ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
Χρόνος: Εκατομμύρια χρόνια πριν.
Τόπος: Κάπου στον Γαλαξία μας.
Πρόσωπα:
ΖΩΗ
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΗΣ
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
ΧΑΡΩΝΑΣ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ (ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ)
ΤΟ ΣΚΥΛΑΚΙ ΤΗΣ
ΑΝΑΓΚΗ (ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ)
Ένα γραφείο. Όπως βλέπουν οι θεατές, δεξιά ένα έπιπλο-γραφείο, ογκώδες, με σκαλιστή καρέκλα. Όποιος κάθεται σ’ αυτήν έχει αριστερά του τους θεατές. Αριστερά
και στο βάθος ένα μικρότερο γραφείο με
καρέκλα. Δίπλα στο γραφείο η πόρτα. Κάποιο παράθυρο. Ακόμα στο δωμάτιο τραπεζάκι με δύο καρέκλες, βιβλιοθήκη. Στους τοίχους φωτογραφίες ζώων και φυτών και ανατομικοί πίνακες. Πάνω στο μεγάλο γραφείο υδρόγειος σφαίρα με διαφοροποιημένα όρια ξηράς και θάλασσας. Το μεγάλο γραφείο
είναι της Ζωής. Το μικρό του Χάρωνα. Όταν
ανοίγει η αυλαία στη σκηνή βρίσκεται η
Ζωή. Νέα, αδύνατη, συμπαθητική. Φοράει
ζωηρόχρωμα ρούχα. Περπατάει νευρικά.
Πηγαίνει στο παράθυρο. Σηκώνει την
κουρτίνα. Βλέπει έξω. Περπατάει. Κοιτάζει το
ρολόϊ της. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η
Γραμματέας κρατώντας χαρτιά στα χέρια της.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(με σεβασμό)
Τα εισερχόμενα.
ΖΩΗ
(πλησιάζει στο γραφείο της)
Τι έχουμε σήμερα;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνει το πρώτο χαρτί επάνω στο γραφείο)
Απειλητική αύξηση των μυρμηγκιών.
(περιμένει σχόλιο για να προχωρήσει στο επόμενο
χαρτί)
ΖΩΗ
Προχώρα.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(αφήνοντας ένα ένα τα χαρτιά)
Αίτηση από το Τμήμα Θαλάσσης για την ενίσχυση των μέσων άμυνας των χταποδιών... η Μηνιαία Στατιστική του Πεδινού Τμήματος... πρόταση της Γραμματείας Φυτών για τη σμίκρυνση των πεύκων... η μελέτη του Γραφείου Ερήμων για την επίδραση της πτώσεως της θερμοκρασίας στην ομοιόσταση των αρθροπόδων... δύο αιτήσεις αδείας.
ΖΩΗ
Καλά. Άφησέ τα. Θα τα δω αργότερα. Φάνηκε ο Παρατηρητής;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όχι ακόμα.
ΖΩΗ
Όταν έρθει να τον δω αμέσως.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
(πηγαίνει προς την πόρτα)
ΖΩΗ
Έτοιμη για την επιθεώρηση;
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Όλα εντάξει.
(βγαίνει)
ΖΩΗ
(Κοιτάζει το ρολόϊ της. Βηματίζει. Πηγαίνει στο
παράθυρο. Σηκώνει την κουρτίνα. Την ίδια στιγμή χτύποι στην πόρτα. Αφήνει την κουρτίνα να πέσει.)
Εμπρός!
(μπαίνει ο Παρατηρητής)
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κουρασμένος)
Ουφ!..
ΖΩΗ
Λέγε!
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(πειραγμένος από το απότομο της Ζωής)
Να κάτσω πρώτα;
ΖΩΗ
Κάτσε αλλά λέγε.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Κάθεται).
Οι πληροφορίες είναι όλες σωστές. Στο Τμήμα Σχεδιασμών είναι κοινό μυστικό. Κανείς δε μιλάει γι αυτό, όμως όλοι το ξέρουν. Ο μηχανικός έχει σχεδιάσει κάτι και πιστεύει πως τα σχέδιά του θα πετύχουν.
ΖΩΗ
Τι ακριβώς σχεδιάζει; Έμαθες; Τι ακριβώς επιδιώκει;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Δεν μπορώ να ξέρω ακριβώς. Μίλησα με δυο τρεις φίλους από το Τμήμα του. Αλλά ξέρεις, αυτά τα πράγματα θέλουν ώρα. Δεν πας και ρωτάς: "κρύβει κα ’να μυστικό το αφεντικό σου;" Πας, κάθεσαι, μιλάς για τον καιρό, για την οικονομική κατάσταση, για τα προσωπικά σου, κάνεις τον άλλο να σιγουρευτεί ότι πήγες εκεί μόνο και μόνο για να τον δεις ή επειδή ήθελες να συζητήσεις απλά μαζί του. Και όταν αυτό γίνει, αρχίζεις με τρόπο να μπαίνεις στο θέμα που σε ενδιαφέρει. Ρωτάς τάχα αδιάφορα για κάτι που έγινε…
ΖΩΗ
(Τον διακόπτει)
Δε θέλω να μάθω πώς δουλεύεις. Θέλω να μου πεις τι έμαθες.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πρώτα επιβεβαίωσα όλες τις πληροφορίες που είχες μέχρι
τώρα. Έμαθα ότι κάτι μεγάλο σκαρώνεται, ότι αυτό το κάτι είναι έτοιμο στα χαρτιά, ότι έχει αρχίσει να μπαίνει σε πράξη και ότι αφορά αποκλειστικά στους πιθήκους. Μέσα σε μιαν ώρα πολλά είναι κι αυτά που έμαθα. Αν μου δώσεις χρόνο θα σου φέρω ως και τα σχέδια που έχει στο συρτάρι του.
ΖΩΗ
(Με αδημονία)
Χρόνο… Χρόνο…
(καταβάλλει προσπάθεια να ηρεμήσει)
Έχεις δίκιο. Ξέρω πως σου ζητάω πολλά. Όμως το πράγμα επείγει. Μην ξεχνάς πως σήμερα έχουμε επιθεώρηση. Πρέπει το θέμα να ξεκαθαρίσει σήμερα. Είναι ευκαιρία. Με την αλληλογραφία η διευθέτησή του θα καθυστερήσει με φοβερές συνέπειες. Έστειλες κάτω για αποδείξεις;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Έστειλα τον ικανότερο βοηθό μου. Είναι εκεί από πρωί
πρωί. Όπου να ’ναι έρχεται. Θα σε ενημερώσω αμέσως όταν φτάσει.
(ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Χάρωνας)
ZΩΗ
(στον Παρατηρητή)
Να έρθει ο ίδιος σε μένα.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Ναι.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Καλημέρα.
ΖΩΗ
Καλημέρα
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(απρόθυμα)
Καλημέρα.
(σηκώνεται)
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Με ύφος ειρωνικό)
Μήπως διακόπτω καμία ενδιαφέρουσα συζήτηση;
ΖΩΗ
Τελειώσαμε Χάρωνα. Ο Παρατηρητής έφευγε.
(στον Παρατηρητή)
Να ’ρθει αμέσως ο ίδιος εδώ-ναι;
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Εντάξει.
(απαξιωτικό βλέμμα στο Χάρωνα. Στη Ζωή)
Αντίο
(βγαίνει)
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Κάθεται)
Απορώ πώς αντέχεις αυτόν τον σπιούνο.
ΖΩΗ
(Μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της)
Αν "αυτόν το σπιούνο" τον είχα χρησιμοποιήσει νωρίτερα, θα είχα μάθει πρωτύτερα τι συμβαίνει και δε θα είχα βρεθεί προ απροόπτου.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Ποιο είναι το απρόοπτο; Συμβαίνει τίποτα;
ΖΩΗ
Δεν είναι κάτι που αφορά εσένα άμεσα. Ίσως και να μη σε αφορά ούτε έμμεσα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Ξέρω, είμαι μικρός και δεν έχω δικαίωμα να μάθω… Όμως είμαι υφιστάμενός σου μόνο γιατί ακόμα δεν δημιουργήθηκε η Διεύθυνση Αποσύρσεως. Το ξέρεις πως έχω κάνει αίτηση με πλήρη δικαιολόγηση του αιτήματος και ότι είναι ζήτημα χρόνου η δημιουργία της νέας Διεύθυνσης. Τότε θα ’χω δικό μου γραφείο όπως εσύ και σε βεβαιώνω (ρίχνει μια ματιά γύρω του) πως θα είναι καλλίτερο από αυτό.
ΖΩΗ
Δε θ' ασχοληθούν καθόλου με το αίτημά σου. Ως εκεί έχουν μυαλό. Όλοι ξέρουν πως η δουλειά σου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες ικανότητες κι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερο γραφείο. Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες.
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Μιμείται τη φωνή της)
"Όλο που έχεις να κάνεις είναι να κουβαλάς νεκρές κούκλες"... Πόσες φορές το ’χω ακούσει αυτό... Έτσι νομίζετε όλοι, πως είναι απλή δουλειά. Ξέρεις τι συντονισμός οχημάτων χρειάζεται για να μεταφερθούν τόσα πτώματα κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Ξέρεις τι προεργασία απαιτείται για να μη γίνει λάθος και μπερδευτούν νεκροί με ζωντανούς; Και για πήγαινε συ να κουβαλήσεις έναν ελέφαντα! Η φόρτωση παίρνει περισσότερο χρόνο από τη μεταφορά. Τις περισσότερες φορές πρέπει να τον διαλύσω για να τον μεταφέρω. Εσύ που βλέπεις πόσο κοπιάζω για να γίνουν αυτά στην εντέλεια, δεν έπρεπε να πεις αυτά που είπες.
ΖΩΗ
(ειρωνικά)
Ναι, πολύ κοπιάζεις.
(αποφασιστικά)
Ότι και να λες, η Διεύθυνσή σου και αν ποτέ γίνει, θα έχει
είκοσι φορές λιγότερη δουλειά από τη δική μου.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Μπράβο υπολογισμός! Πώς το μέτρησες; Εκείνο που θα ’πρεπε να πεις είναι ότι άλλη η δουλειά η δική σου και άλλη η δική μου. Τότε θα μιλούσες σωστά. Δεν μπορούν να συγκριθούν δυο ανόμοια πράγματα.
ΖΩΗ
Νομίζω ότι μπορούν στην περίπτωσή μας: εγώ δημιουργώ κι εσύ είσαι ένας μεταφορέας.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Με συγχωρείς. Αλλά εγώ κουβαλάω πίσω στο εργοστάσιο
όσα δημιουργήματά σου καταστρέφονται κι εγώ δεν ξέρω από ποιαν αιτία. Σίγουρο είναι ότι δεν καταστρέφονται όλα από την πολυκαιρία, αλλά και σε πολύ μικρότερο χρόνο και από διάφορες αιτίες. Και αυτή η πρόωρη καταστροφή έχει βέβαια να κάνει με την ποιότητα της δουλειάς που γίνεται στη Διεύθυνσή σου…
ΖΩΗ
(Εκνευρισμένη αλλά και με διάθεση να δώσει τέλος στη
συζήτηση)
Δεν είσαι εσύ ικανός ούτε και αρμόδιος να κρίνεις τη
Διεύθυνσή μου. Αλλά, Χάρωνα, ας μη συνεχίσουμε τον καυγά. Με περιμένει μια δύσκολη μέρα. Και ας μην ξεχνάμε την επιθεώρηση. Συγνώμη αν σου μίλησα άσχημα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Α! Ναι! Η επιθεώρηση! Μα εμένα όλη σχεδόν η δουλειά γίνεται έξω από το εργοστάσιο.
(Ταχτοποιεί τα χαρτιά του πάνω στο γραφείο του)
Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα. Εσύ έχεις ετοιμαστεί;
ΖΩΗ
Και ναι και όχι. Έχω ετοιμαστεί σε ό,τι θα μπορούσα να
ετοιμαστώ. Αλλά αυτή η επιθεώρηση δε μ' ενδιαφέρει όπως οι άλλες. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Τι εννοείς;
ΖΩΗ
Χάρωνα έχω μπλεξίματα. Ο Λογοθέτης κάνει του κεφαλιού του.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Εμένα μου το λες; Δεν το ξέρω; Προχτές έστειλε δικούς του και μάζεψαν όλες τις αντιλόπες πριν πάμε εμείς. Ο επικεφαλής του συνεργείου μου μού είπε πως δεν υπάρχουν αντιλόπες. Ενώ ξέραμε πως ήταν δεκαπέντε. Όλη τη μέρα σκεφτόμασταν τι μπορεί να ’γινε. Και την επομένη τυχαία ανακάλυψα ότι τις είχε μαζέψει ο Λογοθέτης, γιατί τις χρειαζόταν, λέει, για τα πειράματά του. Καλά, του λέω, γιατί δε μου το ’λεγες ότι θα τις μαζέψεις;
Νομίζεις ότι μου απάντησε; Γελούσε σαν χαζός.
(Χτυπάει η πόρτα)
Εμπρός!
(Μπαίνουν ο Βοηθός Παρατηρητή και ο Παρατηρητής)
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Καλημέρα.
ΖΩΗ
Καλημέρα.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
(Στο βοηθό του)
Πες στην κυρία προϊσταμένη τι είδες.
ΒΟΗΘΟΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ
Είδα κάτι που ούτε έχω ακούσει ούτε έχω ξαναδεί. Είδα
πράματα που με τρόμαξαν. Είδα πιθήκους να περπατάνε σχεδόν όρθιοι. Άλλους να ’ναι μαζεμένοι γύρω από φωτιά και να ζεσταίνονται. Όταν πλησίασα μου πέταξαν πέτρες. Τις κρατούσαν μέσα στα χέρια τους όπως εμείς... Να, έτσι!.
(Δείχνει τη γροθιά του)
ΖΩΗ
(Κάνει μια κίνηση απογνώσεως. Αμέσως μετά με συγκρατημένα ήρεμο ύφος)
Εντάξει. Αρκετά. Πες στη γραμματέα μου πού θα βρίσκεσαι γιατί ίσως σε χρειαστώ αργότερα.
(Στον Παρατηρητή)
Ευχαριστώ. Μπορείτε να πηγαίνετε.
(Βγαίνουν ο Παρατηρητής και ο βοηθός του. Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στη συσκευή τηλεφώνου που βρίσκεται πάνω στο γραφείο της)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!
ΖΩΗ
Να έρθει αμέσως ο Λογοθέτης. Είναι επείγον.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Μάλιστα!
ΧΑΡΩΝΑΣ
Μα τι συμβαίνει;
ΖΩΗ
Συμβαίνει ότι ο Λογοθέτης ενεργεί χωρίς την έγκρισή μου. Προχτές το βράδυ είχα στο σπίτι μου τον Επόπτη Εργασίας. Μου είπε πως κάτι ψιθυρίζεται στο Τμήμα Μηχανικού Σχεδιασμού για μια καινούργια ιδέα του μηχανικού, που άρχισε κιόλας να την εφαρμόζει στους πιθήκους. Δεν ήξερε κάτι συγκεκριμένο. Αμέσως ειδοποίησα τον Παρατηρητή να μάθει και να με ενημερώσει το συντομότερο. Ταυτόχρονα του είπα να στείλει κάτω κάποιον να δει τι γίνεται. Τα νέα τα άκουσες μόνος σου. Όμως θέλω ν’ ακούσω από τον ίδιο τι προσπαθεί να κάνει και πού έχει φτάσει το πράγμα. Μα προ παντός θέλω να τον σταματήσω. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για κάτι φοβερό. Θα ’θελα να μην ήταν έτσι, όμως όσα άκουσα εκεί οδηγούν.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Έχω τα ίδια αισθήματα με σένα για το Λογοθέτη. Μα τώρα δεν βλέπω τι φοβερό μπορεί να συμβαίνει. Μη χαρακτηρίζεις από πριν άσχημο ότι κάνει. Μπορεί να πρόκειται για κάτι αθώο.
ΖΩΗ
Αν ήταν αθώο δε θα κρατιόταν μυστικό. Ούτε ήταν αθώα όσα ακούστηκαν πριν λίγο εδώ μέσα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Εγώ απ' ότι άκουσα συμπέρανα πως ο Λογοθέτης προσπαθεί να βελτιώσει τη δουλειά του. Και επειδή εδώ μέσα πρόκειται να δοθεί μάχη όταν αυτός έρθει, εγώ θα φύγω. Ύστερα έχω να ελέγξω τις σημερινές αφίξεις. Αφού έχουμε επιθεώρηση πρέπει να είναι όλα εντάξει. Τι ώρα αλήθεια αρχίζει η επιθεώρηση;
ΖΩΗ
(Παίρνει και συμβουλεύεται ένα χαρτί από το γραφείο της)
Το πρόγραμμα λέει στις δέκα. Όμως πότε ακολουθήθηκε το πρόγραμμα; Γι αυτό ας είμαστε έτοιμοι νωρίτερα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
Αν με ζητήσουν θα είμαι στο Τμήμα Παραλαβών.
(Τεντώνεται στην καρέκλα του)
Σήμερα δεν αισθάνομαι καλά. Θα κρύωσα το βράδυ.
(Χτύποι στην πόρτα. Ο Χάρωνας σηκώνεται)
Αυτός θα ’ναι. Εγώ φεύγω.
ΖΩΗ
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Λογοθέτης)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Στον Χάρωνα)
Γεια σου Χάρωνα.
ΧΑΡΩΝΑΣ
(Στο Λογοθέτη)
Γεια σου. Εγώ έφευγα. Πέρνα.
(Στη Ζωή)
Γεια.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κλείνει την πόρτα. Είναι γελαστός μα και ανήσυχος)
Καλημέρα.
ΖΩΗ
Καλημέρα. Κάτσε.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Κάθεται)
Η γραμματέας σου μου είπε πως είναι επείγον.
ΖΩΗ
Ναι Λογοθέτη, πρόκειται για κάτι επείγον και σοβαρό. Τι
συμβαίνει με τους πιθήκους;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(σοβαρεύεται)
Ώστε αυτό ήταν... Αυτό ήθελε ο Παρατηρητής πρωί πρωί στο Τμήμα μου...
ΖΩΗ
Λογοθέτη, είμαι η προϊσταμένη της Διεθύνσεως Παραγωγής και είναι μέσα στα καθήκοντά μου να γνωρίζω τι γίνεται μέσα στη Διεύθυνσή μου. Έμαθα λοιπόν πως κάνεις κάτι κρυφά από μένα. Πώς το έμαθα δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει πως εσύ δεν με ενημέρωσες σχετικά. Απαιτώ να μάθω από σένα τι ακριβώς συμβαίνει. Ακούω.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Τα λόγια σου και το ύφος σου δείχνουν πως με αντιμετωπίζεις σαν να έκανα κανένα έγκλημα. Το πράγμα είναι απλό και δεν βλέπω γιατί το αντιμετωπίζεις έτσι. Σαν επιστήμονας που είμαι, προσπαθώ να βελτιώσω τη δουλειά μου. Μελετώ, πειραματίζομαι, παρατηρώ…
ΖΩΗ
Αυτό είναι υποχρέωσή σου. Για να πειραματιστείς όμως στις κούκλες μας πρέπει να έχεις την έγκρισή μου. Εκτός από επιστήμονας είσαι και υπάλληλος. Και έχεις προϊστάμενο που συμβαίνει να είμαι εγώ.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Οτιδήποτε κρίνω ότι χρειάζεται να τεθεί υπόψη σου, θα σου το αναφέρω αμέσως. Και αν χρειαστεί να κάνω κάποια σοβαρή αλλαγή θα ζητήσω οπωσδήποτε την έγκρισή σου.
ΖΩΗ
Μιας κι είσαι λοιπόν εδώ ενημέρωσέ με για ότι σκοπεύεις να κάνεις, αλλά κύρια για ότι έκανες ως τώρα. Και εννοώ ό,τι καινούργιο εφάρμοσες στις κούκλες μας. Γιατί σαν προϊσταμένη της Διευθύνσεως μόνο αυτό με ενδιαφέρει: τι έκανες στις κούκλες μας. Στις κούκλες του εργοστασίου μας.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν ξέρω τι σου είπαν. Η αλήθεια είναι ότι ασχολούμαι από καιρό πειραματικά με την οικογένεια των πιθήκων. Παρατήρησα ότι πολλαπλασιάζοντας τις συνάψεις των εγκεφαλικών κυττάρων μεταξύ τους, είχα αποτελέσματα ικανοποιητικότερα παρά αν τα εφάρμοζα στις άλλες κούκλες. Οι πίθηκοι ανταποκρίνονται γρηγορότερα και πιο αποτελεσματικά στις μεταβολές αυτές. Η πρόσληψη των παραστάσεων δεν είναι προσωρινή, αλλά κατά κάποιον τρόπο εντυπώνεται και παραμένει μέσα στα εγκεφαλικά κύτταρα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά σε μερικές περιπτώσεις επανέρχεται σαν ένα είδος ανάμνησης όταν οι εξωτερικές συνθήκες και τα ερεθίσματα που δέχεται ο πίθηκος είναι παρόμοια με εκείνα που του δημιούργησαν την πρώτη εντύπωση. Αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο και προσπαθώ να το αξιοποιήσω όσο γίνεται.
ΖΩΗ
Συνέχισε.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αυτό είναι όλο το θέμα. Πήρα την πρωτοβουλία και στις δύο τελευταίες αποστολές πιθήκων εφάρμοσα αυτές τις αλλαγές.
ΖΩΗ
Αυτό είναι το όλο θέμα λοιπόν! Και το θεωρείς μικρό!
Πίθηκοι ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται. Πίθηκοι χρησιμοποιούν πέτρες για όπλο. Πίθηκοι περπατούν όρθιοι. Βλέπεις ότι ξέρω.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δε θα σου έκρυβα τίποτα. Πράγματι συμβαίνουν όλα αυτά, όχι σε μεγάλη κλίμακα όμως ακόμα. Όσον αφορά στις πέτρες που πιάνουν, η βελτίωση αυτή είναι συνέπεια της πρώτης που σου ανέφερα.
Παρατήρησαν ότι ο εχθρός έτσι φοβάται και φεύγει. Μια μικρή μετατόπιση του αντίχειρα έτσι ώστε να είναι τοποθετημένος αντίθετα στ’ άλλα δάχτυλα, διευκόλυνε το κράτημα της πέτρας. Όσο για την σχεδόν όρθια στάση, απλά έδωσα μεγαλύτερη ελαστικότητα στους συνδέσμους μεταξύ των σπονδύλων. Νομίζω πως όλα αυτά είναι μια πρόοδος-και όποια πρόοδος βγαίνει από τη Διεύθυνσή μας, τιμά όλο το Τμήμα.
ΖΩΗ
Λογοθέτη, έχεις αθώο ύφος χωρίς να είσαι αθώος. Η δουλειά σου σ’ αυτό το εργοστάσιο είναι η παραγωγή αντιτύπων από πρότυπα που σου έχουν δοθεί, και η σωστή κατανομή των ενστίκτων σ' αυτά. Είναι μια σοβαρή δουλειά. Κι αν περιοριζόσουν σ' αυτήν, τώρα δε θα βρισκόσουν σ’ αυτή τη δυσάρεστη θέση. Οτιδήποτε πέρα απ’ αυτά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που δεν θα το αποφασίσεις εσύ αλλά εγώ. Σου δίνω την προφορική εντολή που σήμερα κιόλας θα την πάρεις και γραπτή, να πάψεις να εφαρμόζεις τις ιδέες σου στις κούκλες μας. Και να επαναφέρεις στην προηγούμενη κατάσταση τους πιθήκους. Αν είναι δύσκολο να επαναφέρεις τους ήδη
αλλαγμένους, να επαναφέρεις τα παλιά χαρακτηριστικά στις επόμενες αποστολές. Αυτό θα βοηθήσει να κριθείς επιεικώς για την απειθαρχία σου.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Σωστά είπα πως είμαι κατηγορούμενος λοιπόν. Βέβαια, έπρεπε να σε ενημερώσω. Δεν το ’κανα έγκαιρα. Το ’μαθες από αλλού. Όμως πρόκειται για κάτι καλό. Για μια πρόοδο…
ΖΩΗ
(έντονα)
Καλό; Πρόοδο; Πραγματικά το πιστεύεις αυτό; Άκουσα καλά; Πρόοδο;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Ναι, καλά άκουσες. Πιστεύω ότι καθήκον κάθε εργαζόμενου και ιδιαίτερα κάθε επιστήμονα είναι η κατά τον καλλίτερο τρόπο αξιοποίηση των ικανοτήτων του ώστε να προσθέσει ένα λιθαράκι κι αυτός στο οικοδόμημα της επιστήμης του. Αυτό έκανα κι εγώ. Δε σε ενημέρωσα εγκαίρως. Σε ενημερώνω τώρα. Νομίζω δεν είναι αργά.
ΖΩΗ
(στον εαυτό της)
Ελπίζω κι εγώ να μην είναι αργά.
(στον μηχανικό)
Λογοθέτη, να επαναφέρεις τα πράγματα στην κανονική τους σειρά. Πράγματι αυτό είναι το καθήκον κάθε εργαζόμενου, όμως στην περίπτωσή μας κάθε πρόοδος της επιστήμης πρέπει να αξιοποιείται στα πλαίσια των απαιτήσεων του εργοστασίου και εν πάσει περιπτώσει όχι χωρίς την έγκριση των υπευθύνων. Και στη δική μας περίπτωση όχι χωρίς τη δική μου έγκριση. Να επαναφέρεις τους πιθήκους στην προηγούμενη κατάστασή τους.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μα Ζωή… για σκέψου... Είμαστε ένα εργοστάσιο πρωτοπόρο στον τομέα μας. Από το μηδέν φτάσαμε να δημιουργήσουμε μια στρατιά όντων. Από ένα μικρό κύτταρο φτάσαμε στους δεινόσαυρους και στα τεράστια φυτά. Από τον πρωτογονισμό της αμοιβάδας φτάσαμε στο νευρικό σύστημα των σπονδυλωτών. Από τα πρώτα ψευδοπόδια προχωρήσαμε στη δημιουργία ποικίλου τύπου μετακινήσεων. Οι κούκλες μας σήμερα βαδίζουν, πετούν, κολυμπάνε. Κι όλα αυτά τα κάναμε μαζί εμείς όλοι, μέσα σ' αυτό το εργοστάσιο. Με μόχθο και έχοντας να πολεμήσουμε με αντίξοες κάθε φορά συνθήκες. Και σ’ όλα βγήκαμε νικητές γιατί παλέψαμε αδερφωμένοι χέρι χέρι. Και επειδή τολμούσαμε να εφαρμόζουμε κάθε φορά καινούργιες ιδέες και ανακαλύψεις. Και είσαι συ που πρωτοστατούσες στην όποια καινοτομία για τη βελτίωση της δουλειάς μας-πρέπει να το παραδεχτώ αυτό. Και φτάσαμε τώρα στο εντελώς αντίθετο σημείο, εμείς οι ίδιοι, εσύ προϊσταμένη, να βάζεις φραγμό στην εξέλιξη που μέχρι τώρα μόνον οφέλη στις κούκλες μας έφερνε και φήμη στο εργοστάσιό μας. Βέβαια πολλές φορές είχαμε διαφωνίες, πολλές φορές είχαμε διαφορές απόψεων-θυμήσου μόνο την υπόθεση των δελφινιών-όμως εκείνος που υπερίσχυε πάντοτε δεν ήμουν εγώ ή εσύ αλλά η επιστήμη και η πρόοδος.
Πιστεύω ότι και τώρα το ίδιο θα γίνει. Σε παρακαλώ ν' αφήσεις κατά μέρος τις τυπικότητες και να δεις την ουσία. Παρατύπησα. Δεν στο είπα. Μα η ουσία παραμένει. Και είναι αυτή ένα βήμα ακόμα εμπρός. Και τώρα συ μου λες αντί εμπρός να πάω πίσω. Ε, λοιπόν όχι. Αρνούμαι να υπακούσω όποιες κι αν θα είναι οι συνέπειες.
ΖΩΗ
(θλιμμένα)
Είναι λυπηρό να φτάνει η συζήτηση μεταξύ μας σε τέτοιο
σημείο. Είναι λυπηρό να σου δίνω μια εντολή και συ ν' αρνείσαι να την εκτελέσεις. Χειρότερο όμως είναι που αποκαλείς πρόοδο αυτά σου τα επιτεύγματα. Έχεις δίκιο, πολλά περάσαμε, πολλά καταφέραμε.
(αποφασιστικά)
Αυτό όμως όχι! Αυτό δεν είναι πρόοδος. Αυτό πρέπει να
ξαναγυρίσει εκεί που ήταν. Και να ξεχάσεις τις ανακαλύψεις σου πάνω στο θέμα. Να κάψεις τις σημειώσεις σου.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Σηκώνεται. Οπισθοχωρεί)
Να κάψω τις σημειώσεις μου; Να ξεχάσω ό,τι έκανα ως τώρα πάνω σ’ αυτό;
(στέκει για λίγο σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ό,τι άκουσε)
Τουλάχιστον ας είχα μια πειστική αιτία για να το κάνω.
(βλέπει προς τη Ζωή ερωτηματικά)
ΖΩΗ
(Σκύβοντας προς το μέρος του και κοιτάζοντάς τον στα
μάτια. Σιγά) Δεν καταλαβαίνεις λοιπόν; (με φωνή που τρέμει)
Έτσι αρχίσαμε κι εμείς.
(ο μηχανικός στέκει για λίγο μετέωρος, σαν χαμένος. Η Ζωή συνεχίζει περπατώντας αργά)
Το χέρι που κράτησε την πέτρα... η φωτιά... η όρθια στάση... η νόηση... ύστερα η ομαδική ζωή, οι θρησκείες, οι πρώτες κοινωνίες, το χρήμα...
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του)
Δε θα σπρώξω εγώ σ’ όλα αυτά τις κούκλες μας. Εγώ θα τις εφοδιάσω με λογική. Εκείνες θ’ αποφασίζουν για ό,τι τις αφορά.
ΖΩΗ
(συνεχίζει σαν να μην άκουσε τον μηχανικό, ή σαν να μην είναι αυτός στο γραφείο)
...η φτώχεια, η αθλιότητα, η εκμετάλλευση, ο φόβος...
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα 'χουνε λογική. Θ' αποφασίζουν. Θα πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, Θα ζήσουν όπως οι ίδιες διαλέξουν.
ΖΩΗ
(όπως πριν)
Η μοναξιά... η θλίψη... ο πόνος... και οι νύχτες! οι νύχτες
τους... γεμάτες ερημιά, φαντάσματα, γεμάτες ατέλειωτη οδύνη… γεμάτες αναίτια ενοχή που το δάκρυ δεν θα ξεπλένει (λέγοντας αυτά έχει φτάσει στο γραφείο της. Ξαναβρίσκει τον εαυτό της. Κοιτάζει τον μηχανικό. Κάθεται άτονα στην καρέκλα)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Όλα αυτά τα βρίσκω υπερβολικά. Δεν βρίσκω τίποτα κακό να ζεσταίνονται οι πίθηκοι. Ούτε είναι άσχημο να διώχνουν με πέτρες εκείνον που θα ήθελε να τους κάνει κακό. Έχω κάνει πολλή δουλειά. Γι αυτό υπάρχω εδώ. Γι αυτό πληρώνομαι. Για να κάνω το καλλίτερο που μπορώ. Θέλω να δημιουργήσω κάτι. Να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Τουλάχιστον προσπαθώ. Στο κάτω κάτω στη χειρότερη περίπτωση, οι πίθηκοι θα έχουν πολιτισμό, ανέσεις, διασκεδάσεις, θα καταπολεμούν τις αρρώστιες…
ΖΩΗ
(Λυπημένη και απογοητευμένη που δεν μπορεί να τον πείσει)
Όλα αυτά δε θα ’ναι παρά μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεφύγουν από τον πόνο. Ώσπου να δουν πως τίποτε δεν μπορεί να τους απαλλάξει απ’ αυτόν. Και τότε τον πόνο τους θα τον συντροφεύει και η αυτοπεριφρόνησή τους για ό,τι μηχανεύτηκαν μέσα στην απελπισία τους.
(μικρή παύση)
Βλέπω ότι είσαι αποφασισμένος να σπρώξεις στη δυστυχία το γένος των πιθήκων. Παραβλέπεις το γεγονός πως καμιά κούκλα μας δεν πόνεσε ποτέ μέχρι σήμερα τον πόνο που θα πονάνε οι πίθηκοι μετά τις παράνομες επεμβάσεις σου.
Το ένστικτο! Το ένστικτο! Σ’ αυτό μόνο έπρεπε να
περιοριστείς. Αυτό και μόνο έπρεπε να ’ναι η φροντίδα σου.
(Σηκώνεται. Ζωηρά)
Αλλά η υπεύθυνη της Διεύθυνσης είμαι εγώ. Δεν εγκρίνω αυτές τις ενέργειές σου κύριε Λογοθέτη και θα τις σταματήσω θέλεις δε θέλεις. Για το καλό του εργοστασίου μας, για το καλό των πιθήκων, για το καλό όλων μας, έστω κι αν εσύ δεν συμφωνείς ή δεν μπορείς να καταλάβεις.
Είναι λοιπόν αυτή η τελευταία σου λέξη;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
ΖΩΗ
Τότε θα ζητήσω την επέμβαση της κυρίας Διευθύντριας... Και θα το κάνω πριν έρθει η κυρία ιδιοκτήτρια για επιθεώρηση, έτσι ώστε αν η κυρία Διευθύντρια δεν δώσει τη σωστή λύση, να θέσω το θέμα στην κυρία ιδιοκτήτρια.
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Θα υπερασπίσω τη θέση μου όπου χρειαστεί. Όσο για την
κυρία Διευθύντρια βέβαια και δεν θα χρειαστεί, αυτό είναι βέβαιο…
(Μπαίνει η Διευθύντρια. Έχει ακούσει τα τελευταία λόγια του μηχανικού. Γριά απροσδιορίστου ηλικίας. Αναμαλλιασμένη, ντυμένη παρδαλά. Κρατάει στην αγκαλιά της ένα μηχανικό σκυλάκι που γαυγίζει όποτε το οριζοντιώνει. Χαδεύει συνεχώς το σκυλάκι)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Άκουσα να λέτε για μένα. Θα σας μαλώσω πάλι. Σας είπα να με λέτε με τ’ όνομά μου: Αθανασία. Όχι "κυρία". Δεν μου ταιριάζει
(γελάει)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Τι λες σκυλάκι μου; Μου ταιριάζει;
(γέρνει το σκυλάκι και ακούγεται ένα "γαβ-γαβ")
Όχι, το λέει και το σκυλάκι μου. Όχι «Διευθύντρια». Αθανασία. Σκέτο Αθανασία.
(στη Ζωή)
Χρυσή μου τα μαλλάκια σου είναι θαύμα. Πώς σε λένε;
ΖΩΗ
Ζωή κυρία Διευθύντρια
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Αθανασία! Πες μου πάλι: "Ζωή Αθανασία"!
ΖΩΗ
Ζωή Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ναι! Ζωή. Θυμάμαι. Σε τοποθέτησα εδώ για να φας ένα κομμάτι ψωμί.
(γελάει)
Περνάς καλά;
ΖΩΗ
Καλά κυρία Διευθύντρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Όχι "κυρία Διευθύντρια". Πες μου: "Καλά Αθανασία!'
ΖΩΗ
...Καλά Αθανασία…
ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ
Έτσι μπράβο. Και αυτό είναι το Τμήμα σου; Ποιο Τμήμα έχεις;
ΖΩΗ
Τη Διεύθυνση Παραγωγής Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο. Πολύ καλά. Όμως εγώ γιατί βρίσκομαι εδώ παιδί μου;
ΖΩΗ
Δεν ξέρω Αθανασία
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Βέβαια. Πώς να ξέρεις; Έξω από την πόρτα βρίσκεται μια
κοπέλα. Φώναξέ την. Αυτή ξέρει.
(στο σκυλάκι της)
Τι λες και συ σκυλάκι μου; Ξέρει;
(γέρνει το σκυλάκι της και ακούγεται "γαβ-γαβ". Θριαμβευτικά)
Ξέρει λέει το σκυλάκι μου.
(Η Ζωή πατάει ένα κουμπί στο τηλέφωνο)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(από το τηλέφωνο)
Μάλιστα!
ΖΩΗ
Έλα σε παρακαλώ. (ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η γραμματέας. Στέκει στο άνοιγμα της πόρτας)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Στη γραμματέα)
Γιατί ήρθα εδώ παιδί μου; Πες στην κυρία.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η Αθανασία είναι εδώ για να σας πει ότι η επιθεώρηση από την κυρία ιδιοκτήτρια άρχισε κιόλας και ότι το πρώτο Τμήμα που θα επιθεωρήσει θα είναι το δικό σας.
(χειρονομία πίσω από την πλάτη της Διευθύντριας. Βγαίνει)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μπράβο! Γι αυτό ήρθα!
(γυρίζει στο σκυλάκι της)
Γι αυτό δεν ήρθα σκυλάκι μου;
(γαύγισμα του σκυλιού όπως πριν. Στη Ζωή)
Το λέει και το σκυλάκι μου. Γι αυτό ήρθα.
(Γελάει. Στον Λογοθέτη που όλη αυτή την ώρα
καθόταν στην καρέκλα του Χάρωνα)
Εσύ ποιος είσαι;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(χωρίς να σηκωθεί)
Ο Λογοθέτης Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Α! Ο Λογοθέτης! Που παίζει με τα πιθηκάκια…
ΖΩΗ
Ώστε ξέρετε σχετικά Αθανασία;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Πώς δεν ξέρω… Καλά κάνει το παιδί. Να παίζει... να
παίζει...(τσιμπάει το μάγουλο του Λογοθέτη) Να παίζει το παιδί. Καλά κάνει. Καλά δεν κάνει σκυλάκι μου;.. ναι λέει το σκυλάκι μου, καλά κάνει.
ΖΩΗ
Αθανασία μπορώ να σας μιλήσω για λίγο;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Μα ναι παιδί μου, γιατί όχι;
(γελάει)
ΖΩΗ
Αθανασία το θέμα είναι σοβαρό.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Το πρόσωπό της παίρνει μιαν έκφραση ψεύτικης προσποιητής σοβαρότητας)
Ω!
ΖΩΗ
Πολύ σοβαρό. Υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα σε μένα και στο Λογοθέτη για το ζήτημα των πιθήκων.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Κοιτάζει αφηρημένα τον Λογοθέτη)
Να παίζει με τα πιθηκάκια…
ΖΩΗ
Αθανασία, μετά από μένα εσείς είστε εκείνη που πρέπει να λάβει γνώση και να δώσει λύση. Είστε η Διευθύντρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Είμαι η Αθανασία.
ΖΩΗ
Είσαι η Αθανασία αλλά είσαι και η Διευθύντρια αυτού του εργοστασίου.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Με σοβαροφάνεια)
Ναι.
ΖΩΗ
Σε παρακαλώ να με προσέξεις. Το παιχνίδι του Λογοθέτη με τους πιθήκους είναι πολύ επικίνδυνο.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να μην παίζει τότε το παιδί με τα πιθηκάκια. Μπορεί να πάθει κακό. Να μην παίζει.
ΖΩΗ
Δεν κατάλαβες τι θέλω να πω.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Πειραγμένη)
Πώς δεν κατάλαβα... Δε θέλεις να παίζει το παιδί με τα
πιθηκάκια.
(με νάζι)
Τι με πέρασες να μην καταλαβαίνω;
ΖΩΗ
Δεν πρόκειται για παιχνίδι Αθανασία. Πρόκειται για ενέργειες που θα στοιχίσουν τη δυστυχία σε εκατομμύρια-σε δισεκατομμύρια πιθήκους.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Παιχνίδι είναι, παιχνίδι.
(Στο μηχανικό)
Σ' αρέσει αυτό το παιχνίδι παιδί μου;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(Που παρακολουθεί αδιάφορα όλη αυτή την ώρα, ξέροντας το άσκοπο των αιτήσεων της Ζωής στην Αθανασία)
Ναι Αθανασία.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ε, τότε παίζε παιδί μου.
(Στο σκυλάκι της)
Να παίζει; Πες κι εσύ σκυλάκι μου
(ακούγεται το μηχανικό γαύγισμα του σκυλιού. Θριαμβευτικά:) Να παίζει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Στον Λογοθέτη:)
Παίζε παιδί μου.
(Γελάει. Στη Ζωή)
Τελείωσαν τα σοβαρά;
ΖΩΗ
(απελπισμένη)
Τελείωσαν Αθανασία.
(Μονολογεί;)
Κι όμως κάτι πρέπει να γίνει… κάτι πρέπει να γίνει…
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Γελάει)
Θα γίνει... θα γίνει...
(χαϊδεύει το σκυλάκι της)
ΖΩΗ
(Στον Λογοθέτη)
Θα θέσω το θέμα στην ιδιοκτήτρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Θορυβημένη)
Πού είναι; Πού είναι;
ΖΩΗ
Δεν είναι εδώ Αθανασία.
(Η Αθανασία ησυχάζει)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
(στην Ζωή)
Το καλλίτερο που έχεις να κάνεις. Είναι η μόνη αρμόδια και ικανή να αποφασίσει.
ΖΩΗ
Το καλλίτερο θα ήτανε να υπακούς στις εντολές των προϊσταμένων σου. Είμαι σ΄ αυτή τη θέση επειδή έχω πείρα, ευαισθησία και ορθή κρίση
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Κι εγώ είμαι σ' αυτή τη θέση επειδή είμαι ικανός μηχανικός.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Εγώ γιατί είμαι εδώ παιδί μου;
ΖΩΗ
Για την επιθεώρηση Αθανασία.
(Κάθεται απογοητευμένη)
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Και ποιος θα κάνει επιθεώρηση παιδί μου;
ΖΩΗ
Η κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Ω!
(Συμμαζεύεται. Παύση)
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Αθανασία, κάθε μέρα ο Χάρωνας κουβαλάει σωρούς νεκρές κούκλες. Πώς η Αθανασία επιτρέπει να πεθαίνουνε κούκλες στην επικράτειά της;
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Να πεθαίνουνε; Ποιος είπε ότι πεθαίνουνε;
(Στο σκυλάκι της:)
Πεθαίνει τίποτα σκυλάκι μου;
(Ακούγεται το γαύγισμα του σκυλιού)
Όχι, τίποτα δεν πεθαίνει. Το λέει και το σκυλάκι μου.
(Απέξω ακούγονται βαριά χτυπήματα, σαν όπως χτυπάει κάτι βαρύ πάνω σε ξύλινο πάτωμα. Η Ζωή και ο Λογοθέτης σηκώνονται και διορθώνουν την εμφάνισή τους. Η Αθανασία προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται. Ανοίγει η πόρτα και η γραμματέας εμφανίζεται θορυβημένη. Με σιγανή, συνωμοτική φωνή:)
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Έρχεται. Ανεβαίνει τις σκάλες.
(Βγαίνει και κλείνει την πόρτα πίσω της. Τα βαριά βήματα
πλησιάζουν. Κανείς δεν μιλάει. Σε λίγο η πόρτα ανοίγει και εμφανίζεται η Ανάγκη. Φοράει μια βαριά πανοπλία που αφήνει να φαίνονται μόνο δυο λαμπερά και σκληρά μάτια. Μπαίνει στο δωμάτιο με αργά, βαριά βήματα και στέκεται στη μέση ώστε να βλέπει και τους τρεις).
ΑΝΑΓΚΗ
Γεια σας.
ΖΩΗ
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
(Όλοι μαζί:)
Χαίρετε κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Όλα καλά;
ΖΩΗ
Υπάρχει ένα πρόβλημα κυρία ιδιοκτήτρια…
ΑΝΑΓΚΗ
(Χωρίς να δείχνει ότι άκουσε τι της είπε η Ζωή, στον μηχανικό)
Όλα καλά;
ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
Μάλιστα κυρία Ιδιοκτήτρια.
ΑΝΑΓΚΗ
(Στη Ζωή)
Ποιο είναι το πρόβλημα;
ΖΩΗ
...Θα καθίσετε;
ΑΝΑΓΚΗ
Και να το ’θελα, δεν μπορώ. Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Είμαι άνετα εδώ μέσα. Ποιο είναι το πρόβλημα;
ΖΩΗ
Θα σας το θέσω με δυο λόγια. Πρόκειται για τους πιθήκους κυρία Ιδιοκτήτρια. Ο μηχανικός θέλει να τους δώσει εκτός από ένστικτο και λογική. Σαν υπεύθυνη της Διευθύνσεως Παραγωγής κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα ήτανε πηγή δυστυχίας για τους πιθήκους. Σας παρακαλώ…
ΑΝΑΓΚΗ
(διακόπτοντας τη Ζωή)
Αρκετά. Να προχωρήσει ο μηχανικός.
ΖΩΗ
… Κυρία Ιδιοκτήτρια ξέρετε καλλίτερα από μένα τις φοβερές συνέπειες που θα είχε μια τέτοια ενέργεια. Ξέρετε καλλίτερα από μένα τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας εξέλιξης, καθώς και την κακή φήμη που θα αποκτήσει το εργοστάσιό μας, αφού αυτό θα θεωρηθεί υπεύθυνο για τα τόσα δεινά που περιμένουν έτσι τους δυστυχείς πιθήκους…
(Η Ζωή λέει τα παραπάνω ακολουθώντας από πίσω την Ιδιοκτήτρια, η οποία με αργά, σταθερά και βροντερά βήματα κατευθύνεται προς το γραφείο της Ζωής. Η τελευταία λέξη της Ζωής εκφέρεται όταν η Ιδιοκτήτρια έχει σηκώσει το χέρι της πάνω από το γραφείο της Ζωής. Η Ζωή που καταλαβαίνει τι πρόκειται να επακολουθήσει παύει να μιλά και οπισθοχωρεί ένα βήμα. Η Ιδιοκτήτρια σηκώνει το δεξί της χέρι και το αφήνει να πέσει βαρύ πάνω στο γραφείο. Το γραφείο γίνεται κομμάτια και ό,τι βρίσκεται πάνω του σκορπίζεται στο πάτωμα.)
ΑΝΑΓΚΗ
(Αμέσως ύστερα από το χτύπημα στο γραφείο της Ζωής:)
Να προχωρήσει ο μηχανικός.
(Όλοι μένουν εμβρόντητοι. Η Ιδιοκτήτρια κάνει μεταβολή και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πριν βγει στρέφει όσο της επιτρέπει η πανοπλία της και απευθύνεται στη Ζωή)
Και να πάρεις άλλο γραφείο.
(Βγαίνει).
ΑΥΛΑΙΑ
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ
Πρόσωπα
Παπάς, Λαϊκός, Λέσλυ, Κρις
Τόπος
Λος Άντζελες. Σπίτι του παπά.
Χρόνος
1995
(Ο Παπάς και ο Λαϊκός κουβεντιάζουν έχοντας έρθει στο κέφι από το ποτό, που όμως εξακολουθούν να πίνουν.)
ΛΑΪΚΟΣ
(συνεχίζοντας συζήτηση)
Εσείς δε λέτε πως ο Θεός είναι πανταχού παρών; Γιατί τότε να έρθω στην εκκλησία αφού μπορώ να προσευχηθώ και στο σπίτι μου;
ΠΑΠΑΣ
Και τότε γιατί υπάρχουνε οι εκκλησίες; Για ομορφιά;
ΛΑΪΚΟΣ
Εσύ να μου απαντήσεις.
ΠΑΠΑΣ
Για να προσευχηθείς στο θεό μέσα στον οίκο
του. Κερί, λιβάνι, ψαλμωδίες, υποβλητικό περιβάλλον, δεν έχουνε μια ιερή μεγαλοπρέπεια που να σε τραβάνε να την απολαύσεις;
ΛΑΪΚΟΣ
Καθόλου.
(κερνάει)
ΠΑΠΑΣ
Ας αλλάξουμε θέμα συζήτησης. Πες κάτι άλλο. Και μη μου ξαναβάλεις να πιω- κοντεύω να μεθύσω.
(πίνει και βάζει ποτό στο ποτήρι του)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι κάνει η αδερφή σου:
ΠΑΠΑΣ
Δεν έλεγες κάτι πιο ευχάριστο αγαπητέ μου; Όλο γκρινιάζει. Ευτυχώς που γυρίζει από δω και από κει με τις φιλανθρωπικές της οργανώσεις και ησυχάζω.
ΛΑΪΚΟΣ
Και η Λέσλυ; Καλά είναι;
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Πριν έρθεις έφυγε. Πάει σε μια φίλη της.
ΛΑΪΚΟΣ
(Πίνει)
Δουλεύει ακόμα γραμματέας σε κείνη την εταιρεία;
ΠΑΠΑΣ
Ναι. Κι απ’ ό,τι φαίνεται της αρέσει αυτή η δουλειά. Μη μου ξαναγεμίσεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Μέθυσες λιγάκι ή έτσι μου φαίνεται;
ΠΑΠΑΣ
Όχι! Μόνο στο κέφι ήρθα. Να, κοίτα!
(Σηκώνεται και περπατάει τρεκλίζοντας)
Θες να βάλω και το δάχτυλο στη μύτη μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Θα βγάλεις το μάτι σου και πώς θα διαβάζεις το ευαγγέλιο;
ΠΑΠΑΣ
Τι είπες;
ΛΑΪΚΟΣ
Είπα πως σε πιστεύω. Δε μέθυσες. Ήρθες μόνο στο κέφι.
ΠΑΠΑΣ
(τραυλίζοντας)
Στο κέφι ήρθα. Ναι. Ένας παπάς δε λέει ποτέ ψέματα.
ΛΑΪΚΟΣ
Όχι. Μόνο που μπορεί από άγνοια να λέει ανακρίβειες.
ΠΑΠΑΣ
Tο Άγιο Πνεύμα φωτίζει το μυαλό μου και μιλάω πάντοτε σωστά. Μόνο που τώρα παλεύουν μέσα μου δυο Πνεύματα: το Άγιο Πνεύμα και το Πνεύμα του κρασιού. Όταν επικρατήσει το ένα ή το άλλο θα μπορέσω να μιλήσω. Μίλα εσύ εν τω μεταξύ.
ΛΑΪΚΟΣ
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι πως οι εκκλησίες δε χρειάζονται. Τρώνε μόνο τα λεφτά του κόσμου. Μπορεί κανείς να προσευχηθεί οπουδήποτε.
ΠΑΠΑΣ
Άκου φίλε μου. Οι εκκλησίες χρειάζονται για πολλούς λόγους. Δύο ποτηράκια ακόμα και θα σου τους πω.
(Γεμίζει τα ποτήρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει έξαλλη η Λέσλυ)
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Τον αλήτη! Τον αχρείο! Τον πρόστυχο!
ΠΑΠΑΣ
Ε! Τι συμβαίνει κούκλα μου; Ποιόνε βρίζεις;
ΛΕΣΛΥ
Μήπως ξέρω;.. Καλησπέρα κύριε Λαϊκέ.
(Στον παπά)
Θείε, πάλι πίνεις!
ΛΑΪΚΟΣ
Kαλησπέρα Λέσλυ. Μα τι συμβαίνει; Γιατί τόσο εκνευρισμένη;
ΛΕΣΛΥ
Τον παλιάνθρωπο! Το κτήνος! Εκνευρισμένη μόνο; Πληγωμένη! Εξευτελισμένη!
ΠΑΠΑΣ
Καλά. Μη μας λες αφού δε θέλεις.
ΛΕΣΛΥ
Θα σας πω αλλά δε θα το πιστέψετε. Πρώτα όμως κοιτάξτε με καλά. Και σεις
κύριε Λαϊκέ και συ θείε.
(Την κοιτάζουν)
Κοιτάξτε με πολύ καλά.
ΠΑΠΑΣ
Έλα λοιπόν, σε κοιτάξαμε, τι συμβαίνει;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ μοιάζω για...
ΛΑΪΚΟΣ
Για;.. Για τι;..
ΛΕΣΛΥ
Για…
ΠΑΠΑΣ
Για τι παιδί μου;
ΛΕΣΛΥ
Να! Μοιάζω για πόρνη;
ΠΑΠΑΣ
Με τι να μοιάζεις είπες;
(πίνει και ξαναγεμίζει το ποτήρι του)
ΛΕΣΛΥ
Μην πίνεις άλλο θείε.
ΠΑΠΑΣ
(πίνει)
Άσε το πιοτό. Με τι να μοιάζεις είπες;
ΛΕΣΛΥ
Με πόρνη θείε.
ΠΑΠΑΣ
Άλλο και τούτο. Πού σου 'ρθε;
ΛΕΣΛΥ
Κύριε Λαϊκέ;...
ΛΑΪΚΟΣ
Μα τι λες τώρα Λέσλυ... τι ερώτηση... μα και βέβαια όχι. Πρέπει να στο πούμε; Μα γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Είχα πάει στο σπίτι της Έϊμυ-μιας καλής μου φίλης-ο θείος την ξέρει. Φεύγοντας με πήγε ως πιο κάτω. Ξέχασε να μου δώσει ένα βιβλίο όμως και γύρισε πίσω να μου το φέρει. Είχε σχεδόν σκοτεινιάσει. Κι όπως περίμενα, να 'σου και με πλησιάζει ένας. Και τι μου λέει;
ΛΑΪΚΟΣ
Τι σου λέει;
ΛΕΣΛΥ
Τι ρωτάνε οι άντρες μια πόρνη κύριε Λαϊκέ όταν θέλουν να πάνε μαζί της;
ΠΑΠΑΣ
Ανηψιά μου...
(στο Λαϊκό)
Αλήθεια τι λένε αγαπητέ μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Θες να πεις ότι σε πέρασε για πόρνη;
ΛΕΣΛΥ
Ακριβώς."Πόσο μωρό μου;" μου λέει. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει. Νόμισα πως με ρωτάει για την ώρα."Έξη και δέκα" του λέω."Το ξέρω αυτό μωρό μου", μου λέει, "για την ταρίφα ρωτάω" . Έτσι το λένε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Έτσι. Λοιπόν;
ΛΕΣΛΥ
Τότε κι εγώ κατάλαβα τι εννοούσε."Χάσου από μπροστά μου παλιάνθρωπε!" του λέω. Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω ξαφνιασμένος. Σήκωσα την τσάντα μου να τον χτυπήσω, μου ξέφυγε. Στο μεταξύ ήρθε η Έϊμυ. Εκείνος απομακρύνθηκε. Ακούτε εκεί; Να μου συμβεί αυτό εμένα…
ΠΑΠΑΣ
Ήτανε όμορφος;
ΛΕΣΛΥ
Θείε, τι σημασία έχει αυτό και το ρωτάς; Καλοφτιαγμένος φαινότανε.
ΛΑΪΚΟΣ
Φαινότανε πλούσιος;
ΛΕΣΛΥ
Μισοσκόταδο ήτανε. Ήτανε καλοντυμένος. Μα γιατί ρωτάτε; Τι σημασία έχει αν ήτανε όμορφος ή πλούσιος;
ΠΑΠΑΣ
Έχεις δίκιο. Μα να σου γίνει παράδειγμα-ο κόσμος έχει χαλάσει.
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ, αυτό γίνεται εδώ και πολλές χιλιάδες χρόνια. Ο κόσμος λοιπόν ήτανε χαλασμένος πάντοτε. Άλλο θέλω να ρωτήσω όμως εγώ τη Λέσλυ. Σου άρεσε σαν
άντρας;
ΠΑΠΑΣ
Μας είπε, δε θέλει τέτοιες ερωτήσεις.
ΛΕΣΛΥ
Όχι, αφήστε τον θείε.Γιατί ρωτάτε κύριε Λαϊκέ;
ΛΑΪΚΟΣ
Γιατί αν σου άρεσε... να, σήμερα όλα είναι ελεύθερα. Καθένας ζει τη ζωή του, ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.
ΛΕΣΛΥ
προσβλημένη)
Κύριε Λαϊκέ, θέλετε να πείτε πως θα μπορούσα...Α! Μα αυτό πάει πολύ. Έχετε πιει κι οι δυο σας πολύ. Και συ θείε συμφωνείς με τον κύριο Λαϊκό; Και μήπως θα 'θελες να 'φερνα και τα λεφτά στο σπίτι;
Πάω στο δωμάτιό μου. Το βράδυ θα βγω.
ΠΑΠΑΣ
Πού θα πας;
ΛΕΣΛΥ
Ύστερα απ' αυτά νιώθω την ανάγκη να συζητήσω μ' ένα σοβαρό νέο. Θα πάω στου Νικ.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΠΑΠΑΣ
Εδώ που τα λέμε δε θα 'τανε άσχημη ιδέα να φέρει τα λεφτά στο σπίτι. Πόσα λες να της έδινε;
ΛΑ:ΙΚΟΣ
Πενήντα δολάρια στο νερό.
ΠΑΠΑΣ
Δεν είναι άσχημα.
ΛΑΪΚΟΣ
Είναι πολύ στενοχωρημένη η Λέσλυ.
ΠΑΠΑΣ
Ουφ! Αύριο ούτε που θα το θυμάται.
ΛΑΙΚΟΣ
Είδες; Αυτός είναι ο κόσμος του χριστιανισμού κι ας έχει τόσες εκκλησίες. Βλέπε τα.
ΠΑΠΑΣ
Στάσου. Τώρα νιώθω να μιλάει μέσα μου το πνεύμα του κρασιού. Άκου λοιπόν γιατί πρέπει να πηγαίνεις στην εκκλησία και μη μου κάνεις εμένα τον έξυπνο επειδή είμαι παπάς και δεν μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Άσε το θεό και τις προσευχές στην πάντα. Άν δεν ερχόταν όμως ο κόσμος στην εκκλησία πώς θα έβγαζα εγώ το ψωμί μου; Πώς θα 'βγαζαν το ψωμί τους όσοι χτίζουν, διακοσμούν, συντηρούν και προσέχουν τις εκκλησίες; Και αν δεν υπήρχε γενικότερα η βιομηχανία της θρησκείας πού θα έβρισκαν απασχόληση τόσοι άνθρωποι; Και πώς θα δημιουργούνταν αλλιώς προβλήμτα πίστης, δόγματος, ερμηνείας των Γραφών και τόσα άλλα παρόμοια ώστε να μιλούν γι αυτά οι άνθρωποι και να προσπαθούν να τα λύσουν οι φιλόσοφοι; Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε, εκτός από το πορτοφόλι, και ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου; Πάρε παράδειγμα εμάς. Τι θα λέγαμε τώρα αν δεν υπήρχε η θρησκεία; Λοιπόν, θα έρχεσαι από δω και πέρα στην
εκκλησία;
ΛΑΪΚΟΣ
Και βέβαια όχι.
ΠΑΠΑΣ
Εγώ όμως θα πηγαίνω γιατί εκεί βγάζω το ψωμί μου.
ΛΑΪΚΟΣ
Και το κρασί σου. Κάθε Κυριακή, πες μου, δεν πίνεις κανένα ποτηράκι από τη μετάληψη;
ΠΑΠΑΣ
Ασεβέστατε! Εκείνο δεν είναι κρασί. Είναι το αίμα του Κυρίου!
(Ξαφνικά αρχίζει να γελάει τρανταχτά. Τον ακολουθεί ο Λαϊκός. Χτύποι στην πόρτα. Ο παπάς σκουπίζει τα δάκρυα από τα μάτια του)
Εμπρός!
(Μπαίνει ο Κρις)
ΚΡΙΣ
(Διστακτικά)
Καλησπέρα σας.
ΠΑΠΑΣ
Καλησπέρα
ΛΑΪΚΟΣ
Καλησπέρα.
ΚΡΙΣ
Ζητώ συγνώμη... δε με γνωρίζετε... μια ανάγκη με έκανε να χτυπήσω την πόρτα σας…
ΠΑΠΑΣ
Κάτσε μαζί μας άνθρωπέ μου να πιεις ένα ποτηράκι και να μας πεις ποια είναι η ανάγκη σου. Χρήματα να θέλεις δεν δείχνει κάτι τέτοιο το ντύσιμό σου. Ο,τι και να θέλεις όμως είσαι τυχερός-μπήκες σε παπά σπίτι.
ΚΡΙΣ
(Οπισθοχωρεί)
Ω! Με συγχωρείτε, δεν το 'ξερα..
ΠΑΠΑΣ
Δεν πειράζει παιδί μου, κάθισε.
ΛΑΪΚΟΣ
(Ενθαρρυντικά)
Κάθισε κύριε, κάθισε…
ΚΡΙΣ
( Κάθεται)
Ευχαριστώ.
ΛΑΪΚΟΣ
Όπως θα έχεις καταλάβει κιόλας, εμείς τα έχουμε πιει τα ποτηράκια μας. Θα πιεις μαζί μας;
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ, δεν πίνω.
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν πες μας τέκνον μου, τι σε φέρνει στο σπίτι μου;
ΛΑΪΚΟΣ
Μίλησε ελεύθερα παιδί μου. Και ό,τι πεις είναι σίγουρο ότι θα το ακούσουμε με καλή διάθεση.
ΚΡΙΣ
Σήμερα το απόγεμα έκανα κάτι που δεν μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου γι αυτό και που δε θα το ξεχάσω όσο ζω. Ντρέπομαι και που μιλάω μόνο γι αυτό. Δε σας κρύβω πως αν δεν ήσασταν μεθυσμ...-θέλω να πω αν δεν είχατε έρθει σε λίγο κέφι, θα είχα φύγει κιόλας.
ΠΑΠΑΣ
Εδώ έχουμε λοιπόν εξομολόγηση. Έπεσες στον ειδικό. Μίλα.
ΚΡΙΣ
Να...απόψε, περνώντας από την οδό Ουρανίου Τόξου είδα μια κοπέλα να βολτάρει στο πεζοδρόμιο. Νόμισα πως ήταν... νόμισα πως ήταν... συγχωρείστε με πάτερ... νόμισα πως ήταν κοινή, την πλησίασα και της πρότεινα…
ΠΑΠΑΣ
Εσύ ήσουνα λοιπόν; Αυτή ήτανε η ανεψιά μου.
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Για κοίτα!.. Καλά και γιατί ήρθες εδώ; Και πώς μας βρήκες;
ΚΡΙΣ
Όταν κατάλαβα το λάθος μου, ότι δηλαδή η κοπέλα αυτή δεν ήταν εκείνο που νόμισα αλλά μια καθώς πρέπει κοπέλα, ένιωσα τόσο άσχημα όσο ποτέ στη ζωή μου. Ευχόμουν ν' ανοίξει η γη να με καταπιεί.
ΠΑΠΑΣ
Κολοκύθια. Αυτά συμβαίνουν αγαπητέ μου. Συχωρεμένος.
ΚΡΙΣ
Όμως η γη δε με κατάπιε και παρόλη τη φοβερή κατάστασή μου παρακολούθησα την. ..ανεψιά σας από μακριά, χωρίς καλά καλά να ξέρω γιατί το κάνω αυτό. Την είδα που μπήκε εδώ μέσα. Τότε κατάλαβα γιατί την πήρα από πίσω. Γιατί θέλω να της ζητήσω να με συγχωρήσει. Χωρίς τη συγνώμη της θα ζήσω δυστυχισμένος.
ΠΑΠΑΣ
Αυτός έκανε για παπάς. Όχι εγώ. Δεν πίνει κιόλας. Αγαπητέ μου είσαι συχωρεμένος.
ΛΑΪΚΟΣ
Φίλε μου. έπρεπε να το 'χεις ξεχάσει την ίδια στιγμή το πράγμα.
(Στον παπά)
Νεανικές υπερβολές..
ΚΡΙΣ
Δε θα ησυχάσω αν δε ζητήσω συγνώμη από την ίδια την ανεψιά σας. Αν δεχτεί να με ακούσει..
ΠΑΠΑΣ
Θα δεχτεί, θα δεχτεί.
ΚΡΙΣ
Παρακαλώ μπορείτε να τη φωνάξετε;
ΠΑΠΑΣ
(δυνατά)
Λέσλυ!
(Μπαίνει η Λέσλυ)
Ο κύριος θέλει να σου ζητήσει συγνώμη.
ΛΕΣΛΥ
(μένει έκπληκτη στην αρχή, αμέσως ύστερα δυνατά και χειρονομώντας )
Εσείς; Πώς τολμήσατε; Βγείτε αμέσως από αυτό το σπίτι!
ΛΑΪΚΟΣ
Στάσου Λέσλυ. Ο άνθρωπος ήρθε να σου ζητήσει συγνώμη. Τίποτε άλλο. Υποφέρει και βασανίζεται για την προσβολή που σου έκανε και θέλει να επανορθώσει. Θα ησυχάσει μόνο αν τον συγχωρήσεις.
ΚΡΙΣ
(Σκύβει το κεφάλι. Στη Λέσλυ)
Σας παρακαλώ… δεν τολμώ ούτε να σας αντικρύσω... ήτανε μια φοβερή εμπειρία για μένα. Ήτανε σκοτάδι. Αν σας διέκρινα καλλίτερα δε θα τολμούσα να κάνω αυτό που έκανα. Θα 'βλεπα αμέσως πως έχω να κάνω με μια καθώς πρέπει δεσποινίδα. Συγχωρείστε με, σας παρακαλώ…
ΠΑΠΑΣ
Συχώρα τον κούκλα μου που να πάρει ο διάολος..
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
ΠΑΠΑΣ
Συγνώμη… Συχώρα τον παιδί μου να πάει στην ευχή του Θεού ο άνθρωπος.
ΚΡΙΣ
(Σηκώνει το κεφάλι)
Δε σας κρύβω πως αν ήσασταν μια οποιαδήποτε κοπέλα, δε θα αισθανόμουν τόσο άσχημα. Ούτε ίσως να ένιωθα την ανάγκη να σας ζητήσω μα με συγχωρήσετε. Όταν όμως σας είδα καλλίτερα, όταν σας πλησίασα και αφού
είχα πει κιόλας ό,τι είχα πει, τότε μόνο είδα. Ένα πρωτοφανέρωτο όραμα παρουσιάστηκε μπροστά μου. Τα μάτια σας, μ' όλη την προσβολή που τους είχα κάνει, και όταν ακόμα με κοίταζαν με οργή και μίσος, πάλι μέσα τους είχανε μιαν απέραντη γλύκα και πάλι ακτινοβολούσαν αθωότητα. Η έκπληξή σας όταν καταλάβατε τι γύρευα από σας, ω! δεν ξέρετε πόσο σας έδειξε σεμνή! Και ποιος μπορεί ατιμώρητα να θίξει τη σεμνότητα; Γι αυτό και τιμωρούμαι τώρα. Σας παρακαλώ πέστε μου ότι με συγχωρείτε και θα φύγω αμέσως ύστερα.
ΠΑΠΑΣ
Κόρη μου, μόνο που άκουσες τέτοια λόγια, αξίζει ο ευγενικός αυτός νέος τρεις συγνώμες.
ΛΑΪΚΟΣ
Συγχωρείστε τον τον καημένο.
ΠΑΠΑΣ
(σιγά στο Λαϊκο)
Θέλει ν΄ακούσει κι άλλα…
ΚΡΙΣ
Έχω δει πολλές γυναίκες. Έχω πλησιάσει πολλές. Μάλλον εκείνες με έχουν πλησιάσει. Το χρήμα βλέπετε έλκει τις ασήμαντες γυναίκες. Όμως τέτοιαν (χαμηλώνει τα μάτια του) αγγελική ομορφιά σε γυναίκα δεν έχω ξαναδεί.
ΠΑΠΑΣ
Είναι ανεψιά μου τέκνον μου…
ΚΡΙΣ
Ω! Αν δεν είχατε αυτό το αγγελικό πάνω σας τότε δε θα ερχόμουν να σαςζητήσω συγνώμη. Κι ούτε θα περίμενα να μου δίνατε. Τώρα όμως έχω ελπίδες. Σας υπόσχομαι πως αμέσως μετά θα φύγω και δε θα με ξαναδείτε ποτέ πια. Μια λέξη σας μόνο. Χωρίς αυτήν δε θα μπορέσω να ζήσω.
ΠΑΠΑΣ
(Στο Λαϊκό)
Αυτός το 'χει πάρει πολύ στα σοβαρά το ζήτημα μου φαίνεται.
(Στον Κρις)
Ένα λάθος έκανες παιδί μου, δεν είναι και για θάνατο.
ΛΑΪΚΟΣ
(Στη Λέσλυ)
Εγώ βέβαια δεν είμαι θείος σου, όμως έχω κι εγώ ένα λόγο σαν φίλος εδώ μέσα. Κι έχω κι εγώ την ίδια γνώμη με το θείο σου. Έχεις μπροστά σου έναν άνθρωπο που σπαράζει από τον πόνο-πόνο που μόνο συ μπορείς να του ανακουφίσεις. Λάθη που συμβαίνουν. Όσο κι αν πληγώθηκες, πρέπει να γιατρευτείς όταν βλέπεις έναν άντρα να σε παρακαλεί θερμά.
ΠΑΠΑΣ
Μάλιστα έναν άντρα νέον, όμορφο και πλούσιο...
ΛΕΣΛΥ
Θείε!..
(Στον Κρις, ήρεμη)
Σας παρακαλώ, δε θέλω να σας βλέπω έτσι. Σηκώστε το κεφάλι σας. Με πληγώσατε έτσι κι αλλιώς. Όμως καταλαβαίνω τα ελαφρυντικά σας. Δε ζω στον Άρη. Ξέρω πως όλα μπορούν να συμβούν. Έγινε πράγματι ένα λάθος... Σας συγχωρώ.
ΚΡΙΣ
Ω! Σας ευχαριστώ!
(Πετιέται από την καρέκλα του και κάνει ν' αγκαλιάσει τη Λέσλυ. Τέλος της φιλεί το χέρι)
Σας ευχαριστώ. Είστε πραγματικά ένας άγγελος.
(Φιλάει τον παπά και το Λαϊκό)
Σας ευχαριστώ και σας. Σας ευχαριστώ.
ΠΑΠΑΣ
Που να φανταζόσουν πως αντί να φιλήσεις τη Λέσλυ θα φίλαγες την ίδια μέρα το θείο της..
ΚΡΙΣ
Πάτερ με κάνετε και ντρέπομαι.
ΠΑΠΑΣ
Έλα τώρα… όταν ρώταγες την ταρίφα δεν ντρεπόσουν;
ΚΡΙΣ
Πάτερ, ντρέπεται κανείς όταν κάνει κάτι ανάρμοστο. Δεν είναι ανάρμοστο να μιλάει έτσι κανείς σε μια κοινή γυναίκα. Όμως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να γίνει να μιλήσει κανείς άπρεπα σε μια καθώς πρέπει γυναίκα.
(Σηκώνεται)
Όμως να φεύγω… και πάλι σας ευχαριστώ δεσποινίς.
ΛΕΣΛΥ
Κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ πως θα εξελίσσονταν έτσι τα πράγματα. Γίναν όλα τόσο γρήγορα… Ο άνθρωπος που τόσο με πρόσβαλε να μιλάει φιλικά μαζί μου μετά από λίγη ώρα. Κι ούτε θα περίμενα να πω ποτέ σε σας αυτό που θα σας πω τώρα. Όμως δε θα θέλατε ένα αναψυκτικό μιας και μπήκατε στο σπίτι μας και πια δεν είστε εχθρός μου;
ΚΡΙΣ
Ένα αναψυκτικό ευχαρίστως θα το πάρω.
(Βγαίνει η Λέσλυ)
ΛΑΙΚΟΣ
Κάθισε κύριε... δεν ξέρουμε και τ' όνομά σας…
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Μα δεν μπορούσα να σας πω τ' όνομά μου όταν ήρθα. Το 'χα ντροπιάσει τόσο… Κρις. Κρις Φόλγκερ.
ΠΑΠΑΣ
Καμιά σχέση με τον ιδιοκτήτη των πολυκαταστημάτων Φόλγκερ;
ΚΡΙΣ
Πατέρας μου. Και από πέρυσι είμαι συνιδιοκτήτης.
ΠΑΠΑΣ
Ω!
(Μπαίνει η Λέσλυ με το ποτό)
ΛΕΣΛΥ
Ορίστε!
ΚΡΙΣ
Ευχαριστώ. Στην υγειά σας.
(Πίνει, Στη Λέσλυ)
Τώρα, αφού με συχωρέσατε, θα σας πω κι εγώ κάτι που δε θα τολμούσα να το ξεστομίσω πριν από λίγα λεφτά. Αν δεν έχετε να κάνετε τίποτε καλλίτερο απόψε, τι θα λέγατε αν βγαίναμε να γιορτάσουμε την που τόσο παράξενα έγινε γνωριμία μας;
ΛΕΣΛΥ
Δεν έχω τίποτε το ιδιαίτερο να κάνω. Δεν ξέρω όμως αν πραγματικά θέλω να βγω έξω μαζί σας.
(Γελώντας, με νόημα)
Θα το σκεφτώ όσο θα ντύνομαι.
(Βγαίνει στο δωμάτιό της)
ΛΑΪΚΟΣ
Τι χαζός που ήμουνα όταν ήμουν νέος! Τώρα ξέρω τι έπρεπε να κάνω για ν' αποκτήσω φιλενάδα. Να της μιλήσω σαν να ήταν πόρνη και μετά να της ζητήσω
συγνώμη.
ΚΡΙΣ
Δεν έγινε ακόμα φιλενάδα μου.
ΠΑΠΑΣ
Θα γίνει αγαπητέ μου. Την ξέρω την ανεψιά μου όταν της αρέσει κάποιος. Μην της πεις ότι σου είπα κάτι τέτοιο γιατί δε θα μου μιλάει για εβδομάδες.
ΛΑΪΚΟΣ
Σκέφτομαι πόσο παράξενοι είναι οι άνθρωποι. Πόσο περιπλέκουν τα πράγματα. Θα μπορούσε η Λέσλυ να σου έλεγε ναι την ίδια εκείνη στιγμή και να μη χρειαζόνταν να παιχτεί όλη αυτή η κωμωδία για να καταλήξει στο ίδιο αποτέλεσμα.
ΠΑΠΑΣ
Αγαπητέ μου πόσο δεν ξέρεις τον κόσμο! Ο κόσμος ζητάει να έβρει κάτι για να περάσει τον καιρό του ώσπου να έρθει η ώρα να πάει εκεί που δεν υπάρχει καιρός. Στο είπα και πριν για την εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ, το ίδιο παντού. Σκέψου. Αν τα πράγματα ήταν έτσι όπως τα θέλεις, τότε μια ερώτηση και μια απάντηση θα έφτανε για να γίνει η σεξουαλική πράξη. Μα τώρα κοίτα: προσβολή, μετάνοια, συγνώμη, τερτίπια, ραντεβού, ξανά ραντεβού, εστιατόρια, μοτέλς, ώρες, εβδομάδες, μήνες ολόκληροι για την απόκτηση και τη συντήρηση του θηλυκού. Χωρίς αυτά με τι θα γέμιζε η ζωή του ανθρώπου;
ΚΡΙΣ
Έχετε δίκιο. Σας είπα ποια είναι η δουλειά μου. Ξέρετε με ποιους δουλεύω; Με τις γυναίκες. Αυτές ντύνονται και στολίζονται στα μαγαζιά μου. Αυτές αγοράζουν ασταμάτητα πούδρες, αρώματα, κοσμήματα, ρούχα, παπούτσια, τσάντες και ό,τι άλλο φανταστείτε.
Αλλά και οι άντρες όταν ντύνονται και αγοράζουν κι αυτοί με τη σειρά τους ένα σωρό πράγματα γιατί το κάνουν; Για να τους προσέξουν οι γυναίκες. Η γυναίκα είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας μας.
ΠΑΠΑΣ
Η γυναίκα… φορές φορές νομίζω ότι μας την έδωσε ο θεός για να γεμίζουμε τις ώρες της ζωής μας μ' αυτήν.
ΛΑΪΚΟΣ
Άραγε θα καταλάβουν ποτέ οι άνθρωποι ότι ο σκοπός της ζωής τους δεν είναι να γεμίζουν το χρόνο τους;
ΠΑΠΑΣ
(Στον Κρις)
Μπράβο παιδί μου που με συμπλήρωσες. Για σκέψου Λαϊκέ! Αν ήτανε τα πράγματα όπως τα 'θελες, τότε όλο κι όλο το νταραβέρι θα 'τανε τριάντα δολάρια ν' αλλάξουν χέρια. Ενώ τώρα έχουμε μια ανθούσα οικονομία χάρη στο σεξ.
ΛΑΪΚΟΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΠΑΠΑΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία;
ΠΑΠΑΣ και ΛΑΪΚΟΣ
(ταυτόχρονα)
Και χάρη στη θρησκεία.
ΚΡΙΣ
Και χάρη στη θρησκεία.
ΛΑΪΚΟΣ
Μεγάλος καταφερτζής είσαι όμως Κρις. Ωραία το 'παιξες το παιχνίδι σου. Όμορφα λόγια.
ΠΑΠΑΣ
Γι αυτό και την έριξε. Τα λόγια είναι το παν στη ζωή.
ΚΡΙΣ
Όχι κύριοι. Ό,τι και να 'λεγα θα 'πεφτε. Δεν είναι τα λόγια μα ο παράς που μετράει. Τον έχεις; Μετά λέγε ό,τι θέλεις.
ΛΑΪΚΟΣ
Δε μου λες παιδί μου, πόσο πάει σήμερα η ταρίφα; Τριάντα δολάρια;
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε...
ΛΑΪΚΟΣ
..Λαϊκός
ΚΡΙΣ
Όχι κύριε Λαϊκέ. Τριάντα μπορεί να ήτανε στον καιρό σας. Τώρα έχουν ακριβήνει όλα. Μιλάμε για ογδόντα δολάρια το λιγότερο. Και οι καλές φτάνουν τα διακόσα.
ΠΑΠΑΣ
Δηλαδή πόσα βγάζει μια κοινή γυναίκα το μήνα;
ΚΡΙΣ
Μια καλή με μέτρια απασχόληση φτάνει τα είκοσι χιλιάρικα.
ΠΑΠΑΣ
Τι μου λες! Κι εγώ βγάζω χίλια διακόσα το μήνα με το ζόρι. Και ευχαριστιούνται κιόλας…
ΛΑΪΚΟΣ
Μπα. Μια στατιστική έδειξε πως μόνο το τρία τοις εκατό των κοινών γυναικών συμμετέχουν στην ευχαρίστηση που δίνουν.
ΚΡΙΣ
Και οι άλλες γυναίκες που δεν είναι του είδους τους, δεν διαφέρουν και πολύ σ' αυτό. Η συμμετοχή τους είναι είκοσι τοις εκατό. Αλλά ας μη συγκρίνουμε κυρίες με πόρνες.
ΠΑΠΑΣ
Άκου να σου πω παιδί μου. Ή είσαι μικρός και δεν ξέρεις, ή ξέρεις και δεν το λες από σεβασμό. Δεν υπάρχουν κυρίες και πόρνες. Όλες οι γυναίκες είναι πόρνες.
ΚΡΙΣ
Ω!
ΛΑΪΚΟΣ
Πάτερ μου ήπιες και δεν ξέρεις τι λες.
ΠΑΠΑΣ
Ξέρω και παραξέρω. Θα 'ρχότανε μαζί σου η ανεψιά μου νομίζεις αν δεν είχες λαφτά; Απλά, άλλες είναι μικρές και άλλες μεγάλες πόρνες. Άλλες πουλιούνται για πενήντα δολάρια, άλλες για πενήντα εκατομμύρια δολάρια.
ΛΑΪΚΟΣ
Δεν μιλάει ο παπάς τώρα, μιλάει το κρασί.
(Μπαίνει η Λέσλυ έτοιμη για έξω)
ΠΑΠΑΣ
Λοιπόν αγαπητέ μου όπως σου είπα. Η ανεψιά μου είναι μια μοναδική κοπέλα. Φέρσου της λοιπόν όπως της αξίζει.
ΛΕΣΛΥ
Ο θείος μου αν και πιωμένος δεν ξεχνάει τα παινέματα.
(Στον Κρις)
Πηγαίνουμε;
ΚΡΙΣ
(σηκώνεται)
Πάμε!
ΛΕΣΛΥ
Γεια σου θείε μου.
(Τον φιλάει)
Γεια σας κύριε Λαϊκέ.
ΚΡΙΣ
Γεια σας πάτερ, γεια σας κύριε Λαϊκέ.
(Χειραψίες)
ΠΑΠΑΣ
Στο καλό παιδιά μου. Την ευλογία μου να 'χετε.
ΛΑΪΚΟΣ
Γεια σας. Χάρηκα πολύ κύριε Κρις.
(Βγαίνουν η Λέσλυ και ο Κρις)
ΠΑΠΑΣ
Δεν τον ρώτησα αν πηγαίνει στην εκκλησία. Βάλε ένα ποτηράκι.
ΑΥΛΑΙΑ
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ
Πήγα στην Πρέβεζα.
Kαι ΕΙΔΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ
ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΔΕΙ
ΖΩΝΤΑΝΟ
ΤΟΝ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ!
Τα μάτια που τον έβλεπαν για ολόκληρο ένα μήνα.
Που καθημερινά τον έβλεπαν.
Ήταν τα μάτια της σπιτονοικοκυράς του.
Στην Πρέβεζα.
Μιας γηραιάς κυρίας
σεμνής και καταδεχτικής.
Ανέβηκα τις σκάλες που ανέβαινε.
Άγγιξα το πόμολο της πόρτας
που Εκείνος άγγιζε κάθε ημέρα.
Μετά
πέντε-έξη βήματα
πάνω στο παλαιό ξύλινο δάπεδο
μέχρι την πόρτα
του δωματίου του Ποιητή.
Και ύστερα το όραμα.
Το θάμα.
Το γειτόνεμα
με ό,τι ο Χρόνος είχε απείραχτο αφήσει
από κακίες,
από ζήλειες και μισήματα-
με ότι πιο ιερό μετά την Τέχνη του
είναι για έναν Ποιητή: με την ζωή Του.
Μικρό δωμάτιο με κρεβάτι,
τραπεζάκι και καρέκλα.
Στο τραπεζάκι επάνω ένα κύπελλο
και σύνεργα γραφής.
Στεκόμουν και κοιτούσα.
Να! το κύπελλο
απ’ όπου ήπιαν
οι αξεδίψαγοι αλλιώς
νομπελίστες μας.
Να! η πένα που ζωγράφισε
τον άνθρωπο σωστόν…
Στεκάμενος στην πόρτα εμπρός του δωματίου,
τον είδα
στην καρέκλα του
σκυφτόν
να γράφει.
Τον είδα να κοιτάζει απ’ το παράθυρο τον κόσμο.
Τον είδα να ξαπλώνει στο κρεβάτι
κοιτώντας στο ταβάνι
τ’ ωραίο του γύψινο στεφάνι...
Να περπατεί τον έβλεπα
μες στο μικρό το δωματιάκι.
Και δρασκελώντας το
να το πλαταίνει
ώσπου τον κόσμον όλο να χωράει.
Η καλοσυνάτη και απλοϊκή γηραιά κυρία-
η σπιτονοικοκυρά του,
για ώρα έτσι στεκάμενον μπροστά στην πόρτα βλέποντάς με,
«περάστε μέσα», με παρότρυνε.
Και με το χέρι ακόμα δείχνοντάς μου,
πάλι και πάλι μου έλεγε: «Περάστε! Περάστε!..»
Η καημένη η καλή κυρία… ακόμα
Ιδιοκτησία της θεωρεί
αυτό το δωματιάκι του σπιτιού της.
Όταν τέλος εδυνήθηκα
και γύρισα στο τώρα:
«Πώς ήτανε;.. Τι έλεγε;.. Τι συνήθιζε να κάνει;…»
ρώτησα.
Και πήρα την απάντηση που επερίμενα.
«Πάντοτε ευγενικός.
Χωρίς λόγια πολλά.
Ένα καλημέρα κι ένα γεια σας μόνον.
Χωρίς άλλο τίποτα.
Και χωρίς παρέες. Από το σπίτι στο γραφείο
και από το γραφείο στο σπίτι…
Κάποιες φορές μόνον,
του δωματίου του άνοιγε την πόρτα
και μου ζητούσε λίγο νερό…»
Και το φρικιαστικό: «Όταν πέθανε,
Και καθάριζα το δωμάτιο
Βρήκα κάτι χαρτιά γραμμένα πάνω στο κομοδίνο του …
Και-πού να ήξερα τι είναι…
τα πέταξα στα σκουπίδια!»
Βγήκα γεμάτος απ’ τη μια,
μα και ανάλαφρος από το σπίτι εκείνο.
Το χρέος μου το πιο βαρύ
το είχα ξεπληρώσει.
Και η σκέψη «τώρα και να πεθάνω δεν θα μ’ ένοιαζε»
Διαπότιζε όλους μου τους λογισμούς.
Και βγήκα.
Και βρέθηκα στον δρόμο,
τον κάτω απ’ το παράθυρό του ακριβώς,
με τα εμπορικά και τα ιχθυοπωλεία του.
Μα ως εβάδιζα
αγκάθι ένα μου κεντούσε
την ακόμα απωθημένη
από τα τόσα υπερκόσμια
λογική:
«…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!» «…στα σκουπίδια!»
Κι όπως στα γήινα πάλι ξαναγύριζα,
Η πρώτη μνήμη που μου ήρθε ήταν αυτή:
ο «γιος», η «αδερφή» κι ο «αδερφός» μου,
τα ποιήματά μου
όπου για φύλαξη τους έστελνα
όταν παράδερνα στα ξένα,
τα έκαψαν.
Κι απ’ τον καπνό τους βρώμισε ο τόπος.
Και να το αγκάθι:
Αντίς μες στα σκουπίδια να τα ρίξει
η σπιτονοικοκυρά
τα ποιήματα του Καρυωτάκη,
δεν τα ’καιγε
να ευωδιάζει ο τόπος εσαεί
Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων…
Και Ελεγείες…
και Σάτιρες…
Δημήτρη ήρθε και με βρήκε η Έλενα. Τη θυμάσαι; Την είδες μια δυο φορές. Θέλει λέει να της βρω έναν καλό δικηγόρο, γιατί την βιάσανε. Εσύ που ζεις στον κόσμο θα ξέρεις κάποιον. Πάρε με και πες μου να τον βρω ώστε να μπορέσουμε να την βοηθήσουμε την καημένη να δικαιωθεί.
Μου είπε τι έγινε και σου το μεταφέρω με όσα λιγότερα λόγια μπορώ, μήπως σε ρωτήσει σχετικά ο δικηγόρος.
Θέλοντας να μαυρίσει λέει, βγήκε και πήγε στο κοντινό της άλσος. Διάλεξε ένα μέρος με πρασινάδα, κοντά σε μια παρέα που έπαιζε αυτοσχέδιο βόλεϊ, και άρχισε να γδύνεται. Έβγαλε τη μπλούζα της, έβγαλε το σορτσάκι της, έβγαλε το σουτιέν της και το κάτω της εσώρουχο και ξάπλωσε πάνω στο γρασίδι.
Την διέκοψα.
Καλά, της λέω, γιατί πήγες δίπλα στα παιδιά να γδυθείς;
«Τι ερώτηση είναι αυτή;», μου λέει. « Δεν είμαι ελεύθερη να ντύνομαι και να γδύνομαι όπου και όπως θέλω;» μου λέει. «Έχουμε ή δεν έχουμε δημοκρατία; Στον εικοστό πρώτο αιώνα ζούμε! Ξύπνα!»
Τι να της έλεγα; Ότι δεν είναι ελεύθερη; Ή ότι δεν έχουμε δημοκρατία;
«Και λοιπόν τι έγινε;», της λέω.
«Αφού γδύθηκα λοιπόν, ξάπλωσα ανάσκελα και άνοιξα τα πόδια μου. Τότε είναι που ένα κτήνος, ένας παλιάνθρωπος, ένας αλήτης, άφησε το βόλεϊ, ήρθε, έπεσε επάνω μου και με βίασε».
Καλά, της λέω, ύστερα από αυτό που έκανες-να ξαπλώσεις και να ανοίξεις τα πόδια σου ενώ ήσουν γυμνή, δεν περίμενες ότι θα γινόταν κάτι τέτοιο; Είσαι με τα καλά σου;
«Ποιος είπε πως ήμουνα γυμνή; Για ποια με πέρασες;» μου κάνει, «Στις θηλές του στήθους είχα από ένα αστεράκι και το ίδιο και στη θέση του φύλου μου. Άκου γυμνή! Για ποια με πέρασες;»
Αν δεν μπορέσεις να μου απαντήσεις εδώ, στείλε στο ιμέιλ μου όνομα και διεύθυνση, ή τηλεφώνησέ μου.
Ο ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟΣ
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.
ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Πάτερ, εκεί που κάθομαι λέω καμιά φορά
πόσο θα ήταν πιό καλές στη γη επάνω οι μέρες-
προς το καλό πόσο τρανή θάταν η διαφορά-
όπως εσύ αν ήτανε της Γης όλοι οι πατέρες.
Όμως οι στίχοι μου αυτοί, πάτερ, οι φτωχικοί
για σένα θα μιλήσουνε-δε γράφτηκαν για κείνους
για τη λιακάδα γράφτηκαν κι όχι για τη βροχή
εγράφτηκαν για Καίσαρες κι όχι για Κυμβελίνους.
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει να στο πει
αφού δεν είναι μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου.
Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι.
Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη,
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου.
Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει΄
Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.
Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό;
Είναι η καλοσύνη σου; Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό;
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά σου;
Άραγε τι απ’ ολ’ αυτ,-η όλα είναι μαζί;
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει;
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο, πριν δαγκάσει;
Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα.
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό.
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.
Γιατί στον τόπο αυτόν εδώ, σε τούτη τη μικρή
κοιλάδα που λυμαίνονται λογής λογής κανάγιες
μία γλυκιά παρηγοριά στη ζωή μας την πικρή
είναι οι λέξεις σου οι σοφές-οι φράσεις σου οι άγιες.
Πράος και γλυκομίλητος, βαθύνους και απλός
κόσμιος, καλότροπος, μεστός σεμνότητος κι ελέους
στέκεις αγγελοφάνταχτος στα μάτια μας εμπρός
ελπίδα για τους γέροντες και φάρος για τους νέους.
Πάτερ και δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς
Και για να κάνεις αγιασμό δεν θέλεις πετραχήλι.
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής.
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη.
Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω απ’ τους Θεούς.
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια.
Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι:
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.
Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιον έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.
Η μετριοφροσύνη σου ίσως εξεγερθεί
κι ίσως το μέτρο να ειπείς πως έχω ξεπεράσει.
Μα ξέρει όποιος δίπλα σου για λίγο έστω βρεθεί
υπερβολής τα λόγια μου έτι δεν έχουν τάση.
Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί.
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δεν χρειάζεται να ψάξει.
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή.
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει!
Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε.
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε.
Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος.
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος.
-----
ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα 'ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα 'ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λιώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα 'ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός.
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
«ΚΥΡΙΑ ΝΤΟΜΙΕ»
ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΤΡΕ ένας εραστής του ωραίου
ΜΑΡΙ μια όμορφη γυναίκα
ΓΚΑΡΣΟΝ
ΤΟΠΟΣ:
Παρισινό καφέ.
Ώρα απογευματινή μιας ημέρας ανοιξιάτικης.
Ο Αντρέ πίνει το βερμούτ του σε ένα τραπεζάκι, ενώ στο παραδίπλα τραπεζάκι η Μαρί πίνει το αναψυκτικό της.
Ο Αντρέ σηκώνεται και πλησιάζει το τραπεζάκι όπου κάθεται η Μαρί.
Στέκει σε μια διακριτική απόσταση από την Μαρί και απευθύνεται προς αυτήν με ευφρόσυνη διάθεση.
ΑΝΤΡΕ
Κυρία Ντομιέ, παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας εκφράσω την ευχαρίστησή μου που τυχαίνει να σας ξαναβλέπω ύστερα από τόσον καιρό.
(Η Μαρί κοιτάζει για μια στιγμή γύρω της, και μη βλέποντας καμία άλλη κυρία κοντά εκεί, βεβαιώνεται ότι ο Αντρέ μιλάει σ’ αυτήν.)
ΜΑΡΊ
Σ’ εμένα μιλάτε κύριε….
ΑΝΤΡΕ
Μάλιστα. Ίσως δεν με θυμάστε… Είχαμε βρεθεί και οι δύο στην δεξίωση της κυρίας και του κυρίου Γκιγιώμ… στην Λιόν… που γιόρταζαν την πέμπτη επέτειο του γάμου τους…
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε…
ΑΝΤΡΕ
Βενσάν! Κύριος Βενσάν!
ΜΑΡΊ
Κάποιο λάθος κάνετε κύριε Βενσάν…
ΑΝΤΡΕ
…Που ένας σερβιτόρος σας σκούντησε κατά λάθος και χύθηκε το ποτό σας πάνω στον σύνοδό σας… με συγχωρείτε που σας θυμίζω κάτι τέτοιο, όμως αντιδράσατε τόσο υπέροχα όσο η φήμη και …συγχωρήστε μου την αναφορά σ’ αυτό… όσο η φήμη και η ομορφιά σας απαιτούσε…
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, θα σας επαναλάβω ότι κάνετε λάθος. Δεν παρευρέθηκα σε αυτή την δεξίωση που αναφέρατε. Και ούτε λέγομαι Ντομιέ.
ΑΝΤΡΕ
(θορυβημένος)
Τόση ομοιότης!... Κυρία μου, σας ζητώ χίλιες φορές συγνώμη… όμως αν ξέρατε την κυρία Ντομιέ θα δυσκολευόσασταν και σεις να παραδεχτείτε ότι κάποια άλλη κυρία σας μοιάζει τόσο πολύ. Αισθάνομαι τόσο γελοίος… Όμως θα είχαμε να πούμε τόσα πολλά… αν ήσασταν αυτή… γιατί ξέρετε… όχι πως έχει πια σημασία, αλλά κι εγώ όπως εκείνη, είχαμε κάτι κοινό: την αγάπη μας για την όπερα!
ΜΑΡΙ
Κύριε Βενσάν, τόσην ώρα είστε ορθός μπροστά μου ενώ εγώ είμαι καθιστή ωραία ωραία στην καρέκλα μου. Βλέπω την αναστάτωσή σας και δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση σας. Τυχαίνει να ενδιαφέρομαι κι εγώ για την όπερα. Καθίστε για λίγο σας παρακαλώ… τα λάθη αυτά συμβαίνουν… Δεν θέλω να φύγετε με τύψεις ή με ενοχές για το λάθος σας. Ηρεμήστε…
(ο Αντρέ μένει όρθιος)
Παρακαλώ, καθίστε.
(Ο Αντρέ κάθεται)
ΑΝΤΡΕ
Σας ευχαριστώ για την κατανόηση.
ΜΑΡΙ
Μείνετε ώστε να μου πείτε για την αντίδραση της κυρίας Ντομιέ όταν χύθηκε το ποτό της. Θα είναι ενδιαφέρουσα, από μία κυρία όπως την περιγράψατε.
ΑΝΤΡΕ
(Χαρούμενος για την έκβαση της κατάστασης και με θάρρος)
Ω! Σηκώθηκε και είπε στον σερβιτόρο, «δεν φταις εσύ αγαπητέ μου, εγώ έκανα μιαν απότομη στροφή για να δω καλύτερα την ορχήστρα»
Και στην ερώτηση του σερβιτόρου για το τι θα ήθελαν από εκείνον ώστε να επανορθώσει όσο ήταν δυνατόν, η κυρία Ντομιέ τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Μην το παίρνετε τόσο σοβαρά, δεν θα πάθει τίποτε ο σύζυγός μου από μια γουλιά μπύρας που χύθηκε στο σμόκιν του. Εξάλλου ορίστε!» και με μια πετσετούλα σκούπισε το σημείο του σμόκιν του συζύγου της.
Και εκεί τελείωσε το θέμα.
ΜΑΡΙ
Νομίζω ότι κάθε κυρία έτσι περίπου θα φερόταν.
ΑΝΤΡΕ
Κάθε πραγματική κυρία όπως αυτή και σεις ναι. Όχι μία κατ’ όνομα μόνον κυρία…
ΜΑΡΙ
(αλλάζοντας θέμα)
Ώστε λοιπόν και σεις είστε… λάτρης θα έλεγα, της όπερας:!
ΑΝΤΡΕ
Πράγματι. Η Όπερα είναι ένα από τα σημαντικότερα μουσικά επιτεύγματα του Δυτικού πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά είδη.
ΜΑΡΙ
Αλήθεια. Και θεωρείτε ότι το λιμπρέτο ή η μουσική είναι το σημαντικότερο στοιχείο μια όπερας;
ΑΝΤΡΕ
Όταν το λιμπρέτο είναι σοβαρό, και όχι κωμικό, είναι εκείνο το στοιχείο το οποίο θα έλεγα μονοπωλεί σχεδόν το ενδιαφέρον μου.
ΜΑΡΙ
Η μουσική όμως είναι τις περισσότερες φορές συνεχής και έχει ως απώτερο στόχο τη δραματοποίηση των δρώμενων στη σκηνή. Και όταν την πετυχαίνει τότε είναι συναρπαστική.
ΑΝΤΡΕ
Σε τέτοιες περιπτώσεις βέβαια, εξυπακούεται ότι ενδιαφέρον έχει εξίσου και η μουσική.
(παίρνοντας μια συγκαταβατική έκφραση και με απολογητικό τόνο στη φωνή του)
Κυρία μου, θα ήθελα να διακόψω την συζήτησή μας αυτή, την τόσο ευχάριστη και τόσο αγαπητή, μιας και συζητούμε για κάτι υψηλό όπως είναι η μουσική και δη η όπερα. Πρέπει λοιπόν να μάθετε ότι χαίρομαι που δεν είστε η κυρία Ντομιέ, γιατί… γιατί θα σας είχα κοροϊδέψει αν ήσασταν. Και εξηγούμαι. Δεν βρέθηκα σε εκείνη την δεξίωση καθόλου. Ένας φίλος που είχε πάει, μου μίλησε για το περιστατικό που σας είπα-αυτό με το ποτό που έβρεξε το φράκο του συζύγου της κυρίας Ντομιέ, επίσης μου είπε ότι αυτή η κυρία Ντομιέ ήταν πολύ πολύ όμορφη. Και όταν σας είδα, συνδύασα την ομορφιά της κυρίας Ντομιέ, που μου είχε περιγράψει και εξυμνήσει ο φίλος μου, με την δική σας ομορφιά. Γιατί πράγματι μου την περιέγραψε λες και είχε υπ’ όψιν του εσάς! Και είπα να σας πλησιάσω σαν θαυμαστής αυτής της κυρίας Ντομιέ, που ποτέ δεν είχα συναντήσει. Έτσι, μόνον για να λέω ότι μίλησα με μια εξαιρετικά όμορφη κυρία. Και είπα μέσα μου «τι χάνω;» Όμως είδα ότι έχω χάσει ήδη. Τι έχασα; Την αυτοεκτίμησή μου, διότι χρησιμοποίησα την ομορφιά, το θεόσταλτο και ακριβό αυτό δώρο του θεού στον άνθρωπο, για να προσπαθήσω να ικανοποιήσω την επιθυμία μου, να γνωρίσω δηλαδή κι εγώ ο άσημος, μια όμορφη γυναίκα, και, τουλάχιστον να συζητήσω μαζί της.
ΜΑΡΙ
Το γεγονός κύριε Βενσάν ότι νιώσατε την ανάγκη να απολογηθείτε για αυτή την μικρή σας τόλμη, σας καθιστά άξιον μιας ανταμοιβής. Λίγοι είναι οι άνθρωποι που μετανιώνουν για κάτι ανάρμοστο που έκαναν, πριν αφήσουν να καρπωθούν πρώτα από την τόλμη τους αυτή.
Και θα είμαι εγώ εκείνη που θα σας δικαιολογήσω γι αυτή σας την πράξη, αντί να σας μαλώσω γι αυτήν ακριβώς την τόλμη σας.
Εξάλλου αυτό δεν είναι κάτι αθέμιτο. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος για να με πλησιάσετε χωρίς να χρησιμοποιήσετε εκείνα τα ανόητα φερσίματα των κακομαθημένων και αναιδών, που πλησιάζουν μια γυναίκα και της προτείνουν να πάρουν ένα ποτό μαζί ή να την βοηθήσουν με κάτι που αυτή μεταφέρει.
Και μιλώ έτσι γιατί-μάθετε κύριε Βενσάν, ότι- είμαι πράγματι η κυρία Ντομιέ. Σας είπα ότι δεν είμαι αυτή, επειδή κατάλαβα ότι μου λέτε ψέματα, και έτσι θα μπορούσα να φυλαχτώ από έναν ψεύτη, αν εκεί κατέληγε το πράγμα, ενώ δεν θα είχα να χάσω τίποτε παίζοντας το παιχνίδι που σεις είχατε αρχίσει. Γιατί αν ήσασταν στην δεξίωση εκείνη θα σας είχα προσέξει. Ένας κύριος με την δική σας αρρενωπή όσο και φροντισμένη εμφάνιση δεν θα περνούσε απαρατήρητος από μένα. Και οι δυό λοιπόν κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλο.
ΑΝΤΡΕ
Ώστε είστε πράγματι η κυρία Ντομιέ!.. Διπλή κοροϊδία από σας, μονή από μένα. Γιατί δεν υπήρξε καμία δεξίωση και κανένας φίλος δεν μου είπε τίποτε για την ομορφιά κάποιας κυρίας και για ένα περιστατικό με την απροσεξία της.
ΜΑΡΊ
(σαν λίγο βαριεστημένη από όλα αυτά και έτοιμη να σηκωθεί)
Τι λέτε, πηγαίνουμε;..
(πριν αφήσει τον Αντρέ να απαντήσει)
Ήταν τόσο ωραία όλα αυτά…
ΑΝΤΡΕ
Μα ναι. Πηγαίνουμε.
(σηκώνεται και υποκλίνεται μπροστά στην Μαρί τείνοντάς της το χέρι του)
ΜΑΡΙ
(σηκώνεται)
Κύριε Βενσάν ποιο είναι το όνομά σας;
ΑΝΤΡΕ
Αντρέ.
ΜΑΡΙ
Μαρί.
ΑΝΤΡΕ
Μαξίμ;
ΜΑΡΙ
Όχι. Εξέλσιορ. Έχει πιο καθαρά δωμάτια. Να πληρώσουμε τα ποτά όμως…
ΑΝΤΡΕ
Γκαρσόν!
(έρχεται το γκαρσόν βαριεστημένο)
Τι χρωστάμε;
ΓΚΑΡΣΟΝ
Δυόμισι φράγκα.
ΑΝΤΡΕ
(αφήνει τρία φράγκα)
Τα ρέστα δικά σου αγαπητέ μου.
ΓΚΑΡΣΟΝ
Ευχαριστώ.
(στην Μαρί, σιγά, φιλικά)
Τη βόλεψες κι απόψε Μαράκι!
ΜΑΡΙ
(Ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα στο γκαρσόν. Στον Αντρέ,δείχνοντάς του με μια κίνηση του κεφαλιού της το γκαρσόν)
Paysan!…
(προχωρώντας αγκαζέ)
Ξέρετε, μου αρέσει αλήθεια η όπερα…
ΑΥΛΑΙΑ