ΑΓΝΟΙΑ
Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.
Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.
Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει-
μα και τότε πάλι αν...
Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
Πως παντρεύτηκε θα μάθω
σαν μου πούνε πως χηρεύει.
Ένας φίλος αρρωσταίνει;
Ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.
Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.
Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θαν' εκείνο που δεν είδα.
Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία.
Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις;..
"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".
Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το 'μαθα ποτέ μου.
Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι, πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.
Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς
πως ο Μπάιντεν ειν' ο νέος
πρόεδρός πέρα στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...
Το Ιράκ πως ενικήθη,
ότι πείνασαν οι Ρώσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει'
και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.
Και βεβαίως είναι ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.
Να λοιπόν εν' από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.
Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.
Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
πως πριν χρόνια έχω πεθάνει
και δεν το 'χω μάθει ακόμη.
Σάββατο 18 Απριλίου 2026
Παρασκευή 17 Απριλίου 2026
ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΕΤΑΝΆΣΤΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου!
Πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κάτω απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει βρε αδερφέ πως την πειράζω...
Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς, χιονισμένους χειμώνες.
Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!
Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους.
Πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους.
Πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα πωλητές να μ' αγριοκοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.
Να βρεθώ πεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.
Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!
Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
το αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.
Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.
Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!
ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Η
ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ
-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ, σε θέλω, βιάσου!
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη φτου!
πώς μπορεί μια πεταλούδα
να φιλεί σου τη μουσούδα;
-Και τι έχω το στραβό
όπου τόσο σ΄ απωθώ;
-Είσαι γκρίζος. Εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο!
-Κι εγώ όλο τραγουδώ.
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω
στα μεράκια όταν μπαίνω.
-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό.
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω, δε μου μοιάζεις.
-Ειμ’ εγώ τραγουδιστής,
είσαι συ ο χορευτής.
Τι ταιριάζει πιο ωραία
από των δυο μας την παρέα;
-Ω! Αταίριαστοι πολύ
είμαστε-εγώ έχω βγει
από ’να μικρό κουκούλι.
Συ θα το ‘χεις για κιβούρι.
-Ίδια ειν’ τα δυο αυτά.
Η ζωή όταν τελευτά
ή δεν έχει ακόμα αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη Φύση.
-Μία φλόγα εγώ ζητώ
για να πέσω να καώ.
Τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.
-Μια φορά εσύ αν καείς
η φωτιά μου συνεχής.
Αχ! Με καίει κάθε ματιά σου
πιο πολύ από τη φωτιά σου.
Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
Πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι
που από σε μονάχα σβήνει!
-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικά μου έρχομ’ εφτού-
Ναι! Με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2026
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ
Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.
Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.
Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία-
με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.
Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,
και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»
«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν' αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου 'ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;»
«Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ' άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».
«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του 'χει βγει από το στόμα-
είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».
«Τι ιδέα μα το ναι…
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα 'λεγα πως θα ’ναι'
μα τα ζώα δε μιλάνε...»
«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»
«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...
και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής 'όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...
τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»
«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα' τη λοιπόν κι αυτή!..»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.
«…Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε 'συχάζω αν δεν το κάνω.
Όμως συ ’σαι ο κουτός
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,
δεν θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»
Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ' το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.
Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε'
κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.
Κυριακή 12 Απριλίου 2026
ΗΜΙΣΠΑΣΤΑ
Αυτός που διψούσε νάματα-
αυτός που δάγκωνε τα χείλη του ξερά-
τι ειρωνεία τώρα
να πνίγεται μέσα στη θάλασσα της δίψας του.
*
Ο άλλος κόσμος
θα ’ναι ο ίδιος βέβαια μ’ αυτόν
από τα έξω ιδωμένος.
*
Ο χειμώνας γεννάει την Άνοιξη κάθε χρόνο
καθώς ο ήλιος τη δυστυχία κάθε μέρα.
*
Αν δεν υπήρχε ο Νείλος κι οι αιγύπτιοι
οι τάφοι μας μπορεί και να ’τανε ακόμα στρογγυλοί.
*
Μέσα στη θύελλα την καλοκαιρινή
λυσσάει ο άνεμος και η βροχή μανιάζει.
Πέφτουν τα φύλλα
πέφτει ο ουρανός
πέφτει και μια μπλουζίτσα ολάσπρη απλωμένη
από το λυσσομάνι ξεσκισμένη.
*
Πού είναι το φιλί που φτάνει ως το θάνατο!
Πού ’ναι το χάδι που ευφραίνει στον αιώνα!
*
Όλη η ζωή μας αν καλοσκεφτείς
μας δόθηκε να μάθουμε
γιατί δεν πέφτουνε τα δέντρα απ’ τον αέρα.
Και ούτε αυτό δε μάθαμε.
*
Η ανάκουστη φωνή της πέτρας
μόνο απ’ Αυτόν ακούγεται. Είναι γιατί Αυτός
της ακοής τους νόμους έχει θέσει.
*
Είναι η γκλίτσα στο χέρι του βοσκού
και ο σταυρός στο χέρι του επίσκοπου.
Γι αυτό και μια τον παίρνει ο θάνατος μια η ζωή τον πάει.
*
Αφότου εγεννήθηκε
εν’ αγκάθι στην ψυχή του.
*
Τα πεύκα τα ξέρανε ο μελιτοβάκιλλος.
Χαλάλι του.
Η εικόνα αξίζει.
*
Τις νύχτες τα βουνά σαν ζώα υπάκουα
τραβάν στη θάλασσα και πλένονται.
Γι αυτό και λάμπουν πεντακάθαρα το πρωί
στου πρώτου ήλιου τις αχτίδες.
*
Όταν εκπνεύσει στον καθρέφτη του
και ο καθρέφτης δεν θαμπώσει
τότε ο καθρέφτης θα ’ναι αυτός.
*
Το τέλος φτάνει.
Ο αμαξάς πληγώθηκε.
Οι ινδιάνοι πλησιάζουν όλο.
Και η πόλη μακριά.
*
Κληρονομιά θ’ αφήσει στους ερχόμενους
τη γνώση πως δεν έρχονται
μα ότι όπως όλα
κι αυτοί μονάχα πάνε.
*
Το παγώνι-ο αντίζηλος των ποιητών!
*
Όταν θα πάει Εκεί
θα είναι μόνο ένα κατάξανθο
ένα ωραίο ωραίο μηδενικό.
Όταν θα πάει Εκεί.
*
Τα δέντρα ομορφιές γεμάτα και χαρούμενα
Λουζόνταν μέσα στο γλυκό το θάμπος του πρωιού.
Την ίδια ώρα ο χωρικός
λάδωνε το πριόνι του.
*
Κάποτε η μέρα είχε διάρκεια τριών λεπτών.
Πόσα δισεκατομμύρια άσκοπα χρόνια!
*
Μπορείς να φανταστείς τον ουρανό χωρίς αστέρια;
Έτσι και δεν γινότανε να μην υπάρξεις.
*
Τα νησάκια των ποταμών.
Η ασφάλεια μέσα στον κίνδυνο.
*
-"Πώς είστε;"
-"Άσχημα"
Λες και τον ρώτησαν από ενδιαφέρον.
*
Όπως κάθε άνθρωπος χρειάζεται έναν άγγελο προστάτη
έτσι και κάθε άγγελος έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο.
Αλλιώς η ύπαρξη του θα ήταν αδιανόητη.
*
Του αρέσει των κομμένων των κλαδιών η μυρωδιά κάθε Άνοιξη.
Γι αυτό η Άνοιξη έρχεται.
*
Τάχα πώς λεν τη γη τους οι άνθρωποι του φεγγαριού;
Φεγγάρι βέβαια.
*
Κουμπιά… κουμπιά… κουμπιά...
Κουμπιά με δύο τρύπες
κουμπιά με τρεις τρύπες
κουμπιά με τέσσερις τρύπες.
Και ψάχνανε το ποιο ταιριάζει στο σακάκι του.
*
Αν επιζούσε ο Ρωμαίος
θα είχε ξεχάσει την Ιουλιέτα σ’ ένα μήνα.
*
Όταν στης λύπης το δέντρο
τα φύλλα πυκνώνουνε
τότε τελείως κρύβουνε το άστρο της χαράς.
*
Οι νέοι και η επανάσταση πάνε μαζί.
Καμιά φορά, σε κάποιο χάνι
οι νέοι παρατρών και παραπίνουνε.
Τότε γυρίζουνε και λεν στην επανάσταση:
«προχώρα κι έρχομαι.»
Κι η οικουμένη τότε δυστυχεί.
*
Περιπλάνηση σε τοπία ηλιοβασιλέματος.
Το άνθος της Σιωπής εδώ περίλαμπρο.
*
Ο ποιητής ζει μέσα στα ποιήματα του
όπως ένας νεκρός μέσα σε τάφο
που ο ίδιος έσκαψε.
*
Να συλλέγεις-ναι. Μα τι;
Πάνω σ' αυτό το "τι;" ζυγιάζονται όλα.
*
Κάθε καινούργια μέρα μια Δευτέρα Παρουσία
μετά το θάνατο της νύχτας.
*
Ήτανε όχι μια αγριοροδιά.
Μα μία ήμερη, μια σοβαρή
μια ήρεμη, όμορφη ροδιά.
Όχι μια πρόκληση στην ερημιά
μα μια γλυκιά οπτασία στον κόσμο μέσα.
*
Παράδεισος σημαίνει ανυπαρξία έρωτα.
*
Οι νεκροί μιας μάχης
δείχνουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόλεμος.
*
Όσα δεν υπάρχουν
είναι απείρως περισσότερα από τα υπάρχοντα.
*
Ο βάτραχος που έγινε πρίγκηπας μ’ ένα φιλί
έχει τη σημασία του ονείρου
που γίνεται αλήθεια μόνο μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο δηλαδή.
*
Με τα χίλια μικρά ξεγελασμένοι
χάνουμε το ένα Μεγάλο.
*
Στο μισοσκόταδο
οι τσουκνίδες μοιάζουν με άνθη.
*
Έμβρυα μέσα στον κορμό του δέντρου
νήχονται τραπέζια, κρεβάτια, σκαμνιά.
*
Από τη φυλακή του εικοστού αιώνα
στη φυλακή του εικοστού πρώτου.
*
Η Ηγησώ ζει ακόμα χάρη στην Τέχνη.
Βάρβαρη που ’ναι η Τέχνη!
*
Γιατί ζαλίζεται απ’ το γύρισμα της,
γι αυτό από παντού ξερνοβολάει νερό η γη.
Σάββατο 11 Απριλίου 2026
Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά;
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Λέτε «Μακάριοι οι πτωχοί»…
με συγχωρείτε που γελώ-
ξέρετε, είμαστε ευγενέστατοι εδώ…
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε..
Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα!
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε ποιητές.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
«Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!
Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!
Εγώ!
Η αειπαγής!
Η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;..
Εγώ!
Που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
Εγώ!
ξάφνου,
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν' αφεθώ,
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή,
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..
Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»
ΠΑΣΧΑ
Άδειασε η πολυκατοικία-
πού πήγαν όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ' την πόλη.
Φως πια δεν φέγγει ούτε ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες,
φύγαν μαμάδες.
Σιγά τις σκάλες ανεβαίνω
μην ένα χτύπο,
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ' τον κήπο.
Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχουν πάει;
To πόδι τους ποια σκαλοπάτια
τώρα μετράει;
Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω
σε σπίτι ξένο.
Και όταν παίρνω το μολύβι
και κάτι γράφω
μοιάζει σταυρούς σαν να χαράζω
πάνω σε τάφο.
Πέμπτη 9 Απριλίου 2026
Άκουσα σε μια ραδιοφωνική εκπομπή έναν καθηγητή Πανεπιστημίου να υπερηφανεύεται ότι η Ελλάδα έχει δώσει πολλούς καθηγητές Πανεπιστημίου, θέλοντας να πει πόσο πιο έξυπνοι είναι οι έλληνες.
Νομίζω ότι κάνει λάθος.
Στην Αμερική υπάρχουν πολλοί καθηγητές Πανεπιστημίου από πολλές χώρες προερχόμενοι και όχι μόνον από την Ελλάδα: Κίνα, Τουρκία, και χώρες άλλες πολλές της Ασίας κυρίως.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έλληνες και οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι.
Σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι έχουν κρατήσει τις «μπίζνες» για τους εαυτούς τους, αφήνοντας στους άλλους την «εξυπνάδα» να περνάνε τη ζωή τους σκυμμένοι ολοζωής πάνω από βιβλία.
Ποιος είναι πιο έξυπνος;