Ημέρα της ποίησης.
Ας βάλω εδώ σαν συμμετοχή μου στην ημέρα Της λίγα από τα γραφτά μου που έχουν μέσα το όνομά Της.
ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Τα πάντα στην τέχνη του πρέπει να θυσιάσει ο ποιητής,
αν ποιητής θέλει να ’ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει,
και να υποφέρει,
και να λιώσει κάτω από τ’ άρμα της,
με την ελπίδα απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη στίχοι,
που,
με τη σειρά τους,
την ποίηση θα συνεχίσουν.
Γιατί δεν είναι ο ποιητής το κέντρο του σύμπαντος.
Μία εφήμερη στιγμή είναι,
που από μέσα της
το πνεύμα των προϋπαρξάντων ποιητών περνά,
τραβώντας προς το μέλλον
στον ποιητή που θα την συνεχίσει.
GABRIELA MISTRAL
Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες-γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;
Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;
Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει.
Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.
Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό
Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό
πως η ποίηση κάνει ό,τι η βακτηρία-
πως βοηθάει τον άνθρωπο να 'ναι υποφερτό
το περπάτημά του μες στην ιστορία.
Πως σηκώνει λίγο απ' το βαρύ φορτίο
κι έτσι αλαφρώνει κάπως τη ζωή
σκέποντας το βάρβαρο και τραχύ τοπίο
πίσω από ανάλαφρη μια περιγραφή.
Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό
Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό
δίνει ζωή σ' αντάλλαγμα για τη φιλοξενία
έτσι της θείας Ποίησης η ιερή μανία
δίνει ζωή στον πένθιμο της ζήσης τον ρυθμό.
ΠΟΙΗΣΗ
Ευλογημένο μου χαρτί
και άγιο μου μολύβι
θεούς σας λέω κι ακριβούς
φίλους κι αγαπημένους.
Μαζί σας λύπη δε χωρεί
και σκέψη οργισμένη
χαρά μαζί σας, θαλπωρή,
κι η λύπη περασμένη.
Εσείς μητέρα κι αδερφός
και κόρη αγαπημένη
εσείς αγέρας δροσερός
σε γη ηλιοκαμένη.
Εσείς δροσιά, εσείς πηγή,
στης έρημου τα πλάτη
σεις της ελπίδας η αυγή
στου σκότους τ’ άγρια βάθη.
Χαρτί μου και μολύβι μου
και τη ζωή χρωστώ σας
και το μικρό καλύβι μου
σας το χρωστώ δικό σας.
Μπορείτε να ’χετε οίηση
και παίνεμα γιατί
χωρίς εσάς η ποίηση
δε θα ’ταν δυνατή.
Η ΓΛΥΚΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ
Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με το λευκό δέρμα και τα χέρια τα βελούδινα,
με το πρόσωπο το αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
«Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη…»
«Εγώ πριν από έναν ποιητή;..»
«Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε…»
«Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.»
Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηρηίδων,
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.
-----
ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα.
Για να ’χω λίγο φως μέσα στον Άδη
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.
Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε.
Μ’ αυτoύς που ολοζωής τους στίχους γράφω,
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
-----
ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.
Το ακολουθεί με αγωνία
Να σταματήσει προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει.
Μάταια όλα. Αυτό
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω.
Και φτάνοντας εκεί
Σε πράγματα το βλέπει
Να έχει αλλάξει
Καθημερνά,
Και σε συνήθειες βρώμικες-
Ανωφελείς.
Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας:
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική.
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί
και θλίβεται.
Μα έρχονται φορές που λέει:
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα.
Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα.
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»
ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ
Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομάτα,
που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελάρο πάνω καθισμένη, ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα και φυσικά και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί και ξάφνω,
τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει,
που και δική σου γίνεται,
και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις, την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;» και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις
και πάτε σπίτι
και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε,
κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ,
έτσι και την ποίηση άλλων,
δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις, που,
σαν να σού ανήκει,
για μέρες λίγες κοντά σου την κρατάς.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)
Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;
Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.
Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!
Oι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι.
Kαι πνιγμένοι στις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο.
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.
ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;
Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει.
Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.
ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ
Πεσμένος στη καρέκλα του μ’ ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’ αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δεν δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’ αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’ απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’ αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.
ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ
Χωρίς μελάνι γράφεται ένα ποίημα
Μα όχι δίχως αίμα.
Ποτάμι γίνεται χωρίς νερό
Μα όχι δίχως ρέμα.
Αλαφροϊσκιωτες κυρές
Και νέοι μαρμαρωμένοι
Για παραμύθια είναι καλοί
Μα για την ποίηση ξένοι.
Η γελασμένη κοπελιά
Του ήλιου η ώρια δύση
Τ' ανθένιο μοσκοβόλημα
Η μαγεμένη φύση,
Είναι καλά για χαρωπά
Κι ανεύθυνα παιχνίδια
Μα για της ποίησης τη γιορτή
Τα μέτρα δεν είναι ίδια.
Η ποίηση είναι άστραμμα
Σε φονικό λεπίδι.
Η ποίηση είναι μισεμός
Γι αγύριστο ταξίδι.
ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
Σε μια στιγμή μονάχα εγώ
τον κόσμο έπλασα όλο
και τώρα πια τόνε τρυγώ
γλυκόν και φεγγοβόλο.
Εγώ ο μέγας ο Ποιητής
Εγώ ο μέγας Χτίστης
Εγώ ο μέγας Ασκητής
Εγώ ο μέγας Μύστης.
Εγώ που όταν όλα αυτά
τα είδα τελειωμένα
με ικανοποίηση βαθιά
κοίταξα το καθένα
κι αυτά χωρίς να μου το πουν
τα ’βαλα στο πλευρό μου
και τους επέτρεψα να ζουν
στον κόσμο τον δικό μου.
Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε
Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε
μη όλο το βάθος της δεν αιστανθούμε.
Και γράφουμε... και συλλαβές μετράμε…
αλλ’ άδικα το χρόνο μας χαλάμε.
Από το άλφα της μέχρι το ωμέγα
η ποίηση όλη μ’ ό,τι κλείνει μέγα
στης Λώρας ήταν μέσα τη φωνίτσα
όταν της τράβηξα την κορδελίτσα.
Χαράστους όσους η ζωή αξιώνει
και τέτοιαν αίσθηση τους φανερώνει:
να γεύονται έστω λίγες εδώ κάτου
σταγόνες απ’ τη δρόσο του Θανάτου.
Η ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΩΝΗ
Μες στον καταιγισμό τόσων ασήμαντων
Τυχαίων γεγονότων,
Κανείς μπορεί να βρει τον εαυτό του
Μέσα του αν ακροαστεί τόσο βαθιά,
Ώσπου ν’ ακούσει εκείνο το ανείπωτο και νέο
Που από τον ίδιο μόνον ξεκινά.
Κι όταν
Ξεχνώντας ό,τι έχει ως τότε μάθει,
Φτάσει
Πέρα από κάθε επίκτητο αίσθημα
Στη μύχια εκείνη αρχή της μέσα του φωνής,
Σχέση έχει αποκτήσει πια στενή αλλά και βαθιά
Με τη ποίηση.
ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Παίζουν και ξαναπαίζουν τους ποιητές
Και ακκίζονται με ρίμες και με λέξεις.
Για ύφος, φόρμα, ποιότητα και τεχνικές
κάνουν ανερυθρίαστα διαλέξεις.
Αλλά το μόνο που δεν είναι ποιητές.
Ντόρος να γίνει θέλουν γύρω απ’τ’ όνομά τους
όπως σε κείνηνε τη σύναξη προχτές
που κάνανε τρεις ποιητές κι είχαν κοντά τους
Τον Πρέσβη, Διοικητές κάποιων Σχολών,
Κυρίες που στο βάψιμο ήσαν άψογες…
μα η γνώμη έλειπε των ειδικών
και μοναχά για ποίηση δεν άκουγες.
Ποίηση δεν είναι, ω! μεγάλοι στιχοπλόκοι
Η ανταλλαγή γνωμών σ ένα σαλόνι
Κι οι μεταξύ σας χαρισμένοι θώκοι.
Η ποίηση γροθιά είναι στο σαγόνι.
Και μάχη. Και φωτιά. Βουή. Αντάρα.
Κι είναι ξεσήκωμα λαών αδικημένων
Στης εκμετάλλευσης ενάντια την κατάρα.
Κι είναι αποκάλυψη Παράδεισων κρυμμένων.
Η ποίηση ειν’ αυτή που ξεριζώνει
Τον κόσμο τον παλιό τον σαπισμένο
Και με σπαθί στο χέρι θεμελιώνει
Έναν καινούργιο κόσμο ευτυχισμένο.