Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2024

  ΤΟ  ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΟ

14 Φεβρουαρίου 2022
Ο Ζελένσκι στο γραφείο του.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
Το σηκώνει.

ΖΕΛΕΝΣΚΙ (ΖΕΛ)
Εμπρός.
ΠΟΥΤΙΝ (ΠΤΝ)
Έλα Βολόντια. Εγώ είμαι.
ΖΕΛ
Ε! Γεια Βλαντιμίρ. Τι κάνεις;
ΠΤΝ
Ας τα λέμε καλά.  
ΖΕΛ
Πώς και με θυμήθηκες;
ΠΤΝ
Να ρε Βόλια, μετά που έβαλες στο Σύνταγμα ότι θέλεις να μπεις στο ΝΑΤΟ, ξέρεις, οι δικοί μου μ’ έχουνε πρήξει.
ΖΕΛ
Το πίστεψαν; Ο Γέρος μου είπε να το βάλω. Του έκανα το χατίρι, ανάγκη τον έχω, αλλά μέχρις εκεί. Θα σου πήγαινα κι εγώ κόντρα;..
ΠΤΝ
Είπα μήπως σου βάλανε λόγια…
ΖΕΛ
Τα τρώω εγώ αυτά ρε Βλαντιμίρ; Μπορεί κανένας να μπει ανάμεσά μας;..
ΠΤΝ
Όχι βέβαια. Αλλά άνθρωποι είμαστε είπα μήπως σε ρίξανε… Λέω λοιπόν να έρθω μέχρις εκεί να σου βαρέσω κανα δυο. Έτσι, για τα μάτια του κόσμου-για να μη με τρώνε οι δικοί μου. Πώς το βρίσκεις;
ΖΕΞΛ
Μια χαρά το βλέπω. Για πότε λες;
ΠΤΝ
Να τελειώσω κάτι δουλίτσες που έχω με το Κόμμα κι έρχομαι. Σε κανα δεκαήμερο υπολογίζω. Όχι  τίποτα σοβαρό ρε συ. Έτσι για το θεαθήναι.
ΖΕΛ
Έγινε. Τι κάνει η οικογένεια-τα παιδιά;
ΠΤΝ
Καλά, δόξα το θεό. Γι αυτό σε πήρα, να σε ενημερώσω μη με δεις ξαφνικά και υποθέσεις ξέρω γω τι… Λοιπόν άντε γειά.
ΖΕΛ
Γεια.
ΠΤΝ
Όχι όχι… μην κλείνεις, είδες; Και οι δύο χαζέψαμε μου φαίνεται. Λοιπόν, από πού θέλεις να αρχίσω;
ΖΕ Λ
Έλα μωρέ, λεπτομέρειες. Από όπου θέλεις. Εδώ θα τα χαλάσουμε;
ΠΤΝ
Όχι όχι. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Για πες λοιπόν.
ΖΕΛ
Ξέρω κι εγώ; Αρχίνα από κανένα χωριό και ύστερα τα ξαναλέμε.
ΠΤΝ
Δε μου λες, τι προτιμάς; πυραύλους ή αεροπορία;
ΖΕΛ
Καλλίτερα πυραύλους. Σε βολεύει;
ΠΤΝ
Καλά είναι. Από τανκς τι προτιμάς; Τα Εφ Ντι Εμ ή τα  Υτροϊ Στεπ; Δηλαδή ελαφρά ή βαριά;
ΖΕΛ
Δεν έχεις τα Σετ Θρι; Δεν ξέρω γιατί, μου αρέσουν. Έχουν μια γραμμή και μια φινέτσα ρε γαμότο.
ΠΤΝ
Έχω μερικά. Θα τα πάρω όλα αυτά, και θα συμπληρώσω με άλλα αν χρειαστεί. Να σου πω, σε πολυκατοικίες να ρίχνω ή σε στρατιωτικούς στόχους;
ΖΕΛ
Κοίτα να δεις, καλλίτερα σε στρατιωτικούς στόχους . Αν όμως θέλεις να ρίχνεις και σε πολυκατοικίες, πες μου πριν να τις αδειάζω. Ξέρεις, σειρήνες, προειδοποιήσεις… Για τα παιδιά…
ΠΤΝ
Σωστά. Μη γίνουμε κει παιδοκτόνοι! Κανας μεγάλος μπορεί να φαγωθεί κατά λάθος. Αλλά τα παιδάκια κρίμα είναι.
ΖΕΛ
Μην ανησυχείς. Κάτι ξέρω κι εγώ. Δε μου λες κατά Μαριούπολη, θα πας;
ΠΤΝ
Ε, μιας και θάρθω…
ΖΕΛ
Εν τω μεταξύ εγώ θα βγαίνω και θα ζητάω βοήθεια από το Γέρο και από τους χέστηδες τους ευρωπαίους.
ΠΤΝ
Σειρήνες καλές έχεις;
ΖΕΛ
Έχω αδέρφι. Τις φύλαγα για καμιά ανάγκη. Και να που ήρθε η ώρα τους.
ΠΤΝ
Πάντα προνοητικός, μπράβο σου. Τι άλλο έχουμε να πούμε; Θυμήσου μήπως ξεχάσαμε τίποτα…
ΖΕΛ
Να σου πω, θέλεις να σου στήσω οδοφράγματα;
ΠΤΝ
Που ρε; Στα χωράφια μέσα;  Πώς μπορείς να βάλεις οδοφράγματα σε τόση έκταση;
ΖΕΛ
Δε λέω για τα χωράφια ρε συ. Για τους δρόμους στις πόλεις λέω.
ΠΤΝ
Ποιες πόλεις; Θέλεις να πάω και σε καμιά πόλη;
ΖΕλ
Ε, μιας και θάρθεις… Λέω μήπως θα ήτανε πιο πειστικό το πράγμα αν έμπαινες και σε καμιά πόλη. Τι λες;
ΠΤΝ
Έγινε. Τι λες να πεταχτώ μέχρι απέξω από τη Μαριούπολη. Αλλά όχι να μπω και μέσα στους δρόμους… Να δείξω μόνο θέλω ρε Βόλια στους δικούς μου πως με πείραξε και μένα ο λόγος σου να μπεις στο ΝΑΤΟ, όχι και να σου κάνω όμως και ζημιά αδερφέ μου.
ΖΕΛ
Μα συγκίνησες αδέρφι. Πόσο λες να το κρατήσουμε;
ΠΤΝ
Ε, λέω πεντέξη μερούλες το πολύ.
ΖΕΛ
Ναι γιατί θέλω να πάω σ’ ένα γάμο στις οχτώ του Μάρτη.
ΠΤΝ
Ουουου! Θα τελειώσω νωρίτερα.
Μόνο ενημέρωσε και τους αξιωματικούς σου να μη το πάρουνε στα σοβαρά κι αρχίσουν να μου ρίχνουνε.
ΖΕΛ
Θα τα κανονίσω. Εντάξει;
ΠΤΝ
Εντάξει. Αντε γεια.
ΖΕΛ
Γεια. Και κοίτα, μην αργήσεις και σε πιάσουνε οι βροχές γιατί μπορεί να κολλήσουνε τα τανκς σου στις λάσπες.
ΠΤΝ
Το ξέρω μωρέ. Εσύ θα μου μάθεις την Ουκρανία-το αδέρφι της Ρωσίας; Τι λέω αδέρφι, τη μάνα της Ρωσίας-από κει δεν ξεκινήσαμε όλοι;
Τι λες για την άλλη εβδομάδα; Να έρθω την ερχόμενη Τρίτη-στις 22;
ΖΕΛ
Όχι Τρίτη αδερφέ μου, τόχω γρουσουζιά. Έλα Τετάρτη.
ΠΤΝ
Τετάρτη δοκιμάζω κάτι πυραύλους. Δεν μπορώ να λείψω.  Να έρθω Πέμπτη στις 24-σε βολεύει;
\ΖΕΛ
Μια χαρά. Εντάξει. Πέμπτη.
ΠΤΝ
Σημείωσέ το μην το ξεχάσεις με τόσα που έχεις στο μυαλό σου.
ΖΕΛ
(γράφει στο ημερολόγιό του)
Εντάξει, το σημείωσα. Άντε γεια και με το καλό.
ΠΤΝ
Γεια σου αδέρφι!
ΖΕΛ
Γεια!
(Ο κλείνει το τηλέφωνο)

                                ΑΥΛΑΙΑ



ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ 25 ΜΑΡΤΗ 2017
ή
ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ
Τι τραβάω ο δόλιος στα γεράματα…

ΤΣΙΠΡΑΣ
Αφού πιστεύουνε πως γέννησε μία παρθένα γιατί γαμώ το κέρατό τους δεν πιστεύουνε ότι έχω πρόγραμμα;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Να σκαρφαλώσω στο Τέμπλο και να φωνάζω βοήθεια...;…  

ΦΩΦΗ
Δε σκέφτηκα να μετονομάσω το ΠΑΣΟΚ σε ΛΑΖΑΡΟ μήπως και  μου το ανάσταινε.  

ΠΑΝΑΓΙΑ
Εγώ τι φταίω να βλέπω τόσους κλέφτες εδώ μέσα;

ΤΡΑΓΑΚΗΣ
Καλά θεέ μου, μου έδωσες τέτοια φάτσα. Ήταν ανάγκη να μου δώσεις και αυτό το επώνυμο;

ΘΕΟΣ
Για τον Σαούλ έπρεπε να ρίξω κεραυνό. Αυτός μου στοίχισε φτηνά: ένα τηλεφώνημα του ανηψιού μου από τη Ραφήνα.

ΚΑΜΕΝΟΣ
Γαμότο, μόνο παπάς δεν ξέρω ποια πρόφαση να βρω για να ντυθώ…  

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Ούτε το σταυρό ούτε το χέρι του φίλησε, έστω για τους τύπους…

ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ-ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Γιατί να μην ευχαριστήσω τους μετανάστες; Και ο Χριστός δεν ήτανε μετανάστης από τον ουρανό στη γη; Αυτόν γιατί τον ευχαριστούμε;
ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Όχι με το δικό μου ποτάμι, αλλά ούτε με τον Ιορδάνη δε σώζεται η Ελλάδα. Τουλάχιστον περνάω την ώρα μου.   

ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
Μήπως να ’στελνα δυο ντενεκέδες λάδι στον Τραμπ;…

ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ
Πανάκριβος ο μπακαλιάρος. Ευτυχώς που έχω οικονόμα γυναίκα και θα κάνει οικονομία στα κρεμμύδια και στο λάδι.

ΒΟΡΙΔΗΣ
Και ο Χριστός φραγγέλιο είχε-τι φραγγέλιο τι τσεκούρι.

ΛΕΒΕΝΤΗΣ
Εγώ ένα ξέρω να πω. Οικουμενική: Πάπας, Πατριάρχης, Ιμάμης, Αγιατολλάχ, Δαλαϊλάμα! Μόνον έτσι θα σωθεί ο κόσμος.

ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ  
Τώρα με χρειάζονται. αλλά ποιος από δαύτους έχει τα κότσια;…

ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εγώ μόνο το πρώτο άρθρο ψήφισα.

ΚΟΥΒΕΛΗΣ
Άλλα εφτά χρόνια. Γιατί δυο θητείες θα τις κάνει. Εγώ τότε πόσο θα είμαι;… Μπα! Δε βγαίνει. Θα πάω σε ψυχαναλυτή να μου βγάλει από το μυαλό την Προεδρία.

ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ (ΦΩΝΑΣΚΟΥΣΑ ΑΛΛΑ ΜΗ ΑΚΟΥΟΜΕΝΗ)
Έξω οι αλλοδαποί- η γη είναι δική μας!

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

 ΕΓΩ

Εγώ,
ένα βαθύ πηγάδι κουμουνιστικό
στην έρημο του φασισμού
μετά τον πόλεμο.
Για χρόνια.
Περιτριγυρισμένος από βρέφη
μελλοντικών μεσοαστών
καλά στερεωμένων
στον ουρανό μίας «πατρίδας», ή γερά
στα Δεξιά κλαδιά
του εποχικού τους θάμνου κρατημένα.

Ποιον να ποτίσω; Που σκοινί
ούτε γι αυτοκτονία δεν έβρισκες
να σκαρφαλώσεις ή να κατεβείς;

Στο κέντρο εκεί εγώ,
άβουλος, ντροπαλός και μόνος
βλέποντας μπρος μου εσαεί
πρόσωπο ένα μαύρο
εκδικητικό
με μάτια δύο κάννες πιστολιών
και στόμα τάφο.

Και ύστερα μου λένε κάποιοι παραγεμισμένοι
μα γιατί είσαι αντικοινωνικός;

 ΑΣ ΕΡΘΟΥΝΕ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ…

Κάθε χρονιά Δεκέμβρης όταν μπαίνει
Τρέμω Χριστούγεννα μη και δε 'ρθούνε-
Μη δε φανεί ο Χρίστος στην Οικουμένη
Και μύριες έγνοιες τότε με πονούνε.

Σα λείψει ο Χριστός δύναμη άλλος
Ποιος θάχει τάχα το φτωχό να πείσει
Όταν τόνε ραπίσει ο μεγάλος
Και τ’ άλλο μάγουλό του να γυρίσει;

Λεφτά πώς θα γεμίζουν οι παπάδες
Αφού οι εκκλησίες πια θα κλείσουν;
Ποιος θα ευλογεί των πλούσιων τους παράδες
Ώστε παράδες κι άλλους να γεννήσουν;

Δίχως της Κόλασης τώρα το φόβο
Θα περισσέψουνε οι αμαρτίες
Κι αναβροχιά-το χέρι μου το κόβω -
θα μας ρημάξει δίχως λιτανείες.

Πάνε τα Ευαγγέλια, όσιοι κι άγιοι,
Άχρηστα τα Ορατόρια κι ο "Μεσσίας",
Σταυρώσεις, Αναλήψεις, Τάφοι Άδειοι,   
Και πίνακες θείας Τέχνης θαυμασίας.

Και είναι η  ελπίδα μου η μονάχη
Αν γίνει κάποτε το απευκταίον
ότι θα τρέξουμε όλοι εν τάχει
και θεό  έναν  ευθύς θα  βρούμε  νέον.

 ΑΠΟΨΕ

Απόψε η καρδιά μου είναι βαριά.

Γιατί δεν ξέρω.
Μήπως γιατί η Άννα
είχε έναν τόνο αδιαφορίας όταν μου μιλούσε;
Μήπως γιατί απόψε,
όπως τότε που ήμουν έξη χρονών
και που η μητέρα μου τόσο ετρόμαξε στην όψη μου
που με ρώτησε: τι έχεις παιδάκι μου και είσαι έτσι;
και της απάντησα κλαίγοντας:
σκέπτομαι πως θα πεθάνω-
μήπως γιατί έτσι σκέφτηκα κι απόψε;
Όχι, δεν είναι αυτά η αιτία.
Μήπως γιατί κατάλαβα πως «σκέπτομαι»
δε θα πει σίγουρα ότι «υπάρχω»;
Όχι, ούτε αυτό.
Μήπως γιατί ο θεός δε μου ’δωσε και μένα
έναν αδερφό ή μια αδερφή;
Όχι, δεν είναι ούτε αυτό.
Μήπως γιατί, έτσι γελοία μηδαμινός καθώς ξεκίνησα
ίδια γελοία μηδαμινός και θα τελειώσω;
Όχι όχι.

Απόψε η καρδιά μου είναι βαριά.
Γιατί, δεν ξέρω.

 ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ

Κι αυτό το έργο-ο Σκρουτζ, που ξαφνικά
να δίνει σ' όλους άρχισε τους δούλους του-
τι εφιάλτης κάθε Χριστούγεννα μας είναι!.
Για ώρες δυο την τάξη χαλάει

της κοινωνίας μας της τόσα χρόνια
αγαπημένης κι αξιοζήλευτης
με τους φτωχούς να δυστυχούν
ενώ οι πλούσιοι τ’ αγαθά όλα κατέχουν;  

Ας λείψει πια αυτό τα έκτρωμα, γιατί μπορεί
κάποιους κουτούς κι ανόητους να παρασύρει,
και να 'χουμε-θεός φυλάξοι-καμιά γελοία

απόπειρα εγκαθίδρυσης αιώνιων Χριστουγέννων.
Και τότε εκτός των άλλων, και το έργο αυτό
την ομορφιά και την αξια του θα χάσει.

 ΤΟΣΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ, ΤΟΣΟΙ

Τόσοι δολοφόνοι, τόσοι κλέφτες, πώς
έξω βρίσκονται από τις φυλακές  
και σκοτώνουν,και απατούν,και
εργοστάσια ανοίγουν και δουλειές;

Είναι που φυλακές δεν υπάρχουν,
ή μήπως ολη η γη μια φυλακή είναι
και αυτοί δίκαια εδώ κυκλοφορούν;
Τότε γιατί φτιάχνουνε νόμους-

για να κοροϊδέψου ποιους; Ή οι νόμοι
οι κανονισμοί της φυλακής είναι
και άλλο έξω από κάγκελλα
 
και πόρτες κλειδωμένες,και φρουρούς
δεν υπάρχει, και η ζωή έξω, μια νοσηρή
κάποιου ποιητή φαντασία είναι;


 ΤΟ ΧΤΕΣ ΤΟ

Το χτες το σήμερα και το αύριο
πόσο είναι ίδια! Πριν χρόνια κάμποσα
η άγνοια τα ξεχώριζε.  Πιο ύστερα
τα ξεχωρίζαν οι ανάγκες. Όμως τώρα  

το χτες το σήμερα και το αύριο πόσο ίδια είναι!
Σαν να 'ναι είδωλο το ένα του άλλου, που μέσα
σ' ένα πολύεδρον καθρέφτη ανακλάται.
Ίδιο το κελάδημα του πουλιού,

ίδιο το πουλί που κελαδεί, ίδιο το πρωί,
ίδιο το χορτάρι που δροσιά φορτωμένο,
πάντοτε και τώρα, το φως του ίδιου ήλιου

επιστρέφει. Ίδια όλα. Κι αν κάτι θα φανεί
σαν άλλο να 'ναι, είναι απ’ τα μάτια  
που για νέο κάτι διψάνε.

 Πως Ο ΠΑΤΕΡΑΣ

Πώς ο πατέρας προσέχει το παιδί του!
Πάντα κοντά του βρίσκεται, μη κάποιος
το πειράξει.Το χαϊδεύει, το προσέχει,
αν κλάψει η ψυχή του κλαίει μαζί.  

Αν καμμιά νότα θλίψης δει  
στη συμφωνία μέσα των ματιών του
θλίβεται αυτός περσότερο απ' τη θλίψη.
Και σ' όλα του πατέρα τα φερσίματα

μιαν αγωνία βλέπεις κι ένα άγχος
την ενοχή  που θέλουν να σκεπάσουν-
την ενοχή για το αμάρτημα

που είναι της ζήσης του το πιο μεγάλο-
την ενοχή και την ανώφελη μετάνοια
που το παιδί έχει αυτό γεννήσει.

 ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ! ΤΙ

Το αυτοκίνητο! Τι ήσυχο!
Πώς όμορφα όμορφα κι αμίλητα
τις αναθυμιάσεις της βενζίνης
του αναπνέει! Στο άχαρο πεζοδρόμιο
 
καλαισθησία χαρίζει η γραμμή του.
Το χρώμα του με τις χρυσές ανταύγειες
της διπλανλης βιτρίνας δένει.
Ακίνδυνο, φιλικό, ένα δαχτυλίδι

στης γειτονιάς το ανήσυχο χέρι είναι.
Μα να! Σε λίγο ένας άνθρωπος
Την πόρτα του άνοιγει και μπαίνει.

Και το αυτοκίνητο μουγκρίζει,
και τρέχει, και ξεφυσά, και ιδρώνει.
Κι εχθρός γίνεται και θάνατος.

 ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Φορτωμένα τα πράγματα στο καροτσάκι τους
που με τα χέρια σπρώχνουν, αμίλητοι,
ήρεμοι, σκεφτικοί, προχωρούν, πίσω τους
τον κόσμον όλο περίφροντιν αφήνοντας.

Σε μαύρες σακκούλες μέσα, για προστασία
από μάτια αδιάκριτα και υποκριτικά,
την περιουσία τους όλη κλείνουν. Ρούχα
με όλη τους τη γύμνια ντυμένα, σαν να 'χει

μόνο η βρώμα μείνει απάνω τους, φορούν.
Παρακαλεστικό το μάτι ποτέ δεν βλέπει,
και σαν πουλιά πάντα να ήτανε κυνηγημένα

σ' ένα μέρος δε στέκουν. Και μάταια η ζωή, σκυλιασμένη
πίσω τους ακολουθεί, ζητώντας ευκαιρία  
θύματα κι αυτούς υποτακτικά της να τους κάνει.     

 ΟΙ ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΤΙ

Οι πεθαμένοι τι καλοί που είναι!
Κανέναν δεν πειράζουνε, κανέναν
 δεν εμποδίζουν να χαρεί, κανέναν
δεν εμποδίζουνε να ζήσει.

Κάθονται αναπαυμένοι στην ανυπαρξία τους
με λίγα κόκκαλα ακόμα που και που
απ' αυτούς να μένουν, που βραβεία
σε νεαρούς φυσιοδίφες φέρνουν.

Οι πεθαμένοι τι καλοί που είναι!
Όσο οξυγόνο παίρναν, μαζεμένο
τώρα το χάρισαν σε μας. Κι ούτε απειλούν,

ούτε φθονούν, ούτε έρωτα γυρεύουν.
Και σε τίποτα όχι δεν μας λένε.
Οι πεθαμένοι-τι καλοί που είναι!

 

ΓΥΝΑΙΚΕς ΚΙ ΑΝΤΡΕΣ

Γυναίκες κι άντρες όλο ζωή και σφρίγος, για χρόνια
Στου σινεμά μεσα γυρνάνε τα στενά,
και μόνο μια στιγμή μετά από τόσες, ξάφνω,
στέκουν ακίνητοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλονε στα μάτια,

και πια, πάει, αγαπηθήκανε.Τι πράγμα άγνωστο ο έρωτας
στους σκηνοθέτες είναι! Και με τι ψέμματα
φορτώνουν τη Ζωή και την ντροπιάζουν!
Ενώ Αυτή, η Ζωή, ο Μέγας Σκηνοθέτης, Αυτή,

που άντρα και γυναίκα έχει γεννήσει, ξέρει πως άλλο εκείνοι
δεν σκεφτουνται κάθε στιγμή, από την πρώτη που θα ιδωθούνε,
παρά πώς, ένας μέσα στον άλλο θα βρεθούν, και πώς,

πάνω στο καταπράσινο της γης το λάγνο στρώμα,
θα χτυπηθούν, θα ρικνωθούν και θα πεθάνουν, ώσπου,
όσο πιο γρήγορα μπορούν, ν' αναστηθούν, για να ξαναπεθάνουν.

 ΚΛΕΙΣΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΟΛΑ

Κλεισμένοι για όλα και απ' όλα είμαστε  
σαν σεντούκι στο βυθό θάλασσας
που δεν αφήνει ούτε του νερού το γλείψιμο,
κάπου την επιφάνεια του να παραβιάσει.

Δίνες μας μετακινούν και μας τραντάζουν.
Ρεύματα παλιρροϊκά μας χτυπούν, κύματα
μας παίρνουν και μας πάνε και μας παν,
χτυπώντας μας σε βράχια υποθαλάσσια.

Και κλεισμένοι μένουμε για πάντα,
άμαθοι για το τι 'ναι το νερό-αυτό,
που δίχως έλεος ό,τι κλειούμε μέσα μας,

τόσο το τυραννεί και το τρομάσσει.
Κλειστοί. Χωρίς ουτ' ενός τάφου άνοιγμα.
Κλειστοί στην αιωνιότητα και στη αυτογνωσία.

 ΜΗΧΑΝΕΣ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΜΕ

Μηχανές παλεύουμε με ζήλο να φτιάξουμε
-και φτιάχνουμε-που μ' αυτές από μακριά
ένας τον άλλονε ακούμε. Κι όποιος
μας βλέπει έτσι αεικίνητους, ζωντανούς,

απ' αυτό, πολύ μας λέει. Και ακούραστα
δουλεύουμε και φτιάχνουμε οθόνες,
για να βλεπόμαστε από μακριά άνθρωπος
μ' άνθρωπο. Κι ενώ για τη ζωντάνια μας

χαιρόμαστε και τραγουδάκια ταιριαστά
με τη δουλειά μας λέμε, την ίδια ώρα,
κάποια ορχήστρα μέσα μας, νεκρώσιμα

εμβατήρια όλο εκτελεί, για μας, που παρολαυτά
νεκροί είμαστε, και βρυκολακιασμένοι
και μες στον τάφο μας περπατάμε.

 ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη. Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 0 ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.

Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.

Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δε δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.

To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές. Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.

Γι’ αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.

Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μη συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει και ποτέ δε διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.

Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "σεμνά και ταπεινά", "πάταξις της διαφθοράς" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στο βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι’ αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

 «ΑΝΗΚΟΜΕΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΥΣΙΝ»

Καθώς στην Κόλαση που βρίσκομαι τριγυρνώ ανάμεσα σε πεθαμένους, συναντώ διάφορους γνωστούς. Γιατί οι πεθαμένοι, μη έχοντας σπίτι και μέρος να μείνουν, τριγυρίζουν ολοένα. Και βρίσκει κανείς έναν έναν ή πολλούς μαζί να βολτάρουνε ή να έχουν ανοίξει πηγαδάκια και να αναμασάνε τα ίδια και τα ίδια τους.
Μια νύχτα λοιπόν είδα μια παρεούλα που είχε για θέμα της τον Καραμανλή-το θείο. Ανάμεσα στους ίσκιους η μητέρα και ένας από τους δασκάλους του Kαραμανλή.
Πλησίασα και αφού μπήκα στη συζήτηση, ρώτησα τη μητέρα του:
-Κυρα Φωτεινούλα για πες μου, τι θυμάσαι πιο πολύ από τον Κώστα;
-Πιο πολύ θυμάμαι παιδάκι μου την ημέρα που τόνε γέννησα, γιατί η γέννα του πολύ με παίδεψε.
-Γιατί σε παίδεψε κυρα-Φωτεινή;
-Παιδάκι μου δεν έβγαινε το παιδί. Δεν έβγαινε με τίποτα. Και δεν έβγαινε γιατί ο σατανάς με είχε καβαλημένηνε-γι αυτό! Και αυτό το είπε και η μαμή που ήρθε να με ξεγεννήσει.
-Μπορείς να μου πεις τα πράγματα με πιο λεπτομέρειες σε παρακαλώ κυρα-Φωτεινή;
-Να στα πω παιδάκι μου. Εμείς εμέναμε δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Και εγώ απάνου στο κρεβάτι μου εκοιμόμουνα με το κεφάλι μου κατά το ιερό της εκκλησίας, για να με φυλάει ο Κύριος που έτσι θα τον είχα πιο κοντά μου. Αμ δε μου λες, που να το ’ξερα εγώ η κακομοίρα πως δεν έπρεπε να κοιμάμαι με το κεφάλι κατά κει και πως γι αυτό δεν έβγαινε το παιδί… αγράμματη γυναίκα ήμουνα, έλεγα πως ήτανε καλλίτερα να έχω το ιερό της εκκλησίας κοντά μου να σκέπει την κεφαλή μου. Ε, ήρθε η ώρα να γεννήσω κι έπεσα στο κρεβάτι να γεννήσω μόνη μου, γιατί η μαμή ξεγένναγε αλλού και θ’ αργούσε να ’ρθει. Τότες μαθές δεν είχαμε κλινικές και νοσοκομεία. Εσφίχτηκα λοιπόν, είχα και τα πανιά κοντά μου να σκουπιστώ κι εγώ και να ντύσω και το παιδί, πού παιδί… εκείνο όχι δεν έβγαινε, αλλά ανέβαινε αντί να κατεβαίνει, λες και ήθελε να βγει από το στόμα μου-κοίτα, ανατριχιάζω που το λέω… Χριστός και Παναγιά, κάνω. Ξανασφίγγομαι, ξεφούσκωσε πάλι η κοιλιά μου και φούσκωσε το στήθος μου, γιατί το παιδί επήγαινε πάλι προς τα πάνω, προς το λαιμό μου. Τρόμαξα αλλά δεν τα ’χασα. Ζούπηξα το στήθος μου, ξαναγέμισε η κοιλιά μου και ξεφούσκωσε το στήθος μου, γιατί δεν μπορούσα ούτε αναπνοή να πάρω και η καρδιά μου επήγαινε να σταματήσει από το παιδί που δεν την άφηνε να δουλέψει. Βάζω τις φωνές έρχεται μια γειτόνισσα της λέω πήγαινε να φωνάξεις το Γιώργη από το μαγαζί γιατί το και το, το παιδί πάει να βγει από το στόμα. Ώσπου να ’ρθει ο Γιώργης ο άντρας μου-Γιώργη τονε λέγανε, εγώ όλο και εσφιγγόμουνα. Αλλά όχι και δυνατά για να μη με πνίξει το παιδί. Όμως όταν έβλεπα σε κάθε σφίξιμο να τραβάει προς τα πάνω, σταμάταγα. Το τι τράβηξα εκείνη την ημέρα δε λέγεται.
Έρχονται και οι γειτόνισσες, βλέπουνε τι εγινότανε κι άρχισαν να σταυροκοπιούνται. Και κει απάνου ευτυχώς μπήκε η μαμή, θάνατο να ’χει, και με λεφτέρωσε.
-Πώς;
-Μπαίνει κι όταν έμαθε τι έγινε, άρχισε να φωνάζει: Μωρή ζουρλές τι σταυροκοπιούσαστε; Τη γυναίκα την έχει καβαλικέψει ο σατανάς, και, ο τρισκατάρατος, δεν φεύγει με σταυροκοπήματα. Την έχει καβαλικέψει γιατί εξάπλωσε με το κεφάλι κατά το ιερό, κατά τη Δύση! Οι Καραμανλούδες γεννάνε πάντοτε με το κεφάλι κατά την Ανατολή-ζουρλές είσαστε; Γύρνα μωρή Φώτω, μού κάνει. Και με πιάνει παιδάκι μου και με γυρίζει ανάποδα, με το κεφάλι στο μέρος που είχα τα πόδια μου και με τα πόδια εκεί που ήτανε πρώτα το κεφάλι μου. Ε παιδάκι μου, αυτό ήτανε. Ο τρισκαταραμένος εβγήκε αμέσως από μέσα μου και από κοντά εβγήκε και το παιδί από τον κανονικό δρόμο του. «Είσαι πρωτάρα», μου λέει η μαμή, «στις άλλες τις γέννες σου να ξέρεις να ξαπλώνεις με το κεφάλι κατά την Ανατολή, έτσι που το παιδί να μπορεί να βγει γιατί θα τραβάει κατά τη Δύση. Αφού ο τρισκατάρατος έχει βάλει βουλή να χαλάσει τους ανθρώπους, εμείς, φτωχές γυναίκες θα τόνε σταματήσουμε;»
Και παιδάκι μου όλα μου τα κατοπινά παιδιά τα εγέννησα με ευκολία γιατί έκανα εκείνο που είπε η μαμή. Και τον Αχιλλέα μου έτσι τόνε γέννησα.
Γιατί εγώ πού να ήξερα τότες από Ανατολή και από Δύση, αργότερα τα ’μαθα, όταν ο Κώστας μου έγινε πρωθυπουργός. Τότε όλο αυτή τη λέξη έλεγε. Όλο Δύση και Δύση το πήγαινε. Και το μυαλό του γεμάτο από αυτή τη λέξη ήτανε μόνο. Αφού όταν ερχότανε καμιά φορά να με δει στο χωριό, όταν τον αφήνανε οι δουλειές του, «γεια σου μάννα» δε μου ’πε ποτές. «Ανήκομεν εις την Δύσιν», έτσι με χαιρέταγε. Και μου είχε μάθει να του απαντάω «αληθώς ανήκομεν», όπως καλή ώρα λέγαμε «αληθώς ανέστη» για τον Κύριο που αναστήθηκε.
Και τόσο την αγάπαγε αυτή τη λέξη παιδάκι μου, που και μέσα στο δωμάτιό του την είχε. Και μάλιστα την είχε γραμμένη όπως τη λένε στα αμερικάνικα. Είχε ένα μεγάλο πανί με ’φασμένα πάνω του τέσσερα γράμματα. Το πρώτο ήτανε ένα ανάποδο μου. Τα άλλα τρία ήτανε ελληνικά-τα ήξερα κι εγώ. Ήτανε ένα Ε, μετά ένα σου που το βάνουνε στο τέλος και ύστερα το του. Και μού έλεγε να τη μάθω κι εγώ αυτή τη λέξη την ξένη, γιατί μ’ αυτήν, έλεγε, λύνεις όλα σου τα προβλήματα σαν να ήτανε μαγική. Μου ’λεγε «πες το και συ μάννα-Γοέστ! Γοέστ!» Και τον άκουγε ο Αχιλλέας μου και του ’λεγε: «Γουέστ μωρέ Κώστα, Γουέστ…» και του απάνταγε ο Κώστας μου «Ε, κι εγώ τι λέω; Γοέστ…»
Αλλά εγώ παιδάκι μου δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω αυτή τη λέξη όσο ζούσα. Εδώ την έμαθα, γιατί αυτό είναι το Γουέστ, εδώ που είμαστε τώρα.
Δεν είχε τελειώσει καλά καλά τα λόγια της η κυρα-Φωτεινή, πετιέται η Κλωθώ.
-Εμείς να ’βλεπες τι τραβήξαμε ώσπου να βρούμε πού ήτανε το παιδί για να το μοιράνουμε… Περιμέναμε να το βρούμε στην κούνια του όπως όλα τα μωράκια, αλλά πού… Αυτό είχε πάρει δρόμο δυτικά και το προφτάσαμε στις στήλες του Ηρακλή-στο Γιβλαρτάρ αν έχεις το Δία σου…
Ύστερα,  ο δάσκαλος που είχε τον Καραμανλή μαθητή στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γυρίζει και μου λέει:
-Αγαπητέ μοι, θα επεθύμουν να είπω καγώ λέξεις τινάς σχετικάς προς την δυτικοφιλίαν του μεγάλου αυτού τέκνου της Αμερικής…
-Της Ελλάδας δάσκαλε, του λέω.
-Συγχωρήσατε την παραδρομήν της γλώσσης μου, της Ελλάδος ήθελον να είπω. Μοι δίδετε την άδειαν προς τούτο;
-Πες κάτι κι εσύ δάσκαλε, όμως στα γρήγορα.
-Εγώ θα τα είπω εις υμάς και ουχί εις τα γρήγορα. Και σας υπισχνούμαι ότι δεν θα μακρηγορήσω. Ενθυμούμαι ουκούν τας περιπτώσεις καθ’ ας ηναγκαζόμεθα, ελλείψει δευτέρου διδασκάλου εις την Πρώτην, να απασχολούμεν τα παιδία και κατά τας εσπερινάς ώρας της ημέρας. Κατά τας ημέρας ταύτας και ότε, ενώ ο ήλιος έδυεν, ευρισκόμεθα εντός της αιθούσης διδασκαλίας, ο Γκας ηγείρετο του αναλογίου του…
-Ο Κώστας δάσκαλε, τον διόρθωσα.
-Μάλιστα, ο Κώστας. Συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ο Κώστας ουκούν εγκατέλειπεν το αναλόγιόν του και κατηθύνετο προς το παράθυρον το προς Εσπερίαν, εκεί δε ίστατο ακίνητος, προσβλέπων περιδεής την δύσιν του ηλίου, ήτις επλήρωνε τον ουρανόν της Πρώτης πέπλων ερυθρών ως αιματοβάπτων, και ήτις υπέβαλεν εις τον νουν του ανθρώπου την ιδέαν των τελευταίων στιγμών της Δημιουργίας, την εν μέσω φλογών, αίτινες κατά τας Γραφάς θα την καταφάγωσιν ώσπερ άχυρον φλοξ πυρκαϊάς αγροτικής καλύβης. Και ήτο τόσον απορροφημένος εκ του θεάματος εκείνου, ώστε δεν ηδύνατο να ακούσει τας προτροπάς μου περί επανόδου του εις το αναλόγιόν του. Ήτο ως να μη υπήρχεν τας στιγμάς εκείνας.
Ίνα δώσω εν πέρας εις την απαράδεκτον δια σχολείον κατάστασιν ταύτην, απεφάσισα να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Γκας…
-Του Κώστα δάσκαλε.
-Του Κώστα, συγχωρήσατέ μοι και την παραδρομήν ταύτην. Ηναγκάσθην ουκούν να μεταβάλω την θέσιν του αναλογίου του Κώστα. Το ετοποθέτησα παραπλεύρως του παραθύρου, ώστε μα μη απαιτείται η εγκατάλειψις του αναλογίου του υπ’ αυτού κατά τας ώρας εκείνας. Τοιουτοτρόπως τουλάχιστον δεν ίστατο αλλά εκάθητο. Εκεί ήτο μονίμως πλέον «εις τα νερά του», καθώς λέγει ο χύδην όχλος.
-Δάσκαλε, δεν προσπάθησες να του κόψεις τη συνήθειά του αυτή;
-Να σας είπω… Ενθυμούμαι ότι άπαξ τον επέπληξα δριμέως. Πριν ή δυνηθώ όμως να αρθρώσω τας πρώτας λέξεις της επιπλήξεως, ούτος, οργίλως προσβλέπων με, μοι αντέλεξε με σταντορείαν φωνήν: «Κάτσε κάτου ρε!». Ήτο τόσον επιτακτική η εντολή του ώστε εκάθησα και έκτοτε δεν απετόλμησα πλέον να τον παρατηρήσω πάλιν δια την συνήθειάν του αυτήν. Και εκ των υστέρων απεδείχθη ότι καλώς εποίησα. Καθόσον απώλεσε μεν ο Γκας ολίγας…
-Ο Κώστας δάσκαλε
-Ο Κώστας, μάλιστα. Συγχωρήσατέ μοι και την νέαν ταύτην παραδρομήν. Απώλεσεν μεν ο Κώστας ολίγας ώρας παραδόσεως, όμως η Αμερική εκέρδισε ένα μεγάλον άνδρα.
Δεν τον διόρθωσα πάλι. Γιατί να μας πειράζει η αλήθεια;
                                     -----

 ΔΙΧΩΣ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Δίχως τη μνήμη δεν μαθαίνει κάποιος
 τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων,
τις φιλοσοφικές θεωρίες, τις τέχνες,
την καταγωγή της μηλολόνθης.

Δίχως τη μνήμη δεν ξέρουμε ότι
κάποιοι πριν από μας τις ίδιες βλακείες  
έκαναν και είπαν. Και δεν μετράμε
την ανθρώπινη κακομοιριά με χιλιετίες.

Αν η μνήμη ατροφούσε,
η ελπίδα τότε θα γεννιόταν
τα μιαρά όντα καθαρόψυχα να γίνουν,

και απενοχοποιημένα να υπάρχουν
καθώς τα πετροχελίδονα, οι χείμαρροι,
τα τετράχορδα και οι αλεπούδες.

 Ο ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΣ ΑΠΟ

Ο σκουπιδοτενεκές από τον σοβαρό
επιστήμονα πιο σοβαρός είναι.
Ο σκουπιδοτενεκές από τον εστιάτορα
που λογαριάζει λάδια και εισπράξεις,

πιο αξιοπρεπής είναι. Ο σκουπιδοτενεκές
απ' τον παπά και τον πολιτικό
πιο σπουδαίος είναι. Ισως γιατί πιο γεμάτος
από το κεφάλι τους είναι, ή από την ψυχή τους

πιο καθαρός. Και η τίγρη
πιο αληθινή από τους ανθρώπους είναι
γιατί τα νύχια της δεν κρύβει.

Γιατί προβιά προβάτου δε φορεί  
και γιατί οι κραυγές της, πάντοτε,
κίνδυνο θυμίζουν και τον τρόμο σκορπούν.

 ΓΡΙΠΠΙΑΣΜΕΝΟΙ, ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΟΙ, ΧΡΟΝΙΟΙ
 
Γριππιασμένοι, τραυματισμένοι, χρόνιοι
αναπνευστικοί, διαβητικοί, άνθρωποι
στον πόνο βουτηγμένοι, ανθρωποι παίζοντας
τη ζωή τους σε κάθε αναπνοή,

να τι βλέπει κανείς στο ιατρείο των
επειγόντων περιστατικών,της γειτονιάς
του μόνον. Δυστυχισμένοι θνητοί,
σκουπίδια των σκουπιδιών του

πατώματος της γης, ροκανίδια της
μηχανής του τροχού ήλιου,
πόσο ο πόνος μας αστείος είναι!

Και πιο αστεία η ανάρρωσή μας, όταν υψώνουμε
τα χέρια σαν φτερά, και κινήσεις κάνουμε
πετάγματος στο κενό μας μέσα.

 ΚΑΙΝΕ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ

Καίνε και βασανίζουν και σκοτώνουνε
και αφανίζουνε φυλές ολόκληρες.
Μετά πληθαίνουν την παραγωγή
των όπλων τους, και για να τα ξοδέψουν

κάνουν με τους γειτόνους πόλεμο
και αφανίζουνε κι αυτούς με την ορμή
που η νέα τους η δύναμη τους δίνει.
Κι αφού όλους καθαρίσουν

Τους ανεπιθύμητους γειτόνους,
απλώνουνε πανιά για λαούς άλλους  
που από τις μεταξύ τους έριδες αδύναμοι,

φθίνουν. Και τώρα δεν πηγαίνουν σαν
ωμοί κατακτητές-τώρα «ελευθερία»,
«δημοκρατία» τη βία τους βαφτίζουν.

 ΕΜΕΙΣ ΠΟΥ ΟΤΑΝ

Εμείς, που όταν δεν έχουμε
κάτι να κάνουμε ενα απόγευμα,
ανιούμε ως την αυτοκτονία,
να κερδίσουμε θέλουμε

την αιωνιότητα; Εμείς, που όταν
ένα μίλι περπατάμε
καθόμαστε να ξαποστάσουμε,
εμείς, ζητάμε τους αστερισμούς

να διασχίσουμε;
Εμείς που μ' ένα φύσημα
ο θάνατος μας σβήνει, εμείς,

ζητάμε αθάνατοι
να γίνουμε και μια μελλοντική
να ’χουμε υπόσταση;.

 ΕΝ’ ΑΓΟΡΙ ΕΝΤΕΚΑ

Εν' αγόρι έντεκα χρονώ,
ευαίσθητο κι ονειροπόλο! Αγαπά
ένα πορτραίτο απ' την πινακοθήκη
του πατέρα του, όπου νέα μιά  

ωραία γυναίκα παριοτάνει (μάγια
θα την έχουν εκεί καθηλωμένη).
Και μια νυχτιά, στου φεγγαριού το φως,
η νέα γυναίκα γλιστρά και κατεβαίνει

απ' την κορνίζα της. Σαστίζει το αγόρι.
Χορό μαζί του εκείνη αρχινά. Όμως
 χορό δεν ξέρει το παιδί και ντρέπεται

και κοκκινίζει. Τέλος, αμήχανο,
σε κλάματα ξεσπά. Εκείνη τ' αγκαλιάζει,
και στο στήθος της επάνω το τραβά.      

 ΤΡΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΦΥΤΡΩΝΑΝ

Τρία λουλούδια φύτρωναν στον κήπο του φρενοκομείου.
Ο τρελός θαρρεί ότι αυτά κλειούν μέσα τους
ό,τι κακό στον κόσμο υπάρχει. Και μιά νύχτα
κόβει το ένα και στο στήθος του το βάζει.  

Το κακό του κόσμου, σκέφτεται, θα έμπει
στην ψυχή μου όλο, και τον κόσμο έτσι θα σώσω.
Ο ευεργέτης  εγώ του κόσμου όλου θα γίνω, γιατί
κανείς το κακό στο σύνολο του πριν δεν πολέμησε.

Την άλλη νύχτα και το δεύτερο κόβει λουλούδι.
Τον πιάνουν και στην απομόνωση τον βάζουνε.
Το σκάζει και το τρίτο άνθος κόβει. Η αποστολή μου,  

λέει, τελείωσε. Όλα καλά θα γίνουν από δω και πέρα.
Όμως εγώ, πώς, τόσο που έγινα κακός θα ζήσω;
Κι απ’ το ταβάνι του κελιού του εκρεμάστηκε.

 ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ
 
Βγήκε από τη φυλακή. Ένα χιλιάρικο
της μένει. Μα δε φτάνει αυτό για τίποτα.
Πρέπει να βρει από αλλού λεφτά
για ν' αγοράσει πάλι τουαλέττες,

και ν' ανεβεί και πάλι στη σκηνή  
να τραγουδήσει. Εναν οδοντογιατρό
θυμάται, που κάποτε την κόρταρε,
και μάλιστα της είχε κι ένα βραχιόλι

χαρισμένο. Πάει τον βρίσκει. Ομως εκείνος
δεν τη γνωρίζει- "Παρακαλώ η κυρία
τι επιθυμεί;" Αυτή ταράζεται και ψιθυρίζει

ότι το δόντι της πονάει. Και ο γιατρός
το δόντι της βγάζει
και το χιλιάρικο της παίρνει.
 

 ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΠΙΟ


Τα παιδιά πιο κοντά στην ενθύμηση είναι
της γαλήνης που, ανύπαρκτα, είχαν.  
και να συνηθίσουν δεν μπορούν τ' αδιάφορα,
ή εχθρικά έμψυχα, που κορυβαντιούν.

Γι αυτό δυνατότερα το θάνατο ποθούν
που ριζικά από την αρρώστια της ζωής
θεραπεύει-που απ' όλες λυτρώνει
τις παγίδες της γης που τα κυκλώνουν.

Στενοχωριούνται, κλαίνε, γκρινιάζουν.
Πολλά δεν αντέχουν και γκρεμίζονται
από τα παράθυρα, ή, τη νύχτα, τρέχουνε

στο φεγγάρι, ή παν και πνίγονται, ή άλλα,
από τύχη τους καλή πεθαίνουν-θα πει
η φύση με τη βούλησή τους συμμαχεί.  

 ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ

Στο μαρτύριο της ζωής καταδικασμένοι
είναι όσοι, από παιδιά μικρά ακόμα,
τη φωνή παρακούσουν, που στο θάνατο
τους καλεί. Αλλίμονο στους ζωντανούς.

Τους καρτερούν χαμέρπειες, ατιμίες,
υποκρισία-όλοι τους νεκρές ψυχές
που παλεύουν και πνίγονται μέσα
στα πηχτά νερά του βούρκου της ζωής.

Αλλίμονο σ' όσους του θανάτου αγνοούν
τα λόγια: "Ακολουθήστε με!  Μια φτηνή
χαρά σας έφερε στην ύπαρξη αυτή.

Ήρθα να προλάβω. Σε μια κοιλάδα
μακρινή,  σ' έναν ευτυχισμένο
κόσμο θα σας πάω. Ακολουθήστε με!»  

 ΣΚΛΑΒΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

Σκλάβος της γης ο χωρικός.
Αυτή ό,τι πει εκείνος κάνει.
Κι αν το βόδι του κλέψουνε, τον κλέφτη
σκοτώνει, γιατί δίχως βόδι

τη γη να καλλιεργήσει δεν μπορεί,
και το παιδί του θα πεθάνει αν αυτή
καρπό δεν βγάλει. Και τη γυναίκα του.
τήνε χτυπάει αν δε δουλέψει.

Γιατί η γη θέλει δουλειά.
Κι αν στην πόλη ο χωρικός πάει  
από το χοίρο βρομερότερος γίνεται

γιατί μακριά εβρέθηκε απ’ το χώμα.  
Κι όταν σ' αυτό ξαναγυρίσει,
την αγνότητα του πάλι ξαναβρίσκει.

 ΕΝΑΣ ΣΠΑΣΜΕΝΟΣ

Ένας σπασμένος ήχος είναι ο κόσμος μας
απ' της παγκόσμιας συμφωνίας τη μελωδία.
Ντυμένη τον ήλιο, μόνο η ψυχή μας
κομμάτι της καθάριο είναι.

Κάθε τι άλλο, ένα πέπλο το σκέπει.
Κάθε κομμάτι ύλης ένα σύμβολο είναι,
γεμάτο μυστικό, υπεργήινο νόημα.
Την Αλήθεια η ψυχή μόνο

να τη γνωρίσει μπορεί, και μαζί της
αδιάσπαστα να ενωθεί. Το σώμα
να ελπίζει μόνο δύναται

να σμίξει την καρδιά του
με μι' άλληνε καρδιά, και οι δυο τους
αταίριαστες έτσι να μένουν.

 ΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ

Αν η καρδιά μας ενώνονταν με το
Σύμπαν-με τη θάλασσα,τη γη και τον αέρα
και τα δυο ένα γινόνταν, τότε τη ζωή
θα τολμούσε κανείς να τηνε ζήσει.

Μα τώρα η ζωή δε μας χωρά-ο θάνατος
η μόνη είναι παρηγοριά μας.
Τώρα το φως  φαντάσματα γεμάτο,
που χίλια καθένα μυστικά μας κρύβει.

 ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ

Τα πάντα στην τέχνη πρέπει να θυσιάσει
ο ποιητής, αν ποιητής θέλει να 'ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει,
και να υποφέρει, και να λυώσει

κατ' από το άρμα της, με την ελπίδα
απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη
στίχοι, που, με τη σειρά τους,
την ψυχή του ποιητή θα σώσουν. Γιατί

δεν είναι ο ποιητής κέντρο του
σύμπαντος. Μία εφήμερη στιγμή
είναι, που από πάνω της περνά

το πνεύμα των προυπαρξάντων
ποιητών, τρέχοντας προς το μέλλον
στον ποιητή που θα το συνεχίσει.

 ΜΑΝΑΒΗΔΕΣ, ΓΙΑΤΡΟΙ, ΖΩΓΡΑΦΟΙ

Μανάβηδες, γιατροί, ζωγράφοι, αστοί,
πιερότοι απατημένοι και περίλυποι,
αρλεκίνοι εύθυμοι και απατημένοι,  
ηλίθιοι ονειροπόλοι, καρτερούν

την ωραία τους κυρά-με σώμα
όπως καθενός του αρέσει, με καρδιά
όπως σε καθένανε ταιριάζει.
Και παίζουν όλοι πάνω στη σκηνή

το ρολό τους ως να περάσει η ώρα
και ο καιρός. Και ο καιρός περνάει.
Κι έρχεται η ωραία τους. Ο αρλεκίνος

τα χέρια του υψώνει προς τον ουρανό
κι ο ουρανός χαρτί γαλάζιο είναι και σχίζεται.
Και η ωραία του μια κούκλα είναι από χαρτόνι.

 ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΤΩΝ

Στο εργοστάσιο των πολεμοφοδίων
ένας εργάτης με αγαθά, ήσυχα μάτια,
είναι περασμένη η ώρα μα να κοιμηθεί δεν πάει  
ώσπου τη μολυβένια σφαίρα που άρχισε
και που τον ποιητή θα σκοτώσει
να την τελειώσει.
.
Και να που η σφαίρα τέλειωσε. Ο εργάτης
στο φως του αθώου φεγγαριού γυρνάει σπίτι του  
και στο κρεββάτι πέφτει
και στης καλής του την αγκαλιά.

Το άλλο πρωί ο ποιητής
ένα γράμμα που έλαβε άνοιξε
και βλέπει να τόνε καλούν στρατιώτη
γιατί ο πόλεμος αρχίζει.

 ΑΙΩΝΙΑ ΧΙΟΝΙΑ ΣΕ

Αιώνια χιόνια σε απρόσιτες κορφές,
γυναίκες με την πρωτόγονη
στολισμένες ωραιότητα. Έτσι
μάλιστα, να καταλάβεις μπορείς

πού η αλήθεια είναι, πού η ψευτιά.
Οι άνθρωποι πεθαίνουνε,
γεννιούνται, ζευγαρώνουνε,
γεννιούνται πάλι, μαλώνουν,  

πίνουν, χαίρονται, και πάλι
πεθαίνουν, μη γνωρίζοντας  
τον νόμο που η ίδια έχει

η φύση θέσει στο ζώο, στο δέντρο,
στο χορτάρι, στον ήλιο: ευτυχία, η ζωή
η σύμφωνη με τη φύση είναι μόνο.

 ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ! Η ΕΝΑΤΗ

Απολαύσεις! Η ενάτη συμφωνία για έναν,
μια ντοματοσαλάτα με σκόρδο γι άλλον.  
Επιθυμίες που αμβλύνουν τις εντάσεις  
και με της αγαπημένης προσμονής τη θύμηση

στολίζουν την ανοησία του παρόντος και
υποφερτή την κάνουν! Απολαύσεις!
Κορμιά, βιβλία, χόμπυ, φαγητά, πολύτιμα
βοηθήματα στης καθημερινότητας το χάος.  

Απολαύσεις. Αρκεί να μη ο άνθρωπος, καθώς
κάποιοι ανικανοποίητοι με όλα κάνουν, πέσει
στον βούρκο εκείνον, της ανικανότητας

να νιώσει τίποτ' άλλο, έξω απ' την ανυπαρξία,
και απολαύσεων, και αντικειμένων τους,  
που το Μηδέν γι αυτά η ζωή του είναι.

 ΣΕ ΠΟΣΑ ΠΤΩΜΑΤΑ

Σε πόσα πτώματα πάνω τα τρένα κυλάνε,
εργατών, που δούλευαν στον σιδερόδρομο
κρυώνοντας και πεινασμένοι και εξαντλημένοι!
Που δούλευαν απ' το πρωί ως τη νύχτα!...
Που επιθεωρητές τους έδερναν
και που τους κακοπληρώναν εργολάβοι!...
Πόσες ψυχές πατάν οι ρόδες,
τρέχοντας να μεταφέρουν εμπορεύματα   
για να πλουτίζουν οι επιθεωρητές κι οι εργολάβοι,
που άλλους τώρα βασανίζουν και κακοπληρώνουν!..     


 ΤΙΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥ

Τις μέσα του φωνές που του αντιτίθενταν,
όσο είχε δύναμη τις έπνιγε, και ζούσε
μέσα στον κόσμο, κι έλεγε κι έκανε..
Μα τώρα γέρασε.Το σώμα του κοιτάζει στον καθρέφτη,
μαζί με την ψυχή του να φυλλορροεί.
Ασυνάρτητη τώρα,
χωρίς νόημα, η ζωή του μοιάζει.  
Ολες οι πράξεις, οι διανοητικές έγνοιες, οι τέχνες,
οι επιστήμες, όλα τούτα συβαριτικά
παιχνίδια χωρίς φανερό νόημα.

 ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΑ

Από τη μέσα τους θάλασσα μια παλίρροια
απλώνεται που τα γύρω υπερκαλύπτει.
Άλλες φωνές, άλλες αγάπες, άλλα
ψυχής σκιρτήματα. Χωρίς τα κοστούμια

βέβαια, οι ηθοποιοί, και χωρίς τα σκηνικά
και τα φώτα, και με το ένα μέτρο πιο ψηλά
που η σκηνή τους ανεβάζει,
δεν θα μπορούσαν κανέναν για την αλλαγή

να πείσουν. Ούτε να δημιουργούν
στην ψυχή των θεατών τις ψεύτικες,
έστω, θύελλες, το πικρό γέλιο,

τις οδυνηρές συνταυτίσεις. Δεν θα ξυπνούσαν
τους άλλους, πολλούς μας εαυτούς,
που καιρό δεν έχουν για να φανερωθούν.

 ΚΑΠΟΥ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΤΟ

Κάπου γραμμένο το τυπικό
της ερωτικής τάξης είναι: το
κυνήγι του άντρα, η γυναικεία
άρνηση, η ψεύτικη φυγή,

το ξαναγύρισμα, η ερωτοτροπία,
η αποδοχή. Μα υπάρχει και το άλλο
καταστατικό: της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας. Και τα δυο

αντιμάχονται το ’να τ’ άλλο.
Μερικοί διαχωρίζουνε
τις ώρες, τις καρδιές, τη ζωή τους,

και μπορούν τη μια σαλτιμπάγκοι,
και την άλλη άνθρωποι να γίνονται,
συνεπείς και εύσκοποι.

 ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΙ ΝΑ

Χωρίς χιόνι να 'χει ρίξει, όλα     
παγωμένα τα βρήκα γυρίζοντας
και στην ίδια στάση, όπως όταν
φεύγοντας, τ' άφησα: τους δρόμους, .

τους ανθρώπους, τα κτίρια.
Ο μανάβης της γωνίας να μετράει
τις χαμένες εισπράξεις του  
μ' ένα πεπόνι για κεφάλι

με χέρια δυο μακριά σέλινα.  
Ο άντρας του ισογείου,
γερμένος στο παράθυρο του

να κοιτάζει το Χρόνο
τον σταματημένο δίπλα
στο σκουριασμένο του αμάξι.

 ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ ΤΗ
 
Και κάποτε τη λαμπερή μου όψη
στους καιρούς θα φανερώσω
σβήνοντας κάθε σκοτάδι και κάθε
σκιά που ως τότε με κρατούσε.

Και όσοι μ’ αγαπούσαν σκοτεινόν
θα πεισμώσουν με την αλλαγή μου.
Και εκείνοι που με ήθελαν φωτισμένον.
θα χαρούν στην καρδιά τους μέσα.

Στα όνειρα ό,τι ζούσα, το έχανα
ξυπνώντας.Έτσι και το σκοτάδι μου
θα χάσω. Και μες σε μια βαριά
θα νήχομαι γαλήνη μοναχός.

 ΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΓΙΑΣΕ Η

Πώς καταλάγιασε η βουή του κόσμου!
Πάρε πια δεν ακούγεται και δος μου.
Η ησυχία γλυκά γλυκά ζαλίζει
κι ο ύπνος θάνατο τώρα θυμίζει.

Μισοσκόταδο έγινε το φως μου.
Της γης ο πόνος έγινε δικός μου.
Από το μυστικό του μετερίζι
ο Κέρβερος ασίγαστα υλακίζει.

Πέφτει η βροχή στην τσίγκινη τη στέγη.
Τη συφορά οι σταγόνες της μετράνε.
Οι ώρες τρόμο κι αγωνία σκορπάνε.
Τα θύματα του το Αδειανό διαλέγει
Το βήμα του ακούγεται το πράο
καθώς εγώ λεπτά… στιγμές μετράω.

 ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ Ο

Μπροστά μας ο θάνατος απλώνεται κάθε ημέρα.
Τα χιλιοτραγουδημένα του μονοπάτια,
άνθρωποι που δεν τα γνωρίζουν τα τραγούδησαν.
Αν το θάνατο θέλεις να πεις, δεν μπορείς να τον

περιγράψεις κοιτάζοντάς τον απέξω. Μέσα του
όπως η γλύκα στη ζάχαρη πρέπει να είσαι.Τότε
θα δεις με το ίδιο του το φοβερό μάτι, και ό,τι δεις
ο ίδιος ο θάνατος θα είναι. Ό,τι κι αν δεις. Όλα

τότε θάνατος είναι. Τα δέντρα, οι υποσχέσεις, τα
φιλοδωρήματα, τα θεατρικά έργα, οι εκδρομές
σε σκιασμένα άλση με κρήνες μαρμάρινες.

Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς, ό,τι αισθάνεσαι, θάνατος
είναι. Και έντιμος αν είσαι το ομολογείς, αλλιώς
ζωή εξακολουθείς τον θάνατο να ονομάζεις.

 ΜΙΑ ΧΡΥΣΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

Μια χρυσή εμφάνιση που ξάφνω
μέσα σε μια κόκκινη θάλασσα
βυθίζεται. Και η θάλασσα είναι
στον ουρανό. Ενα μαλακό μολυβί

ύστερα, μια αόριστη ανταύγεια
φέγγους κατόπι. Πόσες φορές
καταφρονετικά δεν μας έχει
μοναχούς ο ήλιος αφήσει

έρμαια στο σκοτάδι της νύχτας,
που λες από τα πλευρά του-από το βέλος
του βραδιού τρυπημένα-ξεπηδάει.  

Και, ο ήλιος κάθε βράδυ, ένας κουρασμένος
πάνθηρας, που τα θύματα του σέρνοντας
πίσω του, στη φωλιά του τα πάει.

 ΤΑ ΡΟΔΑ ΚΑΙ

Τα ρόδα και τα κρίνα φάνηκαν. Σε λίγο
το μάτι από λουλούδια τίποτ' άλλο
δε θα βλέπει. Κακόμοιροι εμείς! Για
του ήλιου τα καπρίτσια να ’μαστε

υποχρεωμένοι να χαιρόμαστε-για  
να χουμε να κάνουμε κάτι δω πάνω
που η γη υγρασία γεμάτη μας εκκόλαψε
καθώς βρύα τα κεραμίδια.

Ω! Άνοιξη, λοιπόν, ολανθισμένη!
Μα αρκετά! Ω! σιχαμένη Άνοιξη.
και συ κι οι εποχές όλες μαζί σου!

Του μυαλού μου αν μιαν άκρούλα πιάνετε
και μου πάτε και μου 'ρχόσαστε, μην
καμαρώνετε-είναι γιατί εγώ το θέλω.

 ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ

Σαν κάποιος που γράφει ολοένα και μέσα
στα γραφτά του κάποτε κάτι βρίσκει,
έτσι και το χέρι που στα σκουπίδια μέσα ψάχνει  
κάτι βρίσκει-έναν αναπτήρα, μιαν αξιοπρέπεια,  

πτώματα ελπίδων, ξέφτιους θυμούς, μια
ηθικότητα. Περισσότερο το βαραίνουν λόγια
που αγαπητά χείλη είπαν: σαν αγάλματα οι λέξεις τους,
κρυσταλλωμένες. Ακόμα βρίσκει μικρές  

καθημερινές χαρές, παλιωμένους έρωτες
που ακόμα λίγη από τη μυρωδιά τους κρατάνε,
σκελετούς πουλιών, χείμαρρους πόθων

με γύρω τους υψωμένες όχθες αδιαπέραστες,
συντρίμμια ιδανικών, και που και που έναν
χρυσοκόκκινο ήλιο κάποιας περασμένης δύσης.
 

 ΚΑΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ

Και ο άνεμος από παντού σε αγκάλιασε
κι εντός σου μπήκε, φουσκώνοντας
τα μέσα σου πανιά και οδηγώντας σε
στων πόθων και στων στεναγμών το λιμάνι

όπου ναυτικοί στερημένοι από καιρό
σε καρτερούσαν, σπρώχνοντας τον
καιρό με τη δύναμη της υπομονής
που η αναμονή σου τους έδινε,

και στρώνοντας χαλιά χειροκέντητα
για να πατήσεις, βγαίνοντας από
τη θάλασσα της αμεριμνησίας σου

και να πέσεις, ανυποψίαστο θύμα
των πολύχρονων επιθυμιών τους,
στο κρεββάτι και στην ανυποληψία τους.

 
Η ΡΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ

Η Ρόδος είναι όμορφο νησί. Εκεί η Ελένη
από την Πολυξώ κρεμάστηκε.

Το κεφάλι της γερμένο σαν σε ντροπή ερωτογεννήτρα.
Ο αγέρας να της σηκώνει το φουστάνι
για τελευταία δείχνοντας φορά
το δοχείο, ξέχειλο, της ηδονής.
Τα χείλια της, και κλειστά. «έλα» λέγαν.
Τα στήθη της κήποι απριλιάτικοι
με μέσα τους κορίτσια
την ώρα του πρώτου ερωτικού τους ρίγους.

Ο θάνατος,
Πριν την είδη της άμορφη κάνει,
χαίρεται μαζί της
ό,τι ζωντανοί μόνο μέχρι τώρα μπορούσαν.
Και το δέντρο που κρεμασμένην την κρατεί
από αθώρητες πληγές  
χυμούς γαλακτώδεις ξεχύνει.

Και νεκρή όμορφη ήταν το παλιοθήλυκο.

 ΚΛΑΡΑ ΠΕΤΑΤΣΙ 29 ΑΠΡΙΛΗ 1945

Κάθε γυναίκα θα το 'θελεν αυτό-έτσι
να κατέχει έναν άντρα
ολοκληρωτικά
σαν αυτός ούτε ψυχή να έχει
μες στην απ' όλα εγκατάλειψή του.

Και του ’λεγε: «Έτσι
τώρα  
δικός μου είσαι.
Γυμνός από κάθε τιμή  και αξίωμα
γυμνός από κάθε υπεροψία
και έπαρση κι ελπίδα.
Τι άλλο μια ερωμένη θα μπορούσε να ποθήσει;
Γύμνια από κάθε τι!

Θα μας σκοτώσουνε. Μα τι;
Θάνατος κι έρωτας σε τι διαφέρουν;
Χωράει τίποτε άλλο μέσα μας έξω απ’ τον έρωτα;
Και τι άλλο μες στο θάνατο χωράει;
Τι θα σκοτώσουνε λοιπόν;
Εκδίκησης ταμπέλες μοναχά θ’ αλλάξουνε αναμεταξύ τους.
 
Παλιά δεν ήξερα με λέξη ποια να σου μιλήσω.
Τώρα οι λέξεις μου όλες σε δονούν.
Αγάπη τώρα όλος και ανοχή για μένα είσαι-
λατρεία να πω,
γιατί
για σένα  
θεός τώρα δεν είμαι;»

 ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΜΟΥ

Την αγωνία μου για ν' αποφύγω,
θα πρέπει να τη σκέπτομαι διαρκώς,
για να φυλάγομαι να μη τη σκέφτομαι.

Αυτό σημαίνει πως μαζί μου
να παίρνω πρέπει αυτό που θέλω ν' αποφύγω.

Μέσα στην ίδια τη συνείδηση λοιπόν-μες στη συνείδηση μου-
θα βρίσκονται μαζί και η αγωνία,
και η φυγή απ' αυτήνε  
προς τους μύθους που καθησυχάζουν.

Δεν πρόκειται λοιπόν να διώξουμε την αγωνία
Από την αγωνία θα ξεφεύγαμε,
αν είχαμε τη χάρη να μπορούμε
να δούμε τον εαυτό μας όχι από μέσα-
όπως τον βλέπουμε-,
αλλ' αν τον συλλαμβάναμε από τα έξω,
όπως τους άλλους,
ή
σαν ένα πράγμα.

  ΑΠΟΡΙΑ

Φύση,
Θεέ,
Ύλη,
Πνεύμα,

Όπως να σε πω,
Δεν φτάνει πια;

Τι άλλο θα μας κάνεις;

Τις γυναίκες όλες τις εκπόρνεψες.
Τους άντρες τους παράδωσες στην ανανδρία.
Ο αέρας σήματα δουλείας και κινδύνων μόνον φέρνει.
Αίμα τα σύννεφα σταλάζουν.

Το σώμα στη δουλεία το παράδωσες.
Στις μηχανές υπόταξες το Πνεύμα.

Τ’ άστρα μας βλέπουν και γελούν.

Η ζωή στον πόλεμο,
Στο χρήμα,
Στην ανασφάλεια υποταγμένη.

Κάθε μας πράξη άσκοπη και δύσμοιρη.

Ότι αποφασίσουμε,
Άλλη απόφαση το μάχεται.

Άθυρμα η ύπαρξή μας
Σε μια βουλή άλλη-πικρή.

Όμως.
Έστωσαν αυτά.
Τουλάχιστο ένα θάνατο δώσε μας υπεύθυνο.
Ανταποδοτική την τελευταία κάνε στιγμή μας.

Ούτε  αυτό δεν στέργεις;
Ή δεν το δύνασαι;

Μη παίγνια,
Έρμαια και υποχείρια είμαστε
Και μεις και συ
Κάποιας υπέρτερης ισχύος;

Ή μη
Έτσι όλο ψάχνοντας,
Θα καταλήξουμε να κλείσουμε έναν κύκλο,
Και ο υπεύθυνος για όλη
Την κακοδαιμονία μας
Εμείς είμαστε;-και συ,
Που από σέ γυρεύω απάντηση
Δικό μου ένα πλάσμα όπως όλα είσαι;

Και αν είναι έτσι,
Τότε πια
Εγώ η Ανάγκη είμαι,
Που όλα
Για μένα κι από μένα εκπορεύονται,
Στον εαυτό μου αέναα επιστρέφοντας;

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

 ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ

Οι κινήσεις του ζωηρές
λίγο υπερβολικά κοφτές
λίγο υπερβολικά γοργές.
Τα μάτια του εκφράζουν μια
λίγο υπερβολική φροντίδα
για την παραγγελία του πελάτη.

Φέρει τον δίσκο με τόλμη σχοινοβάτη
κρατώντας τον σε μια ισορροπία αδιάκοπα ασταθή.

Αμφιβολία δε χωρεί: ο σερβιτόρος μας παίζει.

Τι παίζει όμως;
Δεν χρειάζεται πολύ να τον προσέξουμε
για να το δούμε.
Ο σερβιτόρος μας παίζει
κάνοντας πως είναι σερβιτόρος.

 ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ
Μ’ ένα θαμπό βλέμμα κοιτάζει τον κόσμο.
Οι ώμοι κυρτωμένοι, το κεφάλι σκυφτό, με μια νωθρότητα ποτισμένο το κορμί του όλο.

Αν τώρα
όταν ένας ξένος εμφανιζόταν
αυτός σήκωνε το κεφάλι
ξαναπαίρνοντας τη ζωηρή και αεικίνητη περπατησιά του,
τι άλλο θ' απόμενε από τη λύπη του παρά,
μια υπόσχεση να ξαναβρεθεί μαζί της
μετά την αναχώρηση του επισκέπτη;

Λυπημένος ώσπου να 'ρθει ένας επισκέπτης-
είναι αυτή λύπη;
Όχι. Η λύπη είναι το ανεξίτηλο σημάδι του θανάτου
πάνω στα πρόσωπα των ζωντανών.

 ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΤΟΥ

Στο κρεβάτι του θανάτου  
λίγο πριν η τελευταία μας βγεί πνοή,
μετανοούμε.

Πάνω μας έχουν σιγά σιγά μαζευτεί
κι έχουν στερεωθεί
πράξεις που δεν θα θέλαμε να είχαμε κάνει,
και φαντάσματα από πράξεις  
που ενώ θέλαμε δεν κάναμε.

Όλο αυτό το μάζεμα
με τη μετάνοια να το διώξουμε ζητάμε  
όπως το ριγμένο στους ώμους μας σακάκι
μ’ ένα  ξαφνικό ανασήκωμα των ώμων.

Μάταια όμως. Ο θάνατος παγώνει
κι αυτό το ανασήκωμα, κι αντί να ελαφρύνουμε
κολλάει κι αυτό επάνω μας
σαν μια ακόμα μέλισσα στο σμάρι.

 ΑΝ Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Αν η συνείδηση μπορούσε στον κόσμο ν' αναβλύζει,
πριν αποκτήσει ένα παρελθόν,
τότε το παρελθόν μας θα μας παρουσιάζονταν
περιγραμμένο από ένα ξεκάθαρο
και χωρίς ανωμαλίες όριο,
σαν χωράφι
που αυλακιές το ορίζουν επιτακτικές.

Μα η συνείδηση πάει κάτω και βαθιά,
 και μέσα σε μια προοδευτική χάνεται συσκότιση,
που ως τα σκοτάδια φτάνει   
που κι αυτά ο εαυτός μας είναι.

Και συλλογιόμαστε πράγματα άσκοπα,
 και το αδύνατο γυρεύουμε, γιατί η συνείδηση
θα μπορούσε να εμφανιστεί στον εαυτό της
μόνο σαν να 'ταν ήδη γεννημένη.

 ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ
 
Αν δεν υπήρχε το Πριν και το Μετά
θα ήμουν αυτό που θέλω να είμαι
γιατί χωρισμός ανάμεσα σε πράξη κι όνειρο
δεν θα υπήρχε.
Το Τώρα ένα άλλο Τώρα,
ανάλλαγο, θα ακολουθούσε,   
και σ' ένα συμμάζεμα ο κόσμος θα κλεινόνταν.   

Όμως καθένα Τώρα, ένα Άλλοτε γίνεται.
Κι αν ο Χρόνος γιατρεύει
είναι που απ' της οδύνης του το αντικείμενο
τον άνθρωπο μακραίνει.  

 ΑΓΑΠΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑ

Αγάπες και φιλιά και αγκαλιές
Χαμένα μέσα στ' όνειρο του χτες
και στεναγμοί και λόγια λιγωμένα
μες στ' όνειρο του αύριο χαμένα.

Κι ακόμα ενώ τρυγάει φιλιά και χάδια
Κοιτάει την αγκαλιά του κι είναι άδεια.
Κι ακόμα ενώ η γλυκιά τον ντύνει πάχνη
Βλέπει ξανά, κι ούτε αγκαλιά υπάρχει.

Και μόνο μένουνε απ' όλα τούτα
Παιδιά, που ως ωριμάζουνε τα φρούτα
έτσι κι αυτά γεννιούνται κι αντριεύουν
και χάδια και φιλιά κι αυτά γυρεύουν.

 ΣΑΛΙΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Σάλιο των ζώων, τόσο όμοιο
και τόσο διάφορο από νερό είσαι.

Μέσα σου βρίσκεται διαλυμένη η ουσία της ύπαρξης,
όπως το πικρό στο γλυκύ διαλυμένο είναι.

Της πατρότητας και της ομοείδειας την ψυχή
στις σταγόνες σου μέσα σαν κιβωτός ιερή περιέχεις  
και κάστρο φιλότητας
και δίχτυ προστασίας από εχθρούς την κάνεις.

Μέσα σου τα μυστικά της ύπαρξης
θαλπωρή και ανοχή ανεξάντλητη βρίσκουν
του κόσμου την αλληγορία για να ζωγραφούν.

Πληγές ιαίνεις, νεογνά φροντίζεις,
και με ακούραστο τη γλώσσα όχημά σου,
παντού όπου η ζωή ανάγκη σ’ έχει,
του θανάτου την ξέρα νοτίζεις.

 ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΟΤΑΝ

Την αιωνιότητα όταν ορίζει, νοιώθει
πως μέσα από το κάδρο του ορισμού της
αυτή πάντοτε ξεφεύγει.
Κυλάει προς τα πίσω ή πετά εμπρος
όπως δα η ουσία της ορίζει.

Έτσι η ουσία της ακριβώς αυτή, χάνεται
πριν από τη συνείδηση του να νοηθεί:
Παρελθόν και Μέλλον πάντοτε γίνεται,
και το Παρόν αγνοεί.

Τότε αυτός καταλαβαίνει
ότι δεν είναι το διαρκές κυνήγι
στιγμών του παρελθόντος ή του μέλλοντος
που την αιωνιότητα συγκροτούν,
αλλά η αδράνεια στον εαυτό του
που την αχρονικότητα προϋποθέτει.

 Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΗΡΘΕ


Η ελληνίδα ήρθε στην Αμερική.
Από την πατρίδα έφερε όλες τις δουλείες
που εκεί αρετές ονομάζουν.
.
Γρήγορα όμως εδώ άλλαξε. Να ντρέπεται
έπαψε μπροστά στους άντρες. Σταμάτησε  
των άλλων τη ζωή να γνοιάζεται και να σχολιάζει.

Ρούχα ντύνεται πολύχρωμα,
μπόουλινγκ έμαθε,
φίλους άλλάζει άντροπα, και στην εκκλησία
μόνο για να κλείσει μπίζνες πηγαίνει.  
Παρακαλώ κι ευχαριστώ τής γίναν ψωμοτύρι,
με στεγανά χώρισε τις δραστηριότητες της-
εδώ η δουλειά, εκεί η κοκεταρία, παρακεί το σεξ.

Πολλά για να μη λέμε, ελληνοαμερικανίδα έγινε.

 Η ΖΩΗ ΥΦΑΙΝΕΙ
 
Η ζωή υφαίνει το στεφάνι της
κόβοντας καρδιές αντίς λουλούδια
και στην πόρτα της απόξω
φρέσκο το κρεμάει κάθε πρωί.

Τις καρδιές τις ευαίσθητες διαλέγει και τις τρυφερές,
όπως τρυφερά χορτάρια στο λειβάδι
τα ζωάκια για να φαν διαλέγουν.

Και όποιος ξέρει για του χορταριού τον πόνο
που στων χορτοφάγων λιώμα γίνεται τα δόντια,
αυτός
και τον πόνο που οι καρδιές πονούν
μπορεί να νιώσει.

 ΜΕ ΣΕΒΑΣ

Θέλω να πεθάνω μοναχός σε μια γωνιά
μακριά από το τραγούδι των Σειρήνων
μακριά από του ηλιού την παγωνιά
κι απ' την ΄κάτασπρη ειρωνία των κρίνων.
 
Νύχτα να 'ναι κιόλας. Νύχτα. Μοναχά
μπρος στα μάτια μου ν' ανοίγουν φεγγοβόλα
τ' απαλά κι ολόλευκα τους τα φτερά
ζωντανά τα όνειρά μου όλα.

Νύχτα. Δίχως άλλου άστραμμα φωτός.
Νύχτα. Που ζωή εντός της όλα παίρνουν.
Νύχτα. Ο αιώνιος μας και μόνος εαυτός
που με σέβας μπρος του όλοι οι ήλιοι γέρνουν.

 ΑΛΕΞΗΣ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ποιος είπε ο Αλέξης χάθηκε; Χάνονται οι Ιδέες
ή πάντοτε στραφτοκοπούν Αγνές και Νιες κι Ωραίες;
Και ποιος την που μπολιάστηκε ολοπρώτη μες στην Πλάση
Ιδέα της Ελευτεριάς, θα μπόρειε να χαλάσει;
Και μόνη Αυτή δεν ήτανε η Ουσία του Αλέξη-
όλα του-Μάτι, Γέλιο, Φως-Αυτή δεν είχε πλέξει;
Κι όταν κανείς τη Λεφτεριά στον Κόσμο μας στεριώνει,
τέτοια Ψυχή-τέτοια Καρδιά ποιο Βόλι τη σκοτώνει;


Ο Αλέξης δεν εχάθηκε. Ζει γύρω μας κι εντός μας
και δίνει Φως στο Σκότος μας και Χρώματα στο Φως μας.

Και Κύριος πάντα του Καλού, που ένα είναι μαζί του
από παντού ακούγεται η παιδική Φωνή του:
«Ό,τι, μικρός όντας εγώ, δεν πρόλαβα να κάνω
Πράξτε το σεις. Εγώ ήσυχος θα βλέπω από ’δω πάνω.
Και είμαι σίγουρος πως σεις Συντρόφια Αγωνιστές μου
όσες εγώ δεν έζησα θα ζήσετε Χαρές μου-
ότι θα φτιάξετε μια Γη που φαύλους δε θα τρέφει
και στ’ Άστρα τ’ άλλα αντρόπιαστη και χαρωπή θα γνέφει».

 ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ημέρα της ποίησης. Στα χαρτιά μόνον όπως και όλες οι άλλες «ημέρες».
Ημέρα της ποίησης.
Ημέρα του λόγου πες.
Μα πού είναι ο λόγος στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση-τους εκφραστές υποτίθεται των ενδιαφερόντων του λαού;
Τραγούδια, τραγούδια, τραγούδια.
Και σήμερα όπως πάντα τραγούδια.
Τραγούδια που γεμίζουν τις ώρες των εκπομπών, βοηθώντας τους ομιλητές να μη μιλούν.
Γιατί δεν έχουνε να πούνε κάτι
Έτσι μένει βουβός ο κόσμος μας.
Ακούγονται μόνο οιμωγές.
Κι αυτές μόνο μέσα σε τραγούδια.
Ο άνθρωποι του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης βουβοί. Κάποιοι ίσως να πουν πόσοι τραγουδιστές γεννήθηκαν σαν σήμερα.
Κατόπιν βουβαμάρα.
Ή τραγούδια.
Που είναι το ίδιο.
Ξορκισμένος ο λόγος στα χρόνια μας.
Διαφημίσεις, σειρές, ταινίες.
Κανείς δεν μιλάει.
Όλες τις ημέρες.
Όλον το χρόνο.
Και τραγούδια.
Τραγούδια.
Δηλαδή κονσερβαρισμένος λόγος.
Όπως κονσερβαρισμένο φαγητό.
Χωρίς τη φρεσκάδα, την ποικιλία και την πρόοδο της ομιλίας και της  Ζωής.  
Δεκάδες σταθμοί με αθλητικό πρόγραμμα.
Δεκάδες σταθμοί με θρησκευτικό περιεχόμενο.
Εκατοντάδες σταθμοί με τραγούδια.
Ένας σταθμός για το λόγο; Όχι.
Ένας σταθμός γα την ποίηση ν’ αστράψει ο τόπος;
Όχι.
Και του χρόνου.

 Ταμπέλα έξω από κινηματογράφο "ΈΝΑΡΞΙΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΜΒΡΙΟΝ"
(1957, ΤΡΙΠΟΛΗ)

Έναρξις τον Οκτώβρη…  
Μα μερικοί θα 'χουν πεθάνει.
Το έργο -το ίδιο κάνει-
Άλλος καλό θα το 'βρει
κι άλλος θα κάνει σχόλια.
Οκτώβριο θ' ανοίξει '
μα πόσοι θα 'χουν λείψει...
πόσους τα μαύρα βόλια
ταυ μαύρου τον θανάτου
θα 'βρουν' και πόσοι
στη ζάλη τους την τόση
θα πάν κοντά του.

Μα νέα βλαστάρια
το φως θα γεμίσει
στους κάμπους θ' ανθίσουν
νέα χορτάρια.
Στους αγρούς που μένουν
άγονοι και νεκροί
τώρα χρυσοί καρποί
τον τρύγο περιμένουν.
Καινούργιο σινεμά
και θεοί καινούργιοι.
Αθώοι και κακούργοι,
σερίφης που κρεμά.

Ωραίες και μαγκάκια
θα βλέπουν στο πανί
καινούργιοι νεαροί
με γυριστά μουστάκια.

 ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Μέσα απ’ την παγωμένη ομίχλη του κήπου  
με το βήμα του παφλασμού της θάλασσας συντονισμένη
η μυρωδάτη ελπίδα του τριαντάφυλλου έρχεται
να ξεπλύνει τα κακά όνειρα της νύχτας.

Μέσα στην προαιώνια αθωότητα του πρωινού
ο ουρανός ακόμα μαραμένος
ακόμα κοιμισμένη η φωνή του αηδονιού
θολές ακόμα από μυστήριο οι ψυχές.
 
Το νέο πρωινό έφτασε
πίσω του συντρίμμια αφήνοντας το ειδύλλιο
της νύχτας και του θάνατου.
Από το παιδικά άδολο πρόσωπό του
μυριάδες πιθανότητες ευτυχίας εκπηδούν.
Το μέλλον χρωματίζει τις παρειές του
και το χαμόγελό του
ανυστερόβουλο
σε όλα χαρίζεται.

Και στο χέρι του το κουβάρι κρατεί
του χαρταετού ήλιου
που κιόλας
χρωματιστός ξεπροβάλλει
πίσω από θάλασσες και όρη.

 ΣΑΡΑ
(Κρίση. Κοριτσάκι που πέθανε προσπαθώντας να ζεσταθεί με μαγκάλι)

Όχι θεός αλλ’ άνθρωποι
αισχροί συνωμοτήσαν
και να μην έχει ζεστασιά
η Σάρα αποφασίσαν.

Κι ενώ εκείνη ανύποπτη
αγκαλιάζει το μαγκάλι
ήσυχοι αυτοί στου χρήματος
φωλιάζουν την αγκάλη.

Και τ’ άδικο ενώ αυτοί
σκυφτοί μετράνε χρήμα
εκείνης μπαίνει το κορμί
στο γήινό του μνήμα.

Όμως το Σύμπαν αγνοεί
του χρήματος παιχνίδια
και όπως όλα και αυτό
ανταποδίδει τα ίδια:

η Σάρα ενώ στων Ουρανών
το τζάκι τώρα χλιαίνεται
ψυχή και σώμα εκεινών
σ’ αιώνιο πυρ θα φλέγεται.

 ΛΑΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ

Η Κίνα πάει για κοσμοκράτειρα.
Η Ελλάδα ούτε την Ελλάδα δεν ορίζει.

Το Ισραήλ ειν’ η παγκόσμια Τράπεζα.
Η Ελλάδα ειν’ ο παγκόσμιος ψωμοζήτης.

Το Ιράν το τρέμουνε σ΄Ανατολή και Δύση
Η Ελλάδα τρέμει έτοιμη να σβήσει.

Η Αίγυπτος σεβάσμια σ’ όλους.
Η Ελλάδα από κανέναν σεβαστή.

Δυναμικό το Ιράκ και τιμημένο.
Η Ελλάδα αδύναμη κι ατιμασμένη.

Όμως για τους κρετίνους της Ελλάδας
η Ελλάδα είναι χιλιοδοξασμένη
στου κόσμου όλου τα καλά είναι πρώτη
και όλοι τη ζηλεύουν στην υφήλιο…

 ΒΡΑΔΙΑ ΧΟΡΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΙΑΤΡΩΝ
ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
    
Λος Αντζελες. Νοέμβριος. Χορός επιστημόνων
Ωρα επτά. Η είσοδος είναι με σμόκιν μόνον.
Έλληνες που εφύγανε απ’ τη φτωχή πατρίδα
μια πλούσια κουκουλώθηκαν γρηά αμερικανίδα,

και τώρα ζούνε κάνοντας χορούς κάθε λιγάκι-
της ζωής εκούσιοι, ναυαγοί-της κοινωνίας ράκη.
Όπως απόψε κάνανε  κι εφώναξαν κι εμένα  
που άλλου είδους ναυαγός εβρέθηκα στα ξένα.

Ο ένας απ’ τον άλλονε τελείως ξεκομμένοι
και μόνον γέλιο άχαρο ένα τους απομένει
ψυχρό κι αυτό κι απόμακρο σαν κάποιο ξεχασμένο
φάντασμα γέλιου αλλοτινού-σαν κάτι πεθαμένο.

Δυο πολυέλαιοι κρέμονται τεράστιοι απ’ το ταβάνι,
μια ορχήστρα νέων ομογενών κάποια γωνία πιάνει
και πάνω στο τραπέζι μας άνθη ωραία ευώδη
που την καρδιά θα μέρευαν ακόμα και Ηρώδη.

Ψυχρή  ατμόσφαιρα-ψυχρά μιλήματα κι  αστεία
και μ’ ύφος που εταίριαζε στην αίθουσα την κρύα
σηκώθηκε αφού φάγαμε ένα αναιδές παιδάριο  
κι έκανε μία  διάλεξη θερμή  για  το  δολάριο.

Τι  κι αν  εβγήκε  απ’  τη   μικρή  ορχήστρα η  Γερακίνα
τι  κι  αν  νεράκι   ολόδροσο  να πα’   να φέρει εκίνα
μα γύρισε αξεδίψαγη  στο  παγερό  το βράδυ
γιατί   όσο και αν έψαξε  δεν  βρήκε ένα πηγάδι .

Κ ι  απ’ όλης  τούτης  της  βραδιάς  τον  νυσταγμένο  σάλο
τα λουλουδάκια αξίζανε μονάχα  δίχως  άλλο-
υάκινθοι, γαρύφαλλα, τριαντάφυλλα, ορχιδέες
που  με  λεξούλες   μας  μιλούν  που  είναι  πάντα νέες.

Έτσι περνούν οι ομογενείς στης ξενητιάς τα μέρη:
με το κενό για σύντροφο-με την ανία για  ταίρι.
Κι όποιος κατάρα θα ’θελε σε κάποιονε να δώσει
ας του ευχηθεί της ξενιτιάς το σκότος να τον ζώσει.


 ΕΛΕΝΗ
(Γριούλα στο χωριό Κούτελη Καλαβρύτων. Κυρ-Θιοφάνης ο σύζυγός της)

Διάβασα στη «ΦΩΝΗ» πως η Ελένη
πέθανε τάχα, λέει, κυρ-Θιοφάνη.
Όμως δε χάνεται και το βαγένι
όταν κρασί θα πάψει πια να βγάνει.

Στη θέση του για παντα αυτό θα μένει
κι έτοιμο να δεχτεί το μούστο θα ’ναι
αυτών που, απ’ τη Μοίρα διαλεγμένοι
μ’ ένα κρασί αλλιώτικο μεθάνε.

Κι έρχεται μες στα γύρω μου σκοτάδια
η φωτεινή κι ανέφελη μορφή της
κι ακούραστα γεμίζει όλα τ’ Αδεια
κι απλά κι αληθινά όλα μαζί της.

Όλο σκυφτή, σαν προσευχή να κάνει
σ’ έναν Θεό απ’ άλλους ξεχασμένο
ή σαν κρατώντας θερισμού δρεπάνι
καρπό να θησαυρίζει ευλογημένο.

Πάντα σκυφτή. Στο σπίτι και στο δρόμο,
στον κήπο, στο χωράφι, στο περβόλι,
σαν να εκράταε δέσμιες στον ώμο
Την Απονιά και την Κακία όλη.

Γι αυτό πονετικός κάθε της λόγος.
Γι αυτό κάθε ματιά της καλοσύνη.
Γι αυτό ποτέ και μάλωμα ή ψόγος
δε βγήκε από τα δύο της τα χείλη.

Γι αυτό και δε βοσκούσεν η Μοσκούλα
αν δίπλα της δε στέκονταν η Ελένη
(τα ζώα του λογικού δεν είναι δούλα-
με το θεό η ψυχούλα τους δεμένη).

Κι ένιωθες τη φωνή της απ’ την έγνοια
Λαφριά, για λύπες άλλων, να τρεμίζει  
καθώς θροΐζει μπόλια μεταξένια
του ζέφυρου το χάδι όταν τη ’γγίζει.

Πάντοτε καθαρό το σπιτικό της
το προκομένο της τόχε χεράκι,
κι απ’ το μπουφέ για ξένο ή για δικό της
δεν έλειπε καφές και λουκουμάκι.

Βοηθός του άντρα της κι όχι δυνάστης  
σοφός του σύντροφος και συμβουλός του  
Κόσμου και Σιγουριάς γύρω του Πλάστης
σύμμαχος και ποτέ αντίμαχός του.

Και πάντα αγαπημένη μ’ όλους γύρω.
Και πάντα αγαπημένη μ' όλα γύρω.
Και τίποτα γι αυτήν ξένο και στείρο.
Και τ’ Άγιο ευώδαε σιμά της Μύρο.

"Πέθανε" η Ελένη. Τίποτα όμως
γι αυτήν δεν άλλαξε: στην Ευτυχία
δεν οδηγεί κανένας άλλος δρόμος
πάρεξ αυτός που τράβηξε η Αγία.

Κι αν η ψυχή μου καυτερά δυό δάκρυα
έσταξε στ’ άκουσμα της κοίμησής της,
κι αν ως του απείρου αντήχησε τα μάκρια
ο σπαραγμός της άπελπης κραυγής της,

είναι γιατί μ’ Αυτής την απουσία
κι άλλη ανεκτίμητη μια σπίθα ακόμα
έσβησε από τη χόβολη τη θεία
που ’χει απομείνει πα’ στης γης το χώμα.

Και σπίθες πλέον τέτοιες δεν ανάβουν-
όλο μακρύτερα οι άθλιοι ανθρώποι
απ’ το θεό να τρέχουνε δεν παύουν
κι απ’ το θεσπέσιο του το χαροκόπι.

Δεν πέθανε η Ελένη κυρ-Θιοφάνη.
Βαθιά είναι κλεισμένη στην ψυχή μου
(και μέσα κει ο θάνατος δε φτάνει)
με τ’ άλλα πεθαμένα μου-μαζί μου»

 ΝΎΧΤΑ 9-10-98

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; είκοσι τέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει.

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο φτερό τους ό,τι φανταστείς,
πουλιά
με δυσανάγνωστα ονόματα σε ταυτότητες φθαρμένες
ξεκουράζονται πάνω στο σκοινί όπως σε νησί όταν μεταναστεύουν
τότε το ταλάντεμα παίρνει άλλον ρυθμό
που ως να προλάβει να στεριωθεί κι αυτός
οι δυο εικόνες ζαλίζουνε το μάτι και θολώνουνε το νου
τέτοιο ταλάντεμα μπορεί ακόμα να το προκαλέσει
ένα κουφέτο ή το κλάμα ενός μωρού-
πράγματα τόσο τραγικά στη βαθιάν ουσία τους,
όσο καλόδεχτα στο μασκάρεμά τους

απόψε ήμουνα παν’ από πρόσωπα και ιδέες
στο χώρο που το Τίποτα απλώνει-κι είδα
μέσα του σπόροι εφιαλτικοί και τερατώδεις να πλανιώνται
φαντάσματα ακόμα αγέννητων μορφών
και «μορφές» εδιάβαζες
και «σπίτια» και «γράμματα»
κι ένα σα μέσα σε αχλύ κρυμμένο σπέρμα
«Λόγος»
έγραφε πάνω του διστακτικά

βέβαια το να τρέξει κανείς για να ξεφύγει είναι η πρώτη σκέψη
όμως πού να πας-τα χέρια πίσω δεμένα, τα πόδια ξέψυχα
και-λες να χρειαζότανε κι αυτό-
η θάλασσα απέραστη μπροστά

ο θάνατος ειν’ ένα άγριο σκυλί αν δεν του πετάς
που και που καμιά πέτρα να φοβηθεί
θα σε φάει

και η ζωή είναι καλή έχει τις παγίδες της
τις ορέξεις, τους διαλογισμούς της,
τα νεύρα της καμιά φορά
στο βάθος δεν είναι μεγάλη συφορά
να είσαι ζωντανός
οι χάντρες στον σκοτεινό της λαιμό
λάμπουν σαν μπάλες πολύχρωμες σε πανηγύρι
το γέλιο της δεν είναι πάντοτε σαρκαστικό
και το σακούλι των ελπίδων της ξέχειλο-απλώνεις
και παίρνεις όσες θέλεις-ασυλλόγιστα
τώρα θα πεις γιατί μιλάω έτσι για τη ζωή
πρώτα δεν κινδυνεύω να μ’ ακούσει κι ύστερα
ας ακουστούν για λόγου της και μερικές αλήθειες

δε θρέφει ο καρπός τη ρίζα αλλά η ρίζα τον καρπό
οι χυμοί στα τριχοειδή ανεβαίνουν δεν κατεβαίνουν
τα κύματα του ατλαντικού στέλνουν τον αφρό τους
κατά τον άλλο κόσμο-ο αέρας φυσάει δυτικά
αυτά είναι ξένα για τα ρομπότ που ροκανίζουν ανθρώπους
και για το Χρόνο, που άνετα ροκανίζει και τους δυο

στιγμιότυπα
«θυμάσαι τις χάντρες;»
«όχι»
«καλά
γιατί δεν υπήρχαν χάντρες»
άλλο:
«ο κύριος βαρόνος έχει επιληψία»
«αλήθεια;»
«δεν ξέρω, ο κύριος βαρόνος δεν έχει επιληψία μα να πούμε κάτι…»

α! τυχεροί που είμαστε που δεν μιλούν οι πεθαμένοι-
που δεν έχουνε φωνή που ν’ ακούγεται από τ’ αυτιά μας
και που όταν με το στόμα το δικό τους κάτι πούνε
μόνο οι άλλοι πεθαμένοι τους ακούν και ακόμα
κάποιοι ζωντανοί που εντός τους σέρνουν πεθαμένους

οι αρμοί του κόσμου σκουριάζουν οι ρόδες του φθείρονται
οι κήποι του γεμίζουν αγκαθερά ξερόχορτα
Σκουριά, Φθορά, Ξέρα
λίγα βρύα μόνο πάνω τους θυμίζουν ζωή

όλα καλά
μα να φεύγεις νικημένος-αυτό μετράει.
έξω κι αν η νίκη είναι ήττα…

κλειστός ουρανός κλειστές λέξεις κλειστά νοήματα-όχι νοήματα
πώς να καταλάβεις;
ανηφόρες, πείνες, αποχωρισμοί, ερείπια
πώς ν’ ανασάνεις;

«έλα λοιπόν εδώ να δεις πώς ζούμε» της έγραψε
«να δεις πώς από μια κλωστή μονάχα κρατημένοι
σεργιανάμε με καμάρι τη ζωή μας, απλώνοντας
ψηλαφητά το πόδι σα σε ναρκοπέδιο, μη σκοντάψουμε
και πέσει η ζωή μας και τη χάσουμε
τη μοναδική

έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα-
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ είναι ανάποδα φτιαγμένα
τα σκοτάδια μας γνωρίζουνε
τα περιβόλια μας έχουν ξεχασμένους
όταν μας πέσει κάτω το μαντήλι μας
δε σκύβουμε να το σηκώσουμε
τους επαίνους
τους ακούμε αδιάφορα
και αστόλιστοι
μπορούμε να πάμε και σε γάμο ακόμα
έλα λοιπόν εδώ χωρίς άργητα
μας προλαβαίνεις δε μας προλαβαίνεις
γιατί όλα εδώ ξένα είναι και γι αυτό
γίνονται όπως πρέπει
κι αν κάποιος μας κακολογεί τόνε λυπούμαστε
όχι από υψηλοφροσύνη τάχα μα γιατί
χάνει τα λόγια του άσκοπα-ο καημένος
έλα, μας βρίσκεις δε μας βρίσκεις
εδώ που τα λέμε υπάρχουν και στιγμές
που η ζωή μας ξεγελάει ακόμα με κάτι πράγματα
σαν άνθη που μπερδεύονται με το χιόνι
σου είπα-ξεγελάσματα
όνειρα από θύμησες φτιαγμένα
μνήμες που ξανάρχονται σαν ζωντανές
κι αφού η ζωή λοιπόν μοιάζει με θάνατο
λέμε καμιά φορά μήπως μπερδέψαμε τις λέξεις
μα κι έτσι πάλι
ότι ελέγαμε για τη ζωή καθόλου δεν αλλάζει
μόνο που τώρα θα το λέμε για το θάνατο
μα ούτε τα παιχνίδια αυτά δεν μας τραβάνε πια
κι αν θέλεις να μας περιγράψεις με μια λέξη, να τη:
παραδομένοι
και πώς όχι- ας μάχονται
όσοι ακόμα δεν εξόδεψαν όλες τις ήττες τους»

οι νόμοι της Φυσικής αδιαφορούν για τα βιβλία που τους περιγράφουν
οι νόμοι της ζωής αδιαφορούν για τους ανθρώπους που διαφεντεύουν
το αχ δεν έχει παράσταση στις εξισώσεις της Φυσικής και της Χημείας
ούτε μπορούν οι νότες να το περιγράψουν
φωλιάζει στην ψυχή-εκεί που δε χωράνε
τα τεχνητά φθαρτά
και ούτε φθόγγος είναι ούτε αριθμός αλλά βέλος
που διατρυπάει την απεραντοσύνη
(το ρολόι μας δε φοράει προσωπίδα-οι χτύποι του
είναι χτύποι τσεκουριού σε κούφιο γέρικο κορμό)

«για συζήτηση μην κάνεις σκέψη
μιλάει κάποιος και κανείς δεν τον ακούει
κι αν τον ακούει δεν τον εννοεί
άλλες έννοιες κλείνει για τον καθένα η ίδια λέξη
ανάλογα με την ηλικία, τη μόρφωση, τις εμπειρίες του
και μοιάζουμε όταν μιλάμε σαν να παίζουμε
εκείνο το παιχνίδι που σ’ ένα χαρτί
γράφει ερωτήσεις ένας κι ο άλλος απαντήσεις
διασταυρώνοντάς τες ύστερα στην τύχη
καταλαβαίνεις, κι αν τυχαία κάποιο ταίριασμα υπάρξει
πάλι σε κατανόηση δεν οδηγεί αλλά επισφραγίζει
τη δυνατότητα διαφόρων απαντήσεων στην ίδια ερώτηση
έτσι το μόνο που μπορούμε
είναι να καθόμαστε αμίλητοι ένας απέναντι στον άλλο
και αυτή η στάση μας-όπως θα δεις-μας δίνει
μιαν αξιοπρέπεια που δεν έχει ο λόγος
ελα να μας δεις»

καλή η Αθήνα μα καλή κι η Έδεσσα
οι πλατείες της λάμπουν χλωμά τα φθινοπωρινά απογέματα
τα ροδάκινα ένας μικρός ήλιος το καθένα
οι καταρράκτες της ανύπαρκτοι όπως η ύπαρξη
του Μεγαλέξαντρου η ανίκητη ορμή τραντάζει ακόμα τη γη περνώντας
μα πόσο ακόμα οι λάμψεις;
ως πόσο οι πλατείες και τ’ απογέματα;
σφυράει το τρένο
ο αποχαιρετισμός
ιλαρός γιατί εγκαταλείπονται μηδενικά και εικασίες
και γιατί το τρένο είναι το μεγαλύτερο μηδενικό

μερίδιο στην ευτυχία δεν έχει ο χορηγός
η ευτυχία δεν έχει μερίδιο στη ζωή

τιποτένιοι απατεώνες μας πήρανε το πορτοφόλι.
με μέσα του όλα τα χαρτιά: αποδείξεις
κάρτες, τα εισιτήρια του θεάτρου, το σημείωμα
με τις δουλειές που έπρεπε να γίνουν
και ξέρουμε-όλα τα πέταξαν εκτός από τα χρήματα που βρήκαν μέσα
αν τουλάχιστον χανόταν κανείς από κάτι μεγάλο…

το βράδυ όταν σβήνουμε το φως χάνεται ο κόσμος
τίποτε τότε δεν υπάρχει
οι χώρες μένουν μόνο στο μυαλό
(και κείνο ξέρουμε όλοι τι σκαρώνει)
το ίδιο και οι άλλοι χώροι
μένει ο δικός μας κόσμος μόνο-το δωμάτιό μας
ή το κρεβάτι με το σώμα μας επάνω
ή το σώμα μας μόνο χωρίς τίποτα
έξω ή μέσα του

επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχαμε
γι αυτό καλώ τη μνήμη μοναδικό θεό
επειδή χωρίς τη μνήμη δε θα κέρδιζε
η αδημονία την υπομονή μας
το σκοτάδι το φως
ο θάνατος τη ζωή
επειδή η μνήμη γέννησε και μας και την ψυχή μας
την απληστία και την αγωνία μας
επειδή χωρίς τη μνήμη δεν θα υπήρχε ο κόσμος
γι αυτό καλώ τη Μνήμη τον Μοναδικό
ανήλεο θεό

ένα τεστ
ξενιτεμένοι είναι κείνοι που φεύγουν ή αυτοί που μένουν;
απάντηση: κείνοι που φεύγουν
αυτό, κι ας μην ξενιτευτείτε, πρέπει να το μάθετε
και ποιανού η κούπα έχει φαρμάκι κρύσταλλο αντί για πάτο;
του ξενιτεμένου, να το θυμόσαστε
και ποιανού το πρόσωπο είναι κείνο που είναι;
να ξέρετε, του ξενιτεμένου
για ποιον ο ήλιος είναι πηγή σκότους;
για ποιον του μαχαιριού κόβει και η λαβή του;
για ποιον στη γη επάνω δεν υπάρχει πανδοχείο;
για ποιον ο χειμώνας σέρνει πίσω του το πτώμα της Άνοιξης;
για το μετανάστη
να το ξέρετε
και ποιος είναι-ας το ξαναπούμε-
ο μετανάστης; κείνος που φεύγει ή κείνος που μένει;
κείνος που φεύγει-το θυμόσαστε, μπράβο


καλή είναι η Αθήνα
οι γειτονιές της έχουν ακόμα χρώμα
η ανάσα της έχει ακόμα ευωδιά
τόσο παλιά όσο το στρέβλωμα του νου
και όσο της ανθρώπινης δυστυχίας το μονοπάτι
είναι κι αυτό μια πρωτιά φανταχτερή για των θνητών τα μέτρα
καλή είναι η Αθήνα
με το τσιμέντο της
με τις εκκλησίες της, με τα νυφιάτικα μαγαζιά της,
με δυο άδειες τρύπες για μάτια, με ρουζ στα άσπρα ζυγωματικά,
με μάρμαρο στη θέση των ανθρώπων
κουφέτα, ανθοδέσμες, ρύζι, κώνειο, μηκώνιο
καλός κι ο ουρανός της Αθήνας-γαλανός
η περηφάνια του ντόπιου-η απόλαυση των τουριστών
οι περηφάνιες και οι απολαύσεις-δυο τραγανά κεράσια στη δλητηριασμένη τούρτα.

τη νύχτα δεν κοιμάσαι σε ξυπνάν τα ελικόπτερα
ψάχνοντας για φονιάδες και για κλέφτες
το φως τους εντονότερο από των άστρων
το μέγεθός τους πολλαπλάσιο του ήλιου
το βογγητό τους πιο βαθύ από τη θάλασσα.
γι αυτό οι άνθρωποι πιστεύουν στα ελικόπτερα
κι όχι στ’ αστέρια και στον ουρανό
γι αυτό οι αισθήσεις ειν’ ολέθριες-μας ξεγελούν
γι αυτό στραβά τα βλέπουμε όλα
κι η ζωή
μας οδηγεί σε λάθος δρόμο-μα και τι
αν κοίταζε τ’ αστέρια
θα ’πεφτε μέσα σε γκρεμό κανέναν

«έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές
τις μικροσκοπικές
που από λίγα μίλια μακριά δεν φαίνονται
ούτε αυτές ουτ’ εμείς μέσα τους
λέω για τα σπίτια που ’χουμ’ εδώ
κομψούλια καγκελάκια στα παράθυρα
συναγερμοί ηλεκτρονικοί που φτιάχνουν δίχτυ γύρω
η πόρτα με τρεις φραγμένη κλειδαριές
πίσω της το όπλο
κατ’ απ’ το μαξιλάρι το πιστόλι μας
έλα να δεις τις όμορφές μας φυλακές
με μόχθο από μας τους ίδιους σκαλιγμένες
πάνω στα κοφτερά του τρόμου βράχια
με περηφάνια γιατί τους εφτιάξαμε
μικρά όμορφα φρούρια
του κήπου το βράδυ τα φώτα αυτόματα ανάβουν    
στο πέταγμα των πουλιών της νύχτας
ή στο σούρσιμο κάποιας αλαφροπάτητης γατούλας
καθώς το γεύμα της ψωνίζει
μόνο εμείς δε βλέπουμε τον κήπο μας
γιατί μέσα του έκθετοι
θα ’μασταν στόχος
έλα να δεις τις μικρές μας φυλακές που μέσα τους
κλεινόμαστε πριν πέσει ο ήλιος
γιατί εδώ η σελήνη ο δικτάτορας απαγορεύει την κυκλοφορία
έλα να δεις τις φυλακές μας
πριν μας τις πάρει η τράπεζα γιατί εδώ
ως και τις φυλακές μας τις χρωστάμε
έλα να δεις»

έσπρωξε το καρότσι της με δυσκολία ως τ’ αυτοκίνητο
προσεκτικά έβαλε τις σακούλες στο καπό
μια ντομάτα κύλησε στο χώμα
την εκοίταξε, σκέφτηκε λίγο
στα σκουπίδια τέλος την πήρε και την πέταξε
πηγαίνοντας την έσπρωχνε ο αέρας κι έτρεχε άθελά της
γυρίζοντας επήγαινε αργά αργά σαν κολυμπώντας στον αέρα ενάντια
ή σαν να μάχονταν με το λεπτό της σώμα   
ν’ ανοίξει δρόμο μες στο πλήθος
τα μαλλιά της οριζοντιωμένα για πρώτηνε φορά κερδίζοντας
η επανάστασή τους στη βαρύτητα ενάντια
τέλος
με το μικρό της σώμα ταλαντευόμενο σαν βάρκα σε νερού γρήγορα κυματάκια
εμπήκε στ’ αυτοκίνητο με δυσκολία
και συνενοχικά γελώντας μου όταν ξαφνικά με είδε,
έκλεισε την πόρτα του αυτοκίνητου
έβαλε μπρος
έφυγε
ήταν εκείνη η Κυριακή που ο νοτιάς είχε λυσσάξει

οι μετανάστες! τα παιδιά της Νύχτας κι οι αδερφοί των αστεριών!
ζιζάνια με κόπο ξεριζωμένα
που ξεραίνονται κατ’ απ’ τον ήλιο
το χωράφι τότε βγάζει καλόν καρπό
σοδιά καλή για τον παραγωγό με πλούσια κέρδη
ο ιδρώτας του αγρότη τότε δικαιώνεται

απόψε το φεγγάρι ήρθε και ’στάθη στο παράθυρό μου
ίσα εκεί που έπεφτε το βλέμμα μου
τέτοια ωραία συμφωνία ήταν απρόσμενη
γι αυτό και αποκαλυπτική
ένοιωσα τότε πώς μπορούν
με τόσα πράγματα να παρομοιάζουν το φεγγάρι οι ποιητές
κάτι φωτεινό μες στ’ άφωτα τα πλάτη τ’ ουρανού
μπορείς με ό,τι θέλεις να το παρομοιάσεις
αφού ό,τι να πεις ταιριάζει όχι μόνο στου φεγγαριού
αλλά σε κάθε υποστάσεως τη μοναδικότητα

Τους φίλους τους είχα μέσα στο τσεπάκι του γιλέκου μου
σαν ρολόι χρυσό
χτυπούσαν εκεί δίπλα στους χτύπους της καρδιάς μου
καμιά φορά μπερδεύονταν οι δύο ήχοι- έλεγα
ας τους να μπερδεύονται, έτσι είναι οι φίλοι
να μην ξέρεις αν αυτοί είσαι εσύ ή εσύ εκείνοι
μια τέτοια εμπλοκή έλεγα είναι ευπρόσδεκτη
κι έτσι τραβούσε ο καιρός ώσπου μια μέρα
που είχε συννεφιά κι ο ήλιος δεν προσδιόριζε τις ώρες
αυτή τη μέρα θέλησα να δω τι ώρα είναι
τότε είδα
πως του ρολογιού μου οι δείχτες γυρίζουν ανάποδα
κι ότι χαμένος είμαι μες στο Χρόνο
το πέταξα κι εγώ και δόθηκα ολόβολος
στη νύχτα ή στη μέρα αδιαφορώντας πού

όταν έρθει η ώρα που όλα ησυχάζουν τότε είναι πολύ αργά
η άφωνη σάλπιγγα πρέπει μέσα στο σάλο να ηχήσει
κατόπι βλέπεις όλα από ένα επίπεδο πιο πάνω-κι αυτό
η δόξα είναι της ζωής για τους μικρούς ανθρώπους-κάτω βλέπεις ν’ αναδεύονται επιθυμίες αδιαμόρφωτες, πάθη θερμά,
πράξεις άσκοπες, ψευδαισθήσεις
και ο μικρός άνθρωπος-εσύ-
δεν μετράς πια στ’ ανθρώπινα

στις μεγάλες ηλικίες κανείς πρέπει να κάνει δίαιτα
όχι ξηρούς καρπούς, όχι λησμονιά όχι τσιγαριστά όχι εγκατάλειψη, όχι πολύ αλάτι, όχι αδιαφορία
χλωρούς καρπούς ναι, ελεημοσύνη ναι, βρασμένα χορταρικά ναι ψέματα καλοβρασμένα ναι ευγένεια ναι ζυμαρικά ναι
καμιά φορά μπερδεύονται τα πιάτα
άλλοτε κάποιος έχει αλλάξει ετικέτες στα μπουκάλια
ή κάποιο φαγητό τελείωσε
τότε τα πράγματα δυσκολεύουν
η διαδικασία αντιστρέφεται
τα ναι παίρνονται για όχι και τα όχι για ναι
μπορεί ακόμα και να ξαναγυρίσει κανείς για λίγο στην παιδικότητα

το δέντρο έξω από την κρεβατοκάμαρά μου ρίχνει τα φύλλα του
και τώρα φαίνονται τα πουλιά στα κλώνια του
να λυπηθεί κανείς για το θάνατο των φύλλων
ή να χαρεί για το φανέρωμα των πουλιών;

Επειδή όταν κανείς πεθαίνει τα πράγματά του μένουν ορφανά
αυτό δε θα πει πως δεν έπρεπε να πεθάνει
θα πει πως δεν έπρεπε να είχε ζήσει

αυτά δεν γράφονται για να εξασφαλιστεί μια ευπροσήγορη όαση
γιατί αν την ευπροσηγορία τη ζητάς
την έχεις κιόλας εξαντλήσει
γράφω για να μάθετε
για το μέλλον
ή για να κληροδοτήσετε τη γνώση στα παιδιά σας
για το μέλλον τους
κι έτσι κι αυτά ώσπου κάποτε
να μη φεύγουν οι άνθρωποι από τη ζωή αδίκιωτοι

ένας καλός λόγος χτυπάει κατάστηθα τη μοναξιά
αυτιά που δεν ακούνε τέτοιο λόγο απέξω
ψάχνουνε σε δικούς τους ήχους να τον βρουν
κι όταν τον βρούνε ειν’ αυτός ο λόγος ασταμάτητος
και ρέει ανυστερόβουλα
σαν το ποτάμι που κυλάει έτσι απλά κι ούτε γνωρίζει
πως γεωργοί ποτίζουν τα χωράφια τους με τα νερά του
κι όποιος θα πάρει το μαχαίρι να χωρίσει
το λόγο σε καλόν και σε κακόν
το αδύνατο του εγχειρήματος τόνε συνθλίβει

ξέρετε πόσα καράτια έχει η ξενιτιά; εικοσιτέσσερα
ξέρετε πόσες ειν’ οι έξοδες κινδύνου της; δεν έχει

ο βρόχος ταλαντεύεται σε κάθε αγεροφύσημα
μέσαθέ του περνάνε
κουβαλώντας στο………

 ΖΩ ΑΚΟΜΑ

Ζω ακόμα όχι διότι
την καρδιά έχω γερή
ή φουρτούνες δε με βρήκαν
είτε δύσκολοι καιροί.

Ζω ακόμα μόνο διότι
όπως όλοι οι άλλοι εγώ
δεν εγνώρισα τη νιότη
και ακόμα καρτερώ.

 ΤΑ ΑΠΑΝΤΑ

Είπα να εκδώσω τα άπαντά μου.
Μα το μεγάλο πρόβλημα:
Ποιους στίχους μου να εκδώσω-ποιους ν’ αφήσω!

«Αυτό το ποιηματάκι είναι καλό!», λέω ας πούμε.
Μα τη στιγμή την άλλη: «τι λέω ο βλάκας… χάλια έχει…»
Πάλι μετά από ένα ξαναδιάβασμα: «Καλό είναι»
Αλλ’ αμέσως: «…δεν αξίζει. Όχι. Μένει…»

Δισταγμοί και αποφάσεις ατελείωτες.
Αν κάποιος ήθελε να μου αποσπάσει κάτι
την ευκαιρία του θα ’χε τούτο τον καιρό
έτσι που αδύναμος μ’ αυτά και ζαλισμένος είμαι.

Α! Και να είχα γράψει όσα εμπνέομαι τις ώρες
που ο τόπος άβολος για γρλαψιμο είναι!
Τότε όλα και ανεξέταστα θα μπαίνανε!

Έτσι μου ’ρχεται να εκδώσω δέκα τόμους
με τα φύλλα τους λευκά!

 Ο ΕΛΛΗΝΑΣ


Την ύπαρξή του μια ελαστικότητα ποτίζει
που τον κάνει παντού να ταιριάζει
 και σε όλα να προσαρμόζεται.

Κάποια δύναμη τονώνει την ανεπάρκειά του
δίνοντάς του την αντοχή να κοιτάζει ακόμα γύρω,
τα χρυσά θαυμάζοντας παιχνίδια
και τους ασημένιους κύκλους  των ασεβών συναναστροφών.

Τα δίχως κουρτίνες παράθυρά του ατενίζοντας,
σαν μέσα σ' ένα κλουβί
στο άπειρο πεταμένο
νοιώθει.

Κι είναι ως, παίζοντας, κάποιοι
να παρασπονδούν
και
απέξω περνώντας,
ένα ξεροκόμματο κάποτε να του πετούν.

 Η ΓΡΙΑ

Βγήκε η γριά ν’ αγοράσει τσιγάρα.
Δόντια σαν ξεδοντιάρα τσατσάρα.
Κλαρωτό ένα φουστάνι φοράει
και καθένας μαζί της γελάει.

Βρε γριά, γιατί ακόμα καπνίζεις
και Μελεάγριο δαυλί μας θυμίζεις;
Και γιατί σαν να ήσουνα νέα
περπατάς, και σαν να ’σουν ωραία;

Μα κοντά στα κουσούρια της όλα
η γριά μας κουφή είναι κιόλα
κι όσο φτάνει στον Όλυμπο ο μπάτης
τόσο φτάνει η φωνή μου στ’ αυτιά της…

Να την! Τώρα, που στέκοντας κάπου
με μανία τραβά προς τα κάτου
τo φουστάνι της που ’χει ανέβει
και δεινά για το σύμπαν χαλκεύει.

 
ΣTON BIG ONE ΤΟΥ ΕΛ ΕΪ

Σεισμέ των τεσσεράμισυ πρωί
της δεκαεφτά Γενάρη,
μεγάλε Καρχαρία στη μικρή
λίμνη μας δίχως ψάρι,

καλώς μας ήρθες δύναμη τυφλή
για να μας δείξεις πάλι
πως δόξα, περιουσίες και τιμαλφή
είναι καπνός κι αιθάλη

κι ότι το μόνο φως το αληθινό
και ανεσπέρως λάμπον
το ταρακούνημα είναι το δεινό
λόφων βουνών και κάμπων.

Και πως τα όντα εμείς τα «λογικά»
του κομπασμού του τόσου
γελοία είμαστε μηδενικά           
στο μένος το άλογό σου.

 ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ
ΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗ ΣΤΙΣ 16-7-1960
ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΓΙΔΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΤΡΙΑ

Σπάρτη. Ιούλιος. Μεσημέρι. Έξω ο ήλιος πυρπολεί.
Τη 'λαφριά της 'εχει βάλει η πολιτεία περιβολή
και πουλάει το κορμί της στον Ευρώτα για δροσιά.
Έξω καίει, φουντώνει, βράζει, αναλιέται η δημοσιά.

Το σπίτι όλο ησυχάζει. Θα κοιμάται ο παππούς.
η γιαγιά θα ψιθυρίζει μονολόγους μυστικούς.
Θα πυρώνουνε στον κήπο τα σπυριά κάθε ροδιού
κι ο χυμός θα ζεματάει του μελάτου καϊσιού.

Το δωμάτιό μου όμως καταφύγιο δροσερό
κι όσοι ζήσανε στη Σπάρτη μια φορά κι έναν καιρό
είναι τώρα εδώ μαζί μου κι ο καθένας αρχινά
τη δική του ιστορία να μου λέει σιγανά.

Και μαθαίνω απ’ την Ελένη ότι πόθος εκείνης
η ιδέα μιας περιπέτειας ήτανε θαλασσινής.
Και μου λέει ο Λεωνίδας πως στους δρόμους τριγυρνά
και τους νόμους καταριέται που τον στείλαν στα στενά.

Κάποιο όχημα περνάει και στριγγλίζουν οι τροχοί.
Η στριγκλιά τους σαν σειρήνα στο δωμάτιο αντηχεί.
Μια στιγμή της ησυχίας χαλαρώνει η πυγμή.
Ένας σφάλαγγας τρυπώνει μες στου τοίχου μια ρωγμή.

Στο τραπέζι πάνω στήσαν οι θεοί ένα ναόν
και σχεδιάζουν νίκη Τρώων και χαμό των Αχαιών.
Αλλά γνώμη ίσως ν' αλλάξουν μέχρι αύριο το πρωί.
Φέρτε νέκταρ… αμβροσία… α! τι Τρώες τι
Αχαιοί…


    ΝΕΑ ΛΕΞΗ

Εμπρός οι γλωσσολόγοι όπου γης!
Καθένας το μυαλό του ας κεντρίσει
και το διπόδαρο το ζώο ευθύς
με λέξη νέα μια ας ονοματίσει.

Ο άνθρωπος κοιτούσε με τα μάτια
κι όχι με γίγαντες φακούς τ’ αστέρια.
Ο άνθρωπος δε ζούσε σε παλάτια
και δεν του  μοσκομύριζαν τα χέρια.

Με το υνί ο άνθρωπος το χώμα
το σκάλιζε και τάιζε το κορμί του.
Αλήθειες μόνο του έλεγε το στόμα
κι ήταν το πρόσωπό του το σπαθί του.

Τα πόδια του είχε για να τον πηγαίνουν
τα χέρια του τ’ αμπέλια ετρυγούσαν
κι είχε τα ρόδα για να τον ευφραίνουν
και μυρωδιές του δάσους τον μεθούσαν.

Σαν αγαπούσε άστραφταν τα σκότη.
Σαν έκλαιγε η Πλάση εσκοτιζόνταν.
Και ήταν η γυναίκα σκέψη πρώτη
και άμετρη η χαρά του όταν ερχόνταν.

Κι όταν το φως του ένιωθε να σβήνει
κι όταν την ύστατη άφηνε πνοή
ήξερε πως θα έβρει τη γαλήνη
που ήρθε και του τάραξε η ζωή.

Εμπρός οι γλωσσολόγοι όπου γης!
Καθένας το μυαλό του ας κεντρίσει
και το απάνθρωπο νιο ζώο ευθύς
με λέξη νέα μια ας ονοματίσει.

 ΤΟ ΠΑΡΤΙ
 
Θα κάνω ένα πάρτι πεθαμένων.
Στο δώμα μου που σάβανο μυρίζει  
στο φως δύο κεριών μισολιωμένων  
θα κάνω ένα πάρτι πεθαμένων.

Θα 'ρθει ο Βαγγελάκης του Βασίλη
θα έρθει ο Βαγγέλης του κυρ-Κώστα
θα έρθει η Θοδώρα της Τασίας
θα έρθει ο χλωμός ο Λεωνίδας.

Θα 'ρθεί ο Κουρβετάρης ο Δημήτρης
θα έρθει ο Βασίλης ο Αρβανίτης
θα έρθει ο Παπαδόπουλος ο Λάκης
και βέβαια ο Κολλιόπουλος ο Σταύρος.

Θα έρθει ο Χαράλαμπος της Μάρθας
θα έρθει ο "Ψεύτης" της ογδόης τάξης
και θα 'ρθει ανυστερόβουλα σκορπώντας
το λόγο τον καλό του ο Κοντογιάννης.

Στ' αδύνατα χεράκια του κρατώντας
μιαν άσκαστη παλιά χειροβομβίδα
που έλιωσε το αθώο του κορμάκι
θα 'ρθεί ο Βαγγελάκης του Βασίλη.

Αμίλητος ο Βάγγος του κυρ-Κώστα, '
κοσάχρονο σεμνό παλικαράκι
θα σέρνει τη βαριά του αναπηρία
επάνω στο μικρό του καροτσάκι.
 
Στα δάχτυλα η Θοδώρα θα μετράει
τις μέρες της ζωής της που απομένουν
προτού πάνω στα σίδερα του τραίνου
το άσχημο-ως θαρρεί- ρίξει κορμί της.

Ο Λέων, με το μαύρο του κουστούμι,
το μαύρο του το αίμα θα κοιτάζει
που δένοντας με μια τετραλογία
του βάφει κυανά τα δάχτυλά του.

Θα έρθει ο Κουρβετάρης-θα μιλάει
ταχύτατα που δε θα εννοούμε
τι θέλει να μας πει-οι εξετάσεις
έδειξαν κάποιον όγκο στο κεφάλι.

Γελώντας ο Αρβανίτης ο Βασίλης
θα δώσει μια παράσταση αστεία,
σοφός ο Παπαδόπουλος ο Λάκης
φωνάζοντας σχεδόν θα ρητορεύει.

Τη θάλασσα ο Σταύρος θα μας λέει
ποτέ τη φοβερή πως δε φοβάται,
θα κάνει ο Χαράλαμπος αστεία,
ο "Ψεύτης» μ' εξισώσεις θα μιλάει.

Θα κάνω ένα πάρτυ πεθαμένων.
Στο δώμα μου που σάβανο μυρίζει
στο φως δύο κεριών μισολιωμένων
θα κάνω ένα πάρτι πεθαμένων.


 ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
(Λος Άντζελες 1994)

«Oι γιατροί είναι το εκτελεστικό όργανο της Μοίρας» είπε.
Θυμάμαι ήθελα κάτι να πω.
Κάτι να συμπληρώσω.  
Τι, δεν ήξερα.  

Πέθανε από καρκίνο.

Φεύγοντας από την πατρίδα
πήρα το μνήμα του μαζί μου.

Άφησα την ψυχή και την καρδιά μου άστεγες
σαν Νύμφες απ’ τα στέκια τους διωγμένες
κι έφερα το κορμί μου και το πέταξα
βορά στ’ ατσάλινα σαγόνια
(ε, όσο και να πεις
μήπως και οι εδώ καλοπερνάνε;)

Και μέσα από φαντάσματα εγκλημάτων
και μέσα από σκιές αδικιών
και μέσα από συστήματα ενοχών περνώντας,
ανυπόστατων,
έφτασα μπρος στον μπρούτζινο ζυγό.

Και πώς ζυγίζονται οι Ψυχές;
Και πώς ζυγίζονται οι νύχτες οι αξημέρωτες;
Και πώς τα δάκρυα που πια έχουν στερέψει;

Τώρα γνωρίζω τι ήθελα να συμπληρώσω:
«Κι οι δικαστές Δημήτρη… Κι οι δικαστές…»

 ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΕΡΩΤΑ

Αν ήσουν δίκαιος Έρωτα
δεν έπρεπε να δώσεις
την εδική σου πεθυμιά
σε με, ούτε ν' απλώσεις
μπρος μου του πόθου το στρατί
λεύτερο από 'μπόδια
και, σαδιστή πορνοθεέ
να μη μου δώσεις πόδια.

Σκύλε θεέ αφού ήθελες
να με κορέσεις πόθο
για της γυναίκας το κορμί
ας μ' έκανες να νιώθω
την πλήρωσή του-άτιμε,
ας μ' εκανες ωραίον
το νέκταρ όλο να τρυγώ
των ποθητών θηλέων,
 
και τη λαχτάρα της καυτής
της σάρκας να κορέσω-
υποκριτή, πουτάνας γιε
ας μ' έκανες ν’ αρέσω.
Ή αφού  πάλι απεχθή
μ' έκανες, κράτησέ με
μακριά απ' του πόθου τον χορό
και κει παράτησέ με.

Τώρα τη φλόγα που με καίει
πώς άλθιε να τη σβήσω;
Και πώς εγώ γλυκές χαρές
αγάπης να τρυγήσω;
Γι αυτό κι εγώ κολοθεέ
φωνάζοντας στο λέω
πως είσαι η λέρα τ' ουρανού
με λάμδα κεφαλαίο.

     ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Πίσω να πάω ήθελα πάντοτε στο χωριό μου
Και να! η ώρα έφτασε. Ταξίδι ξεκινώ.
Άλλα σημάδια ήξερα όμως εγώ του δρόμου
Και το ταξίδι ήτανε, μου εφάνη, μακρινό.

Πλησιάζοντας τ’ αρώματα περίμενα να νοιώσω
Που του χωριού μου οι πλαγιές την Άνοιξη σκορπάν,
Μα λιβανιού τη μυρωδιά μυρίζω τώρα-α! πόσο
Αλλιώς ειν’ όλα!  Κι άνθρωποι στους ώμους τους με παν.

Αρνιών τα κουδουνίσματα περίμενα στη στάνη
Και θυμιατήρια αντίς γι αυτά στ’ αυτιά μου αντηχούν.
Μιλήματα παλιόφιλων σε ξερικό μποστάνι,  
Τώρα τροπάρια ακώ να ηχούν-παπάδες να μιλούν.

Βγάλτε με! Βγάλτε με από δω! Εγώ δε θέλω χάρο
Εμέ δεν πρέπει χώσιμο βαθιά στην κρύα γη
Απ’ τη ζωή ακόμα εγώ έχω πολλά να πάρω
Τις νύχτες πήρα όλες της-δεν πήρα μιαν αυγή.

Αν με το μέτρο της χαράς τη ζήση εσείς μετράτε
Ιδέτε το δισάκι μου κενό από χαρές.
Δεν έζησα. Να θάψετε πέστε λοιπόν ποιον πάτε
Φτιάχνοντας πίσω του μακριές αργόσυρτες σειρές;

Αν πάλι οπωσδήποτε σεις πρέπει να με θάψτε
Βλέπετε κείνα τα μωρά που κλαίνε για βυζί;
Ειν’ οι χαρές μου οι ορφανές. Τρίδιπλο τώρα σκάψτε
Λάκκο βαθύ και βάλτε τες κι αυτές μ’ εμέ μαζί.

Και κει, στου τάφου την ερμιά, στο τρίσβαθο σκοτάδι
Ίσως εκεί ένα άλλο φως να έβρω μυστικό
Και την αυγή που έψαχνα να τήνε βρω στον Άδη
Και οι χαρές μου πιόμα εκεί να βρουν μεθυστικό.

 ΚΟΛΥΜΠΙ

Πόσο καλά οι άλλοι κολυμπάνε!
Μες στο νερό πλέκουν στροφές κάνουν,
βουτούν, ξαναβγαίνουν, χαριεντίζονται.

Εκείνος δύσκολο πολύ το βρίσκει όλα αυτά να κάνει.
Μιά αντίσταση
κάθε του κίνηση περιορίζει.
Και ούτε την ευελιξία, ούτε την αλαφρότητα
των άλλων έχει.

Πολύ αυτό τον θλίβει. Και τα χρυσόψαρα
γύρω από κείνους μόνο τριγυρνούν.

Μα θλίβεται αδίκως. Αυτός
στα ρηχά όχι, μα στα βαθιά κολυμπάει.
Και κει οι κινήσεις του δεν δυσκολεύονται.
Και αν ούτε χρυσόψαρα εκεί πηγαίνουν,  
μα ανάγκη-
τέτοιο όποιος γνωρίσει βάθος-
δεν έχει από χρυσόψαρα κι ευελιξίες.


 ΡΗΣΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ

"Αν δε χτίσεις σπίτι κι αν κορίτσι δεν παντρέψεις
δεν έχεις κάνει τίποτα στη ζωή σου"
λένε οι αμερικάνοι.

Πήρα κι εγώ ένα στίχο του  Whitman
και πλάι τον έβαλα στο σπίτι το μεγάλο
της οδού Κτιστών
του τόπου Γη.
Την άλλη μέρα παραρτήματα οι εφημερίδες:
"Γιγάντιο οικοδόμημα πλάι σε σπίτι συμπολίτη
μας μες σε μια νύχτα-
θαύμα ή ομαδική οφθαλμαπάτη;"

Και πια το στίχο πάλι επήρα
και πάλι μες στο ποίημα τον έβαλα
ώστε και τους θνητούς να επαναφέρω
στην πρότερή τους απλοπάθεια και αποπλάνηση,
και να κοπάσω τις πικρές
τις θρηνωδίες του ποιήματος
απ’ όπου αυτόν το στίχο είχα βγάλει.

 Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ
 
Τη στολή της υπηρέτριας φορώντας
Τον γύρω χώρο εξετάζει.

Αυτό το ξύλινο συγκρότημα καλό της φαίνεται
λίγο μετά από δυο μηνών ξεκούραση να ξεμουδιάσει.  
Τα χέρια τέντωσε τ’ ακόμα ναρκωμένα.
Στάθηκε λίγο, αναθυμήθηκε σα σε όνειρο
την ευτυχία των στιγμών εκείνων
όταν πετώντας την ποδιά της πέρα
γυμνή και ολοπόρφυρη πυρώνει:
την ταραχή που φέρνει στους ανθρώπους
τη μελωδία των πυροσβεστικών και των ασθενοφόρων
τις θρηνωδίες… τις κραυγές…
Τι απόλαυση!

Αμέ τα πέρα δώθε των ταλαίπωρων θνητών
που κουβαλούν νερό με κουβαδάκια
λες και να σβήσουν θέλουν μιας φουφούς τα κάρβουνα…  

Όλα έτοιμα για πανδαισία μιας ή δυο νυχτών!  
Ν’ αρχίσει όμως από πού;
Εδώ κάτι σκουτιά…
Εκεί πέρα ξύλα… πυροτεχνήματα πιο κει…
Το κτίριο μιας εφημερίδας παραδίπλα…  

…Λοιπόν…  θ’ αρχίσει από κείνα να ξερά χορτάρια.
Το απολαμβάνει να κοιτάζει έπειτα
να ψάχουν την εστία της να βρούνε …

Μόνο βροχή καμιά
θα ήταν ικανή τη γνώμη της ν’ αλλάξει.
Αλλά  μπα! Τέτιον καιρό βροχή σ’ αυτό το μέρος…
αποκλείεται! Ύστερα
με τον ουρανό καλά τα πάει.

Και τράβηξε για τα ξερόχορτα.

 ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Ζηλεύω αυτούς που όταν χτυπήσει το τηλέφωνο
είτε στην τσέπη το έχουν ή στο σπίτι
με μία κίνηση αμέριμνη το παίρνουνε
και "εμπρός!", ακόμα και γελώντας λένε.

Άραγε άφοβοι είναι πως η μοίρα τους
μπορεί κι από μακριά να τους χτυπήσει;
Κι αλήθεια υπάρχουν κάποιοι που προσμένουνε
κάτι καλό από άλλονε ν’ ακούσουν;

Υπάρχουνε γι αυτούς ώρες ευφρόσυνες
όπως νεράϊδες μες στα παραμύθια;
Ο τρόμος με το χτύπο του τηλέφωνου
δεν έχουνε γι αυτούς ακόμα σμίξει;

Μία φορά ας γινότανε να σήκωνα
έτσι κι εγώ το τραγικό τηλέφωνό μου,
να ’χω να λέω κι εγώ πως μες στη ζήση μου
για μια έχω στιγμή τον τρόμο διώξει.