣ και ΑΓΑΘΗ μαζί
Γεια σου Φίδι.

ΦΙΔΙ
Ωραία μέρα σήμερα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όλες οι μέρες του Θεού ωραίες είναι.

ΦΙΔΙ
Σωστά. Και οι νύχτες και οι μέρες. Ό,τι φτιάχνει ο Θεός ωραίο είναι.

ΑΓΑΘΗ
Να παινεύεις το Θεό δε σ' έχω ξανακούσει Φίδι.

ΦΙΔΙ
Όχι, αλλά το καλό δεν μπορώ να μη το παραδεχτώ. Μπορεί να μη τον πολυαγαπάω το θεό, αλλά ό,τι φτιάχνει το 'χει καλά καμωμένο.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Τώρα σηκωθήκαμε από τον ύπνο μας. Παραήτανε γλυκιά η νύχτα και μας κράτησε πιο πολύ στην αγκαλιά της απόψε.

ΦΙΔΙ
Εγώ σήμερα τραβάω για τα νότια. Άντε γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Σήμερα δε σε βλέπω ορεξάτο. Δε μας μίλησες καθόλου για μήλα. Σου πέρασε ο καημός να μας ταϊσεις μήλο;

ΦΙΔΙ
Όλα έχουνε τα όριά τους Εύα μου.
Προσπάθησα, προσπάθησα, τι άλλο να κάνω; Δε
θέλετε, δε θέλετε! Με το στανιό τίποτα δε γίνεται.
Εγώ για το καλό σας φρόντιζα, μα χωρίς να θέλει
κανείς, ούτε καλό ούτε κακό μπορείς να του κάμεις.
Να μη λέτε πως έχω και κανένα συφέρο να φάτε σεις
ή να μη φάτε μήλο.
Να 'σαστε καλά. Αν δε σας ξαναδώ σήμερα πάλι, τα
λέμε αύριο. Γεια σας.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γεια σου Φίδι.

ΑΓΑΘΗ
Όμως Φίδι σε άκουσα κατι να μουρμουρίζεις όταν ερχόσουν. Με ποιον τα 'χεις;

ΦΙΔΙ
Α! Ναι, μπράβο που το πρόσεξες. Να σας ρωτήσω κάτι…  

ΑΓΑΘΗ
Ναι! Τι; 

ΦΙΔΙ
Μήπως σας έτυχε να δείτε πουθενά κανένα μανιτάρι με μπλε χρώμα γύρω γύρω στην ομπρέλα του και με κόκκινο στη μέση;

ΑΓΓΈΛΟΣ
Υπάρχει και τέτοιο μανιτάρι; Όχι δεν είδαμε. Εσύ Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Ούτε εγώ. Και γιατί ρωτάς φίδι;

ΦΙΔΙ
Ουφ! Όχι εγώ. Τo περιστέρι με παρακάλεσε να του βρω και να του πάω. Παρακάλεσμα το λέω, μα μου έχει βγάλει την πίστη μέρες τώρα. Βρήκες; Με ρωτάει. Όχι, του λέω. Και με παρακαλάει και πάλι και πάλι και πάλι. Εσύ που γυρίζεις εδώ κι εκεί και σούρνεσαι στο χώμα, μου λέει, κάπου θα το πετύχεις, Έχω χάσει την ησυχία μου με δαύτο.

ΑΓΑΘΗ
Και τι το θέλει το περιστέρι αυτό το μανιτάρι;

ΦΙΔΙ
Είναι μεγάλη ιστορία όσο και ανόητη, Θα σας κουράσει να σας την έλεγα. Aν βρείτε όμως κόψτε ένα και όταν περάσω μου το δίνετε.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Θα το 'χουμε στο νου μας.

ΑΓΑΘΗ
Τι το θέλει το τέτοιο μανιτάρι το περιστέρι; Πες μου
σε παρακαλώ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μας είπε πως είναι μια ανόητη ιστορία. Ύστερα τι μας ενδιαφέρει εμάς; Δε βλέπεις πως βιάζεται το Φίδι;

ΑΓΑΘΗ
Έλα Αδάμ, σε παρακαλώ, δυο λεφτά καθυστέρηση δεν
είναι μεγάλο πράγμα. Όλη η μέρα δική του είναι.
Ξέρεις πως μ' αρέσει να μαθαίνω νέα. Πες μας Φίδι, σε
παρακαλώ!

ΦΙΔΙ
Ας της κάνουμε το χατίρι Αδάμ. Η Εύα είναι λίγο περίεργη. Δεν είναι κακό αυτό. Να σας πω λοιπόν. Η περιστέρα δε θέλει να πετάξει. Τα φτερά της λέει τα έχει για ομορφιά και για να ισορροπεί όταν περπατάει στη γη. Δεν της τα 'δωσε ο Θεός για να πετάει. και αφού βρίσκει τροφή στη γης, τι θέλει στον αέρα, λέει.
Ο περίστερος όμως δεν το θέλει αυτό. Εκεινού του αρέσει να πετάει και δε θέλει να πετάει μόνος του. Ώσπου ένα πρωί η περιστέρα του διηγήθηκε ένα όνειρο που είδε. Ήτανε λέει σε ένα μέρος που υπήρχανε πολλά μανιτάρια. Και αυτή από όλα έσκυψε και τσίμπησε ένα μανιτάρι που ήτανε μπλε γύρω και στη μέση κόκκινο. Και τότε λέει άρχισε να πετάει στο όνειρό της μέσα και της άρεσε αυτό. Και άρεσε και στον περίστερο όταν του το είπε, γιατί αυτό του έλειπε για να καλοπερνάει πετώντας με παρέα. Όταν ξυπνήσανε όμως, η περιστέρα δεν ήθελε πάλι να πετάξει. Άλλο το όνειρο και άλλο η ζωή, του λέει.
Και τώρα ο περίστερος μου λέει πως αν βρει το μανιτάρι εκείνο και της δώσει να το φάει, θα της αρέσει και στο ξύπνιο της να πετάει. Πώς σου 'ρθε αυτό; τόνε ρωτάω-τι σχέση έχει το 'να με τ' άλλο; 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σωστά…

ΦΙΔΙ
Έτσι είπα κι εγώ μέσα μου. Και τότε αυτός μου είπε την ιστορία που άκουσε για το λιοντάρι. Και η λιονταρίνα λέει, στην αρχή που την έκανε ο Θεός, εθύμωνε όταν τήνε χάδευε το λιοντάρι. Ώσπου μια μέρα που εκοιμόντανε είδανε και οι δυο μαζί αυτή τη φορά το ίδιο όνειρο, πως όταν έτρωγε η λιονταρίνα φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε χάδια.
( Η Αγάθη σταματάει το φαγητό και παρακολουθεί με προσοχή τα λεγόμενα του Φιδιού)
Και όταν εξύπνησαν, όταν η λιονταρίνα έφαγε πάλι
φύλλα πορτοκαλιάς, τότε ήθελε και στο ξύπνιο της
χάδια και μάλιστα της άρεσαν τόσο πολύ, που ερήμαξε όλες τις πορτοκαλιές της γειτονιάς της.
Και σκέφτηκε και λέει τώρα και ο περίστερος, πως αν
και η περιστέρα φάει και όταν είναι ξύπνια από το
μανιτάρι εκείνο, τότε θα της αρέσει να πετάει όπως
και στη λιονταρίνα άρχισαν να αρέσουνε τα χάδια
όταν βρήκε και έφαγε αυτό που είδε στο όνειρό της.
Είναι ή δεν είναι σαχλαμάρες όλα αυτά;
Γι αυτό σας λέω. Μα το περιστέρι δε θα ησυχάσει αν
δε βρει το μανιτάρι. Άμα έχεις να κάνεις με κουτά
πλάσματα τι να πεις...
Προσπάθησα να το πείσω ότι δεν έχει καμία
σημασία το τι τρως και ότι το πέταγμα δεν έχει
σχέση με τέτοια, όμως ήτανε σαν να μίλαγα στο
ποτάμι. Ούτε μ' άκουσε καθόλου. Βρες μου εσύ, μου
είπε, κι άσε με εμένα να είμαι κουτός.
Αυτή είναι η ιστορία Εύα μου, ελπίζω να μην
πιστέψετε και σεις τα λόγια του περίστερου. Ο Θεός
εσάς σας έχει δώσει λογικό.

ΑΓΑΘΗ
Και βέβαια δεν τα πίστεψα Φίδι. Βλακείες του περίστερου. Άντε στο καλό και αν βρούμε το μανιτάρι θα σου το δώσουμε να γλιτώσεις από τη γκρίνια του.

ΦΙΔΙ
Θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Γεια σας.

ΑΓΑΘΗ
Στο καλό.
(το Φίδι απομακρύνεται. Όταν δεν φαίνεται πια αυτό, η Αγάθη στρέφει χαρούμενη στον Άγγελο)
Αδάμ! Άκουσες;

ΑΓΓΕΛΟΣ 
Τι;

ΑΓΑΘΗ
Δεν άκουσες τι είπε το Φίδι-πως όταν η λιονταρίνα έφαγε φύλλα πορτοκαλιάς που είχε φάει και στο όνειρό της, ήθελε τα χάδια όπως και στο όνειρο. Αυτό δε σου λέει τίποτα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μου λέει πως το Φίδι και ο Περίστερος δεν ξέρουνε τι λένε.

ΑΓΑΘΗ
Κι αν ξέρουνε;.. Κι αν ξέρουνε Αδάμ;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Μα τι λες τώρα;

ΑΓΑΘΗ
Λέω: κι αν ξέρουνε; Κι αν έτσι είναι; Μήπως τότε αν φάω κι εγώ μήλο τώρα, όπως έφαγα στο όνειρό μας, θελήσω αυτά που χωρίς να φάω μήλο δε θέλω;


ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν πιστεύω σε τέτοια Εύα.

ΑΓΑΘΗ
Και όμως, αν είναι σωστή η υπόθεση αυτή, πόσα
χάνουμε αν δε δοκιμάσουμε… Να χαίρομαι τέτοια
χαρά όπως και στο όνειρο! Γι αυτό θα έδινα ό,τι κι αν
μου ζητούσαν.
Μήπως Αδάμ, αυτό που σιχαίνομαι τώρα, γίνει το πιο
αγαπημένο μου όταν φάω μήλο;
Θα υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από κείνην; Αδάμ, μ'
ακούς; Ή πρέπει να σε φωνάζω Άγγελε;..

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, κι αν ακόμα ήτανε έτσι, πού θα βρούμε μήλο να
δοκιμάσουμε;

ΑΓΑΘΗ
(σηκώνει το χέρι και δείχνει με το δείκτη του χεριού της κατά τη μηλιά, κοιτάζοντας την κιόλας ίσα στο κέντρο της)
ΑΓΓΕΛΟΣ
Όχι! Τρελή είσαι; Όχι! Βγάλτο από το νου σου.

ΑΓΑΘΗ
(τεντώνει πιο πολύ το χέρι της και κρατώντας το
σταθερό μένει σ' αυτή τη στάση όσο λέει τα πιο
κάτω)
Και τρελή είμαι και κάτω δεν το βάζω. Αυτό το
δέντρο με τους καρπούς του θα μας δώσει την τέτοια
ονειρεμένη ευτυχία. Τώρα είμαι σίγουρη γι αυτό. Και
γι αυτό το ευτυχισμένο όνειρο θα παρακούσω τις προσταγές όσων θεών.
(κατεβάζει το χέρι-στρέφει στον Αδάμ)
Τ' άκουσες Αδάμ αυτό που είπα;

ΑΓΓΕΛΟΣ
To άκουσα Εύα. Θέλεις να παρακούσεις την εντολή του θεού. Κάνε το. Εγώ δε θα σε ακολουθήσω. Είναι το μόνο δέντρο που δε μας αφήνει να φάμε απ' αυτό.

ΑΓΑΘΗ
(σα να μη τον έχει ακούσει)
Τώρα εξηγώ τα λόγια του Φιδιού πως αν φάμε καρπούς από το δέντρο αυτό θα γίνουμε θεοί. Δεν ήσουνα θεός όταν με είχες αποκάτω σου και βογκούσες σαν λιοντάρι από την ευδαιμονία σου; Δεν θα έδινες και συ ό,τι τίμημα σου ζητούσε κάποιος, αν ήτανε να σου δώσει τα στήθη και τις τρύπες όλων των γυναικών που είδαμε στ' όνειρό μας, να παίζεις όσο κι όπως θέλεις μαζί τους; Ήτανε ζωή αυτή που ζούσες μέσα στο όνειρο; Όχι, δεν ήτανε, εσύ ο ίδιος το έλεγες. Και είναι ζωή αυτή που ζεις τώρα εδώ στον Παράδεισο, να αιστάνεσαι κακόθυμος και να λες ότι δεν ξέρεις τι έχεις, ενώ ξέρεις πολύ καλά τι έχεις; Και μου είπες πριν λίγο τι έχεις-πως θα 'θελες ό,τι κάναμε στο όνειρό μας να το κάνουμε και στο ξύπνιο μας-εδώ, στον Παράδεισο. Δεν μας επιτρέπεται εδώ; Θα πάμε εκεί που επιτρέπεται. Έλα Αδάμ-πάμε!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, στο όνειρο είχαμε το θείο που δε μας άφηνε να φάμε μήλο. Εδώ έχουμε το Θεό. Και αν θα κάνουμε το ίδιο που κάναμε και στο όνειρό μας, όπως μας έδιωξε ο θείος εκεί, θα μας διώξει εδώ ο Θεός. Και τότε τι θα κάνουμε; Από το όνειρο ξυπνάμε και βρισκόμαστε κάθε φορά εδώ, στη σιγουριά του Παράδεισου. Αν μας διώξει και ο Θεός τι θα κάνουμε; Πού θα πάμε;..

ΑΓΑΘΗ
Παράδεισος να σου πετύχει… Που να μην μπορεί κανείς να χαρεί ό,τι ομορφότερο! Τι χειρότερο μπορεί να μας συμβεί από αυτό;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Δεν ξέρεις. Δεν ξέρω. Μόνον ο Θεός ξέρει.

ΑΓΑΘΗ
Ο Θεός ξέρει να μας τυραννάει! Αυτό ξέρει! Αφού
μας στερεί τον έρωτα-το ωραιότερο πράγμα στον
κόσμο-γιατί να τον υπολογίσουμε κι εμείς;
Και ξέρεις κάτι;
Υποψιάζομαι τι μπορεί να σήμαινε εκείνο το "θα
αυτοκτονήσω" που έλεγες. Πως θα πάψεις να
υπάρχεις. Αυτό είναι το χειρότερο που μπορούμε να
πάθουμε αν παρακούσουμε την εντολή του Θεού.
Να τι το πολύ να γίνουμε Και γιατί να υπάρχουμε
χωρίς να γευόμαστε τον έρωτα; Να υπάρχουμε για
να βασανιζόμαστε από τη στέρηση της χαράς;
Κι αν δεν ήθελε να τρώμε τα μήλα γιατί μας έβαλε
τη μηλιά μπροστά στα μάτια μας; Δε σκέφτηκε πως
κάποτε θα καταλαβαίναμε τι αυτό το δέντρο μπορεί
να μας χαρίσει με τους καρπούς του;
Δεν του πέρασε από το μυαλό πως κάποτε αντίς γι
αυτόνε θα κάναμε Θεό το δέντρο αυτό;
Θεός… Ας μας διώξει ο Θεός. Ας μείνει με τα ζώα
στον κήπο. Αν θέλει ζώα που να μην ξέρουνε τι θα
πει χαρά, ας κάτσει με αυτά.
Για μένα Θεός είναι από δω και πέρα η μηλιά με όλα
τα φρούτα που έχει πάνω της.
Αδάμ έλα. Πάμε να κόψουμε και να φάμε το απαγορευμένο μήλο.
(τον τραβάει από το χέρι)
Έλα! Έλα!

ΑΓΓΕΛΟΣ
Σαν να ξαναζώ το όνειρο. Έτσι με καλούσες και τότε.

ΑΓΑΘΗ
Ναι. Για τα άλλα μήλα μου. Για κείνα που γι αυτά
γίνανε τα χέρια σου έτσι που μια φούχτα σου να τα
κλείνει μέσα της κάνοντάς τα να σπαρταράνε.
Έλα Αδάμ. Ναι, θεοί θα γίνουμε αλήθεια κι εμείς.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Εύα, φοβάμαι.

ΑΓΑΘΗ
Γι αυτό είμαι εγώ εδώ-για να σου δίνω κουράγιο. Για να σε βοηθάω να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες που μας περιμένουνε μετά από ό,τι θα κάνουμε. Για να σε βοηθήσω να χτίσουμε ένα δικό μας κόσμο που η ευτυχία θα τον σκεπάζει με τα χρυσά της φτερά. Κι ο κόσμος αυτός είναι κείνος που βλέπαμε στο όνειρό μας. Τώρα όμως ξέρουμε πώς πρέπει να τον φτιάξουμε. Ξέρουμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να φτιάξουμε άλλους Αδάμ και Εύες που να μην έχουνε μερίδιο στην ευτυχία που μόνο ο έρωτας φέρνει. Να μη φτιάξουμε άλλους Άγγελους και άλλες Αγάθες που θα υποφέρουν. Μα να είναι ελεύθερος ο έρωτας σαν ένα λεύτερο ποτάμι που θα μπορεί να ποτίζεται απ' αυτό όποιος και όποια θέλει.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Πάμε.
(Η Αγάθη και ο Άγγελος πηγαίνουν στη μηλιά και η Αγάθη κόβει ένα μήλο. Τρώει. Δίνει και στον Άγγελο και τρώει κι αυτός. Τα πρόσωπά τους γεμίζουν με αγαλλίαση. Αυστηρή φωνή του Θεού)

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Αδάμ!
ΑΓΓΕΛΟΣ
(στέκει δίπλα από τη μηλιά)
Εδώ είμαι Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Γιατί έφαγες καρπό από το δέντρο που σου είχα
απαγορέψει να φας;

ΑΓΓΕΛΟΣ
Γιατί οι καρποί αυτοί είναι γλυκοί Θεέ μου. Και συ με
έκανες να μου αρέσει το γλυκό.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Να φύγεις από τον κήπο Αδάμ.

ΑΓΓΕΛΟΣ
Να φύγω αν εσύ το θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Έτσι θέλω. Και ακόμα θέλω να βγάζεις το ψωμί σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου. 

ΑΓΓΕΛΟΣ
Όπως θέλεις Θεέ μου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Πήγαινε!.

ΑΓΑΘΗ
Θεέ μου, θέλω να σου μιλήσω.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Εσύ Εύα; Σ' ακούω.

ΑΓΑΘΗ
Με το νου που μου 'δωσες είδα, σκέφτηκα, σύγκρινα. Κι ένιωσα πως ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσει ο άνθρωπος για να βρει την ευτυχία του, δεν είναι κείνος που μας δείχνουν οι εντολές σου.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
Μπα! Και ποιος είναι λοιπόν Εύα;

ΑΓΑΘΗ
Είναι κείνος που ξανοίγουν τα όνειρά μας.

ΦΩΝΗ ΘΕΟΥ
(με βροντή και λάμψη )
Φύγετε κι οι δυο από τον κήπο!
(Ο Άγγελος πιάνει την Αγάθη από το χέρι και βαδίζουν προς την έξοδο του κήπου ήρεμοι και σοβαροί, ακουμπώντας η Αγάθη το κεφάλι της στον ώμο του Άγγελου) 


                                 ΑΥΛΑΙΑ


Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

 Από έναν άνθρωπο που αν ζούσε σήμερα θα ήταν 121 χρονών:

 1. 

Έτος 1890.

Δάσκαλος μετατίθεται σε ένα παλιοχώρι. 
Μετά από λίγες μέρες στέλνει τηλεγράφημα στο Υπουργείο Παιδείας: "Εν τω χωρίω τούτω ου δύναμαι μενείν. Ει γαρ μενείν αποθανείν."
Απαντάει το Υπουργείο: "Ει ου μενείν, απολύομεν ύμίν."
Και ο δάσκαλος: «Μενείν μενείν, έστω και αποθανείν!"

2

Το ίδιο έτος.

Ο χωροφύλακας του χωριού ενημερώνει με τηλεγράφημα  την Διοίκηση Χωροφυλακής της περιοχής του: «Κεραυνού πεσόντος θύματα έξ.»
Η Διοίκηση: «Αναφέρατε ονόματα θυμάτων.»
Ο χωροφύλακας: «Έξ ουκ έστιν αριθμός, αλλά γίδα με κατσικοκέρατα».


3.
Τα παιδιά τα χρόνια εκείνα μάθαιναν στο Δημοτικό Σχολείο να λένε "νεράκι" το πιο κάτω:
«Ωψιχιφιύ, Τασιροπιό, Ξινιμιλακά, ιθηζέ, δελταγαβιά.»  Τι είναι αυτό;;
Απάντηση: Η αλφαβήτα ανάποδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΣΑΤΙΡΑ…ΠΑΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΩΝ
(ΠΑΛΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ)

Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Κλίντον –Λουίνσκι, ήμουν στην Αμερική.
Εκεί  έβγαζα κάθε μήνα ένα περιοδικό (το «ΛΟΓΙΑ») με τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας ή των ΗΠΑ, δοσμένα με εύθυμο και σατιρικό σκοπό. Ήταν σχεδόν ολόκληρο έμμετρο.
Το περιοδικό αυτό στελνόταν δωρεάν σε διακεκριμένους ομογενείς, και πρώτα στον Στεφανόπουλο, δεξί χέρι του Κλίντον τότε. Ο ίδιος μου έλεγε ότι διασκέδαζε με αυτά στις παρέες του με Έλληνες.
Εδώ δίνονται μερικά από τα γραφτά του περιοδικού εκείνου.  


1.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
(Ήταν σε όλους γνωστό ότι ο Πρόεδρος Κλίντον, όταν ρωτιότανε για το επίμαχο θέμα-για τη σχέση του με την Μόνικα-, απαντούσε πάντοτε σαν να του έγινε άλλη, άσχετη με το θέμα ερώτηση.)

Αποφασισμένος να διαφωτίσω  τους αναγνώστες  μου  πλήρως, πήρα συνέντευξη από τον  ίδιο  τον Πρόεδρο  σχετικά με την υπόθεση της Μόνικας.
Πήγα νύχτα στο Λευκό Οίκο. Βρήκα τον Πρόεδρο  στο κρεβάτι. Δίπλα του ήτανε η Χίλαρυ λιμάροντας τα νύχια της.
Ανάμεσα στους δυό τους η Μόνικα, με  το πέος του Προέδρου στο στόμα της. 
Όταν μπήκα, ο Πρόεδρος  αγρίεψε:
-Ποιός  γαμημένος  φρουρός  σε άφησε και μπήκες ρε  χαμένο κορμί!   μου  είπε. 
Αμέσως  βγάζω  ένα τεύχος  του περιοδικού και  ανεμίζοντας  το  στον αέρα λέω δυνατά: ΛΟΓΙΑ!
Αμέσως ο Πρόεδρος μαλάκωσε. 

ΚΛΙΝΤΟΝ
Με συγχωρείτε κύριε δημοσιογράφε, δεν σας γνώρισα! Έχω δυο πονοκέφαλους που δεν  βλέπω μπροστά μου… 
 (Η Χίλαρυ κοιτάζοντάς  τον αυστηρά)
Έναν  πονοκέφαλο αγάπη  μου, όχι δύο... 
ΚΛΙΝΤΟΝ
Ναι, έναν αγάπη  μου.
(σε  μένα)
Καθίστε κύριε δημοσιογράφε. Μας  συγχωρείτε που μας  βρίσκετε μέσα-έξω…  
XIΛΑΡΥ
( επιτιμητικά) 
Άνω κάτω αγάπη  μου, όχι μέσα έξω… 
ΕΓΩ
Δεν  πειράζει κυρία Προέδρου, κατάλαβα τι θέλει  να πει  ο κύριος, Πρόεδρος. 
ΚΛΙ
Να κι   ένας  που  με καταλαβαίνει.
(στη  Μόνικα) 
Στο  ρελαντί   μωρό μου, έχουμε  δημοσιογράφο. Αλλά μη  σβήσεις. 
(σε  μένα)
Συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε; 
ΕΓΩ
Το καταλάβατε κύριε  Πρόεδρε. Είναι  που  θέλω  να βάλω  τα πράγματα στη  θέση  τους  μια και  καλή. Να πάψει  να υπάρχει  αυτή η καταστροφική  για το  Έθνος  αβεβαιότης. 
ΚΛΙ
Όλα  τα πράγματα εδώ  μέσα είναι  στη  θέση   τους. Αλλά αν  επιμένετε ορίστε, ρωτήστε. 
ΕΓΩ
Θα  ρωτήσω κύριε Πρόεδρε, γιατί  τα έξω πράγματα δεν  είναι  στη θέση τους. Και αν  δεν  έχει  αντίρρηση και  η κυρία Προέδρου θα ήθελα να ρωτήσω κι  αυτήνε κάτι. 
ΚΛΙ
(στη  Χίλαρυ που παιδευότανε  με  μια παρωνυχίδα)
Για σένα  μιλάει  αγάπη  μου. 
XIΛ
Τι; 
ΚΛΙ
Λέει  να ρωτήσει κι  εσένα. 
ΧΙΛ
Και   βέβαια. Ο,τι  θέλει. 
ΕΓΩ
Ευχαριστώ. Κύριε Πρόεδρε. Είναι αλήθεια πως είχατε σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα; 
ΚΛΙ
Είναι σημαντική η ερώτηση και θα είμαι ακριβής στην απάντησή μου. Λοιπόν όχι μόνον δεν θα υποχωρήσουμε στο Ιράκ, αλλά θα εξαντλήσουμε  όλες τις διπλωματικές μας δυνατότητες ώστε να επιτευχθεί μία ειρηνική λύση των διαφορών μας με αυτό.
Και ύστερα θα το βαμβαρδίσουμε. 
ΕΓΩ
Κύριε Πρόεδρε είναι αλήθεια πως είπατε στη Μόνικα να πει ψέματα στην ένορκη κατάθεσή της; 
ΚΛΙ
Ακούστε, εγώ πάντοτε φρόντιζα, και σαν κυβερνήτης ακόμα, για την εξάλειψη της παιδικής εγκληματικότητας. Βρήκα αντιδράσεις από το Κογκρέσο, όμως παρόλαυτά ελπίζω πως όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.
(στη Μόνικα) 
Πιο ψηλά το κεφάλι μωρό μου, παρακολούθησε με…
Αλλη ερώτηση κύριε δημοσιογράφε;  
ΕΓΩ
Πόσες φορές είδατε τη Μόνικα κύριε Πρόεδρε το τελευταίο τρίμηνο της εργασίας της στον Λευκό Οίκο; 
ΚΛΙ 
Βλέπω ξαναγυρίζετε στον Σαντάμ. Ε, ναι, θα στείλω τον Γενικό Γραμματέα να μιλήσει μαζί του, αλλά είτε αυτός πετύχει να συμφωνήσει με τον Σαντάμ είτε όχι, οι βόμβες θα πέσουν. Οχι για τίποτε άλλο, αλλά ο άνθρωπος αυτός είναι ένας στυγνός δικτάτορας. 
ΕΓΩ
Κύριε Πρόεδρε σκοπεύετε να παραιτηθείτε ύστερα από όλα αυτά; 
ΚΛΙ
Έχετε δίκιο, με τη Ρωσία έχουμε καλές σχέσεις. Αν και ακούστηκε πως κι αυτή φτιάχνει βιολογικά όπλα, όμως δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από μας όσο είναι με το μέρος μας. Όσο δηλαδή οι Ρώσοι ακολουθούν τον δημοκρατικό δρόμο. 
ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ κύριε πρόεδρε. Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι κι εσάς κυρία Προέδρου; 
ΚΛΙ
(στην Χίλαρι)
Σε σένα μιλάει αγάπη μου. 
XIΛ
Μάλιστα, ρωτήστε με. 
ΕΓΩ
Κυρία Προέδρου πώς εξηγείτε αυτά που λέγονται για τον σύζυγο σας; 
XIΛ
Ειλικρινά δεν ξέρω τι να πω. Από τότε που ήτανε μικρό παιδί, όλοι ήταν εναντίον του. Για να φτάσει εδώ που έφτασε έπρεπε να παλέψει ενάντια σε συνωμοσίες επί συνωμοσιών. Την πρώτη φορά που το κατάλαβε αυτό ήτανε όταν οδηγούσε, νεαρός ακόμα, το βυτιοφόρο του Λίτλ Ροκ-γιατί βυτιοφόρο οδηγούσε, και σ’ αυτό έμαθε να οδηγεί, και οδηγεί σήμερα και την Αμερική, τι λέω την Αμερική, όλο τον κόσμο. Του λέγανε λοιπόν πως τη θέση εκείνη την πήρε με μέσο, και ήθελαν να του την πάρουνε. 
ΕΓΩ
Του την πήρανε; 
XIΛ
Και τότε του την πήρανε. Και τώρα του την παίρνουνε-το βλέπετε ο ίδιος με τα μάτια σας. 
ΕΓΩ
Είχε ο κύριος Πρόεδρος και σύζυγος σας σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα; 
ΧΙΛ
(δείχνοντας μου ένα μπουκαλάκι με διαλυτικό) 
Αυτό είναι του Ντιόρ. Κι αυτό Παρισινό είναι. Το μόνο Αμερικάνικο είναι αυτό. Αλλά δεν το φορώ. Δεν αρέσουν του συζύγου μου τα Αμερικάνικα αρώματα. 
 ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Προέδρου. 
XIΛ 
Παρακαλώ. Όποτε θέλετε στη διάθεσή σας.  
ΚΛΙ
Τελείωσε η συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε; 
ΕΓΏ
Μάλιστα κύριε Πρόεδρε. 
ΚΛΙ
Εκείνο που θέλω να τονίσεις ιδιαίτερα είναι πως εγώ είμαι αφοσιωμένος τελείως στη δουλειά που μου ανάθεσε ο λαός της Αμερικής να κάνω.
ΕΓΩ
Φως φανάρι κύριε Πρόεδρε. Μπορώ να ρωτήσω και τη δεσποινίδα Μόνικα κάτι μιας και τη βρήκα; 
ΚΛΙ
Το βλέπετε και μόνος σας πως δεν μπορεί να μιλήσει.  Όταν την καλέσει ο Σταρ τότε και μόνον θα μιλήσει. 
ΕΓΏ
Και στον Σταρ πώς θα μπορέσει; 
ΚΛΙ 
Με νοήματα αγαπητέ μου, με νοήματα…

Αυτή ήταν η συνέντευξη που πήρα από τον Πρόεδρο Κλίντον. Και, δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ κατατοπίστηκα πλήρως.




2.
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Παπανδρέου άρρωστος)

(Μιας και στο Νοσοκομείο δε μπορούν οι δυο να πάνε 
Από δω Μήτρος και Γιάννος όσο το μπορούν βοηθάνε)

Η αρρώστια του Πρωθυπουργού συνέχεια επιδεινώνεται
Και τούτο το περιοδικό πάλι ανασκουμπώνεται
Να σώσει ανιδιοτελώς και πάλι την κατάσταση
Που είναι η χειρότερη από την Επανάσταση.
Κι αυτό γιατί αμφισβήτηση υπάρχει τεραστία
Για το αν υπάρχει πράγματι πρωθυπουργός ή όχι.
Και όσο η περίπτωση κι αν μοιάζει να ’ναι αστεία
Όμως η Ελλάδα σε ξηρού πατάει τώρα κώχη.

Υπάρχει ο πρωθυπουργός ή τάχα δεν υπάρχει;
"Ναι" λέει ο επίτροπος ο κυβερνητικός.
"Οχι" ο Εβερτ απαντά ο σ’ όλα ειδικός,
"Κι αν λέει ο Χυτήρης ναι, τελείως χαμένα τάχει."
"Υπάρχει" λέει η Μιμή το σοβαρό της παίρνοντας.
"Υπάρχει" λέει το ΠΑΣΟΚ τα φτωχαδάκια γδέρνοντας.
"Υπάρχει" λεν οι γέροντες απανταχού του κόσμου.
"Υπάρχει" λέει κι ένας τυφλός: «ορκίζομαι στο φως μου"
"Δεν υπάρχει" λέει με πείσμα η διωχθείσα Μαργαρίτα.
"Δεν υπάρχει" λένε όσοι του ΠΑΣΟΚ δεν τρώνε πίτα.
"Δεν υπάρχει" λεν ατάκα οι αβάσταγοι δελφίνοι.
"Δεν υπάρχει" λένε κι όσοι το βαλάντιο τους φθίνει.
Κι όλοι λένε μες στο κράτος
Και φωνάζουνε αρκούντως
"Δεν τον βλέπετε; Να-νάτος.'"
"Δεν τον βλέπουμε. Που-πούντος;"
Κι όλα τάχουν παρατήσει
Κι έχουν όλοι παλαβώσει
Να ρωτάνε αν θα ζήσει
Η' αισίως θα τα τεντώσει. 

ΜΗΤΡΟΣ
Ακουσα ότι σε μία πυρετού μεγάλη κρίση
Πριν ακόμα ν’ αναπνέει με αναπνευστήρα μόνο
Φίλησε το Μητσοτάκη. 

ΓΙΑΝΝΟΣ
                                         Και τον Εβερτ θα φιλήσει
Κι ίσως και τη Μαργαρίτα. Αρκεί νάχει λίγο χρόνο.
                                            
-Λες ο θεός να τον φωτίσει 
έτσι τώρα πουν' κοντά του
κι ο Αντρέας να ξεχάσει 
τ’ άθεα φερσίματα του 
Και ν’ απλώσει τα δυό χέρια σα Χριστός επί του Ορους
Κι από το φτωχό κοσμάκη ν' αφαιρέσει λίγους φόρους;
Λες να βρει καλό ένα λόγο και για την Αμερική;
Λες τη νέα να χωρίσει τη γυναίκα πούχει πάρει
Και τη Μαργαρίτα πάλι νάχει σταφανωτική;
Λες στα δέντρα ν’ ανεβούνε και να κελαδούν οι σπάροι;

-Δεν πιστεύω. Είδα όμως ένα όνειρο κακό. 
Πως ακέφαλο εβρήκαν οι γειτόνοι μας το κράτος 
Και τους άναψε το αίμα το πολύ γειτονικό 
Και μας κάνανε πολέμους κι είχαν νίκες κατά κράτος.

-Μη φοβάσαι τέτοια. Οχι. Εχουμε πρωθυπουργό.       
Κι αν λιγάκι πρωτοτύπως και με τρόπο όχι γοργό 
Μα η Κυβέρνηση δούλευει κι αντίς λόγων του ριπές 
Από τώρα ο Αντρέας θα μιλάει με ζωγραφιές.

-Δηλαδή;    

-Να! Υποθέτω πως για ό,τι τον ρωτάνε  
Σχήματα πολλά θα κάνει που αντίς του θα μιλάνε. 
Θα τόνε ρωτάνε ας πούμε τι προβλέπει για τον τόπο 
Και θα ζωγραφίζει εκείνος ένα πλοίο δίχως κόπο, 
που μοναχά το κατάρτι θάχει αβούλιαχτο ακόμα.  
Θα τόνε ρωτούν ελπίδες αν κρατάει για το κόμμα 
Και θα ζωγραφίζει εκείνος πρόβατα που χώρια βόσκουν. 
Θα τόνε ρωτάνε: "Κρίσεις στο Πολίτευμα υποφώσκουν;" 
Και εκείνος, φιλαλήθης, θα σχεδιάζει πέντε βόμβες. 
«Και προβλέπετε θυμάτων να υπάρξουν εκατόμβες;» 
Μια σελίδα μέχρι κάτου με σταυρούς θα τη γεμίζει. 
"Και τί βλέπετε σαν λύση στη φουρτούνα που εγγίζει;" 
Και κατάπληκτοι θα βλέπουν να σχεδιάζει ένα στέμμα. 
"Μήπως είναι αυτό το σχήμα ένα ευτράπελο σας ψέμα; 
Στη Μιμή σας και στον θώκο μας ορκίζεστε επάνω;"
  Και πετώντας το μολύβι θα ψελλίζει: "να πεθάνω". 

-Τελικά ποια γνώμη έχεις; Έχουμε πρωθυπουργό;   
Αν εμένανε ρωτήσεις, ναι και όχι λέω εγώ.

-Αι απόψεις μας δεν ήσαν ουδεπώποτε κοιναί:
Αντιθέτως από σένα, όχι λέω εγώ και ναι.

                              -----


3.

ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(μπρος στου Αντρέα τις δηλώσεις 
τύφλα να ’χουν οι διαγνώσεις) 
(L.A.)


-Τάμαθες τα νέα βρε Μητρούση;     

-Οχι. Μήπως έγινε σεισμός; 

-Όχι.

-Μήπως φτώχυναν οι  πλούσ’οι; 

-Ούτε. 

-Μην ξανάρθε φασισμός; 

-Βρε συ ο νους σου στο κακό κάθε φορά πηγαίνει.
Δε θα το βρεις. Η είδηση είναι για τον Αντρέα. 

-Πέθανε; 

-Φάε τη γλώσσα σου. Σου είπα πως τα νέα 
Είναι καλά. Και ειν' αυτά: ο Αντρέας δεν πεθαίνει. 

-Καλά. Κι η πνευμονία του; Και ο αναπνευστήρας; 
Αυτός του Χάρου έκρουε μέχρι προχτές τας θύρας. 

-Τις έκρουσε-τις ξέκρουσε. Τελεία-δεν πεθαίνει. 

-Ας το υποθέσουμε αληθές. Και τότε τί θα κάνει; 

-Θα ζήσει.

-Ειν' απίστευτο. Το είπε ο Σκαλκέας; 

-Οχι, παρά το δήλωσε ο ίδιος ο Αντρέας.
 
-Πώς δηλαδή το δήλωσε; Λέγε μου μωρέ Γιάννο… 

-Να, άνοιξε το στόμα του και είπε: θα πεθάνω. 

-Ε και λοιπόν;

-Τί και λοιπόν; θέλεις και τίποτ' άλλο; 

-Μα δε μπορώ μον' απ’ αυτό συμπέρασμα να βγάλω. 
Κι αφού χαζούλιακα με λες και βλάκα και κουτό 
Πες μου εσύ πώς τάχατες φαντάζει δυνατό,  
Ενώ προλέγει φανερά κάποιος τον θάνατο του 
Αντίς γι αυτό να εννοείς εσύ το αντίθετο του; 

-Βρε ο Αντρέας δεν είχε πει απ' την ΕΟΚ θα βγει; 

-Ναι.

-Βγήκε;

-Επουλήθηκε μάλιστα για να μπει. 

-Μήπως δεν είχε πάλι πει "θα διώξουμε τις Βάσεις"; 

-Ναι. Αλλά δεν τις διώξαμε, αν θες εκεί να φτάσεις.  

-Κι αυτός δεν είναι που έλεγε "θα φύγουμε  απ' το ΝΑΤΟ"; 

-Το έλεγε.

-       Εφύγαμε;

-                        Οχι. Λοιπόν; Πιο κάτω. 

-Δεν είπε πως ταυτότητα στους Ελληνες θα βγάλει
Και πως μ' αυτήν θα διόρθωνε των πολιτών το χάλι; 

-Το είπε.

             -Ε, το έκανε;

                                   -Οχ ι.Και τί με τούτο;

-Α μωρέ Μήτρακα κι εσύ! Μυστήριο είσαι φρούτο. 
Μωρέ δε βλέπεις;  Ο,τι πει, ποτέ του δεν το κάνει: 
Είπε "θα φύγουμε" και δεν εφύγαμε.
Είπε "θα πάμε" και ποτέ δεν πήγαμε. 
Είπε "θ’ αλλάξουμε" και δεν αλλάξαμε, 
"θα καζαντήσουμε", και ερημάξαμε. 
Κι αφού "πεθαίνω" δήλωσε, άρα δε θα πεθάνει!

                                  ------

4.

«ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους. 
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-το θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα ’χασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα! Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα. 
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
                                     -----


5.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ 
ΟΤΑΝ ΕΦΤΙΑΞΕ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑ
ή
GYMPOLITIC

Παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου «ΛΟΓΙΑ», με έστειλε χτες στο σπίτι του Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής. Ο λόγος ήτανε η ανακοίνωση από τον Γιωργάκη της ίδρυσης κόμματος από αυτόν. 

-Κύριε Εκδότα, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Δεν περίμενα να τα εξυμνείτε αφού γράφουν την αλήθεια για σας και για το νέο  Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.

-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;

-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.

-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;

-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.

-Τώρα όμως ακούγεστε…

-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα μπροστά μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.

-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε Πρόεδρε;

-Στον χορό! 

-Στον χορό;…

-Στο χορό! Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει το λόγο.

-Τότε θέλατε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνετε συχνά δημοψηφίσματα;

-Προς το παρόν δεν θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.

-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;

-Απολύτως όχι.

-Και γιατί κύριε πρόεδρε;

-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 

-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;

-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.

-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός; 

-Κύριε Εκδότα άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..

-Μάλιστα κύριε Πρόεδρε, έτσι είπα.

-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..

-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.

-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…

-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;

-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!

-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.

-…«μυαλό»;…

-Μυαλό!  Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…

-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.

-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας, πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;

-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια μονάχα εγώ νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μία άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω,

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Και με τα βάρη παίζοντας
(για μένα αστείο πράμα)
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιο τον Ομπάμα.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες,

και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη.
Και μ’ άλλη μια την εκλογή 
του Τσίπρα βγάζω σκάρτη.

Και κάνοντας δυο έλξεις μου 
να!-μα την Παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε Έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό,

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι έχω πάνω μου καλό
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή. Γεια σας.

-Μια στιγμή κύριε Εκδότα… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι. Επιτρέπετε;

-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.

-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Εκδότα, τι θα πει «σκέπτομαι»;…

                                      -----

Μια γάτα στο πάρκο

Περπατώ στο πλακόστρωτο κομμάτι του πάρκου της πόλης. Βλέπω σε απόσταση εφτά μέτρων από τον χλοοτάπητα μια γάτα, που, ακίνητη, έχει στραμμένη την προσοχή της σε ένα σημείο της νότιας γωνίας του. 
Σταματώ την πορεία μου, που η νοητή ευθεία της διασταυρώνει την απόσταση από τη γάτα ως το σημείο που αυτή βλέπει, και στέκω ακίνητος με τη σειρά μου, παρατηρώντας την. Τι βλέπει; Ή τι ακούει;  
Μένει σ’ αυτήν τη στάση χωρίς ούτε ένα κοίταγμα αλλού. Περνάνε δύο ή τρία λεφτά έτσι. Ύστερα αρχίζει να κινείται σκυφτή και με αργά, αθόρυβα βήματα προς το χορτάρι, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από εκεί όπου και πριν κοίταζε. 
Πλησιάζω τόσο, ίσα που να μη της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνει στο πεζουλάκι που χωρίζει το πλακόστρωτο από τον χλοοτάπητα, και τοποθετείται από πάνω του, κάθετα προς αυτό, με τα πίσω πόδια σχεδόν πλήρως ορθωμένα, και με τα μπροστινά επάνω του, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να έχει στρέψει το κεφάλι της ή το μάτι αλλού. 
Τώρα βλέπω καλά ότι η προσοχή της είναι στραμμένη σε ένα σημείο του χορταριού δέκα εκατοστά από εκεί όπου στέκεται. Μένει, παγωμένη λες, σ’ αυτή τη θέση-για πόσο δεν μπορώ να πω: είμαι τόσο συνεπαρμένος με ό,τι διαδραματίζεται μπροστά μου τόσο εντατικά, που νοιώθω μέλος της παράστασης, ώστε ούτε για μένα δεν υπάρχει χρόνος. 
Σε όλο αυτό το διάστημα ρίχνει, αστραπιαία κάθε φορά, δυο φορές μια ματιά προς εμένα, ώσπου σιγουρεύεται ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από την παρουσία μου εκεί, και ίσως υπολογίζοντάς σαν  με συνένοχο σε ό,τι ετοιμάζει. 
Ξάφνω σηκώνει πλήρως τα πίσω πόδια, κουνάει το κορμί της δυο φορές ελαφρά και αργά δεξιά και αριστερά, αστραπιαία ύστερα ανυψώνει ακόμα το κορμί για να πάρει φόρα και με ένα άλμα πέφτει βαριά πάνω στο σημείο που τόσην ώρα παρατηρούσε, με τα μπροστινά πόδια δεξιά το ένα και αριστερά το άλλο από το επίμαχο σημείο, ενώ φέρνει τη μουσούδα της προς τα κάτω, πάνω ακριβώς από αυτό, στη χλόη. 
Ένα δευτερόλεπτο μετά, και χωρίς να κινήσει διόλου  το υπόλοιπο σώμα, σηκώνει τη μουσούδα της από εκεί, κινεί για ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου τα μάτια της δεξιά αριστερά και βάζει τα πόδια της εκεί που πριν είχε χώσει το μουσούδι της. 
Εκεί, τελείως απορροφημένη από αυτό που κάνει, κοιτάζοντας στο ίδιο πάντοτε σημείο και  χρησιμοποιώντας για εργαλεία μια το ένα πόδι της και μια το άλλο, σκάβει με ταχύτητα το χορταρένιο χώμα, ανακατεύοντας το πράσινο της χλόης με το μαύρο-γκρίζο του χώματος. Ύστερα σταματάει το σκάψιμο, σηκώνει το κεφάλι, το κινεί  ελαφρά δεξιά αριστερά, ακολουθώντας κάτι άγνωστο και αόρατο ακόμα για μένα -μια κίνηση; έναν ήχο; μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής κάποιου υποψήφιου  θύματός;-, και ξαφνικά το χώνει ακριβώς μέσα στην τρύπα που είχε μόλις πριν ανοίξει με τα πόδια της. Εκεί, κινώντας γρήγορα το κεφάλι δεξιά και αριστερά, μέσα στο χώμα, μένει τόσην ώρα, που θα μπορούσα στο διάστημα αυτό να έχω με την ησυχία μου πάει κοντά της και να ξαναγύριζα πάλι στη θέση μου. 
Κάποια αίσθησή της τής έλεγε ότι δεν κινδύνευε από τίποτε άραγε, ή δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή παρά η λεία της, ρισκάροντας τα πάντα γι αυτήν; 
Και να, μετά από χώσιμο της μουσούδας της όλο και πιο βαθιά στο χώμα, σκάβοντας λες και με αυτήν, και για τόσο χρονικό διάστημα που σκεφτόμουν πώς μπορεί να αναπνέει τόσην ώρα, τέλος την σηκώνει, κρατώντας όμως τώρα στο στόμα της ένα καταματωμένο ποντικάκι. 
Γύρισε αμέσως προς εμένα, σαν σε συνένοχο ή συνεργάτη, με κοίταξε με το λάφυρό της στο στόμα, προχώρησε λίγα αργά βήματα απομακρυνόμενη από μένα, στάθηκε, και ξαναγύρισε προς το μέρος μου κοιτάζοντάς με καλά καλά στα μάτια αυτή τη φορά- φως φανάρι γεμάτη περηφάνια για το κατόρθωμά της. 
Της φώναξα ένα «μπράβο!» ενώ ταυτόχρονα έσφιξα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου το ένα με το άλλο. Τότε άρχισε να γευματίζει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω αυτό που είδα, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για την παράσταση που δόθηκε μπροστά στα μάτια μου, μια παράσταση που μου έδειξε πόσο πιο αξιόλογα πλάσματα από τον άνθρωπο υπάρχουν πάνω στη γη.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

 



 ΟΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ

(Τα περιστατικά και τα επί μέρους στοιχεία έχουνε παρθεί από το γράμμα της Καίτης Ζεύγου προς τον ΟΗΕ της 8-10-1950)



“Η Ιστορία δε γίνεται επιστήμη παρά όταν οι άνθρωποι έχουν θελήσει να διευθύνουν καθαρά την Ιστορία τους.”
Χέγκελ, Φιλοσοφία της Φύσης


“Από τον αληθινό αντίπαλο παίρνεις άπειρο θάρρος.”
Φ. Κάφκα, Τα μπλε τετράδια



Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΜΑΜΑΛΙΝΑ

Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσω.
Το ένα μου παιδί σκοτώθηκε στην Αλβανία.
Αχ! Το "ένα" όταν πεις, τους αριθμούς τους είπες όλους
όπως όταν λέμε "ρόδι" έχουμε τα σπόρια του όλα πει.

Το άλλο το σκότωσαν οι Γερμανοί.
Καθάριζα χόρτα για το μεσημεριανό του όταν μου το 'πανε.
Τ’ αποκαθάρισα, τα έπλυνα, τα έβρασα
και το μονοπάτι επήρα για την άλλη γειτονιά.
Ήξερα κει εν' άρρωστο παιδί, φίλο του γιου μου.
Του τα ‘δωσα.
Τι να μετράς; Οι αριθμοί δε φτάνουν να μετρήσεις ως το δύο.

Το τρίτο μού το σκότωσε το απόσπασμα
γιατί μιλούσε για λευτεριά και για δημοκρατία.
Μ' ένα μαντήλι πήρα λίγο από το αίμα του
κι έβαψα εν' άσπρο κρίνο στην αυλή. Από τότε
κόκκινοι ως τα σήμερα μαθαίνω
πως βγαίνουνε οι κρίνοι στην αυλή μου.

Μου μένει ένα στερνό παιδί.
Το ψάχανε γιατί έκανε αντάρτης κι έπρεπε
γι αυτό, λέει, να πεθάνει.
Και με βασάνιζαν ενενηντάχρονη
για να τους πω πού κρύβεται.

Δεν άνοιξα το στόμα μου.
Φυλακή με βάλανε ισόβια (ισόβια…
ως και τις λέξεις βασανίζουνε…)
Και είμαι σίγουρη πως όσο και να ψάξουνε
ποτέ τον γιο μου αυτόν δε θα τον βρούνε. Γιατί πονετικά
σαν μάννα που αληθινά φροντίζει για το γιο της
σπόρο στη μήτρα πάλι-μέσα μου-τον έβαλα.




ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΛΜΑ

Αν γυμνωνόμουν, οι συντρόφισσες θα βλέπανε
να 'ναι με μαχαιριές σημαδεμένο το κορμί μου όλο.

Ζωγράφισα στον τοίχο του κελιού μου μια γυναίκα
με ίδια σημάδια στο κορμί σαν τα δικά μου
και λέω πως καθώς εγώ, έτσι και κείνη τάχα
έχει χηρέψει από τους Ιταλούς,
οι Γερμανοί τα δυο παιδιά της έχουνε σκοτώσει, κι η ίδια
ήταν γραμμένη στο ΕΑΜ.
Γι αυτό και τήνε πιάσανε.

Και κάποια νύχτα τη σηκώσανε στις δύο
τη δέσαν σ' ένα ξυλοκρέβατο και λίγο λίγο
τήνε τρυπούσανε με τα μαχαίρια τους φωνάζοντας
σε κάθε νέο χτύπημα: "Λαϊκή δημοκρατία"
δυνατά.

Και χαίρομαι γιατί αυτήνε-τη ζωγραφισμένη:
να τη σκοτώσουν οι φασίστες δεν μπορούν
όπως εμένα θα σκοτώσουνε σε λίγες μέρες-γιατί
μετά 'πο τα βασανιστήρια
με δικάσανε εις θάνατον.



ΑΜΑΛΙΑ ΓΑΛΑΤΣΗ

Το αεροπλάνο αποτελείται από ένα σύστημα πτερύγων και από μία λέμβο που ονομάζεται άτρακτος και που είναι προσαρμοσμένη στο σύστημα πτερύγων. Στην άτρακτο μέσα υπάρχουν τα όργανα χειρισμού του αεροπλάνου και κάτω απ' αυτήν το σύστημα προσγειώσεως. Οι κινητήρες και οι έλικες τοποθετούνται στην πρώρα του αεροπλάνου, εκατέρωθεν αυτής, εντός των πτερύγων.

Όλα τα ξέρω για τ' αεροπλάνα.
Μου τα 'λεγε ο αδερφός μου.
Αεροπόρος. Του άρεσε αυτό
κι εγώ τον άφηνα να μου τα λέει.

Έπεσε στην Αλβανία.

Ο άλλος μου αδερφός και ο πατέρας μου κρεουργήθηκαν
από οργανώσεις παρακρατικές.
Η γιαγιά μου, η αδερφή μου και η νύφη μου, εκτελέστηκαν
από τις ίδιες οργανώσεις.
Τρεις γυναίκες, τρεις άντρες
ξεπαστρεμένοι.

Σωστό ξεκλήρισμα. Κι εγώ
από στρατοδικείο δικασμένη δεκαπέντε χρόνια
γιατί δεν αποκήρυχνα ιδέες
που όλοι αυτοί για κείνες εσκοτώθηκαν…

Δυο χρόνια είμαι μέσα.
Θέλω άλλα δεκατρία.



ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ

Με πιάσανε οι χωροφύλακες γιατί κατέβασα
την αμερκάνικη σημαία απ' το σχολείο της γειτονιάς.

Για ημέρες μ' είχανε στη φάλαγγα.
Μετά με πιάσαν με το βούρδουλα.
"Ώσπου να κατουρήσεις αίμα!",μου 'λεγαν.
Και κατούρησα αίμα.

Ο άντρας μου έπεσε στο Μέτωπο.
Το σώμα του δε βρέθηκε.
Φρουρός αιώνιος έμεινε της λευτεριάς.

Εμένα με δικάσανε ισόβια.




ΑΝΝΑ ΣΤΑΜΑΤΑΤΟΥ

Και που ζω
γιατί;
Ως και τα βασανιστήρια που μου κάνουν, σκέφτομαι
ότι κι αυτά κανένα νόημα δεν έχουν και πως τίποτα
καλό δε φέρνουν σε κανέναν.
Άστοχα.

Να! Τώρα, στις δέκα, θα 'ρθουν να με πάρουνε.
Θα βάλουν πάλι μες στο φύλο μου ένα ρόπαλο
και θα με βιάζουν να βαδίζω έτσι.
Στις δέκα.
Ότι ο ήλιος δε θα βγει είναι πιθανότερο
παρά ότι αυτοί δε θα 'ρθουν.

Τρία παιδιά έχασα. Δύο
μου τα πήραν τα γερμανικά αποσπάσματα. Το τρίτο
έπεσε στο Μάλι-Μάδι. Κι εγώ
πέφτω εδώ κάθε μέρα, κάθε ώρα,
όπως το χέρι που κρατάει εν' άνθος
κομμένο από μια σπαθιά κάθε φορά
μηχανικά πέφτει.





ΜΑΡΙΑ ΜΑΥΡΟΜΑΤΙΔΟΥ

Τη μέρα που με πιάσαν τέλειωσε η ζωή μου-στη φυλακή
τα υπόλοιπα τα χρόνια μου θα ζήσω.
Όμως αγωνίστηκα'
έκανα κείνο που στο μερτικό μου έπεφτε
για να 'ρθει η λευτεριά στον κόσμο.

Ο κυρ-Γιώργης μου 'λεγε: "Μπορεί ποτέ
ν' αφήσουνε στους ρώσους οι αμερκάνοι την Ελλάδα;"
Πόσο κοντά έβλεπε ο κυρ-Γιώργης..
Εγώ δεν ήξερα
ρωσίες κι αμερικές-ήξερα μόνο
πως πρέπει οι άνθρωποι να ζούνε λεύτεροι
και τώρα και μετά και πάντα. Και όχι μόνο
οι άνθρωποι της Ελλάδας ή δεν ξέρω ποιου
κράτους από τα τόσα που εφτιάξανε,
μα της γης όλοι οι ανθρώποι.
τι να 'λεγα όμως στον κυρ-Γιώργη; Αυτός-καλή του ώρα-
μόνο στον μπεζαχτά είχε το νου του.

Τη μέρα που με πιάσαν τέλειωσε η ζωή μου.
Και είμ' ευτυχισμένη.
Κι η φυλακή παράδεισος-γιατί τι άλλο
παρ' η εκτέλεση του υπέρτατου καθήκοντος
κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένον;

Είχα έναν άντρα μια φορά.
Κι είχα ένα γιο.

Μια μέρα
στην Κατοχή
στο μπλόκο
στην πλατεία
ένας κουκουλοφόρος ύψωσε το χέρι και τους έδειξε.

Τώρα μαζί και με τους δυο στον τόπο είμαι
που ζωντανούς δεν ξέρει ή πεθαμένους παρά μόνο
τιμή
αξιοπρέπεια και καθήκον.



ΜΑΡΙΑ ΖΩΓΟΥ

Όταν ο Άρης βγήκε στο βουνό
ως και τις πέτρες εξεσήκωσε
και πόδι φασιστών να τις πατήσει δεν ανέχονταν.

Ο ένας μου γιος κι ο αδερφός μου ήταν δυο λεβέντες
από τους τόσους που ακολούθησαν τον Άρη.
Χαθήκανε μαζί του,

Ενίκησε ο φασισμός.
Λοιπόν;
Οι νικημένοι όλοι πρέπει να πεθάνουν;

Μα έτσι αποφάσισε ο Βαν Φλητ. Κι οι υποταχτικοί του
πήραν τις πέτρες που τους κακοπόδιζαν
και χτίσανε μ' αυτές τη φυλακή ετούτη
και μέσα της τους ανυπόταχτους εβάλαν.

Μ' αν εφοβόνταν μια γυναίκα εξηντάχρονη και με φυλάκισαν
γιατί είν' ανάγκη να με βασανίζουνε
χτυπώντας με παντού με κείνη τη σανίδα την καρφιά γεμάτη;

Δεν ξέρουν όμως πως από το σουρωτήρι του κορμιού μου
βγήκε ο πόνος
και το μίσος
κι η αιτία του κάθε τι.
Και πως χτυπάνε συνακόλουθα με τη σανίδα
εν' άδειο απ' όλα-εν' άψυχο κορμί
που τους κουράζει μοναχά και τίποτ' άλλο.




ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΟΥΣΑΝΔΡΑ

Στις τρεις Ιούλη, τρία χρόνια πριν, η αστυνομία
το Μετοχικό πυρπόλησε και ύστερα
κουμουνιστές αρχίνησε να πιάνει ότι τάχα
εκείνοι βάλαν τη φωτιά.

Στις δεκατέσσερες Ιούλη πιάσανε κι εμένα. Μαζί
τα τρία μου παιδιά,
πέντε ανήψια μου,
δύο ξαδέρφες μου και τον γαμπρό μου.

Δυο μήνες ύστερα, μονάχη απ' όλους, ζωντανή έμεινα εγώ,

Ούτε να πονέσω δεν επρόλαβα.

Η Καίτη έκανε παράπονα στον ΟΗΕ.
Της είπα να μη βάλει μέσα τ' όνομά μου.
Δε θέλω να καλυτερέψει τίποτα για μένα
Τα θέλω τα βασανιστήρια: απομόνωση
σε μικρά κελιά ένα επί ένα,
ξύλο μέχρι να σπάσουνε τα κόκαλά μου,
λιτάρισμα,
ξεγυμνώματα,
βελόνες στα νύχια μου,
βραστά αυγά στις μασχάλες.

Θέλω να χαίρομαι γνωρίζοντας
από τι γλίτωσαν όσοι εχαθήκαν
και να βλέπουνε κι αυτοί από κει που είναι
γιατί δεν πρόλαβα
και για κείνους λίγο.να πονέσω.



ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΑΡΑΤΣΗ

Έβλεπε τη φωτογραφία των παιδιών μας
σκοτωμένων
κι έσκαζε στα γέλια.
Είχε τρελαθεί από τα βασανιστήρια
της Μακρόνησος. Εγώ
κλεισμένη εδώ, δεν το 'ξερα.
Μου το 'παν οι συναγωνίστριες
που έρχονταν σακατεμένες από κει.

Η ιστορία μου είν' η ιστορία της Ελλάδας.
Τρία παιδιά εγέννησα,
λες ένα για την κάθε μας καταστροφή: Αλβανία,
Αντίσταση,
Εμφύλιος.
Κι έτσι κλεισμένη εδώ, έχω αρχίσει
και λέω πράγματα παράλογα. Και λέω τάχα
πως είμ' εγώ η ίδια η Ελλάδα,
ότι τα τρία παιδιά μου είναι
η Αλβανία, η Αντίσταση κι ο Εμφύλιος,
κι ότι ο άντρας μου ο τρελός είν' ο λαός μου.

Και πιότερο ταιριάζει στην παραλοή μου
το που ο λαός μου είναι τρελός
γιατί αν δεν ήτανε-πέστε μου αγάπες μου-
θα τα 'βαζε με τέσσερα θεριά ολομόναχος-
γερμανοϊταλούς κι αγγλοαμερκάνους;



ΕΛΕΝΗ ΜΠΟΥΡΜΗ

Ένα πατέρα κι έναν αδερφό θρηνώ εγώ-
αυτών μονάχα ο Τρούμαν εδογμάτισε το θάνατο.

Και ντρέπομαι να βγω μπροστά σε κείνους
που δε θρηνούν τη ρίζα και τα κλώνια
μα και τ΄άνθια τους.

Γι αυτό-αχ πόνε μου-
στο δάσος μέσα της πατρίδας μια ιτέα
κλαίουσα έχω γίνει και θρηνώ σαν να τα γέννησα
όλα τα δύστυχα παιδιά
που κόπηκαν ακάρπωτα κι αμύριστα
μ' ελληνικό μαχαίρι που το κράταγε
που χέρι αμερκάνικο κρατούσε.




ΓΑΡΥΦΑΛΙΑ ΔΟΥΝΑ

Χωρίσανε στα δύο την ψυχή μου' γερμανοί από τη μια
και στρατοδίκες έλληνες από την άλλη.
Και πήραν τα κομμάτια της-τα δυο αδέρφια μου.

Να τους μισήσω μη μου ζητάτε.
Να τους λυπηθώ ναι.
Ούτε όταν τα καλώδια μου εφαρμόζουνε
και με περνάν με ρεύμα-ούτε τότε
κατάρες ή βρισιές δε βγαίνουν απ' το στόμα μου-οι φωνές μου
πόνου φωνές-ανθρώπινες είναι μονάχα.

Ξέρετε
μάλιστα
φορές φορές τους λέω ευχαριστώ
γιατί όσο πιο μεγάλο το κακό που κάνουν
τόσο πιο θεριεμένα κι άγρια θα 'ρθουν τα καλά
που τόσοι όπως εγώ για κείνα υποφέρανε:
η πανανθρώπινη ελευτεριά
η ειρήνη η παγκόσμια
η Ανθρωπιά.



ΑΝΘΟΥΛΑ ΠΑΛΗΚΑΡΙΔΟΥ

Με βιάσανε μπροστά στα δυο παιδιά μου.
Μπροστά μου εκτελέσανε τον άντρα και τον αδερφό μου.
Δυο μέρες ύστερα απ' τις εκτελέσεις
με καταδίκασαν σε θάνατο
Είναι γιατί με λυπηθήκαν τάχα
ή γιατί νομίζουν
ότι ο θάνατος κακό θα 'ναι για μένα κάτι;



ΜΟΣΧΩ ΞΑΝΘΟΥ

Μ' έχουν μερόνυχτα άυπνη και με χτυπάνε.
Δεν ξέρω πια τι πιο πολύ πονάει-
το ξύλο; η αυπνία;

Κι ενώ με βασανίζουνε, ανοίγει η πόρτα ξαφνικά
και μπαίνει κάποιος που μ' αρπάζει
από τα χέρια εκείνων που με δέρνουνε
με ρίχνει πάνω σ' ένα στρώμα
και με βιάζει.
Μετά σειρά έχει άλλος..κι άλλος..

Το κορμί μου κατάμαυρο.
Το στήθος μου ρημαγμένο' η δεξιά του ρόγα
κρέμεται κομμένη.Το φύλο μου όχι μια
παρά πολλές πληγές αιματηρές.

Τους τελευταίους βιασμούς δεν τους θυμάμαι
γιατί αμέσως μόλις με ξαπλώσουνε
πριν απ' αυτούς βρίσκει ευκαιρία ο ύπνος
και αυτός πρώτος με παίρνει.



ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΑΚΑ

Την ευχαρίστηση έχω σε πόσους άντρες δώσει!
Όλοι οι χαφιέδες της Ασφάλειας
και οι σπιούνοι της Αμάγκ
περάσαν από πάνω μου,
Αν ήμουν πόρνη θα 'χα τώρα θησαυρίσει.

Είμαι τυχερή, μου λένε; γιατ' είναι όμορφη, αλλιώς
θα 'χα πεθάνει τώρα.

Πως είμαι όμορφη το ξέρω-κουμουνιστικό άσχημο
τίποτα δεν υπάρχει.-όλες μας είμαστ' όμορφες εδώ.

Τέλος,
απ' τα πολλά τα σπέρματα που δέχτηκα,
κάποιο
δέθηκε μέσα μου και γέννησα εν' αγόρι.
Τώρα εκείνο βρίσκεται σε κάποιο ίδρυμα
κι εγώ εδώ να με χτυπάν και να με βασανίζουνε
και να με βιάζουν όποτε τους κάνει κέφι.



ΠΕΠΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Να κλαίει βέβαια κανείς είναι γελοίο
αφού αξία καμία δεν κακοπαθαίνει
ούτε αφανίζεται.
Κι αξία δεν υπάρχει πια καμία-όλες τους
όπως κι εμάς,
αφού τις βασανίσαν πρώτα, τις εκτέλεσαν.

Μπορείς να κλάψεις για καλό κάτι που υπάρχει
και συ να το 'χεις δεν μπορείς. Όμως
υγεία, ηθική, τιμιότητα, ανθρωπιά και λογική
πάνε πια.

Μία κανονικότητα μονάχα μένει γεγονότων
κάθε ημέρα ίδιων: ξύλο στις δέκα,
φάλαγγα το απόγεμα
και το βράδυ κατάβρεγμα με κρύο νερό.
Και σήμερα σαν ν' άργησαν-
Ε! Φρουροί!..




ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΓΚΙΤΗ (δεκαεξάχρονη)

Περίμενα σαν Άνοιξη το γάμο μου
που όλα μου τα κλαριά μ' άνθη θα γέμιζε.
Να χύσω μες στα πέταλά τους της ψυχής μου το άρωμα
να ευωδιάσει η Πλάση.

Αντίς γι αυτό με βιάσανε.
Κι ως και οι ρίζες μου ξεράθηκαν.



ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΤΣΙΝΑΒΟΥ

Είμ' έγκυος.
Χτες το κατάλαβα.
Αν ζήσω ως τότε θα 'χω ένα παιδί.

Τον καιρό που το ’πιασα μια παρέα χίτες με γλεντούσε.
Έξω τα δέντρα λάμπανε τότε-σαν να 'χε πάντα μόλις βρέξει-
και τα λουλούδια εφαντάζαν με ζωηρότερα
χίλιες φορές από άλλοτε τα χρώματα στο πρόσωπό τους.
Όλα έξω τότε ήταν ολοκάθαρα,
γιατί τη βρώμα όλη
στη φυλακή την είχανε μαζί τους οι βιαστές φερμένη
και την αδειάζαν μέσα μου με τα χοντρά όργανά τους.

Να 'ταν από την τόση βρώμα να 'βγει κάτι αγνό
όπως από την κόπρο το λουλούδι!
Να 'ταν να βγάλω εν' αγνό παιδί!..μα πώς
με τέτοιο ένα τέρας-όποιο-για πατέρα;



Π.ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΟΥ

Όπως ο κλέφτης ένα σπίτι διαλέγει να διαρρήξει
και την πόρτα του με εργαλεία
ειδικά της δουλειάς του
προσπαθεί μάταια ν' ανοίξει, γιατί εκείνη
αντιστέκεται και δυσανασχετεί
έχοντας στο νου της
αντίς τα εργαλεία ετούτα
το κλειδί που για κείνηνε φτιαγμένο είναι
και ο κλέφτης
χολωμένος και ανυπόμονος βρίσκεται
γιατί τον κεντρίζει
το πάθος ή η ανάγκη της κλοπής κι η λεία η εύκολη, επειδή
ερημικό και άδειο το σπίτι είναι,
και τέλος
με μια κλωτσιά στην κλειδαριά
την πόρτα ανοίγει,

έτσι και μένα ο βιαστής με παίδεψε
ώσπου (φόβο μην έχοντας αυτός κανένα)
απαυδισμένος,
σαν ο αδικημένος ιδιοκτήτης να 'τανε,
με μια γροθιά
συντρίμμια μ' έκαμε.



ΣΟΦΙΑ ΚΩΦΟΥ

"Πουτάνες! Εδώ κυβερνάει ο Γκρήνσγουολντ!"
Αυτή την κραυγή άκουγα
Δεμένη στα κάγκελα του κρεβατιού
που πάνω του με βιάζανε-δεμένη
με ανοιχτά χέρια και πόδια σαν το γράμμα χι,
κάτι παράξενο κι αταίριαστο στο χώρο μέσα που τα γράμματα
κι ό,τι μαζί τους φέρνουνε είν' αποδιωγμένα.

Ο βιαστής όλη τη νύχτα δούλευε απάνω μου
σαν μανιακός ερευνητής που όλες τις εφευρέσεις του
εκείνη τη νυχτιά τις έκανε και κείνη
την ίδια τη στιγμή, συνεπαρμένος, τις εφάρμοζε.

Πώς έπιασα παιδί έτσι;
Δεν είναι άδικο να πιάνεται παιδί-που θα πει άνθρωπος-
όντας τα πόδια μόνο της γυναίκας ανοιχτά
ενώ η ψυχή της μένει πιο απ΄ το κλείσιμο κλειστή;

Στα χέρια μου ως στα σήμερα
δυο χρόνια ύστερ' από το βιασμό
φαίνονται τα σημάδια καθαρά
που τα σκοινιά γύρω τους κάνανε.

"Πουτάνες" ήμαστε οι φυλακισμένες κουμουνίστριες.Γκρήνσγουολντ
εν' από τ' αμερικάνικα τ' αφεντικά.



ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΡΑΠΤΙΔΟΥ

Ο κόσμος γυρίζει γύρω
σπρωγμένος απ' τον πόθο του άντρα για γυναίκα.
Όλα τα κακά από κει ξεκινάνε. Γι αυτό οι φόνοι
γι αυτό οι υποκρισίες,
οι πόλεμοι,
το χρήμα.

Δεν κατηγορώ τους βιαστές μου λοιπόν.
Κατηγορώ κείνο που έτσι τους έπλασε-
αυτό που έπλασε και τη γυναίκα έτσι αρνητική,
έτσι ανυπόταχτη στις αντρικές ορέξεις
που η ίδια αυτή γεννάει.

Μ' ένα λόγο τη ζωή κατηγορώ
και στρατοδίκης γίνομαι σκληρός και τη δικάζω
κι εις θάνατον επτάκις-όσοι κι οι βιαστές μου
την καταδικάζω
Κι η ίδια εγώ αυτή μου την απόφαση
στο θάνατο περνώντας θα εκτελέσω
χαρίζοντας στο χάρο το κορμί μου. Επιτέλους
για μια φορά
άλλοι δε θα με διαλέξουνε, παρά εγώ
τον εραστή μου ελεύθερα διαλέγω.



ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΤΣΟΥΤΣΟΥΛΑ

Υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' το να 'σαι σκλάβος
και ν' αποζητάς τη λεφτεριά
και να βασανίζεσαι γι αυτό απ' το πρωί ως το βράδυ, ώσπου
η μέρα να 'ρθει να εκτελεστείς;
Κι υπάρχει τίποτα χειρότερο απ' το να σου 'χουν
όλους σκοτώσει τους δικούς
γιατί να φέρουν θέλανε την ανθρωπιά στη γη;

Κι όμως υπάρχει-ναι-κάτι χειρότερο. Είναι
να υπομένεις τη σκλαβιά
λέγοντας "ναι" όταν "όχι" πρέπει
θάβοντας έτσι μέσα σου βαθιά
την ιερή ανταρσία που βογκάει εκεί κλεισμένη-την ανταρσία
που μόνο αν ξέσπαζε θα σε λευτέρωνε.

Εγώ έκανα την ανταρσία μου.
Και λεφτερώθηκα.
Εσείς;



ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ομαδικοί βιασμοί-δεκαπέντε γυναίκες
στον προθάλαμο, στρωματσάδα.
Τι άλλο να πω;
Τι άλλο να δω;
Τι να υποφέρω άλλο;
Πού αλλού να φτάσω
βγαλμένη από τα σύνορα του εαυτού μου
για να φωνάξω δυνατά και να μ' ακούσεις;

Πατερούλη!
Άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα.
Και μην αγγίσεις τίποτα αν δε θες-αν δεν το επιτρέπει
το συφέρο του σοσιαλισμού.
Μόνο άπλωσε το χέρι σου και κατά την Ελλάδα-ο ίσκιος του
θα φτάσει για να διώξει τους βρικόλακες
που μες στον ψεύτικο ύπνο τους λουσμένοι
το λαιμό μας γυμνώνουνε και μας δαγκάνουν έναν έναν.

Σε λίγο πατερούλη, αν δεν το κάνεις,
θα έχεις γειτονιά σου μιαν Ελλάδα βρικολάκων και σιγά σιγά
Ευρώπη μία βρικολακιασμένη-αν πατερούλη
τώρα δεν κάνεις κάτι.
Και τότε πατερούλη πάει ο σοσιαλισμός-πάει να πει
πάει τ' ανθρώπου η ευτυχία.



ΔΙΗΓΗΣΗ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΥ
ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ

α. ΓΙΑ ΑΘΗΝΑ ΤΣΙΑΝΤΙΚΟΥ

Εβδομήντα χρόνων ήτανε η Αθηνά Τσαντίκου.
Τήνε ξεγυμνώσαμε, της περάσαμε φάλαγγα
κι αρχίσαμε να τη χτυπάμε με κοτρώνες πέτρες:
"ποιος θα σηκώσει τη μεγαλύτερη"
στοιχηματίζαμε.

Την κλείσαμε στην απομόνωση έτσι ματωμένη και γυμνή,
πήγαμε απόξω το δεκαπεντάχρονο αγγόνι της
και κει το βασανίζαμε να μας ειπεί
με ποιον μαζί έγραφε συνθήματα στους τοίχους.
Ελέγαμε πως η γιαγιά του
θα το δασκάλευε να μαρτυρήσει. Μα εκείνη
μ' αδύναμη απ' την εξάντληση φωνή, "μη αγόρι μου"
του φώναξε, "μη μαρτυρήσεις τίποτα
και πάρεις πατριώτες στο λαιμό σου".

Την εκτελέσαμε το ίδιο βράδυ.



β. ΓΙΑ ΚΑΣΤΑΝΙΔΟΥ

Της Καστανίδου της τρυπήσαμε τα χέρια της με πρόκες
που όταν λίγο τις εσπρώχναμε
ούρλιαζε κείνη από τον πόνο.
"Είσαι κουμουνίστρια;"
"Ναι!"
"Αποκηρύσσεις;"
"Όχι!"
Της βάλαμε μια γάτα στην κυλόττα της μέσα.
Αίμα έτρεξε στους μηρούς της.
Όταν για λίγο η γάτα ηρεμούσε, τη λογχίζαμε.
"Αποκηρύσσεις;"
"Όχι!"
Πήγα και το δεκατετράχρονο έφερα παιδί της.
Το έβαλα να γονατίσει εμπρός της και του κάρφωσα
μες στα μηνίγγια το μπιστόλι μου.
Όταν αυτή το είδε:
"Μη σε νοιάζει παιδί μου.
Κι αν πεθάνεις δε θα καταλάβεις τίποτα.
Ενός λεπτού υπόθεση είναι.
Και σε λίγο έρχομαι κι εγώ."
Και λιποθύμησε.



γ. ΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ

Είχε στην αγκαλιά της τον μικρό της γιο
που της τον άφησε ο άντρας της
εκτελεσμένος απ' τους γερμανούς για σαμποτάζ.

Με το πείσμα της μας είχε φουρκίσει.

Άρπαξα το παιδί απ' την αγκαλιά της
(ο Γιάννης κι ο Θωμάς τήνε κρατούσανε)
το 'βαλα κάτου κι άρχισα
να το ποδοπατώ με τις αρβύλες μου.
Αίμα έτρεξε απ' το στόμα του.
Πήρα της Κυριακής το δεξί χέρι
και της το 'σπασα απ' την ωμοπλάτη.
Οι άλλοι, με κλωτσιές,
της σπάσαν τη λεκάνη.



δ. ΓΙΑ ΒΙΟΛΕΤΤΑ ΤΣΑΜΟΥΤΑΛΙΔΟΥ

Εβδομηνταπεντάχρονη.
Τη φέραμε σ' ένα κελί των αντρικών των φυλακών.
Στο διπλανό είχαμε το γιο της που ηρωικά
είχε στο Ελ Αλαμέϊν πολεμήσει.
Ο άλλος γιος της σκοτωμένος απ' τους γερμανούς.

Εκοίταγε αυτή απορημένη-τι δουλειά
είχε στις αντρικές τις φυλακές μία γυναίκα;

Οι δικοί μας δίπλα
αρχίσανε να βασανίζουνε το γιο της.
Φώναζε κείνος σαν μοσχάρι που το σφάζουνε.
«Τη γνωρίζεις τη φωνή αυτή γρηά πουτάνα;»
Έβγαλε τρομερή φωνή:
"Παιδί μου!.."

Της ρίξαμε λάδι καυτό στο στήθος.
Βάλαμε το χέρι της στον τοίχο.
Το καρφώσαμε 'κεί
κι αρχίσαμε να τη χτυπάμε...

Μια τελευταία κραυγή κι ο γιος της τέλειωσε.
Γύρισε και με κοίταξε με μι άγρια χαρά:
"Τώρα δε σας μένει τίποτ' άλλο!"



ε. ΓΙΑ ΜΑΛΑΜΑΤΗ ΓΛΥΚΑΝΤΖΗ

Η Γλυκαντζή, εξηντάχρονη κι ο άντρας της στην ίδια ηλικία.
Τους βασανίσαμε αποβραδίς και τους πετάξαμε
σ' ένα ολοσκότεινο κελί.
Για λίγο στήσαμε αυτί πίσω απ' την πόρτα.
"το Κόμμα.." ακούγαμε, "ο Σοσιαλισμός.."
"το Κόμμα..η Λευτεριά..η Δημοκρατία.."
και πάλι "το Κόμμα.."

Την άλλη μέρα, μεσημέρι, πήγαμε να τους ανοίξουμε
να συνεχίσουμε.
Ο άντρας ήτανε νεκρός και η γυναίκα του
τον κράταγε στην αγκαλιά της.

ΤΕΛΟΣ ΔΙΗΓΗΣΗΣ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΟΥ
ΒΑΣΑΝΙΣΤΗ



ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΜΚΑ

Ήμουν αντάρτισσα με το Μάρκο.
Όταν δεν πολεμούσα έγραφα ποιήματα.
Μα μ’ όλα όσα έγραψα-κι έγραψα πολλά-
τίποτα στον αγώνα δεν επρόσφερα.
Όλα μου τα ποιήματα δεν έφτιαχναν μια σφαίρα
που ένας αντάρτης ρίχνει
στο φασισμόν ενάντια.

Ποιητές!
Αφήστε το μολύβι που γράφει
και πιάστε το μολύβι που σκοτώνει.
Δώστε αλλιώτικο ένα φύσημα στη φλόγα σας-
αλλιώς να κάψει πρέπει.

Ποιητές!
Πυκνώστε τις τάξεις της παγκόσμιας επανάστασης!
Δώστε το αίμα σας για τη δικιοσύνη!
Παλέψτε για τα ιδανικά που τώρα τραγουδάτε-τη λευτεριά
το αίμα κι όχι το μελάνι θα τη φέρει.

Σας το λέει μια αντάρτισσα
με χαμένο το 'να μάτι της
και με τα πόδια της σακατεμένα.



ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ

Το αμάρτημά μου: ήθελα δημοκρατία.
Με πιάσαν όταν πήγα για να βρω τα κόκκαλα του άντρα μου
εκεί που τον σκοτώσανε οι χίτες.

Δυο χρόνια τώρα υποφέρω απ' τα μαρτύρια που μου κάνουνε:
ξύλο, φάλαγγα, λιτάρισμα, κάρφωμα, παλούκωμα.
Δεν άντεξα. Έκανα χαρακίρι να γλιτώσω.
Δεν τα κατάφερα.
Με πήγαν στο νοσοκομείο. Σα με γυρίσανε από κει
με μισόκλειστα τα τραύματά μου
την ίδια μέρα
με λιτάρανε όρθια για εφτά ώρες
χωρίς νερό.



ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΝΤΖΟΥ

Δεν κοιτάω δεξιά κι αριστερά μου.
Δεν κοιτάω πίσω μου.
Κοιτάω μπροστά.

Έφυγα στο βουνό να μη με πιάσουνε οι Μάηδες.
Όμως με βρήκανε, με πιάσανε,
με φέραν στην πλατεία της Καστοριάς
και μ' έβαλαν για ώρες να κρατώ στα χέρια μου
τα κομμένα του γαμπρού μου και του θείου μου κεφάλια
που λίγο πριν είχαν σκοτώσει.
Τη νύχτα μ' έριξαν σ' ένα θεοσκότεινο δωμάτιο
πετώντας από πίσω μου στο πάτωμα τα δυο κεφάλια..
Νυχτέρεψα μαζί τους.

Τα θυμάμαι όλ' αυτά όπως τις παιδικές
αβέβαιες καταστάσεις και συμβάντα
που λες μπορεί και να μην έγιναν καθόλου.

Κοιτάω μπροστά.
Και βλέπω γύρω μου παιδιά χαρούμενα.
Και βλέπω να 'χουν όλ' οι άνθρωποι μερίδιο
στην ευτυχία.
Και προσπαθώ στο νέο κόσμο μου να ξεχωρίσω
σύνορα ανάμεσα σε κράτη
και σύνορα δεν υπάρχουν.
Ανοίγω ένα λεξικό της νέας παγκόσμιας κοινωνίας και ψάχνω
στο γιώτα για να βρω "ιδιοκτησία"
Και δεν υπάρχει.
Ψάχνω για εκμετάλλευση, το ίδιο.
Βλέπω στο βήτα για βασανιστήρια, τίποτα.

Κι είμαι περήφανη που η ευτυχία θα 'ρθει όχι απ' αυτούς
που τώρα έξω απ' το κελί μου περιμένουν να με βιάσουνε
αλλ' από με, που βασανίζομαι αντίς να υποταχτώ
της δυστυχίας την αλυσίδα
με την υποταγή μου στερεώνοντας.



ΑΝΝΑ ΑΜΠΑΤΖΗ

Πενήντα χρόνων, φυματική, με οξείς ρευματισμούς.
Τη μέρα που με πιάσανε ως τ' άλλο πρωί με βασανίζανε.
Μ' αφήσανε λιπόθυμη μες στο κελί μου.
Οι αρβύλες από κάτω έχουν προκαδούρα.
Ο λαιμός μου είναι πιτσιλωτός απ' τα σημάδια της..
Την τρίτη μέρα
μου βγάλαν τα μαλλιά τραβώντας τούφα τούφα.
Τα μαλλιά, να ξέρετε, είναι καλά ριζωμένα-
δύσκολα βγαίνουνε.
Και "μουγκή" αν με φωνάζουν είναι που με μια δαγκωματιά
μου κόψανε τη γλώσσα. Όλ' αυτά
γιατί εφώναζα συνθήματα του ΕΑΜ.

Την όγδοη μέρα έβαλαν στα νύχια μου καρφίτσες
και μου 'βγαλαν τα δόντια με τανάλια.
Τη μέρα την εντέκατη αποφασίσαν με κλωτσιές
από τη μια ως την άλλη άκρη να με πάνε του διαδρόμου.
Αποτέλεσμα: τρία πλευρά σπασμένα.

Ύστερ' απ' όλ' αυτά με ρώτησαν: "αποκηρύσσεις;"
Τους ζήτησα μολύβι για να γράψω την απάντηση.
Την έγραψα.
Μια τελευταία κλωτσιά μ' έστειλε στο κελί μου.

Δυόμισι χρόνια τώρα έτσι.




ΟΛΓΑ ΗΛΙΑΔΟΥ

Δεμένη πίσω από αυτοκίνητο ένα που 'τρεχε
με σέρναν.
Άλλοι τροχοί τώρα.
Ελαστικοί και γρήγοροι. Όχι αργοί,
σιδερένιοι του μεσαίωνα.

Μα όσο κι αν γρήγορα παν οι φασίστες πάνω σε τροχούς,
από το σοσιαλισμό δε θα ξεφύγουν.
Θα τους πιάσει να τους δέσει στο δικό του άρμα
και το μεγάλο του όχι θα τους πει
όπως εγώ τους είπα το δικό μου όχι-τ' όχι
της Όλγας Ηλιάδου,
της εργάτριας από την Κοκκινιά, που εκατάφερε
να υψωθεί ως το ύψος του Ανθρώπου.



ΚΑΛΑΡΗ ΧΡΥΣΗΙΔΑ

Ο πατέρας μου ήτανε στρατηγός.
Εθνικός ήρωας. Μπιζάνι, Βουλγαρία, ό,τι εκαταπιάστηκε
το 'βγαλε πέρα νικηφόρα,
Το δεκάξι έγινε υπουργός Εθνικής Άμυνας.

Τους αρέσει να με βασανίζουν
με στεφάνι στο κεφάλι και με φάλαγγα.
Με δίκασαν δύο φορές για "αντεθνική δράση".
Και τις δυο με καταδίκασαν σε θάνατο.
Μπορεί να μ' εκτελέσαν και τις δυο φορές
και να μην πέθανα. Γιατί αλήθεια
το δέντρο του σοσιαλισμού που μέσα μου
πολύνθο κι όλο ζωή φουντώνει,
το χώμα ανάμεσα στις ρίζες του
να το αποχωριστεί δε γίνεται.
Αυτό το χώμα είμαι.



ΝΑΣΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Πολιομυελίτιδα πάσχω,
Με ό,τι όμως δεν έχω στο κορμί μου πεθαμένο
είμαι κουμουνίστρια.
Παράλυτα τα πόδια μου. Οι βασανιστές μου
με κουβαλάνε σέρνοντάς με απ' τις μασχάλες
όταν η ώρα φτάνει των βασάνων μου.
Τους είναι πιο εύκολο παρά να με κλωτσάνε-
κορμί με δίχως τόνο
είναι βαρύ πολύ .

Στεφάνι, βγάλσιμο νυχιών,
κάθισμα σε πάγο, κάψιμο στήθους..
Μόνο τα πόδια μου δε βασανίζουν γιατί έτσι,
νεκρά από την αρρώστια δε θα τους λογάριαζαν..

Όπως και η ψυχή μου δεν τους λογαριάζει.
Από περηφάνεια αυτή.




ΠΩΣ ΠΕΘΑΙΝΑΝ ΟΙ ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΡΙΕΣ



α. ΣΤΑΘΟΥΛΑ ΛΕΒΕΝΤΗ

Απ' τα παράθυρα γύρω τριγύρω
τη βλέπανε οι άλλες οι γυναίκες,
σαν του θανάτου ο Χορός να ήσαν.
Η Πλάση όπου να 'ναι θα ξυπνήσει.
Γεμάτος νιες χαρές και νιες λαχτάρες
ετοιμαζόταν ο ήλιος ν' ανατείλει.
Το Χτες βαθιά χαμένο μες στη νύχτα
και γιορτινό το Σήμερα ερχόνταν.
Νυστάζοντας ακόμα οι στρατιώτες
στέκανε στην αυλή παραταγμένοι.
Της φυλακής ανοίγει η μέσα πόρτα
και βγαίνει από μέσα η Σταθούλα.
Και δυο στρατιώτες πίσω της ερχόνταν
που αμέσως πήγανε κοντά στους άλλους
τις λεπτομέρειες για να κανονίσουν
"της εκτελέσεως της κρατουμένης".
Εστάθηκε για λίγο η Σταθούλα,
εκοίταξε τριγύρω τις γυναίκες
μες στα καγγελωτά τα παραθύρια,
κι έσυρε μια φωνή στριγγιά του Άδη
που όλες τις κόλασες μέσα της κλειούσε
και τουτουνού και όποιου άλλου Κόσμου.
Κατόπι ένα τραγούδι αρχινάει
και το χορό μονάχη ξεκινάει:
"Έχε γεια καημένε κόσμε..."

Πίσω τής δέσανε τα χέρια κι όρθια
τη σπρώξαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Και πριν τα όπλα τ' άδικο ξεχύσουν
αυτά τα λόγια η Σταθούλα λέει:
"Συντρόφισσες! Όποια πεθαίνει για το Κόμμα, πεθαίνει για τη λευτεριά. Κι όποια πεθαίνει για τη λευτεριά, ζει αιώνια. Καλήν αντάμωση συντρόφισσες."






β. ΙΣΜΗΝΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στολίστηκε, γλυκά λουλούδια πήρε,
και τα πετούσε προς τα παραθύρια
"για λευτεριά" φωνάζοντας συνέχεια,
"για λευτεριά συντρόφισσες πεθαίνω".

Την πιάσαν και τη στήσανε στον τοίχο.
Αυτή 'χε ακόμα στο κουτί καλούδια
και τα πετούσε προς τα παραθύρια.
Και πριν του "πυρ" τη διαταγή ν' ακούσουν
στα πόδια της ερίξαν οι στρατιώτες
ακίνητος ο στόχος τους για να 'ναι.
Και δίνοντας και τη γλυκιά στο στόμα
τη λέξη "λευτεριά" κρατώντας πάντα,
έφυγε από τον κόσμο μας η Ισμήνη
και στον αιώνιο κόσμο της επήγε.



γ. ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΟΛΥΓΕΝΟΥΣ

Δεκαεφτάχρον' ήταν η Γιωργία.
Είχε γενέθλια τη μέρα κείνη.
Μαθήτρια του γυμνασίου ακόμη
κι ευώδιαζε σαν λούλουδο δροσάτο.
Στη φλόγα της ζωής μια σπίθα ήταν
και μια οπτασία ολόφεγγη, λες κιόλας
πως ήταν απ' τα γήινα λυτρωμένη.
Κι είπε με τη βελούδινη φωνή της:
"Συντρόφισσες!
Παλέψαμε να κάνουμε τ' όνειρό μας αλήθεια. Δεν τα καταφέραμε. Γρήγορα θα το κάνουν άλλες κι άλλοι.
Συντρόφισσες!
Μιας και θα πεθάνει κανείς μια μέρα, ας πεθάνει για το μοναδικό αγαθό-τη λευτεριά!"

Και κει απάνω, ως το 'θελεν ωραία
έπεσε η συντρόφισσα Γιωργία.




δ. ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΕΛΑΣΙΔΟΥ

"Αγρότισσα" οι συντρόφισσες τη λέγαν.
Γιατί αλήθεια και αγρότισσα ήταν
και με της γης τα λόγια όλο μιλούσε.
Κι έλεγε:" Κουμουνίστρια έχω γίνει
γιατί κι εγώ για κόνισμά μου έχω
μες στης ψυχής τα βάθη ένα δρεπάνι".

Γελούμενη επρόβαλε στην πόρτα
Εστάθηκε στη μέση της πλατείας
και σαν σε θεάτρου να 'τανε τον κύκλο
το χέρι άπλωσε σαν όπως σπέρνουν
κι είπε τα λόγια ετούτα ένα ένα:
"Αν δε ρίξει ο ουρανός νερό, το στάρι δε γίνεται συντρόφισσες. Κι αν εμείς δε χύσουμε το αίμα μας, κουμουνισμός δε γίνεται-ψωμί δεν έχει. Είμαι περήφανη που δίνω τη ζωή μου για το λαό μας."

Κι αλήθεια, έσπερνε την ώρα εκείνη.




ε. ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΡΤΑΛΗ

Πρώτα τον αδερφό της φέραν έξω,
ράκος σωστό από τα βασανιστήρια.
Ύστερα και τη Δήμητρα εβγάλαν.

Πιστάγκωνα δεμένη. Λίγο οι δυο τους
μείνανε δίπλα δίπλα, σαν ζευγάρι
που στο ζυγό του μαρτυρίου δεμένο
οργώνει το χωράφι που εντός του
της λευτεριάς ο σπόρος θα θεριέψει.

Μ' ένα κυρτό σπαθί, εκεί, μπροστά της,
του αδερφού της πήραν το κεφάλι.
Τ’ άσκυφτο εκείνη όρθωσε δικό της:
"Είδατε συντρόφισσες; Η ζωή είναι ένα τίποτα. Εκείνο που μετράει είναι η λευτεριά!."
Κι όταν στο απόσπασμα μπροστά εστάθη
"Πεθαίνω για κείνο που πιστεύω"
πρόλαβε δυνατά μονάχα κι είπε.



στ. ΜΑΙΡΗ ΛΕΟΝΤΙΑΔΟΥ

Τα τελευταία λόγια της:
"Αν είναι να χορτάσει ο κόσμος ψωμί όπως δεν το χόρτασα εγώ, ας πάει και το δικό μου το κορμί."



ζ. ΕΛΛΑ ΣΒΩΡΟΥ

Της φιλοσοφίας φοιτήτρια.
Στέγνωσε τα γυαλιά της τα σπασμένα
κι είπε με μια φωνή γεμάτη νεύρο
που 'λεγες: πώς και μέταλλο ένα τέτοιο
βγαίνει απ' αυτό τα’ αδύνατο κορμάκι;
«Συντρόφισσες!
Η Γλυκερία, η Νίκη κι η Θαϊς θα εκτελεστούνε χωρίς το δικαστήριο να 'χει στοιχεία εναντίον τους. Ο βασιλικός επίτροπος είπε στη δίκη ότι "δε χρειάζονται στοιχεία, αρκεί να οσφραινώμεθα ότι είναι ένοχοι".
Συντρόφισσες, πεθαίνω όχι για να μη σκέπτονται έτσι οι βασιλικοί επίτροποι κι ούτε μόνο για να μην υπάρχουν βασιλικοί επίτροποι. Πεθαίνω για να μην υπάρχουν δικαστήρια συντρόφισσες. Ας μη λυγίσει καμιά σας στην τέτοιαν ώρα της. Καλύτερα ο θάνατος με το κεφάλι ψηλά, παρά το σούρσιμο στο χώμα.»



η. ΓΙΑΓΙΑ ΒΑΪΤΣΑ

Η γιαγιά Βαϊτσα, εξηντάχρονη,
πιάστηκε γιατ' ήταν τα παιδιά της
στο βουνό αντάρτες με τον Άρη.
Εστράφηκε στους δύο φύλακές της
και στό απόσπασμα που έτοιμο ήταν:
"Φονιάδες, όταν ήτανε να πολεμήσετε τους γερμανούς, μου καθόσαστε στην Αθήνα καλοπερνώντας. Τώρα τα βάζετε με τις γριές ψοφίμια. Και πάλι όχι μόνοι σας μα με τις πλάτες των αφεντικών σας των αμερκανών. Α! Και να 'μουνα είκοσι χρονώνε, σας το λέω, δε θα γλίτωνε κανείς σας από μένα. Μα και τώρα..."
Κι όρμησε ενάντια στο απόσπασμα.



θ. ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΑ

Δεκατετράχρονη. Κλειστό μπουμπούκι.
"Βαμμένη" ο επίτροπος την είπε.
Τίτλος τιμής! Βαμμένη! Που σημαίνει
σε λευτεριά, σε δίκιο, πρωτοπόρα!

Όταν τη στήσανε κι αυτήν στον τοίχο
ο επικεφαλής πάει και της λέει:
"Επειδή είσαι νέα, το δικαστήριο αποφάσισε να σου χαρίσει τη ζωή, αν υπογράψεις δήλωση έστω και τώρα".
Και η Μαρία περήφανα του λέει:
"Μη χάνεις τα λόγια σου φίλε. Προχώρα! Κάτι θα χρησιμέψει και το δικό μου αίμα στη λευτεριά."

Όταν τη χτύπησαν οι δολοφόνοι
δεν έπεσε στο χώμα το κορμί της'
μόνο τα ρούχα της σαν ανοιγμένη
από αέρα κάποιονε ομπρέλα
σαν ροδοπέταλα πέσανε κάτω,
ενώ ζωφόρο άρωμα εκείνη
στη γη μας και στο σύμπαν διαχυνόταν.




ι. ΑΝΝΟΥΛΑ Γ ΚΕΒΡΕΚΗ

Εικοστριώ' χρονώνε αγγελούδι.
Επήγε μια υπάλληλος γυναίκα
να τήνε φέρει από το κελί της
για να την οδηγήσει εκεί που ήταν
νεκρό να πέσει το σεπτό της σώμα.

Στον τσιμεντένιο διάδρομο, γεμάτον
ραγίσματα και γούβες και παγίδες,
της υπαλλήλου εσκάλωσε το πόδι
και στο σκληρό τσιμέντο εκείνη πέφτει.
Βογκάει και μορφάζει από τον πόνο.
Η Αννούλα πάει κοντά της, τη σηκώνει,
και με συμπόνια αληθινή και μ' έγνοια:
"Χτυπήσατε", της λέει," κυρία Πόλα;"

Στο θάνατό της ύστερα επήγε




ια. ΘΟΔΩΡΑ ΔΑΒΕΤΑ

Τα τελευταία λόγια της:
"Συντρόφισσες, θα τραγουδήσω φεύγοντας ένα τραγούδι που θα τραγουδιέται όσο υπάρχουν άνθρωποι. Εμπρός! Μαζί μου!
Βροντάει ο Όλυμπος! Αστράφτει η Γκιώνα!
Μουγκρίζουν τ' Άγραφα! Σειέται η Στεριά!
Στ' άρματα! Στ' άρματα! Στον Αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά!..."

----------------------------------------------------