Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

  ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ



Πρόσωπα
Παπάς, Λαϊκός, Λέσλυ, Κρις

Τόπος
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
Χρόνος
1995

(Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό, που όμως εξακολουθούν να πίνουν.)


ΛΑΪΚΟΣ 
(συνεχίζοντας συζήτηση)
Εσείς δε λέτε πως ο Θεός είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;

ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;

ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.

ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο
του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;

ΛΑΪΚΟΣ
Καθόλου.
(κερνάει)

ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω- κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:

ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και ησυχάζω.

ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.

ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;

ΠΑΠΑΣ
Ναι. Κι απ’ ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναγεμίσεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;


ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;

ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;

ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δε μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.

ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.

ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.

ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.

ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δε χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.

ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!

ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;

ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;.. Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις!

ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;

ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!

ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.

ΛΕΣΛΥ

Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.

ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...

ΛΑΪΚΟΣ
Για;.. Για τι;..

ΛΕΣΛΥ
Για…

ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;

ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;

ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)

ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.

ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;

ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.

ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;

ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...

ΛΑΪΚΟΣ

Μα τι λες τώρα Λέσλυ... τι ερώτηση... μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;

ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;

ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;

ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;

ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στο Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;

ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" . Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;

ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…

ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;

ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.

ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;

ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν ήτανε όμορφος ή πλούσιος;

ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;

ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.

ΛΕΣΛΥ
Όχι, αφήστε τον θείε.Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;

ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε... να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.

ΛΕΣΛΥ
προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι;
Πάω στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θα βγω.

ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;

ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' ένα σοβαρό νέο. Θα πάω στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;

ΛΑ:ΙΚΟΣ
Πενήντα δολάρια στο νερό.


ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.

ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.

ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.

ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες εκκλησίες. Βλέπε τα.

ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι, και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην
εκκλησία;

ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.

ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.

ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη μετάληψη;

ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)

ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.

ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα

ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.

ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη... δε με γνωρίζετε... μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα σας…

ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.

ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Ω! Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..

ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου, κάθισε.

ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…

ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.

ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια μας. Θα πιεις μαζί μας;

ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;

ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.

ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δε σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθυσμ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.

ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα.

ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν... νόμισα πως ήταν... συγχωρείστε με πάτερ... νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…

ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!.. Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;

ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.

ΠΑΠΑΣ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.

ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.

ΠΑΠΑΣ
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι συχωρεμένος.

ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..

ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν δεχτεί να με ακούσει..


ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.

ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να τη φωνάξετε;

ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.

ΛΕΣΛΥ
(μένει έκπληκτη στην αρχή, αμέσως ύστερα δυνατά και χειρονομώντας )
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!

ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.

ΚΡΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι. Στη Λέσλυ)
Σας παρακαλώ… δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω... ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει δεσποινίδα. Συγχωρείστε με, σας παρακαλώ…

ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..

ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη… Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος.

ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δε θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού
είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.

ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.

ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.

ΠΑΠΑΣ
(σιγά στο Λαϊκο)
Θέλει ν΄ακούσει κι άλλα…

ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν πλησιάσει. Το χρήμα βλέπετε έλκει τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του) αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.

ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου…

ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα ερχόμουν να σαςζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα  να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.

ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον Κρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.

ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.

ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...

ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις, ήρεμη)
Σας παρακαλώ, δε θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δε ζω στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος... Σας συγχωρώ.

ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.

ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..

ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.

ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα… όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;

ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώς πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω… και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.

ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα… Ο άνθρωπος που τόσο με πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγη ώρα. Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δε θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;


ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)

ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε... δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το 'χα ντροπιάσει τόσο… Κρις. Κρις Φόλγκερ.

ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;

ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.

ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)

ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!


ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;

ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας, με νόημα)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)

ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.

ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.

ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος. Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.

ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.

ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη. Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;

ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.

ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα… φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.

ΛΑΪΚΟΣ
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι να γεμίζουν το χρόνο τους;

ΠΑΠΑΣ
(Στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου που με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μια ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.

ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία;

ΠΑΠΑΣ και ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)
Και χάρη στη θρησκεία.

ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία.

ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι σου. Όμορφα λόγια.

ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.

ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.

ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολάρια;


ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...

ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός

ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.

ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;

ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.


ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και ευχαριστιούνται κιόλας…

ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.

ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.

ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.

ΚΡΙΣ
Ω!

ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.


ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λαφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.


ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)

ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.

ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγαίνουμε;

ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!

ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.

ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)

ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.

ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)

ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.


ΑΥΛΑΙΑ


 ΖΑΝΕΤ 

ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο 
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.  
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός  όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος 
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)

ΑΝΤΑΜ 
(ήρεμα, απολογητικά)
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά  και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω.  Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ 
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα. 
ΑΝΤΑΜ 
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει; 
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα… 
ΑΝΤΑΜ 
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μη διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το προσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Τελευταία, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά σου αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου.  Ζανέτ μου, ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας ιδούν. Μα ως τότε τι να κάμω; 
ΖΑΝΕΤ 
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα το ξέρεις ότι πάντα μου άρεσε η μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ 
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα. 
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες… 
ΑΝΤΑΜ 
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ… τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … τότε;..
ΖΑΝΕΤ 
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις αγάπη μου κάθε φορά, είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει. 
ΖΑΝΕΤ 
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ 
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις. 
ΖΑΝΕΤ 
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. Και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες. 
ΑΝΤΑΜ 
Τότε τι… 
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα-κι από τι; Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο  φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί. 
ΑΝΤΑΜ 
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη; 
ΖΑΝΕΤ 
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ 
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται) 
ΖΑΝΕΤ 
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.  
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της) 
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή. 
Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι;  Κι όμως κάτι μου λείπει  Θε μου. Κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… (ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα) 
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε. 
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη) 
ΒΕΘΥ 
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σ΄ ένα νησάκι κι εμένα. 
(Κοιτάζοντας ψηλά) 
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου... 
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις. 
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις.   Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες. 
ΒΕΘΥ 
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη; 
ΖΑΝΕΤ
Ναι. 
ΒΕΘΥ 
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου; 
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ. 
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί. 
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια. 
ΒΕΘΥ 
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα. 
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ 
Μα είναι φυσικό. 
(την πλησιάζει) 
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε; 
ΒΕΘΥ 
Βεθύ. Και σένα; 
ΖΑΝΕΤ 
Ζανέτ. 
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ. 
(σιωπή)
ΖΑΝΕΤ 
(σιγά)
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας. 
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει) 
Το μήλο μόνον μας λείπει. 
ΖΑΝΕΤ  
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι. Και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του, έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)  
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεέ μου!
(Την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά) 
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι. 
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου. 
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου; 
ΒΕΘΥ 
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη; 
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε; 
ΒΕΘΥ 
Μεθαύριο την ίδια ώρα. 
ΖΑΝΕΤ 
Εντάξει. Πήγαινε τώρα. 
ΒΕΘΥ 
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας. 
ΖΑΝΕΤ 
Όση θέλεις Βεθύ. 
(φιλιούνται) 
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα. 
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει) 
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά!  Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα!  Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Και τις αξίζω. Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπεται να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου, δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα.
(υψώνει τα χέρια προς τομ ουρανό.Δυνατά)
Απατώ! 
(Κόβει ένα λουλούδι και το μυρίζει)
Τι ωραία που μυρίζει!
Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο μου είπε ότι θα έρθει πάλι ο Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου…. 
                                                                      ΑΥΛΑΙΑ

  Ο ΘΡΗΝΟΣ



Τόπος: Λος Άντζελες, σπίτι του Άρβάζ (δωμάτιο με κουζίνα)
Χρόνος:1996.
Πρόσωπα του έργου: Λέσλυ, Αρβάζ.  

ΑΡΒΑΖ
(ανοίγοντας την πόρτα)
Πέρασε.
ΛΕΣΛΥ
(περνάει)
Ευχαριστώ.
ΑΡΒΑΖ
Βολέψου. Κάθισε.
ΛΕΣΛΥ
(παραξενεμένη)
Δε θα ξαπλώσουμε;
ΑΡΒΑΖ
(ήρεμα, σοβαρά)
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Να γδυθώ;
ΑΡΒΑΖ
Όχι. Κάθισε.
(Η Λέσλυ κάθεται)
Πόσων χρονών είσαι;
ΛΕΣΛΥ
Εικοσιοχτώ.
ΑΡΒΑΖ
Ρώτησέ με κι εμένα πόσων χρονών είμαι.
ΛΕΣΛΥ
Δε μ’ ενδιαφέρει. Και ογδόντα να ήσουνα μ’ αρέσεις. Ειδικότητά μου είναι οι μεγάλοι άντρες.
(Πάει κοντά του και τον χαϊδεύει)
Έλα μωρό μου, πάμε στο κρεβάτι, είμαι καλή, θα δεις…
ΑΡΒΑΖ
Όχι, κάθισε σε παρακαλώ.
ΛΕΣΛΥ
Έλα… έλα…
ΑΡΒΑΖ
Σε παρακαλώ, δε σε θέλω γι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
(έκπληκτη)
Δε με θέλεις γι αυτό;…
ΑΡΒΑΖ
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Δεν καταλαβαίνω. Τότε γιατί με θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Θα σου πω. Αλλά δε μου δίνεις την ευκαιρία. Κάτσε. Ησύχασε.
ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Άκου φίλε, εγώ θα κάτσω αφού το θέλεις. Όμως έχει περάσει κιόλας ένα τέταρτο της ώρας. Δε θέλω να μου λες ύστερα πως δεν έκανες τίποτα και δεν πληρώνεις.
ΑΡΒΑΖ
Πώς σε λένε;
ΛΕΣΛΥ
Λέσλυ. Το άκουσες αυτό που σου είπα;
ΑΡΒΑΖ
Το άκουσα. Το ήξερα όμως. Μη φοβάσαι, τα λεφτά σου θα τα πάρεις με το παραπάνω.
ΛΕΣΛΥ
Έτσι είναι καλλίτερα. Λοιπόν… τι θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Εκείνο που θέλω μπορεί και να κρατήσει πάνω κι από μιαν ώρα. Έχεις καιρό;
ΛΕΣΛΥ
Άκου φίλε…
ΑΡΒΑΖ
Δε θέλεις να μάθεις τ’ όνομά μου;
ΛΕΣΛΥ
Τι σημασία έχει..
ΑΡΒΑΖ
Έχει. Ρώτησέ με τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί;..
ΑΡΒΑΖ
Πρέπει, για τη δουλειά μας. Σε παρακαλώ, ρώτησε τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Πώς σε λένε;
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ. Λοιπόν σε παρακαλώ να μη με ξαναπείς «φίλε». Να με λες Αρβάζ.
ΛΕΣΛΥ
Σύμφωνοι. Λοιπόν Αρβάζ, εγώ καιρό έχω, αλλά για κάθε ώρα παίρνω διακόσα δολάρια.
ΑΡΒΑΖ
Λέσλυ, σου είπα, θα πληρωθείς.
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει Αρβάζ. Όμως πολύ μυστηριώδης είσαι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάνουμε εδώ μέσα αν όχι αυτό.
ΑΡΒΑΖ
Άκου Λέσλυ. Είναι κάτι που δεν έχει σχέση με το επάγγελμά σου. Λίγη υπομονή σε παρακαλώ. Ας γίνουν όλα όπως τα θέλω εγώ, μιας και… μιας και… μιας και σε πληρώνω. Τι λες:
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει. Ό,τι πεις μωρό μου.
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ!
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι πεις Αρβάζ. Μήπως είσαι ζωγράφος και με θέλεις για να ποζάρω;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, δεν είναι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
Καλά. Δεν ξαναρωτάω. Αλλά μιας και καθόμαστε ας πιούμε ένα ποτό. Θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Καλή ιδέα. Θα έχει κάτι στην κουζίνα.
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι να ’ναι… μια κόκα κόλα…
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα κάτι.
(Πηγαίνει στην κουζίνα)
ΛΕΣΛΥ
Από πού είσαι;
ΑΡΒΑΖ
Από το Ιράν.
ΛΕΣΛΥ
Πότε ήρθες εδώ;
ΑΡΒΑΖ
Έχω δέκα χρόνια.
ΛΕΣΛΥ
Σου αρέσει η Αμερική;
ΑΡΒΑΖ
Και ναι και όχι.
ΛΕΣΛΥ
Είναι διαφορετικά στο Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Ω! Πολύ!
(Φέρνει τα ποτά)
Πες μου Λέσλυ, γιατί μου τα ρωτάς όλα αυτά;
ΛΕΣΛΥ
Δεν ξέρω… για να πούμε κάτι…
ΑΡΒΑΖ
Έχεις δίκιο. Όμως πρέπει αυτά που λέμε να τα νιώθουμε. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: να σε καίει μέσα σου ο πόθος να πεις αυτό που έχεις να πεις. Όταν με ρωτάς κάτι να το κάνεις όχι γιατί είσαι κοντά μου επειδή πληρώνεσαι, αλλά γιατί πραγματικά θέλεις να μάθεις. Σαν να ’σαι κοντά μου χρόνια και είδες κάτι ασυνήθιστο σε μένα και ρωτάς όλο ενδιαφέρον και ανησυχία.
ΛΕΣΛΥ
Σαν να ήμασταν παντρεμένοι;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, όχι, κάθε άλλο εκτός απ’ αυτό. Σαν να ήμασταν εραστές.
ΛΕΣΛΥ
Εραστές χωρίς έρωτα;
ΑΡΒΑΖ
Σου είπα-σαν να είμαστε.
ΛΕΣΛΥ
Τότε και το ενδιαφέρον μου θα είναι σαν να ήταν ενδιαφέρον.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό αρκεί. Ναι. Όμως έτσι που αν κάποιος μας έβλεπε να μην μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Να νομίζει πως αισθάνεσαι βαθιά ό,τι λες και κάνεις.
ΛΕΣΛΥ
(Γελώντας)
Ο πελάτης έχει πάντοτε δίκιο.
ΑΡΒΑΖ
Και ξέχασε ότι είμαι πελάτης. Ξέρεις τίποτα από ηθοποιία;
ΛΕΣΛΥ
Πήρα μαθήματα για ένα φεγγάρι…
ΑΡΒΑΖ
Ωραία. Μπράβο. Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί όλα αυτά; Πες μου…
ΑΡΒΑΖ
Είπαμε-όλα με τη σειρά τους.
ΛΕΣΛΥ
Έχεις δίκιο. Λοιπόν… πού μείναμε;
ΑΡΒΑΖ
Έλεγα πως όταν μου μιλάς πρέπει να μου μιλάς με ενδιαφέρον και με πόνο. Και με αλήθεια.
ΛΕΣΛΥ
Μα είπαμε πως όλα αυτά είναι ψέματα.
ΑΡΒΑΖ
Την αλήθεια μπορείς να τη βρεις μόνο μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
(με ενδιαφέρον)
Πώς το είπες αυτό;
ΑΡΒΑΖ
Είπα πως η αλήθεια βρίσκεται μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
Τι μου θύμισες…
ΑΡΒΑΖ
ΤΙ;
ΛΕΣΛΥ
Χρόνια πολλά πριν, μπορεί και δεκαοχτώ, ο πατέρας ενός φίλου πήγε στο θέατρο με το γιο του και με μένα. Απ’ όλη την παράσταση μου ’μεινε μια φράση που είπε ο μάγος στην πριγκίπισσα: «Αλήθεια είναι το ψέμα». Τι κουταμάρα, είχα σκεφτεί τότε. Αρβάζ, έχεις προσέξει πως μερικά πράγματα για να τα νιώσουμε πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Με την προϋπόθεση πως θα τριγυρνάνε όλο αυτό το διάστημα συνέχεια στο μυαλό μας.
ΛΕΣΛΥ
Ναι…
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν με μεγαλύτερη κατανόηση θα κάνεις τώρα αυτά που σου είπα. Αίσθημα λοιπόν, πάθος, πόνος, ανθρωπιά.
ΛΕΣΛΥ
Με μια λέξη αλήθεια.
ΑΡΒΑΖ
Αλήθεια. Με μια λέξη.
ΛΕΣΛΥ
Μην ξεχνάς όμως πού είσαι. Εδώ είναι Αμερική. Μη ζητάς πολλά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν μπορεί το ψέμα σας να φτάσει ως την αλήθεια;
ΛΕΣΛΥ
Δν ξέρω. Μα να, τώρα, τη στιγμή ακριβώς αυτή, κάτι μου φωνάζει μέσα μου πως έγινε κιόλας. Ήρθαν όλα τόσο απότομα… δεν ξέρω…
(Σιωπή)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Έτσι, από περιέργεια.
ΑΡΒΑΖ
Σωστά, μ’ αυτήν αρχίζουν όλα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Δε θυμάμαι πια.
ΛΕΣΛΥ
Κάτι σοβαρό πρέπει να σε ανάγκασε να ξενιτευτείς.
ΑΡΒΑΖ
Τώρα πρόσεξε: καλλίτερα όταν λες αυτό να μην κρατάς στο χέρι το ποτό. Έτσι… Μάζεψε λίγο τις γωνίες του στόματος. Ξέρω, από το να γελάς κάθε τόσο όπως όλοι στην Αμερική, έχουν πάρει αυτή τη θέση. Όμως προσπάθησε!.. Ακόμα λίγο… έτσι μπράβο. Ξαναρώτησέ με τώρα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι, καλλίτερα έτσι. Πολύ καλλίτερα. Τώρα: το σώμα σου καθώς θα με ρωτάς θα πρέπει να το γείρεις λίγο μπροστά, προς το μέρος μου. Και τα μάτια σου να βλέπουνε ίσα μέσα στα δικά μου, πασκίζοντας να διαβάσουνε μέσα τους την απάντηση προτού την ακούσουνε τ’ αυτιά. Γείρε λοιπόν λίγο προς εμένα. Κοίταξέ με. Και τώρα ρώτησέ με πάλι.



ΛΕΣΛΥ
(κάνει όπως του είπε)
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Έτσι. Απ’ όλα μόνο το στόμα θέλω λίγο πιο σοβαρό, το μέτωπο λίγο ζαρωμένο από το ενδιαφέρον. Και τώρα όλα μαζί: τα πυρωμένα μάτια, το σκύψιμο του κορμιού, το ζάρωμα του μετώπου, η σοβαρότητα του στόματος, το τρέμουλο της φωνής. Εμπρός. Ναι, καλά κάνεις και σφίγγεις με το χέρι σου το χέρι της πολυθρόνας. Λοιπόν…
ΛΕΣΛΥ
(Τρυφερά, δακρυσμένη)
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Ναι…
ΛΕΣΛΥ
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Μα όχι δάκρυα, δεν είναι απαραίτητα. Δε βλάφτουν όμως. Λοιπόν!..
ΛΕΣΛΥ
(Σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του Αρβάζ. Του παίρνει το χέρι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Κλαίγοντας)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
(Του αγκαλιάζει τα πόδια)
ΑΡΒΑΖ
(έντονα και σαν κάποιος που ξαφνικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αμύνεται)
Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι…
ΛΕΣΛΥ
Ποιος ξέρει;
ΑΡΒΑΖ
(ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του. Σιγανά και ήρεμα)
Κανείς… κανείς…
(Τη σηκώνει και την καθίζει στα γόνατά του)
Αμερικανίδα που κλαίει!..Τι δε θα ’χα να δω ακόμη… Έλα, σταμάτησε να κλαις-μα γιατί κλαις…
ΛΕΣΛΥ
Πρέπει να υπόφερες εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Όπως όλοι στη κατάστασή μου.
ΛΕΣΛΥ
Η ίδια μαχαιριά δίνει άλλο πόνο στον καθένα.
(Σηκώνεται. Σιγά)
Τι να κάνω για σένα;
ΑΡΒΑΖ
Θα το μάθεις σε λίγο.
ΛΕΣΛΥ
Όχι αυτό. Εννοώ τι θέλεις να σου φτιάξω, να σου δώσω να φας ή να πιεις κάτι. Τι;
ΑΡΒΑΖ
Ε! Δε σε πληρώνω για υπηρέτριά μου. Κάτσε. Δε θέλω τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
(τον αγκαλιάζει)
Κάνε μου τη χάρη: μην ξαναμιλήσεις για λεφτά. Πες μου, θέλεις κάτι;
ΑΡΒΑΖ
Ένα ποτήρι νερό μόνο. Είναι στο ψυγείο κάτω δεξιά.
(Η Λέσλυ φέρνει το νερό. Ο Αρβάζ το παίρνει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι)
Ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα πιεις;
ΑΡΒΑΖ
Όχι ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
(Κοιτάζει γύρω προσπαθώντας να φαίνεται χαρούμενη)
Ξέρω ένα φτηνό μαγαζί που πουλάει έπιπλα φτηνά και όμορφα. Θα πάμε μια μέρα μαζί ν’ αγοράσουμε μερικά. Ετούτος ο καναπές δε στέκει καλά. Και το κρεβάτι θα ’ναι μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα. Ένα τραπέζι της προκοπής, δυο τρεις καρέκλες και όλα θα γίνουν διαφορετικά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν χρειάζεται τίποτα Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
Και κουρτίνες καινούργιες για τα παράθυρα. Μερικά καλά ποτήρια…
ΑΡΒΑΖ
Καλά είναι κι έτσι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
(συνεχίζει σαν να μη τον άκουσε)
…Και θα ’ρχομαι να σε βλέπω όταν θα ’χουμε καιρό ελεύθερο κι οι δυο μας. Μ’ αρέσει εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα να σε βλέπω. Μα δε γίνεται. Ξέχασέ το. Ας γυρίσουμε στη δουλειά μας.
ΛΕΣΛΥ
(το ίδιο)
Τα μισά λεφτά θα τα δώσω εγώ αφού θα είναι λίγο σαν σπίτι μου το σπίτι σου.
ΑΡΒΑΖ
(Ήρεμα και αποφασιστικά)
Όχι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
…Θα φύγεις! Θα φύγεις από δω γι αυτό δε θέλεις να φτιάξεις το διαμέρισμά σου! Το βρήκα-ναι;
ΑΡΒΑΖ
Το βρήκες Λέσλυ. Θα φύγω.
ΛΕΣΛΥ
Γι αυτό είπες πριν «τι δε θα ’χα να δω ακόμα»… μα δε θα δεις… Για πού; Για την πατρίδα;
ΑΡΒΑΖ
Για την πατρίδα. Γι αυτό έλα. Έχουμε λίγη δουλειά ακόμα οι δυο μας. Μη μου ξεφεύγεις.
ΛΕΣΛΥ
(σιγά)
Δεν ξεφεύγω-πού θα πήγαινα;
ΑΡΒΑΖ
(σηκώνεται)
Φεύγοντας κάποιος από την πατρίδα του χάνει όλα όσα είχε εκεί πέρα. Ακόμα κι όσα πήρε μαζί του ελπίζοντας πως θα τα έχει δικά του. Μνήμες, περιπέτειες, χαρές, λύπες… Ακόμα και τα πράγματα. Λες κι όταν φύγανε κι αυτά από τον τόπο τους άλλαξαν τ’ όνομά τους. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό, η πρώτη του κίνηση είναι να ξαναχτίσει καινούργια ζωή στην ξενιτιά, γεμίζοντάς την με ό,τι σ’ αυτήν μάζεψε, χάρηκε, δούλεψε, έκλαψε, πόθησε. Μάταιος κόπος. Η ζωή που ζει τώρα δεν είναι η δική του. Κάποιος άλλος κλαίει, χαίρεται, ποθεί γι αυτόν. Πολλοί δέχονται την καινούργια κατάσταση. Μερικοί, όπως εγώ, δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον παλιό τους εαυτό. Και πεθαίνουν μαζί του όπως ο καπετάνιος στους αλλοτινούς καιρούς πνίγονταν με το καράβι του μαζί.
ΛΕΣΛΥ
Μη μιλάς για θάνατο. Μια γυναίκα θα σε βοηθήσει να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.
ΑΠΒΑΖ
Πώς;
ΛΕΣΛΥ
Με την αγάπη της. Δεν ξέρω… έτσι λένε όλοι…
ΑΡΒΑΖ
Αν μια γυναίκα ερχόταν στην αρχή της εξορίας μου, τότε ίσως να βοηθούσε. Τότε, πριν σπάσει η συνέχεια. Θα με βύθιζε στο τέλμα της υποταγής και της ρουτίνας και θα πέθαινα ένα ευτυχισμένο μηδενικό που δεν έχει ιδέα για τη μηδενικότητά του. Όμως δεν ήρθε. Και ποια γυναίκα θα πλησίαζε έναν ξένο;
Έτσι έμεινα μόνος. Μη νομίσεις πως στενοχωριέμαι ή λυπάμαι γι αυτό. Όχι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Μάλιστα χρωστώ χάρη στην ξενιτιά. Μ’ έκανε να γνωρίσω τον εαυτό μου.
ΛΕΣΛΥ
Μαθαίνοντάς σου την απελπισία;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Το κατάλαβες.
ΛΕΣΛΥ
Το είδα με τα καινούργια μάτια που μου έδωσες.
ΑΡΒΑΖ
Σ’ ευχαριστώ που μαθαίνεις εύκολα. Και τώρα στη δουλειά.
ΛΕΣΛΥ
Μη τη λες δουλειά πια. Ό,τι και αν κάνουμε μαζί οι δυο μας θα είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος. Σ’ ακούω.
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν, απ’ όλα που είχα στην πατρίδα, πιο πολύ μου έχει λείψει το κλάμα. Εδώ όλοι γελάνε. Στην πατρίδα μου το γέλιο είναι ακριβό. Γι αυτό σε θέλω: να κλάψεις για μένα.
ΛΕΣΛΥ
(ανήσυχη και απορημένη)
Αρβάζ!
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό θέλω. Άκου Λέσλυ. Στην πατρίδα μου όταν πεθαίνει κάποιος, τόνε κλαίνε. Κυρίως γυναίκες. Δηλαδή γνωστές και συγγένισσες μαζεύονται γύρω από το φέρετρο του νεκρού και τον κλαίνε για ολόκληρη μια νύχτα. Για σκέψου! Κλάμα τόσες ώρες από τόσους ανθρώπους… Αυτό μια φορά μετράει. Δείχνει πως ο πεθαμένος έλειψε από κάποιον. Πως νιώσαν ότι έφυγε. Κι αν κανείς δεν υπάρχει για να κλάψει το νεκρό, τότε νοικιάζουν γυναίκες, μιαν ή περισσότερες, που η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή: να κλάψουν τον νεκρό. Γι αυτό σε θέλω. Όταν πεθάνω θέλω να με κλάψεις. Αυτός είναι ο λόγος που σ’ έφερα εδώ.
ΛΕΣΛΥ
Όταν πεθάνεις;.. Να κλάψω;..
ΑΡΒΑΖ
Ναι Λέσλυ. Καταλαβαίνω, το βλέπεις γελοίο. Όμως για μένα είναι σημαντικό. Θα έχω έτσι την ψευδαίσθηση πως σε κάποιον θα λείψω. Κι αυτός ο κάποιος θα είσαι συ. Ντρέπομαι γι αυτά που σου λέω. Και ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Αν είναι έτσι πες το μου.
ΛΕΣΛΥ
Και βέβαια είναι γελοία ολα αυτά. Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα σε κλάψω. Θα γελώ. Και θα μάθω το γέλιο σε σένα κι όχι εσύ το κλάμα σε μένα. Κουταμάρες εκεί!.. Μ’ έκανες να σε νοιώσω, να ενδιαφερθώ για σένα, να πιστέψω σε σένα. Ήτανε λοιπόν μόνο και μόνο για να μου ζητήσεις αυτό; Για να μου πεις πως θα πεθάνεις; Όχι, δε θα κλάψω για σένα. Θα γελώ για σένα. Και συ για μένα. Κι οι δυο με τη ζωή. Αν έκλαιγα για σένα θα ’τανε γιατί μου έλειψες. Κι αφού θα μου είχες λείψει, θα πει πως σε χρειάζομαι. Κι αφού σε χρειάζομαι-αφού σε χρειάζεται κάποιος-δεν έχεις να πεθάνεις. Ζήσε λοιπόν. Και μόνο που μιλήσαμε γι αυτή τη λίγη ώρα, νιώθω πως κάτι άλλαξε σε μένα. Σαν με τα λόγια και με τη στάση σου να γέννησες έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Κι ό,τι σου λέω από τότε, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος είναι που τα λέει. Κι είναι ωραίος αυτός ο άνθρωπος. Και για να ζήσει σε χρειάζεται.
ΑΡΒΑΖ
Έτσι νομίζεις. Είναι μια εντύπωση της στιγμής. Νομίζεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου. Δεν άλλαξε. Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώς θα ήταν ένα μαρτύριο η ζωή σου. Φαντάσου, ένα δυστυχισμένο πλάσμα -εμένα-είδες κι άρχισες να κλαις. Σκέψου τι θα γινόταν αν, ο καινούργιος άνθρωπος που λες πως γεννήθηκε μέσα σου έβλεπε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
ΛΕΣΛΥ
Με κάνεις και μένα δυστυχισμένη με τα λόγια σου αυτά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν είσαι δυστυχισμένη. Δυστυχία είναι να έχεις συναίσθηση της δυστυχίας σου. Εσύ πατάς γερά στον κόσμο της ύπαρξης, έναν κόσμο χάρτινο, που όμως μπορεί ν’ αντέξει το βάρος το μικρό της ζωής σου. Μα η δική μου ζωή, πατώντας πάνω στον χάρτινο αυτόν κόσμο, τον γκρεμίζει με το βάρος της. Και να ’μαι πεσμένος στην άβυσσο που κρύβεται από κάτω του.
ΛΕΣΛΥ
Μην είσαι εγωιστής. Μην κοιτάζεις το κακό που έγινε στον εαυτό σου. Κοίταξε το καλό που μπορείς να κάνεις εσύ στους άλλους. Και ζήσε. Δες με-είμαι εγώ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε εδώ μαζί σου πριν μια ώρα;
ΑΡΒΑΖ
Ο σπόρος της αλλαγής είναι που έπεσε μέσα σου Λέσλυ. Κι αλήθεια, χαίρομαι γι αυτό σαν να ’πλασα κιόλας όχι ένα νέον άνθρωπο, αλλά ένα ολόκληρο νέο κόσμο. Σε χρόνια, όταν θα φτάσεις κι εσύ στην ηλικία μου, τότε θα δεις κι εσύ τα πράγματα όπως τα βλέπω. Θα δεις πόσο η ζωή σου ήταν άδεια, θα δεις τι σημαίνει ξενιτιά, θα δεις πόσο στα ξένα σου έλειψαν τα δικά σου πράγματα, τα πράγματα της πατρίδας, θα δεις πόσο άλλος πρέπει να είσαι για να μπορέσεις να ζήσεις. Και μην μπορώντας να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος, θα σκεφτείς το θάνατο. Όπως τώρα εγώ.
ΛΕΣΛΥ
Ναι. Ο σπόρος σου κάπου εκεί θα με οδηγήσει. Το νιώθω. Όμως συχώρα με… μα εγώ δεν είμαι… δεν είμαι ξένη… είμαι στην πατρίδα μου…
ΑΡΒΑΖ
Όλοι είμαστε ξένοι στη γη. Κάποτε θα το καταλάβεις.
ΛΕΣΛΥ
Ίσως. Και ίσως κι εγώ να θέλω να πεθάνω. Και κάποιος να θέλει να με σταματήσει. Όπως θα σταματήσω τώρα εγώ εσένα.
(Κλαίει)
Δε θέλω να σε κλάψω. Δε θέλω να πεθάνεις. Δε θέλω…
ΑΡΒΑΖ
Μα, Λέσλυ, δεν πέθανα ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα κλάψω για σένα-όχι-δε θα κλάψω…
ΑΡΒΑΖ
Καλή μου, κάνε το-μου σαν μια χάρη. Είσαι η μόνη που μπορεί και που θέλω να κλάψει για μένα. Κλάψε με Λέσλυ. Μόνο έτσι θα φύγω ευχαριστημένος.
Δεν το θέλεις να φύγω ευχαριστημένος;
ΛΕΣΛΥ
Θα ’τανε σαν να σε σκοτώνω-όχι.
ΑΡΒΑΖ
(Την πλησιάζει, παίρνει τα χέρια της στα χέρια του και τα φιλεί)
Λέσλυ, δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Είμαι κιόλας πεθαμένος. Μα… γιατί πάγωσαν τα χέρια σου ξαφνικά;
ΛΕΣΛΥ
(Ελευθερώνει τα χέρια της)
Βρήκα έναν άνθρωπο και είναι κι αυτός πεθαμένος;
ΑΡΒΑΖ
Είναι γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά. Γιατί όπου γεννηθεί, την ίδια στιγμή πεθαίνει. Σαν μια χιονονιφάδα που πριν προλάβεις να την αγγίσεις έχει λιώσει κιόλας. Σαν μια αστραπή που για μια στιγμή τη βλέπεις και τελείωσε. Μα εκείνη η στιγμή είναι που μετράει-αυτήν όταν γνωρίσεις τα έχεις γνωρίσει όλα. Και ύστερα όλα για σένα είναι ένα μεγάλο τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
Αφού δε θέλεις να ζήσεις για σένα, ζήσε για τους άλλους… ζήσε για μένα…
ΑΡΒΑΖ
Για τους άλλους;.. Για σένα;.. Λέσλυ! Πώς να στο πω …πώς να στο πω χωρίς να με κοροϊδέψεις… πώς να στο πω και να με πίστευες… πώς να στο πω και να μη, ίσως, με μισήσεις…
ΛΕΣΛΥ
Πίστεψα σε σένα. Θα πιστέψω κι ό,τι μου πεις. Πώς μπορείς να σκεφτείς πως θα σε κορόϊδευα;
ΑΡΒΑΖ
(σιγά και πειστικά)
Λέσλυ, δεν υπάρχεις ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
(Η Λέσλυ μένει ακίνητη και σιωπηλή για λίγο. Ξαφνικά μια λάμψη περνάει από τα μάτια και από το μυαλό της και τα φωτίζει. Ύστερα ήρεμα, γλυκά, τρυφερά, υποτακτικά και αποφασιστικά)
ΛΕΣΛΥ
Έλα Αρβάζ. Έλα καλέ μου. Πες μου τι πρέπει να κάνω. Έλα.
(Τον φιλεί απαλά, σαν αέρινα, στα χείλη, στα μάτια, στα μαλλιά, στα χέρια, ενώ μιλεί)
Μίλα λατρευτέ μου. Διάταξέ με. Πες μου τι να πω και τι να κάνω θρηνώντας. Όλα θα γίνουν όπως μου πεις.
ΑΡΒΑΖ
Ας κλείσουμε το παράθυρο.
(Το κλείνει)
Αν άκουγε κανείς το θρήνο σου θα τρόμαζε.
ΛΕΣΛΥ
Πες μου.
ΑΡΒΑΖ
Όταν βγει και η τελευταία μου πνοή θ΄αρχίσεις το θρήνο. Θα κλαις σαν να πέθανες εσύ η ίδια. Ή σαν να έχασες ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο. Ο θρήνος θα βγαίνει από το στόμα σου σαν χείμαρρος. Σαν μέχρι τώρα να τον συγκρατούσες για κάποια αιτία. Θα προσπαθείς, όσο μπορείς, οι κραυγές σου να φτιάχνουν λόγια, λέξεις, προτάσεις ολοκληρωμένες όσο είναι δυνατό-όσο σου επιτρέπει το κλάμα. Θα δαγκώνεις τα χείλη σου από την απελπισία. Θα τραβάς τα μαλλιά σου, θα ξεσχίζεις τα ρούχα σου, θα δέρνεις τα στήθη και τους μηρούς σου με τα χέρια σου. Το τι θα λες αποφάσισέ το εσύ η ίδια. Αν όμως αυτό σε δυσκολεύει, σου έχω αφήσει ένα μοιρολόγι. Έτσι λένε στην πατρίδα μου τα λόγια που λένε θρηνώντας επάνω από τους νεκρούς. Παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις θα κάνεις μόνη σου, χωρίς να το καταλάβεις αφού πραγματικός πόνος θα σε οδηγεί. Η φωνή σου θα είναι δυνατή, πολύ πονεμένη, στριγκιά. Το κλάμα δύσκολα θ’ αφήνει τα λόγια να ξεχωρίζουν. Η φωνή σου θα ’χει ανεβάσματα και κατεβάσματα. Κάθε εκπνοή σου θα καταλήγει σε βογγητό ή σε άναρθρη στριγκιά κραυγή.
ΛΕΣΛΥ
Κατάλαβα. Θα γίνει όπως μου είπες. Πριν όμως θέλω κι εγώ κάτι από σένα. Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Ο έρωτας είναι η δυστυχία του ανθρώπου.
ΛΕΣΛΥ
Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Η επιθυμία είναι το δόλωμα της ζωής.
ΛΕΣΛΥ
Το θέλω.
ΑΡΒΑΖ
Η ηδονή είναι ο φονιάς της γνώσης.
ΛΕΣΛΥ
Είμαι γυναίκα.
ΑΡΒΑΖ
(Απλώνει τα χέρια του)
Έλα.
(Η Λέσλυ πλησιάζει. Φιλιούνται σ’ ένα παρατεταμένο, παθιασμένο φιλί. Μετά απ’ αυτό μένουν σφιχτά, απελπισμένα αγκαλιασμένοι, σαν να γυρεύουν να γίνουν ένα σώμα οι δυο τους. Τέλος χωρίζουν)
ΛΕΣΛΥ
Τι γλύκα! Ίδιος ο θάνατος!
(Κάθεται. Δακρύζει. Τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, αβίαστα, χωρίς αναφιλητά, σαν αυτό να είναι μία φυσιολογική κατάσταση όπως όταν μιλάμε ή ανασαίνουμε. Έτσι τα δέχεται και ο Αρβάζ. Και έτσι ως το θάνατο του Αρβάζ)
ΑΡΒΑΖ
Είχα σκοπό να σε αφήσω εδώ
(Βγάζει ένα άσπρο κουτάκι από την τσέπη του)
και να πάω στην κουζίνα για να πάρω αυτή τη σκόνη.
(Σκουπίζει τα δάκρυα της Λέσλυ)
Τώρα όμως δε χρειάζεται-έτσι δεν είναι;
ΛΕΣΛΥ
(Ψιθυριστά μέσα από τα αναφιλητά της)
Όχι, δε χρειάζεται…
ΑΡΒΑΖ
(Δείχνει έναν φάκελο στη Λέσλυ)
Μέσα εδώ βρίσκονται χρήματα-πέταξέ τα-, ένα μοιρολόγι κι ένα γράμμα για την περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να σε συνδέσει με το θάνατό μου.
(Ρίχνει τη σκόνη μέσα στο ποτήρι με το νερό και πίνει. Ύστερα ξαπλώνει στο κρεβάτι. Σιωπή. Χωρίς να κοιτάζει τη Λέσλυ)
Σ’ ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Εσύ εμένα;
(Κάθεται στην πολυθρόνα που βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι του Αρβάζ, κλείνει το χέρι του στα χέρια της και το φιλεί απαλά και το χαϊδεύει, ώσπου να νιώσει ότι αυτό παραλύει. Τότε ξεσπάζει σε γοερό θρήνο ξεσχίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλά της)


                                ΑΥΛΑΙΑ

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

 ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ



Ερεί τις ως το γήρας ουκ αισχύνομαι
μέλλων χορεύειν κράτα κισσώσας εμόν;
Ου γαρ διήρηχ' ο θεός,είτε τον νέον
ει χρη χορεύειν είτε τον γεραίτερον,
αλλ' εξ απάντων βούλεται τιμάς έχειν
κοινάς.

(Τειρεσίας στον Κάδμο, ΒΑΚΧΕΣ)




Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται μέσα
στα δυο κοριτσίστικα στήθη.

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ 






Πρόσωπα του έργου:

ΘΑΛΗΣ-γέρος ερωτευμένος με τη Λώρα.
ΜΕΝΩΝ-φίλος του Θαλή.
Α' νέα και Β' νέα-φίλες.
Νέος-περαστικός.
Φίλη του νέου (βουβό πρόσωπο)
Άλλος νέος.
Μεθυσμένος.
Τύχη.
Λώρα-γειτονοπούλα του Θαλή.
Α' γειτόνισσα.
Β' γειτόνισσα.
Θεός.
Κακίστρα.
Μητέρα της Λώρας.
Φίλη της Λώρας.
Ο παπάς της ενορίας.
Νέος που αγαπούσε τη Λώρα.
Το δωμάτιο του Θαλή.
Η δυστυχία.
Χορός των αντικειμένων του δωματίου του Θαλή.
Λώρα και Θαλής.
Η γη.
Ο ψευτοφιλόσοφος.
Η πόρνη.
Τα λουλούδια.
Η πολυτελής ερωμένη.
Υπουργός.
Λώθα.








Πράξη πρώτη
(τόπος:πλατεία με πάνω της το δωμάτιο τηςΤύχης)




ΘΑΛΗΣ
Λοιπόν εδώ στον τόπο αυτό
πολύ το βρίσκω λογικό
να βρούμε Μένων κάτι
που άγνωστο μας το εκράτει
ως τώρα η ζωή.
Του πλήθους χλαλοή
και της καρδιάς σκιρτήματα
μ' ελπιδοφόρα βήματα
το σώμα μας ωθούνε
και κάπου τ' οδηγούνε
που κάποια τύχη χαρωπή
"δική σου είμαι" θα του πει.

ΜΕΝΩΝ
Γέροι σχεδόν εμείς
στο δρόμο της θερμής
οδεύουμε της νιότης
ενώ χυμάει γοργά
και να χυθεί οργά
μέσα μας η αιωνιότης.

ΘΑΛΗΣ
Κι έχουμε πεθυμιά
γιούλια και γιασεμιά
να δούμε μες στο κρύο
της μοναξιάς μας της πικρής
και στης χαράς μας της νεκρής
να μπουν το ανθοδοχείο,
και τη χαρά να βρούμε
όσο ακόμα ζούμε
που όμοια της δεν ειν' άλλη-
και τη χαρά να βρούμε
και να τηνε τρυγούμε
πανώρια και μεγάλη.

(περνούν δίπλα τους δυο νέες)

Α' ΝΕΑ
Να και δυο γέροι. Θέαμα οικτρότατο βεβαίως-
όπως τουλάχιστον αυτό το βλέπει κάθε νέος-
που ήρθανε στο φετινό της Τύχης πανηγύρι
ν' ανθίσουνε προσμένοντας οι πόθοι τους οι στείροι.

Β' ΝΕΑ
Τι να γυρεύουν τάχα λες; Μήπως καινούργια δόντια;
Ή νιάτα πάλι να 'χουνε; Κακόμοιρα γερόντια!..

Α' ΝΕΑ
Μην τους γελάς. Μπορεί κανείς δικόν του κάποιον να ` χει
που ίσως με το θάνατο να δίνει τώρα μάχη
και να ζητάει για κείνονε της Τύχης τη βοήθεια.
Ή κι ίσως κάποιον φίλο τους να 'χουν αυτοί αλήθεια
και μια βοήθεια σήμερα για κείνον να ζητάνε.
Αλλά, πάμε να φύγουμε. Νομίζω μας κοιτάνε.

(φεύγουν` περνούν νέος με νέα)

ΝΕΟΣ
Αν το λαχείο κερδίζαμε
και με λεφτά γεμίζαμε
ω! τότε αντίο φτώχεια
και δυστυχίας βρόχια.
Τότε υπηρέτες θα 'χαμε
και με χρυσά θα γράφαμε
γράμματα τ' όνομά μας
με πέννα τη χαρά μας.

(περνούν` έρχεται μεθυσμένος κρατώντας στα χέρια του πεσσούς)

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ
Κόσμε με γέννησες εσύ
ή εγώ σ' έχω γεννήσει;
Και ποιος το ήπιε το κρασί;
Και ποιος έχει μεθύσει;
Ω! τυχεροί μου εσείς πεσσοί!
Ω! Κινουμένη φύση!

(ρίχνει στο χώμα τους πεσσούς)

Ω! Ζάρια μου που να σας δω
δεν το μπορώ καθάρια
κι έτσι δεν ξέρω τι έχω 'δω-
δυάρες ή τεσσάρια;
Κι αν ειν' δυάρια πια ας μην μπω 
στης Τύχης τον κατάλογο-
με τέτοια γκίνια θα 'τανε 
αυτό πολύ παράλογο.
Μα θα 'μπω κι ας αδυνατώ
ποιο το σωστό είναι να πω.
Ίσως και όλη να 'ναι αυτή του κόσμου η ιστορία
εξάρες να 'ναι τα διπλά, το έξη να 'ναι τρία...

(βγαίνει)

ΘΑΛΗΣ
Πώς κάθε όμως μηχάνημα τάχατες να δουλεύει;
Άραγε γράφει πάνω του της χρήσης οδηγίες;

ΜΕΝΩΝ
Νομίζω ο νους σου αδύνατο πως κάτι τι γυρεύει.
Τα τέτοια τ΄ αναγράφουνε μόνο οι βιομηχανίες.
Δε γίνανε οι μηχανές
αυτές με χέρι ανθρώπινο
αλλ' απ' το σύμπαν το αχανές
μας ήρθαν δώρο αδόκητο-
κι εδώ εγκαταστάθηκαν
σε τούτη την πλατεία-
κι έκτοτε δε σταμάτησαν
να έχουν πελατεία
και κάθε χρόνο τυχερόν
βγάζουνε κι από ένανε.

ΘΑΛΗΣ
Κι ήρθα κι εγώ και καρτερώ
να βγάλουνε κι εμένανε.
Αλλά για ρώτησε αυτά
εκεί τα παιδαρέλια
που λεν αστεία φωναχτά
και σκάζουνε στα γέλια,
πώς πρέπει αυτή τη μηχανή να τηνε χειριστώ
όταν στο δώμα κείνο εκεί μαζί της θα κλειστώ;

ΜΕΝΩΝ
(στα παιδιά)

Παιδιά για πέστε μου, καλό να έχετε
σεις που τις μηχανές αυτές καλά κατέχετε
πώς πρέπει ο φίλος μου μέσα σαν μπει
να κάνει;

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Θα πατήσει το κουμπί
και τ' άλλα είναι δουλειά της μηχανής'
μα μέσα να μην είναι άλλος κανείς.

ΜΕΝΩΝ
Αυτό ειν' όλο κι όλο που θα κάνει;
Πέστε μου γιατί εύκολα τα χάνει.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Το πράγμα βέβαια μόνο του μιλάει
αφού και άλλον βάζει να ρωτάει.
Μα όμως όλο κι όλο ειν' αυτό
Κι ίσως της τύχης του είναι γραφτό
εκείνο που γυρεύει να πετύχει.

ΜΕΝΩΝ
Ευχαριστώ παιδιά. Καλή σας τύχη.

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ
Νομίζω γέροντα με κοροϊδεύεις.
Ένας θα είναι μόνο ο τυχερός
και βέβαια νικητή αν συ γυρεύεις
ο φίλος σου θα θέλεις να 'ναι αυτός.

(γελάνε` φεύγουν)

ΜΕΝΩΝ
(στον Θαλή)
Μονάχα ένα κουμπάκι θα πατήσεις.
Δεν ξέρουν άλλο τι κι οι νεαροί.
Δε θα 'τανε κι αυτοί εδώ επίσης
αν κάποτε υπήρξαν τυχεροί.

ΘΑΛΗΣ
Ξέρεις, δε θα 'κανα τέτοιο κάτι
τη δύναμη αν είχα να πεθάνω.
Μα είμαι ανίκανος όπως το μάτι
να δει κατά τον ήλιο ίσα πάνω.
Και ποιος μου λέει πάλι
απ' τη ζωή πως σβηώντας
το ίδιο τούτο χάλι
δε θα τραβώ πονώντας;
Ποιος ήρθε να μας πει
αν όταν θα κοπεί
του βίου μας το νήμα
και μπούμε μες στο μνήμα
δε θα 'χουμε βρεθεί
σε άλλη μια ζωή
και η μορφή της Λώρας
κάθε λεφτό της ώρας
δε θα με τυραννεί
και δε θα με πονεί;
Ίσως το χρέος του κάθε ον
στη γη αν δεν ξοφλήσει
το άστρο του θα σβήσει
στα χάη των ουρανών.
Πρέπει γι αυτό να κάμω
στη ζωή ό,τι χρωστώ-
να δέσω πρέπει γάμο
με ό,τι μου πιο αρεστό.
Και ειν' αυτό η Λώρα
και είναι το καλλίτερο
από της γης τα δώρα
και είναι τ' ομορφύτερο.
Μον' έτσι θα σωθώ-
μόνο θα λυτρωθώ,
στα κάλλη της αν δέσω-
σε κείνην αν θ' αρέσω.

ΜΕΝΩΝ
Σ΄ άκουγα να το λες
μα νόμιζα μαθές
πως έλεγες αστεία,
πως κάνεις κωμωδία.
Κι εγώ καμιά φορά
θυμούμαι τα παλιά
και σιγαναστενάζω
καμία σαν κυττάζω.
Μα να πονώ γερά
θα 'τανε συφορά.
Το κάθε τι που φτάνει
χρήσιμο μας το κάνει
κι ωφέλιμο ασφαλώς
μονάχα ο καιρός.
Καιρός για το παιχνίδι
καιρός για τη δουλειά
κι ειν' ο καιρός μας ήδη
τα έρμα γηρατειά.
Κι ειν' ό,τι θέλουνε αυτά
χουζούρι, ζεστασιά,
και όχι μαύρα μάτια
και κόρης αγκαλιά.

ΘΑΛΗΣ
Μπορεί από σε να παίρνουν
τα έρμα γερατειά
όμως σε μένα φέρνουν
μαγεία και γητειά.
Και όποια αγάπη άλλη
τώρα δεν επαρκεί-
της Λώρας μόνο η ζάλη
περσεύει και αρκεί.
Πρέπει να μ' αγαπήσει-
πρέπει να με θελήσει-
πρέπει να με φιλήσει
και μέσα μου να σβήσει.
Κι αφού σ' αυτής τη δίνη
σώζω την ύπαρξή μου
ευνόητο και κείνη
πως σώζεται μαζί μου.
Χρόνια πολλά επέρασα μεσοκοπιάς και νιότης
γυρεύοντας το αθάνατο νερό της αιωνιότης.
Και μ' έδωσε στα γερατειά ο ανάλγητος ο Χρόνος
και μέσα τους με άφησε να υποφέρω μόνος.
Κι ενώ απαρηγόρητος κι απελπισμένος άκρως
μετρώντας εκαθόμουνα του δρόμου μου το μάκρος
ξάφνου μι' αχτίδα έπεσε στο μάτι μου μ' ορμή
από 'να φως που ως τα πριν δεν το 'βλεπαν τα μάτια.
Και των ελπίδων μέσα μου καλπάσαν πάλι τ' άτια-
και η αχτίδα ήταν αυτή της Λώρας το κορμί.
Και ήταν οι καμπύλες του ωσάν για να ταιριάσουν
με το δικό μου σώμα
μες σε κρυφό ένα δώμα`
και ήρθανε οι κύκλοι του βαριά να μ' ανταριάσουν.
Το φύτρο πώς αποζητά το χάδι του Απρίλη
για να προβάλουνε στο φως τ' αφώτιστά του χείλη...
Πώς του χειμάρρου τα νερά τ' αγριοπεριδίνητα
κλεισμένα μες σε δυο βουνά που τα θωρούν ακίνητα
το πλάνταμά τους το πολύ τα σπρώχνει να 'βρουν πόρο
σκορπώντας μια βροντόφωνη βουή στο γύρω χώρο...
Πώς το φιλί του έρωτα στόμα να βρει γυρεύει...
πώς η ανόητη ζωή αποζητάει τη χλεύη...
με τέτοια δύναμη κι εγώ κι έτσι αφροχτυπώντας
κι έτσι τα χέρια μου κι εγώ απελπισμένα απλώντας
ζητάω εκείνης το κορμί. Κι ολόκληρη η ύπαρξή μου
και η ουσία όλη μου τ' αποζητάει μαζί μου.
Και άφριζα και λύσσαγα
κι έβραζα και ξεφύσαγα
κι ήμουνα κλειδωμένος
στον πόνο μου κλεισμένος.
Πόσες φορές το χέρι μου δεν άπλωσα να πιάσω
μιαν άκρη από το ρούχο της, μια τρίχα των μαλλιών
έχοντας την ψευδαίσθηση πως έτσι θα γιορτάσω
την πανδαισία των όσων της μου λείψανε φιλιών...
Πόσες φορές δεν κράτησα βαθιά μου την ανάσα
που ρούφηξα σαν πέρναγεν εκείνη από μπρος μου
στη ζάλη μου νομίζοντας πως θα 'ταν σύντροφός μου
η ανάσα αυτή όταν θα μπω στην ξύλινή μου κάσσα...
Μάταιος κόπος` πάντα αυτή βιάζονταν να μου φύγει
αφήνοντας τα χέρια μου πάντοτε αδειανά.
Κι η ευτυχία που έλπιζα έτσι να νιώσω η λίγη
στης δυστυχιάς βυθίζονταν την άβυσσο ξανά.
Αλλά δεν παραιτιόμουνα. Ένα θεριό εντός μου
ουρλιάζοντας με κέντριζε πάντα να προσπαθώ
για να 'χω έστω τ' άρωμα μονάχα απ' τον ανθό.
Του δινα δίκιο. Το θεριό ήμουν εγώ εκείνο
και μέσα του ένας άλλος μου κλεινόταν εαυτός
κι αδίκιωτος αν ένιωθα πολλές φορές να σβήνω
θέριευεν όμως κι άγριευε και μούγκριζεν αυτός.
Και κάτω δεν το έβαλα ποτέ κι ούτε το βάζω
κι ας λένε ό,τι θέλουνε οι άνθρωποι της γης`
ακόμα και να πέθαινα τη γνώμη δεν αλλάζω-
δε θα οδηγήσω εγώ ποτέ το άρμα της φυγής.
Φυγής! Να φύγω από πού; Μέσα σ' αυτή την πλάση
ποιο μέρος θα εβρίσκονταν σωτήριο; Μες στα δάση
τι άλλο θα 'βρισκε κανείς από φυτά και δέντρα:
στη γούβα τι άλλο των φιδιών από έρυκα κι οχέντρα;
Κι ό,τι κι αν εγινόμουνα στου κόσμου όποιαν άκρη
ο πόνος δε θα μ' έλυωνε και το πικρό το δάκρυ;
Τι αν ειμ' εδώ, αν ειμ' εκεί, αν είμαι παραπέρα-
στου σύμπαντος τις εσχατιές, στα ύψη του αιθέρα;
Το ένα στ' άλλο αφού μπορεί το κάθε τι ν' αλλάζει
όλα τα τρώει ο καημός και το πικρό μαράζι.
Όποιος εδώ επόνεσε παντού θα νιώθει πόνο
και μια φορά όποιος πόνεσε όλον πονεί το χρόνο.
Αλλά δεν είναι η Λώρα μου του κόσμου αυτού παιδί.
Δεν έχει χρόνου μέστωμα-δεν έχει τόπου ντύμα.
Από τους κόσμους έρχεται που δε γνωρίζουν μνήμα
που αυτί ποτέ δεν άκουσε-μάτι δεν έχει δει.
Είναι οι κόσμοι που απαλά φαίνονται κάθε απόβραδο
σιγαλινοί κι αβρόπλαστοι μέσα να ξεπροβάλουν
από τα βάθη του είναι μας και σαν ανθοί να θάλλουν-
κι είναι πρωινή δροσοφεγγιά γι αυτούς το μισοσκόταδο.
Είναι οι κόσμοι που όταν πια μες στη βαθιά τη θλίψη
έχουνε όλα βυθιστεί κι έχουνε απολείψει
τότε γεμίζουν το Αδειανό αυτοί με πλήθος μάγια
που 'ναι γι αυτά πρωτόγονα τα ιερά και τ' άγια.
Είναι οι κόσμοι που σ΄αυτούς κανείς όταν βρεθεί
θα πει πως έχει μ' ό,τι εδώ του λείπει ενωθεί.
Ένα κομμάτι από αυτούς τους κόσμους ειν' η αγάπη μου.
Άλλου ενός δείγμα ουρανού-ενός απείρου άνθινου.
...Όχι άνθινου...όχι ουρανού…όχι…δεν ξέρω τι…
λέξεις δεν έχουν για να πουν τ' Ωραίο οι θνητοί.
Ποτέ για το ανέκφραστο δε θα υπάρξουν λέξεις
και θα 'ναι ατελέσφορες νιες όσες και να πλέξεις.
Κι όμως της Λώρας μου οι γραμμές εμένα μου θυμίζουν
τα μήλα δέντρων αλλωνών κι άλλες ακρογιαλιές.
Κι ακούραστα στα μάτια της μέσαθε φτερακίζουν
σπίθες απ' άλλες, άγνωστες, πιο λαμπερές φωτιές.
Η Λώρα μου αν στη ζωή αυτήν δε μ' αγαπήσει
κάθε μου ελπίδα γι ζωή αιώνια, θα σβύσει.

ΜΕΝΩΝ
Αλλ’ ανοίξανε οι πόρτες
που στους χώρους οδηγούν
που άδειοι τώρα καρτερούν
του τυχαίου τους θιασώτες.
Να χωθείς μέσα σε μια τους
βιάσου φίλε μου κι εσύ
γιατ' η ώρα προχωρεί
και θα κλείσει τ' άνοιγμά τους.

ΘΑΛΗΣ
Κι αν απόφαση έχω πάρει
να 'μπω μέσα ανυπερθέτως
μα ο διάολος να με πάρει
δεν αισθάνομαι ανέτως.

ΜΕΝΩΝ
Είναι που μεγάλος είσαι`
μα τους όποιους δισταγμούς
σου γεννάει τώρα ο νους
στην καρδιά σου μέσα σβήσε
και μπες μέσα γιατί αλλιώς
θα περάσει ο καιρός
και τα πέλματα του πόνου
θα σε λιώσουν ως του χρόνου.

ΘΑΛΗΣ
Δεν μπορώ έτσι να ζήσω
δίχως καν να προσπαθήσω.
Τρέχω μέσα. Προσευχήσου.

ΜΕΝΩΝ
Το καλό Θαλή μαζί σου.


(τέλος της πρώτης πράξης)










πράξη δεύτερη
(τόπος: αίθουσα Τύχης)





ΘΑΛΗΣ
Καλώς τηνε. Ποια εισ' εσύ;
Μα η Τύχη υποθέτω.

ΤΥΧΗ
Ναι. Είμαι η Τύχη η χρυσή.
Κι ήρθα σε σένα φέτο.
Ο πόθος σου μεγάλος
όσο κανένας άλλος.
Όλο το χρόνο ερχόταν
στα πόδια μου πιανόταν.
Παρακαλιόταν, έκλαιγε,
και "κόπιασε" μου έλεγε
«Κυρά στ' αφεντικό μου
να βρω το λυτρωμό μου.
Μόνο εσύ μπορείς αυτό
να μου το κάνεις το καλό.
Χρόνια κοντά του με κρατεί
ο γέρος κύριός μου
μαζί μου πάντα περπατεί-
ο δρόμος του δικός μου.
Και όλο και θεριεύω
και όλο μεγαλώνω
και χρόνο με το χρόνο
και κείνονε παιδεύω
αλλά κι εγώ παιδεύομαι
γιατί δεν περιμένω
να 'χω αυτό που ορέγομαι-
πάντα θα μου είναι ξένο.
Έλα Κυρά και δώσε
σε κείνονε τη Λώρα.
Με τ' ακριβά σου σώσε
και με και κείνον δώρα.
Κι αν δε θελήσεις να χαρίσεις
σ' αυτόν τη Λώρα, λύτρωσε 'μένα-
πάρε μου όσα είχα αγαπημένα:
έλα τη ζήση μου να τηνε σβήσεις».
Έλα λοιπόν και πες μου πώς
θέλεις κοντά σου να 'ρθει:
σαν διάβολος καλός;
σαν άγγελος με πάθη;

ΘΑΛΗΣ
Άγγελο τη θέλω με φτερά
δίχως πάθη, δίχως συμφωνίες`
άγγελο με λόγια γιορτερά
και με πονογιάτρευτες θωπείες.
Την αγάπη στην ψυχή της μέσα να 'χει
κι ό,τι ενάντιο μου, με μία της μιλιά
να το λιώνουν του χαμού οι βράχοι-
να το πνίγει χαλασμού χοντρή θηλειά.
Να 'ναι φως γεμάτη
κι όλη ξεγνιασιά
γελαστή, κεφάτη,
χάρη και δροσιά.
Να σκορπάει τριγύρω ευτυχία
και στο τζάκι της υποταγής
ολ' αυτά να καιν σαν ξύλα θεία
και σαν άστρα μιας χρυσής αυγής.
Κι όλα να ξεχάσω τα παλιά μου
και στη γη επάνω εγώ κι αυτή
μόνοι να 'μαστε: αυτή καρδιά μου
και ανάπνια της εγώ καυτή.

ΤΥΧΗ
Βλέπω τέλεια να 'ναι
όλα γινωμένα
θέλεις από μένα.

ΘΑΛΗΣ
Όλα-ναι, έτσι να 'ναι.

ΤΥΧΗ
Όντα σεις κενά!
Όλο τον καιρό
μες στη λάσπη ζείτε
και στα υστερνά
μες στον ουρανό
θέτε να βρεθείτε.
Άμοιροι ανθρώποι!
Από τότε που θα δείτε ήλιου φως
ώσπου ο χάρος να σας κόψει ο τρομερός
όλοι σας οι τόποι
μακριά σας διώχνουν-
στο χαμό σας σπρώχνουν.

ΘΑΛΗΣ
(μη δίνοντας σημασία στα λόγια της Τύχης)
Όμως ζωντανή
θέλω να φανεί-
σάρκα όλη- η Λώρα
όπως καληώρα
ζωντανός εγώ
έχω έρθει εδώ.
Κι όλα της τα "ναι"
να τα λέει σε με
και το μαύρο τ' 'όχι'
γι αλλουνούς να το 'χει.

ΤΥΧΗ
Όλα θα γινούν όπως τα 'χεις πει.
Πήγαινε λοιπόν στο γεροντικό
έρμο σου το σπίτι και θα δεις εκεί
τ' όνειρό σου αυτό να 'ναι ζωντανό.
Γιατί μάθε γέρο
στων θεών μπορώ
τις βουλές εγώ
αλλαγή να φέρω.
Κι όταν μόνο εγώ θελήσω
Της ζωής τη δυστυχία
Την μεγάλη θ΄ αφανίσω
να προβάλει η ευτυχία.
Όλα τα 'χω κανονίσει.
Φύγε, πήγαινε και βρες την:
μιαν ευτυχισμένη ζήση
σου προσφέρω-απόλαψέ την.


(τέλος της δεύτερης πράξης)






Πράξη τρίτη
(τόπος: δωμάτιο του Θαλή. Μόνη η Λώρα.)


ΛΩΡΑ
Τι γυρεύω εγώ
στο δωμάτιο αυτό;
Και γιατί απ’ το πρωί
Όλο τριγυρίζω-
πλένω, σφουγγαρίζω
δίχως διακοπή;
Κι ας το ξέρω, ακόμα,
δεν μπορεί το στόμα
να 'ναι μου κλειστό
και να μη ρωτώ.
Μ' άρπαξε ένα χέρι
σιδεροφτιαγμένο
και σαν περιστέρι
μ' έχει φτερωμένο
εδώ μέσα φέρει-
του ανθρώπου ταίρι
που χαρά μου έχω
πίσω του να τρέχω.
Αλλ' ακώ να φτάνει
και ντροπή με πιάνει
μπρος του να με δει
ένα εμέ παιδί
μες στο δωμάτιό του
να 'μαι το δικό του.
Κάπου ας κρυφτώ..
πού; α! να, εδώ
πίσω απ' την κουρτίνα.
(κρύβεται πίσω από την κουρτίνα. Μπαίνει ο Θαλής)

ΘΑΛΗΣ
Ω! Τι λόγια ήταν εκείνα!
Όσα κι αν περάσω
Δεν θα τα ξεχάσω.

(βλέπει γύρω)

Μα τι να 'ναι η αλλαγή
που μπροστά μου βλέπω αυτή;
Δεν μου είπε η Τύχη λέξη
τέτοιο κάτι πως θα τρέξει.
Όλα ταχτοποιημένα-
καθαρά, ζεστά, στρωμένα,
όλα ωραία, λαμπερά,
και γελούνε όλο χαρά.
Α! Ποιο χέρι τα 'χει κάνει;
Λίγο κάτι ο νους μου βάνει
μα με σιγουριά να πω
αν δε δω δεν το μπορώ.
Τι ασπράδα τα σεντόνια-
σαν να πλύθηκαν με χιόνια!
Και το πάτωμα πώς λάμπει!
Σαν μετά 'πο τη βροχή
με λαμπράδα μοναχή
φέγγουν όμορφα οι κάμποι.
Κι ούτε σκόνη πουθενά.
Όλα φέγγουν από πάστρα
και λαμποκοπούν σαν άστρα
όπως πριν ποτέ ξανά.
Κι οι κουρτίνες πώς φωτάνε
ήλιους λες γεμάτες να 'ναι.

(Βλέπει τη Λώρα)

Μα τι βλέπω εδώ πέρα;
Κάτι που κρυφά κοιτά
και που φως λαμπρό σκορπά
περισσότερο απ' τη μέρα.
Έλα Λώρα μου χρυσή`
τώρα ξέρω το γιατί
όλα έτσι έχουν φτιαχτεί-
γιατί τα 'φτιαξες εσύ.

ΛΩΡΑ
Όλα με σπρώχνανε-όλα μου λέγαν
να 'ρθω εδώ πέρα` όλα με στέλναν
να 'ρθω εδώ μέσα και να φροντίσω-
να βάλω τάξη, να συγυρίσω.
Ήξερα κύριε-και συγχωρείστε
την αγένειά μου αν είναι αγένεια-
πως σεις για τούτα δεν είχατ' έννοια.
Το ξέρω, γι άλλα στενοχωριέστε.
Και όταν λείπατε πήρα το θάρρος
να 'ρθω και σ΄ όλα σας να βάλω τάξη.
Για με δεν ήτανε καθόλου βάρος`
και -το 'δατε-όλα έχουν αλλάξει'
Δεν είμαι και καλή νοικοκυρά
τα χέρια μου όμως πιάνουνε γερά`
μικρή είμαι ακόμα-σα μεγαλώσω
τα λάθη μου όλα θα διορθώσω.

ΘΑΛΗΣ
Καλό κορίτσι, αγαπημένο,
τι πράξη ετούτη πονετική!
Τι μυαλουδάκι ευλογημένο
στο κεφαλάκι κρύβεις εκεί!
Για ό,τι έκανες ευχαριστώ.
Μα θα πληρώσω για ολ' αυτά
και θα σου δώσω καλά λεφτά.
Ορίστε! Πάρε παρακαλώ!
Στο σπίτι θα σε περιμένουν.
Αργά είναι, πάρτα και μην αργείς.
Χρήματα λίγα, πάρτα, δε δένουν.
πάρτα καλή μου, τι καρτερείς;

ΛΩΡΑ
Για ό,τι έκανα δεν θέλω χρήμα.
Κι ούτε θα φύγω ποτέ από δω.
Για να 'ρθω έκανα το μέγα βήμα
και τόπο άλλονε πια δεν πατώ.
Τον τελευταίο καιρό κοιτάζω
περσότερο όλο τον ουρανό
και μόνο βλέπω σαν τον ξετάζω
μιαν έλλειψη όλο κι ένα κενό.
Κοιτάζω κάτω στην έρμη γη μας
και βλέπω σκότος και παγωνιά`
μ' αίμα ξανοίγει κάθε αυγή μας
και μ' αίμα κλείνει κάθε βραδιά.
Πηδώ τα χρόνια που με χωρίζουν
απ' του θανάτου την αγκαλιά
και τονε φτάνω-και κροταλίζουν
τ' άσαρκα χέρια του τα μαβιά.
Και μ' αγκαλιάζει` και όλα πάνε
και ό,τι έζησα όλα περνάνε
και πάνε όλα στο χαμό-
κανείς δεν έχει γλιτωμό.
Γυρνάω πίσω, βλέπω τη ζωή μου
άσκοποι πόνοι, πίκρες μεγάλες
μέχρι την ύστερην αναπνοή μου
βάσανα μύρια, θλίψες και ζάλες.
Άνθρωποι τρέχουν, τρώνε, κοιμούνται
κι ύστερα πάνε-πεθαίνουν, σβυούνται.
Κι όταν για τούτα λέω σε κανένα
αυτός παράξενα με κοιτά
σαν να μιλάω με λόγια ξένα
κι από πού έχω ερθεί ρωτά.
Βλέπω την ώρα που πεθαμένη
θα 'μαι στο στρώμα μου ξαπλωμένη
και λέω στον εαυτό μου, τόσον δρόμο
γεμάτον περιπέτειες και τρόμο
να τον περάσω δεν το βρίσκω λογικό
με το μυαλό μου αυτό το παιδικό,
που όμως βλέπει, ακούει, διαβάζει
και νους πολλούς μεγάλους κάτου βάζει.
Πηδώ λοιπόν τον μέγα φράχτη
και βλέπω στην αντίπερα οχτιά.
Όχι, ο νους μου διόλου δεν 'ταράχτη
καμμιά δεν έχει το μυαλό μου σκιά.
Στα μάτια σας το βλέπω-με πιστεύετε
και λόγια να 'βρετε σωστά γυρεύετε
να μ' απαντήσετε σ' όσα λέω
σαν να 'χατε ακούσει κάτι νέο.

ΘΑΛΗΣ
Όχι μικρή μου, όμως να, φαντάστηκα
σ' ό,τι ακούω ίσως πως γελάστηκα.
Δεν επερίμενα από μια μικρούλα
σωστή να μου δειχτεί νοικοκυρούλα,
ούτε αληθινά σοφία τόση
στο μυαλουδάκι της να 'χει ριζώσει.

ΛΩΡΑ
Ω! Το σκεφτόμουνα για μήνες τώρα.
Βήματα ήξερα πως κάνω πρωτοπόρα,
μα ούτε ήθελα να κάνω πίσω,
κι ούτε μπορούσα πάλι να γυρίσω
στης ζήσης τη φριχτή κενότητα
χωρίς χαρά, ψυχή, φιλότητα.
Κι ως για το πού θα πήγαινα, ω! είχα
μέχρι την πιο μικρή μου νιώσει τρίχα
ότι το μέρος για να ρθώ ήταν...εδώ`
αδιάντροπη μη, όχι, με νομίσετε,
όμως δε θέλω έννοιες να πηδώ-
πώς έφτασα εδώ για να γνωρίσετε.
Σιχάθηκα τους νέους και τις νέες
που αψιά και βίαιη μια ζήση ζούνε'
τις σχέσεις τους νομίζουνε ωραίες
ενώ με κείνες τη ζωή τους σπούνε
και χύνονται έξω οι βρωμιές της
στους δρόμους και στις γειτονιές της.
Δεν βγάζει πουθενά
της ζωής το μονοπάτι`
κακά μόνο γεννά:
κάθε χαρά φευγάτη.
Κι όσα γνωρίζουμε
δεν μας αξίζουνε
και μας γερνάνε
και μας πετάνε
τέλος-γνωρίζετε, τι να το πω-
σε δύο μέτρα χώμα νωπό.
Τη ζωή αρνούμαι
αυτήν να ζήσω.
Θα την αφήσω
και, αν σεις το θέτε
κι όχι δε λέτε,
..μαζί θα ζούμε..
Σεις είστε ώριμος
και λογικός.
Σας είναι γνώριμος
κάθε σκοπός.
Σεις όλα τα 'χετε
τέλεια γνωρίσει`
με σας δεν μάχεται
του βίου η δύση.
Σεις έχετε μυαλό
κάτω από τα μαλλιά σας
γι αυτό παρακαλώ
δεχτείτε με κοντά σας.
Και όσο κι αν μικρό είμαι κοριτσάκι
μα σαν καιρό γειτόνισσά σας
μου λέει αυτό μου το μικρό το μυαλουδάκι
ότι με θέλετε για συντροφιά σας.
Γιατί σας έχω δει πώς με κοιτάτε`
πόσον κρυμμένο πόθο
έχετε στη φωνή σα μου μιλάτε-
είμαι μικρή μα νιώθω.
Αν δεν ειν' έτσι, πέστε μου ευθύς
κι εγώ θα φύγω-
έτσι θα 'κανε ντροπή ο καθείς
που θα 'χε λίγο...

ΘΑΛΗΣ
Όχι να φύγεις μοναχά δεν θέλω
μα να σ' έχω ποθώ
κι απ' τη σκέψη μεθώ
τον άγγελο πως θα 'χω των αγγέλω
για πάντα συντροφιά
στα έρμα γερατειά.
Μα τι θα πεις στο σπίτι
αν φύγεις από κει
γλυκούλα μου μικρή-
κάτι δε θα τους λείπει;


ΛΩΡΑ
Αδέρφια είμαστε πολλά.
Εγώ είμαι το έκτο.
Μετά, καμιά φορά
πηγαίνω και τους βλέπω
σ' αυτό αν συμφωνείτε
και "ναι" αν σεις μου πείτε.
Και αφού ως εδώ συμφωνούμε
δεν υπάρχει άλλο τι για να πούμε:
εγώ ειμ' η σκλάβα σας κι εσείς το αφεντικό-
καθένας στη ζωή με το δικό του μερτικό.
Θα φέρω από το σπίτι σε λιγάκι
να βάλω το μικρό μου κρεβατάκι
εδώ, σ' αυτήνε τη γωνιά
με λίγα λεμονιάς κλωνιά.

ΘΑΛΗΣ
Δε θέλω γάμους να 'χουμε δω πέρα.

ΛΩΡΑ
Τι λόγος! Όχι βέβαια κύριέ μου`
αυτό δε θα το ήθελα ποτέ μου-
θα ήτανε η πιο μαύρη μου ημέρα.

ΘΑΛΗΣ
Βέβαια τούτο πάλι δε σημαίνει
πως εδώ μέσα θα 'μαστε δυο ξένοι..

ΛΩΡΑ
Όχι κύριέ μου, Όποτε ποθείτε
δεν έχετε παρά να μου το πείτε.

ΘΑΛΗΣ
Ω! Ευτυχία που μου δίνεις Λώρα!

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου! Μη με θέλετε και τώρα;

ΘΑΛΗΣ
Τώρα θα ήθελα το πόδι το δεξί μου
να 'ρχόσουνα να έτριβες εδώ μαζί μου.
Το θέλω αυτό από πολλή ώρα τόσο...

ΛΩΡΑ
Θα σας μαλώσω που δεν το 'πατε ωστόσο.
Πέστε μου πού ακριβώς
και πώς, και πόσο δυνατά.

ΘΑΛΗΣ
Εδώ. Και να 'ναι ο ρυθμός
ταχύς. Και ώρα να κρατά.

ΛΩΡΑ
Έτσι καλέ μου κύριε; Καλά είναι;

ΘΑΛΗΣ
Καλά. Δύναμη λίγη πιότερο όμως δίνε.

ΛΩΡΑ
Ναι κύριέ μου. Α! Ωραία που νιώθω
να σας υπηρετώ! Σαν κάποιον πόθο
έτσι να σβηώ
τυραννικό
που το κορμί μου ως τώρα εβασάνιζε
και ήθελε σε σας να τον εχάριζε.

ΘΑΛΗΣ
Έτσι όπως το ποδάρι μου χαϊδεύεις
άστο για λίγο αγαπητό μου κοριτσάκι
κι απ' το μπλουζάκι σου, κάπου αν πιστεύεις
ξεκούμπωσε ακόμα ένα κουμπάκι.

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου, αυτό το κάτι εσείς μου είστε.
Κοιτάτε! Το ξεκούμπωσα-ορίστε!
..Μήπως να ξεκουμπώσω κι άλλο ένα;

ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήτανε αλήθεια.

(η Λώρα το ξεκουμπώνει)

ΛΩΡΑ
Σε σας να δείχνω τα γλυκά μου στήθια
κύριέ μου…να...αρέσει και σε μένα…

ΘΑΛΗΣ
Ένα λοιπόν ξεκούμπωσε ακόμα!..

ΛΩΡΑ
Κύριέ μου μού εστέγνωσε το στόμα!..

ΘΑΛΗΣ
Τότε λοιπόν τα πόδια μου άφησέ μου
και στο κρεβάτι μου τρέξε άγγελέ μου.
Δεν ξέρεις πόσο η τραγανή σου σάρκα
ωραία για το ταξίδι μου είναι βάρκα..
Σ' ένα θερμό κορμί σαν το κορμί σου
σαν θ' ακουμπώ
θα 'μαι θαρρώ
σ' ενός τα σπάνια μέρη παραδείσου...

ΛΩΡΑ
Δεν ξέρετε κι εγώ πόσο ποθούσα
το σώμα το ακριβό σας ν' ακουμπούσα.

ΘΑΛΗΣ
Ώστε και συ με αγαπάς καλή μου;

ΛΩΡΑ
Ω! Κύριέ μου! Θα σας εξηγήσω-
με λίγα λόγια, για να μην αργήσω
στα χέρια σας ν' αφήσω το κορμί μου:
όταν κανείς παπάς που θέλει κάπου
την Κοινωνία τη Θεία του ν' αδειάσει,
δοχείο δεν έχει, και θωρώντας κάτου
της πόρνης βλέπει το χαλκό το τάσι
που εκείνη πλένει μέσα τις βρωμιές της,
και σκύβει και το παίρνει και την Άγια
την Κοινωνία εντός του αποθηκεύει,
έτσι και μένα βρωμερή και άδεια
η λέξη "αγάπη" μοιάζει` κι ας γυρεύει
η γλώσσα αυτή τη λέξη να ψελλίσει:
όπως την έχει ο κόσμος καταντήσει
δεν είναι διόλου άξια αυτή η λέξη
το ρόλο που εμείς θέλουμε να παίξει.
Γι αυτό παρακαλώ τον κύριό μου
σωστόν αν βρίσκει το συλλογισμό μου
τη χάρη αυτή αν θέλει να μου κάνει-
για μας η λέξη 'αγάπη" να πεθάνει.
Κάτι 'ψηλότερο απ' αυτό τους δυο μας
στον κόσμο θα ενώσει τον δικό μας.
...Ειν' έτοιμος για μένα ο κύριός μου;

ΘΑΛΗΣ
Μισό λεφτό καλή μου ακόμα δος μου:
τη λέξη "αγάπη" τώρα στραγγαλίζω
και "Λώρα" ό,τι νιώθω το βαφτίζω.

ΛΩΡΑ
Εγώ το 'χω βαφτίσει "Κύριέ μου".

ΘΑΛΗΣ
Σωστά το 'χεις βαφτίσει άγγελέ μου.
Μα έλα τώρα,,. μην αργείς...δεν πρέπει...

(Η Λώρα τρέχει στο κρεβάτι του Θαλή)

ΛΩΡΑ
Η βιάση σας κύριέ μου πώς με τέρπει!..


(τέλος της τρίτης πράξης)





πράξη τέταρτη
(τόπος: γη και ουρανός)


ΘΑΛΗΣ
Ο απόηχος κάποιων λόγων
ως εδώ που είμαι φτάνει`
σαν για κάποιον να 'χουν ψόγον-
ποιοι τα λένε; ποιος τους βάνει;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ
Α'
Νέο κορίτσι κι έτσι να πεθάνει…
Το νου του πια κανείς μ' αυτά τον χάνει.
Στο θάνατο ένα γέρο να θελήσει
κορίτσι νέο να τον ακολουθήσει..

Β'
Χρόνια οι δυο τους ζήσανε μαζί θαρρώ.

Α'
Ναι. Παραήτανε το πράγμα βρωμερό.

Β'
Μια κοπέλα μ' ένα γέρο
να τα μπλέξει και καλά!..
Και στον έρωτα να πέσουν
γέροντας και κοπελιά!..

Α'
Ο Θεός να με σχωρέσει-
δε μιλώ με ξιπασιά,
αλλ' αρνείται να πιστέψει
τέτια ο νους ξετσιπωσιά.
Όμως δε μιλάω άλλο-
οι νεκροί, λένε, μπορούν
και κακό κάνουν μεγάλο
αν κακό για κείνους πουν.

Β'
Τόσον κόσμο μαζεμένο
δεν περίμενα να δω
για ζευγάρι σαν αυτό.

Α'
Π’ ούτε κι ήταν παντρεμένο..

Β' 
Θα ήρθαν για να δούνε
και να 'χουνε να πούνε
πως ήτανε αλήθεια
και όχι παραμύθια
ό,τι άκουγαν ως τώρα
για κείνον και τη Λώρα.

ΘΕΟΣ
Αν υπήρχα
θα τους είχα
με τα δύο μου τα χέρια
βάλει πάνω από τ' αστέρια.

ΚΑΚΙΣΤΡΑ
Πάει κι αυτός πάει κι εκείνη.
Τέλειωσαν-πεθάνανε.
Ό,τι έπρεπε τους 'γίνει
με αυτά που κάνανε.

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ

Πήγε κι έμπλεξε με γέρο!
Να 'χε κάνε μου παρά…
Τι να πω κι εγώ δεν ξέρω`
τι βρωμιάρα μια φορά!

ΜΕΝΩΝ
Την ευτυχία εβρήκες.
Στα περιβόλια εμπήκες
τα πάντα ολανθισμένα-
τα πάντα ερωτευμένα.

ΦΙΛΗ ΤΗΣ ΛΩΡΑΣ
Της έλεγα να τονε παρατήσει.
Δεν ήθελε ούτε να τ' ακούσει.
Πόσοι νέοι την είχανε ζητήσει-
καλοντυμένοι, όμορφοι, πλούσιοι…

Ο ΠΑΠΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ
Ο Θεός να με σχωρέσει,
πρέπει να καθαριστεί
η μαγάρα που 'χε πέσει-
που 'φεραν οι δυο αυτοί.

ΝΕΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗ ΛΩΡΑ
Ανώμαλη η φουκαριάρα θα 'τανε`
οι γέροι-άκου εκεί-να της αρέσουν..
ενώ με μένα όλες τις τρέλες θα 'κανε
που μέσα τους οι νέοι ζητούν να πέσουν.

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Και δωμάτια μερικά κρατούνε
αποκλειστικότητες.
Από γέρο άλλα δε θα δούνε
τέτοιες παιδικότητες.

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ
Λίγο να ζούσανε ακόμα
δε θ' άντεχα' η νίκη ολοσχερώς
θα 'χε δοθεί στη βρώμα
την ευτυχία-πεθάναν ευτυχώς.

ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΛΗ
Νομίζαμε κανένας δεν πεθαίνει
στων πραγμάτων τη χώρα.
Μα όσο γερνά κανείς μαθαίνει-
πάει και ο Θαλής, πάει κι η Λώρα.

ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Όλο λιγότερο
μπορώ κι ακώ
καθώς ψηλότερα-
πέρα τραβώ.
Και όλα όσα λέν δεν ξεχωρίζουνε-
καλολογούνε άραγε ή βρίζουνε;

Η ΓΗ
Τους βλέπω να μακραίνουν
αλλά κι από ψηλά
η γλύκα που ανασαίνουν
μέχρις εδώ κυλά.

Ο ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
Όλα με το θάνατο τελειώνουν-
δυο νεκρά κορμιά που τώρα λιώνουν...

Η ΠΟΡΝΗ
Κι εγώ πάω με γέρους μα έχουν χρήμα.
Αλλιώς δε θα τους σήκωνε το κλίμα.
Μα γέρος και φτωχός!..Η καημενούλα
φαινότανε πως ήτανε χαζούλα.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Κι αν τα κορμιά μας κάποτε μαραίνουν
τ' αρώματα που δίνουμε όμως μένουν.
Καλότυχος αυτός που το μπορεί
να τα μυρίζει κι αν δεν μας θωρεί.

Η ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗ
Να κάνω εγώ αυτό που θέλει εκείνος
σαν να 'μουνα υπάκουο σκυλάκι;
Αυτός θα υπηρετεί των "θέλω" μου το σμήνος
κι εγώ δε θα κουνάω δαχτυλάκι!


ΛΩΡΑ ΚΑΙ ΘΑΛΗΣ
Καλλίτερα θα ήταν αν σωπαίναν.
Μα φαίνεται έτσι κάποιοι τους μαθαίναν.
Να! Τώρα όλα σχεδόν έχουν σωπάσει
Φαίνεται όλα πια έχουν περάσει.

(ησυχία για λίγο)

ΛΩΘΑ

Δε βλέπω τίποτα ούτε ακώ
μία μήτρα μόνο ειν' εδώ
που τον τράχηλο έχει μαλακό
και η μήτρα είμαι αυτή εγώ.


ΑΥΛΑΙΑ


  ΜΑΡΙΑ
 

ΤΟΠΟΣ 
Ελλάδα, χωριό, καφενείο

ΧΡΟΝΟΣ
1973 


ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ:
ΚΑΦΕΤΖΗΣ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ
ΝΤΙΝΟΣ (χωρικός)
ΜΑΡΙΑ
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ (χωρικός)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (γυναίκα του)
ΣΤΑΘΗΣ (χωρικός) 

Πρωί. Το εσωτερικό του καφενείου ενός χωριού με τραπεζάκια και καρέκλες. Σ’ ένα τραπεζάκι ο στρατιώτης. Στον τοίχο κορνίζες με φωτογραφίες λουλουδιών. Όταν ανοίγει η αυλαία, ο καφετζής ετοιμάζει τον καφέ του στρατιώτη, ρίχνοντας κάθε τόσο βλέμματα φοβισμένα προς αυτόν. Ο στρατιώτης με τη στολή του, φρεσκοξυρισμένος. Ένα πιστόλι κρέμεται στο δεξί μέρος της μέσης του. Είναι απασχολημένος να γυαλίζει με το δεξί μανίκι του χιτωνίου του τα κουμπιά της στολής του, που ήδη λάμπουν.

ΚΑΦΕΤΖΗΣ (ΚΑΦ)
Έτοιμος ο καφές…
(Τον σερβίρει. Ο στρατιώτης αφήνει αποφασιστικά το γυάλισμα των κουμπιών και πίνει μια γουλιά. Ξινίζει τα μούτρα του)
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ (ΣΤΡ)
Πολύ γλυκός!
ΚΑΦ
(στενοχωρημένος)
Πώς έγινε αυτό… κι αφού μού είπατε να προσέξω… θα φτιάξω άλλον.  
(Περιμένει την αντίδραση του στρατιώτη, όμως εκείνος παραμένει ανέκφραστος. Αυτό ο καφετζής το ερμηνεύει σαν επιθυμία για καινούργιο καφέ, παίρνει το φλιτζάνι και πηγαίνει προς τον πάγκο)
Σ’ ένα λεφτό είναι έτοιμος.
(Ο στρατιώτης σηκώνεται και κάνει βόλτες μέσα στο καφενείο, κοιτάζοντας τις εικόνες που κρέμονται στον τοίχο. Βλέπει το ρολόϊ του. Στρέφει προς τον καφετζή)
ΣΤΡ
H ώρα είναι εννέα. Τι ώρα θα ’ρθεί;
ΚΑΦ
Όπου να ’ναι θα ’ρθει. Αλλά δεν έχει κανονική ώρα. Άλλοτε ξυπνάει αργά, άλλοτε νωρίς.
ΣΤΡ
Βέβαια. Το καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό. Εξαρτάται με ποιον πέρασε τη νύχτα και τι ώρα κοιμήθηκε. Ένα χαμένο κορμί όπως αυτή δεν μπορεί να έχει ταχτικό ωράριο. Στην πόρτα της είδα ένα σημείωμα. Έγραφε: «Γλύκα έρχομαι. Περίμενε.»
(γκριμάτσα)
Άκου «γλύκα»…για ποιον το έγραψε;
ΚΑΦ
Για όλους. Δηλαδή για όποιον πάει στο σπίτι της να την ζητήσει.
ΣΤΡ
Κι αν πάει κάποια γυναίκα; Κι αν πάει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος όπως εγώ;
ΚΑΦ
Δεν πάνε γυναίκες ποτέ. Όσο για τους άντρες, για τη Μαρία όλοι ίδιοι είναι. Γι αυτήν δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς και όχι αξιοπρεπείς.
ΣΤΡ
Μπορώ να το καταλάβω καλά αυτό. Μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά αυτό.
(ο καφετζής φέρνει τον καφέ.. Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι και πίνει μια γουλιά)
Καλός.
ΚΑΦ
(ικανοποιημένος)
Δόξα στο θεό.
(πηγαίνει στον πάγκο του)
ΣΤΡ
Δεν βλέπω καμία φωτογραφία του πρωθυπουργού μας εδώ. Δεν μπορούσες να βάλεις μία; Ή είσαι κι εσύ μήπως εναντίον του Στρατού;
ΚΑΦ
(αυθόρμητα, με αγανάκτηση)
Εγώ έβαλα, αλλά οι πελάτες μού είπανε πως αν δε τη βγάλω δε θα ξαναπατήσουν εδώ μέσα. Τι να έκανα;
(δείχνει στον τοίχο)
Να, εκεί ήτανε.
ΣΤΡ 
Αχάριστοι άνθρωποι!.. Τόσα καλά έκανε η κυβέρνηση γι αυτούς.
(Πίνει. Μπαίνει ο Ντίνος χτυπώντας τα χέρια του για να ζεσταθεί)
ΝΤΙΝΟΣ (ΝΤΙ)
(στον καφετζή)
Καλημέρα Φίλιππα.
(Βλέπει τον στρατιώτη στο διπλανό τραπεζάκι και του γυρίζει την πλάτη επιδεικτικά)
Κάνε μου ένα σάντουιτς
ΚΑΦ 
Τα συνηθισμένα;
ΝΤΙ 
Ναι. Και μπόλικο κασέρι.
(Ο στρατιώτης όλο αυτό το διάστημα παρακολουθεί με το βλέμμα τον Ντίνο και δείχνει φανερά ενοχλημένος από τη στάση του)
ΣΤΡ 
Θα μπορούσες να πεις καλημέρα και σε μένα…
ΝΤΙ
(Κοιτάζοντας προς το στρατιώτη)
Χαιρετάω όποιον θέλω. Νομίζω είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω-ή όχι;
ΣΤΡ
Ό,τι θέλατε κάνατε με την κυβέρνηση την πολιτική. Σήμερα κυβερνάει ο Στρατός και θα γίνεται ό,τι εκείνος διατάξει. Ο πρωθυπουργός μας έχει σε δύο ομιλίες του υπογραμμίσει τη μεγάλη σημασία που αποδίνει η κυβέρνησή μας στην ευγενική συμπεριφορά των πολιτών μεταξύ τους.
ΝΤΙ
Είμαι ευγενικός με όσους δεν κρατάνε όπλο. Όσοι κρατάνε όπλο μετράνε την ευγένεια για δουλοπρέπεια.
ΣΤΡ
Είναι μέσα στα καθήκοντά μου να κρατάω όπλο. Και αυτή την ώρα βρίσκομαι σε αποστολή. Είναι άσχημο να κάνει κανείς τη δουλειά του; Εσύ δεν κάνεις κάποια δουλειά;
ΝΤΙ
Κάνω τη σωστότερη δουλειά που υπάρχει. Καλλιεργώ τη γη και τρέφομαι με τους καρπούς που μου δίνει ποτισμένη με τον ιδρώτα μου.



ΣΤΡ 
Ώστε σωστή είναι μόνο η δουλειά σου… και τι έχεις να πεις για τους στρατιώτες; Ποιος θα υπερασπίσει την πατρίδα δίνοντας το αίμα του για να μπορείς εσύ να οργώνεις το χωράφι σου
(μιμείται τη φωνή του Ντίνου)
και να τρέφεσαι με τους καρπούς του;
(συνεχίζοντας με την κανονική φωνή του)
Θα πρέπει εγώ να μη σε χαιρετάω επειδή κρατάς το αλέτρι σου-το εργαλείο της δουλειάς σου;
(Ο καφετζής, που παρακολουθεί  ανήσυχος τη συζήτηση φέρνει το σάντουιτς διπλωμένο και το αφήνει στο τραπέζι κοντά στον Ντίνο)
ΝΤΙ
Το αλέτρι δε σκοτώνει και τα όπλα σας είναι καλά μόνον όταν στρέφονται ενάντια στον εχθρό και όχι ενάντια στο λαό μας.
ΚΑΦ
Ντίνο, δε μιλάνε έτσι σ’ έναν εκπρόσωπο της κυβερνήσεώς μας.
(Εκμεταλλευόμενος μια στιγμή που ο στρατιώτης δεν τον κοιτάζει, κάνει νόημα στον Ντίνο να υποχωρήσει.)
Γιατί ένας στρατιώτης αυτό είναι. Αντιπροσωπεύει την κυβέρνηση παντού και πάντα. Και αν τώρα δε σε αναφέρει γι αυτά που είπες, αυτό θα είναι απόδειξη της ανοχής που δείχνει η κυβέρνησή μας στους αντίθετους όπως εσύ.
ΝΤΙ
Η κυβέρνησή σ α ς 
(υπογραμμίζει τι «σας») 
δεν είναι ανεκτική. Η κυβέρνησή σ α ς είναι έτοιμη να πέσει και γι αυτό κάνει τα στραβά μάτια. Η κυβέρνησή 
σ α ς έχει χάσει όλα της τα στηρίγματα και δεν έχει δύναμη πια. Αλλιώς τώρα θα ήμουνα δεμένος χεροπόδαρα για ό,τι είπα.
ΣΤΡ
(σηκώνεται και στέκεται δίπλα στον Ντίνο. Δυνατά)
Η κυβέρνηση είναι «μας» και όχι «σας». Και δεν έχει χάσει κανένα στήριγμα. Στήριγμά της είναι η αγάπη όλων των φιλήσυχων πολιτών. 
(σοβαρά)
Θα σε συνελάμβανα, έχεις δίκιο, γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κατηγορεί την κυβέρνησή μας.
(υπεροπτικά)
Όμως έχω άλλη αποστολή τώρα.
(απειλητικά)
Θα αναφέρω βεβαίως το συμβάν στον κύριο Διοικητή.
ΝΤΙ
Και ο κύριος διοικητής θα σε γράψει στα παλιά του τα παπούτσια.
(με περιέργεια)
Και ποια είναι η αποστολή σου εδώ;
ΣΤΡ
(αυστηρά)
Δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λογαριασμό σε κανέναν. Να είσαι βέβαιος όμως ότι η αποστολή μου θα εκτελεστεί στο ακέραιο όποια και αν είναι.
(Κοιτάζει το ρολόι του. Στον καφετζή)
Πού μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα;
ΚΑΦ
Στον δεύτερο δρόμο αριστερά, στο κουρείο.
ΣΤΡ
Αν έρθει να με περιμένει. Γυρίζω αμέσως.
(βγαίνει)

ΚΑΦ
Τι κάνεις μωρέ; Θέλεις να μου κλείσεις το μαγαζί;
ΝΤΙ
Τι θέλει εδώ αυτός ο φασίστας;
ΚΑΦ
(φοβισμένος)
Σςςςς…
(πηγαίνει ως την πόρτα, κοιτάζει έξω, βεβαιώνεται ότι ο στρατιώτης είναι μακριά, γυρίζει. Σιγά, συνωμοτικά)
Θέλει τη Μαρία.
ΝΤΙ
(έκπληκτος)
Τη Μαρία;
(γελάει αμήχανα)
Τι να την κάνει τη Μαρία;
ΚΑΦ
Ούτε που μου είπε ούτε που τόνε ρώτησα. Φαίνεται όμως την ξέρει. Ξέρει πως ξενυχτάει και τι ζωή κάνει.
ΝΤΙ
Και τι μπορεί να ενδιαφέρει την κυβέρνηση τι κάνει η Μαρία; Μυστήριο πράμα. Είσαι σίγουρος πως θέλει τη Μαρία-τη δικιά μας Μαρία;
ΚΑΦ
Υπάρχει άλλη Μαρία Αποστολοπούλου στο χωριό;
ΝΤΙ
(σκεφτικός)
Όχι
(Μπαίνει η Μαρία. Κοντή. Μελαχρινή. Φοράει μαντήλι στο κεφάλι, κόκκινη μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ, πράσινη μακριά φούστα. Παπούτσια με στρογγυλεμένη μύτη, κάλτσες μάλλινες, πλεχτές, που φτάνουν μέχρι πάνω από τη μέση της κνήμης. Κρατάει μια μικρή τσάντα. Σ’ όλο το έργο είναι ζωηρή χωρίς να είναι χυδαία, σοβαρή χωρίς να τραγικοποιεί τις καταστάσεις ή να φτάνει στην εκζήτηση. Είναι ειλικρινής. Είναι ελκυστική χωρίς να είναι προκλητική)

ΜΑΡΙΑ (ΜΑΡ)
Γεια χαρά σε όλους.
ΚΑΦ
Γεια σου Μαρία.
ΝΤΙ
Γεια σου Μαράκι.
(φιλιούνται)
ΜΑΡ
Γεια σου γλύκα.
(στον καφετζή)
Γεια σου ντροπαλέ. Πώς έτσι άδειος σήμερα;
ΝΤΙ
(μη δίνοντας την ευκαιρία στον καφετζή ν’ απαντήσει)
Μαράκι τι νταραβέρια έχεις με το Στρατό;
ΜΑΡ
(Ψεύτικα ξαφνιασμένη. Στον καφετζή)
Σε μένα το λέει;
ΚΑΦ
Σε σένα. Ένας στρατιώτης ήρθε και σε ζητάει.
ΜΑΡ
Πού είναι η γλύκα μου; Έχω καιρό να δω στρατιώτη.
ΝΤΙ 
(γελώντας)
Και πώς το ξέρεις Μαράκι; Οι στρατιώτες γνωρίζονται μόνον ντυμένοι.
(Ο καφετζής χαμογελάει. Η Μαρία γυρίζει απορημένη προς αυτόν.)
Σήμερα δεν τον καταλαβαίνω-τι είπε;
ΚΑΦ
(γελώντας)
Λέει πως τους άντρες τους βλέπεις χωρίς ρούχα. Πώς θα καταλάβαινες αν είναι στρατιώτες ή όχι;
ΜΑΡ
(Καταλαβαίνει το αστείο και γελώντας πλούσια και από καρδιάς ρίχνεται στην αγκαλιά του Ντίνου και τον φιλάει όπου βρει)
Γλύκα μου… γλύκα μου… γλύκα μου…
ΝΤΙ
(την απωθεί απαλά)
Μαρία τι να θέλει ετούτος; Μου φάνηκε άγριος. Χαζός αλλά άγριος.
ΜΑΡ
Τι μπορεί να θέλει ένας άντρας από μια γυναίκα; Πόσο πρέπει να μεγαλώσεις ακόμα για να το μάθεις;
(κοιτάζει γύρω)
Και πού είναι-τος που με θέλει;
ΚΑΦ
Έχει πάει στο κουρείο για τηλέφωνο. Όπου να ’ναι θα ’ρθει.
ΝΤΙ
Μαράκι θα ’μαι στο αμπέλι. Αν χρειαστείς τίποτα φώναξέ με. Δε μ’ αρέσανε τα μούτρα του.
(Δείχνει τη Μαρία στον καφετζή)
Φίλιππα εντάξει;
ΚΑΦ
Εντάξει. Εγώ θα τρέξω ο ίδιος να σε φωνάξω…
ΜΑΡ
(στον Ντίνο)
Δε θα χρειαστεί τίποτα γλύκα. Φύλα τη δύναμή σου για το κρεβάτι. Τ’ άλλα τα καταφέρνω μόνη μου.
ΝΤΙ
(Φιλάει τη Μαρία)
Γεια!
(Στον καφετζή, δείχνοντάς του το σάντουιτς)
Γράφτο.
(Βγαίνει)
ΚΑΦ
(Ανήσυχος)
Τι να σε θέλει Μαρία;
ΜΑΡ
Ε! Ντροπαλούλη! Εμένα θέλει, εσύ γιατί τρέμεις;
ΣΤΡ
Μ’ αυτούς δεν ξέρεις τι γίνεται.
(Μικρή παύση)
ΜΑΡ
(Σοβαρά)
Πέρασε ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι ακόμα. Θέλεις να σου δώσω τίποτα;
ΜΑΡ
Δε θέλω τίποτα.
(Κάθεται. Σιωπή. Σιγοτραγουδάει)
«Είπαν της κόρης να γδυθεί
κι έβγαλε το μαντήλι
είπαν της χήρας να γδυθεί
κι ήταν γυμνή ως το δείλι…» 
Ντροπαλέ!
ΚΑΦ
(Χωρίς ν’ αφήσει το συγύρισμα του πάγκου του)
Ναι…
ΜΑΡ
Ο Στάθης σου χρωστάει;
ΚΑΦ
Και σε ποιον δε χρωστάει. Αλλά εμένα δε με νοιάζει. Ούτε κείνον τόνε νοιάζουνε αυτά που χρωστάει σε μένα. Είναι λίγα. Με τον πρωτευουσιάνο τι γίνεται… αν δεν τον πληρώσει θα του πάρει το χωράφι.
ΜΑΡ
Και πώς το ξέρεις; Μπορεί να του κάνει πίστωση.
ΚΑΦ
Αυτός; Δεν τον ξέρεις καλά.
(Ακούει βήματα. Κοιτάζει έξω. Σιγά)
Έρχεται.
ΜΑΡ
(Το πρόσωπό της φωτίζεται)
Ο Στάθης;
ΚΑΦ
Όχι μωρέ, ο στρατιώτης!
(Η Μαρία φτιάχνεται. Μπαίνει ο στρατιώτης. Κοιτάζει τη Μαρία. Στον καφετζή)
ΣΤΡ
Αυτή είναι;
ΚΑΦ
Μάλιστα.
(Ο στρατιώτης πλησιάζει στο τραπέζι που κάθεται η Μαρία και περπατώντας διαγράφει έναν κύκλο γύρω της βλέποντάς την. Εκείνη, στο διάστημα αυτό, στρεφόμενη ανάλογα πάνω στην καρέκλα της παρακολουθεί αμίλητη και χαμογελαστή τον στρατιώτη με το βλέμμα της)
ΜΑΡ
(γελώντας)
Κάτσε τώρα να μου πεις τις εντυπώσεις σου.
(Ο στρατιώτης εξακολουθεί να στέκει ορθός και αμίλητος)
Να σου πω εγώ λοιπόν. Η μύτη λίγο μεγάλη. Αναλογίες καλές. Δεν μπορείς να τα δεις και όλα όταν είμαι καθιστή.
(τραβάει ελαφρά τον στρατιώτη από το χέρι για να τον κάνει να καθίσει)
Κάτσε λοιπόν!
ΣΤΡ
(Ελευθερώνει απότομα το χέρι του. Στρώνει τη στολή του και παίρνει τη στάση της προσοχής)
Είσαι η Μαρία Αποστολοπούλου;
ΜΑΡ
Εγώ είμαι στρατιωτάκι. Ολόκληρη.
ΣΤΡ
Του Γεωργίου και της Αθανασίας;
ΜΑΡ
Έτσι όπως τα λες.
ΣΤΡ
Πρέπει να έρθεις μαζί μου.
ΜΑΡ
(σηκώνεται)
Μετά χαράς.
(Στον καφετζή)
Ντροπαλέ, αν έρθει ο Στάθης να με περιμένει. Δε θ’ αργήσω.
(Πιάνει αγκαζέ τον στρατιώτη)
Πάμε!
ΣΤΡ
(Αναστατωμένος. Ελευθερώνει το χέρι του, τινάζει και στρώνει τη στολή του.)
Ε! Για στάσου! Τι κάνεις εκεί; Πού νομίζεις ότι πάμε;
ΜΑΡ
Πού θέλεις να πηγαίνουμε; Σπίτι έχεις εδώ; Όχι! Άραγε το σπίτι μου είναι το μόνο μέρος όπου μπορούμε να πάμε.
ΣΤΡ
(Πειραγμένος)
Άκου εδώ! Δεν ήρθα εδώ από την Αθήνα για να σε πάρω και να σε πάω στο σπίτι σου. Ήρθα για να σε πάω στην Αθήνα…
ΜΑΡ
(Απορημένη)
Στην Αθήνα; Τι να κάνω στην Αθήνα;
ΣΤΡ
(Κοιτάζει μια τη Μαρία μια τον καφετζή)
Μη μου πείτε ότι δεν ξέρετε ποιος είμαι και τι θέλω.
(Βλέποντας την απορία και των δυο)
Καλά, δεν ακούτε ραδιόφωνο; Δεν διαβάζετε εφημερίδα;
ΚΑΦ
Εφημερίδα έρχεται μια φορά την εβδομάδα στο χωριό. Και ραδιόφωνο δεν ακούει κανείς. Λένε ότι λέει βλακείες.
ΣΤΡ
Αφού είναι έτσι λοιπόν…
(Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί και το δίνει στη Μαρία)
Έχω μαζί μου τη διαταγή.
(Στη Μαρία)
Διάβασέ την.
ΜΑΡ
(Διαβάζει)
Εις εκτέλεσιν της υπ’ αριθ. εβδομηνταοχτώ γραμμή, τέσσερες χιλιάδες πεντακόσια εικοσιτέσσερα γραμμή, γάμμα έψιλον σίγμα…
(Ο στρατιώτης, όταν η Μαρία προφέρει για πρώτη φορά τη λέξη «γραμμή» κάνει ένα μορφασμό. Τη δεύτερη επεμβαίνει)
ΣΤΡ
Όχι γραμμή. Κάθετος.
ΜΑΡ
(Σηκώνοντας τα φρύδια και κατασπώντας τις γωνίες του στόματος)
Κάθετος, κάθετος!
(Συνεχίζει το διάβασμα)
…γάμμα έψιλον σίγμα κάθετος…
(Τονίζει το «κάθετος» χαμογελώντας ταυτόχρονα προς τον στρατιώτη)
Πρώτον, έψιλον γάμμα, κάθετος
(Τονίζει και πάλι το «κάθετος». Στο στρατιώτη)
Δεν είναι όμως κάθετος.
ΣΤΡ
Έτσι διαβάζεται. Συνέχισε.
ΜΑΡ
Οκτώβριος χίλια εννιακόσια εβδομηντατρία Διαταγής του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, άπασαι αι ιερόδουλοι του Νομού Αχαϊας πρέπει να ευρίσκονται την εικοσιδύο εντεκάτου εβδομηντατρία και ώραν ογδόην πρωινήν εις το εν Αθήναις και επί της οδού Αχαρνών αριθμός εννιακόσια εικοσιοχτώ υποκατάστημα του Υπουργείου κοινωνικών Υπηρεσιών. Σκοπός της συγκεντρώσεως είναι η παρακολούθησις διαλέξεως του στρατιωτικού Διοικητού Αθηνών με θέμα «Κράτος και ηθική». Εν συνεχεία και επί τετραήμερον, αι ιερόδουλοι θα παρακολουθήσουν ειδικόν διαφωτιστικόν πρόγραμμα και θα τους δοθούν οδηγίαι με σκοπόν την επάνοδόν των εις την οδόν της ηθικής και της προόδου, ώστε να συμβάλουν και αύται εις την ευημερίαν και την πρόοδον της πατρίδος. Αι ιερόδουλοι που δεν θα προσέλθουν οικειοθελώς, θα προσαχθούν βιαίως.
(Ανακουφισμένη)
Ουφ! Τελείωσε.
ΣΤΡ
(Παίρνει το χαρτί)
Βλέπεις; Δεν ήρθες μόνη σου και με στείλανε να σε πάρω.
ΜΑΡ
Εμένα; 
ΣΤΡ
Εσένα!
ΜΑΡ
Και τι δουλειά έχω εγώ με αυτή την υπόθεση;
ΣΤΡ
Δεν είσαι π…-κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή.
ΣΤΡ
(Με νόημα, μιλώντας στον εαυτό του)
Αυτό μπορώ να το καταλάβω καλά. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά.
(Στη Μαρία, θριαμβευτικά)
Ε λοιπόν, θα έρθεις μαζί μου. Αυτό λέει το χαρτί!
ΜΑΡ
Το χαρτί μιλάει για τις γυναίκες που έχουν σαν επάγγελμά τους να πηγαίνουν με τους άντρες.
ΣΤΡ
Και σένα ποιο είναι το επάγγελμά σου; Τώρα δεν παραδέχτηκες πως είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Ναι. Είμαι κοινή. Αλλά δεν πληρώνομαι γι αυτό.
ΣΤΡ
Δεν πληρώνεσαι γι αυτό;.. και πώς ζεις;
ΜΑΡ
Έχω το σπίτι μου, ένα περιβόλι, δυο χτήματα με πορτοκάλια… άκου εκεί…
ΣΤΡ
Και δεν πληρώνεσαι για να …για να πας με τους άντρες;
ΜΑΡ
Σου είπα όχι.
ΣΤΡ
Και τότε γιατί πας με τους άντρες αφού δεν το κάνεις για λεφτά;
ΜΑΡ
Γιατί αυτό είναι το καθήκον μου.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει γύρω του σα να μην μπορεί να αντέξει αυτό που ακούει)
Και ποιο είναι το καθήκον σου παρακαλώ; Να είσαι κοινή;
ΜΑΡ
Το καθήκον της γυναίκας είναι να ικανοποιεί τις επιθυμίες του άντρα, να τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, να τον διασκεδάζει, μ’ ένα λόγο να σηκώνει λίγο από το φορτίο που ο άντρας κουβαλάει στους ώμους του, ή να τον κάνει να το νιώθει ελαφρύτερο. Το καθήκον της γυναίκας είναι να δίνει τη χαρά στον άντρα.
ΣΤΡ
Και το κάνεις αυτό επειδή είσαι πονόψυχη;
ΜΑΡ
Σου είπα - γιατί είμαι γυναίκα.
ΣΤΡ
Θες να πεις ότι είσαι κοινή μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα;
ΜΑΡ
Και γιατί το να είσαι γυναίκα σημαίνει ν’ αγαπάς. Και ν’ αγαπάς σημαίνει να δίνεις.
ΣΤΡ
(με όλο και μεγαλύτερη απορία)
Και αγαπάς όλους τους άντρες που πηγαίνεις μαζί τους;
ΜΑΡ
(Με ευχαρίστηση που της δίνεται η ευκαιρία να πει ό,τι λέει, σαν να μιλάει στον εαυτό της)
Όλους. Κι εκείνους που ακόμα δεν έχω πάει μαζί τους. Και κείνους που δε θα προλάβω να γνωρίσω στη ζωή μου.
(Μπαίνει ένας άντρας και μια γυναίκα και κατευθύνονται προς τον πάγκο. Η γυναίκα βλέποντας την Μαρία στρέφει το κεφάλι της προς την άλλη μεριά. Ο άντρας ενώ την είδε προσποιείται ότι δεν την έχει δει. Ο καφετζής, που μέχρι εκείνη την ώρα παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη συζήτηση από τον πάγκο του, πηγαίνει προς το μέρος τους. Η Μαρία από την ώρα που το ζευγάρι μπήκε στο μαγαζί, έχει στραμμένη όλη της την προσοχή σ’ αυτό, σαν να μην υπήρχε ο στρατιώτης, σαν να μην είχε αφήσει μια συζήτηση στη μέση. Είναι εκστατική κι ευτυχισμένη και φαίνεται πως κάτι περιμένει.)
Η ΣΥΖΥΓΟΣ (Η ΣΥΖ)
(Ψυχρά)
Γεια σου Φίλιππα.
Ο ΣΥΖΥΓΟΣ
Γεια σου Φίλιππα.
ΚΑΦ
Καλώς τους. Τι ήθελες κυρα-Τασία;
Η ΣΥΖ
Δύο χαρτάκια βανίλια και μία ρέγκα. Δώσε μου το κουτί να διαλέξω.
(Όσο η σύζυγος είναι απασχολημένη με τα ψώνια, ο σύζυγος στρέφει ελαφρά το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία. Εκείνη αυτό περίμενε. Φέρνει τη δεξιά παλάμη της στο στόμα, την κρατεί στα χείλη της για λίγο με τα μάτια της να λάμπουν μεγάλα προς το μέρος του συζύγου και ύστερα κρατώντας την παλάμη της οριζόντια φυσάει ελαφρά. Ο σύζυγος παίρνει μια έκφραση αγαλλίασης, φέρνει το χέρι του στο στήθος για μια στιγμή και γυρίζει αμέσως προς τη σύζυγό του και τον καφετζή. Ο καφετζής δίνει τα ψώνια διπλωμένα στη σύζυγο)
ΚΑΦ
Ορίστε. Τριάντα δραχμές.
(ο σύζυγος πληρώνει)
Τι κάνει το παιδί;
Η ΣΥΖ
Καλά είναι Φίλιππα.
(προς τον άντρα της)
Πάμε!
(βγαίνουν χωρίς να κοιτάξουν προς τη Μαρία. Ο στρατιώτης που έβλεπε όλα αυτά, στρέφει προς τη Μαρία που ακόμα, δοσμένη στα προηγούμενα, κοιτάζει προς την κατεύθυνση του ζευγαριού)
ΣΤΡ
Τι ήταν αυτό;
ΜΑΡ
(Συνέρχεται)
Ποιο αυτό;
ΣΤΡ
«Ποιο αυτό»! Αυτό! Να στέλνεις φιλιά σε παντρεμένον άνθρωπο πίσω από την πλάτη της γυναίκας του…
ΜΑΡ
Ω! Τον ξέρω καλά. Χτες το απόγεμα ήτανε μαζί μου.
ΣΤΡ
Ώστε έχεις και παντρεμένους φίλους;
ΜΑΡ
Και οι παντρεμένοι είναι άντρες-δεν είναι; Και οι παντρεμένοι νιώθουν την ανάγκη να έχουν για λίγο μια γυναίκα δίπλα τους-όχι;
ΣΤΡ
Αφού είναι παντρεμένοι δεν έχουν γυναίκα; Θέλουν κι άλλη;
ΜΑΡ
Είσαι ανύπαντρος και δεν ξέρεις στρατιωτάκι. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν απαλλάσσουν τον άντρα από το φορτίο του. Του φορτώνουν κι άλλο. Του δημιουργούν, δεν του λύνουν προβλήματα. Τον βαραίνουν, δεν τον αλαφρώνουν. Οι παντρεμένες γυναίκες δεν είναι γυναίκες. Είναι σύζυγοι. Ξέρεις τι μου ’λεγε χτες ο Αντρέας για τη γυναίκα του;
ΣΤΡ
Στάσου-ποιος είναι ο Αντρέας;
ΜΑΡ
Ο Αντρέας-αυτός που βγήκε τώρα. Μου έλεγε λοιπόν πως η γυναίκα του τον γκρινιάζει κάθε μέρα να της πάρει καινούργιο φουστάνι. Τον βρίζει ανίκανο και τεμπέλη. Όταν θέλει λοιπόν αυτός να ξεκουραστεί, είναι φυσικό να μην απευθυνθεί στη γυναίκα του. Αυτή τον κουράζει μονίμως. Η επιμονή της για φουστάνι κρατάει εδώ και τρεις μήνες. Και ο άνθρωπος δεν έχει λεφτά ούτε για να φάει η οικογένειά του. Λοιπόν πού θα ’βρισκε λίγη κατανόηση; Λίγη φροντίδα; Γι αυτό είμ’ εγώ εδώ.
(Κλείνει τα μάτια και σηκώνει τα χέρια ψηλά)
Και είναι υπέροχος! Άντρας σωστός! Κατάλαβες;
ΣΤΡ
Εκείνο που κατάλαβα είναι πως πρέπει να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα. Εκεί θα δώσεις λόγο γιατί δεν ήρθες νωρίτερα. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι δεν το ήξερες. Αυτό μπορώ να το καταλάβω πολύ καλά. Αλλά δεν είναι δουλειά δική μου ν’ αποφασίσω. Είναι του κυρίου Διοικητού.
ΜΑΡ
Δε θα σου χαλάσω το χατίρι στρατιωτάκι. Όμως εκεί που θα πάμε θα δεις ότι δεν κατάλαβες καλά τις διαταγές σου.
ΣΤΡ
Πάλι τα ίδια! Πάς ή δεν πάς με άντρες;
ΜΑΡ
Ναι. Πάω με όποιον με χρειάζεται. Μα δεν πληρώνομαι γι αυτό. Ιερόδουλες είναι οι γυναίκες που πληρώνονται για να δώσουν στους άντρες πληρωμένη ευχαρίστηση, δηλαδή όχι ευχαρίστηση. Δεν πρόκειται για δόσιμο, αλλά για ανταλλαγή προϊόντων, για αγοραπωλησία. Ο άντρας φεύγει από τις ιερόδουλες πιο φτωχός όχι μόνο στο πορτοφόλι του αλλά και στην ψυχή του. Γι αυτές τις γυναίκες μιλάει το χαρτί σου στρατιωτάκι.
ΣΤΡ
Να τώρα που θα μας κάνει μάθημα για την ψυχή και μια… Εγώ θα σου πω κάτι που κατάλαβα αμέσως. Ο φουκαράς αυτός-πώς τον λένε-δεν έχει ν’ αγοράσει φουστάνι στη γυναίκα του γιατί εσύ του έφαγες όλα τα λεφτά του.
ΜΑΡ
(Ήρεμα, με την ευχαρίστηση που της δημιουργεί το θέμα για το οποίο μιλάει)
Να σου πω. Όταν οι άντρες έρχονται σε μένα, μπορεί να φέρουν ένα μπουκάλι κρασί μαζί τους. Και το πίνουμε μαζί. Δηλαδή εγώ το πολύ να πιω ένα ποτηράκι για να μη τους χαλάσω το χατίρι-δε μ’ αρέσει το κρασί. Κι όχι μόνο δεν παίρνω λεφτά, αλλά και ποτέ κανείς δεν διανοήθηκε να μου προσφέρει.
(Σκέφτεται για μια στιγμή την πιθανότητα και συνοφρυώνεται)
Για σκέψου!
(Σηκώνεται και βηματίζει κοιτάζοντας μακριά με μιαν έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο)
Μερικοί μού φέρνουν λουλούδια ή ένα χαρτάκι καραμέλες.
(Στέκει. Μικρή παύση)
Δεν είναι αξιαγάπητοι; Τέτοια είναι τα δώρα τους. Κι εγώ τους χαρίζω κανένα μαντηλάκι με κεντημένα πάνω του τα αρχικά του ονόματός τους ή λίγο βασιλικό από τις γλάστρες μου. Μα πάμε στην Αθήνα αφού επιμένεις. Μόνο θα σου ζητήσω μια χάρη. Όπου να ’ναι έρχεται ο Στάθης μου. Να τον δω και μετά φεύγουμε.
ΣΤΡ
(Κοιτάζει το ρολόι του)
Μπορώ να σου κάνω αυτή τη χάρη. Και ποιος είναι αυτός ο Στάθης παρακαλώ; Άλλος ένας φίλος σου;
ΜΑΡ
(Κάθεται)
Ο Στάθης είναι ένας από τους άντρες μου. Όταν γύρισε από στρατιώτης αγόρασε με δανεικά λεφτά μια κομπίνα. Την έριξε σ’ ένα γκρεμό και πάει. Τώρα χρωστάει σ’ όλους γιατί μαζεύει λεφτά να ξεπληρώσει τη μηχανή. Αλλά δυσκολεύεται πολύ σ’ αυτή του την προσπάθεια. Τον συμβουλεύω. Τον παρηγορώ. Τον ενθαρρύνω. Ό,τι περνάει από το χέρι μου το κάνω. Είναι ένας από τους άντρες μου. Του δίνω αγάπη. Τον κάνω έτσι να καταλάβει ότι δεν είναι μόνος του σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Πως κάποιος πάνω στη γη αυτή ενδιαφέρεται πραγματικά για κείνον-τον φροντίζει. Όταν φεύγει από κοντά μου γεμάτος θάρρος κι ελπίδα, τότε η ψυχή μου γεμίζει χαρά. Προχτές έκλαιγα από τη χαρά μου. Με ρώτησε γιατί κλαίω. Του είπα έλα να δεις γιατί κλαίω. Πλησίασε και τότε τον αγκάλιασα και άρχισα να τον γεμίζω φιλιά. Να, έτσι…
(Σηκώνεται, αγκαλιάζει το στρατιώτη και αρχίζει να τον φιλάει τρελά παντού. Εκείνος προσπαθεί να την απομακρύνει. Όταν εκείνη σταματά να τον φιλά και να τον αγκαλιάζει, του ισιώνει τη στολή και του καθαρίζει το πρόσωπο από τα κοκκινάδια, συνεχίζοντας απλά)
Δεν ξέρω αν κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Έφυγε ευτυχισμένος.
ΣΤΡ
(Ενώ φτιάχνεται)
Όπως και να ’χει το πράγμα, το όνομά σου είναι μέσα στα ονόματα αυτών που έπρεπε να ’ρθουν και δεν ήρθαν. Το Υπουργείο έστειλε στις Μονάδες διαταγή να φροντίσουν να τις πάνε όλες αυτές στην Αθήνα. Η δική μου Μονάδα έστειλε εμένα να σε πάρω. Και εγώ πρέπει να εκτελέσω τη διαταγή. Κι αν κανείς θελήσει να με εμποδίσει, θα χρησιμοποιήσω το όπλο μου. Έτσι λένε οι διαταγές.
ΜΑΡ
Οι άντρες εδώ μιλάνε άσχημα για την κυβέρνηση. Το ίδιο κάνω κι εγώ. Μη με ρωτήσεις γιατί. Γιατί έτσι κάνουν εκείνοι που αγαπώ. Όμως σου είπα, θα έρθω μαζί σου. Ένα μικρό ταξίδι δε βλάφτει. Μόνο πριν φύγω να περάσω από το σπίτι να ετοιμαστώ.
ΣΤΡ
Εντάξει.
(Κινώντας το δάχτυλό του μπροστά στο πρόσωπο της Μαρίας. Δυνατά)
Αλλά όταν πας στο σπίτι σου θα έρθω μαζί σου για να μην το σκάσεις.
(Ακούγεται μια απαλή μουσική)
ΜΑΡ
Σύμφωνοι. Ωραίααα! Και τώρα που τα κανονίσαμε όλα, το στρατιωτάκι μου θα πιει ένα ουζάκι. Θα το φέρει ο ντροπαλούλης. Ντροπαλέ!
(Ο καφετζής εμφανίζεται γελαστός και λικνιζόμενος απαλά στο ρυθμό της μουσικής)
Φέρε ένα ούζο για το στρατιωτάκι.
(Ο καφετζής ετοιμάζει το ούζο με τις ίδιες χορευτικές κινήσεις. Στον στρατιώτη)
Και το στρατιωτάκι μου θα το πιει. Και θα ξεχάσει για λίγο αποστολές, Διοικητές και Κυβερνήσεις. Το στρατιωτάκι θα μεγαλώσει. Για λίγο μόνο. Ως να ’ρθει η ώρα να φύγουμε. Και όσο το στρατιωτάκι μου θα πίνει, εγώ θα κάτσω εδώ…
(Κάθεται στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια του στρατιώτη)
…και θα του πω μια ωραία ιστορία.
ΣΤΡ
(σιγά)
Απαγορεύεται να πίνουμε σε ώρα υπηρεσίας.
ΜΑΡ
Λοιπόν ξεχνάμε και τις απαγορεύσεις.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο. Τα φώτα χαμηλώνουν. Η μουσική δυναμώνει. Η Μαρία γέρνει το κεφάλι της πάνω στα ενωμένα γόνατα του στρατιώτη ενώ με τα χέρια της αγκαλιάζει τις κνήμες του. Ο στρατιώτης πίνει μεμιάς το ούζο. Τα φώτα σβήνουν και μένουν σβηστά για λίγο. Η μουσική χαμηλώνει. Τα φώτα ανάβουν πάλι. Ο καφετζής βρίσκεται στον πάγκο του, ο στρατιώτης και η Μαρία είναι στις ίδιες θέσεις. Το όπλο του στρατιώτη κρέμεται στη ράχη της καρέκλας του)
ΣΤΡ
Ξέρεις κι άλλες τέτοιες ιστορίες;
ΜΑΡ
Αμέτρητες.
ΣΤΡ
Πού τις έμαθες;
ΜΑΡ
Είμαι γυναίκα.
(Μικρή παύση)
ΣΤΡ
Μπορούμε να μείνουμε για πάντοτε έτσι;
ΜΑΡ 
(σηκώνεται)
Όχι. Πρέπει να πάμε στην Αθήνα. Ξέχασες; 
ΣΤΡ
Όχι.
(Η μουσική παύει. Το χέρι του στρατιώτη πηγαίνει εκεί που έπρεπε να είναι το πιστόλι του. Βλέπει ότι λείπει. Πετάγεται ορθός)
Το όπλο μου! Πού είναι το όπλο μου;
ΜΑΡ
(Του το δίνει)
Να ’το στρατιωτάκι
(Ο στρατιώτης το φορεί)
ΚΑΦ
Ο Στάθης!
(Ο στρατιώτης κάθεται. Μπαίνει ο Στάθης)
ΣΤΑΘΗΣ (ΣΤΑ)
Γεια σου Μαρία. Γεια σου Φίλιππα.
(Αγκαλιάζει απελπισμένα τη Μαρία και φιλιούνται)
ΜΑΡ
(στον στρατιώτη, ενώ κάθεται μαζί με τον Στάθη στο διπλανό τραπεζάκι)
Με συγχωρείς για λίγο στρατιωτάκι.
(Πιάνει τα χέρια του Στάθη)
Είσαι παγωμένος. Θα πάρεις κάτι;
ΣΤΑ
Ένα ούζο Φίλιππα.
(Κοιτάζει προς τον στρατιώτη και μετά τη Μαρία)
ΜΑΡ
(Χαμογελάει προς το στρατιώτη και γυρίζει στο Στάθη καθησυχαστικά)
Είναι φίλος.
(Στρέφει πάλι προς τον στρατιώτη και στρογγυλεύει τα χείλια της σε κίνηση φιλήματος.)
ΣΤΑ
(Ησυχασμένος)
Μωρό μου δε θα μείνω. Βιάζομαι.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Έχω ραντεβού με τον δικηγόρο.
(Πίνει μεμιάς το ούζο)
ΜΑΡ
Άλλο ένα ντροπαλέ, κερασμένο από μένα. 
ΣΤΑ
(Δείχνοντας με μια ματιά του τον στρατιώτη, στη Μαρία σιγά)
Συμβαίνει τίποτα;
ΜΑΡ
(Παίρνει το χέρι του Στάθη στα χέρια της και το φιλεί. Με ήρεμο πάθος)
Μην ανησυχείς καλέ μου. Τι να συμβαίνει; Τι μπορεί άσχημο να συμβεί στη Μαρία; Ό,τι γίνεται είναι μέσα στο παιχνίδι. Και ό,τι γίνεται μέσα στο παιχνίδι είναι καλό. Είμαι γυναίκα. Τι κακό μπορεί να συμβεί σε μια γυναίκα; 
(Με ενδιαφέρον)
Αλλά είπες ότι βιάζεσαι. Μίλα λοιπόν. Αν πάλι δεν βιάζεσαι τότε πάμε δίπλα να τα πούμε με την ησυχία μας.
(Ο καφετζής φέρνει το ούζο)
Ντροπαλέ, είναι ακόμα εκεί το κρεβάτι;
ΚΑΦ
Και μάλιστα προχτές το έβαψα.
(Η Μαρία κοιτάζει ερωτηματικά το Στάθη)
ΣΤΑ
(πίνει και το δεύτερο ούζο)
Όχι Μαρία, αλήθεια βιάζομαι.
ΜΑΡ
Σε βλέπω. Τότε μίλα λοιπόν…
ΣΤΑ
Δεν ξέρω πώς να στο πω. Όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι να σκέφτομαι και να σκέφτομαι. Όμως πρέπει να στο πω. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ για να γλιτώσω.
ΜΑΡ
Και τι μπορεί να ’χεις κρυφό από το Μαράκι; Από το Μαράκι σου; Που σ’ αγαπάει και το αγαπάς;..
(Του φιλεί το χέρι)
Και τι μπορεί να σε βασανίζει και να μη μου το πεις αμέσως;
ΣΤΑ
Μαρία…
(Η Μαρία τον βλέπει στα μάτια κινώντας το κεφάλι της ενθαρρυντικά)
Μαρία, ο πρωτευουσιάνος είναι ερωτευμένος μαζί σου. Θυμάσαι που είχε έρθει να με δει και συναντηθήκαμε οι τρεις μας στο σπίτι σου. Λέει πως του αρέσεις και μου ζήτησε να μεσολαβήσω σε σένα και να του κλείσω ραντεβού μαζί σου. Μόνο έτσι λέει θ’ αποσύρει τη μήνυση. Περιμένει την απάντησή μου σήμερα. Αν του απαντήσω θετικά θα μου δώσει ένα χρόνο προθεσμία για τα χρωστικά…
(Σκύβει το κεφάλι και περιεργάζεται το ποτήρι του, στριφογυρίζοντάς το στο χέρι του)
ΜΑΡ
Λοιπόν;
ΣΤΑ
Λοιπόν…
(σηκώνει το κεφάλι και βλέπει τη Μαρία)
Τι λοιπόν;
ΜΑΡ
Αυτό ήταν όλο;
ΣΤΑ
Θέλεις κι άλλο;
ΜΑΡ
Αυτό ήτανε που σ’ έκανε να μένεις ξάγρυπνος όλη τη νύχτα; Σκέφτηκες έστω και για μια στιγμή πως το Μαράκι θα σου ’λεγε όχι σε ό,τι του ζητούσες;
(τον φιλάει)
Πες του λοιπόν του πρωτευουσιάνου μας ότι γρήγορα θα του τηλεφωνήσω και θα πάω να τον βρω.
ΣΤΑ
(έκπληκτος)
Θα πας εσύ στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Ναι. Εγώ θα πάω.
(στον εαυτό της)
Ταιριάζουν όλα.
(Σηκώνεται και περπατάει σκεφτική. Μετά λίγα βήματα:)
Ο καημενούλης μου ο πρωτευουσιάνος! Έτσι ασχημούλης που είναι δε θα τον πλησιάζει θηλυκό… πόσο θα υποφέρει… και τι δειλός θα πρέπει να είναι για να μην μπορεί να μου το πει ο ίδιος… α! τον καημενούλη!
ΣΤΑ
Μαράκι…
ΜΑΡ
Ναι γλύκα…
ΣΤΑ
Πρέπει να φύγω.
ΜΑΡ
Δώσε μου το τηλέφωνο του ασχημούλη μου και πήγαινε.
ΣΤΑ
(της δίνει μια κάρτα)
Να η κάρτα του.
ΜΑΡ
Τι κομψή καρτούλα! Δείχνει καλαισθησία.
(Βάζει την κάρτα στην τσάντα της)
Το ξέρεις πως κάνει κρύο; Χωρίς παλτό θα πουντιάσεις.
ΣΤΑ
Το έχω αφήσει στον Σταθμό. Θα το πάρω φεύγοντας.
ΜΑΡ
Άντε, πήγαινε.
(Ο Στάθης κοντοστέκεται)
Πήγαινε… θ’ αργήσεις.
ΣΤΑ
Ναι… πάω…(δε φεύγει)
ΜΑΡ
(δείχνει τον Στάθη στον στρατιώτη)
Ορίστε! Κάτι σκέφτηκε, πάλι δεν το λέει και το βράδυ πάλι θα μείνει ξάγρυπνος…
(στο Στάθη)
Μίλα γλύκα… 
ΣΤΑ
Πότε θα πας στην Αθήνα;
ΜΑΡ
Σήμερα. Γιατί;
ΣΤΑ
Μαράκι… η Αθήνα είναι μεγάλη. Μπορεί και να σου αρέσει. Μη μείνεις…
ΜΑΡ
(αγκαλιάζει τον Στάθη)
Το κουτό μου! Το μικρό μου! Το φοβιτσιάρικό μου! Πήγαινε κουτέ και μη φοβάσαι. Το σπίτι μου είναι εδώ. Οι άντρες μου είναι εδώ. Εδώ μ’ αγαπούν. Εδώ θα μείνω για πάντα.
(Χαϊδευτικά προστατευτικά)
Φύγε… φύγε…
(τον φιλάει)
ΣΤΑ
Γεια!
(φεύγει τρέχοντας)
ΜΑΡ
Γεια!
(Στον εαυτό της)
Ο γλυκούλης μου ο Στάθης να ντρέπεται να μου το πει… ο ασχημούλης μου ο πρωτευουσιάνος να ντρέπεται να μου το ζητήσει…
(Στον στρατιώτη που μέχρι τώρα παρακολουθούσε αμίλητος)
Κουτοί δεν είναι οι άντρες;
ΣΤΡ
(Σιγά, ήρεμα)
Πάμε να φύγουμε. Δεν ξέρω τι είναι οι άντρες.
ΜΑΡ
Θα στο πω εγώ. Ναι, είναι κουτοί. Κουτά αξιολάτρευτα πλάσματα. Αλλά εσύ είσαι ένα παιδί. Ένα γλυκούτσικο, μικρούτσικο παιδάκι. Γι αυτό δεν ξέρεις ακόμα. Πάμε λοιπόν στην Αθήνα. Τώρα θέλω να πάω κι εγώ εκεί.
ΣΤΡ
(στον ίδιο τόνο)
Μαρία… 
ΜΑΡ 
Ναι… 
ΣΤΡ 
Μαρία, μια μέρα θα βρεθείς μόνη. Όλοι αυτοί που τώρα σε χρειάζονται, κάποτε θα σε διώξουν. Το ’χεις σκεφτεί αυτό; Τι θα κάνεις τότε;
ΜΑΡ
(Με σιγουριά κι ευαισθησία)
Στρατιωτάκι στρατιωτάκι, είσαι παιδί ακόμα. Όταν δίνεις κανένας δεν σε διώχνει. Η γλωσσίτσα σου είπε στραβά ό,τι σωστά σκέφτηκε το μυαλουδάκι σου. Πως δηλαδή θα ’ρθει κάποια μέρα που οι άντρες δεν θα θέλουνε τον έρωτά μου. Ποιος είπε όχι στρατιωτάκι; Μα ακόμα και τότε εγώ θα ’μαι γυναίκα. Και πάντοτε οι άντρες θα θέλουνε να παίρνουν. Και εμένα η χαρά του δοσίματος ποτέ δεν θα μου λείψει. Τότε δε θα ’χω έρωτα να τους δώσω. Μα ο έρωτας είναι ένα μόνο από τα τόσα που μια γυναίκα μπορεί να δώσει. Τα φιλιά και τα χάδια του έρωτα κάποτε σταματάνε. Μα πάντοτε μένουνε τα φιλιά και τα χάδια της αγάπης. Ό καλός ο λόγος. Το αλάφρωμα του πόνου… Πάντοτε στρατιωτάκι οι άντρες θέλουνε να παίρνουν. Ό,τι να ’ναι. Και πάντοτε εγώ που είμαι γυναίκα θα δίνω. Το παιχνίδι ποτέ δεν τελειώνει γιατί είναι ατελείωτες και οι χρείες και τα δοσίματα. Έχεις δει ποτέ σου ένα γατάκι φοβισμένοι; Ένα πουλάκι να παγώνει μες στο κρύο; Ένα δεντράκι απότιστο; Όλα τούτα για να υπάρξουνε ζητούνε κάτι. Και να η γυναίκα έτοιμη να δώσει και να διώξει τον φόβο, το κρύο, την ξέρα… κατάλαβες στρατιωτάκι;
ΣΤΡ
(σιγά)
Πάμε.
ΜΑΡ
Πάμε.
(Στριμώχνεται ζεστά στο αριστερό μπράτσο του στρατιώτη ενώ εκείνος προσπαθεί να παραμείνει όσο μπορεί αλύγιστος, κι έτσι βγαίνουν ενώ ο καφετζής τους κοιτάζει)
Γεια σου ντροπαλέ!
(Ο καφετζής σηκώνει το χέρι του σε χαιρετισμό) 
 
                                  ΑΥΛΑΙΑ