Σάββατο 31 Αυγούστου 2024

 ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΓΙΑ ΠΑΡΕΑ

Με Ελληνίδα για παρέα
Ολα καλά κι όλα ωραία.
Η γλώσσα λύνεται κι ο νους
Πετάει σ' άλλους ουρανούς.

Και ξαναζούν οι γειτονίτσες
Με τις ανθόσπαρτες αυλίτσες
Και ξαναζούν οι συντροφιές
Με τις κουβέντες τις ζεστές.

Και να οι φίλοι. Να η ταβέρνα.
Και να τα "φέρε" και τα "κέρνα".
Και να το κέφι! Να η χαρά!
Και να τα βράδια τα ιλαρά..

Όλα καλά. Μα η ψυχή μας
Σα να μη χαίρεται μαζί μας
Και, πρώτη της φορά σκυφτή
Σαν να γυρεύει να κρυφτεί..

Ω! Μνήμη! Μη μας βασανίζεις.
Το μνήμα μ' άνθη μη στολίζεις.
Φως όσο κι αν λαμπρό κρατείς
Μνήμη ο ζόφος μας βαθύς.

Μνήμη σκληρό έχεις το χάδι.
Λυγμούς γεμίζεις το σκοτάδι.
Φύγε-α-φύγε μακριά-
Μνήμη πικρή ξεχνά μας πια.

Μ' αν έρθεις άκου μια ευχή: ,
Στόχο μη βάλεις την ψυχή.
Τη φονική σου μαχαιριά
Δόστηνε μνήμη στην καρδιά.

 ΜΑΥΡΟ-ΑΣΠΡΟ

Οι μαύροι ωκεανοί δε με φοβίζουν`
πιοτό φαρμακερό αλλά τους πίνω.
Μα η άσπρη όταν έρχεται σταγόνα
το φως της το πολύ πώς ν'  απαλύνω;

Άχου-τη λύπη την κρατώ
μες στο φαρδύ μου ράσο
μα τη χαρά μου-τη χαρά!
με ποιον να τη μοιράσω;

 ΟΛΕΣ

Η ζωή είναι ολιγαρκής.

Ένα ποτήρι νερό
ξεπλένει όλες τις αναμνήσεις.
Το χαμόγελο ενός κοριτσιού
ανοίγει μια τρύπα στο τείχος της απνοίας.

Στην ευρύστερνη πολλαπλότητα των εναντιώσεων
το αεί νοούν φωλιάζει εφησυχάζον.

 ΛΙΒΑΝΙ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ

Μια φορά το δίμηνο περίπου
οι ξεριζωμένοι συναθροίζονται.
Με τα καλά τους ντύνονται σεντόνια
γεμίζουνε τις τσέπες τους σπερνά λιβάνι και κρασί
και πάνε.

Τα κόκαλά τους τρίζουνε στις χειραψίες.
Διστακτικά κι αμήχανα τρώνε
σαν κάτι αταίριαστο να κάνουν.

Τo κρύο της βραδιάς μπαίνει στο δωμάτιο
σα να 'τανε το σπίτι ανοιχτό.

Ανάμεσα σε δυο άδειες καρέκλες η συνεχώς ομιλούσα κυρία.
Ανάμεσα σε δυο χιονισμένα βουνά σιωπής
μια χαράδρα στεγνού λόγου.

Και η Τζούλια με τη μετάφρασή της.

Μια κυρία
κρατώντας ένα ποτήρι ψεύτικο κρασί
λέει δυνατά:
"Ήμουν προϊσταμένη του κυρίου Κελέκη!"
Και οι λέξεις της πέφτουνε αμέσως κάτω
κούφια-άδεια λόγια
γιατί η προϊσταμένη είναι κενή και γκρεμισμένη
και γιατί ποτέ δεν υπήρξε κύριος Κελέκης.

Λέξεις κενές
νομίζεις ότι τις φαντάστηκες.
Όμως όχι.
Ο οικοδεσπότης -τρία δολάρια το κεφάλι-
νιώθει την παρουσία τους
κι ανοίγει διάπλατα την πόρτα.
Οι λέξεις,
που δεν έχουν τι να κάνουν
ορμούν έξω.

Ομιλεί ο κύριος πρόεδρος:
"έχουμε την ευτυχή συγκυρία.." (πού την έχουν άραγε;)
"...τον κύριο Κωνσταντόπουλο
τέως δημοσιογράφο της ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗΣ..."
Ο κύριος Κωνσταντόπουλος από συνήθεια μόνο
διορθώνει: "της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ!"
και ξανακοιμάται.
Κάποιος γιατρός φωνάζει: "στην Αμερική
πρέπει ν' αγωνιστείς για να περάσεις στην αντίθετη όχθη
μα όταν βρεθείς εκεί, αυτό ειν' όλο-σώθηκες!".
Τι να σημαίνει τάχα "σώζομαι" 'δώ πέρα;

 "ΣΩΠΑ"

Τη νύχτα προς τις δυόμισι με τρεις
σαν μεθυσμένος μ'  αϋπνία μπεκρής
στον ουρανό κοιτάζω κι αντικρίζω
το φεγγαράκι το ασημί και γκρίζο.

Μόνο καθώς εμένα περπατεί
στον ουρανό τον έρμο και πλατύ
χλωμό σαν άρρωστο ένα παιδάκι
και με πικρό-αγέλαστο χειλάκι.

Και λέω: "τι να κάναμε κι οι δυο
και μια ζωή περνάμε ρημαδιό.."
και λέω: "ποιος τους δρόμους μας χαράζει
και οδοιπόρους μέσα τους μας βάζει.."

Και λέω: "όποιος κι αν είναι, όσο ζει
χαρούμενη μια μέρα να μη δει-
του πόνου η φωτιά να τονε καίει
και όλο να θρηνεί, κι όλο να κλαίει..."

Και πριν ο λόγος μου κιωθεί ο φριχτός
"σώπα! " μου λέει του φεγγαριού το φως,
"έτσι που εκεί θερμά παρακαλιέσαι
τον εαυτό σου αδέρφι καταριέσαι".

 HENCOCK PARK LIBRARY

Πέντε παρά δέκα απόγεμα. Publick library of Hencock park.
Κτίριο απρόσμενα άσπρο.
Νεοκλασσικό ελληνικό-σχεδόν ιπτάμενο.
Μια έκπληξη.
Σφυρίζοντας κατεβαίνουν δυο έφηβοι.
Μες στ' όνειρο τα μάτια τους δοσμένα.
Ιδεατοί.

Μπαίνω.
Ί would like..."
Χαμόγελο.
"Tio come please...this gentleman wants... Tio will show you... Thank you..." "Thank you..."

O ήλιος ενώ θα 'πρεπε να 'χει κρυφτεί
φωτίζει χαρούμενα τις στιγμές
μπαίνοντας από τ' ανοιχτά μεγάλα παράθυρα.

Μία απόκοσμη, αγγελική φωνή:
"Tio.the door please... thank you...thank you..."

Χρυσόδετα βιβλία στα ράφια.
Χώρος άνετος.

"Excuse me, l would like a book about parakeets..."
"This way please... thank you...thank you..."

Στην έξοδο.
"These books please..."
"Sure...thank you..."
χαμόγελο.
Γλυκιά ματιά αναίτια παρατεταμένη.
"Have a good night..Thank you... thank you..."
"thank you... thank you..."

Γιατί ετούτο το δεκάλεπτο ντύθηκε άφθαρτα ρούχα;
Γιατί τα χέρια της αρπάχτηκαν απ' τα δικά του καθώς υπόγραφε;
Ισως γιατί η Sscherry
την ώρα εκείνην ακριβώς
συνουσιαζόνταν.
Kι η μέρα τέτοιαν ώρα ονειροντύνεται.
"Thank you...thank you...thank you..."
"Thank you...thank you...thank you...thank you..."

 Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΠΑ

Αυτό το δανεικό μικρό βιβλίο-
αυτή η ποιητική ανθολογία –
ετούτο το ζεστό το πανδοχείο
στη νύχτα την αφώτιστη και κρύα-

ετούτο το βιβλίο που επήρα
εχτές στη Δημοσία βιβλιοθήκη-
ετούτη η φωτερή ανθοπλημμύρα-
τα ονειρικά αυτά χερσαία φύκη-

ετούτο το μικρό βιβλιαράκι,
τι ήχοι μες στα φύλλα του που ηχούνε!
τι ανήκουστα θεριά! τι θείοι δράκοι!
τι τέρατα τυφλά το κατοικούνε!

Τι χρώματα εξαίσια-τι τοπία-
τι κάστρα που υψώνονται εντός του!
πώς σάρκινη προβάλλει η ουτοπία-
χορτάτες πώς οι ύαινες του Νόστου!

Και πώς μες στις σελίδες του μια θέση
κρατεί και μια γωνιά για τον καθένα
και πόσο συμπονούν όποιον πονέσει
τα τόσα μυστικά που 'χει κρυμμένα...

Καθώς με κρύα χέρια ξεφυλλίζω
τα φύλλα τ’ απαλά σαν περιστέρια
εντός του άλλα πρόσωπα αντικρίζω
και βλέπω να σαλεύουν άλλα χέρια.

Και τρέμοντας τα χέρια μ' αγκαλιάζουν
κι ολόχαρα ματάκια με θωρούνε
και άϋλα κορμάκια πλησιάζουν
τον φίλο τον καινούργιο για να δούνε.

Και μέσα τους αφήνομαι και σ' άλλην
ζωή και κοινωνία φτερακίζω
και κει αναστηλώνομαι και πάλι
και πάλι προσπαθώ...και πάλι ελπίζω...

 CAFE  TERRACE  AT  NIGHT
(Van Gogh)

Φωτοπερίχυτη γωνιά με δάπεδο ερυθρό.
Δίπλα του σούρουπου η ζωή-της νύχτας η πειθώ`
Δυο κόσμοι-ο ένας ζωντανός, λουσμένος μες στο φως
κι ο άλλος πλάι του σταχτίς, αφώτιστος, κρυφός.

Ένα "καφφέ" παρισινό` μικρά και στρογγυλά
τα τραπεζάκια στέκονται κομψούλια και ψηλά
με τις καρέκλες δίπλα τους κυρίες ελκυστικές
χίλιες μικρές απόκρυφες να υπόσχονται  χαρές.

Νύχτα! Παρίσι!  Άνοιξη!  Ζολά!  Μπωντλαίρ!  Ουγκώ!
Ω!  αηδονάκι του φωτός στον κόσμο το μουγγό!
Α!  και ζωγράφε που πολύ ό,τ'  ήθελα να δω
αφού εγώ δεν πήγα εκεί μου το  'φερες εδώ.

 ΕΡΥΘΡΟ

Θα χτίσω ένα ποίημα όχι με στίχο.
Θα χτίσω ένα ποίημα όχι με λέξη.
Θα χτίσω ένα ποίημα με πέτρινο τοίχο
θα φτιάξω ένα ποίημα γερό-για ν' αντέξει.

Τσιμέντο θα βάλω στην κάθε γωνιά του
θα ντύσω με σίδερο την κάθε του κώχη
θα φτιάξω ένα ποίημα που μόνο η θωριά του
του Χρόνου να κάνει να τρέμ' η απόχη.

Και όπως γερά εγώ θα 'χω χτίσει
θεμέλια, πατώματα, στέγη και τοίχους
αλήθεια πολύ-πιο πολύ θα κρατήσει
από τους σαθρούς-τους φτηνούς μου τους στίχους.

Σε κείνους που θα 'ρθουνε ας με θυμίζει
λοιπόν όχι οι στίχοι μου μα λίγο τσιμέντο.
Μόνο ένα λουλούδι γλυκά που μυρίζει-
λουλούδι ερυθρό να του βάλω στο πέτο...

 ΟΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΑΝΩΘΕΝ
RESTAURANT "EARLY WORLD"
DOWNTOWN L.A.

Με βία ανασαίνουν
με βία περπατούν
στο RESTAURANT μπαίνουν
μαγκούρα κρατούν.

Μιλούν σαν να ψέλνουν-
τα μάτια ογρά-
αργά παραγγέλνουν
και τρώνε αργά.

Με τακτ κι αξιοπρέπεια
τους γύρω κoιτούν
σωστά, με συνέπεια
τα ρέστα μετρούν.

Κατόπι τη θύρα
διαβαίνουν δειλά
(τα μάτια τα στείρα
να βλέπουν ψηλά)

και παν και πεθαίνουν
με βήμα αργό
στο δώμα που μένουν
το πάντοτε υγρό.

 "FLOWERING PLANTS FLOURISHED
DURING THE PALEOCENE EPOCK.."
(NEW ENCYCLOPEDIA OF SCIENCE)

Φαντάσου το νιογέννητο χώμα να σκέπουν άνθη.
Φαντάσου χρωματόπνιχτα τα βάθη χαραδρών.
Φαντάσου την ατμόσφαιρα να μην πληγώνουν πάθη
ούτε τη γη πατημασιές ανθρώπινων ποδιών.

Φαντάσου ένας πρωτόφαντος ολανθισμένος κήπος
ναν' όλ' η γη' κατάπληκτα να μένουν τα πουλιά
και να υμνούν τον πλάστη τους δίχως το φόβο μήπως
δίποδα όντα λογικά τους κόψουν τη μιλιά.

Ή αν σε βολεί καλλίτερα φαντάσου μια παρθένα
(μπορείς ακόμα τάχατες έστω να φανταστείς;)-
μιαν ασυντρόφευτη, μικρή, χαρούμενη παρθένα
πριν ούτε ακόμα φαντασιά να είναι ο βιαστής.

 ΣΤΟ ΧΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΙΜΙ ΒΑΛΛΕΥ

Ειν’ ένα χτήμα μια απλωσιά.
Λουλούδια προς το βάθος
Και δίπλα μας και γύρω μας
Ο,τι χλωρό θελήσεις:
Ντομάτες, φράουλες, αρακάς,
Μπάμιες και φασολάκια,
Βασιλικός και άνηθος,
Πατάτες, κολοκύθια…
Και λάμπουν μες στ' απόγιομα,
Πιότερο από τον ήλιο
Τα γένια τ’ αραποσιτιού
Και οι κιτρινοπράσινες
Κολοκυθοκορφάδες.

Μέσα σ' αυτή την απλωσιά
Μικρές νοικοκυρούλες
Σαν τ' αγριοπερίστερα
Αλέγρα τριγυρνώντας
Μαζεύουνε τα φρέσκα τους
Και τα σαλατικά τους.

Φορές, εκεί, μία φωνή
Έξαφνα κάποια βγάζει
Για να καλέσει το παιδί,
Ή για να την ακούσει
Η φιλενάδα που γερτή
Μακριά μαζεύει πέρα.

Μέσα στην ήσυχη εξοχή-
Μέσα στου αίθριου χτήματος
Την απεραντοσύνη,
Έρχοντας σαν μια κίνηση
Στου ακίνητου τη χώρα,
Ακούγεται αυτή η φωνή.

Σαν από κόσμο άλλονε
Ή σαν μια υπενθύμιση
Αιωνιότητας, ή σάμπως .
Έξαφνα να Ερωτεύεται
με  τον εαυτό του ο κάμπος.

Έτσι θ' ακούγεται η φωνή
Του θεού μέσα στο Σύμπαν.

 ΣΤΗΣ  ΕΡΗΜΟΥ

Κάπως έτσι θα  'χει γίνει
κι ήρθα στη ζωή-
στης ερήμου το καμίνι
όπως πα'  η βροχή.

Έτσι εκείνη άσκοπα όπως
πίνεται απ'  τη γη
κι ο δικός μου τέτοια ο κόπος
έχει ανταμοιβή.

Κι όπως 'κείνη δεν ποτίζει
δέντρο ή ανθό
και για με η μοίρα ορίζει
έτσι να χαθώ.

Και θλιμμένη λογαριάζω
και χλωμή "γιατί-
α!  γιατί μ'  αυτόν να μοιάζω"
θα ρωτά κι αυτή.

 Η ΙΤΑΛΙΔΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΙΣ

Μια ιταλίδα μετανάστις είμαι στην Καλιφόρνια.
Δουλεύω στο "Ότσι Τσόρνια", πιτσάδικο απ’ τα καλά.
Μια τραγουδώ σοπράνο μια παίζω πιάνο
τι να κάνω...
Δεν είχα προκοπή στην Ιταλία
κι ήρθα ’δω.
Με πήρε κάποιος πατριώτης σ' αυτό το μαγαζί-
για μια άρια
πέντε δολλάρια.

Στο κέντρο στέκομαι του μαγαζιού
και τραγουδώ με πόνο και με πάθος.
Μονάχα οι γκαρσόνες μ' ενοχλούν
που με τα πιάτα τους περνούνε από μπροστά μου.
Και θα με ρίχναν αν εγώ
δεν εσυντόνιζα τις απαιτούμενες από την άρια
κινήσεις των χεριών μου έτσι
που να ταιριάζουνε με την προφύλαξή μου από δαύτες.

Μερικών τραβώ την προσοχή
και με χειροκροτούν τρελά.
Δεν ξέρω αν το χειροκρότημα είναι για το τραγούδι
ή για την ομορφιά μου
(κρατιέμαι ακόμα).
Μα όπως να 'ναι
τον κόπο αξίζει-
η δουλειά αυτή με ταϊζει.

 ΠΡΟΒΟΛΗ

Προβολή στον τοίχο-
δίχως ήχο-
τον ασπρίζοντα.
Σλάϊντς σφύζοντα
από Ελλάδα.
Τα 'δα, τα ξανά 'δα-

και δεν ήταν λίγα-
και επήγα
κι επισκέφτηκα
(η το σκέφτηκα;)
κάθε άκρη.
Κι έτρεχε το δάκρυ...

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΒΕΡΝΑ ΣΤΟ ΛΟΣ
ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Γυμνόστηθες Καρυάτιδες
γύψινες και στον τοίχο κολλημένες
τροφή για τους απάτριδες
μαζί με τις πατάτες τις ψημένες.

Ο γύψινος Ηνίοχος
ανάμεσα στα φρούτα και στο πιάνο
κι ο κύριος Αντίοχος
σκυφτός στα φοροχάρτια του επάνω.

Η Αθήνα στο Λος Αντζελες
με λιόλαδο τζατζίκι και κεφτέδες-
τι άλλο φίλε θα 'θελες
από ένα μαγαζί για εμιγκρέδες;

Ως και τα δυο αδιάφορα
γκαρσόνια που νυστάζανε λιγάκι
στο νεύμα του εστιάτορα
χορέψανε αυθόρμητα συρτάκι.

 ΨΙΘΥΡΙΖΟΝΤΑΣ

Επειδή η Αμερική είναι βάρβαρη χώρα
γι αυτό κάθε πρωί παίρνω βαθιά μιαν εισπνοή
από λέξεις σαν αυτές:
Δυσραγής, έμμαλος, επικράζω
επανθέω, αεροκόρακες, ευθάλαττος
άπληκτος, υπέρλεπτος, αριζήλως
αυτολυρίζω.

Επειδή η ζωή εδώ είναι μαύρο αγριοπούλι
την ημερεύω κάθε μέρα
με λέξεις οπως:
Ύποινος, ανθοκρατέω, αθηνιώ
αυτόκλαδος, βιωφελής, ερώτιον
κισσηρεφής, περιλάμπω, πυριάλωτον
νεαροηχής.

Και μετά από κάθε τους επίθεση
ιαίνω τις πληγές μου
ψιθυρίζοντας:
Καταβόησις, ηχή
κλεψίχωλος, τετιγγώδης, δρύπτω
αύχημα, άτυμβος, βραχυβλαβής
συνοχμάζω.

     ΑΥΤΑΝΔΡΟ

Ό, τι χτίζει
κάποιος
βιαστικός πίσω μου έρχεται και το γκρεμίζει.

Ίσως να είναι ο χρόνος
ίσως τα χέρια τ' άλλα μου
ή κι ίσως η φουσκονεριά από το μεγάλο πλοίο
που  αύτανδρο βυθίζεται κάθε πρωί.

 ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ

Γεράσανε
Σαν σιδερένιες πόρτες που σκουριάσανε.

Κι ούτε προσέξανε
πότε άρχισε το χρώμα να τους ντύνει το κεραμιδί
κι ούτε θυμούνται
πότε ακούσανε το πρώτο τρίξιμο,
ή τη μέρα που οι αρμοί τους
στη συνηθισμένη ώθηση δυστρόπησαν.

Όλα ήσυχα και σαν διακριτικά εγίναν.

Σκουριάσανε.

Και το κλειδί κάθε πρωί
με πιότερη όλο δυσκολία τους ανοίγει.

                                             ΜΌΝΑ
(Στο θάνατο του Άγγελου Τερζάκη 3-8-1979)

Στις τρεις Αυγούστου πέθανες Άγγελε Τερζάκη.
Στις τρεις Αυγούστου έσβησε το μεγάλο τζάκι
που γύρω του μας μάζευε τις νύχτες του χειμώνα
σαν τα παιδιά που, αδύναμα, φοβούνται να  'ναι μόνα.

Μες στο βιβλίο των  Καιρών καινούργια μια σελίδα
θ'  ανοίξει, και ολόλαμπρη επάνω της μια αχτίδα-
της μούσας σου συντρόφισσα κι αδέρφι του Πηγάσου-
στοχαστική διαβαίνοντας θα γράψει τ'  όνομά σου.

 Η ΚΑΡΦΙΤΣΑ

Θα ’ταν τριανταπέντε πάνω κάτω
κι ήτανε τα μαλλιά της άνω κάτω
καθώς τα εφυσούσε ένας αέρας
ζεστός από τη ζέστα της ημέρας.

Μιαν άσπρη οδηγούσε Μαζεράττι
και δίπλα μου το ρεύμα την εκράτει
της κίνησης στη SHERMAN HIGH WAY
επάνω σε μιαν άσφαλτο που καίει.

Στο σπορ της το αμάξι ήτανε μόνη
και είχε το 'να χέρι στο τιμόνι
και τ' άλλο απλωμένο προς το μέρος
του στήθους όπου εδράζεται ο έρως.

Εκεί ματαίως απ' ώρα προσπαθούσε-
μπροστά ενώ το δρόμο εκοιτούσε-
να βγάλει απ' τη φαρδιά της τη μπλουζίτσα
μια ολόχρυση απαστράπτουσα καρφίτσα,

που όμως συνεχώς αντιστεκόνταν
ξεμάκραινε, διπλώνονταν, κρυβόνταν.
Κι εκείνη εσυνέχιζε την πάλη
κρατώντας πάντα ίσια το κεφάλι,

και, Θε μου, με μιαν έκφραση απλωμένη
στο πρόσωπο, καθώς γαληνεμένη
μια θάλασσα μετά την τρικυμία-
που πλήρως ηρεμεί, ή σαν καμία

γυναίκα που αναλώθει όλο το βράδυ
στου έρωτα τη φλόγα και το χάδι-
που ολόκληρη εδόθη στα σκοτάδια
κι η μέρα τήνε βρήκε τέλεια άδεια.

Σου εύχομαι κυρία να μπορέσεις
το κόσμημα επιτέλους ν' αφαιρέσεις.
Αν μείνει, με τη λάμψη του την τόση
ποιος ξέρει τι κρυφό θα φανερώσει…

 ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΙΡΙΑ

Μικρό η μεγάλο
σ' Ελλάδα ή σ' Αμερική
κάθε δημόσιο κτίριο ειν' ένα άχαρο
άχαρο κτίριο. Η Λύπη φτάνοντας στη γη
εκεί εδιάλεξε να κατοικήσει.

Οι άντρες που εργάζονται σ' αυτό
φορούν γραβάτα όπως πάντα στις κηδείες.

Οι κοπέλες σεμνά ντυμένες φουστανάκια,
φιλάρεσκες, κι απ' όλες μία
λυμφατική
γλυκούλα,
με δυσμηνόρροια.

Ο χώρος εργασίας κλειστός από παντού που λες
πώς ανασαίνουνε οι άνθρωποι αυτοί...
Ουρά μεγάλη και κουρασμένη που ελίσσεται
ανάμεσα σε σίδερα γυαλιστερά και σ' αλυσίδες
που καθορίζουν την πορεία προς το γκισέ.
Και το γκισέ μία μικρή σχισμή όλη κι όλη,
απ' όπου και μπορούν μονάχα λόγια να περάσουν
στριμωχνόμενα κι αυτά στο κρύο γυαλί.

Και παντού,
σ' Αμερική κι Ελλάδα
των δημοσίων κτιρίων τα γραφεία γεμάτα με χαρτιά
και με παχείς φακέλους που όταν κλείνουνε
μετά από τη συναλλαγή
μοιάζουν καθένας τους με στόμα δράκοντα που καταπίνει
την ανθρωπιά και την ουσία μας όλη.

 ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ
(25-2-96, LITTLE ROCK)

Τον είδα.
Μέσα στο χιόνι που έπεφτε πυκνό
έμοιαζε άγγελος αγάπης.

Μου χαμογέλασε
μ' αντίς για δόντια δυο σειρές χιονονιφάδες.
Έλαμπε σαν παιδί ευτυχισμένο.
Πέρασε αργά μπροστά από τ' αυτοκίνητό μας
(η Λώρα πάτησε το φρένο και "τι καιρός!" είπε)

Τον κοίταξα ερωτηματικά.
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι.
Τα χείλια του σχημάτισαν δυο λέξεις: "όχι ακόμα".
Μετά, γελώντας μου συνέχεια,
χωρίς να βλέπει προς τα κει
και με κινήσεις σίγουρες
αν κι απαλές
και σαν βαριεστημένες
με το δεξί του χέρι έσπρωξε στον δρόμο τον πεζό
ενώ έβαζε τ' αριστερό μπροστά στα μάτια
του γέρου που οδηγούσε πλάι μας.

Το σώμα έπεσε βαρύ μέσα στη νύχτα.
Σταμάτησαν πολλοί.
Κατέβηκα. Κάποιος
σκέπασε το κορμί με μια κουβέρτα-
"είναι νεκρός", είπε.

Εκείνος
περνώντας μέσα απ' όλους
μου 'γνεφε με το χέρι φιλικά,
και γελαστά συνέχεια βλέποντάς με
χάθηκε μες στο χιόνι που έπεφτε βουβό
δίνοντας σ' όσα γίνανε,
όπως χαλί στα βήματα,
μιαν αίσθησιν αλλόδημη
αναστολής και άπνοιας.

 ΣΤΕΝΟΤΗΣ

Σαν τα πράγματα να εμεγάλωσαν
στο δωμάτιό του μέσα.

Κάνει το χέρι του ν’ απλώσει
και σκοντάφτει αυτό
στου τραπεζιού τον κύκλο.
Το μέταλλο της σόμπας
του ποδιού του το άπλωμα περιορίζει.
Τα μικρά πράγματα, που όλα
τού έχουν απαραίτητα γίνει
με δυσκολία τώρα τα βρίσκει.
Και ο ίδιος ο εαυτός του
χώρο τού κλέβει.

Και σ’ όλα πάνω τα πράγματα
μια σκόνη-κι όχι που τον ενοχλεί
μα τον χώρο της κι εκείνη απαιτεί.

 ΝΑΥΑΓΟΣ

Είναι ναυαγός.

Γεννήθηκε ναυαγός.

Κι ολοζωής μηνύματα στέλνει
σε μπουκάλια μέσα :
«Mην πλησιάζετε».


 ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ

Ζηλεύω αυτούς που όταν χτυπήσει το τηλέφωνο
είτε στην τσέπη το έχουν ή στο σπίτι
με μία κίνηση αμέριμνη το παίρνουνε
και "εμπρός!", ακόμα και γελώντας λένε.

Άραγε άφοβοι είναι πως η μοίρα τους
μπορεί κι από μακριά να τους χτυπήσει;
Κι αλήθεια υπάρχουν κάποιοι που προσμένουνε
κάτι καλό από άλλονε ν’ ακούσουν;

Υπάρχουνε γι αυτούς ώρες ευφρόσυνες
όπως νεράϊδες μες στα παραμύθια;
Ο τρόμος με το χτύπο του τηλέφωνου
δεν έχουνε γι αυτούς ακόμα σμίξει;

Μία φορά ας γινότανε να σήκωνα
έτσι κι εγώ το τραγικό τηλέφωνό μου,
να ’χω να λέω κι εγώ πως μες στη ζήση μου
για μια έχω φορά τον τρόμο διώξει.

 ΣΤΟ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ
 ( L.A. CAL)

Περιμένοντας για ώρες
Στο μεγάλο συνεργείο
Σκέφτομαι πως στις Αζόρες
Δε θα κάνει τώρα κρύο.

Μεξικάνικα ασμάτια
Παλιό ένα παίζει ράδιο.
Τ’ αυτοκίνητο κομμάτια.
Το δωμάτιο κρύο κι άδειο.

Αχ και να ’χα τα δολάρια
Περσευούμενα στην τσέπη
Τότε θα ’γραφα μιαν άρια
Τότε θα ’γραφα δυο έπη.

Α! Λεφτά μόνο να είχα
Και θα τα ’κανα μαχαίρι
Για να έκοβα το βήχα
Του γκρινιάρη γκαραζιέρη.

Μα μ’ ευχές δεν έχει χαΐρι
Λόγια όλα που παν στο βρόντο
Και γι αυτόν θα ’ναι χατίρι
Να μου κάνει λίγο σκόντο.  

Κι οι ως οι ευχές δε φέρνουν χρήμα
Ούτε φρένα επισκευάζουν,
Ακατέβατα-τι κρίμα-
Το cylinder μου αλλάζουν.

 ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙΡΟΣ...

Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα 'ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα 'ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λiώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα 'ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα 'ρθει καιρός.

 ΘΕΟΣ

«Θεός!», μού λένε.
«Ναι, Θεός. Μα τ’ είναι ο Θεός;» ρωτώ.

«Είναι αυτό που η ψυχή σου αγαλλίαση γεμίζει
μονάχα που το σκέφτεσαι.
Αυτό
σκοπός κι αιτία που είναι της ζωής σου.
Εκείνο που στις ώρες τις σκληρές σου
σ’ αυτό προσεύχεσαι να σου τις απαλύνει.
Είναι αυτό τα βήματα σου που οδηγεί
κάθε λεφτό της άμοιρης ζωής σου.
Εκείνο που όλοι οι δρόμοι της ζωής
σ’ αυτό οδηγάνε.
Τέλος αυτό που όσο κι αν θα το ζητάς
ποτέ δεν θα το έχεις»,
μού λένε.

Όπως περίμενα: Θεός
το στήθος είναι της γυναίκας.

 Στο θάνατο του ξάδερφού μoυ Παναγιώτη,
(ενταγμένου στο κόμμα κουμουνιστή.
Πέθανε πενήντα πέντε χρονών.)

Πενηνταπέντε χρόνια πριν, πέθανες ξάδερφε.
Κι ήρθες στον Άδη-εδώ-πουλί πετάμενο.
Κι έβλεπες κάτω φίδια και σκουλήκια και σαλίγκαρους-
κι αχ! να γινόντανε κι αυτά πουλιά καλά που θα'ταν.

Μα δύναμη κι ας θα ’τανε για σένα ο θάνατός τους
ουτ' έναν τους δεν έστερξες να θανατώσεις:
πέταξες μovo μ' όση δύναμη σου έδωσε
η πρώτη εκείνη πνοή που σ' έστειλεν εδώ.

Κι από το ύψος σου εκεί πάνω εζωγράφιζες
τα σάλια, τα σουρσίματα και τα φαρμάκια τους
και τους τα έδειχνες, μήπως ντραπούν κι αλλάξουν.

Κανείς δεν ένιωσε .Κανείς δεν ’ντράπη.
Κι έτσι ώσπου ήρθε η ώρα ξάδερφε να ζήσεις πάλι.
Κι έφυγες. Και μας άφησες μαζί τους.

 AΓΩΝΑΣ ΑΓΟΝΟΣ

Με αναμνήσεις,
με οραματισμούς,
μ΄ένα κομμάτι μουσικής,
πασκίζει να ξεφύγει από το χάος.
Να πάρει δύναμη από κάτι προσπαθεί.
Τουλάχιστο αξιοπρέπεια μιά να διατηρήσει
εδώ που όλα είναι συντρίμμια
και από πού δεν έχεις να πιαστείς.

Αγωνίζεται.

Και μένει μόνον ο αγώνας να του λέει
πόσο αδύναμος νιώθει μπροστά πως είναι
στα τόσα που τον ζώνουν εχθρικά,
και λέγοντάς του το να σβήνει.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

 ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ  ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΑΣΕΩΣ
(Λος Άντζελες 1089)

Υπάρχω άραγε ή δεν υπάρχω;
Απάντηση δε βρίσκω όσο κι αν ψάχω.
Όταν δουλειά ζητάω
Σκουπίδια να πετάω
Να πλένω πιατικά
Η ρούχα ή τζαμικά,
«Για εργασία», μου λένε, «αδίκως κύριε ψάχνετε.
Λυπούμεθα εκδήλως, μα όμως δεν υπάρχετε.»
«Και τόσο σίγουρος γι αυτό πώς είστε;»
«Μα σοσ' σεκιούριτυ νάμπερ στερείστε».

Μα όταν κύριοί μου
Κοιτώ στο κάτοπτρο μου
Το πρόσωπο το οικτρό μου
θα δω απέναντί μου.
Και τετρακόσα τα ’χω:
Πώς λέτε δεν υπάρχω;!

Μα πάω για ψώνια στον μπακάλη ωστόσο
Κι αφού-μέσα μου λέω-δεν υπάρχω    
Δεν πρέπει βέβαια και να πληρώσω.
Και για λεφτά στην τσέπη μου δεν ψάχω.

Όμως ο μάνατζερ με σταματάει
Κι αγριωπός δολάρια μου ζητάει.
"Υπάρχω;" τον ρωτάω "κύριέ μου;"
"Βεβαίως υπάρχετε αγαπητέ μου
Και δώσατέ μου μιαν επιταγή σας
Αν θέλετε γερή την ύπαρξη σας".

Και πάω τον καημό μου βράχο βράχο
Κι αναρωτιέμαι-υπάρχω… δεν υπάρχω;

Και όταν οι αρρώστιες μ’ επισκέπτονται
(Αυτές τουλάχιστο ευτυχώς με σκέπτονται)
Τραβάω μια και δύο
Για το νοσοκομείο:

"Κύριοι την ύπαρξη μου την άθλια διατηρήστε.
Το φλέγον μου το σώμα ταχέως θερμομετρήστε
Και δώστε μου ενέσεις και άλλα γιατρικά
Που κι όλα κι ένα ένα τον θάνατο νικά".

Εκείνοι τα σοφά τους βιβλία συμβουλεύονται
Κι ενώ τα δυό μου χείλη από τη θέρμη καίγονται
"Κύριέ μου, σας λυπούμαι, αλλά πρέπει να μάθετε
Στις άλλες σας τις γνώσεις και ότι δεν υπάρχετε".

"Και πώς και δεν υπάρχω αφού έχω τέτοια χάλια;"
"Γιατί, αγαπητέ μου, δεν έχετε ασφάλεια".

Τρέμοντας και τρεκλίζοντας
Στο φαρμακείο πάω
Και φάρμακα ζητάω
Και λέω τουρτουρίζοντας:

"Να βάλω κυρ-σπετσέρη
Στην τσέπη μου το χέρι;
Πέστε μου ετούτο  μόνο:
Υπάρχω ή δεν πληρώνω;"
"Υπάρχετε.Υπάρχετε.
Διόλου μην αμφιβάλλετε".

Το δισθενές μου παίρνω
Κι εγώ πυρέσσον σώμα
Και άπρακτος το γέρνω
Επάνω εις το στρώμα.

Μετά κινώ και πάω στο Δημαρχείο
Όπου κρατούν των ζώντων το αρχείο.
Και την ανάσα μου κρατώ
Και τον αρμόδιο ερωτώ:
"Πέστε-ω! πέστε φίλε μου σ’ ένα της ζωής ξωμάχο,
Των άλλων οι κουβέντες κολοκύθια.
Σε σας θα μάθω μόνο την αλήθεια:
Πέστε μου φίλε-πέστε μου-υπάρχω ή δεν υπάρχω;"
Κι εκείνος "τάχα ποιός μιλά;
Δε βλέπω εγώ κανένανε».
Τα μάτια γύρισα ψηλά-
Όσο ψηλά πηγαίνανε
Και"θε μου" λέω στον πλάστη μας
και των Συμπάντων Κύριο
"Μ' έπλασες ή όχι τάχατες και με τον αλιτήριο;
Όλες της γης σου οι γωνιές αγνοούν την ύπαρξη μου.
Τουλάχιστο πες μου Θεέ-Εσύ είσαι μαζί μου;"
Μ’ αντίς γι απάντηση, θωρώ τη θεϊκή παλάμη
Των ανοιχτών δαχτύλων Της το σήμα να μου κάνει.

Φαίνεται αμάρτησα πολύ στην ταπεινή μου ζήση
Γι αυτό και θύρα καθεμιά έχει για μένα κλείσει.

Η τελευταία μου ελπίς είναι ένας δικηγόρος.
"Της δικιοσύνης πες μου συ ο φύλαξ δορυφόρος.
Υπάρχω ή όχι;" Και μου λέει: "Να πάρεις όταν είναι
Είσαι ένα ον ανύπαρκτο. Μα σαν είναι να δώσεις
Υπάρχεις ασυζητητί. Και απροπό ω! ξείνε,  
Τη συμβουλή που σου ’δωσα αδρά θα την πληρώσεις".

 ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΜΑΤΙΟΥ
 
Τι θαύμα το  ανθρώπινο το μάτι!
Μ’ αυτό βοηθό και οδηγό του
όλα ο άνθρωπος μπορεί.
 
Αυτό του δείχνει από πού να πιάσει το μαχαίρι
για να σκοτώσει τον συνάνθρωπο,
αυτό τον οδηγεί
στην πόρτα του σπιτιού που πάει να κλέψει,
στους εύπιστους-τα εύκολα θύματα-,  
στη σύριγγα με το ναρκωτικό,
στο πώς τον άσο στο μανίκι του να κρύψει …
 
Και τρέχοντας για τα θαυμάσια όλα αυτά
ξεκρίνει και που και που κανένα δέντρο,
κάνα πουλί,
κι αν είναι τυχερός και κάνα αστέρι.
                           -----

 ΚΕΡΒΕΡΟΣ
 
Πώς έγινε και τούτο του συνέβη; Πώς αφέθηκε
να τόνε πιάσει ο ζωντανός αυτός
έτσι
που ούτε τα στόματα τα τρία του
να τον δαγκώσουνε να μην μπορούν
κι ούτε η ουρά του να τόνε τυλίξει;  
 
Πώς αυτός
ο Κέρβερος
ο τρομερός ο φύλακας του Άδη  
τώρα στον πάνω κόσμο τον απαίσιο βρέθηκε
τον φωτεινό… α! όλα εδυνόταν να τ’ αντέξει
όμως αυτό το φως τι τρομερό!  
και πόσες μέσα του απειλές θα κρύβει …  
 
 Και τώρα υψωμένονε στα χέρια του
αυτός ο βρωμερός ο ζωντανός τον πάει…
 
«Α! Σκότος τρυφερό
απόλυτο
αγαπημένο  
τάχα και πάλι θα σε δω;» αδύναμος να κινηθεί
ο τρομερός ο Κέρβερος σκεφτόνταν.


              ΖΑΧΑΡΙΆΣ
    ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΝΤΑΡΜΙΡΙ
 
Μπουλούμπασης του Ζαχαριά μιλάει:
«Σύρε στο βιλαέτι το δικό σου-
πήγαινε στο Μυστρά ορέ Γκιαούρη.
Δικό μου βιλαέτι ο Άγιος Πέτρος!»
Και η απάντηση του Καπετάνιου:
«Μωρέ μπουλούμπαση, όπου κι αν πάω
ετούτη ειν’ η δικιά μου η πατρίδα.
Εσένα η πατρίδα σου ειν’ η Μέκκα.
Σήκω λοιπόν και τράβα εκεί πέρα.
Εγώ εδώ το αίμα μου θα χύσω
για την πατρίδα μου τη σκλαβωμένη.»
 
(Πρώτη φορά μες στην τουρκοκρατία
έλληνας Καπετάνιος απευθύνει
σε αντιπρόσωπο έναν του Σουλτάνου
την πρόκληση ότι των τούρκων είναι
η φυσική η θέση τους η… Μέκκα
και πως οι Ελληνικές οι επαρχίες
σαν έλληνας που είναι, όλες δικές του.)
                           -----
 

 Η ΓΛΥΚΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΨΑΡΑΔΙΚΟΥ

Η γλυκιά γυναίκα του ψαράδικου
με το λευκό δέρμα και τα χέρια τα βελούδινα,
με το πρόσωπο το αθώο σαν την αυγή
και με τα μάτια τα γεμάτα γλύκα,
στην αγορά εβγήκε
και να κάνει περιμένει τις φωτοτυπίες της.
«Γυναίκα όμορφη πέρασε πρώτη…»
«Εγώ πριν από έναν ποιητή;..»
«Χωρίς την ομορφιά σου
η ποίηση δε θα τραγουδούσε…»
«Δίχως την ποίηση
θα πέθαινε μαζί κι η ομορφιά μου.»

Μα κιόλας,
η ψυχή,
με εικόνες είχε πλημμυρίσει
ακτών μαγευτικών,
γλυκόλαλων Νηρηίδων,
και παραδείσιων των βυθών της θάλασσας
ερωτικών πλασμάτων.
                      -----

 ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ

Σαν να ήταν τη στερνή Κοινωνία να πάρω
σαν να ήταν το αίμα του Αεί να πιω  
και σαν πέρα από τον Χρόνο να ’ταν
με του Νου τη βάρκα ν' ανοιχτώ…
κι ως να μη του κόσμου αυτού
όλες οι συγνώμες
μου ήσαν αρκετές,
σαν αισχρές, σαν ένοχες πέρα τις σκορπώ
κι από σκιές ανάστατες κι άστατες
και πελαγοδρόμες,
για όσες αμαρτίες μου έχω καμωμένα,
τη Συγνώμη τη Μεγάλη-
τη Μεγάλη Άφεση ζητώ.

…Όμως  αμαρτιών βουερό κοπάδι
τόσο Μεγαλόψυχο τη Συχώρια ποιο,
θα βρεθεί ένα Πνέμα,
που σε σας θα δώσει
ω! Φαντασίες;
 
                               -----

 ΚΑΛΑΜΟΣ, ΔΕΣΠΩ ΤΖΑΒΕΛΑΙΝΑ,1823
 
Κάλαμος. Η Τζαβέλαινα η Δέσπω
Του Φώτου η γυναίκα, μαζί μ’ άλλες
κυνηγημένες, κρύβονται απ’ τους Τούρκους.
Ένα χαμπέρι φτάνει κάποια μέρα
πως τα παιδιά της, Κίτσος και Ζυγούρης
εσκοτωθήκανε σε κάποια μάχη.
 
Αρχίζουνε το κλάμα οι γυναίκες.
Μαζί κι η Δέσπω. Ξάφνου όμως εκείνη
Πετιέται ορθή κι ισιάζει το κορμί της:
"Πάφτε ωρές τα κλάηματα!" προστάζει.
"Εκείνοι πάνε στου Χριστού το δρόμο.
Πάσκα έρχεται. Λοιπόν σκωθείτε όλες
να βάψουμε τ' αυγά΄ τ’ ειν’ αμαρτία
και ο θεός μπορεί να μας θυμώσει».
 
Με το στανιό σηκώθηκαν κι οι άλλες
κι αρχίσαν να κοιτάνε τις δουλειές τους.
Και ξαφνικά, κι ενώ τ’ αυγά εβάφαν,
νέο χαμπέρι: όχι, λάθος ήταν,
κανένας δεν σκοτώθηκε΄ και ζούνε
τα λιονταρόπουλα τα δυο της Δέσπως.

Δάκρυα χαράς μετά ’πο τόση λύπη.
Και η Τζαβέλαινα σταυροκοπιέται:
"Χριστέ μου δοξασμένη Σου η Χάρη,
Που μου τους φύλαξες. Εγώ όμως πάντα
τους έχω και τους δυο ξεγραμμένους».
                             -----

 Ν' ΑΓΚΑΛΙΑΖΑΝ


Πεύκων δάση, αγριοπούλια,
ψηλοκόρυφα βουνά,
λαμπροήλιε, αστέρια, πούλια,
χίλια θάματα αυγινά,

λάλο ρυάκι, θεία δύση
άνοιξή μου γιορτινή,
φθινοπώρου εσύ μεθύσι,
καταγάλανοι ουρανοί,

τι κι αν είστε ωραία τόσο
είστε τόσο αλαργινά…
Α! Να γίνονταν ν' απλώσω
τα δυο χέρια τα ορφανά,

και πιο τέλεια-και πιο πλέρια
να σας νιώσω-πιο βαθιά-
Α! Ν' αγκάλιαζαν τα χέρια
όσα χαίρεται η ματιά…

 ΜΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα.
Για να ’χω λίγο φως μέσα στον Άδη
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.

Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε.
Μ’ αυτoύς που ολοζωής τους στίχους γράφω,
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
                         -----

 ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ
 
Αφού όσο κι αν προσπάθησα δε θέλεις να με δεις
στη ράχη της γατούλας σου έδεσα ένα γράμμα
να σου το φέρει. Πες αν θες πως είμαι αναιδής
μα πια δεν έλπιζα παρά μονάχα σ’ ένα θάμα.
 
Τώρα κι εγώ δεν ξέρω τι το ’πιασε το γατί
κι αντί να ’ρθει στο σπίτι σου πήγε σε σπίτι άλλο
κι αντί να πάει σε σένανε το γράμμα που κρατεί
στα χέρια εκείνου έπεσε που 'χει τον παπαγάλο.
 
Κι ο παπαγάλος έπιασε-το άτιμο πουλί
και στη μαμά σου πρόφτασε πως σ’ έχω φιλημένη.
Πες της μωρό μου σα βαρεί να μη βαρεί πολύ
και να μην είν’ άλλη φορά η σανίδα της βρεγμένη.
                     -----

 ΕΙΣ ΚΥΡΙΑΝ ΔΥΣΠΕΠΤΙΚΗΝ
 
Δεν ξέρετε τι να κάνετε τα ποιήματά μου;
 
Ω! Κυρία μου!
Να σας βοηθήσω.
Γίνονται εξαίσια τσιγαριστά
με λίγο σκόρδο και λεμονάκι.
Μπορείτε επίσης να τα κάνετε ψητά στον φούρνο-
κι έτσι καλά ειν’ επίσης-
μόνο να τα κοιτάζετε συχνά
γιατί αρπάζουν εύκολα.
 
Για γαρνίρα, πατάτες ή αρακάς.
Λεπτομέρειες να μη σας πω-
τις ξέρετε-διάβολε!
κάτι θα ξέρετε και σείς.
 
Λοιπόν καλή σας όρεξη κυρία μου.
Αν και πολύ γι αυτήν δεν αμφιβάλλω.
Εκείνο που οπωσδήποτε
θα πρέπει όμως να σας ευχηθώ
είναι: καλή σας χώνεψη κυρία μου.
            -----

 ΝΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ
 
Του χωρισμού των έφθασεν η μέρα.
Αδύνατον να πάνε παραπέρα.
Το ένιωθαν καλά-το τέλος είχε φθάσει.
 
Χωρίσανε το βράδυ με αοριστίες
για τη συνάντησιν την επομένην
"τηλέφωνο θα πάρω κάποια μέρα..."
"θα περιμένω-ναι-εξάπαντος..."
 
Μα ήξεραν πως έλεγαν κενά-
ούτε αυτός θα έπαιρνε, ουτ’ εκείνη
στ’ ακουστικό θ’ ανέμενε όπως πρώτα.
 
Είναι μια μέθοδος καλή κι αυτή
γι ανθρώπους ευαισθήτους
να χωρίζουν.
           -----

 Ο ΝΙΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ  

-Σε τούτο το χωριό ήξερα έναν νιο τραγουδιστή.
Πού έχει πάει μικρή μελαχρινή κοπέλα μου;
-Είναι αυτός εδώ μα η φωνή του
στ’ ουρανού τα πλάτια τραγουδάει.
-Και ποιος ακούει στον ουρανό
τα θλιβερά τραγούδια του κοπέλα μου;
-Τ’ αστέρια με τα λαμπερά τ’ αυτιά τους.
Kαι το φεγγάρι,
με το μαντήλι η γη να του κρατάει
γύρω της χορεύει.
-Αχ! και πού τον έχουνε θαμμένον;
-Στου τζίτζικα το φράκο το λευκό και χρυσαφένιο,
και στον λαιμό του πεθαμένου του αηδονιού.
 
                                          -----

 ΤΟ  ΛΕΙΟ
(Κομοτηνή, Στρατόπεδο δίπλα στη Μονάδα)

Κάθε  Σαβάτο το πρωί μες στο λεωφορείο
σπερνά και γριές μαυρόντυτες βλέπει παντού η ματιά,
και λυπημένοι ψίθυροι μου σκίζουνε τ’ αυτιά
καθώς σιγά πηγαίνουμε προς το νεκροταφείο.

Όταν κατέβουμε, οι γριές, που τρέμουν μες στο κρύο,
μπροστά στους τάφους στέκονται, και με βαριά καρδιά,
τον ουρανό ενώ σύννεφα σκεπάζουν μολυβιά,
προσεκτικά ευπρεπίζουνε το μάρμαρο το λείο.

Ύστερα τ’ άνθη τα παλιά με τα καινούργια αλλάζουν
και με λογάκια τρυφερά στη λύπη βουτηγμένα
σαν οι νεκροί να ζούσανε, μαζί τους κουβεντιάζουν.

Κι εκείνοι, αργά τα κρύα τους, που δάκρυ στάζουν κι αίμα
στον όρθρο μισανοίγοντας μάτια τα σαπισμένα,
μ’ ένα πικρό τις άχρωμες γριές κοιτάζουν βλέμμα.
                                  -----

 ΑΓΑΠΗ
 
«Τ’ ειν’ η ζωή;», ερώτησα το βιαστικό αγέρι.
«Εγώ όλο τρέχω, εγώ φυσώ, εγώ περνάω μόνο,
ρημάζω, καίω, καίγομαι, γκρεμίζω, ξεριζώνω,
και τα πετούμενα κρατώ μες στ’ απαλό μου χέρι.»
 
Ερώτησα τη θάλασσα τ’ ειν’ η ζωή να μάθω.
«Εγώ τα γοργοτάξιδα καράβια σου βυθίζω,
εγώ ανταριάζω και χτυπώ, θυμώνω και αφρίζω,
και το νερό ζυμώνοντας ψάρια και φύκια πλάθω.»
 
Στο χώμα που στη ράχη του όλα γερά κρατάει
στράφηκα και απόκριση ζητώ στο ρώτημά μου.
« Η  απάντηση δε βρίσκεται στα χείλη τα δικά μου.
Μα ρώτησε τον Πλάστη μας που όλα τ’ απαντάει.»
 
Και στράφηκα τριγύρω μου: «Όπου κι αν είσαι πες μου
Πλάστη, τι είναι η ζωή που μου όρισες να ζήσω-
δώσε μου την απάντηση που μόνος μου δε βρίσκω
και που κρατάει μέσα της τις χάρες τις κρυφές μου.»
 
Αμέσως, κάθε θόρυβος, κάθε φωνή, εστάθη.
Και στη σιωπή που άφησε το τέλος της μιλιάς μου,
μού αποκριθήκαν απαλά οι χτύποι της καρδιάς μου:
«Αγάπη είναι η ζωή. Αγάπη... Αγάπη... Αγάπη...»
 
                                      -----  

 ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΜΑΙΚΛ ΤΖΑΚΣΟΝ

Με φιγούρες κομψές, γεωμέτρισσες
Τις κινήσεις-τις νότες σου έντυσες.
Και ψόγος από κάποιον πριν σε βρει
Σε πήρε ο που αεί γεωμετρεί.
                        -----,

 ΤΑ   ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ

Πάντοτε αναρωτιόμουνα γιατί τα κυπαρίσσια
τα ορθά και τα περήφανα και τα στητά περίσσια-
γιατί κοντά να στέκουνε-δίπλα στους πεθαμένους
συνέχεια ψιθυρίζοντας μονόλογους θλιμμένους.

Κι απόκριση δεν έβρισκα ίσα μ’ αυτό το δείλι
που μαγεμένος κοίταζα του την ασημένια σμίλη
του ήλιου, χρυσοπόρφυρη μια δύση να χαλκεύει
τον δρόμο ετοιμάζοντας στης νύχτας τα ερέβη.

Κι ως οι ακτίνες βιάζονταν να λάμψουν πριν τη δύση
κι η γη τα μάτια έκλεινε απ’ το φωτομεθύσι
τις βελουδένιες έβλεπα κυπαρισσοκορφάδες
φωτιά να παίρνουν και να καιν σαν φλόγες σε λαμπάδες.

Και τότε μόνον ένιωσα γιατί στους τάφους πλάι
μία σειρά κυπαρισσιών σαν τον φρουρό φυλάει:
ίσως οι άλλοι τους νεκρούς να τους ξεχνούν, μα η Φύση
χωρίς κεράκια δεν μπορεί τα τέκνα της ν’ αφήσει.
                                      -----

 (Από τα ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ
ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ-
μετάφραση από τα αγγλικά)

A GUINEA PIG
~Anonymous (circa 1775)
ΈΝΑ ΙΝΔΙΚΟ ΧΟΙΡΙΔΙΟ

Μικρό ένα ήταν χοιρίδιο-το ινδικό, όχι το άλλο,
που όντας μικρό δεν ήτανε μεγάλο.
Που πάνω στα τέσσερα πόδια του εστεκόταν
και να τρώει ποτέ δεν βαριόταν.  

Ταξιδιώτης τόσο πολύ ήτανε βέρος
Που δε στεκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος
Και όταν έτρεχε-σας λέω εν τιμή
την ίδια δε στεκότανε στιγμή.

Συχνά ετσίριζε και τότε, ασφαλώς
με όρκο σας το λέω, δεν ήταν σιωπηλός.
Και, δίχως η γάτα να του το πει βεβαίως
Ήξερε: άλλο ποντίκι κι άλλο αρουραίος.

Μια μέρα, μόνο του, το λέω υπευθύνως,
Έτσι του ήρθε και πέθανε τελείως.
Κι ως μου ’παν άνθρωποι με γνώση στο κεφάλι
Δεν εξανάζησε ποτέ από τότε πάλι.
                                   -----

 Το «β» σονέτο της κυρίας Ρωρερκάρ

Τι περιμένεις για να 'ρθεις κοντά μου;
Τι άλλο αν σου 'λεγα γλυκιά μου ωραία
θα είχα την εξαίσια σου παρέα;
Τρέμοντας σε καλούν τα ποιήματά μου.

Ποθώντας σε άπελπα στέκω εδώ χάμου.
Στων δυο ματιών σου καίγομαι τη θέα.
Κάθε που θέλει φέξει ημέρα νέα
και πιο βαθιά πληγώνεις την καρδιά μου.

Τι καρτερείς κοντά μου για να έρθεις;
Στραβό τι κάνω κι είσαι αλάργα ακόμα;
Τα βήματά μου-δες-δεν είναι μέθης;

Και ξέρεις πως δεν πίνω άλλο πιόμα
παρά, κοντά μου κάποτε που εβρέθης
τα λόγια που 'βγαν απ' το θείο σου στόμα.
                             -----

 (από τα ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΓΓΛΟΣΑΞΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ-
Μετάφραση από τα Αγγλικά)
 
LTTLE THINGS
(by Julia Abigail Fletcher Carney)
ΜΙΚΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
 
Μικρές νερού σταγόνες
φτιάχνουν τον ωκεανό.
Άμμου μικρά σβολάκια
τη γη όπου πατώ.
 
Oι τοσοδούλες οι στιγμές
μικρές και ταπεινές-
φτιάχνουν την αιωνιότητα-
τους άσωστους αιώνες.
 
Τα μικρουλάκια ψέματα
που λέμε κάθε μέρα
σιγά σιγά παν την ψυχή
στης αμαρτίας τη σφαίρα.
 
Έτσι τα λόγια αγάπης μας
κι οι τρόποι όλο ευγένεια
μικρά κι αυτά, μα φτιάχνουνε
μια γη παραδεισένια.
                   -----

 Το «α» σονέτο της κυρίας Ρωρερκάρ

Μη μου παινεύετε την ποίησή μου.
Το μάτι παίνεσε ποτέ του δάκρυ;
Το κύμα το ύμνησαν θαλάσσης μάκρη
και τη λευκότητα τ’ άνθος του κρίνου;
 
Πότε ορχήστρα εκθείασε όργανά της;
Ή μήπως είδατε μες στη ζωή σας
να πλέκει εγκώμιο το ψητό της κνίσας,
ή απ’ τον Αίολο να παινιέται ο μπάτης;
 
Το χέρι μου η ψυχή μου αν προστάζει
και ποιημάτων γράφει αυτό σωρεία,
μα την ψυχή μου την εξουσιάζει
η Χάρη κι η Αγνότη σας, κυρία.
 
Κυρία, αν ό,τι γράφω σας αρέσει
εσάς ο εαυτός σας ας παινέσει.
                           -----

 ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ 'ΧΩ

Τα όνειρα που 'χω στη ζωή καμωμένα
περίλυπα στέκουνε γύρω από μένα
και κλαιν τα ματάκια τους-και θλίβει η μορφή τους
και πέφτουν ρικνοί-μαραμένοι οι ανθοί τους.

"Γιατί", με ρωτάνε, "γιατί να μας πλάσεις;
Τα ράκη εμείς κι οι ζητιάνοι της Πλάσης-
αστέγαστα, ατέλεστα, κούφια γυρνάμε
κι η νύχτα μας έφτασε και πια πού θα πάμε;.."

Κι εγώ πονεμένα κι έτσι έρμα ως τα βλέπω
με όση μ' απόμεινε θέρμη τα σκέπω
και δίχως μιλιά... τι να πω... τι να πούμε...
μαζί περπατάμε... μαζί προχωρούμε...
                                             -----

 ΤΑ ΚΙΝΕΖΑΚΙΑ

Eίναι κάτι κινεζά-κάτι κινεζάκια
σαν τα πορσελάνινα τεχνικά βαζάκια
που προσμένουνε θαρρείς τ' άνοιγμα της βρύσης-
που προσμένουνε θαρρείς-αχ-να τα γεμίσεις.

Μην τ' αφήσεις να χαθούν, Μούσα, μην τ' αφήσεις.
Μες σε τούτες τις γραμμές πρόφτασε να κλείσεις
λίγο από το λάγγεμα που 'χουν στα ματάκια
κάτι ζέκια… κάτι να... κάτι κινεζάκια…
                              -----

 ΞΕΡΩ ΚΑΠΟΙΟΝ

Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά.

Είναι πράος-είμαι οργίλος.
Είμαι αργός είναι γοργός.
Γίνομαι εύκολα εγώ φίλος,
μ’ όλους κείνος είν’ εχθρός.

Το ταγκό εγώ χορεύω
του αρέσει αυτού το ροκ.
Ροκοκό εγώ διαλέγω
κείνος θέλει το μπαρόκ.

Για γυναίκες αν ρωτήσεις
του αρέσουν οι ξανθές.
Kι οι δικές μου προτιμήσεις;
Προτιμώ μελαχρινές.

Δεν θα μ’ ένοιαζε για κείνον
πώς περνάει και πώς ζει
στην οδό Ακανθοκρίνων
αν δεν μέναμε μαζί,

κι αν δεν είχαμε το ίδιο
να μοιράζουμε ποτό
κι αν δεν είχαμε μερίδιο
απ' το ίδιο φαγητό.

…Ξέρω κάποιον που όπου πάει
τα παπούτσια μου φορά
και τα ρούχα μου ταιριάζει
σα θα βγει κάθε φορά...
              -----

 ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΑ

Εγώ δε φταίω. Ούτε αυτή. Ούτε κανένας άλλος.
Από μια σύμπτωση έγινε χαμός τόσο μεγάλος.

Να τη φιλήσω σταυρωτά θέλησα όπως φιλούνε
όσοι αγνά, και άδολα, και άσπιλα αγαπούνε.

Μπερδεύτηκε το σταύρωμα και το μικρό της στόμα
βρέθηκε αντί στο μάγουλο μες στο δικό μου στόμα!

Συγνώμη θα εζήταγα από την καλή μου τη φίλη
-ήταν η πρώτη σκέψη μου αυτή-μα...με τι χείλη;..

Και πια ευθύνη από κει και ύστερα δεν φέρω,
αφού ούτε τι έγινε καλά καλά δεν ξέρω.

Μόνο θυμάμαι του άντρα της την άγρια τη φάτσα
κι αυτήν που με προστάτευε με τ' άσπρα της τα μπράτσα.

Κι αμέσως ύστερα απ' αυτό τις σφαίρες να σφυράνε,
έπιπλα να σωριάζονται και γυαλικά να σπάνε.

Όταν θα φύγω-συν θεώ-απ’ το Νοσοκομείο
α! θα προσέχω πού ακουμπώ τα χείλη μου τα δύο.

Και για να είμαι σίγουρος πως δεν έρθω πίσω,
γυναίκα πάλι σταυρωτά δεν θα ξαναφιλήσω.
                              -----

 ΤΡΟΜΟΣ

Όταν μιλούν οι άνθρωποι τρομάσσει.
Βλήματα γι αυτόν οι λέξεις,
και ο λόγος τους
όπλο εκηβόλο.

Και σκέφτεται:
«Μη τόσο αρχέγονος εγώ έχω μείνει
Και κατοικία μου το Άναρθρο είναι;
Και όμως
οι κραυγές προτιμότερες θα ήσαν
να τραβούν ίσια στον αρχαίον ορίζοντα:
ένας ψίθυρος για την αγάπη,
ένας γρυλισμός συγνώμης για τη χαρά,
μια οιμωγή για το αύριο,
αντίς τα λόγια
που την ψυχή πάντοτε πληγώνουν.
Έτσι και ο μέσα μας ουρανός δεν θα μάτωνε,.
και το δαχτυλίδι της ευτυχίας μας
θα το φορούσαμε ακόμα,
καθώς οι ζέβρες τις γραμμώσεις τους
και την περφάνια τους οι αετοί.»
                     -----

 ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ
(του Γύζη)

Τι θαμασμό γεμάτα μάτια
που τα παιδιά έχουν ανοίξει!
Τάχατες τι χρυσά παλάτια
το παραμύθι έχει δείξει;..

Θα σκοτωθεί ο δράκος ή όχι;
Και η πριγκίπισσα θα ζήσει;
Α! Σ΄ άλλη τέτοια μία κώχη
δεν έχει άνθρωπος πατήσει.

Καλή γιαγιά, τόσες ψυχούλες
που από το στόμα σου κρεμώνται
τόσες ψυχούλες που έχεις δούλες
σ΄ όσα απ΄ τα χείλια σου ακουγώνται,

λυπήσου τες και χάρισέ τους
την ευτυχία που καρτερούνε-
το παραμύθι τέλειωσέ τους
όπως, οι αγνούλες μας, ποθούνε.

Μία ζωή έχουν μπροστά τους
για δυστυχία και για πόνο.
Από τα χείλια της γιαγιάς τους
την ευτυχία ας έχουν μόνο.

Μα όμως όχι! Καμιά λύση
Στην ιστορία σου δε θα δώσεις.
Και το μαγκάλι δε θα σβήσει.
Το γνέσιμο δε θα τελειώσεις.

Όλα αιώνια έτσι θα ΄ναι
καθώς ο Γύζης τα ΄χει πλάσει.
Λαχταριστά θα σε κοιτάνε
Κάθε αγόρι και κοράσι.

Λαχταριστά κι εμείς ζητάμε
Μέσα στον πίνακα να μπούμε
Λίγα απ΄  τα μάγια που μεθάμε
Και που αυτός κρατεί, να βρούμε.

Μα αδύνατο είν’ αυτό να γίνει.
Κι ίσως αυτό της Τέχνης να ΄ναι
Το μυστικό: όσα μας δείχνει
Άφταστα πάντα να μετράνε.

                  -----

                ΟΙ  ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ
 
Επικινδύνως έκυπτεν απ'  το παράθυρον.
Μόνο έτσι φαίνονταν ο δρόμος.
 
Κι είχε το λόγον του για ν’ ανυπομονεί.
Απόψε θα της πρότεινε να παντρευθούν.
 
Η στάσις της είχεν πολύ αλλάξει τελευταίως.
Όπως την ήθελεν είχε επιτέλους γίνει.
Πολύ δεν εμιλούσε.
Το κάπνισμα είχε παύσει.
Να διακρίνει είχε μάθει
ένα ωραίον πίνακα, και το κυριότερον
της άρεσε κι αυτής
ώρα να μένει άφωνη κι εκστατική
μετά την κάθε αναζήτησιν χαράς
και στην υπέροχον εκείνην είχε μάθει την σιωπήν
κάθε λεπτό και πιο βαθιά να μπαίνει
καθώς εις μίαν στάσιν πλήρους χαλαρώσεως
κι οι δυο εις το κρεβάτι εξάπλωναν.
Κι όταν σε τέτοιες ώρες εμιλούσαν
εγίνονταν κι αυτό τόσο σιγά κι ωραία
που αντί να διαλύει εμεγάλωνε
την πλήρη εκστάσεως σιωπήν-α!   
νιώθονταν απολύτως τις στιγμές εκείνες!
 
Η άλλη τώρα για τηλέφωνο έψαχνε.
Θα του  'λεγε να μη την περιμένει.
Πως άλλο δεν μπορούσε να τον ανεχθεί.
Να μη μιλά!  πού ακούστηκε!
Να μη καπνίζει!  φοβερόν!
Κι ούτε μπορούσε όρθια να μένει
και να βλέπει ζωγραφιές.
 
Μπορεί να μη τον έπαιρνε και διόλου.
Πολύ του πήγαιναν οι εξηγήσεις.

 ΤΟ  ΡΟΔΟ

Καιρόν αγαπούσα
μ’  αγάπη μεγάλη
αγόρι με μύριες
τις χάρες, τα κάλλη.

Του το  ’κρυβα όμως
του το  ’πε τ’  αστέρι
και να  ’το  που φτάνει
τ’  αγνό μου το ταίρι.

Πηδάει το φράχτη
στον κήπο μου μπαίνει
σφιχτά μ’  αγκαλιάζει    
μαζί του με παίρνει.

Στο δρόμο αποσταίνει
μ’  αφήνει απαλά
μου πιάνει το χέρι
γλυκά μου μιλά:

"Καλή μου τι θέλεις
κι εγώ θα το κάνω! "-
του δείχνω η έρμη
στο βράχο επάνω:

"Εκείνο το ρόδο
να πας να μου φέρεις"
κι αμέσως τον χάνω-
τι τάχος δεν ξέρεις.

Ανέβηκε, κόβει
τ’  ολόδροσο ρόδο
τρελός στη χαρά του
μου γνέφει να το  ’δω.

Κατάρα στη γνέψη
στο ρόδο κατάρα
κατάρα στην τόση
που μου ’χε λαχτάρα.

Μια πέτρα κυλάει
το πόδι γλιστρά
και πέφτει ο καλός μου
στο ρέμα βαθιά.

Τον φτάνω. Στο χέρι
το ρόδο κρατούσε
και στ’  άλικα χείλη
χαμόγελο ανθούσε.

Φιλώ του το στόμα
σφαλίζω τα μάτια
και παίρνω τα ίδια
κι εγώ μονοπάτια.

 ΟΜΦΑΛΗ ΚΑΙ ΗΡΑΚΛΗΣ
 
Τον εβαρέθηκε-
τον εσιχάθηκε στα πόδια της να τρίβεται
άντρας αυτός,
που τόσα είχε κάνει κατορθώματα.
Κι αναρωτιέται, γιατί ο έρωτας
άλλο παρά,
μία σκλαβιά να μην είναι.
 
Το σανδάλι της ελαφρά κινεί
κι εκείνος τρέμει
μη κι έπαθε η κυρά του κάτι,
και στα μάτια υποτακτικά τη βλέπει.
Από βαθιά πολύ έρχεται
η λαχταρισμένη του ματιά
και την υψηλή δική της
ανήσυχη αποζητά.
 
Τη ρόκα του ωθεί εκείνη ενοχλημένη,
και «γνέθε σκλάβε!», του πετά.
Ελαφρά ύστερα κοιμάται
στου μεσημεριού μέσα το γλυκοκάρωμα,
νανουρισμένη απ’ τον μονότονο
και απαλόν του γνέσιμου ρυθμό.
 
Κι όταν ξυπνάει,
βαριά ηδονή γεμάτη,
σαν ζαλισμένη τα χέρια της χτυπά
και τις δούλες της βραχνά προστάζει:
«Φέρτε τον μέσα!»
ενώ για το κρεβάτι της τραβά.
                   -----

 ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΜΙΧΑΗΛ

"Θέλω Βασίλειον παρακοιμώμενον…"
είπε ο Μιχαήλ,
"ως πιστόν όντα...
υπό πάντων ευφημείσθαι ως βασιλέα".
"Βασιλεύς δε", λέει το Χρονικό,
"επληρούτο δακρύων..."

"Και των σκήπτρων πεσόντων ως έθος"
τον έστεψε συμβασιλέα.

Λίγο αργότερα ο Βασίλειος εδολοφόνησε τον Μιχαήλ.
Κι αφού πια ήταν μόνος βασιλιάς
το ελαφρυντικό βρέθηκε αμέσως:
Μεγάλο κάθαρμα ο Μιχαήλ...

Μα ο Βασίλειος δεν εστάθηκε σ’ αυτό.
Έχτισε μοναστήρια κι εκκλησίες τόσες
που φτάναν λες και γι άλλα δέκα εγκλήματα.

«Eξιλασκόμενος τω Θεώ»
μας  λέει ο Ζωναράς.
                    -----

 ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ

Τάχα οι άνθρωποι τον Χρόνο εβρήκαν,
τον πήρανε, τον κόψανε κομμάτια
και λένε στην ουσία του πως μπήκαν
και πως γνωρίσαν μήκη του και πλάτια.

Κι αν όμως οι πολλοί έτσι νομίζουν
με τη μεγάλη που τους δέρνει άγνοια,
ο Χρόνος, για όσους πράγματι γνωρίζουν,
στη Θείαν αναπαύεται τη Διάνοια.
                         -----

                       ΣΚΙΖΕΣ

Εν' αστεράκι λαμπερό και δυο κορφές φοινίκων
βλέπει απ' το σπίτι του σα βγει και κάτσει στο μπαλκόνι.
Όσα σε άλλους θάματα η φύση μπρος απλώνει
τα σπίτια τού το κρύβουνε των άλλων των ενοίκων.

Και μαστορεύει τις κορφές για να τους δώσει ρίζες
και με τ' αστέρι προσπαθεί έναν ουρανό να φτιάξει…  
Αστείο πράγμα-γίνεται τον νόμο αυτός ν' αλλάξει;
Τ' αστέρι σκότος θα γενεί κι οι κορυφούλες σκίζες…
                                                             -----

 ΜΕ ΣΙΩΠΗ

Και όλα όταν διαβάσω τα βιβλία
και όλους αν ακούσω τους σοφούς
στην ίδια μένω πάλι απορία,
στο ίδιο πάλι σκότος του ο νους.

Ούτε την πιο μικρή δεν έχω ιδέα
για την ουσία Σου ή τη Μορφή-
κάθε υπόθεση που κάνω νέα
στην αίσθηση άφταστη είναι κορυφή.

Και πώς να Σου μιλήσω; Σε ποια γλώσσα;
Σε λέξης ποιας το νόημα να χαθώ;
Ποια να Σε κλείσει Εσένα εικόνα ζώσα
και πώς, Θεέ, να Σου προσευχηθώ;

Αλλ' αγαπώ αυτή μου την τυράγνια
κι αγάλλομαι γι αυτή μου την ντροπή:
το Θείο το γνωρίζεις με την Άγνοια
και του μιλάς μονάχα με Σιωπή.

 Η ΔΡΟΣΙΑ

Η δροσούλα την αυγή-
η καλή δροσιά
μες στη γειτονιά
στάλα στάλα πέφτει.

Μη της παίρνεις τη ζωή
όταν περπατάς-
μη τήνε πατάς
κόσμε δροσοκλέφτη.
           -----

 ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Άραγε πώς θ' ακούγεται η φωνή μας
στα Θεία Σου τ 'αυτιά;
Αστείοι και μεις κι αυτή μαζί μας
και θα γελάς πλατιά.

Μόνο τα Πνεύματα με Σε μιλάνε
κι αυτά μονάχα ακούς.
Τα λόγια μας εμάς χαμένα πάνε
κι ας τα γεννάει ο νους.

Μα 'γω έψαξα και βρήκα τη μονιά Σου
και κει Σε καρτερώ.
Έλα! Και κάψε με με τη Φωτιά Σου!
Ζώσε με με Καιρό!

To ξέρω πως με νιώθεις-δε Σ’ αγγίζω
με ανάρμοστη φωνή:
δεντρί πανώριο είσαι και θροϊζω
του κλώνου σου κλωνί.

 Η ΟΡΝΙΘΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

To βλέπω το μαχαίρι που κρατάς.
Άνθρωπε σκότωσέ με να με φας.  
Τον θάνατο αυτόν μου τον χρωστάς.

Σκαλίζοντας κι εγώ μες στο κατώι
χορταίνω απ' το σκουλήκι που σε τρώει
κι απ' τη δροσάτη που λιπαίνεις χλόη.

Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά
το θάνατο ο ένας τ' άλλου να πεινά!
Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά!..

 ΔΕΥΤΈΡΑ ΠΑΡΟΥΣΊΑ

«Λιόντας… στην Κόλαση κι αυτός…
άλλος… σειρά ποιος έχει;..
…εσύ... τι είσαι;..»  
«Ειμ’ άνθρωπος!»
«Τι γνώρισες σα ζούσες;»
«Γνώρισα τ’ άδυτα του νου,
τα βύθη της θαλάσσης,
τ’ άσωστα ύψη τ’ ουρανού,
τα μυστικά της Πλάσης,
γνώρισα…»
 «Φτάνει ως εδώ-
έχεις εμέ γνωρίσει;»
«Θεέ μου δεν επρόλαβα,
είχα πολλά να κάνω…»
«Στην Κόλαση κι ο Άνθρωπος...
άλλος… σειρά ποιος έχει;..»
            -----              

 Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
απόψε στ’ όνειρό μου
μάνα μου  πες ποιον δε θα βρω
σα θα  ’ρθω στο χωριό μου;

-Γιε μου ο φίλος σου ο καλός
πέθανε ψες το βράδυ
ένας αγέρας απαλός
τον πήγε ως τον Άδη.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
και πάνω του έτρεχ' αίμα
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
μες στης ζωής το ψέμα;

-Γιε μου δε θα βρεις σα θα ρθεις
την αγαπητικιά σου
τώρα μετράει φως τ’ αστεριού
και ψίθυρος του δάσου.

-Μάνα μου κι είδα ένα σταυρό
κι έγραφε τ’ όνομά μου.
μάνα μου πες ποιον δε θα βρω
σα ’ρθω στα χώματά μου;

-Το στόμα ας ήταν σφραγιστό
της μάνας σου της μαύρης
γιε μου δε θα ’ρθεις-αχ-κλειστό
τον κάθε δρόμο θα ’βρεις.
                 -----

  ΧΙΛΙΩΝ

Τι κι αν τις εντολές όλες τηρήσω
τι κι αν πιστέψω και μετανοήσω:
αφού έχω σκέψη και βουλή δική μου
σίγουρη έχω εγώ την Κόλασή μου.

Αφού βαδίζω κόντρα στον αέρα,
τη νύχτα αφού εγώ την κάνω μέρα,
την πέτρα αφού απ' τον τόπο της την παίρνω
και όπου ο νους μου ορίζει τηνε φέρνω-

αφού αντίθετα ενεργώ στη Φύση,
αντιστρατεύομαι το Θείο Μεθύσι.
Αφού χαλώ την Τάξη των Πραγμάτων
χιλίων είμαι άξιος θανάτων.
                     -----

 ΤΟΣΟ  ΠΟΛΥ

Τόσο πολύ τον θάνατο γνώρισε στη ζωή του
όπου δε θα  ’χει τίποτα καινούργιο να του δώσει
όταν τα χέρια τα γκρενά επάνω του θ’ απλώσει
και απαλά σαν σ’ όνειρο θα κόψει την πνοή του.

Θα ΄ναι ένα βράδυ όμορφο, ζεστό και μυροβόλο.
Θα ξανοιχτούνε στην χαρά που η κουβέντα ανοίγει,
κι ως πάντοτε, προς το πρωί, θα σηκωθεί να φύγει.
Μόνο που τώρα θα του πει: "πάμε μαζί;"-κι αυτό θαν’ όλο.
 
                                          -----

 TO ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
 
Όσα χτυπήματα η ζωή
Θεέ μου κι αν μας δίνει
καθένα του με τον καιρό
περνάει-ξεχνιέται-σβήνει.
 
Εν' άγγιγμα όμως από Σε
πάντα δικό μας μένει-
με φως το νου μας πλημμυρά
και στην ψυχή μας δένει.
 
                    -----

 ΟΙ ΚΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ
 
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
τα μαύρα φορούν και μυρίζουνε τάφο.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
με κίτρινο στόμα ξερνούν ό,τι γράφω.
 
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
πικρό καθεμιά τους ξεχύνει φαρμάκι.
Οι κάρτες που γράφω να παν στην πατρίδα
κινούν θλιβερά το ξανθό κεφαλάκι,
 
και "όχι!", μου λένε, "μη-μη-μη μας στέλνεις.
Mας ξέχασε πια της πατρίδας το χώμα.
Λυπήσου και σένα και μας-μη μας στέλνεις.
Εκεί ένα θάνατο θα βρούμε ακόμα.
 
                              -----

 ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Παράλογος δεν είμαι Θε μου
(θυμάσαι; εικόνα Σου κι ομοίωσή Σου!)
Γι αυτό κι η προσευχή μου λογική θα είναι.

Δε Σου ζητώ καλούς να κάνεις τους ανθρώπους.
Να μη φοράνε μόνο μάσκες καλοσύνης.
Δε Σου ζητώ να μη πατούν τα πόδια τ’ άνθη.
Τ’ άνθη όμως Θε μου να μη νιώθουν πόνο.
Κι ούτε οι πόλεμοι να σταματήσουν.
Μόνο τα όπλα ας έχουν πάνω τους ζωγραφισμένο
εν' άστρο.
μια λαμπρίτσα, ή, Θεέ μου,
(που ’ναι ίδιο)
τη μορφή Σου.
                               -----

   ΔΕΝ  ΕΠΡΕΠΕ
 
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
Λαγοκοιμόνταν μέσα μας οι σαρκοβόροι δράκοι:
η Απελπισιά, το Αδειανό, κι ο Φόβος ο Μεγάλος.
Νανούρισμα λες ήτανε ο εντός μας μέγας σάλος,
 
τους αποκοίμιζε. Κι εμείς ξεκλέβαμε τα χρόνια.
Οι κάργιες όμως ήρθανε στων δέντρων μας τα κλώνια,
κι ο σοβαρός ο δάσκαλος με την εφημερίδα
σκότωσε την που πρόβαλε απ'  τα βιβλία ελπίδα.
 
Της Ανοχής και της Μικρής Ανάγκης το κουβάρι
αργά εξετυλίγονταν πριν ο άνεμος το πάρει
της Πρέβεζας, και άκλωνο στην άκρη το πετάξει-
στη θεωρία περιττό κι ανώφελο στην πράξη.
 
Μα τίποτα δεν έμεινε μέσα μας να  'ναι φίλιο
όταν στη δεύτερη στροφή θανάτωσες τον ήλιο.
Ξυπνήσαν τότε τα θεριά, ορθώσαν το κεφάλι
και τη νικήτρα ενάντια μας ορέχτηκαν την πάλη.
 
Κι όταν του όπλου σου η κραυγή μάτωσε τον αέρα,
επήγε και το πρόσχημα το τελευταίο πέρα:
οι δράκοι μας εσπάραξαν. Κι αφήσαν μόνον ράκη.
Δεν έπρεπε την "ΠΡΕΒΕΖΑ" να γράψεις  Καρυωτάκη.
 
                                       -----

 Γιατί  μας  έπλασες θεέ  μου  θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε σου πιστό.
Κι  ας  μην  μπορούσες παρά να μας πλάσεις:
ανάγκη και  για μας το "ευχαριστώ".

Σιλέσιος
                  -----

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2024

 ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΟ

-Πόσο οι φράουλές σου παν μικρή μου φραουλίτσα;
-Δεν τις πουλώ-τις έχω να τις βλέπεις να πονείς.
-Ένα λευκό σου πεταλάκι
σαν το φτερό φωτόλουστο της πεταλούδας
άσε να κλείσω μες στο χέρι μου.
-Όχι η ψυχή και η καρδιά μου λένε.
-Θεό εσύ δεν έχεις φραουλίτσα μου μικρή;
-Η Απονιά Θεός μου κι η Σκληρότη.
-Άδοτη αν απομείνεις φραουλίτσα μου
τότε γιατί γεννήθηκες στον κόσμο μέσα;
-Τον Πόνο να σου δίνω, που σκοπός
και μέτρο είναι της γήινης ζωής σου.

                           -----

 ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
              -----

 ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΚΡΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Όταν ήσουνα Χριστούλη
σαν και με παιδί μικρό
ζήταγες απ' τον μπαμπά σου
να σου πάρει παγωτό;

Ζήταγες απ’ τη μαμά σου
να σου πάρει καραμέλες;
Σ' άρεσε και Σε να παίζεις;
Σαν και μένα έκανες τρέλες;

Από κει ψηλά που είσαι
"ναι" Σ' ακούω να μου λες,
γιατί αφού Θεούλης ήσουν
δε γινότανε να κλαις.

Μα εμένα-δες Χριστέ μου,
τα ματάκια μου όλο κλαίνε
γιατί σ' ό,τι τους ζητήσω
"ναι" ποτέ τους δε μου λένε.

Αχ! Χριστούλη! Μίλησέ τους!
"Τα παιδάκια", να τους πεις,
"άλλες έχουν προτιμήσεις
απ' αυτές που 'χετε σεις.

Μη λοιπόν τα τυραννάτε,
κι όταν κάτι σας ζητούν
κάνετέ το-έτσι αθώα
δε λυπάστε να πονούν;"

Κι από τότε οι γονείς μας
σαν και Σε να σκέφτονται ίδια
κι η ζωή μας να κυλάει
με γλυκά και με παιχνίδια.
              -----

 "ΣΩΠΑ"

Τη νύχτα προς τις δυόμισι με τρεις
σαν μεθυσμένος μ'  αϋπνία μπεκρής
στον ουρανό κοιτάζω κι αντικρίζω
το φεγγαράκι που απαλά φωτίζει.

Μόνο καθώς εκείνον περπατεί
στον ουρανό τον έρμο και πλατύ,
χλωμό, σαν άρρωστο ένα παιδάκι
και με πικρό-αγέλαστο χειλάκι.

Και λέει: "Τι να κάναμε κι οι δυο
και μια ζωή περνάμε ρημαδιό;"
Και λέει: "Ποιος τους δρόμους μας χαράζει
και οδοιπόρους πάνω τους μας βάζει;.."

Και λέει: "Όποιος κι αν είναι, όσο ζει,
χαρούμενη μια μέρα να μη δει.
Του πόνου η φωτιά να τόνε καίει
και όλο να θρηνεί, κι όλο να κλαίει..."

Μα πριν ο λόγος του κιωθεί ο φριχτός,
"Σώπα! " του λέει του φεγγαριού το φως-
"Έτσι που εκεί θερμά παρακαλιέσαι,
τον εαυτό σου, αδέρφι, καταριέσαι".

 ΜΙΚΡΗ ΩΔΗ ΣΤΟ  ΜΟΥΣΜΟΥΛΟ

Σύκα στο περιβόλι  και δαμάσκηνα
ρόδια και δίφορα λεμόνια
σταφύλια...αχλάδια ζουμερά...
φράουλες...

Μόνο τα ευαίσθητα
χνουδάτα
κλαδωτά
εύθραυστα μούσμουλα
λείπουν.

Πρώτα μας ήρθαν.

Κροτάλισαν ευγενικά πάνω στο δέντρο τους,
εψάλαν τις γλυκές τους μελωδίες,
κουβάλησαν
στο φως και στη διαφάνεια τους το καλοκαίρι,
φραγμό στην ίδια την επιβουλή τους
εβάλανε διαφράγματα ωχρά
τοποθετώντας τα με τακτ
τριγύρω στον καρπό,
κι αφού μας επλημμύρισαν ανταύγειες
και μνήμες οσμηρές
κι επαναλήψεις
και συνέχειες,
επαραχώρησαν τη θέση τους
σε όλα τ'  άλλα.

Ω!  Μούσμουλο συμπυκνωμενο
και ανέκφραστα θολό!
Ω!  Μούσμουλο αβρό και στοργικό!
Ω!  Πρωτοβρόχι στης ζωής την ξέρα!
Ω!  Υπομονή στην άκρη της βροχής!
Ω!  Αδιάσπαστε, πικρέ
κολλώδη ήλιε της πρώτης καλημέρας!

Στο περιβόλι σύκα...φράουλες...
μα με το μύρο σου όλα  ανθούν
και με τη θύμησή σου
όλα δένουν και καρπίζουν.

 ΚΟΛΥΜΠΙ

Πόσο ευχερώς οι άλλοι κολυμπάνε!
Μες στο νερό στριφογυρνούν,
βουτούν, ξαναβγαίνουν, χαριεντίζονται…

Εκείνος δύσκολο πολύ το βρίσκει
όλα αυτά να κάνει.
Άρνηση μια, κάθε του τέτοια κίνηση περιορίζει.
Ούτε την ευελιξία,
ούτε την ελαφρότητα των άλλων έχει.

Πολύ αυτό τον θλίβει. Και τα χρυσόψαρα
γύρω από κείνους μόνο τριγυρνούν.

Μα θλίβεται αδίκως.

Αυτός
στα ρηχά όχι,
μα στα βαθιά νήχεται.
Και κει οι κινήσεις του είναι ακώλυτες.

Και αν ούτε χρυσόψαρα εκεί πηγαίνουν,  
μα ανάγκη,
τέτοιο όποιος γνωρίσει βάθος,
δεν έχει από χρυσόψαρα κι ευελιξίες.

                    Ο ΠΥΡΓΟΣ

Δεν ξέρω ποιο πλοίο εδώ μ’ έχει αφήσει,
μα ξέρω καλά-θα ’ρθει πάλι μια μέρα
και κάποιος τον πύργο να δει θα ζητήσει
που θα ’πρεπε να ’χτιζα σε τούτη την ξέρα.

Γι αυτό μόλις πάτησα το πόδι μου επάνω
σε τούτο το ανάχωμα, με πάθος και ζήλο
τον πύργο μου ευθύς είχα αρχίσει να φτιάχνω
στοιβάζοντας σίδερο και πέτρα και ξύλο.

Μα κάθε που είχα σχεδόν τελειώσει
ενός μανιασμένου αγέρα το πείσμα
φυσώντας με πάθος και δύναμη τόση
εγκρέμιζε πάντοτε τ’ ωραίο το κτίσμα.

…Το ύψος θα είναι μικρό της ποινής μου;
Μεγάλο; Το χρέος μου θα εξοφλήσει;
Θα ειν’ αδυσώπητος κριτής ο κριτής μου;
Μετρούν τα συντρίμμια στην όποια του κρίση;

Μα ενώ ζοφερές κάνω τέτοιες προβλέψεις
για του δικαστή μου το αλύπητο μέτρο,
φορές συλλογιέμαι-παιχνίδια της σκέψης...-:
μη χτίστηκε ο πύργος μου κι εγώ δεν τον βλέπω;

                              ---

 Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΦΥΤΑΛΗ

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας.
Όπως τον έκανε ο Φυτάλης.
 
Καλόν, ολύμπιον, άλκιμόν τε.

Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί,
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους Τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας-
μια σερνικήν Ελλάδα.
                  
                            -----

 Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

«Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!

Εγώ!
Η αειπαγής!
Η δύσρηκτος!

Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;..

Εγώ που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...

Εγώ!
ξάφνου,
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν' αφεθώ,
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή,
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»

                          -----

 ΤΟ ΚΕΡI

Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον,
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά,
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκανε μία κίνησιν φιλήματος προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει στο γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.

Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
σήκωμα του κεφαλιού -να μην καούμε κιόλας,
στερέωσις του κεριού στο μανουάλι,
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.
Σ’ αυτήν τη στάση πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά στο στέρνον,
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει.
Αθορύβως.

Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπο να κρύβονταν.

Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα.
Στο μισοσκόταδο
το πρόσωπο σχεδόν καθόλου δεν θα φαίνονταν.

 ΔΕ ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ!

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά-
αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο;
Ακόμα λέτε... για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
…με συγχωρείτε που γελώ,
συνήθως ξέρετε είμαστε ευγενέστατοι εδώ…

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.
Δε θέλουμε ποιητές.

Πάρτε τον!

Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας.
Σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.

Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετε ένα τηλεφώνημα.

Δε θέλουμε ποιητές.

           ΣΤΟ ΑΛΣΥΛΛΙΟ

Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος
μες στου αλσυλλίου τις σκιές
που μαγίστρες μοιάζουνε γριές
κάποιος πικροκλαίει στη γη πεσμένος.

Κάποιος κλαίει πάνω στο χορτάρι.
Σφίγγουνε τα χέρια του τη γη.
Κάτι να της δώσει προσπαθεί;
Κάτι από κείνηνε να πάρει;

Σχίζουν οι λυγμοί του το σκοτάδι.
Στ’  άπονα τα χώματα χτυπούν.
Οι ψυχές ξυπνάνε και ακούν
μες από τον άπελπο τον Άδη.

Τάχα στο αλσύλλιο ποιος να κλαίει…
ποιος στην ησυχία τη βραδινή-
ποιος μες στη νυχτιά τη σκοτεινή
δέεται στον Πλάστη-και τι λέει;

                    ---

 ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
ή
ΣΜΥΡΝΗ

-Γλυκέ, μαυρόντυτε, πικρέ πατέρα-
δεντρί με κούρβουλο κάθε κλωνί σου,
ακόμα ποιο ακριβό θρηνείς παιδί σου;
-Τη Σμύρνη-την τρανή μου θυγατέρα!

-Πατέρα φτάνει. Σκούπισε το δάκρυ.
Θεός τα παίρνει όλα και τα δίνει.
Κι αν ίσως έχασες της γης μιαν άκρη,
μα της ζωής δε στέρεψεν η κρήνη.

-Δεν ήταν γης μα ολάργυρο φεγγάρι.
Χρυσάμαξα που αγγέλοι τηνε σύραν.
Κι ήταν διαμάντι και μαργαριτάρι.
Και δεν την πηρ’ ο Θεός: Τουρκοί την πήραν!

 ΔΙΧΩΣ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ
 
Δίχως την μνήμη δεν μαθαίνει κάποιος
 τα ηρωικά κατορθώματα των προγόνων,
τις φιλοσοφικές θεωρίες,
τις τέχνες,
την καταγωγή της μηλολόνθης.
 
Δίχως την μνήμη δεν θα ξέραμε
ότι κάποιοι πριν από μας
τις ίδιες βλακείες έκαναν και είπαν.
Και δεν θα μετρούσαμε
την ανθρώπινη κακομοιριά με χιλιετίες.
 
Αν η μνήμη ατροφούσε,
η ελπίδα τότε θα γεννιόταν
τα μιαρά όντα καθαρόψυχα να γίνουν,
και απενοχοποιημένα να υπάρχουν
καθώς τα πετροχελίδονα, οι χείμαρροι,
τα τετράχορδα και οι αλεπούδες.

 ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά.
Μέσα κανείς δε θα ’δει.
Ο σκύλος έξω ας αλυχτά.
Μέσα τ’ αηδόνι ας άδει.

Έξω σκοτάδια είναι πηχτά
κι εδώ το φως πλαντάζει.
Μα ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά.
Κανείς δεν μας κοιτάζει.

Οι άνθρωποι είναι βιαστικοί
και δεν τους μένει ώρα
ν’ αργοπορούν εδώ κι εκεί
με φώτα χρονοβόρα.

Άνοιξε διάπλατα λοιπόν.
Το σαρκοβόρο σμάρι
έξω ας βοά μαύρων γυπών.  
Ας λάμνουν μέσα γλάροι.

Έργα έχουν άλλα, σοβαρά,
οι άνθρωποι να πράξουν-
’σύχασε. Ούτε μια φορά
εδώ δεν θα κοιτάξουν.

Στο τέλος κάποιος κι αν δειλά
το βλέμμα εδώ γυρίσει,
κι ό,τι να δει, ξέρεις καλά,
πως δεν θα εννοήσει.

          -----

 ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΕΡΜΑ!

Ο προπάππος μας Αδάμ
και η προγιαγιά μας Εύα
τζάμπα νάνι τζάμπα μαμ
και καθόλου δε δουλεύαν.

Ξάπλα βράδυ και πρωί
ζούσαν όμορφη ζωή.
Δίχως κόπους και ιδρώτα
πέρναγαν ζωή και κότα.

Και δεν πλήρωναν ΟTΕ
δεν πληρώναν εφορία
κι ούτε είχανε ποτέ
με δοσάδες φασαρία.

Με αγγέλους συντροφιά
και με το θεό παρέα
όλα ήτανε καλά
κι όλα ήτανε ωραία.

Ώσπου η Εύα βιαστική
στον Αδάμ πάει μια μέρα
που τον φρέσκο του εκεί
κάπου έπαιρνε αέρα,

και κραδαίνοντας σφιχτά
μες στο χέρι ένα ξύλο
στο κεφάλι τον χτυπά
και του λέει: «Θέλω μήλο!»

«Βρε καλή μου-βρε χρυσή
τι κουβέντα είν’ αυτή
κι έτσι άξαφνα πώς σου ’ρθε;
κι από ποιόνε; κι από πούθε;..

Ξέρεις τι ο κραταιός
μας εδιάταξε ο θεός:
τ’ άλλα δέντρα να τρυγάμε,
αλλά μήλο να μη φάμε!».

«Ξέρω τι μας έχει πει,
μα εγώ έμαθα ακόμα
το γιατί τέτοια εντολή
του ’χει βγει από το στόμα:

είναι γιατί αν γευτούμε
από κείνο τον καρπό,
σαν και κείνον θα γινούμε-
δηλαδή θεοί-γι αυτό!».

«Τι ιδέα μα το ναι!
Ποιος σου το ’πε αυτό μωρέ;
ζώο θα ’λεγα πως θα 'ναι-
μα τα ζώα δε μιλάνε...»

«Να που έγινε κι αυτό
και μου μίλησε ένα ήδη-
το μεγάλο μυστικό
μου το σφύριξε το φίδι.»

«Τι απρόσμενο κακό
είναι τούτο που ακώ!
Ένα φίδι να τολμάει
στους ανθρώπους να μιλάει…

Και γιατί παρακαλώ;
για να βάλει στο μυαλό
μιας κουτής όπως εσένα
λόγια ψεύτικα ένα ένα...

Τι θα γίνω εγώ με σε;
ρε Ευάκι άκου και ’μέ-
ο θεός όταν το μάθει
θα μας δώσει χίλια πάθη..»

«Συ θα πεις εμέ κουτή;
άρπα την λοιπόν κι αυτή!»
και το ξύλο που κρατάει
στο κεφάλι του το σπάει.

«Και να ξέρεις-μήλο εγώ
θες δε θέλεις θα γευτώ:
στο μυαλό μου ό,τι βάνω
δε ’συχάζω αν δεν το κάνω.

Όμως συ ’σαι ο κουτός.
Γιατί ακόμα κι αν ο θεός
θέλει να μας τιμωρήσει
γι αυτό που 'χουμε τολμήσει,

δε θα το μπορεί αφού
θα 'μαστε θεοί βρε ζώο!..»
«Τι ξερό κεφάλι! Φτου!
Φάει συ-εγώ δεν τρώω!»

Έτσι είπε ο φτωχός.
Όμως έφαγε κι αυτός,
κι ο θεός απ’ το πανώριο
τους κυνήγησε φυτώριο.

Η συνέχεια είναι γνωστή.
Μια ζωή μόχθου μεστή
και ταλαιπωριών περνούνε
έκτοτε όσοι ανθρώποι ζούνε.
 
Κι από τότε όλες κρατάνε
οι γυναίκες ένα ξύλο
και τους άντρες τους χτυπάνε.
Κι αντίς φίδι, έχουν φίλο.

 ΛΥΠΗ ΝΕΑΡΟΥ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΥ
 
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
 
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να ’ναι και να καιν;
 
Αχ! η αγάπη μου είναι κρυωμένη.
Ό,τι μου έδινε ρίγος, ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατί η ανάρρωση θα ’ναι αργή:
 
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτοιο κορμί…

 ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Έπιπλα δεν είχε το δωμάτιο
και όσον να πεις
ένα τραπέζι
απαραιτήτως χρειάζονταν.

Δε θα 'τρωγε καλά για λίγες μέρες
το κάπνισμα θα εμετρίαζε
το φως νωρίς θα το ’σβηνε-
λίγο από δω-λίγο από κει
θα τα κατάφερνε στο τέλος.

Και όχι πολυτέλειες.

Δεν ήθελε
ξύλο καλό,
ούτε μορφήν και στυλ θα εκοιτούσε.

Ένα απλό τραπέζι.

Λίγο γυαλιστερό μόνον στην επιφάνεια
και κάπως,
όσο γίνονταν,
τα πόδια του κομψά.

Τώρα θα πεις:
μεγάλη ανάγκη ήταν το τραπέζι;
Ανάγκη όχι, μα είναι κάποια συντροφιά-
ένα δωμάτιο άδειο άσχημα χτυπάει…

Πάλι
κάποιος μπορεί να ’ρχόταν
και την κατάντια του να δει δεν θ’ ανεχόταν…

Τέλος είναι κάτι όρθιο
μέσα σε τόσα γκρεμισμένα.

 Ο ΝΑΥΑΓΟΣ


Είναι ναυαγός.

Γεννήθηκε ναυαγός.

Κι ολοζωής στέλνει μηνύματα
σε μπουκάλια μέσα:

«Μην πλησιάζετε!».

                ΟΥΤΕ Η ΤΕΧΝΗ

Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να ’τανε το θέαμα κάτι νέο.
Και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν,
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν,
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν",
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι",
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν,
γιατί τι άλλο να ’καναν
και πώς να πούνε
πως όλα αυτά είναι μια Έλλειψη κι ένα Κενό
που τότε το Κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η Τέχνη είναι καταφύγιο…
                       ---

 ΣΤΗΝ ΠΙΚΡΗ
 
Μέσα στην ησυχία
θόρυβοι κάτι αλαφροί έρχονται απ' τον καφέ του.
 
Μπορεί να πει πως κάποιος δαίμονας
εμπήκε στο φλιτζάνι του
και κει ότι τα μάγια του δουλεύει.
Και λέγοντας αυτό
θα ξέφευγε από το απίστευτο να πει
ότι ακούει τα βιαστικά κι ανάλαφρα-
τα μυστικά πατήματα της ζάχαρης
καθώς μες στον καφέ του τον πικρό διαλύεται.
 
Απίστευτο γι αυτόνε όχι-γιατί αυτός
ολημερίς μες στη σιωπή
της μοναξιάς τους ήχους τους λεπτούς ακούει
καθώς αυτή μες στην πικρή
γλυκαίνοντάς τηνε διαχύνεται ζωή του.

   Ο ΓΑΜΟΣ
 
Παντρεύεται ο λόφος
και παίρνει την κυρα-Άνοιξη.
Οι μυγδαλιές κοιτάζουν
το θέαμα με κατάνυξη.
 
Μαργαριτούλες πλέκουν
στεφάνι νυφικό
των μερμυγκιών με χάρη
καλπάζει το ιππικό.
 
Κρατούν οι πεταλούδες
την άκρη του φορέματος
πλαντούν οι παπαρούνες
στο χρώμα του αίματος.
 
Κι ως φεύγει ο κυρ-Χειμώνας
γυρνά την κεφαλή
και στέλνει στο ζευγάρι
χαρούμενο φιλί.

 ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

«Πόσο μας παίδεψαν κι αυτοί οι Λατίνοι…
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί.
Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;..

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
Κουράστηκα στο τέλος.

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…

Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια,
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας,
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη:
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’  παλιο-Λατίνους".

 ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού τον δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή…
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις.
Για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.
Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.

 ΤΟΥ ΚΡΕΒΒΑΤΙΟΥ ΤΟ ΒΗΤΑ

Πάντοτε με διορθώνουν-
οι ανόητοι-
πως το κρεββάτι μ’ ένα βήτα γράφεται.

Δεν είναι βέβαια ποιητές.

Αν ήταν, θα ’ξεραν
πως άδειο το κρεββάτι μ’ ένα βήτα είναι,
όπως με μόνο αυτούς επάνω του.

Το δεύτερο το βήτα ειν’ η γυναίκα.

 Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα. 

Ίσως την Τέχνη παραπέρα.

 ΔΙΏΝΗ

Οι μαστοί της, πλατυβάσιοι και πληθωρικοί
γάλα γεμάτοι για κάθε τι πεινασμένο.
Βαριά βήματα, τραντάζοντας τη γη,
τα πέλματά της περπατώντας ξανοίγουν.

Γελάει κι έρχεται Άνοιξη. Ερωτεύεται
κι οι άνθρωποι
ερωτικούς τρέχουν συντρόφους να 'βρουν.

Στη θάλασσα. Εκεί ζει και αγαπάει.

Και η θάλασσα
νερό δεν είναι
αλλά το σπέρμα του Σύμπαντος, καθώς αυτό,
ερωτευμένο,
με το τεράστιο πέος του
στης Διώνης τον κόλπο προσβλέποντας
εκχύνει.

 ΔΡΥΟΠΗ

Οι Αμαδρυάδες χάρηκαν
το θεό να δούνε με μορφή χελώνας.
Πλησίαζαν κι αγγίζαν και χαϊδεύανε
να το ’χουνε για καύχημα.

Το σκληρό της καύκαλο
στα χέρια τους γλυκά απαλυνόταν.

Όταν όμως, αφού, ο θεός εδιάλεξε
φίδι έγινε,
όλες τρομάξαν, επειδή ανέτοιμες
την αλήθεια να δεχθούν ήσαν.

Εκείνη μόνον, βασιλιά γενναία κόρη
τη μεταμόρφωση δεν εφοβήθη
και στάθηκεν εκεί μόνη,
αφήνοντας το φίδι σαν τεράστιος
τρυφερός βλαστός να την τυλίξει.

Και μαζί του κυλίστηκε στη χλόη
το λαμπρό πράσινό της κοκκινίζοντας.

 ΝΕΕΣ ΑΝΑΠΝΟΕΣ

Στης συνοδού του την αδιαφορία πλέοντας
γελάει το κοριτσάκι. Το γέλιο του
σαν πεταλούδα πετάει μέσα στο βαρύ
πνιγηρό εστιατόριο,
υφαίνοντας με κύκλους και στροφές περίπλοκες
ένα δίχτυ αθωότητας-αυτής
που έχει για την ηλικία του καθοριστεί.

Τo πέταγμά του
εύκολα μες από βγαλμένα δοντάκια μπαινοβγαίνει
φέρνοντας νέες αναπνοές κάθε φορά
στα πνευμόνια του πηχτού βραδιού,
που αλλιώς
θα πέθαινε από απελπισία
με τους λιγοστούς πελάτες νεκροθάφτες του.

 ΕΡΩΣ ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΟΣ

Βουτηγμένοι στην εφημερίδα τους κι οι δυο
όπως έμπορος στα χρέη του.
Ανάμεσά τους η σιωπή που δεν φοβάται ομιλίες,
σαν χώρος ναού
βαριά χρυσά στολισμένου.

Τίποτα μη διεκδικώντας ο ένας από τον άλλο,
αφημένοι έτσι στην εγκατάλειψη
μηδενικά θυμίζουν περίοπτα
απ’ όποια γωνιά ευφροσύνης
και απ’ όποια πλευρά εγωισμού κι αν κοιταχτούν.

Τους έτσι ακούσια και απροφύλακτα στερημένους
η αύρα της αγάπης εποπτεύουσα
την κόκκινη μπέρτα της φορεί,
τα χέρια
δοκιμαστικά διάπλατα ανοιγοκλείνει,
και στην κοινή τους ετοιμάζεται
να ενσκήψει τη ζωή,
την ώρα που ακριβώς αυτοί το τελευταίο βήμα θα έχουν κάνει
στον δρόμο της ακμάζουσας ανίας τους.

 ΟΠΩΣ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ

Όπως στο παζάρι βλέπεις μια μέρα κάποια μαυρομάτα,
που ανάμεσα σε φρούτα και λαχανικά
σ’ ένα τελάρο πάνω καθισμένη, ψωμιού κρατεί κομμάτι
και ανέμελα και φυσικά και σίγουρη πολύ το τρώει,
και δίπλα ο άντρας της τα φρούτα διαλαλεί και ξάφνω,
τόσο γυναίκα καθενός να είναι μοιάζει,
που και δική σου γίνεται,
και πια την πλησιάζεις και την παίρνεις-
κι ούτε την πλησιάζεις, την καλείς μόνο-
και κείνη έρχεται λέγοντας «πεινάς;» και τείνοντας σου
λίγο να δαγκώσεις
και πάτε σπίτι
και το Σαββατοκύριακο μαζί χαρούμενα περνάτε,
κι ύστερα γυρίζει
στη θέση της αυτή και στη δική σου εσύ,
έτσι και την ποίηση άλλων,
δική σου τόσο κάποτε τη νιώθεις, που,
σαν να σού ανήκει,
για μέρες λίγες κοντά σου την κρατάς.

 ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ

Όταν ξυπνώντας το πρωί
Πριν σηκωθούμε
Για λίγο στέκουμε στο χείλος του ύπνου
Στον κόσμο ακόμα του όνειρου παραδομένοι
Προς την ομίχλη βλέποντας
Που τις πεδιάδες του διαλογισμού σκεπάζει,
Είναι σαν να περιμένουμε κάποιον
Να μας δώσει το κλειδί
Που την πόρτα της ζωής ανοίγει.

 ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΤΖΕΝΙΦΕΡ ΡΟΤΖΕΡΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

Την Τζένιφερ Ρότζερς ακούγαμε που στο δάσος τραγουδούσε.
Μέσα στη σιγαλιά ακουγόνταν το τραγούδι
Που η  Τζένιφερ Ρότζερς στο δάσος μέσα τραγουδούσε.

Ακούγαμε την Τζένιφερ Ρότζερς που στο δάσος τραγουδούσε.
Στο άκουσμα του τραγουδιού της
Του δάσους η ψυχή, ψυχή του τραγουδιού της έγινε.
Του τραγουδιού οι λέξεις τα κλαδιά των δέντρων του ήσαν
Κι ο που τα έσειε αγέρας η παλλόμενη φωνή της

Η Τζένιφερ Ρότζερς το δικό της τραγούδι
Στο δάσος μέσα τραγουδούσε.
Κοιτάζοντάς την βλέπαμε τα χείλη της ν’ ανοιγοκλείνουν   
Βγάζοντας  λόγια του εαυτού μας πριν υπάρξουμε
Και ιδέες χαλκεύοντας
Που έλαμψαν προτού το φως των αστεριών φανεί.

 Ο ΠΟΝΟΚΕΦΑΛΟΣ

Όλα καλά πηγαίναν.
Το πρωινό ήταν υπέροχο,
οι άνθρωποι όλοι καλοί μαζί του,
τα φοβερά για πάντα ξεχασμένα.  

Και ο  κόσμος ήταν ο καλύτερος
που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει.

Ξάφνω
ένας πονοκέφαλος.

Περίεργο πολύ ήταν αυτό
που τότε ακολούθησε:
ο καιρός αμέσως άλλαξε,
μπροστά του τ’ άσχημα όλα ήρθαν
και οι άνθρωποι
φαύλοι φανερώθηκε πως ήσαν.

Ως για τον κόσμο,
λίγο να ήτανε καλύτερος,
μπορεί και να ’τανε υποφερτός.

 ΟΥΦ!

«Είμαι ο τάδε, γεννήθηκα εκεί,
εκεί μεγάλωσα, εκεί πήγα σχολείο,
λέγομαι έτσι ακριβώς,
ο πατέρας μου ήταν...
μέναμε στον...
φύγαμε όταν...»
Ουφ! Αντί τέτοια να εξηγείς
κάθε που κάποιον ανταμώνεις
ας παν οι γνωριμιές καλιά τους.
Η νύχτα τίποτα δεν με ρωτά
και ο αγέρας ως τον δέχομαι με δέχεται.

 ΉΛΙΟΣ ΜΕ ΧΙΟΝΙ

(Καφενείο φτηνό και μισοσκότεινo. Μπαίνει μέσα ο Πελάτης. Κάθεται. Πλησιάζει η Γκαρσόνα)
Πελάτης
Ήρθα μέσα στη βροχή.
Γκαρσόνα
Νι αυτό έχουμε αναμμένη τη σόμπα-για να στεγνώσεις.
Πελάτης
Γυρίζω νια βρω το καφενείο που μου ταιριάζει.
Είναι το τελευταίο καφενείο της πόλης που έρχομαι.
Γκαρσόνα
Αυτό είναι το καφενείο για σένα.
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Αιστάνεσαι προφυλαγμένη πίσω από τα τζάμια του καφενείου σου τη νύχτα;
Γκαρσόνα
Φοβάμαι μόνο όταν βρέχει.
Πελάτης
Μπορεί φεύγοντας να σου αφήνω δέκα νομίσματα
ρεγάλο. Πώς θα σου φανεί;
Γκαρσόνα
Παράξενο. Ένα νόμισμα κάνει το ποτό.
Πελάτης
Τα εννιά είναι για να μη με διώξεις από δω μέσα.
Γκαρσόνα
Ποια γκαρσόνα διώχνει πελάτες;
Πελάτης
Είμαι παράξενος πελάτης. Δε μιλάω μα θέλω να μου μιλάνε. Θα έρχομαι εδώ με το πρόσωπο της νύχτας και θα σε κοιτάζω με μάτια εχθρικά.
Γκαρσόνα
Αυτό θα πει ότι σου αρέσω σα γυναίκα.
Πελάτης
Όλες oi γυναίκες μου αρέσουν.
Γκαρσόνα
Και μένα όλοι οι άντρες.
Πελάτης
Η πόλη με διώχνει. Μα θέλω να κρατηθώ εδώ. Είναι
η τελευταία πόλη που μου μένει.
Γκαρσόνα
Γιατί από παντού σε διώχνουν;
Πελάτης
Με βρίζουν ποιητή. Δε θέλουν ποιητές.
Γκαρσόνα
Δεν έπρεπε να τους δείχνεις τα ποιήματά σου.
Πελάτης
Δε γράφω ποιήματα.
Γκαρσόνα
Τότε τι λογής ποιητής είσαι;
Πελάτης
Δεν είμαι ποιητής. Μισώ τους ποιητές. Μα εκείνοι μου λένε πως είμαι ποιητής. Πώς μπορεί να είμαι κάτι που μισώ;
Γκαρσόνα
Καθένας μισεί τον εαυτό του. Κι εγώ μισώ τον εαυτό μου. Τόνε στολίζω με κανένα λουλουδάκι αν βρω ή με αρώματα για να τον ανέχομαι. Πρέπει να ζήσω μαζί του.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου. Θα σου μάθω να μην μπορείς να υποφέρεις τον εαυτό σου ούτε με λουλούδια και με αρώματα.
Γκαρσόνα
Θα είναι σκληρό από μέρους σου.
Πελάτης
Είναι υποχρεωσή μου.
Γκαρσόνα
Τώρα καταλαβαίνω γιατί σε βρίζουν ποιητή. Τα θέλεις όλα όπως πρέπει να είναι.
Πελάτης
Μου αρέσει που μιλάς μαζί μου.
Γκαρσόνα
Είναι που δεν έχω δουλειά ακόμα.
Πελάτης
Ποιες ώρες έχεις δουλειά;
Γκαρσόνα
To μεσημέρι και το απόγεμα.
Πελάτης
Περνώντας για να σερβίρεις τους πελάτες θα μπορείς να μου ρίχνεις ένα βλέμμα συμπάθειας κάθε φορά;
Γκαρσόνα
Με δέκα νομίσματα ρεγάλο ναι.
Πελάτης
Δε σε νοιάζει που με λένε ποιητή;
Γκαρσόνα
Και να ήσουνα δε θα μ' ένοιαζε. Με δέκα νομίσματα κι έναν μουσικό θα καλοδεχόμουνα.
Πελάτης
Έχω πολλούς εχθρούς στην πόλη. Ζω μόνος μου. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν άγγιξα γυναίκα. Μπορείς κάποτε κάποτε να μου αγγίζεις το χέρι μου όταν περνάς από κοντά μου;
Γκαρσόνα
To τελευταίο που μπορώ να κάνω με δέκα
νομίσματα ρεγάλο.
Πελάτης
Μπορώ να σε μάθω τις φωνές των πουλιών. Μπορώ να σε μάθω τι λένε μουρμουρίζοντας τα ρυάκια. Και ξέρω να διαβάζω τ' άστρα.
Γκαρσόνα
Ναι.
Πελάτης
Ξέρω τι λέει τις νύχτες ο αέρας στις κορφές των
βουνών και στα φύλλα των δεντρώνε. Μπορώ να σου πω τι λέει το λουλούδι που κόβεις για να στολίσεις τα μαλλιά σου. Κι ακούω τις φωνές των σιωπηλών πραγμάτων μέσα σε ένα δωμάτιο όταν όλα ησυχάζουν.
Γκαρσόνα
Είσαι αλήθεια παράξενος.
Πελάτης
Δε θα με διώξεις...
Γκαρσόνα
Είπαμε-με δέκα νομίσματα ρεγάλο όχι.
Πελάτης
Μερικές φορές θέλω να μιλήσω σε κάποιαν. Αν σου δώσω πενήντα νομίσματα την ώρα θα δεχόσουν;
Γκαρσόνα
Με πενήντα νομίσματα ναι. Αλήθεια μου λες;
Πελάτης
Αλήθεια σου λέω. Δεν έχω κανέναν να μιλήσω.
Γκαρσόνα
Λέω για τα πενήντα νομίσματα. Αλήθεια πενήντα
νομίσματα την ώρα;
Πελάτης
Έχω λεφτά. θα μπορούσα να σου δώσω και περισσότερα.
Γκαρσόνα
Για τι θα μιλάμε;
Πελάτης
Για το θάνατο. Είσαι παντρεμένη;
Γκαρσόνα
Όχι. Θα πείραζε;
Πελάτης
Ναι, όλα αυτά προϋποθέτουν ελεύθερη θέληση.
Γκαρσόνα
Είμαι ελεύθερη.
Πελάτης
Μικρός έμενα σ' αυτή την πόλη. Όλα ήταν ίδια όπως τώρα. Η πόλη αυτή δεν άλλαξε καθόλου.
Γκαρσόνα
Μπορεί να μην άλλαξες εσύ,
Πελάτης
Μερικά σπίτια παραπάνω. Μερικοί αυτό το λένε αλλαγή. Οι άνθρωποι δεν άλλαξαν. Αυτή θα ήτανε αλλαγή.
Γκαρσόνα
Ποτέ δεν άλλαξαν οι άνθρωποι και ούτε θ' αλλάξουν ποτέ. Τίποτα δεν αλλάζει στον κόσμο μας.
Πελάτης
Άλλαξε κάτι απόψε. Βρήκα μια γυναίκα να μιλάω μαζί της.
Γκαρσόνα
Είχες δώσει και σε άλλες πενήντα νομίσματα την ώρα για να μιλάνε και δεν το δεχτηκαν;
Πελάτης
Mε άλλες δεν είχα το θάρρος να το κάνω.
Γκαρσόνα
Γιατί με μένα το βρήκες;
Πελάτης
Σου είπα-είσαι το τελευταίο μαγαζί της τελευταίας μου πόλης.
Γκαρσόνα
Έχασες τόσα χρόνια επειδή δεν αποφάσιζες να μιλήσεις σε μια γυναίκα λοιπόν. Δεν ήξερες ότι θα δέχονταν;
Πελάτης
Περίμενα να έρθουν να μου μιλήσουν αυτές. Και χωρίς λεφτά.
Γκαρσόνα
Καλά σε λένε ποιητή.
Και ποιο το κέρδος σου από ό,τι θα κάνουμε μαζί;
Ποιητής
Θα ελπίσω. Που θα πει θα ζήσω.
Γκαρσόνα
Είσαι πεθαμένος;
Ποιητής
Ναι.
Γκαρσόνα
Ένας πεθαμένος πώς μπορεί να νιώθει;
Πελάτης
Όπως όλοι μας. Όλοι πεθαμένοι είμαστε. Η ζωή είναι ο θάνατος. Μόνο πολλοί δεν το ξέρουν και φέρονται σαν να ζουν.
Γκαρσόνα
Και τα σπίτια μας είναι τάφοι;
Πελάτης
Δεν έχουμε τόσο ευρύχωρους τάφους. Τάφος είναι το δέρμα μας.
Γκαρσόνα
Είναι φοβερό να είναι έτσι.
Πελάτης
Έτσι είναι.
(Σιωπή)
Γκαρσόνα
Θα πάρεις κάτι;
Πελάτης
Όταν θα μου φέρνεις κάτι δε θα το πίνω κι ας το φέρνεις. Μα θα σου αφήνω τα δέκα νομίσματα. Τα σημερινά είναι η πληρωμή για τη σημερινή μας κουβέντα.
Γκαρσόνα
Το δέχομαι. Και συμφωνώ και για την κουβέντα.
Όποτε θέλεις να έρχεσαι.
Πελάτης
(σηκώνεται}
Σ' ευχαριστώ για την κατανόηση. Φαίνεται ότι θα
μείνω επιτέλους σε μια πόλη.
Γκαρσόνα
Θέλεις να κάνεις έρωτα μαζί μου;
Πελάτης
Για τι άλλο θα ερχόμουν να σε βρω;
Γκαρσόνα
Στις οχτώ τελειώνω. Έλα να με πάρεις. Και ο έρωτας κερασμένος για πάντοτε από μένα.
Πελάτης
Γεια σου.
Γκαρσόνα
Στις οχτώ
(ο Πελάτης βγαίνει)

                                      -----