ΣΑΡΑ
(Κοριτσάκι που πέθανε στη διάρκεια της Κρίσης, προσπαθώντας να ζεσταθεί με μαγκάλι)
Όχι θεός αλλ’ άνθρωποι
αισχροί συνωμοτήσαν
και να μην έχει ζεστασιά
η Σάρα αποφασίσαν.
Κι ενώ εκείνη ανύποπτη
αγκαλιάζει το μαγκάλι
ήσυχοι αυτοί στου χρήματος
φωλιάζουν την αγκάλη.
Και το άδικο ενώ αυτοί
σκυφτοί μετράνε χρήμα
εκείνης μπαίνει το κορμί
στο γήινό του μνήμα.
Όμως το Σύμπαν αγνοεί
του χρήματος παιχνίδια
και όπως όλα και αυτό
ανταποδίδει ίδια:
η Σάρα ενώ στων Ουρανών
το τζάκι τώρα χλιαίνεται
ψυχή και σώμα εκεινών
σ’ αιώνιο πυρ θα καίγεται.
Η ΜΟΥΡΙΑ
Στη γειτονιά μου είναι μια μουριά.
Γριά μουριά, με κλάρες σαν βεντάλια
που φκιάνουνε ανοιώντας μια αγκαλιά,
που φύλλα κάθε Άνοιξη γεμίζει
τη δόξα της θυμώντας την παλιά.
Και κάθε Άνοιξη πάνω της πάνε
και άλλου είδους φλυαρούν πουλιά-
μικρά που παίζουνε κει πάνω:
αθώα, ανέμελα, μικρά παιδιά.
Κι ακώ φωνίτσες δίπλα σαν περνάω,
νόημα χωρίς να βγάζω-μια βοή
χαρούμενη κι ανύποπτη και πράα
καθώς ανάσα δάσους το πρωί.
Πρώτη κραυγή-πρώτη ζωή-και πρώτη
φανέρωση του ανθρώπου απα' στη γη.
Πρώτο έγνoιασμα-πρώτο άπλωμα-και πρώτο
νερό καθάριο από άμωμη πηγή.
Και να γιατί αγαπώ τη γειτονιά μου,
και να γιατί ακόμα είμαι εδώ-
με νου και φαντασιά κι άγια λαχτάρα
μαζί πα' στη μουριά είμαι κι εγώ.
Και κει επάνω ούτε μίσους φτάνουν
ούτε κακίας ή πεθυμιάς θεριά-
και είναι μια κλάρα της η γη μας
και σύμπαν μας ολόκληρη η μουριά.
Και όλα είναι καινούργια και δροσάτα
κάτω απ' των φύλλων μας τη θαλπωρή
κι είναι ο θεός που μας μιλάει σα βρέχει
και ρίγη θεία των φύλλων οι χοροί.
Γ ριά μία μουριά που στέκει ολόρθη
στης γειτονιάς μου μέσα την ερμιά.
Γριά μία μουριά που είναι για μένα
κονάκι, καταφύγιο, απανεμιά.
Στη γειτονιά μου είναι μια μουριά.
(Τρίπολη, 2003)
ΝΤΕΙΒΙΝΤ
(Γεωργιανός, φίλος)
Καθισμένοι στη φτωχική αυλή του βλέπαμε στον κομπιούτερ την πατρίδα του, τη Γεωργία.
Έτρωγε τα γλυκά που του πήγα, απολαμβάνοντάς τα.
«Μπορώ μη τρώω…αλλά γκλυκά όλο τρώω όσα έχω…»
Τετραγωνισμένο πρόσωπο, αδρά χαρακτηριστικά, ψηλός και δυνατός. Μου θυμίζει τον Στάλιν. Δεν δείχνει να έχει καμιά περηφάνια για την κοινή του καταγωγή με αυτόν.
Μορφωμένος. Χορογράφος και χορευτής στην πατρίδα του, ήρθε να δουλεύει για δεκαπέντε ευρώ όλη την ημέρα στους έλληνες.
Δεν παραπονείται.
Μου βρίσκει και μου δείχνει στον κομπιούτερ του χορούς γεωργιανούς και ρώσικους.
Υπέροχο θέαμα. Όλο χάρη και όμορφο και θεμιτό νάζι από τις κοπέλες, και αντρίκια δύναμη και αγωνιστικότητα από τους άντρες.
Μια μύγα κάθεται μια επάνω στα πρόσωπά μας μια επάνω στο στήθος της χορεύτριας.
Τα έντομα, που μας υπενθυμίζουν πάντοτε ότι υπήρχαν πριν από εμάς και ότι θα υπάρχουν και μετά.
Ο Νταβίντ μου δείχνει την εκκλησία της Κολχίδας. Εκατό μέτρα ύψος, χωρητικότητα πέντε χιλιάδες άτομα «μέσα μόνο!» Κι εμείς περηφανευόμαστε για το μέγεθος του Άγιου Παντελέημονα.
Μου δείχνει τα ποτάμια της Γεωργίας με τα αλλόκοτα ονόματά τους. «Όλα πάει Μαύρη θάλσσα και ένα Κασπί… Μεγάλα ποτάμι και πολύ πολύ γρήγορο…»
Βλέπω τα ποτάμια στον χάρτη και τα νιώθω να κινούνται, να τρέχουν ορμητικά μέσα μου και να με δροσίζουν στο καυτό απόβραδο.
Οι χορεύτριες ντυμένες τα πολύχρωμα ρούχα της πατρίδας τους και ανεμίζοντας πανέμορφα μαντήλια. «Μαντήλι!», του λέω, δείχνοντάς του ένα μέσα στη μικρή οθόνη.
Γεμάτος άδολο ενθουσιασμό: «Μαντήλι! Και Γεωργία μαντήλι λέμε!...»
«Γιατί άραγε λέμε και οι δύο το μαντήλι μαντήλι;» τον ρωτάω. Αφού καταλάβει τι εννοώ, με απόφαση και σιγουριά αρχίζει να μου μιλάει για την αργοναυτική εκστρατεία. Μου δείχνει την Κολχίδα και το Βένι, συνοικία της Κολχίδας όπου, χωρίς καμία αμφισβήτηση γι αυτόν, εκεί πήγαν και έδρασαν οι αργοναύτες.
Από κει ίσως το «μαντήλι», συμπεραίνει. Δεν συμφωνώ, όμως πολύ μου αρέσει η ιδέα της γεφύρωσης μιας τέτοιας χρονικής και εδαφικής απόστασης με μια λέξη…
«…Ιάσων…ήρθε πάρει το χρυσόμα…το golden…πώς λένε…το golden…Βένι!» (Ψάχνει αμίλητος υπομονετικά στον χάρτη, το βρίσκει) Εδώ ήρθαν! Πήραν γυναίκα Μεντέα… Χίλια εννιακόσα ογδοντα δύο ήρθαν έλληνες Κολχίδα με ίδιο καράβι…»
Περιττό να του πω ότι δεν έχουν οι σημερινοί έλληνες καμία σχέση με τους έλληνες τους τότε. Η φήμη δεν υποχωρεί σε καμία λογική.
Δέκα παρά είκοσι. Σηκώνομαι και με αλαφρή αλλά και βαριά καρδιά τον αφήνω. «Είναι ώρα να πας να πάρεις την Άννα.»
Σηκώνεται. Χαιρετιόμαστε. «Χτες είχα οικογένεια γιορτή…εγώ σαράντα οκτώ χρόνια…» Φεύγοντας μου το λέει…Του εύχομαι χρόνια πολλά και βγαίνω στην κάψα και στην βρωμιά.