ΜΙΚΡΑ ΓΙΑ…. ΜΙΚΡΕΣ
Αγαπώ κάθε τι που ειν’ δικό μου:
Το παλτό, το σκυλί, το στυλό μου.
Μα εσένα… και πώς να το πω…..
Να! Εσένα γιατί σ’ αγαπώ;
*
Μόνο τα χείλη ενώ κρατάνε
Το θείο δώρο να μιλούν
Όλα τα άλλα σου μιλάνε
Κι όταν ακόμα αυτά σιωπούν.
*
Την όποια του αξία καθορίζουν
Σ’ έναν ηθμό οι τρύπες.
Με καίνε, με πονούν, με βασανίζουν
Τα λόγια που δεν είπες.
*
Σούρπωσε. Λάμπουν οι μηροί
Άσπροι ως ψηλά και τρυφεροί.
Κι ανάμεσά τους ένας ζόφος
παραφωνία στο λυκόφως.
*
Σήμερα που όλα ισορροπούν και που έτσι λες ταιριάζουν-
η αγάπη μου, οι κουβέντες σου, οι θύμησες που σφάζουν- σκέφτηκα πως θα έχανα μοναδική ευκαιρία
αν δεν κατέγραφα εδώ αυτν τη συγκυρία.
*
Όταν κοντά σου ήμουνα έλιωνα από τον πόνο
Που δεν δυνόμουνα παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μακριά σου έφυγα. Μα να! πάλι δεν ησυχάζω-
Τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
*
Τόσο κοντά σου να μαι και να μην μπορώ
Λίγο ν’ αγγίσω μια σου τρίχα, ένα ρούχο…
Τόσο κοντά σου να μια και να μην μπορώ
Λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου ’χω
*
Έτσι που κάθε μέρα με σκοτώνεις
με το φιλί σου απαγορευμένο,
του θάνατου ένα βάσανο γλιτώνεις-
όταν θα ρθεί, θα μ’ έβρει πεθαμένον.
*
Ωραία. Με βαρέθηκες. Είναι δικαίωμά σου
Και σ’ άλλους την πολύδοτη να δώσεις την καρδιά σου.
Όμως να φύγεις ξέρε το, ποτέ δε θα σ’ αφήσω
αν τα φιλιά που σου ’δωσα δεν μου τα δώσεις πίσω.
*
Αν μ’ αγαπήσεις αφού πεθάνω
στον τάφο μου έλα, γυμνώσου,
και πάνω στον τάφο ξαπλώσου.
Τα υπόλοιπα εγώ θα τα κάνω.
*
Πες μου πού βρήκες το κορμί, το πρόσωπο, τα μέλη,
που τόση γλύκα γύρω τους σκορπάνε κι ευωδιά.
Πες μου να πάω κι εγώ εκεί για να φορτώσω μέλι
και θα σου πω σ’ αντάλλαγμα πού θα ’βρεις και καρδιά.
*
Και να σκεφτείς ότι αν διέθετα λεφτά
Γυναίκες θα ’χα σαν και σένα δεκαεφτά.
Και να σκεφτείς ότι αν διέθετα δολάρια
Χιλιάδες θα ’χα σαν τα δύο σου τα ποδάρια…
*
Απ’ το νερό έκανε ο Χριστός κρασί.
Καλά. Αλλά εσύ-
κάτι μας έκανε κι Αυτός-
συ με μεθάς χωρίς κρασί.
*
Στα πιο θανατερά σου καμώματα
Αχ! ο φτωχός εγώ δίνω ονόματα.
«Σκληρούλα μου», «απονούλα» μου, σου λέω.
Και συ αμέριμνα «ωραίο ωραίο…»
*
Πήγα στον ύπνο μου να σε φιλήσω
Κι εσύ το στόμα σου τόκανες πίσω
Μεγαλοπιάστρα και πεισματούσα
Όνειρο ήτανε κι ας σε φιλούσα…
*
Από συνήθεια σα σε δω λέω καλημέρα
Μα που η μέρα; Πού η καλοσύνη;
Νύχτα τριγύρω και γεμίζουν τον αέρα
Τέρατα που η κάκια σου ξεχύνει.
*
Κάθε επαφή μαζί σου κι ένας χαμός.
Ικέτης σου έρχομαι και φεύγω πίσω
Πιο ρημαγμένος, πιο φτωχός.
Τίποτα πάλι δεν θα σου ζητήσω.
*
Η αγάπη ένας κάκτος με αγκάθια
Που φυτρώνει πάνω σ’ έρημα κρεβάτια.
Όλα ίδια με μια μόνο διαφορά-
Πως τ’ αγκάθια της δεν είναι φανερά.
*
Απορία γεννάει στους άλλους
Το γεγονός πως πάντοτε
Σε ζωγραφίζω με τα πόδια ψηλά.
Δεν μπορούν να καταλάβουν
πως μόνον έτσι φαίνεσαι.
*
Μια θάλασσα ακύμαντη. Ένας φάρος.
Μια ασάλευτη βαρκούλα. Ένα κοχύλι.
Κι εγώ ν’ αργοζυγιάζομαι σαν γλάρος
Επάνω απ’ τα μελένια σου τα χείλη.
*
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
*
Με το λίγο κρασί σ’ αγαπάω
Με πολύ σε ξεχνώ.
Μα όταν πιω, γιατί πίνω ξεχνάω,
Και ξανά σ’ αγαπώ…
*
Παρέλαση φιλιών.
To δικό της πρώτο-σημαιοφόρος.
*
Αδιάσπαστη ενότητα συνθέτουν
η άρνησή σου και η υποταγή μου.
Κανένα από τα δύο δεν γίνεται να ήταν αλλιώς.
Τη σωστή μόνο δόση να συντηρήσουμε.
*
Όταν χωρίσουμε ας είναι αυγή
προτού ο ήλιος να έχει βγει.
Έτσι και πάλι θα καρτερώ
κάτι ωραίο και φλογερό.
*
Γερή από έιτζ να 'ναι σα μαθαίνω
ο ανήσυχός μου ησυχάζει ο νους.
Όχι απ' αγάπη πως γι αυτήν πεθαίνω
μα πέρσι ανταλλάξαμε ιούς.
*
Αδιάφθορη κυλάς μέσα στον φάρυγγά μου.
Με καίς περιστροφικά.
*
Πόσο απούσα είσαι
μόνο κάποιος που δε σ’ έχει γνωρίσει μπορεί να το ξέρει.
Γιατί κάτι από σένα θα ήταν παρόν αν σε ήξερε.
Επειδή όλα τα έχεις.
*
Έρωτα τώρα που αρρώστησες
ήρθες σε μένα που μ’ αρρώστησες.
Γιαρός κι αν είμαι κι είσαι άρρωστος,
Τι να σου κάνω, είμαι άρρωστος.
*
Έτσι περίσσια λουλουδένια
πώς δε σε ρήμαξαν οι μέλισσες;
Από ντροπή τα μεταξένια
τα πεταλάκια σου μην έκλεισες;
*
Χιονονιφάδα η αίσθηση είναι της ομορφιάς.
Δεν ξέρεις πως είσαι όμορφη ώσπου να την αγγίσεις.
Μα σαν τη ’γγίσεις πια νερό στα χέρια σου κρατάς.
Α! Μια στιγμή θα ’σαι όμορφη στη διάρκεια όλης της ζήσης.
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ
Σαν να ήταν τη στερνή Κοινωνία να πάρω
σαν να ήταν το αίμα του Αεί να πιω
και σαν πέρα από τον Χρόνο να ’ταν
με του Νου τη βάρκα ν' ανοιχτώ…
κι ως να μη του κόσμου αυτού
όλες οι συγνώμες
μου ήσαν αρκετές,
σαν αισχρές, σαν ένοχες πέρα τις σκορπώ
κι από σκιές ανάστατες κι άστατες
και πελαγοδρόμες,
για όσες αμαρτίες μου έχω καμωμένα,
τη Συγνώμη τη Μεγάλη-
τη Μεγάλη Άφεση ζητώ.
…Όμως αμαρτιών βουερό κοπάδι
τόσο Μεγαλόψυχο τη Συχώρια ποιο,
θα βρεθεί ένα Πνέμα,
που σε σας θα δώσει
ω! Φαντασίες;
Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439
«Πόσο μας παίδεψαν κι αυτοί οι Λατίνοι…
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!
Τίποτα αυτοί.
Ανυποχώρητοι.
Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;..
Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
Κουράστηκα στο τέλος.
Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…
Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια,
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας,
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη-
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’ παλιο-Λατίνους".
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις να το κλείσεις
στον φάκελο, που απορεί
γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.
Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.
Κι όταν τελειώσεις και τον φάκελο σφραγίσεις
να τόνε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά,
λικνίζοντας ο αέρας τον καπνό του…
Και αύριο
κει που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δεν θα έχει περάσει
να σκεφτείς: «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».
Και να πάρεις πέννα και χαρτί
και
σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.