Μια γάτα στο πάρκο
Περπατώ στο πλακόστρωτο κομμάτι του πάρκου της πόλης. Βλέπω σε απόσταση εφτά μέτρων από τον χλοοτάπητα μια γάτα, που, ακίνητη, έχει στραμμένη την προσοχή της σε ένα σημείο της νότιας γωνίας του.
Σταματώ την πορεία μου, που η νοητή ευθεία της διασταυρώνει την απόσταση από τη γάτα ως το σημείο που αυτή βλέπει, και στέκω ακίνητος με τη σειρά μου, παρατηρώντας την. Τι βλέπει; Ή τι ακούει;
Μένει σ’ αυτήν τη στάση χωρίς ούτε ένα κοίταγμα αλλού. Περνάνε δύο ή τρία λεφτά έτσι. Ύστερα αρχίζει να κινείται σκυφτή και με αργά, αθόρυβα βήματα προς το χορτάρι, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από εκεί όπου και πριν κοίταζε.
Πλησιάζω τόσο, ίσα που να μη της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνει στο πεζουλάκι που χωρίζει το πλακόστρωτο από τον χλοοτάπητα, και τοποθετείται από πάνω του, κάθετα προς αυτό, με τα πίσω πόδια σχεδόν πλήρως ορθωμένα, και με τα μπροστινά επάνω του, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να έχει στρέψει το κεφάλι της ή το μάτι αλλού.
Τώρα βλέπω καλά ότι η προσοχή της είναι στραμμένη σε ένα σημείο του χορταριού δέκα εκατοστά από εκεί όπου στέκεται. Μένει, παγωμένη λες, σ’ αυτή τη θέση-για πόσο δεν μπορώ να πω: είμαι τόσο συνεπαρμένος με ό,τι διαδραματίζεται μπροστά μου τόσο εντατικά, που νοιώθω μέλος της παράστασης, ώστε ούτε για μένα δεν υπάρχει χρόνος.
Σε όλο αυτό το διάστημα ρίχνει, αστραπιαία κάθε φορά, δυο φορές μια ματιά προς εμένα, ώσπου σιγουρεύεται ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από την παρουσία μου εκεί, και ίσως υπολογίζοντάς σαν με συνένοχο σε ό,τι ετοιμάζει.
Ξάφνω σηκώνει πλήρως τα πίσω πόδια, κουνάει το κορμί της δυο φορές ελαφρά και αργά δεξιά και αριστερά, αστραπιαία ύστερα ανυψώνει ακόμα το κορμί για να πάρει φόρα και με ένα άλμα πέφτει βαριά πάνω στο σημείο που τόσην ώρα παρατηρούσε, με τα μπροστινά πόδια δεξιά το ένα και αριστερά το άλλο από το επίμαχο σημείο, ενώ φέρνει τη μουσούδα της προς τα κάτω, πάνω ακριβώς από αυτό, στη χλόη.
Ένα δευτερόλεπτο μετά, και χωρίς να κινήσει διόλου το υπόλοιπο σώμα, σηκώνει τη μουσούδα της από εκεί, κινεί για ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου τα μάτια της δεξιά αριστερά και βάζει τα πόδια της εκεί που πριν είχε χώσει το μουσούδι της.
Εκεί, τελείως απορροφημένη από αυτό που κάνει, κοιτάζοντας στο ίδιο πάντοτε σημείο και χρησιμοποιώντας για εργαλεία μια το ένα πόδι της και μια το άλλο, σκάβει με ταχύτητα το χορταρένιο χώμα, ανακατεύοντας το πράσινο της χλόης με το μαύρο-γκρίζο του χώματος. Ύστερα σταματάει το σκάψιμο, σηκώνει το κεφάλι, το κινεί ελαφρά δεξιά αριστερά, ακολουθώντας κάτι άγνωστο και αόρατο ακόμα για μένα -μια κίνηση; έναν ήχο; μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής κάποιου υποψήφιου θύματός;-, και ξαφνικά το χώνει ακριβώς μέσα στην τρύπα που είχε μόλις πριν ανοίξει με τα πόδια της. Εκεί, κινώντας γρήγορα το κεφάλι δεξιά και αριστερά, μέσα στο χώμα, μένει τόσην ώρα, που θα μπορούσα στο διάστημα αυτό να έχω με την ησυχία μου πάει κοντά της και να ξαναγύριζα πάλι στη θέση μου.
Κάποια αίσθησή της τής έλεγε ότι δεν κινδύνευε από τίποτε άραγε, ή δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή παρά η λεία της, ρισκάροντας τα πάντα γι αυτήν;
Και να, μετά από χώσιμο της μουσούδας της όλο και πιο βαθιά στο χώμα, σκάβοντας λες και με αυτήν, και για τόσο χρονικό διάστημα που σκεφτόμουν πώς μπορεί να αναπνέει τόσην ώρα, τέλος την σηκώνει, κρατώντας όμως τώρα στο στόμα της ένα καταματωμένο ποντικάκι.
Γύρισε αμέσως προς εμένα, σαν σε συνένοχο ή συνεργάτη, με κοίταξε με το λάφυρό της στο στόμα, προχώρησε λίγα αργά βήματα απομακρυνόμενη από μένα, στάθηκε, και ξαναγύρισε προς το μέρος μου κοιτάζοντάς με καλά καλά στα μάτια αυτή τη φορά- φως φανάρι γεμάτη περηφάνια για το κατόρθωμά της.
Της φώναξα ένα «μπράβο!» ενώ ταυτόχρονα έσφιξα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου το ένα με το άλλο. Τότε άρχισε να γευματίζει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω αυτό που είδα, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για την παράσταση που δόθηκε μπροστά στα μάτια μου, μια παράσταση που μου έδειξε πόσο πιο αξιόλογα πλάσματα από τον άνθρωπο υπάρχουν πάνω στη γη.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2026
ΚΟΡΙΤΣΙΑ
-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!
-Ναι.
Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ
« To ερώτημα δεν είναι αν θα πέσει στη γη ο μετεωρίτης που θα την καταστρέψει, αλλά πότε θα πέσει.»
Οι επιστήμονες
Σκοτάδι, Εκείνος κι Εκείνη κάθονται διπλα σ’ ένα παράθυρο. Ένα λυχνάρι του λαδιού τρεμοφέγγει.
Εκείνη
Σκοτάδι
κι εκεί. Όπως παντού. Δεν ξεχώριζα τίποτα. Μερικά αυτοκίνητα περνούσαν.
Οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η τηλεόραση νεκρή. Μερικοί
σταθμοί ραδιοφωνικοί παίζανε ξεψυχώντας,
Κάποιος ερχόταν προς τα δω
με το αυτοκίνητο του. Με πήρε. Με άφησε εδώ πιο κάτω. Τον πλήρωσα
χρυσάφι κάθε μίλι για να με φέρει. Τι τα θέλει τα λεφτά;
Εκείνος
Κι εδώ όλα νεκρά. Μόνον μερικοί αστυνομικοί τριγυρίζουν χωρίς εξουσία για τίποτα. Γιατί τριγυρνούν;.. Για ποιον;..
(σιωπή)
Εκείνη
Τι θα κάνουμε;
Εκείνος
Θα ζήσουμε όσο έχουμε φαγητό.
Εκείνη
To ίδιο όλοι;
Εκείνος
To ίδιο όλοι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο.
Εκείνη
Φαγητό!
Πόσο παράξενα ακούγεται! Λαχανικά! Κρέας! Ρύζι! Αυγά!.. Πάνε πια όλα
αυτά τα αγαπημένα. Πάνε... Ζώα, Φυτά... και η Άνοιξη… η Άνοιξη… η
Άνοιξη… δε θα ξανάρθει...
Εκείνος
Ούτε ο χειμώνας. Ούτε το καλοκαίρι με τα φρούτα τα γλυκά... Ο χρόνος τελείωσε. Μόνο η γη-όση νιώθουμε- μας μένει...
Εκείνη
Αυτό ήταν λοιπόν...
Εκείνος
Αυτό ήταν...
Εκείνη
Τοσος πόνος... τόση αγωνία... η ζωή... η ζωή έτσι λοιπόν τελειώνει...
Εκείνος
Οι δίσταγμοί, οί τύψεις, τα δάκρυα, όλα άσκοπα.
Εκείνη
Κείνα τ' απογέματα στο μονοπάτι… με τον ήλιο ν' αργογέρνει πίσω από τα βουνά χρυσίζοντας τη θλίψη μας...
Εκείνος
Η Τίνα που μας ενοχλούσε με τις φωνές της… το αφεντικό που νευρίαζε όταν αργούσαμε… η κυβέρνησή μας… η πόλη μας...
Εκείνη
Η ζωή μας...
(σιωπή)
Εκείνος
Ο ουρανός μας έστειλε το θάνατο αντί τη ζωή.
Εκείνη
Ο ουρανός; Ποιος ουρανός; Όλα ένα μαύρο σύννεφο.
Ούτε "σύννεφο"... όλα ένα μαύρο.
(σιωπή)
Εκείνη
Κάποτε βλέπαμε τον ήλιο... μετρούσαμε τις ημέρες… τις ώρες... κάποτε λέγαμε "αύριο"...
Εκείνος
Επειδή είχαμε μάτια. Οι τυφλοί δεν έλεγαν τίποτα.
Εκείνη
Δεν είχαμε μάτια. Αφού τώρα δεν έχουμε, ποτέ δεν είχαμε.
Εκείνος
Και ο θεός...
Εκείνη
θα πεθάνει μαζί με μας.
Εκείνος
Και το παιδί μας… Αν μπορούσαμε να ζήσουμε ώσπου να γεννηθεί...
Εκείνη
Πώς
θα ήτανε δυνατό; Και αν ήτανε δυνατό... τι... τι να τo κάναμε; Τι να
του λέγαμε; Πως κάποτε ήταν ένας ήλιος; Πως κάποτε υπήρχαν αστέρια;
Εκείνος
Ποια
αστέρια; Ποιος ήλιος; Τίποτε απ' αυτά δεν υπήρξε. Ποτέ δε ζήσαμε. Οι
επιστήμες μας, η Τέχνη, η Ποίηση, η Φιλοσοφία μας... τίποτα... Τίποτα.
Όλα ένα μηδέν. Όλα ένας χαμός μες στο χαμό.
Εκείνη
Ούτε για να κλάψει τα τόσα χαμένα δε θα μείνει κανείς.
Εκείνος
Τίποτα δε θα χαθεί. Τίποτα δεν υπήρξε.
Εκείνη
Κι εσύ; Κι εγώ; Δεν υπήρξαμε;
Εκείνος
Τι θα πει "υπήρξαμε";
Εκείνη
Δεν ξέρω.
Εκείνος
Πες μου, τι θα πει "υπήρξαμε";
Εκείνη
Δεν υπήρξαμε. Είμασταν εμείς και τίποτ' άλλο. Τώρα θα πάμε κι εμείς και τίποτε δε θα μείνει.
Εκείνος
Το μυαλό μας μόνο ήτανε που ακόμα είναι. Και μέσα του όλα τ’ άλλα.
Εκείνη
Ναι. To μυαλό μας μόνο. Και μέσα του η γέννα μας κι όλη μας η ζωή. Κι όλα τ' άλλα. Και μέσα μου εσύ.
Εκείνος
Και μέσα μου εσύ.
Εκείνη
Ο ένας μέσα στον άλλο.
Εκείνος
Εγώ ήμουν εσύ κι εσύ ήμουν εγώ.
Εκείνη
Ούτε εσύ ούτε εγώ. Η σκέψη μας μόνο.
Εκείνος
Ούτε η σκέψη μας. Η μνήμη. Αυτή έφτιαξε
ρούχα, σπίτια, εργαλεία, δαίμονες, θεούς, αγάπες, μίση.
Εκείνη
Αυτή έφτιαξε βάραθρα, πόνους, ενοχές, μοναξιά. Αυτή έφτιαξε και τον μετεωρίτη που τώρα τη σκοτώνει.
Εκείνος
Τη σκοτώνει; Όχι. Τη λεφτερώνει.
Εκείνη
Τη λευτερώνει από τι;
Εκείνος
Από τον εαυτό της. Από τι άλλο θα μπορούσε;
Εκείνη
Λευτεριά λοιπόν είναι ο θάνατος;
Εκείνος
Λευτεριά είναι η Λευτεριά. Θάνατος δεν υπάρχει.
Λεφτεριά είναι αυτό, να ξέρεις πως δεν υπάρχει θάνατος.
Λεφτεριά είναι η λεφτεριά.
Εκείνη
Λεφτεριά είναι η λευτεριά...
Λοιπόν γιατί να υποφέρουμε σκλαβωμένοι;
Εκείνος
Δεν υποφέρουμε.
(σηκώνεται
γρήγορα, παίρνει από το συρτάρι ένα περίστροφο, πυροβολεί στο κεφάλι
Εκείνης, ύστερα πυροβολεί το δικό του. Την ίδια στιγμή σβήνει και το
λυχνάρι. Σκοτάδι)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC
Όταν
έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση
που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες
του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα
δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε
Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον
καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν
μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό!
-Στο χορό;
-Στο
χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον
Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί.
Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς
το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με
συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη
ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα
είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ.
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε
μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην
επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν
πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά.
Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και
κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα!
Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το
είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις
μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό,
δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε
μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη
γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:
Δεν ξέρω πώς δεν έχετε
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο
μπορεί να κάνει σώμα.
Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:
Γυμνάζοντας τον ένα μου
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά
λύνω το Κυπριακό.
Με μίαν άσκηση σωστή
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ
του πρόεδρου του Γάλλου.
Με μοναχά λίγα πους-απς
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν
να μας τα δώσουν πίσω
και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός
τα όρια τηνε φτάνω.
Λιγάκι κάνοντας μασάζ
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα
τον ίδιονε τον Μπους.
Πέντε φορές σηκώνοντας
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν
ως κι ενενήντα μοίρες
Και- κάτι που κυβέρνηση
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ
την υφαλοκρηπίδα.
Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι
πρωθυπουργός το Μάρτη.
Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας
να έχει ανεργία.
Για την Παιδεία μοναχά
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής
σοφός να λογαριάζεται
Κι ως για το μέγα πρόβλημα
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί
του σώματος πλαγία.
Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή
θα είναι πια δική μου.
Θα ημπορούσα αν θέλατε
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση
δεν το ’χω εγώ σωστό
τώρα που έτσι μάλιστα
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ
πως σας το λέω με λύπη.
Γιατί εγώ-μη βλέπετε
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου
αν δεν το δείξω σκάω.
Ίσως μιαν άλληνε φορά
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα
που κάνω μεγαλύτερα.
Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…
Να! τα πους-απς μου αύριο
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού
ευθύς θα σας γλιτώσω.
-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές
ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η
τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία
δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια
ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει
«σκέπτομαι»;
Τρίτη 19 Μαΐου 2026
ΖΑΝΕΤ
ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)
ΑΝΤΑΜ
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω. Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα.
ΑΝΤΑΜ
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μη διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Τελευταία, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά σου αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου. Ζανέτ μου, ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας ιδούν. Μα ως τότε τι να κάμω;
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα το ξέρεις ότι πάντα μου άρεσε η μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα.
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες…
ΑΝΤΑΜ
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ… τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … τότε;..
ΖΑΝΕΤ
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις αγάπη μου κάθε φορά, είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει.
ΖΑΝΕΤ
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις.
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. Και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες.
ΑΝΤΑΜ
Τότε τι…
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί.
ΑΝΤΑΜ
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται)
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της)
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή.
Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι; Κι όμως κάτι μου λείπει Θε μου. Κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… (ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα)
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε.
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη)
ΒΕΘΥ
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σ΄ ένα νησάκι κι εμένα.
(Κοιτάζοντας ψηλά)
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου...
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις.
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις. Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες.
ΒΕΘΥ
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη;
ΖΑΝΕΤ
Ναι.
ΒΕΘΥ
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου;
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ.
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί.
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια.
ΒΕΘΥ
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα.
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ
Μα είναι φυσικό.
(την πλησιάζει)
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε;
ΒΕΘΥ
Βεθύ. Και σένα;
ΖΑΝΕΤ
Ζανέτ.
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ.
(σιωπή)
ΖΑΝΕΤ
(σιγά)
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας.
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει)
Το μήλο μόνον μας λείπει.
ΖΑΝΕΤ
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι. Και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του, έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεέ μου!
(Την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά)
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι.
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου.
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου;
ΒΕΘΥ
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη;
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε;
ΒΕΘΥ
Μεθαύριο την ίδια ώρα.
ΖΑΝΕΤ
Εντάξει. Πήγαινε τώρα.
ΒΕΘΥ
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας.
ΖΑΝΕΤ
Όση θέλεις Βεθύ.
(φιλιούνται)
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα.
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει)
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά! Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα! Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Και τις αξίζω. Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπεται να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου, δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα.
(δυνατά)
Απατώ!
(Κόβει ένα λουλούδι και το μυρίζει)
Τι ωραία που μυρίζει!
Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο μου είπε ότι θα έρθει πάλι ο Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου….
ΑΥΛΑΙΑ
«ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»
Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ
ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι,
μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει
κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει
πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν
είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα
στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι
μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο
σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που
ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να
στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και
εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της
εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά
μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να
κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί…
αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της
εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω
κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού
και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία.
Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και
να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε
αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα,
ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι,
ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί
επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα
έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το
στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου
επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω
τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη
από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου
να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και
εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως
όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι
τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες,
βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου
ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει
κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι
σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο
τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί
εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες
γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα
μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα,
με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που
ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος
εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον
κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις
γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι
που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο
τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές
γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά
παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και
τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από
Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε
πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε.
Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε
καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια
σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με
χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως
καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και
τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του
την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα.
Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο
ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ.
Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του.
Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν,
έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες
το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του
’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι
εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω
αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ
που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς
να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το
μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια,
αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες
του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα, ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ
θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι
δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας
ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να
απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας
ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης
διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα,
ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν
εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς
Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του
ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως
αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των
τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας
Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης.
Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο
να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο
ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του
Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να
μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως
του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του
υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο
αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο
χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να
σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως
να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων
με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον
επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να
τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων
απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο
Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν.
Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε
ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ
1 Με αητού ψυχή και θώρι
και μ’ απλή κι αγνή καρδιά
μόνον οι κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.
2 Κι ενώ οι άλλοι λεν τι «πρέπει»
και πια παύουν-και σιωπούν,
οι κουκουλοφόροι έπη
γράφουν, δίχως να μιλούν.
3 Όταν καίνε τις σημαίες
και του «Αγνώστου» τη σκοπιά
πλαστουργούν σκιερές αλέες
να βαδίσει η Ανθρωπιά.
4 Κι ας φωνάζουν οι αχρείοι
ελληνίδος όπου γης,
και καθείς ας επισείει
απειλές λογής λογής,
5 για τους νέους, που «βεβηλώνουν»,
όπως όλοι λεν αυτοί
τα ιερά, όταν ξηλώνουν
ό,τι πρέπει να χαθεί.
6 Κι αν εκάη μια σημαία,
χίλιες καιν οι βουλευτές
βίλλα φτιάχνοντας μια νέα
με λεφτά από τις κλεψιές.
7 Κι άλλες χίλιες ο καθένας
υπουργός, πολιτευτής,
κομματόσκυλο, ή ένας
κρατικός αρχιληστής,
8 όταν κλέβει απ’ το Δημόσιο
τον φτωχό του κορβανά
ιερό δίχως και όσιο
κάτι να τον σταματά.
9 Κι όποιον κλέφτει, τόνε στέλνουν,
όχι για τη φυλακή,
μα στο σπίτι τον πηγαίνουν
να τα φάει ήσυχα ’κει.
10 Όμως όταν χαλαστούνε
μια καρέκλα, ένα σκαμνί,
οι ληστές αυτοί βοούνε
για την αβαρία αυτή.
11 Κι όλοι ενώ είναι πνιγμένοι
στα κλεμμένα τους λεφτά
στο ρεφραίν καθείς τους μένει:
«ποιος θα τα πληρώσει αυτά;»
12 Ω! Μιαροί! Ο κουκουλοφόρος
δεν μιαίνει τα ιερά:
των ηρώων μαντατοφόρος
νέα σάς φέρνει τρομερά.
13 Ένα αγώνα φέρνει νέον
στην πανάθλιά σας γη
και σας λέει: «ξεχάστε πλέον
όσα κάνατε όλοι πριν».
14 Κι οι μολότωφ θε’ ν’ ανάψουν
μια τρανή τώρα φωτιά
και συθέμελα θα κάψουν
όσα σάπια και παλιά.
15 Κι οι κουκουλοφόροι δίνουν
σάρκα σ’ όνειρο κι οστά
κι όλα πίσω τους τ΄ αφήνουν
και τραβούν γοργά μπροστά.
16 Απ’ τα βάθη των αιώνων
οι ήρωές μας τους θωρούν
και θερμά μ’ ευχές τους ραίνουν
και μ’ ευλόγια όση μπορούν.
17 Κι αν εζούσανε και τώρα,
θα διαδήλωναν μαζί,
με κεινούς όπου η χώρα
θέλουν λεύτερα να ζει.
18 Κι αν υπήρχανε, οι ίδιοι
πρώτοι θα ’βαζαν φωτιά,
κι άλλη μια στις που ’χουν ήδη
έτσι παίρνοντας πρωτιά.
19 Ω! Αν ζούσαν οι καλοί μου
θα ’χανε ξεσηκωθεί
κι όλοι οι άθλιοι του Μαξίμου
θα ’χανε άβρετα χαθεί.
20 Δεν σκοτώθηκαν εκείνοι
για να οργιάζει η διαφθορά
για ν’ ανθούν μαφιόζων κτήνη
και να καίει η αγορά΄
21 τα παιδιά μας για να βγαίνουν
κούτσουρα από τα σχολειά,
και πάντα άνεργα να μένουν
κι ας γυρεύουνε δουλειά΄
22 οι εργάτες μες στους δρόμους
αρρωσταίνοντας να σβηούν,
να τους λένε παρανόμους
αν πεινώντας απεργούν,
23 ο αλλοπρόσαλλος ο «θείος»
τρισεκατομμύρια να ’χει
ο λαός ενώ αισίως
για ευρώ ένα δίνει μάχη.
24 και αβίωτος να ’ν’ο βίος
σε παιδάκια τρυφερά
και να δυστυχεί αισίως
κάθε μια νοικοκυρά…
25 Φλόγα που τα βρώμια καίει
και τα σάπια καταλεί!,
ο εμπρηστής, όχι δε φταίει,
μα η πατρίδα τον φιλεί…
26 Όλοι οι ήρωες του «Αγνώστου»
άμοιροι ήσαν και φτωχοί
που καθέναν ο υπουργός του
έστελνε να σκοτωθεί,
27 για να μένει εκείνος σώος
κι απ’ τις σάρκες τους να ζει
σαν αυτός να ’τανε αθώος
ή αυτοί να ’ταν χαζοί.
28 Για να βγαίνουν βουλευτήδες
Άκηδες βλητοκουτοί
και να πνίγουν Παπουτσήδες
τις Σαμίνες με κουπί.
29 Οι ήρωες –όχι!-δε χαθήκαν
για να κλέβει ο βουλευτής
κι ο υπουργός να ’χει για προίκα
θησαυρούς ολοζωής.
30 Και «αυτή ’ναι η Ελλάδα»
όποιος πει πρωθυπουργός,
δεν του πρέπει μες στη ΓΑΔΑ
και δοχείο ναν’ νυκτός;
31 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι,
μα όπου είστε, είναι, εσείς!
32 Από εσάς, αν είναι να ’λθει
θα ’λθει πάλι η λευτεριά
που ο Πολιτικός εβάλθη
ν’ ανταλλάξει με σκλαβιά.
33 Εις εσάς χτυπάει κλεισμένη
της πατρίδoς η καρδιά
κι από σας μόνο προσμένει
όπως τότε ελευθεριά.
34 Και ο Ευρωπαίος κοιτάει
τον αγώνα τον ιερό
τους δυνάστες σας ρωτάει:
«θε’ τε ν΄ αναλάβω εγώ;»
35 Απ’ τις μαύρες σας κουκούλες
πίσω εκρύφθη η λευθεριά
όπως μέσα σε σακκούλες
να μη σβούνε τα κεριά.
36 Μα κεριού δεν είναι αχτίδα
ό,τι πίσω έχετ’ εκεί-
μόνον είναι θρυαλλίδα
βόμβας πλούτου φονική.
37 Κι ανυπόμονα το χέρι
που τήνε κρατεί κοιτά
καθώς βιάζεται να φέρει
εις στους σκλάβους τη χαρά.
38 Κάψτε πύργους, κάψτε κάστρα,
Βουλής κτίριο κάψτε αισχρής-
στείλτε μήνυμα προς τ’ άστρα
ότι υπάρχετε κι εσείς.
39 Ρίξτε πλούτια υψωμένα
ως της φτώχειας το λαιμό!
Ρίξτε ονόματα πρησμένα
από Χρήμα και Καιρό!
40 Σπάστε! Κάψετε! Ρημάξτε!
Κι ό,τι θε’ νε, όποιοι, ας πουν:
Σας τρομάζουνε; Τρομάξτε!
Σας ζημιώνουν; Να χαθούν!
41 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
42 Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο, του ίδιου τόπου,
το αφήνουν να χαθεί.
43 Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια όπου γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.
44 Κάτω ως ρίχτει ’λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.
45 Τέτοιο κράτος ας πεθάνει
τέτοιο κράτος ας χαθεί
που η κακία δέκα κάνει
και ουδ’ ένα η αρετή.
46 Στους λαούς τους τέτοιους πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
κι αφού σβηούνε τη χαρά.
47 Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.
48 Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ’ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πολεμάνε σαν θεριά.
49 Και πατρίδα φκιάστε νέα
που η χαρά του καθενού
να ’ναι τ’ άλλου η παρέα
και οι δυο τους τ’ ουρανού.
50 Και μια φτιάχτε νια πατρίδα
να ’ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη να ’ν’ η ελπίδα
και ανθός της να ’ναι ο νους.
51 Και «εκπρόσωποι» να λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κοιτούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.
52 Από σας μόνο η Ελλάδα
θα ’δει πάλι προκοπή
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί....
53 «Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν.»
Δεν σας λέει αυτό, μιαροί,
φλόγα αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;
54 Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό,
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή, όσον καιρό.
55 Οι «Άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.
56 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
57 Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών,
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.
58 Μα οπλισμένοι με άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.
59 Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.
60 Τώρα σεις αυτούς κρατάτε
με τα μάτια ολοκλειστά,
που δε θα ’χε γης να πάτε
αν τα είχανε ανοιχτά.
61 Ω! Απαίσιοι πρεπολόγοι!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!
62 Στων αγώνων τ’ ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα μακριά.
63 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!
64 Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης Μας Τιμής!
65 Το αίμα σας, πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κοιτάζει
απ΄ το βάθρο Της σβηστή-
66 χάμου απ’ της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.
67 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ’χει καεί-
αλλ΄ αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαί.
68 Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.
69 Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
όλων να ’ναι των καιρών.
70 Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά αναμασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.
71 Και η ίδια η Ευρώπη
δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
υλακτιάει με χαρά.
72 Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά!
73 Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνοιες
πιο «ψηλά» για ν΄ ανεβούν.
74 Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιό
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.
75 Κι ως σε κάτοπτρο αντικρίζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.
76 Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν οι πολιτικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.
77 Αλλ’ αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και με αλύγιστο το γόνα
ν’ ανθρωπίσουν τους ζητά.
78 Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσ’οι..
79 Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
τάχα οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειν’ ντροπή.
80 Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ’χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ΄ ό,τι εγώ.
81 Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
χίλια ευρώ ενώ τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.
82 Και αλήτες τους βαφτίζουν
και τους λεν φασισταριό
τους νεαρούς όπου λογχίζουν
της δουλείας το θεριό.
83 Και καλά γραβατωμένοι
και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καημένοι!-
με ανοησίας πιοτί.
84 Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτοια τ’ αγνοείς-
συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς.
85 Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς,
τους φασίστες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.
86 Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
στον αγώνα που μας δίνει
όσα, όποιος, μας χρωστά.
87 Για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,
88 για όσους είν’ πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να δει τους μάτι
δεν υπάρχει, ούτε ευχή-
89 για κεινούς που ούτε να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,
90 για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
και παρά δεν ζουν μετρώντας
μα όλο αναπαραδιά,
91 για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν, κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο σα θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν,
92 είναι οι κουκουλοφόροι
γι αυτούς φίλοι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.
93 Έίναι οι κουκουλοφόροι
όργανο ένα φονικό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτί φαρμακερό,
94 όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι ό,τι έφαγε ξερνά.
95 Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.
96 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε, είναι, εσείς.
97 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
-----