Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

     ENA ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΓΚΑΘΩΤΑ ΑΓPIΟΛΟΛΟYΔA
ΑΠΟ ΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥΝ
ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
(Γραμμένα πριν πάνω από είκοσι χρόνια, αλλά, διαχρονικά, όπως θα έλεγε και ο ισοπεδωτής Αντρέας)

α.
Ο πρωθυπουργός κλέβει.
Μικρή καμπανούλα του αγρού
ο πρωθυπουργός κλέβει.

-Ο αγέρας με φυσά και δεν ακούω.
Πιο δυνατά καλέ μου.

-Ο πρωθυπουργός κλέβει
μικρή καμπανούλα του αγρού!.
Ο πρωθυπουργός, κλέβειειειειειειει…

-Αχ ο αγέρας παίρνει τη φωνή σου-
τίποτα δεν ακώ κι ας βάζεις
τις απαλάμες σου γύρω απ’ το στόμα.
Μα συ μ’ ακούς παλληκαράκι του Βουνού.
Άκου λοιπόν τί ο αγέρας που φυσάει μου λέει:.
“Ο πρωθυπουργός κλέβει!” μου φωνάζει.
Άκου και κάνε κάτι
συ του λαού παλληκαράκι.
Ο πρωθυπουργός κλέβει.


β.

Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.

Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Τα ποδάκια της στο νερό πλέκουν.

-Άνοιξε το βήμα σου παιδόπουλο της άνοιξης.
Κάποιονε σαν εσένα καρτερεί και λαχταράει.

-Βαριά η καρδιά μου κι άβουλο το χέρι
Εχτές ο φίλος μου αρρώστησε και πέθανε.
Θέση δεν είχε στο νοσοκομείο.

-Αχ! Τα ποδάκια αχάιδευτα θα μείvουνε
του κοριτσιού με το νερό που παίζει.

Μα όχι-να, εκείνος, που το σπίτι του
με τα κρεβάτια των νοσοκομείων έφτιαξε,
πλησιάζει προς την ακροθαλασσιά.


-Φύγε μικρούλα απ’ το νερό.
Τρέξε στο σπίτι σου μικρούλα.

-Εγώ θέλω στ’ αυτιά μου σκουλαρίκια
και φόρεμα η μάνα μου καινούργιο.
Και ο πατέρας
από ταβέρνα σε ταβέρνα τριγυρνάει χωρίς δουλειά.

-Φύγε μικρούλα. Κάτι θα βρεθεί.

-Βρέθηκε κιόλας. Βιαστικός
έρχεται κατά μένα ο πλούσιος. Κι εγώ
τον κόρφο τον μικρό μου
τον αμεγάλωτον ακόμα ετοιμάζω.



γ.

-Μικρό δεντράκι

-Μικρό δεντράκι
μικρό. δεντράκι
πότε καρπό θα δώσεις;

-Σ’ αυτό τον κήπο εγώ δεν θα καρπίσω,
Γιατί ψηλά στου λόφου την κορφή ο κήπος μου είναι
και από δω βλέπω απλήρωτη δουλειά.

-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
οι μίσχοι των φύλλων σου τρυφεροί΄
τ’ άνθη σου ολάκερο σε σκέπασαν.

-Θα ρίξω τ’ άνθη μου άκαρπα
και φύλλα και κλαριά μου θα ξεράνω.

-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
άσε στην μοίρα του τον άνθρωπο.
Πιες το ρυάκι
ανάσανε τον άνεμο
δώσε καρπούς σε κείνον που σε φύτεψε.

-Εκείνου που με φύτεψε
είναι που τη δουλειά του κλέβουν.
Και τα δεντράκια όπως εγώ
η ψυχούλα τους σπαράζει
να βλέπει ανθρώπους δύστυχους.

δ.
-Από του φεγγαριού τους κύκλους

-Από του φεγγαριού τους κύκλους
ο πρώτος είναι της αγάπης μου.
Ο δεύτερος της αγριοτριανταφυλλιάς
κι ο τρίτος του πελάγου.

-To πέλαγο ανέμελε τραγουδιστή
δε θέλει ούτε να σε βλέπει
που αφήνεις να σε λοιδορούν οι βουλευτές σου.

-Σκοτούρα μου το πέλαγο.
Ο κύκλος της αγριοτριανταφυλλίτσας μου
για μένα τη στροφή του γράφει.

-Εγώ νιε μου ανέμυαλε και χιλιοπροδομένε
ούτε τ’ αγκάθια μου δε χαραμίζω
για όποιον αφήνεται όμορφα άμορφα
στους υπουργούς του το αίμα να του πίνουν.

-Σκοτίστηκα για τ’ άνθη σου.
Τ’ άνθη δικά μου όμως όλα της καλής μου-
το γέλιο, το κελάδημα, ο κόρφος
και τ’ άνθος το κρυφό της το ανοιγμένο.

-Καλλίτερα στον εγκρεμό να ρίξω τ’ άνθια μου όλα
παρά σε σκλάβο ένανε το μύρο τους να δώσω.

-Φεύγω και όπλο ζώνομαι και βλήματα τυλιέμαι
και υπουργούς και βουλευτές στον Άδη κατεβάζω.
Κι αν έτσι το ’χει η μοίρα μου ας πάω κι εγώ μαζί τους.
Κάλλιο, παρά να ντρέπεται για μένανε η καλή μου.





ε.
Οι νεκροί των δρόμων,
Οι νεκροί των δρόμων,
ΟI νεκροί των κλεμμένων χρημάτων,
οι νεκροί των σκανδάλων,
τις νύχτες γίνονται ένα
με του φεγγαριού το κλάμα
στα γύρω γυμνά χωράφια.

Ο κρύος άνεμος της νύχτας
τις φωνές τους παίρνει
και τις αναπνοές μ’ αυτές γεμίζει εκείνων
που θυμούνται ακόμα τους χαμένους.

Εκατομμύρια στρογγυλά χρυσά νομίσματα
κυλούνε μ’ ένα θόρυβο δαιμονικό
από των αδικοχαμένων τις παλάμες
και παν και γίνονται γιοτ υπουργών,
και βίλλες εργολάβων,
και καταθέσεις βουλευτών σε τράπεζες.

Αρχαίοι κάτοικοι των τόπων αυτών ξυπνούνε,
χώμα στα μαλλιά τους,
σκοτάδι στις τρύπες των ματιών
και βλέπουν την κατάντια των σημερινών,
κι ακούν τον άγγελο της προδοσίας να σαλπίζει:
“Οι δρόμοι είναι καλοί.
Οι οδηγοί φταίνε”.

Και φριχτά ηχούνε προδομένα
τα κόκαλά τους.

Ο δολοφόνοι κοιμούνται στ’ απαλά τους μαξιλάρια.



στ.

Κάπου κάπου

Κάπου κάπου
μέσα στη νύχτα
ακούς να σκάζουνε γκαζάκια.
Μετά οι γκαζάκηδες
’συχάζουν ότι εκάναν το καθήκον τους.
Τα μαχαίρια, οι δυναμίτες, οι μπόμπες,
κοιμούνται μέσα στις αποθήκες.
Τα μαχαίρια ονειρεύονται λαιμούς πολιτικών.
Οι μπόμπες ονειρεύονται Βουλή,
βίλλες, πλοία, εργοστάσια,
κι οι δυναμίτες υπουργεία γκρεμισμένα.

Και οι γκαζάκηδες κοιμούνται ήσυχοι
πως το καθήκον τους εκάμανε.

ζ,
Τα ζώα ακούσαν φασαρία από την πόλη.

Τα ζώα ακούσαν φασαρία από την πόλη.
“Τράβα καλή αλεπού να μας ειπείς τι τρέχει.”
Επήγε, γύρισ’ η αλεπού.
“Και τ’ είδες αλεπού αλεπουδίτσα;”
της κάνει το λιοντάρι.
“Είδα μιλιούνια ανθρώπους να φωνάζουνε
σε είκοσι άλλους:
Μας κλέβετε το φαί μας και πεινάμε!”
“Μετά; Πέσαν στους κλέφτες πάνου να τους φάνε;”
“Oxι. Διαλύθηκαν ησύχως”.
“Λοιπόν αξίζουνε την πείνα”.


η.
Χρόνια προτού
τα κρύσταλλα της τηλεόρασης-
μικρές πυγολαμπίδες-
μαζεύτηκαν στη χλόη του δάσους
έξω απ’ του Ύπνου την καλύβα.

«Συντρόφισσες
οι άρχοντες
θέλουν, με όπλο εμάς, να υποτάξουν
τον άμοιρο λαό-εκείνον
που απ’ αυτόνε και γι αυτόν υπάρχουμε!
Θα το δεχτούμε;»
«Όχι!»
μυριάδες φωτισμένα στόματα απαντήσανε.

“Εγώ θα φύγω στο Βορρά”
είπε η έξυπνη μικρή πυγολαμπίδα.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης)

«Εγώ λέω να πάω για την Ανατολή »
είπε η σοφή πυγολαμπίδα.
(αστέρια, δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης).

Και κάθε μία και δυο δυο το δρόμο εδιάλεγαν
που θέλανε να πάρουν.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στις μικρές
τις αδερφούλες σας της γης).

Ο γυμναστής πυγολαμπίδων
το βράδυ εκείνο είχε βγει
χωρίς ελπίδα ότι θα ’βρισκε ούτε μία.
Μα τι τύχη! -να! μπροστά του όλες μαζεμένες!

Τις μάζεψε όλες, τις εγύμνασε,
κι όλες μαζί στο Μέγαρο Μαξίμου τις επούλησε.
Kι είναι το γύμνασμά τους
ν’ αναμασάνε ό,τι
κάθε φορά το Μέγαρου Μαξίμου λέει.




θ.
 
Κλέβουνε υπουργοί και βουλευτές.

Κλέβουνε υπουργοί και βουλευτές.
Τo βατραχάκι πηδάει μες στα νερά.
Κλέβουν οι συγγενείς τους και οι γνωστοί.
Η αράχνη ετοιμάζει το δλητήριο της.
Οι νέοι βάζουνε γκαζάκια
και φαντάζονται τους εαυτούς τους ήρωες.
Κοιμούνται κι ονειρεύονται στεφάνια
στο λαιμό ανδριάντων τους μαρμάρινων
να κρεμιούνται.
Οι άλλοι κλέβουνε και κλέβουνε και κλέβουνε.
Και νεαροί
διαλέγοντας ονόματα ηχηρά,
οργανώσεων,
βάζουν γκαζάκια…

ι.
-Ο υπουργός έχει δυο δισεκατομμύρια.

-Ο υπουργός έχει δυο δισεκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Στη δυστυχία του ανάπηρου
στο θάνατο από πείνα του φτωχού
στην πορνεία της γυναίκας.

-Ο βουλευτής
έχει εφτακόσα εκατομμύρια.
Πού βρήκε τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Απ’ το αίμα και τον ίδρω του φτωχού,
από την τύφλα της Παιδείας
κι απ’ των βιομήχανων τις μίζες.

-Και τι για όλ’ αυτά
κάναν οι νέοι της χώρας μου
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Βάλαν γκαζάκια.

-Μέτρησες των ελλήνων το μυαλό
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Έψαξα-
δεν βρήκα τέτοιο τίποτα για να μετρήσω.

-Κι η αντρεία και το φιλελεύθερο κι η εξυπνάδα τι έγινε-
πού πήγε, που γι αυτήν καυχιώνται
αφού αφήνουν να τους κλέβουνε
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-To καύχημα έχουν μόνο κι όχι τ’ άλλα.

-Κι ένας λαός χωρίς μυαλό
το τέλος του πoιo θα ’ναι
κορυδαλλέ μου
κορυδαλλέ μου;

-Ο αφανισμός.





ια.
Στα δέντρα έριχνε το κρύο φεγγάρι αχτίδες παγωμένες.

Στα δέντρα έριχνε το κρύο φεγγάρι αχτίδες παγωμένες.
Πήγαινε μόνος του στο δάσος ο γεωργός.
Δυο ’λάφια από το κρύο τρεμάμενα τόνε κοιτάζανε
τ’ άθλιο κορμί του στην καλύβα του να κουβαλάει.

-Κοίτα σε χώρα ποιαν έχουμε γεννηθεί.
Χειρότεροι από μας οι ανθρώποι.
-Χειρότεροι… χειρότεροι…
-Κι εμάς μας τρώει το λιοντάρι
μα είναι που εμείς όπλα δεν έχουμε.
-Δεν έχουμε… δεν έχουμε…
-Ενώ αυτοί μυαλά ίδια κι ίδια χέρια έχουνε
και ίδια όπλα και οι δυο κρατάνε.
Μα δε σηκώνουνε τα όπλα τους
ενάντια στα λιοντάρια τους-γιατί;
-Γιατί.;.. γιατί;..
-Κοίτα τον πώς δουλεύει γι άλλους…
Κοίτα τον πώς σκυμμένο το κεφάλι του κρατεί…
Και αύριο με το δρεπάνι του
θα πάει στάρι να θερίσει
αντί με κείνο τα κεφάλια τους να πάρει…

-Τα κεφάλια τους… τα κεφάλια τους…


ιβ.
To σχολείο σκόλασε. Τα παιδιά βγαίνουν.

To σχολείο σκόλασε. Τα παιδιά βγαίνουν.
-Εγώ σα μεγαλώσω θα γινώ μηχανικός
να χτίζω σπίτια.
-Πού θα πας το απόγεμα; Έλα σπίτι
κρυφτό να παίξουμε και αμάδες.
-Θέλω να διαβάσω να γίνω μηχανικός.
Αν όλο παίζω δεν θα γίνω μηχανικός.
-Ο πατέρας μου λέει πως ό,τι και να γίνει κανείς
χαμένα όλα παν στη χώρα αυτή.
Μόνο αν κλέψεις
καλά θα ζήσεις.
Εγώ θα μάθω να κλέβω.
-Και γιατί όλα χαμένα παν στη χώρα αυτή;
-Δεν ξέρει λέει κι αυτός, μα έτσι είναι.
Ίσως, λέει, φταίνε τα γονίδια μας.
-Ο πατέρας σου είναι σοβαρός άνθρωπος.
Για να το λέει έτσι θα ’ναι.
-Και βέβαια έτσι είναι.
- Τότε θα ’ρθω να παίξουμε.
Θα με μάθεις και μένανε να κλέβω;

ιγ.
Ο σιδεράς χτυπάει πάνω στ’ αμόνι
κι ομορφοτραγουδάει το σφυρί.
-Γερές μην κάνεις σιδερά
τις άλυσες του δούλου.
Γ ια να μπορέσει μια και δυο
να τις κατασυντρίψει
και λευτεριά έτσι να βρει
μες στην πικρή ζωή του.
Κι ο σχοινοπλέχτης γέρνοντας
στον πάγκο του επάνω
χοντρά χοντρά κάνει σχοινιά
και διπλοκαμαρώνει.
-Χοντρά μην κάνεις τα σχοινιά
γιατί τους σκλάβους δένουν
κι εύκολα πια δε λύνονται
-τα χέρια δε χωρίζουν.
Και με την πέννα του ο γραφιάς
ωραία γράμματα γράφει
που νόμους λεν και που μ’ αυτούς
τους δούλους φυλακίζουν.
-Σπάσε γραφιά την πέννα σου
παρά να δίνεις νόμους
που δυστυχάνε το λαό
και το θεό σκοτώνουν,
Μα δεν ακούει κανένας τους.
Και όλοι τους δουλεύουν
με τη δουλειά τους πλάθοντας
τον ίδιο το χαμό τους.

ιδ.

Μες στη χελιδονοφωλιά,

Μες στη χελιδονοφωλιά,
ψηλά,
λέει το χελιδονάκι στον πατέρα του.
-Πατέρα τ’ είναι κλέφτης
που γεμάτη λέει η χώρα ετούτη κλέφτες είναι;
-Είναι αυτός που παίρνει τα λεφτά του αλλουνού.
-Και τ’ είναι τα λεφτά πατέρα;
-Είναι ο ιδρώτας κι η υγεία κι η χαρά
και η διασκέδαση και το φαί και το πιοτί του ανθρώπου.
-Ό,τι είναι τα έντομα για μας
είναι και τα λεφτά για τους ανθρώπους;
-Ναι παιδάκι μου καλό. Έτσι είναι.
-Δυστυχισμένοι ανθρώποι να ’ναι κλέφτες…
Πατέρα μου, δε θέλω να τους βλέπω.
Την άλλη τη χρονιά να μην ερθούμε ’δω.
-Εδώ μας έχει τάξει ο θεός παιδί μου να φωλιάζουμε.
-Δυστυχισμένα χελιδόνια εμείς…
με κλέφτες δίπλα μας να ζούμε…
    

ιε.
-Αυτές κυρα-πατρίδα οι ζωγραφιές στον τοίχο τ’ είναι;
-Αυτές κυρα-πατρίδα οι ζωγραφιές στον τοίχο τ’ είναι;
-Πάρε παιδί μου τ’ όπλο αυτό.
Και άκου.
Αυτός εκεί στα δεξιά
Είναι ο μπροστάρης.
Τ’ άγριο λεφούσι πίσω του που σέρνει
είναι οι ληστές και oι φονιάδες μου.
Είναι οι καταχραστές και οι ληστές μου.
Αυτός ο ένας σωρός.
Αριστερά βλέπεις το άλλο πλήθος
με τις προβιές αρνιών που στάζουν αίματα;
Που πάει μπροστά τους κείνος ο χοντρός
Αυτοί παιδί μου με καταματώσαν
κομμάτια κόβοντας και τρώγοντας τις σάρκες μου
αφού τα ρούχα που φορούσα πρώτα επούλησαν.
Τους δυο ετούτους τους σωρούς στόχο θα βάλεις.
Και δύσκολο να τονε βρεις δεν είναι.
Κι όπου να ρίξεις,
εμένα σώζεις απ’ τα νύχια τους παιδί μου-
νέε μου,
που όμορφη με θέλεις
και κυρά στον τόπο μου
δίπλα σου σοβαρή να στέκω
και να μην ντρέπεσαι για μένα όταν στις συντροφιές
με σεργιανάς του κόσμου.
Εμπρός παιδί μου.
Μάθε να χτυπάς.
Όσο λιγότερους αφήσεις
τόσο περσότερο καλό μου κάνεις.
Χτύπα παιδί μου.
Τ’ όπλο σταθερό.
Αετίσιο μάτι.
Απόφαση για λεφτεριά.
Χτύπα παιδί μου!
-Κυρα-πατρίδα ποιος χτυπάει την πόρτα μας;
-Αυτοί παιδί μου είναι!
Ήρθαν εδώ για να σε πάρουνε και σένα στην παρέα τους
επάνω μου και συ αντάμα τους να πέσεις
και να πεθάνω και να σβήσω μια ώρα αρχύτερα.
-Σύντροφε ρίξε τ’ όπλο!
Και κοίτα! Πάρε φάε!
Μαλάκωσέ το λίγο στο νερό και φάε να ζήσεις,
Με ξεροκόμματα οι αληθινοί πατριώτες ζούνε.
Κι έλα κοντά μας στη μεγάλη μας παράταξη.
Για μία λεύτερη πατρίδα σύντροφε!

-Έλα με μας καλό παιδί μας.
Αυτοί ρημάξαν την πατρίδα.
Εμείς θα τηνε σώσουμε.
Και κοίτα! Πάρε αυτό το ξεροκόμματο
κα μέτρα το με κείνο
που αυτοί σου δώσαν. Το δικό μας
θα δεις πως είναι-φως φανάρι-μεγαλύτερο.
-Χτύπα παιδάκι μου!
Μπρος σου τους έχεις…
Η τελευταία σου ευκαιρία είναι πριν και σένανε σε φάνε!
Μη!..Μην παίρνεις το κομμάτι που σου πέταξαν.
Φρέσκα καρβέλια τρων αυτοί βουτυρωμένα
που εσένανε θα βάλουν να τους ψήσεις.
Χτύπα παιδί μου! Χτύπα τους!
-Ε σεις, δικός σας είμαι.
Λίγο νερό μονάχα να το βρέξω κι έρχομαι.
-Παιδί μου όχι… αχ!
Πάει κι αυτή η γενιά μου!

ιστ.
Τα κουρασμένα σέρνοντας τα βήματά τους

Τα κουρασμένα σέρνοντας τα βήματά τους
δυο άλογα
στην πόρτα φτάνουνε του Χρόνου.
-Άνοιξε το στόμα σου κυρ-Χρόνε.
Βγες από τον ύπνο σου
και κάνε μας τη χάρη να μας πεις
ποιος την πατρίδα των αλόγων ρήμαξε.
-Μεγαλομάτικα άλογα
ξέρετε ότι δεν υπάρχω πια
κι όμως ζητάτε από μένα πράγματα να σας ειπώ.
Εγώ είμαι του Χρόνου το χοντρό νεκρό το σώμα.
Τα χέρια ετούτα έχουνε ρημάξει όχι μια,
παρά πατρίδες μετρημένες σε χιλιάδες.
Διασχίστε το τεράστιο το κορμί μου,
απάνου σε πατρίδων πτώματα πατώντας,
και στην ουρά μου τη μακριά όταν θα φτάστε
εκεί δε θα ρωτείστε μα θα δείτε
ποιος την πατρίδα σας ετούτη τη στιγμή ρημάζει.
Ένα νεκρόν ξυπνήσατε.
Στο ζωντανό κομμάτι μου τραβάτε.

Τ’ άλογα χλιμιντρίσανε,
προχώρησαν,
κι όταν στο ζωντανό κομμάτι εβρέθηκαν του Χρόνου
έκαναν το μοιραίο βήμα προς τον γκρεμό
που στο ανύπαρκτο και στο άχρονο ευθύς τα πήγε.
Ο Χρόνος βλέποντάς τα
εχασμουρήθηκε τεράστιο ένα στόμα ανοίγοντας
και με τα χείλια του πρησμένα εμουρμούρισε:
Άλογα.. τι περιμένεις…
έλληνες νομίζω ήσαν…


ιζ.
Στα βορινά τα κρύα της Ευρώπης μέρη

Στα βορινά τα κρύα της Ευρώπης μέρη
δυο λύκοι έχοντας φάει ένα αρνί
στον κρύο ήλιο συζητάνε των πατρίδων τους.
-Τα νότια αρνιά πιο τρυφερά από τα δικά μας είναι.
Μες στις σάρκες τους
ο ήλιος της πατρίδας τους κυλάει.
Και στις φλέβες τους
το αίμα τρέχει γρηγορότερα.
Μας χρειάζεται η ζωντάνια και η θέρμη τους.
-Τα ελληνικά τ’ αρνιά είναι τα καλλίτερα
και τα πιο υπάκουα.
-Τελειώνουν όμως όπου να ’ναι.
Τώρα ισπανικά και πορτογάλικα
και ιταλικά έχουν σειρά.
-Όμως αυτά σκληρό έχουνε κόκκαλο
και αντιστέκονται, λένε οι φήμες,
στων λύκων τα καλέσματα.
-To ’χω ακούσει.
Α! Πρόβατα ελληνικά!
Που ακόμα και ακάλεστα
την πείνα μας για να προλάβετε
σερνόσασταν κοντά μας…
-…Που κοπαδιαστά οι τσοπαναραίοι σας σάς έφερναν…
ίσα στο στόμα το δικό μας μέσα…
-Και με αντάλλαγμα λίγο σανό…
που και κείνον, άκουσα,
δεν τονε δίνανε στα πρόβατά τους,
παρά σε ξένα πρόβατα τονε πουλούσαν.
-Θα μας λείψουν τα ελληνικά τ’ αρνιά.
-Ας ελπίσουμε
τόσο που τρώνε
να είναι νόστιμοι και τρυφεροί
και οι τσοπάνηδές τους.
Τι λες, πάμε για ύπνο;


ιη.

-Εγώ, η γριά χελώνα

-Εγώ, η γριά χελώνα
χιλιάδες χρόνια σέρνομαι στη γη.
Στο καύκαλό μου σπάζουν οι αιώνες
απείραχτην αφήνοντάς με.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς ο κόσμος άρχισε;
-Με χαρές και με τραγούδια
και με γιορτές των τζιτζικιών στις γέρικες ελιές.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα, πώς η πατρίδα μου γεννήθηκε;
-Όπως όλες oι πατρίδες
απ’ το νερό, το στάρι και το πρόβατο.

-Πες μου χελώνα-γριά χελώνα
πώς η πατρίδα μου θα τελειώσει;
-Η πατρίδα σου νεκρή.
Και συ ένας ίσκιος
που με το γέρμα του ήλιου θα χαθείς.

ιθ.
-Πρωθυπουργέ! Πρωθυπουργέ!

-Πρωθυπουργέ! Πρωθυπουργέ!
θα μας δώσεις ψωμί να ζήσουμε και μεις;
-Αν περισσέψει από τις αποθήκες μου…
-Κλέφτες υπουργοί
ένα κομματάκι απ’ το χρυσάφι σας
θα μοιράστε στο φτωχό λαό;
-Αν μας το επιτρέψει η Ευρώπη…
-Κλέφτες βουλευτές
θα μας δώστε πίσω
το ένα στα εκατό που μας εκλέψατε;
-Αν μας αφήσουν οι ερωμένες μας…
-Και συ υπουργίνα  
θα μας θάψεις όταν πεθάνουμε;
-Ναι, γιατί δεν αντέχει η ντελικάτη μύτη μου τη βρώμα.


κ.
Στης λίμνης τα δέντρα
Στης λίμνης τα δέντρα
πουλιά κελαδούνε.
-Πού πας νέε μου συ;
ρωτούν σα με δούνε.
-Στο πάρκο πηγαίνω
το κόμμα μου να ’δω
που πέντε αφεντεύει
χρονιές του’ τη χώρα.
-Αυτός αρχηγεύει-
που τώρα μιλά;;
-Αυτός-ναι ο ίδιος
του λαού εκλεκτός.
-Επήρε απ’ τους πλούσιους
στη φτώχια να δώσει;
Επήρε απ’ τους κλέφτες
τα που ’χαν κλεμμένα;
-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχει το σχέδιο
μα θέλει δουλειά.
-Επήρε απ’ το φίλο του
τα όσα ’χει φάει
δισεκατομμύρια
ευρώ του λαού;

-Παλιές ιστορίες
καλά μου πουλάκια.
Νια τώρα γυρεύουν
προβλήματα λύση.

-Μην έκλεισε μέσα
στα σίδερα εκείνους
το χρήμα που εφάγαν
Του δόλιου λαού;

-Τα ξέρετε όλα
καλά μου πουλάκια!
Μα όλα να γίνουν
γυρεύουν καιρό…
-Τις βίλλες που υψώσαν
κλεμμένα λεφτά
τις πήρε απ’ όσους
παράνομα εχτίσαν;
-Πουλιά μου δεν είναι
τόσο εύκολα όλα.
Υπάρχουνε νόμοι
-του κράτους ψυχή.
-Εκρέμασε κλέφτες;
Ντουφέκισε κείνους
που πίναν το αίμα
του εργάτη της γης;
-Μα όχι καλά μου…
Αυτοί αν δολοφόνοι
και άνομοι, όμως
δεν είμαστ’ εμείς…
Η δημοκρατία
που λάμπει στη χώρα
τα τέτοια δε στέργει-
ελεύτερη αυτή…
-Η ιδέα, διαβάτη,
της δημοκρατίας
σε ζάλισε κι ούτε
δεν ξέρεις τι λες.
Μα φεύγουμε τώρα.
Με ανόητους ανθρώπους
πουλιά που όλα βλέπουν
δεν έχουν δουλειά.
Κακόμοιροι ανθρώποι
φριχτά γελασμένοι!
Φριχτά υποταγμένοι
σ’ ανόμων βουλές!
-Μην πάτε πουλάκια-
χωρίς σας ο τόπος
νεκρός θ’ απομείνει
και άχαρος πια,
μιας κι η δικιοσύνη
μαζί σας θα έρθει
πετώντας με τ’ άγια
δίκά σας φτερά.
-Την είχαμε φέρει
τη λυώσατε κάτου
τη ζήσαμε πάλι,
μαζί μας θα ’ρθεί.
Και πήγαν. Και φύγαν.
Και όπως τραβούσα
στο μέρος το κόμμα
που είχε γιορτή,
φτερά στις χοντρές μου
τις πλάτες φυτρώσαν
και δύναμη μία
με σήκωσε πάνω
και μου ’πε: «συ φύγε
δεν πρέπει σου εδώ»΄
και τ’ άγια πουλάκια
επήγα να βρω.











Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

 Ο ΚΑΠΝΙΣΤΉΣ

Για βρογχίτιδα ψοφώ!
Λαχταρώ καρκίνο!
Το τσιγάρο φίλοι μου
όχι-δεν το σβήνω!

Καθαρός αέρας στοπ!
Τέρμα η ευεξία!
Σύνθημά μου σταθερό:
Κάτω η υγεία!

Άγιο μου τσιγάρο εσύ!
Λατρευτέ μου Χάρε!
Έλα και, καπνίζοντας
τη ζωή μου πάρε!

Καλλίτερα μιας ώρας
ελεύθερη ζωή
παρά σαράντα χρόνια
καθάρια αναπνοή!

Τετάρτη 29 Μαΐου 2024

  ΟΛΑ ΚΑΛΑ
 (ΣΚΕΤΣ)

ΠΡΟΣΩΠΑ:
ΑΛΜΠΕΡ
ΑΝΡΙ-φίλος του ΑΛΜΠΕΡ
ΑΝΙ-σύζυγος του ΑΝΡΙ

Ο Αμπέρ στο σαλόνι του σπιτιού του διαβάζοντας εφημερίδα.
Χτύποι στην πόρτα.
Ο Αλμπέρ ανοίγει. Στην πόρτα εμφανίζεται ο Ανρί.
ΑΛΜΠΕΡ
Καλώς τον.  Έλα, κάτσε.
ΑΝΡΙ
(με ενδιαφέρον)
Δεν άργησα;..
ΑΛΜΠΕΡ
Καθόλου. Σε δέκα λεφτά θα έρθει.
ΑΝΡΙ
(Κοιτάζει γύρω του)
Πού θα κάτσουμε; Εδώ ή μέσα;
ΑΛΜΠΕΡ
Όπου θέλεις. Εδώ είναι το μπαράκι, ο καναπές,… σε κείνο το συρτάρι έχω ξηρούς καρπούς…
Και όταν είναι η ώρα για κρεβάτι μέσα… ξέρεις.
ΑΝΡΙ
Δε μου λες, είναι καλή;
ΑΛΜΠΕΡ
Στα είπα από τη τηλέφωνο. Κούκλα είναι. Εικοσιπέντε είναι δεν είναι. Της αρέσουν οι ξανθοί. Και με τους μελαχρινούς δεν έχει πρόβλημα βέβαια.
Αν τα βρείτε κανονίστε από δω και πέρα μόνοι σας αν και πότε θα βλέπεστε. Εννοείται ότι το διαμέρισμά μου θα είναι πάντα στη διάθεσή σου, εκτός αν έχεις εσύ κάτι άλλο στο μυαλό σου.
ΑΝΡΙ
Τι να έχω στο μυαλό μου-μια χαρά είναι εδώ.
ΑΛΜΠΕΡ
Η Ανί πού είναι; Στο σπίτι;
ΑΝΡΙ
Όχι. Θα πάει σε κάτι φίλες της και όταν είναι μ’ αυτές γυρίζει αργά. Ξέρεις τώρα…γυναίκες…
ΑΛΜΠΕΡ
Ούτε ξέρω ούτε θέλω να μάθω. Και στον ύπνο μου ακόμα αν δω ότι παντρεύομαι θα κάνω δυο βδομάδες να συνέλθω.
ΑΝΡΙ
Έτσι έλεγα κι εγώ, γι αυτό μην λες μεγάλο λόγο. Δε μου λες, τι της έχεις πει για μένα;
ΑΛΜΠΕΡ
Ότι την είδες μια μέρα μαζί μου, σου άρεσε, και με ρώτησες σχετικά, και με παρακάλεσες… και λοιπά και λοιπά.
ΑΝΡΙ
Της είπες για το επάγγελμά μου, έσοδα, ή τίποτα τέτοιο για να ξέρω;
ΑΛΜΠΕΡ
Όχι.  Δεν θα της έδινα λογαριασμό. Ό,τι ψέματα θέλεις εσύ πες της.
ΑΝΡΙ
Της είπες ότι είμαι παντρεμένος;
ΑΛΜΠΕΡ
Όχι, αν και δεν την ενδιαφέρει αυτό. Το παραδάκι να πέφτει μόνον.
ΑΝΡΙ
Εσύ δεν θα είσαι εδώ όταν θα έρθει βέβαια…
ΑΛΜΠΕΡ
Όχι φυσικά, όταν χτυπήσει το κουδούνι θα βγω από την πίσω πόρτα. Και μην της πεις τίποτα για μένα και εγώ της έχω πει άλλα και μπλεχτούμε. Άσε που δεν θα σε ρωτήσει. Είναι γυναίκα με τακτ.
ΑΝΡΊ
(Αναπολώντας)
Θυμάμαι καμιά φορά τα περασμένα μας στη Λεόν.
Το διαμερισματάκι μας… τότε δεν είχαμε να δώσουμε λόγο σε κανέναν…
ΑΛΜΠΕΡ
Ναι… άλλες εποχές τότε… φοιτητές… καλλίτερα να μην είχαμε πάρει τα πτυχία μας ακόμα…
ΑΝΡΙ
Ε! Όχι και ως εκεί. Μετά και τώρα να! δεν ξεχάσαμε τα παλιά μας. Εσύ τελείως ελεύθερος κι εγώ κάπως περιορισμένος, αλλά να που βρισκόμαστε κι εδώ και συνεχίζουμε τα παλιά…
ΑΛΜΠΕΡ
(δήθεν προσβλημένος)
Είμαστε άραγε ίδια φίλοι όπως τότε;..
ΑΝΡΙ
(ξαφνιασμένος)
Δεν είμαστε; Τι θέλεις να πεις;
(ξαφνικά καταλαβαίνει)
Α! Κατάλαβα-πότε θα σου γνωρίσω τη γυναίκα μου…
ΑΛΜΠΕΡ
Καλά το κατάλαβες. Ένα εξάμηνο είναι που ξαναβρεθήκαμε και ακόμα…
(με ενδιαφέρον)
Δεν μου έχεις μήπως εμπιστοσύνη;
ΑΝΡΙ
Αυτό μου το ’χεις ξαναπεί. Δεν έτυχε-αυτό είναι όλο. Ύστερα εσύ, ελεύθερος, δεν έχεις χρόνο  για κουβέντες ρουτίνας με παντρεμένους. Αν όμως σε πειράζει αυτό, αύριο κιόλας θα της μιλήσω για σένα και θα κλείσουμε ένα ραντεβού να γνωριστείτε. Και μην ξαναπείς ότι δεν σου έχω εμπιστοσύνη γιατί θα θυμώσω.
ΑΛΜΠΕΡ
Αστειεύομαι βρέ Ανρί. Δεν με έμαθες τόσα χρόνια;
ΑΝΡΙ
(σαν να θυμήθηκε ξαφνικά)
Δεν μου λες, πώς της είπες ότι λέγομαι-ή δεν της είπες;
ΑΛΜΠΕΡ
Α! Ναι! Ζαν! Ζαν! Και ότι εργάζεσαι σε μια εφημερίδα. Τίποτε άλλο.
ΑΝΡΙ
Και αυτή πώς τη λένε;
ΑΛΜΠΕΡ
Κατρίν.
(Χτυπάει το κουδούνι)
Αυτή είναι. Φεύγω. Καλή διασκέδαση!
ΑΝΡΙ
Γεια σου.
(Σηκώνεται και πηγαίνει προς την πόρτα. Ο Αλμπέρ Βγαίνει από την πίσω πόρτα. Ο Ανρί ανοίγει την πόρτα και βλέπει την Ανί)
ΑΝΡΙ
(έκπληκτος)
Ανί!
ΑΝΊ
(το ίδιο έκπληκτη)
Ανρί!

ΑΝΡΙ
Ανί, εσύ;..
ΑΝΊ
Εγώ.
(στέκουν για λίγο αμίλητοι)
ΑΝΡΙ
Τι θέλεις εδώ;
ΑΝΊ
Ήρθα για τον Αλμπέρ.
ΑΝΡΙ
Δεν είναι μέσα. Όμως πέρνα.
(Η Ανί μπαίνει, προχωρεί και κάθεται στον καναπέ του δωματίου. Ο Ανρί κλείνει την πόρτα πίσω του και μπαίνει κι αυτός.  Κάθεται σε μια καρέκλα. Σιγά)
Είσαι… η Κατρίν;
ΑΝΙ
(Το ίδιο σιγά)
Κι εσύ… ο Ζαν;
ΑΝΡΙ
Ναι.
(υποκρινόμενος ευθυμία)
Μόνον εδώ δεν περίμενα να σε δω.
ΑΝΊ
Πώς τον ξέρεις τον Αλμπέρ;
ΑΝΡΙ
Είμαστε παλιοί φίλοι. Και όταν έμαθα ότι μένει εδώ τον βρήκα και να! ξανασμίξαμε. Εσύ πώς τον γνώρισες;
ΑΝΙ
Σε ένα καφέ. Δεν είχα φωτιά και μου άναψε το τσιγάρο.
ΑΝΡΙ
Πόσες φορές έχεις έρθει στο σπίτι του;
ΑΝΙ
Πέντε έξι… Είναι πολύ θερμός.
ΑΝΡΙ
Πράγματι. Είμαστε καλοί φίλοι και  το ξέρω, μου το έχει πει και μια άλλη του φιλενάδα.
ΑΝΊ
Τι λες; Μιας και βρεθήκαμε δεν πάμε στο κρεβάτι; Θα είναι κάτι εξαιρετικό να ξαπλώσουμε  στο κρεβάτι που ξάπλωνα μέχρι τώρα με τον Αλμπέρ.
ΑΝΡΊ
(σαν να μην άκουσε αυτό που είπε η Ανί)
‘Εχεις γνωρίσει κι άλλους;
ΑΝΊ
Δυο τρεις ακόμα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση δυστυχία νιώθουν οι άντρες όταν μία γυναίκα τους αρνείται τον έρωτά της. Θα το ξέρεις βέβαια αυτό.
ΑΝΡΊ
Ναι, έτσι είναι.
ΑΝΊ
Δεν ήθελα να προσθέσω περισσότερη δυστυχία στους καημένους που με ζητούσαν.
ΑΝΡΊ
Πάντα πονετική. Βέβαια τώρα κανονικά θα έπρεπε να θυμώσω, να σου κάνω σκηνή, να φύγω από το σπίτι για λίγες μέρες, και όταν επέστρεφα να σε έβανα να μου ορκιστείς ότι αυτό δεν θα το ξανακάνεις.
(σκέφτεται λίγο)
Μήπως θέλεις διαζύγιο; Γιατί αφού δεν σε ικανοποιώ, αυτό είναι μία καλή αιτία για ένα διαζύγιο.
ΑΝΊ
Δεν είπα ότι δεν με ικανοποιείς. Κάθε άλλο. Μόνο που θέλω να γνωρίσω τον κάθε είδους έρωτα. Να πλουτίσω την πείρα μου Ανρί!
ΑΝΡΊ
Καλό αυτό. Ο Αλμπέρ όμως μου είπε ότι παίρνεις και λεφτά γι αυτό που κάνεις.
ΑΝΊ
Άκου πώς έχει το θέμα των χρημάτων. Για να μην με ζητήσει όποια ώρα και στιγμή αυτός αποφασίσει, του είπα ότι είμαι παντρεμένη και πως όταν θέλει να βρεθούμε να μου τηλεφωνεί μια δυο μέρες πριν, ώστε να βρίσκω μια δικαιολογία να βγαίνω με την συγκατάθεση του άντρα μου. Το έκανα αυτό για να μην υποβιβάσω τον άντρα μου στα μάτια του, λέγοντάς του ότι τάχα ο άντρας μου δεν με ικανοποιεί. Έστω και αν δεν σε ήξερε. Γιατί είσαι ο άντρας μου και σε αγαπώ. Έτσι, σαν δικαιολογία χρησιμοποιούσα την δήθεν οικονομική δυσπραγία μου.
ΑΝΡΙ
(Με ενθουσιασμό)
Μωρό μου! Αυτό είναι αλήθεια τακτ!
(Την φιλάει πεταχτά στο μάγουλο)
ΑΝΊ
Τι είπες είναι-και ποιο;..
ΑΝΡΙ
Λέω πως ο Αλμπέρ ξέρει να κρίνει. Όταν μου μιλούσε για σένα πριν έρθεις, μου είπε ότι έχεις τακτ. Ε λοιπόν, ξέρει τι λέει!
ΑΝΊ
Έχεις λοιπόν μια γυναίκα που την διακρίνει αβροφροσύνη και διακριτικότητα. Όμως να σε ρωτήσω κάτι… εγώ σου είπα γιατί πηγαίνω με άλλους άντρες. Εσύ θα μου πεις γιατί πηγαίνεις με άλλες γυναίκες;
ΑΝΡΊ
Πώς ξέρεις εσύ αν πηγαίνω  ή δεν πηγαίνω με άλλες γυναίκες;
ΑΝΊ
Ξέρω, γιατί όταν υποψιάστηκα κάτι, σε παρακολούθησα. Ξέρω για την Μαρί, για την Ελβίρα, για την Νικόλ…
ΑΝΡΊ
Το κάνω γιατί  θέλω μία ποικιλία. Δεν μπορώ να ανεχτώ ότι θα πηγαίνω σε όλη μου τη ζωή με μία μόνον γυναίκα όταν γύρω μου υπάρχει τόση διαθέσιμη ποικιλία.
ΑΝΊ
Αν σε ενοχλεί το πράγμα όπως είναι, ας χωρίσουμε. ΄Έτσι θα είμαστε ελεύθεροι για τα καλά και θα κάνουμε ό,τι μας αρέσει.
ΑΝΡΊ
Πιστεύω ότι κι εσύ νιώθεις μοναξιά να μένεις χωρίς κανέναν κοντά σου σε ένα άδειο σπίτι. Έτσι κι εγώ. Όπως και κάθε άνθρωπος. Λοιπόν γιατί να χωρίζαμε; Ως και ο θεός έφτιαξε την Εύα στον Αδάμ.
Γι αυτό παντρεύτηκα. Όχι για να βρω γυναίκα για τον έρωτα αλλά για συντροφιά.
ΑΝΊ
Τώρα που το λες, κι εγώ δεν θα ήθελα να είμαι μόνη σε ένα σπίτι. Λοιπόν πού καταλήγουμε;
ΑΝΡΊ
Λέω ότι καλά είμαστε έτσι. Και πια θα πάψουμε να έχουμε να βρίσκουμε δικαιολογία για τις τέτοιες εξόδους μας κάθε φορά. Σ’ αγαπώ και δεν θέλω να σε φέρνω σε δύσκολη θέση.
(σκεπτικός)
Είπα σ’ αγαπώ και κάτι μου λέει μέσα μου ότι έπρεπε να πω «σ’ αγαπώ πολύ». Αλήθεια, ύστερα απ’ όλα αυτά σε αγαπώ περισσότερο. Δεν ξέρω γιατί.
ΑΝΊ
Δεν μου ειπες όμως, θελεις, μιας  και βρεθήκαμε εδώ να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι οι δυο μας;  Θα είναι μία καλή αλλαγή. Όσο για μένα, εγώ σε αγαπώ πάντοτε πολύ και δεν νιώθω να σε αγαπώ περισσότερο γιατί περισσότερο δεν γίνεται.
ΑΝΊ
Καλά λες. Είναι μια καλή αλλαγή. Μόνο μη μου ζητήσεις λεφτά. Σου υπόσχομαι όμως ότι με τα λεφτά που θα σου έδινα και δεν θα σου δώσω, θα σου αγοράσω ένα ωραίο φόρεμα. Πάμε στην κρεβατοκάμαρα.
(Η Ανί σηκώνεται και αγκαλιάζοντας τον Ανρί προχωρούν προς την κρεβατοκάμαρα. Ξάφνω ο Ανρί σταματάει και στρέφεται με αγωνία προς την Ανί.)
Τις βρύσες τις έκλεισες καλά πριν βγεις από το σπίτι;
ΑΝΙ
Ναι, μην ανησυχείς. Και έσβησα και το φως από το καμαράκι.
ΑΝΡΙ
(την φιλάει)
Μπράβο η αγάπη μου!
(Μπαίνουν στην κρεβατοκάμαρα κλείνοντας πίσω τους την πόρτα)

                                       ΑΥΛΑΙΑ




























Σάββατο 25 Μαΐου 2024

 ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Ένας πλούσιος είχε στη δούλεψή του έναν υπηρέτη. Αυτός του γυάλιζε τα παπούτσια, αυτός του έφτιαχνε το φαγητό, τον έπλενε, του ετοίμαζε τις διασκεδάσεις του. 0 ίδιος ο υπηρέτης ζούσε σε μιαν αχυρένια καλύβα, σε μια γωνιά του κήπου του πλούσιου αφεντικού. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ και ζούσε μια μίζερη, μιαν άθλια ζωή. Και δεχόταν αδιαμαρτύρητα κάθε ιδιοτροπία ή κακομεταχείριση από το αφεντικό του.

Μόνο σε ένα πράγμα ήταν απαιτητικός, πράγμα που φαίνεται παράξενο για υπηρέτη, όμως έτσι ήταν. Και μάλιστα η απαίτηση αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτη για τον υπηρέτη. Αλλά περίεργο είναι και πως το αφεντικό σεβόταν απόλυτα την ιδιοτροπία του υπηρέτη του.
Η ιδιοτροπία αυτή ήταν η εξής: ό υπηρέτης ήθελε πάνω στους τοίχους της καλύβας του να βλέπει λέξεις η φράσεις που να του αρέσουν. Οι φράσεις αυτές μπορούσαν να είναι είτε γραμμένες κατευθείαν πάνω στους τοίχους, είτε γραμμένες σε χαρτιά που κρέμονταν από αυτούς.

Ποιες ακριβώς ήταν αυτές οι λέξεις δεν το ήξερε το αφεντικό, όμως καλά καλά δεν το ήξερε ούτε και ο ίδιος ο υπηρέτης. Μπορούσε δηλαδή αυτός να είναι ικανοποιημένος από τις επιγραφές του δωματίου του για λίγους μήνες ή για μερικά χρόνια και ξαφνικά περισσότερες ή λιγότερες από τις λέξεις αυτές να αρχίσουν να μη τον ικανοποιούν πια. Αυτή η έλλειψη ικανοποίησης δε δηλωνόταν από τον υπηρέτη στον κύριό του, παρά εκδηλωνόταν με ανεπαίσθητες αλλαγές στην συμπεριφορά του προς αυτόν. Ας πούμε άφηνε αυτός αγυάλιστη την εσωτερική πλευρά ενός παπουτσιού του κυρίου του, ή όταν έστρωνε το κρεβάτι του άφηνε ακάλυπτη μια μικρή επιφάνεια κάποιας γωνίας. Άλλες φορές, υποχωρώντας από το δωμάτιο μετά από την ακρόαση πού είχε από το αφεντικό, η υπόκλισή του δεν ήτανε ακριβώς εδαφιαία, αλλά τέτοια που να αφήνει μια μικρή απόσταση μεταξύ κεφαλιού και πατώματος.

To αφεντικό από τη μεριά του έπρεπε να παρατηρήσει τις μικροαλλαγές αυτές και να σπεύσει να διορθώσει τις επιγραφές. Και πραγματικά το αφεντικό παρατηρούσε αμέσως τις αλλαγές στη συμπεριφορά του υπηρέτη απέναντί του. Και δε θα νοιαζόταν και πολύ το αφεντικό αν δεν είχε γυαλισμένη κάποια πλευρά του παπουτσιού του ή αν μια ακρούλα του κρεβατιού του ήταν άστρωτη, όμως ήξερε καλά πως αυτή η συμπεριφορά ήταν η αρχή μιας σειράς διαταραχών στις σχέσεις του με τον υπηρέτη, τέτοιας που, αν δεν έπαιρνε μέτρα να την ανακόψει έγκαιρα, αυτή θα είχε σαν κατάληξη τη φυγή του υπηρέτη από το σπίτι και την εγκατάστασή του στην καλύβα του κήπου του γείτονα. Και αυτό με τη σειρά του σήμαινε πως οι υπηρεσίες θα παρέχονταν τώρα στο γείτονα, που μάλιστα περίμενε πως και πως να συμβεί κάτι τέτοιο, επειδή ο υπηρέτης ήτανε ο μόνος στην περιοχή.

Γι’ αυτό και το αφεντικό, μόλις αντιλαμβανόταν την αλλαγή αυτή στη στάση του υπηρέτη του, έσπευδε αμέσως να βρει λέξεις άλλες, που αντικαθιστώντας κάποιες από εκείνες που μέχρι τώρα κρέμονταν στον τοίχο, θα επανέφεραν στο δρόμο τής μέχρις εξαντλήσεως προσφοράς των υπηρεσιών του τον υπηρέτη του. Ήταν μια λεπτή υπόθεση αυτή και απαιτούσε διαρκή προσοχή από το αφεντικό η διάγνωση μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η τέτοια παρατηρητικότητα του αφεντικού ήταν το μόνο προσόν που του έδινε τη δυνατότητα να διατηρεί τον υπηρέτη στη δούλεψή του, μιας και απ' αυτήν εξαρτιόταν η συνέχιση της συνεργασίας εκείνου με αυτόν.

Και το αφεντικό εργαζόταν με πάθος πραγματικό όταν επρόκειτο να αλλάξει τις λέξεις στον τοίχο της καλύβας. Στην πραγματικότητα ήταν η μόνη φορά στη ζωή του που το αφεντικό εργαζόταν, αν μπορεί κανείς να ονομάσει εργασία το ψάξιμο για λέξεις. Και τότε είναι που δούλευαν και οι φίλοι του αφεντικού, εκείνοι που μαζί του έτρωγαν τα φαγητά που ο υπηρέτης παρασκεύαζε και ωφελούνταν από τις υπηρεσίες που τους προσέφερε. Κλείνονταν τότε όλοι αυτοί μέσα σε αίθουσες ειδικά διασκευασμένες για το σκοπό αυτό, και καθένας πρότεινε και μια ή δυο διαφορετικές λέξεις ή φράσεις. Και ήσαν όλοι πολύ προσεκτικοί και έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον στη δουλειά τους, επειδή ήξεραν πως από αυτήν εξαρτιόταν όλη τους η καλοπέραση, αλλά μερικές φορές και η ίδια τους η ζωή. Γιατί ο υπηρέτης, αν το πράγμα έφτανε ως τη φυγή του από το σπίτι όπου μέχρι τότε υπηρετούσε, τότε, πάνω στη φούρια του για αλλαγή αφεντικού, μπορούσε και να σκοτώσει το παλιό αφεντικό ή κάποιον από το σινάφι του. Αλλά και αυτό να μη συνέβαινε, το αφεντικό και οι φίλοι του δεν μπορούσαν να παραδεχτούν ότι θα έχαναν έναν τόσο αφοσιωμένο υπηρέτη μόνο και μόνο επειδή στάθηκαν ανίκανοι να βρουν μερικές λέξεις, αφού αυτό ήταν όλο κι όλο που ο υπηρέτης ήθελε για να μη φύγει και ποτέ δε διαμαρτύρονταν για την αμοιβή του ή για τις υπερβολικά κουραστικές υπηρεσίες που προσέφερε.

Και μέσα στην αίθουσα διασκέψεων ακούγονταν διάφορες κατά καιρούς λέξεις και φράσεις, όπως "αλλαγή", "μιάσματα", "αποστασία", "σκληρός πυρήνας Ευρώπης", "ανάπτυξις", "συμμετοχική δημοκρατία", "σεμνά και ταπεινά", "πάταξις της διαφθοράς" και ό,τι μπορούσε το μυαλό του αφεντικού να υποθέσει πως θα ικανοποιούσε τον υπηρέτη του και θα έφερνε τις σχέσεις του με αυτόν στην προηγούμενή τους κατάσταση. Και τις περισσότερες φορές κάτι έβρισκε το αφεντικό που να ικανοποιεί το ιδιότροπο αυτό γούστο του υπηρέτη του. Γιατί στο βάθος ο υπηρέτης δεν ήθελε να αλλάζει αφεντικό, μόνο ήθελε να ικανοποιεί κάποια μέσα του φωνή που του έλεγε πως είναι μια ζηλευτή ιδιαιτερότητα γι’ αυτόν να είναι ο μόνος υπηρέτης μέσα στο σύνολο των επί γης υπηρετών, που δουλεύει αδιαμαρτύρητα και χωρίς απαιτήσεις για βελτίωση των συνθηκών της εργασίας του και της ζωής του.

                                                           -----

 ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΡΕΒΕΖΑ

Πήγα στο σπίτι που νοίκιαζε.
Ένας δρόμος μικρεμπορικός.
Καθώς τον περπατώ ανεβαίνοντας, ένα στενό δρομάκι στ’ αριστερά μου.
Μπαίνω σ’ αυτό, και στα εφτά μέτρα ένα μικρότερο στενάκι πάλι αριστερά μου.
Μπαίνω και αμέσως μπροστά μου το σπίτι όπου νοίκιαζε.
Μία πρόχειρη κατασκευή με πέτρες, που αρχίζει και τελειώνει στον τοίχο του σπιτιού, έχει δημιουργήσει έναν χώρο οχτώ έως εννιά τετραγωνικών μέτρων.
Στη μέση του, η προτομή Του, απεριποίητη.
Μια σκάλα οδηγεί προς το πάνω, στο κατοικήσιμο μέρος του σπιτιού.
Καλώ δυνατά κοιτάζοντας προς την πόρτα.
Μια με σκούρα χρώματα ευπρεπώς ντυμένη γηραιά κυρία εμφανίζεται στο στενό κεφαλόσκαλο.
Ζητώ την άδεια να επισκεφτώ το σπίτι.
Η άδεια μου δίνεται με καλοσύνη και κατανόηση, πριν πω γιατί θέλω να το επισκεφτώ-φαίνεται αμέσως ότι συνηθισμένη είναι η κυρία σ’ αυτό.
Ανεβαίνω τη σκάλα την δίπλα στον τοίχο.
Τη σκάλα που Αυτός ανεβοκατέβαινε κάθε μέρα.
Διστάζω μπροστά στην εξώπορτα.
Με παροτρύνει η κυρία: «Περάστε…»
Περνώ μέσα από την ψηλή πόρτα και στέκομαι ως να κλείσει την πόρτα πίσω μας η κυρία.
Ένας μικρός χώρος, κάτι σαν «χολ», σανίδι πάτωμα.
Μια μυρωδιά δροσερής παλαιότητας.
Στα δεξιά μου μια ανοιχτή πόρτα που καθώς κατάλαβα οδηγεί στο δωμάτιο της κυρίας, ενώ δίπλα από αυτό αρχίζει ένας διάδρομος προς το υπόλοιπο σπίτι.
Στα τέσσερα μέτρα αριστερά μας μια πόρτα ξύλινη, παλαιά, κλεισμένη.
Η κυρία με προσπερνά οδηγώντας με, και με μια οικεία κίνηση ανοίγει την ξύλινη πόρτα.
«Εδώ έμενε.»
Πλησιάζω και στέκω δίπλα στην κυρία βλέποντας μέσα στο δωμάτιο.
Ένα δωμάτιο που ίσα που χωράει τα λίγα του έπιπλα.
Ένα παραθυράκι που βλέπει προς τον δρόμο.
Αμέσως αριστερά ένα ξύλινο τραπεζάκι με μια καρέκλα.
Στην απέναντι από την πόρτα πλευρά του δωματίου και καταλαμβάνοντας την γωνία του, ένα κρεβάτι, απλό και φτωχικό όπως όλα μέσα στο σπίτι-όπως ήταν τα φτωχά επαρχιακά σπίτια τότε.
Ένα κομοδινάκι δίπλα του.
Βλέπω εκστασιασμένος και συνεπαρμένος.
Η κυρία με βλέπει που κοιτάζω με λαιμαργία, και προφανώς παραξενεμένη που στέκω, μου λέει ενθαρρυντικά: «Μπείτε μέσα!..»
Κάτι ψιθυρίζω σαν απάντηση, από ευγένεια.
Η κυρία με ξαναβλέπει και «Μπείτε!...» μου λέει, παραξενεμένη που δεν το κάνω.
Τρώω με τα μάτια μου την εικόνα.
Στο τραπεζάκι αυτό καθόταν κι έγραφε.
Στο κρεβάτι εκείνο κοιμόταν.
Η κυρία αποδέχεται πως δεν θα μπω στο δωμάτιο και απομακρύνεται.
Πηγαίνει και στέκει μπροστά στην πόρτα του δικού της δωματίου κοιτάζοντας προς το μέρος μου, έτοιμη να με βοηθήσει σε ό,τι της ζητούσα.
Είναι φανερό ότι κατάλαβε πως αυτό που συμβαίνει μπροστά στα μάτια της δεν αρμόζει να το διαταράξει. Και κάνει αυτή την κίνηση ευγένειας, κατανόησης, τακτ θα έλεγα.
Ευγενική και απλοϊκή κυρία. Πρέπει Εκείνος να ήταν ευχαριστημένος από την ουδετερότητα της σπιτονοικοκυράς Του.
Τίποτε πάνω στο τραπεζάκι-γραφείο.
Το κρεβάτι στρωμένο με καθαρά στρωσίδια.
Δεξιά μου, στον απέναντι από το κρεβάτι τοίχο, χαμηλά, ένα ραφάκι με πάνω του μία μικρή γαβάθα.
Τον είδα να μπαίνει στο σπίτι Του μετά από τη δουλειά, Τον είδα να κοιτάζει το κενό έξω από το παράθυρο, να ξαπλώνει το βράδυ για ύπνο, να κάθεται στην καρέκλα και να γράφει….
Δεν ξέρω πόσην ώρα έμεινα εκεί έτσι, προσπαθώντας να νοιώσω με όλες μου τις γήινες αισθήσεις την παρουσία εκεί, μπροστά στα μάτια μου, της μορφής Του, της απελπισίας Του, της Μεγαλοσύνης Του.
Προσπαθώντας να μικρύνω όσο γινόταν την απόσταση ανάμεσα στο θνητό της δικής μου ύπαρξής και στο αθάνατο της δικής Του.
Και, η κατανόηση του γεγονότος ότι είδα έναν άνθρωπο που τον είδε.
ΕΙΔΑ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΙΔΕ!
Κάτι θα έχει μείνει μέσα στα μάτια της κυρίας αυτής από την ματιά του, που κοιτάζοντας αυτή εμένα τώρα, μου το προσφέρει χωρίς να το γνωρίζει. Έτσι, μπορεί από κει πάνω Αυτός, για λίγο να με είδε που στέκω μπρος στο πάλαι δωμάτιό Του, μεταρσιωμένος.
Αφού η ψυχή μου πλησίασε όσο της εδυνόταν την μεγάλη απούσα ψυχή, στράφηκα προς την σιωπηλά και ευγενικά αναμένουσα Κυρία.
Μερικές ερωταποκρίσεις.
-Τι άνθρωπος ήτανε;
-Ήσυχος.
-Συζητούσατε μαζί του;
-Όχι, αυτός κλεινόταν στο δωμάτιό του μετά τη δουλειά του.
-Τι θυμάστε από αυτόν;
-Μόνο μερικές φορές άνοιγε την πόρτα του και μου ζητούσε ευγενικά να του πάω ένα ποτήρι νερό.
-Τι θυμάστε από την ημέρα του θανάτου του;
-Ήτανε κρίμα να χαθεί ένας τόσο καλός και ήσυχος άνθρωπος… Εγώ συγύρισα το δωμάτιό του μετά από τον θάνατό του… ΒΡΗΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΤΙ  ΧΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΑ… ΠΟΥ ΝΑ ΗΞΕΡΑ ΕΓΩ ΠΩΣ ΗΤΑΝΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ…
Ευχαρίστησα την καλή κυρία για την καλοσύνη της και βγήκα.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

 Όταν ο άνθρωπος οδηγεί το αυτοκίνητό του, δεν μπορεί να πηγαίνει πιο γρήγορα από όσο πηγαίνει ο μπροστινός του. Ακόμα δεν μπορεί   πιο αργά γιατί ο επόμενος δεν του το επιτρέπει.
Περιορισμός λοιπόν στη βούληση, και  αναγκαστική «ισότητα» όλων των οδηγών.
Για το καλό του ίδιου του οδηγού βέβαια. Αλλιώς δεν θα ήμασταν ζούγκλα;
Όταν ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στον κομπιούτερ του, πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες της χρήσης των κατασκευαστών. Αν πατήσει ένα κουμπί που δεν «πρέπει», θα καταστρέψει κάποιαν ή κάποιες εργασίες του.
Αυστηρός ο κανονισμός.
Για το καλό του χειριστή ανθρώπου βέβαια.
Το ίδιο γίνεται στις ουρές, το ίδιο στις Δημόσιες Υπηρεσίες. Περιμένεις να δεις τον αριθμό σου στο φωτεινό κουτάκι για να εξυπηρετηθείς.

Όμως υπάρχουν οι εκλογές!
Όπου μπορείς να ψηφίσεις ένα από πολλά ίσως κόμματα.
Τα οποία κόμματα με την σειρά τους, έχουν επιλεγεί να συμμετέχουν ή όχι στην εκλογική διαδικασία, επειδή έχουν κριθεί κατάλληλα γι αυτό ή όχι, από ανθρώπους που ακολουθούν ο ένας πίσω από τον άλλο σε ουρές ή στον αυτοκινητόδρομο.
Και οι ψηφοφόροι ψηφίζουν ελπίζοντας ο νικητής των εκλογών να τους επιτρέψει να κινούνται με ταχύτητα ένα χιλιόμετρο περισσότερο με το αυτοκίνητό τους, και το φωτάκι που δείχνει τον αριθμό τους να είναι πολύχρωμο.

9 Ιουνίου.
Ημέρα γιορτής της Δημοκρατίας!
Χρειάζεται σκέψη-ποιον να ψηφίσουμε;

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

 Ο Χέγκελ λέει ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι η εναλλαγή μπουρζουαζίας και προλεταριάτου.
Στην Ευρώπη, για δυο αιώνες τώρα, άνθιζε η μπουρζουαζία.  
Ήρθε ο καιρός του-σύγχρονου-προλεταριάτου.
Αυτό θα φανεί στις ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου και ότι θέλουνε ας μηχανεύονται οι μπουρζουάδες.
Η Μέση Ανατολή, με τις ενέργειες του Νετανιάχου που έχουν εξοργίσει πολλούς ευρωπαίους πολίτες, θα παίξει μεγάλο ρόλο στην ακροδεξιά στροφή της Ευρώπης, όπως αυτή θα αποτυπωθεί στην κάλπη.

 Χρωματιστά γονίδια αναπτερώνουν το ηθικό.
Προσβλέπουμε σ' αυτά
και ευελπιστούμε
για χρωματιστές θύελλες το ολιγότερο.

Τρίτη 21 Μαΐου 2024

 Α! Μύρα που της ζήσης μας το ρόδο θα σκορπούσε
αν κάτι μες στον κόσμο αυτόν λίγο μας αγαπούσε...

 Ο παππούς μου γεννήθηκε το 1858.
Μικρός όντας συνομιλούσε με γέρους αγωνιστές του Εικοσιένα.
Αν δεν δολοφονούνταν ο Καποδίστριας, θα συνυπήρχαν ζωντανοί στον κόσμο μέσα παιδί ο παππούς μου, και γέροντας ο Καποδίστριας.
Αυτά σημαίνουν ότι η Επανάσταση του εικοσιένα δεν είναι μακριά μας.
Κατ’ επέκταση δεν είναι μακριά μας όλη η τουρκοκρατία. Και πριν από αυτήν όλη η Ενετοκρατία. Και παλιότερα όλη η Ρωμαιοκρατία.
Η τωρινή Ελλάδα ήτανε πάντα σκλαβωμένη από τους Ρωμαίους και μετά (πριν από τους Ρωμαίους, την περίοδο της «Δημοκρατίας», σκλαβώνονταν οι έλληνες μεταξύ τους.
Ο έλληνας δηλαδή ήταν πάντα σκλαβωμένος.
Τόσες γενιές σκλαβιάς θα μπορούσαν να «ξεχαστούν» γενοτυπικά είτε «μνημονικά» και ο έλληνας να είναι ξαφνικά ελεύθερος όταν φύγανε οι Τούρκοι;
Όχι.
Θέλουν γενιές ακόμα οι έλληνες για να υπάρξουν ελεύθεροι κάτω από τον ήλιο.
Όταν όμως έφυγε ο Τούρκος, οι έλληνες έπρεπε να «κυβερνηθούνε» μόνοι τους.
Πράγμα αδύνατο.
Το ζήτημα το λύσανε οι Μεγάλες Δυνάμεις που μας είχαν «ελευθερώσει»: παίξανε αυτοί το ρόλο του κατακτητή στέλνοντάς μας βασιλιάδες που μας κυβερνούσαν μέσω της εκάστοτε εκλεγμένης (ποιας εκλεγμένης;) Κυβέρνησης (ποιας Κυβέρνησης;)
Το αποκορύφωμα της φαρσοκωμωδίας το διανύουμε στα χρόνια μας, δηλαδή στα χρόνια μετά που διώξαμε το βασιλιά-από το 1967 μέχρι σήμερα.
Στο διάστημα αυτό η Ελλάδα βρίσκεται στην ανάστροφη κατάσταση του παραμυθιού του ασχημόπαπου, δηλαδή είναι μια πάπια ανάμεσα σε κύκνους. Και εκεί τελειώνει το παραμύθι.
Και οι κύκνοι την βρίζουν, την κοροϊδεύουν, την δέρνουν, την εκμεταλλεύονται.
Και τώρα δεν έχουμε Ρωμαιοκρατία ή Ενετοκρατία ή Τουρκοκρατία.
Έχουμε κυβερνήσεις ανθρώπων που πλουτίσανε επί Ενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας και που γι αυτούς άλλαξε το όνομα μόνον του αφέντη που τώρα υπηρετούν «κυβερνώντας» την Ελλάδα: αντί Ενετούς έχουν αφεντικά Αμερικάνους, και αντί Τούρκων έχουν... τι άλλο; πάλι Αμερικάνους.
Και βλέπουμε υποψήφιους των εκλογών του Ιουνίου έναν Ενετοτουρκοαμερικανό πρωθυπουργό να έχει σίγουρη την νίκη και να παίζει με τα ποσοστά, έναν άξεστο, χοντρουλό, βραδύνουν και αξύριστο χωριάτη να πασκίζει να βγει δεύτερος στις εκλογές, έναν άνθρωπο του Νεάντερταλ να πασκίζει να παραμείνει δεύτερος, και σωρεία άλλων να ελπίζουν ότι θα φάνε κανένα ψίχουλο από το τραπέζι που οι απαιτήσεις των Καιρών και η δουλοπρέπεια των Ελλήνων έχουν στρώσει.
Καλή μας ψήφο.

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

 Τώρα είδα γιατί ο Αισχύλος στους «ΠΕΡΣΕΣ» του αποκαλεί τις περσίδες-που θρηνούσαν για τον χαμό των πολεμιστών τους στον πόλεμο με την Αθήνα- «απαλόθρηνες».
Γιατί δεν θρηνούσαν με κραυγές και ουρλιαχτά.
Έτσι, «απαλά», θρηνούσαν και σήμερα οι περσίδες  για τον χαμό του ηγέτη τους.

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

 Σήμερα φίλοι μου, εγώ, ένας από τους άδοξους ποιητές του Καρυωτάκη, θα σας δώσω ένα μόνον μικρό ποίημα.
Ένα μικρό ποίημα που γι αυτό, μέγιστος ποιητής μας, που πριν πολλά χρόνια συνυπήρξαμε σε ένα καφενείο της Αθήνας για ένα εικοσάλεπτο, όταν το διάβασε, μου είπε, κοιτάζοντάς με μέ μάτια που έλαμπαν από θαυμασμό: «Όλοι μας θέλουμε να το είχαμε γράψει!»

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Θέλω στα ράφια μιας μικρής
φτηνής βιβλιοθήκης
καθώς στον τοίχο θ’  ακουμπά
φτενούλα κι επιμήκης,

κάποιος στην τύχη ψάχνοντας
του μέλλοντος μια μέρα
ένα βιβλίο μου να βρει
βαλμένο εκεί πέρα.

Κι αφού διαβάσει κάτι τι
και πάλι ξανακλείσει
τα κίτρινα τα φύλλα του,
θέλω να το αφήσει

όχι αδιάφορα καθώς
αφήνουν κάτι ξένο,
μα με μια κίνηση στοργής,
σαν κάτι αγαπημένο.

               ----

 Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ «ΔΙΝΑΣ»


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

ΤΟΠΟΣ
Χωράφια του Ιακώβ.

ΠΡΟΣΩΠΑ
ΣΥΜΕΩΝ, ΛΕΥΊ, ΡΟΥΒΊΝ, ΙΟΥΔΑΣ, ΙΣΣΑΧΑΡ, ΔΑΝ, ΖΑΒΟΥΛΏΝ, ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ,
ΓΑΔ, ΑΣΉΡ.


ΣΥΜΕΩΝ
Τ’ ακούσατε  όλοι  αδέρφια. Ο Συχέμ ατίμασε  την αδερφή  μας. Θ’ αφήσουμε ανεκδίκητη  την  τιμή  της; Και πώς  θ’ αντικρύσουμε αύριο  τον κόσμο που θα λέει «τι  τα ’θελε τόσα αδέρφια αφού άφησαν το Συχέμ να τους  την πάρει»;

ΛΕΥΙ
Και τί να κάνουμε; Ο Συχέμ είναι ο άρχοντας της χώρας. Έχει άντρες και όπλα. Εμείς τί έχουμε;

ΣΥΜΕΩΝ
Έχουμε τα σπαθιά μας. Κι  έχουμε κι  εμείς άντρες. Κι η Δίνα είναι αδερφή  μας. Μην περιμένετε απ’ τον πατέρα μας  να δράσει. Εκείνος όλα τα θέλει να γίνουν ήσυχα. Ησυχία ησυχία, να τώρα που ο Συχέμ ατίμασε την αδερφή  μας. Σα να ήτανε  μια πόρνη  της  φέρθηκε. Είμαστε όλοι αδέρφια της εδώ. Μα εμείς  οι έξη είμαστε αδέρφια της κι απ’ την  ίδια κοιλιά. Λοιπόν  τι λες αδέρφι Ρουβήν;

ΡΟΥΒΗΝ
Λέω να βρούμε ένα τρόπο να πάρουμε πίσω τη Δίνα χωρίς να χυθεί αίμα. Γιατί θα χυθεί το δικό μας αίμα.

ΣΥΜΕΩΝ
Αδερφέ μου σε σέβομαι γιατί είσαι μεγαλύτερος. Όμως-και να με συμπαθάς, κι αν μας δώσει μόνος του πίσω το κορίτσι φεύγει και η ντροπή;

ΡΟΥΒΙΝ
Είναι  πολλοί οι Συχεμίτες.

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι  πολλοί αλλά μας ατίμασαν. Και μεις λίγοι είμαστε; Εγώ μονάχα διαφεντεύω τριάντα άντρες.

ΡΟΥΒΗΝ
Και  τι λες να κάνουμε Συμεών;  Ορίστε, πες μας  το σχέδιο σου.

ΣΥΜΕΩΝ
Το σχέδιο μου είναι να πάρουμε πίσω την τιμή μας. Δεν ξέρω ακόμα πώς. Και σας ρωτάω: θα με βοηθήσετε σ’ αυτό το σκοπό; Είμαστε άντρες πια. Μπορούμε και πιάνουμε όπλα στα χέρια μας. Στύβουμε την πέτρα και βγάζει νερό.

ΙΟΎΔΑΣ
Όλοι θέλουμε να βοηθήσουμε. Όλοι λυπούμαστε και πονάμε για την αδερφή μας. Πρέπει να μάθουμε σ’ αυτόν τον χυδαίο ότι μπορεί να είναι άρχοντας, μα πρέπει να μας σέβεται. Αυτό πρέπει να ’ναι το μάθημά του. Και να ’ναι σκληρό μάθημα.

ΣΥΜΕΩΝ
Ισσάχαρ;..

ΙΣΣΑΧΑΡ
Ότι αποφασίστε κι εγώ μαζί σας.

ΣΥΜΕΩΝ
Εσύ Ζαβουλών είσαι μικρός, κι εσύ όμως θα βοηθήσεις από κοντά. Εσείς οι άλλοι αδέρφια τί λέτε;

ΔΑΝ
Κι αν η Δίνα δεν είναι αδερφή μας από κοιλιά, όμως σε όλους έγινε η προσβολή. Ένας άπιστος να κλέψει την αδερφή μας… την κόρη του Ιακώβ... Αδέρφια, ξέρω μια κρυψώνα δίπλα στο δρόμο που περνάει ο Συχέμ. Αν μ’ αφήστε, αύριο κιόλας ο Συχέμ θα ’ναι νεκρός. Θα λουφάξω εκεί, κι όταν πλησιάσει το άρμα του, θα πεταχτώ και όπως δαγκώνει το φίδι, έτσι θα τον χτυπήσω. Και θα σπαρταράει σα σφαγμένο πρόβατο στο χώμα πάνω.

ΣΥΜΕΩΝ
Δαν αδέρφι, κράτα το θυμό σου για την ώρα που θα χρειαστεί. Αδέρφια, ακούστε με καλά. Ήρθαμε από έναν τόπο όπου ήμασταν ξένοι σ’ άλλον τόπο, όπου κι εδώ είμαστε ξένοι. Όπως ήταν κι ο πατέρας μας κι ο παππούς μας κι ο προπάππος μας. Και ξέρετε-γιατί να σας τα λέω-τη δυστυχία που τραβάει ο ξένος. Ως πότε αδέρφια; Ο θεός του πατέρα μας είπε σ’ αυτόν πως θα του δώσει αυτή τη γη δική του και στους απογόνους του, σε σας και σε μένα. Το ίδιο είπε και στον Ισαάκ, το ίδιο είπε και στον Αβραάμ. Αυτά μας λέει και μας ξαναλέει ο πατέρας μας για χρόνια τώρα. Ο θεός όμως δε θα διώξει έτσι ξαφνικά όλους τους Χαναναίους για να μας δώσει έτοιμη τη γη να την κάνουμε δική μας. Πρέπει να δουλέψουμε κι εμείς γι αυτό. Εγώ, αυτό που έγινε με τη Δίνα, το βλέπω σαν μια ευκαιρία να γίνουν αληθινά τα λόγια του θεού τώρα, από μας, για μας. Ας αρχίσουμε από τους Συχεμιτες αδέρφια.
(σιωπή)

ΓΑΔ
Εγώ είμαι πρώτος γι αυτό. Όμως πρώτα θέλω να μάθω τί ακριβώς έγινε. Η Δίνα είναι αδερφή σας και την ξέρετε καλλίτερα από εμάς -δεν μπορεί να της άρεσε ο Συχέμ και να πήγε θέλοντας μαζί του;

ΣΥΜΕΩΝ
Στην αδερφή μας ν’ αρέσει ένας αλλόπιστος; Γαδ αδερφέ μου ούτε να το σκεφτείς πάλι αυτό. Ποτέ δε θα ’κανε η Δίνα κάτι τέτοιο.

ΓΑΔ
Παίρνω πίσω το λόγο μου αδέρφι. Και ξέρω πως εσύ πονάς περισσότερο απ’ όλους μας γιατί είσαι ο αγαπημένος της αδερφός. Γι αυτό δεν δευτερώνω την κουβέντα μου. Είμαστε και μεις οι άλλοι μαζί σας. Όμως χρειάζεται περίσκεψη.

ΝΕΦΘΑΛΕΙΜ
Άκουσα ότι ο Συχέμ έχει κοντά του πάντοτε τρακόσους άντρες. Και ότι μπορεί να μαζέψει τρεις χιλιάδες .

ΔΑΝ
Κι έχουνε όπλα και χάλκινα σπαθιά. Πρέπει να τους πιάσουμε στον ύπνο. Και γρήγορα, πριν ξυπνήσουν.

ΑΣΗΡ
Αν  ζητήσουμε  να μας   βοηθήσει    κι ο  θείος  μας  ο Ησαύ;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Αυτός θα τα θέλει όλα δικά του. Θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Ας πάμε τώρα στην κατασκήνωση να δώσουμε θάρρος στις γυναίκες. Και κουβέντα στον πατέρα μας για τα σχέδια μας. Και να μη μάθει τίποτα ο Ιωσήφ γιατί θα του το προλάβει αμέσως. (Βγαίνουν όλοι ένας ένας και μένουν στο τέλος ο Συμεών με τον Λευί)

ΛΕΥΊ
Λες να ήρθε η ώρα να κάνουμε δική μας τη Χαναάν;

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω. Όμως αν δεν προσπαθήσουμε, όπως αυτή η ώρα ήρθε έτσι και θα φύγει.
(Βγαίνουν)

Τέλος της τρίτης σκηνής



ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Παλάτι του Εμώρ.
ΣΥΧΕΜ, ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΈΤΡΙΕΣ

ΣΥΧΕΜ
(Τελειώνει το ντύσιμό του. Η Δίνα στο κρεβάτι καθιστή)
Πενήντα στρατιώτες είναι πάντα έτοιμοι δίπλα μου να με προστατεύουν και να με υπηρετούν. Η χώρα μου είναι πλούσια. Ότι πεις, το δίνει το χώμα της. Με τους γείτονες μου καλά τα πάω. Όλοι μέσα στη χώρα με φοβούνται και με υπολογίζουν. ‘Όλα όσα έχω θα γίνουνε δικά σου. Θα είσαι η πρώτη ανάμεσα στις γυναίκες μου. Και τ’ αδέρφια κι ο πατέρας σου θα ’χουν ότι θέλουν. Μόνο να γίνεις γυναίκα μου. Θα στείλω τον πατέρα μου να σε ζητήσει από τον δικό σου.
(Την πλησιάζει)
Είσαι το ομορφότερο λουλούδι της χώρας μου. Μπροστά σου δε βάζω όλες τις παλλακίδες μου μαζί. Όταν γίνω άρχοντας εγώ στη θέση του πατέρα μου, εσύ θα είσαι η δεύτερη στη χώρα μετά από μένα.

ΔΙΝΑ
Αν με είχες ζητήσει από τον πατέρα μου, τότε όλα θα ήταν αλλιώς.  Τώρα είναι εχθρός σου. Εσύ τον έκανες κλέβοντάς με.

ΣΥΧΕΜ
Ο πατέρας σου δε θα πει όχι. Μου το είπε ο πατέρας μου. Τον έχει καταλάβει καλά. Φοβάται. Σ’ έκλεψα γιατί είμαι ο άρχοντας. Όποια γυναίκα θέλω, το ’χει τιμή να έρθει στο κρεβάτι μου.
(Χτυπάει ένα χάλκινο ηχείο κου βρίσκεται κρεμασμένο στον τοίχο. Εμφανίζεται ένας υπηρέτης που υποκλίνεται)
Φέρε τα φορέματα για τη βασίλισσα. Και να μου φωνάξεις τις καλλίτερες δούλες να τη ντύσουν
(ο υπηρέτης υποκλίνεται και βγαίνει)
Θα σού φέρουν τα καλλίτερα φορέματα που υπάρχουν στη χώρα, φερμένα από την Ασσυρία, από τη Χαλδαία, από την Αίγυπτο. Θα διαλέξεις όποια κι όσα θέλεις. Και θα διατάζεις τις κοπέλες αυτές-είναι δούλες σου. Θα πάω να βρω τον πατέρα μου να πάει να σε ζητήσει από τον δικό σου.

ΔΙΝΑ
Ανάποδα το έκανες. Πρώτα ζητάνε κι ύστερα παίρνουν.

ΣΥΧΕΜ
Είμαι ο άρχοντας.

ΔΙΝΑ
Και μένα δε με ρωτάς; Δεν είπα το ναι ακόμα.

ΣΥΧΕΜ
Σου αρέσω. Κι αφού σου αρέσω θα το πεις.
(Βγαίνει)

ΔΙΝΑ
(Σηκώνεται από το κρεβάτι. Μόνη)
Έπεσες στην παγίδα μου Συχέμ. Στην ώρα σου πέρασες από το μέρος όπου μ’ ήβρες. Και δεν μπόρεσες ν’ αντισταθείς στα κάλλη του κορμιού μου-και ποιος θ’ αντιστεκότανε σε τούτο το κορμί... Κι αν βγάλω όχι το βέλο μου μόνο, αλλά κι όλα τα ρούχα που το σκεπάζουν, ψεγάδι ουτ’ ένα δε θα βρεις στα τόξα του,. Όμως μακριά από μένα ο πόθος σου Συχέμ. Αν αλλόπιστος δεν ήσουνα κι αν άλλονε δεν αγαπούσα, τότε μπορεί και να γινόμουνα γυναίκα σου. Γιατί βλέπω πώς κάτω από την αγριάδα σου κρύβεται ένας ανόητος που θα μπορούσα να τον κάνω ότι θέλω. Όταν το κεφάλι σου θα πέφτει κάτω από το σπαθί του αγαπημένου μου, τότε θα δούμε πόσο είσαι άρχοντας. Πήγαινε φέρνε δούλους να με υπηρετούνε. Φέρνε δούλες να με συντροφεύουνε. Ντύσε με, φκιασίδωσέ με. Μ' αν τα κρατούσα ολ’ αυτά με αντίτιμο την προδοσία της φυλής μου, άξια θα ήμουνα για την πιο μεγάλη περιφρόνηση. Όμως είμαι έξυπνη. Θα κρατήσω και τα πλούτη σου και την τιμή μου.
(Μπαίνουν οι υπηρέτριες).

Α' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Κυρά μου προσκυνώ. Εγώ και οι τρεις συντρόφισσές μου είμαστε οι δούλες σου. Μας έστειλε ο άρχοντας για να σου φέρουμε φουστάνια. Διάλεξε όποιο θέλεις κυρά μου. Μα θαρρώ θα τα κρατήσεις όλα-στην ομορφιά σου ταιριάζει κάθε ρούχο.

ΔιΝΑ
Σ’ ευχαριστώ καλή μου και για τα καλά σου λόγια και για τα φορέματα. Βοήθησέ με να φορέσω αυτό.

Β΄ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Αυτό κυρά μου είναι πράγματι ωραίο. Με σχέδια καμωμένα απ' τον καλλίτερο Φερεζαίο τεχνίτη. Κοίτα το πουλί αυτό που σκύβει για να τσιμπήσει κάτι. Δεν είναι σαν ζωντανό;

Γ' ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ    
Κι όταν θα το φορέσεις κυρά, θα ’ναι σα να βοσκάει στου στήθους σου το περιβόλι.

ΔΙΝΑ
θα βάλω κι αυτή  τη ζώνη  μαζί.  Πολύ  μου αρέσει.

Δ΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ    ,
Και  το βέλο τούτο κυρά-μαζί πάνε. Και τα σαντάλια. Πάλι  μπορείς να δοκιμάσεις και  τούτα…

ΔΙΝΑ
(Διαλέγει)
Θα κρατήσω αυτό. Κι  αυτά. Μη φύγετε όμως ακόμα. Καθίστε καλές μου, θέλω συντροφιά. Μου λείπουν  οι  δικοί  μου.

Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ    
Κυρά μου έτσι είναι στην αρχή. Μα συνηθίζεται. Και πολύ γρηγορότερα  σαν είσαι κυρά κι όχι δούλα όπως εμείς.

ΔΙΝΑ
Μετά  από δω θέλω να βγω μαζί σας  μια βόλτα. Θέλω να μου  μάθετε το παλάτι, τον κήπο του και τα γύρω. Κι αν είσαστε καλές μαζί  μου δε θα έχετε να φοβηθείτε  τίποτα. Ο άρχοντας θα κάνει  για σας ό, τι του πω.


Α΄ ΥΠΗΡΈΤΡΙΑ
Κυρά μου, καμιά μας δε  θα σου πει  όχι σε ότι  ζητήσεις. Μόνο πες το και  θα γίνει.

Τέλος της τέταρτης σκηνής







ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
ΙΑΚΩΒ, ΛΕΥΊ, ΣΥΜΕΩΝ, ΡΟΥΒΗΝ, ΑΡΑΧΈΜ, ΕΜΩΡ.
Σκηνή του Ιακώβ στην Κατασκήνωση.

ΙΑΚΩΒ    
Έρχεται ο Εμώρ για να με δει. Δε θα του φερθούμε άσχημα. Είμαστε ξένοι!

ΛΕΥΙ
Ο γιός του δε φέρθηκε άσχημα στην αδερφή μας;

ΙΑΚΩΒ    
Έρχεται να μας δει. Ας δούμε τι θέλει.

ΣΥΜΕΩΝ
Ο, τι και  να πει και  ό τι και  να κάνει, μπορεί  να ξεπλύνει τέτοια προσβολή;

ΙΑΚΩΒ
Λοιπόν τι; Θα πρέπει να καταστραφούμε όλοι επειδή της Δίνας της αρέσει ο περίπατος; Τί θέλετε; Να πολεμήσουμε τον Αμώρ; Δεν έχουμε τις δυνάμεις. Βέβαια θα κάνουμε τον Αμώρ να καταλάβει πως αυτό που έκανε ο γιος του είναι άνομο. Κι ύστερα ανάλογα τι θα πει ο άρχοντας.

ΡΟΥΒΗΝ
(στα αδέρφια του)
Πάντοτε σέβομαι τη γνώμη του πατέρα. Και προχωρώ και δίνω κι ένα δίκιο στον Συχέμ. Είδε μπροστά του ένα όμορφο κορίτσι, άρχοντας είναι, το πήρε-ξέρουμε όλοι πως αυτά συνηθίζονται από τους άρχοντες. Και είμαστε άντρες και μεις και ξέρουμε τι σημαίνει να σ’ αρέσει μια γυναίκα και να μην μπορείς να την έχεις. Κι έπρεπε και μεις να κρατούμε το κορίτσι στο σπίτι αν δε θέλαμε να της συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά που λέω δε θα τα πω βέβαια μπροστά στον Αμώρ. Ούτε τον δικαιολογώ. Είναι φταίχτης απέναντί μας. Εκείνο που πρέπει νομίζω είναι, όπως λέει κι ο πατέρας, να περιμένουμε να δούμε τι θα πει ο Εμώρ-με τι διαθέσεις έρχεται και ανάλογα να πράξουμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Με τι διαθέσεις  μπορεί  να έρχεται αδερφέ; Κι ακόμα κι αν  έπεφτε γονατιστός και ζήταγε συγνώμη , εμείς  θα τόνε συγχωρούσαμε;

ΡΟΥΒΗΝ
Όχι αδκρφέ, μα τί  να κάνουμε, πες.

ΣΥΜΕΩΝ
Δεν ξέρω, ότι μας φωτίσει ο θεός του πατέρα μας.

ΙΑΚΩΒ
Τώρα μίλησες σωστά παιδί μου. Ο θεός μου ποτέ δεν με άφησε ξεκρέμαστον. Πάντοτε με βοηθούσε στις δύσκολες ώρες. θα με βοηθήσει και τώρα.

ΡΟΥΒΉΝ
Πατέρα, ο θεός σου είναι και θεός μας. Κι αφού σε βοηθάει όλοι μας τον αγαπούμε. Είπες ότι σου είπε για τη Χαναάν πως θα γίνει δικιά μας. Μήπως ήρθε η ώρα πατέρα;

ΙΑΚΩΒ
Όχι παιδί μου. Όταν έρθει η ευλογημένη αυτή ώρα ο θεός θα μου το φανερώσει.
(Μπαίνει ο Αραχέμ)

ΑΡΑΧΕΜ  
Αφέντη έρχεται ο Εμώρ.
(βγαίνει)

ΙΑΚΩΒ
Καλώς να έρθει. Τον περιμένουμε.  
 (Σηκώνονται  όλοι  ορθοί. Μπαίνει  ο Εμώρ με δύο φρουρούς)

ΕΜΩΡ
Ιακώβ σε χαιρετάω και σένα και  τη συντροφιά σου.

ΙΑΚΩΒ   (υποκλινόμενος)
Κι εγώ σε χαιρετώ άρχοντα Εμώρ. Κι αυτά είναι  τρία από τα παιδιά μου.
Ο Ρουβήν, ο  Συμεών, ο Λευί.
(τα παιδιά υποκλίνονται)

ΕΜΩΡ
Εύχομαι ο θεός να δίνει σε σένα και στα παιδιά σου όλα τα καλά. Ιακώβ, Έρχομαι για να αλλάξω ένα κακό σε καλό. Ο γιός μου ο Συχέμ είναι νέος. Και τα ξέρεις τα νιάτα. Βράζει το αίμα τους. Και βέβαια ξέρεις πως η κόρη σου η Δίνα είναι μαζί του. Την άρπαξε. Ξέρω πόσο λυπάσαι κι ας μη το δείχνεις. Λυπάμαι κι εγώ μαζί σου. Είμαι πατέρας κι εγώ. Στενοχωριέμαι και σαν άρχοντας της χώρας και σαν γείτονας σας. Θα ήθελα να είμαστε καλοί γειτόνοι κι όχι να βλέπει ο ένας τον άλλο με μισό μάτι. Και θέλω όσοι μένουνε στη χώρα μου να μη με φοβούνται ούτε να με αποφεύγουν σα να ήμουνα εχθρός τους. Γι αυτό έχω να σας πω αυτά τα λόγια. Και σας λέω από πριν πως με ότι πω συμφωνεί κι ο γιός μου ο Συχέμ-αυτός μ’ έστειλε. Ο γιος μου έδωσε την καρδιά του στη θυγατέρα σου. Και δε θέλει να την κρατάει στο παλάτι χωρίς την έγκρισή σας. Θέλει να την παντρευτεί. Και θα την έχει πρώτη στη σειρά απ’ όλες τις γυναίκες του. Και όχι μόνον ο Συχέμ κι η  Δίνα, αλλά σου προτείνω να αρχίσουνε να συμπεθερεύουνε και οι Συχεμίτες με σας. Γη πολλή έχουμε. Χωράμε κι εμείς κι εσείς κι άλλοι τόσοι. Και αν γίνει αυτό τότε θα είσαστε ισότιμοι με μας. Θα έχετε την άδεια να πηγαίνετε σε όποιο μέρος της Χαναάν θέλετε και θα εμπορεύεστε ελεύθερα. Κι αν συμφωνήσεις και δώσεις την κόρη σου στο γιό μου, για προίκα εγώ θα σου δώσω κι όσα κι ό,τι ζητήσεις. Μόνο πες το και θα γίνει. Ήρθα ο ίδιος εδώ γιατί και σένα σκέφτηκα και την ευτυχία του γιου μου. Αποφάσισε και πες μου Ιακώβ.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα Εμώρ τι ν’ αποφασίσω και τι να πω. Ο γιός σου άρπαξε το κορίτσι μου. Πρόσβαλε και μένα και τη φυλή μου. Εκτιμάω που ήρθες εδώ εσύ ο ίδιος για να μας ζητήσεις το κορίτσι μας, όμως καλλίτερα θα ήταν αν ερχόσουν πριν ο γιός σου αρπάξει τη θυγατέρα μου. Τώρα τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Γιατί δεν είναι εσύ κι εγώ που μιλάμε. Τώρα έχουν λόγο και τα παιδιά μου. Είναι άντρες πια κι ας μιλήσουν. Κι ύστερα σου λέω κι εγώ τον δικό μου λόγο.

ΡΟΥΒΗΝ
Άρχοντα, έτσι το ’χετε σεις εδώ; Ν’ αρπάζετε τα κορίτσια του κόσμου; Θα σου πω τούτο κι ας με μαλώσει ο πατέρας μου γι αυτή μου την ασέβεια. Άλλη φορά να εξετάζει πρώτα ο γιός σου ποια είναι η κοπέλα που αρπάζει προτού την αρπάξει. Όσο για τώρα, δεν ξέρω τι να πω. Θέλω πρώτα να ξαστερώσει το μυαλό μου κι υστέρα θα κουβεντιάσω με τ’ αδέρφια μου και θα σου πούμε.

ΣΥΜΕΩΝ
Άρχοντα, έχουμε όλο το δίκιο. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι πως ότι έγινε δεν ξεγίνεται. Πραγματικά δε βλέπω τι άλλο εκτός από το γάμο θα μπορούσε να γίνει. Ο γάμος αυτός κι εμάς θα μας ικανοποιήσει, έστω εκ των υστέρων, και το γιό σου, αφού αγάπησε την αδερφή μας. Ένα είναι όμως το μεγάλο εμπόδιο γι αυτό το γάμο. Πως εμείς όλοι έχουμε κάνει περιτομή και σεις είσαστε απερίτμητοι. Η περιτομή είναι βασικό στοιχείο της λατρείας μας και ποτέ μέχρι τώρα δε δώσαμε δικό μας κορίτσι σε άντρα που έρχεται από απερίτμητη φυλή. Μπορούνε να ταιριάξουνε τα πράγματα αν και της δικής σου φυλής οι άντρες κάνουνε περιτομή. Έτσι θα δείξετε πως δεν είσαστε εχθροί μας και  τότε  δεν  θα υπάρχει  εμπόδιο για  το γάμο. Αν  όμως  δεν κάνετε περιτομή, θα πάρουμε πίσω την αδερφή  μας  και  θα φύγουμε. Τί λέτε αδέρφια;

ΛΕΥI
Μόνο έτσι μπορούμε να δεχτούμε το γάμο.

ΙΑΚΩΒ
Σωστή κουβέντα.

ΕΜΩΡ
Είναι  σωστή η  γνώμη  σας. Και  σας ομολογώ πως  ταιριάζει και  με τη  δική  μου γνώμη. Η περιτομή  θα μας φιλιώσει και  με άλλους λαούς  που περιτέμνονται. Θα το  δεχτεί και ο Συχέμ γιατί  αγαπάει  τη Δίνα. Σας ευχαριστώ για την καλή λύση που δώσατε στο πρόβλημα μας. Και  τώρα να φύγω.

ΙΑΚΩΒ
Άρχοντα, το ’χουμε συνήθειο να φιλεύουμε τον ξένο που μπήκε στο σπίτι   μας. Κάτσε να φάμε.

ΕΜΩΡ
Θα πάω να πω τα χαρούμενα νέα στον Συχέμ. Θα φάμε και θα πιούμε όλοι  μαζί στο γάμο. Σας χαιρετώ.
(βγαίνουν)

Τέλος της πέμπτης σκηνής




ΣΚΗΝΗ ΈΚΤΗ    
ΧΡΟΝΟΣ
Ένας μήνας μετά την αρπαγή της Δίνας

ΤΟΠΟΣ
Το σπίτι  ενός Συχεμίτη.

ΠΡΟΣΩΠΑ
ΝΟΙΚΟΚΥΡA, ΓΕΙΤOΝΙΣΣΑ, ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ    (Κοπανίζοντας  στάρι  σ’ ένα γουδί)
 Και  θα την παντρευτεί;

ΓΕΙΤΌΝΙΣΣΑ
Θα την  παντρευτεί . Πήγε ο  ίδιος ο άρχοντας στον πατέρα της και τη ζήτησε.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Είναι άρχοντας κι αυτός;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Λένε πως έχει πολλά ζώα και πολύν πλούτο. Άρχοντας όμως δεν είναι.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Ακούω πως είναι άπιστοι. Δεν πιστεύουν στον Μαρντάκ. Πώς θα πάρει ο γιός του άρχοντα γυναίκα άπιστη;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ.
Ναι. Είναι άπιστοι. Κάνουνε  θυσίες σε δικό τους, ξένο  θεό.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Ποιον;  

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ.
Δεν ξέρω. Και  δεν  του φτιάχνουν αγάλματα ούτε ζωγραφιές λέει.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Τότε πού πιστεύουν; Στον αέρα; Άλλο και τούτο…

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Ο θεός τους παρουσιάζεται ο ίδιος λέει μπροστά τους.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Και με τέτοιους ανθρώπους κάνει συμπεθεριό ο άρχοντας;

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ'.
Μη στενοχωριέσαι συ. Για να δέχτηκε τέτοιο πράγμα ο άρχοντας θα πει πως έχει ψωμί η υπόθεση. Θα κερδίσει πολλά.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ.
Μακάρι,  γιατί κάτι  θα μείνει και  για μας.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ.
Ο θεός να δώσει. Σήμερα λέει θα τους εμίλαγε ο άρχοντας στην πύλη. Πήγε ο άντρας σου;

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Πήγε.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ
Να δούμε τι νέα θα σου φέρει.
(Ακούγονται βήματα)

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Αυτός είναι. Κατά φωνή.

ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ   
(Βιαστικά)
Φεύγω φεύγω…
(Βγαίνει. Μπαίνει  ο άντρας  Συχεμίτης).

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Καλώς τον. Σας μίλησε ο άρχοντας;


ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας μίλησε.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ       
Και τί σας είπε;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μας είπε να κάνουμε περιτομή. Να τι μας είπε. Γιατί, λέει, έτσι θα κάνουμε φίλους τους τσοπάνηδες και θα ’χουμε δικά μας τα πρόβατά τους.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Πώς  θα τα ’χουμε δικά μας;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Δεν είπε. Θα τους σκοτώσει και θα τα πάρει. Πώς αλλιώς;  Ζωντανός άνθρωπος αφήνει να του πάρουνε τα ζώα του; Άκου  περιτομή! Σε λίγο θα μας πει και να μην έχουμε είδωλα των θεών μας. Και θα μας πει να πιστεύουμε σε ένα θεό μόνο-αρκεί να βρει κι άλλη ευκαιρία για πλιάτσικο.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Άντρα μου, αν το πει, άρχοντας είναι, τι να κάνουμε;

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Μα βρε γυναίκα, βάλε λίγο το μυαλό σου να δουλέψει. Εγώ μόνος μου μπορώ να κάνω παιδιά αν δεν είχα εσένα; Πώς ένας θεός μονάχα θα μπορούσε να γεννήσει όλους τους άλλους θεούς που βλέπουμε; Τον ήλιο, τη σελήνη, τη γη, τ’ αστέρια... Φαντάσου τον Αμσού-
μεγάλη η χάρη του-χωρίς την Τιαμά. Πώς θα μπορούσε να κάνει όλα όσα έκανε;

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Δίκιο έχεις άντρα μου.

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Έχω μα πού να το βρω…

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Και θα κάνεις περιτομή κι εσύ;

Α.Σ. ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ    
Ξέρω κι εγώ τι θα κάνω; Πονάει κιόλας λένε. Και πρέπει για πέντε μέρες να μείνουμε στο σπίτι, μακριά από τις δουλειές μας.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Αφού το λέει ο άρχοντας κάνε το άντρα μου, ας μη του πάμε κόντρα.
.
ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
Θα δω τι θα κάνω. Βάλε κάτι να φάω και να κοιμηθώ γιατί αύριο έχω χωράφι.

ΝΟΙΚ.
Πάω άντρα μου.
(βγαίνει)

ΑΝΤΡΑΣ ΣΥΧΕΜΙΤΗΣ
(μόνος)
Άκου περιτομή! Αλλά και πάλι πώς να πας κόντρα στον άρχοντα; Ύστερα τόσες φυλές κάνουν περιτομή, γιατί όχι κι εμείς; Μα να την κάνουμε για το χατίρι του Συχέμ... Τέλος. Ας ξημερώσει και θα το σκεφτώ πάλι. Άκου περιτομή…

Τέλος της έκτης σκηνής




ΣΚΗΝΗ  ΕΒΔΟΜΗ

ΤΟΠΟΣ
Παλάτι του Εμώρ. Κήπος.  
ΧΡΟΝΟΣ
Δυο μήνες μετά την αρπαγή της Δίνας.

Η Δίνα με μια υπηρέτρια περπατούν βράδυ στον κήπο.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΔΙΝΑ, ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ, ΣΥΜΕΩΝ

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου δυο μήνες είσαι μαζί μας κι είναι σα να σε ξέρουμε χρόνια.  Είσαι  καλή κι απλή σαν κι εμάς κι ας είσαι αρχόντισσα.

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι ακόμα αρχόντισσα. Πρόσεξε μήπως όταν γίνει ο γάμος αλλάξω.
(Γελάει)
Όχι καλή μου. Πάντοτε θα είμαι όπως τώρα. Με τους καλούς είμαι καλή.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Το φόρεμα του γάμου κυρά μου δε φαίνεται από τα διαμάντια και το χρυσάφι που έχει πάνω του.

ΔΙΝΑ
Ναι, μου αρέσει και μένα. Ο άρχοντας γύρισε;

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Ναι κυρά. Κουβεντιάζει με τον πατέρα του.

ΔΙΝΑ
Πήγαινε να του πεις πως είμαι εδώ και πως θ’ ανέβω σε λίγο να τον δω.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου είναι βράδυ. Πώς θα κάτσεις μόνη σου στον κήπο;

ΔΙΝΑ
Δεν είμαι μικρό παιδί να φοβάμαι . Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.

ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Μάλιστα κυρά.
(Υποκλίνεται, βγαίνει)

ΔΙΝΑ
(Πηγαίνει προς την πόρτα του κήπου. Με προφύλαξη, σιγά)
Συμεών! Συμεών!
(Εμφανίζεται πίσω από την μάντρα του κήπου ο Συμεών. Πηδάει την μάντρα και μπαίνει. Αγκαλιάζει τη Δίνα. Φιλιούνται)

ΣΥΜΕΩΝ
Ω! Πόσο μου λείπεις αγαπημένη μου…

ΔΙΝΑ    .    
Κι εσύ αγαπημένε μου μού λείπεις. Δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα.

ΣΥΜΕΩΝ    
Κάνε κουράγιο. Σε πέντε μέρες θα κάνουν περιτομή οι Συχεμίτες. Την δεύτερη μέρα μετά την περιτομή θα τελειώσουν τα βάσανα σου.

ΔΙΝΑ
Τότε θα έρθετε;

ΣΥΜΕΩΝ
Ναι. Τότε οι Συχεμίτες θα είναι με τον πόνο της περιτομής ή στο κρεβάτι ή ανίκανοι για αντίσταση.
Το βράδυ της ημέρας εκείνης να έχεις κοντά σου τον Συχέμ. Έφτασε η ώρα να γίνω εγώ άρχοντας κι εσύ δίπλα μου αρχόντισσα τιμημένη. Έχεις τίποτα καινούργιο να μου πεις; Έμαθες τίποτε άλλο;

ΔΙΝΑ
Όχι κάτι συγκεκριμένο. Όμως να προσέχετε.
 Δυο φορές τις τελευταίες μέρες που μιλούσε με τον πατέρα του, όταν πλησίασα έκοψαν άξαφνα την κουβέντα τους. Να προσέχετε.

ΣΤΜΕΩΝ
Μήπως κατάλαβε τίποτα και  θέλει να μας προλάβει;

ΔΙΝΑ
Δεν ξέρω, ίσως και να μου φάνηκε. Θα σε ειδοποιήσω αν μάθω κάτι… Να προσέχετε.

ΣΥΜΕΩΝ
Προσέχουμε αγαπημένη μου, προσέχουμε. Μήπως έφερε κι άλλους άντρες στο παλάτι;

ΔΙΝΑ
Οχι. Οι ίδιοι είναι. Εσείς είσαστε σύμφωνοι όλοι ή μήπως κανείς σου φέρνει αντιρρήσεις;

ΣΥΜΕΩΝ
Όλοι σύμφωνοι είναι. Όμως την αρχή θα την κάνω με το Λευί. Ύστερα θ’ ακολουθήσουν οι άλλοι.

ΔΙΝΑ
Με το Λευί; Ποτέ δεν τα πηγαίνατε καλά οι δυο, τώρα είναι  μαζί  σου;

ΣΥΜΕΩΝ
Είναι γιατί μυρίζεται ψητό.

ΔΙΝΑ
Κατάλαβε κανείς ότι τα είχαμε σχεδιάσει όλα;

ΣΥΜΕΩΝ
Οχι. Η Ρόνι με την περιγραφή της αρπαγής σου τους έχει πείσει όλους τελείως.
(Τη φιλάει)
Αγαπημένη μου να προσέχεις κι εσύ.
Δεν μου άρεσαν αυτά που μου είπες για τον Συχέμ και τον πατέρα του.

ΔΙΝΑ    
Θα σου πω και κάτι άλλο που δεν θα σου αρέσει.

ΣΥΜΕΩΝ
Τι;

ΔΙΝΑ
Είμαι έγκυος.

ΣΥΜΕΩΝ
Απ’ αυτόν;

ΔΙΝΑ
Απ’ αυτόν.

ΣΥΜΕΩΝ
Έχω ένα φίλο στην Αίγυπτο που γνωρίζει έναν ιερέα στην Ηλιούπολη.. Θα στείλουμε εκεί το παιδί. Το ξέρει ο Συχέμ πως είσαι έγκυος;

ΔΙΝΑ
Όχι.

ΣΥΜΕΩΝ
Να του το πεις απόψε. Θα του αρέσει και θα μπορέσεις να το εκμεταλλευτείς για την υπόθεσή μας.

ΔΙΝΑ
Θα του το πω. Τώρα πρέπει να φύγω γιατί με περιμένει.
(φιλιούνται)
Γεια σου

ΣΥΜΕΩΝ
Γεια σου.






ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ


ΤΟΠΟΣ:
Σκηνή του Ιακώβ.
ΠΡΟΣΩΠΑ
ΙΑΚΩΒ, ΑΡΑΧΕΜ, ΛΕΙΑ, ΒΑΛΛΑ, ΜΕΛΧΑ, ΡΟΥΒΙΝ, ΛΕΥΙ, ΙΟΥΔΑΣ, ΔΑΝ.

(Ο Ιακώβ μιλάει με τον Αραχέμ)

ΙΑΚΩΒ

Παιδιά μεγάλωσα εγώ ή φίδια; Ω! Πώς πονάει η πληγή  που  μου άνοιξαν… Άμυαλοι. Με  το μαχαίρι  νομίζουνε πως  θα λύσουνε το πρόβλημά τους. Ανόητοι. Κι  η συμφωνία που κάναμε με  τον Αμώρ; Δεν τη λογάριασαν; Και είσαι  σίγουρος πως σκότωσαν και τους αρχόντους;

ΑΡΑΧΈΜ
Ναι αφέντη. Και τον Εμώρ και τον Συχέμ και τη φρουρά τους. Κι όλους τους άντρες της πόλης. Εκμεταλλεύτηκαν που οι Συχεμίτες κάνανε περιτομή και δεν ήτανε ικανοί για αντίσταση.

ΙΑΚΩΒ
Ω! Συφορά! Και  δεν  τους  έφτανε αυτό  μα λεηλάτησαν και  τα σπίτια τους…

ΑΡΑΧΕΜ
Και πήραν τις γυναίκες τους και τα ζωντανά τους κι ότι πολύτιμο είχαν στα σπίτια τους οι ανθρώποι.

ΙΑΚΩΒ
Καλά , εγώ είμαι γέρος, εμένα με κορόιδεψαν. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα;

ΑΡΑΧΈΜ
Ούτε εγώ ούτε κανένας από τους άντρες μου αφέντη. Κρυφό το κράτησαν από όλους τα παιδιά σου.

ΙΑΚΩΒ
Πού  είναι   τώρα;

ΑΡΑΧΕΜ
Ο Συμεών έμεινε εκεί, οι άλλοι κάπου εδώ τριγυρίζουν.

ΙΑΚΩΒ
Τι άλλο έχει στο μυαλό του ο Συμεών άραγε; Και τι σχεδία έχουν κι οι άλλοι; Φώναξε μου όποιον βρεις από δαύτους! Αμέσως. Τώρα!

(ο Αραχέμ βγαίνει.  Ο Ιακώβ δυνατά)

Λεία! Δάλλα! Μελχά!

(Προβαίνουν μία μία οι γυναίκες)
Τα μάθατε τα κατορθώματα των γιων σας; Μάθατε τις ντροπές που ρίξαν στο κεφάλι μου; Μάθατε τις έγνοιες που μου βάλανε; Φίδια μου γεννήσατε, όχι παιδιά. Να  ’τοιμαστείτε για φευγιό. Δε γίνεται άλλο να σταθούμε εδώ. Όσοι μείνανε θα μαζέψουν τους γειτόνους τους και θα μας ρημάξουν. Τι συφορά! Πάνω που είπαμε να ριζώσουμε δω χάμου, να ’μαστε πάλι για δρόμο!  Να μην πείτε τίποτα στη Ραχήλ. Θα της τα πω εγώ τα νέα όπως πρέπει. Αντέστε. Φύγετε. Συφορά μου!
(οι γυναίκες βγαίνουν)
Θεέ μου τί να κάνω; Εσύ στις δύσκολες στιγμές μου πάντοτε με βόηθησες. Βοήθα με και τώρα. Μου υποσχέθηκες να δώσεις σε μένα και στους απογόνους μου τη γη Χαναάν. Μην πάρεις πίσω το λόγο σου Κύριε για την απρέπεια των παιδιών μου. Και φανερώσου μου και πες μου τι να κάμω στις δύσκολες ώρες που περνώ.
(Μπαίνουν Ρουβήν, Ιούδας, Λευί, Δαν.)
(Δυνατά στα παιδιά)
Πού είναι τα μαχαίρια σας; Φέρτε τα και σκοτώστε κι εμένα!..

ΡΌΥΒΙΝ
Πατέρα..

ΙΑΚΩΒ
..Αλλά μήπως δε μ’ έχετε κιόλας  σκοτώσει; Αθώους ανθρώπους εσκοτώσατε. Γιατί;

ΡΟΥΒΙΝ
Πατέρα, ατιμάσανε την αδερφή μας!

ΙΑΚΩΒ
Όλοι  την ατιμάσανε; Εσείς  ρημάξατε  την  πόλη  όλη. Εμένα δε με σκεφτήκατε; Όλος ο κόσμος-όσους αφήσατε ζωντανούς-τώρα θα λέει εμένα κακόν και ύπουλο. Και θα κινήσουν ενάντιά μας.

ΛΕΥΙ
Πατέρα όλο μας λες πως τη Χαναάν θα μας τη δώσει δική μας ο θεός. Πώς θα μας τη δώσει αν δεν πολεμήσουμε; Έπρεπε να βοηθήσουμε τη θέληση του θεού.

ΙΑΚΩΒ
Ωραία τη  βοηθήσατε. Σκοτώνοντας αθώους ανθρώπους. Θαρρείτε ανόητοι πως έτσι παίρνονται οι Χαναάν; Τώρα ξέρετε τι θα γίνει; Οι Χαναναίοι και  οι Φερεζαίοι  θα ξεσηκωθούν και θα μας λιώσουν. Θα χάσουμε  ό,τι έχουμε και  δεν έχουμε. Αν κανένας από μας γλιτώσει θα είναι τυχερός. Πού είναι ο Συμεών;
ΛΕΥΙ
Έμεινε στην πόλη.
ΙΑΚΩΒ
Η Δίνα;
ΛΕΥΙ
Κι αυτή μαζί.
ΙΑΚΩΒ
Γιατί έμεινε εκεί ο Ιακώβ;
ΛΕΥΙ
Θέλει να γίνει άρχοντας εκεί λέει……..
ΙΑΚΩΒ
Ω.' Τον ανόητο. Μήπως θέλει να πάρει και την Αίγυπτο; Ω! Τον ανόητο! Μα τι περίμενα απ’ αυτόνε  κι από σένα που για να διασκεδάσετε κόβατε τα νεύρα από τα πόδια των ταύρων και τους βλέπατε να σπαρταράνε και γελούσατε; Αφού για το γέλιο σας κάνατε τέτοια, τι δε θα κάνατε στο θυμό σας πάνω…

ΡΟΥΒΗΝ
Πατέρα δίκια είσαι θυμωμένος. Μα με τους Συχεμίτες δε θα μπορούσαμε μετά από ότι έγινε-την αρπαγή της αδερφής μας-να είμαστε φίλοι. Θα ήμασταν εχθροί. Κι οι Συχεμίτες ήσαν δυνατότεροι. Έτσι πάντοτε θα κάναμε ότι εκείνοι ήθελαν. Μόνο με δόλο μπορούσαμε να τους εξοντώσουμε. Πρέπει  να κοιτάξουμε το μέλλον μας. Αν το χειριστούμε το ζήτημα καλά, μπορούμε να ριζώσουμε στην πόλη της Συχέμ. Κι αυτή θα είναι μια καλή αρχή για να εκπληρωθεί η υπόσχεση του θεού σου-να γίνει δική μας η Χαναάν.

ΙΑΚΩΒ
Άδικα αίματα δε θέλει ο Θεός μου. Φύγετε. Και τραβάτε πέστε σ’ αυτό τον ελαφρόμυαλο ναρθεί εδώ προτού πέσουν απάνω του οι Φερεζαίοι και τότε δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Τραβάτε. Και στείλτε μου τον Ιωσήφ. Θέλω να ημερέψω λίγο την ψυχή  μου.



                                    ΑΥΛΑΙΑ

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

 «ΠΑΣΧΑ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΣΧΑ»
(Πάσχα του καιρού της Κρίσης)

Αλήθεια πώς θα ήτανε το Πάσχα μας
αν ήτανε Σωτήριο;
Ας δούμε.

Σ’ ένα Σωτήριο Πάσχα θ’ ανασταίνονταν
όχι ο Χριστός μα ο Λαός.
Θα σφίγγαμε τα χέρια όχι
μα τους λαιμούς των υπουργών.
Θα σπάζαμε όχι αυγά
παρά των πλούσιων τα κεφάλια.
Στων εκμεταλλευτών μας το κερί
θα το ανάβαμε τον τάφο
κι αντίς γι αρνί
τους βουλευτές θα εσουβλίζαμε.
Ως για τ’ αυγά
με το αίμα των κλεφτών-θα πει με το αίμα μας-
 θα τα εβάφαμε.

Και πια θ’ αλληλοχαιρετιόμασταν
«Ελλάδα ανέστη εκ νεκρών».

Αν ήτανε το Πάσχα μας Σωτήριο.

 ΠΑΣΧΑ 2014

Όταν έβγαινα το Πάσχα στο μπαλκόνι
κάθε χρόνο-είναι τώρα δέκα χρόνοι,
στις αυλές τριγύρω έψηναν αρνιά.
Κάθε Πάσχα! Μα το ναι- κάθε χρονιά!

Και μονάχος καθώς είμαι μες στο σπίτι-
σας το λέω και δε λέω ψέματα μπίτι-
με καθένανε χαιρόμουν απ’ αυτούς
καλεσμένος ήμουν λες απ’ ολουνούς.

Φέτος όμως-α! ρε συ-άτιμη Κρίση!
απ’ αυτούς δεν έχει ουτ’ ένας τους τσικνίσει.
Κι ειν’ η πρώτη μου χρονιά-πάλι ευτυχώς-
που επέρασα το Πάσχα μοναχός!

 TO ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

"To Πάσχα μας..."

Έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι τ' αρνιά κι η μαγειρίτσα;
Πού είναι τ' αυγοκούλουρα:
Πού το Χριστός ανέστη;

Έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι η Μεγάλη Τρίτη μας η Κασσιανή;
Πού η αυγοβαφού Μεγάλη Πέμπτη;

Χαθήκανε και πάνε όλα
και θυμώντας τα
την απουσία τους μόνο μεγαλώνουμε.

Πάνε τα Πάσχα μας.
Παρασκευές Μεγάλες έχουμε μονάχα
που και κείνες
τόσο τις συνηθίσαμε
που κι οι σταυροί δεν μας πονάνε πια.

To Πάσχα μας… Πού είναι το
με την Αγάπη και με το φιλί;

 TO ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

"To Πάσχα μας..."

Έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι τ' αρνιά κι η μαγειρίτσα;
Πού είναι τ' αυγοκούλουρα:
Πού το Χριστός ανέστη;

Έχουμε κι εμείς Πάσχα;
Πού είναι η Μεγάλη Τρίτη μας η Κασσιανή;
Πού η αυγοβαφού Μεγάλη Πέμπτη;

Χαθήκανε και πάνε όλα
και θυμώντας τα
την απουσία τους μόνο μεγαλώνουμε.

Πάνε τα Πάσχα μας.
Παρασκευές Μεγάλες έχουμε μονάχα
που και κείνες
τόσο τις συνηθίσαμε
που κι οι σταυροί δεν μας πονάνε πια.

To Πάσχα μας… Πού είναι το
με την Αγάπη και με το φιλί;

 Ο ΜΟΝΗΡΗΣ

Άδειασε η πολυκατοικία-
πού πήγαν όλοι;
Ακόμα κι ο κυρ-Παναγιώτης
λείπει απ' την πόλη.

Φως πια δε φέγγει ούτε ένα
στις χαραμάδες.
Φύγαν παιδιά, φύγαν πατέρες,
φύγαν μαμάδες.

Σιγά τις σκάλες ανεβαίνω,
μην ένα χτύπο,
μη μια φωνή κάποιαν ακούσω
έστω απ’ τον κήπο.    

Όμως κανείς δεν αγροικιέται.
Πού έχουν πάει;
Το πόδι τους ποιο τάχα χώμα
τώρα πατάει;

Μα δε φελάει όποια σκέψη.
Κι ως ανεβαίνει
τα βήματα του λες μετράει
σε σκάλα ξένη.

(Πασχα 2003
Τριπολη
Σοφοκλεους 3)

 ΑΠΟΡΗΜΑ

Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία,
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω να εξηγήσω:

Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει;
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη;

Δε σκέφτηκε-ό,ποιο ήτανε, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα;
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει;

Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει;
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση;

Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες,
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες;

Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει,
Που δίχως τους ούτε χαρά ούτε κλαδί ανθίζει;  
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη,
Ποιός με τη γη αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει;

Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Οταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει,
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια,
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια;

Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει,
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει;
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;  

Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Οσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω.
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.

       ΓΙΑ ΨΑΞΤΕ

Για ψάξτε στα τεφτέρια σας
και για ξαναδιαβάστε
κι ανοίξτε πάλι τις Γραφές
να τις ξαναταιριάστε.

Κοιτάξετε προσεκτικά
και εμβριθώς ιδείτε
και την αλήθεια ύστερα
σ’ όλο τον κόσμο πείτε:

Αλήθεια εκυλίστηκε
του τάφου Του ο λίθος
ή είναι η Ανάσταση
ένας μεγάλος μύθος;

Μήπως Αυτός που ανάστησε
άλλους, δεν αναστήθη;
Μη δε δοξάζουνε θεό
αλλ’ άνθρωπο τα πλήθη;

Αν πράγματι αναστήθηκε
κι ανάμεσά μας μένει
γιατί στα τόσα τα στραβά
ποτέ δεν επεμβαίνει;

Γιατί πολέμους φονικούς
στον κόσμο επιτρέπει;
Γιατί αφήνει πράγματα
να γίνουν που δεν πρέπει;

Γιατί αν υπάρχει κάθεται
και τ’ Άδικο κοιτάζει
μ’ αδιαφορία τραγική-
γιατί δεν το κολάζει;

Κι ας λένε ίσως οι πιστοί
ότι δι’ αυτού του τρόπου
μόνο, μπορεί να δοξαστεί
ο Υιός του Ανθρώπου-

δοξολογίες θα ’κουγε
πιο ζωηρές ακόμα
κι όχι από λίγους μοναχά
παρά από κάθε στόμα,

αν κάθε αρχικατέργαρο
στο πάγκο τον εκάθιζε
κι αν άλλαζε όλους τους κακούς
ή όλους τους καθάριζε.

Γι αυτό σας λέω-μη τυχόν
δεν ξέρετε καλά;
Στο κάτω κάτω είδατε
την πέτρα να κυλά;

Μην οι πιστοί οι Μαθητές
χωρίς να ερευνήσουν
έτρεξαν την Ανάσταση
παντού να διαλαλήσουν;

Και μήπως κάτι ήξερε
ο άπιστος Θωμάς
που όμως, ίσως σκόπιμα,
δεν έφτασε ως εμάς;

Δεν ξέρω. Κι ούτε έχω σκοπό
αυτά να τ’ αναδέψω
όμως κι εγώ δεν ξέρω τι
αλήθεια να πιστέψω:

Μπουρλότο η Ανατολή
φωτιά η Παλαιστίνη
«Ειρήνη υμίν» αλλά, θεέ,
πού είναι η ειρήνη;

Γι αυτό λοιπόν κοιτάξετε
και πέστε την αλήθεια-
έγινε η Ανάσταση
ή είναι παραμύθια;

 ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ...


Χριστός ανέστη. Όλα καλά.
Όλα στον κόσμο φως και χαρά.
Χριστός ανέστη. Ο Άδης ’νικήθη
και των αγγέλων χαίρουν τα πλήθη.

Όλα ωραία. Όμως λεφτά
μονάχα βλέπουμε στα κλεφτά
κι η αδικία πηγαίνει γόνα
στου μεροκάματου τον αγώνα.

Λίγοι κατέχουνε τον παρά
κι εμείς βαράμε τον ταμπουρά
και μες στη ζήση καλοπερνάνε
σε πτώματα όσοι πάνω πατάνε.

Πρωί ως βράδυ δουλειά σκληρή.
Άμετρος  κόπος-κέρδος σπυρί.
Αλλού οι όρνιθες κακαρίζουν
κι αλλού τ’ αυγά τους παν και χαρίζουν.

Χριστός ανέστη. Μα η κοιλιά
ειν’ άδεια πάλι όπως παλιά.
Κι αν αναστήθηκε ο Σωτήρας
εμείς στα δίχτυα της ίδιας μοίρας.

Και περιμένουμε γιατρειά
για την που δέρνει μας δυστυχία
όταν θα πάψουμε πια να ζούμε-
όταν στο μνήμα μέσα θα μπούμε.

Χριστός ανέστη. Μέρα χρυσή.
Σε θλίψεων πόντους χαράς νησί.
Χριστός ανέστη. Μα ο πλησίον
«όχι» και «μείον» για τον πλησίον.

…Χριστέ αναστήθης αληθινά.
Κάθε τι γύρω μάς το μηνά:
πανηγυρίζοντας τα λουλούδια
δοξολογώντας Σε τ’ αγγελούδια.

Κι επειδή όταν πα’ στο Σταυρό
Σε δούμε, χάνουμε το μυαλό,
γι αυτό τη χάρη που προσδοκούμε
από τα τώρα Σ’ τήνε ζητούμε-

και μη Χριστέ μου μας αρνηθείς:
του χρόνου, όταν θ’ αναστηθείς-
το θάνατο όταν γερά χτυπώντας
βγεις απ’ τον τάφο ’στραφτοκοπώντας-

σήκωσ’ το χέρι και δυνατά
δώσε και μία κατραπακιά
στη χαροκλέφτρα Χριστέ μου φτώχεια
και χάλασέ της τ’ άτιμα βρόχια.

 ΠΑΣΧΑΛΙΝΆ ΔΏΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ
ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Αφού εγώ πρώτα λίγο το μυρίσω
στον Πάγκαλο θα στείλω ένα αρνί
να τον ακούω πριν λιμοκτονήσω
να λέει πως το φάγαμε μαζί.

Ένα ωραίο «ΠΡΈΠΕΙ» κεντημένο
θα στείλω στον Παπούλια μας να πάει
να το κρατεί ως πανό ξεδιπλωμένο
και χρεία πια να μην έχει να μιλάει.

Στη Ντόρα, της Νινί Ζαχά το δίσκο
θα δώσω, που να της ταιριάζει βρίσκω:
«Να ζεις δίχως σύντροφο μόνη
στο άδειο μικρό σου σαλόνι…»

Στον Παπανδρέου ένα λεξικάκι
ελληνικά να μάθαινε λιγάκι
ώστε για κάτι να περφανευόμαστε
όταν σωστά θα πει: «Μνημονιονόμαστε!»

Και μη ξεχνώντας τον πιστό μου φίλο
και χρόνια ευχόμενος πολλά να ζήσει
άσπρο ένα-στην Αλέκα- αυγό θα στείλω
μιας κι όταν πάει εκεί, θα κοκκινίσει.

Έναν Σταυρό παίρνει για δώρο  ο Σαμαράς
να κάνει ολημέρα το σταυρό του
μη κι εκλογές δει έστω στ’ όνειρό του
και βγει πρωθυπουργός ο φουκαράς…

Μια σούβλα δίνω στον Καρατζαφέρη
μακριά από Κρήτη ως Μακεδονία
τους μετανάστες για να καταφέρει
να τους σουβλίσει όλους με τη μία.

Αυτόματον ο Παπαθανασίου
θα έχει έναν ωραίο συνταξιοκόπτη
συντάξεις για να κόβει Δημοσίου
κούραση δίχως απ’ αυτό να νοιώθει.

Ως για την υπουργό μας της Παιδείας,
που νίκη απ’ τα Λύκεια πήρε πύρρεια
θα στείλω ένα λουκέτο ασφαλείας
για τα που πια θα κλείσουν φροντιστήρια…

Στον Άκη ένα κουλούρι θα δωρίσω
κάνοντας ένα τεστ: αν θα το φάει
ότι δεν έκλεψε θ’ αποφασίσω,
αφού -ως καθ’ έλληνας- κι αυτός πεινάει.

Για τη Βουλή ένα λαμπρό φυτίλι
με τι-εν-τι στην άλλη του την άκρη
στον Άδη σούμπιτη για να τη στείλει
χωρίς γι αυτήν να στάξει ένα δάκρυ.

Στον Όλι Ρεν δωράκι μία βίτσα
που απ’ του Μαξίμου ως το Νιου Γιορκ να φτάνει
την Παπανδρέου να δέρνει τη Γιωργίτσα
στο μάθημά της λάθος όταν κάνει.

Σε κάθε βουλευτή δώρο θα κάνω
αόρατος να είναι όπου πάει
και πλέον αυγά στα μούτρα του επάνω
κανείς να μην μπορεί να του πετάει.

Στον Αβραμόπουλο, αποκρουστήρα
αυγών και γιαουρτιού έναν του πήρα:
τα ρούχα του λερά να μην ιδεί-
τι το χειρότερο για έναν δανδή!;..

Στους πολίτες της Ελλάδας θα χαρίσω
χάπια ύπνου ώστε πλήρως ν’ ασφαλίσω
πως για πάντα όπως τώρα θα κοιμούνται
του χαμού τους τα λιοντάρια κι ας βρυχιούνται.

Σε τιμίους βουλευτές μας θα μοιράσω
ευρώ χίλια που στην Τράπεζα έχω βάλει.
Μα για δες, μετά, όταν πάλι τα μετρήσω,
…τα καημένα… θα τα έβρω χίλια πάλι…

Και τη σπάλα του αρνιού
στον μπεμπέ Πεταλωτή θα τήνε δώσω
να μη λέει κουτουρού
όσα ψέματα μας λέει κάθε τόσο.

Κι ό,τι άλλο ωραίο δώρο σκαρφιστώ
στέλνοντάς το θα το γράφω κι εδώ μέσα
για να βλέπετε πως είμαι όλος μπέσα
και διαφάνεια διέπει ό,τι κάνω εγώ…

 ΑΝΑΣΤΑΣΗ

«Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!

Εγώ!
Η αειπαγής!
Η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;

Εγώ που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερύουν...
ξάφνου,
κι ενώ εκλειούσα ένα Ναζωραίο,
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν' αφεθώ,
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή,
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο.

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»

 

ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
(με την ευκαιρία του γιορτασμού του το έτος 2000 στη Ρώμη.  Διάλογος ανάμεσα σε δυο φίλους, που έγινε το 1998)


Α. Πού ήσουνα φίλε μου και χάθηκες για δυο βδομάδες;

Β. Στην Αιώνια Πόλη φίλε μου, στη Ρώμη. Πήγα να δω από κοντά τις προετοιμασίες για το γιορτασμό του δύο χιλιάδες.

Α.
Γιορτασμό του δύο χιλιάδες; Τι εννοείς;

Β.
Μη μου πεις πως δεν ξέρεις.

Α.
Ε λοιπόν στο λέω-δεν ξέρω γιατί μιλάς.

Β.
Μιλάω για το γιορτασμό των γενεθλίων του χριστιανισμού που θα γίνει στη Ρώμη.

Α.
Βρε καλά λες! Για σκέψου... δύο χιλιάδες χρόνια από τη γέννηση του Χριστού! Δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανισμός!..

Β.
Μάλιστα. Δεν είναι υπέροχο;

Α.
 Υπέροχο λέει; Θαυμάσιο!

Β.
Γι αυτό σου λέω. Πήγα λοιπόν εκεί για να δω τι ετοιμάζουν.

Α.
Και είδες;

Β.
Και βέβαια είδα. Είδα. άκουσα, συζήτησα με τους υπεύθυνους, πήρα συνεντεύξεις από πολλούς για το περιοδικό μου, πήρα αντίγραφα των σχεδίων των φαντασμαγορικών θεαμάτων που πρόκειται να προβληθούν...

Α.
Τι μου λες... Αλλά έχω κι εγώ μεγάλη περιέργεια να μάθω τι πρόκειται να γίνει εκεί. Πες μου σε παρακαλώ, γιατί ποιος ξέρει, δυο χρόνια έχουμε ακόμα ως τότε, μπορεί κάτι να συμβεί και να μην μπορέσω να πάω τα δω.
Β.
Ω! Φίλε μου! Είναι τόσα πολλά και θαυμαστά τα όσα ετοιμάζουν, που δεν έχω το χρόνο που χρειάζεται για να στα περιγράψω. Σε τρεις μήνες όμως θα κυκλοφορήσει το βιβλίο που γράφω σχετικά μ' αυτά και τότε θα τα δεις όλα εκεί μέσα με τις λεπτομέρειες και με την περιγραφή που αξίζει σε τέτοια καταπληκτικά και σπάνια γεγονότα. Έχω αρχίσει να γράφω το βιβλίο μου αυτό απ' όταν ήμουνα στη Ρώμη και τα τρία του πρώτα κεφάλαια βρίσκονται κιόλας στο τυπογραφείο.

Α.
Σε παρακαλώ μη με βάζεις στην ίδια κατηγορία με τους άλλους. Είμαι ένας από τους καλλίτερους φίλους σου. Πες μου κάτι, γενικά έστω και μόνο τα σπουδαιότερα. Να, είμαστε κιόλας στο καφενείο μπροστά. Πάμε και πίνοντας τον καφέ μας μου τα λες.

Β.
Αφού το θέλεις τόσο, πάμε. Ύστερα έχω κουραστεί πολύ αυτές τις μέρες με τη συγγραφή. Η κουβέντα λίγο θα με ξεκουράσει.

Α.
Πες μου λοιπόν... Λέγε..

Β.
Πάντα ανυπόμονος. Λοιπόν, στη Ρώμη θα γίνει μία μεγάλη έκθεση των επιτευγμάτων του χριστιανισμού, της επίδρασης που είχε πάνω στους ανθρώπους, της αλλαγής που έφερε στην ανθρωπότητα.

Α.
Μάλιστα. Και δε μου λες, θα γιορταστεί και ο ορθόδοξος χριστιανισμός και ο προτεσταντικός ή μόνο ο καθολικός;

Β.
Ο χριστιανισμός στο σύνολό του. Αλλά το βάρος θα δοθεί στον καθολικισμό.

Α.
Λοιπόν;

Β.
Λοιπόν ολόκληρη η Ρώμη θα είναι τότε ένα μεγάλο μουσείο που θα αναδεικνύει τον θρίαμβο του χριστιανισμού. Δημόσια κτήρια, κοινόχρηστοι χώροι, δρόμοι, μεγάλα σπίτια, όλα θα επιστρατευτούν και θα γίνουν εκθετήριοι χώροι ή χώροι στησίματος τεράστιων πανό ή φωτεινών κινουμένων σχεδίων. Θα σου πω τα πιο σπουδαία. Και πρώτα το Κολοσσαίο. Ολόκληρο θα μετατραπεί στη φάτνη που γεννήθηκε ο Χριστός. Γιγάντιοι βοσκοί με τεράστια αρνάκια θα γονατίζουν ευλαβικά μπροστά στο νεογέννητο. Οι μάγοι θα φτάνουν με τις καμήλες τους και με δώρα στα χέρια. Όλα αυτά σχηματισμένα με πελώριες φαντασμαγορικές φωτεινές γραμμές και κινούμενα σαν να 'ταν ζωντανά. Το σπήλαιο θα 'ναι φτιαγμένο με τιτάνιο που θα 'ρθει από την Αυστραλία, μέταλλο ανθεκτικό και ελαφρύ. Το αστέρι πάνω από τη σπηλιά θα έχει το σχήμα της ατομικής βόμβας αμέσως μετά την έκρηξή της, δηλαδή θα είναι ένα τεράστιο μανιτάρι, γιατί καθώς μου εξήγησαν οι υπεύθυνοι της διαμόρφωσης του Κολοσσαίου, το φως που σκορπίζει η ατομική βόμβα είναι το ισχυρότερο που έχουμε και που έτσι πλησιάζει πιο πολύ στη λάμψη του υπέρλαμπρου αστεριού της φάτνης. Άγγελοι θ' ανεβοκατεβαίνουν μια ψηλή σκάλα ψάλλοντας (οι λέξεις θα κυματίζουν και γραπτές ψηλά στον αέρα φωτεινές): "Δόξα εν υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις δυσμένεια".
Α. Γιατί αυτή η αλλαγή στο δοξαστικό;
Β. Γιατί δεν μπορούνε να πούνε ψέματα σε μια τέτοια επέτειο. Πάμε στον κίονα του Τραϊανού. Πάνω σ' αυτόν θα 'χει στηθεί ένας ουρανομήκης Χριστός, που με ανοιχτά χέρια, θα ευλογεί ή θα προσεύχεται, Και τα δυο μπορείς να τα υποθέσεις. Μπροστά του μια κατακόκκινη καρδιά που γράφει πάνω της «ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΙΣΤΟΥ» πνιγμένη στο αίμα της, διαπερασμένη από ένα σπαθί με πάνω του ανάγλυφη τη μορφή του Χριστού. Το αίμα του άπιστου, που θα τρέχει σαν ποτάμι από την πληγή, κατρακυλώντας θ' αναλύεται σε χοντρές παχιές κόκκινες στάλες που θα συμβάλουν έτσι ώστε να σχηματίζουν τη φράση: «Ο Χριστός είναι αγάπη».

Α.
Ναι.

Β. Στην αψίδα του αγίου Κωνσταντίνου... αλλά όχι, παρέλειψα κάτι άλλο που έρχεται μετά κατά τη σειρά των εκθεμάτων και που είναι μια πραγματικά πολυδάπανη και συναρπαστική σύνθεση. Πρόκειται για μια παράσταση του Ηρώδη που, επικεφαλής των στρατιωτών του, τους δείχνει με τον δείκτη του παιδάκια στην αγκαλιά της μάνας τους, προς τα οποία ορμάνε οι στρατιώτες του και τα αποκεφαλίζουν. Το αίμα κυρίαρχο κι εδώ. Μερικές σταγόνες του πετάγονται τώρα πολύ πάνω και δεξιά και προβάλλονται πάνω στο λευκό φόρεμα της αγίας Ελένης του επόμενου συμπλέγματος.
Στην αψίδα του Μεγάλου και αγίου Κωνσταντίνου λοιπόν με δίπλα του την Αγία Ελένη, θα στηθεί μια μεγάλη και τρισδιάστατη, φωτεινή πάντοτε, εικόνα του αγίου. Θα έχει τέσσερα χέρια, από τα οποία τα τρία θα κρατάνε σπαθί και το τέταρτο σταυρό. Με το ένα από τα τρία σπαθοφόρα χέρια του θα δολοφονεί το γιο του Κρίσπο, με το άλλο τον Λικίνιο και με το τρίτο τον Λικινιανό. Η λεζάντα της σύνθεσης θα είναι: "Γίνε κι εσύ άγιος-μπορείς".

Α.
Καταπληκτικό!

Β.
Στάσου, έχει κι άλλο κομμάτι αυτό το σύμπλεγμα. Ο άγιος Κωνσταντίνος κουβεντιάζει με την αγία Ελένη γυρίζοντας το κεφάλι του κάθε τόσο προς αυτήν. Μέσα σε τετράγωνο πλαίσιο είναι γραμμένη η κοσμοϊστορική και κοσμοσωτήρια συνομιλία τους. Λέει ο Κωνσταντίνος: «οι μπάσταρδοι οι χριστιανοί θα με ρίξουνε». Του λέει η αγία Ελένη: «Κάνε τους δικούς σου». «Πώς;» ρωτάει ο Κωνσταντίνος. Και η αγία Ελένη: «Βαφτίσου χριστιανός». Και κυκλικά γύρω από το διάλογο, με κυλιόμενα γράμματα: «Βοήθησε κι εσύ στην εξάπλωση του χριστιανισμού».

Α.
Ωραία πράγματα!

Β.
Ωραιότατα. Φαντάσου ότι εγώ τα σχέδιά τους είδα μόνο και έμεινα κατάπληκτος. Σκέψου πώς θα είναι υλοποιημένα τα σχέδια αυτά.

Α.
Χριστέ μου βοήθησέ με να μπορέσω να τα δω… Μετά;…

Β.
Μετά, στρέφοντας τη ματιά του λίγο αριστερά, θα βλέπει κανείς να ξεκινάει από τα ερείπια του Παλατίνου μια φωτεινή γραμμή, που περνώντας πάνω από τα πρόσθια εξαρτήματα του Βατικανού, από τα παλάτια Φαρνέζε και Ντόρια και από το Εθνικό Μουσείο, θα τελειώνει στην Γκαλλερία Κορσίνι. Την είπα φωτεινή γραμμή, αλλά δεν πρόκειται για γραμμή γιατί παίρνει διάφορα σχήματα και αλλάζει μεγέθη στη διαδρομή της, ανάλογα με τις ανάγκες της έκθεσης. Η αρχή της γραμμής είναι το Άγιο Πνεύμα, που κατεβαίνει σαν χείμαρρος φωτιάς από τον ουρανό και που φτάνοντας στα κεφάλια των Αποστόλων συμμαζεύεται σε μια μικρή φλόγα που σημαδεύει και τους χτυπάει ίσια στην πάλαι ποτέ μεγάλη πηγή του κρανίου τους. Κατόπι, αφού τους φωτίσει ολόκληρους, βγαίνει από το πίσω μέρος του κρανίου τους σαν μια λεπτή γραμμή, που σιγά σιγά όσο προχωρεί παχαίνει, ογκώνεται και πετάει φλόγες γύρω. Και φτάνοντας πάνω από τη Γκαλερία Κορσίνι έχει γίνει μια μεγάλη φωτιά που μέσα της η Ιερή Εξέταση καίει τους αιρετικούς. Με αυτή τη σύλληψη δείχνεται χωρίς αμφιβολία πως οι φωτιές μέσα στις οποίες οι καθολικοί έκαιγαν τους αιρετικούς είναι η συνέχεια της φλόγας του Αγίου Πνεύματος, και, άραγε απόλυτα δικαιωμένες.

Α.
Σωστά!

Β.
Πάνω από αυτή τη φωτεινή γραμμή και στο ύψος της πορείας της ανάμεσα Παλατίνου και Βατικανού, βρίσκεται η εικόνα του Πάπα Ιννοκέντιου του Γ ',που στέλνει στις Επισκοπές επιτρόπους ειδικούς στην ανακάλυψη αιρετικών. Είναι τόσο λεπτοδουλεμένη και έχει τόσο βαθύ νόημα αυτή η εικόνα!.. Το κεφάλι του κάθε επιτρόπου, που ξεκινάει γεμάτος περηφάνια για την αποστολή που του ανατέθηκε, είναι το νύχι καθενός από τα δάχτυλα των χεριών του Πάπα. Πάνω από το φωτεινό αυτό ποτάμι και στη διαδρομή του από το Βατικανό μέχρι το παλάτι Φαρνέζε, με φλόγες που ξεπηδούν επίτηδες απ' αυτό, είναι γραμμένο :EXTRIRPANTA. Και με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ Φαρνέζε και Ντόρια: DIRECTORUM INQUISITORUM. Πιο πέρα…

Α.
 …Στάσου στάσου! Τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις;

Β.
EXTRIRPANTA είναι η περίφημη βούλα που εξέδωσε ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Δ' και που περιέχει το πλήρες κείμενο σύστασης και οργάνωσης της Ιερής Εξέτασης, σαν να λέμε τη ληξιαρχική πράξη γέννησής της. Και DIRECTORUM INQUISITORUM θa πει: οδηγός του καλού ιεροεξεταστή.
Πιο πέρα, πάνω από την Ποντιφικιανή Ακαδημία ο Πάπας Λέων ο Ι΄, καθισμένος σε περίλαμπρο θρόνο, έχει απλωμένα και τα δυο του χέρια. Με το δεξί δίνει τα συγχωροχάρτια και με το αριστερό εισπράττει τα χρήματα. Δίπλα του μια ταμπέλλα; «Βλασφημία:59.99 φράγκα. Κλοπή:299.99 φράγκα.Φόνος:1499.99 φράγκα. Με μια κλοπή κι ένα φόνο δώρο μία βλασφημία». Και βλέπεις ανθρώπους να συνωστίζονται ποιος να πρωτοαγοράσει. Και πάνω από τον Πάπα στέκει χαμογελώντας και θαυμάζοντας ο Fugger.

Α.
Δεν ξέρω ποιος είναι ο Φούγκερ, μα προχώρησε.

Β.
Κόλλησε η γλώσσα μου. Παιδί, μια πορτοκαλάδα ακόμα! Λοιπόν πού ήμουνα;

Α.
Έλεγες για τα συγχωροχάρτια.

Β.
Ναι. Και παντού όπου γυρίσεις βλέπεις Πάπες. Άλλους να καιν βιβλία, άλλους να καίνε ανθρώπους ζωντανούς, να κλέβουν, να μοιχεύουν. Ό,τι βάλεις με το μυαλό σου το βλέπεις. Θα σου πω μόνο για τον Πάπα Αλέξανδρο τον έκτο. Ντυμένος με όλα τα παπικά του άμφια, σκύβει και προσκυνάει τη μαιτρέσσα του, την παντρεμένη Ιουλία Φαρνέζε, τη γνωστή σε όλη την τότε Ρώμη με την επωνυμία «Τζούλια λα μπέλα», ενώ αυτή, μισόγυμνη και με μόνον ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της, σκύβει κάθε τόσο και χαϊδεύει με το χέρι της τ' απόκρυφα του Πάπα, βογκώντας από τον πόθο κάθε φορά. Ο Πάπας όταν ζούσε είχε επιστρατεύσει το ζωγράφο Πιντουρίκιο να τους ζωγραφίσει σ' αυτή τη στάση, αυτόνε σαν Πάπα όπως και ήταν, και την ερωμένη του σαν Παναγία. Κάθε φορά που η Τζούλια τον χαϊδεύει, ο Πάπας μουγκρίζει: «Παναγίτσα μου…»

Α.
Πού μπορεί αλήθεια να οδηγήσει η μεγάλη πίστη!..Όμως μέχρι τώρα οι καθολικοί μόνο προβάλλονται. Οι ορθόδοξοι; Οι διαμαρτυρόμενοι;

Β.
Έχεις δίκιο, τη μερίδα του λέοντος την έχει ο καθολικισμός, Από ορθοδοξία έχει ένα Δεσπότη που διακορεύει ένα δεκάχρονο κορίτσι. Από κάτω διαβάζεις: «Προικοδότησις απόρων κορασίδων». Όσο για τους διαμαρτυρόμενους, παρουσιάζεται ο Καλβίνος μέσα στην κρεβατοκάμαρα ενός κατοίκου της Γενεύης. να παρατηρεί μ' ένα μεγεθυντικό φακό στο χέρι ένα αντρόγυνο που κάνει έρωτα. Στο άλλο χέρι κρατάει τη Γραφή για να βλέπει αν η σεξουαλική πράξη γίνεται σύμφωνα με τις επιταγές της ή όχι. Δίπλα του ο δήμιος με το τσεκούρι στο χέρι για την περίπτωση που αποδειχτεί ότι το αντρόγυνο αμάρτησε. Αυτά δειγματοληπτικά για τους καθολικούς και τους διαμαρτυρόμενους.
Υπάρχει όμως κι ένα σύμπλεγμα που αφορά σε όλον το χριστιανισμό και που θα απλώνεται πάνω από τη βίλα Αλμάνι, το Καπιτώλιο και το Αντικουάριο. Δυτικά του Κολοσσαίου θα είναι οι προ Χριστού άνθρωποι να χαίρονται τη ζωή με όλες τους τις αισθήσεις και ν’ αγωνίζονται ενάντια σε κάθε καταπιεστή τους, ενώ αριστερά τους θα στέκει ο Χριστός λέγοντας: «Αν κάποιος σας ραπίσει στην δεξιά παρειά, στρέψατέ του και την αριστερά». Και αριστερά και του Χριστού, ο κόσμος μετά από κείνον: Άνθρωποι κακομοίρηδες, με πρησμένα μάγουλα, με κορμιά ασθενικά, αποθέτουν τα λίγα χρήματα που έχει καθένας τους μέσα σε μια σακούλα γεμάτη με χρυσάφι. Πάνω από τη σακούλα οι πλούσιοι χαμογελάνε ευτυχισμένοι, ενώ ο πρώτος στη σειρά από αυτούς, που βρίσκεται δίπλα στο Χριστό, ακουμπάει με οικειότητα το χέρι στον ώμο Του, λέγοντάς Του: «Είναι αλήθεια-είσαι ο Σωτήρας μας».

Α.
Τα ένιωσα όλα σαν να τα 'βλεπα ζωντανά. Όμως σε μια τέτοιαν επέτειο θα περίμενε κανείς να προβληθεί και κάτι καλό του χριστιανισμού.

Β.
Έχεις δίκιο. Η Επιτροπή γιορτασμού έχει προβλέψει και γι αυτό-έχει προκηρύξει διαγωνισμό με βραβείο εκατό χιλιάδες δολάρια για όποιον της υποδείξει κάτι καλό που έκανε ο χριστιανισμός.

Α.
Έχω μια ιδέα!

Β.
Τότε έχεις εκατό χιλιάδες δολάρια. Πες την.

Α. Να γραφτεί, ψηλότερα από όλα τ' άλλα με μεγάλα γράμματα. «Αγαπάτε αλλήλους».

Β.
Σε πρόλαβαν. Το 'χουν γράψει κιόλας κάτω από μια σύνθεση που παρουσιάζει τους λαούς της γης όλων των μετά Χριστόν εποχών να αλληλοσπαράζονται μανιασμένα. Αλλά αρκετά. Πάμε να φύγουμε γιατί με περιμένει το βιβλίο.

Α.
 Να φύγουμε αλλά πρώτα να μου πεις ένα δυο ακόμα. Σε παρακαλώ…

Β.
…To Εθνικό Μουσείο θα διασκευαστεί σε Μουσείο Σταυροφοριών.
Σε πίνακες θα δείχνονται όλες οι καταστροφές, οι λεηλασίες και οι ωμότητες των σταυροφόρων. Ο Χριστός θα ευλογεί κάθε αιματοβαμμένο σύνολο, λέγοντας διάφορα προτρεπτικά και ενθαρρυντικά των κτηνωδιών του λόγια. Εδώ ο Χριστός θα μιλάει με στίχους, υπόμνηση ότι είναι Ποιητής- ο Ποιητής του κόσμου μέσω του Πατρός Του. Στίχους λιτούς και επιγραμματικούς. Θυμάμαι ένα μικρό εξάστιχο ποιηματάκι που μου έκανε εντύπωση:

Βιάστε, κάψτε, καταστρέψετε, σκοτώστε
και το λόγο μου στους άπιστους διαδώστε.
Κι όποιος άπιστους σκοτώσει εκατό
οι αμαρτίες του θα σβήσουν στο λεφτό.
Κι όποιος πάνω από χίλιους ξεκοιλιάσει
στον πατέρα μου τ' ορκίζομαι: θ' αγιάσει.

Α.
Από ένα Ποιητή θα περίμενα ένα καλλίτερο ποίημα.

Β.
Έλα τώρα, δεν το ’γραψε ο Χριστός, άλλοι το βάλανε στα χείλια του. Και μη διακόψεις πάλι αν θέλεις να τελειώνουμε έχοντας ακούσει όσο περισσότερα γινόταν στο λίγο χρόνο ακόμα που διαθέτω.

Α.
Συγνώμη, λέγε.

Β.
Στης παλιάς αγοράς το χώρο θα στηθούν μαρμάρινα συμπλέγματα που θα δείχνουν πόσο αγαπούν το Χριστό οι μεγάλοι τελετάρχες Του. Το πιο αποκαλυπτικό και ωραίο είναι αυτό: Ο Πάπας τραβάει το Χριστό από το ένα χέρι και ο Πατριάρχης από το άλλο. Ο Λούθηρος δαγκώνει το δεξί χέρι του Πάπα και ο Καλβίνος το αριστερό. Σκυλιά και λύκοι-οι αιρετικοί-τραβάνε τον Χριστό από όπου μπορούν, θέλοντας να του αποσπάσουν καθένας ένα κομμάτι. Πάπας και Πατριάρχης κλωτσάνε τα σκυλιά, ενώ ταυτόχρονα ο Πατριάρχης χαμογελάει όλο γλύκα στο Λούθηρο. Και ο Χριστός μόλις ανασαίνοντας: «Πάτερ, εις χείρας σου ξαναπαραδίδω το πνεύμα Μου».
Και τώρα το τελευταίο και μη μου ζητήσεις άλλο. Στην απλωσιά του χώρου του παλαιού υδραγωγείου, πάνω σε θράκα, ψήνεται ένας άνθρωπος στη σούβλα. Γύρω του, με πιρούνια και με μαχαίρια στα χέρια, τσιμπώντας μεζεδάκια από το ψητό και κουτσοπίνοντας, βρίσκονται σε πρώτο πλάνο οι: άγιος Αυγουστίνος, άγιος Λέων ο Α', άγιος Ιερώνυμος, άγιος Γρηγόριος, άγιος Θωμάς ο Ακινάτος, ο Πάπας Λέων ο Γ, ο Πάπας Ιωάννης ο Γ', ο άγιος Κωνσταντίνος, ο Φρειδερίκος ο Β', ο Μέγας Θεοδόσιος, ο Ονώριος, ο Αρκάδιος και ο νέος Θεοδόσιος και σε δεύτερο πλάνο, περιμένοντας τη σειρά τους να τσιμπήσουν, πλήθος άλλων αγίων, οσίων και αυτοκρατόρων. Όλοι αυτοί κινούνται με το σύστημα του ανοιγοκλεισίματος των φωτεινών γραμμών που αποτελούν τα περιγράμματά τους. Κάθε τόσο μια φωνή ακούγεται να ρωτάει: "Γιατί;" Τότε όλοι στρέφουν προς τον αθέατο ερωτώντα και λένε: «Είναι άπιστος». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάθεται μόνος παράμερα χωρίς να διασκεδάζει ιδιαίτερα, λέγοντας με απολογητικό ύφος: «Εγώ δεν τρώω-μόνο ξύλα εμάζεψα για τη φωτιά".
Πηγαίνω, γεια σου.

Α.
Γεια σου.