ΕΚΛΟΓΈΣ ΕΦΤΆ ΙΟΎΝΗ
Τι ο καψερός να κάνω στου Ιούνη τις εφτά;
Για την παραλία να πάω δεν υπάρχουνε λεφτά.
Με τη γκόμενα να βγω; Γκόμενα πού να βρεθεί
που λεφτά θέλει να φάει, να βολτάρει, να ντυθεί…
Να ψαρέψω θα ‘ν’ καλά. Μα πού βάρκα ν’ ανοιχτώ;
Και με τι λεφτά να πάω σε ξενύχτι να ριχτώ;
Να μου είχανε αφήσει λίγα οι άθλιοι ευρώ
κάτι πιο φτηνό να κάνω θα βρισκότανε θαρρώ.
Τηλεόραση; Στραβώνει. Να βολτάρω; Τρε μπανάλ.
Και δεν άρχισαν ακόμα ούτε και τα φεστιβάλ.
Πού να πάω στου Ιούνη τις εφτά; Να κάνω τι;
Να το ρίξω στο τσιγάρο-να το ρίξω στο πιοτί;
Κάτι θα ‘βρω για να κάνω και την Κυριακή αυτή
στης Ελλάδας τα κιτάπια που αποφράδα θα γραφτεί.
Ένα μόνο δε θα κάνω-να βρεθώ στην κάλπη εμπρός-
στο χαμό μου δε θα πάω-ας ερθεί να μ’ έβρει αυτός.
ΕΛΛΆΔΑ ΠΡΩΤΑΘΛΉΤΡΙΑ ΣΤΟ ΜΠΆΣΚΕΤ
Η Ελλάδα νίκησε στο μπάσκετ!
Η πατρίδα σώθηκε!..
Μια γαλήνη στην πατρίδα
πέρα ως πέρα απλώθηκε!..
Τώρα η Μέρκελ πια στα σκέλια
θα τη βάλει την ουρά
κι ο Όλι Ρεν θα πει «συγνώμη»
και θα κλαίει γοερά...
Ο πολύς ως τώρα Γκρουέφσκι,
αρχηγός έθνους ανάνδρου,
το που έστησε θα ρίξει
άγαλμα του Αλεξάνδρου...
Τώρα κάθε μία χώρα
που μας είχε ευρώ δανείσει
δίχως δεύτερη μια σκέψη
όλα θα μας τα χαρίσει...
Πάνε πια τα που η Ελλάδα
τόσα χρόνια είχε χάλια-
τώρα οι έλληνες θα τρώνε
με χρυσά όλοι κουτάλια...
Κι ο Ομπάμα όταν θα μάθει
ότι πρώτοι έχουμ’ έρθει,
μια βοήθεια εν τω άμα
θα μας δώσει ευμεγέθη.
...Α! Ρε έλληνες κουτάβια
που σας κάνουν να πιστέψτε
πως μετά από τέτοια νίκη
απ’ την πείνα δεν θα ρέψτε…
...Α! ρε έλληνες κουτάβια
που ένα κόκαλο σας δίνουν
που «αθλητισμό» το λένε
και το αίμα αυτοί σας πίνουν…
...Α! ρε έλληνες κουτάβια
πόσα ακόμα τάχα χρόνια
θα φοβάστε τη σκιά σας-
ή θα είναι’ αυτό αιώνια;..
ΒΡΕ ΤΙ ΧΏΡΑ ΕΙΝ’ ΑΥΤΉ…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
βρε σε τόπο ποιόνε ζούμε
κι ούτε ώρα μια καλή
δεν μπορούμε μείς να δούμε;
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που τα τρόφιμα ακριβαίνουν
κι όπου φτάσουν κι ανεβούν
πια από κει δεν κατεβαίνουν…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή
που είν’ οι βουλευτές αντάρτες
το μπαξίσι καθεστώς
και οι τραπεζίτες γδάρτες…
Βρε τι χώρα είν’ αυτή!
Βρε τι κράτος είναι τούτο!
Τι στενός που ’ναι κορσές,
τι καπέλο και τι φρούτο!
Γιατί ναι. Όλα είν’ αυτά.
Και αμφιβολία διόλου
δεν χωρεί πως δυστυχώς
όλα παν κατά διαόλου,
και πως θα ’ρθει ο καιρός
που ωραία θα περνάμε,
στα ουράνια μοναχά
…πεθαμένοι όταν πάμε.
Τότε όλα θα ’ν’ καλά
δίχως χρείες και ανάγκες
ή «σεμνά και ταπεινά»,
«κουμπαριές» και «τσάμπα μάγκες».
Τρίτη 7 Ιουλίου 2026
28 ΟΧΤΩΒΡΗ
ή
ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΝΑΙ
Η επέτειος του ΟΧΙ. Που μεγάλο λέμε ότ' ήταν.
Που μας είχε οδηγήσει στη μεγάλη μας την ήτταν
και απόδειξε σε όλους η φυλή η ελληνική
πόσο είναι χαζοβιόλα και καθόλου λογική.
Μα ως γνωστόν εκτός απ' τ' ΟΧΙ-
γνώσεις είν' αυταί κοιναί-
κάθε γλώσσας μοίρα το 'χει
να 'χει μέσα της και ΝΑΙ.
Και στων ΝΑΙ του άθλιου πλήθους
θα σας φέρω τη ζαλάδα,
φαινομένου πλέον συνήθους
για τη δόλια την Ελλάδα.
Γιατί ΝΑΙ για χρόνια τώρα
λέμε σ' όλα τα στραβά
και γι αυτό συνέχεια η χώρα
τον κατήφορο τραβά.
.
Και πλατιά σφραγίδα βάζουν
στην καινούργια αυτή ορμή της
οι υπουργοί που της ρημάζουν
τα λεφτά και την τιμή της.
ΝΑΙ λοιπόν το γκόβερνό μας
έβαλε βουλή να λέει
σ' ό,τι ενάντιο στα όνειρά μας
και στα πάτρια είναι κλέη.
ΝΑΙ στο όργιο των σκανδάλων,
ΝΑΙ στο σκύψιμο της μέσης,
ΝΑΙ στην ειρωνεία των Γάλλων,
ΝΑΙ σε ψεύτικες εκθέσεις.
ΝΑΙ στο δράμα της Παιδείας
ΝΑΙ σ' Αγγλία και σ' ΕΟΚ
ΝΑΙ στο χάος της ανεργίας
ΝΑΙ στων εκδοτών τα μπλοκ.
ΝΑΙ στων δημοσίων πόρων
την αλόγιστη σπατάλη,
ΝΑΙ στων δημοσίων χώρων
την κατάντια και το χάλι.
ΝΑΙ στην έλλειψη σχολείων
ΝΑΙ στις βίλλες υπουργών
ΝΑΙ στους διορισμούς φιλίων-
σ' απολύσεις ΝΑΙ απεργών.
ΝΑΙ στης άσφαλτου το αίμα
ΝΑΙ στο ξάφρισμα, στη ζούλα,
ΝΑΙ στη διαφθορά, στο ψέμα
στην κλεψιά και στη ρεμούλα.
ΝΑΙ σε κάθε σαλτιμπάγκο,
ΝΑΙ σε κάθε μασκαρά
που του έλληνα τον πάγκο
τον 'ρημώνει από χαρά.
ΝΑΙ σε Tούρκων απαιτήσεις
και στις τόσες τους φοβέρες-
στων σκαφών τους τις προκλήσεις,
στις Αιγαίες τους κρουαζιέρες.
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
πως ανεύθυνοι μετράμε,
ΝΑΙ σε κάθε τι που δείχνει
μακριά πως δεν κοιτάμε…
Και μας πέφτουνε στην πλάτη
βουρδουλιές τα τόσα ΝΑΙ
βρίσκοντάς μας σε ραχάτι
μες σε κάποιον καφενέ.
Και σα βλάκες μεις γελάμε
και κανένας δεν κοιτάει
πως οι έλληνες μετράμε
της Ευρώπης το προσφάϊ.
Τέτοιοι είμαστε. Ωραία. Δεν πειράζει. Τι να γίνει...
Αλλ' ας μη γινόμαστε όμως σαλτιμπάγκοι κι αρλεκίνοι
να θαρρούμε ότι κάποια και για μας στη γη αυτή
θέση έχει στην πορεία της προόδου φυλαχτεί.
Κακομοίρηδες για πάντα θ' απομένουμε κι αχρείοι
κι ένα ΟΧΙ κάθε χρόνο θα ψελλίζουμε -οι γελοίοι!-
λες κι αυτό μας δίνει κλέος-μάλιστα έχοντας τη λόξα
ότι τάχα των ελλήνων μονοπώλιο είν' η δόξα...
Ω! Αστεία καραγκιοζάκια που ποζάρετε γι ανθρώποι!
Στου πολέμου την ανάγκη δόξα παίρνουν όλοι οι τόποι.
Δάφνες πρέπουν στους πολίτες της πατρίδας μόνο εκείνης,
που τη δόξα την κερδίζουν στους αγώνες της ειρήνης.
-----
Χάνι «Η ΕΛΛΑΣ»
«Βαριά Βιομηχανία της Ελλάδος ο τουρισμός.»
ή:
«Εδώ οι καλοί υπηρέτες!»
Το πιο καλό του κόσμου μας το χάνι!
Χάνι που όλα τ’ άλλα κάτου βάνει!
Άψογοι σερβιτόροι… σερβιτόρες…
Τιμές που δεν τολμάνε άλλες χώρες!..
Χωριάτικο σερβίς… χορός, συρτάκι…
τζατζίκι… γουρουνόπουλο… σουβλάκι…
Στη φτήνια όλα! Ελάτε ευρωπαίοι
αμερκανοί, ασιάτες, γέροι-νέοι!..
Κοπιάστε ξένοι αλλά και γηγενείς
πληβείοι, αφέντες, δούλοι κι ευγενείς…
Περάστε κύριοι… Φρέσκα είναι όλα…
Παιδί, στον κύριο Πούτιν μια μπριζόλα…
Εδώ οι καλοί μεζέδες, όλοι φρέσκοι!
καλόδεχτος ακόμα κι ο Γκρουέφσκι!
Ελάτε κύριοι και κυρίες-καθίστε…
Και φειδωλοί καθόλου να μην είστε-
ό,τι τραβάει ζητάτε η ψυχή σας:
κι οι κάτοικοι κι η χώρα μας δική σας…
Και περποιούμαστε κι εχθρούς και φίλους…
Ναι κύριε Τόμσεν… χίλιους υπαλλήλους!..
Αμέσως κύριε… οι σεφ μας τους μετράν-
Medium τους θέλετε ή well done?
Φέρτε στη φράου Μέρκελ τον ΟΤΕ!..
Ψητόν φράου τον θέλετε ή σωτέ;..
Και η κυρία Λαγκάρντ μας τι θα πάρει;
Την Τάξη τη Μεσαία με σως και κάρυ…
Χιλιάδες δυο θέσεις στον Γεωργιάδη
φέρε, παιδί, αυτοχειρίας στον Άδη…
Και αμελέτητα στο Σαμαρά μας…
και πρόσεξε, μη βρούμε το μπελά μας…
μη αλλού τα πας… γράψε στο κάτου κάτου
πάνω τους με μολύβι τ’ όνομά του…
Το πιο καλό του κόσμου μας το χάνι!
Χάνι που όλα τ’ άλλα κάτου βάνει!..
-----
Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026
ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ
(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)
Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Νι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σα γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δε γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα για να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το απόγεμα.
Πελάτης
Περνώντας για να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα
νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις για να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ.
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές. Και χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)
ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΑΛΙΟΤΕΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Ας μην ερχόνταν
ποτέ εκλογές
να μη ανοιγόνταν
πληγές κακές:
ποιον να μαυρίσεις
πολιτικό
ποιον να ψηφίσεις
με δαγκωτό…
Μα αυτή η Πλάση
το ’χει σκοπό
να ’ναι η κάλπη
διαρκές κακό.
Όπως και τώρα
που δυστυχώς
μέσα στη χώρα
λίαν ευπειθώς
κάθε πολίτης
νομοταγής
σώφρων ή αλήτης
πρέπει ευθύς
να βοηθήσει
να γκαστρωθεί
κάλπη που φύσει
ψήφο ποθεί.
Και διγνωμίζω
με «ίσως…» και «αν…»:
Άλεξ ψηφίζω
ή Αντουάν;
Αντουάν ψηφώντας
δένω δεσμό
έστω μη εκόντας
με φασισμό.
Αν σ’ Άλεξ πάλι
βάλω σταυρό
ευθύς με βγάλλει
απ’το ευρώ.
Πάω για Κουβέλη;
Ποτέ ποτών-
αγνοεί τι θέλει
σαν άβουλο ον.
Για ΑΝΤΑΡΣΥΑ;
όχι γιατί
η ορθογραφία
της μ’ απωθεί.
ΑΝΕΛ; Μπα! Διόλου
δεν κάνει κλικ
αφού εντός τους
έχουν τον Κουίκ.
Κουκουέ; Μη σώσει…
το κόμμα αυτό
μου ’χει προδώσει
κάθε ιερό.
Να! Οικολόγοι!
Μα όμως... μπα!
Ηλίθιοι ειν’ όλοι
του κερατά.
Μη το ΠΟΤΑΜΙ;
Νέο πολύ.
Και πού θα δράμει;..
Και πού θα βγει;..
Λοβέρδο Αντρέα;
Α! Τον σαχλό!
με Παπαντρέα
και «μακελλειό»!..
Κι αφού διστάζω
μέρες πολλές
Κι αφού ’ξετάζω
ιδέες θολές,
λοιπόν ακούτε:
Χρυσή Αυγή:
δεν κλέψαν ούτε
μία δραχμή!
-----
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑ ΣΤΟ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΣΥΝΕΧΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ
ΕΛΛΗΝΑΣ
Ψυχή, γιατί εσάστισες σαν μπήκες εκεί μέσα;
Τόσο πολύ τα πράγματα-οι άνθρωποι σ’αρέσαν;
Γιατί μου βαθυβούρκωσες; Τι αγαπητό ξανοίγεις
Κι όλες για να ’μπει διάπλατα τις πόρτες σου ανοίγεις;
Γιατί, ψυχή, μού έτρεμες; Γιατί μου εβαριοσειόσουν;
Γιατί από με με μια κλωνά έξαφνα εκρεμόσουν;
Γιατί ,Ψυχή, πετάριζες και να μου βγεις ζητούσες;
Για πού να πας; Για πού να ’ρθείς; Πού να βρεθείς ποθούσες;
Ψυχή μου ποιος παραδαρμός-ποιος σάλαγος σε δέρνει
Και λάμια ορθογυμνόστηθη στα μάτια μου σε φέρνει;
Του λυτρωμού και του χαμού παρθένο εσύ κοράσι,
Λαχτάρα ποια σε φλόγισε κι όλη έκαψες την Πλάση;
Προτού να μπούμε μέσα κει σα ζω’ δαρμένο μού ήσουν
Κι έλεγα όσα σε φωτάν κεριά κι αυτά θα σβήσουν.
Πώς άναψες; Πώς άστραψες; Πώς ξάφνου ζωπυρώθεις;
Τι άκουσες; Τι αντίκρισες; Τι άγγιξες; Τι νιώθεις;
Ποια σίδερα που σ’ είχανε μέσα κλεισμένη σπάζεις;
Με ποια μαχαίρια για να βγεις το σώμα μου σπαράζεις;
Πώς ’σένα βλέπω το υγρό το μάτι όπου γυρνάω-
Πώς εμεγάλωσες, Ψυχή, και πια δε σε χωράω;
Τι εθυμήθηκες παλιό; Τι νέο σ’ έχει μεθύσει
Κι η πρωτινή σου η θωριά σα ζωγραφιά έχει σβήσει;
Τ’ ήταν αυτό που στην παλιά γλυκάστραψε τη θέση;
Τι πιο να λάμψει από σε, Ψυχή, έχει μπορέσει;
Εγώ καλά σε κράταγα μαυροησυχασμένη
Και σαν μικρή και σαν σεμνή και σαν παραδομένη.
Ποιο θάμα σε ζωντάνεψε; Ποια μάγια σε μαγέψαν;
Ποιες πιο γλυκές κι απ’ του έρωτα σαγίτες σε τοξέψαν;
Αγέρι ποιο σε χά’δεψε κι έχει σεισμός αρχίσει;
Ποια σε ακράγγιξε ομορφιά και σ’ έχει έτσι δονήσει;
Και πες μου-αχ!- πόσα φτερά Ψυχή μου είχες τάχα;
Για ένα τέτοιο τάραμα δε φτάνουν δυο μονάχα.
Μία καλή όταν μπήκαμε μέρα του Ιουνίου
Μέσα στο δώμα του μικρού νέου μας Προξενείου,
Πες μου Ψυχή, Άνοιξη ποια, μέσα στον χώρο εκείνο
Τον ευωδάτο-ν- άνθισε και άσπιλό σου κρίνο;
ΨΥΧΗ
Ποιητή, για μένα κι ας μιλάς, τίποτα δεν γνωρίζεις.
Μόνο τη λέξη έπλασες «Ψυχή» και την ψελλίζεις.
Μέσα σε σκότη ψάχνετε όσοι εμέ ζητάτε-
Αλλού η χάρη μου ανθεί κι εσείς αλλού κοιτάτε.
Σταμάτα τα ρωτήματα το νου σου που σκοτίζουν.
Χαρτί μολύβι μέριαστα-όλα δεν τα γνωρίζουν.
Υπάρχει κάτι-όσο κι αν, γι αυτό ελπίδες πλάθει-
Υπάρχει κάτι που ο νους ποτέ δεν θα το μάθει.
Και είμαι εγώ το κάτι αυτό. Για με ανθρώπων πλήθη-
Για να με βρουν- σκάψαν βαθιά μες στα πλατιά τους στήθη.
Πλήθη σοφών εθάρρεψαν πως μ’ είχανε γνωρίσει
Μα μέσα στη σοφία τους την άγνοια είχανε κλείσει.
Ζωγράφοι, γλύπτες, ποιητές, πως μ’ ένιωσαν πιστέψαν
Και με την τέχνη τους καθείς να με ειπούν γυρέψαν.
Θρησκείες μ’ αναζήτησαν, με ψάξαν ερημίτες-
Μα πάντα μόνοι απόμεναν στις κρύες τους τις σκήτες.
Θέση καμιά δε ζέστανα μέσα σε νου ποτέ μου.
Αίμα ποτέ δεν έγινα της σκέψης της αναίμου.
Σχέση καμία με του νου δεν έχω την ουσία:
Της ύλης τ’ άνθος είν’ αυτός-είμαι η Υπερουσία.
Και πάλι τόσο είναι απλό κανείς να με γνωρίσει...
Φτάνει στα μέρη τα σωστά μόνο να με ζητήσει.
Μα ό,τι ρωτάς θα σου το πω. Μάθε. Κι αυτή σου η γνώση
Απάντηση στα τόσα σου ρωτήματα θα δώσει.
Είμαι το αχώριστο μισό απ’ ό,τι λες Πατρίδα.
Από τις δυο του φύλλου της η μια είμαι σελίδα.
Είμαι αυτό που δίχως του, το χώμα του κι οι πέτρες
Χώμα απομένει άνευρο-άχρωμες μένουν πέτρες.
Είμαι η πάχνη του πρωιού. Της χλόης η δροσούλα.
Το χρώμα είμαι το ρόδινο στη ντροπαλήν αυγούλα.
Είμαι ο αχνός ο καυτερός απ’ των ηρώων το αίμα
Που ρέει καλοτάξιδο στης λευτεριάς το γνέμα.
Είμαι της κάθε ελληνικής νεροπηγής η λάμια.
Είμαι του αγέρα φύσημα μες στα χλωρά καλάμια.
Είμαι το γλυκομούρμουρο του ρυακιού-το μύρο
Που ο ποθοπλάνταχτος σκορπάει βασιλικός τριγύρω.
Είμαι η χάρη του αηδονιού προτού αυτό να υπάρξει,
Και τη ζωή επερίμενα την πρώτη να χαράξει
Και τ’ ουρανού του ελληνικού να δω το πρώτο αηδόνι
Για να του γίνω η φωνή που σβήνει και λιγώνει.
Είμαι η κραυγή της ύπαρξης. Είμ’ η ανατριχίλα
Όπου ο Θάνατος σκορπά μες στης καρδιάς τα φύλλα.
Και με λαχτάρα επρόσμενα τον έλληνα τον πρώτο
Για να ’μπω, ως μού ’χεν οριστεί, μες στο ζεστό του χνώτο.
Αφότου ο κόσμος πλάστηκε-αφότου η γης υπάρχει-
Αφότου είδανε το φως οι ελληνικοί οι βράχοι
Είμαι όποια εφύσησε πνοή στο χώμα πάνω εκείνο-
Κι ό,τι εδοξάστηκεν εκεί, μέσα μου εγώ το κλείνω.
Του Αχιλλέα είμ’ η αντρειά και του Δυσσέα ο Πόνος.
Κι είμαι του Αγαμέμνονα ο μιαρός ο φόνος.
Τ’ άμετρο είμαι ψήλωμα που ’δωσε στην Ελλάδα
Του Διάκου η αποθέωση και του Καψάλη η δάδα.
Της ελληνίδας είμαι γης η αύρα η ζωοδότρα.
Στα δέντρα της το άνθισμα. Το ψήλωμα στα χόρτα.
Είμαι ο αχός απ’ τις κραυγές του δουλωμένου γένους
Όταν, στο αίμα πλέοντας, κατάτρεχε τους ξένους.
Είμαι το δέσιμο γερά της δόξας με καθένα
’π’ τα ιερά τα φλάμπουρα τα αιματοβαμμένα.
Κάθε χωμάτινου εγώ είμαι η δόξα σβώλου
Κατ’ απ’ το διάφανο το μπλε τ’ ουράνιου μου του θόλου.
Το ήσυχο κουβέντιασμα είμαι μετά το δείπνο
Της συντροφιάς της βραδινής μέχρι να πάει για ύπνο.
Και είμαι η ενθύμηση της πρωτινής ζωής σου
Όπως την έζησες εσύ αλλά κι εγώ μαζί σου.
Είμαι το χρώμα τ’ ουρανού στη φλογισμένη δύση.
Είμαι το βέλασμα του αρνιού στο σκότος πριν βυθίσει.
Η γλώσσα είμ’ η ελληνική, η πρώτη εκείνη, η μία,
Και των τριών χιλιάδωνε χρονών της τα μνημεία.
Του καθ’ Εφιάλτη μου είμ’ εγώ η όποια προδοσία.
Των σκοτεινών των χαραδρών η νύχτια ησυχία.
Είμαι των δούλων οι αρές που ηχώντας στον αιώνα
Θα κηλιδώνουν το λαμπρό το φως του Παρθενώνα.
Μα όλ’ αυτά λες χάθηκαν σαν έφυγες στα ξένα
Παίρνοντας βέβαια μαζί αθέλητα κι εμένα.
Και θόλωσαν οι θύμησες και νέκρωσαν οι εικόνες,
Που παρηγόριες μου ήτανε και συντροφιές μου μόνες.
Και χώρισα από κάθε τι που ως τότε ήταν δικό μου-
Από ποτάμια, από δεντρά κι από τον ουρανό μου.
Και μείναν κείνα έρημα κι έμεινα εγώ μονάχη
Πιοτί πικρό τη θύμηση ο ένας τ’ άλλου να ’χει.
Κοντά τους πρώτα ήμουνα΄ και ξενιτιάς φαρμάκι
Το τ’ είναι δεν εγνώριζα και νόστου άγριοι δράκοι.
Κι αξύπνητο κοιμότανε μέσα μου το θηρίο
Που τώρα ερμιά εξέχυνε στα μύχια μου και κρύο.
Από το χώμα μακριά που μ’ είχε αναθρέψει
Όλα τ’ αβρά μου νάματα πια είχανε στερέψει.
Σε ποια πουλιά να χάριζα φτερά; Εδώ άλλα έχουν.
Σε ποια ρυάκια μούρμουρο; Μ’ άλλη βοή εδώ τρέχουν.
Και πώς να εχαιρόμουνα μακριά από τη χαρά μου;
Για ποιον-για τι να τ’ άνοιγα τ’ άχρηστα πια φτερά μου;
Σε τι να έδινα φωνή; Σε τι ζωή κι ελπίδα;
Σε τι αφού δεν ήμουνα-δεν είχα πια Πατρίδα;
Κι ήμουν σαν κάτι ανύπαρκτο μα και που θέλει κάτι.
Σα μες σε τάφο μα και σαν στου πόνου το κρεβάτι.
Ήμουν εγώ από τη μια κι εγώ δεν ήμουν πάλι.
Κι όλα γυρνούσαν γύρω μου σ’ αργή αργή μια ζάλη.
Τώρα ένα δέντρο ήμουνα ρικνό και ξεραμένο.
Περιστεριού ολόλευκο κορμί μπαλσαμωμένο.
Που πάλι δεν περίμενε ποτέ να ξανανθίσει-
Που κάθε θέληση ζωής εντός του είχε σβήσει.
Κι ως τα παλιόχαρτα ψηλά μια δίνη στέλνει αέρα,
Έτσι εβρέθηκα κι εγώ στο Προξενείο μια μέρα.
Κι η λίγη ώρα που σ’ αυτό το κτίριο είχα μείνει
Μου έχει ανοίξει την πληγή που πια δεν ξανακλείνει.
Ξανά ενώθηκα εκεί μ’ αυτό που είχα χάσει.
Ξανά ενώθηκε μ’ εμέ ό,τι με είχε χάσει.
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινα Πατρίδα!
Μαζί μου εδέθηκε και να! ξανάγινε Πατρίδα!
Αυτό που κάποτε έχασα να ’το! Το ξαναβρήκα!
Κι αυτή ’ταν η ακριβότερη ποτέ που ’δόθη προίκα.
Και η πολύφερνη εγώ και τυχερή ήμουν κόρη
Με της Ελλάδας που έσμιγα τους κάμπους και τα όρη.
Κι από νεκρή αναστήθηκα. Κι από τον πόνο βγήκα.
Και μια πνοή με φύσησε κι αυτή γεμάτη γλύκα.
Μέσα εκεί εφτερώθηκα ξανά-γι αυτό με είδες
Γεμάτη ορμή πρωτόφαντη και στέριες τώρα ελπίδες.
Στα μέρη ετούτα που άγνωστος και ξένος εγυρνούσες
Στο περιστέρι που νεκρό μέσα σου εκουβαλούσες
Ήρθ’ η ζωή-τα πριν ξερά του δέντρου τα κλωνάκια
Φύλλα κι ανθούς γεμίσανε και χαρωπά πουλάκια.
Κι αν να ’βγω από μέσα σου ήθελα λες-τι λάθος!
Να σε τραβήξω επάσκιζα προς του κτιρίου το βάθος.
Ρίζες εκεί να δέσουμε κι εγώ κι εσύ κι ω! θάμα!
Εκεί αιώνια κι άφευγα να μείνουμε αντάμα!
Μια πέτρα από τους τοίχους του να γίνουμε. Θηκάρι
Από ’να του αντικείμενο χαμένο στο συρτάρι.
Μολύβι στο γραφείο του-στον τοίχο του κρεμάστρα
Και κάθε εχθρού του να ’μαστε ορμή εμείς χαλάστρα.
Εκεί!.. Εκεί να μείνουμε!.. εκεί... εκεί... κοντά του...
Κοντά του ζούμε μοναχά-πεθαίνουμε μακριά του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μείνουμε αιώνια
Στις αψηλές όπως κορφές τ’ άλιωτα μένουν χιόνια.
Να είμαστε ό,τι νιώθουμε... Να ’μαστε ό,τι ποθούμε...
Μέσα στις πέτρες, στα νερά, στα ξύλα του να ζούμε...
Να μείνουμε! Ν’ αφήσουμε στο χώμα του-φαντάσου!
Εγώ την πεμπτουσία μου κι εσύ τα κόκαλά σου!..
Να μείνουμε Να ζώσουμε πάνοπλα την ειδή του!
Να νιώσει τη φροντίδα μας κι εμείς τη θαλπωρή του!
Να μείνουμε! Να μείνουμε! Να μη μας ξαναπάρει
Κανείς, ούτε απ’ το πόδι μας στο χώμα του τ’ αχνάρι...
Στ’ αγαπημένα σπλάχνα του αίμα του να κλειστούμε
Και μέσα στους αιμάτινους γύρους του να χαθούμε.
Όσο η γη –ΝΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ! –στα χάη τριγυρίζει
Τίποτα από την έγνοια του να μη μας ξεχωρίζει.
Ω! Συ! Φτέρωμα αφτέρωτο! Ω! Ξυπνητό όνειρό μου!
Ω! Φευγαλέα γλυκιά μορφή γεμάτου όχλο δρόμου!
Ω! Σώμα!..δεν εμπόρεσα ν’ αλλάξω τη βουλή σου-
Κι έφυγες πάλι από κει...και πάω κι εγώ μαζί σου...
Ω! Μοίρα μου κακόγνωμη... Κι έκλεισα τα φτερά μου
Κι έκατσα πάλι άχαρη κι απέλπιδη εδώ χάμου.
Και νιώθω σα μιαν άχρηστη... και νιώθω απελπισμένη
Όλου του κόσμου σαν η οργή πάνω μου να βαραίνει...
ΕΛΛΗΝΑΣ
Κι εγώ καλή μου ένιωσα όπως κι εσύ έχεις νιώσει..
Στον ίδιο πόνο η ξενιτιά τους δυο μας έχει ενώσει.
Κι η μαύρη να πώς μ’ έκανε πληγή να τραγουδήσω
Αμέσως όταν βγήκαμε από κει-πριν σου μιλήσω...
Κι άκου τι απευθυνόμενος στους άγνωστούς μου φίλους-
Στου Προξενείου μας τους καλούς και άξιους υπαλλήλους-
Άκου τι λόγια έπλεξα που μοιάζουν-για φαντάσου-
Με όσα σα μ’ απάντησε μου είπε η αφεντιά σου:
«Μες στη ζωή για πρώτηνε λυπήθηκα φορά μου
που στο Δημόσιο τέλειωσε γρήγορα μια δουλειά μου.
Φίλοι μου δεν μπορούσατε να με καθυστερείστε
και λίγη ακόμα μέσα ’κεί ώρα να με κρατείστε;
Φίλοι μου αν ηξέρατε τι νιώθει όποιος μπαίνει
Μέσα στο Προξενείο μας και λίγο εκεί σα μένει,
περήφανοι θα νιώθατε σ’ αυτό που υπηρετείτε-
Που μία θέση όπως αυτή έλαχε να κρατείτε.
Μα βέβαια και δεν ξέρετε. Ξέρει εκείνος μόνο
Που την πατρίδα πριν πολύν έχει αφήσει χρόνο
Κι ενώ μέσα στη σκέψη του την έχει νύχτα μέρα,
Όμως ξανά δεν μπόρεσε να πάει εκεί πέρα.
Ξέρει εκείνος που γι αυτόν η γλώσσα είναι η ξένη
Μαχαίρι που όλο πιο βαθιά μες στην Ψυχή του μπαίνει.
Που αγαπάει στων γυναικών τα γαλανά τα μάτια
Κάποιων γαλάζιων ουρανών τα φωτεινά τα πλάτια.
Ξέρει αυτός που του ψωμιού η θέα μπρος του απλώνει
Χρυσοκυμάτισμα σταχυών και θέρισμα κι αλώνι.
Αυτός όπου ανήμεροι δράκοι βρυχιούνται εντός του
Του Χωρισμού ο Θάνατος, η Κόλαση του Νόστου.
Ξέρει αυτός που των πουλιών το λάλημα των ξένων
Θρηνεί επάνω σε κορμιά ελπίδων πεθαμένων.
Εκείνος όπου θ’ άλλαζε τρεις ξενιτιάς αιώνες
Με τρεις στον τόπο του στιγμές-με τρεις στιγμούλες μόνες...
Ξέρει αυτός που καθεμιά της ξένης γλώσσας λέξη
Μακάβριο επίγραμμα έρχεται στον τάφο του να πλέξει.
Ξέρει αυτός που με πικρό θα ψιθυρίζει στόμα
«Πατρίδα», ακόμα κι όταν μπει για πάντα μες στο χώμα.
Πώς κάποιος όπου επέθανε, και στο βαθύ σκοτάδι,
μένει του Άδη κι ήλιου φως πια δεν προσμένει να ’δει,
Ξάφνω μια μέρα στη ζωή πάλι ξαναγυρίζει
Κι ο δίσκος πάλι ο χρυσός του ήλιου τον φωτίζει...
Πώς, κάποιος που άπελπα ποθεί γυναίκα αγαπημένη,
Και κάθε μέρα ο πόθος του αντί να σβει αξαίνει,
Βλέπει ένα βράδυ (ποιος θα πει πως την αγάπη ξέρει)
Να τον καλεί ερωτικά το λατρεμένο χέρι...
Έτσι κι εγώ μες στο ζεστό γραφείο σας σαν μπήκα,
Όσα χαμένα ήταν καιρό (ή άγνωστα μέναν;) βρήκα.
Κι ό,τι ζητούσα στη ζωή το βρήκα μες στο χώρο
Του Προξενείου μας-εδώ, που κάθε τι του δώρο.
Μες στην Ελλάδα βρέθηκα κι ελληνικά μιλούσα!
Κι όλοι με καταλάβαιναν-κι όλους τους εννοούσα!
Σε κάποιους έγινα δικός!! Ελπίδες ξαναζήστε!
Ναι! Λογισμοί μου, Γλώσσα μου! Όχι! Νεκρά δεν είστε!
Όχι! Δεν βρίσκομαι στη γη επάνω μοναχός μου!
Δεν είμαι το περίγελο ενός αγνώστου κόσμου!
Κάποιοι μιλούν όπως μιλώ! Γελούν μ’ ό,τι γελάω!
Κάποιοι με νιώθουν σα μιλώ-δε χάθηκα-δεν πάω...
Μες στη ζωή τη λίγη μου και τη μικρή-τι λάθος
Γι αλήθειες τάχα υψηλές να ψάχνω εγώ με πάθος,
Ενώ μπροστά μου έχω-εδώ!- τη μόνη την Αλήθεια-
Τι λέω μπροστά μου...μέσα μου... Την κλείνω μες στα στήθια...
Κι είν’ η Πατρίδα η μοναχή πάνω στη γη Αλήθεια.
Ω! Σολωμέ! Ω! Λείψανα ηρώων μου άγια πλήθια!
Μία ζωή ολόκληρη έπρεπε να περάσει
Για να μπορέσει η σκέψη μου στη σκέψη σας να μοιάσει...
Για χρόνια έπρεπε άπελπος στα ξένα να γυρνάω
Ώσπου στο Προξενείο μας να χρειαστεί να πάω
Και να ’δω εκεί ολόφωτη μπρος μου να ξεπροβάλει
Η Ελλάδα: κι έτσι υπέρκαλη όπως ποτέ της πάλι.
Αυτό Πατρίδα είναι λοιπόν! Άνθρωποι μ’ ίδια Γλώσσα!
Και μες στη Γλώσσα τι καημοί! Και καρδιοχτύπια πόσα!
(Αν απ’ τα ζώα τα ευτυχή ο λόγος μάς χωρίζει
στη δυστυχιά μας ο καθείς συμμάχους ας γνωρίζει)
Και τι ευτυχίας κύματα...τι περηφάνιας ρίγη
Η ώρα που ’μεινα εκεί μού χάρισε η λίγη...
Τι συναισθήματα υψηλά με πλημμυρίσαν νέα
Όταν τη γαλανόλευκη αντίκρισα σημαία...
Λοιπόν αυτό είναι το πανί που πάνω του υφασμένα
Του Γένους μας και της Φυλής έχει τα Πεπρωμένα!
Κι είναι του Έθνους η Ψυχή που στα ύψη πλαταγίζει
Και «σκέπε με» και «κράτα με ψηλά» λες ψιθυρίζει.
« Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει...»
Πόσο άργησε το νόημα του στίχου εντός μου να ’μπει...
Πατρίδα μου Σε γνώρισα! Σ’ έμαθα! Σ’ αγαπάω!
Μέσα στους λάτρεις Σου κι εγώ δέξου το να μετράω!
Κι όρκο σου δένω (αλλά τι; Χρειάζονται όρκοι τώρα;)
Πως όσα από τη χάρη σου όμορφα επήρα δώρα
Διπλά, τριπλά, τετράδιπλα θα σου τα φέρω πίσω
Κι αν το χρειαστείς για σένανε το αίμα μου θα χύσω.
Κρατήστε τις Οκτωβριανές και Μάρτιες επετείους.
Κρατήστε και τους λόγους σας τους κείνων ανταξίους.
Δε θέλω εγώ κεντρίσματα για να ’μαι πατριώτης-
Δεν έχει ανάγκη από κεριά του ήλιου η λαμπρότης.
Γι άλληνε μια φορά εγώ βαφτίστηκα εδώ πέρα.
Και τ’ όνομά μου ηχεί το νιο πέρφανα στον αγέρα.
Και τ’ όνομά μου: «Έλληνας!»΄ κι η δόξα μου Ελληνίδα.
Κι αυτή ’ναι η μόνη μου χαρά κι η μόνη μου ελπίδα.
Τώρα γνωρίζω πια καλά ποιος είν’ ο προορισμός μου
Μες στην πολυπλοκότητα του γήινου του κόσμου.
Κι είναι αυτός ο προορισμός η αγάπη της Πατρίδας.
Κι είναι το κράτημα άριχτης όποιας στη μάχη ασπίδας.
Κάπου ανήκω πια κι εγώ μέσα στης γης τα πλάτη.
Κι από το τίποτα κι εγώ γίνομ’ εκεί ένα κάτι.
Κι αυτό το κάτι αόριστο δεν είναι και μακριά μου-
Είναι εδώ-αχ! Ήτανε... -βρίσκετ’ εδώ, κοντά μου.
Και είν’ ως τα ουράνια το κάτι αυτό υψωμένο.
Κι απ’ ό,τι μου καλλίτερο υπάρχει είναι θρεμμένο.
Και πλημμυράει αθώρητα όλη μου την ουσία-
Τους δυο μας μία σύμπνοια μάς δένει εξαισία.
Κι αυτό το κάτι μέσα του κλείνει όλα τα ωραία
και κάθε Τέλειας Ομορφιάς είν’ η γεννήτρα Ιδέα.
Και με δονεί... και με πονά... με τυραννάει... με καίει...
Και «είμ’ εδώ!» κάθε στιγμή, κάθε λεφτό μού λέει.
Μα δε μιλάει-όχι!- Αυτή. Αυτή ’φωνή η βύθια,
Απ’ τα δικά μου τα πικρά γλυκαναβρύζει στήθια!
Κι ανοίξανε τα μάτια μου και επιτέλους: είδα-
Η ζωή μου! Η ανάσα μου! Αυτή ’ναι η Πατρίδα!
Κι έτσι απαλά κι έτσι βαθιά νικήτρα εντός μου μπαίνει
Που άδολη θα την έλεγα και φλογερή ερωμένη.
…Θεοί! Μήπως το χάδι της ασύνειδα ζητούσα
Όταν για χάδι και φιλί γυναίκειο λαχταρούσα;
Ή μην η ασταμάτητη ροή που είν’ η ζήση
Απ’ τη δική της ξεκινά την κρυσταλλένια βρύση
Και οδηγεί πάλι σ’Αυτήν η Πύλη του Θανάτου
Όποιαν ζωή το δρόμο της τελειώνει εδώ κάτου;
Φιλοσοφίες όμως φτηνές εδώ ας μην αρχίσω
Γιατί και τίποτ’ απ’ αυτές δε θα ’χα να κερδίσω:
Απ’ τη στιγμή που ένιωσα Πατρίδα τι σημαίνει
Ο χωρισμός μου απ’ αυτήν διπλά θα με πεθαίνει.
Όμως η ώρα έφτασε φίλοι, να σταματήσω
(Α! Πόσο λίγες μπόρεσα στα λόγια αυτά να κλείσω
απ’ τις πληγές που ανοίγουνε του Νόστου τα Μαχαίρια
που μ’ αξιοσύνη Αυτός κρατεί σφιχτά στα δυο Του χέρια...)
Ας είναι. Φίλοι μου λοιπόν, ευχαριστώ κι αντίο.
«Αντίο» γιατί δε θα ’ρθω πάλι στο Προξενείο
κι «ευχαριστώ» γιατί εκεί, κοντά σας, ξαναείδα
την ποθητή μου, τη γλυκιά, την όμορφη Πατρίδα».
Αυτά τα λόγια είπα κι εγώ. Μα ό,τι κι αν ειπούμε
Πάλι στον ίδιο, τον φριχτό, Ψυχή, εφιάλτη ζούμε:
Ό,τι πολύ αγαπήσαμε να βρίσκεται μακριά μας,
Και δίπλα μας να το ’χουμε μόνο στα όνειρά μας.
Μα πάμε τώρα. Το μακρύ δεν τέλειωσε ταξίδι.
Κι αντίς για δρόμο ας σέρνεται μπροστά μας ένα φίδι,
Πρέπει να προχωρήσουμε.
ΨΥΧΗ
Για λίγο αν μας αφήσουν,
Η μοναξιά κι η ερημιά διπλές θα μας γυρίσουν.
ΕΛΛΗΝΑΣ
Αυτές μας εξουσιάζουνε. Αυτές μας κυβερνάνε.
ΨΥΧΗ
Πόθο ό,τι ανάβει που δε σβει, καταραμένο να 'ναι.
ΕΛΛΗΝΑΣ
Αδημονεί ο δρόμος μας. Κοιτάζει αν περπατάμε.
Κι είναι ο μόνος που ’χουμε…δος μου το χέρι...
ΨΥΧΗ
Πάμε.
-----
Ακόμα ένα από τα σατιρικά κείμενα που αφορούσαν στην υπόθεση Λουίνσκι.
Ήταν σε όλους γνωστό ότι ο Πρόεδρος Κλίντον, όταν ρωτιότανε για το επίμαχο θέμα, απαντούσε πάντοτε σαν να του έγινε άλλη, άσχετη με το θέμα ερώτηση.
«ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
Αποφασισμένος να διαφωτίσω τους αναγνώστες μου πλήρως, πήρα συνέντευξη από τον ίδιο τον Πρόεδρο Κλίντον σχετικά με την υπόθεση της Μόνικας.
Πήγα νύχτα στο Λευκό Οίκο. Βρήκα τον Πρόεδρο στο κρεβάτι. Δίπλα του ήτανε η Χίλαρυ λιμάροντας τα νύχια της.
Ανάμεσα στους δυό τους η Μόνικα με το πέος του Προέδρου στο στόμα της.
Όταν μπήκα, ο Πρόεδρος αγρίεψε:
-Ποιός γαμημένος φρουρός σε άφησε και μπήκες ρε χαμένο κορμί! μου είπε.
Αμέσως βγάζω ένα τεύχος του περιοδικού και ανεμίζοντας το στον αέρα λέω δυνατά: ΛΟΓΙΑ.
Αμέσως ο Πρόεδρος μαλάκωσε.
ΚΛΙΝΤΟΝ
Με συγχωρείτε κύριε δημοσιογράφε, δεν σας γνώρισα! Έχω δυο πονοκέφαλους που δεν βλέπω μπροστά μου.
(Η Χίλαρυ κοιτάζοντάς τον αυστηρά)
Έναν πονοκέφαλο αγάπη μου, όχι δύο...
ΚΛΙΝΤΟΝ
Ναι, έναν αγάπη μου.
(σε μένα)
Καθήστε κύριε δημοσιογράφε. Μας συγχωρείτε που μας βρίσκετε μέσα-έξω…
XIΛΑΡΥ
( επιτιμητικά)
Ανω κάτω αγάπη μου, όχι μέσα έξω.
ΕΓΩ
Δεν πειράζει κυρία Προέδρου, κατάλαβα τι θέλει να πει ο κύριος, Πρόεδρος.
ΚΛΙ
Να κι ένας που με καταλαβαίνει.
(στη Μόνικα)
Στο ρελαντί μωρό μου, έχουμε δημοσιογράφο. Αλλά μη σβήσεις.
(σε μένα)
Συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε;
ΕΓΩ
Το καταλάβατε κύριε Πρόεδρε. Είναι που θέλω να βάλω τα πράγματα στη θέση τους μια και καλή. Να πάψει να υπάρχει αυτή η καταστροφική για το Έθνος αβεβαιότης.
ΚΛΙ
Όλα τα πράγματα εδώ μέσα είναι στη θέση τους. Αλλά αν επιμένετε ορίστε, ρωτήστε.
ΕΓΩ
Θα ρωτήσω κύριε Πρόεδρε, γιατί τα έξω πράγματα δεν είναι στη θέση τους. Και αν δεν έχει αντίρρηση και η κυρία Προέδρου θα ήθελα να ρωτήσω κι αυτήνε κάτι.
ΚΛΙ
(στη Χίλαρυ που παιδευότανε με μια παρωνυχίδα)
Για σένα μιλάει αγάπη μου.
XIΛ
Τι;
ΚΛΙ
Λέει να ρωτήσει κι εσένα.
ΧΙΛ
Και βέβαια. Ο,τι θέλει.
ΕΓΩ
Ευχαριστώ. Κύριε Πρόεδρε. Είναι αλήθεια πως είχατε σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα;
ΚΛΙ
Είναι σημαντική η ερώτηση και θα είμαι ακριβής στην απάντησή μου. Λοιπόν όχι μόνον δε θα υποχωρήσουμε στο Ιράκ, αλλά θα εξαντλήσουμε όλες τις διπλωματικές μας δυνατότητες ώστε να επιτευχθεί μία ειρηνική λύση των διαφορών μας με αυτό.
Και ύστερα θα το βαμβαρδίσουμε.
ΕΓΩ
Κύριε Πρδεδρε είναι αλήθεια πως είπατε στη Μόνικα να πει ψέματα στην ένορκη κατάθεσή της;
ΚΛΙ
Ακούστε, εγώ πάντοτε φρόντιζα, και σαν κυβερνήτης ακόμα, για την εξάλειψη της παιδικής εγκληματικότητας. Βρήκα αντιδράσεις από το Κογκρέσο, όμως παρόλαυτά ελπίζω πως όλα θα πάνε κατ’ ευχήν.
(στη Μόνικα)
Πιο ψηλά το κεφάλι μωρό μου, παρακολούθησε με…
Αλλη ερώτηση κύριε δημοσιογράφε;
ΕΓΩ
Πόσες φορές είδατε τη Μόνικα κύριε Πρόεδρε το τελευταίο τρίμηνο της εργασίας της στο Λευκό Οίκο;
ΚΛΙ
Βλέπω ξαναγυρίζετε στον Σαντάμ. Ε, ναι, θα στείλω τον Γενικό Γραμματέα να μιλήσει μαζί του, αλλά είτε αυτός πετύχει να συμφωνήσει με τον Σαντάμ είτε όχι, οι βόμβες θα πέσουν. Οχι για τίποτε άλλο, αλλά ο άνθρωπος αυτός είναι ένας στυγνός δικτάτορας.
ΕΓΩ
Κύριε Πρόεδρε σκοπεύετε να παραιτηθείτε;
ΚΛΙ
Έχετε δίκιο, με τη Ρωσία έχουμε καλές σχέσεις. Αν και ακούστηκε πως κι αυτή φτιάχνει βιολογικά όπλα, όμως δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από μας όσο είναι με το μέρος μας. Όσο δηλαδή οι Ρώσοι ακολουθούν τον δημοκρατικό δρόμο.
ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ κύριε πρόεδρε. Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι κι εσάς κυρία Προέδρου;
ΚΛΙ
Σε σένα μιλάει αγάπη μου.
XIΛ
Μάλιστα, ρωτήστε με.
ΕΓΩ
Κυρία Προέδρου πώς εξηγείτε αυτά που λέγονται για τον σύζυγο σας κυρία Προέδρου;
XIΛ
Ειλικρινά δεν ξέρω τι να πω. Από τότε που ήτανε μικρό παιδί, όλοι ήταν εναντίον του. Για να φτάσει εδώ που έφτασε έπρεπε να παλέψει ενάντια σε συνωμοσίες επί συνωμοσιών. Την πρώτη φορά που το κατάλαβε αυτό ήτανε όταν οδηγούσε, νεαρός ακόμα, το βυτιοφόρο του Λίτλ Ροκ-γιατί βυτιοφόρο οδηγούσε, και σ’ αυτό έμαθε να οδηγεί, και οδηγεί σήμερα και την Αμερική, τι λέω την Αμερική, όλο τον κόσμο. Του λέγανε λοιπόν πως τη θέση την πήρε με μέσο και ήθελαν να του την πάρουνε.
ΕΓΩ
Του την πήρανε;
XIΛ
Και τότε του την πήρανε, και τώρα του την παίρνουνε-το βλέπετε ο ίδιος με τα μάτια σας.
ΕΓΩ
Είχε ο κύριος Πρόεδρος και σύζυγος σας σεξουαλικές σχέσεις με τη Μόνικα;
ΧΙΛ
(δείχνοντας μου ένα μπουκαλάκι με διαλυτικό)
Αυτό είναι του Ντιόρ. Κι αυτό Παρισινό είναι. Το μόνο Αμερικάνικο είναι αυτό. Αλλά δεν το φορώ. Δεν αρέσουν του συζύγου μου τα Αμερικάνικα αρώματα.
ΕΓΩ
Σας ευχαριστώ πολύ κυρία Προέδρου.
XIΛ
Παρακαλώ. Όποτε θέλετε στη διάθεσή σας.
ΚΛΙ
Τελείωσε η συνέντευξη κύριε δημοσιογράφε;
ΕΓΏ
Μάλιστα κύριε Πρόεδρε.
ΚΛΙ
Εκείνο που θέλω να τονίσεις ιδιαίτερα είναι πως εγώ είμαι αφοσιωμένος τελείως στη δουλειά που μου ανάθεσε ο λαός της Αμερικής να κάνω.
ΕΓΩ
Φως φανάρι κύριε Πρόεδρε. Μπορώ να ρωτήσω και τη δεσποινίδα Μόνικα κάτι μιας και τη βρήκα;
ΚΛΙ
Το βλέπετε και μόνος σας πως δεν μπορεί να μιλήσει. Όταν την καλέσει ο Σταρ τότε και μόνον θα μιλήσει.
ΕΓΏ
Και τότε πώς θα μπορέσει;
ΚΛΙ
Με νοήματα αγαπητέ μου, με νοήματα.
Αυτή ήταν η συνέντευξη που πήρα από τον Πρόεδρο Κλίντον. Και, δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ κατατοπίστηκα πλήρως.»
ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του.
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια.
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του.
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του.
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις.
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του.
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση.
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.
«ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»
Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ
ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι,
μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει
κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει
πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν
είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα
στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι
μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο
σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που
ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να
στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και
εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της
εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά
μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να
κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί…
αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της
εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω
κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού
και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία.
Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και
να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε
αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα,
ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι,
ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί
επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα
έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το
στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου
επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω
τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη
από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου
να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και
εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως
όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι
τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες,
βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου
ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει
κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι
σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο
τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί
εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες
γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα
μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα,
με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που
ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος
εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον
κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις
γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι
που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο
τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές
γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά
παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και
τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από
Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε
πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε.
Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε
καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια
σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με
χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως
καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και
τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του
την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα.
Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο
ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ.
Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του.
Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν,
έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες
το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του
’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι
εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω
αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ
που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς
να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το
μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια,
αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες
του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα, ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ
θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι
δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας
ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να
απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας
ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης
διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα,
ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν
εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς
Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του
ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως
αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των
τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας
Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης.
Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο
να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο
ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του
Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να
μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως
του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του
υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο
αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο
χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να
σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως
να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων
με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον
επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να
τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων
απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο
Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν.
Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε
ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο Κλίντον –Λουίνσκι, ήμουν στην Αμερική και έβγαζα κάθε δεκαπέντε μέρες ένα περιοδικάκι (το «ΛΟΓΙΑ»).
Το περιοδικάκι αυτό, ολόκληρο σε στίχους, πήγαινε σε διακεκριμένους ομογενείς, και πρώτα πρώτα στον Στεφανόπουλο, δεξί χέρι του Κλίντον τότε.
Εδώ είναι ένα από τα τρία γραφτά του περιοδικού τα σχετικά με το σκάνδαλο.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
ή
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΜΑΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ.
(από τα «ΛΟΓΙΑ», ενώ έβραζε το σκάνδαλο της Λουίνσκυ.)
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε πώς τάχα εσκεφτήκατε
κι ενώ δε λέτε τίποτε σ’ άλλους γι αυτά τα θέματα
να δώσετε συνέντευξη στα «ΛΟΓΙΑ» εδεχτήκατε;
-Γιατί οι άλλοι ό,τι πω, λένε πως λέω ψέματα.
-Να συμπεράνουμε λοιπόν πως ό,τι εδώ θα πείτε
θαν' η αλήθεια μοναχά και όχι παραμύθια;
- Βεβαίως. Και μονάχος σας το πράγμα αυτό θα δείτε.
Να ξέρετε: ο Πρόεδρος πάντοτε λέει αλήθεια.
-Το ξέρω κύριε Πρόεδρε γι αυτό και απορώ
τι όλοι μαζί σας έχουνε τον τελευταίο καιρό
κι ό,τι τους πείτε, ψέματα λένε ότι τους είπατε…
-Τι να σας πω… δεν ημπορώ να υποθέσω τίποτε.
-Πολιτικά ίσως θέλουνε μ’ αυτά να σας ζημιώσουν.
-Μπορεί. Ακόμα πιθανό είναι να με ζηλεύουν.
Μα μ’ όσες κι αν βρωμοδουλειές θέλουν να με φορτώσουν,
οι καθώς πρέπει όπως εσείς άνθρωποι με πιστεύουν.
-Βεβαίως κύριε Πρόεδρε, μόνο που πρέπει τώρα
ν’ αρχίσει η συνέντευξη γιατί περνά η ώρα-
και δεν θα ήθελα πολύ μ’ αυτήν να σας κρατάω.
-Στα «ΛΟΓΙΑ» δε θα μ’ ένοιαζε για ώρες να μιλάω.
Εμπρός λοιπόν, ρωτήστε με αγαπητέ μου έκδοτα
ό,τι στο φαντασμένο σας θαρχόταν το τσερβέλο.
Αυτά τα εκτυφλωτικά σβήσετε μόνο φώτα
Γιατί στο νου μου φέρνουνε κάτι που δεν το θέλω.
-Τον Σταρ και την ανάκριση που κάνει;
-Έχετε δίκιο,
έχει αυτός ο άνθρωπος ύφος πολύ ανοίκειο.
-Ωσάν να κάνω έρωτα!-τέτοια ηδονή μ’ αγγίζει
όταν ακούω κάποιονε τον Σταρ να τον υβρίζει.
Γι αυτό εσείς μ’ αρέσετε-γιατί τον Σταρ υβρίζετε.
-Ομως μη χάνουμε καιρό. Πρέπει ν’ αρχίσουμε θαρρώ
τις ερωταποκρίσεις-ειν’ ώρα, δεν νομίζετε;
-Μάλιστα. Κι όλος είμαι αυτιά.
-Και στόμα όμως να ’στε
και μη ότι συνέντευξη μου δίνετε ξεχάστε
και άλλα σας ρωτώ εγώ και άλλα μ’ απαντάτε
όπως στον Λέρερ κάνατε.
-Βλέπω Τιβί κοιτάτε
και είσαστε ενήμερος των όσων έχω πει.
-Και όσων μας εκρύψατε, ίσως από ντροπή.
-Πόσο πολύ με νιώθετε! Εμπρός λοιπόν, ρωτήστε με.
Και μη με σταματήσετε-να ομιλώ αφήστε με.
Γιατί αν σε κάποιον σαν εσάς μιλώ
κάτι μου λέει για με πως θαν’ καλό.
Σε αγωνία φίλε μου λοιπόν μη με κρατάτε:
ψοφάω για συνέντευξη. Εμπρός! Ακούω! Ρωτάτε!
-Σωστά, μα για να μη πολύ Πρόεδρε σας κρατήσω
δυο ερωτήσεις μοναχά έχω να σας ρωτήσω.
Πρέπει να είναι φειδωλός ο Πρόεδρος σε λέξεις
και ήδη δυο εδώσατε στα «ΛΟΓΙΑ» συνεντεύξεις.
Κι ιδού η πρώτη ερώτηση: ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΠΙΑ ΜΑΣ ΒΓΑΛΑΤΕ
ΜΕ ΤΗ ΛΟΥΪΝΣΚΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΝΑΤΕ Η ΔΕΝ ΚΑΝΑΤΕ;
-Σιγότερα εκδότα μου. Έτσι γιατί φωνάξατε;
Σιγότερα γιατί πολύ αλήθεια με τρομάξατε.
-Είναι που όλο το λαό των ΗΠΑ τον επρήξατε
με τη μυστικοπάθεια που ως τώρα επιδείξατε.
-Όχι. Έρωτα δεν έκανα εγώ με τη Λουΐνσκυ.
Πίναμε μόνο σπέρμα αυτή, κι έπινα εγώ ουίσκυ.
Και λένε σεξουαλικές είχαμε τάχα σχέσεις.
Δε σε γλιτώνει τίποτα στο στόμα τους αν πέσεις.
Δεν σκέφτονται ούτε Πρόεδρος πως είμαι κι ότι έχω
πολλές δουλειές καθημερνά, κι ολημερίς πως τρέχω.
Και τίνος είναι οι δουλειές; Είναι δουλειές του Κράτους.
Αυτοί νομίζουν πως εγώ κάνω όλο περιπάτους.
Και λένε να παραιτηθώ! Τι λόγια φαφλατάδικα.
Και όλοι οι κόποι πού ’κανα να βγω θα πάνε άδικα;
Έχω προβλήματα πολλά και πρέπει να τα λύσω-
Και ξεύρετε, ένας Πρόεδρος ποτέ δεν κάνει πίσω.
Τα όνειρα που έκανα παιδάκι στο Αρκάνσω
γιατί το θέλησε ο Σταρ εγώ δεν θα τα χάσω.
-Κι η δεύτερη ερώτηση-για του Ιράκ το θέμα:
Το ουίσκυ σάς ξεδίψασε ή θέλετε και αίμα;
Με άλλα λόγια δηλαδή σαν Πρόεδρος που είστε
πώς του Σανταμ το πρόβλημα σκέπτεστε να το λύστε;
-Θα το ειπώ μόνο σε σας και σε κανέναν άλλο
γιατί τις ερωτήσεις σας τις κάνετε με αβρότητα
και το έντυπό σας θέλω αυτό να έχει το μεγάλο,
και της ειδήσεως αυτής την αποκλειστικότητα:
Έτσι που είμαι εγώ τρανός καρδιοκατακτητής,
θα ξεκινήσω στου Χουσεΐν να πάω το χαρέμι
και τ’ αντρικά μου δείχνοντάς του τα όργανα ευθύς
να τα φιλήσει θα του πω ενώ αυτό θα τρέμει.
Του χαρεμιού τα θηλυκά ευθύς θα με ποθήσουν
και δίχως λόγο δεύτερο, με στόμα ολανοιχτό
στα όργανα μου τα γυμνά με πάθος θα ορμήσουν,
ενώ εγώ σε ηδονής πελάγη θα ριχτώ.
Αυτό βεβαίως ο Χουσεΐν αμέσως θα το μάθει
και, κατά τα λεγόμενα, την πλάκα του θα πάθει,
και θάρθει μένεα πνέοντας να μου επιτεθεί.
Σ’ αυτή τη φάση ακριβώς τον θέλω να βρεθεί.
Να ’ρθούμε αντιμέτωποι ήτοι εγώ κι εκείνος.
Σαν τέλειος τότε καουμπόι, πιστόλι εγώ τραβώ,
Κάτω στο χώμα τον Χουσεΐν ξαπλώνω ευθύς-το κτήνος!
Και πια περήφανος πολύ στον τόπο μου γυρνώ.
Σάββατο 4 Ιουλίου 2026
ENA ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΓΚΑΘΩΤΑ ΑΓPIΟΛΟΛΟYΔA
ΑΠΟ ΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
α.
-Ο πρωθυπουργός κλέβειειειειειει...
Μικρή καμπανούλα του αγρού
ο πρωθυπουργός κλέβειειειεει…
-Ο αγέρας με φυσά και δεν ακούω.
Πιο δυνατά καλέ μου.
-Ο πρωθυπουργός κλέβει
μικρή καμπανούλα του αγρού!.
Ο πρωθυπουργός, κλέβειειειειειειει…
-Αχ ο αγέρας παίρνει τη φωνή σου-
τίποτα δεν ακώ κι ας βάζεις
τις απαλάμες σου γύρω απ’ το στόμα.
Μα συ μ’ ακούς παλληκαράκι του βουνού.
Άκου λοιπόν τί ο αγέρας που φυσάει μου λέει:.
“Ο πρωθυπουργός κλέβει!” μου φωνάζει.
Άκου και κάνε κάτι
συ του λαού παλληκαράκι.
Ο πρωθυπουργός κλέβει.
β.
Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Τα ποδάκια της στο νερό πλέκουν.
-Άνοιξε το βήμα σου παιδόπουλο της άνοιξης.
Κάποιονε σαν εσένα καρτερεί και λαχταράει.
-Βαριά η καρδιά μου κι άβουλο το χέρι
Εχτές ο φίλος μου αρρώστησε και πέθανε.
Θέση δεν είχε στο νοσοκομείο.
-Αχ! Τα ποδάκια αχάιδευτα θα μείvουνε
του κοριτσιού με το νερό που παίζει.
Μα όχι-να! εκείνος, που το σπίτι του
με τα κρεβάτια των νοσοκομείων έφτιαξε,
πλησιάζει προς την ακροθαλασσιά.
-Φύγε μικρούλα απ’ το νερό!
Τρέξε στο σπίτι σου μικρούλα!
-Εγώ θέλω στ’ αυτιά μου σκουλαρίκια
και φόρεμα η μάνα μου καινούργιο.
Και ο πατέρας
από ταβέρνα σε ταβέρνα τριγυρνάει χωρίς δουλειά.
-Φύγε μικρούλα. Κάτι θα βρεθεί…
-Βρέθηκε κιόλας. Βιαστικός
έρχεται κατά μένα ο πλούσιος. Κι εγώ
τον κόρφο τον μικρό μου
τον αμεγάλωτον ακόμα
ετοιμάζω.
γ.
-Μικρό δεντράκι
μικρό. δεντράκι
πότε καρπό θα δώσεις;
-Σ’ αυτό τον κήπο εγώ δεν θα καρπίσω
γιατί ψηλά στου λόφου την κορφή ο κήπος μου είναι
και από δω βλέπω απλήρωτη δουλειά.
-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
οι μίσχοι των φύλλων σου τρυφεροί΄
τ’ άνθη σου ολάκερο σε σκέπασαν.
-Θα ρίξω τ’ άνθη μου άκαρπα
και φύλλα και κλαριά μου θα ξεράνω.
-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
άσε στην μοίρα του τον άνθρωπο.
Πιες το ρυάκι
ανάσανε τον άνεμο
δώσε καρπούς σε κείνον που σε φύτεψε.
-Εκείνου που με φύτεψε
είναι που τη δουλειά του κλέβουν.
Και τα δεντράκια όπως εγώ
η ψυχούλα τους σπαράζει
να βλέπει ανθρώπους δύστυχους.
δ.
-Από του φεγγαριού τους κύκλους
ο πρώτος είναι της αγάπης μου.
Ο δεύτερος της αγριοτριανταφυλλιάς
κι ο τρίτος του πελάγου.
-To πέλαγο ανέμελε τραγουδιστή
δεν θέλει ούτε να σε βλέπει
που αφήνεις να σε λοιδορούν οι βουλευτές σου.
-Σκοτούρα μου το πέλαγο.
Ο κύκλος της αγριοτριανταφυλλίτσας μου
για μένα τη στροφή του γράφει.
-Εγώ νιε μου ανέμυαλε και χιλιοπροδομένε
ούτε τ’ αγκάθια μου δε χαραμίζω
για όποιον αφήνεται όμορφα άμορφα
στους υπουργούς του το αίμα να του πίνουν.
-Σκοτίστηκα για τ’ άνθη σου.
Τ’ άνθη δικά μου όμως όλα της καλής μου-
το γέλιο, το κελάδημα, ο κόρφος
και τ’ άνθος το κρυφό της το ανοιγμένο.
-Καλλίτερα στον εγκρεμό τα κάλλη μου όλα να τα ρίξω
παρά σε σκλάβο ένανε τον τρύγο τους ν’ αφήσω.
-Φεύγω και όπλο ζώνομαι και βλήματα τυλιέμαι
και υπουργούς και βουλευτές στον Άδη κατεβάζω.
Κι αν έτσι το ’χει η μοίρα μου ας πάω κι εγώ μαζί τους.
Κάλλιο, παρά να ντρέπεται για μένανε η καλή μου.
ε.
Οι νεκροί των δρόμων,
ΟI νεκροί των κλεμμένων χρημάτων,
οι νεκροί των σκανδάλων,
τις νύχτες γίνονται ένα
με του φεγγαριού το κλάμα
στα γύρω γυμνά χωράφια.
Ο κρύος άνεμος της νύχτας
τις φωνές τους παίρνει
και τις αναπνοές μ’ αυτές γεμίζει εκείνων
που θυμούνται ακόμα τους χαμένους.
Αρχαίοι κάτοικοι των τόπων αυτών ξυπνούνε,
χώμα στα μαλλιά τους,
σκοτάδι στις τρύπες των ματιών
και βλέπουν την κατάντια των σημερινών,
κι ακούν τον άγγελο της προδοσίας να σαλπίζει:
«Δε φταιν οι κλέφτες-
οι κλεμμένοι φταίνε.»
Και φριχτά ηχούνε
προδομένα
τα κόκαλά τους.
Ο δολοφόνοι κοιμούνται στ’ απαλά τους μαξιλάρια.
στ.
Κάπου κάπου
μέσα στη νύχτα
ακούς να φωνές ενάντια στην Κυβέρνηση.
Μετά οι φωνακλάδες
’συχάζουν ότι εκάναν το καθήκον τους.
Τα μαχαίρια, οι δυναμίτες, οι μπόμπες,
κοιμούνται μέσα στις αποθήκες.
Τα μαχαίρια ονειρεύονται λαιμούς πολιτικών.
Οι μπόμπες ονειρεύονται Βουλή,
βίλλες, πλοία, εργοστάσια,
κι οι δυναμίτες υπουργεία γκρεμισμένα.
Και οι γκαζάκηδες κοιμούνται ήσυχοι
πως το καθήκον τους εκάμανε.
ζ.
Τα ζώα ακούσαν φασαρία από την πόλη.
“Τράβα καλή αλεπού να μας ειπείς τι τρέχει.”
Επήγε, γύρισ’ η αλεπού.
“Και τ’ είδες αλεπού αλεπουδίτσα;”
της κάνει το λιοντάρι.
“Είδα μιλιούνια ανθρώπους να φωνάζουνε
σε είκοσι άλλους:
Μας κλέβετε το φαί μας και πεινάμε!”
“Μετά; Πέσαν στους κλέφτες πάνου να τους φάνε;”
“Oxι. Διαλύθηκαν ησύχως”.
“Λοιπόν αξίζουνε την πείνα”.
η.
Χρόνια προτού,
τα κρύσταλλα της τηλεόρασης-
μικρούλες λαμπερές πυγολαμπίδες-
μαζεύτηκαν στη χλόη του δάσους
έξω απ’ του Ύπνου την καλύβα.
«Συντρόφισσες
οι άρχοντες
θέλουν, με όπλο εμάς, να υποτάξουν
τον άμοιρο λαό-εκείνον
που απ’ αυτόνε και γι αυτόν υπάρχουμε!
Θα το δεχτούμε;»
«Όχι!»,
μυριάδες φωτισμένα στόματα απαντήσανε.
“Εγώ θα φύγω στο Βορρά”
είπε η έξυπνη μικρή πυγολαμπίδα.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης)
«Εγώ λέω να πάω για την Ανατολή »
είπε η σοφή πυγολαμπίδα.
(αστέρια, δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης).
Και κάθε μία και δυο δυο το δρόμο εδιάλεγαν
που θέλανε να πάρουν.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στις μικρές
τις αδερφούλες σας της γης).
Ο γυμναστής πυγολαμπίδων
το βράδυ εκείνο είχε βγει
χωρίς ελπίδα ότι θα ’βρισκε ούτε μία.
Μα τι τύχη! -να! μπροστά του όλες μαζεμένες!
Τις μάζεψε όλες, τις εγύμνασε,
κι όλες μαζί στο Μέγαρο Μαξίμου τις επούλησε.
Kι είναι το γύμνασμά τους
ν’ αναμασάνε ό,τι
κάθε φορά το Μέγαρου Μαξίμου λέει.
θ.
Κλέβουνε υπουργοί και βουλευτές.
Τo βατραχάκι πηδάει μες στα νερά.
Κλέβουν οι συγγενείς τους και οι γνωστοί.
Η αράχνη ετοιμάζει το δλητήριο της.
Οι νέοι τίποτα.
Και φαντάζονται τους εαυτούς τους ήρωες.
Κοιμούνται κι ονειρεύονται στεφάνια
στο λαιμό ανδριάντων τους μαρμάρινων
να κρεμιούνται.
Οι άλλοι κλέβουνε και κλέβουνε και κλέβουνε.
Και νεαροί
διαλέγοντας ονόματα ηχηρά,
οργανώσεων
δεν κάνουν τίποτα.
ι.
-Ο υπουργός έχει δυο δισεκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-Στη δυστυχία του ανάπηρου
στο θάνατο από πείνα του φτωχού
και στην πορνεία της γυναίκας.
-Ο βουλευτής
έχει εφτακόσα εκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-Απ’ το αίμα και τον ίδρω του άρρωστου,,
από την τύφλα της Παιδείας
κι απ’ των βιομήχανων τις μίζες.
-Και τι για όλ’ αυτά
κάναν οι νέοι της χώρας μου
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-Δεν κάναν τίποτα.
-Μέτρησες των ελλήνων το μυαλό
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-Έψαξα-
δεν βρήκα τέτοιο τίποτα για να μετρήσω.
-Κι η αντρεία και το φιλελεύθερο κι η εξυπνάδα τι έγινε-
πού πήγε, που γι αυτήν καυχιόνται
αφού αφήνουν να τους κλέβουνε
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-To καύχημα έχουν μόνο κι όχι τ’ άλλα.
-Κι ένας λαός χωρίς μυαλό
το τέλος του πoιo θα ’ναι
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;
-Ο αφανισμός.
ια.
Στα δέντρα έριχνε το κρύο φεγγάρι αχτίδες παγωμένες.
Πήγαινε μόνος του στο δάσος ο γεωργός.
Δυο ’λάφια από το κρύο τρεμάμενα τόνε κοιτάζανε
τ’ άθλιο κορμί του στην καλύβα του να κουβαλάει.
-Κοίτα σε χώρα ποιαν έχουμε γεννηθεί.
Χειρότεροι από μας οι ανθρώποι.
-Χειρότεροι… χειρότεροι…
-Κι εμάς μας τρώει το λιοντάρι
μα είναι που εμείς όπλα δεν έχουμε.
-Δεν έχουμε… δεν έχουμε…
-Ενώ αυτοί μυαλά ίδια κι ίδια χέρια έχουνε
και ίδια όπλα και οι δυο κρατάνε.
Μα δε σηκώνουνε τα όπλα τους
ενάντια στα λιοντάρια τους-γιατί;
-Γιατί.;.. γιατί;..
-Κοίτα τον πώς δουλεύει γι άλλους…
Κοίτα τον πώς σκυμμένο το κεφάλι του κρατεί…
Και αύριο με το δρεπάνι του
θα πάει στάρι να θερίσει
αντί με κείνο τα κεφάλια τους να πάρει…
-Τα κεφάλια τους… τα κεφάλια τους…
ιβ.
To σχολείο σκόλασε. Τα παιδιά βγαίνουν.
-Εγώ σα μεγαλώσω θα γινώ μηχανικός
να χτίζω σπίτια.
-Πού θα πας το απόγεμα; Έλα σπίτι
κρυφτό να παίξουμε και αμάδες.
-Θέλω να διαβάσω να γίνω μηχανικός.
Αν όλο παίζω δεν θα γίνω μηχανικός.
-Ο πατέρας μου λέει πως ό,τι και να γίνει κανείς
χαμένα όλα παν στη χώρα αυτή.
Μόνο αν κλέψεις
καλά θα ζήσεις.
Εγώ θα μάθω να κλέβω.
-Και γιατί όλα χαμένα παν στη χώρα αυτή;
-Δεν ξέρει λέει κι αυτός, μα έτσι είναι.
Ίσως, λέει, φταίνε τα γονίδια μας.
-Ο πατέρας σου είναι σοβαρός άνθρωπος.
Για να το λέει έτσι θα ’ναι.
-Και βέβαια έτσι είναι.
- Τότε θα ’ρθω να παίξουμε.
Θα με μάθεις και μένανε να κλέβω;
ιγ.
Ο σιδεράς χτυπάει πάνω στ’ αμόνι
κι ομορφοτραγουδάει το σφυρί.
-Γερές μην κάνεις σιδερά
τις άλυσες του δούλου.
Γ ια να μπορέσει μια και δυο
να τις κατασυντρίψει
και λευτεριά έτσι να βρει
μες στην πικρή ζωή του.
Κι ο σχοινοπλέχτης γέρνοντας
στον πάγκο του επάνω
χοντρά χοντρά κάνει σχοινιά
και διπλοκαμαρώνει.
-Χοντρά μην κάνεις τα σχοινιά
γιατί τους σκλάβους δένουν
κι εύκολα πια δε λύνονται
-τα χέρια δε χωρίζουν.
Και με την πέννα του ο γραφιάς
ωραία γράμματα γράφει
που νόμους λεν και που μ’ αυτούς
τους δούλους φυλακίζουν.
-Σπάσε γραφιά την πέννα σου
παρά να δίνεις νόμους
που δυστυχάνε το λαό
και το θεό σκοτώνουν,
Μα δεν ακούει κανένας τους.
Και όλοι τους δουλεύουν
με τη δουλειά τους πλάθοντας
τον ίδιο το χαμό τους.
ιδ.
Μες στη χελιδονοφωλιά,
ψηλά,
λέει το χελιδονάκι στον πατέρα του.
-Πατέρα τ’ είναι κλέφτης
που γεμάτη λέει η χώρα ετούτη κλέφτες είναι;
-Είναι αυτός που παίρνει τα λεφτά του αλλουνού.
-Και τ’ είναι τα λεφτά πατέρα;
-Είναι ο ιδρώτας κι η υγεία κι η χαρά
και η διασκέδαση και το φαί και το πιοτί του ανθρώπου.
-Ό,τι είναι τα έντομα για μας
είναι και τα λεφτά για τους ανθρώπους;
-Ναι παιδάκι μου καλό. Έτσι είναι.
-Δυστυχισμένοι ανθρώποι να ’ναι κλέφτες…
Πατέρα μου, δε θέλω να τους βλέπω.
Την άλλη τη χρονιά να μην ερθούμε ’δω.
-Εδώ μας έχει τάξει ο θεός παιδί μου να φωλιάζουμε.
-Δυστυχισμένα χελιδόνια εμείς…
με κλέφτες δίπλα μας να ζούμε…
ιε.
-Αυτές κυρα-πατρίδα οι ζωγραφιές στον τοίχο τ’ είναι;
-Πάρε παιδί μου τ’ όπλο αυτό.
Και άκου.
Αυτός εκεί στα δεξιά
Που τον ουρανό μας εκαταπιε
Μπλε την χοντρή του βάφοντας κοιλιά;
Είν’ ο μπροστάρης.
Τ’ άγριο λεφούσι πίσω του που σέρνει
είναι οι ληστές και oι φονιάδες μου.
Είναι οι καταχραστές και οι ληστές μου.
Αυτός ο ένας σωρός.
Αριστερά βλέπεις το άλλο πλήθος
που πράσινο έναν ήλιο ανεμίζει;-
που μπροστά τους
ο γελοίος κείνος ισοπεδωτής πηγαίνει;
Αυτοί παιδί μου με καταματώσαν
κομμάτια κόβοντας και τρώγοντας τις σάρκες μου
αφού τα ρούχα που φορούσα πρώτα επούλησαν.
Τους δυο ετούτους τους σωρούς στόχο θα βάλεις.
Και δύσκολο να τόνε βρεις δεν είναι.
Όπου να ρίξεις,
εμένα σώζεις απ’ τα νύχια τους παιδί μου-
νέε μου,
που όμορφη με θέλεις
και κυρά στον τόπο μου
δίπλα σου σοβαρή να στέκω
και να μην ντρέπεσαι για μένα
όταν στις συντροφιές με σεργιανάς του κόσμου.
Εμπρός παιδί μου.
Μάθε να χτυπάς.
Όσο λιγότερους αφήσεις
τόσο περσότερο καλό μου κάνεις.
Χτύπα παιδί μου.
Τ’ όπλο σταθερό.
Αετίσιο μάτι.
Απόφαση για λεφτεριά.
Χτύπα παιδί μου!
-Κυρα-πατρίδα ποιος χτυπάει την πόρτα μας;
-Αυτοί παιδί μου είναι!
Ήρθαν εδώ για να σε πάρουνε και σένα στην παρέα τους
επάνω μου και συ αντάμα τους να πέσεις
και να πεθάνω και να σβήσω μια ώρα αρχύτερα.
-Σύντροφε ρίξε τ’ όπλο!
Και κοίτα! Πάρε φάε!
Μαλάκωσέ το λίγο στο νερό και φάε να ζήσεις.
Με ξεροκόμματα οι αληθινοί πατριώτες ζούνε.
Κι έλα κοντά μας στη μεγάλη μας παράταξη.
Για μία λεύτερη πατρίδα σύντροφε!
-Αυτοί ρημάξαν την πατρίδα.
Έλα με μας καλό παιδί μας.
Εμείς θα τηνε σώσουμε.
Και κοίτα! Πάρε αυτό το ξεροκόμματο
κα μέτρα το με κείνο
που αυτοί σου δώσαν. Το δικό μας
θα δεις πως είναι-φως φανάρι-μεγαλύτερο.
-Χτύπα παιδάκι μου!
Μπρος σου τους έχεις…
Η τελευταία σου ευκαιρία είναι πριν και σένανε σε φάνε!
Μη!..Μην παίρνεις το κομμάτι που σου πέταξαν.
Φρέσκα καρβέλια τρων αυτοί βουτυρωμένα
που εσένανε θα βάλουν να τους ψήσεις.
Χτύπα παιδί μου! Χτύπα τους!
-Ε σεις, δικός σας είμαι.
Λίγο νερό μονάχα να το βρέξω κι έρχομαι.
-Παιδί μου όχι… αχ!
Πάει κι αυτή η γενιά μου!
ιστ.
Τα κουρασμένα σέρνοντας τα βήματά τους
δυο άλογα
στην πόρτα φτάνουνε του Χρόνου.
-Άνοιξε το στόμα σου κυρ-Χρόνε.
Βγες από τον ύπνο σου
και κάνε μας τη χάρη να μας πεις
ποιος την πατρίδα των αλόγων ρήμαξε.
-Μεγαλομάτικα άλογα
ξέρετε ότι δεν υπάρχω πια
κι όμως ζητάτε από μένα πράγματα να σας ειπώ.
Εγώ είμαι του Χρόνου το χοντρό νεκρό το σώμα.
Τα χέρια ετούτα έχουνε ρημάξει όχι μια,
παρά πατρίδες μετρημένες σε χιλιάδες.
Διασχίστε το τεράστιο το κορμί μου,
απάνου σε πατρίδων πτώματα πατώντας,
και στην ουρά μου τη μακριά όταν θα φτάστε
εκεί δε θα ρωτείστε μα θα δείτε
ποιος την πατρίδα σας ετούτη τη στιγμή ρημάζει.
Έναν νεκρό ξυπνήσατε.
Στο ζωντανό κομμάτι μου τραβάτε.
Τ’ άλογα χλιμιντρίσανε,
προχώρησαν,
κι όταν στο ζωντανό κομμάτι εβρέθηκαν του Χρόνου
έκαναν το μοιραίο βήμα προς τον γκρεμό
που στο ανύπαρκτο και στο άχρονο ευθύς τα πήγε.
Ο Χρόνος βλέποντάς τα
εχασμουρήθηκε τεράστιο ένα στόμα ανοίγοντας
και με τα χείλια του πρησμένα εμουρμούρισε:
Άλογα.. τι περιμένεις…
Έλληνες θαρρώ πως ήσαν…
ιζ.
Στα βορινά τα κρύα της Ευρώπης μέρη
δυο λύκοι έχοντας φάει ένα αρνί
στον κρύο ήλιο συζητάνε των πατρίδων τους.
-Τα νότια αρνιά πιο τρυφερά από τα δικά μας είναι.
Μες στις σάρκες τους
ο ήλιος της πατρίδας τους κυλάει.
Και στις φλέβες τους
το αίμα τρέχει γρηγορότερα.
Μας χρειάζεται η ζωντάνια και η θέρμη τους.
-Τα ελληνικά τ’ αρνιά είναι αλήθεια τα καλλίτερα
και τα πιο υπάκουα.
-Τελειώνουν όμως όπου να ’ναι.
Τώρα ισπανικά και πορτογάλικα
και ιταλικά έχουν σειρά.
-Όμως αυτά σκληρό έχουνε κόκκαλο
και αντιστέκονται, λένε οι φήμες,
στων λύκων τα καλέσματα.
-To ’χω ακούσει.
Α! Πρόβατα ελληνικά!
Που ακόμα και ακάλεστα
την πείνα μας για να προλάβετε
σερνόσασταν κοντά μας…
-…Που κοπαδιαστά οι τσοπαναραίοι σας σάς έφερναν…
ίσα στο στόμα το δικό μας μέσα…
-Και με αντάλλαγμα λίγο σανό…
που και κείνον, άκουσα,
δεν τονε δίνανε στα πρόβατά τους,
παρά σε ξένα πρόβατα τονε πουλούσαν.
-Θα μας λείψουν τα ελληνικά τ’ αρνιά.
-Ας ελπίσουμε
τόσο που τρώνε
να είναι νόστιμοι και τρυφεροί
και οι τσοπάνηδές τους.
Τι λες, πάμε για ύπνο;
ιη.
-Εγώ, η γριά χελώνα
χιλιάδες χρόνια σέρνομαι στη γη.
Στο καύκαλό μου σπάζουν οι αιώνες
απείραχτην αφήνοντάς με.
-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς η χώρα μου άρχισε;
-Με χαρές και με τραγούδια
και με γιορτές των τζιτζικιών στις γέρικες ελιές.
-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς η πατρίδα μου γεννήθηκε;
-Όπως όλες oι πατρίδες
απ’ το νερό, το στάρι και το πρόβατο.
-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα
πώς η πατρίδα μου θα τελειώσει;
-Η πατρίδα σου νεκρή.
Και συ ένας ίσκιος
που με το γέρμα του ήλιου θα χαθείς.
ιθ.
-Πρωθυπουργέ! Πρωθυπουργέ!
θα μας δώσεις ψωμί να ζήσουμε και μεις;
-Αν περισσέψει από τις αποθήκες μου…
-Κλέφτες υπουργοί
ένα κομματάκι απ’ το χρυσάφι σας
θα μοιράστε στο φτωχό λαό;
-Αν μας το επιτρέψει η Ευρώπη…
-Κλέφτες βουλευτές
θα μας δώστε πίσω
το ένα στα εκατό που μας εκλέψατε;
-Αν μας αφήσουν οι ερωμένες μας…
-Και συ υπουργίνα
θα μας θάψεις όταν πεθάνουμε;
-Ναι, γιατί δεν αντέχει η ντελικάτη μύτη μου τη βρώμα.
κ.
Στης λίμνης τα δέντρα
πουλιά κελαδούνε.
-Πού πας νέε μου συ;
ρωτούν σα με δούνε.
-Στο πάρκο πηγαίνω
το κόμμα μου να ’δω
που πέντε αφεντεύει
χρονιές του’ τη χώρα.
-Αυτός αρχηγεύει-
που τώρα μιλά;;
-Αυτός-ναι ο ίδιος
του λαού εκλεκτός.
-Επήρε απ’ τους πλούσιους
στη φτώχια να δώσει;
Επήρε απ’ τους κλέφτες
τα που ’χαν κλεμμένα;
-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχει το σχέδιο
μα θέλει δουλειά.
-Επήρε απ’ το φίλο του
τα όσα ’χει φάει
δισεκατομμύρια
ευρώ του λαού;
-Παλιές ιστορίες
καλά μου πουλάκια.
Νια τώρα γυρεύουν
προβλήματα λύση.
-Μην έκλεισε μέσα
στα σίδερα- εκείνους
το χρήμα που εφάγαν
Του δόλιου λαού;
-Τα ξέρετε όλα
καλά μου πουλάκια!
Μα όλα να γίνουν
γυρεύουν καιρό…
-Τις βίλλες που υψώσαν
κλεμμένα λεφτά
τις πήρε απ’ όσους
παράνομα εχτίσαν;
-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχουνε νόμοι
-του κράτους ψυχή.
-Εκρέμασε κλέφτες;
Ντουφέκισε κείνους
που πίναν το αίμα
του εργάτη της γης;
-Μα όχι καλά μου…
Αυτοί αν δολοφόνοι
και άνομοι, όμως
δεν είμαστ’ εμείς…
Η δημοκρατία
που λάμπει στη χώρα
τα τέτοια δεν στέργει-
ελεύτερη αυτή…
-Η ιδέα, διαβάτη,
της δημοκρατίας
σε ζάλισε κι ούτε
δεν ξέρεις τι λες.
Μα φεύγουμε τώρα.
Με ανόητους ανθρώπους
πουλιά που όλα βλέπουν
δεν έχουν δουλειά.
Κακόμοιροι ανθρώποι
φριχτά γελασμένοι!
Φριχτά υποταγμένοι
σ’ ανόμων βουλές!
-Μην πάτε πουλάκια-
χωρίς σας ο τόπος
νεκρός θ’ απομείνει
και άχαρος πια,
μιας κι η δικιοσύνη
μαζί σας θα έρθει
πετώντας με τ’ άγια
δίκά σας φτερά.
-Την είχαμε φέρει
τη λιώσατε κάτου
τη ζήσαμε πάλι,
μαζί μας θα ’ρθεί.
Και πήγαν. Και φύγαν.
Και όπως τραβούσα
στο μέρος το κόμμα
που είχε γιορτή,
φτερά στις χοντρές μου
τις πλάτες φυτρώσαν
και δύναμη μία
με σήκωσε πάνω
και μου ’πε: «συ φύγε
δεν πρέπει σου εδώ»΄
και τ’ άγια πουλάκια
επήγα να βρω.
Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026
ΖΉΤΗΜΑ ΜΕΣΤΏΜΑΤΟΣ
(επί Προεδρίας Παπούλια)
Όλα τα πράγματα στη γη αργούνε να μεστώσουν
και τον που έχουν προορισμό στη γη να ξεπληρώσουν.
Η ρίζα αργεί οδυνηρά να δώσει ανθούς και κλώνια.
Για να γενούν βασίλισσες θέλουν καιρούς τα πιόνια.
Με μιας μόν’ ώρας χιόνισμα τα όρη δε θ’ ασπρίσουν
και τα κορμιά θέλουν καιρό απ’ τον ήλιο να μαυρίσουν.
Θέλει καιρούς τα κάρβουνο για να δεθεί διαμάντι.
κι η Ποίηση δεν δόθηκε αδάκρυτα στον Δάντη.
Το μπουμπουκάκι όσο γλυκό, μ’ ακόμα δε μυρίζει.
Ο ήλιος ο κρύος το πρωί, το γιόμα τσουρουφλίζει.
Ο σκύμνος παίρνει τέρμινα ως να μεστώσει λιόντας
και η σοφία για να ’ρθει γερνάει περπατώντας.
Αχ! θέλει πάτημα πολύ να δώσει η ρόγα μούστο
κι οι κοπελιές πίκρα πολλή ως να μεστώσουν μπούστο.
Θέλει αστραπές ο ουρανός; Όχι ως να συννεφιάσει.
Και δίχως ίδρωτα κανείς ψωμί δε θα χορτάσει.
Για να φουσκώσει ποίημα ψυχής προζύμι θέλει.
Η αγουρίδα με καιρούς γλυκό θα γίνει μέλι.
Θέλει καημούς ώστε να ’ρθει του έρωτα το θάμα
και θέλει αιώνων σκοτεινιά να ’βγει στο φως το νάμα.
Ε! Έτσι είναι κι οι Πρόεδροι κάθε Δημοκρατίας-
θέλουν το χρόνο έστω μιας τουλάχιστον θητείας
για να μεστώσουν και να πουν τα λόγια τα σοφά τους
που τύφλα οι δέκα εντολές να έχουνε μπροστά τους.
Έτσι λοιπόν είπε ο σοφός κι έντιμος πρόεδρός μας
που έτρωγε χρόνια ως βουλευτής και ως πολιτικός μας
κι απ’ το φαί μεγάλωσε κι έπηξε το μυαλό του
κι αντάξιο έγινε πολύ ενός Πολίτου Πρώτου,
πως: «όλοι ξέρουμε γιατί εδώ έχουμε φτάσει
(που λίγο έλειψε να ’χαμε των πληρωμών μας στάση)»,
πως «πρέπει να συλλάβουμε κάθε φοροφυγάδα
να σώσουμε αν θέλουμε την έρμη την Ελλάδα»,
πως «πρέπει στις συναλλαγές να έχουμε διαφάνεια»,
και με σοφία περισσή κι ορθοφροσύνη σπάνια
ότι «το «πόθεν», δήλωσε, μαζί με το «έσχες» πάει…
Αλήθεια η σοφία του σκληρά καρύδια σπάει!-
Ποιο άλλο θα εμπόρειγε μυαλό, στην οικουμένη
τόσο να βλέπει καθαρά; Σε ποιον είναι δοσμένη
τέτοια ικανότητα- με δυο ή τρεις εκεί φρασούλες
τόσα πρωτάκουστα να λέει, που ευθύνης αναγούλες
να φέρνουν κι εντιμότητας σ’ αυτόν που τις ακούει;
Ω! καμπανούλες ηχηρές τόσο, ποιος άλλος κρούει!..
Αλλά γι αυτό και Πρώτο μας τον κάναμε Πολίτη
και στο Λευκό τον βάλαμε-που λεν κι οι ΗΠΑ-σπίτι-
ώστε απερίσπαστος εκεί να σκέπτεται αδιακόπως,
που ό,τι εν τέλει και να πει να μη το λέει ασκόπως,
μα αυτό να είναι χτίσης νιας το στέριο αγκωνάρι,
που όλα θα φέρει τα καλά και τα κακά θα πάρει.
Όχι, να μη κανείς θαρρεί πως άδικα πληρώνεται
(δηλαδή τι πληρώνεται, απλά χαρτζιλικώνεται).
Λοιπόν, οι χαμερπείς εμείς ας μεταρσιωθούμε
από τα λόγια, που-όλβιοι!-τύχη έχουμε ν’ ακούμε
και ας δημιουργήσουμε την ευτυχή Ελλάδα,
αγνοώντας ότι χέστηκε στ’ αλώνια η φοράδα…
ΜΝΗΜΟΝΙΑ
Η Κοινωνία κλεισμένη στο καζάνι της
που από κάτω του η φωτιά θεριεύει.
Ο ατμός βαρύς κι όλος θυμό αναδεύεται
και διέξοδο δε βρίσκει κι ας γυρεύει.
Οι θερμαστές τριγύρω ξεφαντώνουνε
και ξύλα όλο τη φωτιά ταϊζουν-
«μέτρα», «δικαιοσύνη», «φως», «διαφάνεια»-
όπου σαν κόκαλα σε τάφο τρίζουν.
Πόσο μεγάλη θα ’ναι τάχα η έκρηξη;
Και όλους τους προδότες θ’ αφανίσει,
ή απ’ τη μαγιά τους πάλι θα φουσκώσουνε
και νέος κύκλος δυστυχιάς θ’ αρχίσει;
ΜΠΕΛΑΔΕΣ ΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΗ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥ
Να ψηφίσω Ντόρα; Διαφθορά ψηφίζω!
Σαμαρά; Οι φίλοι θα μου λεν φασίζω!
Κι αν Ψωμιάδη, τότε…άκρατα εθνικίζω…
Ποιόνε να ψηφίσω…ποιόνε να ψηφίσω…
Μπα!..στην τύχη λέω μάλλον να τ’ αφήσω:
θα ψηφίσω, πρώτα, αφού τα μάτια κλείσω!
Αλλά ούτε... μάλλον, ψήφο δε θα ρίξω,
μα βαθύ πηγάδι και στενό θ’ ανοίξω
και τους τρεις ομάδι μέσα του θα ρίξω…
ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΕΡΝΤΟΓΚΑΝ-ΣΑΜΑΡΑ
Σαμαράς και Ερντογκάν:
ο Δαυίδ και ο Γολιάθ.
Σαμαράς και Ερντογκάν:
ο Καβάφης και η Πλαθ.
ΕΥΣΕΒΕΊΣ ΠΌΘΟΙ
Να ’τανε λέει άλλη εποχή
και να ’ταν η ανθρωπότητα
ο αντίποδας αυτής εδώ-
να είχε άλλη ταυτότητα.
Καλή να λογιζότανε
η χώρα όπου κλέφτες
όλοι της είναι οι βουλευτές
κι άθλιοι και θεομπαίχτες…
Ω! Τότε πρώτη η χώρα μας
θα ήτανε στην Πλάση
και θα ’χε μίλια του ντουνιά
τις χώρες ξεπεράσει.
Βραβεία να εδίνονταν
όχι στην εργασία
μα στην κατακρινόμενη
σήμερα οκνηρία...
Τότε βραβείων ευγενών
θα σώριαζε η πατρίδα μας
στην απλωμένη που κοντά
θα σάπιζαν αρίδα μας!
Κι αν Νόμπελ απονέμονταν
για την καταστροφή,
τότε αυτό που έλαβε
η σεφέρεια «Στροφή»
θα σκούσε κάτω από σωρούς
αμέτρητων βραβείων
που θα βραβεύαν τον δεινόν
ολέθριόν μας βίον.
Και τότε η Κρίση θα ’τανε
το μέγα καύχημά μας
που τ’ άλλα θα επισκίαζε
στραβά κι ανάποδά μας.
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΨΗΣ
Ίχνος χωρίς επάρσεως ή μεγαληγορίας
λέω πως στης ανθρώπινης της γης μας ιστορίας
βραβείο αντισύλληψης εις την Ελλάδα πρέπει-
τιμή όπου καθ’ έλληνος βεβαίως την κούτρα τέρπει…
Και να πώς δικαιολογεί αυτή του την απόφανση
ο νους που οι γονέοι μου αθέλητα μου εδώκασι,
πώς δηλαδή η πατρίδα μας-πράγμα μοναδικό-
ειν’ η ίδια εν' αξεπέραστο αντισυλληπτικό:
Συνέλαβε κανένανε ποτέ της «τρομοκράτη»
(πλην όσων κάρφος μπήκανε στο ίδιο της το μάτι);
Συνέλαβε ποτέ υπουργό ή βουλευτή; Τουτέστι
εκείνους που ληστεύοντας κάνουν Χριστός Ανέστη;
Συνέλαβε ποτέ αυτή καναν καταχραστή
όπου του κράτους το ψαχνό έχει σφετεριστεί;
Τους κλέφτες μη συνέλαβε Βατοπεδίου και Ζήμενς
που αποτρόπαιες ξυπνούν, σ’ όσους γνωρίζουν, μνήμες;
Τους αίτιους συνέλαβε των αυτοκτονιών
που αιτία θρήνου έγιναν παιδιών τε και γονιών,
ή εκείνους που μας έβαλαν στο φονικό Μνημόνιο-
να τους στριμώξει στη στενή-να τους ποτίσει κώνειο;
Ή μη καμιά συνέλαβε της προκοπής ιδέα
που στον εαυτό της να ’δινε κάποια ελπίδα νέα-
ή σχέδιο ένα μακρόπνοο που να υπόσχεται ότι
της Μέρκελ δεν θα ήτανε πικρό το καταπότι;
Τους φοροκλέφτες τσίμπησε να τους ταρακουνήσει
κλέψιμο φόρων άλλοτε κανείς να μην τολμήσει;
…Και βέβαια δεν συνέλαβε τον ίδιο τον εαυτό της
για να μην ντρέπεται γι αυτήν η δόλια η ανθρωπότης!..
ΏΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ”
Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι κι αν βρεθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.
Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού΄
σε μια Φωνή, σ’ ένα Λυγμό,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…
Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που ο Χρυσός είναι Σιωπή.
Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.
Πρώτοι!.. Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και από μέσα τους γελούν:
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
για ν’ ακουστούν δυο τρεις «κυρίες»!
Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ
ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
Πολιτισμό εμείς; Γεμάτοι!
Μας ξεχειλάει απ’ τα μπατζάκια.
΄Οπου σταθείς κι όπου γυρίσεις
«δρώμενα» και πανηγυράκια!
Φουστανέλα και χορός-
τσάμικος είτε συρτός-
να! ο πολιτισμός μας όλος
ο παγκόσμια φεγγοβόλος!
ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΌ ΑΔΙΈΞΟΔΟ
Ανοίγω το ραδιόφωνο
ακούω ψαλμουδιές.
Το κλείνω. Λέω αργότερα
κάτι θα βρω ορισμένως.
…Το ξανανοίγω- μα για γκολ
ακούω και κλωτσιές
και για φανέλες μου μιλά
με πάθος και με μένος.
Με μπάλα και με ψαλμουδιές
τα ερτζιανά γεμάτα.
Ύμνοι, λιβάνια και φουτμπόλ
το ράδιο μου αλώνουν.
και μεταξύ τους όλα αυτά
φτιάχνουνε μια σαλάτα,
που τ’ άντερά σου, αν τη φας,
θλιμμένα σε μαλώνουν.
Η μοίρα το ’χει φαίνεται
της άμοιρης Ελλάδας
να μην αντέχουν σοβαρό
τίποτα οι κάτοικοί της,
και με μανία και βουλιμιά
να τρώνε φασουλάδα
ενώ φαγιά λαχταριστά
γεμάτος ο πλανήτης.
ΠΕΡΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Το σύνταγμα εφαρμόζοντας
μας γέμισαν ατομικές ελευθερίες
και δικαιώματα (γιατί όχι:
από την τσέπη τους τα βγάζουν;)
Αυτό το παλιοσύνταγμα...
να μη λέει τίποτα και για λεφτά...
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΓΗ
Η Ασία. Η γιαγιά.
Κάθεται ήσυχη στο τζάκι της κοντά, με ένα πιάτο ρύζι και με ένα κύπελλο κρασί , αμέτοχη σε βία, σε φασαρίες, ψεύτικα λόγια, κούφιες πράξεις.
Με τη σοφία των χρόνων της, με την πείρα χιλιετηρίδων ύπαρξης, με τον παλιό της πολιτισμό, με αυλή του σπιτιού της το οροπέδιο του Παμίρ.
Η Ευρώπη. Η κόρη της Ασίας.
Με τη ζωντάνια του νέου που όλα τα θέλει δικά του.
Με την αλαζονεία της πως όλοι πρέπει να την προσέχουν,
με τα λάθη και τις πλεονεξίες της,
ψάχνοντας τον δικό της δρόμου πάνω στη γη.
Με την τάση της να βλέπει τη μητέρα της σαν ξοφλημένη.
Με την ιδέα ότι αυτή η ίδια ποτέ δεν θα γεράσει.
Όλο τριγυρίζει μέσα στο σπίτι, όλα θέλει να γίνονται όπως αυτή επιθυμεί.
Η Αμερική. Η κόρη της Ευρώπης και εγγονή της Ασίας.
Που όλα τής επιτρέπονται επειδή είναι μικρή.
Απερίσκεπτη, με μυαλό που ακόμα δεν έχει πήξει.
Όλα τα θεωρεί παιχνίδια.
Δρα χωρίς σκέψη και χωρίς γνώση για τις συνέπειες κάθε πράξης της.
Παίζοντας σπάζει ό,τι υπάρχει μέσα στο δωμάτιο και κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι για παιχνίδι, χτυπάει όποιον βρει μπροστά της.
Πηγαίνει μέσα στο δωμάτιο της γιαγιάς και της ανακατεύει τα πράγματα, της τραβάει τα μαλλιά, της τσιμπάει τα μάγουλα γελώντας.
Γιαγιά και κόρη την ανέχονται, προσπαθούν κάποτε να την πάρουν με το καλό, τη συμβουλεύουν…
Αυτή είναι η κατάσταση στο σπίτι που λέγεται Γη και που μέσα του ζουν τρεις γενιές.
Η ΔΙΑΦΟΡΑ
Είμαστε Ευρώπη, αλλά μια διαφορετική, καλλίτερη Ευρώπη.
Και αυτό το διαφορετικό είναι που μας κάνει ανώτερους από τους άλλους ευρωπαίους.
Εμείς για μουσική έχουμε τα νταούλια, αυτοί όχι.
Εμείς δεν υπακούμε στους νόμους, αυτοί ναι.
Εμείς παρκάρουμε τα αυτοκίνητά μας πάνω στα πεζοδρόμια. Αυτοί όχι.
Εμείς κλέβουμε ο ένας τον άλλο. Αυτοί όχι.
Εμείς δεν έχουμε Παιδεία. Αυτοί έχουν.
Εμείς έχουμε βρώμικες πόλεις, βρώμικα νοσοκομεία, βρώμικα σχολεία, αυτοί όχι.
Εμείς τρώμε τα δανεικά μας στα μπουζούκια, αυτοί χτίζουν εργοστάσια και σχολεία μ’ αυτά.
Εμείς τεμπελιάζουμε, αυτοί δουλεύουν.
Εμείς ειμαστε καλοί σαν γκαρσόνια, αυτοί είναι καλοί σαν τουρίστες.
Εμείς δεν παράγουμε ούτε καρφίτσες, αυτοί παράγουν από αυτοκίνητα και πάνω.
Εμείς φοβόμαστε τον ίσκιο μας, την Τουρκία, τη Μακεδονία, την Αλβανία τη Βουλγαρία, αυτοί κανέναν.
Εμείς έχουμε κλέφτες και ψεύτες πολιτικούς, αυτοί σοβαρούς ανθρώπους.
Εμείς έχουμε μυαλά μεσαίωνα, αυτοί εικοστού πρώτου αιώνα.
Εμείς έχουμε τραγούδια κοιμισμένα, αυτοί τραγούδια ζωηρά.
Εμείς δείχνουμε στις τηλεοράσεις μας σκουπίδια, αυτοί όμορφα και νέα πράγματα.
Εμείς έχουμε την ιδέα ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, αυτοί είναι ό,τι είναι.
Αυτοί ψυχαγωγούνται, εμείς διασκεδάζουμε.
Εμείς καταστρέφουμε το περιβάλλον, αυτοί το προσέχουν.
Εμείς μισούμε τα βιβλία, αυτοί τα διαβάζουν.
Ε, δεν πρέπει να είμαστε υπερήφανοι που ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε τόσους άλλους!;
Ο ΛΑΌΣ ΜΟΥ
Να φωνάξω σε ποιον και ν’ ακούσει
τη ντροπή που στα στήθια μου κλείνω;
…Στο κενό θα την πω κι ας γνωρίζω
πως ματαίως μιλώ και σε κείνο:
«Το λαό μου οι φαύλοι τον κλέβουν.
Με άθλιους νόμους οι ίδιοι που φέρνουν
τον πετάνε στη λάσπη δεμένον
κι ό,τι έχει στις τσέπες του παίρνουν.
Τον λαό μου οι φαύλοι ονειδίζουν.
Με υποσχέσεις που δεν τις τηρούνε
τον χορταίνουνε, κι έτσι πρησμένον
για κοιλιόδουλο τον τιμωρούνε.
Τον λαό μου οι φαύλοι πιο φαύλον
απ’ ό,τ’ οι ίδιοι τον έχουνε κάνει.
Και αυτός όλο κάτω τραβάει-
σκόνη γίνεται ό,τι κι αν πιάνει.
Λαέ κούφιε, λαέ κοιμισμένε,
μιαν υπόκλιση ακόμα και χάσου!
Και στον Άδη ζητούν Μαριονέτες:
στάδιο κι άλλο λαμπρό να! μπροστά σου!»
-----
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΡΧΗΓΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ-
Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ
Και είναι απορίας άξιον πώς,
ο πρώτος ο πολίτης μας εγκρίνει
τα μέτρα που δε θέλει ο Λαός;
(…και άραγε το θέμα έτσι κλείνει;..)
Καλά , ο Λαός δεν είναι ο Παπούλιας;
Δεν είναι αυτός ο πληρεξούσιός Του;
Πώς χούγια γίνεται να έχει Πούλιας
αντίς να είναι ο Αυγερινός Του;
Το χέρι το Λαό που προστατεύει
πώς τώρα γίνεται να Τον χτυπάει,
και όσους τον σκοτώνουν να χαϊδεύει,
να τους καλόχει και να τους φιλάει;
Ο Πρόεδρος φρενάρει τους πολίτες
ή δυνατά το γκάζι σανιδώνει-
σπρώχνει στη δυστυχία τους ψωμοζήτες
ή την αντίστασή τους δυναμώνει;
...Τουλάχιστο στα τόσα κούφια έπη
που θ’ ακουστούνε μέσα στο Συμβούλιο
ας ρίξει ο Πρόεδρος και λίγα «πρέπει»-
χωνευτικά για γεύμα ένα λουκούλλειο.
-----
ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ
Οι δημοσιογράφοι μας:
α.
-ΔΕΝ ΛΕΝΕ:
«ο τάδε υπουργός έκλεψε τόσα»,
ΑΛΛΆ ΛΕΝΕ:
«υπεγράφη η σύσταση επιτροπής…. «
ή
«ύστερα από σύσκεψη παραγγέλθηκαν τόσα τανκς…. «
ή
«ο υπουργός παρεβρέθηκε….κλπ.»
β.
ΔΕN ΛΕΝΕ: « ο τάδε κλέφτης υπουργός ζήτησε από τον πρωθυπουργό να πάει στο σπίτι του για να φάει με την ησυχία του όσα έκλεψε από την τσέπη σου αγαπητέ τηλεθεατή. Και ο κλέφτης πρωθυπουργός τον έστειλε στο σπίτι του λέγοντάς του «άντε, καλοφάγωτα»,
ΑΛΛΆ ΛΈΝΕ: «ύστερα από ανάμιξη του ονόματός του στην υπόθεση… ο υπουργός τάδε υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό. Ο κύριος πρωθυπουργός έκανε δεκτή την παραίτηση»
γ.
Και όταν η παραίτηση δεν γίνεται δεκτή,
ΔΕΝ ΛΕΝΕ: «ο κύριος πρωθυπουργός είπε στον υπουργό που θέλει να παραιτηθεί: κάτσε κάτου ρε, επειδή γράψανε κάτι αράδες μερικές φυλλάδες θες να φύγεις; Με μπαζούκας να τους βαράμε δεν θα ξυπνήσουν τα κουτάβια ρε συ. Έχει μπόλικο φαί ακόμα ρε. Τι θέλεις, να βάλω κανέναν άλλο που να μην του έχω εμπιστοσύνη και να με καρφώσει; Κάτσε τώρα που τη βρήκαμε, φάε και σταμάτα τις μ……»,
ΑΛΛΑ ΛΕΝΕ : «ο κύριος πρωθυπουργός παρακάλεσε τον κύριο υπουργό να παραμείνει στη θέση του…»
δ.
Όταν μιλάνε για τους νεκρούς και τους τραυματίες στα τροχαία ή στα εργοστάσια,
ΔΕΝ ΛΕΝΕ: «η κυβέρνηση σκότωσε σήμερα στους δρόμους τόσους , στα εργοστάσια τόσους, και τραυμάτισε τόσους.»
ΑΛΛΆ ΛΕΝΕ: «σε τροχαία ή στα εργοστάσια την εβδομάδα αυτή έχασαν τη ζωή τους τόσοι… στα τροχαία δυστυχήματα αίτιο ήταν η υπερβολική ταχύτητα και το οινόπνευμα, στα εργατικά η απροσεξία….»
ΑΡΧΗ ΣΑΜΑΡΑ
Αφότου άρχει ο Σαμαράς
ο Μνημονιομανής,
τέρμα: από δώ και ύστερα
χορτάτος πια κανείς!
Με άλλα λόγια νηστικοί
εις το εξής θα μένουμε
και θα μας επιτρέπεται
μονάχα ν’ ανασαίνουμε.
Γλιτώνουμε έτσι οριστικά
από της μάσας τη σκλαβιά
κι απ’ όσα το φαϊ της
κουβάλαγε μαζί της.
Και πια θα καταργήσουμε
την τουαλέτα ευθύς-
βάσανο από τα μέγιστα
που υφίσταται καθείς.
Δίαιτες δε θα χρειάζονται
για να ’μαστε λεπτοί
και μάλιστα η διαφορά
αμέσως θα ’ναι απτή.
Χοντροί δε θα υπάρχουνε
και οι αρρώστιες πάνε
που του μεγάλου πάχους μας
απότοκες μετράνε.
Και τότε θα βαφτίζεται
το μανεκέν «Τουίγκι»,
όχι αν είναι αδύνατο
μα αν έχει λίγο ξύγκι.
Κλείνουν τα φαστφουντάδικα,
κλείνουν τα εστιατόρια,
και πάρτυ καθημερινό
θα στήνουν τα κοκόρια.
Θα πεταχτούνε στ’ άχρηστα
οι χύτρες, τα τηγάνια
και δε θα φκιάνουν κακαβιά
τα πλοία στα λιμάνια.
Παύουν οι στομαχόπονοι,
οι αυπνίες τα βράδια,
και παύουν να γεμίζουνε
τα γένια μας με λάδια.
Τόσα καλά οι εκλογές
οι τελευταίες μας φέρανε
που πόσο μας βοήθησαν
ούτε κι αυτές δεν ξέρουνε.
Κι όταν ο Χάρος θα χυθεί
να πάρει τη ζωή μας
για να τη βρει δε θα ’χει πια
να ψάξει στο κορμί μας,
αφού είτε είμαστε σοφοί,
είτε χαζοί είτε φρόκαλα
θα έχουν μείνει από μας
μόνο πετσί και κόκαλα.
Kι η αφού η ζωή μας προ πολλού
θα ’ναι ξεπνοϊσμένη:
θα ’μαστε λόγω ζωντανοί,
έργω όμως πεθαμένοι…
ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉΣ
Καλά φυλάγεται
μες στη Ραφήνα.
Να κάθεται άστονε
στα μέρη εκείνα
κεφάλαιο να ‘χουμε
κάπου βαλμένο
μη και μας χρειαστεί
το ξορκισμένο.
Κι αν μας χρειαστεί
πάλι τον φέρνουμε
κι από το βάρος του
όλοι ας γέρνουμε.
...................
.......................
Κι όταν θα φάει
και την τυλώσει,
με τη βλακεία μας
εμείς την τόση,
Εθνάρχη σίγουρα
ευθύς τον χρίζουμε
Και φίνο άγαλμα
τρανό του χτίζουμε-
δίπλα στο θείο του
να ’ναι κι αυτός,
να τους θαυμάζουμε
οικογενειακώς.
Να που μας χρειάστηκε πάλι λοιπόν..