Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

 

                Ο ΣΤΑΥΡΌΣ

Στο στήθος το χιονάτο της το ποθοπλανταγμένο
ένας σταυρός κρεμότανε με τον Εσταυρωμένο.
Κι αναρωτήθηκα γιατί στους τόσους Του μπελάδες
να τον παιδεύουν τον Χριστό τώρα κι οι Συμπληγάδες.

Μα όταν έσκυψα να δω επάνω στον σταυρό Του
να 'ναι αναψοκόκκινο είδα το πρόσωπό Του
κι αντί να είναι η όψη Του άφατα πονεμένη
την είδα με αγαλλίαση να 'ναι στεφανωμένη.

Τα μάτια Του μισόκλειστα΄ κι εσειόταν το κορμί Του
σαν ο σεισμός να έγινε προτού από τη θανή Του. 
Κι οι βόγγοι που εβγαίνανε απ' τα φρυγμένα χείλη
γι άλλην μιλούσανε παρά για την Ουράνια Πύλη.

Και μέσα κει στα στήθη της τα παντοβόρα, είδα
να 'ναι πιασμένος ο Χριστός στην ίδια την παγίδα-
στην ίδια να φλογίζεται φωτιά που τον καθένα
καίει στη γη επάνω αυτήν, ως έκαψε και μένα.

Για μένα ετούτος ήτανε ο Πλάστης και Θεός μου
κι Αυτόνε ξέρω μόνο εγώ για Ποιητή του Κόσμου- 
Εκείνου εικόνα είμαστε όλοι κι ομοίωσή Του,
στον ίδιο σταυρωνόμαστε σταυρό κι εμείς μαζί Του.

Και όρκο παίρνω πως μετά το κορμομάχημά Του,
λίγο πριν πάψει να χτυπά για πάντα η καρδιά Του-
και όρκο παίρνω λέω ξανά-δεν είναι εικασία
πως είχε το "Τετέλεσται" μιαν άλλη σημασία. 

 

 


 ΤΗ ΓΑΤΑ

Χάιδευες με το πόδι σου τη γάτα.
Το πόδι σου γυμνό. Η γάτα ύπτια.
Τα δάχτυλά σου ανάβαν τα κροκάτα
στου ζώου τα γοργά τα καρδιοχτύπια.

Με τ' όλασπρο, αβρό, γυμνό σου πόδι
εχάιδευες το τρίχωμα της γάτας.
Το γόνυ σου λαμπύριζε σαν ρόδι
κι έτρεμε το κορμί της χρυσομάτας.

Μ' αθώες, ταχα αδιάφορες κινήσεις
εχάιδευες τη γάτα σου τη μαύρη.
Απόψε κι αν ανάπαψη ζητήσεις
ούτε κι εσύ ούτε και κείνη θα 'βρει.

Βελούδι σε φιλί με το βελούδι
και πες ποιο εφιλιόνταν-ποιο εφίλα;-
το χνούδι αγκαλιασμένο με το χνούδι-
ποιανού η πιο μεγάλη ανατριχίλα;…

Εχάιδευες τη γάτα. Η ματιά σου
Θολή από τη θύελλα που νιώθεις.
Και τρέμουνε τα χείλη τ' ανοιχτά σου- 
Ματαία η προσοχή σου: επροδόθης.

 ΤΑ KΕΦΑΛΑΚΙΑ

Σαν την ψυχή νιογέννητου παιδιού, πριν τη μολύνει
ούτε της πείνας τ' άγγιγμα' πριν τη λερώσει ακόμα
ο πόθος για το νοιώσιμο της ρόγας μες στο στόμα,
έτσι αγνά τα στήθη σου μου μοιάζουνε με κείνη.

Χαρτί που μόλις έχει βγει απ' το τυπογραφείο
λευκό, ακόμα πριν το δει ούτε ποιητή το μάτι
και να 'χει ο νους του πάνω του σκεφτεί να γράψει κάτι,
τα πάλλευκα έτσι στήθη σου φαντάζουνε τα δύο.

Και σαν βουνά την όμορφη τη γη μας που στολίζουν,
κι ενώ το ηφαίστιο μέσα τους ασίγαστα κοχλάζει
εν' αεράκι δροσερό τη ράχη τους δοξάζει,
έτσι και κείνα καίγονται κι έτσι κι αυτά δροσίζουν.

Κι έτσι σφιχτά κι έτσι κρουστά κι έτσι σαν φιλντισένια
μόνο στου νου το τάνυσμα μπορούν να παρομοιάσουν
λίγο προτού οι ιδέες του που πάνε να τον σπάσουν
διέξοδο στα έλη της χαράς βρούνε τα τιποτένια.

Και σαν παιδιά. Σαν δυο μικρά, λαμπρά, γλυκά παιδάκια
που μια πηδούν ακράτηγα και τρέχουν και 'λαφιάζουν,
μια βαριεστούν και στέκουνε κι άτονα ησυχάζουν,
και μια πεισμώνουν και γυρνούν αλλού τα κεφαλάκια.

 ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ

Η μουρμούρα απ' την παρέα
σ' αποκοίμισε χτες βράδυ,
και δοθήκαν στον Ορφέα
της σαγήνης σου οι βάρδοι.

Η καρέκλα σου αγαλλιάζει
από τ' άγγιγμα το θείο
και λιπόθυμη αγκαλιάζει
το πολύτιμο φορτίο.

Αλλά κι έτσι κοιμισμένη
δε γινόταν να μη μ' έλκεις:
τα ποδάκια, έτσι αφημένη,
σταυρωτά καθώς τα πλέκεις,

τους μηρούς σου η κουβέρτα
στους αφήνει ακαλύπτους
και γεμίζει ο τόπος κέδρα
και γεμίζει ευκαλύπτους.

Και στα δάση μέσα σειώνται
Νύμφες, Σάτυροι και Φαύνοι
κι απ' τα γέλια τους δονούνται
οι γλουτοί σου οι δυο οι λάγνοι.

Και στο βάθος βάθος βάθος
στη μεσόγλουτη σχισμή
που τη δέρνουνε με πάθος
καταιγίδες και σεισμοί

καταργούνται τα ερέβη,
η Εδέμ αναγεννάται
κι α! η Εύα θριαμβεύει
το κορμί σου όταν κοιμάται.

 ΦΤΗΝΕΣ

Ο δρόμος μου 'στελνε πρωινές φωνές.
Η πάχνη εθάμπωνε τα τζάμια.

Κάτω στο πάτωμα
κείτονταν άτονα
τα εσώρουχά της. 

Με πλοκάμια κολλώδη
μ' έσφιγγαν μνήμες φτηνές.

 ΑΡΡΩΣΤΗ

Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;

Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;

Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:

ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..


 

 ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ

Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη΄
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.

Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.

Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβησμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.

                        ----- 

 Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
 
Μ’ αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει εμπρός μου
λίγο πριν μου ξερριζώσει το φιλί.
 
Μ’ αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει καθώς κλαδάκι η πυρκαγιά.
 
Μ’ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο-
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.
 
Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω,
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ’ τον καλό μου να βρεθώ.
 
Σας το είπα. Ο καλός μου μ' αγαπάει.
Μα κι εμένα-και ας είμαι εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει! 
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ!
 
                            -----

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

 ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟ ΚΛΑΔΙ 

Από το δέντρο το κλαδί 
απ' το κλαδάκι το λουλούδι. 
Από το φίδι το πουλί 
Απ’ το πουλάκι το τραγούδι. 

Μέσα στο σύγνεφο η βροχή. 
Μες στη βροχή το ποταμάκι. 
Μέσα στους πλούσιους οι φτωχοί 
μέσα στη φτώχεια το φαρμάκι. 

Κάτω απ' το λάδι το κρασί 
μες στο κρασί ανατριχίλα 
κάτω από μένανε εσύ 
μέσα σου δίηβος καμήλα. 

Τρίτη 28 Απριλίου 2026

     ΑΝΑΜΕΣΆ ΤΟΥΣ

Σούρπωσε. Λάμπουν οι μηροί 
άσπροι ως ψηλά και τρυφεροί. 
Κι ανάμεσά τους ένας ζόφος 
παραφωνία στο λυκόφως

                   -----

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

 ΑΦΟΥ ΔΕ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕ

Αφού δε μ' αγάπησε δεν κρύβουν τα σύθαμπα
σκιές ούτε μίσους. 
Αφού δε μ' αγάπησε δεν είχαν τα Σύμπαντα
ποτέ παραδείσους.
Αφού δε μ' αγάπησε τα πάντα είναι ψέματα 
και πώς ναν' αλήθεια
αφού τα δικά μου ταιριάζαν χαϊδέματα
στα δυο της τα στήθια..

Αφού δε σφιχτόκλεισαν οι πάλλευκοι κύκλοι της
τους μαύρους μου κύκλους 
αφού αποστερήθηκαν τα δύο τα χείλη της
του μόνου μου χείλους 
αφού δεν αγκάλιασαν οι δυο τεθλασμένες της
τις δυο μου ευθείες 
αφού με το στήθος μου οι λαιμοκαδένες της
δεν κάναν φιλίες- 

αφού δε μ' αγάπησε ειν' όνειρο η ζήση μου
σβησμένου ονείρου
ποτέ δεν ανέτειλα και είναι η δύση μου
ογκάνισμα χοίρου. 

Δε ζω-δεν αισθάνομαι-στης πλάσης της άπλαστης
τα πλάτη δεν κείμαι.
Στης ζωής τον παλμό-στο φως-στη λαχτάρα της
δεν έχω μερίδιο-δεν είμαι.

 Αν ο Τραμπ είναι έξυπνος πρέπει να τοποθετήσει τον παραλίγο δολοφόνο του επικεφαλής της Ασφάλειας του Λευκού Οίκου και του εκάστοτε Προέδρου.

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

 ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά. 
-Τα κορίτσια!
-Ναι.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

 Ηγετικό στέλεχος της Χαμάς:
«Η οργάνωση δεν θα παραδώσει τα όπλα της. Όσο υπάρχει κατοχή, υπάρχει αντίσταση. Η αντίσταση είναι το δικαίωμα των λαών υπό κατοχή…Είναι κάτι για το οποίο τα έθνη είναι περήφανα!»
Έλα τώρα Χαμάς…. Μην κάνεις πείσματα…. Άσε τις φιλολογίες για περηφάνια και τέτοια. Δώσε ήσυχα ήσυχα τα όπλα σου! 
Γιατί δεν παίρνεις παράδειγμα από την Καζέρτα; Ήσυχα ήσυχα θα παραδώσεις τα όπλα σου. Και ύστερα θα είσαι και πάλι παράνομος-δεν σου λέει κανείς να αποκηρύξεις τις ιδέες σου ή τα σχέδιά σου, τα όπλα σου μόνον να δώσεις. 
Και δεν θα είσαι παράνομος συνέχεια. Όοοοοχι! Γρήγορα θα έρθει ένας Καραμανλής που λέει ο λόγος, που θα σε νομιμοποιήσει. 
Και τότε θα κάνεις ένα Παλαιστινιακότατο Κόμμα, και θα μπεις στη Βουλή της χώρας σου, και θα κάνεις από εκεί ελεύθερα πια την αντίστασή σου:, περήφανος ου μην αλλά και νόμιμος. 
Για ξανασκέψου το. 
Και οι άοπλοι τώρα Παλαιστίνιοι, που πριν ήσαν καπεταναίοι, με ριπές λόγων θα υποστηρίζουν τις απόψεις τους, μέσα στη Βουλή. Πολιτισμένα! Και τότε θα καταλάβεις ότι τα όπλα τα δικά σου ήσαν βάρβαρα, και ότι  καλά είναι τα όπλα που έχει τώρα ο πρώην αντίπαλός σου! 
Ύστερα μέσα στα όπλα της Πατρίδας τώρα, θα μετράνε και τα όπλα τα δικά σου, έτσι που μπορείς όχι μόνον να δείχνεις, αλλά και να είσαι υπερήφανος, γιατί μέσα στα τιμώμενα από σένα όπλα τιμούνται και τα δικά σου… 
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι ότι τότε πρέπει να βρεις και ένα σοβαρό πρόσωπο να σε αντιπροσωπεύει στη Βουλή, παναπεί στον Ναό της Δημοκρατίας, που μέλος του τότε περήφανο θα είσαι. 
Ας πούμε μπορείς να βρεις μία Παπα-χαμα-ρήγα, ή έναν Κου-χαμα-τσούμπα. Δηλαδή πρόσωπα που δεν χαρίζονται ούτε στον πρωθυπουργό-του τα λένε χύμα.
Αυτοί, με ύφος σοβαρό, σκυθρωποί, θα μιλάνε στη Βουλή καυτηριάζοντας με λόγια σκληρά τα στραβά του Καπιταλισμού.  
Και καμιά φορά ο πρωθυπουργός μπορεί κιόλας να σου απαντήσει! Τιμή δεν να σου απευθύνει ως και ο πρωθυπουργός τον λόγο;  Σκέψου! Δεν αισθάνεσαι ισάξιος με πρωθυπουργό τότε; 
Και ας έχει τώρα όπλα μόνον ο Πρωθυπουργός. Δεν είναι μέγιστη  τιμή για σένα να σε ανέχεται καινα σου επιτρέπει να μιλάς εναντίον του στη Βουλή μέσα;
Για σκέψου! Οι Παλαιστίνιοι στη Βουλή! 
Και στις πορείες  που θα κάνεις, θα τηρείς μια τάξη σαν  παιδιών Κατηχητικού-όσο πιο νομιμόφρων, τόσο και πιο βαθιά θα νιώθεις την αξία σου και την προσφορά σου στην πατρίδα τότε. 
Για σκέψου τα αυτά αρχηγέ της Χαμάς και γίνε το περιγέλιο της Μέσης Ανατολής!
«Περιγέλιο!» Πώς μου ήρθε η λέξη… Α! ναι! Ο Νίτσε είχε πει ότι «Όσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή είναι ο πίθηκος για τον άνθρωπο, τόσο ένα περιγέλιο και μια οδυνηρή ντροπή θα είναι ο άνθρωπος για τον υπεράνθρωπο!»

 ΓΗ, ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΡΟΜΠΟΤ, ΣΥΜΠΑΝ

Στα χάη ας πλαντούν αγάπης οάσεις-
Αγάπης συνεχούς και ακατάστρεφτης
Στη γη ένας τον άλλονε σκοτώνει
Θύματα αλληλεμπάθειας αγιάτρευτης.

Και θα ’ρθουν τα ρομπότ να κατακτήσουν 
Με την νοημοσύνη τους τη γη.
Γήινα δημιουργήματα κι αυτά-
Επάνω στην παλιά μια νέα πληγή.

Και βέβαια θ’ αλληλοφαγωθούν
Κι αυτά με την σειρά τους
Καθώς οι κατασκευαστές τους-
Που τίποτα δεν έμεινε από δαύτους.

Κι ενώ στο Σύμπαν θα ηχούν χαρές αέναες
από όντα συμβατά με τον εαυτό τους,
Η γη ανάμεσό τους, κακορίζικη, 
Θα θέλει κι εκεινώνε το κακό τους.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

  ΑΝΑΝΔΡΙΑ!.. 
Οι  υπουργοί και ο πρωθυπουργός χαρακτηρίζουν σαν «άνανδρες δολοφονίες» τις εκτελέσεις ατόμων από «τρομοκρατικές» οργανώσεις όπως η «17 Νοέμβρη».
Και δεν είναι μόνον οι δικοί μας που μιλάνε για άνανδρη δολοφονία, αλλά και ηγέτες όλων των άλλων κρατών, όταν κι αυτοί βρεθούν σε παρόμοια θέση-να μιλήσουν για ένα παρόμοιο περιστατικό που έγινε στη χώρα τους. Όπως για παράδειγμα ο Μακρόν πρόσφατα και παλιότερα ο αμερικάνος Πρόεδρος για την περίπτωση της Οκλαχόμα.
Ακόμα και ο βασιλιάς του Βελγίου για κάτι ανάλογο που έγινε στη χώρα του: "Αυτές οι πράξεις είναι φρικτές και έργα δειλών". Και ο πρωθυπουργός του Βελγίου: "...άνανδρη επίθεση...".
Τα λέω αυτά γιατί μία δολοφονία πάντοτε είναι «άνανδρη» εξ ορισμού. Το συνθετικό «δόλος» της λέξης δολοφονία σημαίνει ότι η λέξη έχει τα χαρακτηριστικά του τεχνάσματος, της πανουργίας, του στρατηγήματος, της παρανομίας. 
Στέκει  η έκφραση θαρραλέο θάρρος, άφωνη σιωπή και τέτοια;  Υπάρχει αντρίκια δολοφονία; Ανδρεία δολοφονία; Λεβέντικη δολοφονία; Όχι.
Βέβαια αυτοί μιλάνε για δολοφονία και όχι για εκτέλεση όπως την ονομάζουν οι «δολοφόνοι» και αυτό είναι η αιτία της παράλογης διατύπωσης «άνανδρη δολοφονία». Γιατί δεν θα μπορούσαν ποτέ να παραδεχτούν ότι η δολοφονία είναι εκτέλεση, γιατί τότε τι θα έλεγαν; «άνανδρη εκτέλεση»; Τέτοιο πράγμα όμως ούτε στέκει ούτε, αν έστεκε, θα τους συνέφερε. Κι έτσι διαιωνίζεται ο χαρακτηρισμός «άνανδρη δολοφονία», ένας όρος ακόμα από τους τόσους που έχει επινοήσει η πλουτοκρατία για να ξεγελάει, τάχα, τους χαζούς.
Γιατί τι θα ήθελαν όσοι χαρακτηρίζουν μια δολοφονία άνανδρη; Η Οργάνωση που σχεδίασε μία «δολοφονία», πριν τη διαπράξει να βγάλει μια τέτοια ανακοίνωση ;:

«ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΑΔΕ
Ανακοίνωσις δολοφονίας του τάδε. 
Προς την ΕΛΑΣ
Κοινοποίηση: ΓΕΣ, ΓΕΑ, ΓΕΝ και προς πάντα ενδιαφερόμενο.
Την δεκάτην τετάρτην του μηνός Μαϊου έτους τάδε και ώραν ενδεκάτην πρωινήν θέλει επιχειρηθεί υπό της Οργανώσεώς μας δολοφονία του τάδε προσώπου.
Ο τόπος που επελέγη είναι η διασταύρωσις των οδών Δ και Ε της περιοχής Τάδε, από όπου καθημερινώς διέρχεται ο κύριος τάδε.
Θα επιχειρήσουν δύο άτομα, άρρενες. Ο εις εξ αυτών θα φέρει περούκαν πλουσίας μελαίνης κόμης και θα φορεί χακί τζάκετ. Ύψος ένα μέτρο και εβδομήκοντα τρία εκατοστά, αδύνατος. Αυτός θα φέρει το περίστροφον με το οποίον σκοπεύεται η δολοφονία του κυρίου τάδε. Ο έτερος επιχειρών θα ευρίσκεται εις τζιπ εσταθμευμένον περί τα είκοσιν μέτρα μακράν του τόπου της δολοφονίας ίνα μετά ταύτην φυγαδεύσει τον δολοφόνον.
Εφιστώμεν την προσοχήν των ενδιαφερομένων εις το κάτωθι: Εις την διασταύρωσιν υπάρχουν δύο περίπτερα. Ο υποψήφιος δολοφόνος θα κρύπεται όπισθεν του δυτικώς ευρισκομένου περιπτέρου. Δια τους αγνοούντας τον τοιούτον-γεωγραφικόν- καθορισμόν της θέσεως του περιπτέρου, διευκρινίζομεν ότι το δυτικόν περίπτερον είναι το φέρον έξωθι αυτού ταμπέλαν ένθα ευκρινώς αναγράφεται «ΑΕΡΙΟΥΧΑ ΠΟΤΑ» 
Ευελπιστούντες εις μίαν έντιμον αντιπαράθεσιν μετά της ΕΛΑΣ και ενδεχομένως των στρατιωτικών δυνάμεων άτινας η κυβέρνησις ήθελεν διατάξει έναντι ημών κατά την διάρκειαν της αποπείρας μας, διατελούμεν μετά τιμής
(ακολουθούν σφραγίδες και υπογραφές της Οργάνωσης)»
Αυτό θα περίμεναν οι κύριοι υπουργοί ώστε μία δολοφονία να μην είναι «ανανδρος»;
Ε πια!

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

 «Ο ΠΡΩΗΝ ΜΟΥ» 
(μονόπρακτο)

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΝΕΣΤΗΣ
ΘΑΝΑΣΗΣ (φίλος του)
ΜΑΡΙΝΑ (κοριτσάκι εννέα χρονών)
ΑΝΘΗ (σύντροφος του Θανάση)
ΒΙΒΗ (σύζυγος του Ανέστη)
ΦΩΝΕΣ γυναικών και αντρών

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το σπίτι του Ανέστη.
Δωμάτιο με πόρτα που οδηγεί στο χολ και άλλη που οδηγεί στο υπόλοιπο σπίτι. 
Ο Ανέστης τρώει στο τραπέζι. Χτύποι στην πόρτα. 
Σηκώνεται και ανοίγει. Μπαίνει ο Θανάσης.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τον. Έλα να φάμε. Κολατσίζω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Έχω φάει. Καλή σου όρεξη.
(κάθεται σε μια καρέκλα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Σχεδόν τελείωσα κι εγώ.  Τι να φάω… Φαί κι αυτό… και άμα τρως μόνος σου δεν έχεις και μεγάλη όρεξη…
(Βάζει την καρέκλα του απέναντι από του Θανάση)
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν γύρισε ακόμα η Βιβή;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μπα! Όταν πηγαίνει στη μητέρα της ξεχνιέται…
(Με ενδιαφέρον)
Τι έγινε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι να γίνει…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Της μίλησες;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ναι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Λοιπόν;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τα ίδια. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δηλαδή;..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι δηλαδή; Τίποτα. Δεν είναι ευχαριστημένη από τη ζωή της λέει.
(Σιωπή)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τη ρώτησες γιατί; Τι είπε;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δε με θέλει άλλο λέει. Δεν έχω λεφτά λέει, δεν της αγοράζω μηχανάκι που θέλει λέει, τελειώσαμε λέει.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και έτσι πετάει ενός χρόνου σχέση-«τελειώσαμε»; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν μου το είπε, αλλά έμαθα ότι γνώρισε κάποιον άλλον, που έχει ένα μαγαζί που πουλάει ρούχα. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ώστε ζήτημα χρημάτων;…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω ρε Ανέστη. Δεν ξέρω τι να πω. Έχει και μια καινούργια φιλενάδα που ήρθε εδώ κι ένα μήνα στην πολυκατοικία. Μήπως κι αυτή της βάζει  ιδέες… Της είπα μήπως θέλει να ζήσει κοντά στη μητέρα της να μετακομίσουμε, ούτε αυτό δεν της άρεσε. Τη μια μου λέει ότι δεν την ενδιαφέρει το χρήμα, την άλλη ότι θέλει να ζήσει τη ζωή της. Και μαζί μου δεν ζεις; της λέω. Δεν πηγαίνουμε σε ταβερνάκια; Δεν σε έχω πάει στην Θεσσαλονίκη; Δεν σου αγοράζω όποιο άρωμα μου ζητάς; Τι άλλο θέλεις, πες το μου και θα το κάνω. Θα δουλέψω διπλή βάρδια και θα το κάνω-ότι  και να μου ζητήσεις.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Και τι λέει;
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ώσπου να γίνουν όλα αυτά η ζωή της θα έχει φύγει, τέτοια. Άλλα λέγαμε όμως ρε Ανέστη τότε, όταν γνωριστήκαμε. Η αγάπη μας ήτανε μεγάλη και σταθερή για δέκα ολόκληρους μήνες. 
Ξέρεις πόσο ταιριαστοί ήμασταν. Μαζί σας βρεθήκαμε πολλές φορές και έβλεπες και συ ότι όλα ήτανε καλά ανάμεσά μας. Και όταν βγαίναμε οι τέσσεροί μας, έδειξε ποτέ να μην της αρέσει κάτι;
Σου λέω Ανέστη, δεν χωρίζαμε παρά μόνον όταν πήγαινα στη δουλειά. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θυμάμαι πόσο αλήθεια ήσασταν ταιριαστοί. Όταν της αγόρασες εκείνο το δαχτυλίδι ήταν πραγματικά ευτυχισμένη…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Και την αγαπώ ρε Ανέστη. Όταν κάναμε όρκους αγάπης εγώ τους εννοούσα ρε Ανέστη. Αυτή ήταν και είναι η ζωή μου και η ευτυχία μου. Κι ήταν κι αυτή ευτυχισμένη. Το έδειχνε με όλους τους τρόπους. Και τώρα… 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Κι εγώ έβλεπα ότι κι αυτή σε αγαπάει. Το έδειχνε ακόμα και όταν ήμασταν οι τρεις μας-εγώ με την Βιβή κι εκείνη. Μα πες μου, είναι τόσο ρηχή που να πετάει μια αγάπη για τι-για λίγα λεφτά πάρα πάνω όπως μου λες; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν ξέρω τι να πω κι εγώ ρε Ανέστη. Τι έχει μέσα στο μυαλό της πού να ξέρω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
…Σου έχει κάνει λόγο για γάμο; Μήπως αυτό θέλει; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν έχει δείξει κάτι τέτοιο. Ούτε μου έχει πει κάτι σχετικά, που να δείχνει ότι το θέλει. Και όταν εγώ της μίλησα για γάμο μια φορά, δεν ενθουσιάστηκε. Αν θα το ήθελε, την άλλη Κυριακή θα πηγαίναμε στην εκκλησία … Μια τέτοια σχέση ποιος δεν θα ήθελε να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή… Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν ρε Ανέστη…  Στο λέω.  Από τότε που την γνώρισα, μόνον κοντά της υπάρχω. Τις άλλες ώρες λες ότι δεν ζω…
ΑΝΕΣΤΗΣ
..Πού είναι τώρα; Στο σπίτι; 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Εκεί την άφησα. Δεν ξέρω τι να κάνω μαζί της. Κάποιες φορές μου έρχονται τρελές ιδέες στο μυαλό. Την αγαπώ ρε Ανέστη! Το καταλαβαίνεις;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Το ξέρω-δεν το ξέρω; 
(Χτύποι στην πόρτα)
ΘΑΝΑΣΗΣ
(Ανοίγει. Πίσω της στέκει η Μαρίνα)
ΜΑΡΙΝΑ 
Γεια σας. 
(στον Ανέστη)
Πάω στην αγορά κύριε Ανέστη-θέλετε τίποτα από κει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι κοριτσάκι μου, σήμερα έχω απ’ όλα, ευχαριστώ.
ΜΑΡΙΝΑ
(κοιτάζοντας προς τον Θανάση)
Για τον κύριο Θανάση δε ρωτάω, η κυρία Ανθή δεν λείπει… Γεια σας…
(φεύγει τρέχοντας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τρελοκόριτσο αλλά πάντα εξυπηρετικό το Μαρινάκι.. Καλλίτερη κι από ορντινάντσα στο στρατό… 
ΘΑΝΑΣΗΣ
(επαναφέροντας τον Ανέστη στην προηγούμενη συζήτησή τους)
Μίλησέ της κι εσύ ρε Ανέστη. Καλά έχω καταλάβει ότι έχει βάλει στο μάτι άλλον, ή κάτι άλλο είναι που θέλει να τα χαλάσουμε; Εσύ τα ξέρεις όλα τα δικά μας.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Θα της μιλήσω.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τώρα. Σήμερα. Πάρτην στο τηλέφωνο, στο σπίτι την άφησα. Πες της να έρθει, βρες μια πρόφαση, ότι θέλεις παρέα ξέρω γω, και ρε Ανέστη, να είμαι στο διπλανό δωμάτιο εγώ, να ακούσω τι θα σου πει;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν είναι σωστό... 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Γιατί; Να ακούσω τι θα πει κι αν θα πει τα ίδια και σε σένα. Εδώ παίζεται η ζωή μου Ανέστη…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εξάλλου αν το καταλάβει θα χαλάσει τελείως η δουλειά και δεν θα εμπιστεύεται πια ούτε εμένα.
ΘΑΝΑΣΗΣ
Πού θα το καταλάβει; Αν καταλάβω πως υποψιάστηκε τίποτα, θα βγω γρήγορα από την πίσω πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Κάτσε να την πάρω.
(σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανθή. Τι κάνεις;
ΑΝΘΗ
(φωνή της στο τηλέφωνο)
Γεια σου Ανέστη. Καλά είμαι, εσύ; 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τα ίδια όπως τα ξέρεις.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή εκεί είναι;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Όχι, έχει πάει στη μάνα της και όταν πηγαίνει εκεί ξεχνάει να γυρίσει. 
(βλέποντας συνωμοτικά τον Θανάση)
Ο Θανάσης εκεί είναι;
ΑΝΘΗ
Όχι. Βγήκε.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Δεν έρχεσαι από δω να πιούμε ένα καφεδάκι; Έχω μοναξιές. Ή  έχεις να κάνεις κάτι;
ΑΝΘΗ
Να κατεβάσω το φαϊ από τη φωτιά και θα πεταχτώ. Έχω κάτι δουλίτσες σήμερα αλλά θα τις αφήσω για αργότερα ή για αύριο. Έρχομαι.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Άσε ένα σημείωμα στον Θανάση πού είσαι, ώστε αν το δει να έρθει εδώ κι αυτός.
ΑΝΘΗ.
Εντάξει. 
(Ο Ανέστης αφήνει το ακουστικό. Στον Θανάση)
Έρχεται λέει. 
ΘΑΝΑΣΗΣ
Ωραία. Κι εγώ θα είμαι δίπλα. Να μάθω ρε Ανέστη, τι κεντρί την τσίμπησε....
ΑΝΕΣΤΗΣ 
Μήπως όλα αυτά είναι της φαντασίας σου Θανάση; Μάλλον θα έλεγα, μήπως υπερβάλλεις κάπως; Στο κάτω κάτω είσαστε μαζί ένα χρόνο τώρα, αλλάζουν οι άνθρωποι με τον καιρό… Βέβαια κι εγώ έχω δει μιαν αλλαγή στη μεταξύ σας συμπεριφορά τελευταία…
ΘΑΝΑΣΗΣ
Τι φαντασίες Ανέστη…Ο καθένας θα έβλεπε τη διαφορά στα λόγια της και περισσότερο στην συμπεριφορά της. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καμιά φορά, οι άνθρωποι είναι  φυσιολογικό να αλλάζουν κάπως τρόπους αντίδρασης στις ίδιες καταστάσεις που αντιμετωπίζουν,..
ΘΑΝΑΣΗΣ
Δεν φτάνουν όμως στο σημείο να παύουν να ενδιαφέρονται για τον σύντροφό τους, να του συμπεριφέρονται άπρεπα, να κάνουν σαν να έχουν φορέσει μια μάσκα πάνω από το μέχρι τώρα πρόσωπό τους… Μακάρι να κάνω λάθος φίλε μου.  Μακάρι. Θα το ήθελα πολύ αυτό…
(Χτύποι στην πόρτα)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Αυτή θα είναι…
(Ο Θανάσης βγαίνει στο διπλανό δωμάτιο. Ο Ανέστης ανοίγει την εξώπορτα και μπαίνει η Ανθή.)
ΑΝΘΗ
Γεια σου Ανέστη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλώς τηνε. . 
(αστειευόμενος)
Το κατέβασες το φαγητό-εντάξει;
ΑΝΘΗ
Ναι, όλα καλά. Η Βιβή πάλι στη μαμά της;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Πάλι και πάλι… 
Κάθισε Ανθούλα.
(Η Ανθή και ο ΣΑνέστης κάθονται,)
…Την χάνω κάθε τόσο. Ας πηγαίνει. Μόνον να μην αργεί να γυρίσει. Γιατί καμιά φορά έρχεται αργά το βράδυ.
ΑΝΘΗ
Η Βιβή έχει τη μαμά της κοντά της.  Καλό είναι αυτό, σπάζει λίγο την καθημερινή ρουτίνα.
ΑΝΕΣΤΗΣ
(Δήθεν θιγμένος)
Ώστε ρουτίνα είναι η συντροφιά μου για την γυναίκα μου;..
ΑΝΘΗ
Έλα τώρα! Δεν ήθελα να πω αυτό. Κι εγώ αν είχα κοντά μου τη μητέρα μου θα πήγαινα κάθε μέρα να την βλέπω…Όλο τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα, χρειάζεται κανείς και μια αλλαγή. Και ο Θανάσης καλός είναι, όμως ρουτίνα θα έλεγα και την δική μας  παρέα με ίδια τη μια μέρα με την άλλη.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Τώρα που το λες, τελευταία βλέπω ότι έχετε μια τάση να μαλώνετε για ασήμαντα πράγματα. Όπως ας πούμε προχτές που εσύ ήθελες να φύγετε από την ταβέρνα ενώ ο Θανάσης ήθελε να μείνετε λίγο ακόμη.
ΑΝΘΗ
Αυτό ήταν άλλο. Δεν ήταν για το αν θα μέναμε λίγο πάρα πάνω ή όχι, αλλά τίνος η γνώμη θα γινόταν. Γιατί δηλαδή έπρεπε εγώ να συμφωνήσω με τη γνώμη του Θανάση και όχι αυτός με την δική μου… 
Μήπως επειδή αυτός δουλεύει; Κι εγώ μπορώ να δουλέψω. Και τις προάλλες δεν με άφησε να πάω στο Τυπογραφείο που είχα βρει θέση. 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Από ό,τι ξέρω δεν έχει αντίρρηση ο Θανάσης να δουλέψεις. Όμως για το Τυπογραφείο, έτυχε να ξέρει ότι το αφεντικό εκεί ρίχνεται σε κάθε θηλυκό που εργάζεται στην εταιρεία του. Γι αυτό είχε αντιρρήσεις.
ΑΝΘΗ
Όμως η δουλειά είναι και μια διέξοδος από τη ρουτίνα του σπιτιού. Στο κάτω κάτω ούτε παντρεμένοι είμαστε, ώστε να μην μου επιτρέπει να έχω κι εγώ τις δικές μου φιλίες. Και αυτός πριν γνωρίσει εμένα είχε δυο φιλενάδες αλλάξει. Και αν φοβάται ότι θέλω να γνωρίσω κάποιον άλλον άντρα, γιατί όχι; Την αποκλειστικότητα σ’ αυτό την έχουν οι άντρες; Ούτε παντρεμένοι είμαστε. Δε λέω, καλά περνάμε, όμως η ζωή έχει τις δικές της ανάγκες και επιταγές; Η ζωή Ανέστη προχωρεί. Δεν είναι όπως στα χωριά μας παλιότερα, που τα ζευγάρια ζούσαν μια ζωή υποχρεωτικά κολλημένοι ο ένας στον άλλο. Η ζωή φεύγει Ανέστη! 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Οι γυναίκες έχουν πολλά χρόνια που  αγωνίζονται για να πετύχουν την ισότητά τους με τους άντρες. Δεν είναι αυτό τωρινή κατάσταση. Όμως πάντοτε βρίσκεται ένα κοινό σημείο αποδεκτό και από τους δύο-άντρα και γυναίκα- ώστε να προκύπτει μία ανεκτή συμβίωση μεταξύ τους. 
ΑΝΘΗ
Δεν είμαι ειδική στο φεμινιστικό κίνημα, όμως ξέρω ότι σήμερα η γυναίκα έχει τα ίδια δικαιώματα με τον άντρα. Ούτε είμαστε ρομπότ να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια για μια ολόκληρη ζωή, Και βέβαια ούτε με το ίδιο πρόσωπο. Το θέμα δηλαδή αφήνεται στον καθένα να αποφασίζει.
 ΑΝΕΣΤΗΣ
Και την αγάπη Ανθή πού την βάζεις; 
ΑΝΘΗ
Αγάπη όσο υπάρχει-ναι. Διάβασα κάπου ότι μόνο οι άστατοι γνωρίζουν τις χαρές της αγάπης. Οι σταθεροί γεύονται την τραγωδία της. Αυτό λέει  ακριβώς εκείνο που υποστηρίζω κι εγώ. Κι εγώ θέλω να γευτώ τη χαρά της αγάπης. Ο κόσμος μας μεγάλωσε . Χωράει όλα τα ωραία νέα μέσα του. Χτες ήμουν με μια φίλη. Δυο βδομάδες είναι που την γνώρισα-δεν την ξέρεις. Και μιλάει συχνά για τον πρώην της. Πρώην! Μια μικρή παράξενη λεξούλα. Πρώην! Ωραίο δεν ακούγεται; «Ο πρώην μου»! Ωραίο δεν ηχεί; Πρώην! Που σημαίνει το όχι τώρα. Και που υπονοεί ότι υπάρχει κάτι καινούργιο- το νυν. Μέσα στις δύο αυτές λεξούλες πρώην και νυν  κρύβεται όλη η ευτυχία που μπορεί να νιώσει μια γυναίκα. Όταν ο νυν γίνεται πρώην-τι απόλαυση! Κάτι νέο! Κάτι άγνωρο, που ποιος ξέρει τι καινούργιο κουβαλάει μέσα του… Πρώην… Πόσα δεν κρύβουν αλλά και πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πέντε γραμματάκια…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Μα εσείς-εσύ και ο Θανάσης, από ό,τι ξέρω είστε πολύ αγαπημένοι-τουλάχιστον έτσι δείχνετε σε όποιον σας γνωρίζει. 
ΑΝΘΗ
Είμαστε αγαπημένοι, ναι. Όχι όμως δούλοι και υποτακτικοί ο ένας στον άλλο. Βρισκόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα Ανέστη! Εξερευνούμε το σύμπαν και δεν επιτρέπεται να εξερευνήσουμε τα τριγύρω μας; Ξέρω, η Βιβή δεν έχει τέτοιες ιδέες. Ταιριάξατε. Είστε μαζί τέσσερα χρόνια και δεν αποκλείεται να ζήσετε μαζί και άλλα πενήντα ακόμα. Μα εμένα άλλα με καλούν. Αγαπώ τον Θανάση. Μα όχι όσο για να θυσιάσω την ευτυχία μου και όλη τη ζωή μου γι αυτόν. Και δεν σου το κρύβω, τον τελευταίο καιρό γνώρισα κάποιον…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Προοδευμένες ιδέες πράγματι. Αν όμως Ανθή ο άλλος ή η άλλη του ζευγαριού έχει άλλην άποψη για την αγάπη και για τη ζωή-αν η λέξη «πρώην» κάποιους τους πληγώνει βαθιά; 
ΑΝΘΗ
Ας λύσουν το πρόβλημά τους. Έχουν την ελευθερία να ψάξουν καθένας για καινούργιο ταίρι αν το επιθυμεί.
ΑΝΕΣΤΗΣ
Είναι σκληρό για μερικούς να γίνονται πρώην ξέρεις. 
ΑΝΘΗ
Τότε τι; Να υπομένει λοιπόν ο άλλος ….
(χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ποιος να είναι; Συγνώμη…
(σηκώνεται και βγαίνει στο χολ. Ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας και αμέσως ύστερα η έκπληκτη φωνή του Ανέστη)
Εσύ αγάπη μου; Πώς έτσι νωρίς;
ΒΙΒΗ
(η φωνή της)
Εγώ! Θα σου τα πω… Εσύ όλα καλά;
ΑΝΕΣΤΗΣ
Καλά. Έλα. Είναι μέσα και η Ανθή.
(Μπαίνουν ο Ανέστης και η Βιβή)
ΒΙΒΗ 
(Χαρούμενα έκπληκτη)
Ανθούλα! 
ΑΝΘΗ
(σηκώνεται)
Βιβή μου!..
(αγκαλιές και φιλιά. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται δυνατά το κλείσιμο πόρτας)
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη, κοιτάζοντας τον Ανέστη)
Τι  έγινε;..
(Ο Ανέστης βγαίνει στο πίσω δωμάτιο και αμέσως ξαναγυρίζει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Ο αέρας ήτανε…
ΒΙΒΗ
Και σου το είπα πολλές φορές-θέλει φτιάξιμο ο σύρτης…
ΑΝΕΣΤΗΣ
Έχεις δίκιο αγάπη μου. Αύριο το πρωί κιόλας θα τον φτιάξω. Μα πες μου, γιατί  γύρισες τόσο γρήγορα; 
ΒΙΒΗ
Θα σου τα πω, τα γνωστά της μάνας μου… όχι τώρα όμως…
(Στην Ανθή που έχει μείνει όρθια)
Πώς από δω Ανθούλα μου; Κάθισε. Συμβαίνει τίποτα με τον Θανάση; 
ΑΝΕΣΤΗΣ
Εγώ της τηλεφώνησα να μου κάνει παρέα. Πού να ήξερα ότι θα ερχόσουν τόσο γρήγορα.
ΑΝΘΗ
Να μην καθίσω καλλίτερα Βιβή μου. Ήρθα γιατί ξέρω πως δεν μπορεί χωρίς παρέα ο άντρας σου ούτε για μισή ώρα. Καλά που ήρθες όμως για να φύγω.. Σήμερα πληρώνω τους λογαριασμούς του σπιτιού-να μην αλλάξω το πρόγραμμά μου αφού πια δεν υπάρχει λόγος. Θα τα πούμε εμείς οι δύο το απογευματάκι, όταν ο Ανέστης πάει στη δουλειά. Θα με πάρεις-ναι;
ΒΙΒΗ
Θέλει και ρώτημα;. Έχουμε τρεις μέρες να ιδωθούμε-έχουμε να πούμε πολλά. Τι να σου πω, αφού έχεις δουλειά… 
ΑΝΘΗ
Δουλειές… Λοιπόν γεια σας! Γεια σου Βιβή μου. Γεια σου Ανέστη.
(βγαίνει)
ΑΝΕΣΤΗΣ
Για πες τι έγινε; Σε βαρέθηκε η μάνα σου ή βρήκε άλλη παρέα; 
ΒΙΒΗ
Τίποτα απ’ αυτά. Μόνο ο φυσιοθεραπευτής της τής τηλεφώνησε ότι αντί το μεσημέρι θα τον εξυπηρετούσε αν πήγαινε το απόγευμα. Και για να μην του χαλάσει το χατίρι η μητέρα μου του είπε ναι.  Γι αυτό την άφησα-να μην καθίσω εκεί όλο το μεσημέρι και εσύ είσαι μόνος σου. Θα πάω το απόγευμα πάλι μια βόλτα.  
(απ’ έξω ακούγονται δύο πυροβολισμοί) 
ΒΙΒΗ
(τρομαγμένη)
Θεέ μου! Τι ήταν αυτό;
ΑΝΕΣΤΗΣ
(ανήσυχος)
Δεν ξέρω… Έμοιαζε με πυροβολισμούς. Και ήτανε κοντά μας…
(απ’ έξω ακούγονται φωνές τρομαγμένες και βιαστικές)
ΦΩΝΗ ΑΝΤΡΑ ΑΠΕΞΩ
Τη σκότωσε! Πιάστε τον…
ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΑΠΕΞΩ
Την αστυνομία! Την αστυνομία!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(θορυβημένος)
Θα πάω να δω… 
ΒΙΒΗ
Στάσου! Τι να δεις; Μην ανακατεύεσαι. Κάτσε να δω από το παράθυρο…
(ανοίγει το παράθυρο και βλέπει έξω. Δυνατά)
Μαρίνα! Πού τρέχεις; Τι έγινε;
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Την σκότωσε…
ΒΙΒΗ
Ποιος; Τι…
ΜΑΡΙΝΑ
(η φωνή της)
Ένας άντρας λέει σκότωσε μία γυναίκα. Πάω να δω…
(τρέχει)
ΒΙΒΗ
(Κλείνει το παράθυρο)
Τα άκουσες; Ένας άντρας σκότωσε μία γυναίκα.
(κίνηση αγανάκτησης)
Πάλι!...
ΑΝΕΣΤΗΣ
Στάσου, επειδή το είπε η Μαρίνα, θα πει ότι είναι αλήθεια; Πώς το έμαθε κιόλας… Θα βγω έξω να δω…
(σηκώνεται)
ΜΑΡΙΝΑ
(Η φωνή της απέξω)
Κυρία Βιβή! Κυρία Βιβή!
ΒΙΒΗ
(Πηγαίνει στο το παράθυρο και κοιτάζει έξω. Ερωτηματικά)
Ναιαιαι….
Την κυρία Ανθή σκοτώσανε!
ΑΝΕΣΤΗΣ
(αφήνεται να πέσει σε μια καρέκλα αποσβολωμένος)
Θεέ μου!
ΒΙΒΗ
Την Ανθή! Όχι! Δεν είναι  δυνατό… Μα γιατί;… Ποιος;.. Θεέ μου…
(κλείνει το παράθυρο.)
Άλλη μια γυναικοκτονία! 
(στον Ανέστη, απορημένη)
Μα τι σας έχει πιάσει τελευταία εσάς τους άντρες;..

ΑΥΛΑΙΑ

 ΜΙΑ ΓΡΙΠΠΗ
(μιλάει ένας ξενιτεμένος)

Βαριά μια γρίπη κόλλησα κι έγραψα στην Ελλάδα
για τους μεγάλους πόνους μου, τη θέρμη, τη ζαλάδα
για όλα όσα ο άνθρωπος θέλει μια παρηγόρια
σε κάθε δύσκολη στιγμή, σε κάθε του ανημπόρια.

Σε πέντε μέρες ήμουνα καλά' το γράμμα όμως
ακόμα δε θα έφτασε' είναι μακρύς ο δρόμος'
κι η απάντησή τους κάποτε όταν σε με θα φτάσει
της γρίπης τα συμπτώματα θα έχουνε περάσει.

Μα ο θεός βοήθησε κι αυτούς αλλά και μένα.
Τα λόγια της συμπόνιας τους δεν πήγανε χαμένα-
τόσο το γράμμα που κι αυτοί γράψανε είχε αργήσει
που όταν έφτασε, ευτυχώς, είχα ξαναρρωστήσει.



ΕΚΕΙ
(μιλάει ένας ξενιτεμένος)

Η ανεψιά μου πήρε προχτές απ' την Αθήνα
και μου 'πε πως μακριά μου ειν' άοσμα τα κρίνα
και ότι δε μεθάνε το ούζο κι η ρακή.
Πόσο με θέλουν όλοι όταν δεν είμαι εκεί!

Και μου 'γραψ' ο ανεψιός μου πως έχει αδυνατίσει
και δεν μπορεί σε ύπνο το μάτι του να κλείσει
και να ντυθεί και πάλι θα πάει στο χακί.
Ω! Πόσο λείπω σ' όλους όταν δεν είμαι εκεί!

Στους φίλους μου απ' όλους περσότερο όμως λείπω
γιατί καθώς εμένα δε βρίσκουν άλλον τύπο'
οι άλλοι τους-λεν-οι φίλοι τούς είναι φορτικοί.
Πώς όλοι με ζητάνε όταν δεν είμαι εκεί!

Και να με λησμονήσει μια φίλη μην μπορώντας
κι άλλονε σαν εμένα να βρει αδυνατώντας
έβαλε πλώρη να 'ρθει για την Αμερική.
Με θέλουν πράγματι όλοι όταν δεν είμαι εκεί.

Ως κι οι συνάδελφοί μου αφήσαν τη δουλειά τους
γιατί σε μένα είχαν μονάχα τα μυαλά τους,
κι άνεργοι τριγυρίζουν τώρα και νηστικοί
και μαύρη ζουν μια ζήση, που εγώ δεν είμαι εκεί.

Κι εγώ, επειδή όλοι να με ζητούνε θέλω
τα χαιρετίσματά μου από μακριά τους στέλλω
αλλά δε θα γυρίσω στη χώρα μου, γιατί
κανείς δε θα με θέλει όταν θα είμαι εκεί!..


ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ
(στην ξενιτιά)

Μι' αμερικάνα γνώρισα μικρούλα κι δροσάτη
που η θωριά της θύμιζε αμέσως το κρεβάτι.
Της ζήτησα να κάνουμε οι δυο μας μία βόλτα
και μου 'πε: "ναι, μα δείξε μου πόσα λεφτά έχεις πρώτα".

Λίγο ψυχρή μου φαίνονταν, μα είπα θα ζεστάνει,
της είπαν έτσι στην αρχή πως πρέπει ίσως να κάνει.
Κι έτσι και σ' άλλο ραντεβού προχώρησα εν τω άμα
ελπίζοντας πως γρήγορα θα έστρωνε το πράγμα.

Στο δεύτερο εχάϊδεψα τα ολόξανθα μαλλιά της
αλλά το χάδι μου 'γινε αυτό ένας εφιάλτης.
Το χέρι μου απώθησε και μου 'πε: "Ασ' τα χάδια
για να τα φτιάξω έδωσα δεκαοχτώ δολάρια".

Κι όταν φιλούσα το γλυκό και τροφαντό της στόμα
ενώ εγώ τη φίλαγα, ‘κείνη και τότε ακόμα
μετρούσε ως μου 'πε ύστερα στα δέκα δάχτυλά της
πόσα δολάρια μάζεψε σήμερα στη δουλειά της.

Κι ενώ εγώ της μίλαγα γι αστέρια και φεγγάρι
στην τσέπη της εχάϊδευε αυτή ένα εικοσάρι'
κι απ' της αγάπης το γλυκό και τρυφερό μαρτύριο
τηνε τραβούσε πιο πολύ-αχ-το Χρηματιστήριο.

Μα επέμενα γιατ' ήτανε σας λέω καλό κομμάτι
κι αν στην καρδιά δεν έμπαινε μα έμπαινε στο μάτι.
Κι έτσι, μας ήταν τα κακά σημάδια όχι λίγα
μια μέρα που ψιλόβρεχε στο σπίτι μου την πήγα.

Αλλά γραφτό ήταν εκεί για πάντα να τελειώσει
το ειδύλλιό μας πριν καρπό κανένανε να δώσει.
Γιατί ενώ σχεδόν γυμνή στο στρώμα είχε γείρει
την τελευταία έριξε σταγόνα στο ποτήρι:

Όταν κι εγώ ήμουν έτοιμος να πέσω στο κρεβάτι
αυτή προς 'μένα εκοίταξε με μια ματιά φλογάτη'
"Ω! Επιτέλους!" σκέφτηκα-μ' αυτή : "γλυκό μου αγόρι",
μου λέει μελιστάλαχτα, "σου έπεσ' ένα κουόρι".

(«Κουόρι» είναι το αμερικάνικο εικοσιπενταράκι)

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΣΚΕΨΕΙΣ
(2016)

Οι πολιτικοί φαίνεται πως ξεχωρίζουν
όσα λένε προεκλογικά και όσα κάνουν μετεκλογικά.
Και για μεν τα προεκλογικά αποφασίζουν
πως θα αποδειχτούν αλαμπουρνεζικά
ενώ αυτά σαν ψηφιστούν που κάνουν
όλες οι αλήθειες του κόσμου δεν τα φτάνουν. 

Ο Αντρέας ας πούμε έλεγε με δυνατή φωνή
«έξω από ΝΑΤΟ και ΕΟΚ και έξω οι Βάσεις» και ύστερα
δείχνοντας επιμονή και υπομονή
μπήκε μέσα σε όλα αυτά βαθύτερα.
Και ο λαός έλεγε «ο Αντρέας είναι πολιτικός:
που ενώ έτσι τα λέει τα κάνει αλλιώς.»
Και πάνε και Εθνάρχη να τον κάνουνε
σαν να μη μας έφτανε ο «Ανήκομεν εις την Δύσιν»
που σε όσα έφαγε δεν τον φτάνουνε
δέκα μαζί Άκηδες που θα τρώγανε παρά φύσιν. 

Τελικά όσο περισσότερο κλέβεις
τόσο πιο στην Ελλάδα θ’ ανέβεις.

Ο Σαμαράς είπε ότι θα φκιάσει Επιτροπή
που να βρει πώς μπήκαμε στο Μνημόνιο
και μετά αυτό το ξεχνάει χωρίς ντροπή
λες και ήθελε να αποφύγει κάποιο Άγος Κυλώνειο.
Και το Σαμαρά τον έχουνε όλοι μη στάξει
επειδή με τη Μέρκελ τα πάει εντάξει
και επειδή έκοψε συντάξεις και μιστούς 
και από τους έλληνες επιστράτεψε τους  μισούς. 

Τότε ας φέρναμε πάλι έναν Παπαδόπουλο
να φορέσουμε αρβύλες και χιτώνια
και μάλιστα χωρίς κόψιμο μιστών και Μνημόνια.
Και θα είχαμε και κάθε μέρα ψητό φοινικόπουλο. 

Αλλά έτσι είναι ο πανέξυπνος ελληνικός λαός:
δεν τον νοιάζει που στο Μνημόνιο τον μπάζουν
αρκεί συνεχώς να του φωνάζουν
«Όχι στο Μνημόνιο!» σθεναρώς.
Η γλώσσα!.. Οι λέξεις… Για τους έλληνες αυτά μετράνε.
Γι αυτό άλλωστε και με διάβασμα όλη τη ζωή τους περνάνε…
Και λέει ο πρωθυπουργός
που στη γλώσσα δε μένει αργός 
ότι οι έλληνες πάντοτε αγαπούν την ελευθερία.
Κι ας τους έχει ο ίδιος φυλακισμένους με μανία. 

Μνημόνιο, φίμωτρο, αλυσίδες, πείνα
έχουνε σκλαβώσει και επαρχία και Αθήνα. 
Είναι ελεύθερος ο πεινασμένος;
Θα έλεγε ναι κανένας μη πληρωμένος;
Κι έχεις όλους τους πολιτικούς να φωνάζουν
πως η Χρυσή Αυγή μεγάλωσε. Μα μόνο αλαλάζουν.
Δε χτυπάνε την αιτία της άνθησης στο κέντρο της-
δεν σταματάνε να ποτίζουν το δέντρο της-
παρά κάθονται γύρω γύρω και το σιχτιρίζουνε
χωρίς να σκεφτούνε
τέτοιοι χαζοί πούναι 
ότι έτσι το ποτίζουνε. 

Και το Κουκουέ κουρνιάζει στη γωνιά του βαυκαλιζόμενο
πως χάρη σε κείνο γίνανε όλες οι πρόοδες,
ενώ οι καιροί φέρανε και το ήν και το ον και το ερχόμενο
κατρακυλώντας από την κορυφή της ιστορίας στους πρόποδές της.
Και κανείς δε λέει πως στην Ελλάδα ο ρατσισμός 
ανθούσε πριν ακόμα του Νώε γίνει ο Κατακλυσμός. 

Κι έχεις και την Πιπιλή της ΥΕΝΕΔ να διαλαλεί
πως «κτίριο της δημοκρατίας» είναι η Βουλή
η καημένη τα έχει χάσει εντελώς
τέτοια για να πιπιλίζει έστω αφελώς
και για να λέει τους «φασιστορατσιστές» «κότες»-
της μουσικής της φαίνεται ως εκεί μόνο φτάνουν οι νότες. 

Και μερικοί χαζοί δε βλέπουνε με τη χαζομάρα τους την τόση
ότι του Τσίπρα το μπαλόνι ξεφούσκωσε πριν ακόμα φουσκώσει.
Μιλάει στους βουλευτές του και λέει τι να γίνει ΠΡΈΠΕΙ-
και πως ΈΠΡΕΠΕ όλα ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΚΙΟΛΑΣ γίνει δεν το βλέπει
Και τις ιδιωτικοποιήσεις κατακεραυνώνει
και σχέδια μελλοντικά ιδεατά ξεδιπλώνει
και ξεχνώντας τι η Αριστερά πίσω της σέρνει
αυτός με φωνή ανδροπρεπή παιδοφέρνει. 

Λέει «οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι»
και βρωμάνε σαν κάνθαροι.
Λέει «Σύριζα και οπισθοχώρηση δεν συμβιβάζονται»
και ύστερα ησυχασμένοι ξεκουράζονται.
Λόγια… λόγια… λόγια… λόγια…
από τον Τσίπρα τον κουτομόγια
που πριν δυο χρόνια όλοι στα μάτια τον κοιτάγαμε
όμως άδεια καλάθια και τώρα κρατάμε όπως και  τότε κρατάγαμε. 

Θα εφαρμόσει το πρόγραμμά του,
όμως μόνο αν θέλει κι ο ελληνικός λαός
γιατί αν δεν θέλει είναι δουλειά δικιά του
κι ας κάνει τότε ό,τι θέλει αυτός. 

Μα αν μπορούσε ο λαός ρε Τσίπρα χέστη,
θα το ’χε κάνει αυτό χωρίς να σ’ έχει ανάγκη
όπως μονάχο του αν μπόρειγε καρπό να δέσει το σπαράγγι
δε θα περίμενε της Άνοιξης τη ζέστη. 

Τράβα στο σπίτι τότε και περίμενε 
καμιά διακοσαριά χρονάκια ακόμα
να ζωντανέψει του λαού το πτώμα
και αφού νιονιό αποχτήσει
να ’ρθει να σε ζητήσει-
περίμενε να σε φωνάξει ο λαός βλαμμένε… 

Αν κότσια δεν έχεις τον συρφετό ν’ αρπάξεις
και λαό απ’ αυτόν να φτιάξεις
τράβα στο καλό σου και στη γυναικούλα σου
πριν καμιά φωτιά αρπάξεις και καεί η γούνα σου… 

Όμως ο Τσίπρας επιμένει: «όλ’ αυτά με το λαό μαζί θα γίνουν»
και με ύφος προϋποθέσεις καθορίζει
και μ’ αυτό καθαρίζει
ενώ οι άλλοι τον κλοιό γύρω από το λαό περισσότερο σφίγγουν. 

Πρέπει να εμβαθύνουνε 
και να επικαιροποιήσουνε, λέει, την τακτική τους,
και πια τη Δεξιά την έχουν στο βρακί τους 
κι απ’ το χάρτη τη σβήνουνε.
Έφτιαξε λέει από τις συνιστώσες
τη νέα μεγάλη της Αριστεράς παράταξη.
Μα όμως… ουφ! ας τον αφήσω κι αυτόνε 
όπως τις άλλες κλώσες 
στης λογικής του τη διατάραξη.
Όμως να πιάσω και ποιόνε;…

Κανένας δεν υπάρχει.

 ΚΟΛΥΜΠΙ 

Πόσο ευχερώς οι άλλοι κολυμπάνε! 
Μες στο νερό στριφογυρνούν, 
βουτούν, ξαναβγαίνουν, χαριεντίζονται… 

Εκείνος δύσκολο πολύ το βρίσκει 
όλα αυτά να κάνει. 
Άρνηση μια, κάθε του τέτοια κίνηση περιορίζει. 
Ούτε την ευελιξία, 
ούτε την ελαφρότητα των άλλων έχει. 

Πολύ αυτό τον θλίβει. Και τα χρυσόψαρα 
γύρω από κείνους μόνο τριγυρνούν. 

Μα θλίβεται αδίκως. 

Αυτός 
στα ρηχά όχι, 
μα στα βαθιά νήχεται. 
Και κει οι κινήσεις του είναι ακώλυτες.

Και αν ούτε χρυσόψαρα εκεί πηγαίνουν,  
μα ανάγκη, 
τέτοιο όποιος γνωρίσει βάθος,
δεν έχει από χρυσόψαρα κι ευελιξίες.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

 ΑΓΝΟΙΑ


Μέσα στ' άλλα τα στραβά μου
και αυτό το 'χω βεβαίως:
ό,τι γύρω μου συμβαίνει
να μαθαίνω τελευταίος.

Αν ειπούνε στις ειδήσεις
ο καιρός πως θα χαλάσει
θα το μάθω όταν πλέον
η βροχή θα 'χει ξεσπάσει.

Αν ο πόλεμος αρχίσει
Ινδιών και Πακιστάν
θα το μάθω όταν τελειώσει-
μα και τότε πάλι αν...

Κάποιος γείτονας γνωστός μου
την κορούλα του παντρεύει;
Πως παντρεύτηκε θα μάθω
σαν μου πούνε πως χηρεύει.

Ένας φίλος αρρωσταίνει;
Ενημέρωση έχω τόση
που απ' τον ίδιο θα το μάθω
όταν θα 'χει αναρρώσει.

Για να νιώσετε την άγνοια
που αλύπητα με δέρνει
μόλις έμαθα της Πίζας
χτες ο πύργος ότι γέρνει.

Κι αν στα χέρια μου θα πέσει
και διαβάσω εφημερίδα
το κυριότερο το νέο
θαν' εκείνο που δεν είδα.

Πώς μαθαίνουνε οι άλλοι
τόσο γρήγορα τα νέα!
λες και μέσα στο μυαλό τους
η τι βι έχει κεραία.

Ή πως παίρνουνε για όλες
τις καινούργιες τις ειδήσεις
από κάποιον παντογνώστη
συνεχείς ανταποκρίσεις;..

"Βρε δεν τα 'μαθες;" μου λένε
"πάνε τώρα δέκα μέρες
που ο Τζίμης κι η Μαρία
τις αλλάξανε τις βέρες".

Ή: "καημένε μου δεν ξέρεις
πως οι φλόγες του Πολέμου
του Δευτέρου έχουν σβήσει;"
Ε, δεν το 'μαθα ποτέ μου.

Σ' εποχή που όλοι λένε
πως αυτιά έχουν κι οι τοίχοι
για να μάθω κάτι, πρέπει
να το μάθω έτσι, στην τύχη.

Έτσι έμαθα τυχαίως
(άρες μάρες κουκουνάρες)
της Ανίτας Χιλ τα χείλη
πως δεν άγγιξαν στου Κλάρενς

πως ο Μπάιντεν ειν' ο νέος
πρόεδρός πέρα στις ΗΠΑ
και πως δεν μπορεί κανένας
στο νερό να κάνει τρύπα...

Το Ιράκ πως ενικήθη,
ότι πείνασαν οι Ρώσοι
κι ότι έχει ο Εφιάλτης
τους τριακόσιους προδώσει'

και ακόμη το ποντίκι
ότι τρώγεται απ' τη γάτα
και πως έτσι και δε σφίξουν
μένουνε τ' αυγά μελάτα.

Και βεβαίως είναι ειδήσεις
κι οι ειδήσεις οι τυχαίες
μόνο που 'χουν μπαγιατέψει
και δεν είναι πλέον νέες.

Να λοιπόν εν' από κείνα
τα στραβά που κουβαλάω
που με κάνει από τους άλλους
ξεκομμένος να μετράω.

Που με κάνει να φοβάμαι
πως αν πάει στο φεγγάρι
άνθρωπος, εγώ ποιος ξέρει
αν θα το 'παιρνα χαμπάρι.

Κι έτσι όπως ζω με βήμα
σημειωτό, έχω τη γνώμη
πως πριν χρόνια έχω πεθάνει
και δεν το 'χω μάθει ακόμη.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

 ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΜΕΤΑΝΆΣΤΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ 
ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Μυστήρια που 'ναι η ψυχή του ανθρώπου...
πεθύμησα τα πράγματα του γενεθλίου μου τόπου!
Πεθύμησα όταν οδηγώ να χάσκουνε δεξά μου
χαράδρες επικίνδυνες και βράχια αριστερά μου.
Πεθύμησα ατιμώρητη παράβαση τροχαία
κάτω απ' του πόλισμαν την περικεφαλαία.
Να μου σερβίρουνε ξύγκικες πεθύμησα μερίδες
και να διαβάζω ψέματα στις εφημερίδες.
Πεθύμησα γυναίκα όταν πειράζω
να ξέρει βρε αδερφέ πως την πειράζω...
Της γυναίκας πεθύμησα το νάζι
κάθε τρεις το γκόβερνο ν' αλλάζει
και ντομάτες με δίχως ορμόνες
και βαρείς, χιονισμένους χειμώνες.

Πεθύμησα να φάω γλυκό περγαμόντο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!

Να οδηγώ πεθύμησα σε δρόμους που 'χουν λάκκους. 
Πεθύμησα αργοκίνητους χωροφυλάκους.
Πεταμένα πεθύμησα στους δρόμους σκουπίδια
και στις στέγες αντί πισσόχαρτα κεραμίδια.
Πεθύμησα να πάω βόλτα με τα ποδάρια
και με μαγαζάτορες να κάνω παζάρια.
Να με χτυπήσουνε πεθύμησα μυρωμένοι αγέρηδες
και στις πλατείες να δω χασομέρηδες.
Πεθύμησα πωλητές να μ' αγριοκοιτάνε
και ανθρώπους ένας τον άλλονε να βαράνε.
Να βρεθώ πεθύμησα πάλι
στου χαρούμενου τρύγου τη ζάλη 
με σταφύλια γλυκά να μεθάω
και χορεύοντας να τα πατάω.
Πεθύμησα σκορδίλα να μυρίσω σ' ένα χνώτο-
πεθύμησα Ελλάδα ρε γαμότο!

Τη βρώμα ενοστάλγησα στους δημοσίους χώρους.
Πεθύμησα τα μάλλινα να τρώγονται απ' τους σκόρους.
Του τζίτζικα πεθύμησα τραγούδι στις ελιές
παιχνίδια των παιδιών στις γειτονιές.
Κουτσομπολιό πεθύμησα-κουβέντες-φλυαρία.
Ραχάτι επεθύμησα στα καφφενεία.
Των οδηγών πεθύμησα τη μούντζα
κι αγουροξύπνητες φάτσες με ρούντζα.
Μπουρνέλια ελαχτάρισα! Τζάνερα! Μούρα!
Και φασαρία-σαματά-σάλο-φωνές-βαβούρα.
Πεθύμησα οι άνθρωποι απ' ό.τι πούνε
το αντίθετο ακριβώς να εννοούνε.
Επεθύμησα όταν βολτάρω
κάθε λίγο γνωστό να τρακάρω.
Επεθύμησα φίλους και κέρνα
και πιοτό και μεζέ σε ταβέρνα.
Πεθύμησα σαϊνια που μπαίνουν με το πρώτο
ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΕΛΛΑΔΑ ΡΕ ΓΑΜΟΤΟ!

 ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
Η
ΤΟ ΚΑΜΑΚΙ

-Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
πεταλούδα πλουμιστή
έλα δίπλα μου και στάσου-
σε ποθώ, σε θέλω, βιάσου!

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου
τζίτζικα βρωμιάρη φτου! 
πώς μπορεί μια πεταλούδα 
να φιλεί σου τη μουσούδα;

-Και τι έχω το στραβό 
όπου τόσο σ΄ απωθώ;
-Είσαι γκρίζος. Εγώ λάμπω
και στολίδι είμαι στον κάμπο!

-Κι εγώ όλο τραγουδώ.
Το βιολί μου έχω εδώ
και τον κόσμο ξετρελαίνω 
στα μεράκια όταν μπαίνω.

-Όλο τρέχω και πετώ
και δε στέκω ούτε λεφτό.
Συ συνέχεια τεμπελιάζεις-
δε σου μοιάζω, δε μου μοιάζεις.

-Ειμ’ εγώ τραγουδιστής,
είσαι συ ο χορευτής.
Τι ταιριάζει πιο ωραία 
από των δυο μας την παρέα;

-Ω! Αταίριαστοι πολύ
είμαστε-εγώ έχω βγει
από ’να μικρό κουκούλι.
Συ θα το ‘χεις για κιβούρι.

-Ίδια ειν’ τα δυο αυτά.
Η ζωή όταν τελευτά 
ή δεν έχει ακόμα αρχίσει
πράγμα ίδιο για τη Φύση.

-Μία φλόγα εγώ ζητώ 
για να πέσω να καώ.
Τζιτζικάκι μου καημένο
μόνο αυτό σε κάνει ξένο.

-Μια φορά εσύ αν καείς
η φωτιά μου συνεχής.
Αχ! Με καίει κάθε ματιά σου 
πιο πολύ από τη φωτιά σου.

Τζι τζι τζι και τζι τζι τζι
Πεταλούδα μου ακριβή
έλα σβήσε το καμίνι 
που από σε μονάχα σβήνει!

-Φρου φρου φρου και φρου φρου φρου 
τζίτζικά μου έρχομ’ εφτού-
Ναι! Με σένα είμαι ίδια
σα μου βγάλεις τα στολίδια.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

 ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ


Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία-

με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν' αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου 'ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;»

«Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ' άλλα δέντρα να τρυγάμε
αλλά μήλο να μη φάμε».

«Ξέρω τι μας έχει πει
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του 'χει βγει από το στόμα-

είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί: γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι…
ποιος σου το 'πε αυτό μωρέ;
ζώο θα 'λεγα πως θα ’ναι'
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει...

και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής 'όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα' τη λοιπόν κι αυτή!..»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«…Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε 'συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός
γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,

δεν θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός.
Κι ο θεός απ' το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή:
μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.

Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε'
κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

 ΗΜΙΣΠΑΣΤΑ

Αυτός που διψούσε νάματα-
αυτός που δάγκωνε τα χείλη του ξερά-
τι ειρωνεία τώρα
να πνίγεται μέσα στη θάλασσα της δίψας του.

*

Ο άλλος κόσμος
θα ’ναι ο ίδιος βέβαια μ’ αυτόν
από τα έξω ιδωμένος.

*

Ο χειμώνας γεννάει την Άνοιξη κάθε χρόνο
καθώς  ο ήλιος τη δυστυχία κάθε μέρα.

*

Αν δεν υπήρχε ο Νείλος κι οι αιγύπτιοι
οι τάφοι μας μπορεί και να ’τανε ακόμα στρογγυλοί.


*

Μέσα στη θύελλα την καλοκαιρινή
λυσσάει ο άνεμος και η βροχή μανιάζει.
Πέφτουν τα φύλλα
πέφτει ο ουρανός
πέφτει και μια μπλουζίτσα ολάσπρη απλωμένη
από το λυσσομάνι ξεσκισμένη.

 *

Πού είναι το φιλί που φτάνει ως το θάνατο!
Πού ’ναι το χάδι που ευφραίνει στον αιώνα!

*

Όλη η ζωή μας αν καλοσκεφτείς
μας δόθηκε να μάθουμε
γιατί δεν πέφτουνε τα δέντρα απ’ τον αέρα.
Και ούτε αυτό δε μάθαμε.

 *

Η ανάκουστη φωνή της πέτρας
μόνο απ’ Αυτόν ακούγεται. Είναι γιατί Αυτός
της ακοής τους νόμους έχει θέσει.

*

Είναι η γκλίτσα στο χέρι του βοσκού
και ο σταυρός στο χέρι του επίσκοπου.
Γι αυτό και μια τον παίρνει ο θάνατος μια η ζωή τον πάει.

 *

Αφότου εγεννήθηκε
εν’ αγκάθι στην ψυχή του.

*

Τα πεύκα τα ξέρανε ο μελιτοβάκιλλος.
Χαλάλι του.
Η εικόνα αξίζει.

 *

Τις νύχτες τα βουνά σαν ζώα υπάκουα
τραβάν στη θάλασσα και πλένονται.
Γι αυτό και λάμπουν πεντακάθαρα το πρωί
στου πρώτου ήλιου τις αχτίδες.

*

Όταν εκπνεύσει στον καθρέφτη του
και ο καθρέφτης δεν θαμπώσει
τότε ο καθρέφτης θα ’ναι αυτός.

 *

Το τέλος φτάνει.
Ο αμαξάς πληγώθηκε.
Οι ινδιάνοι πλησιάζουν όλο.
Και η πόλη μακριά.

*

Κληρονομιά θ’ αφήσει στους ερχόμενους
τη γνώση πως δεν έρχονται
μα ότι όπως όλα
κι αυτοί μονάχα πάνε.

*

 Το παγώνι-ο αντίζηλος των ποιητών!

*

Όταν θα πάει Εκεί
θα είναι μόνο ένα κατάξανθο
ένα ωραίο ωραίο μηδενικό.
Όταν θα πάει Εκεί.

*

Τα δέντρα ομορφιές γεμάτα και χαρούμενα
Λουζόνταν μέσα στο γλυκό το θάμπος του πρωιού.
Την ίδια ώρα ο χωρικός
λάδωνε το πριόνι του.

*

Κάποτε η μέρα είχε διάρκεια τριών λεπτών.
Πόσα δισεκατομμύρια άσκοπα χρόνια!

*

Μπορείς να φανταστείς τον ουρανό χωρίς αστέρια;
Έτσι και δεν γινότανε να μην υπάρξεις.

 *

Τα νησάκια των ποταμών.
Η ασφάλεια μέσα στον κίνδυνο.

 *

-"Πώς είστε;"
-"Άσχημα"
Λες και τον ρώτησαν από ενδιαφέρον.

*

Όπως κάθε άνθρωπος χρειάζεται έναν άγγελο προστάτη
έτσι και κάθε άγγελος έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο.
Αλλιώς η ύπαρξη του θα ήταν αδιανόητη.

*

Του αρέσει των κομμένων των κλαδιών η μυρωδιά κάθε Άνοιξη.
Γι αυτό η Άνοιξη έρχεται.

*

Τάχα πώς λεν τη γη τους οι άνθρωποι του φεγγαριού;
Φεγγάρι βέβαια.

*

Κουμπιά… κουμπιά… κουμπιά...
Κουμπιά με δύο τρύπες
κουμπιά με τρεις τρύπες
κουμπιά με τέσσερις τρύπες.
Και ψάχνανε το ποιο ταιριάζει στο σακάκι του.

*

Αν επιζούσε ο Ρωμαίος
θα είχε ξεχάσει την Ιουλιέτα σ’ ένα μήνα.

*

Όταν στης λύπης το δέντρο
τα φύλλα πυκνώνουνε
τότε τελείως κρύβουνε το άστρο της χαράς.

 *

Οι νέοι και η επανάσταση πάνε μαζί.
Καμιά φορά, σε κάποιο χάνι
οι νέοι παρατρών και παραπίνουνε.
Τότε γυρίζουνε και λεν στην επανάσταση:
«προχώρα κι έρχομαι.»
Κι η οικουμένη τότε δυστυχεί.

*

Περιπλάνηση σε τοπία ηλιοβασιλέματος.
Το άνθος της Σιωπής εδώ περίλαμπρο.

*

Ο ποιητής ζει μέσα στα ποιήματα του
όπως ένας νεκρός μέσα σε τάφο
που ο ίδιος έσκαψε.

*

Να συλλέγεις-ναι. Μα τι;
Πάνω σ' αυτό το "τι;" ζυγιάζονται όλα.

*

Κάθε καινούργια μέρα μια Δευτέρα Παρουσία
μετά το θάνατο της νύχτας.

*

Ήτανε όχι μια αγριοροδιά.
Μα μία ήμερη, μια σοβαρή
μια ήρεμη, όμορφη ροδιά.
Όχι μια πρόκληση στην ερημιά
μα μια γλυκιά οπτασία στον κόσμο μέσα.

*

Παράδεισος σημαίνει ανυπαρξία έρωτα.

*

Οι νεκροί μιας μάχης
δείχνουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόλεμος.

 *

Όσα δεν υπάρχουν
είναι απείρως περισσότερα από τα υπάρχοντα.

*

Ο βάτραχος που έγινε πρίγκηπας μ’ ένα φιλί
έχει τη σημασία του ονείρου
που γίνεται αλήθεια μόνο μέσα σ’ ένα παραμύθι.
Μέσα σ’ ένα άλλο όνειρο δηλαδή.

*

Με τα χίλια μικρά ξεγελασμένοι
χάνουμε το ένα Μεγάλο.

*
Στο μισοσκόταδο
οι τσουκνίδες μοιάζουν με άνθη.

*

Έμβρυα μέσα στον κορμό του δέντρου
νήχονται τραπέζια, κρεβάτια, σκαμνιά.

*

Από τη φυλακή του εικοστού αιώνα
στη φυλακή του εικοστού πρώτου.

*

Η Ηγησώ ζει ακόμα χάρη στην Τέχνη.
Βάρβαρη που ’ναι η Τέχνη!

*

Γιατί ζαλίζεται απ’ το γύρισμα της,
γι αυτό από παντού ξερνοβολάει νερό η γη.

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

     Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. 
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. 
Δε θέλουμε ποιητές.

Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά;
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Λέτε «Μακάριοι οι πτωχοί»…
με συγχωρείτε που γελώ-
ξέρετε, είμαστε ευγενέστατοι εδώ…

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. 
Δε θέλουμε ποιητές.

Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα!
Πηγαίνετε.

Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα. 
Δε θέλουμε ποιητές.




 Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

«Εγώ! 
Η πέτρα! 
Η ταφόπετρα! 

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο! 
Βουνού αγγόνι! 
Εργατιάς παιδί! 

Εγώ! 
Η αειπαγής! 
Η δύσρηκτος! 

Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;.. 

Εγώ! 
Που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε... 
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω... 
Εγώ! 
Το σύνορο φωτός και σκότους! 
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες 
για να με σείσουν συνερύουν... 

Εγώ!
ξάφνου, 
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι, 
χωρίς να το θελήσω, 
δίχως ν' αφεθώ, 
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή, 
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω... 
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»



ΠΑΣΧΑ

Άδειασε η πολυκατοικία-
πού πήγαν όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ' την πόλη.

Φως πια δεν φέγγει ούτε ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες, 
φύγαν μαμάδες.

Σιγά τις σκάλες ανεβαίνω
μην ένα χτύπο,
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω 
έστω απ' τον κήπο.

Όμως κανείς δεν αγροικιέται. 
Πού έχουν πάει;
To πόδι τους ποια σκαλοπάτια 
τώρα μετράει;

Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνω
τα βήματα μου λες μετράω 
σε σπίτι ξένο.

Και όταν παίρνω το μολύβι 
και κάτι γράφω 
μοιάζει σταυρούς σαν να χαράζω 
πάνω σε τάφο.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

 Άκουσα σε μια ραδιοφωνική εκπομπή έναν καθηγητή Πανεπιστημίου να υπερηφανεύεται ότι η Ελλάδα έχει δώσει πολλούς καθηγητές Πανεπιστημίου, θέλοντας να πει πόσο πιο έξυπνοι είναι οι έλληνες.
Νομίζω ότι κάνει λάθος.
Στην Αμερική υπάρχουν πολλοί καθηγητές Πανεπιστημίου από πολλές χώρες προερχόμενοι και όχι μόνον από την Ελλάδα: Κίνα, Τουρκία, και χώρες άλλες πολλές της Ασίας κυρίως. 
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι έλληνες και οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι.
Σημαίνει ότι οι Αμερικάνοι έχουν κρατήσει τις «μπίζνες» για τους εαυτούς τους, αφήνοντας στους άλλους την «εξυπνάδα» να περνάνε τη ζωή τους σκυμμένοι ολοζωής πάνω από βιβλία. 
Ποιος είναι πιο έξυπνος;

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ 

ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΡΕΠΕΙ»

Κάποτε ήτανε το «θα». Οι πολιτικοί το λέγαν
και στις κλεψιές τους ύστερα και τις βρωμιες πηγαίναν.
Κι ο ελληνικός βοϊδολαός εχαίρονταν να βλέπει
άχυρο να ‘χει πάτωμα και αχουριού μια σκέπη.

Και ήρθε κάποτε ο γιος του γέρου Παπαντρέα
και αν και χρήση έκανε του «θα» σε κόπια νέα
μ’ αυτό μονάχο του έβαλε στον κρόταφο την κάννη
και πάει-τελείωσε το «θα» που πια είχε αποκάνει. 

Και τότε κάποιοι ευφυείς –κουτοί μα την αλήθεια-
στα που ελέγαν στο λαό μεγάλα παραμύθια
την πρώτη λέξη άλλαξαν κι αντί με «θα», με «πρέπει»
αρχίζαν τα που ακούραστα πολυλογούσαν έπη.

Και από τότε «πρέπει» ακούς μες στης Βουλής το χάνι,
«πρέπει» το κάθε νουδικό ή πασόκο λέει τσογλάνι,
«πρέπει» κι οι χρυσοπλήρωτοι λεν δημοσιογράφοι,
«πρέπει» τα λίκνα όλα λεν κι αντιβοούν οι τάφοι.

«Πρέπει» ξελαρυγγίζονται υπουργοί στις συγκεντρώσεις,
«πρέπει» ακούς όπου σταθείς ή πόδι όπου απλώσεις,
«πρέπει» στους λόγους του έντιμου, του πρώτου μας πολίτη,
«πρέπει» σε κάθε άτιμου της ευτυχίας μας θύτη.

 «Πρέπει» εδώ «πρέπει» εκεί «πρέπει» και παραπέρα 
«πρέπει» επάνω, δεξιά κι αριστερά 
«πρέπει» στη θάλασσα στη γη και στον αέρα 
«πρέπει» στα όνειρα που κάνουνε φτερά.

«Πρεποειδώς» συμπεριφέρονται οι πάντες 
που μανιωδώς θώκους και χρήματα ζητούν-
ψάχνουνε Τράπεζες…μπαούλα…ψάχνουν τσάντες 
κι αυτά αν δε βρούνε τότε παίρνουν ό,τι βρουν.

«Πρέπει» εγέμισε το παν-πικρή αλήθεια-
κι αυτό που διόλου δε μου φαίνεται καλό, 
είναι πως πλην από τα χείλια και τα στήθια 
«πρέπει» εγέμισε κι αυτό τους το μυαλό.

Κι όπως το «θα» υποταχτικά κατάπιναν-τα βόδια-,
ούτε του «πρέπει» βλέπουνε τα που ορθώνει εμπόδια΄
και θα χαθούν έτσι άσκοπα οι όσοι εγίναν κόποι
κι αυτοί ποτέ δε θα γινούν-αλίμονο!-ανθρώποι..

Κι όπως γινόταν με το «θα», ο λαός και με το «πρέπει»
σκοτώνει ατός του τη χαρά κι άδεια έχει πάντα τσέπη΄
κι ακόμα, αντίς για ουρανό, σπηλιάς μιας βλέπει σκέπη-
και θα ‘λεγε αν τον ρώταγες «γιατί;»,: «γιατί… έτσι πρέπει!!» 

 

 

ΤΡΟΜΟΚΡΆΤΕΣ…

Πιάστηκαν οι «τρομοκράτες»!
Η πατρίδα σώθηκε!..
Μια γαλήνη στην Ελλάδα
πέρα ως πέρα απλώθηκε!..

Τώρα η Μέρκελ πια στα σκέλια
θα τη βάλει την ουρά
κι ο Όλι Ρεν θα πει «συγνώμη»
και θα κλαίει γοερά...

Ο πολύς ως τώρα Γκρουέφσκι,
αρχηγός έθνους ανάνδρου, 
το που έστησε θα ρίξει
άγαλμα του Αλεξάνδρου...

Τώρα κάθε μία χώρα 
που μας είχε ευρώ δανείσει
δίχως δεύτερη μια σκέψη
όλα θα μας τα χαρίσει...

Πάνε πια τα που η Ελλάδα
τόσα χρόνια είχε χάλια-
τώρα οι έλληνες θα τρώνε 
με χρυσά κομψά κουτάλια...

Κι ο Ομπάμα όταν θα μάθει
ότι πιάστηκε ο Μαζιώτης,
μια βοήθεια εν τω άμα
θα μας δώσει τώρα πρώτης...

...Α! Ρε έλληνες κουτάβια
που σας κάνουν να πιστέψτε
ότι πρέπει από την πείνα
που σας έφεραν να ρέψτε…

...Α! ρε έλληνες κουτάβια 
που ένα κόκαλο σας δίνουν
που «τρομοκρατία» το λένε
και το αίμα αυτοί σας πίνουν…

...Α! ρε έλληνες κουτάβια
πόσα ακόμα τάχα χρόνια
θα φοβάστε τη σκιά σας-
ή θα είναι’ αυτό αιώνια;..
 

              ----- 



Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

 ΠΕΡΙ ΟΠΕΚΕΠΕ

Για καθήστε ήσυχα όλοι οι έξυπνοι εκεί έξω! 
Για σταματήστε να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Για σταματήστε να εργάζεστε ενάντια στο ελληνικό κράτος!
Για σταματήστε να υπονομεύετε ό,τι καλό έχει πετύχει η χώρα μέχρι τώρα!
Αρκετά πια σας ανεχτήκαμε!
Σταματήστε αν σας έχει μείνει λίγη αγάπη για την πατρίδα… αν σας έχει μείνει λίγη τσίπα!..

Ναι, σε σας μιλάω, στους «ευαίσθητους», στους «τίμιους» πολιτικούς και αρχηγούς πολιτικών Κομμάτων!
Έχετε το θράσος να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Τόσο λίγο μυαλό σας έχει μείνει λοιπόν;
Ή είστε ανθέλληνες και όχι έλληνες;   
Τι σας έχει πιάσει και πολεμάτε ενάντια στις κλεψιές και στις καταχρήσεις;
Θέλετε να πλήξετε την Ελλάδα-να καταστρέψετε όλα όσα έχει πετύχει και να ξαναγυρίσουμε στην επαιτεία και στην ανυποληψία όλων πάλι;

Τι ζητάτε φωνάζοντας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; 
Να πάψει το κράτος μας να υπάρχει;
Να γίνει μήπως υπόδουλο πάλι στους Τούρκους ή να πάει ακόμα πιο πίσω, στον μεσαίωνά του;

Πάψτε πια να σκάβετε θέλοντας να ξεθεμελιώσετε την πατρίδα μας.
Θέλετε τιμιότητα λέτε.
Δεν θέλετε διαφθορά.
Δεν θέλετε κλοπές του Δημόσιου χρήματος.
Δεν θέλετε οικονομικά σκάνδαλα.

Όμως πώς θα πάει μπροστά αυτή η χώρα; 
Δεν το σκέφτεστε;
Θέλετε να ξεριζώσετε την κλεψιά από τη χώρα μας;
Είναι σαν έτσι να θέλετε να βγάλετε τον Μάρτη από την Σαρακοστή!
Σαν να θέλετε να γκρεμίσετε ό,τι ως τώρα έχει γίνει, αλλά και να πάψει η χώρα αυτή να προοδεύει, όπως κάνει μέχρι τώρα που αισίως ζει και μεγαλουργεί επί διακόσια τόσα χρόνια ως σήμερα.
Δεν βλέπετε τους προγόνους σας; Αυτοί δεν έκλεβαν νομίζετε; 
Πριν καλά καλά γίνουμε κράτος δεν κατακλέψαμε το δάνειο που πήραμε από την Αγγλία ώστε να φτάσει στην κυβέρνηση το ένα δέκατο από όσο χρεωθήκαμε; 
Οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί μας δεν τρώγανε με δέκα μασέλες κλέβοντας από τον λαό;
Ο μεγάλος μας Μακρυγιάννης δεν τόκιζε χρήματά του με ξέρω ’γω πόσο παραπάνω από το κανονικό ώστε να γίνει πάμπλουτος;-και όμως αυτός δεν έδωσε Σύνταγμα στην χώρα;
Υπουργοί και πρωθυπουργοί όλων των κομμάτων δεν κατακλέψανε τη χώρα; Ή μήπως δεν το ξέρετε;
Από τα μεγάλα έργα που γίνανε στη χώρα αγνοείτε ότι οι υπεύθυνοι γι αυτά έκλεψαν απίθανα ποσά κάθε φορά;
Όταν οι βουλευτές σας μπαίνουν πάμπτωχοι στη Βουλή και φεύγοντας μετράνε δεκάδες εκατομμύρια, από που νομίζετε τα βρήκαν; Έχει κανένα δέντρο η Βουλή που να φυτρώνουν χρήματα επάνω του-και οι βουλευτές αυτοί δεν είναι που ψηφίζουν τους νόμους ώστε η χώρα μας να μην μένει ακυβέρνητη;
«Τι έγιναν τα εκατόν ενενήντα τρία δις;», έγραφε η τότε «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» εφημερίδα για χρόνια στην προμετωπίδα της. Και βέβαια ποτέ δεν απαντήθηκε το ερώτημά της. 
Και όμως, και ας έκλεψαν κάποιοι, πάλι σήμερα η Ελλάδα δεν βρίσκεται περήφανο κράτος μέσα στην Ευρωπαϊκή κοινότητα;
Τι σας έχει πιάσει λοιπόν με τις κλεψιές και όταν ακούτε γι αυτές μου εξεγείρεστε, σαν κάθε φορά να συμβαίνει κάτι πρωτάκουστο, και  θέλετε να χαλάσετε το οικοδόμημα που με όλες αυτές τις κλεψιές τόσο  περήφανο στέκεται ανάμεσα στα κράτη και επαινείται από όλους;
Και τα βάζετε με τη Νέα Δημοκρατία.
Οι Παλαιές δεν σας πείραζαν; 
Δεν ρωτάτε τους πατεράδες σας και τους παππούδες σας να σας πουν τι κλέψιμο έπεφτε και στον καιρό τους; Γιατί εσείς θέλετε να διαφέρετε από εκείνους που μας έκαναν κράτος και από αυτούς που μας διατηρούν, με όλες τις κλεψιές τους, ένα περήφανο κράτος ως σήμερα;
Ποιο Κόμμα δεν έκλεψε; Αν μου βρείτε ένα πέστε το και σε μένα.
Ή μήπως οι λίρες που πέταγαν από τα αεροπλάνα τους οι Άγγλοι στους αγωνιζόμενους ενάντια στους Γερμανούς στον δεύτερο παγκόσμιο πήγαιναν στον Αγώνα, πηγαν στον αγώνα; Βίλες και αποθέματα στις Τράπεζες έγινα  κι αυτές.
Ή οι περιουσίες των πολιτικών-αρχηγών κομμάτων ή όχι- έγιναν από την αποταμίευσή τους σε κουμπαράδες;
Και κάθε Κόμμα τους δικούς του δεν κάνει πλούσιους όταν έρχεται στην Εξουσία;
Ο ίδιος ο Αντρέας Παπαντρέου, ο «σοσισλιστής» ο «κινηματίας», δεν καυχιόταν ότι «τα πήρε από τους δεξιούς και τα έδωσε στους δικούς του»;
Και ο ίδιος δεν είπε «ε!  Όχι και πενήντα  εκατομμύρια…» για κάποιον υπουργό του που λαδώθηκε με το ποσό αυτό;
Μα με όλα αυτά αν θέλετε να ξέρετε κύριοι φωνακλάδες, με όλα αυτά πάει μπροστά η χώρα!
Τι θέλετε ; Να πάει πίσω; Γιατί αφού πάει μπροστά έτσι, φυσικά και θα πάει πίσω αν αλλάξει και αντί να κλέβει γίνει τίμια.
Και μου ζητάτε παραίτηση της Κυβέρνησης και τέτοια. Ποιοι; Εσείς που τα κόμματά σας κατάκλεψαν τη χώρα.
Για συγκεντρωθείτε! Για βάλτε λίγο μυαλό! 
Ξέρω, βιάζεστε να φάτε κι εσείς. 
Μα υπομονή.
Ο λαός δεν θα σας αφήσει έτσι και σας.
Θα σας ταϊσει και σας. Αλλά μην βιάζεστε. Με τη σειρά σας. Άλλωστε όσο πιο αργείτε να γίνετε Εξουσία, με τόσο περισσότερη μανία θα φάτε όταν και η δική σας σειρά έρθει.
Μόνον ως τότε μην φωνάζετε.
Αφήστε μας όταν κοιμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι εσείς, όταν θα κυβερνήσετε, δεν θα κλέψετε, και μην μας προκαλείτε.
Σας πείραξε ο ΟΠΕΚΕΠΕ! 
Αρκετά φωνάξατε. 
Κάνατε το κομμάτι σας-παίξατε το ρόλο σας. 
Βουλώστε το πια!

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC
(από το περιοδικό ΛΟΓΙΑ) 

Όταν έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό! 
-Στο χορό;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μίαν άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Λιγάκι κάνοντας μασάζ 
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιονε τον Μπους.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες

Και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι 
πρωθυπουργός το Μάρτη.

Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου 
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;

 ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β´ 1 - 12

1 Καὶ Χαζοχαρούμενος εἰσῆλθε δι’ ἡμερῶν πάλιν εἰς Αθήνας εκ Βρυξελλών καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς Δημοψήφισμα ἐστι. 2 καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον. 3 καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν, το Δεύτερον Μνημόνιον παράλυτον φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων. 4 καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ’ ᾧ το Δεύτερον Μνημόνιον παραλυτικόν κατέκειτο. 5 ἰδὼν δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος την αφροσύνην αὐτῶν λέγει τῷ Δευτέρω Μνημονίω τω παραλυτικώ· Τέκνον, αἱ ἁμαρτίαι σου μεγάλαι και ου δύνανται αφεθείναι. 6 ἦσαν δέ τινες τῶν Δεξιών Πολιτικών ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν· 7 Τί οὗτος λαλεῖ τοιαύτας βλασφημίας; ούτως ισχυρός ών ου δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας; 8 καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Χαζοχαρούμενος τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 9 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικώ Δευτέρω Μνημονίω: ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ αντ’ αυτού ποιήσαι Μνημόνιον Τρίτον, Νέον, ευδιάθετον και ζωηρόν; 10 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ Λαϊκισμού δημιουργείν ἐπὶ τῆς γῆς  - λέγει τω Δευτέρω Μνημονίω τῷ παραλυτικῷ. 11 Σοὶ λέγω, ὕπαγε εἰς την γέενναν του πυρός. 12 καὶ εὐθέως, το Δεύτερον Μνημόνιον το παραλυτικόν ηφανίσθη ἐναντίον πάντων, και Τρίτον Μνημόνιον ζωηρόν και ευδιάθετον εγεννήθη, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ βλασφημείν τὸν Χαζοχαρούμενον λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν. 

 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΑ´ 1 – 45 
Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ 

1 Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Ελληνικός Παραλογισμός , ἐκ τῆς  κώμης Χαζομάρας και Ηλιθιότητος τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. 2 ἦν δὲ Χαζομάρα ἡ ἀλείψασα τὸν Χαζοχαρούμενον παχυδερμία και μαλάξασα την γλώτταν αυτού ψευδολογία, ἧς ὁ ἀδελφὸς Ελληνικός Παραλογισμός ἠσθένει. 3 ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Διδάσκαλε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ. 4 ἀκούσας δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος εἶπεν· Αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης του  Ασυναρτήτου, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς Ασυναρτήτου δι’ αὐτῆς. 5 ἠγάπα δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος τὴν Ηλιθιότητα καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Ελληνικόν Παραλογισμόν. 6 ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας· 7 ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθητευομένοις Βλακεία ακολούθοις του. Ἄγωμεν εἰς τὴν Αθήνας πάλιν. 8 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθητευόμενοι· Διδάσκαλε, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ έμφρονες των Δεξιών, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; 9 ἀπεκρίθη Χαζοχαρούμενος· Οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν ακαταλόγιστος τις περιπατῇ είτε  ἐν τῇ ἡμέρᾳ είτε εν τη νυκτί, οὐ προσκόπτει, ότι ουδέ κόκκον έχει ευθύνης και συνειδήσεως.  ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Ελληνικός Παραλογισμός ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνήσω αὐτόν· 12 εἶπον οὖν οἱ μαθητευόμενοι.Διδάσκαλε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. 13 εἰρήκει δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν-τόσο τους έκοβε-ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. 14 τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Χαζοχαρούμενος παρρησίᾳ· Ελληνικός Παραλογισμός ἀπέθανε, 15 καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν. 16 εἶπεν οὖν ο ενί νι Ιωάννης, ὁ λεγόμενος Παιγνιαστής τοῖς συμμαθητευομένοις· Άγωμεν καὶ ἡμεῖς και ας ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ. 17 Ελθὼν οὖν ὁ Χαζοχαρούμενος εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας δεκαετίας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ. 18 ἦσαν δε αι Αθήναι ἐγγὺς Ραφήνας 19 καὶ πολλοὶ ἐκ των Δεξιών ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Χαζομάρας και Ηλιθιότητος ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. 20 ἡ οὖν Χαζομάρα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Χαζοχαρούμενος ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Ηλιθιότητης δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. 21 εἶπεν οὖν ἡ Χαζομάρα πρὸς τὸν Χαζοχαρούμενον· Διδάσκαλε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. 22 ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τω Ασυναρτήτω , δώσει σοι ὁ Ασυνάρτητος. 23 λέγει αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Αναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. 24 λέγει αὐτῷ Χαζομάρα· Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 25 εἶπεν αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. 26 ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο; 27 λέγει αὐτῷ· Ναί, Διδάσκαλε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χαζοχαρούμενος ὁ υἱὸς τοῦ Ασυναρτήτου ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. 28 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Ηλιθιότητα τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· Ὁ Διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε. 29 ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 30 οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Χαζοχαρούμενος εἰς Αθήνας, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Χαζομάρα. 31 οἱ οὖν Δεξιοί οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ ψευδώς παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. 32 ἡ οὖν Ηλιθιότης ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν Χαζοχαρούμενος, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Διδάσκαλε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἄν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. 33 Χαζοχαρούμενος οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Δεξιούς κροκοδειλίοις κλαίοντας δάκρυσιν, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, 34 καὶ εἶπε· Ποῦ τεθείκατε αὐτόν; 35 λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ Διδάσκαλος. 36 ἔλεγον οὖν οἱ Δεξιοί· Ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν ως αδελφός αυτού πράττει· 37 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· Οὐκ ἐδύνατο οὗτος, ὁ επί δέκα επτά ώρας διαπραγματευθείς, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; 38 Χαζοχαρούμενος οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον·
 ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ. 39 λέγει ὁ Χαζοχαρούμενος· Ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Χαζομάρα· Διδάσκαλε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι. 40 λέγει αὐτῇ ὁ Χαζοχαρούμενος· Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Ασυναρτήτου; 41 ουκ οίδας ότι ίνα επιτελέσω την όζουσαν εργασίαν ελήλυθα ώδε ίνα δοξασθεί εν εμοί η δουλοπρέπεια; μετά ταύτα ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Χαζοχαρούμενος ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· Ω! Μέγα Ασυνάρτητε, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 42 ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα, εκλογών επικειμένων,πιστεύσωσιν ὅτι σύ α αγαπητός του έθνους των Ελλήνων με ἀπέστειλας. 43 καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Ελληνικέ Παραλογισμέ, δεῦρο ἔξω. 44 καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Χαζοχαρούμενος· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. 45 Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Δεξιών, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Ηλιθιότητα καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Διδάσκαλος, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Και ταύτα εγένοντο ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό Ησαίου του Προφήτου λέγοντος. ιδού η Ελλάς παραδίδοται αριστεροίς οίτινες μετά Παραλογισμού, Χαζομάρας, Ηλιθιότητος και του Χαζοχαρούμενου πρωθυπουργεύοντος, θέλουσιν αφανίσει το Κράτος το Ελληνικόν μετά πάντων των εν αυτώ Ελλήνων. 
Αναρτήθηκε από Γιώργης Χολιαστός στις 5:33 π.μ. 

 ΠΕΡΙ ΟΠΕΚΕΠΕ

Για καθήστε ήσυχα όλοι οι έξυπνοι εκεί έξω! 
Για σταματήστε να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Για σταματήστε να εργάζεστε ενάντια στο ελληνικό κράτος!
Για σταματήστε να υπονομεύετε ό,τι καλό έχει πετύχει η χώρα μέχρι τώρα!
Αρκετά πια σας ανεχτήκαμε!
Σταματήστε αν σας έχει μείνει λίγη αγάπη για την πατρίδα… αν σας έχει μείνει λίγη τσίπα!..

Ναι, σε σας μιλάω, στους «ευαίσθητους», στους «τίμιους» πολιτικούς και αρχηγούς πολιτικών Κομμάτων!
Έχετε το θράσος να φωνάζετε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ!
Τόσο λίγο μυαλό σας έχει μείνει λοιπόν;
Ή είστε ανθέλληνες και όχι έλληνες;   
Τι σας έχει πιάσει και πολεμάτε ενάντια στις κλεψιές και στις καταχρήσεις;
Θέλετε να πλήξετε την Ελλάδα-να καταστρέψετε όλα όσα έχει πετύχει και να ξαναγυρίσουμε στην επαιτεία και στην ανυποληψία όλων πάλι;

Τι ζητάτε φωνάζοντας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; 
Να πάψει το κράτος μας να υπάρχει;
Να γίνει μήπως υπόδουλο πάλι στους Τούρκους ή να πάει ακόμα πιο πίσω, στον μεσαίωνά του;

Πάψτε πια να σκάβετε θέλοντας να ξεθεμελιώσετε την πατρίδα μας.
Θέλετε τιμιότητα λέτε.
Δεν θέλετε διαφθορά.
Δεν θέλετε κλοπές του Δημόσιου χρήματος.
Δεν θέλετε οικονομικά σκάνδαλα.

Όμως πώς θα πάει μπροστά αυτή η χώρα; 
Δεν το σκέφτεστε;
Θέλετε να ξεριζώσετε την κλεψιά από τη χώρα μας;
Είναι σαν έτσι να θέλετε να βγάλετε τον Μάρτη από την Σαρακοστή!
Σαν να θέλετε να γκρεμίσετε ό,τι ως τώρα έχει γίνει, αλλά και να πάψει η χώρα αυτή να προοδεύει, όπως κάνει μέχρι τώρα που αισίως ζει και μεγαλουργεί επί διακόσια τόσα χρόνια ως σήμερα.
Δεν βλέπετε τους προγόνους σας; Αυτοί δεν έκλεβαν νομίζετε; 
Πριν καλά καλά γίνουμε κράτος δεν κατακλέψανε το δάνειο που πήρανε από την Αγγλία ώστε να φτάσει στην κυβέρνηση το ένα δέκατο από όσο χρεωθήκαμε; 
Οι κοτζαμπάσηδες και οι προεστοί μας δεν τρώγανε με δέκα μασέλες κλέβοντας από τον λαό;
Ο μεγάλος μας Μακρυγιάννης δεν τόκιζε χρήματά του με ξέρω ’γω πόσο παραπάνω από το κανονικό ώστε να γίνει πάμπλουτος;-και όμως αυτός δεν έδωσε Σύνταγμα στην χώρα;
Υπουργοί και πρωθυπουργοί όλων των κομμάτων δεν κατακλέψανε τη χώρα; Ή μήπως δεν το ξέρετε;
Από τα μεγάλα έργα που γίνανε στη χώρα αγνοείτε ότι οι υπεύθυνοι γι αυτά έκλεψαν απίθανα ποσά κάθε φορά;
Όταν οι βουλευτές σας μπαίνουν πάμπτωχοι στη Βουλή και φεύγοντας μετράνε δεκάδες εκατομμύρια, από που νομίζετε τα βρήκαν; Έχει κανένα δέντρο η Βουλή που να φυτρώνουν χρήματα επάνω του-και οι βουλευτές αυτοί δεν είναι που ψηφίζουν τους νόμους ώστε η χώρα μας να μην μένει ακυβέρνητη;
«Τι έγιναν τα εκατόν ενενήντα τρία δις;», έγραφε η τότε «ΑΘΗΝΑΪΚΗ» εφημερίδα για χρόνια στην προμετωπίδα της. Και βέβαια ποτέ δεν απαντήθηκε το ερώτημά της. 
Και όμως, και ας έκλεψαν κάποιοι, πάλι σήμερα η Ελλάδα δεν βρίσκεται περήφανο κράτος μέσα στην Ευρωπαϊκή κοινότητα;
Τι σας έχει πιάσει λοιπόν με τις κλεψιές και όταν ακούτε γι αυτές μου εξεγείρεστε, σαν κάθε φορά να συμβαίνει κάτι πρωτάκουστο, και  θέλετε να χαλάσετε το οικοδόμημα που με όλες αυτές τις κλεψιές τόσο  περήφανο στέκεται ανάμεσα στα κράτη και επαινείται από όλους;
Και τα βάζετε με τη Νέα Δημοκρατία.
Οι Παλαιές δεν σας πείραζαν; 
Δεν ρωτάτε τους πατεράδες σας και τους παππούδες σας να σας πουν τι κλέψιμο έπεφτε και στον καιρό τους; Γιατί εσείς θέλετε να διαφέρετε από εκείνους που μας έκαναν κράτος και από αυτούς που μας διατηρούν, με όλες τις κλεψιές τους, ένα περήφανο κράτος ως σήμερα;
Ποιο Κόμμα δεν έκλεψε; Αν μου βρείτε ένα πέστε το και σε μένα.
Ή μήπως οι λίρες που πέταγαν από τα αεροπλάνα τους οι Άγγλοι στους αγωνιζόμενους ενάντια στους Γερμανούς στον Δεύτερο Παγκόσμιο πήγαν στον αγώνα; Βίλες και αποθέματα στις Τράπεζες έγιναν  κι αυτές.
Ή οι περιουσίες των πολιτικών-αρχηγών κομμάτων ή όχι- έγιναν από την αποταμίευσή τους σε κουμπαράδες;
Και κάθε Κόμμα τους δικούς του δεν κάνει πλούσιους όταν έρχεται στην Εξουσία;
Ο ίδιος ο Αντρέας Παπαντρέου, ο «σοσισλιστής» ο «κινηματίας», δεν καυχιόταν ότι «τα πήρε από τους δεξιούς και τα έδωσε στους δικούς του»;
Και ο ίδιος δεν είπε «ε!  Όχι και πενήντα  εκατομμύρια…» για κάποιον υπουργό του που λαδώθηκε με το ποσό αυτό;
Μα με όλα αυτά αν θέλετε να ξέρετε κύριοι φωνακλάδες, με όλα αυτά πάει μπροστά η χώρα!
Τι θέλετε ; Να πάει πίσω; Γιατί αφού πάει μπροστά έτσι, φυσικά και θα πάει πίσω αν αλλάξει και αντί να κλέβει γίνει τίμια.
Και μου ζητάτε παραίτηση της Κυβέρνησης και τέτοια. Ποιοι; Εσείς που τα κόμματά σας κατάκλεψαν τη χώρα.
Για συγκεντρωθείτε! Για βάλτε λίγο μυαλό! 
Ξέρω, βιάζεστε να φάτε κι εσείς. 
Μα υπομονή.
Ο λαός δεν θα σας αφήσει έτσι και σας.
Θα σας ταϊσει και σας. Αλλά μην βιάζεστε. Με τη σειρά σας. Άλλωστε όσο πιο αργείτε να γίνετε Εξουσία, με τόσο περισσότερη μανία θα φάτε όταν και η δική σας σειρά έρθει.
Μόνον ως τότε μην φωνάζετε.
Αφήστε μας όταν κοιμόμαστε να ονειρευόμαστε ότι εσείς, όταν θα κυβερνήσετε, δεν θα κλέψετε, και μην μας προκαλείτε.
Σας πείραξε ο ΟΠΕΚΕΠΕ! 
Αρκετά φωνάξατε. 
Κάνατε το κομμάτι σας-παίξατε το ρόλο σας. 
Βουλώστε το πια!

 Αν ο Χριστός δεν έλεγε "ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι", αλλά έλεγε "ουκ ήλθον πληρώσαι αλλά καταλύσαι ", η Μέση Ανατολή θα ήταν υπόδειγμα ειρήνης πάνω στη γη.

  ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
27-4-14
Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ της Βουλής κεκλεισμένης ὅπου ἦσαν οἱ υπουργοί και ο Σαμαράς συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Συριζαίων, ἦλθεν ὁ Πλανητάρχης καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς• Καπιταλισμός ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰ δολάρια καὶ τα όπλα αὐτοῦ. Ἐχάρησαν οὖν οἱ υπουργοί και ο Σαμαράς ἰδόντες τὸν Πλανητάρχην. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πλανητάρχης πάλιν• Καπιταλισμός ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με το Κεφάλαιον, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ηυλόγησεν αυτούς καὶ λέγει αὐτοῖς• λάβετε την Εξουσίαν των ΗΠΑ• ἄν τινων ἀφῆτε τὰς Κλοπάς Δημοσίου Χρήματος, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
Αλέξιος δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Αριστερός, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Πλανητάρχης. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι υπουργοί μετά του Σαμαρά• ἑωράκαμεν τὸν Πλανητάρχην. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς• ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τα μάτσα των δολαρίων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸ μέλι της ισχύος του, οὐ μὴ πιστεύσω.
Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Αλέξιος ο λεγόμενος Αριστερός μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Πλανητάρχης τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν• Καπιταλισμός ὑμῖν. Εἶτα λέγει τῷ Αλεξίω• φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ νόησον τὰ δολάριά μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ άπτου της Εξουσίας μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. Καὶ ἀπεκρίθη Αλέξιος καὶ εἶπεν αὐτῷ• ὁ Πλανητάρχης μου καὶ το Κεφάλαιόν μου. Λέγει αὐτῷ ὁ Πλανητάρχης• ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας• μακάριοι οἱ Συριζαίοι οι μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Πλανητάρχης ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ σμικρώ τούτῳ• ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα άπαντες υμείς πιστεύσητε ὅτι ο Εκλεκτός εν υμίν ἐστιν ὁ Πλανητάρχης, ὁ υἱὸς τοῦ Κεφαλαίου, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν καπιταλιστικήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

 

ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Γ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ

«Εἶπεν ὁ Τσίπρας- ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ηθικήν καὶ ἀράτω τὸν κυνισμόν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι. Ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν μάσαν αὐτοῦ σώσαι, ἀπολέσει αὐτήν, ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν μάσαν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ κόμματος, οὗτος σώσει αὐτήν. Τὶ γὰρ ὠφελήσει υποψήφιον ἐὰν κερδήση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν μάσαν αὐτοῦ; ἢ τὶ δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς μάσας αὐτοῦ; Ὃς γὰρ ἐὰν αδιαφορήσει δι εμὲ καὶ δια τοὺς ἐμοῦς λόγους ἐν τῇ εκλογική ταύτῃ μαχη τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Κεφαλαίου θέλει αδιαφορήσει δι αὐτόν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ αποστείλαντος αὐτόν μετὰ τῶν ληστών και τῶν λαοκαπήλων. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς• ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσὶ τίνες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται πτωχείας ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Κεφαλαίου ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει».

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΤΟΥΣ 2015 (Λουκ. η΄ 41-56)
41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Λαός, καὶ αὐτὸς εργάτης της γης ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Τσίπρα του αποκαλούμενου Χαζοχαρούμενου,  παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ονόματι Ελλάς, ὡς ἐτῶν εκατόν εννενήκοντα και τριών, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ ονόματι Δημοκρατία οὖσα ἐν ρύσει αἵματος εκ γενετής, ἥτις πολιτικοίς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Σταθάκης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· αρχηγέ, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Τσίπρας ο αποκαλούμενος Χαζοχαρούμενος εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ Δημοκρατία ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ εργάτου γης λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ Ελλας η θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν αρχηγόν. 50 ὁ δὲ Τσίπρας, ο επομοναζόμενος Χαζοχαρούμενος, ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Σταθάκην καὶ Δραγατσάκην καὶ Λαφαζάνην καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ελλάς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν ότι ένεκεν Κρίσεως επί εξαετίαν άσιτος ήν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτής.

 ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού τον δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή…
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις.
Για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.

Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

 Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα. 

Δε θέλουμε ποιητές.

   Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ 

«Εγώ! 
Η πέτρα! 
Η ταφόπετρα! 

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο! 
Βουνού αγγόνι! 
Εργατιάς παιδί! 

Εγώ! 
Η αειπαγής! 
Η δύσρηκτος! 

Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;.. 

Εγώ που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε... 
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω... 
Εγώ! 
Το σύνορο φωτός και σκότους! 
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες 
για να με σείσουν συνερύουν... 

Εγώ!
ξάφνου, 
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι, 
χωρίς να το θελήσω, 
δίχως ν' αφεθώ, 
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή, 
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω... 
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»

                          -----

 ΧΡΙΣΤΟΣ
ή
Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ

Τo σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.

ΧΡΙΣΤΟΣ
Δώσε μου λίγο γερό... ήτανε μια δύσκολη μέρα...

(Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
σκοτάδι. Κάθεται. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)

Ήρθανε να με πιάσουν.
Τους ξέφυγα.
Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις...
Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την ψυχή.  
Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό κι εκείνος
έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα. 
Ήταν όλα ήσυχα.
Τίποτα δεν ακουγόταν.
Ξάφνου κάτι έσπασε κάτω από τα πόδια μου βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί κάποιο κλαδί να έσπασε.
Τρόμαξα.
Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί.
Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση ήτανε δική μου.
Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια οικογένεια ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός της γης, ζητώντας όπως κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει τ' αυτιά μου...
Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που είχαμε όταν ήμουνα μικρός. 
Δεν είχε καθόλου πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με
κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε για αυγό, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή. Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
από τα πόδια μου.
Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την κότα.
Την έσφαξε ο πατέρας όταν δεν γεννούσε πια.
Διάλεξα να φάω τον λαιμό της.
Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια μου.
Ήθελα να νοιώσω την ουσία του, να βρω την πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα δοκίμασα ή αν ήτανε από τη ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι έκανα δικόν μου, μαζί με το μυστικό που έκλεινε μέσα του, τον λαιμό εκείνον.

Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του ρωμαϊκού αποσπάσματος.
Ήξερα πως θα ’ρχονταν.
Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
Προχώρησα προς την πέτρα.
Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα κοντά στους δασκάλους. 
Χρόνια και χρόνια μελέτης ώσπου να 'ρθει ο καιρός να κατέβω και να διδάξω.
Ύστερα η γνωριμία μας. Στα Μάγδαλα. Στη λίμνη.
Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. 
Τον πηγαιμό μας εκεί, με τη μητέρα και μένα πάνω σ' ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ' ένα σκοινί.
Και θυμάμαι περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι τόσο μικρός που ήμουνα.
Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα. 
Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα. Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο. Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς...
Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, μετά από χρόνια, ξαναγυρίσαμε στη Ναζαρέτ. 
Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
"Να λευτερωθούμε!", μου ’λεγε ο πατέρας κοιτάζοντάς με μέ τα σοβαρά του μάτια.
"Να μάθεις να ρίχνεις γρήγορα το τόξο και να πετάς το
κοντάρι", μου ’λεγε. «Να πολεμήσεις και συ για τη
λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!"
Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
συναντήσει κάποιον.
Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
λουλούδια πολύχρωμα.
Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
χρέος μου: λευτεριά!

Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δεν μ'
άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους γύρω λόφους. 
Κοίταζα τα δέντρα. Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή ένα σημείο του κορμού τους. Το κοίταζα για ώρα. Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το γνώριζε oλόκληρο από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.
Άλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και του σίδερου. 

To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν στον διπλανό λόφο.
Θυμάμαι το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
Βρέθηκα μέσα σ’ ένα σύννεφο. Και το σύννεφο λέει εκείνο ήτανε ο θεός. Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του. Και πάσκιζα να ξεφύγω. Έκανα δεξιά, τίποτα. Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα. Ό,τι και να έκανα βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του σύννεφου. Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω για να γλιτώσω. Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για τελευταία φορά, είπα: "Σύννεφο δεν υπάρχει". Και τo σύννεφο διαλύθηκε αμέσως. 

Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν. 
Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη. 
Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα. Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί. Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν. Και θάνατος με περίμενε ύστερα χωρίς αμφιβολία. 

Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες. Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..
Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω. To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη; Χτύπησε πάνω στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε. Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα. 
Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα. 
Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη και την ηρεμία του κόσμου. 
 
Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν.
Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω; Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "μείνε!" και μιαν άλλη μου ’λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου. 

Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπίτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο! Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού… και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ! 
Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες... 

Πάλι χύμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες έμεινα στο βουνό.
Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την καλύβα μου. 
Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ απ’ όλους.
Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο αγαθός που όλα μας δίνει.
Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
Και κατέβηκα. Και άρχισα να λέω, να κηρύττω.
Έλεγα... έλεγα... ξόδευα το φως μου... σπαταλούσα τις αχτίδες μου...
Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον που του παίρνει τη ζεστασιά;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του κρατεί το ψωμί;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον που του την παίρνει;
Αγάπη!..
Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι αγάπη. Είμαι λοιπόν ένας ανόητος; 

Κι έλεγα: "Στον ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη. Και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να υποφέρουν".
Ο άθλιος εγώ!
Μου λέγαν: «Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ πονάμε, κρυώνουμε, θέλουμε γυναίκα, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε μας φαγητό και ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλίτερα.
Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας". 
 Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους εγκατέλειψα χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.
Μάταιος κόπος.
Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους βοηθήσω.  
Μετά έχασαν την υπομονή τους. 
Έφυγαν όλοι. 
Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο Ιούδας.
Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση μου όταν εγώ θα λείψω. 

Ακούμπησα στην πέτρα.
Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου. 
Παραλογίστηκα.  
Θάρρεψα πως ήσουνα εκεί. 
Κοίταξα στα ριζά της, έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δεν σε βρήκα ξανάπεσα στο φόβο και στη μοναξιά μου.
Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος. 
Και τότε την άκουσα να μου μιλάει. 
Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι εγώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνοιάζομαι. '
Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου ανόητα λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταϊσεις τους πεινασμένους. Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι. Δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί κι εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους  γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς; Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που εβγήκε από το στόμα σου σωστό. Μα και μ' αυτό τι έγινε; Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες και συ-κανείς. Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες το πανωφόρι από κείνονε που το ’χει διπλό και το ’δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους δούλους; Όχι! Όχι! Όχι! 
Πήγαινε χάσου λοιπόν.
Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
Αρκετά σ’ ανέχτηκα.
Φύγε!"
Μέσα μου ξάφνω άστραψε το αληθινό φως και είδα.
Είδα τη ζωή μου.
Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και ψεύτικα.
Και έγινε μέσα μου μια πάλη.
Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια. 
Στάχτες και συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα ζήσει. 
Και νίκησε στη μάχη αυτή όχι οι σοφοί δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο λαός με τα δικά τους. 
Ο λαός  είναι που έμαθε εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας λόγχες και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό.
Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που τους σκότωναν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται και να σκοτώνονται.
Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου ζωή. 

Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
Και τώρα;
Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα τώρα, το ίδιο εγωιστής και παράλογος δεν θα ήμουν αν προσευχόμουν;
Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να ζητήσω κάτι από τον θεό λες και θα μπορούσα ν' αλλάξω εγώ τη βουλή του; 

Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα; 
Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους... από πόσους δούλους δεν στέρησα τον πόθο ν’ αντιταχτούν…  
 
Σηκώθηκα.
Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των στρατιωτών.
Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
Καλλίτερα έτσι.
Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και θα ’χα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.  

(Ο Χριστός σηκώνεται) 

Φέρε μου το μαχαίρι που σου είχε δώσει εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας χάδια σου.
Είναι γερό και κοφτερό.
Θα φύγω.
Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα για να κάμω έργα.
Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
Όσους προλάβω.
Όσους μπορέσω.
Κι όχι να λευτερώσω μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες πάνω από το κεφάλι τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα. 
\Όσους προλάβουμε.
Όσους μπορέσουμε.
Ύστερα θα ’ρθουν κι άλλοι σαν και μας. Που δεν θ’ αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει από τη βία των αφεντάδων του... 
Α! Ο Βαραββάς! Ο Βαραββάς! Εκείνος διάλεξε το σωστό δρόμο! 

Κι αν θέλεις… σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως πολλά, μα όμως- σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα έχω στο μυαλό μου.
Έλα μαζί μου.
Κι όταν θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το φιλί σου θα με δυναμώνει. 
Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνα σου ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
Έλα μαζί μου.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Χωρισμένοι τίποτα.
Έλα μαζί μου.

(Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στον Χριστό.
Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
Και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.) 
                                                       -----