Τρίτη 1 Ιουλίου 2025
προεκλογικο…
«την κυριακη ο λαος θα γραψει ιστορια»
τσιπρας
για να γραψεις φυσικα θελεις μολυβι.
και χαρτι. και καπου βεβαια ν’ ακουμπησεις.
μ’ αν για λιγο το κεφαλι σα γυρισεις
το μολυβι καποιος παιζοντας σου κρυβει,
η, χειροτερο απ’ αυτο, αν στο πεταξει,
πως τη ρηση σου ο λαος θα κανει πραξη;
και καλα, εστω μολυβι πως υπαρχει,
μ’ αν σου λειψει το χαρτι τοτε που γραφεις;
κι αν δεν εχεις ν’ ακουμπησεις ουτε ραχη;-
τοιχους παλι με συνθηματα θα βαφεις;
κι αντε, πες, εστω ο λαος ολα τα βρηκε
και στην ταξη του γραψιματος εμπηκε.
μα λιγακι η νου δυο να τον σκουντηξει
στο χαρτι μονο γραμμες δε θα τραβηξει;
ή ο κουτσουμπας εαν ολο το μελανι
(και το ξερεις, το κουκουε τετοια τα κανει)
σ’ ο,τι γραψει ο λαος πανω το χυσει,
η σελιδα ολη πια δε θα μαυρισει;
ή, αν διπλα ο βενιζελος τραγουδαει,
το μυαλο του ο λαος θα ’χει στην κολλα-
η βροντωντας τα κι εκεινος κατου ολα
στο σκοπο του τραγουδιου μηπως πηδαει;
κι αν οι ανελ την κουντουρα διπλα του ριξουν
και τα ματια του απ’ τις κογχες τους πηδηξουν,
των γραμματων θα τα νοιαζει πια το πληθος,
η της έλενας τα χειλια και το στηθος;
κι αντε, ολα τα στραβα που ’χω αραδιασει,
ας ειπουμε ο λαος τα ’χει μεριασει-
κι οτι τα ’χουν σφραγισμενοι κλεισει ταφοι.
όμως, τσιπρα: Ο ΛΑΟΣ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ;!;
**********
CERN-ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ
ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ
10-9-08
Τι άσκοπα τα λεφτά τους που χαλάνε
αυτοί οι ανεκδιήγητοι Ευρωπαίοι!
Το Σύμπαν θέλουνε να δούνε λέει
πώς άρχισε! Και χρόνια κουβαλάνε
και χτίζουν ένα τούνελ στη Γενεύη
που στην αρχή του κόσμου θα τους πάει-
πριν απ’ του χάους τα πηχτά ερέβη
κι ο Χρόνος πριν αρχίσει να μετράει…
Επιστημονικές, χαζές σπατάλες…
δε ρώταγαν και κατά δω κανέναν
να μάθουν τις αλήθειες τις μεγάλες
που τώρα θα τους πει αυτή η πέννα:
Γιατί, το Σύμπαν μας, ω! προφεσόροι
από έλληνα έναν είχε ξεκινήσει,
το πάμμικρο όταν Σύμπαν είχε-a priori-
με το ποδάρι του αυτός κλοτσήσει.
Όλα απ’ τους έλληνες δεν ξεκινήσαν;
Κάτι αντίθετο έχετε να πείτε;
Πού πρώτοι οι έλληνες-πέστε!- δεν ήσαν;
Βλέπετε; Δεν μιλάτε: συμφωνείτε!
Κι έσπασε αυτό κι απλώθηκε και τρέχει
κι από κοντά ο έλληνας το έχει
γιατί εκτός που ξέρει να κλοτσάει
πολύ καλά κατέχει κι από χάη…
Και μη φοβόσαστε πως μαύρη τρύπα
το CERN που ίσως γεννούσε, θα σας χάσει-
το ξέρω και ως τώρα ας μην το είπα:
όλες ο έλληνας τις έχει μάσει
και τις κουβάλησε μες στην Ελλάδα
και από τότε εκείνες καταπίνουν
κάθε που είχε ο λαός ικμάδα
τόσο, που αρχίσανε πλέον να κλείνουν…
Λοιπόν την τέτοιαν αναζήτησή σας
αφήστε την και άλλο κάτι πιάστε.
Και πια τον άχρηστο επιταχυντή σας
σε μας παρακαλώ να τον περάστε:
έχει πολλά εδώ να επιταχύνει-
όπως μ’ αυτό το ποίημα κάνει τώρα
που στο τετράστιχο ετούτο κλείνει
αλλιώς πολλά θα έλεγε ακόμα.
*********
ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗΝ
ΑΜΕΡΙΚΗ-ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ
ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ
Υπάρχω άραγε ή δεν υπάρχω;
Απάντηση δεν βρίσκω όσο κι αν ψάχνω.
Όταν δουλειά ζητάω
Σκουπίδια να πετάω
Να πλένω πιατικά
Η ρούχα ή τζαμικά,
«Για εργασία», μου λένε, «αδίκως κύριε ψάχνετε.
Λυπούμεθα εκδήλως, μα όμως δεν υπάρχετε.»
«Και τόσο σίγουρος γι αυτό πώς είστε;»
«Μα σοσ' σεκιούριτυ νάμπερ στερείστε».
Μα όταν κύριοί μου
Κοιτώ στο κάτοπτρό μου
Το πρόσωπο το οικτρό μου
θα δω απέναντί μου.
Και τετρακόσα τα ’χω:
Πώς λέτε δεν υπάρχω;!..
Μα πάω για ψώνια στο μπακάλη ωστόσο
Κι αφού-μέσα μου λέω-δεν υπάρχω
Δεν πρέπει βέβαια και να πληρώσω.
Και για λεφτά στην τσέπη μου δεν ψάχνω.
Όμως ο μάνατζερ με σταματάει
Κι αγριωπός δολάρια μου ζητάει.
"Υπάρχω;" τον ρωτάω "κύριέ μου;"
"Βεβαίως υπάρχετε αγαπητέ μου
Και δώσατέ μου μιαν επιταγή σας
Αν θέλετε γερή την ύπαρξή σας".
Και πάω τον καημό μου βράχο βράχο
Κι αναρωτιέμαι-υπάρχω… δεν υπάρχω;..
Και όταν οι αρρώστιες μ’ επισκέπτονται
(Αυτές τουλάχιστο ευτυχώς με σκέπτονται)
Τραβάω μια και δύο
Για το νοσοκομείο:
"Κύριοι την ύπαρξη μου την άθλια διατηρήστε.
Το φλέγον μου το σώμα ταχέως θερμομετρήστε
Και δώστε μου ενέσεις και άλλα γιατρικά
Που κι όλα κι ένα ένα τον θάνατο νικά".
Εκείνοι τα σοφά τους βιβλία συμβουλεύονται
Κι ενώ τα δυό μου χείλη από τη θέρμη καίγονται
"Κύριέ μου, σας λυπούμαι, αλλά πρέπει να μάθετε
Στις άλλες σας τις γνώσεις και ότι δεν υπάρχετε".
"Και πώς και δεν υπάρχω αφού έχω τέτοια χάλια;"
"Γιατί, αγαπητέ μου, δεν έχετε ασφάλεια".
Τρέμοντας και τρεκλίζοντας
Στο φαρμακείο πάω
Και ταΐλενόλ ζητάω
Και λέω τουρτουρίζοντας:
"Να βάλω κυρ-σπετσέρη
Στην τσέπη μου το χέρι;
Πέστε μου ετούτο μόνο:
Υπάρχω ή δεν πληρώνω;"
"Υπάρχετε.Υπάρχετε.
Διόλου μην αμφιβάλλετε".
Το δισθενές μου παίρνω
Κι εγώ πυρέσσον σώμα
Και άπρακτος το γέρνω
Επάνω εις το στρώμα.
Μετά κινώ και πάω στο Δημαρχείο
Όπου κρατούν των ζώντων το αρχείο.
Και την ανάσα μου κρατώ
Και τον αρμόδιο ερωτώ:
"Πέστε-ω! πέστε φίλε μου σ’ ένα της ζωής ξωμάχο,
Των άλλων οι κουβέντες κολοκύθια.
Σε σας θα μάθω μόνο την αλήθεια:
Πέστε μου φίλε-πέστε μου-ΥΠΑΡΧΩ Η ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ;"
Κι εκείνος "τάχα ποιός μιλά;
Δε βλέπω εγώ κανένανε».
Τα μάτια γύρισα ψηλά-
Όσο ψηλά πηγαίνανε
Και"θε μου" λέω στον πλάστη μας
και στον Συμπάντων Κύριο
"Μ' έπλασες ή όχι τάχατες και με τον αλιτήριο;
Όλες της γης σου οι γωνιές αγνοούν την ύπαρξη μου.
Τουλάχιστο πες μου Θεέ-Εσύ είσαι μαζί μου;"
Μ’ αντίς γι απάντηση, θωρώ τη θεϊκή παλάμη
Των ανοιχτών δαχτύλων Της το σήμα να μου κάνει.
Φαίνεται αμάρτησα πολύ στην ταπεινή μου ζήση
Γι αυτό και θύρα καθεμιά έχει για μένα κλείσει.
Η τελευταία μου ελπίς είναι ένας δικηγόρος.
"Της δικιοσύνης πες μου συ ο φύλαξ δορυφόρος.
Υπάρχω ή όχι;" Και μου λέει: "Να πάρεις όταν είναι
Είσαι ένα ον ανύπαρκτο. Μα σαν είναι να δώσεις
Υπάρχεις ασυζητητί. Και απροπό ω! ξείνε,
Τη συμβουλή που σου ’δωσα αδρά θα την πληρώσεις".
***
Κυριακή 26 Απριλίου 2026
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!
-Ναι.
Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Ηγετικό στέλεχος της Χαμάς:
«Η οργάνωση δεν θα παραδώσει τα όπλα της. Όσο υπάρχει κατοχή, υπάρχει αντίσταση. Η αντίσταση είναι το δικαίωμα των λαών υπό κατοχή…Είναι κάτι για το οποίο τα έθνη είναι περήφανα!»
Έλα τώρα Χαμάς…. Μην κάνεις πείσματα…. Άσε τις φιλολογίες για περηφάνια και τέτοια. Δώσε ήσυχα ήσυχα τα όπλα σου!
Γιατί δεν παίρνεις παράδειγμα από την Καζέρτα; Ήσυχα ήσυχα θα παραδώσεις τα όπλα σου. Και ύστερα θα είσαι και πάλι παράνομος-δεν σου λέει κανείς να αποκηρύξεις τις ιδέες σου ή τα σχέδιά σου, τα όπλα σου μόνον να δώσεις.
Και δεν θα είσαι παράνομος συνέχεια. Όοοοοχι! Γρήγορα θα έρθει ένας Καραμανλής που λέει ο λόγος, που θα σε νομιμοποιήσει.
Και τότε θα κάνεις ένα Παλαιστινιακότατο Κόμμα, και θα μπεις στη Βουλή της χώρας σου, και θα κάνεις από εκεί ελεύθερα πια την αντίστασή σου:, περήφανος ου μην αλλά και νόμιμος.
Για ξανασκέψου το.
Και οι άοπλοι τώρα Παλαιστίνιοι, που πριν ήσαν καπεταναίοι, με ριπές λόγων θα υποστηρίζουν τις απόψεις τους, μέσα στη Βουλή. Πολιτισμένα! Και τότε θα καταλάβεις ότι τα όπλα τα δικά σου ήσαν βάρβαρα, και ότι καλά είναι τα όπλα που έχει τώρα ο πρώην αντίπαλός σου!
Ύστερα μέσα στα όπλα της Πατρίδας τώρα, θα μετράνε και τα όπλα τα δικά σου, έτσι που μπορείς όχι μόνον να δείχνεις, αλλά και να είσαι υπερήφανος, γιατί μέσα στα τιμώμενα από σένα όπλα τιμούνται και τα δικά σου…
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι ότι τότε πρέπει να βρεις και ένα σοβαρό πρόσωπο να σε αντιπροσωπεύει στη Βουλή, παναπεί στον Ναό της Δημοκρατίας, που μέλος του τότε περήφανο θα είσαι.
Ας πούμε μπορείς να βρεις μία Παπα-χαμα-ρήγα, ή έναν Κου-χαμα-τσούμπα. Δηλαδή πρόσωπα που δεν χαρίζονται ούτε στον πρωθυπουργό-του τα λένε χύμα.
Αυτοί, με ύφος σοβαρό, σκυθρωποί, θα μιλάνε στη Βουλή καυτηριάζοντας με λόγια σκληρά τα στραβά του Καπιταλισμού.
Και καμιά φορά ο πρωθυπουργός μπορεί κιόλας να σου απαντήσει! Τιμή δεν να σου απευθύνει ως και ο πρωθυπουργός τον λόγο; Σκέψου! Δεν αισθάνεσαι ισάξιος με πρωθυπουργό τότε;
Και ας έχει τώρα όπλα μόνον ο Πρωθυπουργός. Δεν είναι μέγιστη τιμή για σένα να σε ανέχεται καινα σου επιτρέπει να μιλάς εναντίον του στη Βουλή μέσα;
Για σκέψου! Οι Παλαιστίνιοι στη Βουλή!
Και στις πορείες που θα κάνεις, θα τηρείς μια τάξη σαν παιδιών Κατηχητικού-όσο πιο νομιμόφρων, τόσο και πιο βαθιά θα νιώθεις την αξία σου και την προσφορά σου στην πατρίδα τότε.
Για σκέψου τα αυτά αρχηγέ της Χαμάς και γίνε το περιγέλιο της Μέσης Ανατολής!
«Περιγέλιο!» Πώς μου ήρθε η λέξη… Α! ναι! Ο Νίτσε είχε πει ότι «Όσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο, τόσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή θα είναι ο άνθρωπος για τον υπεράνθρωπο!»
ΓΗ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΡΟΜΠΟΤ, ΣΥΜΠΑΝ
Στα χάη ας πλαντούν αγάπης οάσεις-
Αγάπης συνεχούς και ακατάστρεφτης
Στη γη ένας τον άλλονε σκοτώνει
Θύματα αλληλεμπάθειας αγιάτρευτης.
Και θα ’ρθουν τα ρομπότ να κατακτήσουν
Με την νοημοσύνη τους τη γη.
Γήινα δημιουργήματα κι αυτά-
Επάνω στην παλιά μια νέα πληγή.
Και βέβαια θ’ αλληλοφαγωθούν
Κι αυτά με την σειρά τους
Καθώς οι κατασκευαστές τους-
Που τίποτα δεν έμεινε από δαύτους.
Κι ενώ στο Σύμπαν θα ηχούν χαρές αέναες
από όντα συμβατά με τον εαυτό τους,
Η γη ανάμεσό τους, κακορίζικη,
Θα θέλει κι εκεινώνε το κακό τους.
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
ΑΝΑΝΔΡΙΑ!..
Οι υπουργοί και ο πρωθυπουργός χαρακτηρίζουν σαν «άνανδρες δολοφονίες» τις εκτελέσεις ατόμων από «τρομοκρατικές» οργανώσεις όπως η «17 Νοέμβρη».
Και δεν είναι μόνον οι δικοί μας που μιλάνε για άνανδρη δολοφονία, αλλά και ηγέτες όλων των άλλων κρατών, όταν κι αυτοί βρεθούν σε παρόμοια θέση-να μιλήσουν για ένα παρόμοιο περιστατικό που έγινε στη χώρα τους. Όπως για παράδειγμα ο Μακρόν πρόσφατα και παλιότερα ο αμερικάνος Πρόεδρος για την περίπτωση της Οκλαχόμα.
Ακόμα και ο βασιλιάς του Βελγίου για κάτι ανάλογο που έγινε στη χώρα του: "Αυτές οι πράξεις είναι φρικτές και έργα δειλών". Και ο πρωθυπουργός του Βελγίου: "...άνανδρη επίθεση...".
Τα λέω αυτά γιατί μία δολοφονία πάντοτε είναι «άνανδρη» εξ ορισμού. Το συνθετικό «δόλος» της λέξης δολοφονία σημαίνει ότι η λέξη έχει τα χαρακτηριστικά του τεχνάσματος, της πανουργίας, του στρατηγήματος, της παρανομίας.
Στέκει η έκφραση θαρραλέο θάρρος, άφωνη σιωπή και τέτοια; Υπάρχει αντρίκια δολοφονία; Ανδρεία δολοφονία; Λεβέντικη δολοφονία; Όχι.
Βέβαια αυτοί μιλάνε για δολοφονία και όχι για εκτέλεση όπως την ονομάζουν οι «δολοφόνοι» και αυτό είναι η αιτία της παράλογης διατύπωσης «άνανδρη δολοφονία». Γιατί δεν θα μπορούσαν ποτέ να παραδεχτούν ότι η δολοφονία είναι εκτέλεση, γιατί τότε τι θα έλεγαν; «άνανδρη εκτέλεση»; Τέτοιο πράγμα όμως ούτε στέκει ούτε, αν έστεκε, θα τους συνέφερε. Κι έτσι διαιωνίζεται ο χαρακτηρισμός «άνανδρη δολοφονία», ένας όρος ακόμα από τους τόσους που έχει επινοήσει η πλουτοκρατία για να ξεγελάει, τάχα, τους χαζούς.
Γιατί τι θα ήθελαν όσοι χαρακτηρίζουν μια δολοφονία άνανδρη; Η Οργάνωση που σχεδίασε μία «δολοφονία», πριν τη διαπράξει να βγάλει μια τέτοια ανακοίνωση ;:
«ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΔΕ
Ανακοίνωσις δολοφονίας του τάδε.
Προς την ΕΛΑΣ
Κοινοποίηση: ΓΕΣ, ΓΕΑ, ΓΕΝ και προς πάντα ενδιαφερόμενο.
Την δεκάτην τετάρτην του μηνός Μαϊου έτους τάδε και ώραν ενδεκάτην πρωινήν θέλει επιχειρηθεί υπό της Οργανώσεώς μας δολοφονία του τάδε προσώπου.
Ο τόπος που επελέγη είναι η διασταύρωσις των οδών Δ και Ε της περιοχής Τάδε, από όπου καθημερινώς διέρχεται ο κύριος τάδε.
Θα επιχειρήσουν δύο άτομα, άρρενες. Ο εις εξ αυτών θα φέρει περούκαν πλουσίας μελαίνης κόμης και θα φορεί χακί τζάκετ. Ύψος ένα μέτρο και εβδομήκοντα τρία εκατοστά, αδύνατος. Αυτός θα φέρει το περίστροφον με το οποίον σκοπεύεται η δολοφονία του κυρίου τάδε. Ο έτερος επιχειρών θα ευρίσκεται εις τζιπ εσταθμευμένον περί τα είκοσιν μέτρα μακράν του τόπου της δολοφονίας ίνα μετά ταύτην φυγαδεύσει τον δολοφόνον.
Εφιστώμεν την προσοχήν των ενδιαφερομένων εις το κάτωθι: Εις την διασταύρωσιν υπάρχουν δύο περίπτερα. Ο υποψήφιος δολοφόνος θα κρύπεται όπισθεν του δυτικώς ευρισκομένου περιπτέρου. Δια τους αγνοούντας τον τοιούτον-γεωγραφικόν- καθορισμόν της θέσεως του περιπτέρου, διευκρινίζομεν ότι το δυτικόν περίπτερον είναι το φέρον έξωθι αυτού ταμπέλαν ένθα ευκρινώς αναγράφεται «ΑΕΡΙΟΥΧΑ ΠΟΤΑ»
Ευελπιστούντες εις μίαν έντιμον αντιπαράθεσιν μετά της ΕΛΑΣ και ενδεχομένως των στρατιωτικών δυνάμεων άτινας η κυβέρνησις ήθελεν διατάξει έναντι ημών κατά την διάρκειαν της αποπείρας μας, διατελούμεν μετά τιμής
(ακολουθούν σφραγίδες και υπογραφές της Οργάνωσης)»
Αυτό θα περίμεναν οι κύριοι υπουργοί ώστε μία δολοφονία να μην είναι «ανανδρος»;
Ε πια!
Τρίτη 21 Απριλίου 2026
«Ο ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ»
(μονόπρακτο)
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΕΣΤΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ (φίλος του)
ΜΑΡΙΝΑ (κοριτσάκι εννέα χρονών)
ΑΝΘΗ (σύντροφος του Θανάση)
ΒΙΒΗ (σύζυγος του Ανέστη)
ΦΩΝΕΣ γυναικών και αντρών
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπίτι του Ανέστη.
Δωμάτιο με πόρτα που οδηγεί στο χολ και άλλη που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι.
Ο Ανέστης τρώει στο τραπέζι. Χτύποι στην πόρτα.
Σηκώνεται και ανοίγει. Μπαίνει ο Θανάσης.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τον. Έλα να φάμε. Κολατσίζω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Έχω φάει. Καλή σου όρεξη.
(κάθεται σε μια καρέκλα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Σχεδόν τελείωσα κι εγώ. Τι να φάω… Φαί κι αυτό… και άμα τρως μόνος σου δεν έχεις και μεγάλη όρεξη…
(Βάζει την καρέκλα του απέναντι από του Θανάση)
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν γύρισε ακόμα η Βιβή;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μπα! Όταν πηγαίνει στη μητέρα της ξεχνιέται…
(Με ενδιαφέρον)
Τι έγινε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι να γίνει…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Της μίλησες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ναι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Λοιπόν;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τα ίδια.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δηλαδή;..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι δηλαδή; Τίποτα. Δεν είναι ευχαριστημένη από τη ζωή της λέει.
(Σιωπή)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τη ρώτησες γιατί; Τι είπε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δε με θέλει άλλο λέει. Δεν έχω λεφτά λέει, δεν της αγοράζω μηχανάκι που θέλει λέει, τελειώσαμε λέει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και έτσι πετάει ενός χρόνου σχέση-«τελειώσαμε»;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν μου το είπε, αλλά έμαθα ότι γνώρισε κάποιον άλλον, που έχει ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ώστε ζήτημα χρημάτων;…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω ρε Ανέστη. Δεν ξέρω τι να πω. Έχει και μια καινούργια φιλενάδα που ήρθε εδώ κι ένα μήνα στην πολυκατοικία. Μήπως κι αυτή της βάζει ιδέες… Της είπα μήπως θέλει να ζήσει κοντά στη μητέρα της να μετακομίσουμε, ούτε αυτό δεν της άρεσε. Τη μια μου λέει ότι δεν την ενδιαφέρει το χρήμα, την άλλη ότι θέλει να ζήσει τη ζωή της. Και μαζί μου δεν ζεις; της λέω. Δεν πηγαίνουμε σε ταβερνάκια; Δεν σε έχω πάει στην Θεσσαλονίκη; Δεν σου αγοράζω όποιο άρωμα μου ζητάς; Τι άλλο θέλεις, πες το μου και θα το κάνω. Θα δουλέψω διπλή βάρδια και θα το κάνω-ότι και να μου ζητήσεις.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και τι λέει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ώσπου να γίνουν όλα αυτά η ζωή της θα έχει φύγει, τέτοια. Άλλα λέγαμε όμως ρε Ανέστη τότε, όταν γνωριστήκαμε. Η αγάπη μας ήτανε μεγάλη και σταθερή για δέκα ολόκληρους μήνες.
Ξέρεις πόσο ταιριαστοί ήμασταν. Μαζί σας βρεθήκαμε πολλές φορές και έβλεπες και συ ότι όλα ήτανε καλά ανάμεσά μας. Και όταν βγαίναμε οι τέσσεροί μας, έδειξε ποτέ να μην της αρέσει κάτι;
Σου λέω Ανέστη, δεν χωρίζαμε παρά μόνον όταν πήγαινα στη δουλειά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θυμάμαι πόσο αλήθεια ήσασταν ταιριαστοί. Όταν της αγόρασες εκείνο το δαχτυλίδι ήταν πραγματικά ευτυχισμένη…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Και την αγαπώ ρε Ανέστη. Όταν κάναμε όρκους αγάπης εγώ τους εννοούσα ρε Ανέστη. Αυτή ήταν και είναι η ζωή μου και η ευτυχία μου. Κι ήταν κι αυτή ευτυχισμένη. Το έδειχνε με όλους τους τρόπους. Και τώρα…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Κι εγώ έβλεπα ότι κι αυτή σε αγαπάει. Το έδειχνε ακόμα και όταν ήμασταν οι τρεις μας-εγώ με την Βιβή κι εκείνη. Μα πες μου, είναι τόσο ρηχή που να πετάει μια αγάπη για τι-για λίγα λεφτά πάρα πάνω όπως μου λες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω τι να πω κι εγώ ρε Ανέστη. Τι έχει μέσα στο μυαλό της πού να ξέρω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
…Σου έχει κάνει λόγο για γάμο; Μήπως αυτό θέλει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο. Ούτε μου έχει πει κάτι σχετικά, που να δείχνει ότι το θέλει. Και όταν εγώ της μίλησα για γάμο μια φορά, δεν ενθουσιάστηκε. Αν θα το ήθελε, την άλλη Κυριακή θα πηγαίναμε στην εκκλησία … Μια τέτοια σχέση ποιος δεν θα ήθελε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ρε Ανέστη… Στο λέω. Από τότε που την γνώρισα, μόνον κοντά της υπάρχω. Τις άλλες ώρες λες ότι δεν ζω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
..Πού είναι τώρα; Στο σπίτι;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Εκεί την άφησα. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Κάποιες φορές μου έρχονται τρελές ιδέες στο μυαλό. Την αγαπώ ρε Ανέστη! Το καταλαβαίνεις;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Το ξέρω-δεν το ξέρω;
(Χτύποι στην πόρτα)
ΘΑΝΑΣΗΣ
(Ανοίγει. Πίσω της στέκει η Μαρίνα)
ΜΑΡΙΝΑ
Γεια σας.
(στον Ανέστη)
Πάω στην αγορά κύριε Ανέστη-θέλετε τίποτα από κει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι κοριτσάκι μου, σήμερα έχω απ’ όλα, ευχαριστώ.
ΜΑΡΙΝΑ
(κοιτάζοντας προς τον Θανάση)
Για τον κύριο Θανάση δε ρωτάω, η κυρία Ανθή δεν λείπει… Γεια σας…
(φεύγει τρέχοντας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τρελοκόριτσο αλλά πάντα εξυπηρετικό το Μαρινάκι.. Καλλίτερη κι από ορντινάντσα στο στρατό…
ΘΑΝΑΣΗΣ
(επαναφέροντας τον Ανέστη στην προηγούμενη συζήτησή τους)
Μίλησέ της κι εσύ ρε Ανέστη. Καλά έχω καταλάβει ότι έχει βάλει στο μάτι άλλον, ή κάτι άλλο είναι που θέλει να τα χαλάσουμε; Εσύ τα ξέρεις όλα τα δικά μας.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θα της μιλήσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τώρα. Σήμερα. Πάρτην στο τηλέφωνο, στο σπίτι την άφησα. Πες της να έρθει, βρες μια πρόφαση, ότι θέλεις παρέα ξέρω γω, και ρε Ανέστη, να είμαι στο διπλανό δωμάτιο εγώ, να ακούσω τι θα σου πει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν είναι σωστό...
ΘΑΝΑΣΗΣ
Γιατί; Να ακούσω τι θα πει κι αν θα πει τα ίδια και σε σένα. Εδώ παίζεται η ζωή μου Ανέστη…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εξάλλου αν το καταλάβει θα χαλάσει τελείως η δουλειά και δεν θα εμπιστεύεται πια ούτε εμένα.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Πού θα το καταλάβει; Αν καταλάβω πως υποψιάστηκε τίποτα, θα βγω γρήγορα από την πίσω πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Κάτσε να την πάρω.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανθή. Τι κάνεις;
ΑΝΘΗ
(φωνή της στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανέστη. Καλά είμαι, εσύ;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή εκεί είναι;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι, έχει πάει στη μάνα της και όταν πηγαίνει εκεί ξεχνάει να γυρίσει.
(βλέποντας συνωμοτικά τον Θανάση)
Ο Θανάσης εκεί είναι;
ΑΝΘΗ
Όχι. Βγήκε.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν έρχεσαι από δω να πιούμε ένα καφεδάκι; Έχω μοναξιές. Ή έχεις να κάνεις κάτι;
ΑΝΘΗ
Να κατεβάσω το φαϊ από τη φωτιά και θα πεταχτώ. Έχω κάτι δουλίτσες σήμερα αλλά θα τις αφήσω για αργότερα ή για αύριο. Έρχομαι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Άσε ένα σημείωμα στον Θανάση πού είσαι, ώστε αν το δει να έρθει εδώ κι αυτός.
ΑΝΘΗ.
Εντάξει.
(Ο Ανέστης αφήνει το ακουστικό. Στον Θανάση)
Έρχεται λέει.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ωραία. Κι εγώ θα είμαι δίπλα. Να μάθω ρε Ανέστη, τι κεντρί την τσίμπησε....
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας σου Θανάση; Μάλλον θα έλεγα, μήπως υπερβάλλεις κάπως; Στο κάτω κάτω είσαστε μαζί ένα χρόνο τώρα, αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό… Βέβαια κι εγώ έχω δει μιαν αλλαγή στη μεταξύ σας συμπεριφορά τελευταία…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι φαντασίες Ανέστη…Ο καθένας θα έβλεπε τη διαφορά στα λόγια της και περισσότερο στην συμπεριφορά της.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καμιά φορά, οι άνθρωποι είναι φυσιολογικό να αλλάζουν κάπως τρόπους αντίδρασης στις ίδιες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν,..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν φτάνουν όμως στο σημείο να παύουν να ενδιαφέρονται για τον σύντροφό τους, να του συμπεριφέρονται άπρεπα, να κάνουν σαν να έχουν φορέσει μια μάσκα πάνω από το μέχρι τώρα πρόσωπό τους… Μακάρι να κάνω λάθος φίλε μου. Μακάρι. Θα το ήθελα πολύ αυτό…
(Χτύποι στην πόρτα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αυτή θα είναι…
(Ο Θανάσης βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Ανέστης ανοίγει την εξώπορτα και μπαίνει η Ανθή.)
ΑΝΘΗ
Γεια σου Ανέστη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τηνε. .
(αστειευόμενος)
Το κατέβασες το φαγητό-εντάξει;
ΑΝΘΗ
Ναι, όλα καλά. Η Βιβή πάλι στη μαμά της;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Πάλι και πάλι…
Κάθισε Ανθούλα.
(Η Ανθή και ο ΣΑνέστης κάθονται,)
…Την χάνω κάθε τόσο. Ας πηγαίνει. Μόνον να μην αργεί να γυρίσει. Γιατί καμιά φορά έρχεται αργά το βράδυ.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή έχει τη μαμά της κοντά της. Καλό είναι αυτό, σπάζει λίγο την καθημερινή ρουτίνα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
(Δήθεν θιγμένος)
Ώστε ρουτίνα είναι η συντροφιά μου για την γυναίκα μου;..
ΑΝΘΗ
Έλα τώρα! Δεν ήθελα να πω αυτό. Κι εγώ αν είχα κοντά μου τη μητέρα μου θα πήγαινα κάθε μέρα να την βλέπω…Όλο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, χρειάζεται κανείς και μια αλλαγή. Και ο Θανάσης καλός είναι, όμως ρουτίνα θα έλεγα και την δική μας παρέα με ίδια τη μια μέρα με την άλλη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τώρα που το λες, τελευταία βλέπω ότι έχετε μια τάση να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα. Όπως ας πούμε προχτές που εσύ ήθελες να φύγετε από την ταβέρνα ενώ ο Θανάσης ήθελε να μείνετε λίγο ακόμη.
ΑΝΘΗ
Αυτό ήταν άλλο. Δεν ήταν για το αν θα μέναμε λίγο πάρα πάνω ή όχι, αλλά τίνος η γνώμη θα γινόταν. Γιατί δηλαδή έπρεπε εγώ να συμφωνήσω με τη γνώμη του Θανάση και όχι αυτός με την δική μου…
Μήπως επειδή αυτός δουλεύει; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω. Και τις προάλλες δεν με άφησε να πάω στο Τυπογραφείο που είχα βρει θέση.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Από ό,τι ξέρω δεν έχει αντίρρηση ο Θανάσης να δουλέψεις. Όμως για το Τυπογραφείο, έτυχε να ξέρει ότι το αφεντικό εκεί ρίχνεται σε κάθε θηλυκό που εργάζεται στην εταιρεία του. Γι αυτό είχε αντιρρήσεις.
ΑΝΘΗ
Όμως η δουλειά είναι και μια διέξοδος από τη ρουτίνα του σπιτιού. Στο κάτω κάτω ούτε παντρεμένοι είμαστε, ώστε να μην μου επιτρέπει να έχω κι εγώ τις δικές μου φιλίες. Και αυτός πριν γνωρίσει εμένα είχε δυο φιλενάδες αλλάξει. Και αν φοβάται ότι θέλω να γνωρίσω κάποιον άλλον άντρα, γιατί όχι; Την αποκλειστικότητα σ’ αυτό την έχουν οι άντρες; Ούτε παντρεμένοι είμαστε. Δε λέω, καλά περνάμε, όμως η ζωή έχει τις δικές της ανάγκες και επιταγές; Η ζωή Ανέστη προχωρεί. Δεν είναι όπως στα χωριά μας παλιότερα, που τα ζευγάρια ζούσαν μια ζωή υποχρεωτικά κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Η ζωή φεύγει Ανέστη!
ΑΝΕΣΤΗΣ
Οι γυναίκες έχουν πολλά χρόνια που αγωνίζονται για να πετύχουν την ισότητά τους με τους άντρες. Δεν είναι αυτό τωρινή κατάσταση. Όμως πάντοτε βρίσκεται ένα κοινό σημείο αποδεκτό και από τους δύο-άντρα και γυναίκα- ώστε να προκύπτει μία ανεκτή συμβίωση μεταξύ τους.
ΑΝΘΗ
Δεν είμαι ειδική στο φεμινιστικό κίνημα, όμως ξέρω ότι σήμερα η γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άντρα. Ούτε είμαστε ρομπότ να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια για μια ολόκληρη ζωή, Και βέβαια ούτε με το ίδιο πρόσωπο. Το θέμα δηλαδή αφήνεται στον καθένα να αποφασίζει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και την αγάπη Ανθή πού την βάζεις;
ΑΝΘΗ
Αγάπη όσο υπάρχει-ναι. Διάβασα κάπου ότι μόνο οι άστατοι γνωρίζουν τις χαρές της αγάπης. Οι σταθεροί γεύονται την τραγωδία της. Αυτό λέει ακριβώς εκείνο που υποστηρίζω κι εγώ. Κι εγώ θέλω να γευτώ τη χαρά της αγάπης. Ο κόσμος μας μεγάλωσε . Χωράει όλα τα ωραία νέα μέσα του. Χτες ήμουν με μια φίλη. Δυο βδομάδες είναι που την γνώρισα-δεν την ξέρεις. Και μιλάει συχνά για τον πρώην της. Πρώην! Μια μικρή παράξενη λεξούλα. Πρώην! Ωραίο δεν ακούγεται; «Ο πρώην μου»! Ωραίο δεν ηχεί; Πρώην! Που σημαίνει το όχι τώρα. Και που υπονοεί ότι υπάρχει κάτι καινούργιο- το νυν. Μέσα στις δύο αυτές λεξούλες πρώην και νυν κρύβεται όλη η ευτυχία που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα. Όταν ο νυν γίνεται πρώην-τι απόλαυση! Κάτι νέο! Κάτι άγνωρο, που ποιος ξέρει τι καινούργιο κουβαλάει μέσα του… Πρώην… Πόσα δεν κρύβουν αλλά και πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πέντε γραμματάκια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μα εσείς-εσύ και ο Θανάσης, από ό,τι ξέρω είστε πολύ αγαπημένοι-τουλάχιστον έτσι δείχνετε σε όποιον σας γνωρίζει.
ΑΝΘΗ
Είμαστε αγαπημένοι, ναι. Όχι όμως δούλοι και υποτακτικοί ο ένας στον άλλο. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα Ανέστη! Εξερευνούμε το σύμπαν και δεν επιτρέπεται να εξερευνήσουμε τα τριγύρω μας; Ξέρω, η Βιβή δεν έχει τέτοιες ιδέες. Ταιριάξατε. Είστε μαζί τέσσερα χρόνια και δεν αποκλείεται να ζήσετε μαζί και άλλα πενήντα ακόμα. Μα εμένα άλλα με καλούν. Αγαπώ τον Θανάση. Μα όχι όσο για να θυσιάσω την ευτυχία μου και όλη τη ζωή μου γι αυτόν. Και δεν σου το κρύβω, τον τελευταίο καιρό γνώρισα κάποιον…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Προοδευμένες ιδέες πράγματι. Αν όμως Ανθή ο άλλος ή η άλλη του ζευγαριού έχει άλλην άποψη για την αγάπη και για τη ζωή-αν η λέξη «πρώην» κάποιους τους πληγώνει βαθιά;
ΑΝΘΗ
Ας λύσουν το πρόβλημά τους. Έχουν την ελευθερία να ψάξουν καθένας για καινούργιο ταίρι αν το επιθυμεί.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Είναι σκληρό για μερικούς να γίνονται πρώην ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Τότε τι; Να υπομένει λοιπόν ο άλλος ….
(χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ποιος να είναι; Συγνώμη…
(σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας και αμέσως ύστερα η έκπληκτη φωνή του Ανέστη)
Εσύ αγάπη μου; Πώς έτσι νωρίς;
ΒΙΒΗ
(η φωνή της)
Εγώ! Θα σου τα πω… Εσύ όλα καλά;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Έλα. Είναι μέσα και η Ανθή.
(Μπαίνουν ο Ανέστης και η Βιβή)
ΒΙΒΗ
(Χαρούμενα έκπληκτη)
Ανθούλα!
ΑΝΘΗ
(σηκώνεται)
Βιβή μου!..
(αγκαλιές και φιλιά. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται δυνατά το κλείσιμο πόρτας)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη, κοιτάζοντας τον Ανέστη)
Τι έγινε;..
(Ο Ανέστης βγαίνει στο πίσω δωμάτιο και αμέσως ξαναγυρίζει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ο αέρας ήτανε…
ΒΙΒΗ
Και σου το είπα πολλές φορές-θέλει φτιάξιμο ο σύρτης…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Έχεις δίκιο αγάπη μου. Αύριο το πρωί κιόλας θα τον φτιάξω. Μα πες μου, γιατί γύρισες τόσο γρήγορα;
ΒΙΒΗ
Θα σου τα πω, τα γνωστά της μάνας μου… όχι τώρα όμως…
(Στην Ανθή που έχει μείνει όρθια)
Πώς από δω Ανθούλα μου; Κάθισε. Συμβαίνει τίποτα με τον Θανάση;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εγώ της τηλεφώνησα να μου κάνει παρέα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόσουν τόσο γρήγορα.
ΑΝΘΗ
Να μην καθίσω καλλίτερα Βιβή μου. Ήρθα γιατί ξέρω πως δεν μπορεί χωρίς παρέα ο άντρας σου ούτε για μισή ώρα. Καλά που ήρθες όμως για να φύγω.. Σήμερα πληρώνω τους λογαριασμούς του σπιτιού-να μην αλλάξω το πρόγραμμά μου αφού πια δεν υπάρχει λόγος. Θα τα πούμε εμείς οι δύο το απογευματάκι, όταν ο Ανέστης πάει στη δουλειά. Θα με πάρεις-ναι;
ΒΙΒΗ
Θέλει και ρώτημα;. Έχουμε τρεις μέρες να ιδωθούμε-έχουμε να πούμε πολλά. Τι να σου πω, αφού έχεις δουλειά…
ΑΝΘΗ
Δουλειές… Λοιπόν γεια σας! Γεια σου Βιβή μου. Γεια σου Ανέστη.
(βγαίνει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Για πες τι έγινε; Σε βαρέθηκε η μάνα σου ή βρήκε άλλη παρέα;
ΒΙΒΗ
Τίποτα απ’ αυτά. Μόνο ο φυσιοθεραπευτής της τής τηλεφώνησε ότι αντί το μεσημέρι θα τον εξυπηρετούσε αν πήγαινε το απόγευμα. Και για να μην του χαλάσει το χατίρι η μητέρα μου του είπε ναι. Γι αυτό την άφησα-να μην καθίσω εκεί όλο το μεσημέρι και εσύ είσαι μόνος σου. Θα πάω το απόγευμα πάλι μια βόλτα.
(απ’ έξω ακούγονται δύο πυροβολισμοί)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη)
Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;
ΑΝΕΣΤΗΣ
(ανήσυχος)
Δεν ξέρω… Έμοιαζε με πυροβολισμούς. Και ήτανε κοντά μας…
(απ’ έξω ακούγονται φωνές τρομαγμένες και βιαστικές)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΑ ΑΠΕΞΩ
Τη σκότωσε! Πιάστε τον…
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΠΕΞΩ
Την αστυνομία! Την αστυνομία!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(θορυβημένος)
Θα πάω να δω…
ΒΙΒΗ
Στάσου! Τι να δεις; Μην ανακατεύεσαι. Κάτσε να δω από το παράθυρο…
(ανοίγει το παράθυρο και βλέπει έξω. Δυνατά)
Μαρίνα! Πού τρέχεις; Τι έγινε;
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Την σκότωσε…
ΒΙΒΗ
Ποιος; Τι…
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Ένας άντρας λέει σκότωσε μία γυναίκα. Πάω να δω…
(τρέχει)
ΒΙΒΗ
(Κλείνει το παράθυρο)
Τα άκουσες; Ένας άντρας σκότωσε μία γυναίκα.
(κίνηση αγανάκτησης)
Πάλι!...
ΑΝΕΣΤΗΣ
Στάσου, επειδή το είπε η Μαρίνα, θα πει ότι είναι αλήθεια; Πώς το έμαθε κιόλας… Θα βγω έξω να δω…
(σηκώνεται)
ΜΑΡΙΝΑ
(Η φωνή της απέξω)
Κυρία Βιβή! Κυρία Βιβή!
ΒΙΒΗ
(Πηγαίνει στο το παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ερωτηματικά)
Ναιαιαι….
Την κυρία Ανθή σκοτώσανε!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(αφήνεται να πέσει σε μια καρέκλα αποσβολωμένος)
Θεέ μου!
ΒΙΒΗ
Την Ανθή! Όχι! Δεν είναι δυνατό… Μα γιατί;… Ποιος;.. Θεέ μου…
(κλείνει το παράθυρο.)
Άλλη μια γυναικοκτονία!
(στον Ανέστη, απορημένη)
Μα τι σας έχει πιάσει τελευταία εσάς τους άντρες;..
ΑΥΛΑΙΑ
ΜΙΑ ΓΡΙΠΠΗ
(μιλάει ένας ξενιτεμένος)
Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.
Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά' το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε' είναι μακρύς ο δρόμος'
κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει.
Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα-
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.
ΕΚΕΙ
(μιλάει ένας ξενιτεμένος)
Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!
Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!
Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δε βρίσκουν άλλον τύπο'
οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!
Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
κι άλλονε σαν εμένα να βρει αδυνατώντας
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί.
Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους,
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση, που εγώ δεν είμαι εκεί.
Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δε θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί!..
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
(στην ξενιτιά)
Μι' αμερικάνα γνώρισα μικρούλα κι δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".
Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει,
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.
Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".
Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ‘κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.
Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι'
κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-αχ-το Χρηματιστήριο.
Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, μας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.
Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:
Όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη'
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα-μ' αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ' ένα κουόρι".
(«Κουόρι» είναι το αμερικάνικο εικοσιπενταράκι)