ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ)
LTTLE THINGS
(by Julia Abigail Fletcher Carney)
ΜΙΚΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Μικρές νερού σταγόνες
φτιάχνουν τον ωκεανό.
Άμμου μικρά σβολάκια
τη γη όπου πατώ.
Oι τοσοδούλες οι στιγμές
μικρές και ταπεινές-
φτιάχνουν την αιωνιότητα-
τους άσωστους αιώνες.
Τα μικρουλάκια ψέματα
που λέμε κάθε μέρα
σιγά σιγά παν την ψυχή
στης αμαρτίας τη σφαίρα.
Έτσι τα λόγια αγάπης μας
κι οι τρόποι όλο ευγένεια
μικρά κι αυτά, μα φτιάχνουνε
μια γη παραδεισένια.
A GUINEA PIG
~Anonymous (circa 1775)
ΈΝΑ ΙΝΔΙΚΟ ΧΟΙΡΙΔΙΟ
Μικρό ένα ήταν χοιρίδιο-ινδικό, όχι το άλλο
που όντας μικρό δεν ήτανε μεγάλο.
Που πάνω στα τέσσερα πόδια του εστεκόταν
και να τρώει ποτέ δεν βαριόταν.
Ταξιδιώτης τόσο πολύ ήταν βέρος
Που δε στεκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος
Και όταν έτρεχε-σας λέω εν τιμή
την ίδια δε στεκότανε στιγμή.
Συχνά ετσίριζε και τότε, ασφαλώς
Και με όρκο σας λέω, δεν ήταν σιωπηλός.
Και, δίχως η γάτα να του το πει βεβαίως
Ήξερε: άλλο ποντίκι κι άλλο αρουραίος.
Μια μέρα, μόνο του, το λέω υπευθύνως,
Έτσι του ήρθε και πέθανε τελείως.
Κι ως μου ’παν άνθρωποι με γνώση στο κεφάλι
Δεν εξανάζησε ποτέ από τότε πάλι.
ΑΠΟ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ ΑΓΑΠΗΤΟ ΜΟΥ ΜΩΡΟ;
(George MacDonald)
-Από πού έρχεσαι γλυκό μωρό;
-Από παντού ήρθα εδώ.
-Τα μάτια σου πού βρήκες τα γαλάζια;
-Απ’ τ’ ουρανού τ’ ατέλειωτα τ’ ατλάζια.
-Και το λαμπύρισμά τους το ζεστό;
-Των αστεριών τη λάμψη πήρε αυτό.
-Πού βρήκες το μικρό σου αυτό το δάκρυ;
-Σε κάποια εδώ με καρτερούσε άκρη.
-Το μέτωπό σου τι το κάνει έτσι απαλό;
-Ένα χεράκι το εχάιδεψε καλό.
-Το μάγουλό σου πώς και μοιάζει με ζεστό
λευκό τριαντάφυλλο λαχταριστό;
-Καθώς ερχόμουν μου έδειξε ένα χέρι
κάτι κανένας σας που εδώ δεν ξέρει.
-Το ευτυχισμένο σου αυτό γελάκι
το τριγωνικό;
-Τρεις άγγελοι μου έδωσαν φιλάκι
όλοι μαζί γλυκό.
-Και πού το αυτί καλό μου, το κοχύλι;
-Άκουσα τι του Θεού μου ’παν τα χείλη.
-Τα που αγκαλιάζουν πού εβρήκες χέρια;
-Η αγάπη κάνει το ίδιο και στ’ αστέρια.
-Τα ολάπαλα μικρό μου για να έρθεις ποδαράκια;
-Μου εφυτρώσανε καθώς φτεράκια σ’ αγγελάκια.
-Και όλα αυτά πώς έτσι ήρθαν σε σένα;
-Έτσι ο Θεός εσκέφτηκε για μένα.
-Αλλά γιατί να ’ρθεις σε μας μωρό μου αγαπητό;
-Ο Θεός εσκέφτηκε για σας, γι αυτό ειμ’ εδώ.
ΠΕΡΝΑ ΜΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
ΒΑΡΚΑΡΗ
(by CHRISTINA ROSSETTI)
«Πέρνα με απέναντι βαρκάρη
σε παρακαλώ.»
«Ένα ευρώ αν θα μου δώσεις
τότε σε περνώ.»
«Έχω ένα ευρώ στην τσέπη
και παιδάκι είμαι καλό.
Πέρνα με καλέ βαρκάρη
σε παρακαλώ.»
«Πέρνα μέσα κοριτσάκι
ή καλό είσαι ή κακό.
Το ευρώ σου αφού μου δώσεις
τότε σε περνώ.»
SICK
(by Shel Silverstein)
ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗ
Δεν μπορώ να πάω σήμερα σχολείο.
Είμαι άρρωστη και κάνει πολύ κρύο.
Τα γυαλιά μου βρήκα σήμερα να σπάσω
και μου φαίνεται όπου να ’ναι πως θα σκάσω.
Στο παπούτσι μου η γάτα είχε χωθεί
και φαντάζεστε τι θ’ άφησε εκεί…
Μία σκλήθρα στον αντίχειρα έχω βγάλει
και τ’ αυτιά μου μουδιασμένα είναι πάλι.
Όλη νύχτα το κεφάλι μου πονούσε
σαν κανένας με σφυρί να το χτυπούσε.
Τώρα ακόμα σαν ν’ ακούω κάθε σφυριά.
Κι ο ποπός μου είναι γεμάτος με σπυριά.
Η κοιλιά μου είναι σκασίματα γεμάτη
κι έχει κάτι στο δεξί μου μπει το μάτι.
Μια μεγάλη έπαθα κράμπα του ποδιού μου,
και το ηχείο με τρελαίνει του αδερφού μου.
Κι αν θα πεις για τη μεσούλα μου-η καημένη
λες την έχουν σε γουδί κοπανισμένη.
Των μαλλιών μου οι τρίχες πέφτουν κι εγώ σκάω.
Σε λιγάκι μία μία θα τις μετράω.
Κι όλα μου τα ρούχα είναι σφιχτά.
Το κεφάλι μου πονάει τόσο φριχτά
που νομίζω πως σε λίγο θα πεθάνω.
Αχ! Γιατί σε μένα όλα πέσαν πάνω;
…Τι μου είπες;.. πες το πάλι… τι;.. επειδή…
σήμερα είναι τι;.. Σαββάτο;.. δηλαδή…
…μα…να! Θαύμα! Παν οι πόνοι και τα ρίγη…
Γεια σε όλους! Πάω έξω για παιχνίδι!
MORNING PRAYER
(by Ogden Nash)
ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Μια μέρα νέα ξημέρωσε.
Γλυκά κοιμήθηκα κι ωραία περπατώ.
Θεούλη, σου υποσχέθηκα
εχτές το βράδυ λίγο πριν να κοιμηθώ,
ποτέ να μη θυμώσω και ποτέ
να μη με άλλο πάλι τσακωθώ αγόρι.
Τους τέτοιους όρκους να κρατάς,
δε θέλει, όταν κοιμάσαι, διόλου ζόρι.
Μα σήμερα θεούλη μου,
τους όρκους μου αυτούς θα προσπαθήσω-
γιατί πολύ σε αγαπώ-
και όσο είμαι ξύπνιος να κρατήσω.
ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
(STEVENSON)
Όταν θα μεγαλώσω και άντρας πια θα γίνω
και δυνατός θα είμαι και διαταγές θα δίνω
θα πω σ όλα τ’ αγόρια-και στα κορίτσια ίδια-
να μη με τα δικά μου παίξουν ξανά παιχνίδια.
FRIENDS
(by Abbie Farwell)
ΦΙΛΟΙ
Στο δάσος σαν ξαπλώνεις απαλά
Τα πράσινα ψηλά βλέπεις κλαδιά
και σου γελάει γλυκά ο ουρανός
επάνω σου όπως σκύβει χαρωπός.
Των φύλλων την δαντέλλα την πυκνή
ο ήλιος διαπερνάει τη γιορτινή
κι ένα φιλί σου δίνει τρυφερό
καθώς φιλεί μητέρα το μωρό.
Και το αγεράκι πάνω απ’ το γρασίδι
δροσιά γεμάτο πλέκει ένα κεντίδι
κι αν και τα μάτια δεν το αντικρίζουν
μα νιώθεις τα φτερά του που σε αγγίζουν.
Φίλους πολλούς που έχει ένα παιδί!
Κι όλους ας μην μπορεί να τους ιδεί.
Γι αυτό κανένα φόβο ας μην έχει
όπου και να σταθεί, όπου κι αν τρέχει.
DIRTY FACE
(by Abbie Farwell)
ΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
- Το λερωμένο αυτό πού βρήκες προσωπάκι
αγαπημένο μου γλυκό εσύ παιδάκι;
-Το βρήκα μες στη λάσπη όταν βουτούσα
καθώς απ’ τα κουμπιά δυο προσπαθούσα
της μπλούζας του Αντωνάκη για να κόψω
για ένα του δάγκωμα να τον πληρώσω.
Το βρήκα όταν τις ρίζες εμασούσα
από τριανταφυλλιές που πελεκούσα
και όταν έψαχνα για σαλιγκάρια
στου αντικρινού του κήπου τα χορτάρια.
Με κάρβουνα όταν έπαιζα το βρήκα
σε καρβουναποθήκη όταν μπήκα,
και σε τσιμέντο φρέσκο με τη μύτη
σκαλίζοντας σα να ’μουνα σπουργίτι.
Το βρήκα δίνοντας μιαν αγκαλιά
στο πιο βρωμιάρικο από δυο σκυλιά.
Το βρήκα τρώγοντας μούρα δροσάτα
που τα ’κοβα απευθείας από τα βάτα.
Από μαλώματα τ’ ακόκτησα άγρια
κι από κυλίσματα και από δάκρια.
Και βρίσκοντας σ’ αυτά τέτοια χαρά
που χρόνια εσέ η ψυχή σου λαχταρά.
THE MOUNTAIN AND THE SQUIRREL
(by Ralph Waldo Emerson)
Ο ΚΑΣΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ
Το βουνό κι ο σκίουρος
είχαν τσακωθεί
και τον σκίουρο «μικρό»
το βουνό είχε πει.
Κι είπε ο σκίουρος στο βουνό
«είσαι- ναι, πολύ μεγάλο
δεν υπάρχει αμφιβολία
μα θα πρέπει δίχως άλλο,
κάθε πράγμα που υπάρχει
να το βάζουμε μαζί
για να φτιάξουμε τον κόσμο
και να έχουμε τη γη.
Και ντροπή λέω δεν είναι
σαν εμένα να ζει κάποιος.
Αν δεν είμαι εγώ μεγάλος
μα ούτε συ είσαι μικρός,
κι ούτε σαν εμένα σβέλτος.
Δεν αρνούμαι ότι έχεις
σκίουρους πάνω σου πολλούς
αλλά σαν αυτούς δεν τρέχεις.
Καθείς με το ταλέντο του.
Όλα σοφά κι ωραία.
Κι αν δεν μπορώ καθώς εσύ
δέντρων πολλών παρέα
ολημερίς να κουβαλώ-
της πλάτης μου στολίδι-,
Μα ούτε να σπάσεις συ μπορείς
ένα μικρό καρύδι.
THE BABY DANCE
(by Ann Taylor)
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
Χόρευε μωρό μου-χόρευε μωρό.
Η μαμά σου-μη σε νοιάζει-είναι εδώ.
Φώναζε και κάνε συ ναζάκια
Χόρευε μωρό μου-ωπαλάκια!
Πήδα από το πάτωμα
μέχρι το ταβάνι
δε θα πέσεις η μαμά
ειν’ εδώ-σε πιάνει.
Χόρευε μικρό μωρό μου
κι η μαμά σού τραγουδά
ωπαλάκια ωπαλάκια
ωπαλάκια οπαλά.
THE CANARY
(by Εlizabeth TURNER)
ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ
Η Μαίρη είχε ένα καναρινάκι
με φτεράκια κίτρινα και λαμπερά
και λεπτούλι κάθε ποδαράκι.
Ήταν ένα καναρίνι μια χαρά.
Με χαρούμενες νότες τραγουδούσε
που έκαναν τη Μαίρη ευτυχισμένη.
Το κλουβάκι του όταν κρεμούσε
να τ’ ακούει καθόνταν μαγεμένη.
Ψίχουλα και νόστιμα σποράκια
κάθε μέρα τάιζε το πουλάκι.
Το κλουβί με φρέσκα χορταράκια
στόλιζε και το ’κανε παλάτι.
Αυτό λοιπόν μικρέ μου φίλε μάθε
και πια κανόνας της ζωής σου ας γίνει:
μ’ ευγένεια και χαμόγελα πλήρωνε κάθε
φίλο που αγάπη αληθινή σου δίνει.
PUPPY AND I
(by A. A. Milne)
ΤΟ ΣΛΥΛΑΚΙ ΚΙ ΕΓΩ
Έναν άντρα συνάντησα
καθώς περπατούσα
κι έτσι του μίλησα
του άντρα εγώ:
«Πού πας άντρα;» ρώτησα
(ρώτησα τον άντρα καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για ψωμί.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»
Ένα άλογο συνάντησα
καθώς περπατούσα
κι έτσι του μίλησα
του άλογου εγώ:
«Πού πας άλογο;» ρώτησα
(ρώτησα το άλογο καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για χορτάρι.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»
Συνάντησα μια γυναίκα
καθώς περπατούσα
κι έτσι της μίλησα
της γυναίκας εγώ:
«Πού πας γυναίκα;» ρώτησα
(ρώτησα τη γυναίκα καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για λάδι.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»
Συνάντησα κάποια κουνέλια
καθώς περπατούσα
κι έτσι μίλησα
στα κουνέλια εγώ:
«Πού πάτε με την άσπρη σας γούνα;» ρώτησα
(ρώτησα τα κουνέλια καθώς περνούσαν).
«Στο χωριό για κριθάρι.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»
Συνάντησα ένα σκυλάκι
καθώς περπατούσα
κι έτσι μίλησα
στο σκυλάκι εγώ:
«Πού πας αυτή την όμορφη μέρα;»
(ρώτησα το σκυλάκι καθώς περνούσε).
«Στο λόφο για παιχνίδι»
«Έρχομαι μαζί σου σκυλάκι» είπα εγώ.
THE FISHERMAN
(by Abbie Farwell)
Ο ΨΑΡΑΣ
Πρωί σηκώνεται ο ψαράς,
μ’ αναβροχιά ή αγιάζι
κι απ’ το βυθό της θάλασσας
το φαί της μέρας βγάζει.
Ζει ο μισός στη θάλασσα
κι ο άλλος έξω-εδώ.
Δεν είναι ψάρι, αλλά δες…
ούτε όπως συ κι εγώ!
Έχει ματιά παράξενη
που αλλόκοτα θωρεί
σα να ’χει πράγματα πολλά
και φοβερά ιδεί-
ματιά σαν θάλασσα θολή:
μπλε ούτε, ούτε γκρι.
Και ιστορίες (αληθινές;
Ψεύτικες;) ιστορεί.
Ξέρει για θάλασσα πολλά!
Γι αέρα κι ουρανό!
Μ’ αν τον ρωτήσεις για ξηρά
…βλέμμα έχει αδειανό!
DO NOT STAND BY MY GRAVE AND WEEP
(Mary Elizabeth Frye)
ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΑΙΣ
Μην κάθεσαι στον τάφο μου και κλαις.
Δεν είμαι κοιμισμένη εκεί κι ας λες.
Είμαι άνεμοι χιλιάδες που φυσούν.
Είμαι οι χιονονιφάδες που πετούν.
Ο ήλιος είμαι πάνω από τα στάχια.
Είμαι νερό στα βρόχινα τ’ αυλάκια.
Είμαι η σιωπή του ωραίου πρωινού.
Είμαι άρωμα στα βούρλα του βουνού.
Είμαι το πέταγμα σε γύρους των πουλιών
κι είμαι το φως το ευγενικό των αστεριών.
Μην κάθεσαι στον τάφο μου και κλαις.
Δεν είμαι εκεί. Δεν πέθανα κι ας λες.
MY NAME IS PEARL
(by Becky Robbins)
Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΛ
Λέει στο σκίουρο το κουνέλι:
«Είσαι αγόρι ή κορίτσι;»
Είπε ο σκίουρος: «κορίτσι.
Κι είναι τ’ όνομά μου Περλ.»
Λέει η Περλ στο κουνελάκι:
«τ’ όνομά σου εσέ ποιο είναι;»
«Είμαι ένα κορίτσι επίσης
κι έχω ίδιο τ’ όνομα.»
«Θες να γίνουμε και φίλοι;»
«Βέβαια θέλω. Μου αρέσει
Φίλοι να ’μαστε τα δυο.
Όνομα κι οι δυο έχουμ’ ίδιο
πράγμα αστείο λιγουλάκι
Όνομα κι οι δυο έχουμ’ ίδιο
Κι εγώ είμαι κουνελάκι.
Τ’ όνομά μας είναι Περλ
Κι είμαστε κι οι δυο κορίτσια.
Απ’ τις δυο όμως εμάς
Μία είναι σκιουρίτσα.»
SNOW DAY
(by Sam D.)
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΧΙΟΝΙ
Το χιόνι πέφτει στο χώμα
και φτιάχνει μεγάλους σωρούς.
Σχολεία κλειστά. Των παιδιών
παιχνίδι γεμάτος ο νους.
Χιονόμπαλες πάει ο αέρας
κανείς δε θυμάται σχολειά
σ’ αυτή του χιονιού την ημέρα
διασκέδαση μόνον ζητά.
Οι χιονάνθρωποι ειν’ μεγάλοι.
Τα καπέλα τους ψηλά.
Και για να τους αγκαλιάσουν
τρία χρειάζονται παιδιά.
Και πολύ όπως κρύο κάνει
τα καλούν μέσα οι μεγάλοι
για ζεστή μια σοκολάτα
προτού έξω βγουν και πάλι.
Κι όταν τα παιδιά την πιούνε
έξω παν και, ή κυνηγιούνται
ή, αν έτσι τους αρέσει
στο απαλό χιόνι κυλιούνται.
Φτιάχνουν άγγελους με χιόνι
κι αν ο σκύλος τους χαλάσει
τότε ο γλύπτης θυμωμένος
κυνηγάει να τόνε πιάσει.
Και μετά από τους αγγέλους
μια τσουλήθρα θα σκαρώσουν
Κατεβαίνοντας το λόφο
Μέχρι ως μέσα να παγώσουν.
Αλλά πια κι η μέρα φεύγει
Και ο ήλιος πέφτει πια.
Και γυρίζουν τα παιδάκια
Στου σπιτιού τη ζεστασιά!
Πέμπτη 7 Μαΐου 2026
Τετάρτη 6 Μαΐου 2026
SHERRY
ΜΕ ΔΙΑΧΩΡΙΖΕΙ
Κύπελλο λευκό στα χέρια μου
παίρνω τη μετάληψή σου την Αγία
γη μου αστέγαστη και απωθούσα.
Από χώμα άλλου πλανήτη είμαι πλασμένος'
το εδώ χώμα με απορρίπτει.
Με μεθυστικό νερό άλλου στερεώματος ζυμώθηκα'
το εδώ νερό με διαχωρίζει-
ως έλαιον επιπλέω αγόμενος.
SHERRY ΑΝΎΠΟΠΤΗ
Το απόγευμα πέφτει κάπως βαρύ στους λεπτούς ώμους σου
και το σχήμα τους παίρνει.
Οι κλείδες δύο σκιερές αιχμές της επερχομένης εσπέρας.
(οι αστυνόμοι περιπολούν άτεγκτοι και αδηφάγοι εδώ).
Γιορτινά σε κρατώ από το σφύζον χέρι σου.
Η βασιλική φλέβα σου
πορφύραν αιδούς περιβαλλομένη
πάλλει φαιδρά στο αδρό κράτημά μου.
Ενύπνια τρόμου εποφθαλμιούν τους κοιμωμένους.
Διάσπαρτοι ευτυχείς βόμβοι μελισσών
γεμίζουν τη θλίψη της ώρας με αδιάπτωτο παράπονο.
Το μονοπάτι με τις πέτρες, τις επιγραφές, τις πεταλούδες
και με τα πουλιά κατιόντα πάνω στα στίλβοντα βατόμουρα
δικαιώνει τη γέννησή μας και επιτείνει
την απόφαση βαδίσματος.
Σαν τόξο πάνω μου γέρνεις.
Βέλη ευφρόσυνα εκτοξεύεις κάθε τόσο
που τις αυστηρές μορφές απαλύνουν.
Σε κάθε λουλούδι που βλέπεις φεύγεις και έρχεσαι.
Γερτός σε δέχομαι και σε προπέμπω.
Οι ασθενείς άνεμοι του μετεωρολογικού δελτίου
δε θα ταράξουν το κάλλος του απογεύματος
που με σένα απούσα
μέσα του περιδιαβαίνω.
Η ΣΤΡΌΦΙΓΓΑ
Και ξαφνικά από δέρμα αποτελούμαι μόνον.
Εντός του, όπου θα 'πρεπε
τα Όργανα και τα Συστήματα να βρίσκονται
κενό το απόλυτο
χωρίς ελαστικότητα-χωρίς επιείκεια.
Από συνήθεια κάνω τις κινήσεις της αναπνοής-
τίποτα μέσα μου δεν μπαίνει'
χωρίς εγκέφαλο πώς σκέφτομαι;
χωρίς οστά πώς κινούμαι;
Και το δέρμα μου το διατηρεί ζεστό κάποιος μηχανισμός
που πάνω στο ίδιο το δέρμα εδράζεται.
Στη θέση των ματιών
δυο ιριδιζουσών πομφολύγων το τοίχωμα έρπει.
Κινήσεις γραφής το δεξί μου χέρι κάνει
και το αριστερό πλήρες κενού το χαρτί σφίγγει.
Ώρες ώρες θαρρώ πως έτοιμος να σηκωθώ είμαι
αλλά του μολυβιού το βάρος έρμα και με συγκρατεί.
Και ενώ από μήνες έχεις φύγει
χωρίς να δώσεις έκτοτε σημεία ζωής
ανοίγεις τώρα την πόρτα του δωματίου μου
και με μαλώνεις: "πάλι τα ίδια;
άνοιξε τη στρόφιγγα αμέσως!"
Προσποιούμαι πως δεn σε άκουσα ή δεn σε είδα.
Αποφασιστικά έρχεσαι και κατεβάζεις ένα μικρό μοχλό
που τώρα καταλαβαίνω ότι υπάρχει στο σημείο
που αντιστοιχεί στη μετωπιαία πηγή.
Mε στήνεις ύστερα όρθιον και με γεμίζεις
με θλίψη μέχρι τα ριζομήρια
από κει μέχρι το λαιμό με αγάπη
και ύστερα με αμφιβολία ως επάνω.
Η ΣΆΛΠΙΓΞ
Βάναυσα ηχεί το ξυπνητήρι πρωί πρωί.
Η διάρκεια αφυπνίζεται και ετοιμάζει την ετικέτα της.
Ο καθρέφτης δικά μου ενθυμήματα και φαντασιώσεις
προβάλλει όταν τον κοιτάζω.
Ένας αναστεναγμός ακούγεται από την
όλη τη νύχτα βαστάζουσα το βάρος
των βιβλίων και των ενδυμάτων μου καρέκλα.
Την αδειάζω και της χαϊδεύω απαλά την παρειά.
Αυτή κάθεται κουρασμένη.
Άλλων δωματίων όψεις αναβλύζουν
από το μέσον του πατώματος
και διαχέονται σαν βεντάλια
ασπρόμαυρη
λόγω παλαιότητος.
Στους τοίχους αποχρώσες ταπετσαρίες παρελαύνουν.
Η κρεμαμένη λάμπα αλλάζει κάθε τόσο θέση και περίγυρο.
Διαλέγω ένα σχέδιο που μ' αρέσει και το κρατώ.
Είναι διακοσμημένο με κεραυνούς εν αιθρία
και με υπεκφυγές αναγνώρισης και οικειοθελούς παραδοχής.
Νυστάζω ακόμα.
Το χτεσινό μου σώμα πάλι ξαπλωμένο είναι.
Πρέπει να το κεντρίσω για να με ακολουθήσει.
Στηn δεξιά τω εισερχομένω γωνία του δωματίου μου κρέμεται ο νιπτήρας.
Καθώς πλένω τα πρόσωπά μου σταματώ στο δικό σου.
Παιδικό, αχνορόδινο ύφασμα
τριγυρισμένο με ηλιαχτίδες.
Εν τω μέσω δύο σμαραγδένιες εκλάμψεις.
Η ακραία κορυφογραμμή της ρινός
εκφεύγει των ορίων του πέτρινου προσώπου
και νήχεται στο πύρινο κάλλος, αντλούσα.
Περιδεής ενασχόλησις της δεξιάς γωνίας του στόματος.
Νηνεμία.
Πουλιά ανάλαφρα οι παρειές-
προφανώς άδοντα αλλά μη ακουόμενα-
υπερίπτανται της πωγωνίου γόνδολος.
Ελικοειδείς ζωγραφικαί παραστάσεις ήπιες και νουνεχείς
στιβαρά άπτονται ένθεν και ένθεν κροταφικώς.
Ότι πάντοτε με κατέχεις SHERRY
σου είναι αδιανόητο.
Ότι ενίοτε με απασχολείς εσύ μόνον ξέρεις.
Μία γέφυρα, μία οδός, μία συνδέουσα αύλαξ απαιτείται.
ΣΑΝ ΦΡΟΎΤΟ
Η βραδινή δραστηριότητα αρχίζει το πρωί.
Καμία βελόνα σπασμένη.
ΟΙ κλωστές όλες δουλεύουν.
SHERRY χάνομαι!
Το ύφασμα θα κοπεί στις δώδεκα.
Γράψιμο αμέσως μετά.
Σε ποια κερασιά ανθείς SHERRY;
Ή καρποδένεις; Ή μήπως κιόλας τρώγεσαι
SHERRY αναπάντεχη;
Εγώ όμως σε κρατώ μέσα στην αδιαφορία μου
σαν φρούτο ανύποπτο.
EAΡ
Έαρ αντίξοον και κνησμώδες
έαρ αντίστροφον και δυσώδες-
έτσι το έαρ μου κατάντησες.
Kαι γιατρειά δε βρίσκεται γιατί
πληθυντικό το έαρ δεν έχει-
ενικό λεπτεπίλεπτον και πρισματικόν έχει.
ΣΎΓΧΥΣΙΣ
Η ελαφρά μουσική που ασταμάτητα παίζει το ραδιόφωνο
σε μιαν απελπισμένη προσπάθεια εκτονώσεως
έρπει στο πάτωμα
και σκαρφαλώνει ως τ' αυτιά
ματώνοντας με τα δόντια της το κορμί μου.
Μερικές νότες σκαλώνουν για λίγο ή για πολύ
στις χαραματιές του δαπέδου
ενώ οι διπλανές προχωρούν κανονικά.
Το ακουστικό αποτέλεσμα τότε είναι συγκεχυμένο.
Ο ΒΡΟΝΤΌΣΑΥΡΟΣ
Στις αφύσικες καμπυλότητες του κεφαλαίου μι
είναι χτισμένο το κέντρο.
Μέσα του τα ατσάλινα ρομπότ παίρνουν τον καφέ τους.
Μπαίνω και περιμένω να περάσεις όπως κάθε μέρα.
Στους τοίχους περπατούν χορεύοντας
πολλοί μικροί road runners.
Απρόσεκτοι πέφτουν μέσα στα ποτήρια.
Οι ατσάλινοι τους καταπίνουν.
Ακόμα το χτες από δω δεν έχει φύγει.
Υγρό ιξώδες όλα τα περιβάλλει.
Οι ατσάλινοι αυτό έχουν στο μέρος της κεφαλής.
Ένα χέρι ανοίγει το ραδιόφωνο.
Ακούγεται η φωνή του αρχηγού:
"We insist.." Ζητωκραυγές.
Το ραδιόφωνο κλείνει.
Την ίδια στιγμή μπαίνεις νωχελής και εύχαρις.
Με κόβεις σε εκατό κομμάτια και με διαμοιράζεις.
Απορώ: "Γιατί SHERRY;"
Απορείς με τη σειρά σου: "Αλλιώς θα φάνε εμένα!"
Σε κατανοώ.
Άλλο ένα πρωί πέρασε.
ΕΠΑΛΛΗΛΕΣ
Σε ζητώ στους ανέμους που φύγαν.
Σε ζητώ στους ανέμους που θα ’ρθουν.
Σε ζητώ στου πιο ήπιου κυκλάμινου το άρωμα.
Σε ζητώ στον πιο φιλάσθενο ήλιο.
Σε ζητώ στου ξύλου την ελαστικότητα.
Σε ζητώ στο χαρτί που μέσα του
Χαράζω επάλληλες ουτιδανές συστοιχίες.
Σε ζητώ στην ανάμνησή σου.
Σε ζητώ στης Ηρώς το οφιοειδές σχήμα.
Σε ζητώ στης ανέμης το νήμα.
Σε ζητώ στο φως.
Πουθενά δεν είσαι.
Κάποτε βλέπω παρόμοιες εικόνες.
Για λίγο ξεγελιέμαι και ετοιμάζω τις κληματόβεργες.
Το αρνί κοντά μο. Το μαχαίρι επίσης.
Και μέσα μου η κόκκινη μπογιά-
του ισχνού επάρματός σου το χρώμα.
ΑΝ ΤΙΣ ΓΥΝΑΊΚΕΣ ΈΘΕΛΓΑΝ
Αν τις γυναίκες έθελγαν οι άσχημοι κι οι γέροι
αντί γι αέρα θ' ανάσαινα-ω! πόθοι μου!- τη SHERRY'
και τα φιλιά μας θα 'τανε χρυσή αστροβροχή
αν τις γυναίκες έθελγαν οι γέροι κι οι φτωχοί.
Αν τις γυναίκες έθελγαν οι άσχημοι κι οι γέροι
μέσα στο φουστανάκι της θα είχα εγώ λημέρι,
και του έρωτα θα ήτανε για μας καθ' εποχή
αν τις γυναίκες έθελγαν οι γέροι κι οι φτωχοί.
ΦΤΗΝΌΤΕΡΑ
Βλέπω ό,τι κάνεις-έχω τον καθρέφτη σου.
Το πρωί πέρασες από το σουπερμάρκετ.
Δίστασες να πάρεις τα ready pαncakes.
Στο ταμείο το τελευταίο σου φύλλο αποθέτεις.
Ενοίκιο δεν έχεις να πληρώσεις
Μετακόμιση κάπου φτηνότερα.
Προς τις δώδεκα το μεσημέρι
έσπρωξες τον τενεκέ των σκουπιδιών
με το αριστερό πόδι.
Εκείνος πόνεσε και σε δάγκωσε.
Στο ημίφως
έλαμψε η μεταλλικότης του ιωδίου
και η λευκότης της γάζας.
ΑΝΑΖΗΤΉΣΕΙΣ
Σε αναζήτηση του χαμένου μου ονείρου φεύγω.
Τοπία οκνά θα περνάνε μπροστά μου
ανύποπτα και μεγαλοπρεπή.
Τη μεγάλη αψίδα για να διαβούν
θα σκύβουν ανεπαίσθητα το ισχνό τους κεφάλι.
Νεοπαγή πλοιάρια φθόνου θα διαπλέουν
το σοβαροφανές ποτάμι της υπομονής.
Πουλιά ακίνητα τα φτερά τους βιαίως θ' ανοίγουν
σε κινήσεις πετάγματος.
Όλα από μια στιγμή μακριά
στον χαμένον ορίζοντα θα εκκινούν,
θα στρέφουν προς τα επάνω,
ύστερα πλατυνόμενα
θα παρελαύνουν μπροστά μου ακκιζόμενα
(η στιγμή θ' αντιστοιχεί προς το νύχι
του μικρού δακτύλου μυθικού όντος).
Του έαρος το τοπίο θα βρίθει
θυελλών και χιονοστιβάδων διαρκών.
Του τρύγου το τοπίο θα βασανίζεται από πολυδαίδαλα
μικρά, αλληλοσυμπλεκόμενα, ασύντακτα ρυάκια.
Της αμφιβόλου παραδοχής θα είναι πλήρες ημιθανών
μόλις αναπνεόντων φρύνων.
ΠΡΩΙ
Διάσπαρτοι ήχοι σπουν τη μέλαινα ηρεμία.
Βαρείς πέφτουν στον πεπερασμένο ωκεανό του περιβάλλοντος
αφήνοντας στον αέρα τη φαιά τους τροχιά.
Τα δέντρα που επέζησαν του σκότους
τινάζουν την υγρασία από τα χέρια τους
και ετοιμάζουν τις απόχες του ήλιου.
Ξαφνιασμένα φεύγουν τα αδίστακτα ιπτάμενα όντα
από τα φυλλώματά τους και ανοιγόμενα
περιρρέουν το σίγμα του Σύμπαντος
(ο αέρας καλά τα κρατεί).
Το άδοξο αστέρι
από την πτώση του ζαλισμένο και άθυμο
μεγαλουργεί πάλι για τις μικρές υπάρξεις.
Πίσω του τα ομοιώματα όλων των ανθρώπων
κείνται ζεσταίνοντας το κρύο τους χνώτο.
Κραυγάζουσα η πρώτη ακτίς επιπίπτει
επί της πρώτης ασπαιρούσης δρόσου
που, αναιρομένη τώρα, υπερυψούται.
Όλα αναλύονται, διαλύονται και καταλύονται
κάτω από τον διαστέλλοντα δίσκον
του εγγύς ανέτου στερεώματος.
Τα ζώα ποικιλοτρόπως διαμαρτύρονται για τη νέα ενόχληση.
Φύλλα κλειστών ανθέων
καταρτίζουν σε άσπρο χαρτί το πρόγραμμα της ημέρας.
Οι μάζες του σκότους σιγά σιγά απωθούνται ολοένα
πέρα από την ύπαρξή τους.
Το αίμα των ουρανών μεταποιείται εις λέμφον
καθώς το οργιαστικό πρωί εκπίπτει.
Οι βράχοι
βαρείς και οκνοί
δεν ξέρουν από που να δεχτούν το φως.
Πολλοί, απρόσεκτοι, το συνθλίβουν.
Αυτό τότε αναφαίνεται αντίπερα αναλάμπον.
ΠΡΩΙΝΗ SHERRY
Μικρή ανήκουστη νεράϊδα
επίσπευσε την ανοικοδόμησή σου.
Μάζεψε γρήγορα τα κομμάτια του ύπνου σου
και ξαναζήσε.
Τους φαγωμένους από την υγρασία της νύχτας αρμούς
λείανέ τους στον τροχό της επιείκειας
αλλιώς η συναρμολόγηση θα εμποδιστεί.
Βγάλε καμιά από τις παγίδες του σκότους
αν έτυχε να κάτσει πάνω σε κάποιο σου αστέρι.
Αν και πάλι τα κομμάτια δεν σου 'ρχονται
ζέστανέ τα στο περιβόλι του ήλιου.
Αλλά, SHERRY, πρόσεξε μην αλλάξεις τη σειρά.
Όπως πάντοτε ήσουν σε θέλω.
Μια ανταρσία της γωνίας του στόματος
μπορεί να οικοδομήσει γύρω σου
το απρόσιτο θάμπος.
Μια ανώφελη κίνηση του χεριού
μπορεί να μας συντρίψει. Αυτά
δεν είναι πράγματα για ν' αστειεύεται κανείς.
Και αφού υπάρξεις πάλι μέσα στο λαμπρό πρωινό
ντύσου τη φορεσιά που σου χάρισα
(γιατί εδώ κάνει κρύο το πρωί)
πλύσου στην αστερόβρυση τη χθαμαλή
φάε λίγο ψημένο έαρ
πάρε μαζί σου την ανάμνηση και έλα.
Ο τροχός μου περιμένει το φύσημά σου.
ΜΕΣΗΜΕΡΙ
Κυρίαρχο εξαπτέρυγο ο ήλιος στον ουρανό.
Οι πληγές των ακτίνων του στο πρόσωπο της μεσημβρίας.
Απόσβεσις αδηφάγος για κάθε δυσβάστακτο χρέος.
Άφεσις όλων των πρωινών αμαρτιών.
Σύμμειξις, συσπείρωσις, ανάφλεξις.
Τα εορταστικά νάματα εντοιχισμένα για υστερότερες ώρες.
Οι φιλικές νύξεις του κόσμου εν ληθάργω.
Η άπνοια κλυδωνίζουσες τρικυμίες
περικλείει και αποκλείει εντός της.
Όλοι κοιμούνται οι φόβοι
και παραλύουν οι παραινέσεις εξισορρόπησης.
Παραδόξους και ανησυχητικούς σχεδιασμούς μηχανεύονται οι αμυνόμενοι
πλην ατελεσφόρως.
ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ SHERRY
Οι νύχτες απελπισμένες μένουν
στην ατέλειωτη διάρκεια του μεσημεριού.
Η γη αλλάζει από το 'να χέρι της στο άλλο
το δυσβάστακτο βάρος του.
Το βράδυ έξω από την πόρτα περιμένει τη σειρά του
ζεσταινόμενο λίγο.
Το απόγευμα πουλί μέσα στα χέρια σου
που δεν λέει να πετάξει.
Και συ ενσφηνωμένη στο μεσημέρι
βουβή σαν ισχνή φέτα πρωινού,
επίπεδη και κοίλη
σύννους
προβάλλεις εύκαμπτες επιφάνειες
προσδοκώντας ταχείαν αποκατάστασιν.
Διάστικτη και διάσπαρτη
από πιθανές και επιδιωκόμενες μικρές νίκες
την ανεπανόρθωτον πτώσιν ενεδύθης.
Σύννεφο πύρινο ο ενθουσιασμός
της κενής σου πομφόλυγος,
σε υδάτινη δίνη εσβύστη
αφήνοντάς σε έκθετην
και σε νύξη έστω δροσιάς.
Μεσημβρινή SHERRY στους κύκλους σου υποκλίνομαι.
Δική μου, καθόλου πια δεν είσαι.
Αυτή είναι η ώρα της κατοχής σου.
Αδιαμαρτύρητα και άψογα την δέχομαι
πλην με υστεροβουλίαν
επειδή γνωρίζω πως ,ύστερα πάλι,
μεγαλοπρεπής και ασθμαίνουσα
σφριγώσα και ρέουσα
στης ματαιοδοξίας μου τα λεπτά ανθεκτικά πέπλα
μπλεγμένη μέχρι το άλλο μεσημέρι
πλήρως θα σ' έχω.
ΌΡΘΙΑ
SHERRY ξέρεις πόσο άβολο είναι
να γράφω πάνω σου
όχι όταν είσαι όρθια αλλά ξαπλωμένη;
Η εγγραφή δεν γίνεται απροσκόπτως.
Και αν ακόμα υπτίως κείσαι,
τα λαγόνια οδηγούν τις γραμμές τους προς τα έξω
η μέση προς τα μέσα.
Ο νόμος του Bernouill
βρίσκει βέβαια την εφαρμογή του
αλλά η ανάγνωσις δυσχεραίνεται.
Αν πάλι κείσαι πλαγίως, όλη η επιφάνεια
δεν είναι παρά μία ακμή
χρυσίζουσα και εκτυφλωτική
που λόγος πια για γραφή ας μη γίνεται.
Ενώ όρθια όταν είσαι τα γράμματα
σκαλώνουν γερά στις αμφιρέουσες κλείδες
κυλούν στις απαλές καμπύλες των μαστών
εισέχουν στο επιγάστριο
πλατύνονται στην σεπτή σου γαστέρα (ο ομφαλός
φροντίζω να συμπέσει μ' ένα όμικρον).
Στους λαγονίους βόθρους το μολύβι
πρέπει να πάρει μίαν έσω κλίση
δεξιά ή αριστερά αναλόγως.
Αφήνουμε το εφήβαιον γιατί σε κάθε χαρτί
πρέπει να μένει ένας χώρος άγραφος
και πια τα γράμματα φεύγουν χορεύοντα
στο δίστηλο των κάτω άκρων σου.
Γι αυτό SHERRY-χαρτί όρθια σε θέλω.
Α! ΜΕΡΕΣ...
Μοσχοκάρυα και φρύγανα ευωδιάζοντα
το καλάθι της ανεπαρκείας σου πλήρες.
Αρώματα, σχήματα, χρώματα χαριέντως συγχέεις.
Ανέμελη και άδολη αγνοείς
πού τα μοσχοκάρυα και πού τα φρύγανα ν' αποδώσεις.
Αστεϊζομένη χαρίζεις τα πάντα-και το καλάθι μαζί.
Α! Μέρες κι αυτές της δωρεάς!
Α! Μέρες του σκορπίσματος και της ωραίας νιότης!
Α! Μέρες που ανέφελες κι ανέγνοιαστες διαβαίναν!
Α! Πρωτοξύπνητη, γλυκιά, λουλουδιασμένη ζήση!
Α! Που και πέτρα να ’σπερνες σού ήθελεν ανθίσει!
Α! Μυστικόπιοτες βραδιές!
Α! Πάλλουσες πρωίες!
Ω! Ηλιογέρματα ερυθρά-σαν όνειρο-σαν ψέμα'
Ω! Ροδοδάχτυλες αυγές!
Ω! Πόδια φτερωμένα!
ΟΛΕΣ
Η ζωή είναι ολιγαρκής.
Ένα ποτήρι νερό ξεπλένει όλες τις αναμνήσεις
Ένα χαμόγελο κοριτσιού ανοίγει μια τρύπα
στο τείχος της απνοίας.
Στην ευρύστερνη πολλαπλότητα των εναντιώσεων
το αεί νοούν φωλιάζει εφησυχάζον.
ΠΕΣ ΜΟΥ SHERRY
Ο πρωινός ήλιος κοκκινίζει ξάφνου και αμέσως κρύβεται.
Έτσι η νύχτα φέρνει νύχτα και όλα μέσα της συντελούνται.
Οι πεταλούδες ξεχνούν να γεννήσουν και του χρόνου δεν θα ’χω φτερά.
Μονάχα σκουλήκια θα έρπουν
γύρω από τα φύλλα μου-
τερπνά σκουλήκια φυτοφάγα.
Τα κουβάρια όλα θα 'χουν τελειώσει και αδιάπτωτα το σφύριγμα
των κωνοειδών σκελετών τους θα σκαρφαλώνει στ' αυτιά μου.
Και κάθε σκελετός πλήρης φωσφόρου.
…Και συ SHERRY τι θ' ανεμίζεις σ' ανταπόδωση;
Ένα κρύο χλωμό φεγγάρι ή το φρυγμένο δέρμα σου;
…Και συ SHERRY πού θα κατοικείς τότε;
Πού θα κυλάς μαύρα περιστέρια πάνω σε σιδηροτροχιές;
Πού θα κάθεσαι να ενδυναμώνεις την ύπαρξή σου;
(Όλες οι καρέκλες ήταν εδώ-
γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι
ή ανάμεσα σε παλινδρομικά κινούμενα σίδερα).
Πού θα κοιτάζεις SHERRY; Και πού θα σκέφτεσαι;
Καθισμένη ανάμεσα σε δύο πλήκτρα γραφομηχανής
ή στον χώρο του Velpeau;
Μα πες μου SHERRY
τα μάτια σου
τόσους φιλόφρονες ήλιους πού τους βρήκαν
και σπιθοβολούν και κατακαίνε;
Τα όρη της Ανδαλουσίας μιμείσαι;
Πες μου SHERRY Ολόκληρη και Μυστική πώς χωρίς στόμα περπατάς;
Πες μου SHERRY Ακλόνητη και Ωραία
γιατί αλλάζεις φίδια κάθε φορά στα μαλλιά σου;
Επιτεινόμενη όλη των χαδιών σου η λαίλαπα με απειλεί.
Πλήγωσέ με μα δεν αντέχω θωπείες ανίσχυρες.
Αφουγκράσου SHERRY!
Είναι των σπαθιών μου το ρίπισμα που σκίζει τον αέρα'
είναι της επλιπάρησής μου η κατάπτωση'
είναι το φρούδο φίλημά μου που έτσι αντηχεί.
Πιάσε τον ήχο και κλεισ’ τον στο άσπρο σου χέρι-
θυμάσαι, που, κρύον, μ' άγγισε;
SHERRY διατρυπώσα
SHERRY απαστράπτουσα
μετρίασε τους παράταιρους ήχους.
Με την ευπαθή παλλομένη ευαισθησία μου συντονίσου.
ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΤΥΧΕ
Τώρα μην ξαναπείς: "εδώ είμαι" ή "ήρθα".
Ποτέ δεν ήρθες
ούτε ήσουν εδώ, αφού, τώρα, έφυγες.
Εξοικονομώ δυνάμεις για να καταλάβω
πώς εσύ που μόνο σε μένα μπορείς να χωρέσεις
με προσπερνάς.
Κροταφική επιληψία-μηνιγγίτις
αυτά μόνο μπορούν να με αποδώσουν.
Και κείτομαι νεκρός ζων.
Ομάδες περιφρούρησης θα βάλω
στο σώμα σου επάνω
να σε επιτηρούν
να περιπολούν
να μη σ' αρπάξει
να μην ταράξει
τίποτε το ωραίο δέρμα
τίποτε την ουλή από σπέρμα.
Ωραία ποιηματάκια σε περιγράφουν-πελιδνά.
SHERRY πελιδνή ελθέ.
Και ο Κύριος ημών πελιδνός
σε όλες τις εκφάνσεις του βρισκόταν'
ωχρός δεν ταιριάζει να τον λέμε-να μη το λέμε…
πελιδνός και ύπτιος'
ύπτιος για να δώσει
εσύ ύπτια για να πάρεις δίνοντας.
Χριστός και SHERRY
ζευγάρι ωραίο ύπτιοι θα κάνατε-
ασυντόνιστο.
Στου σταυρού την κώχη δεν έτυχε ποτέ να σταυρωθείς'
καλά δε λέω;
Ή μήπως εκείνο το βράδυ…
Όχι, θα φαίνονταν οι πληγές σου την ώρα της γαλήνης.
Όχι, δεν έτυχε να σταυρωθείς'
τον σταυρό σου τον σήκωσαν πολλοί άλλοι
κραδαίνοντας ξύλινα πέη σε σχήμα σταυρού
και ραίνοντας μ' αυτά την είσοδό σου στα Ιεροσόλυμα.
…Κάτι μου κρύβεις SHERRY.
ΒΡΑΔΥ
Αντίθετη μείξις υγρού σκότους και ψυχράς ανησυχίας
κλώθει μέλανες χιτώνες επαλλήλους.
Η παράγουσα μηχανή, αδιάβλητος και αλάθητος
τις ίνες του σκότους σε θολά
παραπετάσματα αδιαφάνειας μεταπλάθει.
Κρυπτογελούσα η θλίψις έρχεται
και φωλιάζει στα μέρη της.
Ο ήλιος μαζεύει ό,τι είχε απλώσει και πάει στο εργαστήρι του.
Η σαϊτα του απογεύματος κιτρινοκόκκινη τροχιά διαγράφει
πριν, γρήγορα, στο δικό της πρωινό πάει.
Οι ανεπαίσθητοι θόρυβοι των πλασμάτων της νύχτας
ακούγονται υπογείως καθώς αυτά ανεβαίνουν
παίρνοντας θέση για τη μεταμεσονύκτια ζωή τους.
Η μέρα διασταυρούμενη με το βράδυ
χαμογελάει καλωσυνάτα, ξέγνοιαστη καθώς
το βιβλίο αναφοράς πεπραγμένων της παραδίνει.
Τα δέντρα ντύνονται την επιφύλαξή τους.
Τα ελαφρά ρόδα συγκλίνουν στο ανεπαρκές κέντρο τους.
Οι δρόμοι της μεγάλης πόλης χαιρετιούνται
και κλείνουν τα βλέφαρα νυσταγμένοι
(τα φώτα μένουν ανοιχτά στα μπαλκόνια τους
για τους αργοπορημένους).
Αεριούχα ποτά εκσφενδονίζονται προς πύρινες,
διαφανείς, ζέουσες και ροδόχροες επιφάνειες
εξαεριζόμενα κύκλω.
Κάπου η αυθαιρεσία των διαπύρων σωματιδίων ευοδούται.
Ακολουθούν γρήγορες ενέργειες για την εξάλειψη
του παράδοξου φωτεινού φαινομένου μέσα στη νύχτα.
Διάχυσις.
ΤΟ ΙΔΙΟ
Χτες ήτανε που οι κόσμοι γεννήθηκαν.
Θυμάμαι την πελώρια έκρηξη
(μόριο θυμιάματος ήμουν).
Μάζες ύλης σκορπίζονταν σε κάθε κατεύθυνση
ξεκινώντας από το κέντρο της διάπυρης σφαίρας.
Τα παλλόμενα στοιχεία έφευγαν
όπως τα λαμπερά μαλλιά σου φεύγουν
από το ανοιχτό σου κρανίο.
Ένα φλεγόμενο σύστημα πρωτογενών νεφελωμάτων
επέπεσε επί των χειλέων σου και έτσι γεννήθηκε
η μικρή σχισμή του κάτω χείλους.
Άλλες μικρότερες εκρήξεις φτιάξανε
τα μάτια, τη μύτη, το στόμα.
Το έρκος των δοντιών σου μόνο δεν είδα
να καθορίζεται-το φαντάστηκα.
Αργότερα διαγράφτηκαν οι μηροί, οι κνήμες…
Έτσι σε είδα να σχηματίζεσαι όλη.
Πώς να μην σε γνωρίσω όταν σε είδα
εδώ πια
στο Λος Άντζελες
μεγάλη και καταξιωμένη πόρνη
και πώς να μην ξαναζήσω εκείνη την έξαψη
αφού το ίδιο αυτό στόμα με καταπίνει..
Κρούσε με SHERRY
Θα δεις πως οι ήχοι μου είναι οι δικοί σου.
SHERRY ΚΑΙ ΦΩΣ
Ως στήλη υψώνεσαι έσωθεν φέγγουσα.
Αδιάθλαστες οι αείφωτες ακτίνες προς τα νεφελώματα εκφεύγουν.
Επίπλαστος χρόνος την αιωνιότητά σου σηματοδοτεί κλεψιτύπως.
Διατράνωσις γιγαντιαίων δημιουργημάτων οι αντίπερα ενοικούσες ρίζες σου
(η διαφάνειά σου δικαιώνει την παρομοίωση).
Κενά διευρυνόμενα αναμένουν την πλήρωση του αίματός σου.
Ρόδινο φέγγος δακτύλων ενσκήπτει σε κάθε ενατένισή σου.
Δια μέσου του σεπτού σου σώματος τα αντικείμενα απαστράπτουν.
Κλειστή αιχμή διαρκείας αναπαράγει το στήθος σου
κάθε φορά που αυτό, φωτεινά, αναλώνεται.
Ευωχία ανεκφράστως συντηρουμένη και αναιτίως αλγούσα
η ενθύμησις των πρώτων σου ερώτων
όταν, μόνον, μηδέν ήσουν.
Παιδί ελαφροντυμένο γεννούσες σφαδάζοντα σύμπαντα.
Μετρούσες από το δύο έως την έξαψη
και ενέσκηπτε το μέχρι τότε ανύπαρκτο.
Οι κόσμοι οφείλουν σε σε την απρόσκοπτη πανδαισία τους
και κάθε γυμνός γαλαξίας αντλεί την σπαργή του
από την αστείρευτη ανακαίνισή σου.
Ιδού ο αλάθητος νεανίας
της διαστίκτου από κηλίδας φωτός νυκτός τα όρη περιέρχεται
προς συνάντησιν του πρώτου αστέρος.
Διανθίζουσαι τας σελίδας ψυχρών βιβλίων
φαιαί αποχρώσεις υπεισέρχονται.
Κράσπεδα ισορρόπου πτώσεως και ανόδου διαπλέουν το μάγμα δακρύοντα.
Στην άρνηση μέσα όλα αντιστρέφονται και σε διανθίζουν
Περίβλεπτη Ερωμένη.
Ανήκουστοι περιπαικτικοί μονόλογοι
υμνούν τη στρογγυλή μαλθακότητα των γλουτών σου.
Στρωματοβάμονες κλεψίτυποι αλγηδόνες σε προκαλούν
χωρίς ελπίδα όμως.
Διαχεομένη δέχεσαι όλα τα ερχόμενα
και προσβλέπουσα
κρύπτεσαι υπό το σεληνόφως.
SHERRY…
Η σταχτιά επιφάνεια των τοίχων του έρωτά μου
από σε παίρνει το χρώμα-
σταχτιά-σταχτιά είσαι.
Τα πόδια σου δρασκελούν τους κόσμους που αυτά έχτισαν'
ένα βήμα ένας γαλαξίας
ένα πήδημα το "σύμπαν".
Βγαίνοντας από τα όριά τους
υπόσχεσαι επάνοδο και μάλιστα επαφή.
Αργά κατανοείς το άτοπο της υπόσχεσης
γιατί, κιόλας, έχεις οριστικά φύγει.
Τι χωρίς πόδια ν' αγαπήσω;
Τι χωρίς χέρια;
Τι χωρίς κορμί;
Γιατί όλα φεύγουν χορεύοντας στον όρθρο.
Ένα άρωμα μένει μόνο
και μια φωτογραφία ιδανική:
λίγο ανασηκωμένο το φουστάνι
τεντωμένο από το άνοιγμα των γονάτων'
οιμωγές...υλακές...
και αντιστρέφονται τα σημάδια της αφοσίωσης-
εγώ πρέπει στην κλειστή πόρτα απέξω
να κάθομαι και να γαυγίζω.
Ο κύκλος ακόμα δεν κλείνει.
Εντός του οκνά και αβίαστα συνωθούνται
μέλη ακόμα ανάξια για γιορτές.
Διαλέγω την πρώτη ύλη
και μαντεύω την κατοπινή διαμόρφωσή της.
Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να ευωχούμαι
κραδαίνοντας ένα αρχέγονο πόδι
ή τον δακρυικό ασκό.
Ίσως να είναι η τελευταία φορά που σε γνωρίζω.
Μα, SHERRY, πώς έγινες έτσι;
Τα μάτια σου μαύροι κύκλοι και συ μέσα τους.
Τ΄ αυτιά σου λαβύρινθος και συ στους κύκλους του χαμένη.
Το αιδοίο σου οπή κλεισμένη και συ αγέννητη ακόμα.
SHERRY πώς μετράς την αγωνία;
Με ξύλινα μέτρα ή με σίδερο πυρακτωμένο;
Και με όλη την τιμιότητα του στήθους σου πες μου-
οι νύχτες για σένα σαν μέρες ευφρόσυνες είναι;
Μόνο εγώ απ' όλα νιώθω την παρουσία σου.
Σε προσκαλώ
αλλά μόνο των μηχανών ο ξερός κρότος μου απαντάει
καθώς αυτές ξυπνώντας
γυμνές ακόμα
ανακλαδίζονται νυσταγμένες.
Ανούσια όλα χωρίς το αλάτι των δυο κρυφών χειλιών σου.
SHERRY εν τίνι αλισθήσωμαι;
Εν τίνι ζήσωμαι SHERRY;
ΕΙΣ ΚΟΙΝΉΝ ΘΕΑΝ
Οι κνήμες σου SHERRY έπρεπε να εκτίθενται εις κοινήν θέαν.
Έστω το εκμαγείο τους (οι γυναίκες θα επαναστατούσαν
για να σταματήσει η επίδειξη).
SHERRY έχεις δει ποτέ τις κνήμες σου;
Μα πώς θα τις έβλεπες αφού
τα μάτια σου είναι πάνω τους.
Η προς τα πάνω προέκτασή τους συμβάλλει
στη μετωπιαία έλικα του εγκεφάλου μου.
Με το στόμα τους σε φιλώ.
Με τους πόρους του δέρματός τους αναπνέω.
Δέσμιος του αρώματός τους ενεργώ και μ' αυτές
διασχίζω του στερεώματος τις δεντροστοιχίες.
Λοιπόν SHERRY πρόσεχε τις κνήμες σου.
Σε αλαβάστρινα βάζα μέσα θέσε τες
και υπερύψωσέ τες
σεπτές και ήπιες έτσι καθώς
υποβαστάζουν την απελπισία μου.
Και πάνω στην πήλινη πινακίδα γράψε: «πολυεύθραυστον».
Για να περπατάς θα σου βρω εγώ άλλες.
Εκείνες για μένα φύλαξέ τες.
Για να 'ρθεις εδώ πέτα-
ύστερα θα σου πω
(ξέρεις
υπήρξα πριν απ' αυτές).
Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ
Εντύπωση δεν κάνει η απόπειρα αλλά η εξοικείωση μαζί της.
Πολύν χρόνο θα προετοιμαζόσουν.
Και το στόμα σου εκηβόλο λίαν.
Τα βλήματά σου SHERRY πώς δεν τα είχα δει καθόλου;
Βαθιά σου σα σπέρμα ήσαν;
Και πες μου, σημάδευες πολλήν ώρα για να βρεις την επιφάνειά μου;
Μα όλην σε είχε καλύψει..
Όπου και να χτυπούσες εγώ θα ήμουν.
Και κάθε κομμάτι μου καρδιά.
Και το χέρι μου στο χέρι σου καρδιά στην καρδιά.
Και ο ιδρώτας στο μαντήλι σου αίμα και λέμφος
(να μην ξεχνάμε και τη λέμφο…)
SHERRY ΑΝΤΊΣΤΡΟΦΟΣ
Μέχρι τώρα των κλασμάτων τους όρους αντέστρεφα
και καμιά φορά
το πάνω στα μαλλιά μου ξεχασμένο πανωφόρι του ήλιου.
Η αντιστροφή βεβαίως πάντοτε με έθελγε
σε άλλα όμως δε την τολμούσα
εξ αιτίας της απνοίας που επιφέρει.
Των δοντιών σου το έρκος προς τα έσω κυρτούται.
Τα στήθη σου δύο κοιλάνσεις ένθεν και ένθεν της προσθίας
θωρακικής επιφανείας, με κορυφάς αντιστοιχούσας
εν ορθία ακινησία
εις το ύψος του έκτου θωρακικού σπονδύλου
(Θήτα έξη κατά την ιατρικήν σύντμησιν).
Οι ρώθωνες υπερκεράζουν τα ζυγωματικά.
Στο ύψος των ώμων τα δάχτυλά σου καλά κρατημένα
από το ακρωμιακό άκρο της κλειδός,
ενώ αιμάσσουσαι αι κεφαλαί των βραχιονίων κρέμανται κάτω.
Ο ομφαλός στην ιερά χώρα και έτσι να περπατάς-
προς τα πίσω φυσικά, αφού τα πέλματα δακρύουν αντιθέτως.
Πηχτές λέξεις εκβλαστάνουν από το μικρό σου στόμα:
"Ιστέ ωλέθ αν ιαμίε".
Έτσι και σε δέχομαι SHERRY
εντελώς αντίστροφη
σαν το σκοτεινό κοίλο φαιάς σφαίρας.
ΤΑΞΙΔΕΎΩ
Σε θάλασσες ήλιων και ατέλειωτης αγάπης ταξιδεύω.
Ξιφίες παράλληλοι και φωτεινοί εφάπτονται της σχεδίας μου ενδιαθέτως.
Μέδουσες διαφανείς και πολύπλαγκτες
το στρογγυλό πρώτο ευωδιάζουσες με προσπερνούν ευένδοτες και χαρίεις.
Μουσική αναπληρώνουσα τον απόντα χρόνο ακούγεται
από αθέατα υποθαλάσσια μουσικά συγκροτήματα μελλοντικών κόσμων.
Ανεστραμμένη επιμήκης και αιμάσσουσα η μνήμη
με ακολουθεί μένοντας πάντα πίσω μου ανίσχυρος.
Φαιδραί απεικονίσεις ιδεατών μορφών υπερίπτανται ως κινούμενοι στόχοι.
Πρωί είναι
και το πρωί άλλο τρυφερό πρωινό
σε μια διαρκή ανεύθυνη ανανέωση οδηγεί.
Χρυσίζοντα τα φύλλα της θαλάσσης
και οι αρμοί των βραχιόνων της αργυροί.
Στον αφρό του παφλάζοντος ύδατος
ζωγραφείται διάστικτος και κατανεύουσα
η ανομοιομερής κατανομή σου SHERRY.
Εδώ το στόμα σου
εδώ τα χείλη των αναισχύντων κνημών σου.
Εκεί ένα περιπαικτικό χαμόγελο
Εκεί ένα ηδυπαθώς περιφερόμενο και καραδοκούν βλέμμα.
Στερουμένη και στερούσα τέως
παρέχουσα και λαμβάνουσα νυν και αεί υπάρχεις…
Και όλα κείνται υπτίως τα μέλη σου
πληρούντα τα θαλασσινά επίπεδα διαμετρικώς.
Στη γαστέρα της πολύσπερμης θάλασσας πάνω ταξιδεύω.
Αγέννητη γεννήτρα οδύνης και σπαραγμών κάποτε ήσουν.
Τώρα τις όχθες μου περιφέρεις ευτυχής.
Μία κίνησις όλη η ορμή των υδάτων έγινε-
μία προς τα εμπρός κυλιομένη ελικοειδής πρωινή αύρα.
Τα κήτη με προσπερνούν αναντιρρήτως.
Μερικά με ανυψώνουν.
Οι φωτεινές σφαίρες έτσι ολοσχερώς με καλύπτουν.
Κατερχόμενος προσκρούω βιαίως
συνήθως στη λεκάνη σου SHERRY.
Αβρά με αποθέτεις γελώντας στην προτέρα μου τροχιά.
Τους αγερώχους πυθμένας κύπτων εποπτεύω.
Πασιφανείς και ετερόκλητοι κάθονται πάνω στα άνθη τους και ακίνητοι.
Στα λάμποντα γυμνά στήθη των αιωρούνται μικρά
ξύλινα αθύρματα εμφανώς σαθρά.
Στα εύτριχα περικλεή σκέλη των
γοργόνες αείμνηστοι και νυγμώδεις, παίζουσαι,
νωχελώς ευωχούνται.
Προσβλέπεις επιπολαία και επανερχομένη ερυθριάς.
Στον αφρό της σεπτής σου θαλάσσης έλπιδοφόρος ταξιδεύω.
Κεκαθαρμένη και αποκαθαίρουσα
άστεγος και στεγάζουσα
πλήρης και πληρούσα μου ανοίγεις το ένθερμον ύδωρ σου.
Με αναιρείς με καθαιρείς και με εξουσιάζεις λανθανόντως.
Οδεύων προς σε
των ατελευτήτων υδατίνων όγκων σου τους ύμνους
κατανοώ ακουομένους.
Επίπλαστα τα ψάρια και ψευδή υπάρχουν στην επάρκειά σου
Στα οικεία βύθη σου το χέρι μου εμβαπτίζων
το έμφρον παραίσθητο γόνυ σου SHERRY θαλασσία εγγίζω.
Ανασπάσαι βιαίως
και απροόπτως δονούν την παρειά μου
της εξάψεώς σου τα κύματα.
Ταχέως συνέρχεσαι και με νουθετείς ουδετέρα.
Σταθμίζων τας συνεπείας προσχωρώ ασθμαίνων
στην Κοινωνία των Υδάτων σου.
Ρεμβάζουσα και Ακκιζομένη Θαλασσινή SHERRY,
τους ευκλεείς φραγμούς των ονείρων σου υπηρετών
εκγυμνούμαι
και άδων
εμβαπτίζομαι τοις σοις ύδασι.
Στους ήλιους σου τους θαλασσινούς
και στις ατελείωτες υδάτινες αγάπες σου ταξιδεύω.
SHERRY ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Αι αποχρώσεις της κλίνης σφαδάζουν ομοιομόρφως υπό το κάλλος σου.
Σεπτή, αδιάβλητος, ευπροσήγορος, άμωμος, κοιμάσαι.
Ασπίς διαχύτου φωτός σε περιβάλλει όλην.
Γυμνή και επώδυνος κείσαι εν αιθρία.
Τα χέρια του στρώματός σου κινούνται ανερυθριάστως
προς τα πλέον αγαπητά των μελών σου
πέριξ των οποίων συσπειρούνται ανενδοιάστως.
Το βαρύ αναιρείται και φεύγει.
Ελαφρότης και διάκοσμος είσαι.
Τα φθίνοντα χέρια σου εκτείνονται
έξω του καθέτου σου άξονος
προς το κεφάλι.
Το δεξί ανάμεσα λήθης και ιμέρων εντρυφά.
Το αριστερό μέσα στο θερμό αβρά νήχεται.
Παιδάκια χωρισμένα από το πλήθος
γλυκά κι ανυπεράσπιστα
ξέγνοιαστα επίσης
περιδιαβάζοντα σε δάσος από μαργαρίτες μοιάζουν.
Οι φλέβες τους δρόμοι ευθύνης και ηδονικής διαδοχής.
Το άσπρο του δέρματός τους κατάσπασις παραπετασμάτων εαρινού θάμβους.
Και τα δάχτυλα
αδιάσπαστα δεμένα με όλα γύρω, όλα τα κρατούν.
Μυτερές τρίαινες, βέλη σιδερένια
τρυπούν την αδιάσπαστη αφοσίωση και εγκαρτέρηση
απωθώντας τες στα όρια του απροχωρήτου.
χερσονήσους λατρείας
εισχωρούσες στην επίπονη θάλασσα της ασεβείας
ωρισμένως θυμίζουν.
Οι ώμοι εκχύνοντες χρυσίζον ρέον φως
συνωθούνται μεταξύ των επικεντρωνόμενοι
και αποδίδοντες στον κορμό
την άμεμπτη θηλυκή του οξύτητα.
Τα στήθη σου, καθώς γερτή μένεις
κλίνουν ελαφρά το κεφάλι.
Σαφείς αι θηλαί των το σύμπαν αμελγόμεναι τρέφουν.
Πάνω τους παιχνιδίζουν χαρούμενα μέλισσες
και ακραιφνείς ερωδιοί φλερτάρουν ακώλυτοι.
Στήθη παιδίσκης ή εταίρας ευωνύμου τα στήθη σου είναι.
Η μέση λίγο δεξιά στρέφει
συνεχομένη εις πασιφανείς γλουτούς οδαλίσκης ανθούσης.
Επάνω της αόρατη του Μορφέως η καφαλή ακουμπά:
εκεί αυτός, όταν θέλει, κοιμάται.
Το εφήβαιον συμμετρική πάνσοφος παρουσία
προτρέχουσα
και περιτρέχουσα το έναστρον δάσος-
άστεγο κοράκι που άλλες ώρες τη θέση του
σε λευκό περιστέρι τελείως παραχωρεί.
Μηροί και κνήμες κρυφίως διαπλεκόμενοι
στον αριθμό τέσσερα
όσα και τα συστατικά τους είναι:
Φωτιά, Κύμα, Απελπισία, Έαρ.
Σε λίγο
μπροστά σε όλων τα μάτια
ένας σάτυρος έρχεται και εκεί
κοιμωμένην
σε βιάζει.
ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ
Στο γραφείο εντύπωση προκαλεί ο τρόπος
που όλα συμπλέκονται και αλληλοεξαρτώνται.
Ο χαρτοκόπτης συνουσιάζεται με τη γομολάστιχα.
Το σφουγγαράκι του νερού γεμάτο υγρή κόλλα.
Ο διακορευτής αξύπνητος ακόμα.
Οι καρφίτσες αιμάσσουσες,
και όλο το γραφείο μέσα στο δεξί του συρτάρι.
Πάνω απ' όλα η φωτογραφία σου.
Με τις δύο εξουσιαστικές στήλες φωτός
λάμπουσες πλήρως πριν καλυφθούν
από το αρχόμενο και ερχόμενο σκότος
της υφασμάτινης ευωχίας.
Η εργασία αρχίζει από το τέλος ως συνήθως.
Το αναμενόμενο γίνεται παρόν και το παρόν
μετατίθεται προς τις τρεις το μεσημέρι.
Εκεί πρέπει να βιαστώ
γιατί αν δεν το προλάβω
στις τρεις και πέντε θα συνθλιβεί.
Αν και (όπως σε κάθε αρχή) όλα μεγεθύνονται
γρήγορα σε διαπεραιώνω.
Προς τις δώδεκα
ίσως κουρασμένη πια, νυστάζεις.
Ένα φλιτζάνι καφέ σε ανανήπτει.
Και μου φέρνεις το συνηθισμένο έγγραφο.
Διαβάζω: SHERRY ορχουμένη'
SHERRY δονούσα'
SHERRY ωδίνουσα'
SHERRY ακραγγίζουσα πόθω'
SHERRY αλγούσα'
SHERRY ασθμαίνουσα'
SHERRY ομιλούσα'
SHERRY κορυβαντιώσα εν οροπεδίω'
SHERRY σφύζουσα μνημών απαρεγκλίτων.
Το υπογράφω ταχύτατα και το αρχειοθετώ.
Νόημα δεν έχει η πράξις σου
όμως πάντα τέτοιαν ώρα
παίρνεις τη μεγάλη αστροφεγγιά
τινάζεις τα ετοιμόρροπα αστέρια και πλησιάζεις
αγέρωχη και κρατούσα.
Η ανένδοτη επιφάνεια των ενδυμάτων μου
καλύπτεται από ψήγματα χρυσού και αργύρου
αβαρή και αδιάσειστα.
Νήχεσαι εντός τους προς όλες τις κατευθύνσεις.
Από παντού αλλού χάνεσαι.
Σε ξαναβρίσκω όταν σε κάποιαν απότομη κίνηση
όλα αυτά πέσουν.
SHERRY ΧΡΥΣΗ
Χρυσή βροχή πέφτοντας
με γονιμοποιεί
και με μεθά, με ζαλίζει.
Ευχές κάνω και προσπαθώ
στο στενό σου σουτιέν να χωθώ,
μια θέση να βρω στης κυλόττας σου
την υγρή επιφάνεια.
Αντιστέκεσαι και με πονάς.
Κυρίως γιατί σ' αγαπώ.
Και σ' αγαπώ γιατί έτσι.
Η αγάπη δεν έχει γιατί.
Μόνο ένα κορμί έχει
αδιάντροπο και ροδαλό
που προκαλεί.
Και την απόλαυσή του.
Τίποτ' άλλο.
SHERRY ΜΩΒ
To πονεμένο σου το κλάμα,
η ευγένεια της ματιάς
δεν κάνανε το θάμα.
Της ώρας της κακιάς
εβλάστησε ο σπόρος
κι η μόνη έχει χαθεί
η ευκαιρία. Ο χώρος
εγέμισε σταχτί.
Η λάμψη του άστρου σβήνειι.
Μ' αφήνεις μοναχό
και μόνη έχεις μείνει
με ταίρι τον αχό
του πόθου μου που θέλει
σε σένα ν' απλωθεί
μα βρίσκει όλα τα μέλη
να σου έχουν αλωθεί
απ' τ' άδικα εκείνα
παιχνίδια τα φρικτά
που σου κρατούν για μένα
τα μάτια σου κλειστά.
SHERRY ΧΑΚΊ
Στρατιώτης σε μάχη μεγάλη
στρατιώτης σε άνιση πάλη
έτσι μαζί σου είμαι
έτσι κοντά σου κείμαι.
SHERRY ΙΩΔΗΣ
To άδειο πληρώνεις εσύ
Sherry πανταχού παρούσα.
Σκάλα χρυσή
τα μαλλιά σου τα ρούσα.
Πληγή μου ανοίγεις παλιά
που μόνο με φιλιά κλείνει.
Αλλά δεν μου δίνεις φιλιά-
η Εύα δεν σ' αφήνει.
Στα σκέλη σου μέσα κρατάς
κλεισμένον με όλον
χωρίς να ’μαι εκεί. Και πατάς
με αναίσχυντον δόλον
όρκους που μια νυχτιά
κρυφά είχες δώσει.
Θάλασσα είσαι πλατιά
και κύμα έχεις σηκώσει,
που πεσμένον με χτυπά.
To καθένα σου στήθος
στο στόμα μου χωρά-
πράγμα αδύνατο συνήθως.
To χέρι μου πάει χαμηλά
εκεί, κάτω απ’ το φουστάνι
και ύστερα κυλά
εκεί που δε φτάνει
ο πόθος κανενός θνητού.
Και μένεις μονάχη.
Τις αισθήσεις φυτού
πρέπει να 'χει
η αδιάφορη διαγωγή σου'
ή να ’χει διαστρεβλωθεί
από την ήπειρο που μαζί σου
παίζοντας, έχει λερωθεί:
όλη η Αμερική
χωράει στα σκέλη σου εντός.
Τη βλέπω εκεί
καθώς κείμαι εκτός.
SHERRY ΜΠΕΖ
Δεν είχα τα χρώματα δει
της γραμμής των ώμων σου.
Tα φανταζόμουν ερυθρά
και φεύγοντα
πάνω σε μια
φωτεινή γραμμή ψευδαργύρου.
Κορμί πόρνης. Γλουτοί
που καλούν για τον στρόβιλο της αγάπης.
Στήθη ανεμίζοντα ίμερους στις άκρες τους.
Κενή μου κλίνη...
SHERRY ΟΥΡΑΝΙ
Παίρνουν τα χέρια σου τη θλίψη μου
και την περνούν απέναντι
πάντοτε περνώντας την κάτω
από τα δυο ανοιχτά σου πόδια-
το μόνο ανοιχτό
πάνω στη ματωμένη καρδιά σου.
Σε κοιτάζω με ανυπόκριτο θαυμασμό.
To εσώρουχό σου μπλε
και υγρό σαν θάλασσα.
Ματωμένη ευαισθησία σε προκαλεί.
Η καμπύλη των γοφών
και της κνήμης η αδρή παρυφή
μακραίνουν καθώς από μέσα κοιτάζω.
Είσαι ένα τριαντάφυλλο
με μακρύ μίσχο
και ζάχαρη στην κορυφή του,
γεννημένο για μέλισσες οκνές
και για φιλιά θλιμμένα.
Τα πέταλά σου
την πρωινή δροσιά πίνουν.
Και τα χέρια σου τη θλίψη μου παίρνουν
και πάντοτε
απέναντι την περνούν.
SHERRY ΜΑΥΡΗ
Μαύρη -μαύρη-μαύρη-μαύρη
μαύρη μοίρα σε κρατεί
κι ηδονής χαρά δε θα 'βρει
η ύπαρξή σου η κουτή
μακριά μιας και σε διώχνει
από με που σε καλώ
και σε πέη άλλα σε σπρώχνει
το άσκεφτό σου το μυαλό.
Αν φαντάζοσουν μονάχα
πώς μαγάλα με δονεί
η ειδή σου-πόση θα ’χα
να σου δώσω αληθινή
τη γλυκιά χαρά να νιώσεις,
δε θα ζήταγες αλλού
χάδια ψεύτικα να δώσεις-
δε θα ζήταγες φαλλού
άλλου θέα ν' αντικρίσεις.
Μαύρη μοίρα σε κρατεί
και τη ζήση σου να σβήσεις
μακριά μου σου απαιτεί.
SHERRY ΚΟΚΚΙΝΗ
Τεράστια παλίρροια φουσκώνει
ο πόθος απόψε. Οργά
η ύπαρξή μου. Ματώνει
το χείλι. Γοργά
τα κύματα πάνω μου σπάνε.
Το καίον σου σεξ προκαλεί
τα χείλη που μάταια ζητάνε
στην έρημο δρόσου φιλί.
To αίμα σου μέσα μου ρέει
και άναιμη μένεις εσύ.
Στις φλέβες σου ξύλινα πέη
εκχύνουνε μπρούσκο κρασί.
Και μέσα σου είμαι' και σ' έχω
ολάκαιρη μέσα μου εγώ.
Στ' αμπέλια τα πρώτα σου τρέχω
και μούστο δροσάτον τρυγώ.
Α! Κόκκινη! Κόκκινη SherryΙ
Α! Κόκκινη Sherry γιατί
σαν τρέμον σταχτί σπουργιτάκι
η θλίψη σου εδώ περπατεί…
-----
Τρίτη 5 Μαΐου 2026
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
TO ΒΟΔΙ ΤΗΣ ΦΑΤΝΗΣ
Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που μ' αξίωσες
να δω το γιο Σου.
Και αν δεν έχει το γλυκό το βόδινο
το πρόσωπό Σου
και αν δεν έχει όπως περιμέναμε
τέσσερα πόδια
μα η ψυχή του ολόλευκη και πάναγνη
καθώς στα βόδια.
Πολύ Εσύ καλλίτερα από μένανε
ξέρεις τι πρέπει.
Εσύ που η ματιά Σου η ολοκάθαρη
όλα τα βλέπει.
Και ξέρεις πως απάνω στο χωμάτινο
της γης το τόπι
τα πλάσματα που σωτηρία θέλουνε
ειν' οι ανθρώποι.
ΣΑΝ ΠΕΡΙΒΟΛΙ
Καθώς Θεέ τους βόλους του
μικρό παιδί κρατάει
και Συ μες στην παλάμη Σου
ίδια κρατείς την Πλάση.
Κι όταν γυρίζεις να τη δεις
από χαρά μεθάει΄
κι όταν μια λέξη θα της πεις
ανθεί σαν περιβόλι.
ΧΙΛΙΩΝ
Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω-
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.
Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα,
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα,
την πέτρα αφού απ' τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τηνε φέρνω-
αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση
αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι'
αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
Χιλίων είμαι άξιος θανάτων.
ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
Όχι πως κάνω κριτική Θεέ μου στη βουλή Σου,
μα έχω μια διαπίστωση τα χρόνια τούτα κάνει:
κάθε χρονιά και πιο αργεί να έρθει η γέννησή Σου
ενώ όλο και πιο γρήγορα η σταύρωσή Σου φτάνει.
ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου!)
γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.
Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους'
να μη φοράνε μόνο μάσκες καλοσύνης.
Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ' άνθη'
τ' άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν'
μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν' άστρο.
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που 'ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.
ΘΑ ΔΕΙΣ
Όλα γύρω μου μου λένε
να γελάσω-γα χαρώ.
Όταν όμως άλλοι κλαίνε
τότε Θε’ μου δεν μπορώ.
Κάνε Θε΄ μου πρώτα εκείνους
χαρωπούς και πια θα δεις-
ευτυχίας θ' ανθίζω κρίνους
απ’ τα βάθη της ψυχής.
TO ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Όσα χτυπήματα η ζωή
Θεέ μου κι αν μας δίνει
καθένα του με τον καιρό
περνάει-ξεχνιέται-σβήνει.
Εν' άγγιγμα όμως από Σε
πάντα δικό μας μένει-
με φως το νου μας πλημμυρά
και στην ψυχή μας δένει.
ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ
Τάχα οι άνθρωποι το Χρόνο εβρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.
Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν
στη Θείαν αναπαύεται τη Διάνοια.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
σα γάτα πα' σε δέντρο
που να γλιτώσει απ' του σκυλιού
πασκίζει τα σαγόνια,
δεν είναι γιατί μέσα της
φτηνές χαρές γυρεύω'
δεν είναι τόπους για να δω
ή πλούτη να μαζέψω.
Απ' τη ζωή αν γαντζώνομαι
δεν είναι για να ζήσω-
είναι για να 'χω τον καιρό,
Θε μου, να Σε γνωρίσω.
ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ
Άραγε πώς θ' ακούγεται η φωνή μας
στα Θεία Σου τ 'αυτιά;
Αστείοι και μεις κι αυτή μαζί μας
και θα γελάς πλατιά.
Μόνο τα Πνεύματα με Σε μιλάνε
κι αυτά μονάχα ακούς'
τα λόγια μας εμάς χαμένα πάνε
κι ας τα γεννάει ο νους.
Μα 'γω έψαξα και βρήκα τη μονιά Σου
και κει Σε καρτερώ.
Έλα! Και κάψε με με τη Φωτιά Σου!
Ζώσε με με Καιρό!
To ξέρω πως με νιώθεις-δε Σ’ αγγίζω
με ανάρμοστη φωνή'
δεντρί πανώριο είσαι και θροϊζω
του κλώνου σου κλωνί.
Η ΛΥΣΗ
Με κράζει το πουλί
κοντά του με καλεί'
το δρόμο αναμετράω:
μακριά μου-δε θα πάω.
Στον ουρανό εν' αστέρι
μου άπλωσε το χέρι
μα ό,τι και να κάνω
μακριά μου-δεν το φτάνω.
Μα να ο Θεός που πλάι,
μαζί μου περπατάει
κι όλα, πουλιά κι αστέρια
κρατεί στα δυο Του χέρια
ΜΕ ΣΙΩΠΗ
Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.
Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.
Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;
Αλλ' αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροπή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥ ΚΟΡΗΣ
Ας γίνει ο γάμος μου Θεέ
δεντρί που θα καρπίσει
κι όλες τις χάρες της ψυχής
στα κλώνια του ν' ανθίσει:
την άγια του έρωτα χαρά,
την άκοιμη φροντίδα,
και του παιδιού την ευλογιά-
του κόσμου την ελπίδα.
Και να 'ναι η ένωση αυτή
πάνω Σου στηριγμένη-
να φέγγει απ' την ανάσα Σου,
το Φως Σου ν' ανασαίνει.
Και μες στο Χάος του Σήμερα
που όλα έχει ρημάξει
να πλέκει αυτή αθόρυβα
του Αύριο την Τάξη.
ΠΑΝΑΓΙΑ
Παντάνασσα. Οδηγήτρα. Ελεούσα.
Επίσκεψις των καταπονουμένων.
Πανάχραντος. Πανύμνητος. Θεομήτωρ.
Μεσίτρια των χριστιανών. Η ελπίδα
Απελπισμένων. Η Αλουργίς η Θεία.
Άσπιλος. Ουρανών Υψηλοτέρα.
Πηγή Ζωής. Περίβλεπτος. Θεοφόρος.
Αχειροποίητος. Χαρά των ζώντων.
Πάνσεπτος. Προστασία αδικουμένων.
Άφλεκτος Βάτος και Λαβίς Πυρφόρος.
Πάναγνος. Χερουβίμ Ενδοξοτέρα.
Αμαρτωλών Εγγυήτρια. Πλατυτέρα....
Κι απλά για όλους μας: η Παναγία.
ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ
Τρανός καβαλάρης σε άλογο ολάσπρο
βοήθα να γίνω μια μέρα Χριοτέ μου.
Και μέσα να ζω σε πεντάμορφο κάστρο
που δε θα φοβάται ορμή όποιου ανέμου.
Και να 'ναι η ζωή μου το στέριο το κάστρο
και να 'ναι τα γκέμια ο άσφαλτος νους μου
και να 'ναι η ψυχή μου το άτι το αιθέριο
που δίνει φτερά στους θνητούς λογισμούς μου.
Και όταν η ώρα η άγια θε’ να 'ρθει
το άτι για πάντα το κάστρο ν' αφήσει,
σαν όνειρο να 'ναι παιδάκι που πλάθει
αφού χορτασμένο στον ύπνο βυθίσει.
ΕΝΟΧΕΣ
Κάθε το χέρι μου ή ο νους
που σ' αμαρτία απλώνει
θαρρείς καρφί κρατεί Χριστέ
και Σε ξανασταυρώνει.
Και τότε τρέμω σύγκορμος
και σιωπηλά σπαράζω
και νοερά κάθε φορά
τη Θεία Σου Χάρη κράζω
και, ή την ψυχή μου, της ζητώ
απ' το σώμα να χωρίσει,
ή να την κάνει τους φρικτούς
φονείς Σου ν' αγαπήσει.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΩΦΡΟΝΟΣ ΝΕΟΥ
Κι αν μηχανές η γη έχει γεμίσει
που ολημερίς μιλούν αντί για μας,
εγώ ανθρώπινη ποθώ μια ζήση-
Συ θέλω στην ψυχή μου να μιλάς.
Kι αν φτάσανε, Θεέ μου, στο φεγγάρι
ψηλότερα να φτάσω εγώ ζητώ-
εκεί που η χάρη Σου γλυκά μεθάει
το θείο Της δωρίζοντας ποτό.
Κι αν έχουνε βολάν κατευθυντήρια
κι οδήγησης συστήματα λογής,
στα γήινα θέλω εγώ τα ολετήρια
Εσύ το βήμα μου να οδηγείς.
ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ
Κι αυτά που πέρασαν κι όσα θα 'ρθούνε
δεν εχαθήκανε.
To Πριν και το Ύστερα οτο Πνεύμα νήχονται
μέσα το Θείο Σου.
Κι ειν' αναρίθμητα κι όσα θα γίνουν
κι όσα γινήκανε-
η "ιστορία" μας σταγόνα αίματος
μες στο Σφαγείο Σου.
ΈΛΕΟΣ
Κύριε απόψε τα θεριά
ουρλιάζουν αγριεμένα.
Η γη δείχνει τα νύχια της.
Αίμα σταλάζουν τ' άστρα.
Κύριε απόψε τα βουνά
πλακώνουν την ψυχή μας'
μάς σαβανώνει ο ουρανός..
η θάλασσα μας πνίγει...
Έλεος Κύριε! Έλεος!
Είμαστε πλάσματά Σου!
Έλεος Κύριε! Δείξε μας
το άλλο πρόσωπό Σου.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
"Πατέρα γύρισα από κει που Συ με είχες στείλει-
κάλλιο από όπου μ' άφησες μονάχον μου να πάω.
Πρωί εκίνησα και να! ψυχομαχάει το δείλι
που νύχτωμα ένα προμηνά πολύδωρο και πράο.
Ολοζωής επήγαινα, Για λίγο αν σταματούσα
το χώμα επερπάταγε στα πόδι μου από κάτου'
σε μια ζωή αγιόρταστη και πολυτυραννούσα
μελετημένα κι άφευγα φέρναν τα βήματά του.
Κι ως προχωρούσα, δίπλα μου, όντα καθώς εμένα
βαδίζανε, μη ξέροντας κι αυτά για πού τραβάνε,
μόνο πηγαίνανε κι αυτά σαν έρμα και σαν ξένα
ή από πιόμα δυνατό σαν μεθυσμένα να 'ναι.
Καθένα μίλαγε άλληνε-δική του μία γλώσσα.
Κι άστοχη κάθε του βουλή και κάθε του ήταν πράξη.
Και «ποιος», αναρωτιόμουνα, «δύστυχα όντα τόσα,
ή θέλοντας ή άθελα τα 'χεν εκεί πετάξει;..»
Και όταν μέσα εκοίταζα στα μάτια τους, ζητώντας
μια συνεννόησης σταλιά, μια σπίθα αδερφοσύνης,
εκείνα αντιθωρούσανε τα μάτια μου φρικιώντας
σαν αποτρόπαιο να 'τανε να παίρνεις και να δίνεις.
Κι όταν το χέρι μου άπλωνα ν' αγγίξω εν' άλλο χέρι
(για τι άλλο θα μου το 'δινες το χέρι μου πατέρα;)
αντίς για τ' άγγιγμα χεριού με χάραζε μαχαίρι
και ματωμένη κι αλγεινή κυλούσε η κάθε μέρα.
Τους μίλησα κι ανάκουστα τα λόγια μου ήρθαν πίσω.
Τους έδωσα κι ότι έδωσα πίσω άδοτο ερχόνταν.
Η ειρωνεία με δάγκωσε σαν ήρθε ν' αγαπήσω,
και όταν άναβα ένα φως από εκείνους σβηόνταν.
Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει.
Έτσι ταιριάζει σε νερά πελάγου ίσκιος δάσου.
Τόπος δεν ήτανε αυτός σε μένα να ταιριάζει-
δεν είμαι-όχι-στον τόπο μου σα βρίσκομαι μακριά Σου".
Την άσπρη και την κρύα Του ντυμένος ερημία
δίχως μιλιά σ Μαρμάρινος στεκόνταν ο Πατέρας,
φωνή σαν να μην ήχησε τριγύρω Του καμία
ή μάρμαρο λες να 'τανε κι ο γύρω Του αγέρας.
Και η αμέτοχη ήτανε και σοβαρή θωριά Του
ασάλευτα παράξενη κι άγρια γαληνεμένη
Και πέρα, πέρα, στο Άπειρο έβλεπε η ματιά Του.
Κι αμίλητα τα χείλια Του. Κι η γνώμη Του κρυμμένη.
Και το μαρμαροκάμωτο υφαίνοντάς Του δέρμα
πάνω Του συνωστίζονταν άπειρα πλήθη όντων-
όντων που θα τριγύριζαν αλλιώς μονάχα κι έρμα
στα ξερολίθια της στεριάς...στα κύματα των πόντων...
"Δέξου με στην αιώνια Σου Πατέρα αταραξία.
Κλείσε την ταραγμένη μου ψυχή μες στην ψυχή Σου.
Όλη όση εμοιράθηκε στην ύπαρξή μου αξία
είναι μικρό ένα μόριο να 'μαι της ύπαρξής Σου".
Ως απαντάει ο Βοριάς στ' αδύναμο πουλάκι
κι ως γνοιάζονται για του γιαλού την πέτρα τ' άγρια
βύθη
έτσι κι ο Γίγας γνοιάστηκε για κείνο τ' ανθρωπάκι
κι έτσι σε ότι εμίλησε Αυτός του αποκρίθη.
Και κείνο, με τα μάτια του να του θαμπώνουν όλο,
τον δρόμο προς του Γίγαντα πήρε το ποδονύχι,
το Μέγα όπως τ' Ουρανού τον Ατελείωτο Θόλο
κι Άσπρο καθώς το συνηθούν του Κοιμητήριου οι Τοίχοι.
Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ
-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.
Δε θέλουμε ποιητές.
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ
"Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!..
…Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!
Εγώ!
Η αειπαγής εγώ!..
Εγώ η δύσρηκτος!..
Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;
Εγώ που ως κι ο σεισμός τρεις μέρες πριν
ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
ξάφνω
κι ενώ φρουρούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι,
χωρίς να το θελήσω…
δίχως ν' αφεθώ…
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή!
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!
Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ
Καράβι ειν' η ζωή μας που το κύμα
μ' ασίγαστη μανία το χτυπάει'
στον τάφο λες μας πάει κάθε βήμα
και τ' άλλο στον αέρα μας ξερνάει.
Άγιε Νικόλαε, Άγιε της θαλάσσης
των ναυτικών προστάτη και σωτήρα
έλα την τρικυμία να κοπάσεις
και στης ξηράς την άξενη αρμύρα.
Άκου πώς βαριοτρίζουν οι αρμοί μας
δες τα πανιά μας τα κουρελιασμένα'
σε λίγο Άγιε η φτωχή ψυχή μας
ναυάγιο θα μετράει χωρίς εσένα.
«Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΥΠΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΞΙΦΕΙ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ.»
(Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης)
Θεέ, όταν στης γης τα σκότια βάθη
το σίδερο εδέησες να φανεί
ήξερες τάχα πως μια μέρα θα 'ρθει
που φονικό μαχαίρι θα γενεί;
Κι όταν τον άνθρωπο έδινες στην Πλάση
ήξερες πως ο ήλιος Σου θα δει
ότι πατέρας κάποτε θα φτάσει
να μαχαιρώσει το ίδιο του παιδί;
Οι λέξεις μου δεν ψάχνουν κάλλιο ταίρι.
Απρόθυμη κι η ρίμα και φτωχή:
Με τι καρδιά πατέρας το μαχαίρι
στην ίδια του το στρέφει την ψυχή;
Θεέ μου, και αν άπιστος κανένας
από πατέρα χέρι θα χαθεί
να είναι κάνε από τους λίγους ένας
που στα δεξά Σου, Τότε, θα σταθεί.
"ΕΞΕΓΕΡΘΗΤΙ ΒΟΡΡΑ, ΚΑΙ ΕΡΧΟΥ ΝΟΤΕ, ΚΑΙ ΔΙΑΠΝΕΥΣΟΝ ΚΗΠΟΝ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΡΕΥΣΑΤΩΣΑΝ ΑΡΩΜΑΤΑ ΜΟΥ."
(Άσμα, 3,16)
Για πόσους ο Βορράς δεν εξεγείρεται…
Για πόσους δεν προσέρχεται ο Νότος…
Κι αξέχυτα απομένουνε και άρρευστα
και αχρησίμευτα τ' αρώματα τους…
Α! Πιο καλά κανείς πέτρα να ήτανε
και όχι ρόδου χάρη μες στον κόσμο-
βαριά τ' αρώματα που δε σκορπίζονται'
της αχρηστίας αφόρητη ειν' η γνώση.
Βαριά τ’ αρώματα όταν τριγύρω σου
απ' ασιτία η όσφρηση πεθαίνει
κι αφόρητη η γνώση πως η άπνοια
τη δυστυχιά στον κόσμο μας πληθαίνει.
«ΣΥ ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ, ΚΥΡΙΕ, ΤΗΝ ΓΗΝ ΕΘΕΜΕΛΙΩΣΑΣ…. ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΣΟΥ ΟΥΚ ΕΚΛΕΙΨΟΥΣΙΝ.»
(προς Εβραίους, ι,10-12)
Θα ’ρθει καιρός που απ' την πολλή τη χρήση
Οι ουρανοί σα ρούχο θα παλιώσουν
κι έτσι γλυκά η πνοή Σου θα φυσήσει
και σα νιογέννητοι θα ξανανιώσουν.
Τη φωτεινή θαυματουργή Σου πέννα
στα πανταρκή κρατώντας μέσα χέρια
πουλιά θα ζωγραφίζεις φτερωμένα
τους Γαλαξίες, τους Ήλιους και τ’ Αστέρια.
Και κείνα μες στ’ ατέρμονα τα χάη
θα λάμνουνε της σφαίρας της ουράνιας,
απλά κι αβίαστα, καθώς κυλάει
το πυρωμένο δάκρυ της μετάνοιας.
Και στην αφεύγατη διάτα όλα τούτα
μιας μόνο σκέψης Σου θα πειθαρχούνε,
σαν όπως ωριμάζουνε τα φρούτα
όταν του θέρους τ' άγγιγμα δεχτούνε.
Έτσι γι ατέλειωτο διάστημα χρόνου
Πλάσες θα φτιάχνονται και θα χαλιούνται,
καθώς στο δάγκαμα του Νόστιου Πόνου
Θλίψες θεριεύουνε κι ελπίδες σβηούνται
Και Συ για πάντα ο ίδιος θα υπάρχεις
καθώς προ των αιώνων ήσουν πάντων,
κι ευδαίμων κι εύχαρις επάνω θ' άρχεις
στη δυσστονία του Νου και των Συμπάντων.
Σα φόρεμα η Πλάση που φοράει
Οι ουρανοί της έτσι θα παληώνουν
Κι έτσι γλυκά η πνοή σου θα φυσάει
Και σα νιογέννητοι θα ξανανιώνουν.
«ΑΝD ΝΟΕΜΙΝ SΕΕΙΝG ΤΗΑΤ SΗΕ WΑS DEΤΕRΜΙΝΕD ΤΟ GO WIΤΗ ΗΕR, CΈΑSED ΤΟ SΡΕΑΚ ΤΟ HER ANY ΜΟRΕ»
(THE BIBLE)
ΡΟΥΘ
Μια επιμονή... Μία κουβέντα ακόμα…
την Ιστορία ν' αλλάξουν θα μπορούσαν-
αν της Νοεμίν τα χείλη δε σιωπούσαν…
αν δε της σφράγιζε ο Θεός το στόμα…
Μα τι ωφελούν τα «αν»... η Ιστορία
γράφτηκε όπως Αυτός έχει θελήσει:
η Ρουθ την ίδια ακλούθησε πορεία
και τον Βοόζ επήγε να γνωρίσει.
Μετά Ωβήδ... Ιεσσαί... κι ο Προφητάναξ!
Χωρίς της Ρουθ και της Νοεμίν τη φίλια
του αγέννητου θα έθαφτε η λάρναξ
τα που καλά στον κόσμο ήρθαν χίλια.
Κι η ευλογία δε θα είχε υπάρξει
της Ρουθ, που αιώνες πριν την Πηνελόπη
του Σύμπαντος εχάραξε την Τάξη-
κι ας τήνε χάλασαν ξανά οι ανθρώποι.
Ο ΒΑΛΤΑΣΑΡ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ
Πηγαίναμε οι τρεις μας. Για ημέρες
επάνω στης καμήλας μας τη ράχη
με την υπομονή δώσαμε μάχη
και της ερήμου τις φρυγμένες ξέρες.
Και κάποια νύχτα εφάνηκε το αστέρι.
Ήταν καθώς σκυμμένοι από χρόνια
το 'δαμε, στα ιερά και προαιώνια
μέσα βιβλία, στης Περσίας τα μέρη.
Τώρα στ' αλήθεια μας εφανερώθη.
Κι ενώ ήτανε λαμπρό σαν ήλιοι χίλιοι
για μας σα γλυκερό ήτανε καντήλι-
κανένα μας το μάτι δεν 'τυφλώθη.
Και με απαλή μι' αγνότη και μια χάρη
λαμπρόφεγγε. Κι η νύχτα ήταν δικιά του.
Κι έλουζεν όλα πάνου κι όλα κάτου.
Και η ψυχή μας 'λάφρωσε' κι εχάρη.
Και λες χορεύοντας και τραγουδώντας
σαν κοριτσόπουλο ερωτεμένο
τραβούσε μπρος το τρισευλογημένο
πίσω του άλαλους κι εμάς τραβώντας.
Και πια δε νιώθαμε καθόλου κόπο.
Και τ' άστρι τ' ωραιότερο κι απ' τ' άνθη
πάνω από μια σπηλιά πήγε κι εστάθη
τον άγιο έτσι δείχνοντας τον τόπο.
Στον θεοσύναχτο μπήκαμε χώρο.
Μα σα μηχανικά μπροστά στα πόδια
που μωρουδίστικη χύναν ευώδια
καθένας μας απόθεσε το δώρο.
Γιατί και νους και σώμα και ψυχή μας
αμέσως δέσμια εγίνανε στο βρέφος-
δέσμια καθώς είναι η βροχή στο νέφος
και η ζωή κι η βλάστηση στη γη μας.
Και μεις οι τρεις, που σ' όλη μας τη ζήση
με μυστικά μεθάμε τ' ουρανού μας,
εμείς όπου αλάθητα το νου μας
με γνώση και σοφία έχουμε ασκήσει,
εμείς, σ' αυτό το βρέφος μι' άλλη γιε μου
είδαμε, θεια Φύση θρονιασμένη
που είθε όλην της τη μεστωμένη
την ευλογιά να νιώσω μέσαθέ μου:
έτσι καθώς τα ροδαλά χεράκια-
τ' αγνά, κινούσε, εκείνα εμεγαλώναν
θεριεύανε, γιγάντωναν, απλώναν
(τα’ άγια Του, τα μικρούλικα χεράκια!)
και μία φτιάχναν αγκαλιά μεγάλη
τρανότερην απ' την ουράνια εκείνη
που 'βλεπες μέσα στοργικά να κλείνει
τον κόσμο μας κι αυτός ζεστά να πάλλει.
Κι ως τα ποδάκια πλέκανε τα δυο Του,
λες ότι κιόλας είχε βγει στη στράτα
κι όπου πατούσε τα κακά φευγάτα
και αντρειωμένο τώρα το καλό Του.
Και όταν η βουλη Του-α! η βουλή Του!_
το γιορτινό Της άπλωνε το χέρι,
το "ναι" του αδύνατου γινόταν ταίρι
και ο παλμός συντρόφι του ακινήτου.
Και στις βραγιές του απείρου του ζοφώδους
κόσμοι επλάθονταν, ήλιοι εγεννιόνταν,
το φως δοξαστικά εμφανιζόνταν
κι έρρεαν ποταμοί λάβας φλογώδους.
Και μες στου βρέφους τα ματάκια όπου
μιαν εσοβάρευαν, μια παιχνιδίζαν,
έβλεπες αγριόκρινα κι ανθίζαν
η ευτυχία κι η χαρά του ανθρώπου.
Κι έβλεπες πειρασμών άγριες ερήμους
να γίνονται ολοπράσινες οάσεις'
κι έβλεπες πεθαμένων αναστάσεις
και ύμνους άκουες εορτασίμους.
Κι άκουες τη φωνή την εξαισία
να συμβουλεύει και να παροτρύνει
και την εθαύμαζες που φλόγα εγίνει
εκεί-στην επί Όρους Ομιλία.
Και μες απ' τα χειλάκια Του να βγαίνει
άκουσα μια φωνή, που αναγάλλια
όμως και φρίκη μου 'φερε ως αγάλια
στη νύχτα απλώνονταν την αγνισμένη:
«Έίμαι το Φως. Και Είμαι η Αλήθεια.
Όποιος θελήσει και Μ' ακολουθήσει
αυτός στο σκότος δε θα περπατήσει
αλλά στα φώτα της ζωής τα πλήθια.
Για σας η γήινη ζωή Μού εδόθη.
Τη Θεία διδασκαλία Μου δεχτείτε
και γίνετε έτσι άξιοι να μπείτε
στη Βασιλεία για σας που ’θεμελίώθη.
Κι αν θα διαλέξετε να Με σκοτώστε
σκοτώστε Με' μα εγώ κι απ' το σταυρό Μου
απ' τον Πατέρα θα ζητώ Θεό μου
σταυρό γι αυτό εσείς να μη σηκώστε».
…Σκέφτομαι γιε μου και γελώ με μένα-
πήγα κρατώντας δώρα μες στα χέρια
σ' Αυτόν που δώρα, γη, ουρανούς κι αστέρια
μ' ένα Του Λόγο μόνο έχει πλασμένα".
TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ
Ο Ιωσήφ κοιμήθηκε, Σκέψεις θανατερές
το απλοϊκό παιδεύουνε μυαλό του.
Κι όταν αποκοιμήθηκε-πέθανε κάλλιο πες-
ηρθ' ένας άγγελος μες στ' όνειρό του.
Κι ήταν του αγγέλου τα φτερά λευκότερα απ' το φως'
κι ο Ιωσήφ στον ύπνο του εταράχτη'
κι ήτανε σαν τρισμέγιστος ν' ανάτειλε λαμπρός
ήλιος κανείς από μια κρύα στάχτη.
Και σοβαρή μία φωνή εβγήκε απ' τα λεπτά
κι ευγενικά του άγγελου τα χείλη
όπως το Μέγα Έλεος βγαίνει από τα σεπτά
τα χείλη Εκείνου που τον είχε στείλει:
"Μην τρέμεις-έναν άγγελο βλέπεις Ιωσήφ εδώ.
Απ' το θεό στη γη στάλθηκα κάτου'
κι ειν' έργο μου μοναδικό να λειάνω την οδό
για να διαβεί το Άγιο Θέλημά Του.
Και είναι Θείο Θέλημα, Ιωσήφ, να γεννηθεί
ο Λόγος του Θεού από τη Μαρία'
είναι σε μήτρα μέσα μια θνητή να σαρκωθεί
του γένους των θνητών η σωτηρία.
Κι ειν’ η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
μέσα της το Άγιο Πνεύμα να καρπίσει.
Κι ειν' η Μαρία η εκλεκτή που άξια έχει κριθεί
τον μόνο του θεού Γιο να γεννήσει.
Αυτός, το σπόρο που κρατεί για κάθε Αληθινό,
για κάθε Ωραίο και για κάθε Μέγα,
Αυτός που όλα κυβερνάει από τον ουρανό-
Αυτός, το Άλφα όλων και τ' Ωμέγα,
Αυτός που εφύτεψε το Φως στου Σκότους την καρδιά
και ανθίσανε οι Ήλιοι και οι Μέρες,
Αυτός που εσκόρπισε στης γης τη ράχη την πλατιά
ζώα κι ανθρώπους και φυτά κι αγέρες,
Αυτός το σπόρο εδιάλεξε να στείλει της Ζωής
μες στης Μαρίας τη μήτρα την αγία'
κι αυτή 'ναι η ενανθρώπιση της Θείας της Πνοής
κι αυτή 'ναι η Ένσαρκος Οικονομία.
Σήκω και στη γυναίκα σου στάσου Ιωσήφ κοντά
και όπως πριν σκεπτόσουν μη τη διώξεις-
στα σπλάχνα της των Προφητών μέσα η φωνή βοά
κι οι σάλπιγγες ηχούν της Θείας Δόξης.
Λοιπόν μη βασανίζεσαι, Μη σκέψεις αλγεινές
παιδεύουν το καθάριο το μυαλό σου'
ειν' η Μαρία Υψηλή μέσα στις ταπεινές-
ειν' αειπάρθενος η σύντροφός σου!•
Εξύπνησε ο Ιωσήφ. Και με φωνή απαλή
"Σ' ευχαριστώ Θεέ μου" φιθυρίζει΄
και στη Μαρία πάει κοντά κι αγγελικό
στα βλογημένα Της μαλλιά φιλί χαρίζει.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ
Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;
Ζήταγες απ' τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;
Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.
Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.
Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.
Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"
Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
Πέμπτη 30 Απριλίου 2026
Ο ΣΤΑΥΡΌΣ
Στο στήθος το χιονάτο της το ποθοπλανταγμένο
ένας σταυρός κρεμότανε με τον Εσταυρωμένο.
Κι αναρωτήθηκα γιατί στους τόσους Του μπελάδες
να τον παιδεύουν τον Χριστό τώρα κι οι Συμπληγάδες.
Μα όταν έσκυψα να δω επάνω στον σταυρό Του
να 'ναι αναψοκόκκινο είδα το πρόσωπό Του
κι αντί να είναι η όψη Του άφατα πονεμένη
την είδα με αγαλλίαση να 'ναι στεφανωμένη.
Τα μάτια Του μισόκλειστα΄ κι εσειόταν το κορμί Του
σαν ο σεισμός να έγινε προτού από τη θανή Του.
Κι οι βόγγοι που εβγαίνανε απ' τα φρυγμένα χείλη
γι άλλην μιλούσανε παρά για την Ουράνια Πύλη.
Και μέσα κει στα στήθη της τα παντοβόρα, είδα
να 'ναι πιασμένος ο Χριστός στην ίδια την παγίδα-
στην ίδια να φλογίζεται φωτιά που τον καθένα
καίει στη γη επάνω αυτήν, ως έκαψε και μένα.
Για μένα ετούτος ήτανε ο Πλάστης και Θεός μου
κι Αυτόνε ξέρω μόνο εγώ για Ποιητή του Κόσμου-
Εκείνου εικόνα είμαστε όλοι κι ομοίωσή Του,
στον ίδιο σταυρωνόμαστε σταυρό κι εμείς μαζί Του.
Και όρκο παίρνω πως μετά το κορμομάχημά Του,
λίγο πριν πάψει να χτυπά για πάντα η καρδιά Του-
και όρκο παίρνω λέω ξανά-δεν είναι εικασία
πως είχε το "Τετέλεσται" μιαν άλλη σημασία.
ΤΗ ΓΑΤΑ
Χάιδευες με το πόδι σου τη γάτα.
Το πόδι σου γυμνό. Η γάτα ύπτια.
Τα δάχτυλά σου ανάβαν τα κροκάτα
στου ζώου τα γοργά τα καρδιοχτύπια.
Με τ' όλασπρο, αβρό, γυμνό σου πόδι
εχάιδευες το τρίχωμα της γάτας.
Το γόνυ σου λαμπύριζε σαν ρόδι
κι έτρεμε το κορμί της χρυσομάτας.
Μ' αθώες, ταχα αδιάφορες κινήσεις
εχάιδευες τη γάτα σου τη μαύρη.
Απόψε κι αν ανάπαψη ζητήσεις
ούτε κι εσύ ούτε και κείνη θα 'βρει.
Βελούδι σε φιλί με το βελούδι
και πες ποιο εφιλιόνταν-ποιο εφίλα;-
το χνούδι αγκαλιασμένο με το χνούδι-
ποιανού η πιο μεγάλη ανατριχίλα;…
Εχάιδευες τη γάτα. Η ματιά σου
Θολή από τη θύελλα που νιώθεις.
Και τρέμουνε τα χείλη τ' ανοιχτά σου-
Ματαία η προσοχή σου: επροδόθης.
ΤΑ KΕΦΑΛΑΚΙΑ
Σαν την ψυχή νιογέννητου παιδιού, πριν τη μολύνει
ούτε της πείνας τ' άγγιγμα' πριν τη λερώσει ακόμα
ο πόθος για το νοιώσιμο της ρόγας μες στο στόμα,
έτσι αγνά τα στήθη σου μου μοιάζουνε με κείνη.
Χαρτί που μόλις έχει βγει απ' το τυπογραφείο
λευκό, ακόμα πριν το δει ούτε ποιητή το μάτι
και να 'χει ο νους του πάνω του σκεφτεί να γράψει κάτι,
τα πάλλευκα έτσι στήθη σου φαντάζουνε τα δύο.
Και σαν βουνά την όμορφη τη γη μας που στολίζουν,
κι ενώ το ηφαίστιο μέσα τους ασίγαστα κοχλάζει
εν' αεράκι δροσερό τη ράχη τους δοξάζει,
έτσι και κείνα καίγονται κι έτσι κι αυτά δροσίζουν.
Κι έτσι σφιχτά κι έτσι κρουστά κι έτσι σαν φιλντισένια
μόνο στου νου το τάνυσμα μπορούν να παρομοιάσουν
λίγο προτού οι ιδέες του που πάνε να τον σπάσουν
διέξοδο στα έλη της χαράς βρούνε τα τιποτένια.
Και σαν παιδιά. Σαν δυο μικρά, λαμπρά, γλυκά παιδάκια
που μια πηδούν ακράτηγα και τρέχουν και 'λαφιάζουν,
μια βαριεστούν και στέκουνε κι άτονα ησυχάζουν,
και μια πεισμώνουν και γυρνούν αλλού τα κεφαλάκια.
ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ
Η μουρμούρα απ' την παρέα
σ' αποκοίμισε χτες βράδυ,
και δοθήκαν στον Ορφέα
της σαγήνης σου οι βάρδοι.
Η καρέκλα σου αγαλλιάζει
από τ' άγγιγμα το θείο
και λιπόθυμη αγκαλιάζει
το πολύτιμο φορτίο.
Αλλά κι έτσι κοιμισμένη
δε γινόταν να μη μ' έλκεις:
τα ποδάκια, έτσι αφημένη,
σταυρωτά καθώς τα πλέκεις,
τους μηρούς σου η κουβέρτα
στους αφήνει ακαλύπτους
και γεμίζει ο τόπος κέδρα
και γεμίζει ευκαλύπτους.
Και στα δάση μέσα σειώνται
Νύμφες, Σάτυροι και Φαύνοι
κι απ' τα γέλια τους δονούνται
οι γλουτοί σου οι δυο οι λάγνοι.
Και στο βάθος βάθος βάθος
στη μεσόγλουτη σχισμή
που τη δέρνουνε με πάθος
καταιγίδες και σεισμοί
καταργούνται τα ερέβη,
η Εδέμ αναγεννάται
κι α! η Εύα θριαμβεύει
το κορμί σου όταν κοιμάται.