Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

  Ο ΘΡΗΝΟΣ



Τόπος: Λος Άντζελες, σπίτι του Άρβάζ (δωμάτιο με κουζίνα)
Χρόνος:1996.
Πρόσωπα του έργου: Λέσλυ, Αρβάζ.  

ΑΡΒΑΖ
(ανοίγοντας την πόρτα)
Πέρασε.
ΛΕΣΛΥ
(περνάει)
Ευχαριστώ.
ΑΡΒΑΖ
Βολέψου. Κάθισε.
ΛΕΣΛΥ
(παραξενεμένη)
Δε θα ξαπλώσουμε;
ΑΡΒΑΖ
(ήρεμα, σοβαρά)
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Να γδυθώ;
ΑΡΒΑΖ
Όχι. Κάθισε.
(Η Λέσλυ κάθεται)
Πόσων χρονών είσαι;
ΛΕΣΛΥ
Εικοσιοχτώ.
ΑΡΒΑΖ
Ρώτησέ με κι εμένα πόσων χρονών είμαι.
ΛΕΣΛΥ
Δε μ’ ενδιαφέρει. Και ογδόντα να ήσουνα μ’ αρέσεις. Ειδικότητά μου είναι οι μεγάλοι άντρες.
(Πάει κοντά του και τον χαϊδεύει)
Έλα μωρό μου, πάμε στο κρεβάτι, είμαι καλή, θα δεις…
ΑΡΒΑΖ
Όχι, κάθισε σε παρακαλώ.
ΛΕΣΛΥ
Έλα… έλα…
ΑΡΒΑΖ
Σε παρακαλώ, δε σε θέλω γι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
(έκπληκτη)
Δε με θέλεις γι αυτό;…
ΑΡΒΑΖ
Όχι.
ΛΕΣΛΥ
Δεν καταλαβαίνω. Τότε γιατί με θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Θα σου πω. Αλλά δε μου δίνεις την ευκαιρία. Κάτσε. Ησύχασε.
ΛΕΣΛΥ
(Κάθεται)
Άκου φίλε, εγώ θα κάτσω αφού το θέλεις. Όμως έχει περάσει κιόλας ένα τέταρτο της ώρας. Δε θέλω να μου λες ύστερα πως δεν έκανες τίποτα και δεν πληρώνεις.
ΑΡΒΑΖ
Πώς σε λένε;
ΛΕΣΛΥ
Λέσλυ. Το άκουσες αυτό που σου είπα;
ΑΡΒΑΖ
Το άκουσα. Το ήξερα όμως. Μη φοβάσαι, τα λεφτά σου θα τα πάρεις με το παραπάνω.
ΛΕΣΛΥ
Έτσι είναι καλλίτερα. Λοιπόν… τι θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Εκείνο που θέλω μπορεί και να κρατήσει πάνω κι από μιαν ώρα. Έχεις καιρό;
ΛΕΣΛΥ
Άκου φίλε…
ΑΡΒΑΖ
Δε θέλεις να μάθεις τ’ όνομά μου;
ΛΕΣΛΥ
Τι σημασία έχει..
ΑΡΒΑΖ
Έχει. Ρώτησέ με τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί;..
ΑΡΒΑΖ
Πρέπει, για τη δουλειά μας. Σε παρακαλώ, ρώτησε τ’ όνομά μου.
ΛΕΣΛΥ
Πώς σε λένε;
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ. Λοιπόν σε παρακαλώ να μη με ξαναπείς «φίλε». Να με λες Αρβάζ.
ΛΕΣΛΥ
Σύμφωνοι. Λοιπόν Αρβάζ, εγώ καιρό έχω, αλλά για κάθε ώρα παίρνω διακόσα δολάρια.
ΑΡΒΑΖ
Λέσλυ, σου είπα, θα πληρωθείς.
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει Αρβάζ. Όμως πολύ μυστηριώδης είσαι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα κάνουμε εδώ μέσα αν όχι αυτό.
ΑΡΒΑΖ
Άκου Λέσλυ. Είναι κάτι που δεν έχει σχέση με το επάγγελμά σου. Λίγη υπομονή σε παρακαλώ. Ας γίνουν όλα όπως τα θέλω εγώ, μιας και… μιας και… μιας και σε πληρώνω. Τι λες:
ΛΕΣΛΥ
Εντάξει. Ό,τι πεις μωρό μου.
ΑΡΒΑΖ
Αρβάζ!
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι πεις Αρβάζ. Μήπως είσαι ζωγράφος και με θέλεις για να ποζάρω;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, δεν είναι αυτό.
ΛΕΣΛΥ
Καλά. Δεν ξαναρωτάω. Αλλά μιας και καθόμαστε ας πιούμε ένα ποτό. Θέλεις;
ΑΡΒΑΖ
Καλή ιδέα. Θα έχει κάτι στην κουζίνα.
ΛΕΣΛΥ
Ό,τι να ’ναι… μια κόκα κόλα…
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα κάτι.
(Πηγαίνει στην κουζίνα)
ΛΕΣΛΥ
Από πού είσαι;
ΑΡΒΑΖ
Από το Ιράν.
ΛΕΣΛΥ
Πότε ήρθες εδώ;
ΑΡΒΑΖ
Έχω δέκα χρόνια.
ΛΕΣΛΥ
Σου αρέσει η Αμερική;
ΑΡΒΑΖ
Και ναι και όχι.
ΛΕΣΛΥ
Είναι διαφορετικά στο Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Ω! Πολύ!
(Φέρνει τα ποτά)
Πες μου Λέσλυ, γιατί μου τα ρωτάς όλα αυτά;
ΛΕΣΛΥ
Δεν ξέρω… για να πούμε κάτι…
ΑΡΒΑΖ
Έχεις δίκιο. Όμως πρέπει αυτά που λέμε να τα νιώθουμε. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό: να σε καίει μέσα σου ο πόθος να πεις αυτό που έχεις να πεις. Όταν με ρωτάς κάτι να το κάνεις όχι γιατί είσαι κοντά μου επειδή πληρώνεσαι, αλλά γιατί πραγματικά θέλεις να μάθεις. Σαν να ’σαι κοντά μου χρόνια και είδες κάτι ασυνήθιστο σε μένα και ρωτάς όλο ενδιαφέρον και ανησυχία.
ΛΕΣΛΥ
Σαν να ήμασταν παντρεμένοι;
ΑΡΒΑΖ
Όχι, όχι, κάθε άλλο εκτός απ’ αυτό. Σαν να ήμασταν εραστές.
ΛΕΣΛΥ
Εραστές χωρίς έρωτα;
ΑΡΒΑΖ
Σου είπα-σαν να είμαστε.
ΛΕΣΛΥ
Τότε και το ενδιαφέρον μου θα είναι σαν να ήταν ενδιαφέρον.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό αρκεί. Ναι. Όμως έτσι που αν κάποιος μας έβλεπε να μην μπορούσε να καταλάβει τη διαφορά. Να νομίζει πως αισθάνεσαι βαθιά ό,τι λες και κάνεις.
ΛΕΣΛΥ
(Γελώντας)
Ο πελάτης έχει πάντοτε δίκιο.
ΑΡΒΑΖ
Και ξέχασε ότι είμαι πελάτης. Ξέρεις τίποτα από ηθοποιία;
ΛΕΣΛΥ
Πήρα μαθήματα για ένα φεγγάρι…
ΑΡΒΑΖ
Ωραία. Μπράβο. Αυτό θα μας βοηθήσει πολύ.
ΛΕΣΛΥ
Μα γιατί όλα αυτά; Πες μου…
ΑΡΒΑΖ
Είπαμε-όλα με τη σειρά τους.
ΛΕΣΛΥ
Έχεις δίκιο. Λοιπόν… πού μείναμε;
ΑΡΒΑΖ
Έλεγα πως όταν μου μιλάς πρέπει να μου μιλάς με ενδιαφέρον και με πόνο. Και με αλήθεια.
ΛΕΣΛΥ
Μα είπαμε πως όλα αυτά είναι ψέματα.
ΑΡΒΑΖ
Την αλήθεια μπορείς να τη βρεις μόνο μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
(με ενδιαφέρον)
Πώς το είπες αυτό;
ΑΡΒΑΖ
Είπα πως η αλήθεια βρίσκεται μέσα στο ψέμα.
ΛΕΣΛΥ
Τι μου θύμισες…
ΑΡΒΑΖ
ΤΙ;
ΛΕΣΛΥ
Χρόνια πολλά πριν, μπορεί και δεκαοχτώ, ο πατέρας ενός φίλου πήγε στο θέατρο με το γιο του και με μένα. Απ’ όλη την παράσταση μου ’μεινε μια φράση που είπε ο μάγος στην πριγκίπισσα: «Αλήθεια είναι το ψέμα». Τι κουταμάρα, είχα σκεφτεί τότε. Αρβάζ, έχεις προσέξει πως μερικά πράγματα για να τα νιώσουμε πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Με την προϋπόθεση πως θα τριγυρνάνε όλο αυτό το διάστημα συνέχεια στο μυαλό μας.
ΛΕΣΛΥ
Ναι…
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν με μεγαλύτερη κατανόηση θα κάνεις τώρα αυτά που σου είπα. Αίσθημα λοιπόν, πάθος, πόνος, ανθρωπιά.
ΛΕΣΛΥ
Με μια λέξη αλήθεια.
ΑΡΒΑΖ
Αλήθεια. Με μια λέξη.
ΛΕΣΛΥ
Μην ξεχνάς όμως πού είσαι. Εδώ είναι Αμερική. Μη ζητάς πολλά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν μπορεί το ψέμα σας να φτάσει ως την αλήθεια;
ΛΕΣΛΥ
Δν ξέρω. Μα να, τώρα, τη στιγμή ακριβώς αυτή, κάτι μου φωνάζει μέσα μου πως έγινε κιόλας. Ήρθαν όλα τόσο απότομα… δεν ξέρω…
(Σιωπή)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Γιατί ρωτάς;
ΛΕΣΛΥ
Έτσι, από περιέργεια.
ΑΡΒΑΖ
Σωστά, μ’ αυτήν αρχίζουν όλα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
ΑΡΒΑΖ
Δε θυμάμαι πια.
ΛΕΣΛΥ
Κάτι σοβαρό πρέπει να σε ανάγκασε να ξενιτευτείς.
ΑΡΒΑΖ
Τώρα πρόσεξε: καλλίτερα όταν λες αυτό να μην κρατάς στο χέρι το ποτό. Έτσι… Μάζεψε λίγο τις γωνίες του στόματος. Ξέρω, από το να γελάς κάθε τόσο όπως όλοι στην Αμερική, έχουν πάρει αυτή τη θέση. Όμως προσπάθησε!.. Ακόμα λίγο… έτσι μπράβο. Ξαναρώτησέ με τώρα.
ΛΕΣΛΥ
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι, καλλίτερα έτσι. Πολύ καλλίτερα. Τώρα: το σώμα σου καθώς θα με ρωτάς θα πρέπει να το γείρεις λίγο μπροστά, προς το μέρος μου. Και τα μάτια σου να βλέπουνε ίσα μέσα στα δικά μου, πασκίζοντας να διαβάσουνε μέσα τους την απάντηση προτού την ακούσουνε τ’ αυτιά. Γείρε λοιπόν λίγο προς εμένα. Κοίταξέ με. Και τώρα ρώτησέ με πάλι.



ΛΕΣΛΥ
(κάνει όπως του είπε)
Γιατί έφυγες από το Ιράν; Κάτι σοβαρό θα σε ανάγκασε.
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Έτσι. Απ’ όλα μόνο το στόμα θέλω λίγο πιο σοβαρό, το μέτωπο λίγο ζαρωμένο από το ενδιαφέρον. Και τώρα όλα μαζί: τα πυρωμένα μάτια, το σκύψιμο του κορμιού, το ζάρωμα του μετώπου, η σοβαρότητα του στόματος, το τρέμουλο της φωνής. Εμπρός. Ναι, καλά κάνεις και σφίγγεις με το χέρι σου το χέρι της πολυθρόνας. Λοιπόν…
ΛΕΣΛΥ
(Τρυφερά, δακρυσμένη)
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Ναι…
ΛΕΣΛΥ
Γιατί…
ΑΡΒΑΖ
Μα όχι δάκρυα, δεν είναι απαραίτητα. Δε βλάφτουν όμως. Λοιπόν!..
ΛΕΣΛΥ
(Σηκώνεται και κάθεται στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του Αρβάζ. Του παίρνει το χέρι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Κλαίγοντας)
Γιατί έφυγες από το Ιράν;
(Του αγκαλιάζει τα πόδια)
ΑΡΒΑΖ
(έντονα και σαν κάποιος που ξαφνικά βρέθηκε σε δύσκολη θέση και αμύνεται)
Δεν ξέρω. Σου λέω αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε θυμάμαι…
ΛΕΣΛΥ
Ποιος ξέρει;
ΑΡΒΑΖ
(ξαναβρίσκοντας τον εαυτό του. Σιγανά και ήρεμα)
Κανείς… κανείς…
(Τη σηκώνει και την καθίζει στα γόνατά του)
Αμερικανίδα που κλαίει!..Τι δε θα ’χα να δω ακόμη… Έλα, σταμάτησε να κλαις-μα γιατί κλαις…
ΛΕΣΛΥ
Πρέπει να υπόφερες εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Όπως όλοι στη κατάστασή μου.
ΛΕΣΛΥ
Η ίδια μαχαιριά δίνει άλλο πόνο στον καθένα.
(Σηκώνεται. Σιγά)
Τι να κάνω για σένα;
ΑΡΒΑΖ
Θα το μάθεις σε λίγο.
ΛΕΣΛΥ
Όχι αυτό. Εννοώ τι θέλεις να σου φτιάξω, να σου δώσω να φας ή να πιεις κάτι. Τι;
ΑΡΒΑΖ
Ε! Δε σε πληρώνω για υπηρέτριά μου. Κάτσε. Δε θέλω τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
(τον αγκαλιάζει)
Κάνε μου τη χάρη: μην ξαναμιλήσεις για λεφτά. Πες μου, θέλεις κάτι;
ΑΡΒΑΖ
Ένα ποτήρι νερό μόνο. Είναι στο ψυγείο κάτω δεξιά.
(Η Λέσλυ φέρνει το νερό. Ο Αρβάζ το παίρνει και το αφήνει πάνω στο τραπέζι)
Ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Δε θα πιεις;
ΑΡΒΑΖ
Όχι ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
(Κοιτάζει γύρω προσπαθώντας να φαίνεται χαρούμενη)
Ξέρω ένα φτηνό μαγαζί που πουλάει έπιπλα φτηνά και όμορφα. Θα πάμε μια μέρα μαζί ν’ αγοράσουμε μερικά. Ετούτος ο καναπές δε στέκει καλά. Και το κρεβάτι θα ’ναι μεγαλύτερο σε ηλικία από μένα. Ένα τραπέζι της προκοπής, δυο τρεις καρέκλες και όλα θα γίνουν διαφορετικά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν χρειάζεται τίποτα Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
Και κουρτίνες καινούργιες για τα παράθυρα. Μερικά καλά ποτήρια…
ΑΡΒΑΖ
Καλά είναι κι έτσι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
(συνεχίζει σαν να μη τον άκουσε)
…Και θα ’ρχομαι να σε βλέπω όταν θα ’χουμε καιρό ελεύθερο κι οι δυο μας. Μ’ αρέσει εδώ.
ΑΡΒΑΖ
Κι εγώ θα ’θελα να σε βλέπω. Μα δε γίνεται. Ξέχασέ το. Ας γυρίσουμε στη δουλειά μας.
ΛΕΣΛΥ
(το ίδιο)
Τα μισά λεφτά θα τα δώσω εγώ αφού θα είναι λίγο σαν σπίτι μου το σπίτι σου.
ΑΡΒΑΖ
(Ήρεμα και αποφασιστικά)
Όχι Λέσλυ.
ΛΕΣΛΥ
…Θα φύγεις! Θα φύγεις από δω γι αυτό δε θέλεις να φτιάξεις το διαμέρισμά σου! Το βρήκα-ναι;
ΑΡΒΑΖ
Το βρήκες Λέσλυ. Θα φύγω.
ΛΕΣΛΥ
Γι αυτό είπες πριν «τι δε θα ’χα να δω ακόμα»… μα δε θα δεις… Για πού; Για την πατρίδα;
ΑΡΒΑΖ
Για την πατρίδα. Γι αυτό έλα. Έχουμε λίγη δουλειά ακόμα οι δυο μας. Μη μου ξεφεύγεις.
ΛΕΣΛΥ
(σιγά)
Δεν ξεφεύγω-πού θα πήγαινα;
ΑΡΒΑΖ
(σηκώνεται)
Φεύγοντας κάποιος από την πατρίδα του χάνει όλα όσα είχε εκεί πέρα. Ακόμα κι όσα πήρε μαζί του ελπίζοντας πως θα τα έχει δικά του. Μνήμες, περιπέτειες, χαρές, λύπες… Ακόμα και τα πράγματα. Λες κι όταν φύγανε κι αυτά από τον τόπο τους άλλαξαν τ’ όνομά τους. Όταν κανείς το καταλάβει αυτό, η πρώτη του κίνηση είναι να ξαναχτίσει καινούργια ζωή στην ξενιτιά, γεμίζοντάς την με ό,τι σ’ αυτήν μάζεψε, χάρηκε, δούλεψε, έκλαψε, πόθησε. Μάταιος κόπος. Η ζωή που ζει τώρα δεν είναι η δική του. Κάποιος άλλος κλαίει, χαίρεται, ποθεί γι αυτόν. Πολλοί δέχονται την καινούργια κατάσταση. Μερικοί, όπως εγώ, δεν μπορούν ν’ αφήσουν τον παλιό τους εαυτό. Και πεθαίνουν μαζί του όπως ο καπετάνιος στους αλλοτινούς καιρούς πνίγονταν με το καράβι του μαζί.
ΛΕΣΛΥ
Μη μιλάς για θάνατο. Μια γυναίκα θα σε βοηθήσει να φτιάξεις πάλι τη ζωή σου.
ΑΠΒΑΖ
Πώς;
ΛΕΣΛΥ
Με την αγάπη της. Δεν ξέρω… έτσι λένε όλοι…
ΑΡΒΑΖ
Αν μια γυναίκα ερχόταν στην αρχή της εξορίας μου, τότε ίσως να βοηθούσε. Τότε, πριν σπάσει η συνέχεια. Θα με βύθιζε στο τέλμα της υποταγής και της ρουτίνας και θα πέθαινα ένα ευτυχισμένο μηδενικό που δεν έχει ιδέα για τη μηδενικότητά του. Όμως δεν ήρθε. Και ποια γυναίκα θα πλησίαζε έναν ξένο;
Έτσι έμεινα μόνος. Μη νομίσεις πως στενοχωριέμαι ή λυπάμαι γι αυτό. Όχι. Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Μάλιστα χρωστώ χάρη στην ξενιτιά. Μ’ έκανε να γνωρίσω τον εαυτό μου.
ΛΕΣΛΥ
Μαθαίνοντάς σου την απελπισία;
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Το κατάλαβες.
ΛΕΣΛΥ
Το είδα με τα καινούργια μάτια που μου έδωσες.
ΑΡΒΑΖ
Σ’ ευχαριστώ που μαθαίνεις εύκολα. Και τώρα στη δουλειά.
ΛΕΣΛΥ
Μη τη λες δουλειά πια. Ό,τι και αν κάνουμε μαζί οι δυο μας θα είναι η εκπλήρωση ενός καθήκοντος. Σ’ ακούω.
ΑΡΒΑΖ
Λοιπόν, απ’ όλα που είχα στην πατρίδα, πιο πολύ μου έχει λείψει το κλάμα. Εδώ όλοι γελάνε. Στην πατρίδα μου το γέλιο είναι ακριβό. Γι αυτό σε θέλω: να κλάψεις για μένα.
ΛΕΣΛΥ
(ανήσυχη και απορημένη)
Αρβάζ!
ΑΡΒΑΖ
Ναι. Αυτό θέλω. Άκου Λέσλυ. Στην πατρίδα μου όταν πεθαίνει κάποιος, τόνε κλαίνε. Κυρίως γυναίκες. Δηλαδή γνωστές και συγγένισσες μαζεύονται γύρω από το φέρετρο του νεκρού και τον κλαίνε για ολόκληρη μια νύχτα. Για σκέψου! Κλάμα τόσες ώρες από τόσους ανθρώπους… Αυτό μια φορά μετράει. Δείχνει πως ο πεθαμένος έλειψε από κάποιον. Πως νιώσαν ότι έφυγε. Κι αν κανείς δεν υπάρχει για να κλάψει το νεκρό, τότε νοικιάζουν γυναίκες, μιαν ή περισσότερες, που η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή: να κλάψουν τον νεκρό. Γι αυτό σε θέλω. Όταν πεθάνω θέλω να με κλάψεις. Αυτός είναι ο λόγος που σ’ έφερα εδώ.
ΛΕΣΛΥ
Όταν πεθάνεις;.. Να κλάψω;..
ΑΡΒΑΖ
Ναι Λέσλυ. Καταλαβαίνω, το βλέπεις γελοίο. Όμως για μένα είναι σημαντικό. Θα έχω έτσι την ψευδαίσθηση πως σε κάποιον θα λείψω. Κι αυτός ο κάποιος θα είσαι συ. Ντρέπομαι γι αυτά που σου λέω. Και ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Αν είναι έτσι πες το μου.
ΛΕΣΛΥ
Και βέβαια είναι γελοία ολα αυτά. Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα σε κλάψω. Θα γελώ. Και θα μάθω το γέλιο σε σένα κι όχι εσύ το κλάμα σε μένα. Κουταμάρες εκεί!.. Μ’ έκανες να σε νοιώσω, να ενδιαφερθώ για σένα, να πιστέψω σε σένα. Ήτανε λοιπόν μόνο και μόνο για να μου ζητήσεις αυτό; Για να μου πεις πως θα πεθάνεις; Όχι, δε θα κλάψω για σένα. Θα γελώ για σένα. Και συ για μένα. Κι οι δυο με τη ζωή. Αν έκλαιγα για σένα θα ’τανε γιατί μου έλειψες. Κι αφού θα μου είχες λείψει, θα πει πως σε χρειάζομαι. Κι αφού σε χρειάζομαι-αφού σε χρειάζεται κάποιος-δεν έχεις να πεθάνεις. Ζήσε λοιπόν. Και μόνο που μιλήσαμε γι αυτή τη λίγη ώρα, νιώθω πως κάτι άλλαξε σε μένα. Σαν με τα λόγια και με τη στάση σου να γέννησες έναν άλλο άνθρωπο μέσα μου. Κι ό,τι σου λέω από τότε, αυτός ο καινούργιος άνθρωπος είναι που τα λέει. Κι είναι ωραίος αυτός ο άνθρωπος. Και για να ζήσει σε χρειάζεται.
ΑΡΒΑΖ
Έτσι νομίζεις. Είναι μια εντύπωση της στιγμής. Νομίζεις ότι κάτι άλλαξε μέσα σου. Δεν άλλαξε. Και ευτυχώς. Γιατί αλλιώς θα ήταν ένα μαρτύριο η ζωή σου. Φαντάσου, ένα δυστυχισμένο πλάσμα -εμένα-είδες κι άρχισες να κλαις. Σκέψου τι θα γινόταν αν, ο καινούργιος άνθρωπος που λες πως γεννήθηκε μέσα σου έβλεπε όλη τη δυστυχία του κόσμου.
ΛΕΣΛΥ
Με κάνεις και μένα δυστυχισμένη με τα λόγια σου αυτά.
ΑΡΒΑΖ
Δεν είσαι δυστυχισμένη. Δυστυχία είναι να έχεις συναίσθηση της δυστυχίας σου. Εσύ πατάς γερά στον κόσμο της ύπαρξης, έναν κόσμο χάρτινο, που όμως μπορεί ν’ αντέξει το βάρος το μικρό της ζωής σου. Μα η δική μου ζωή, πατώντας πάνω στον χάρτινο αυτόν κόσμο, τον γκρεμίζει με το βάρος της. Και να ’μαι πεσμένος στην άβυσσο που κρύβεται από κάτω του.
ΛΕΣΛΥ
Μην είσαι εγωιστής. Μην κοιτάζεις το κακό που έγινε στον εαυτό σου. Κοίταξε το καλό που μπορείς να κάνεις εσύ στους άλλους. Και ζήσε. Δες με-είμαι εγώ ο ίδιος άνθρωπος που μπήκε εδώ μαζί σου πριν μια ώρα;
ΑΡΒΑΖ
Ο σπόρος της αλλαγής είναι που έπεσε μέσα σου Λέσλυ. Κι αλήθεια, χαίρομαι γι αυτό σαν να ’πλασα κιόλας όχι ένα νέον άνθρωπο, αλλά ένα ολόκληρο νέο κόσμο. Σε χρόνια, όταν θα φτάσεις κι εσύ στην ηλικία μου, τότε θα δεις κι εσύ τα πράγματα όπως τα βλέπω. Θα δεις πόσο η ζωή σου ήταν άδεια, θα δεις τι σημαίνει ξενιτιά, θα δεις πόσο στα ξένα σου έλειψαν τα δικά σου πράγματα, τα πράγματα της πατρίδας, θα δεις πόσο άλλος πρέπει να είσαι για να μπορέσεις να ζήσεις. Και μην μπορώντας να γίνεις αυτός ο άλλος άνθρωπος, θα σκεφτείς το θάνατο. Όπως τώρα εγώ.
ΛΕΣΛΥ
Ναι. Ο σπόρος σου κάπου εκεί θα με οδηγήσει. Το νιώθω. Όμως συχώρα με… μα εγώ δεν είμαι… δεν είμαι ξένη… είμαι στην πατρίδα μου…
ΑΡΒΑΖ
Όλοι είμαστε ξένοι στη γη. Κάποτε θα το καταλάβεις.
ΛΕΣΛΥ
Ίσως. Και ίσως κι εγώ να θέλω να πεθάνω. Και κάποιος να θέλει να με σταματήσει. Όπως θα σταματήσω τώρα εγώ εσένα.
(Κλαίει)
Δε θέλω να σε κλάψω. Δε θέλω να πεθάνεις. Δε θέλω…
ΑΡΒΑΖ
Μα, Λέσλυ, δεν πέθανα ακόμα.
ΛΕΣΛΥ
Όχι. Δε θα πεθάνεις. Δε θα κλάψω για σένα-όχι-δε θα κλάψω…
ΑΡΒΑΖ
Καλή μου, κάνε το-μου σαν μια χάρη. Είσαι η μόνη που μπορεί και που θέλω να κλάψει για μένα. Κλάψε με Λέσλυ. Μόνο έτσι θα φύγω ευχαριστημένος.
Δεν το θέλεις να φύγω ευχαριστημένος;
ΛΕΣΛΥ
Θα ’τανε σαν να σε σκοτώνω-όχι.
ΑΡΒΑΖ
(Την πλησιάζει, παίρνει τα χέρια της στα χέρια του και τα φιλεί)
Λέσλυ, δεν μπορείς να με σκοτώσεις. Είμαι κιόλας πεθαμένος. Μα… γιατί πάγωσαν τα χέρια σου ξαφνικά;
ΛΕΣΛΥ
(Ελευθερώνει τα χέρια της)
Βρήκα έναν άνθρωπο και είναι κι αυτός πεθαμένος;
ΑΡΒΑΖ
Είναι γιατί δεν υπάρχει ανθρωπιά. Γιατί όπου γεννηθεί, την ίδια στιγμή πεθαίνει. Σαν μια χιονονιφάδα που πριν προλάβεις να την αγγίσεις έχει λιώσει κιόλας. Σαν μια αστραπή που για μια στιγμή τη βλέπεις και τελείωσε. Μα εκείνη η στιγμή είναι που μετράει-αυτήν όταν γνωρίσεις τα έχεις γνωρίσει όλα. Και ύστερα όλα για σένα είναι ένα μεγάλο τίποτα.
ΛΕΣΛΥ
Αφού δε θέλεις να ζήσεις για σένα, ζήσε για τους άλλους… ζήσε για μένα…
ΑΡΒΑΖ
Για τους άλλους;.. Για σένα;.. Λέσλυ! Πώς να στο πω …πώς να στο πω χωρίς να με κοροϊδέψεις… πώς να στο πω και να με πίστευες… πώς να στο πω και να μη, ίσως, με μισήσεις…
ΛΕΣΛΥ
Πίστεψα σε σένα. Θα πιστέψω κι ό,τι μου πεις. Πώς μπορείς να σκεφτείς πως θα σε κορόϊδευα;
ΑΡΒΑΖ
(σιγά και πειστικά)
Λέσλυ, δεν υπάρχεις ούτε εσύ ούτε οι άλλοι.
(Η Λέσλυ μένει ακίνητη και σιωπηλή για λίγο. Ξαφνικά μια λάμψη περνάει από τα μάτια και από το μυαλό της και τα φωτίζει. Ύστερα ήρεμα, γλυκά, τρυφερά, υποτακτικά και αποφασιστικά)
ΛΕΣΛΥ
Έλα Αρβάζ. Έλα καλέ μου. Πες μου τι πρέπει να κάνω. Έλα.
(Τον φιλεί απαλά, σαν αέρινα, στα χείλη, στα μάτια, στα μαλλιά, στα χέρια, ενώ μιλεί)
Μίλα λατρευτέ μου. Διάταξέ με. Πες μου τι να πω και τι να κάνω θρηνώντας. Όλα θα γίνουν όπως μου πεις.
ΑΡΒΑΖ
Ας κλείσουμε το παράθυρο.
(Το κλείνει)
Αν άκουγε κανείς το θρήνο σου θα τρόμαζε.
ΛΕΣΛΥ
Πες μου.
ΑΡΒΑΖ
Όταν βγει και η τελευταία μου πνοή θ΄αρχίσεις το θρήνο. Θα κλαις σαν να πέθανες εσύ η ίδια. Ή σαν να έχασες ένα πολύ αγαπητό σου πρόσωπο. Ο θρήνος θα βγαίνει από το στόμα σου σαν χείμαρρος. Σαν μέχρι τώρα να τον συγκρατούσες για κάποια αιτία. Θα προσπαθείς, όσο μπορείς, οι κραυγές σου να φτιάχνουν λόγια, λέξεις, προτάσεις ολοκληρωμένες όσο είναι δυνατό-όσο σου επιτρέπει το κλάμα. Θα δαγκώνεις τα χείλη σου από την απελπισία. Θα τραβάς τα μαλλιά σου, θα ξεσχίζεις τα ρούχα σου, θα δέρνεις τα στήθη και τους μηρούς σου με τα χέρια σου. Το τι θα λες αποφάσισέ το εσύ η ίδια. Αν όμως αυτό σε δυσκολεύει, σου έχω αφήσει ένα μοιρολόγι. Έτσι λένε στην πατρίδα μου τα λόγια που λένε θρηνώντας επάνω από τους νεκρούς. Παραλλαγές και προσθαφαιρέσεις θα κάνεις μόνη σου, χωρίς να το καταλάβεις αφού πραγματικός πόνος θα σε οδηγεί. Η φωνή σου θα είναι δυνατή, πολύ πονεμένη, στριγκιά. Το κλάμα δύσκολα θ’ αφήνει τα λόγια να ξεχωρίζουν. Η φωνή σου θα ’χει ανεβάσματα και κατεβάσματα. Κάθε εκπνοή σου θα καταλήγει σε βογγητό ή σε άναρθρη στριγκιά κραυγή.
ΛΕΣΛΥ
Κατάλαβα. Θα γίνει όπως μου είπες. Πριν όμως θέλω κι εγώ κάτι από σένα. Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Ο έρωτας είναι η δυστυχία του ανθρώπου.
ΛΕΣΛΥ
Ένα φιλί.
ΑΡΒΑΖ
Η επιθυμία είναι το δόλωμα της ζωής.
ΛΕΣΛΥ
Το θέλω.
ΑΡΒΑΖ
Η ηδονή είναι ο φονιάς της γνώσης.
ΛΕΣΛΥ
Είμαι γυναίκα.
ΑΡΒΑΖ
(Απλώνει τα χέρια του)
Έλα.
(Η Λέσλυ πλησιάζει. Φιλιούνται σ’ ένα παρατεταμένο, παθιασμένο φιλί. Μετά απ’ αυτό μένουν σφιχτά, απελπισμένα αγκαλιασμένοι, σαν να γυρεύουν να γίνουν ένα σώμα οι δυο τους. Τέλος χωρίζουν)
ΛΕΣΛΥ
Τι γλύκα! Ίδιος ο θάνατος!
(Κάθεται. Δακρύζει. Τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια της, αβίαστα, χωρίς αναφιλητά, σαν αυτό να είναι μία φυσιολογική κατάσταση όπως όταν μιλάμε ή ανασαίνουμε. Έτσι τα δέχεται και ο Αρβάζ. Και έτσι ως το θάνατο του Αρβάζ)
ΑΡΒΑΖ
Είχα σκοπό να σε αφήσω εδώ
(Βγάζει ένα άσπρο κουτάκι από την τσέπη του)
και να πάω στην κουζίνα για να πάρω αυτή τη σκόνη.
(Σκουπίζει τα δάκρυα της Λέσλυ)
Τώρα όμως δε χρειάζεται-έτσι δεν είναι;
ΛΕΣΛΥ
(Ψιθυριστά μέσα από τα αναφιλητά της)
Όχι, δε χρειάζεται…
ΑΡΒΑΖ
(Δείχνει έναν φάκελο στη Λέσλυ)
Μέσα εδώ βρίσκονται χρήματα-πέταξέ τα-, ένα μοιρολόγι κι ένα γράμμα για την περίπτωση που κάποιος θα ήθελε να σε συνδέσει με το θάνατό μου.
(Ρίχνει τη σκόνη μέσα στο ποτήρι με το νερό και πίνει. Ύστερα ξαπλώνει στο κρεβάτι. Σιωπή. Χωρίς να κοιτάζει τη Λέσλυ)
Σ’ ευχαριστώ.
ΛΕΣΛΥ
Εσύ εμένα;
(Κάθεται στην πολυθρόνα που βρίσκεται δίπλα στο κρεβάτι του Αρβάζ, κλείνει το χέρι του στα χέρια της και το φιλεί απαλά και το χαϊδεύει, ώσπου να νιώσει ότι αυτό παραλύει. Τότε ξεσπάζει σε γοερό θρήνο ξεσχίζοντας τα ρούχα και τα μάγουλά της)


                                ΑΥΛΑΙΑ

 ΠΑΡΘΕΝΩΝΕΣ 

Η ώρα τρεις.
Η νύχτα, με το φεγγάρι σκουλαρίκι στο δεξί αυτί της 
τα μαλλιαρά της χέρια απλώνει γύρω από τη γη.
Της Αθήνας βράζει το τσιμέντο. Ο Παρθενώνας 
με πεταμένα τα παράσημά του κάτου
κοιμάται κι ονειρεύεται μπαρούτι. 

Δυο σκύλοι ανηφορίζουν κουβεντιάζοντας.
-Είχες καλή τύχη σήμερα; ρωτάει ο ένας 
που σχεδόν γέρος είναι. 
-Βούτηξα ένα κομμάτι κρέας απ’ το χασάπικο.
-Καλή δουλειά. Μα να προσέχεις.
Οι άνθρωποι δε θέλουν να τους παίρνουν.
Εγώ κάτι αποφάγια βρήκα.
Η ζωή όσο πάει δυσκολεύει. 

Επήγαν ίσα και κατούρησαν 
στου Παρθενώνα τις κολώνες.
Εκείνος ξύπνησε από τις κουβέντες τους
κι από την αίσθηση ζεστού στα πόδια του.
-Τι ώρα είναι φίλοι; τους ρωτά.
- Τρεις περασμένες, ο μικρός του απαντάει.

-Μας συγχωρείς που σε ξυπνήσαμε, 
o γέρικος ο σκύλος όλο ευγένεια λέει
μα είσαι ό,τι πρέπει για κατούρημα.
Έτσι και μεις παίρνουμε μέρος
στην αιωνιότητα, και στην τελειότητα
χτίσματος δυόμισι χιλιάδων χρόνων. 
-Καλέ μου φίλε συ,
τέλειο κι αιώνιο κάτι αν ζητάς
τράβα καλλίτερα λίγο πιο πέρα
στη χλόη και στ’ αγριολούλουδα 
o Παρθενώνας πατρικά λέει αυτός,
και σκεφτικός ρωτάει:
-Μα φίλοι, πέστε μου, σαν κάτι ν’ άκουσα
μέσα στον ύπνο μου.
Κάνανε πάλι κάτι απόψε τα παιδιά;
-Ναι, τα συνηθισμένα τους: σε τράπεζες γκαζάκια
περιφρονητικά λέει ο μικρότερος.
Να ’μουν εγώ στη θέση τους
δε θα ’μενε πέτρα στην πέτρα πάνω.
 -Ελπίδες έχω λέτε, συνεχίζει ο Παρθενώνας,
να ’ρθουν και κατά ’δω να με γκρεμίσουν;
-Με τα γκαζάκια τους;
Τίποτα γρατζουνιές μονάχα θα σου κάνουν.
-Φίλοι, εσείς που εδώ κι εκεί γυρίζετε,
στα δόντια σας κρατώντας τα 
μασούρια δυναμίτη δεν μου φέρνετε παρακαλώ,
τέλος να δώσω στη ντροπή μου ετούτη;
-Και ποιος θ’ ανάψει το φυτίλι;
Εμείς δεν το μπορούμε.
Και ούτε συ έχεις χέρια –μόνο πόδια είσαι.
-Ίσως οι Ολύμπιοι να με λυπηθούν
και ρίξουν έναν κεραυνό κι ανάψουν.
Με κείνους τους θεούς καλά τα έχω. 

Λυπημένοι οι δύο σκύλοι
που μπορεί το ουρητήριό τους να ’χαναν
μα τίποτα μη λέγοντας γι αυτό 
ρωτάει όλο περιέργεια ο μικρός ο σκύλος.
-Πες μου, σοφέ μας Παρθενώνα, 
και μια απορία λύσε μας
γιατί αστεία γκαζάκια ρίχνουν μόνο τα παιδιά;
Δεν έχουνε ψυχή όλο το κράτος να γκρεμίσουνε;
Τα χέρια τους τα δυνατά που πέτρα στύβουν
του κράτους δεν μπορούνε το λαιμό να στρίψουνε; 

Κι ο Παρθενώνας
-Την τέτοια τη δειλιά τους να μη βλέπω
Γι αυτό να πάψω να υπάρχω θέλω,  
πίκρα όλος και ντροπή γεμάτος είπε αυτός.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

 Μια γάτα στο πάρκο

Περπατώ στο πλακόστρωτο κομμάτι του πάρκου της πόλης. Βλέπω σε απόσταση εφτά μέτρων από τον χλοοτάπητα μια γάτα, που, ακίνητη, έχει στραμμένη την προσοχή της σε ένα σημείο της νότιας γωνίας του. 
Σταματώ την πορεία μου, που η νοητή ευθεία της διασταυρώνει την απόσταση από τη γάτα ως το σημείο που αυτή βλέπει, και στέκω ακίνητος με τη σειρά μου, παρατηρώντας την. Τι βλέπει; Ή τι ακούει;  
Μένει σ’ αυτήν τη στάση χωρίς ούτε ένα κοίταγμα αλλού. Περνάνε δύο ή τρία λεφτά έτσι. Ύστερα αρχίζει να κινείται σκυφτή και με αργά, αθόρυβα βήματα προς το χορτάρι, χωρίς να πάρει το βλέμμα της από εκεί όπου και πριν κοίταζε. 
Πλησιάζω τόσο, ίσα που να μη της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνει στο πεζουλάκι που χωρίζει το πλακόστρωτο από τον χλοοτάπητα, και τοποθετείται από πάνω του, κάθετα προς αυτό, με τα πίσω πόδια σχεδόν πλήρως ορθωμένα, και με τα μπροστινά επάνω του, χωρίς όλο αυτό το διάστημα να έχει στρέψει το κεφάλι της ή το μάτι αλλού. 
Τώρα βλέπω καλά ότι η προσοχή της είναι στραμμένη σε ένα σημείο του χορταριού δέκα εκατοστά από εκεί όπου στέκεται. Μένει, παγωμένη λες, σ’ αυτή τη θέση-για πόσο δεν μπορώ να πω: είμαι τόσο συνεπαρμένος με ό,τι διαδραματίζεται μπροστά μου τόσο εντατικά, που νοιώθω μέλος της παράστασης, ώστε ούτε για μένα δεν υπάρχει χρόνος. 
Σε όλο αυτό το διάστημα ρίχνει, αστραπιαία κάθε φορά, δυο φορές μια ματιά προς εμένα, ώσπου σιγουρεύεται ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από την παρουσία μου εκεί, και ίσως υπολογίζοντάς σαν  με συνένοχο σε ό,τι ετοιμάζει. 
Ξάφνω σηκώνει πλήρως τα πίσω πόδια, κουνάει το κορμί της δυο φορές ελαφρά και αργά δεξιά και αριστερά, αστραπιαία ύστερα ανυψώνει ακόμα το κορμί για να πάρει φόρα και με ένα άλμα πέφτει βαριά πάνω στο σημείο που τόσην ώρα παρατηρούσε, με τα μπροστινά πόδια δεξιά το ένα και αριστερά το άλλο από το επίμαχο σημείο, ενώ φέρνει τη μουσούδα της προς τα κάτω, πάνω ακριβώς από αυτό, στη χλόη. 
Ένα δευτερόλεπτο μετά, και χωρίς να κινήσει διόλου  το υπόλοιπο σώμα, σηκώνει τη μουσούδα της από εκεί, κινεί για ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου τα μάτια της δεξιά αριστερά και βάζει τα πόδια της εκεί που πριν είχε χώσει το μουσούδι της. 
Εκεί, τελείως απορροφημένη από αυτό που κάνει, κοιτάζοντας στο ίδιο πάντοτε σημείο και  χρησιμοποιώντας για εργαλεία μια το ένα πόδι της και μια το άλλο, σκάβει με ταχύτητα το χορταρένιο χώμα, ανακατεύοντας το πράσινο της χλόης με το μαύρο-γκρίζο του χώματος. Ύστερα σταματάει το σκάψιμο, σηκώνει το κεφάλι, το κινεί  ελαφρά δεξιά αριστερά, ακολουθώντας κάτι άγνωστο και αόρατο ακόμα για μένα -μια κίνηση; έναν ήχο; μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής κάποιου υποψήφιου  θύματός;-, και ξαφνικά το χώνει ακριβώς μέσα στην τρύπα που είχε μόλις πριν ανοίξει με τα πόδια της. Εκεί, κινώντας γρήγορα το κεφάλι δεξιά και αριστερά, μέσα στο χώμα, μένει τόσην ώρα, που θα μπορούσα στο διάστημα αυτό να έχω με την ησυχία μου πάει κοντά της και να ξαναγύριζα πάλι στη θέση μου. 
Κάποια αίσθησή της τής έλεγε ότι δεν κινδύνευε από τίποτε άραγε, ή δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή παρά η λεία της, ρισκάροντας τα πάντα γι αυτήν; 
Και να, μετά από χώσιμο της μουσούδας της όλο και πιο βαθιά στο χώμα, σκάβοντας λες και με αυτήν, και για τόσο χρονικό διάστημα που σκεφτόμουν πώς μπορεί να αναπνέει τόσην ώρα, τέλος την σηκώνει, κρατώντας όμως τώρα στο στόμα της ένα καταματωμένο ποντικάκι. 
Γύρισε αμέσως προς εμένα, σαν σε συνένοχο ή συνεργάτη, με κοίταξε με το λάφυρό της στο στόμα, προχώρησε λίγα αργά βήματα απομακρυνόμενη από μένα, στάθηκε, και ξαναγύρισε προς το μέρος μου κοιτάζοντάς με καλά καλά στα μάτια αυτή τη φορά- φως φανάρι γεμάτη περηφάνια για το κατόρθωμά της. 
Της φώναξα ένα «μπράβο!» ενώ ταυτόχρονα έσφιξα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου το ένα με το άλλο. Τότε άρχισε να γευματίζει. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω αυτό που είδα, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για την παράσταση που δόθηκε μπροστά στα μάτια μου, μια παράσταση που μου έδειξε πόσο πιο αξιόλογα πλάσματα από τον άνθρωπο υπάρχουν πάνω στη γη.

 ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Κορίτσια.
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά. 
-Τα κορίτσια!
-Ναι.

 Ο ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ

« To ερώτημα δεν είναι αν θα πέσει στη γη ο μετεωρίτης που θα την καταστρέψει, αλλά πότε θα πέσει.»
Οι επιστήμονες

Σκοτάδι, Εκείνος κι Εκείνη κάθονται διπλα σ’ ένα παράθυρο. Ένα λυχνάρι του λαδιού τρεμοφέγγει.

Εκείνη
Σκοτάδι κι εκεί. Όπως παντού. Δεν ξεχώριζα τίποτα. Μερικά αυτοκίνητα περνούσαν. Οι άνθρωποι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η τηλεόραση νεκρή. Μερικοί σταθμοί ραδιοφωνικοί παίζανε ξεψυχώντας,
Κάποιος ερχόταν προς τα δω με το αυτοκίνητο του. Με πήρε. Με άφησε εδώ πιο κάτω. Τον πλήρωσα χρυσάφι κάθε μίλι για να με φέρει. Τι τα θέλει τα λεφτά;

Εκείνος
Κι εδώ όλα νεκρά. Μόνον μερικοί αστυνομικοί τριγυρίζουν χωρίς εξουσία για τίποτα. Γιατί τριγυρνούν;..  Για ποιον;..
(σιωπή)
 
Εκείνη
Τι θα κάνουμε;

Εκείνος
Θα ζήσουμε όσο έχουμε φαγητό.

Εκείνη
To ίδιο όλοι;

Εκείνος
To ίδιο όλοι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο.

Εκείνη
Φαγητό! Πόσο παράξενα ακούγεται! Λαχανικά! Κρέας! Ρύζι! Αυγά!.. Πάνε πια όλα αυτά τα αγαπημένα. Πάνε... Ζώα, Φυτά... και η Άνοιξη… η Άνοιξη… η Άνοιξη… δε θα ξανάρθει...

Εκείνος
Ούτε ο χειμώνας. Ούτε το καλοκαίρι με τα φρούτα τα γλυκά... Ο χρόνος τελείωσε. Μόνο η γη-όση νιώθουμε- μας μένει...

Εκείνη
Αυτό ήταν λοιπόν...

Εκείνος
Αυτό ήταν...


Εκείνη
Τοσος πόνος... τόση αγωνία... η ζωή... η ζωή έτσι λοιπόν τελειώνει...

Εκείνος
Οι δίσταγμοί, οί τύψεις, τα δάκρυα, όλα άσκοπα.

Εκείνη
Κείνα τ' απογέματα στο μονοπάτι… με τον ήλιο ν' αργογέρνει πίσω από τα βουνά χρυσίζοντας τη θλίψη μας...

Εκείνος
Η Τίνα που μας ενοχλούσε με τις φωνές της… το αφεντικό που νευρίαζε όταν αργούσαμε… η κυβέρνησή μας… η πόλη μας...

Εκείνη
Η ζωή μας...

(σιωπή)

Εκείνος
Ο ουρανός μας έστειλε το θάνατο αντί τη ζωή.

Εκείνη
Ο ουρανός; Ποιος ουρανός; Όλα ένα μαύρο σύννεφο.
Ούτε "σύννεφο"... όλα ένα μαύρο.

(σιωπή)
Εκείνη
Κάποτε βλέπαμε τον ήλιο... μετρούσαμε τις ημέρες… τις ώρες... κάποτε λέγαμε "αύριο"...

Εκείνος
Επειδή είχαμε μάτια. Οι τυφλοί δεν έλεγαν τίποτα.

Εκείνη
Δεν είχαμε μάτια. Αφού τώρα δεν έχουμε, ποτέ δεν είχαμε.

Εκείνος
Και ο θεός...

Εκείνη
θα πεθάνει μαζί με μας.

Εκείνος
Και το παιδί μας… Αν μπορούσαμε να ζήσουμε ώσπου να γεννηθεί...

Εκείνη
Πώς θα ήτανε δυνατό; Και αν ήτανε δυνατό... τι... τι να τo κάναμε; Τι να του λέγαμε; Πως κάποτε ήταν ένας ήλιος; Πως κάποτε υπήρχαν αστέρια;

Εκείνος
Ποια αστέρια; Ποιος ήλιος; Τίποτε απ' αυτά δεν υπήρξε. Ποτέ δε ζήσαμε. Οι επιστήμες μας, η Τέχνη, η Ποίηση, η Φιλοσοφία μας... τίποτα... Τίποτα. Όλα ένα μηδέν. Όλα ένας χαμός μες στο χαμό.

Εκείνη
Ούτε για να κλάψει τα τόσα χαμένα δε θα μείνει κανείς.

Εκείνος
Τίποτα δε θα χαθεί. Τίποτα δεν υπήρξε.

Εκείνη
Κι εσύ; Κι εγώ; Δεν υπήρξαμε;

Εκείνος
Τι θα πει "υπήρξαμε";

Εκείνη
Δεν ξέρω.

Εκείνος
Πες μου, τι θα πει "υπήρξαμε";

Εκείνη
Δεν υπήρξαμε. Είμασταν εμείς και τίποτ' άλλο. Τώρα θα πάμε κι εμείς και τίποτε δε θα μείνει.

Εκείνος
Το μυαλό μας μόνο ήτανε που ακόμα είναι. Και μέσα του όλα τ’ άλλα.

Εκείνη
Ναι. To μυαλό μας μόνο. Και μέσα του η γέννα μας κι όλη μας η ζωή. Κι όλα τ' άλλα. Και μέσα μου εσύ.

Εκείνος
Και μέσα μου εσύ.

Εκείνη
Ο ένας μέσα στον άλλο.

Εκείνος
Εγώ ήμουν εσύ κι εσύ ήμουν εγώ.

Εκείνη
Ούτε εσύ ούτε εγώ. Η σκέψη μας μόνο.

Εκείνος
Ούτε η σκέψη μας.  Η μνήμη. Αυτή έφτιαξε
ρούχα, σπίτια, εργαλεία, δαίμονες, θεούς, αγάπες, μίση.

Εκείνη
Αυτή έφτιαξε βάραθρα, πόνους, ενοχές, μοναξιά. Αυτή έφτιαξε και τον μετεωρίτη που τώρα τη σκοτώνει.

Εκείνος
Τη σκοτώνει; Όχι. Τη λεφτερώνει.

Εκείνη
Τη λευτερώνει από τι;

Εκείνος
Από τον εαυτό της. Από τι άλλο θα μπορούσε;

Εκείνη
Λευτεριά λοιπόν είναι ο θάνατος;

Εκείνος
Λευτεριά είναι η Λευτεριά. Θάνατος δεν υπάρχει.
Λεφτεριά είναι αυτό, να ξέρεις πως δεν υπάρχει θάνατος.
Λεφτεριά είναι η λεφτεριά.

Εκείνη
Λεφτεριά είναι η λευτεριά...
Λοιπόν γιατί να υποφέρουμε σκλαβωμένοι;

Εκείνος
Δεν υποφέρουμε.
(σηκώνεται γρήγορα, παίρνει από το συρτάρι ένα περίστροφο, πυροβολεί στο κεφάλι Εκείνης, ύστερα πυροβολεί το δικό του. Την ίδια στιγμή σβήνει και το λυχνάρι. Σκοτάδι)

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΑΚΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ή
GYMPOLITIC

Όταν έμαθα ότι ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ιδρύσει νέο κόμμα και παρά μια ίωση που με ταλαιπωρεί από χτες, η επιθυμία μου να ενημερώσω τους αναγνώστες του περιοδικού μου με έστειλε χτες στο σπίτι του Παπανδρέου, μέσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο με όργανα γυμναστικής.
-Κύριε Χολιαστέ, μου λέει, υπέροχο τα «ΛΟΓΙΑ». Συγχαρητήρια!
-Ευχαριστώ κύριε πρωθυπουργέ. Δεν περίμενα να το εξυμνείτε μιας και γράφουν την αλήθεια για σας και για το Κόμμα σας.
- Μη με ευχαριστείτε, έτσι λέω σε όλους. Μου το έμαθε ο μπαμπάς- «στην πολιτική όλα επιτρέπονται», μού έλεγε.
-Κύριε Πρόεδρε, μια ερώτηση με τρώει και θα σας την κάνω αμέσως. Πώς και τόσον καιρό βλέπατε ότι το ΠΑΣΟΚ του Βενιζέλου κατάστρεφε τη χώρα και δεν μιλούσατε και μιλάτε τώρα που φτιάχνετε νέο κόμμα;
-Το έβλεπα και το καυτηρίαζα. Κακώς μου καταμαρτυρούν ότι δεν το έκανα.
-Και γιατί δεν ακουγόταν αυτό τότε;
-Γιατί είμαι χαμηλών τόνων. Γι αυτό.
-Τώρα όμως ακούγεστε…
-Τώρα μην κοιτάτε, είμαι αρχηγός Κόμματος και όπου πάω έχω ένα σωρό μικρόφωνα δίπλα μου. Βλέπετε, όλα έχουν την εξήγησή τους.
-Έχετε λέτε κύρος στο Εξωτερικό. Πού το οφείλετε αυτό το κύρος κύριε υπουργέ;
-Στο χορό! 
-Στο χορό;
-Στο χορό. Τους χορεύω ζεϊμπέκικα και χασάπικα όπως έκανα τότε με τον Ερντογκάν. Και όταν δεν πιάνουν αυτά, τότε με χορεύουν αυτοί στο ταψί. Πάντοτε ο χορός δηλαδή είναι που έχει τον λόγο.
-Θέλατε τότε να κάνετε δημοψήφισμα κύριε Πρόεδρε. Αν γίνετε πάλι πρωθυπουργός θα κάνατε συχνά δημοψηφίσματα;
-Προς το παρόν δε θα κάνω. Τα δημοψηφίσματα θα γίνονται όταν «φύγει» (με συγχωρείτε για τη συγκίνηση αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι ό,τι έχω στη ζωή) όταν φύγει η μαμά. Μέχρι τότε αυτή θα μου λέει τι να κάνω. Ύστερα είναι που θα ρωτάω το λαό.
-Μόνος σας δε σκοπεύετε να αποφασίσετε ποτέ τίποτα;
-Απολύτως.
-Και γιατί κύριε πρόεδρε;
-Κοιτάτε, σε κάθε οικογένεια υπάρχει κι ένα καθυστερημένο παιδί. Ε, έτυχε στη δική μας να είμαι εγώ. 
-Και γιατί ο πατέρας σας σάς έστρεψε προς την Πολιτική, αφού έβλεπε πως είσαστε… καθυστερημένος όπως είπατε;
-Δεν το ήξερε. Νόμιζε πως είμαι χαμηλών τόνων.
-Πέστε μου κύριε Πρόεδρε, εκτός απ’ το χορό τι άλλο θα σας βοηθήσει στην επιτυχή ενάσκηση των καθηκόντων σας αν-ό μη γένοιτο- γινόσασταν πρωθυπουργός;
-Κύριε Χολιαστέ άκουσα καλά; Είπατε «ό μη γένοιτο»;..
-Μάλιστα κύριε υπουργέ, έτσι είπα.
-Πώς τολμάτε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι;..
-Είμαι υψηλών τόνων κύριε πρόεδρε.
-Α! Μάλιστα! Βλέπετε ότι με δικαιολογείτε-υπάρχουν τόνοι και τόνοι…
-Σωστά. Δεν μου απαντήσατε όμως κύριε Πρόεδρε στην ερώτησή μου. Υπάρχει και κάτι άλλο πλην του χορού που θα χρησιμοποιήσετε για το καλό της χώρας;
-Και βέβαια υπάρχει και κάτι άλλο. Είναι η γυμναστική!
-Αν κατάλαβα καλά δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσετε ποτέ το μυαλό σας.
-…,«μυαλό»;…
-Μυαλό! Εκείνο με το οποίο διαλογιζόμαστε… αυτό που έχουμε μέσα στο κεφάλι μας…
-Αααα! Τώρα θυμάμαι! Κάποτε η μαμά μού είπε αυτή τη λέξη. Μού είπε… πώς το είπε-πώς το είπε… α! να! Μου είπε: «δεν πειράζει παιδί μου που δεν έχεις μυαλό, έχεις το όνομα». Κι εγώ αφού δεν πείραζε που δεν είχα απ’ αυτό, δε ρώτησα και τι είναι.
-Για να τελειώνουμε κύριε Πρόεδρε, πέστε μου-στο θεό σας-πώς η γυμναστική θα σας βοηθήσει να κυβερνήσετε-ο μη γένοιτο-την Ελλάδα;
-Να σας πω:

Δεν ξέρω πώς δεν έχετε 
πάρει χαμπάρι ακόμα
πόσα ένα γυμναζόμενο 
μπορεί να κάνει σώμα.

Γι αυτό, κι αφού ρωτήσατε,
ιδού του όλου ψήγματα,
ήγουν τουτέστιν δηλαδή
ιδού τα παραδείγματα:

Γυμνάζοντας τον ένα μου 
μονάχα κοιλιακό
σε μια εγώ μόνο νυχτιά 
λύνω το Κυπριακό.

Με μίαν άσκηση σωστή 
του ενός μου δικεφάλου
τρία εγώ «μπράβο!» αποσπώ 
του πρόεδρου του Γάλλου.

Με μοναχά λίγα πους-απς 
τους Άγγλους θα τους πείσω
τα Μάρμαρα που μας κρατούν 
να μας τα δώσουν πίσω

και μ’ ένα τζόγκινγκ μου απ’ αυτά 
που μ’ είδατε να κάνω
τη διαφθορά στου μηδενός 
τα όρια τηνε φτάνω.

Λιγάκι κάνοντας μασάζ 
στους δύο μου μηρούς
παίζω εγώ στα δάχτυλα 
τον ίδιονε τον Μπους.

Πέντε φορές σηκώνοντας 
τους δύο μου αλτήρες
κάνω να στρέφει ο Ερντογκάν 
ως κι ενενήντα μοίρες

Και- κάτι που κυβέρνηση 
δεν το ’χε ως τώρα ελπίδα-
θα διευθετήσω έτσι εγώ 
την υφαλοκρηπίδα.

Δυο επικύψεις κι’ έσβησαν
τα Σκόπια από το χάρτη
κι άλλες δυο τρεις και γίνομαι 
πρωθυπουργός το Μάρτη.

Θα κάνω δύο έλξεις μου
και-μα την παναγία-
θα πάψει πια η χώρα μας 
να έχει ανεργία.

Για την Παιδεία μοναχά 
μια έκταση χρειάζεται
ώστε κάθε έλλην στο εξής 
σοφός να λογαριάζεται

Κι ως για το μέγα πρόβλημα 
που είναι η Υγεία,
μία στροφή θα χρειαστεί 
του σώματος πλαγία.

Και για να μην πολυλογώ,
με τη γυμναστική μου.
κάθε που θέλω αλλαγή 
θα είναι πια δική μου.

Θα ημπορούσα αν θέλατε 
και άλλα να σας πω
μα να σας δώσω κούραση 
δεν το ’χω εγώ σωστό

τώρα που έτσι μάλιστα 
σας ταλανίζει η γρίπη-
αν και αυτό, τ’ ομολογώ 
πως σας το λέω με λύπη.

Γιατί εγώ-μη βλέπετε 
πολύ που δε μιλάω-
ό,τι καλό έχω πάνω μου 
αν δεν το δείξω σκάω.

Ίσως μιαν άλληνε φορά 
που θα ’σαστε καλλίτερα
να σας ειπώ για θαύματα 
που κάνω μεγαλύτερα.

Και θα φροντίσω γρήγορα
εγώ αυτοπροσώπως
να είστε σύντομα καλά-
…όχι… δε μου είναι κόπος…

Να! τα πους-απς μου αύριο 
σε σας θα τ’ αφιερώσω
κι απ’ το μαρτύριο του ιού 
ευθύς θα σας γλιτώσω.

-Ευχαριστώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ και για τη συνέντευξή σας. Γεια σας.
-Μια στιγμή κύριε Χολιαστέ… εσείς μού μοιάζετε να ξέρετε πολλά. Να σας ρωτήσω κι εγώ κάτι… μού επιτρέπετε;
-Αν και εγώ κάνω εδώ τις ερωτήσεις, όμως σας επιτρέπω-ορίστε, σας ακούω.
-Προχτές ο Βενιζέλος έσκυψε προς το μέρος μου και μου είπε: «Μεταξύ μας Γιώργο, η τέλεια διακυβέρνηση της χώρας θα ήτανε μαζί των δυο μας-μια διαρχία δηλαδή όπου εσύ να γυμνάζεσαι κι εγώ να σκέπτομαι.» Από τότε ψάχνω μια ευκαιρία να ρωτήσω κάποιον-πέστε μου κύριε Χολιαστέ, τι θα πει «σκέπτομαι»;

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

 ΖΑΝΕΤ 

ΤΟΠΟΣ: Ερημόνησο 
ΠΡΟΣΩΠΑ: Άνταμ, Ζανέτ, Βεθύ.  
(Η Ζανέτ καθιστή σε μια καρέκλα στην αυλή ενός  όσο γίνεται ευπρεπούς παραπήγματος 
Ένα μικρό αυτοσχέδιο τραπεζάκι δίπλα της με πάνω του βιβλία. Ο Άνταμ όρθιος μπροστά της. Συνεχίζουν συζήτηση)

ΑΝΤΑΜ 
Μα τι θέλεις άλλο αγάπη μου να κάνω για να σ’ ευχαριστήσω; Σπίτι σου έφτιαξα να μένουμε κι εσύ κι εγώ. Νερό τρεχάμενο έφερα. Και ξέρεις με πόσους κόπους. Εργαλεία τράβηξα από το ναυάγιο και όσα λείπανε τα έφτιαξα από ξύλο. Σκεύη κουζίνας, καλλωπιστικά είδη, τα κουβάλησα από το ναυάγιο για να έχεις και να μην σου λείπει τίποτα από εκείνα που χρειάζεται μια γυναίκα. Κάθε πρωί ανάβω φωτιά  και σου φτιάχνω το πρόγευμά σου με χορταρικά, φρούτα και με ψάρι που με κόπους ψαρεύω.  Από το διπλανό νησάκι σου έφερα μπανάνες με τη βαρκούλα που έφτιαξα να λάμνουμε οι δυο μας. Όλα όσα μπορώ σου τα έχω δώσει κι ακόμα σε ρωτώ τι άλλο θέλεις να σου φέρω-τι άλλο θέλεις να κάνω για σένα. Πες μου αγάπη μου.
ΖΑΝΕΤ 
Δεν θέλω τίποτε άλλο Άνταμ. Κι αυτά πολλά είναι που έχεις κάνει για μένα. 
ΑΝΤΑΜ 
Τότε γιατί είσαι θλιμμένη; Τι σου λείπει; 
ΖΑΝΕΤ
Τίποτα. Δεν ξέρω… Τίποτα… 
ΑΝΤΑΜ 
Μήπως έχεις όρεξη για κάτι και διστάζεις να μου το πεις μήπως και είναι δύσκολο για μένα; Μη διστάζεις. Πες το. Ότι πεις θα το κάνω για να δω το πρόσωπάκι σου χαρούμενο και λαμπερό. Τελευταία, το νιώθω, το γέλιο δεν βγαίνει από την καρδιά σου αλλά γεννιέται στο στόμα σου. Η μιλιά σου είναι ευγενική μα δεν έχει τις ρίζες της στην ψυχή σου.  Ζανέτ μου, ζήσε και κάνε και μένα να ζήσω. Ξέρω, η ζωή δεν είναι ευχάριστη σ’ ένα ερημονήσι. Μα τι μπορώ να κάνω; Έχω έτοιμα τα ξύλα-φορτώματα από δαύτα- και τα πολύχρωμα πανιά. Κι όταν-αν φανεί κανένα πλοίο μακριά, θ’ ανάψω τη φωτιά και θ’ ανεμίσω τα πανιά για να μας ιδούν. Μα ως τότε τι να κάμω; 
ΖΑΝΕΤ 
Τίποτα Άνταμ. Τίποτα. Έχεις κάνει τόσα πολλά αγάπη μου! Είσαι τόσο καλός μαζί μου! Ύστερα το ξέρεις ότι πάντα μου άρεσε η μοναχική ζωή. Ξέρεις πόσο με είχε κουράσει η κοινωνικότητα εκεί πέρα. Ρωτώντας τον εαυτό μου βρίσκω πολλές φορές να μη θέλω να φύγω από εδώ.
ΑΝΤΑΜ 
Δείξε την αγάπη σου λοιπόν γι αυτό το μέρος. Δείξε την αγάπη σου-που λες πως νιώθεις για μένα. 
ΖΑΝΕΤ
Ω! Άνταμ! Δεν πρέπει να είσαι παραπονεμένος αγάπη μου. Γιατί και πόσο σ’ αγαπώ και το ξέρεις, και στο δείχνω… τις στιγμές εκείνες… 
ΑΝΤΑΜ 
Μήπως… μήπως δεν σου αρέσω εγώ… τις στιγμές εκείνες όπως τις λες; Μήπως, Ζανέτ, δεν είμαι καλός … τότε;..
ΖΑΝΕΤ 
Όχι! Όχι! Αν έλεγα κάτι τέτοιο θα έλεγα ψέματα στον εαυτό μου. Μην το ξαναπείς αυτό αγάπη μου.
ΑΝΤΑΜ
Η φλόγα που μου ανάβεις αγάπη μου κάθε φορά, είναι η πιο μεγάλη που μπορεί να γίνει στο καμίνι του έρωτα. Και μόνο το δικό σου νερό μπορεί να μου τη σβήσει. 
ΖΑΝΕΤ 
Ναι, ναι. Μην συνεχίζεις άλλο πάνω σ’ αυτό καλέ μου και με κάνεις και ντρέπομαι…
ΑΝΤΑΜ 
Τι σου λείπει λοιπόν αγάπη μου; Πες το μου και θα το ’χεις. 
ΖΑΝΕΤ 
Τίποτα δεν μου λείπει Άνταμ αγάπη μου. Όλα τα ’χω. Και τα ’χω χάρη σε σένα και τις γλυκές κι αντρίκιες σου φροντίδες. 
ΑΝΤΑΜ 
Τότε τι… 
ΖΑΝΕΤ
Δεν ξέρω… δεν ξέρω. Τίποτα. Έλα τώρα, μην βασανίζεσαι άδικα. Μην σκέφτεσαι τέτοια. Όλα είναι καλά. Και προ παντός μη βάζεις την ιδέα στο μυαλό σου ότι εσύ πρέπει να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις. Έλα… είπες θα πήγαινες κατά την πηγή. Δεν πήγες ούτε χτες ούτε προχτές. Θα σου έχει λείψει. Πήγαινε. Μην κάθεσαι να φυλάς εμένα. Εγώ θα διαβάσω κάτι. Μόνο  φέρε μου κάποια από κείνα τα λουλουδάκια, αν υπάρχουν ακόμα. Θα σε περιμένω να φάμε μαζί. 
ΑΝΤΑΜ 
Μου υπόσχεσαι ότι δεν θα πλήξεις μόνη; 
ΖΑΝΕΤ 
Ναι αγάπη μου. Στο υπόσχομαι. Πήγαινε.
ΑΝΤΑΜ 
Πάω λοιπόν. Σε χαιρετώ. Γεια σου αγάπη μου
(φιλιούνται) 
ΖΑΝΕΤ 
Γεια σου μοναδική μου αγάπη.  
(Ο Άνταμ βγαίνει. Στον εαυτό της) 
Η ακεφιά μου είναι βαριά. Δεν του ξεφεύγει. Κι όπως κι εγώ, έτσι κι αυτός δεν ξέρει τι τήνε γεννάει. Όλα τα έχω αλήθεια όσα μια γυναίκα ποθεί. Αγάπη, έρωτα, άνεση, ασφάλεια. Μα κάτι άλλο θα ’ναι που δεν το μετρώ καθώς τις γυναικείες χρείες αριθμώ. Κι είναι καλός ο Άνταμ ο καημένος. Σκλαβωμένος στα μαύρα μου τα μάτια. Και δεν θέλει πολλά ο καημενούλης μου. Ένα μου χαμόγελο του φτάνει. Μία ματιά γλυκιά μου του είναι αρκετή. 
Άντρας εύκολος που δεν χρειάζεται να του θυμίζεις το καθήκον του. Η Φύση του ’χει δώσει να το ξέρει από γεννησιμιού του: αφοσίωση στη γυναίκα. Μα κι εγώ δεν κάνω το καθήκον μου; Καλός αφέντης του δεν είμαι;  Κι όμως κάτι μου λείπει  Θε μου. Κάτι που ούτε κι εγώ ξέρω τι είναι. Μου λείπει κάτι που θα μου έφερνε την πραγματική ευτυχία… (ακούγεται θόρυβος στα ξερόχορτα) 
Μπα! Ο Άνταμ-κάτι θα ξέχασε. 
(μπαίνει ο Βεθύ. Η Ζανέτ τον βλέπει έκπληκτη και τρομαγμένη) 
ΒΕΘΥ 
Μην τρομάζεις γυναίκα. Είμαι άνθρωπος κι εγώ. Μη φεύγεις. Να! Βλέπεις; Δεν κρατώ κανένα όπλο. Άνθρωπος είμαι γυναίκα! Καημένη! Τόσο έχεις ξεχάσει τους ανθρώπους μέσα σε εφτά μήνες; Μην τρομάζεις. Σώθηκα κι εγώ από το ναυάγιο. Το κύμα μ’ έριξε σ΄ ένα νησάκι κι εμένα. 
(Κοιτάζοντας ψηλά) 
Θεέ μου! Μπορώ και μιλώ Θεέ μου! Είδα πάλι ανθρώπου πρόσωπο. Τυχερός μέσα στην ατυχία μου... 
(προς την Ζανέτ)
Άνθρωπος είμαι… ναυαγός κι εγώ κυρά μου. Μην τρομάζεις. 
ΖΑΝΕΤ
(ακόμα ξαφνιασμένη)
Δεν τρομάζω. Ξαφνικά όμως βλέποντάς σε μπροστά μου… καταλαβαίνεις.   Ύστερα δεν σε είχα δει στο πλοίο τόσες μέρες. 
ΒΕΘΥ 
Ίσως ταξίδευες σε άλλη θέση. Στην πρώτη; 
ΖΑΝΕΤ
Ναι. 
ΒΕΘΥ 
Εγώ στην τρίτη. Γι αυτό. Εσύ τα έφτιαξες όλα τούτα ή είναι κι άλλος μαζί σου; 
ΖΑΝΕΤ
(Κοιτάζει γύρω σαν θέλοντας να κερδίσει χρόνο. Ύστερα με σιγουριά)
Ναι. Μόνη μου. Εγώ. 
ΒΕΘΥ
Είναι αυτό το τελευταίο νησάκι που έρχομαι. Δεν περίμενα να βρω ούτε εδώ κανέναν. Αλλά λάθεψα. Βρήκα μια όμορφη γυναίκα. Να έρθεις να μείνουμε στο νησί μου. Είναι πιο όμορφα εκεί. 
ΖΑΝΕΤ
Παραπαίρνεις φόρα. Μου μιλάς σαν να με ξέρεις χρόνια. 
ΒΕΘΥ 
Είδα έναν άλλο άνθρωπο μετά από μήνες. Πώς θα έπρεπε να σου μιλούσα; Αλλά και τι πιο φυσικό ένας άντρας και μία γυναίκα να μένουν μαζί; Εμένα μου έχει λείψει πολύ μια ανθρώπινη συντροφιά τους μήνες ετούτους. Δεν μπορεί παρά να συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Και σένα θα σου έχει λείψει μια παρέα. 
ΖΑΝΕΤ
Πώς το ξέρεις;
ΒΕΘΥ 
Μα είναι φυσικό. 
(την πλησιάζει) 
ΖΑΝΕΤ
Πώς σε λένε; 
ΒΕΘΥ 
Βεθύ. Και σένα; 
ΖΑΝΕΤ 
Ζανέτ. 
ΒΕΘΥ
Εδώ θα ταίριαζε καλλίτερα να λεγόμασταν Εύα και Αδάμ. 
(σιωπή)
ΖΑΝΕΤ 
(σιγά)
Μόνοι μας είμαστε, μπορούμε να αλλάξουμε τα ονόματά μας. 
ΒΕΘΥ
(Παίρνει απαλά το χέρι της Ζανέτ και το φιλάει) 
Το μήλο μόνον μας λείπει. 
ΖΑΝΕΤ  
Δεν μας λείπει. Εδώ είναι. Και ώριμο μετά τόσον καιρό.
(φιλιούνται. Τα φώτα χαμηλώνουν, σβήνουν για λίγο και ξανανάβουν. Ο Βεθύ είναι καθισμένος στην καρέκλα και η Ζανέτ στα γόνατά του, έχοντας τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του)  
Με έκανες ευτυχισμένη Βεθύ.
ΒΕΘΥ
Είσαι γυναίκα με όλα σου. Και πανέμορφη. Και πόσο θερμή… Θεέ μου!
(Την φιλάει. Κινώντας τον δείκτη του χεριού του προς αυτήν δήθεν επιτιμητικά) 
Και ψεύτρα μέσα σ’ όλα.
ΖΑΝΕΤ
Μια φορά που είπα αλήθεια αυτή είναι. 
ΒΕΘΥ
Δεν λέω γι αυτό. Αλλά για το πώς είσαι μόνη σου στο νησί. Μια γυναίκα με τα δικά σου χέρια, ντυμένη έτσι και να διαβάζει βιβλία, δεν μπορεί να έχει φτιάξει μόνη της όλα αυτά που βλέπω εδώ γύρω φτιαγμένα από χέρι ανθρώπου. 
ΖΑΝΕΤ
Έχεις δίκιο. Καλά κατάλαβες. Ζω με τον άντρα μου. Έχει πάει σε μια πηγή στο πίσω μέρος του νησιού. Και όπου να ’ναι θα γυρίσει. Γι αυτό πρέπει να φύγεις τώρα. Μπορείς να έρχεσαι συχνά; Είναι κάποιο από τα κοντινά νησάκια το νησί σου; 
ΒΕΘΥ 
Για να βρίσκομαι κοντά σου η θάλασσα δεν μετράει. Πότε θα είσαι πάλι μόνη; 
ΖΑΝΕΤ
Όποτε μου πεις ότι θα είσαι πάλι εδώ. Πότε; 
ΒΕΘΥ 
Μεθαύριο την ίδια ώρα. 
ΖΑΝΕΤ 
Εντάξει. Πήγαινε τώρα. 
ΒΕΘΥ 
Κανόνισε να έχουμε περισσότερη ώρα στη διάθεσή μας. 
ΖΑΝΕΤ 
Όση θέλεις Βεθύ. 
(φιλιούνται) 
ΒΕΘΥ
Γεια σου γυναίκα. 
ΖΑΝΕΤ
Γεια σου. Μεθαύριο την ίδια ώρα.
(Ο Βεθύ βγαίνει) 
Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, κατάλαβα τι μου είχε λείψει όλον αυτό τον καιρό. Τι ωραία που είναι τώρα όλα! Και πρώτα η ζωή. Αγαπιέμαι διπλά!  Και επιτέλους έχω ένα μυστικό από τον Άνταμ. Κάτι εντελώς δικό μου. Κάτι που με κάνει… πώς να το πω… ελεύθερη, ανεξάρτητη. Ναι, ανεξάρτητη! Δεν έχω πια υποχρέωση να μένω με κανέναν. Από εδώ και πέρα χάρη θα κάνω όχι μόνον στην ανεξαρτησία μου αλλά και σε όποιον χαρίσω τον έρωτά μου! Ω! Ελευθερία! Πόσο πιο αξιαπόλαυστα τα κάνεις όλα!  Είναι σαν να απόκτησα ξαφνικά δυό ζωές! Και τις αξίζω. Κι ας το σκεφτώ και αλλιώς: έτσι που είμαι δοσμένη τόσο στον Άνταμ, δεν μου επιτρέπεται να έχω κάποιαν ανταμοιβή γι αυτό; Για τόσα χρόνια που είμαι πιστή στον άντρα μου, δεν μου πρέπει κάποια ανταπόδοση; Κι έχω αγάπη αρκετή και για τους δυο. Αγάπη! Αγάπη! Ας κυκλοφορούσε σαν νόμιμο νόμισμα ανάμεσα σε όλους! Κι αν παίρνω αγάπη και από αλλού, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχω να δώσω περισσότερη αγάπη στον Άνταμ; Ω! Άνταμ! Πόσο θα κερδίσεις και συ από την καινούργια μου γνωριμία! Αυτό μου έλειπε λοιπόν και δεν το ήξερα ή δεν τολμούσα να το ομολογήσω στον εαυτό μου: κι ένας άλλος άντρας! Ω! Τώρα είμαι αληθινά ευτυχισμένη. Έλα Άνταμ! Έλα να με βρεις όπως με ήθελες πάντα! Πολύ αλήθεια σε έχω παιδέψει με την θλίψη μου άθελά μου… Έλα. Θα βρεις μια γυναίκα εδώ όπως την θέλεις και όπως πραγματικά σου αξίζει –μια γυναίκα ευτυχισμένη! Ναι. Τώρα νιώθω ότι είμαι πραγματική γυναίκα. Μια γυναίκα που έχει όλα όσα ποθεί κάθε γυναίκα.
(δυνατά)
Απατώ! 
(Κόβει ένα λουλούδι και το μυρίζει)
Τι ωραία που μυρίζει!
Έλα Άνταμ να φάμε και να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα. Τώρα θα βλέπεις στο πρόσωπό μου ένα πρόσωπο πραγματικά χαρούμενο και λαμπερό. Και όταν χαμογελώ το χαμόγελο θα βγαίνει τώρα αληθινά από την ψυχή μου. Και πάντα έτσι. Τώρα δεν θα έχω ώρες μελαγχολικές. Ποτέ πάλι. Ούτε αύριο ούτε μεθαύριο. Είπα μεθαύριο-μεθαύριο μου είπε ότι θα έρθει πάλι ο Βεθύ. Και γιατί τάχα μεθαύριο; Αύριο έπρεπε να τόνε φέρω πάλι. Ω! Τώρα θα δώσω στον Άνταμ μια γυναίκα όπως την θέλει. Του αξίζει εξάλλου του καημένου, είναι τόσο καλός μαζί μου…. 

                                                                      ΑΥΛΑΙΑ

 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-τον θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα έχασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι αρχίσανε να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

  Ο ΥΜΝΟΣ ΤΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΩΝ

1 Με αητού ψυχή και θώρι
και μ’ απλή κι αγνή καρδιά
μόνον οι κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα καθαρά.

2 Κι ενώ οι άλλοι λεν τι «πρέπει»
και πια παύουν-και σιωπούν,
οι κουκουλοφόροι έπη
γράφουν, δίχως να μιλούν.

3 Όταν καίνε τις σημαίες
και του «Αγνώστου» τη σκοπιά
πλαστουργούν σκιερές αλέες
να βαδίσει η Ανθρωπιά.

4 Κι ας φωνάζουν οι αχρείοι
ελληνίδος όπου γης,
και καθείς ας επισείει
απειλές λογής λογής,

5 για τους νέους, που «βεβηλώνουν»,
όπως όλοι λεν αυτοί
τα ιερά, όταν ξηλώνουν
ό,τι πρέπει να χαθεί.

6 Κι αν εκάη μια σημαία,
χίλιες καιν οι βουλευτές
βίλλα φτιάχνοντας μια νέα
με λεφτά από τις κλεψιές.

7 Κι άλλες χίλιες ο καθένας
υπουργός, πολιτευτής,
κομματόσκυλο, ή ένας
κρατικός αρχιληστής,

8 όταν κλέβει απ’ το Δημόσιο
τον φτωχό του κορβανά
ιερό δίχως και όσιο
κάτι να τον σταματά.

9 Κι όποιον κλέφτει, τόνε στέλνουν,
όχι για τη φυλακή,
μα στο σπίτι τον πηγαίνουν
να τα φάει ήσυχα ’κει.

10 Όμως όταν χαλαστούνε
μια καρέκλα, ένα σκαμνί,
οι ληστές αυτοί βοούνε
για την αβαρία αυτή.

11 Κι όλοι ενώ είναι πνιγμένοι
στα κλεμμένα τους λεφτά
στο ρεφραίν καθείς τους μένει:
«ποιος θα τα πληρώσει αυτά;»

12 Ω! Μιαροί! Ο κουκουλοφόρος
δεν μιαίνει τα ιερά:
των ηρώων μαντατοφόρος
νέα σάς φέρνει τρομερά.

13 Ένα αγώνα φέρνει νέον
στην πανάθλιά σας γη
και σας λέει: «ξεχάστε πλέον
όσα κάνατε όλοι πριν».

14 Κι οι μολότωφ θε’ ν’ ανάψουν
μια τρανή τώρα φωτιά
και συθέμελα θα κάψουν
όσα σάπια και παλιά.

15 Κι οι κουκουλοφόροι δίνουν
σάρκα σ’ όνειρο κι οστά
κι όλα πίσω τους τ΄ αφήνουν
και τραβούν γοργά μπροστά.

16 Απ’ τα βάθη των αιώνων
οι ήρωές μας τους θωρούν
και θερμά μ’ ευχές τους ραίνουν
και μ’ ευλόγια όση μπορούν.

17 Κι αν εζούσανε και τώρα,
θα διαδήλωναν μαζί,
με κεινούς όπου η χώρα
θέλουν λεύτερα να ζει.

18 Κι αν υπήρχανε, οι ίδιοι
πρώτοι θα ’βαζαν φωτιά,
κι άλλη μια στις που ’χουν ήδη
έτσι παίρνοντας πρωτιά.

19 Ω! Αν ζούσαν οι καλοί μου
θα ’χανε ξεσηκωθεί
κι όλοι οι άθλιοι του Μαξίμου
θα ’χανε άβρετα χαθεί.

20 Δεν σκοτώθηκαν εκείνοι
για να οργιάζει η διαφθορά
για ν’ ανθούν μαφιόζων κτήνη
και να καίει η αγορά΄

21 τα παιδιά μας για να βγαίνουν
κούτσουρα από τα σχολειά,
και πάντα άνεργα να μένουν
κι ας γυρεύουνε δουλειά΄

22 οι εργάτες μες στους δρόμους
αρρωσταίνοντας να σβηούν,
να τους λένε παρανόμους
αν πεινώντας απεργούν,

23 ο αλλοπρόσαλλος ο «θείος»
τρισεκατομμύρια να ’χει
ο λαός ενώ αισίως
για ευρώ ένα δίνει μάχη.

24 και αβίωτος να ’ν’ο βίος
σε παιδάκια τρυφερά
και να δυστυχεί αισίως
κάθε μια νοικοκυρά…

25 Φλόγα που τα βρώμια καίει
και τα σάπια καταλεί!,
ο εμπρηστής, όχι δε φταίει,
μα η πατρίδα τον φιλεί…

26 Όλοι οι ήρωες του «Αγνώστου»
άμοιροι ήσαν και φτωχοί
που καθέναν ο υπουργός του
έστελνε να σκοτωθεί,

27 για να μένει εκείνος σώος
κι απ’ τις σάρκες τους να ζει
σαν αυτός να ’τανε αθώος
ή αυτοί να ’ταν χαζοί.

28 Για να βγαίνουν βουλευτήδες
Άκηδες βλητοκουτοί
και να πνίγουν Παπουτσήδες
τις Σαμίνες με κουπί.

29 Οι ήρωες –όχι!-δε χαθήκαν
για να κλέβει ο βουλευτής
κι ο υπουργός να ’χει για προίκα
θησαυρούς ολοζωής.

30 Και «αυτή ’ναι η Ελλάδα»
όποιος πει πρωθυπουργός,
δεν του πρέπει μες στη ΓΑΔΑ
και δοχείο ναν’ νυκτός;

31 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι,
μα όπου είστε, είναι, εσείς!

32 Από εσάς, αν είναι να ’λθει
θα ’λθει πάλι η λευτεριά
που ο Πολιτικός εβάλθη
ν’ ανταλλάξει με σκλαβιά.

33 Εις εσάς χτυπάει κλεισμένη
της πατρίδoς η καρδιά
κι από σας μόνο προσμένει
όπως τότε ελευθεριά.

34 Και ο Ευρωπαίος κοιτάει
τον αγώνα τον ιερό
τους δυνάστες σας ρωτάει:
«θε’ τε ν΄ αναλάβω εγώ;»

35 Απ’ τις μαύρες σας κουκούλες
πίσω εκρύφθη η λευθεριά
όπως μέσα σε σακκούλες
να μη σβούνε τα κεριά.

36 Μα κεριού δεν είναι αχτίδα
ό,τι πίσω έχετ’ εκεί-
μόνον είναι θρυαλλίδα
βόμβας πλούτου φονική.

37 Κι ανυπόμονα το χέρι
που τήνε κρατεί κοιτά
καθώς βιάζεται να φέρει
εις στους σκλάβους τη χαρά.

38 Κάψτε πύργους, κάψτε κάστρα,
Βουλής κτίριο κάψτε αισχρής-
στείλτε μήνυμα προς τ’ άστρα
ότι υπάρχετε κι εσείς.

39 Ρίξτε πλούτια υψωμένα
ως της φτώχειας το λαιμό!
Ρίξτε ονόματα πρησμένα
από Χρήμα και Καιρό!

40 Σπάστε! Κάψετε! Ρημάξτε!
Κι ό,τι θε’ νε, όποιοι, ας πουν:
Σας τρομάζουνε; Τρομάξτε!
Σας ζημιώνουν; Να χαθούν!

41 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.

42 Κάτω οι πατρίδες όπου
βλέπουν μόνο ένα παιδί
και κάθε άλλο, του ίδιου τόπου,
το αφήνουν να χαθεί.

43 Θάνατος στα έθνη εκείνα
τέκνα ανάξια όπου γεννούν
και ποδοπατούν τα κρίνα
και τσουκνίδες καλλιεργούν.

44 Κάτω ως ρίχτει ’λάφι λιόντας
ρίξτε κάστρα ανίερα
για του έθνους πολεμώντας
τα σεπτά και τα ιερά.

45 Τέτοιο κράτος ας πεθάνει
τέτοιο κράτος ας χαθεί
που η κακία δέκα κάνει
και ουδ’ ένα η αρετή.

46 Στους λαούς τους τέτοιους πρέπει
χαλασμός και συφορά,
χαλασμός αφού τους τέρπει
κι αφού σβηούνε τη χαρά. 

47 Δεν αξίζει για να ζήσει
ένα κράτος σαν αυτό
που ρεμούλα και μπαξίσι
παίζουν μέσα του κρυφτό.

48 Με μολότωφ και σφεντόνα
θα ’ρθει πάλι ξαστεριά-
με παιδιά που στον αγώνα
πολεμάνε σαν θεριά.

49 Και πατρίδα φκιάστε νέα
που η χαρά του καθενού
να ’ναι τ’ άλλου η παρέα
και οι δυο τους τ’ ουρανού.

50 Και μια φτιάχτε νια πατρίδα
να ’ναι μάνα για ολουνούς,
καρπισμένη να ’ν’ η ελπίδα
και ανθός της να ’ναι ο νους.

51 Και «εκπρόσωποι» να λείψουν
με την πέτρινη ματιά
που κοιτούν κάθε να κρύψουν
των πατρώνων τους βρωμιά.

52 Από σας μόνο η Ελλάδα
θα ’δει πάλι προκοπή
απ’ των βουλευτών της πρώτα
την κλεψιά αν αποκοπεί....

53 «Άγνωστοι Άγνωστον εκάψαν.»
Δεν σας λέει αυτό, μιαροί,
φλόγα αυτοί πως δεν ανάψαν
μα μνημόσυνου κερί;

54 Υψηλό ό,τι συμβολίζει
του Αγνώστου το ιερό,
των νεαρών δεν το βρωμίζει
η ορμή, όσον καιρό.

55 Οι «Άγνωστοι» τις ευλογίες
παίρνουν των παλληκαριών
που τιμήσαν τις αξίες
των προγονικών γενιών.

56 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!

57 Που εκάψατε θυμώνουν
κάτι κάδους σκουπιδιών,
και ουρλιάζοντας ομώνουν
να σας κάνουν σκιες σκιων.

58 Μα οπλισμένοι με άγιο θάρρος
και με όπλα παιδικά
ο σοφός σεις είστε ο φάρος
που φωτίζει ιδανικά.

59 Κι αυτοί αξίζει να χαθούνε
απ’ το πρόσωπο της γης-
μες στη μαύρης γης να μπούνε
πάλι φως μη δουν αυγής.

60 Τώρα σεις αυτούς κρατάτε
με τα μάτια ολοκλειστά,
που δε θα ’χε γης να πάτε
αν τα είχανε ανοιχτά.

61 Ω! Απαίσιοι πρεπολόγοι!
Ω! Αχρείοι μαστροποί!
Σας αξίζουν τόσοι ψόγοι
όσοι αίνοι στην ντροπή!

62 Στων αγώνων τ’ ανηφόρι
που στην πρόοδο τραβά
οι έλληνες κουκουλοφόροι
βλέπουν πάντα μακριά.

63 Ω Σεμνοί κουκουλοφόροι!
Ω! Σεπτοί καταστροφείς!
Οδηγοί είστε πρωτοπόροι
για τα φώτα της Αυγής!

64 Οδηγείστε! Οδηγείστε!
Και σας ακλουθάμε εμείς!
Ιχνηλάτες άξιοι είστε
της Χαμένης Μας Τιμής!

65 Το αίμα σας, πυρρό που στάζει,
και γι Αυτήν έχει χυθεί,
η Παιδεία το κοιτάζει
απ΄ το βάθρο Της σβηστή-

66 χάμου απ’ της Βουλής ριγμένη
την κερδόσκοπη βουλή,
την πνοή σας περιμένει
να πετάξει σαν πουλί.

67 Σας φωνάζουνε βεβήλους
για σκοπιά που ’χει καεί-
αλλ΄ αυτοί ρίχνουν στους σκύλους
άγια κι όσια για φαί.

68 Κι οι «σκοπιές» που εκείνοι χτίζουν
βεβηλώνουν συνεχώς
με το πλούσιο που σκορπίζουν
μαύρο κι άδικο ένα φως.

69 Κι αυτοί σήμερα φωνάζουν
για βεβήλωση ιερών,
που ανεμόμυλοι φαντάζουν
όλων να ’ναι των καιρών.

70 Κι ο πρωθυπουργός λυσσάει
απ την Εσπερία μακριά
και παλιά αναμασάει
και τη μέρα λέει νυχτιά.

71 Και η ίδια η Ευρώπη
δίνοντας λεφτά με ουρά:
«Φέουδό μου όλοι οι τόποι»
υλακτιάει με χαρά.

72 Α! Ευρώπη! Λίγα θα ΄ναι
και για σένα τα ψωμιά-
οι ασιάτες ξεκινάνε
να σε θάψουν με κορμιά!

73 Τρεις «μεγάλες» οικογένειες
που το χρήμα δεν ψηφούν
στου λαού πατούν τις έγνοιες
πιο «ψηλά» για ν΄ ανεβούν.

74 Και με οικογενειοκρατία,
και με μπράβων της τον κλοιό
της Βουλής η Αλητεία
το λαό τρομάζει πλιο.

75 Κι ως σε κάτοπτρο αντικρίζει
τη θωριά της την αισχρή,
’σάς αληταριό βαφτίζει
και φασίστες θεωρεί.

76 Και με τον κουκουλοφόρο
τα ’χουν οι πολιτικοί
που του κλέβουν μες στον ντόρο
και τα τρώνε παρεκεί.

77 Αλλ’ αυτός με μια σφεντόνα
τα όσα κτήνη αψηφά
και με αλύγιστο το γόνα
ν’ ανθρωπίσουν τους ζητά.

78 Και βοηθό έχει παρέκει
του λαού το αγνό λεφούσι
που αν κι ακόμα άπραγο στέκει
μα το τρέμουνε οι πλούσ’οι..

79 Και βοούν κοντυλοφόροι
με χρυσάφι πληρωτοί
τάχα οι κουκουλοφόροι
για τη χώρα ειν’ ντροπή.

80 Και συφέρο αυτοί που έχουν
να ’χει ο λαός ζυγό,
στα «παράθυρα» όλο τρέχουν
κι άλλα λεν απ΄ ό,τι εγώ.

81 Και ιμάτια ξεσκιούνε
για κουκούλες σαν ακούν,
χίλια ευρώ ενώ τσιμπούνε
κάθε λέξη που θα πουν.

82 Και αλήτες τους βαφτίζουν
και τους λεν φασισταριό
τους νεαρούς όπου λογχίζουν
της δουλείας το θεριό.

83 Και καλά γραβατωμένοι
και τα μάλα κορδωτοί
σκνίπα γίνονται-οι καημένοι!-
με ανοησίας πιοτί.

84 Μα τους προσπερνάς σύ όλους
και τα τέτοια τ’ αγνοείς-
συ μακριά είσαι από δόλους
και διαθέσεις χαμερπείς.

85 Τους σκυμμένους ξεντροπιάζεις,
τους δοτούς ταρακουνάς,
τους φασίστες ξεμπροστιάζεις
και τους δείχνεις και σε μας.

86 Κι αιστανόμαστε ευφροσύνη
σα σε βλέπουμε μπροστά
στον αγώνα που μας δίνει
όσα, όποιος, μας χρωστά.

87 Για όσους ζουν αναγκεμένοι
στων μεγάλων την κλεψιά,
και στης ζήσης είναι ξένοι
τη γλυκάδα την αψιά,

88 για όσους είν’ πληγές γεμάτοι
στην καρδιά και στην ψυχή
και γι αυτούς να δει τους μάτι
δεν υπάρχει, ούτε ευχή-

89 για κεινούς που ούτε να δούνε
μέρα ελπίζουνε καλή
και συμπόνιας δεν τρυγούνε
ψεύτικο έστω ένα φιλί,

90 για όσους αίμα τους κι ιδρώτας
των πλουσίων είναι σοδειά
και παρά δεν ζουν μετρώντας
μα όλο αναπαραδιά,

91 για κεινούς που να δουλέψουν
θέλουν, κι άνεργοι όλο ζουν,
και που μόνο σα θα κλέψουν
την ημέρα τους περνούν,

92 είναι οι κουκουλοφόροι
γι αυτούς φίλοι κι αδερφοί
και σαν του ματιού έχουν κόρη
την αγνή τους τη μορφή.

93 Έίναι οι κουκουλοφόροι
όργανο ένα φονικό
κι είναι σάρισα και δόρυ
και πιοτί φαρμακερό,

94 όπου σφάζει και τρυπάει
και δλητήριο κερνά
και ο πλούσιος μαρτυράει
κι ό,τι έφαγε ξερνά.

95 Κι από κείνους καρτεράνε
οι φτωχοί το γδικιωμό
και των τόσων προσδοκάνε
των βασάνων τους σωσμό.

96 Ω! Γενναίοι κουκουλοφόροι!
Η φιλτάτη μας πατρίς
της Βουλής δεν είναι οι χώροι
μα όπου είστε, είναι, εσείς.

97 Και μη σκέψη γεννηθεί σας
πως χαλάτε ξένο βιος:
όλη η πλάση είναι δική σας
μιας και βγήκατε στο φως.
         
        -----

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

 Ελλάδα
Ο μανιασμένος διεκδικητής αγαθών για τα οποία δεν δούλεψε.
Ο κλασσικός έλληνας.

Ουκρανία
Μια γυναίκα που ενώ ο λαός της πολεμάει, αυτή τραγουδάει.

Σερβία
Χωρίς τίποτα τα θέλουν όλα. Και τα παίρνουν.

Μάλτα
Και μία όχι καραγκιοζίστικη παρουσία.

Τσεχία
Σοβαρά πράγματα. Μα σε ποιον πλανήτη ζουν και δεν έχουν ακόμα γελοιοποιηθεί;
Καλή, πολύ καλή φωνή.

Βουλγαρία
Ωραία γυναίκα-Βουλγαρία γαρ.\Με κέρδισε με την απλότητα και την επίδειξη όχι ψεύτικων πυροτεχνημάτων, αλλά ανθρώπινης αίσθησης.

Κροατία
Απλά, ανθρώπινα πράγματα. Δύναμη 
Θα έβαζα δέκα.και μελωδία που σε ανυψώνει.

Ηνωμένο Βασίλειο
Η ήρεμη δύναμη που καταστρέφει ταπάντα. 
Τραγουδώντας σαν να διατάζει.

Γαλλία
Ευγενική, ανθρώπινη παρουσία.
Φωνή "πεσμένη", παρά το ύψος της.

Μολδαβία
Προχειρότητες μεγαλοποιημένες.

Φινλανδία
Όλα ψεύτικα.
Ως και το βιολί.
Αντιθέσεις μη συντιθέμενες ως ώφειλαν.

Πολωνία
Γκροτέσκο. 
Και άχρωμο.

Λιθουανία
Ανθρακορυχισμός Μυστικοπάθεια.
Πολύ πίσω. 
Ανακολουθία λόγων και εμφάνισης.

Σουηδία
Μασκοφόρος (δι)εκδικητής τίνος; Της ανθρωπότητας; Της Ευρώπης; Της Αυστρίας;

Κύπρος
Δεν μπόρεσα να την δω. Κρυβόταν πίσω από την Αγγλία.

Ιταλία
Υπέροχη. Αυτή θα ψήφιζα αν ήξερα πώς ψηφίζουν.

Νορβηγία
Ημίγυμνος άντρας;
Μηδέν.

Ρουμανία
Φίλε Χρήστο θα σε απογοητεύσω, αλλά οι ρομποτοειδείς κινήσεις ανήκουν και το ελληνικό ακόμα παρελθόν.

Αυστρία
Μυρίζει Τυρόλο και Άνσλους ακόμα. Δεν θα πάρω.

Τα άλλα δεν τα είδα.




  ΓΙΟΥΡΟΒΙΖΙΟΝ 2026

Ας γίνει αυτό το μέγα 
Λαμπρό πανηγυράκι
Για των λαών το χάλι
Να κλάψουμε λιγάκι.

Πού καταντάει να δούμε
Ο νους όταν πλανιέται-
Κι  όταν γι αυτό το χάλι-
Ο άφρονας- παινιέται.

Να δούμε πώς γλεντοκοπούν    
Καθώς ρομπότ οι ανθρώποι,
Να δούμε πώς κατάντησαν
Οι ευρωπαίοι οι τόποι.

Ζώων χοροπηδήματα 
Να δούμε, και να δούμε
Πόσο το μέσα κτήνος μας
Βραβεύοντας τιμούμε.

Κι ό,τι κτηνώδες κρύβουμε, 
Να δούμε πώς ζητάμε
Αφέντη να το κάνουμε 
Καθώς σαν ζώα κλωτσάμε.

Κι ακόμα πώς με εκζήτηση
Την λίγη που μας μένει-
Την τσίπα μας, την θέλουμε
Κι αυτήνε ξοφλημένη!

Οι ευρωπαίοι πώς λαοί, 
Με πάθος προσπαθούνε
Την ψεύτική τους ανθρωπιά 
Να αποποιηθούνε…

Πώς τεχνητά εξαμβλώματα 
Τη ζήση μας που ορίζουν-
Τους Ευρωπαίους πίθηκους
Θα μάθουν να ογκανίζουν,

Ήτοι το πώς θα πάψουμε 
Την ψεύτικη ανθρωπιά μας
Να την ποδοπατήσουμε 
Με τα ίδια πέλματά μας,

Και τους πιθήκους να μη πια 
Προγόνους μας τους θέμε,
Μα ότι πίθηκοι είμαστε 
Οι ίδιοι  εμείς να λέμε.

Λοιπόν σουρθείτε χορευτές!
Τραγουδιστές  γκαρίστε!
Αυτό Ευρωπαίοι δεν θέλετε; 
Μέλλον λαμπρό-ορίστε!

         ---

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

 ΦΕΡ-ΦΕΡ-ΦΕΡΤΟΟΟΟ

Ο λόγος για το ΦΕΡΤΟ-
Το ελληνικό κονσέρτο 
Που ’βαλ’ η Ελλάδα φέτο
Γαρύφαλλο στο πέτο.

Μα ας ίδωμεν πως θα ΦΕΡθούν 
Αι χώραι της Ευρώπης.
Για ΦΕΡΤΟ θα ενδιαΦΕΡθούν;..
Θα γίνει ίσως «της Πόπης»;..

Δι αυτό σας λέγω: σφαιρικώς
Κοιτάξετε το πράγμα:
Κάλλιο το ηφαίστειο σβηστό, 
Παρά να βγάλει μάγμα…

Όλοι μαζί ας μεθύσουμε 
με χαρωπή μια μέθη
όταν το ΦΕΡΤΟ νικητής 
απ’ την Ευρώπη έρθει.

Όμως ας μη χανόμαστε 
Πριν το βραβείο έρθει,
Κι ας μη μεθούμε από πριν
Με αναίτια -φεύ- μια μέθη.

Βεβαίως εις την χώραν μας 
Μία ελπίς υΦΕΡπει
Και μία λίαν συμΦΕΡουσα
Νίκης οσμή μας τέρπει-

Όλοι βεβαίως ελπίζομεν 
Πως θα τα καταΦΕΡει
Κι ότι της νίκης κότινον
Ο Ακύλας θα μας ΦΕΡει.

Αλλ’ αν «ΦΕΡμπότεν» Γερμανοί
Κι «ανΦΕΡ» ειπούν οι Γάλλοι,
Και φέτος θ’ απομείνουμε 
Αβράβευτοι και πάλι.

Και εταιρίες βγήκανε
Και ΦΕΡτικές μας είπανε 
Όλες τους ότι είναι
Για το διαφημισθείναι.

Μα αν η Ελλάδα ΦΕΡεται
Λες κιόλας της προσΦΕΡεται
Το ακριβό βραβείο,
Δεν είναι λίγο αστείο;

Και λες δεν παραΦΕΡεται 
Πράσινα όταν ΦΕΡεται
Για δέντρο που ακόμα
Δεν έχει βγει απ’ το χώμα;

Το ΦΕΡΤΟ είναι ΦΕΡέγγυο;
Και ΦΕΡελπι, ή ΦΕΡέοικο;
Και θ’ ακουστεί ο Ακύλας
Να λέει: «Άρατε Πύλας!»;

Ή κι ίσως δεν θα ΦΕΡει
Στη χώρα να προσΦΕΡει
Το δάφνινο στεφάνι 
Που άνασσα θα την κάνει;

Η ελπίς βεβαίως υΦΕΡπει
Και των Ελλήνων τέρπει
Τας φρένας. Αλλ’ ας δούμε-
Μη προπετώς ΦΕΡθούμε!

Κι όταν ερθεί, ας τα σπάσουμε
Κι όλοι μαζί ας γιορτάσουμε,
Που η ένδοξη Ελλάδα μας,
Μη έχοντας να φάει,
Ξέρει τουλάχιστο-η χαζή-
Άδοντας να ζητάει.

         -----

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

 A
Κι αφού σιγουρέψαμε ότι πια οι βουλευτές μας δεν κλέβουν, κι αφού λύσαμε τα προβλήματα της Υγείας, της Παιδείας, των Δημοσίων Έργων…
Κι αφού οι ένοχοι των Τεμπών μπήκαν στη φυλακή, κι αφού οι συνταξιούχοι και οι μισθωτοί πια καλοπερνάνε…
Κι αφού γενικώς  μπήκαν σε τάξη και τα Εσωτερικά και τα Εξωτερικά μας…
Τι έμεινε πια; Μα τι άλλο-να κερδίσουμε την πρώτη θέση στη Γιουροβίζιον!
Και όλοι οι ραδιοφωνικοί Σταθμοί και όλες οι Τηλεοράσεις και άλλες μεγαλοεταιρείες, μάς λένε κάθε μέρα πόσο σίγουρο είναι ότι ο Ακύλας-λίγο έλειψε να γράψω «ο Αττίλας»- θα φέρει στην Ελλάδα το βραβείο.

Β.   
Και βέβαια θα φέρει κάτι στην Ελλάδα ο Ακύλας.
 Μερικοί λένε ότι θα φέρει την Ελένη.
Άλλοι λένε ότι θα φέρει ένα άδειο πουκάμισο.
Εγώ νομίζω ότι δύσκολο  είναι να πάρει την πρώτη θέση.

ΕΚΤΟΣ ΕΑΝ:
-φορέσει οχτώ και όχι ένα σκουλαρίκι σε κάθε αυτί.
- φορέσει τα εξαίσια μεν ρούχα που φοράει, αλλά μόλις πριν  βγει στη σκηνή βουτηγμένα στις ανάλογες βαφές, έτσι που οι βαφές, καθώς  το αντικείμενο που τις φοράει τινάζεται, να βάψουν και τους  θεατές,  οι οποίοι πλέον, έτσι χρωματισμένοι, θα ψηφίσουν τον ομοχρώματό τους.
-τα ρούχα του έκρυβαν εκτός από το υπόλοιπο σώμα, και τα γόνατά του.
-κρεμάσει πάνω του μία ταμπέλα που να λέει: «ΔΕΝ ΕΊΜΑΙ ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ».
-στους κώνους που εκτοξεύονται από το κεφάλι του δώσει τέτοιο ύψος, που να θυμίζει τον Μίδα που ό,τι έπιανε μετατρεπόταν σε σκατά.
-έκανε τις τριπλάσιες κινήσεις ή εκτινάξεις στο δευτερόλεπτο εκτός από τις δύο που τώρα κάνει.
-αν οι θεατές βαθμολογούσαν όχι την φωνή του, αλλά την φωνή της Κοζάκου-αλήθεια, κανείς δεν σκέφτηκε να βάλει στη θέση της, αντί αυτής, μία που να μιλάει σαν να την πιάνουν απ’ τον λαιμό; Τόσες υπάρχουν στην ΕΡΤ. 
Γ. 
Τα ΜΜΕ λένε: «Θα έπαιρνε την πρώτη θέση αν δεν υπήρχαν τα φαβορί που μας απειλούν.» Ώστε τολμούν να υπάρχουν κι άλλα φαβορί εκτός από το μεγαλειώδες «ΦΈΡΤΟ»;
Και όχι τίποτε άλλο, αλλά εξ αυτού στην κοινωνία έχει παρεισφρύσει μια υποψία υποψίας ότι μπορεί και  να μην πάρουμε την πρώτη θεση!...
Οπότε…. Αλλά ας μην σκεφτούμε την δυστυχία που τότε θα βρει τότε τον ελληνικό λαό…

Δ.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ  ΥΠΟΘΕΣΗΣ
-Οι μικροσυνταξιούχοι ζήτησαν από την Κυβέρνηση ένα (ακόμη) επίδομα, ώστε να μπορέσουν να πάνε στην Αυστρία για να θαυμάσουν τον φερτόν τραγουδιστή σε όλο το ζωντανό μεγαλείο του, και πια υπόσχονται ότι δεν θα ζητήσουν ποτέ και τίποτε άλλο από την Κυβέρνηση.
-Το Ιράν δήλωσε ότι αν βγει πρώτο το «ΦΈΡΤΟ», παραιτείται από την προσπάθεια κατασκευής ατομικής βόμβας.
-Το ΚΚΕ προσφέρθηκε να τηρήσει την τάξη στην όλη διαδικασία του Διαγωνισμού, ώστε να μην υπάρξει καμία παρατυπία, καμία ενόχληση στην τελετή. 
Και διευκρίνισε: «Όπως ακριβώς οι πορείες του ΠΑΜΕ».


Ε.
Τα παραπάνω όμως τα έγραφα πριν δω τα λόγια του τραγουδιού.
Όμως όταν τα είδα και αυτά, τότε άλλαξα πια γνώμη για την υπόθεση ΦΕΡΤΟ.
Οι ξένοι λατρεύουν την Ελλάδα-δεν θα λατρέψουν επομένως ένα τραγούδι που λέει αυτά που θα έλεγε η Ελλάδα αν μπορούσαν οι χώρες να μιλούν;
Ε! Λοιπόν, το ΦΕΡΤΟ θα κερδίσει πράγματι το πρώτο βραβείο.
Γιατί, να! τα λόγια του:
-«Πρέπει να παίξω δεν θα πάω πάσο»
Χαριτωμένο. 
Σαν να παίζει πόκερ…

-«Θέλω ένα στέμμα κι έναν θρόνο να κάτσω.»
Θα έλεγε κάποιος ότι αυτό σημαίνει ιδέες μεγαλείου.
Όμως όχι! Μόνον θέλει, σαν γνήσιος έλλην, να αναβιώσει την Μακεδονική και την Βυζαντινή παράδοση . Γιατί γνωστόν τοις πάσι είναι πως και οι Μακεδόνες και οι Βυζαντινοί ήσαν έλληνες.

-«Ένα μπλοκ επιταγών και τσεκ σε όλους να γράψω.»
Το  «Δαιμόνιο» του Έλληνα που τα θέλει όλα δικά του-ας το μάθουν όλοι λοιπόν : ο  Έλληνας δεν αρκείται στα λίγα!
Όμως, όμως…  Ο έλληνας είναι γενναιόδωρος και ελεήμων, δεν τα θέλει αυτά για τον εαυτό του- τα θέλει για να τα μοιράσει στους άλλους. 
Σε όλους τους άλλους μάλιστα!

-«Κυνηγάω τα πάντα μέχρι να τα φτάσω»
Κυνηγάει «τα πάντα»!
Γιατί όλα τα κυνηγάει ο έλληνας.  
Όπως το δίκιο του ας πούμε.
Κι αν δεν πιάνει τίποτα στο τέλος, ας όψονται οι άλλοι που……..(το «που» το συμπληρώνει κάθε έλληνας με ό,τι νομίζει)

Τα θέλει όλα λοιπόν ο ΦΕΡΤΟΣ (ο τόνος όπου τον θέλει ο καθένας).

Εδώ όμως γεννάται μία απορία: αφού αυτά που ζητάει είναι ήδη μοιρασμένα στους άλλους, ποιος ο λόγος να τα πάρει, αν πρόκειται να τα ξαναμοιράσει σ’ αυτούς τους ίδιους; 
Ίσως για να μην μένει αργός; Μπορεί. Άγνωστοι αι βουλαί του φερτομασκαρά.

Μα ούτε και μας ξεκαθαρίζει πώς θα γίνουν όλα δικά του. Μας μένει αναπάντητη και αυτή η ερώτηση. 
Όμως τι λέω; Η απάντηση είναι το «ΦΕΡΤΟ»
Κάποιος θα τα ΦΈΡΕΙ όλα σε αυτό το στοιχειό. 

-«Φέρε μου ένα ποτό που θέλω να ξεδιψάσω» 
Ανθρώπινο. Και οι  βασιλιάδες δεν πίνουν; 
Αν το  καλοεξετάσεις, άνθρωποι είναι κι αυτοί.
Όμως, αναρωτιέται κανείς-ούτε το ποτό δεν μπορεί ο παλιάτσος να το πάρει μόνος του;

-«Φέρτα μου όλα όλα  πάλι δεν θα χορτάσω»
Μεγάλο λάθος. Αυτό το «χορτάσω» δεν έπρεπε να γραφτεί, γιατί φέρνει στο νου-των παλαιότερων έστω-τον «ΑΧΟΡΤΑΓΟ»…

-«Designer… και escargot!...»  
Εδώ πια φαίνεται όλη η εκλεπτυσμένη καλλιτεχνία αλλά μαζί και η γαστριμαργική ευαισθησία του άδοντος. 
Θα μπορούσε εδώ να σταματήσει γιατί τα έχει πει όλα πια.

Όμως όχι!

-«Θέλω δόξα αιωνιότητα και λεφτά»
Η σούμα.
Ο έλλην σε όλο το μεγαλείο του: τα θέλει όλα.
Τι δίνει όμως αυτός για να τα πάρει όλα; 
Δεν δίνει τίποτα. Γιατί και το τίποτα-μας λένε οι φιλόσοφοί μας- είναι κι αυτό μέσα στο «όλα».

Και εξειδικεύει (;): ρούχα ακριβά,  να τον υμνούν όλοι, θέλει αιωνιότητα, λεφτά,  θέλει τον ουρανό (!), θέλει ό,τι υπάρχει «εντός και εκτός πλανήτη»-θέλει το Σύμπαν!

Τα θέλει όλα αυτά βέβαια.
Όμως: 
-«Κοίτα μαμά, όσα στερηθήκαμε παλιά
Νιώθω πως θα καταφέρω  να προσφέρω
Μη μας λείψει κάτι ξανά.»
Και τελειώνει με … νόημα: 
-«Βέβαια… αν κερδίσω… οπότε ΦΈΡΤΟ……….»
Τον πονηρούλη! Από δω το πήγε από κει το πήγε, μας το είπε ξεκάθαρα στο τέλος: Για τη μητέρα του τα θέλει όλα!
Τώρα εξηγούνται όλα.
Για την μητέρα του τα θέλει όλα το παιδί.
Μας μπερδεύει λιγάκι όμως. Γιατί αν δωρίσει με τσεκ όλα όσα ζητάει στους άλλους, τι θα μείνει για τη μητέρα;
Αλλά ας τελειώσει εδώ το παραμύθι και ας πάμε στην μεγάλη μεταφορά και αναφορά-και ας πάμε στην πραγματικότητα. 
Ο Ακύλας είναι ο ελληνικός λαός, το ΦΕΡΤΟ  είναι το γραπτό κείμενο  της ζητιανιάς μας, η Γιουροβίζιον είναι η Ευρώπη. 
Και εδώ, ο Ακύλας-ελληνικός λαός ζητιανεύει από τους Ευρωπαίους. 
Η αιώνια ζητιανιά του Έλληνα ΠΟΥ ΕΝΩ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΤΑ ΘΕΛΕΙ ΟΛΑ!

Από τους υπόλοιπους λαούς της γης, άλλοι έλληνες θα ζητιανέψουν. (Υπουργοί, Πρωθυπουργοί και παρόμοιοι.).
 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

 Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ

(Ο Άντρας και η Γυναίκα στέκουν μπρος από ένα τραπεζάκι που πάνω του έχει ένα κουτί με  πράγματα μέσα. Ξεχωρίζουν ποιο πράγμα θα πάρει ο καθένας, μιας και έχουν αποφασίσει να χωρίσουν.)
 
ΑΝΤΡΑΣ 
Έφτασε το τέλος λοιπόν. 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Το οριστικό τέλος αυτή τη φορά.
 ΑΝΤΡΑΣ
Όλα κάποτε τελειώνουν.
ΓΥΝΑΙΚΑ 
Κοινότυπο, όμως αληθινό. ..Αυτός  ο κάπρος... ωραίος...  ζωντανός... τον θέλεις;  Παρ’ τονε, σου πρέπει.
ΑΝΤΡΑΣ
Όχι. Πράγματα εκεί… μπορείς όλα να τα πάρεις... 
ΓΥΝΑΙΚΑ 
Αυτό το πέταλο;... στο χάρισα την ημέρα που πήγαμε στο σπήλαιο... 
ΑΝΤΡΑΣ
...Κάτι θυμάμαι...
ΓΥΝΑΙΚΑ 
Τότε που έχασα την πιάστρα των μαλλιών μου. ..
ΑΝΤΡΑΣ
Τη χτενούλα σου είχες χάσει.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ναι, σωστά. Όμως τη χτένα μου-όχι τη χτενούλα μου!.. 
(τρίβοντας τα μάτια της) 
Κι αυτός ο Νίκος... σήμερα βρήκε να κάψει τα χόρτα του...  όλο μου δακρύζουν τα μάτια...
ΑΝΤΡΑΣ 
Απ’ αυτό είναι;.. Μια στιγμή... έχω εδώ ένα χαρτομαντηλάκι-να στα σκουπίσω... γύρισε...  έτσι... Αλήθεια έχεις δει τα χειλάκια σου στον καθρέφτη από κοντά; Έχουν τόσες πολλές μικρές χαραγματίτσες... 
ΓΥΝΑΙΚΑ 
Αγάπ... Σάκη! Σε παρακαλώ καλέ μου! Βρεθήκαμε εδώ για ν’ αποχαιρετιστούμε. Αγαπάς μιαν άλλη, αγαπώ έναν άλλον. Χωρίζουμε! Και συ με τα υποκοριστικά σου... αφού το ξέρεις ότι... σε παρακαλώ αγά... σε παρακαλώ καλέ μου...
ΑΝΤΡΑΣ 
Μωρό μου, εσύ ξέρεις το πάθος μου με τις λέξεις: Πρέπει να λένε ό,τι εννοούν! 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Κι όταν αυτές λένε ό,τι εννοούν, εγώ τότε δεν νοώ τι λέω και τι κάνω... Μόνον για σήμερα δεν θα μπορούσες να παρατούσες το συνήθειο σου αυτό; Όχι υποκοριστικά, σε παρακαλώ... Πρέπει να χωρίσουμε Σάκη!
ΑΝΤΡΑΣ
Όμως σωστό είναι όπως το είπα. Δεν είναι ούτε χαράδρες ούτε χαραγματιές. Είναι ακριβώς αυτό: χαραγματίτσες! 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Σάκη!... Λέω να πάρω κι αυτή σου τη φωτογραφία... 
ΑΝΤΡΑΣ
Κι εγώ ετούτη...
ΓΥΝΑΙΚΑ
Να και το ρουζ μου που το είχα χάσει! Αυτό πια είναι δικαιωματικά δικό μου! 
ΑΝΤΡΑΣ... 
Θυμάσαι που έβαφες μ' αυτό και τις ελίτσες σου; 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Αγάπη μου! Αγάπη μου! Αγάπη μου!... τι σε παρακάλεσα μόλις; 
ΑΝΤΡΑΣ
Συγνώμη. Ήδη τρέμεις... συγνώμη... μα γιατί στέκεις έτσι… κάτι σκέπτεσαι; 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Να…ξέρεις... ξαφνικά νιώθω πως δεν τον αγαπώ και πάρα πολύ αυτόν τον άντρα... 
ΑΝΤΡΑΣ
Χμ! Κι εγώ... θα έλεγα... δηλαδή νομίζω... πως ναι, θα μπορούσε να ένιωθα κάτι παραπάνω γι αυτή τη γυναίκα...
ΓΥΝΑΙΚΑ… 
Ας συνεχίσουμε όμως. Πάρε συ το κασετόφωνο. Κι αυτές τις κασέτες βέβαια. 
ΑΝΤΡΑΣ
Θα ’θελα μόνο τούτο το κορδελάκι... 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Πάλι;!;!..
ΑΝΤΡΑΣ
Γλυκιά μου, κάνω ήδη πολλή προσπάθεια, το ξέρεις.... Δε σου μίλησα καθόλου τόσην ώρα για τα ποδαράκια σου, για κείνο το δαχτυλάκι σου, για τη μεσούλα ή τ’ αυτάκια σου. Ούτε για το περιστεράκι… 
(Η Γυναίκα σβήνει το φως)
τι κάνεις;.. 
ΓΥΝΑΙΚΑ
Σβήνω το φως. Αναβάλλουμε το χωρισμό μας μέχρι να πάθεις λαρυγγίτιδα. Αγαπημένε μου!
ΑΝΤΡΑΣ
Γλυκιά μμμμμμμμμμμμμμ  

                   ----- 

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

 ΒΑΦΤΙΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Τα μάτια της γεμίσαν την εκκλησιά.
Τα δάκρυα της θα φέρναν κατακλυσμό.
Και οι πιστοί απορήσαν που ξαφνικά
ενιώσαν τέτοιον μέγα συνωστισμό.

Ντυμένη το φουστάνι το γιορτινό
τα βλέμματα τραβούσε όλων εκεί.
Όμορφη αυγούλα εγίνει το δειλινό
κι η σκοτεινή φωτίστηκε Αμερική.

Σε λίγη ώρα μόνο ήταν νουνά. 
Ο μπούστος ο σφιχτός της είχε βραχεί.
Και έρρεε ακράτηγο στα βουνά
το σπέρμα του Πανάγαθου σαν βροχή…

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ
(ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ)




LTTLE THINGS
(by Julia Abigail Fletcher Carney) 
ΜΙΚΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ 

Μικρές νερού σταγόνες 
φτιάχνουν τον ωκεανό.
Άμμου μικρά σβολάκια
τη γη όπου πατώ.

Oι τοσοδούλες οι στιγμές
μικρές και ταπεινές-
φτιάχνουν την αιωνιότητα-
τους άσωστους αιώνες.

Τα μικρουλάκια ψέματα 
που λέμε κάθε μέρα 
σιγά σιγά παν την ψυχή
στης αμαρτίας τη σφαίρα.

Έτσι τα λόγια αγάπης μας 
κι οι τρόποι όλο ευγένεια
μικρά κι αυτά, μα φτιάχνουνε
μια γη παραδεισένια.




A GUINEA PIG
~Anonymous (circa 1775) 
ΈΝΑ ΙΝΔΙΚΟ ΧΟΙΡΙΔΙΟ 

Μικρό ένα ήταν χοιρίδιο-ινδικό, όχι το άλλο
που όντας μικρό δεν ήτανε μεγάλο. 
Που πάνω στα τέσσερα πόδια του εστεκόταν
και να τρώει ποτέ δεν βαριόταν.  

Ταξιδιώτης τόσο πολύ ήταν βέρος 
Που δε στεκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος
Και όταν έτρεχε-σας λέω εν τιμή
την ίδια δε στεκότανε στιγμή. 

Συχνά ετσίριζε και τότε, ασφαλώς 
Και με όρκο σας λέω, δεν ήταν σιωπηλός.
Και, δίχως η γάτα να του το πει βεβαίως 
Ήξερε: άλλο ποντίκι κι άλλο αρουραίος. 

Μια μέρα, μόνο του, το λέω υπευθύνως,
Έτσι του ήρθε και πέθανε τελείως. 
Κι ως μου ’παν άνθρωποι με γνώση στο κεφάλι 
Δεν εξανάζησε ποτέ από τότε πάλι.







ΑΠΟ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ ΑΓΑΠΗΤΟ ΜΟΥ ΜΩΡΟ; 
(George MacDonald)

-Από πού έρχεσαι γλυκό μωρό;
-Από παντού ήρθα εδώ.

-Τα μάτια σου πού βρήκες τα γαλάζια;
-Απ’  τ’ ουρανού τ’ ατέλειωτα τ’ ατλάζια.

-Και το λαμπύρισμά τους το ζεστό;
-Των αστεριών τη λάμψη πήρε αυτό.

-Πού βρήκες το μικρό σου αυτό το δάκρυ;
-Σε κάποια εδώ με καρτερούσε άκρη.

-Το μέτωπό σου τι το κάνει έτσι απαλό;
-Ένα χεράκι το εχάιδεψε καλό.

-Το μάγουλό σου πώς και μοιάζει με ζεστό
λευκό τριαντάφυλλο λαχταριστό;
-Καθώς ερχόμουν μου έδειξε ένα χέρι
κάτι κανένας σας που εδώ δεν ξέρει.

-Το ευτυχισμένο σου αυτό γελάκι
το τριγωνικό;
-Τρεις άγγελοι μου έδωσαν φιλάκι
όλοι μαζί γλυκό.

-Και πού το αυτί καλό μου, το κοχύλι;
-Άκουσα τι του Θεού μου ’παν τα χείλη.

-Τα που αγκαλιάζουν πού εβρήκες χέρια;
-Η αγάπη κάνει το ίδιο και στ’ αστέρια.

-Τα ολάπαλα μικρό μου για να έρθεις ποδαράκια;
-Μου εφυτρώσανε καθώς φτεράκια σ’ αγγελάκια.

-Και όλα αυτά πώς έτσι ήρθαν σε σένα;
-Έτσι ο Θεός εσκέφτηκε για μένα.

-Αλλά γιατί να ’ρθεις σε μας μωρό μου αγαπητό;
-Ο Θεός εσκέφτηκε για σας, γι αυτό ειμ’ εδώ.






ΠΕΡΝΑ ΜΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ
ΒΑΡΚΑΡΗ
(by CHRISTINA ROSSETTI)  

«Πέρνα με απέναντι βαρκάρη
σε παρακαλώ.»
«Ένα ευρώ αν θα μου δώσεις 
τότε σε περνώ.»

«Έχω ένα ευρώ στην τσέπη
και παιδάκι είμαι καλό.
Πέρνα με καλέ βαρκάρη
σε παρακαλώ.»

«Πέρνα μέσα κοριτσάκι
ή καλό είσαι ή κακό.
Το ευρώ σου αφού μου δώσεις
τότε σε περνώ.»




SICK
(by Shel Silverstein)
ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗ

Δεν μπορώ να πάω σήμερα σχολείο.
Είμαι άρρωστη και κάνει πολύ κρύο.
Τα γυαλιά μου βρήκα σήμερα να σπάσω
και μου φαίνεται όπου να ’ναι πως θα σκάσω. 
Στο παπούτσι μου η γάτα είχε χωθεί
και φαντάζεστε τι θ’ άφησε εκεί…
Μία σκλήθρα στον αντίχειρα έχω βγάλει
και τ’ αυτιά μου μουδιασμένα είναι πάλι. 
Όλη νύχτα το κεφάλι μου πονούσε
σαν κανένας με σφυρί να το χτυπούσε. 
Τώρα ακόμα σαν ν’ ακούω κάθε σφυριά.
Κι ο ποπός μου είναι γεμάτος με σπυριά. 
Η κοιλιά μου είναι σκασίματα γεμάτη 
κι έχει κάτι στο δεξί μου μπει το μάτι.
Μια μεγάλη έπαθα κράμπα του ποδιού μου,
και το ηχείο με τρελαίνει του αδερφού μου. 
Κι αν θα πεις για τη μεσούλα μου-η καημένη
λες την έχουν σε γουδί κοπανισμένη.
Των μαλλιών μου οι τρίχες πέφτουν κι εγώ σκάω.
Σε λιγάκι μία μία θα τις μετράω. 
Κι όλα μου τα ρούχα είναι σφιχτά.
Το κεφάλι μου πονάει τόσο φριχτά
που νομίζω πως σε λίγο θα πεθάνω.
Αχ! Γιατί σε μένα όλα πέσαν πάνω; 
…Τι μου είπες;.. πες το πάλι… τι;.. επειδή…
σήμερα είναι τι;.. Σαββάτο;.. δηλαδή…
…μα…να! Θαύμα! Παν οι πόνοι και τα ρίγη…
Γεια σε όλους! Πάω έξω για παιχνίδι!




MORNING PRAYER
(by Ogden Nash)
ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Μια μέρα νέα ξημέρωσε.
Γλυκά κοιμήθηκα κι ωραία περπατώ.
Θεούλη, σου υποσχέθηκα
εχτές το βράδυ λίγο πριν να κοιμηθώ,

ποτέ να μη θυμώσω και ποτέ
να μη με άλλο πάλι τσακωθώ αγόρι.
Τους τέτοιους όρκους να κρατάς,
δε θέλει, όταν κοιμάσαι, διόλου ζόρι.

Μα σήμερα θεούλη μου, 
τους όρκους μου αυτούς θα προσπαθήσω-
γιατί πολύ σε αγαπώ- 
και όσο είμαι ξύπνιος να κρατήσω.




ΣΟΒΑΡΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
(STEVENSON)

Όταν θα μεγαλώσω και άντρας πια  θα γίνω
και δυνατός θα είμαι και διαταγές θα δίνω
θα πω σ όλα τ’ αγόρια-και στα κορίτσια ίδια-
να μη με τα δικά μου παίξουν ξανά παιχνίδια.




FRIENDS
(by Abbie Farwell)
ΦΙΛΟΙ

Στο δάσος σαν ξαπλώνεις απαλά 
Τα πράσινα ψηλά βλέπεις κλαδιά
και σου γελάει γλυκά ο ουρανός
επάνω σου όπως σκύβει χαρωπός.

Των φύλλων την δαντέλλα την πυκνή
ο ήλιος  διαπερνάει τη γιορτινή
κι ένα φιλί σου δίνει τρυφερό
καθώς φιλεί μητέρα το μωρό.

Και το αγεράκι πάνω απ’ το γρασίδι 
δροσιά γεμάτο πλέκει ένα κεντίδι
κι αν και τα μάτια δεν το αντικρίζουν
μα νιώθεις τα φτερά του που σε αγγίζουν.

Φίλους πολλούς που έχει ένα παιδί!
Κι όλους ας μην μπορεί να τους ιδεί.
Γι αυτό κανένα φόβο ας μην έχει
όπου και να σταθεί, όπου κι αν τρέχει.





DIRTY FACE
(by Abbie Farwell)
ΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

- Το λερωμένο αυτό πού βρήκες προσωπάκι
αγαπημένο μου γλυκό εσύ παιδάκι; 
-Το βρήκα μες στη λάσπη όταν βουτούσα
καθώς απ’ τα κουμπιά δυο προσπαθούσα 
της μπλούζας του Αντωνάκη για να κόψω
για ένα του δάγκωμα να τον πληρώσω.
Το βρήκα όταν τις ρίζες εμασούσα 
από τριανταφυλλιές που πελεκούσα
και όταν έψαχνα για σαλιγκάρια
στου αντικρινού του κήπου  τα χορτάρια.
Με κάρβουνα όταν έπαιζα το βρήκα
σε καρβουναποθήκη όταν μπήκα, 
και σε τσιμέντο φρέσκο με τη μύτη
σκαλίζοντας σα να ’μουνα σπουργίτι.
Το βρήκα δίνοντας μιαν αγκαλιά
στο πιο βρωμιάρικο από δυο σκυλιά.
Το βρήκα τρώγοντας μούρα δροσάτα
που τα ’κοβα απευθείας από τα βάτα.
Από μαλώματα τ’ ακόκτησα άγρια 
κι από κυλίσματα και από δάκρια. 
Και βρίσκοντας σ’ αυτά τέτοια χαρά
που χρόνια εσέ η ψυχή σου λαχταρά.




THE MOUNTAIN AND THE SQUIRREL
(by Ralph Waldo Emerson)
Ο ΚΑΣΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Το βουνό κι ο σκίουρος
είχαν τσακωθεί
και τον σκίουρο «μικρό»
το βουνό είχε πει.

Κι είπε ο σκίουρος στο βουνό
«είσαι- ναι, πολύ μεγάλο
δεν υπάρχει  αμφιβολία
μα θα πρέπει δίχως άλλο,

κάθε πράγμα που υπάρχει 
να το βάζουμε μαζί
για  να φτιάξουμε τον κόσμο
και να έχουμε τη γη.

Και ντροπή λέω δεν είναι
σαν εμένα να ζει κάποιος.
Αν δεν είμαι εγώ μεγάλος
μα ούτε συ είσαι μικρός,

κι ούτε σαν εμένα σβέλτος.
Δεν αρνούμαι ότι έχεις 
σκίουρους πάνω σου πολλούς
αλλά  σαν αυτούς δεν τρέχεις.

Καθείς με το ταλέντο του.
Όλα σοφά κι ωραία.
Κι αν δεν μπορώ καθώς εσύ
δέντρων πολλών παρέα 

ολημερίς να κουβαλώ- 
της πλάτης μου στολίδι-,
Μα ούτε να σπάσεις συ μπορείς 
ένα  μικρό καρύδι.




THE BABY DANCE 
(by Ann Taylor)
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ  

Χόρευε μωρό μου-χόρευε μωρό.
Η μαμά σου-μη σε νοιάζει-είναι εδώ.
Φώναζε και κάνε συ ναζάκια
Χόρευε μωρό μου-ωπαλάκια!

Πήδα από το πάτωμα
μέχρι το ταβάνι
δε θα πέσεις η μαμά 
ειν’ εδώ-σε πιάνει.

Χόρευε μικρό μωρό μου 
κι η μαμά σού τραγουδά
ωπαλάκια ωπαλάκια 
ωπαλάκια οπαλά.




THE CANARY
(by Εlizabeth TURNER) 
ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ 


Η Μαίρη είχε ένα καναρινάκι
με φτεράκια κίτρινα και λαμπερά
και λεπτούλι κάθε ποδαράκι.
Ήταν ένα καναρίνι μια χαρά.

Με χαρούμενες νότες τραγουδούσε
που έκαναν τη Μαίρη ευτυχισμένη.
Το κλουβάκι του όταν κρεμούσε
να τ’ ακούει καθόνταν μαγεμένη.

Ψίχουλα και νόστιμα σποράκια
κάθε μέρα τάιζε το πουλάκι.
Το κλουβί με φρέσκα χορταράκια
στόλιζε και το ’κανε παλάτι.

Αυτό λοιπόν μικρέ μου φίλε μάθε
και πια  κανόνας της ζωής σου ας γίνει:
μ’ ευγένεια και χαμόγελα πλήρωνε κάθε
φίλο που αγάπη αληθινή σου δίνει.




PUPPY AND I
(by A. A. Milne)
ΤΟ ΣΛΥΛΑΚΙ ΚΙ ΕΓΩ

Έναν άντρα συνάντησα
καθώς περπατούσα
κι έτσι του μίλησα
του άντρα εγώ:
«Πού πας άντρα;» ρώτησα
(ρώτησα τον άντρα καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για ψωμί.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»

Ένα άλογο συνάντησα 
καθώς περπατούσα
κι έτσι του μίλησα
του άλογου εγώ:
«Πού πας άλογο;» ρώτησα
(ρώτησα το άλογο καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για χορτάρι.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»

Συνάντησα μια γυναίκα 
καθώς περπατούσα
κι έτσι της μίλησα
της γυναίκας εγώ:
«Πού πας γυναίκα;» ρώτησα
(ρώτησα τη γυναίκα καθώς περνούσε).
«Στο χωριό για λάδι. 
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»

Συνάντησα κάποια κουνέλια 
καθώς περπατούσα
κι έτσι μίλησα 
στα κουνέλια εγώ:
«Πού πάτε με την άσπρη σας γούνα;» ρώτησα
(ρώτησα τα κουνέλια καθώς περνούσαν).
«Στο χωριό για κριθάρι.
Πάμε μαζί;» «όχι όχι»

Συνάντησα ένα σκυλάκι
καθώς περπατούσα
κι έτσι μίλησα
στο σκυλάκι εγώ:
«Πού πας αυτή την όμορφη μέρα;»
(ρώτησα το σκυλάκι καθώς περνούσε).
«Στο λόφο για παιχνίδι»
«Έρχομαι μαζί σου σκυλάκι» είπα εγώ.





THE FISHERMAN 
(by Abbie Farwell)
Ο ΨΑΡΑΣ 

Πρωί σηκώνεται ο ψαράς,
μ’ αναβροχιά ή αγιάζι  
κι απ’ το βυθό της θάλασσας
το φαί της μέρας βγάζει.

Ζει ο μισός στη θάλασσα 
κι ο άλλος έξω-εδώ.
Δεν είναι ψάρι, αλλά δες… 
ούτε όπως συ κι εγώ!

Έχει ματιά παράξενη
που αλλόκοτα θωρεί 
σα να ’χει πράγματα πολλά 
και φοβερά ιδεί-

ματιά σαν θάλασσα θολή: 
μπλε ούτε, ούτε γκρι.
Και ιστορίες (αληθινές;
Ψεύτικες;) ιστορεί.

Ξέρει για θάλασσα πολλά!
Γι αέρα κι ουρανό!
Μ’ αν τον ρωτήσεις για ξηρά
…βλέμμα έχει αδειανό!






DO NOT STAND BY MY GRAVE AND WEEP 
(Mary Elizabeth Frye)
ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΑΙΣ  

Μην κάθεσαι στον τάφο μου και κλαις.
Δεν είμαι κοιμισμένη εκεί κι ας λες.
Είμαι άνεμοι χιλιάδες που φυσούν.
Είμαι οι χιονονιφάδες που πετούν.
Ο ήλιος είμαι πάνω από τα στάχια.
Είμαι νερό στα βρόχινα τ’ αυλάκια.
Είμαι η σιωπή του ωραίου πρωινού.
Είμαι άρωμα στα βούρλα του βουνού.
Είμαι το πέταγμα σε γύρους των πουλιών
κι είμαι το φως το ευγενικό των αστεριών.
Μην κάθεσαι στον τάφο μου και κλαις.
Δεν είμαι εκεί. Δεν πέθανα κι ας λες.






MY  NAME IS PEARL 
(by Becky Robbins)
Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΛ 

Λέει στο σκίουρο το κουνέλι:
«Είσαι αγόρι ή κορίτσι;»
Είπε ο σκίουρος: «κορίτσι.
Κι είναι τ’ όνομά μου Περλ.»
Λέει η Περλ στο κουνελάκι: 
«τ’ όνομά σου εσέ ποιο είναι;»
«Είμαι ένα κορίτσι επίσης 
κι έχω ίδιο τ’ όνομα.»

«Θες να γίνουμε και φίλοι;»
«Βέβαια θέλω. Μου αρέσει
Φίλοι να ’μαστε τα δυο.
Όνομα κι οι δυο έχουμ’ ίδιο  
πράγμα αστείο λιγουλάκι
Όνομα κι οι δυο έχουμ’ ίδιο 
Κι εγώ είμαι κουνελάκι. 
Τ’ όνομά μας είναι Περλ 
Κι είμαστε κι οι δυο κορίτσια.
Απ’ τις δυο όμως εμάς 
Μία είναι σκιουρίτσα.»




SNOW DAY
(by Sam D.)
ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΧΙΟΝΙ

Το χιόνι πέφτει στο χώμα
και φτιάχνει μεγάλους σωρούς.
Σχολεία κλειστά. Των παιδιών
παιχνίδι γεμάτος ο νους.

Χιονόμπαλες πάει ο αέρας 
κανείς δε θυμάται σχολειά
σ’ αυτή του χιονιού την ημέρα
διασκέδαση μόνον ζητά.

Οι χιονάνθρωποι ειν’ μεγάλοι. 
Τα καπέλα τους ψηλά.
Και για να τους αγκαλιάσουν 
τρία χρειάζονται παιδιά.

Και πολύ όπως κρύο κάνει
τα καλούν μέσα οι μεγάλοι
για ζεστή μια σοκολάτα 
προτού έξω βγουν και πάλι.

Κι όταν τα παιδιά την πιούνε
έξω παν και, ή κυνηγιούνται 
ή, αν έτσι τους αρέσει
στο απαλό χιόνι κυλιούνται.

Φτιάχνουν άγγελους με χιόνι
κι αν ο σκύλος τους χαλάσει
τότε ο γλύπτης θυμωμένος 
κυνηγάει να τόνε πιάσει. 

Και μετά από τους αγγέλους 
μια τσουλήθρα θα σκαρώσουν
Κατεβαίνοντας το λόφο
Μέχρι ως μέσα να παγώσουν.

Αλλά πια  κι η μέρα φεύγει
Και ο ήλιος πέφτει πια.
Και γυρίζουν τα παιδάκια 
Στου σπιτιού τη ζεστασιά!