Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

 ΑΠΟΡΗΜΑ 

Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία 
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία, 
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω να εξηγήσω: 

Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει; 
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη; 

Δε σκέφτηκε-ό,ποιο ήτανε, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα; 
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει; 

Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει 
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει; 
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει 
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση; 

Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα 
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα 
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες, 
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες; 

Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει, 
Που δίχως τους ούτε χαρά ούτε κλαδί ανθίζει;  
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη, 
Ποιός με τη γη αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει; 

Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Οταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει, 
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια, 
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια; 

Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει, 
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει; 
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο 
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;  

Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Οσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω. 
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.

 ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ


(Στου Ελ Εϊ ένα μαγαζί
συνήθεια ως έχουνε κοινή
Γιάννος και Μητρός συζητούν
Κι ελευθέρα σχολιάζουν,
 Και της Γραικίας τον Πρόεδρο
ηλίθιο τόνε βγάζουν)

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ

-Ηξερες πως οι Ελληνες ηλίθιο Πρόεδρο έχουν;

-Οχι, ώσπου τον άκουσα μέσα στην εκκλησία.

-Επαραβρέθήκες λοιπόν κι εσύ στην κωμωδία 
Που παίχτηκε στο θέατρο που λεν Αγια-Σοφία;

-Ναι. Δυστυχώς. Γιατί αλλιώς θάμενα μες στην άγνοια 
Που θαταν πιο υποφερτή απ' τη γνώση πούχω τώρα. 
Ακούς ηλίθιο Πρόεδρο οι Ελληνες να διαλέξουν... 
θα πεις "και ποιόν να διάλεγαν"… Δεν ξέρω, όποιον άλλον 
Ας ήταν κλέφτης, άτιμος ας ήτανε βρωμιάρης 
(Σε τέτια ειμαστ' οι Ελληνες πλέον συνηθισμένοι) 
Αλλά ηλίθιο... Δεν μπορώ να το χωνέψω ακόμα 
ΠΩς έχει πει τόσες πολλές βλακείες μαζεμένες 
Στα είκοσι που ο λόγος του λεφτά είχε διαρκέσει.

-Και όμως τα κατάφερε. Καλά, κανείς δεν τούπε 
Πως όλα λέγοντας αυτά τα αηδή τα λόγια, 
Γελοίος σ' όλους τους Ρωμηούς πως είναι φανερώνει;

-Κι από την άλλη έξυπνος ο Πρόεδρός μας ήταν:
Σε βλάκες αφού  μίλαγε, βλακώδη λόγια είπε. 
Σωστές φαίνεται ο άνθρωπος είχε πληροφορίες.  
Στο κάτω κάτω της γραφής, πόσοι θαρρείς τον νιώσαν; 
Ενας στους δέκα μοναχά κατάλαβε τι είπε.

-Κι όλοι ήταν απ' το λόγο του κατενθουσιασμένοι. 

-Είδες που δίκιο έχω λοιπόν; Κι αυτοί ηλίθιοι είναι.
 Μάλιστα ηλιθιότεροι από τον Πρόεδρο μας. 
Εκτός αν ηλιθιότητα τόσο μεγάλη έχουν    
Που τι είπε δεν κατάλαβαν, κι ας ξέρανε τη γλώσσα.

-Ουφ! Εζαλίστηκα μ' αυτά. Εγώ κρατώ μονάχα 
Πως Πρόεδρο οι Ελληνες εβγάλανε ηλίθιο.
Στου σκάκι τα τετράγωνα, είπε, αν βάλεις στάρι 
Δυο σπειριά στο ένα τους, διπλάσια στο άλλο, 
στο άλλο τετραπλάσια, και ούτω καθεξής,     
Δε θα σου είναι αρκετό το στάρι όλης της γης 
Ολα του τα τετράγωνα αν θέλεις να σκεπάσεις.   
Μωρέ σοφία! Ε, καλά, καθείς αυτό το ξέρει     
 Μα ήταν κάτι να ειπωθεί σε λόγο Προεδρικό;       
Και νάταν τούτο μοναχά, μικρό ήταν το κακό.   
Αλλά με στόμφο, δυνατά, και σοβαρό ένα ύφος 
Μας είπε πως οι Ελληνες έχουν κοινούς προγόνους. 
Αυτό ήταν πια κι αν ήτανε… έπρεπε απ' την Ελλάδα 
να έρθει κάποιος να μας πει  ότι τ' αδέρφια έχουν 
Κοινούς γονιούς; Ελα Χριστέ και Παναγιά Παρθένα..

-Μα κι αλλά μάθαμε πολλά. Κι απ' όλα πιο σπουδαίο 
Είπε, πως, Μήτρο μου, είμαστε όλοι αριστοκράτες…
Άγνοια κι εμείς τόσον καιρό είχαμε γεγονότος   
Που αλλάζει όλων τη ζωή των ό,που γης Ελλήνων… 
Δηλαδή τώρα Μήτρο μου, πρέπει τους άλλους όλους 
-τουτέστι τους μη Ελληνες-λοξά να τους κοιτάμε 
Και όχι με γυμνό οφθαλμό, αλλά με το μονόκλ; 
Και σμόκια ν’ αγοράσουμε, και να μιλάμε αργά
Και όλους υπηρέτες μας να έχουμε τους ξένους; 
Τι άλλο θ' ακούσουμε θεέ,.. Αμ τ' άλλο το θυμάσαι; 
Μας είπε ότι ευτυχώς που βρέθηκε ο Σκούρας 
Και την Ελλάδα έκανε πασίγνωστη στα ξένα!
Για σκέψου: ένας Πρόεδρος το χέρι του ν' απλώνει 
Μες σ' ένα σάκκο με φλουριά χρυσά και ασημένια 
Και να τραβάει μια κλωνά μονάχα απ' το σακί… 
Αλλά και άσχετος μαζί με τ' άλλα όλα είναι. 
Είπε πως πρώτοι ερχόμαστε μετά 'πο τους Εβραίους 
Σε σύμπνοια αναμετάξυ μας και σε αλληλεγγύη. 
Καλά, είναι Πρόεδρος θα πεις, νάλεγε την αλήθεια; 
Μα κάλλιο να μην έλεγε τίποτα για το θέμα. 
Μάτια δεν έχει για να δει τον κάθε πατριώτη 
Να τριγυρνά μ' ένα μακρύ στο χέρι του πηρούνι 
Και να γυρεύει με θυμό και μ' άγρια μανία     
Το μάτι κάθε αλλουνού πατριώτη του να βγάλει;

-Αμ το άλλο; Λέει πάψανε οι Ελληνες της Ελλάδας  
Να γίνονται από δυο χωριά για τα πολιτικά.

-Βρε μήπως λάθος κάνανε και στείλανε εδώ      
Αντί για Πρόεδρο Ελληνα Πρόεδρο Γερμανό; 

-Οχι. Το κακομοίρικο το ύφος του μιλάει    
Πως πρόκειται για Ελληνα κι όχι κανέναν άλλο. 
Κι ακόμα περισσότερο αυτό το αποδεικνύει 
Το ρεζιλίκι πούπαθε στον Κλίντον όταν πήγε 
Και που βεβαίως άμεσα σ' εμάς αντανακλά.    

-Ναι; Τί; Δεν ξέρω τίποτα.    

-Να σου το πω να μάθεις. 
Οταν εμπήκε στ’ Ωοειδές Γραφείο του Προέδρου 
Κι εκείνος τον πλησίασε για να τον χαιρετίσει,    
Αυτός το χέρι του άπλωσε όχι με την παλάμη 
Κάθετη, μα οριζόντια, και με τα δάχτυλα του  
σε θέση ζητιανέματος-λιγάκι κεκαμμένα.    
Ο Κλίντον είδε κι έπαθε το χέρι του να στρέψει 
Και να το φέρει στη σωστή της χειραψίας θέση.

-Ή βιάστηκε ο άμοιρος ή απ' το τρακ θα ήταν.

-Τρακ ή ξετράκ, ρεζίλεψε όληνε την Ελλάδα. 

-Αυτό δεν τόξερα. Αλλά, εγώ μένω στο λόγο 
που στης Αγίας έβγαλε Σοφίας την εκκλησία.
Οι Ελληνες της Αμερικής, είπε,-βαστήξου- είναι 
Ειλικρινείς και τίμιοι. Και οι Αμερικάνοι   
Τους εκτιμούν πολύ γι αυτό.

-Βάρδα να μη δηλώσεις
Εδώ πως είσαι Ελληνας. Κουμπώνονται όλοι αμέσως. 
Αν τόσο δρόμο έκανε ψέματα για να πει       
Καλλίτερα θα ήτανε διόλου να μην ερθεί.       

-Και είπε όλα τα νησιά στο Πέλαγο το Αιγαίο 
Είναι ακραιφνώς Ελληνικά. Κι όχι μονάχα εκείνα, 
Παρά και οι μικρότερες λέει, βραχονησίδες.      
Καλά, ετώρα ξύπνησε; Και όταν ο Σημίτης 
Τη γαλανή σημαία μας κατέβαζε απ’ τα Ίμια 
Πού ήταν τάχατες αυτός; Και πώς αυτό το εδέχτη 
Κι αμέσως δεν εσκόλασε, σαν Πρόεδρος, το Σημίτη; 
Αλήθεια, σε είκοσι λεφτά, τι πράγματα δεν είπε.... 
Τι ψέματα! Τι αλλόκοτες γι αγρίους ιστορίες! 
Κι άκουσες;: "Μη νομίσετε πως ήρθα να ζητήσω 
Κάτι από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ" -έτσι είπε. 
Τότε γιατί ήρθε; Γιά να δει καναν παλιό του φίλο;  
"Οχι", μας λέει, "δε ζήτησα, ηθέλησα μονάχα 
Να νιώσει ο Κλίντον πως εμείς το έχουμε το δίκιο". 
Κι αφού το νιώσει τάχα τί ο Κλίντον να το κάνει;

-Ωχου καημένε… Πρόεδρος Ελλήνων είν’ αυτός. 
Αυτό σημαίνει αυτόματα πως Πρόεδρος τυγχάνει 
Και της ψευτιάς και της κλεψιάς και της μαλαγανιάς τους. 
Απλώς, πάρτο απόφαση, όπως κι εγώ το πήρα 
Πως είμαστε ακέφαλοι σήμερα στην Ελλάδα.  , :   , Πρωθυπουργός ανύπαρκτος, Πρόεδρος αχυρένιος…
Τί άλλο θες; Ας πάψουμε να λέμε πια για δαύτον.

-Α! Δε μπορώ όταν αυτό θυμάμαι το ωραίο 
Που είπε για τη γλώσσα μας-πως είναι λέει συνέχεια 
Της παλαιάς Ελληνικής. Μόνο που έχει, λέει, 
Μετά από χιλιετίες τρεις λίγο πολύ αλλάξει.  
Ω! Θε μου, τι διαπίστωση! Πόσο να εσκέφτη τάχα   
Ωστε να βγάλει τέτοιανε σοφία από το στόμα! 
Λες κι όλες οι ταλαίπωρες κάθε λαού οι γλώσσες 
Ίδια καθώς η Ελληνική εξέλιξη δεν είχαν…
«Και λέμε», είπε, «γη τη γη, και θάλασσα τη θάλασσα.
Όπως τη λέει κι ο Ομηρος.» Αλλιώς θα την ελέγαμε;..

-Ασε με μωρέ Μήτρακα. Πιάσε άλλο θέμα, μπούχτισα.

-Οχι και τούτο αν δεν πω, το τελευταίο ακόμα. 
Και, Γιάννο, μάθε το και συ: Το δέντρο ούτε φύλλα 
Ούτε και άνθη και καρπούς θα κάνε όταν-κρατήσου!-
Κάποιος το κόψει σύρριζα.

-Για δες μωρέ σοφία.. 
Γι αυτό κι έγινε Πρόεδρος. Σπάνιες γνώσεις έχει.

-Και κάτι λυπηρό πολύ-το μόνο σοβαρό του 
Που το πιστεύει ο άθλιος, και χαίρει, λες, για κείνο. 
Είπε πως η Αγια Σοφιά-μίλαγε για την Πόλη- 
Ποτέ ξανά ελληνική αν θα γίνει δεν τον νοιάζει.
Λοιπόν η κυρα-Δέσποινα πρέπει ν' αρχίσει πάλι
Οπως και τότε να θρηνεί και να πολυδακρύζει.
Τους θρήνους της δεν πρέπει πια κανείς να σταματήσει
Λέγοντας "Σώπα Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις.
Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θάναι"

-Οχι, γιατί έτσι ο Πρόεδρος το θέλει των Ελλήνων.

-Και-αλλα ζώα- οι Ελληνες οι εδώ ξενητεμένοι-
Σαν τη φρικτή, την τρομερή και την καταραμένη 
Αυτή τη φράση άκουσαν,ότι ΠΟΤΕ της πάλι 
δε θάρθει στης πατρίδας μας η Πόλη την αγκάλη, 
Τότε κι αυτοί, της Προεδρικής αναλγησίας θύματα 
Ξέσπασαν όλοι σε ζωηρά, θερμά χειροκροτήματα. 
Πού φτάσαμε! Το όνειρο που τις ψυχές θερμαίνει 
Των ο,που γης πατριωτών-των ό,που γης Ελλήνων 
Τ' όνειρο που ξεκίνησε από ένα Κωνσταντίνον 
Σε καποιανού τώρα Κωστή το στόμα να πεθαίνει… 
Ευτύχημα είναι που αυτός ειν' ένας θεατρίνος 
Που αναμασά ότι του λέει ο κάθε μανδαρίνος. 
Ευτύχημα είναι που κανείς στα σοβαρά δεν παίρνει 
Κάποιον που παραλόγιασμα τόσο βαρύ τον δέρνει.

-Μα αν ήτανε αξιοπρεπής κι ως πρέπει σοβαρός 
Πρόεδρος θα γινότανε ρε Μήτρο;

-    Ακριβώς.

-Για Κρήτη• είπε στο λόγο του. Ομως δεν έχει πάει. 
Κι αν πήγε δεν εκάθησε. Κι αν κάθισε δεν είδε 
Τους Κρητικούς που ολόμαυρα πουκάμισα φοράνε 
Και ίδιου πάλι χρώματος στην κεφαλή σαρίκια 
Που κρέμονται απ' το πλάϊ τους μαύρα σακάτου κρόσσια. 
Αν πήγαινε, κι αν έβλεπε, κι αν ρώταγε κανέναν
 θα τούλεγε ότι φορούν τα μαύρα, ώσπου η Πόλη 
Να γίνει πάλι Ελληνική. Κι ότι τα μαύρα κρόσσια 
Που απ’ το σαρίκι κρέμονται.είναι τα μαύρα δάκρυα 
Που χύνει ο Ελληνισμός γιατί έχασε την Πόλη. 
"Τσ' όντας τσε πάλι Ελληνιτσή η Πόλη μας θα γένει 
Τότες τσε τούτον το σκουτί από πάνω μας θα έβγει". 
Ετσι οι λεβεντόγεροι οι Κρητικοί μας λένε 
Και έτσι δασκαλεύουνε παιδιά τους και αγγόνια. 
Και ο καθείς γνωρίζει πως, Ελλάδα είναι η Κρήτη 
Κι ο Κρητικός ο Ελληνας ο πιο Ελληνας απ' όλους.

-Ελα λοιπόν. Τελειώνουμε. Γεια σου Γιαννάκο. Πάω 
Να σκίσω την Ελληνική σημαία πούχω σπίτι.

- Ιδέα μία καλλίτερη έχω -στείλτηνε κάτω 
Ωστε μ’ αυτήν ο Πρόεδρος κι οι άλλοι να σκουπίζουν 
Τα μάτια τους, που τρέχουνε γιατ' είμαστε μακριά τους,. 
Αυτή δεν ήταν η ύστατη του Πρδεδρου κορώνα;

-Οχι αυτό. Οχι. Ποτέ. Δεν θα την στείλω κάτω. 
Ελλάδα είναι από καιρό η Αμερική για μένα. 
Γι αυτό σ’ αυτήν κι η Ελληνική ταιριάζει η σημαία: 
Μόνο εδώ κάθε όνειρο σεπτό που εκείνη κλείνει 
Εδώ πραγματικότητα μόνο μπορεί να γίνει.
(Και φύγαν. Και στο σπίτι του επήγε ο Μητρούσης 
Και της νυκτός ολόκληρης εκείνης διαρκούσης 
Στο ιερό πάνω πανί 
τα μάτια του σαν δυο κρουνοί 
Δάκρυα μαύρα έχυναν ώσπου να ξημέρωσει.
Και τη σημαία την άπλωσε μετά για να στεγνώσει)

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΕΤΟΥΣ 2015 ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
ΜΑΤΘ. 26.

 Τότε ἔρχεται μετ᾿ αὐτῶν ὁ Χαζοχαρούμενος εἰς  χωρίον              λεγόμενον Αθήναι, καὶ λέγει τοῖς συντρόφοις· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν διαπραγματευθώ ἐν Βρυξέλλαις. καὶ παραλαβὼν τὸν Στόμφον καὶ τον Κομπασμόν και την Μωροσοφίαν, ἤρξατο χαίρειν καὶ χαζοφέρεσθαι. τότε λέγει αὐτοῖς Χαζοχαρούμενος· χαρούμενη λίαν ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως τετάρτου Μνημονίου· μείνατε οι τρεις ὧδε καὶ γρηγορείτε μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ προελθὼν εν Βρυλέλλαις ύψωσεν το πρόσωπον αὐτοῦ και απειλών είπεν· Μέρκελ άπαρε ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· οὐχ ὡς σύ θέλεις , ἀλλ᾿ ὡς εγώ. καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς κορυβαντιώντας, καὶ λέγει τῷ Κομπασμώ· εύγε σύντροφοι εμοί αντάξιοι οὕτως ἰσχύσατε μίαν όλην ὥραν γρηγορῆσαι μετ᾿ ἐμοῦ! χαίρεσθε και διασκεδάζετε, ἵνα εἰσέλθητε εἰς το πνεύμα της συριζιακής διπραγματεύσεως· τὸ μὲν πνεῦμα ανόητον, ἡ δὲ σὰρξ αλαζονική.  πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν ηπείλησε λέγων· ω σύ Λαγκάρντ, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον της συριζιακης λαίλαπος τύχει αποδοχής υπό σού, εγκατάλειψον το Ταμείον, άλλως οδηγώ αυτό εις χρεωκοπίαν.
καὶ ἐλθὼν εὑρίσκει τους τρεις πάλιν χορεύοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ λαμπροί εκ του οίνου της μεγαλαυχίας. 
καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν ηπείλησεν Λαγκάρντ ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών· τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς τρεις συντρόφους αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· άδετε λοιπόν και ευφραίνεσθε! ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ οι αμαρτωλοί παραδίδονται εἰς χεῖρας του Μεγάλου Διαπραγματευτού των Δεκα Επτά Ωρών. συνέλθετε ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικαν οι αμαρτωλοί ούς εγώ, ο Καλαμοκαβαλητής Ψευδολόγος, παραδώσω εις χείρας εκδικητών. καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Κυριάκος εἷς τῶν ταραχοποιών ἦλθε, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν Δεξιών και Κεντρώων τοῦ λαοῦ. ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτόν όχλω, ἔδωκεν τοις συντρόφοις του σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστίν ο αρχηγός αυτών· κρατήσατε αὐτόν. καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Χαζοχαρουμένω εἶπε· χαῖρε, Χαζοχαρούμενε!, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. και Χαζοχαρούμενος εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, κακώς πάρει. τότε προσελθών όχλος ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Χαζοχαρούμενον καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. 

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΕΤΟΥΣ 2015  ΒΟΗΘΕΙΑ ΜΑΣ
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 26: 6-16

Τοῦ Χαζοχαρούμενου γενομένου ἐν Αθήναις, ἐν οἰκίᾳ Μαξίμου, προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ονόματι Αναισχυντία, ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα ακριβού, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ενώ αυτός εκάθητο. Ἰδόντες δὲ οἱ οπαδοί αὐτοῦ ἠγανάκτησαν, λέγοντες· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη; ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ολίγου έστω, καὶ δοθῆναι τοις δανεισταίς, ως επί πρωτογενούς πλεονάσματος. Γνοὺς δὲ ὁ Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτοῖς· Τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; Αύτη γαρ εστίν σύντροφός μου έως θανάτου. ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ. Πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν άπαντας τους έλληνας, λόγω Μνημονίου όπερ εγώ έφερα, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε πρωθυπουργόν. Βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ μαυρίσαι με εν ταις εκλογαίς ἐποίησεν. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ ο λόγος ούτος ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται και ότι Χαζοχαρούμενος με συνεργάτιδα την Αναισχυντίαν τα δέοντα εποίησε ώστε χαντακώσαι την Ελλάδα εις τους αιώνας των αιώνων αμήν. Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν αγαπητών του οπαδών, ὁ λεγόμενος Βαρουφάκης Ιωάννης, πρὸς τοὺς Δεξιούς, εἶπε· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τρία εκατομμύρια ευραργύρια. Καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν, ἵνα αὐτὸν παραδῷ. Και καλώς έπραττεν. 

 ΕΥΑΓΓΈΛΙΟΝ ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ‘ΕΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 2014

Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον.
Κεφ. 21: 18-43
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπανάγων ὁ Σαμαράς εἰς τὴν πόλιν, ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν Βουλήν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἦλθεν ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ Αναγκαστκικήν Πράξιν οὐκ εὗρεν ἐν αὐτῇ, εἰ μὴ Νομοσχέδια μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· Μηκέτι ἐκ σοῦ Νόμος γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. Καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ Βουλή. Καὶ ἰδόντες οἱ Υπουργοί, ἐθαύμασαν λέγοντες· πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη η Βουλή; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν, καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς Βουλής ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τη χώρα ταύτη εἴπητε· ἄρθητι, καὶ βλήθητι εἰς τὴν Μημονιακήν θάλασσαν, γενήσεται· καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τω Φασισμώ, πιστεύοντες, λήψεσθε. Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν, προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ Συριζαίοι καὶ οἱ Κουκουέδες τοῦ λαοῦ, λέγοντες· Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καὶ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην; Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σαμαράς, εἶπεν αὐτοῖς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. Τὸ  δαχτυλίδι του Γιωργάκη πόθεν ἦν, ἐκ λαού ή εκ Σημίτη; Οἱ δὲ διελογίζοντο παρ᾿ ἑαυτοῖς, λέγοντες· Ἐὰν εἴπωμεν, ἐκ λαού, ἐρεῖ ὴμῖν· Διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ; ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐκ Σημίτη· φοβούμεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Γιωργάκη ὡς δήθεν ικανόν. Καὶ ἀποκριθέντες τῷ Σαμαρά   εἶπον· Οὐκ οἴδαμεν. Ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· Ουδέ εγώ  λέγω ὑμῖν, ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

 ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
ΣΤΑΣΙΣ Γ΄
(μη ψαλλόμενη μετάφραση)

Οι άνθρωποι όλοι όπου γης 
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν 
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.

Ο Αριμαθαίας απ' το Σταυρό 
Αφού Σε κατεβάζει 
Σε τάφο μέσα Σ' έβαλε.

Νικόδημος και Ιωσήφ 
νεκρός σα να 'ταν, ’Κείνον
κηδεύουν που όλα έχτισε.

Η Πλάση μας ολόκληρη 
ας πούμε μοιρολόγια-
Στου μέγα Χτίστη την ταφή.

Γιε του Θεού ,όλων βασιλιά, 
Θε’ μου Εσύ και Πλάστη 
τα πάθη πώς τα έστερξες;

Αυτοί που με το μάννα Εσύ 
τους έθρεψες, χτυπήσαν 
Εσέ, τον ευεργέτη τους.

Αυτοί που με το μάννα Εσύ 
τους έθρεψες, Σωτήρα,
χολή και ξύδι Σου 'δωσαν.

Πικρή Σου δώσανε χολή
Ελεήμονα και ξύδι
και Συ την πίκρα εγλύκανες.

Σε ’βάλαν πάνω στο Σταυρό 
’Σένα πoυ το λαό Σου 
στο τίποτα τον στήριξες.

Ναι Θε’ μου, οι άμυαλοι αυτοί! 
Αυτοί οι Χριστοφονιάδες 
που τους προφήτες σκότωσαν!

Σαν υπηρέτης άμυαλος 
έδωσε ο παντογνώστης 
την τόση τη σοφία Του.

Μα αιχμάλωτος επιάστηκε
ο πονηρός Ιούδας
τον Λυτρωτή που πούλησε.

Και οι Δυνάμεις τ' Ουρανού 
από το φόβο ετρέμαν
όταν νεκρό Σε είδανε.

Κι όταν σ' αντίκρισε νεκρόν
Πάνσοφε ,η που Σ' εγέννα, 
θρήνο κι Αυτή αρχίνησε

και, η Παρθένος, που σπαθιά 
τα σπλάχναΤης τρυπούσαν 
δάκρυα θρήνου έχυνε.

«Ώ! Συ! Γλυκιά μου ΆνοιξηΙ 
Μωρό Εσύ γλυκό μου! 
Πού είναι η ομορφάδα Σου;

Ω! Των ματιών μου φως Εσύ!
Γλυκό μου αγοράκι!
Σε τάφο Συ πώς βρέθηκες;»

«Μην κλαις Μητέρα' τον Αδάμ 
να σώσω και την Εύα: 
γι αυτό ετούτα τα τραβώ.»

«Την τόση καλοσύνη σου
Παιδάκι μου, θαυμάζω
που να υποφέρεις απ' αυτήν».

Με δάκρυα να της τρέχουνε 
ν' αναστηθείς η μάννα
ζητάει που Σε γέννησε.

Ν' αναστηθείς, ναι! μην αργείς.
Πάψε τη θλίψη Θε’ μου 
Αυτής που, αγνή, Σε γέννησε.

Κι εμάς από τα βάραθρα
με την ανάστασή Σου
του Άδη, βγάλε μας στο φως.

Και λύτρωσε όλους 'κείνους που
μ' ελπίδα και με φόβο
τ' άγια τα πάθη Σου τιμούν.

Οι Μυροφόρες ήρθανε 
στον τάφο Σου Σωτήρα 
και μύρα Σου προσφέρανε.

Kαι μύρωσαν τον τάφο Σου
με μύρα οι Μυροφόρες
πρωί πρωί έχοντας ερθεί. (τρεις φορές)

Και μύρα και αρώματα
γυναίκες άξιες σ' αυτά 
στον τάφο Σου προσφέρανε.

Κι ήταν γι αυτές το "χαίρετε" 
που άκουσαν αμέσως 
η αμοιβή των δώρων τους.

Σωτήρα κάνε με άξιον 
σαν μύρα στην ταφή Σου 
να Σου προσφέρω δάκρυα.

Στην Εκκλησία και στο λαό 
με την Ανάστασή Σου 
ειρήνη φέρε και σωσμό.

Κι ας θυμηθείς Σωτήρα μου 
εμάς πoυ ανυμνούμε 
τα Τίμια τα Πάθη Σου.

Kαι κείνους που πεθάνανε 
Σωτήρα μην ξεχάσεις 
όταν στη δόξα Σου θα ’ρθείς.

Καλόγνωμο το μάτι Σου 
ας τους κοιτάξει όλους
στην Κρίση Σου πoυ έρχεται.

Και το κοπάδι φύλαγε 
μαζί και το βοσκό του 
Χριστέ μου Παντελέημονα.

Θε’ μου την πλάση ελέησε
Εσύ που 'σαι Πατέρας
Πνεύμα και Γιος-κι ένας και τρεις.

Να δούμε την Ανάσταση 
Παρθένε, του Παιδιού Σου 
αξίωσε τoυς δούλους Σου.

Οι άνθρωποι όλοι όπου γης 
ύμνο Χριστέ μου ψάλλουν 
για Σε, πάνω στον τάφο Σου.


 ΥΜΝΟΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ 

(ψαλλόμενη μετάφραση) 

ΣΤΑΣΙΣ Α΄

Τη Ζωή-Εσένα-,
μες σε τάφο Σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού, 
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
είναι μες στους νεκρούς
και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει. 

Από τους ανθρώπους 
ο πιο ωραίος κι αγνός 
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται 
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
θαύμα! Να! Συζητούν:
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Πνεύματα βοηθάνε
με μαζί τον Ιωσήφ 
το Νικόδημο, Εσέ τον αχώρητο
μες σε μνήμα να χωρέσουνε μικρό.

Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω 'δω έχεις ερθεί
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο είχε
πάει στον Άδη ο Αδάμ 
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.

'Σένα που δικάζεις
να δικάσουν ζητούν
που από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς. 

Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.

Ημερών τεσσάρων
φίλο Σου νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο'
τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Τον νεκρό Σαββάτο 
Αναστήσει είχες συ.
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
πας στον τάφο νεκρός, 
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.

Άτρωτος της Τριάδας
Είσαι ο Ένας Εσύ
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους κι εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
μα, από δίπλα Χριστέ,
’π’ τον Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες, 
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα Θεός,
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά. 

Κάτω από το χώμα 
θέλοντας, αφού πας, 
στα ουράνια από τη γη ξανανέβασες 
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ  
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
και τη γη πάτωμα 
και τον τάφο Σου πώς να τον ελέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η αγνή 
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
«Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου το φως,
Ιησού Εσύ πολυαγαπημένε μου! «
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

«Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;»
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
«για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
σεις ανθρώπων φυλές,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

Το σπαθί-αλί μου!-
της πικρής σου σφαγής 
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
φως Σωτήρα εγώ»-
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
«την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;»

Με μελάνι το άγιο  
το αίμα σου, όλα Εσύ 
τα δικά μας έσβησες τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
την ταφή Σου αινώ,
κι εξυμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
τον Ληστή στο Σταυρό
μα κι εμάς που σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.

Τον Πατέρα υμνούμε
και μαζί Του κι Εσέ,
Θεέ των πάντων και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Τη Ζωή, Εσένα,
μες σε τάφο σε κλειούν
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου δόξαζαν Χριστέ.

 ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΜΝΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

ΣΤΑΣΙΣ Α΄
(ΥΜΝΟΣ ΨΑΛΛΟΜΕΝΟΣ)

Η  Ζωή, σε τάφο
μέσα εβάλθης Χριστέ
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου   
Σε δοξάζανε  που αυτό έχεις δεχτεί.

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει
και το θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και, τιμούμε Ιησού,
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
πεθαμένος! Ιδές!
Και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει. 

Από τους ανθρώπους 
ο πιο απ’ όλους καλός
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται 
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
κουβεντιάζουν οι δυο!
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Τον Αδάμ Συ έχεις
πλάσει από πηλό
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Τον Αδάμ να σώσεις
κάτω ήρθες εδώ 
και στη γη μη βρίσκοντάς τόνε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο είχε
μπει σε τάφο ο Αδάμ
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.

'Σένα που δικάζεις
από δίκη περνούν
μα από δίκη όλους Σύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς. 

Μια πλευρά Εσύ πήρες
κι είχε η Εύα πλαστεί
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.

Τέσσερες ημέρες
φίλο Σου έναν νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: το Λάζαρο.
Τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Σάββατο είναι που είχες
αναστήσει νεκρό 
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
μόνος πας στη θανή
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιούς πολύ.

Της Τριάδας ο Ένας- 
άτρωτος είσαι Συ 
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
κι απ’ το πλάι Χριστέ
του  Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα, Θεός
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά. 

Κάτω από το χώμα 
θέλοντας είχες μπει 
και στα ουράνια ’πό τη γη ξανανέβασες 
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ εμπήκες Χριστέ  
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
πάτωμα είχες τη γη
και τον τάφο Σου πώς τάχα να λέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η Αγνή
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου Εσύ, φως
Ιησού Εσύ μου, πολυαγάπητε!
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
για να κλάψω τον γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
πλήθη ανθρώπων εσείς,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

To σπαθί-αλί μου!-
της πικρής Σου σφαγής
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
φως  Σωτήρα εγώ,
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε-
την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;

Με το άγιο Σου αίμα
για μελάνι, Χριστέ,
έχεις σβήσει όλα μας τ' αμαρτήματα
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
ψέλνω Σου την ταφή,
και υμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
το Ληστή στο σταυρό  
κι εμάς τώρα που Σε υμνούμε θυμήσου μας
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς 
δώσε τους Σωτήρα μου δίκια ανάπαυση
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.

Τον Πατέρα υμνούμε
μα κι Εσένα μαζί,
Θεέ των πάντων, και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Η  Ζωή, σε τάφο
μέσα εβάλθης Χριστέ
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου  
Σε δοξάζαν που αυτό έχεις δεχτεί.



Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

 Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα. 
Ίσως την Τέχνη παραπέρα.

 ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ 

Σαν να ήταν τη στερνή Κοινωνία να πάρω
σαν να ήταν το αίμα του Αεί να πιω  
και σαν πέρα από τον Χρόνο να ’ταν 
με του Νου τη βάρκα ν' ανοιχτώ…
κι ως να μη του κόσμου αυτού 
όλες οι συγνώμες 
μου ήσαν αρκετές, 
σαν αισχρές, σαν ένοχες πέρα τις σκορπώ 
κι από σκιές ανάστατες κι άστατες
και πελαγοδρόμες,
για όσες αμαρτίες μου έχω καμωμένα,
τη Συγνώμη τη Μεγάλη-
τη Μεγάλη Άφεση ζητώ. 

…Όμως  αμαρτιών βουερό κοπάδι
τόσο Μεγαλόψυχο τη Συχώρια ποιο,
θα βρεθεί ένα Πνέμα, 
που σε σας θα δώσει
ω! Φαντασίες;

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

«Πόσο μας παίδεψαν κι αυτοί οι Λατίνοι…
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί. 
Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;..

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
Κουράστηκα στο τέλος.

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…

Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια,
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας,
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη-
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’  παλιο-Λατίνους".

 ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Να γράψεις ένα γράμμα και με ήσυχες
προσεκτικές κινήσεις να το κλείσεις
στον φάκελο, που απορεί
γιατί ξέρει-
παραλήπτης δεν υπάρχει.

Να γράψεις ένα γράμμα
με της ψυχής σου όλα τα κρυφά
και τα μεγάλα εντός του.

Κι όταν τελειώσεις και τον φάκελο σφραγίσεις
να τόνε ρίξεις στη φωτιά
με μια συνηθισμένη κίνηση
και να τον βλέπεις ήσυχα να καίγεται
και σαν νωχελικά,
λικνίζοντας ο αέρας τον καπνό του…

Και αύριο
κει που θα κάθεσαι μονάχος
και η ώρα καθόλου δεν θα έχει περάσει
να σκεφτείς: «πρέπει να γράψω ένα γράμμα».

Και να πάρεις πέννα και χαρτί
και
σαν ποτέ να μην ξανάγραψες
να γράψεις.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

 τι να γινε κεινο το αγοροκοριτσο

ουτε θυμαμαι τ ονομα του

εγω θα ημουνα εφτά 
κι εκεινο δυο

ο πατερας μου 
ητανε φιλος του πατερα του
και το εβαφτισε

τα μαλλια του κοντα
φορουσε παντελονι
και σαν αγορι να τανε μιλουσε

εμενε στου Παθη

μετα απο τα βαφτισια 
το ειδα κανα δυο φορες
να παιζει με τ αγορια 

θεαμα παραξενο αληθεια 

η μανα του κι η μανα μου γελουσαν
μπρος στον καθρεφτη να το βλεπουν να  κοιταζεται 
φορωντας παντελονια

ήτανε στου Παθη

ο πατερας του ηταν ποτοποιος.

που το θυμηθηκα αποψε
πανε ογδόντα χρόνια και 

αν ζει ας ειν καλα

τι ωρα ειναι…

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

 ΙΟΥΛΙΟΣ 1826

Δεν ξέρουμε την ημερομηνία. 
Σκόπιμα δεν την δίνει η Ιστορία-
Βαρύτητα και σημασία τόση 
Μια μέρα δε θα μπόρειε να σηκώσει. 

Ιούλιος ήτανε. Ο άγιος μήνας. 
Ο χρυσοφόρος χορταστής της πείνας. 
Μα όλα τα χωράφια χέρσα τώρα. 
Πείνα και δυστυχία σ’ όλη τη χώρα. 

Αιματωμένος ο Μοριάς σφαδάζει 
Κάτω απ' τον Ιμπραήμ που τον ρημάζει.
Κάτω απ' το Τούρκικο σπαθί και βόλι 
Η Ρούμελη προσκυνημένη όλη. 

Χαμογελάει ολόχαρη η Αγγλία. 
Νικήτρια λογίζεται η Τουρκία. 
Τα όρνια μαύρους ουρανούς διασχίζουν. 
Των Φιλελλήνων οι καρδιές ραγίζουν. 

Τώρα βαριά στο στήθος λαβωμένη 
Η Επανάσταση αργοπεθαίνει. 
Τα όνειρά μας τώρα σκοτωμένα, 
Τα πέντε χρόνια πριν αναστημένα.

Μα μες σ’ αυτήν τη νύχτα να! μια αχτίδα!
Μες στην απελπισιά να! μια ελπίδα!
Μέσα στο τόσο μαύρο μια εικόνα 
Λες χελιδόνι μέσα στον χειμώνα. 

Μία εικόνα, η μόνη που στη μνήμη
Έχει απ’ αυτό το χάος στο νου μας μείνει.  
Μία εικόνα οπού κλει’ εντός της
Το θάμα της Φυλής κι όλο το φως της: 

Ανάπλι. Μπούρτζι. Μες στην ασφάλειά του,
Μες στα λιγόφωτα, υγρά κελιά του 
Οι Κυβερνήτες μας κυνηγημένοι.
Και να σ’ ένα από κείνα τι συμβαίνει: 

Αγκαλιαστοί Ζαΐμης-Καραΐσκάκης. 
Χάμου νεκρά τα φίδια της αμάχης. 
Οι σκιές των άξιων μας προγόνων γύρω 
Βαθιανασαίνουν της στιγμής το μύρο. 

Ο Γιος της Καλογριάς  χαρτί κρατάει 
Και με κλαμένα μάτια το κοιτάει.
Και το χαρτί: της Αρχιστρατηγίας-
Κι εκείνο κεραυνός-κι αυτός ο Δίας. 

Κι αυτά τα λόγια θα ’τανε γραμμένα 
Πιο πριν απ’ τους δυο άντρες ειπωμένα, 
Αν η εικόνα αυτή είχε λεζάντα: 
"Καραϊσκάκη, στους κινδύνους πάντα

Ο Έλληνας τα πάθη του ξεχνάει.
Και τώρα η Πατρίδα μας ζητάει 
Να δώσουμε τα μίση μας στη λήθη". 
«Ναι. Το ζητάει.» , ο ήρως τ' αποκρίθη. 

("Αυτό περίμενες λοιπόν χτικιάρη… 
Νάτο! Κανένας δε σου το ’χει πάρει. 
Ας δούμε τώρα τι μ’ αυτό θα κάνεις-
Τι θα προλάβεις-ώσπου να πεθάνεις. 

Παρ’ το. Καλογραμμένο και μεγάλο. 
Αλλά, μην περιμένεις τίποτ’ άλλο:
Στρατό, τροφές ή και πολεμοφόδια.
Μον’ άφθονα να καρτεράς εμπόδια. 

Ας δούμε τι θα γίνει και με σένα. 
Παρ’ το. Έτσι κι αλλιώς όλα χαμένα. 
Εδώ είναι γύφτο. Παρ’ το. Όλο δικό σου-
Και κλείνει μέσα του τον θάνατό σου"). 

Τρέμετε της Τουρκιάς τ’ άγρια τ’ ασκέρια. 
Δωριείς και Αχαιοί δώσαν τα χέρια. 
Τρέμετε. Ο Γιός της Καλογριάς οπλίστη 
Με την Τιμή του Εθνους και την Πίστη. 

Ντροπιάσματα και προσβολές αιώνων 
θα ξεπλυθούν σε λίγους μήνες μόνον. 
Ολόρθη θα σταθεί η Ελλάδα πάλι, 
Λεύτερη και Πανώρια και Μεγάλη. 

..Αλλά, μη σε κρατώ Καραϊσκάκη.
Το λαΐκό ανέμισε μπαϊράκι, 
Αγνόησε τη φτωχή μου την παλέτα, 
Και τρέξε. Και ροβόλησε. Και πέτα. 

Μες στη χρυσή τη μοναξιά τους-άκου! 
Αδημονούν Κομπότι… Σοβολάκου...- 
Τη συντροφιά τους σου ζητούν την άλλη 
Τη Θεία, την Τιτάνια, τη Μεγάλη. 

Βιάσου Καραϊσκάκη. Σού απομένει 
 Εννιά μηνών ζωή. Ευλογημένη 
Κάνε-την άθλων Ηρακλείων γεννήτρα, 
Την καρπερή του ηρωισμού σου μήτρα. 

Μέσα της συνωστίζονται, βρυχιούνται 
Παιδιά που βιάζονται ... που να! Γεννιούνται! 
Να τα Δερβενοχώρια! Το Χαϊδάρι! 
Να αντίς τα μαύρα όρνια οι άσπροι γλάροι. 

Να η Δομπραίνα! Να!  η Αράχωβά σου:
Το διαλεχτό μες σ’ όλα τα παιδιά σου. 
Και να το Δίστομο! Το Τουρκοχώρι! 
Καθένα πιο ακριβό από τ’ άλλα θώρι…

Να η Μάντρα Σαρδελά, το Κερατσίνι 
Όπου με την Καστέλα ένα εγίνη...
Να τα μεγαλεπήβολα σχεδιά σου 
Τα ορθολογικά κι αστραφτερά σου!

Και να ξανά η Ελλάδα αντρειεμένη. 
Να πάλι η Ρούμελη λευτερωμένη. 
Να τα όνειρα μας όλα σαρκωμένα. 
Και να τα γέλια των εχθρών πα’μένα. 

Να η Τουρκιά να στέκει στη γωνία 
Και τ’ άστρο σου να βλέπει με αγωνία 
Που όσο ψήλωνε και πιο φαινόταν, 
Τόσο το εδικό της θαμπωνόταν. 

Και να ’σαι! ο μεγαλύτερος απ’ όλους
Τους νους του τόπου μας τους φεγγοβόλους!
Να η στρατιωτική σου ιδιοφυΐα
Που άλλη δεν ξανάδε  η Ιστορία!

Και να το "όχι" σου στην προδοσία!  
Και να η τραγική σου η θυσία! 
Και να η Δόξα Σου ήρωα πρώτε 
Ιδια και σήμερα όπως και τότε!

Να την η επέτειος του Ιουλίου- 
Αγλάισμα του Εθνικού μας βίου!
Κι ας ξέρουν όλοι ότι σα θελήσει 
Κι άλλες η Ελλάδα τέτοιες θα γεννήσει

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

 

 

 ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ

(μια αληθινή ιστορία μέρες πούναι)


Χρόνος: Μάης 1828.
Τόπος: Βρωμόσελα (η σημερινή Θωκνία) Μεγαλόπολης.
Τούρκικες σκηνές με πρώτη την πολυτελή σκηνή του Αχμέτ Βέη Βαβυλώνιου. Μπροστά από τις σκηνές η Επιτροπή που έκρινε ποιοι από τους έλληνες και τους τούρκους θα έμεναν στην Ελλάδα και ποιοι θα πήγαιναν στην Αίγυπτο, μετά από την απόφαση για αμοιβαία απελευθέρωση των αιχμαλώτων.
Ξάφνου, από τη σκηνή του Αχμέτ Βέη πετιέται η Χριστίνα και πέφτει μπροστά στα πόδια του πατέρα της που είναι πρόεδρος της Επιτροπής κρίσης, ενώ στην πόρτα της σκηνής στέκει ο άντρας της Αχμέτ Βέης.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με μαζί σου!
Πατέρα! Πατερούλη μου! Πάρε με από δω!
Πατέρα άπλωσε το χέρι σου και βγάλε με απ' αυτό τον τάφο!
Βγάλε με πατερούλη μου! Άπλωσε το χεράκι σου-το στιβαρό σου χέρι-
όπως μικρή το άπλωνες να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά
ή για να πάρεις το ντουφέκι απ' τη γωνία.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-μπορείς.
Άπλωσε πατερούλη μου το χέρι σου-είναι δυνατό- και βγάλε με από δω.

Τρία χρόνια τώρα είμαι πεθαμένη. Όχι πεθαμένη...όχι, δε νιώθουνε οι πεθαμένοι.
Μα εγώ νιώθω, δεν είμαι ξύλινη, το ξέρεις πατερούλη.
Πόσο δεν έκλαιγα όταν έβλεπα τη γάτα μας μ' ένα πουλί στο στόμα…

Μ' έβλεπες και με ξέρεις πατερούλη.
Και όταν έβρεχε υπόφερα γιατί θα βρέχονταν τ' αρνιά μας.
Δεν είμαι ξύλινη. Με ξέρεις πατερούλη.

Κλαίω και τώρα. Όχι, δεν κλαίω-στέρεψαν τα μάτια μου πατέρα.
Μέσα σε τόσους κι είμαι μόνη μου πατέρα!
Μέσα σε τόσους που με ξέρουν κι είμαι άγνωστη πατέρα!
Μέσα στον ίδιο μου τον τόπο κι είμαι ξένη.
Ξένη όχι για τους άλλους μόνο
αλλά και για τον ίδιο μου τον εαυτό.

Μου μιλάνε πατέρα και δεν καταλαβαίνω τι μου λένε.
Θέλω να μιλήσω πατέρα, μιλάω και κανένας δε με νιώθει.
Ως και τ' όνομά μου πατέρα κανείς δε νιώθει να το πει.
Δεν έχω πια όνομα πατέρα.
Δεν έχω ούτε τη χάρη που μια πέτρα έχει μες στο λόγγο.
Τήνε λένε "πέτρα".
Εγώ πατέρα όνομα δεν έχω.
Και δίχως όνομα πατέρα δεν υπάρχω.

Θέλω να πω κάτι και δεν ξέρω πώς.
Αν το πω στη γλώσσα μας πατέρα θα με κοροϊδέψουν.
Θα με λοξοκοιτάξουν.
Και δίχως γλώσσα η ζωή είναι θάνατος πατέρα.

Ας μην ήτανε ανάγκη να μιλάμε.
Ας συνεννοούμασταν με χειρονομίες.
Η σκλαβιά τότε θα ήτανε υποφερτή.

Πατέρα πάρε με από δω!
Γυρνάω δεξιά-τούρκος.
Γυρνάω αριστερά-τούρκος.
Κι εγώ δεν είμαι τουρκάλα πατέρα.
Τι δουλειά έχω ανάμεσά τους;

Γυρνάω να δω τον άντρα μου και τούρκο βλέπω ένανε πατέρα
που κάθε μέρα προσκυνάει ένα θεό που δεν τον ξέρω.
Ντυμένο τόνε βλέπω μ' άλλα ρούχα
στολισμένονε μ' άλλα στολίδια
που εγώ πατέρα μου δεν τα γνωρίζω.
Αλλιώς μιλάει, αλλιώς γελάει, αλλιώς καλημερίζει τους περαστικούς.

Ποιος θεός το θέλει αυτό πατέρα;
Αν το 'θελε δε θα μας έκανε άλλους γραικούς και άλλους τούρκους.
Θα μας ανακάτευε.
Θα μας έδινε από τη γέννα μας ίδια, κοινή ψυχή,
που να μην έχει διαφορά η μια απ' την άλλη.

Τα βράδια όταν πέφτουμε στο στρώμα
δεν είναι χέρια αυτά που μ' αγκαλιάζουν αλλά φίδια.
Φίδια που κάνουν έναν κύκλο γύρω μου θανατερό.
Κι ανάμεσα στα σκέλια μου πατέρα
δε νιώθω τη ζωή να σπαρταράει γυρεύοντας
χώμα να βρει να δέσει, να καρπίσει,
αλλά το θάνατο να θέλει μέσα μου άφευγα να μπει
όπως κι εγώ σ' εκείνον είμαι τρία χρόνια τώρα μέσα.

Γυρνώ το σπίτι μου να δω και βλέπω ξένο σπίτι
που όλα του με διώχνουνε αντίς να με γυρεύουν.
Και όλα μέσα του κλεμμένα από τους έλληνες.
Όπως κι αυτό το ίδιο.
Όπως κι εγώ πατέρα.

Μ' έχει αυτός ο άντρας κλέψει από το σπίτι μας-το ξέρεις δα-
μη ακούγοντας τα κλάματα και τις φωνές μου.
Πικρό είναι το ψωμί που τρώω μαζί του μέσα δω.

Αν ήταν να κλεφτώ πατέρα
ήξερα εγώ να διάλεγα τον κλέφτη μου.
Πανώρια παλληκάρια με γυρεύανε
όπως τον κάμπο η βροχή γυρεύει.

Τώρα πού είναι τάχα αυτά τα παλληκάρια;
Για μένα μια θαμπή ανάμνηση μονάχα είναι
ίσα για να γυρίζουνε στο κλάμα την ψυχή μου.
Κ ι ίσως ανάμνηση να είναι και για σας-
ίσως κι αυτά να πέσανε απ' το τούρκικο σπαθί.
Και το σπαθί αυτό το βλέπω-να το!
Το βλέπω κάθε μέρα κρεμασμένο
στον τοίχο του σπιτιού του άντρα μου.
Σπαθί που θέρισε σα στάχυα αμέστωτα τους νέους του χωριού μας.
σπαθί που έχυσε των αδερφιών μου το αίμα'
το αίμα το δικό μου-το ελληνικό.
Το βλέπω κάθε μέρα εκεί, στον τοίχο κρεμασμένο και το νιώθω
σαν το λαιμό μιας λάμιας που το αίμα πίνει από τη λίμνη της φυλής μας.

Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ;
Πώς που αν στερέψει εκείνη η λίμνη σβήνει η ράτσα μας;
Και πώς εγώ να μείνω μέσα εδώ
που ακούω τη φωνή της λίμνης μας να με ζητάει σταγόνα της να γίνω;

Πατέρα πάρε με από δω.
Κάθε που βρέχει βρέχει στην ψυχή μου.
Ο ουρανός με το φεγγάρι και τ' αστέρια του
μία μεγάλη τούρκικη σημαία. Και τον μισώ.
Πάρε με από δω πατέρα.
Εδώ ερμιά. Εκεί, ανάμεσα στους έλληνες
όλα καλά πατέρα.
Τα πουλιά κελαδούν. Εδώ στριγγλίζουνε.
Τα δέντρα ανθούν. Εδώ νεκροφορούνε.
Εδώ το φως δεν έρχεται πατέρα. Όλο
στον κήπο μας και στου χωριού μας τα δρομάκια τριγυρίζει.
Πατέρα πάρε με από δω.


ΑΧΜΕΤ

Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις.
Η πρώτη ανάμεσα είσαι στις γυναίκες μου.
Διαμάντια και χρυσαφικά σου σκέπουνε κορμί και ρούχα.
Δουλειά καμιά να κάνεις δε σ' αφήνω-
δούλες μονάχα σου 'χω να διατάζεις.
Χριστίνα μου παράπονο δεν πρέπει να 'χεις από μένα.
Μήπως σε μάλωσα καμιά φορά; Μήπως σε χτύπησα;
Μήπως καμιά φορά δεν έκανα ό,τι μου 'πες;
Το σπίτι μας παλάτι. Ο Αλλάχ
όλα μου έχει δώσει τα καλά. Κι εγώ με τη σειρά μου
στα ποδαράκια σου μπροστά τα 'χω απλωμένα.
Πως σ' αγαπώ το ξέρεις. Καθημερνά
με τα έργα και τα λόγια μου στο δείχνω.
Γιατί να θέλεις να μου φύγεις περιστέρα μου;
Δε σκέφτεσαι την πίκρα που θα με ποτίσεις;
Σ' έκλεψα, ναι.
Μα έτσι κάνουν όλοι οι μπέηδες.
Όμως δε σ' έκλεψα για να σε κάνω σκλάβα.
Βασίλισσά μου σ' έχω κάνει. Και γιατί;
Γιατί ο έρμος σ' αγαπώ.
Χριστίνα μου μη φύγεις.
Δε μ' αγαπάς λοιπόν καθόλου;
Και αν εδώ, σε τόπο ξένονε για μένα
τόσα καλά τριγύρω σου έχω απλωμένα
όταν θα πάμε στην πατρίδα μου διπλάσια,
τριπλάσια και καλλίτερα θα σου χαρίσω-
γιατί τ' αξίζεις περιστέρα μου.

ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Πατέρα διώξ' τον σε παρακαλώ.
Μη τον αφήνεις να με πλησιάσει.
Το χνώτο του σαν ρούχο αρρώστιας με τυλίγει.
Τώρα πατέρα μου που σ' είδα πάλι
φούντωσε μέσα μου η φωτιά και πάλι της γενιάς μας.
Νεκρή 'μουν και μ' ανάστησε.
Και δεύτερο ένα θάνατο πατέρα δε θα τον αντέξω.

Κοίτα πατέρα! Κοίτα! Ποιος ειν' αυτός;
Μην είναι αδερφός μου;
Μη ξαδερφός μου είναι;
Μη πατέρας;
Μη γειτονόπουλο ή χωριανός μου;
Τ’ είναι πατέρα;
Άντρας μου!
Και τ' ειν' ο άντρας παρά μιαν ανάγκη
κι αυτή με υποχωρήσεις άμετρες δεμένη
ίσα για να κρατιέται από 'να πέσιμο;
Μα έστω κι έτσι ειν' άντρας μου αυτός;
Κοίτα πατέρα ανάμεσά μας! Κοίτα!
Δεν ξεχωρίζεις ένα τοίχο θεόρατο
που μας χωρίζει ανένωτα τους δυο μας;

Άντρας μου αυτός;
Έξω απ' το κορμί μου τίποτ' άλλο μου δεν άγγιξε.
Κοίτα πατέρα την ερμιά τριγύρω του την άγρια.
Και τη δικιά μου δες την έρημο τη διψασμένη.
Πατέρας μου είσαι και μπορείς να βλέπεις ό,τι βλέπω.
Γάμος θα πει να βάζουμε στη ζυγαριά χρυσάφι
και να μετράμε υπηρέτες και δουλειές;
Κι ακόμα έτσι να 'τανε πατέρα,
με τα δικά μας πλούτη με στολίζει αυτός.
Με κείνα που 'κλεψε από σε και μείναμε στους δρόμους-
όπως εμέ κι εκείνα τα 'χει αρπάξει. Όμως πατέρα
με τ' αρπαγμένο αγάπη δε στεριώνει. Τέτοια χαρά
το χαρισμένο μόνο την κρατεί.
Και τι έχει ένας αλλόφυλος πατέρα να χαρίσει;
Κ ι όλος φτιαγμένος από μέλι να 'ναι
ξύδι μετράν αυτά για κάθε ντόπιο'
και ξένος ειν' αυτός για με πατέρα.
Κι αν δεν το νιώθει έτσι αυτός, είναι ίσως
γιατί το γένος του δεν έχει ρίξει ρίζες μες στο χώμα.
Μα η δική μου ρίζα είναι πατέρα
χρόνια χιλιάδες πριν γερά δεμένη
με του' τα χώματα που τα πατούμε
και που μονάχα αυτά να μας σκεπάσουνε ποθούμε-
τάφος αλλού δε μας χωράει πατέρα.

Δεν πρέπει λέει να 'χω παράπονο από κείνον!..
Άκουσα που με φώναξε Χριστίνα.
Αυτό φαίνεται θα 'ναι τ' όνομά μου.
Μα τ' άκουσες πατέρα πώς το είπε.
Άκουσες πώς στα χείλια του κακόπαθε
πριν βγει από μέσα του σακατεμένο'
Και μόνο αυτό πατέρα μου δε φτάνει
πίσω-εδώ, κοντά σας να με πάρεις;

Η γλώσσα ειν' η πατρίδα μας πατέρα.

Και αν Χριστίνα δε με λέγανε πατέρα
τότε Παράπονο θα ήταν τ' όνομά μου.

(Ο Αχμέτ βγαίνει στη σκηνή του και γυρίζει σε λίγο με το παιδί τους στην αγκαλιά)

Παράπονο από τη ζωή. Παράπονο απ' τον κόσμο.
Παράπονο απ' τη μοίρα μου. Παράπονο απ' τις πέτρες
που δεν σηκώθηκαν βαριές επάνω μου να πέσουν
όταν το δρόμο μ' έβλεπαν της δυστυχιάς να παίρνω.


ΑΧΜΕΤ

Χρηστίνα μου, ανάμεσα σε μας πού τοίχο βλέπεις;
Αν κάτι στέκει ανάμεσα σε σένα και σε μένα
ετούτο είναι το παιδί. Να! Δες το το καημένο-
απ' το γλυκό το στήθος σου γάλα ζητάει ακόμα.
Κι αν πας μακριά από μένανε αυτό πού θα τ' αφήσεις;
Σπλάχνο ειν' από το σπλάχνο σου κι αίμα του αίματός σου.
Αν είσαι άπονη για με, πόνεσε το παιδί σου
αφού αν έφευγες εσύ, αυτό με με θα μείνει.
Μείνε Χριστίνα μου γλυκιά, σε θέλουμε κι οι δυο μας.


ΧΡΗΣΤΙΝΑ

Κι αν αίμα μέσα ελληνικό στις φλέβες του κυλάει
αφού είναι με το τούρκικο το αίμα φιλιωμένο
παιδί μου αυτό δεν ειν' εμέ. Δικό μου αίμα δεν έχει.
Αίμα δικό μου αν έσμιγε με των τουρκώνε το αίμα
μες σε φωτιά και χαλασμό θα χάνονταν τα δυο.
Δικό σου είναι το παιδί. Παρ’ το. Σου το χαρίζω.
Μπορεί και να στο γέννησα, παιδί μου όμως δεν είναι.
Τούρκικο αίμα το παιδί δε θα 'χει το δικό μου.
Κάθε σταγόνα αίματος στις φλέβες του παιδιού μου
σταγόνα θα ’ναι ελληνική. Και πόλεμο μονάχα
με τις σταγόνες του αίματος του τούρκικου θ' ανοίγει.
Δικό σου είναι το παιδί.
Πατέρα, λύτρωσέ με!
Αν με μεγάλωσες εσύ και αν αρχοντοπούλα
ήμουνα μες στο σπίτι μας το τρισευλογημένο
κι αν κάποια σου' δωσα χαρά προτού η μπόρα έρθει
και μας χωρίσει ανάλγητη, τότε γλυκέ πατέρα
πατέρας δείξου αληθινός στο δύστυχο παιδί σου
και πάλι ξαναγέννησ' το-πατέρα κράτησέ με!


ΠΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η Επιιτροπή απόφαση Βέη Αχμέτ επήρε:
εδώ θα μείνει-δε θα' ρθεί μαζί σου η Χριστίνα.

 Αφού το καλεί η ημέρα, ας βάλουμε φουστανέλα σήμερα.



ΖΑΛΟΓΓΟ 

Αφού ερήμαξε πρώτα τους Τούρκους
ήρθε η ώρα να χαθεί το Σούλι.
Αλλά τους όρους του και τότε βάζει 
Ώστε οι κάτοικοί του να σωθούνε.

Κι ενώ βαδίζουν όλα με το σχέδιο
Το λόγο τους οι Τούρκοι τον πατάνε
Κι αρχίζουν τους Σουλιώτες να χτυπάνε.
Και κλείνουνται Σουλιώτισσες εξήντα
στην κορυφή Στεφάνι του Ζαλόγγου
και απ’ ολούθε τούρκοι τις κυκλώνουν.
Κι όλο ανεβαίνουν. Κι όλο τις ζυγώνουν.

Αυτές πρέπει απόφαση να πάρουν.
«Γυναίκες, τι θα κάμουμε;» ρωτιούνται.
«Μπροστά μας ο Γκρεμός. Πίσω οι τούρκοι.
Θ’ αφήσουμε το τούρκικο το χέρι
κορμί σουλιώτισσας να μαγαρίσει;»
Και με μια γνώμη όλες, απ’ το βράχο
στο βάραθρο πετούνε τα παιδιά τους
και το χορό κατόπι οι ίδιες πιάνουν.
Σε κάθε χορογύρο κι από μία
βουτάει στον γκρεμό. Κι αχολογάνε
του Ζάλογγου οι κορφούλες το τραγούδι.

Κι εν’ άστρο αποχτάει ακόμα η νύχτα
κι αιτία ύπαρξης η λευτεριά μας. 




ΟΙ ΜΩΡΑΪΤΙΚΕΣ ΟΙ ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΕΣ

Αν το εικοσιδυό ο Κολοκοτρώνης
συνέχιζε το κλείσιμο της Πάτρας
θα τον εχάνανε οι κοτζαμπασαίοι.
Γι αυτό και λύνει την πολιορκία
και για Τροπολιτσά στο δρόμο μπαίνει. 

Στο δρόμο ανταμώνει έναν δεσπότη-
τον πρώην Λαρίσης- που τόνε μαλώνει
γιατί άφησε την Πάτρα κι είχε φύγει.
«’Πο πούθεν είσαι δέσποτα;» ο Γέρος.
«Από τη Δημητσάνα είμαι. Όμως
σ’ Ανατολής μεγάλωσα τα μέρη.» 
«Γνωρίζεις δέσποτα κάτι πουλάκια-
τις πέρδικες τις γλυκοκελαδούσες;»
«Ναι. Κι έχουν μάλιστα φαί ωραίο.» 
«Η Ανατολή έχει πουλάκια τέτοια;» 
«Έχει. Μα σαν τις πέρδικες ετούτες-  
τις μωραϊτικες- δεν τραγουδάνε.» 
«Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτές δεν πίνουν 
νερό μωραΐτικο σαν τις δικές μας.
Λοιπόν ας κάτσει και η αφεντιά σου 
μωραΐτικο να πιεί νερό-και τότες 
αλλιώτικα να κελαδείς θα μάθεις. 
Και τώρα δέσποτά μου την ευκή σου.
Σαν ανταμώσουμε τα ξαναλέμε.» 


ΠΑΤΕΡΑΣ –ΠΑΤΡΙΔΑ

Βρισκόμαστε στον αγιασμένο χρόνο
και στην πολιορκία των Σαλώνων.
Εκεί έπεσε γενναία πολεμώντας
ο γιος του αρματολού Θόδωρου Τράκα.
Και βλέποντας το γιο του ο πατέρας
νεκρό μπροστά του, την καρδιά του σφίγγει
κι αυτά τα λόγια μόνος σιγολέει:
«Γάμος δε γίνεται χωρίς σφαχτάρια…»














ΤΡΙΠΟΛΗ 
ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ 1821 
(Αμερική-Λος Άντζελες)


Τούτοι οι στίχοι γράφτηκαν το Σεπτέμβρη του 1997 ύστερα από φιλική παράκληση των ελληνοαμερικανών τριπολιτσιωτών του Λος Άντζελες, για να διαβαστούν στη συνεστίασή τους της εικοσιτρείς Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, που έγινε για να γιορταστεί η επέτειος της άλωσης της Τροπολιτσάς.
Τα ονόματα και όλα τα άλλα στοιχεία του ποιήματος, όλα πραγματικά, μπήκαν για να ακουστούν από τους εορτάζοντες, και να χαρούν αυτοί λίγο με τη θύμηση των προγόνων ή συχωριανών τους.



Εικοσιένα. Της Σκλαβιάς το μάτι φοβισμένο. 
Οι έλληνες σηκώθηκαν.  Ανταρεμένο το αίμα 
κοχλάζει μες στις φλέβες τους. Το πολυπικραμένο 
από χαρά της Λευτεριάς λαμποκοπάει το βλέμμα.

Τ' άγριο κοπάδι έτοιμο. Μον' ο μπροστάρης μένει 
που με σοφία περισσή, με γνώση και με κρίση 
τάξη θα βάλει στην ορμή που γύρω του πληθαίνει 
και τιμονιέρης θα γενεί το σκάφος να οδηγήσει.

Και να! Βροντή ακούγεται από την Καλαμάτα: 
"Καπεταναίοι την Τρίπολη! Την Τρίπολη!» φωνάζει.
Η Ιστορία διπλόσφιξε την πέννα όπου εκράτα 
και το χρυσό μελάνι της με βιάση ετοιμάζει-

του Γέρου άστραψε η φωνή-κοντά ειν’ ο αγώνας 
κι η νίκη ακόμα πιο κοντά. Ό,τι αυτός αρχίσει 
αίσιον έχει τελειωμό. Ετούτος ο αιώνας 
σαν το μαργαριτάρι του τ’ όστρακο θα τον κλείσει.

Και όπως τ’ αγριόσκυλα κυκλώνουν τη δαμάλα 
κι όλο στενεύουνε τον κλοιό προτού να της ορμήσουν 
έτσι κι ο Γέρος του Μωρηά τα παλληκάρια τ’ άλλα 
τα οδηγάει τ’ αδύνατα μαζί του να τολμήσουν.

Και Πιάνα κι Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Χρυσοβίτσι, 
Λουκά, Λεβίδι, Τσιπιανά, Βαλτέτσι και Πικέρμι 
τα βήματα είναι του θεριού πριν στην τουρκιά χιμήσει 
και πάθει ό,τι της έγραφε η μοίρα της η έρμη.
 
Στρατολογεί η Καρύταινα πολεμιστές γενναίους  
φωτιά οι μπαρουτόμυλοι παίρνουν της Δημητσάνας 
η άσβεστη η ενθύμηση του πρωτινού τους κλέους 
ο νικηφόρος γίνεται κάθε ψυχής παιάνας.

Και να! Οι νέοι του Μωριά σπαθί στη μέση ζώνουν. 
Μοσκοβολά η αγνότη τους κάμπους, βουνά, ρουμάνια. 
Κι οι αρχηγοί τους, διαλεχτοί των διαλεχτών, υψώνουν 
παλληκαριάς ανάστημα που φτάνει ως τα ουράνια.

Από την Αλωνίσταινα Δημητρακοπουλαίοι. 
Από το Αρκουδάρεμα Καρέλης, Κλης, Αδάμας. 
Της Πιάνας οι Πετρόπουλοι κι οι Κωσταντοπουλαίοι. 
Οι τρεις οι Ζυγοβιτσινοί: Ρίζος, Μπεγλής, Καρδάρας.

Ροϊνό: Αναγνωστόπουλος. Βυτίνα: Κακλαμάνος. 
Νεμνίτσα: Αναγνωστόπουλος. Περθώρι: Πουρναραίοι. 
Καρύταινα: Σπήλιος Λουκάς. Στον Καρδαρά ο Πάνος.
Κι απ' τον Άγιο-Βασίλειο οι δυο Δεληγιανναίοι.

Δάρα: ο Κολιός Μπακόπουλος, ο Γιάννης Παπακώστας 
κι ο Γιώργης ο Λαμπρόπουλος. Πικέρμι: ο Κοκκώνης. 
Απ’ το Στενό: Μπακόπουλος. Κάψα: Σκουντριάνος Κώστας. 
Κι απ’ το Περθώρι ο ήρωας κληρικός: ο παπα-Γιώργης.

Απ’ τα ωραία Τσιπιανά: οι αντρείοι Ρεβελιώτες. 
Πέρα, από τα Μαγούλιανα: οι Παπαγιαννοπουλαίοι. 
Κι ο Σέκερης: ο αρχηγός μες στους τροπολιτσιώτες 
με τη λεβέντικη ψυχή δόξας δροσιά να πνέει.

Αλλά και τ’ Αγιωργίτικα δε λείψανε και κείνα-
εβγήκαν από μέσα τους οι τρομεροί Σβωλαίοι. 
Τον Ταμπακόπουλο έδωσε ακόμα η Βυτίνα.
Όλοι αυτοί, άντρες μεστοί άλλοι, και άλλοι νέοι,
      
στο κάλεσμα ετρέξανε του Γέρου Μωραϊτη
και ορκιστήκανε σ' αυτόν όλοι να υπακούνε
ώστε όχι μέσα στων τούρκων μόνο να μπουν τη μύτη
αλλά και στην Τροπολιτσά μαζί του για να μπούνε.

Και πάρθηκε η Τρίπολη. Και η αρχή αυτή ’ταν 
του Αγώνα που οδήγησε στη λευτεριά του Γένους. 
Γιατί όσα εδώ γινήκανε προς την Ευρώπη εβγήκαν 
και να γνοιαστούν εκάμανε για μας, όλους τους ξένους.

Το πιο γερό τους στο Μωριά οι τούρκοι κάστρο εχάσαν, 
το που ο Γέρος είχε φάει σκαμπίλι επληρώθη, 
την πρώτη τους οι έλληνες βαθιά πήραν ανάσα 
κι οστά και σάρκα επήρανε του ελληνισμού οι πόθοι.

Την Τάπια και την Κάρτσοβα και το Μαηθανασάκο 
ορμητήριά του τα ’κανε ο Γέρος μες στη μάχη 
που εκοψοκεφάλιασε τον τούρκικο το δράκο 
ώστε η Ελλάδα σήμερα τη λευτεριά της να ’χει.

Για βόλτα σήμερα εμείς σ' αυτά τα μέρη πάμε.
Και καλά κάνουμε. Αλλά, πρέπει αυτή τη μέρα
τη σκέψη μας να στρέψουμε σ' αυτούς που τους χρωστάμε
πως απ' τους τούρκους λεύτερο ανασαίνουμε αγέρα.

Και περηφάνια νιώθουνε δίκια οι τροπολιτσώτες 
γιατί η τρανότερη ήτανε της Τρίπολης η φλόγα 
στην πυρκαγιά που ο Παλαιών Πατρών άναψε τότες 
που στα ιερά Καλάβρυτα το Σηκωμόν ευλόγα.

Λοιπόν καλή διασκέδαση φίλοι κι ο θεός να δώσει 
ό,τι καλό σε όλους σας εδώ στα μαύρα ξένα. 
Και τώρα το ποτήρι του καθείς σας ας σηκώσει 
και το κρασί του ας το πιει στη γεια του Εικοσιένα.








ΚΑΛΑΜΟΣ.ΤΖΑΒΕΛΑΙΝΑ.1823

Κάλαμος. Η Τζαβέλαινα η Δέσπω,
Του Φώτου η γυναίκα, μαζί μ’ άλλες
κυνηγημένες, κρύβονται απ’ τους Τούρκους. 
Φτάνει ένα χαμπέρι κάποια μέρα
πως τα παιδιά της, Κίτσος και Ζυγούρης
εσκοτωθήκανε σε κάποια μάχη.

Αρχίζουνε το κλάμα οι γυναίκες.
Μαζί κι η Δέσπω. Ξάφνου όμως εκείνη
Πετιέται ορθή κι ισιάζει το κορμί της:
"Πάφτε ωρές τα κλάηματα" προστάζει.
"Εκείνοι πάνε στου Χριστού το δρόμο.
Πάσκα έρχεται. Λοιπόν σκωθείτε όλες
να βάψουμε τ' αυγά΄ τ’ ειν’ αμαρτία
και ο θεός μπορεί να μας θυμώσει».

Με το στανιό σηκώθηκαν κι οι άλλες
κι αρχίσαν να κοιτάνε τις δουλειές τους.
Και ξαφνικά, κι ενώ τα΄ αυγά εβάφαν,
Νέο χαμπέρι: όχι, λάθος ήταν,
κανένας δε σκοτώθηκε. Και ζούνε
Τα λιονταρόπουλα τα δυο της Δέσπως.

Δάκρυα χαράς μετά ’πο τόση λύπη.
Και η Τζαβέλαινα σταυροκοπιέται:
"Χριστέ μου δοξασμένη Σου η Χάρη
Που μου τους φύλαξες. Εγώ όμως πάντα
τους έχω και τους δυο ξεγραμμένους».




ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΟΙ 

Οι Κολοκοτρωναίοι. Μια οικογένεια
Που τόσα έχει προσφέρει στην Ελλάδα.
Και να ένα περιστατικό που δείχνει
πόσο ελεύθερο είχαν το πνεύμα
Και ασυμβίβαστη τη λευτεριά του.

Ο Γέρος με τον αδερφό του Γιάννη 
Κι ογδόντα διαλεγμένα παλληκάρια 
Με αρβανίτικα ντυμένοι ρούχα-
για ν’ αποφύγουνε όποιαν υπόνοια- 
πηγαίνανε στη Μάνη από τη Σπάρτη.

Και να! τρακόσοι τούρκοι απέναντί τους.
"Μόνο ένα «γεια σου» τούρκικα θα πούμε 
ώστε να μας περάσουν για δικούς τους.
Προσέχτε! Τίποτ’ άλλο!" κάνει ο Γέρος.

Κι όλα τα παλληκάρια έτσι εκάναν. 
Μα ο Γιάννης που ερχόταν τελευταίος 
καλό δε μπορειε λόγο για τους τούρκους
ούτε στα ψέματα να πει. Τους κάνει:
«Μουρτάτες! Την κακή σας την ημέρα!»
και μάλιστα ελληνικά μιλώντας.
Και ρίχνει κιόλας και σκοτώνει έναν.

Μέχρι το βράδυ κράτησε η μάχη.
Και επληγώθηκε αλαφρά κι ο Γιάννης.




 
          ΑΝΤΡΟΥΤΣΟΣ 

Λίγο πριν μπούνε στης Γραβιάς το Χάνι
ο Αντρούτσος με τους λίγους του συντρόφους,
καθώς βαδίζανε, ξάφνου επετάχτη
ένας λαγός απ’ τα σπαρτά τριγύρω.

Τα παλληκάρια θέλησαν να ρίξουν.
Ο Αντρούτσος όμως "Μη ωρέ!" τους λέει,
"Κρατάτε τα φουσέκια για τους Τούρκους".
Κι αρχίζει πίσω απ’ το λαγό να τρέχει
και τόνε φέρνει πίσω ζωντανόνε.

Δε θέλει ο πόλεμος ψυχή μονάχα.
Θέλει και μάτι και αυτί και πόδι.
Θέλει και νου ξυπνό και μεστωμένο.
Γι αυτό αρχηγοί γινόνταν μόνο εκείνοι 
που σ’ ολ’ αυτά ήσαν επάξια πρώτοι.
Τότε… Στο Άγιο το Εικοσιένα…






ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ 

Όταν δοξάζονταν τα Δερβενάκια,
ένα βοσκόπουλο  μακριά εστεκόταν
και κοίταζε περίεργο τη μάχη.

Το  βλέπει  ο Γέρος του Μωρηά: «Τι στέκεις 
Και δεν τραβάς, ωρέ, να πολεμήσεις;» 
"Να! άρματα δεν έχω Καπετάνιε…"
"Και η μαγκούρα σου όπλο δεν είναι;
Τράβα και σκότωσε μ’ αυτή έναν Τούρκο
Και πάρτου τ’ άρματα του και τα ρούχα!"

Και τη μαγκούρα έχοντας για όπλο
Χώθηκε το βοσκόπουλο στη μάχη.

Προς το βραδάκι ήρθε μπρος στο Γέρο
και περήφανεια στάθηκε γεμάτος
ένοπλος ένας καλοφορεμένος.
"Ποιος είσαι βρ’ Ελληνα;" του κάνει ο Γέρος.
"Εγώ! Δε με γνωρίζεις Καπετάνιο;
Εγώ είμαι που μ’ έστειλες το γιόμα
Με τη μαγκούρα μου να πολεμήσω.
Με την ευκή σου έκαμα όπως μου ’πες".

Ο Γέρος τον εγέμισε μ’ επαίνους. 
Και όπου έβρισκε την ευκαιρία
τον έφερνε παράδειγμα σε άλλους.
 





             ΖΑΧΑΡΙΑΣ 
    ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ
 
Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»

Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»

(Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες 
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.)




ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΣ

Οι Τοΰρκοι πιάσανε με προδοσία
σαράντα Κλέφτε-με τον αρχηγό τους, 
τον λεβεντόκορμο τον Καραχαλιο,  
και παν στην Τρίπολη να τους χαλάσουν. 

"Ωρέ πασά μου" κάνει ο Καραχάλιος 
Μια χάρη θέλω μόνο να μου κάνεις: 
Εμένα να με σφάξεις τελευταίον." 
"Στην κάνω ωρέ, γιατ' είσαι παλληκάρι."
Και τελευταίο τον έσφαξε αλήθεια.

Γιατί θαρρείς ότι ζητούσε εκείνος
να τόνε σφάξουν ύστερα απ’ τους άλλους;
Μη για να ζήσει λίγο παραπάνω;
Όχι. Την ώρα μοναχά που εκείνους
τους έσφαζε ο πασάς σαν τα κριάρια,
δίπλα στον δήμιο αυτός καθόντας
ετραγουδούσε Κλέφτικα Tραγούδια
τους μελλοθάνατους για να θαρρύνει.
Και το κατάφερε. Γιατ’ είναι θεία
στον κόσμο προσφορά η ψυχή τ’ ανθρώπου.
Και στα δημοτικά μέσα τραγούδια
Ενού Λαού πάντα η ψυχή μιλάει.





ΚΑΨAΛΗΣ
Αν άνθρωποι εγεννιόντανε οι πόλεις
το Μεσολόγγι θα ’ταν ο Χριστός τους. 

Όταν εκείνο έπεσε, ο Καψάλης
στα Καψαλέϊκα τα σπίτια μέσα
συνάζει γυναικόπαιδα, γριές, γέρους
κι όλους εκείνους που καλλίτερα είχαν
στου θάνατου να πάνε τα σκοτάδια
πάρα να πέσουν στων τουρκών τα χέρια.
Οι τούρκοι πλησιάζουν ολοένα.
«Βγάτε στα παραθύρια ωρέ γυναίκες
να σας ιδούν οι τούρκοι, να προστρέξουν
να στείλουμε όσο πιο πολλούς μπορούμε
εκεί που άβλαβοι είναι για τον τόπο».

Κι όταν πολλοί εμαζευτήκαν τούρκοι
βάζει φωτιά ο Καψάλης στο μπαρούτι.
Κι οι τούρκοι πέσανε νεκροί στο χώμα
κι οι έλληνες στον ουρανό ανεβήκαν.



 ΚΑΤΑΡΑ...

Άν ο Εθνικός μας Ύμνος άραγε
είχε σκοπό και λόγια άλλα
ακούγοντάς τον θα λαχτάραγε
πάλι η ψυχή έτσι μεγάλα;

Πάλι το δέντρο εντός μας θα ΄κανε
του έθνους σύγκορμο να τρέμει
σα με μανία να το χτυπάγανε
χίλιων Αιόλων οι ανέμοι;

Πάλι οι ρίζες του θα τράνταζαν
σαν να γυρεύαν να πετάξουν;
Πάλι οι χυμοί του θ΄αφροπλάνταζαν
να βυζαχτούνε... να διδάξουν;

Και μεις, το θύμα ενός πρωτάκουστου
θεριού που τρώει τα παιδιά του-
ζούδια μιαρά πάνω στους κλάδους του,
θα το σωριάζαμε και πάλι κάτου;..

 ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ 
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΕΣ
(ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ)   

15 Μάρτη, παγκόσμια ημέρα καταναλωτή
(στίχοι για παιδιά)

Καταναλώνουμε. Και αγοράζουμε.
Παίρνουμε το μικρό και το μεγάλο, 
κι ότι ακόμα θέλουμε φωνάζουμε
αυτό, ετούτο, το άλλο, το παράλλο.

Παίρνουμε πράγματα και όλο παίρνουμε
από τον έμπορο που τα πουλάει,
κι όταν στο σπίτι όλα αυτά τα φέρνουμε
από χαρά η καρδιά χοροπηδάει.

Μα σαν τα δούμε λίγο, όταν τα παίξουμε 
όταν τα φάμε ή μ’ αυτά χαρούμε 
τ’ αφήνουμε και θέλουμε να τρέξουμε
και νέα ν’ αγοράσουμε ζητούμε.

Και βέβαια πρέπει να καταναλώνουμε. 
Mα όχι αλόγιστα: με μέτρο κάποιο.
Αλλιώς παιδιά μου το παραξηλώνουμε 
κι  η κατανάλωση είναι κάτι σάπιο.





21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)

Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;

Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής 
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.

Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!





21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΥΠΝΟΥ 
(στίχοι για παιδιά)

Για σκέψου να υπάρχει ημέρα ύπνου!
Και όμως, του αξίζει τέτοια μέρα-
γιατί όλοι, απ’ τα στρωσίδια μας του λίκνου,
κανείς τον ύπνο δεν τον διώχνει πέρα.

Γι αυτό και σήμερα όλοι τιμούμε
το δώρο αυτό της φύσης της σοφής μας.
Κι ας το τιμήσουμε πριν... κοιμηθούμε
κάτω απ’ το βάρος όποιας κούρασής μας.

Γιατί αν ο ύπνος δεν μάς αναπάψει
θα είμαστε συνέχεια κουρασμένοι 
κι η νύστα που δε θα ’λεγε να πάψει
όλη μας τη χαρά θα ’χε παρμένη.










21 ΜΑΡΤΗ  
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ 
(στίχοι για παιδιά)

Κι αν είναι εβραίος κάποιος είτε γάλλος
τι με νοιάζει;
Κι αν είναι αλβανός ή πορτογάλος
τι πειράζει;

Και κείνος άνθρωπος τάχα δεν είναι
σαν και μένα;
Ή μήπως άλλο κάτι εκείνος γίνε-
ται στα ξένα;

Και κείνος ίδια, κάτω αν θα πέσει,
δεν πονάει;
Και ίδια, κλαίει κι αυτός όταν πονέσει-
δεν γελάει...

Γι αυτό έθνη και φυλές εγώ δεν ξέρω-
και σας λέω,
πως όταν κάποιος ξένος υποφέρει,
κι εγώ κλαίω.




21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ 
(στίχοι για παιδιά)

Πρέπει να τα προσέχουμε τα δάση.
Αυτά μας δίνουν οξυγόνο, ξύλο, 
και το νερό κρατούν μη μας χαλάσει.
Στα δάση μας καθείς βλέπει ένα φίλο.

Ας τα περποιούμαστε λοιπόν με ζήλο.
Ό,τι μας έπλασε κι αυτά έχει πλάσει.
Κι αν δε μας δίνουνε σύκο ή μήλο 
μα της ζωής μας δίνουν το γιορτάσι.

Μετά, σκεφτείτε λίγο και ρωτήστε:
δεν είναι τάχα υποχρέωσή σας
στη γη ότι υπάρχει ν’ αγαπήστε
αφού η μοίρα του είναι και δική σας;

Κι ακόμα λέω πως δάση αν δεν υπήρχαν,
το άχρωμο κι η θλίψη θα μας είχαν.





22 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά)

Ρυάκια γλυκομούρμουρα 
θάλασσα εσύ γαλάζια- 
ρυάκια με τη χάρη σας,
θάλασσα με τα νάζια,

ποιος δε σας αγαπάει αφού
στο αίμα μας κυλάτε;
ποιος τάχα σας εχθρεύεται
χαρά αφού μας μεθάτε;

Κι ή σαν βροχούλα σιγανή 
κι ή σαν μεγάλη μπόρα 
να ξέρατε πώς θα ’θελα 
να πέφτατε και τώρα...

Κυλήστε, τρέξτε, βρέξετε.
Τη γη βαθιά ποτίστε.
Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ,
ποτέ να μη μας λείψτε.





23 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ
(στίχοι για παιδιά)

Βαριέμαι ομπρέλα πάντοτε να κουβαλώ μαζί μου.
Μα θέλω πάντα και στεγνό να έχω το κορμί μου.
Γι αυτό μετεωρολόγοι μου κάνετε τη δουλειά σας 
και τα παιδιά όλα εμείς θα είμαστε κοντά σας.

Δουλειά τους νόμους έχετε της φύσης σεις να βρείτε.
Παρατηρήσετε λοιπόν, μετρήστε, κι ό,τι δείτε
ζυμώστε το, δουλέψτε το, ταξινομήσετέ το,
και ό,τι βρείτε σ’ όλους μας ανακοινώνετέ το.

Και γίνετε βοηθοί εσείς σε γεωργό, βαρκάρη,
ως και σ’ αυτούς που ορέγονται ταξίδια στο φεγγάρι.
Κι αν κάτι θέ ’τε κι από μας... μα σας το δώσαμε ήδη:
σήμερα εχάσαμε για σας λίγη ώρα απ’ το παιχνίδι!..







27 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
(στίχοι για παιδιά) 

Τόσο κρυφοί είναι όλοι τους 
και τόσο θλιβεροί 
που λες κι ανακαλύψανε 
τη γλώσσα, επειδή, 

να κρύψουνε γυρεύουνε 
μ’ αυτήν κάθε άσχημό τους 
από γειτόνους, φίλους τους 
...μα κι απ’ τον εαυτό τους.

Και σιχασιά όταν νιώσουνε 
απ’ αυτό τους το κρυφτό 
στο θέατρο πηγαίνουνε 
για να ιδούν σ’ αυτό

τον εαυτό τους μ’ όλα του 
τ’ άσχημα και κρυφά του 
κι έτσι να καταφέρουνε 
να ’ρθούνε πιο κοντά του.

Κι όταν μας παίρνουνε μαζί 
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι, 
εμείς-και ας μην ξέρουμε 
το έργο τι θα βγάλει-

μα κερδισμένοι βγαίνουμε 
από τα έργα όλα,
γιατί σε κάθε διάλειμμα 
πίνουμε κόκα-κόλα!..




Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

  ΑΥΤΟ!

Η πρώτη ύλη που ’φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να ’ταν χώμα.
Πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να ’ταν χρώμα.

Και ούτε τον εφύσησε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.

Αυτή ’ναι η εξήγηση που μέσα όταν βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.

Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ’ αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.

Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνη, το βραχνό,
αυτό! πώς θα μπορέσω; 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

 Ο πόλεμος μαίνεται και τείνει να γίνει παγκόσμιος. 
Έτσι, κανείς δεν ξέρει αν θα ζει μετά το τέλος του.
Ό,τι και να γίνει όμως, εγώ θα ζω αν ζήσω ή θα έχω πεθάνει αν πεθάνω, όντας ευχαριστημένος.
Γιατί; 
Να γιατί.
Από μικρός μέχρι και σήμερα, αναρωτιόμουν γιατί οι άντρες να πρέπει να κυνηγούν την γυναίκα, ή να την καλοπιάνουν, ή να της προσφέρουν δώρα, ή να την παρακαλούν, προκειμένου να «συνομιλήσουν ερωτικά» μαζί της. Και γιατί να μην γίνεται το αντίθετο-ή και το αντίθετο τουλάχιστον.
Πρόσφατα λοιπόν βρήκα την απάντηση σε αυτό το ερώτημά μου.
Και θα την πω εδώ ώστε να την γνωρίσει και όποιος άλλος  δέχεται αρώτητα και σαν εντελώς φυσικό το παραπάνω φέρσιμο των γυναικών, αλλά και την ασυζητητί αποδοχή του από τους άρρενες.
Οι επιστήμονες μάς λένε ότι πριν από ογδόντα χιλιάδες ήδη χρόνια (!), οι άνθρωποι είχαν δημιουργήσει υποτυπώδη ημερολόγια, πέτρινα κυρίως, έτσι ώστε να κανονίζουν την ζωή τους σύμφωνα με τις κινήσεις των άστρων, και κύρια του ήλιου, της σελήνης και της Αφροδίτης.
Αυτά βρέθηκαν κυρίως στα σπήλαια της Αλταμίρα, εκεί, στις σπηλιές των ορεινών όγκων  της βόρειας Ισπανίας. 
(Ίσως αυτά να ήσαν οι προ-προ-προπάτορες του μηχανισμού των Αντικυθήρων.)
Στα πιο κοντινά μας χρόνια-πέντε έως δέκα χιλιάδες-, εδώ κι εκεί, στην Ευρώπη κυρίως, βρέθηκαν αλλού πιο εξελιγμένα τέτοια όργανα.
Για να μην πολυλογώ, οι ανθρωπολόγοι μας λένε ότι τα όργανα αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες, ώστε να αποφεύγουν την ερωτική επαφή με τους άντρες, έτσι ώστε να μην μείνουν έγκυες, και γεννήσουν έτσι πολλά παιδιά, γιατί δεν είχαν τον τρόπο να τα θρέψουν.
Ακόμα, κανόνιζαν έτσι τις επαφές τους με τους άντρες, ώστε τα παιδιά που θα γεννούσαν, να γεννηθούν γύρω στον (σημερινό) μήνα Μάρτη, έτσι ώστε να πάρουν λίγο απάνω τους κατά τους σχετικά ζεστότερους μήνες του ακολουθούντος καλοκαιριού, και να επιζήσουν (του κρύου ή της δυσεύρετης τροφής).
Μάλιστα τα όργανα αυτά μέτρησης οι  γυναίκες τα είχαν κρεμασμένα στον λαιμό τους μέσα από μια τρυπούλα που έφερε το όργανο αυτό.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; 
Ασφαλώς ότι οι γυναίκες απαγόρευαν στον άντρα να τις πλησιάζει όταν το  ημερολόγιό τους ήταν αντίθετο.
Αυτά είναι τα αδιαμφισβήτητα επιστημονικά δεδομένα.
Καθένας πια φαντάζεται πόσες αρνήσεις δεχόταν ο άντρας των εποχών εκείνων από τις γυναίκες.
Και φαντάζεται κατά συνέπεια και τι κόλπα θα μηχανεύονταν οι άντρες προκειμένου να πετύχουν τον σκοπό τους. Τι δώρα θα τους έφερναν, τι λόγια θα τους έλεγαν (όσοι μπορούσαν, και όπως, να μιλούν τότε), τι υποσχέσεις θα σκαρφίζονταν να τους κάνουν, μένοντας όπως παρ’ όλα αυτά έξω του… νυμφώνος. 
Αυτή λοιπόν η κατάσταση που διάρκεσε χιλιάδες χρόνια, δεν είναι παράξενο ότι διατηρείται ως σήμερα. 
Παράξενο θα ήταν αν δεν είχε διατηρηθεί. 

(Ακόμα οι ανθρωπολόγοι και γενικά οι ειδικοί μας λένε ότι οι γυναίκες των τότε εποχών είναι που είχαν δημιουργήσει αυτά τα «ημερολόγια». 
Επειδή αυτές είναι που ζούσαν περισσότερα χρόνια από τους άντρες, και είχαν την «πολυτέλεια» να παρατηρούν τις νύχτες τα αστέρια επί πολλά χρόνια της ζωής τους καθεμιά, έτσι ώστε να βγάζουν συμπεράσματα σχετικά με τις κινήσεις των άστρων.
Και ζούσαν περισσότερο από τους άντρες, επειδή οι τελευταίοι χάνονταν, νέοι οι περισσότεροι, είτε στους μεταξύ τους πολέμους, είτε στα θαλασσινά ταξίδια, είτε στα κυνήγια.)
Αυτά.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

 Ημέρα της ποίησης. 
Ας βάλω εδώ σαν συμμετοχή μου στην ημέρα Της λίγα από τα γραφτά μου που έχουν μέσα το όνομά Της.

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Τα πάντα στην τέχνη του πρέπει να θυσιάσει ο ποιητής, 
αν ποιητής θέλει να ’ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει, 
και να υποφέρει, 
και να λιώσει κάτω από τ’ άρμα της, 
με την ελπίδα απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη στίχοι, 
που, 
με τη σειρά τους, 
την ποίηση θα συνεχίσουν.

Γιατί δεν είναι ο ποιητής το κέντρο του σύμπαντος. 

Μία εφήμερη στιγμή είναι, 
που από μέσα της 
το πνεύμα των προϋπαρξάντων ποιητών περνά, 
τραβώντας προς το μέλλον 
στον ποιητή που θα την συνεχίσει. 



GABRIELA MISTRAL

Πέθανε ο άντρας που αγαπούσες
κι αβάσταχτη ήτανε η θλίψη.
Γι αυτόν υπήρχες-γι αυτόν ζούσες
και τώρα τι που είχε λείψει;

Πού την αγάπη θα κερνούσες
που εξεχείλιζεν εντός σου;
Σε ποιου τον ώμο θ’ ακουμπούσες
να πεις τον πόνο τον κρυφό σου;

Και να! εμπρός σου εφανερώθη
της θείας Ποίησης η λύση,
κι αυτήν να καιν οι ίδιοι πόθοι
που ’χαν και σένανε φλογίσει. 

Και της εδόθης. Ερωμένη
πιστή σου έγινε Gabriella
και με αυτήν μαζί δεμένη
κάνατε οι δυο σας κάθε τρέλα.





Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 

Μια ιδέα φρικώδικη μου 'ρθε στο μυαλό 
πως η ποίηση κάνει ό,τι η βακτηρία-
πως βοηθάει τον άνθρωπο να 'ναι υποφερτό 
το περπάτημά του μες στην ιστορία.

Πως σηκώνει λίγο απ' το βαρύ φορτίο 
κι έτσι αλαφρώνει κάπως τη ζωή
σκέποντας το βάρβαρο και τραχύ τοπίο 
πίσω από ανάλαφρη μια περιγραφή.





Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 

Όπως το τραίνο μπαίνοντας στον έρημο σταθμό 
δίνει ζωή σ' αντάλλαγμα για τη φιλοξενία 
έτσι της θείας Ποίησης η ιερή μανία 
δίνει ζωή στον πένθιμο της ζήσης τον ρυθμό.


ΠΟΙΗΣΗ 

Ευλογημένο μου χαρτί 
και άγιο μου μολύβι 
θεούς σας λέω κι ακριβούς
φίλους κι αγαπημένους. 

Μαζί σας λύπη δε χωρεί 
και σκέψη οργισμένη 
χαρά μαζί σας, θαλπωρή,
κι η λύπη περασμένη. 

Εσείς μητέρα κι αδερφός
και κόρη αγαπημένη 
εσείς αγέρας δροσερός  
σε γη ηλιοκαμένη.

Εσείς δροσιά, εσείς πηγή,
στης έρημου τα πλάτη
σεις της ελπίδας η αυγή
στου σκότους τ’ άγρια βάθη. 

Χαρτί μου και μολύβι μου
και τη ζωή χρωστώ σας
και το μικρό καλύβι μου
σας το χρωστώ δικό σας. 

Μπορείτε να ’χετε οίηση
και παίνεμα γιατί
χωρίς εσάς η ποίηση
δε θα ’ταν δυνατή.


Η ΓΛΥΚΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ 

Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με το λευκό δέρμα και τα χέρια τα βελούδινα,
με το πρόσωπο το αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
«Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη…»
«Εγώ πριν από έναν ποιητή;..»
«Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε…»
«Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.»

Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηρηίδων,
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.
                      -----


ΜΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα. 
Για να ’χω λίγο φως μέσα στον Άδη 
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.

Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε. 
Μ’ αυτoύς που ολοζωής τους στίχους γράφω,
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
                         -----



ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΕΣ 

Ό,τι σκεφτεί ή μάθει ή αιστανθεί
Μεγάλο και υψηλό κι ωραίο  
Που έχει με πόνο και με πίκρα δέσει,
Ρέει μες απ’ τα λούκια της ψυχής κάτω 
Και ρέοντας μεταμορφώνεται.  

Το ακολουθεί με αγωνία 
Να σταματήσει  προσπαθώντας
Την ψυχοφθόρα πτωτική ροή
Ή έστω πιο αργή να τήνε κάνει. 

Μάταια όλα. Αυτό 
Φτάνει ταχύ πάντοτε κάτω. 
Και φτάνοντας εκεί 
Σε πράγματα το βλέπει 
Να έχει αλλάξει 
Καθημερνά, 
Και σε συνήθειες βρώμικες- 
Ανωφελείς. 

Κάθεται και σκέφτεται τι έχασε.
Χρήσιμα ήσαν τα μπαλώματα εκείνα της αγνοίας: 
Φιλοσοφία, Ποίηση, Μουσική. 
Ωραία και τα παραγεμίσματα εκείνα του κενού:
Ιδέες, Οράματα, Ιδανικά.  
Ωραία τόσο που να φιλιωθεί δεν το μπορεί 
με τον χαμό τους,
και βαρυθυμεί 
και θλίβεται.  

Μα έρχονται φορές που λέει: 
«Ίσως αυτό να είναι όλο κι όλο 
Ζωή ο,τι λέμε. Ίσως αυτή η μεταστροφή 
Να είναι ο προορισμός, το μεγαλείο,
Ή μοίρα ακόμα του ανθρώπου:
Σε τετριμμένες αίσθησες 
να μεταπλάθεται με τον καιρό το πνεύμα. 

Ίσως να είναι αυτή η μόνη δυνατότητα. 
Και η Σισύφεια η προσπάθεια κι η αγωνία του 
Για το υψηλό που όλο κάτω πέφτει
Να ’ναι κι αυτή όλη κι όλη ένα τέχνασμα 
Που την ψευδαίσθηση της ματαιότητας αμβλύνει.»  


ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομάτα, 
που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελάρο πάνω καθισμένη, ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα και φυσικά και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί και ξάφνω, 
τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει, 
που και δική σου γίνεται, 
και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις, την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;» και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις 
και πάτε σπίτι 
και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε, 
κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ, 
έτσι και την ποίηση άλλων, 
δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις, που,
σαν να σού ανήκει, 
για μέρες λίγες κοντά σου την κρατάς.


21 ΜΑΡΤΗ 
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
(στίχοι για παιδιά)

Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δε νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;

Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής 
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.

Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «αγαπώ»!





Oι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι. 
Kαι πνιγμένοι στις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο. 
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.




ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ; 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει. 

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.


ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ


Πεσμένος στη καρέκλα του μ’  ένα βιβλίο στο χέρι
μονολογούσε ο ποιητής των εικοσπέντε χρόνων:
“Άχου κι αυτή η ποίηση προβλήματα που δίνει!
Τώρα που καταπιάστηκα με τούτα, βλέπω ότι
θέλουν και τούτα κοίταγμα και κόπο και φροντίδα.
Όταν στους άλλους λέω πως η ποίηση μ’  αρέσει
κι ότι ασχολούμαι με αυτήν, πρέπει να δείχνω κιόλας
προόδους, αφού πρόοδο αλλού ποτέ δεν δείχνω.
Πρέπει τα ρεύματα να δω της ποίησης ποια είναι
πρέπει δυο λόγια να μπορώ να πω για κάθε ποίημα
μεγάλο-τι αισθήματα, εικόνες, νόημα κρύβει,
ποιου είδους έχει τεχνική, ποιος το  ’γραψε και πότε.
Να! Τώρα αναποφάσιστος μπροστά σ’  αυτό τον τόμο
στέκω: μπορώ ολότελα να τον απαρατήσω
ή πρέπει έστω πεταχτά να τόνε ξεφυλλίσω;
Βαριέμαι την ανάγνωση μα πάλι πού το ξέρεις
μπορεί κανένας έξυπνος-κουτός μα την αλήθεια-
να με ρωτήσει: εδιάβασες AUDEN; θα πρέπει τότε
και ν’  απαντήσω θετικά και να εκφέρω γνώμη 
γι αυτό τον κύριο ποιητή. Λοιπόν θα πρέπει ένα
δυο το πολύ ποιήματα να δω απ’  αυτό τον τόμο".
Eίπε, μετά εδιάβασε τρεις τέσσερες σελίδες 
και το βιβλίο ύστερα έκλεισε κι εκοιμήθη.


 ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Χωρίς μελάνι γράφεται ένα ποίημα
Μα όχι δίχως αίμα.
Ποτάμι γίνεται χωρίς νερό
Μα όχι δίχως ρέμα.

Αλαφροϊσκιωτες κυρές
Και νέοι μαρμαρωμένοι
Για παραμύθια είναι καλοί
Μα για την ποίηση ξένοι.

Η γελασμένη κοπελιά
Του ήλιου η ώρια δύση
Τ' ανθένιο μοσκοβόλημα
Η μαγεμένη φύση,

Είναι καλά για χαρωπά
Κι ανεύθυνα παιχνίδια
Μα για της ποίησης τη γιορτή
Τα μέτρα δεν είναι ίδια.

Η ποίηση είναι άστραμμα
Σε φονικό λεπίδι.
Η ποίηση είναι μισεμός
Γι αγύριστο ταξίδι.



ΣΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ 

Σε μια στιγμή μονάχα εγώ
τον κόσμο έπλασα όλο
και τώρα πια τόνε τρυγώ
γλυκόν και φεγγοβόλο.

Εγώ ο μέγας ο Ποιητής 
Εγώ ο μέγας Χτίστης
Εγώ ο μέγας Ασκητής 
Εγώ ο μέγας Μύστης. 

Εγώ που όταν όλα αυτά 
τα είδα τελειωμένα
με ικανοποίηση βαθιά 
κοίταξα το καθένα

κι αυτά χωρίς να μου το πουν
τα ’βαλα στο πλευρό μου
και τους επέτρεψα να ζουν
στον κόσμο τον δικό μου.


Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 

Ποίηση διαβάζουμε και αγωνιούμε 
μη όλο το βάθος της δεν αιστανθούμε. 
Και γράφουμε... και συλλαβές μετράμε… 
αλλ’ άδικα το χρόνο μας χαλάμε.

Από το άλφα της μέχρι το ωμέγα 
η ποίηση όλη μ’ ό,τι κλείνει μέγα 
στης Λώρας ήταν μέσα τη φωνίτσα 
όταν της τράβηξα την κορδελίτσα.

Χαράστους όσους η ζωή αξιώνει 
και τέτοιαν αίσθηση τους φανερώνει:
να γεύονται έστω λίγες εδώ κάτου 
σταγόνες απ’ τη δρόσο του Θανάτου.


Η ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΩΝΗ

Μες στον καταιγισμό τόσων ασήμαντων 
Τυχαίων γεγονότων,
Κανείς μπορεί να βρει τον εαυτό του
Μέσα του αν ακροαστεί τόσο βαθιά,
Ώσπου ν’ ακούσει εκείνο το ανείπωτο και νέο 
Που από τον ίδιο μόνον ξεκινά.

Κι όταν  
Ξεχνώντας ό,τι έχει ως τότε μάθει, 
Φτάσει
Πέρα από κάθε επίκτητο αίσθημα
Στη μύχια εκείνη αρχή της μέσα του φωνής,
Σχέση έχει αποκτήσει πια στενή αλλά και βαθιά
Με τη ποίηση.


 ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Παίζουν  και ξαναπαίζουν τους ποιητές 
Και ακκίζονται με ρίμες και με λέξεις. 
Για ύφος, φόρμα, ποιότητα και τεχνικές 
κάνουν ανερυθρίαστα διαλέξεις. 

Αλλά το μόνο που δεν είναι ποιητές.  
Ντόρος να γίνει θέλουν γύρω απ’τ’ όνομά τους  
όπως σε κείνηνε τη σύναξη προχτές  
που κάνανε τρεις ποιητές κι είχαν κοντά τους 

Τον Πρέσβη, Διοικητές κάποιων Σχολών, 
Κυρίες που στο βάψιμο ήσαν άψογες… 
μα η γνώμη έλειπε των ειδικών 
και μοναχά για ποίηση δεν άκουγες. 

Ποίηση δεν είναι, ω! μεγάλοι στιχοπλόκοι 
Η ανταλλαγή γνωμών σ ένα σαλόνι 
Κι οι μεταξύ σας χαρισμένοι θώκοι. 
Η ποίηση γροθιά είναι στο σαγόνι. 

Και μάχη. Και φωτιά. Βουή. Αντάρα. 
Κι είναι ξεσήκωμα λαών αδικημένων 
Στης εκμετάλλευσης ενάντια την κατάρα. 
Κι είναι αποκάλυψη Παράδεισων κρυμμένων.  

Η ποίηση ειν’ αυτή που ξεριζώνει 
Τον κόσμο τον παλιό τον σαπισμένο 
Και με σπαθί στο χέρι θεμελιώνει 
Έναν καινούργιο κόσμο ευτυχισμένο.


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

 Η ΝΙΚΗ

Ο βασιλιάς καθόταν στον χρυσό του θρόνο.
Λίγο θλιμμένος.
Λίγο σκεφτικός.
Δίπλα του
πάνω στον άδειο θρόνο της βασίλισσας
ήρεμα ακουμπισμένο
το γράμμα του αρχιστράτηγου
και το μαχαίρι με το φρέσκο του αίμα-
μόλις φτασμένα και τα δυο:
"Μεγαλειότατε
αλλάξαν όλα.
Ο εχθρός εμπήκε.
Ατίμασα τα όπλα μου και την πατρίδα.
Αυτοκτονώ"
Κι απέξω από την πόρτα περιμένοντας
για να τον συγχαρούν για μία νίκη
που σε ήττα είχε αλλάξει,
οι ευγενείς οι άρχοντες, ο κλήρος. 

Έντεκα χρόνια βασιλιάς-έντεκα χρόνια πόλεμος.
Πόλεμος αδυσώπητος.
Σκληρός.
Έχασε στρατηγούς και στρατηγούς
κι αμέτρητους στρατιώτες.

Τέλος κουράστηκε
(πόσες φορές δεν είπε να τα παρατήσει...)

Αλλά κι ο εχθρός...
επίμονος.

Tι εχθρός-απλά τονε ζηλεύαν
και βαλθήκαν να τον καταστρέψουνε. 
Ως για προφάσεις, άλλο τίποτα. 

Και χτες όλα τελειώσανε με νίκη.
Επιτέλους δικαιώθηκε.
Δικαίωση πληρωμένη ακριβά, όμως δικαίωση.

Ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους και αλάλαζε.
Φωτιές χαράς στις γειτονιές.
Τραγούδια επινίκια σε σπίτια και πλατείες.
Βέβαια
έντεκα χρόνια-μια ζωή-αγώνας 
λίγο δεν ήταν δα.
Αυτό πολύ καλά κανείς το νιώθει. 

Χτες ολ’ αυτά.
Και τη νύχτα...
Πότε προλάβανε κι ανασυντάχτηκαν; 
Ποιες ενισχύσεις-κι από πού-τους ήρθαν;
Κι ορμή καινούργια τόση πού τη βρήκανε;-
χυμήξαν ξαφνικά
κι ό,τ’ είχε κερδηθεί το ξαναπήρανε 
κι ό,τι κρατιόταν από πριν και από πάντα το αρπάξανε.
Γκρεμίζουνε, σκοτώνουνε, καίνε ακόμα... 

Τις λεπτομέρειες του τις έφερε αυτός
που ’φερε και το γράμμα 
ο ίδιος που είδε το μαχαίρι 
χωμένο στην καρδιά του αρχιστράτηγου. 

Ε! Πάει πια!
Τελείωσε κι ο πόλεμος.
Τέλειωσε κι η ζωή-ε!
Κάτι έπρεπε κι αυτή κανείς να τήνε κάνει...

Πάει κι αυτό λοιπόν.
Εμπήκανε.
Μέχρι το βράδυ θα ’ναι εδώ.
Μα όλοι εδώ γιορτάζουνε τη νίκη.
Κι οι έμπιστοί του περιμένουν να τον συγχαρούν.
Ας έρθουνε λοιπόν!
Δε θα τους έλεγε τα τελευταία νέα.
Ας έρθουνε. Και να το μάθαιναν αμέσως τώρα
καλλίτερα τα πράγματα να γίνουν δεν μπορούνε. 
Ύστερα αυτήνε τη χαρά οι άνθρωποί του την αξίζουν. 
Χρόνια την επερίμεναν.
Άνθρωποι αγαθοί.
Και αγαπούν το βασιλιά τους.
Μετά-πού ξέρεις 
μπορεί η ήττα αυτή να είναι νίκη
(που ’ναι κι εκείνος ο ψευτοφιλόσοφός του-τέτοια
πόσα δε θα ’χε να του πει μια τέτοιαν ώρα...) 

Λοιπόν εμπρός. Ας μπούνε.
Να κρύψει το μαχαίρι μόνο και το γράμμα
-κι αυτός ο αρχιστράτηγος πολύ ευαίσθητος-
κι ένα χαμόγελο ευφροσύνης να φορέσει
συγκαταβατικό και κουρασμένο
σαν ανεξέταστης παραδοχής. 

"Θαλαμηπόλε! Άνοιξε τις πόρτες!"… 
Πού χάθηκε κι αυτός...
Καλά. Θ’ ανοίξει μόνος του τις πόρτες.
Δικαιολογείται κάποτε ένας βασιλιάς
πράξεις να κάνει άλλοτε ασυνήθιστες. 

Σηκώθηκε. 
Τραβώντας προς την πόρτα
σκεφτόνταν πως οι ευχές των επισήμων
σαν μύρο ζωής θα έπεφταν στο σώμα τού θανάτου- αρέσκονταν ο βασιλιάς σε τέτοιες σκέψεις.

Ετράβηξε τον σύρτη.

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

  ΤΑ ΚΙΝΕΖΑΚΙΑ

Eίναι κάτι κινεζά-κάτι κινεζάκια
σαν τα πορσελάνινα τεχνικά βαζάκια
που προσμένουνε θαρρείς τ' άνοιγμα της βρύσης-
που προσμένουνε θαρρείς-αχ!-να τα γεμίσεις.

Μην τ’ αφήσεις να χαθούν, Μούσα, μην τ' αφήσεις.
Μες σε τούτες τις γραμμές πρόφτασε να κλείσεις
λίγο από το λάγγεμα που ’χουν στα ματάκια
κάτι ζέκια… κάτι να... κάτι κινεζάκια…

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

 Η Ανθρωπότητα είναι ένας ζωντανός οργανισμός.
Η αναπνοή της διαρκεί διακόσα χρόνια.
Για εκατό χρόνια εισπνέει Ψευδοδημοκρατία και Ψευδοειρήνη, και για τα επόμενα εκατό εκπνέει διοξείδιο του Φασισμού και αλλοτροπική μορφή Πολέμου.
Ζούμε την έναρξη της εκπνοής της.

  ΚΟΡΙΤΣΙΑ

-Τα κορίτσια.
-Τι;
-Τα κορίτσια.
-Τι τα κορίτσια;
-Τι τι τα κορίτσια;
-Είπες τα κορίτσια-τι τα  κορίτσια;
-Είναι. Αυτά.
-Τι είναι;
-Σου είπα- «τα κορίτσια».
-Σε ρώτησα για τη χτεσινή νεροποντή…
-Ναι.
-… πού ήσουνα όταν είχαν ανοίξει οι ουρανοί.
-Ναι.
-Λοιπόν;
-Τα κορίτσια.
-Τα κορίτσια;..
-Ναι.
-Από πότε, πού, πώς, γιατί έτσι;
-Από πάντα και για πάντα, εδώ και παντού και με όποιον τρόπο ξέρεις ή μπορείς να φανταστείς
-Τα κορίτσια;
-Τα κορίτσια.
-Μόνον αυτά;
-Μόνον αυτά.
-Τα κορίτσια!..
-Ναι.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

 ΤO ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ
    
Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη.
Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 
O ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.
Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και ότι το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.
Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. 
Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δεν δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.
To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές.
Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δεν θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στον γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.
Γι αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών από τον υπηρέτη του. 
Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.
Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες του. 
Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. 
Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. 
Αλλά και αυτό να μην συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει, ενώ ποτέ δεν διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.
Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "θεσμοί", "έξοδος από τα Μνημόνια" και ότι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. 
Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί κατά βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.