Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021


To τελευταίο ρόδο του καλοκαιριού

To τελευταίο ρόδο του καλοκαιριού
λερό και μαραμένο κι άοσμο πια
το τελευταίο ρόδο του καλοκαιριού
ο τελευταίος εκπρόσωπος μιας γενιάς που έφυγε
ο τελευταίος επιζών του θιάσου.

Και κανένας
το τελευταίο ρόδο του καλοκαιριού
δεν κόβει
κανένας δεν απλώνει το χέρι
λες και την κίνηση αναμένει αυτήνε το φθινόπωρο
για να κινήσει να 'ρθει.












Η φωτεινή γραμμή

Ω! φωτεινή γραμμή
που μες στο σκότιο δώμα
το ίχνος σου αφήνεις
σαν μια νότα απ’ τη μεγάλη συναυλία
σαν μια πετρούλα απ’ την απέραντη οροσειρά.
σαν ένα φύλλο απ’ το ατέλειωτο το δάσος.

Ω! φωτεινή γραμμή
δε θέλω εγώ δάσος κι οροσειρά και συναυλία
αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
που μες στο σκότιο δώμα μου το ίχνος σου
αφήνεις
αρκείς εσύ γραμμούλα φωτεινή
για να φλογίσεις τη μικρή ζωή μου.



Να τήνε νιώσω

Είναι ο καιρός της Άνοιξης!
Ε! Παλιοχιόνια λιώσετε πια!
Ε! Κρύα και βροχές για λιγοστέψτε!
Δε θέλω να μου κάψετε της μυγδαλίτσας τ’άνθη.
Δε θέλω να με κλείνετε στο σπίτι
και λάσπες να γεμίζω σαν πηγαίνω να τη δω.
Ε! Παλιοχιόνια!
Ε! Κρύα και βροχές-πηγαίνετε-
την άνοιξη αυτή πρέπει να τήνε νιώσω.


Τα πουλιά ξαναγυρίζουν

Τα πουλιά ξαναγυρίζουν
σπάζοντας με το ράμφος τους
τις τελευταίες αιχμές του χειμώνα
και διώχνοντας με τα φτερά τους
τις τελευταίες συνέπειες της απρονοησίας.

Τα πουλιά ξανάρχονται ζωηρά και αεικίνητα
χρώματα ευτυχίας φορώντας
(μερικά στο ταξίδι έχουν πεθάνει)
και τιτιβίζοντας χαρούμενα.







Ο ύπνος

Ύπνε γλυκέ βασιλιά
στα παλάτια σου τα φωτεινά
πάρε με πάλι απόψε
στα παλάτια σου τα χιλιοφωτισμένα
οδήγησέ με πάλι απόψε.
Και φέρε στο θέατρό σου
τα πιο μαγευτικά σου σκηνικά
τους πιο αστείους κλόουν και θεατρίνους
και τ’ ομορφότερο κορίτσι του θιάσου σου.
Η μέρα ήτανε σκληρή-μόνον εσύ
τη μνήμη της μπορείς να μου απαλύνεις.



Η ζακέτα

Αυτή η ζακέτα με το κόκκινο βαθύ
και τα τετράγωνα τα μπλε τα ξεβαμμένα
είναι λουλούδι της αγάπης μου κι ανθεί
και κάθε νύχτα ευωδά μόνο για μένα.

Αυτή η ζακέτα η αφημένη στη γωνιά
ώσπου η βάρδια η βραδινή να τελειώσει
δεντρί του πόθου κι έχει ολάνθιστα κλωνιά
πάνω στο έρμο το κορμάκι μου απλώσει.

Αυτή η ζακέτα που γυναίκεια ζεστασιά
και ποθαρώματα βαριά είναι ποτισμένη
την παγερή μου θα τυλίξει μοναξιά
και φλογισμένη θα μου γίνει ερωμένη.





Στη σκοτεινή σπηλιά

Δε θέλω εγώ ενός ηλιού μόνο την καλημέρα
δε θέλω εγώ μιας μοναχά γυναίκας το φιλί.
Εγώ είμαι φως μέσα στο φως κι αγέρας στον αγέρα
εμένα το σελάγισμα του Απείρου με καλεί.

Ο εραστής δεν είμαι εγώ της μιας νυχτιάς και μόνο
εγώ δεν είμαι μοναχά μιας πόρτας το κλειδί
εγώ φωτιά μες στη φωτιά και πόνος μες στον πόνο
κι από το δέντρο δε ζητώ μονάχα ένα κλαδί.

Δεν είμ’ εγώ ένα μικρό ρυάκι που κυλάει
το λιγοστό νεράκι του πάνω στην έρμη γη
εγώ είμαι ο μόνος χείμαρρος που ακράτητος
ορμάει
εγώ κι η θάλασσα-εγώ κι η αστείρευτη πηγή.

Δε θέλω το κελάδημα ενός μονάχα σπίνου
της φτερωτής εγώ ζωής γυρεύω τη μιλιά
δεν ψάχνω για το λούλουδο και τ’ άρωμα του
σκίνου:
το πρώτο θέλω φύτρωμα στη σκοτεινή σπηλιά.




Κάποτε

To χέρι που έτσι άγνωστους μας έχει εδώ πετάξει
ποια υπηρετούσε δύναμη-σε ποιαν υπάκουε τάξη;
Κι είχε σκοπό κανένανε ή έτσι τάχα ασκόπως
να ’ναι για μας πικρή γωνιά όρισε κάθε τόπος;

Ξένοι στη γη επάνω αυτήν, ξένοι στο σύμπαν όλο
στης ύπαρξής μας ξένοι εμείς το ψέμα και το
δόλο
ξένοι ως και για το θάνατο που όλο μας πεθαίνει
ξένοι στον ήλιο και στο φως-στην ίδια ουσία μας ξένοι.

Δικοί σε ποιου άρα σύμπαντος το μέτρο και την κλήρα;
Γνώριμοι εμείς σε ποια βουλή; σε ποιαν οικείοι
μοίρα;
Πουλιών ποιανών τάχα φτερά φτερά θα ’ναι δικά
μας;
Ποιου νου αλαφροπέταγμα; Χαρά ποια-ποια χαρά μας;

Αν κάτι υπάρχει πιo βαθύ από του νου τα βύθη-
αν κάτι υπάρχει πιo πικρό απ’ του έρημου τα στήθη
στην παντοδυναμία του τάχα θα ευδοκήσει
σε κόσμο έναν φιλικόν κάποτε να μας ζήσει;




Οι μύγες

Βράδιασε΄ πάψαν να πετάν οτο δωματιό μου οι
μύγες.
Κρυφτήκανε στα μυστικά μέρη που εκείνες ξέρουν
στα μέρη που τις οδηγάει της μοίρας τους ο δρόμος.

Μα σαν το φως ανάψω να! οι μύγες ξεγελιούνται
μέρα πως έφτασε θαρρούν και τριγυρίζουν πάλι
στου δωματίου μου τον θολό και πνιγηρόν αέρα.

Έτσι κι εμάς μας ξεγελάει κάποιας ελπίδας λάμψη
και βγαίνουμε από τα κρυφά και ήσυχά μας μέρη
και κύκλους κάνουμε πολλούς που άδικα μας
κουράζουν.

Και η πανάρχαια φωνή που νέοι δεν την ακούμε
τώρα τ’ αυτιά μας τα τρυπά καθώς φωνάζει: "αυτό
’ναι-
ξεγέλασμα ένα η ζωή καινούργιο κάθε μέρα".








Εδώ δέστε!

Μη βλέπετε τα σίδερα που με κλείνουν.
Κι αν είπα, λόγια είναι και πετάνε.
Κι αν έκανα, εικόνες είναι και ξεχνιούνται.
Εδώ δέστε!
Μέσα εδώ!
Στο στήθος μέσα!

Εδώ
λεύτερα η Φύση ιερουργεί.
Εδώ μέσα ούτε σκοτωμοί ούτε κλεψιές
εδώ μέσα λόγια δεν υπάρχουν καταστροφικά…
εδώ μέσα που το σώμα λείπει
δύναμη καμία δεν μπορεί
την καλοσύνη να λυγίσει.

Είμαι καλός.
Μα σεις κοιτάξατε κει που δεν είμαι.






Ένας καπνός

Να το κερί. Το βλέπω καθώς λιώνει
φωτίζοντας αχνά την κάμαρά μου.
Κάποιο αόρατο για τη ματιά μου
το κόβει αργά και σταθερά πριόνι.

Και όλο λιγοστεύοντας δω χάμου,
χαρτιά μου δείχνει, ξύλα, ένα κασόνι...
να! τώρα του θερμού του γάμου
η σμίξη με τη φλόγα τελειώνει.

Δυο λαμπυρίσματα προτού να σβήσει
και τέλος. Σαν μια σκότους δίνη
στο δωμάτιό μου ένας καπνός θα πλέει
ενώ από μένα μοναχά θα μείνει
μιαν απουσία, πως πέθανα να λέει
χωρίς να έχω τίποτα φωτίσει.




Πού;

Πού θα μείνω απόψε; που θα κοιμηθώ;
Πού θα γείρω απόψε το κυφό κορμί μου
ώστε αύριο πάλι πρωί να σηκωθώ
και να συνεχίσω την πικρή ζωή μου;

Λύπη αντί για στρώμα, για κουβέρτα οργή,
για κρεβάτι πόνο και για μαξιλάρι
των ανθρώπων θα ’χω την κατακραυγή-
κι αντίς ύπνο ο Χάρος θα ’ρθει να με πάρει.

Με τη συντροφιά του η νύχτα θα διαβεί
σ’ εφιάλτες μέσα και σ’ ονειροδίνες
κι η σκληρή θα μ’ έχει πάλι χαραυγή
για τις νιες της μέρας έτοιμον οδύνες.

Να ’ταν μες στους ζόφους της απελπισιάς
μιαν αχτίδα ελπίδας κάπου να φαινόταν
ή, όπως συνηθιέται μέρες αποκριάς
με χαράς μια θλίψη ρούχα να ντυνόταν...