Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 (Προ διετίας είχα γράψει:

«ΠΕΡΙ ΙΡΑΝ ΚΑΙ ΕΠΕΜΒΑΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΩΝ ΗΠΑ
Επιτέλους! 
Πρέπει να επέμβουν ο ΗΠΑ στο Ιράν. 
Καλά. Δεν μπορούν να επιβληθούν στον Πούτιν και να σταματήσουν αυτό τον άδικο πόλεμο. 
Μα στο Ιράν ; Στο Ιράν δεν μπορούν να επέμβουν; Σίγουρα μπορούν. 
Γιατί δεν το κάνουν; 
Ποιος το ξέρει…
Δεν βλέπουν πόσο υποφέρουν οι περσίδες γυναίκες; 
Πολλές γενιές γυναικών ιρανών έχουν ζήσει έτσι. 
Μα και σήμερα που τόσο έχει πάει μπροστά η ανθρωπότητα να ζουν έτσι; 
Πώς επιτρέπουν να κλείνεται μια γυναίκα πίσω από ένα μαύρο πέπλο; 
Δεν θέλει αυτή να δείξει το στήθος της στον κόσμο; 
Δεν θέλει να πάει στην αγορά φορώντας μια μίνι φούστα όπως οι δυτικές γυναίκες κάνουν;
Δεν θέλουν και οι ιρανές να πηγαίνουν σε πάρτι όπου στο αποκορύφωμα του κεφιού γδύνονται όλοι και όλες και πέφτουν στην πισίνα-δεν είναι αυτό το αποκορύφωμα της ελευθερίας του ανθρώπου;
Ή μήπως δεν είναι γνωστή η κακοδαιμονία που συντροφεύει τα ανελεύθερα καθεστώτα;
Λοιπόν;
Γι αυτό δεινοπαθεί οικονομικά το Ιράν. 
Πώς θα δουλέψουν τα αρωματοπωλεία, τα καταστήματα που πουλάνε είδη σεξ, είδη γυναικείου καλλωπισμού, τα ανθοπωλεία, τα κοσμηματοπωλεία; 
Τα τόσα γυναικεία γυμναστήρια, τα τόσα ινστιτούτα καλλονής, τα τόσα μέρη εκγύμνασης για γυναίκες, τα τόσα ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες συσφίξεως ορισμένων μυών, ανορθώσεως στήθους, εξαφανίσεως ρυτίδων, θεωρούνται περιττά από τους ιρανούς δικτάτορες τάχα; 
Και αν αυτά έβλαπταν τα κράτη, πώς οι ιρανοί εξηγούν την πρόοδο σε όλους τους τομείς τόσων Δυτικών κρατών, που όλα αυτά τα έχουν θεοποιήσει; 
Οι δικηγόροι του Ιράν ασφυκτιούν οικονομικά χωρίς τους βιασμούς, τα σεξουαλικά εγκλήματα, τις μοιχείες, τα διαζύγια, τις σεξουαλικές επιθέσεις, τα μαχαιρώματα για τα μάτια μιας γυναίκας. 
Δεν σκέφτονται οι ιρανοί ιθύνοντες: πώς θα λάμψει το δίκαιο αν δεν υπάρξει το άδικο ώστε το δίκαιο να του επιβληθεί;
Και το Δικαστικό Σώμα με τι θα ασχοληθεί;  
Αν δεν υπάρξουν, γρήγορα μάλιστα, τα ξενυχτάδικα, τα στριπτιζάδικα, τα καλλιστεία, πώς θα πάει μπροστά η έρημη αυτή η χώρα; 
Αμ το άλλο; Γιατί οι γυναίκες να μην σπουδάζουν; Σκέφτηκε κανείς τη ζημιά-την μη πρόοδο, που επισυμβαίνει στην ανθρωπότητα από την απαιδευσία των γυναικών; Τα δυτικά κράτη θα είχαν φτάσει στα άστρα αν οι γυναίκες ήσαν αμόρφωτες; Ή μήπως θαρρεί κανείς ότι δεν συνέβαλαν κι αυτές στο θαύμα που ζει σήμερα η Δύση;
Λυπάμαι για το Ιράν αλλά πιο πολύ για τις περσίδες. 
Ο αναχρονισμός σε όλη του την παλαιολιθική μεγαλοπρέπεια.
Η γυναίκα, λένε οι αρχηγοί του Ιράν, πρέπει να ανατρέφει με ηθική τα παιδιά της και να φροντίζει το σπιτικό της. 
Δηλαδή τι έπαθαν τα παιδιά που μεγάλωσαν με μια μητέρα που μπεκρούλιαζε στα ξενυχτάδικα; Δεν μεγάλωσαν σωστά; 
Και η γυναίκα που απόκτησε παιδί παύει  να θέλει να δείχνει όσο μπορεί πιο γυμνό το κορμί της στους άντρες-πάει να πει έπαψε να είναι γυναίκα; 
Εν κατακλείδι η σεξουαλική απελευθέρωση που τόσα καλά έχει προσφέρει στις Δυτικές Κοινωνίες, ποιος ο λόγος  να κρατιέται μακριά από τις περσίδες; 
Και δεν πρέπει εμείς, να βάλουμε στον δρόμο της προόδου κράτη και κοινωνίες όπως το Ιράν;
Γιατί να μην μπορούν οι περσίδες να κυκλοφορούν με μία μίνι φούστα που τελειώνει ακριβώς εκεί που αρχίζει το αιδοίο;
Γιατί να μην μπορεί μια Ιρανή να εμφανίζεται στην αγορά με ένα αστεράκι μόνον να κρύβει την θηλή του στήθους;
Γιατί να μην μπορούν οι παντρεμένες Ιρανές να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις-τέτοιος αναχρονισμός…
Γιατί να μην μπορούν οι ιρανές να κάνουν έρωτα στο εστιατόριο όπου γευματίζουν, αν κάποιος πελάτης τους άνοιξε την όρεξη και γι αυτό;
Με ένα λόγο, γιατί να απαγορεύεται στις ιρανές να είναι πόρνες;
Επιτέλους! 
Πρέπει να επέμβουν οι ΗΠΑ στο Ιράν.»

Έστω και αργά εισακούστηκα.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

«Ο Γιώργος Παπανδρέου κινδύνευσε να πνιγεί με κανό στη Ραφήνα»
2-9-18-Οι εφημερίδες

ΚΩΣΤΑΚΗΣ, ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΚΑΙ ΦΑΣΌΛΙΑ

Φίλοι μου, αθλητή τόσο ικανό
καλά δεν τόνε κάνει ένα κανό.
Να τι έγινε: του Κώστα στη Ραφήνα
κάτι φασόλια του ’χαν στείλει φίνα.

Κι όταν τον Κώστα οι πείνες τόνε πιάσαν 
ζήτησε και του τα ’φτιαξε η Νατάσα.
Κι έφαγε πιάτα τρία με το συχώριο.
Αυτό, το βράδυ, πριν το επεισόδιο.

Την επομένη (ανάγκη αυτή της Φύσης)
ο Κώστας αερίστηκε βεβαίως.
Και το προϊόν του έτυχε ν’ αφήσει
 (προς δυστυχίαν κάθε Ευβοέος),

κατά την Εύβοια. Το κυματάκι
αμέσως κύμα θεόρατο εγίνη,
και ιδού: το κανουδάκι του Γιωργάκη 
έτυχε να περνά την ώρα εκείνη…

Και το κανό, σαν φλούδα από καρύδι,
του κύματος εγίνηκε παιχνίδι. 
Μα μόνο ετραβούσε πάνω-κάτω.
Γιατί, αν θα επήγαινε στον πάτο,

τότε-όχι ίσως απ’ την Κόζα Νόστρα
και ούτε από δάκτυλο του Κώστα:
δε θα ξανάβλεπε ο Γιωργάκης ήλιο,
αλί!, από του Κώστα τον …δακτύλιο…

                     -----

 ΓΙΑΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΧΕΙ ΤΑ ΧΑΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ 

Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη.
Για τετρακόσα χρόνια, δηλαδή για δεκάξη γενιές ήμασταν κάτω από τους τούρκους. 
Δεν είχαμε κράτος, μόνον είχαμε κοτζαμπάσηδες, δηλαδή υπαλλήλους των τούρκων για να μας κυβερνάνε. Εκείνοι είχαν τους δικούς τους ντόπιους ανθρώπους που καλοπερνούσαν κάτω από την προστασία του τούρκου αφέντη, στον οποίο και έδιναν αναφορά-κάτι ανάλογο της Κατοχής του 1940-44.
Αλλά και πριν από τα τετρακόσα χρόνια είχαμε διάφορους αφέντες, και είχαμε μάθει ότι όποιος και να είναι το αφεντικό, εμείς θα επιβιώναμε μόνον όταν υπακούαμε τυφλά σε αυτό. Αυτό για πολλούς αιώνες, με πρώτα μας αφεντικά τους Μακεδόνες. 
Κράτος με τη σημερινή σημασία του όρου, έχουμε από διακόσα χρόνια πριν. Ο προπάππος μου γεννήθηκε λίγο πριν την επανάσταση του εικοσιένα. Θέλω να πω ότι τόσο λίγα μόνον χρόνια μας χωρίζουν από την τούρκικη κατοχή.  
Μα και μετά, μήπως φτιάξαμε κράτος εμείς; Όχι. Το κράτος μάς το έφτιαξαν και μας το πούλησαν (με τίμημα την υποταγή μας) οι Μεγάλες Δυνάμεις της τότε εποχής (Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι). 
Εξ ου και τα κόμματα που φτιάξαμε τότε οι έλληνες ήταν το γαλλικό, το ρωσικό, το αγγλικό, δηλαδή ίδια όπως ως τα σήμερα, που μόνον τα ονόματά των αφεντικών έχουν αλλάξει
Και πάντοτε έκτοτε υπακούμε σε όποιον από τους τρεις είχε και έχει το πάνω χέρι κάθε περίοδο. 
Αυτό μέχρι και σήμερα, που ισχύουν τα ίδια, με άλλα ονόματα κάθε φορά: η Αγγλία μας ας πούμε σήμερα είναι η Αμερική και  η Ρωσία μας είναι η Ρωσία ως τα σήμερα,  και αν θέλουμε να προχωρήσουμε λίγο, και  το τότε αγγλικό κόμμα δεν είναι σήμερα η ΕΟΚ;
Τώρα όταν σήμερα λέμε κράτος τι εννοούμε; 
Το κράτος σήμερα είναι καινούργιο φρούτο. Είναι φρούτο του δέντρου της διάσπασης των αυτοκρατοριών. Πριν, κάθε σύνολο ανθρώπων που είχε τη δύναμη, έφτιαχνε μια δική του οντότητα. Στην οντότητα αυτήν περιλάβαινε όσα μέρη είχε τη δύναμη να επιβάλει σε αυτά την ισχύ του. 
Η διαφορά από την πριν κατάσταση είναι ότι τα μεγάλα κράτη φτιάχνουν πλέον κυβερνήσεις στα μικρά κράτη, τους δίνουν τους νόμους που αυτοί θέλουνε, και βάζουν αρχηγούς των κρατών αυτούς που θέλουνε. 
Και τώρα αντί κοτζαμπάσηδες τα μικρά αυτά κράτη έχουν υπουργούς και αντί πασάδες έχουν πρωθυπουργούς. 
Και πάλι στα μικρά κράτη γίνεται ότι θέλουν οι ιδρυτές τους (τα μεγάλα κράτη). 
Ένα τέτοιο κράτος είναι και η Ελλάδα. Όπου ο πρωθυπουργός έχει τη δύναμη που του δίνουν οι ξένοι οι οποίοι τον έκαναν πρωθυπουργό, ο πρωθυπουργός διορίζει τους υπουργούς-κοτζαμπάσηδές του, και όλοι αυτοί αρχίζουν να κλέβουν το λαό ελέω των ισχυρών που τους χρησιμοποιούν και που τους εξουσιάζουν. 
Πολλά από τα μεγάλα ονόματα της τουρκικής εποχής κρατάνε ακόμα το κοτζαμπασιλίκι. Άλλοι κοτζαμπάσηδες-υπουργοί αναδείχτηκαν αργότερα-είναι οι μοντέρνοι κοτζαμπάσηδες. Είναι αυτοί που απόκτησαν οικονομική δύναμη χάρη στις νέες οικονομικές συνθήκες που δημιούργησαν οι νέοι καιροί, αλλά που και αυτοί έχουν δώσει γην και ύδωρ στους έξω Μεγάλους, των οποίων παίρνουν την ευλογία και την άδεια για κάθε τι που σκαρώνουν να κάνουν στο κράτος που πρόκειται να διοικήσουν ή να δραστηριοποιηθούν γενικότερα. Στην Ελλάδα ας πούμε, για να γίνει κάποιος αρχικοτζαμπάσης, δηλαδή πρωθυπουργός σήμερα, πρέπει να έχει δώσει γην και ύδωρ στην Αμερική. Και αυτό το ξέρουν και οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι έλληνες, όμως για το τυπικό του πράγματος, κάθε αρχικοτζαμπάσης έλληνας πρν αναλάβει τα ηνία του κράτους, κάνει τη βόλτα του στην Αμερική, από όπου παίρνει και τυπικά την σχετική ευλογία. (Τελευταία συνηθίζεται να παίρνουν και την ευλογία και την συναίνεση και του Πάπα) 
Και από κει και πέρα κάνει πια ότι θέλει ο αρχικοτζαμπάσης, αρκεί με αυτό να συμφωνεί και το Μεγάλο Αφεντικό.  Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτόν, αυτό το ξέρουν όλοι, και όλοι υποτάσσονται στους ορισμένους από αυτόν τοπικούς άρχοντες αμίλητα, με αντάλλαγμα  να ψευτοζούν.

Και για όλα τα μικρά κράτη έτσι είναι.
Μα το θέμα με την Ελλάδα έχει μια ιδιαιτερότητα που την κάνει να είναι η χειρότερη περίπτωση κράτους όπου ο κοτζαμπασισμός και σήμερα ακόμα εξακολουθεί να υφίσταται σε όλη του την μεγαλοπρέπεια, χωρίς να αφήνει περιθώρια για κάποια μεταβολή προς το καλύτερο όλα αυτά τα χρόνια.
Και αυτή η ιδιαιτερότητα είναι η γεωγραφική θέση και κατάσταση της Ελλάδας-αυτού που αποκαλούμε σήμερα Ελλάδα. 
Δέστε την στο χάρτη. Δεν είναι σαν ένα νησί που από κάτω, δεξιά και αριστερά έχει θάλασσα και πάνω βουνά, δηλαδή ένα απομονωμένο μέρος;
Όποιος λαός και να ζούσε εδώ, ίδιος με τους έλληνες θα ήταν, δηλαδή τα ίδια χάλια θα είχε. 
Οι έλληνες βράζουν με το ζουμί τους, ξεκομμένοι από τους πολιτισμένους λαούς. 
Μένουν όπως ήταν ανέκαθεν, όπως τους έπλασε και τους διατήρησε η (για χιλιετηρίδες φυσικά)  απομόνωσή τους αυτή.
Από ποιούς να διδαχτούν; 
Ποιών άλλων τις προόδους να ακολουθήσουν;
Πώς να συμπορευτούν με άλλους λαούς; 
Ενώ δέστε την Ευρώπη.
Λαοί που δεν τους χωρίζουν ούτε βουνά ούτε θάλασσες. Και άραγε ό,τι καλό συμβαίνει στον ένα λαό, (ή, τα τελευταία χρόνια, στο ένα κράτος), είναι θέμα λίγων χιλιομέτρων ώσπου να το δει και να το υιοθετήσει ο άλλος λαός (ή κράτος). 
Οι έλληνες με ποιον να επικοινωνήσουν; Και έστω ότι με τα καράβια τους πάνε προς τα κάτω. Τι θα συναντήσουν εκεί; Την Αφρική. 
Να κάνουν προς τα πάνω, περνώντας έστω τα βουνά; Τότε θα βρεθούν σε Βούλγαρους και Αλβανούς.
Και αν πάνε προς τα ανατολικά; θα συναντήσουν τους λαούς της Ασίας. 
Ποιος θα τους έκανε ανθρώπους;
Να κάνουν δυτικά; Θάλασσα! Μα, θα μου πείτε: Η Ιταλία; Ναι, αφού περάσουν τη θάλασσα, θα έβρισκαν την Ιταλία. Μα ποια Ιταλία; Τη Νότια, που λίγο διέφερε για αιώνες από εμάς, αλλά που διαφέρει από την βόρια πολιτισμένη Ιταλία. 
(Εδέησε να πάρουν τα νησιά μας οι Ιταλοί για κάμποσο, ώστε να δώσουν μια ιδέα πολιτισμού στα Ιόνια νησιά και από αυτά να την μυρίσουν καιτα δυτικά μας παράλια.) 
Πουθενά δεν είχαν ούτε έχουν να πάνε οι Έλληνες ώστε να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Στα ίδια και στα ίδια θα μένουν. Στην αμορφωσιά και στον ραγιαδισμό τους. 
Γι αυτό είμαστε ό,τι είμαστε. Γγι αυτό έχουμε τα ίδια χάλια που πάντα είχαμε, και θα τα έχουμε για πάντα και γι αυτό θα βράζουμε με το ζουμί μας.
Αλλά δεν έφταναν αυτά. Είμαστε ο πάτος της κατσαρόλας Ευρώπη, που πάνω του μένει ό,τι δεν τρώγεται, ή είναι καμένο.
Αλλά και αυτό: κατά καιρούς, όσους ήθελαν να ξεφορτωθούν οι βασιλιάδες του Βυζαντίου, εδώ το έστελναν, κατά εκατοσταριές χιλιάδες μάλιστα. Και βέβαια δεν τους έστελναν εδώ γιατί ήσαν πολιτισμένοι.
Για να μην παρομοιάσω την Ελλάδα με το υπόγειο ενός σπιτιού, στο οποίο έχει μαζευτεί κάθε σαβούρα (το ολιγότερο…) των «απάνω»…
Αυτά, για να μην έχουμε απορίες όπως οι παρακάτω:
«Γιατί να μην είμαστε πολιτισμένοι κι εμείς;»
«Γιατί να μην έχουμε Παιδεία και Υγεία;»|
«Γιατί να κλέβουν οι πρωθυπουργοί μας, οι υπουργοί μας, και όλοι μας ο ένας τον άλλονε;»
«Γιατί να μην προοδεύουν οι άξιοι; Γιατί να μας ορίζει το ρουσφέτι; Γιατί να …..» 
Αυτα, για όσους δεν τα ήξεραν.

                                   ---------------

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ 

«ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
          

 Η ΔΕΝΤΡΟΦΥΤΕΨΗ

Η Έμιλυ μου έπιασε  το χέρι. «Πάμε να φυτέψουμε δέντρα!» μου είπε.
Χάρηκα. Τα δέντρα μας δίνουν οξυγόνο.
Κοντά μας ήταν ένα παρτέρι με πρασινάδα.
Η Έμιλυ κρατούσε στο χέρι της  ένα μπουκάλι με νερό, και σπόρους από τα δέντρα της πλατείας.
Με οδήγησε ως στην πρασινάδα.
Άπλωσε το πόδι της  και με το πίσω μέρος του παπουτσιού  της έσκαψε λίγο το χορτάρι ώσπου φανερώθηκε  το χώμα.
 «Βλέπεις;», μου λέει. «Τώρα θα φυτέψω το δέντρο.»
Έβαλε μέσα στο σκαμμένο έδαφος έναν από τους σπόρους που κρατούσε.
«Τώρα λίγο νερό», είπε.
Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε λίγο νερό πάνω στον σπόρο. Ύστερα μάζεψε από κάτω ένα μισοσαπισμένο φύλλο από τα πολλά που ήσαν πεσμένα γύρω, και σκέπασε τον σπόρο με προσοχή.
«Τώρα πρέπει να τον πατήσουμε λίγο» μου είπε. Άπλωσε το πόδι της και πάτησε ελαφρά πάνω στο  φύλλο.
«Εντάξει» είπε, «τώρα ένα άλλο δεντράκι.»
Ένα βήμα πιο πέρα, άνοιξε μιαν άλλη γουβίτσα.
«Βλέπε», μου λέει, «πώς θα το κάνω.»
Έβαλε τον σπόρο στο πώμα του μπουκαλιού, και έβαλε το πώμα στην χωμάτινη επιφάνεια που είχε με την φτέρνα της φτιάξει. Ύστερα έριξε λίγο νερό μέσα στο καπάκι. Πήρε πάλι ένα φύλλο και το έβαλε πάνω στο πώμα με τον σπόρο και το νερό, πατώντας το μετά ελαφρά.
Πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα, «Τώρα κάνε το κι εσύ», μου είπε, και μου έδωσε έναν σπόρο και το μπουκάλι με το νερό.
Έσκαψα λίγο με την φτέρνα μου ώσπου φάνηκε το χώμα.
Την κοίταξα.
Μου είπε «Μπράβο! Βάλε τον σπόρο».
Έβαλα τον σπόρο, πήρα ένα φύλλο από κάτω και πήγα να το βάλω πάνω από τον σπόρο.
«Όχι! Ξέχασες το νεράκι! Αν δεν έχει νεράκι το δέντρο, δεν μεγαλώνει …»
Έριξα λίγο νερό πάνω από τον σπόρο.
«Τώρα βάλε το φύλλο!», μου είπε, τονίζοντας το «τώρα».
Έβαλα το φύλλο, και πάτησα ελαφρά πάνω του.
«Έτσι μπράβο!» μου είπε. «Εντάξει, τα φυτέψαμε τα δέντρα μας!»
Την άλλη μέρα το πρωί, Δευτέρα, πήγα και είδα τα δέντρα που είχαμε φυτέψει.
Οι σπόροι είχαν βλαστήσει.
Ένα κύμα ευτυχίας με κυρίεψε. Τρία δέντρα σε μια εποχή που τα δέντρα είναι τόσο πολύτιμα!
Την Τρίτη, τα δέντρα είχαν φτάσει σε ύψος δέκα εκατοστών!
Αύριο Τετάρτη, θα πάω να πω στην Έμιλυ ότι τα δέντρα μας άρχισαν να μεγαλώνουν.
Μόνο δεν ξέρω αν θα με αφήσουν να μπω στο Νηπιαγωγείο.
Αν όχι, θα τήνε δω την Τετάρτη το απόγευμα στις κούνιες, που την πηγαίνει η μαμά της για να παίξει εκεί μαζί με τα άλλα κοριτσάκια με τις κούκλες τους.

 ΝΤΑΒΊΝΤ
(Γεωργιανός, φίλος)

Καλοκαιρινό απόβραδο.
Καθισμένοι στη φτωχική αυλή του βλέπαμε στον κομπιούτερ την πατρίδα του, τη Γεωργία.
Έτρωγε τα γλυκά που του πήγα για τα γενέθλιά του, απολαμβάνοντάς τα.
«Μπορώ μη τρώω…αλλά γκλυκά όλο τρώω όσα έχω…»
Τετραγωνισμένο πρόσωπο, αδρά χαρακτηριστικά, ψηλός και δυνατός. 
Μου θυμίζει τον συμπατριώτη του Στάλιν. 
Δεν δείχνει να έχει καμιά περηφάνια για την κοινή του καταγωγή με αυτόν.
Μορφωμένος. Χορογράφος και χορευτής στην πατρίδα του. 
Ήρθε εδώ με τη γυναίκα του για να δουλεύει για δεκαπέντε ευρώ όλη την ημέρα στους έλληνες.
Δεν παραπονιέται.
Μου βρίσκει και μου δείχνει στον κομπιούτερ του χορούς γεωργιανούς και ρώσικους.
Υπέροχο θέαμα. Όλο χάρη και όμορφο και θεμιτό νάζι από τις κοπέλες, και ήρεμα αντρίκια δύναμη και αγωνιστικότητα από τους άντρες.
Μία μύγα κάθεται μιά επάνω στα πρόσωπά μας, μιά επάνω στο στήθος της πρώτης χορεύτριας στην τηλεόραση που βρίσκεται μπροστά μας στην αυλή πάνω σε ένα τραπεζάκι.
Γύρω μας τα έντομα, που μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι υπήρχαν πριν από εμάς και ότι θα υπάρχουν και μετά.
Ο Νταβίντ μου δείχνει την εκκλησία της Κολχίδας. Εκατό μέτρα ύψος, χωρητικότητα πέντε χιλιάδες άτομα «μέσα μόνο!» 
Μου δείχνει τα ποτάμια της Γεωργίας με τα αλλόκοτα ονόματά τους. «Όλα πάει Μαύρη θάλασσα και ένα Κασπί… Μεγάλα ποτάμι και πολύ πολύ γρήγορο…»
Βλέπω τα ποτάμια στον χάρτη και τα νιώθω να κινούνται, να τρέχουν ορμητικά μέσα μου και να δροσίζουν τον καυτό αέρα.
Οι χορεύτριες ντυμένες τα πολύχρωμα ρούχα της πατρίδας τους και ανεμίζοντας πανέμορφα μαντήλια. «Μαντήλι!», του λέω, δείχνοντάς του ένα μέσα στη μικρή οθόνη.
Γεμάτος άδολο ενθουσιασμό: «Μαντήλι! Και Γεωργία μαντήλι λέμε!...»
«Γιατί άραγε λέμε και οι δύο το μαντήλι μαντήλι;» τον ρωτάω. Αφού καταλάβει τι εννοώ, με απόφαση και σιγουριά αρχίζει να μου μιλάει για την αργοναυτική εκστρατεία. Μου δείχνει την Κολχίδα και το Βένι, συνοικία της Κολχίδας όπου, χωρίς καμία αμφισβήτηση γι αυτόν, εκεί πήγαν και έδρασαν οι αργοναύτες.
Από κει ίσως το «μαντήλι», συμπεραίνει. Δεν ξέρω, όμως πολύ μου αρέσει η ιδέα της γεφύρωσης μιας τέτοιας χρονικής και εδαφικής απόστασης με μια λέξη…
«…Ιάσων…ήρθε πάρει το χρυσό…το golden…πώς λένε…το golden…Βένι!» (Ψάχνει αμίλητος υπομονετικά στον χάρτη, το βρίσκει) Εδώ! Εδώ ήρθαν! Πήραν γυναίκα Μεντέα… Χίλια εννιακόσα ογδοντα δύο ήρθαν έλληνες Κολχίδα με ίδιο καράβι…»
Η ώρα περνάει.
Δέκα παρά είκοσι. Σηκώνομαι και με αλαφριά αλλά και βαριά καρδιά τον αφήνω. «Είναι ώρα να πας να πάρεις την Άννα.»
Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. «Χτες είχα οικογένεια γιορτή…εγώ σαράντα οκτώ χρόνια…» Του εύχομαι πάλι χρόνια πολλά και βγαίνω στην κάψα και στην βρωμιά των δρόμων της πόλης μου.