Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

  ΑΥΤΟ!

Η πρώτη ύλη που ’φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να ’ταν χώμα.
Πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να ’ταν χρώμα.

Και ούτε τον εφύσησε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.

Αυτή ’ναι η εξήγηση που μέσα σα βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.

Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ’ αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.

Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνη, το βραχνό,
αυτό! πώς θα μπορέσω; 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

 Ο πόλεμος μαίνεται και τείνει να γίνει παγκόσμιος. 
Έτσι, κανείς δεν ξέρει αν θα ζει μετά το τέλος του.
Ό,τι και να γίνει όμως, εγώ θα ζω αν ζήσω ή θα έχω πεθάνει αν πεθάνω, όντας ευχαριστημένος.
Γιατί; 
Να γιατί.
Από μικρός μέχρι και σήμερα, αναρωτιόμουν γιατί οι άντρες να πρέπει να κυνηγούν την γυναίκα, ή να την καλοπιάνουν, ή να της προσφέρουν δώρα, ή να την παρακαλούν, προκειμένου να «συνομιλήσουν ερωτικά» μαζί της. Και γιατί να μην γίνεται το αντίθετο-ή και το αντίθετο τουλάχιστον.
Πρόσφατα λοιπόν βρήκα την απάντηση σε αυτό το ερώτημά μου.
Και θα την πω εδώ ώστε να την γνωρίσει και όποιος άλλος  δέχεται αρώτητα και σαν εντελώς φυσικό το παραπάνω φέρσιμο των γυναικών, αλλά και την ασυζητητί αποδοχή του από τους άρρενες.
Οι επιστήμονες μάς λένε ότι πριν από ογδόντα χιλιάδες ήδη χρόνια (!), οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει υποτυπώδη ημερολόγια, πέτρινα κυρίως, έτσι ώστε να κανονίζουν την ζωή τους σύμφωνα με τις κινήσεις των άστρων, και κύρια του ήλιου, της σελήνης και της Αφροδίτης.
Αυτά βρέθηκαν κυρίως στα σπήλαια της Αλταμίρα, εκεί, στις σπηλιές των ορεινών όγκων  της βόρειας Ισπανίας. 
(Ίσως αυτά να ήσαν οι προ-προ-προπάτορες του μηχανισμού των Αντικυθήρων.)
Στα πιο κοντινά μας χρόνια-πέντε έως δέκα χιλιάδες-, εδώ κι εκεί, στην Ευρώπη κυρίως, βρέθηκαν αλλού πιο εξελιγμένα τέτοια όργανα.
Για να μην πολυλογώ, οι ανθρωπολόγοι μας λένε ότι τα όργανα αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες, ώστε να αποφεύγουν την ερωτική επαφή με τους άντρες, έτσι ώστε να μην μείνουν έγκυες, και γεννήσουν έτσι πολλά παιδιά, γιατί δεν είχαν τον τρόπο να τα θρέψουν.
Ακόμα, κανόνιζαν έτσι τις επαφές τους με τους άντρες, ώστε τα παιδιά που θα γεννούσαν, να γεννηθούν γύρω στον (σημερινό) μήνα Μάρτη, έτσι ώστε να πάρουν λίγο απάνω τους κατά τους σχετικά ζεστότερους μήνες του ακολουθούντος καλοκαιριού, και να επιζήσουν (του κρύου ή της δυσεύρετης τροφής).
Μάλιστα τα όργανα αυτά μέτρησης οι  γυναίκες τα είχαν κρεμασμένα στον λαιμό τους μέσα από μια τρυπούλα που έφερε το όργανο αυτό.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; 
Ασφαλώς ότι οι γυναίκες απαγόρευαν στον άντρα να τις πλησιάζει όταν το  ημερολόγιό τους ήταν αντίθετο.
Αυτά είναι τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα.
Καθένας πια φαντάζεται πόσες αρνήσεις δεχόταν ο άντρας των εποχών εκείνων από τις γυναίκες.
Και φαντάζεται κατά συνέπεια και τι κόλπα θα μηχανεύονταν οι άντρες προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους. Τι δώρα θα τους έφερναν, τι λόγια θα τους έλεγαν (όσοι μπορούσαν, και όπως, να μιλούν τότε), τι υποσχέσεις θα σκαρφίζονταν να τους κάνουν, μένοντας όπως παρ’ όλα αυτά έξω του… νυμφώνος. 
Αυτή λοιπόν η κατάσταση που διάρκεσε χιλιάδες χρόνια, δεν είναι παράξενο ότι διατηρείται ως σήμερα. 
Παράξενο θα ήταν αν δεν είχε διατηρηθεί. 

(Ακόμα οι ανθρωπολόγοι και γενικά οι ειδικοί μας λένε ότι οι γυναίκες των τότε εποχών είναι που είχαν δημιουργήσει αυτά τα «ημερολόγια». 
Επειδή αυτές είναι που ζούσαν περισσότερα χρόνια από τους άντρες, και είχαν την «πολυτέλεια» να παρατηρούν τις νύχτες τα αστέρια επί πολλά χρόνια της ζωής τους καθεμιά, έτσι ώστε να βγάζουν συμπεράσματα σχετικά με τις κινήσεις των άστρων.
Και ζούσαν περισσότερο από τους άντρες, επειδή οι τελευταίοι χάνονταν, νέοι οι περισσότεροι, είτε στους μεταξύ τους πολέμους, είτε στα θαλασσινά ταξίδια, είτε στα κυνήγια.)
Αυτά.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

 Ημέρα της ποίησης. 
Ας βάλω εδώ σαν συμμετοχή μου στην ημέρα Της λίγα από τα γραφτά μου που έχουν μέσα το όνομά Της.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Τα πάντα στην τέχνη του πρέπει να θυσιάσει ο ποιητής, 
αν ποιητής θέλει να ’ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει, 
και να υποφέρει, 
και να λιώσει κάτω από τ’ άρμα της, 
με την ελπίδα απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη στίχοι, 
που, 
με τη σειρά τους, 
την ποίηση θα συνεχίσουν.

Γιατί δεν είναι ο ποιητής το κέντρο του σύμπαντος. 

Μία εφήμερη στιγμή είναι, 
που από μέσα της 
το πνεύμα των προϋπαρξάντων ποιητών περνά, 
τραβώντας προς το μέλλον 
στον ποιητή που θα την συνεχίσει. 



GABRIELA MISTRAL

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες-γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει. 

Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.





Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 

Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 
πως η ποίηση κάνει ό,τι η βακτηρία-
πως βοηθάει τον άνθρωπο να 'ναι υποφερτό 
το περπάτημά του μες στην ιστορία.

Πως σηκώνει λίγο απ' το βαρύ φορτίο 
κι έτσι αλαφρώνει κάπως τη ζωή
σκέποντας το βάρβαρο και τραχύ τοπίο 
πίσω από ανάλαφρη μια περιγραφή.





Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 

Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 
δίνει ζωή σ' αντάλλαγμα για τη φιλοξενία 
έτσι της θείας Ποίησης η ιερή μανία 
δίνει ζωή στον πένθιμο της ζήσης τον ρυθμό.


ΠΟΙΗΣΗ 

Ευλογημένο μου χαρτί 
και άγιο μου μολύβι 
θεούς σας λέω κι ακριβούς
φίλους κι αγαπημένους. 

Μαζί σας λύπη δε χωρεί 
και σκέψη οργισμένη 
χαρά μαζί σας, θαλπωρή,
κι η λύπη περασμένη. 

Εσείς μητέρα κι αδερφός
και κόρη αγαπημένη 
εσείς αγέρας δροσερός  
σε γη ηλιοκαμένη.

Εσείς δροσιά, εσείς πηγή,
στης έρημου τα πλάτη
σεις της ελπίδας η αυγή
στου σκότους τ’ άγρια βάθη. 

Χαρτί μου και μολύβι μου
και τη ζωή χρωστώ σας
και το μικρό καλύβι μου
σας το χρωστώ δικό σας. 

Μπορείτε να ’χετε οίηση
και παίνεμα γιατί
χωρίς εσάς η ποίηση
δε θα ’ταν δυνατή.


Η ΓΛΥΚΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ 

Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με το λευκό δέρμα και τα χέρια τα βελούδινα,
με το πρόσωπο το αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
«Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη…»
«Εγώ πριν από έναν ποιητή;..»
«Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε…»
«Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.»

Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηρηίδων,
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.
                      -----


ΜΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα. 
Για να ’χω λίγο φως μέσα στον Άδη 
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.

Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε. 
Μ’ αυτoύς που ολοζωής τους στίχους γράφω,
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
                         -----



ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ 

Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο  
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω 
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.  

Το ακολουθεί με αγωνία 
Να σταματήσει  προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει. 

Μάταια όλα. Αυτό 
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω. 
Και φτάνοντας εκεί 
Σε πράγματα το βλέπει 
Να έχει αλλάξει 
Καθημερνά, 
Και σε συνήθειες βρώμικες- 
Ανωφελείς. 

Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας: 
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική. 
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.  
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί 
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί 
και θλίβεται.  

Μα έρχονται φορές που λέει: 
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο 
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή 
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες 
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα. 

Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα. 
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του 
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα 
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»  


ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομάτα, 
που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελάρο πάνω καθισμένη, ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα και φυσικά και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί και ξάφνω, 
τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει, 
που και δική σου γίνεται, 
και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις, την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;» και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις 
και πάτε σπίτι 
και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε, 
κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ, 
έτσι και την ποίηση άλλων, 
δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις, που,
σαν να σού ανήκει, 
για μέρες λίγες κοντά σου την κρατάς.


21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)

Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;

Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής 
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.

Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!





Oι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι. 
Kαι πνιγμένοι στις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο. 
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.




ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ; 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει. 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.


ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ


Πεσμένος στη καρέκλα του μ’  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δεν δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη 
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’  αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες 
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.


 ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Χωρίς μελάνι γράφεται ένα ποίημα
Μα όχι δίχως αίμα.
Ποτάμι γίνεται χωρίς νερό
Μα όχι δίχως ρέμα.

Αλαφροϊσκιωτες κυρές
Και νέοι μαρμαρωμένοι
Για παραμύθια είναι καλοί
Μα για την ποίηση ξένοι.

Η γελασμένη κοπελιά
Του ήλιου η ώρια δύση
Τ' ανθένιο μοσκοβόλημα
Η μαγεμένη φύση,

Είναι καλά για χαρωπά
Κι ανεύθυνα παιχνίδια
Μα για της ποίησης τη γιορτή
Τα μέτρα δεν είναι ίδια.

Η ποίηση είναι άστραμμα
Σε φονικό λεπίδι.
Η ποίηση είναι μισεμός
Γι αγύριστο ταξίδι.



ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ 

Σε μια στιγμή μονάχα εγώ
τον κόσμο έπλασα όλο
και τώρα πια τόνε τρυγώ
γλυκόν και φεγγοβόλο.

Εγώ ο μέγας ο Ποιητής 
Εγώ ο μέγας Χτίστης
Εγώ ο μέγας Ασκητής 
Εγώ ο μέγας Μύστης. 

Εγώ που όταν όλα αυτά 
τα είδα τελειωμένα
με ικανοποίηση βαθιά 
κοίταξα το καθένα

κι αυτά χωρίς να μου το πουν
τα ’βαλα στο πλευρό μου
και τους επέτρεψα να ζουν
στον κόσμο τον δικό μου.


Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 

Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 
μη όλο το βάθος της δεν αιστανθούμε. 
Και γράφουμε... και συλλαβές μετράμε… 
αλλ’ άδικα το χρόνο μας χαλάμε.

Από το άλφα της μέχρι το ωμέγα 
η ποίηση όλη μ’ ό,τι κλείνει μέγα 
στης Λώρας ήταν μέσα τη φωνίτσα 
όταν της τράβηξα την κορδελίτσα.

Χαράστους όσους η ζωή αξιώνει 
και τέτοιαν αίσθηση τους φανερώνει:
να γεύονται έστω λίγες εδώ κάτου 
σταγόνες απ’ τη δρόσο του Θανάτου.


Η ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΩΝΗ

Μες στον καταιγισμό τόσων ασήμαντων 
Τυχαίων γεγονότων,
Κανείς μπορεί να βρει τον εαυτό του
Μέσα του αν ακροαστεί τόσο βαθιά,
Ώσπου ν’ ακούσει εκείνο το ανείπωτο και νέο 
Που από τον ίδιο μόνον ξεκινά.

Κι όταν  
Ξεχνώντας ό,τι έχει ως τότε μάθει, 
Φτάσει
Πέρα από κάθε επίκτητο αίσθημα
Στη μύχια εκείνη αρχή της μέσα του φωνής,
Σχέση έχει αποκτήσει πια στενή αλλά και βαθιά
Με τη ποίηση.


 ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Παίζουν  και ξαναπαίζουν τους ποιητές 
Και ακκίζονται με ρίμες και με λέξεις. 
Για ύφος, φόρμα, ποιότητα και τεχνικές 
κάνουν ανερυθρίαστα διαλέξεις. 

Αλλά το μόνο που δεν είναι ποιητές.  
Ντόρος να γίνει θέλουν γύρω απ’τ’ όνομά τους  
όπως σε κείνηνε τη σύναξη προχτές  
που κάνανε τρεις ποιητές κι είχαν κοντά τους 

Τον Πρέσβη, Διοικητές κάποιων Σχολών, 
Κυρίες που στο βάψιμο ήσαν άψογες… 
μα η γνώμη έλειπε των ειδικών 
και μοναχά για ποίηση δεν άκουγες. 

Ποίηση δεν είναι, ω! μεγάλοι στιχοπλόκοι 
Η ανταλλαγή γνωμών σ ένα σαλόνι 
Κι οι μεταξύ σας χαρισμένοι θώκοι. 
Η ποίηση γροθιά είναι στο σαγόνι. 

Και μάχη. Και φωτιά. Βουή. Αντάρα. 
Κι είναι ξεσήκωμα λαών αδικημένων 
Στης εκμετάλλευσης ενάντια την κατάρα. 
Κι είναι αποκάλυψη Παράδεισων κρυμμένων.  

Η ποίηση ειν’ αυτή που ξεριζώνει 
Τον κόσμο τον παλιό τον σαπισμένο 
Και με σπαθί στο χέρι θεμελιώνει 
Έναν καινούργιο κόσμο ευτυχισμένο.


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

 Η ΝΙΚΗ

Ο βασιλιάς καθόταν στον χρυσό του θρόνο.
Λίγο θλιμμένος.
Λίγο σκεφτικός.
Δίπλα του
πάνω στον άδειο θρόνο της βασίλισσας
ήρεμα ακουμπισμένο
το γράμμα του αρχιστράτηγου
και το μαχαίρι με το φρέσκο του αίμα-
μόλις φτασμένα και τα δυο:
"Μεγαλειότατε
αλλάξαν όλα.
Ο εχθρός εμπήκε.
Ατίμασα τα όπλα μου και την πατρίδα.
Αυτοκτονώ"
Κι απέξω από την πόρτα περιμένοντας
για να τον συγχαρούν για μία νίκη
που σε ήττα είχε αλλάξει,
οι ευγενείς οι άρχοντες, ο κλήρος. 

Έντεκα χρόνια βασιλιάς-έντεκα χρόνια πόλεμος.
Πόλεμος αδυσώπητος.
Σκληρός.
Έχασε στρατηγούς και στρατηγούς
κι αμέτρητους στρατιώτες.

Τέλος κουράστηκε
(πόσες φορές δεν είπε να τα παρατήσει...)

Αλλά κι ο εχθρός...
επίμονος.

Tι εχθρός-απλά τονε ζηλεύαν
και βαλθήκαν να τον καταστρέψουνε. 
Ως για προφάσεις, άλλο τίποτα. 

Και χτες όλα τελειώσανε με νίκη.
Επιτέλους δικαιώθηκε.
Δικαίωση πληρωμένη ακριβά, όμως δικαίωση.

Ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους και αλάλαζε.
Φωτιές χαράς στις γειτονιές.
Τραγούδια επινίκια σε σπίτια και πλατείες.
Βέβαια
έντεκα χρόνια-μια ζωή-αγώνας 
λίγο δεν ήταν δα.
Αυτό πολύ καλά κανείς το νιώθει. 

Χτες ολ’ αυτά.
Και τη νύχτα...
Πότε προλάβανε κι ανασυντάχτηκαν; 
Ποιες ενισχύσεις-κι από πού-τους ήρθαν;
Κι ορμή καινούργια τόση πού τη βρήκανε;-
χυμήξαν ξαφνικά
κι ό,τ’ είχε κερδηθεί το ξαναπήρανε 
κι ό,τι κρατιόταν από πριν και από πάντα το αρπάξανε.
Γκρεμίζουνε, σκοτώνουνε, καίνε ακόμα... 

Τις λεπτομέρειες του τις έφερε αυτός
που ’φερε και το γράμμα 
ο ίδιος που είδε το μαχαίρι 
χωμένο στην καρδιά του αρχιστράτηγου. 

Ε! Πάει πια!
Τελείωσε κι ο πόλεμος.
Τέλειωσε κι η ζωή-ε!
Κάτι έπρεπε κι αυτή κανείς να τήνε κάνει...

Πάει κι αυτό λοιπόν.
Εμπήκανε.
Μέχρι το βράδυ θα ’ναι εδώ.
Μα όλοι εδώ γιορτάζουνε τη νίκη.
Κι οι έμπιστοί του περιμένουν να τον συγχαρούν.
Ας έρθουνε λοιπόν!
Δε θα τους έλεγε τα τελευταία νέα.
Ας έρθουνε. Και να το μάθαιναν αμέσως τώρα
καλλίτερα τα πράγματα να γίνουν δεν μπορούνε. 
Ύστερα αυτήνε τη χαρά οι άνθρωποί του την αξίζουν. 
Χρόνια την επερίμεναν.
Άνθρωποι αγαθοί.
Και αγαπούν το βασιλιά τους.
Μετά-πού ξέρεις 
μπορεί η ήττα αυτή να είναι νίκη
(που ’ναι κι εκείνος ο ψευτοφιλόσοφός του-τέτοια
πόσα δε θα ’χε να του πει μια τέτοιαν ώρα...) 

Λοιπόν εμπρός. Ας μπούνε.
Να κρύψει το μαχαίρι μόνο και το γράμμα
-κι αυτός ο αρχιστράτηγος πολύ ευαίσθητος-
κι ένα χαμόγελο ευφροσύνης να φορέσει
συγκαταβατικό και κουρασμένο
σαν ανεξέταστης παραδοχής. 

"Θαλαμηπόλε! Άνοιξε τις πόρτες!"… 
Πού χάθηκε κι αυτός...
Καλά. Θ’ ανοίξει μόνος του τις πόρτες.
Δικαιολογείται κάποτε ένας βασιλιάς
πράξεις να κάνει άλλοτε ασυνήθιστες. 

Σηκώθηκε. 
Τραβώντας προς την πόρτα
σκεφτόνταν πως οι ευχές των επισήμων
σαν μύρο ζωής θα έπεφταν στο σώμα τού θανάτου- αρέσκονταν ο βασιλιάς σε τέτοιες σκέψεις.

Ετράβηξε τον σύρτη.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

  ΤΑ ΚΙΝΕΖΑΚΙΑ

Eίναι κάτι κινεζά-κάτι κινεζάκια
σαν τα πορσελάνινα τεχνικά βαζάκια
που προσμένουνε θαρρείς τ' άνοιγμα της βρύσης-
που προσμένουνε θαρρείς-αχ!-να τα γεμίσεις.

Μην τ’ αφήσεις να χαθούν, Μούσα, μην τ' αφήσεις.
Μες σε τούτες τις γραμμές πρόφτασε να κλείσεις
λίγο από το λάγγεμα που ’χουν στα ματάκια
κάτι ζέκια… κάτι να... κάτι κινεζάκια…

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

 Η Ανθρωπότητα είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Η αναπνοή της διαρκεί διακόσα χρόνια.
Για εκατό χρόνια εισπνέει Ψευδοδημοκρατία και Ψευδοειρήνη, και για τα επόμενα εκατό εκπνέει διοξείδιο του Φασισμού και αλλοτροπική μορφή Πολέμου.
Ζούμε την έναρξη της εκπνοής της.

  ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Σου είπα- «τα κορίτσια».
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!..
-Ναι.