Παρασκευή 31 Μαρτίου 2023

ΕIMAI EΛΕYΘΕΡΟΣ

(Ο έλληνας του εικοστού πρώτου αιώνα
μιλάει για την ελευθερία του)

Μες στην Ελλάδα, τη μεγάλη μου πατρίδα
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω
καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.

Είμαι ελεύθερος να ψάχνω για εργασία
και να μη βρίσκω-και για δούλος να πουλιέμαι
και είμαι ελεύθερος να ζω στην υγρασία
και για το άθλιο δωμάτιό μου να παινιέμαι.

Είμαι ελεύθερος να ζω δυστυχισμένος
ενώ τα κτήνη της Βουλή μου θησαυρίζουν-
είμαι ελεύθερος να υφίσταμαι το μένος
των υαινών που αρπαχτικά με τριγυρίζουν.

Είμαι ελεύθερος να ζω μες στην αμάθεια
που ελευθέρως επιλέγω στο σχολείο
είμαι ελεύθερος να θέλω μόνο αγκάθια
να βλέπω μέσα στο μικρό μου ανθοδοχείο.

Είμαι ελεύθερος να ζω μέσα στη χώρα
που τη ρημάξανε στυγνοί εγκληματίες
και είμαι ελεύθερος ν' ακούω όλη την ώρα
όσες μεγάλες οι υπουργοί τους λεν βλακείες.

Είμαι ελεύθερος στο γέλιο του αλήτη
του Αλέξη Τσίπρα που αντικρίζω κάθε μέρα
και από στόμα να ξερνάω κι από μύτη
και να μην έχω από που να πάρω αέρα.

Πολιτικούς είμαι ελεύθερος να βλέπω
που με μανία στο λαό-αρνί ορμάνε
και σιωπώντας είμαι ελεύθερος να σκέπω
τα όποια αισθήματα απ' αυτό με πλημμυράνε.

Τα κομματόσκυλα είμαι ελεύθερος ν' ακούω
πώς σε μαλώματα στημένα καυγαδίζουν
και ξάφνω πώς, σα θαύμα, παύουν να συγκρουω-
νται όταν πίτα νέα κάποιανε μυρίζουν.

Είμαι ελεύθερος τις ζεύγλες να υπομένω
που μου πληγώνουνε το δέρμα του τραχήλου-
είμαι ελεύθερος σας λέω-κι επιμένω-
με τ' αποφάγια να χορταίνω εγώ του σκύλου.

Είμαι ελεύθερος ρακένδυτος και πένης
μες στης αθλιότητας το βούρκο να κυλιέμαι
και να λιπαίνω τον αγρό φυτείας ξένης-
και ειμ' ελεύθερος μ' αυτό να ευχαριστιέμαι.

Είμαι ελεύθερος να βλέπω να μαλώνουν
γαϊδούρια ξένα στον δικό μου αχερώνα
και τα δυο χέρια μου να μη με βιά τα λιώνουν
παρά μονάχα τη φριχτή να βλέπω εικόνα.

Είμαι ελεύθερος να δέχομαι να μ' έχουν
σ' ένα ζυγό μαγγανοπήγαδου δεμένο
κι ενώ τριγύρω μου λυμένοι άλλοι τρέχουν
εγώ για πάντοτε αταξίδευτος να μένω.

Και μη μου πείτε πως δεν είν' ελευθερία
μες σε συντρίμματα απ' οράματα κι ελπίδες
μόνος εγώ κι άλλος κανένας ή καμία
τις πιο μεγάλες να διαλέγω παρωπίδες.

Αχ! Είμαι ελεύθερος να δένω μοναχός μου
και πιο σφιχτά κάθε ημέρα τα δεσμά μου
και είμαι ελεύθερος στο πείσμα όλου του κόσμου
ελευθερία να ονομάζω τη σκλαβιά μου.

Είμαι ελεύθερος ν' ακούω απ' τους "συντρόφους"
ότι ελεύθερος φροντίζουνε να είμαι
ενώ στους άγριους εγώ της πείνας ζόφους
ξέπνοος κι άψυχος πεσμένος μέσα κείμαι.

Και να τους βλέπω είμαι ελεύθερος για χρόνια
σαν διψασμένες να μου πίνουν το αίμα βδέλλες
και να φουσκώνουν οι παρειές τους σαν μπαλόνια
καθώς μασάνε με τις δυο τους τις μασέλες.

Είμαι ελεύθερος μισθό έναν να παίρνω
που δε μου αφήνει περιθώριο για να ζήσω
κι από το βάρος των βασάνων μου να γέρνω
κι αντίς μπροστά, να προχωράω πάντα πίσω.

Είμαι ελεύθερος στη βία να υποκύπτω
των οπλοφόρων που μου κρύβουν την αλήθεια
και είμαι ελεύθερος τας χείρας μου να νίπτω
σε κάθε επίκληση που ακούω για βοήθεια.

Νέο τύπο "ανθρώπου" ειμ' ελεύθερος να χτίζω
και με αυτόνε τους ανθρώπους να τρομάζω-
τον χόμο σάπιενς εγώ να τον γκρεμίζω
και τον "Συρίζιαν" στη θέση του να βάζω.

Και είμαι ελεύθερος αν κάποιος χέρι απλώσει
τα κρύα κάγκελα να σπάσει του κλουβιού μου
να τόνε κάνω ακριβά να το πληρώσει
και επιείκεια να ζητάει του αφεντικού μου.

Να διαδηλώνω είμ' ελεύθερος ησύχως
χέρι αρκεί σ' όσα μου κλέψαν μην απλώσω
και να πεθαίνω είμαι ελεύθερος μα δίχως
μαχαίρι πάνω στους φονιάδες μου να υψώσω.

Μες στην ελεύθερη-μεγάλη μου πατρίδα
ένας πολίτης της ελεύθερος μετράω
καμιά δουλείας δε με φτάνει εμένα αχτίδα
κι απ' την πολλή ελευθερία μου μεθάω.
 

ΙΔΙΑ

Μέσα σε βάρκα δε θα μπει
ξανα ποτέ του πάλι
γιατί έναν τρόμο παρευθύς
νιώθει να τον κυριεύει

και μια κρατεί αβάσταχτη
την κεφαλή του ζάλη
καθώς η βάρκα στα μικρά
τα κύματα χορεύει.

Κι αυτή ας λικνίζεται απαλά
στο γαληνό το κύμα-
κάθε της κίνηση μικρή
σεισμός γι αυτόν μετράει'

κάθε της βήμα προς τα μπρος
στο θάνατο ένα βήμα'
κάθε της τρίξιμο χαμός
και στον χαμό τον πάει.

Και του θυμίζουν ολ' αυτά
της ζήσης του τα πάθη'
ίδια στη ζωή αισθάνεται
να χάνεται-να σβήνει΄

ίδιων αβύσσων προσμετρά
τ! αμέτρητα τα βάθη
και ίδια ούτε στη ζωή
μέσα μπορεί να μείνει.
 

ΜΙΛΛΥ

Στο Ταό σα βρεθείτε
και αν βαρεθείτε
εγώ που έχω πάει
προπέρσι το Μάη
συστήνω ένα σπίτι-
το σπίτι της Κίττυ.

Πολλές ευκαιρίες
με γλυκές κυρίες
ευχάριστα τρίο για
κυρίους με μπρίο
χαρούμενο σπίτι
το σπίτι της Κίττυ.

Μικρά κοριτσάκια
με άσπρα κορμάκια
παιχνίδια αιθέρια
μ' ευαίσθητα ταίρια-
απόλαυσης σπίτι
το σπίτι τής Κίττυ.

Γευτείτε τη χάρη
ξενοιάστε απ' τα βάρη
τον έρωτα νοιώστε
γιορτάστε-ξεδώστε
της Λήθης το σπίτι-
το σπίτι της Kίττυ.

Και όταν η ώρα
θα φτάσει, το κέφι
κι η άφεση η τόση
για σας να τελειώσει
και πριν πια το σπίτι
ν' αφήστε της Κίττυ

να βρείτε τη Μίλλυ
και πέστε της φίλοι
το "γεια σου" από μένα
που λιώνω στα ξένα
μακριά απο το σπίτι-
το σπίτι της Κίττυ.

Η ΒΑΛΑΝΙΔΪΑ

Στην αυλή του φτωχικού μας
όπου παίζαμε παιδιά
έχει μόνη απομείνει
μια γριά βαλανιδιά.

Και θυμάται λυπημένη
τη ζωή της την παλιά
στη δροσιά της τα παιδάκια
στα κλωνιά της τα πουλιά.

Στις ζημιές μας καταφύγιο
του σπιτιού μας φυλαχτό
και τα φύλαγε και κείνη
όταν παίζαμε κρυφτό.

Χτες επήγα και την είδα'
όταν μ' είδε τι χαρά!
και πώς γέμισαν με δάκρυα
τα κλωνιά της τα ξερά!

Κι όταν πήγαινα να φύγω
με θλιμμένη την καρδιά
κι ως για τελευταία τώρα
τηνε κοίταξα φορά

είδα πάνω της ν' ανθίζει
ένα πράσινο κλαδί:
είχε γίνει πάλι νέα
κι εγώ ήμουνα παιδί.

ΕΑΣΟΝ

"'Εαρ: άνοιξις.
Έασον: προστακτική του ρήματος εάω-εώ,
Τηλικούτος,."
έκλεισε το βιβλίον.
Αυτό το "έασον"
πολύ του ήρεσεν.
Αληθώς
ήτο ό,τι επί τόσον χρόνον ανεζήτει.
"Αφήνω" δεν του ήτο αρεστόν'
μα "έασον" θαυμασίως ήρμοζεν εις πάντα.

Κατά πρώτον έασε τον θεόν
(τούτο αρκούντως τον εδυσχέρανε}
τα υπόλοιπα ήσαν εύκολα:
έασεν τα μαθήματά του(πολύ τον εβασάνιζαν)
έασεν τον θάνατον,
τας συνηθισμένας ηδονάς,
την συνείδησίν του.

Τίποτε πλέον δύσκολον δεν ήτο
με την θαυματουργόν αυτήν λέξιν ως όπλον
διότι την ησθάνετο ως ιδικήν του
και ως εκ τούτου την εχειρίζετο
όσον ουδείς ηδύνατο
αποτελεσματικώς.

ΣΤΟΝ ΚΑΣΙΔΙΆΡΗ  

Κασιδιάρη όλοι οι άλλοι
Μια μαντάρα κι ένα χάλι
Στης κλοπής συ το καμίνι
Μόνος άκαος έχεις μείνει.

Πάει κι ο Τσίπρας που ελπίδα
Με στριμένη έφερε βίδα
Κι έφερε αξιοπρέπεια
Με αντίς για δέρμα λέπια.

Σοβαροφανής χαζός
Μεγαλομανής κενός
Σε καλάμι καβαλάει
Και τη χώρα ξεπουλάει.

Σαμαράς θα ήταν ένας
Αν δεν ήτανε κανένας
Και αν ήταν κάποιος τέλος,
Θα ’ταν ένας Βενιζέλος

Δίχως να χει καν φωτίσει
Το αστέρι του έχει σβήσει.
Θα τονε λουστούμε ως
Να φανείς εσύ στο φως.

Κασιδιάρη τράβα μπρός!
Οι πολιτικοί ο εχθρός!
Απ’ το ψέμα γύμνωσέ τους-
τσάκισε-ξεδόντιασέ τους.

Του Λαού καυτές ευχές
σ’ ακλουθούν-σβήσε το Χτες
κι απ’ τις στάχτες του, Ωραίο
Αύριο ένα φέρε Νέο!

Χτύπα λόγια πορνικά
με ατσάλινη γροθιά!
Χτύπα διγλωσσία, ψευτιά,
με μαχαίρι και φωτιά!

Ρίζες σπάσε διαφθοράς!
Κλάδους κάψε συφοράς!
Ρίξε φύλλα και κορμούς
που στρεβλός φωλιάζει νους!

Χάσε όποιον με το «θα»
το Λαό νόθα μεθά!
Την τυπολατρία πολέμα!
Της κλεψιάς πίνε το αίμα!

Της πατρίδας ο ουρανός
στέκει-δες τον!-σκοτεινός.
Χάλασέ τον κι εν’ αστέρι
στου Λαού βάλε το χέρι!

Από σένα καρτερεί
ο θλιμμένος να χαρεί
αφού όλοι μπρος στην Άτη
στόμα κλείνουνε και μάτι.

Κι όταν Δύναμη κι Οργή
στο σωστό το δρόμο μπει
αγαθά χίλια θα φέρει
το που γρόθους δίνει χέρι!

Δε σ’ αφήνουν να μιλάς,
σ’ αποδιώχνουν όπου πας
όμως Δύναμη κερδίζεις
κάθε πίσω που γυρίζεις.

Χώρα σάπια σε κοιτά
όπου ρίξεις τη ματιά
και μπορεί της «βόηθα» ακόμα
μόνο να σου πει το στόμα.

Τιμωρού τήβεννο φόρα
και λαμπρός σα φως προχώρα!
Άκου την! Βοήθησέ την!
Σώσε την! Ανάστησέ την!

Φέρε πάλι τη χαρά
στων ανθρώπων την καρδιά.
Να χαθεί άσε η Κανέλλη
μες στης πάρλας τη νεφέλη.

Δες μον’ όσους σε θωρούν
κι από σένα καρτερούν
να φτερώσεις την ελπίδα-
ν' αναστήσεις την πατρίδα!
 

ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Μη μιλάτε μη μιλάτε
Ο Αλέξης μας κοιμάται.

Με το λαμπερό παλτό του-
Τον κακό ψυχρό καιρό του-
Κάθε τόσο στην Ευρώπη
Πάει κι έρχεται σαν τόπι
Και μας φέρνει από κει
Μια εικόνα μαγική
Που ούτε αυτός δεν ξέρει τι
Μαγικό κρύβει αυτή-
Τι του βάζουνε στο χέρι
Κάθε μια φορά να φέρει.

Και το φέρνει και το δείχνει
Κι ένα «όλα καλά» μας ρίχνει
Και αφήνει τον καθένα
Σαν εσάς και σαν εμένα
Να μαντέψει αν μπορεί
Ποιοι θα μας εβρούν καιροί.

Με τη μπάσα του φωνή,
Με κρυφή μια ηδονή
Που τον έχουνε ψηφίσει
Αυτοί που ’χαν απαυδήσει,
Πάει και βρίσκει τους τρανούς
Της Ευρώπης τους ταγούς
Και τους λέει «Θα σας σώσω
Τις πληγές σας θα επουλώσω
Να χαθείτε δε θ’ αφήσω
Τις πληγές σας θα τις κλείσω
Έχω εγώ γερό δεσμό
Με τον σοσιαλισμό
Δε θ’ αφήσω την κακή
Που χετε πολιτική
Την Ευρώπη να διαιρέσει
(διαιρεμένη δε μ’ αρέσει)
Ειμ’εγώ ο νέος Μαρξ
(Κι αν με διώξετε πυξ λαξ
Στην Ελλάδα πάω πίσω
Τους Χαζούς να κυβερνήσω)».

ΕΛΛΗΝΕΣ ΓΙΑΤΡΟΊ ΤΟΥ ΚΌΣΜΟΥ

Τους έλληνες τους σώσαμε,
πάμε και για τους ξένους!
Να σώζει-τι τα θέλετε…-
η μοίρα είναι του Γένους!

Γιατροί του κόσμου οι έλληνες!
Τι πρόοδος η χώρα!
(Μ' από άλλα κι αν τους γιάτρεψαν,
...τους εκολλήσαν ψώρα…)
 

ΟΙ ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΕΣ ΜΟΥ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΙ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ
(Αμερική)

Αγγελική και Ιφιγένεια
μία δυάδα χαοτική
μες στο μυαλό καμία ένια
α! -Ιφιγένεια-Αγγελική..

Η μια την άλλη συμπληρώνει-
η μια την άλλη αναπληροί
κι η δόλια η φρόνηση πληρώνει
την αμυαλιά την ανθηρή.

Ω! Ιφιγένεια! Ω! Αγγέλω!
Ω! Της ανοίας της χρυσής!
Να δω τη ζήση λίγο θέλω
καθώς τη βλέπετε κι εσείς..

Αγγελική με τόσο βάθος
όσο μια τρύπα στο νερό
Έφη που έχεις τόσο μάθος
όσο το ξύλο το ξερό…

Ω! Ξαδερφούλες μου χαμένες
μέσα στη δίνη των Καιρών1
Ω! Ξαδερφούλες βυθισμένες
σε τέλμα πράσινων νερών!

Ω! Αγγελικούλα μου! Ω! Έφη!
Ω! Ξαδερφούλες μου κενές!
τάχα ποια νύχτα να σας τρέφει
μες στ' άφωτό της το αχανές..

Αγγελική και Ιφιγένεια
κι οι δυο στην ίδια την τροχιά..
Αγγελική και Ιφιγένεια
ανεκδιήγητα στοιχειά…
 

ΟΤΑΝ Η ΝΤΟΡΑ ΜΕ ΚΕΡΔΙΣΕ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΙΝΓΚ ΠΟΝΓΚ
(Κωμικοτραγική παρλάτα)

Όλα μου τα παιχνίδια πήρες εσύ
σα να ’σουν η Κυβέρνηση του Βισύ.
o κόσμος μου ο κόσμος της Σούζυ Βογκ
Άσε μου το πινγκ-πονγκ

Μου πήρες το μυαλό μου και την καρδιά
κάθε μου πήρες μέρα  κάθε νυχτιά
δε μ' αναπαύει ούτε και η σαιζ λονγκ
Άσε μου το πινγκ-πονγκ

Μου πήρες κάθε ικμάδα-κάθε χαρά
ας μου ήσουν καν η Δόξα για τα Ψαρά
πενήντα δύο είμαι κι όχι Κινγκ Κονγκ
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Τίποτα δε σ' αρέσει πάνω σε με
ούτε και τα γυαλιά μου που ’ναι φυμέ
ούτε έστω το που σου ’φερα χτες εγκ νογκ
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Είμαι στα τελευταία μου τα σκαλιά
καμπούρα είμαι όλος κι όλος κοιλιά
μη με σβελτάδα τόση χτυπάς το γκογκ  
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Ο πόθος κι η αγάπη με τυρρανάν
καθένα κι όλα απάνω σου με πονάν
τ’ ήτανε που ’χω κάνει το τόσο wrong
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Kάτι που να σ' αρέσει ως δεν κρατώ
κάθε προσπάθεια μου την παραιτώ
κι είναι το ύστατο μου δώρο this song
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Τίποτα το δικό μου πάνω σε σε
δεν έχω αγγίξει… je vais coucher…
από την πεθυμιά της κολλάει my tongue
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.

Κενά κι αβύσσων χάη με διεκδικούν
καθώς φιλιού τον ήχο δεν αγρικούν
μπροστά στα δυο μου μάτια μια μαύρη fog…
…Άσε μου το πινγκ-πονγκ...
 

ΤΟΥ ΚΑΡΦΙΟΥ

Σαν τοίχος μοιάζω που ποτέ
πάνω του δεν κρατεί
τίποτε. Όλα φεύγουνε
γλιστρούνε από μένα
και πάνω πέφτουν στου απλωτού
πατώματος το χέρι
και κείνο άκοπα κρατεί
όσα από μένα φεύγουν
χωρίς τον κίνδυνο ποτέ
μακριά του να του πάνε.

Ενώ αν κάτι απ' αυτά
κι εγώ ποθήσω να 'χω
έστω μικρό κι ασήμαντο
με πόνους και με δάκρυα
πρέπει να το αποκτήσω
αφού θα πρέπει του καρφιού
τον πόνο τον αλύπητο
στα σπλάχνα μου να νιώσω.
 

ΣΤΗΝ CHARLEVILLE

Δούλευα βάψιμο στην Charleville
σ' ένα παλιό σπιτάκι που ανακαίνιζαν.

Την πρώτη μέρα είδα
στο φρέσκο το τσιμέντο πάνω μια γραφή:
"MARCIA LOVES BILLIE"-
γραφή χαρούμενη και βιαστική
κι η διπλανή τριανταφυλλιά την έπαιρνε
και λέγανε τα λουλουδένια χείλη:
"MARCIA LOVES BILLIE..
MARCIA LOVES BILLIE.."

Τη δεύτερην ημέρα μια αλλαγή-
και μ' επιμέλεια καμωμένη-
πάνω στο κρύο το τσιμέντο:
"MARCIA LOVED BILLIE"
εδιάβαζες.

Και η γραφή έμεν' εκεί
ασήκωτα πεσμένη
να την πατάν τα πόδια και να λεν
τα πετρωμένα χείλη:
"MARCIA LOVED BILLIE..
MARCIA LOVED BILLIE.." 

ΣΚΕΝΤΕΡΜΠΕΗΣ
(Αμερική)


Σε φτηνό μέταλλο χυμένος, την τιμή
και την ιστορία των αλβανών, πάνω
από το σαπισμένο, πολυκαιρινό
έπιπλο, όπου είναι βαλμένος,
φροντίζει. Το κεφάλι του-
αντίθετα απ' της Τεύτας-
στην Ανατολή στραμμένο,
μήπως πάλι κάποιοι από κει
κινήσουν να 'ρθουν.

Σε φτηνό μέταλλο χυμένος.
Σε κάθε αλβανικό μέσα σπίτι.
Σαν ενθύμηση ακριβή.
Και σαν καθήκον.

 

ΣΤΗΝ ΞΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΜΟΥ
ΤΗΝ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

Αγγελική Αγγελική
μια συννεφιά έχεις εκεί
στη μέση του μυαλού σου
κι οι σκέψεις σου είναι σκοτεινές
κι ας πέμπει ακτίνες λαμπερές
ο ήλιος τ' ουρανού σου.

Αγγελική Αγγελική
όμορφη να 'σαι δεν μπορείς
με τέτοιο που 'χεις σώμα
μα η ομορφιά που 'χ' η ψυχή
κανείς κουρέλια κι αν ντυθεί
λάμπει και τότε ακόμα.

Λάμπει κι ανθίζει και φωτά
χωρίς αυτή να σε ρωτά
ή εσύ να την προσέχεις `
Η ομορφιά η σπάνια αυτή
Αγγελική, είν' η ανθρωπιά-
κι ούτε κι αυτή την έχεις.
 

                 ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Τα κίτρινα τα πρόσωπα αυτού του κάδρου
όπου φιλούν τα πόδια του Ισαύρου
λες κι έχουν μέσα τους κάποιαν αρρώστια-
χτικιό σαν να τους τρώει τα εντόσθια.

Η επιφάνεια του τζαμιού η λεία
η σιγανή που πάνω του σπάζει ομιλία
τα πρόσωπά μας καθρεφτίζει τα ωραία
καθώς οι δυο κοιτάζουμε παρέα.

Ολύμπια ηρεμία στο Μουσείο.
Στου φύλακα το μέτωπο το θείο
μονάχα μία μύγα περπατάει
τριγύρω όταν βαριέται να πετάει.
 

ΕΙΣ NEON ΓΕΡΟΝΤΑ

«ΕΙΣ NEON ΓΕΡΟΝΤΑ»
ήτο η αφιέρωσις.
Και πάντοτε δι εμέ
αναπάντητον παραμένει το ερώτημα:
το "NEON" ή το «ΓΕΡΟΝΤΑ"
είναι το ουσιαστικόν;

Τινές υποστηρίζουν
ότι ανάξιον λόγου το θέμα είναι.
Θαυμάζω την αξιολύπητον πεποίθησιν των
(τουλάχιστον δεν αγωνιούν).

Όμως εγώ να διερωτώμαι δεν θα παύσω
διότι
όσον και να ειπείς
και αι δύο εκδοχαί είναι πιθαναί.
Και νεαρούς, την ψυχήν γέροντας,
ευρίσκεις,
και νεαρούς την ψυχήν, γέροντας,
ομοίως.
 

ΘΑ ΚΟΠΕΙ

Πατά γυμνός σε πετρώδη εδάφη
μακριά από ήλιου φως
και κύκλους μέσα στο σκότος γράφει
σα λύκος μοναχός.

Οσμή εχάρισε μόνο η φύση
στο σώμα το σκυφτό
και όπου κάπου του Έρωτα ανθίσει
το ρόδο το γλυκό

ταχύς πετά ο Πανικός της Αγάπης
σαν σκότους αστραπή
και πριν χαρεί δροσιά ο διαβάτης
το άνθος θα κοπεί.
 

ΖΕΝΤΑ

Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
To. τύμπανο ηχεί μες στη νύχτα.
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
To τύμπανο ηχεί μες οτη ζούγκλα.
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
To τύμπανο ηχεί λυπημένα.
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
Η Ζέντα ξεψύχησε τ' απόβραδο.
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
Η Ζέντα ξεψύχησε με ρόδα στα χείλη.
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
Η Ζέντα ξεψύχησε καλώντας εσένα.
Τραμπί Τραμπ! Τραμπ!
Τραμπ! Τραμπ! Τραμπ!
 

                            Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Κυρίες και κύριοι, σήμερα δε θα σας δώσω ποίημα.
Θα στρέψω σήμερα το φως της ποιητικής γιορτής
όχι σε κάποιο ως πάντοτε ποιητικό αποκύημα,
μα σ’ όποιον το ’γραψε. Ιδού! Φίλοι μου, ο Ποιητής!

Οι πυραμίδες! Άραγε, ποιος όταν τις κοιτάζει
σκέφτεται τις αμέτρητες στρατιές των εργατών
που το αίμα τους σε κάθε μια πέτρα βρικολακιάζει
στο αργό αργό το κύλισμα των χιλιετιών;

Ή του μηχανικού τους ποιος τις διβουλίες νιώθει
που σκέψεις του επήρανε αμέτρητων ωρών
ώσπου οι αιώνιοι, οι αθάνατοι μες στην ψυχή του πόθοι
αθάνατα να γίνουνε μνημεία των Καιρών;

Ποιος ένα πίνακα σα δει, ζωγραφικής, γνωρίζει
τις νύχτες που επέρασε ο ζωγράφος ξαγρυπνιάς,
χρώμα κι ιδέες ταιριάζοντας, ώστε να μας χαρίζει
αυτό στη διάρκεια που εμείς βλέπουμε  μιας ματιάς;

Ή μη όσες συνάντησε ο γλύπτης δυσκολίες
στο μαρμαρένιο θαύμα του ειν’ αμέσως φανερές,
ή ο πόλεμος που είχε αυτός να κάνει με δουλείες,
με αντιδράσεις ισχυρών και με λαών αρές;

Και τάχα ποιος του Ποιητή τη μάχη με τις λέξεις
που κάποτε μερόνυχτα ολόκληρα κρατούν,
μπορεί να ξέρει-λέξεις που, με αντίμαχες ορέξεις
κάθε τους μια κι όλες μαζί να υπάρξουν απαιτούν;

Ποιος για τις άφωτες νυχτιές του Ποιητή έχει γνώση;
Ποιος για την αγωνία Του να γράψει ό,τι ποθεί,
Ώστε απ’ του Χρόνου το Χαμό και την Ορμή την τόση
κάποιος απ’  όσους έγραψε στίχους του να σωθεί;

Φίλοι μου, πίσω απ’ το φιλί, βρίσκεται κάποιο στόμα.
Πίσω από την αγιότητα υπάρχει ο ασκητής.
 Κι αν εύκολα δε φαίνεται, αλλά και τότε ακόμα,
μέσα σε κάθε Ποίημα, ιδού: ο Ποιητής!
 

02/12/2013
Η Σάρα, ένα κοριτσάκι 13 χρονών,
βρήκε τραγικό θάνατο
από αναθυμιάσεις
που προήλθαν από μαγκάλι.
(οι εφημερίδες)

ΣΑΡΑ

Όχι θεός αλλ’ άνθρωποι
αισχροί συνωμοτήσαν
και να μην έχει ζεστασιά
η Σάρα αποφασίσαν.

Κι ενώ εκείνη ανύποπτη
αγκαλιάζει το μαγκάλι
ήσυχοι αυτοί στου χρήματος
φωλιάζουν την αγκάλη.

Και το άδικο ενώ αυτοί
σκυφτοί μετράνε χρήμα
εκείνης μπαίνει το κορμί
στο γήινό του μνήμα.

Όμως το Σύμπαν αγνοεί
του χρήματος παιχνίδια
και όπως όλα και αυτό
ανταποδίδει ίδια:

η Σάρα ενώ στων Ουρανών
το τζάκι τώρα χλιαίνεται
ψυχή και σώμα εκεινών
σ’ αιώνιο πυρ θα καίγεται.
 

                                 ΓΙΑΤΙ;..

Γιατί μέσα στους κυκλους σου να υπάρχουμε
Ανάγκη-
γιατί μέσα στου σύμπαντος την άσκεφτη γιορτή
του λόγου του ανθρώπινου να σέρνονται τα ράκη-
γιατί ζωή μας έδωσες Ανάγκη εσύ-γιατί;

Γιατί κάθε μεγάλη σου έκρηξη ν' ακλουθήσει
πρέπει τ' ανθρώπου η έλευση πάνω σ' αυτή τη γη;
γιατί αφού η που άναψες φωτιά θα ξανασβήσει
κάθε που η ύπαρξη γυρνά στην πρώτη της πηγή;

Ποιου θέλημα πληρώνοντας πρέπει να προχωράμε
χωρίς αιτία να ξέρουμε γι αυτό ούτε σκοπό;
σε ποιον τυφλά υπακούοντας ολοζωής πονάμε;
για ποιόνε πάντοτε έχουμε το μάτι μας υγρό;

Γιατί Ανάγκη στους πλατιούς ατέλειωτούς σου κύκλους
πρέπει κι εμάς ατέλειωτα δέσμιους να μας κρατάς;
και γιατί σ' ό,τι σε ρωτώ σ' αυτούς εδώ τους στίχους
να μην μπορώ ν' αφουγκραστώ αυτό που μ' απαντάς;..
 

ΟΜΙΧΛΗ

Ο γερο-πόρνος ουρανός την κόρη του ομίχλη
όταν πως άντρα ορέγεται θα δει, πάνω τη ρίχνει
σ' ένα της γης ψηλό βουνό. Αυτή την κορυφή του
κυκλώνει και τον έρωτα χαίρεται κει μαζί του.

Κι ενώ γλυκά στην κορυφή τα πόδια της ανοίγει
τα βουνοπλάγια μια δροσιά ολόφλογη τυλίγει
χιλιάδες χέρια στου βουνού κολλάνε τα φαράγγια
και παίρνει αμέτρητα φιλιά η κάθε του μισγάγγεια.

Και το βουνό την άξαφνη την ηδονή τρυγάει
και του κορτσίστικου κορμιού κάθε σταλιά ρουφάει.
Τα σπλάχνα του ανταριάζονται, βαριοβροντά η καρδιά του
κι οι ρίζες του τραντάζονται λες θα το ρίξουν κάτου.

Φωνές γλυκές του δάσους του τα ζώα ξεφωνίζουν
χωρίς να ξέρουνε κι αυτά γιατί έτσι ευτυχίζουν,
το νάμα ογκώνει των πηγών, και τα δεντρά και κείνα
γλυκούς ξεχύνουνε χυμούς-δάκρια, οπούς, ρετσίνα.

Κι όλα έχουν γίνει του βουνού και της ομίχλης δώρα
και της ομίχλης οι χαρές και του βουνού είναι τώρα.
βουνό κι ομίχλη ένας καημός, μια φλόγα, ένα σώμα,
γη κι ουρανός βυζί βυζί φιλί και στόμα στόμα.

Κι όταν βυζάξει ό,τι μπορεί με τ' άσπρα της πλοκάμια
κι όταν στερέψουν τ' αφριστά του πόθου της ποτάμια
η θυγατέρα τ' ουρανού με βήμα ζαλισμένο
το σώμα αφήνει του βουνού το πια συνηθισμένο.

Την κορυφή του την τραχιά τώρα ξεκαβαλάει
κι ολόσωμη και λιόχαρη το δρόμο της τραβάει.
Την περιμένουν κάμποι οκνοί και σύννεφα τρεχάτα
κι αυτή πηγαίνει να τα βρει γελώντας ορεξάτα.

Και το βουνό, η γιγάντια σαν κιώσει ερωτοπάλη
ό,τι αυτή χαλάρωσε τ’ ατσαλοδένει πάλι
και στήνεται πάλι άτρεμο, ακλόνητο, πανώριο,
και πάλι κλειέται σοβαρό μες στο αυστηρό του όριο.

ΑΠ' ΩΡΑ Σ' ΩΡΑ

Κανένα πλέον δεν προσμένω χέρι
να 'ρθεί στον πυρετό μου τον βαρύ
κι ήρεμο κι απαλό σαν περιστέρι
μιαν αύρα να μου φέρει δροσερή.

Ήχο δεν καρτερώ αγαπημένο
των βόγγων να σκεπάσει τη βοή
και φως κάποιου ηλιού δεν περιμένω
να φέρει στη νυχτιά μου το πρωί.

Ποτέ ούτε ήρθανε ούτε θα 'ρθούνε
τα φλογερά της φαντασιάς πουλιά
μονάχα μέσα στ’ όνειρο ηχούνε
τα ποθητά τους χάδια και φιλιά.

Μα τώρα ως και του ονείρου έσβησε τ' άστρο.
Ξυπνός κι ακίνητος στέκω καθώς
βιγλάτορας που βλέπει πως το κάστρο
το ρίχτει απ' ώρα σ' ώρα ο εχθρός.
 

ΚΑΠΟΤΕ

To χέρι που έτσι άγνωστους μας έχει εδώ πετάξει
ποια υπηρετούσε δύναμη-σε ποιαν υπάκουε τάξη;
Κι είχε σκοπόν κανένανε ή έτσι τάχα ασκόπως
να ’ναι για μας πικρή γωνιά όρισε κάθε τόπος;

Ξένοι στη γη επάνω αυτήν, ξένοι στο σύμπαν όλο
στης ύπαρξής μας ξένοι εμείς το ψέμα και το
δόλο
ξένοι ως και για το θάνατο που όλο μας πεθαίνει
ξένοι στον ήλιο και στο φως-στην ίδια ουσία μας ξένοι.

Δικοί σε ποιου άρα σύμπαντος το μέτρο και την κλήρα;
Γνώριμοι εμείς σε ποια βουλή; σε ποιαν οικείοι
μοίρα;
Πουλιών ποιανών τάχα φτερά φτερά θα 'ναι δικά
μας;
Ποιου νου αλαφροπέταγμα; Χαρά ποια-ποια χαρά μας;

Αν κάτι υπάρχει πιο βαθύ από του νου τα βύθη-
αν κάτι υπάρχει πιο πικρό απ' του έρημου τα στήθη
στην παντοδυναμία του τάχα θα ευδοκήσει
σε κόσμο κάποιον φιλικόν κάποτε να μας ζήσει;
 

ΧΩΡΙΣ ΣΚΟΠΟ

Ατέρμονη ρουτίνα στη δουλειά
κάποτε κάποτε μι' αγκαλιά
αγώνας άγχος και φασαρία
η ίδια πάντοτε ιστορία.

Από το λίκνο κι ως τη θανή
χαρά κι ελπίδα δε θα φανεί
η ζήση πόνος-μονάχα πόνος'
και μόνος ο άνθρωπος-μόνος-μόνος.

Μικρά-μεγάλα όλα φθορά
κι όλα πουλιούνται στην αγορά
τιμιότη, ζήλεια, αιδώς, βλακεία
όλα στο κόστος-μικρή αξία.

Και προχωρούμε χωρίς σκοπό
προς δύο μέτρα χώμα νωπό'
κι όλη η πορεία μας μια Οδύσσεια
από τη μήτρα στα κυπαρίσσια.

ΝΑ ΤΗΝΕ ΝΙΩΣΩ

Είναι ο καιρός της Άνοιξης!
Ε! Παλιοχιόνια λιώσετε πια!
Ε! Κρύα και βροχές για λιγοστέψτε!
Δε θέλω να μου κάψετε της μυγδαλίτσας τ' άνθη.
Δε θέλω να με κλείνετε στο σπίτι
ή λάσπες να γεμίζω σαν πηγαίνω να τη δω.

Ε! Παλιοχιόνια!
Ε! Κρύα και βροχές-πηγαίνετε-
την άνοιξιν αυτή πρέπει να τήνε νιώσω.
 

Ο ΤΥΦΛΟΣ

Αγαπημένη
το χέρι μου δικό σου είναι;
Πώς μετράς το δικό μου και το δικό σου;
Ό,τι εγώ είμαι, δεν είσαι συ;
Χωρίς εσένα τι είμαι;
Ένα δεν είμαστε αγαπημένη;
Αν συ αυτό στήθος το λες, η λέξη αυτή
δεν ξέρω τι θα πει-
εγώ μια ζέστα τότε είμαι
και μια θαλπωρή.
Και όλο αυτό είμαι.
Κι αν φύγεις
τίποτε δε θα νιώσω.
Γιατί τότε πεθαμένος θα είμαι.
Επειδή ούτε τι θα πει "φεύγω" ξέρω.
Μόνο ξέρω
πως όταν αυτό κοντά μου είναι
χάνομαι. Και όταν αυτό είναι μακριά
τότε υπάρχω.
 

Η Θέλμα

Και ο πατήρ της δεν την επανείδε πλέον.
Της πόλεως όπου διέμενε,
κλαίων τας παρόδους περιήρχετο,
και διόλου δεν εγνώριζε τι έγινεν η Θέλμα.

Περιπαθώς ο εραστής της την ανεπόλει
στο σπίτι του την πόλη.
Aπό δάκρυα τα μάτια του μονίμως αλωμένα.
Πού να ’τανε η Θέλμα-
πού να βρiσκoνταν;
Τα αιθέρια χάδια της ποιος έπαιρνε;

Δεν επτοείτο ο αδελφός της μόνον.
Διότι ενήμερος του γεγονότος ήτο
την Θέλμα ο ίδιος πως εγεύετο
στον σταύλο μέσα του ερήμου αγροκτήματος
του σεβαστού κυρίου Έρλιχμαν.
 

ΝΕΚΡΟΚΕΡΙΝΗ
(Αμερική)

Σ' αυτό τον τάφο που άνοιξαν
οι άποικοι οι πρώτοι
μες στα υγρά του σκότη
τι να 'κρυψαν-τι να 'ριξαν;..

Ποτέ μου δεν εζήτησα
να γίνω τυμβωρύχος
μ' αφού το θέλει ο στίχος
τον τάφο τον εσύλησα.

Μέσα η Αγάπη κλείνονταν.
με βιάση πεταμένο-
με σύρματα δεμένο
τ' αβρό κορμάκι εκείτονταν.

Κι αντίς γι Αγάπη αέρινη
που ήξερα εκεί πέρα
βρήκα σ' αυτή την ξέρα
μια Αγάπη νεκροκέρινη.

Στ' άσαρκο πλάϊ λείψανο
το σώμα μου ξαπλώνω'
μα πάλι μένει μόνο
και πάλι αξεδίψαγο...
 

      ΜΕΛΙ
                  
Περνάν οι τουρκογύφτισσες να παν στο πανηγύρι.
Οι φούστες ανεμίζουνε. Οι μπούστοι αφροφουσκώνουν.
Ανάλαφρο περπάτημα τα ποδαράκια απλώνουν
και μια δροσιά ξεχύνεται στο καυτερό λιοπύρι.

Περνάν οι τουρκογύφτισσες κι όπου το μάτι γείρει
βλέπει χεράκια μελαψά σαν πλόκαμοι ν'  απλώνουν
και κόρφους ασημόχρυσους που πόθους ξεσηκώνουν-
πόθους που μοιάζανε νεκροί και που φαντάζαν στείροι.

Πετράδια ψεύτικα τ’  αυτιά και το λαιμό στολίζουν
κι έρωτες στα μαλλάκια τους τα μαύρα παιχνιδίζουν
κι όταν το λάστιχο κορμί ξεδιάντροπα λυγάνε
μοιάζουν θεές της ηδονής και της χαράς αγγέλοι
που αν τα δροσάτα χείλια τους δαγκώσεις στάζουν μέλι
και ζαχαρένιες σαϊτιές τα μάτια τους πετάνε.
 

      ΔΙΑΦΥΓΗ

Μ'  ευθύνη και με φόβο φορτωμένοι
μες στης ζωής βαδίζουμε το δρόμο`
τετράγωνο-κοφτό το μαύρο γένι
και η ψυχή μας γεμάτη τρόμο.

Η γη στο γύρισμά της μας ζαλίζει.
Ωχροί πολύ ξερνάμε κάθε τόσο
κι ύστερα πιάνουμε το μετερίζι
και κάνουμε και πάλι τον καμπόσο.

Για όλα έχουμε τρόπο  και μονάχα
για τη φρικτή όταν ακούμε ώρα
πως δεν προσέχουμε κάνουμε τάχα,
ή γράφουμε ποιήματα-όπως τώρα.

Ο  ΧΡΟΝΟΣ

Ο χρόνος σιωπηλός μέσα μας ρέει
σαν πνεύμα διαπερνώντας μας καλό
σβήνοντας τα παλιά βαριά μας χρέη
μ'  ένα του φύσημα σαν χάδι απαλό.

Εμείς παιζογελούμε σαν παιδάκια
και για τα μέλλοντα φροντίζουμε πολύ.
Σε σκοτεινά πλανιόμαστε σοκάκια
και παραδέρνουμε γυρεύοντας φιλί.

Κι χρόνος σιωπηλός μέσα μας ρέει
σαν πνεύμα διαπερνώντας μας καλό
σβήνοντας τα παλιά βαριά μας χρέη
μ'  ένα του φύσημα σαν χάδι απαλό.
 

ΜΠΟΡΕΙ

Μπορεί να  'ρθουν καθώς κοιμάμαι
ονειρικοί εφιάλτες με άμφια τρόμου
ντυμένοι, κι έτσι ανέγνοιος όπως θα  'μαι
πεσμένος πάνω στο ανάκλιντρό μου,
να με τρομάξουν-να ξεφωνίσω
φωνές της φρίκης -και να ξυπνήσω.

Πάλι μπορεί ανθρώπινοι ήχοι
αρπαχτικά τριγύρω να στείλουν όρνια
να με τρυπήσει το κρύο τους το νύχι
να με σκεπάσουν βροχές και χιόνια
και να τρομάξω-να ξεφωνίσω
φωνές της φρίκης -και να ξυπνήσω.

Φέρτε θεοί τον ύπνο εκείνο
που τελειωμό δεν έχει-όπου λειμώνες
φρικώδεις δεν υπάρχουν, και να μείνω
κάνετ'  εκεί στων αιώνων τους αιώνες-
να μην τρομάξω και ξεφωνίσω
φωνές της φρίκης-να μην ξυπνήσω.
 

                                   ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ
Απόστρατο αξιωματικό που πέθανε στην Αμερική.

Γιάννη, χρυσές οι θύμησες που φεύγοντας αφήνεις.
Νάταν κακές, νάταν πικρές, νάταν φαρμακεμένες
θα σβηούσαν. Μα σταλάγματα μελίρροης είναι κρήνης.
Έρωτας Κάλλους κι Αρετής τις έχει γεννημένες.

Κι έτσι τρανές, κι ως δε βολεί-κι ας θέλουν-να κρυφτούνε
Στολίδι του ο κόσμος μας τις έκανε δικό του.
Και σαν αστέρια λάμπουνε-σαν άνθη ευωδούνε
Κι αυτός που νιώθει, απαντοχή τις έχει και σκοπό του.

Ευαισθησία, ευθύτητα, ευγένεια, τιμιότη,
Σεμνότητα και αρετή, και ηθική και κρίση,       
Κι ανάμεσα τους ρήγισσα και σ’ όλες ολοπρώτη
Η Ανθρωπιά, που δίχως της τρόμο γεμάτη η ζήση.

Και κάτεχες την αρετή την πιο βαριά του άντρα:
Νάναι μονάχη ολοζωής έγνοια σου το καθήκον
Είτε κει πέρα, στο Στρατό-μες στων αμνών τη μάντρα-
Η στο εργοστάσιο-εδωδά-μες στη μονιά των λύκων…

Γιάννη, με βιάση έφυγες, σαν κάτι εκεί πέρα
Έξαφνη απ’ την ακοίμητη έγνοια σου νάχε χρεία.
Αλλά για μας σα μίσεψες, σκότισε εδώ η μέρα,
Και η χαρά είναι πιο πικρή, κι η νύχτα είναι πιο κρύα.

Στο δέντρο πάνω του Καλού ανατρίχιασαν τα φύλλα.
Η Λεβεντιά τ' ολόρθο της έσκυψε λίγο σώμα.
Άδειασε η κούπα η αργυρή που Ελπίδα πριν ’ξεχείλα  
Και η Φιλία δε μετρά πιο πάνω από το χώμα.

Εφυγες Γιάννη. Σύντροφος, παιδιά και συγγενείς σου,
Εικόνα σ' έχουν στην ψυχή κι όχι στο μάτι τώρα.
Κι οι φίλο ι, που το δάκρυ τους εστέρευε μαζί σου
Κάθε τους θλίψη θάνατος-κάθε βροχούλα μπόρα.
 

ΔΙΧΩΣ ΜΟΥ

Αν πεθάνω δίχως κάποιον φίλο
στο προσκέφαλο μου ν' αγρυπνά
και τα κρύα να απωθεί με ζήλο
νέφη που με πνιγούνε πυκνά,

αν πεθάνω μια γυναίκα δίχως
σ' απαλό ένα κλάμα να δοθεί,
αν πεθάνω δίχως ένας θρήνος
πάνω απ' τον νεκρό μου ν' ακουστεί,

δε θα με πειράξει διόλου-φρίκη
διόλου δε θα νιώσω εγώ γι αυτό:
ήττα δε λογιάζω ούτε νίκη
ψεύτικο αν κάτι στερηθώ.

Τρόμος όμως μέγας θα με κλείσει
αν στου απείρου μέσα τη σιωπή
αστεράκι κάποιο δε θα σβήσει-
η χρυσή του ανάσα αν δεν κοπεί.

Και πικρός κι αδίκιωτος θα νιώθω
αν μια πέτρα ανείπωτα θλιβή
δεν κομματιαστεί από τον πόθο
που την τρώει και δίχως μου δε σβει.
 

ΣΠΙΘΑ

Έχω ένα σκυλί.
Μες στον κόσμο αυτόν
τον εχθρό και το σάπιον
έχω κάποιον.

Σα με δει κουνά
χαρωπά
την ουρά του.

Αν φανεί ντορής
ρίχνει ευθύς
τ’ αυτιά κάτου.

Κότα ή πουλί
σε βολή
δεν αφήνει

κι "έλα!" σαν του πω
τρέχει εδώ
με βιασύνη.

Βόλτα όταν πεζοί
οι δυο μαζί
κάπου πάμε

γλώσσα ίδια μια
μοναχά
δε μιλάμε.

Μα αίσθησες και νους
με κοινούς
ρυθμούς τρέχουν

κι ούτε μια στιγμή
βαρετή
τα δυο έχουν.

Έχω ένα σκυλί.
Μες στον κόσμο αυτόν
τον εχθρό και το σάπιον
έχω κάποιον.
 

ΝΑ ΧΩΡΙΖΟΥΝ  

Του χωρισμού των έφθασεν η μέρα.
Αδύνατον να πάνε παραπέρα.
Το ένιωθαν καλά-το τέλος είχε φθάσει.

Χωρίσανε το βράδυ με αοριστίες
για τη συνάντηση την επομένη
"τηλέφωνο θα πάρω κάποια μέρα..."
"θα περιμένω-ναι-εξάπαντος..."

Μα ήξεραν πως έλεγαν κενά-
ούτε αυτός θα έπαιρνε, ούτε εκείνη
στ’ ακουστικό θ’ ανέμενε όπως πρώτα.

Είναι μια μέθοδος καλή κι αυτή
γι ανθρώπους ευαισθήτους
να χωρίζουν.
 

Μολυβί

Ξέρω: σε λίγο θα ροδίσεις τα σύννεφα
και σ’ όλα γύρω ένα πορτοκαλί θα δώσεις χρώμα.
Ύστερα κόκκινο, πιο κόκκινο,
που λίγο λίγο αναιμικά θ’ αδυνατίζει,
κι όταν τελείως πια θα ’χεις βυθιστεί
ένα μολυβί βαρύ.

Και ξέρω,
τ’ άλλο πρωί τα ίδια τώρα ανάποδα θα κάνεις
καθώς θα ’ρχεσαι:
μολυβί, κόκκινο, πορτοκαλί,
και πια άσπρο-αυτό το ανήλεο
εξονυχιστικά ερευνητικό
παμφάγο άσπρο.

Και κάθε μέρα πάλι τα ίδια... και τα ίδια... και τα ίδια...
Ίδιες ιδέες, ίδιες εικασίες, ίδια πράγματα.

Σε βαρέθηκα ήλιε.

          ΒΑΡΗΚΟΪΑ

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένο.
Εκείνος σκύβει προς αυτή
κι εκείνη μ’ ύφος οργισμένο
του ξεφωνίζει μες στ’ αυτί.

"Τ’ είπες;" ρωτάει πάλι ο γέρος
κι αυτή για τέταρτη φορά
μες στου αυτιού το μέσα μέρος
τα ίδια λόγια του ιστορά.

Με περηφάνεια το σκυμμένο
κεφάλι ορθώνει τότε αυτός
και σκούζει μ’ ύφος οργισμένο:
«σιγά, δεν είμαι και κουφός..»

"Εξεγέρθητι Βορρά, και έρχου Νότε και διάπνευσον κήπον μου και ρευσάτωσαν αρώματα μου."
(Ασμα,3,16)

Για πόσους ο Βορράς  δεν εξεγείρεται
Για πόσους δεν προσέρχεται ο Νότος…
Κι αξέχυτα απομένουνε και άρρευστα      
Και αχρησίμευτα τ' αρώματα τους…        

Ω! Πιο καλά κανείς πέτρα να ήτανε
Και όχι ρόδου χάρη μες στον κόσμο-
βαριά τ' αρώματα που δεν σκορπίζονται
της αχρηστιάς αφόρητη ειν’ η γνώση.

Βαριά τ' αρώματα όταν τριγύρω σου
Από ασιτία ή όσφρηση πεθαίνει.
Κι αφόρητη η γνώση πως η άπνοια
Τη δυστυχία στον κόσμο μας πληθαίνει.
 

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

"Και είπεν ο θεός, ποιήσωμεν άνθρωπον κατ' εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν"
     (Γένεσις,Ι,26)

Μα είδα εγώ ένα Σταυρό   
Και πάνω του ένα ρόδο σταυρωμένο.
Μπηγμένο εν’ αγκάθι στο πλευρό Του
Και μαυρομαντηλούσα
Την Παναγιά στα πόδια Του των Ρόδων.
 

 "Ο άγιος Παύλος ο Ομολογητής λειτουργών, υπό των Αρειανών τω ιδίω ωμοφορίω αποπνιγείς τελειούται"
(Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης)

ΘΕΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μωροί οι Αρειανοί αν μη τι άλλο.
Λες κι ο θεός πως γνοιάζεται γι αυτά.
Λες πως το Τίποτα, το Ένα, το Μεγάλο,
Στα λόγια τους προσέχει η στα γραφτά.

Μωροί. Δεν ξέραν πως η αίρεση τους
Αδιάφορη κι αυτή για το θεό,
Αδιάφορη κι η ανόσια η φωνή τους
Κι αυτό το φέρσιμό τους το σκαιό.

Μωροί. Και πώς μπορούσαν να σκεφτούνε
Πως με την πράξη τους τη δολερή
Το θεό τον ίδιονε υπηρετούνε
Και τη βουλή Του την τρομερή.

Και πώς μπορούσανε να φανταστούνε…
Τον Παύλο αποθύμησε ο θεός
Και θέλησε ξανά να ιδωθούνε
Γιατί είχε φτάσει πλέον ο καιρός.

Κι ενώ ο άγιος Παύλος ιερουργούσε
Το ωμοφόριο σφίξανε αυτοί
Με χέρια που Εκείνος οδηγούσε-
Την ώρα που Αυτός είχε σκεφτεί.
 

ΓΟΥΡΟΥΝΙΣΙΑ

Παχιά γουρούνια μας ρουφούν το λιγοστό μας αίμα.
Τον κόπο μας καρπώνονται, το μόχθο μας τρυγάνε
και τεχνικά ταιριάζοντας το δόλο και το ψέμα
νόμους εφτιάξαν και μ' αυτούς ωραία μας κυβερνάνε.

Τη γυριστή ουρίτσα τους και το παχύ πετσί τους
κάτω από ρούχα όμορφα κρύβουν σαν των ανθρώπων
στολίδια και αρώματα γεμίζουν το κορμί τους
κι όρθιοι να στέκουν έχουν βρει από καιρό ένα τρόπον.

Και είναι δύσκολο πολύ για κάποιον που δεν ξέρει
να ξεχωρίσει τα χοντρά γουρούνια απ' τους ανθρώπους
γιατί εκτός απ' το λαιμό, το πόδι και το χέρι
και τους ανθρώπινους καλά μιμούνται αυτά τους τρόπους.

Όσοι γνωρίζουν μοναχά για ένα πράγμα ψάχουν:
προσεκτικά τα βλέπουνε στα μάτια μέσα κι ίσια-
οι άνθρωποι ανθρώπινα, μα τα γουρούνια θα 'χουν
αιώνες κι αν περάσουνε, τα μάτια γουρουνίσια.
 

ΣΙΛΕΣΙΟΣ

Είμαι  ένα κλήμα πα'  στη  γη που ο θεός ποτίζει.   
Κι  ειν'  ο καρπός  μου του θεού το αιώνιο το Πνεύμα.

*
"Γιατί" δεν έχει ο θεός. Φυτρώνει σαν το ρόδο     
κι αδιάφορος για το αν εμείς Τον βλέπουμε ή όχι.  

*
Το ρόδο που είδε σήμερα εδώ στη γη η ματιά μου  
Αιώνια μέσα στου θεού ανθούσε την αγκάλη.

*
Βίβλος Ζωής είναι ο θεός. Και μέσα Του γραμμένος
Εγώ,με τ’ αδικόχυτο του Γιου Του το αίμα είμαι.  
Λοιπόν μπορεί ποτέ ο θεός να μη με αγαπάει;
*

Παντού υπάρχει ο θεός εκτός απ’ τον εαυτό Του.

*

Θες με μια κίνηση να δεις μπροστά σου  
ν’ απλώνεται ο Παράδεισος ο ίδιος;
Στρέψε το πρόσωπό σου από τον κόσμο.   

*

Η άβυσσός μου του Θεού
Την άβυσσο απαντάει.
Στέκουν κι οι δυο διστακτικές-
Βαθύτερη ποια είναι;

*

Μέσα μου ο Θεός φωτιά. Μέσα Του εγώ η λάμψη.
Ε, τι; Δεν είμαστε γερά οι δυο μας λες δεμένοι;

*

Γιατί  μας  έπλασες θεέ  μου  θα χορτάσεις
ευχαριστίες από κάθε Σου πιστό.
Κι  ας  μην  μπορούσες παρά να μας πλάσεις-
ανάγκη και  για μας το "ευχαριστώ".
 
*
Άνθρωπε γίνε κάτι πιό από άνθρωπο μεγάλο.
Την υψηλότερη κορφή προσπάθησε να Φτάσεις.      
Μες στο βασίλειο του θεού μόνο θεοί θα μπούνε.
 

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γέρνουν πια οι χρόνοι πάνω του βαρείς.
Άγνωρος εστήθη γύρω του χορός
και φωνή ακούει-μέσα μου θαρρείς-
"πέρασε ο καιρός! -πέρασε ο καιρός!"

Στάθηκαν οι μέρες- πια δε συναλλάζουν
κι ένας φόβος γύρω είναι φανερός
και τα πράγματα όλα σαν να του φωνάζουν
"πέρασε ο καιρός! -πέρασε ο καιρός!".

Πλέον δεν αρχίζει τίποτε. Το τέλος
έχει σ' όλα δώσει, κρύος, φθονερός,
ένας πικροχάρος, όπου σαν Οθέλλος
κράζει τρομερός:"ΠΕΡΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!"
 

ΛΕΥΚΟ ΠΟΥΛΙ

Λευκό, λευκότατον πουλί
μ' αφρόν εις τα φτερά του
με πήρεν απαλότατα
στην άσπρην αγκαλιά του

και πέταξεν ανάλαφρα
ψηλά 'π' της γης τα μέρη-
λευκό πουλί, λευκότερον
απ' τ' άσπρο περιστέρι.

Κι όλο πετώντας πιο ψηλά
'πο της ζωής τη δίνη
φτάνει στο θόλο τ' ουρανού
και κει σιγά μ' αφήνει.

Κι ως από κει νοσταλγικά
τη γη μας εθωρούσα
μάταια πάνω της να βρω
με πείσμα προσπαθούσα

όρη, κοίλάδες, ποταμούς,
ανθρώπους ή και κτήνη'
μον’ εν' αστέρι έβλεπα
δειλά να τρεμοσβήνει.

Και θαύμασα κι απόρησα
ποια να 'ναι η αιτία
σ' αυτό τ' αστέρι το μικρό
τόση να ζει κακία.
 

Η ΓΙΟΡΤΗ

Μία τούρτα είν’ αφημένη
στο τραπέζι το βαρύ.
Μία τούρτα μουχλιασμένη
που αναδίνει άθλια οσμή.

Μαύρο απόσβηστο κεράκι
στέκει πάνω της καθώς
απορφάνευτο παιδάκι
ή σαν ήλιος σκοτεινός.

Το δωμάτιο παγωμένο
και το σπίτι αδειανό
σαν καράβι κουρσεμένο
σ’ ανοιχτόν ωκεανό.

Δεν ακούγονται τραγούδια
και χαρούμενες φωνές
δεν προσφέρονται λουλούδια
κι ούτε λέει κανείς ευχές.

Μόνο, νύχτα, το φεγγάρι
κάτι σκιές δείχνει θαμπές
που αγκαλιάζονται ομάδι
και φιλιούνται μοναχές.

Μη σταθείτε οδοιπόροι-
μην ταράξτε ούτε στιγμή
τη σιωπή που στεφανώνει
την παράξενη γιορτή.
 

 ΣΤΟ ΓΟΡΙΛΛΑ ΤΟΥ L.A. ZOO

Σύννους, με εμβρίθεια ως μ’ εθώρεις
πήρα το βλέμμα μου μακριά.
Όσα θωρώντας με μου ιστόρεις
μέσα στο πνεύμα μου βαθιά σπαθιά

που ως απ' το χώμα προς το χώμα
έρχονταν μες στην αντηλιά
μου λοιδωρούσε τ’ όρθιο σώμα
και μου απόκοβε τη νια μιλιά.

Κι έλαμπε πάνω στη λεπίδα
η σχέση η μόνη και σωστή:
μέσα στου κήπου την παγίδα
οι άνθρωποι είχαμε κλειστεί.

Και συ εμάς παρατηρούσες
κι όχι εσένα εγώ κι αυτοί.
Και συ το ύφος μας μετρούσες
πρόγονε, απόγονε, συμπορευτή.

ΓΡΙΑ ΜΕ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Γριά με την τρεμάμενη μιλιά
και το ξερό και μαραμένο δέρμα
τι θέλεις το λουλούδι στα μαλλιά-
τι θέλει ο Αυγερινός στου ηλιού το γέρμα;

Στο στόμα σου φαντάσματα φιλιά.
Τα μάτια σου σπηλιές του κάτω κόσμου.
Γριά τι βάζεις τ’ άνθος αγκαλιά
με τ’ άχερα του κήπου σου του αόσμου;

Τ’ άγια γριά μη δίνεις στα σκυλιά.
Το άνθος που αμήχανο σ’ αγγίζει
στης μνήμης άφησέ το τη φωλιά.
Εκεί και θα ευωδά και θα στολίζει.
 

ΔΟΞΑΖΩ

Οικτίρω αυτούς που σκύβουνε μ' ευλάβεια πάνω σ' ένα
σταυρό ξυλένιο που κρατά πάνω του καρφωμένα
τ' άσαρκα πόδια του Χριστού και τα ισχνά του χέρια.

Οικτίρω όσους ορκίζονται στα ερωτικά τους ταίρια.
Οικτίρω όσους αγγίζοντας στο χώμα τη μουσούδα
μετάνοιες κάνουν στον Αλλάχ ή στον γιγάντιο Βούδα.

Οικτίρω όσους τ' απάνθρωπο το χρήμα προσκυνάνε
κι όσους της δόξας τις κορφές να φτάσουνε ζητάνε.
Οικτίρω αυτούς που προσκυνούν, λατρεύουνε και υμνούνε

κάτι ανθρώπινο, ή αυτούς που τη ζωή περνούνε
προσφέροντας αρώματα ή λίβανον ή κνίσσαν
σε είδωλα που άνομων θνητών τα χέρια στήσαν.

Και τον υγιό της μάνας γης της άδολης δοξάζω
και τους θεούς όλους μεμιάς θυσία εμπρός του σφάζω-
και τον υγιό της μάνας γης τιμώ εγώ εκείνον

που αίνους στέλνει εκστατικούς στη μυρωδιά των σκίνων,
που προσκυνάει ένα μικρό του δρόμου πετραδάκι
κι ευλαβικά προσεύχεται στου κάμπου το ρυάκι.
 

               FLAMINGOS
   (Αμερική-Λάφλιν-Κολοράντο ρίβερ)

Κυρίες καλαίσθητες και καλαμένιες
ψηλές, μακρύλαιμες, δίχως έγνοιες
περνάνε τα flamingos τη ζωή τους
χωμένα στην ανία και στη σιωπή τους.

Γεννήσεις γίνονται, βαφτίσια, γάμοι,
και σ’ όλα μάρτυρας το ποτάμι
που σέρνει τα ολοκάθαρα νερά του
α’ τ’ άσπρο φτέρωμά τους από κάτου.

Ωραίες κυρίες μου ας ήταν να ’χα
μιαν ώρα ανέγνoια-μία μονάχα
απ’ όσες ο Πανάγιος έχει δώσει
σε σας με τη σοφία του την τόση.

ΚΑΖΑΜΙΑΣ 2013

ΙΑΝΟΥΆΡΙΟΣ
-Ανακαλύφτηκε βουλευτής που δεν κλέβει. Όλοι οι υπόλοιποι αναφωνούν: «Καλά σας λέγαμε εμείς-δεν είμαστε όλοι κλέφτες».
-Ο Σαμαράς κόβει σε τέσσερα ίσα μέρη τους μισθούς και τις συντάξεις και καλεί τους μισθωτούς και συνταξιούχους να διαλέξουν το τέταρτο της αρεσκείας τους.
-Ο Τσίπρας κάνει μαθήματα αστροναυτικής. «Που ξέρεις», λέει στους έκπληκτους έλληνες, «Μπορεί να ανακαλύψουμε ζωή σε άλλους πλανήτες-να πάω να δω πώς ξεπερνάνε κι αυτοί τις Κρίσεις τους.»
-Αποκαλύπτεται ότι ο Παπακωνσταντίνου έσβησε ονόματα συγγενών του από τη λίστα Λαγκάρντ.
Το ΠΑΣΟΚ ζητάει την κατάργηση της Νέας Δημοκρατίας.
-27 Ιανουαρίου-Παγκόσμια Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος. Ο Γερμανός Πρέσβης, επίσημος ομιλητής για τον εορτασμό της ημέρας. Τίτλος της ομιλίας του, «Ολοκαύτωμα-Η λύση του ελληνικού προβλήματος». Η ομιλία αρχίζει με τα λόγια: «Η Παγκόσμια Ημέρα Αναπόλησης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος…»
-Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει: «Πρέπει να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια».

ΦΕΒΡΟΥΆΡΙΟΣ
-Ο Καρατζαφέρης δίνει διάλεξη με θέμα: «Το κολοτουμπίζειν εστί χάνειν-Βουλήν».  
-Ο Ερντογκάν ξαναλέει ότι οι έλληνες πουλάνε τα νησιά τους. Καταπέλτης η κατηγορηματική και ελληνικά υπερήφανη απάντηση του Αβραμόπουλου: «Δεν πουλάμε νησιά εμείς-δεν είμαστε ψιλικατζήδες-πουλάμε την Ελλάδα ολόκληρη!».
-Ο Κουβέλης απειλεί να φύγει από την Κυβέρνηση. Ο Σαμαράς τον κάνει Πρόεδρο της Δημοκρατίας παρά τω Προέδρω της Δημοκρατίας.
-20 φεβρουαρίου: «Παγκόσμια Ημέρα Κοινωνικής Δικαιοσύνης». Η Ελλάδα δηλώνει ασθένεια και μένει στο σπίτι.
-Βενιζέλος: «Αν η Ελλάδα παραγάγει τέσσερα δισεκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο το μήνα, τότε δεν θα παρθούν νέα μέτρα.» Ο λαός χειροκροτεί.

ΜΆΡΤΙΟΣ
-Ο Παπακωνσταντίνου λιντσάρεται από τα πλήθη. Η Βουλή τον ανασταίνει.
-Από την Ουάσινγκτον ανακοινώνεται ότι με ισχυρά τηλεσκόπια αποκαλύφτηκε η ύπαρξη σε άλλους πλανήτες of earth εταιριών που ξέπλεναν βρώμικο αμερικάνικο χρήμα.
Σε έκτακτη σύνοδό της η ολομέλεια της Ελληνικής Βουλής αποφασίζει παμψηφεί το κλείσιμο του Αστεροσκοπείου Αθηνών.
- Η «Παγκόσμια ημέρα Θεάτρου για τα παιδιά και τους νέους» (20 Μαρτίου) και η «Παγκόσμια ημέρα ύπνου» (21 Μαρτίου) συγχωνεύονται στην Ελλάδα σε μία Ημέρα, την «Ημέρα της Ελληνικής Βουλής».
-Λαός: «Τσίπρα Τσίπρα είσαι έτοιμος να κυβερνήσεις;» Τσίπρας: «Ναι. Βγάζω το καπέλο μου».

ΑΠΡΊΛΙΟΣ
-Ο Σαμαράς δηλώνει: Πιστέψτε με-σας λέω πάντοτε αλήθεια.
-12 Μαρτίου: Παγκόσμια Ημέρα Πτήσης του Ανθρώπου στο Διάστημα. Ο Σαμαράς ανοίγει βιβλίο συγχαρητηρίων στο Μαξίμου. Στο εξώφυλλο διαβάζεται: «Είμαι ένα μικρό βλήμα για μένα, αλλά ένα μεγάλο βλήμα για την Ελλάδα.»
-Οι κάδοι των σκουπιδιών βάφονται και καθαρίζονται. Επάνω σε καθέναν γράφεται: «ΓΡΗΓΟΡΟ, ΔΩΡΕΑΝ, ΜΑΣΗΜΕΝΟ ΦΑΓΗΤΟ». Με μαρκαδόρο αποκάτω: «TO GO…»
-Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει: «Πρέπει να ξεπεράσουμε την κρίση.»

ΜΆΙΟΣ
-1 Μαϊου, Διεθνής Ημέρα Εργατών. Όλη την ημέρα ένας τριγμός ακούγεται να βγαίνει από τα σπλάχνα της γης. Ανησυχία, φόβος και ταραχή σε όλους τους θνητούς.
Την επομένη οι σεισμολόγοι ανακοινώνουν ότι ο τριγμός προερχόταν από τα κόκαλα του Μαρξ.
-Οι αναφερόμενοι στη λίστα Λαγκάρντ μηνύουν την Λαγκάρντ για δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων.
-Ο Λοβέρδος δηλώνει: «Αν πειραχτεί ο Σαμαράς, θα γίνει μακελειό».
Ο Άδωνις φεύγει από τη Νέα Δημοκρατία και ζητάει να πάει στο Κου Κου Ε. Η Παπαρήγα τον δέχεται μουρμουρίζοντας: «Μάζευε κι ας ειν’ και ρόγες.»
-Βενιζέλος προς το λαό: «Αν η  αγροτική παραγωγή της χώρας εφέτος ξεπεράσει αυτήν της Αμερικής, τότε δεν πρόκειται να χρειαστούμε άλλα μέτρα.» Ο λαός χειροκροτεί.

ΙΟΎΝΙΟΣ
-Παγκόσμια Ημέρα κατά της Ερημοποίησης και της Ξηρασίας.  Το «ΛΑΌΣ» ελπίζει.
-Πέντε βουλευτές του ΠΑΣΟΚ πηγαίνουν στη Νέα Δημοκρατία και πέντε βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας πηγαίνουν στο ΠΑΣΟΚ. Κοινή δήλωσή τους: «Είναι κι αυτό μια Αλλαγή»
-Ο κωσταντίνος Μητσοτάκης δεν πέθανε.
-Ο Γκρουέφσκι επιτίθεται απρόκλητα  κατά της Ελλάδος. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους.
-Λαός: Τσίπρα Τσίπρα εισαι έτοιμος να κυβερνήσεις; Τσίπρας: Ναι, βγάζω το σακάκι μου.

ΙΟΎΛΙΟΣ

-Ζέστη απρόσμενη. Οι έλληνες γδύνονται. Η εφορία διαμαρτύρεται. Ο Σαμαράς τους καθησυχάζει: «Υπάρχει και το τομάρι…»
-Ο Στουρνάρας φορολογεί τους φόρους.
-Ο Βενιζέλος ζητάει την κατάργηση όλων των κομμάτων πλην του ΠΑΣΟΚ.
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει: «Πρέπει να μην εξαρτώμεθα ενεργειακά από τρίτους».


ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
-Γίνεται πραξικόπημα. Η νέα κυβέρνηση γυρίζει την Ελλάδα στη δραχμή. «Κι αυτό το έχω πει», λέει ο Καρατζαφέρης.
-Η Κρίση δυναμώνει. Υπουργός πεθαίνει από την πείνα.
-Ο λαός ροχαλίζει και το ροχαλητό του ξυπνάει τους βουλευτές.
-30 Αυγούστου: Διεθνής Ημέρα Εξαφανισμένων. Τοιχοκολλούνται αφίσες της Ντόρας, του Γιωργάκη και του Κωστάκη με τη λεζάντα: «Χαμένα κορμιά».
Βενιζέλος: Αν η Ελλάδα στείλει άνθρωπο στον Άρη ως το τέλος του έτους, δεν θα παρθούν άλλα μέτρα. Ο λαός χειροκροτεί.

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

-Μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος. Οι συγκεντρωμένοι, στραμμένοι προς τη Βουλή, γονατίζουν, ακουμπάνε το μέτωπο στο τσιμέντο και δακρύζοντας προσεύχονται: «Όχι άλλες περικοπές Σαμαρά μου...»
-22 Σεπτεμβρίου, Ευρωπαϊκή Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο.» Η Ελλάδα πρώτη.
-Ο Καμένος αποχωρεί από το Κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων. Πρόεδρος του κόμματος αναλαμβάνει ο Τέρενς Κουϊκ. Απορριματοφόρο του Δήμου φορτώνει στην πρωινή του βόλτα όλο το Κόμμα.
 -Λαός: Τσίπρα Τσίπρα, είσαι έτοιμος να κυβερνήσεις; Τσίπρας: Ναι. Βγάζω το παντελόνι μου.

ΟΚΤΏΒΡΙΟΣ
-4 Οκτωβρίου, «Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων». Γιορτές παγκοσμίως όπου ελληνισμός. Ανοίγεται βιβλίο ευχών στην Προεδρία της Δημοκρατίας. Οι πρέσβεις όλων των χωρών υπογράφουν ευχόμενοι χρόνια πολλά στον ελληνικό λαό.
-Οι μισθοί και οι συντάξεις μηδενίζονται. Ο Σαμαράς μη έχοντας τι να κόψει δίνει συντάξεις κάθε πρωί για να έχει να κόψει κάτι το βράδυ.
-Η κυβέρνηση μοιράζει φέτες ψωμιού με δελτίο. Ο ΣΎΡΙΖΑ διαμαρτύρεται: «Εμείς είμαστε οι σοσιαλιστές!-θα μας πάρει τη δουλειά ένας δεξιός;»
-Στα πλαίσια του «ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ» καθιερώνεται «ΏΡΑ ΥΠΟΣΧΈΣΕΩΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΎ» στον ΣΚΑΪ.
-Την απαξίωση και την ευτέλεια των πάντων στη χώρα, ακολουθούν οι εφημερίδες και η τηλεόραση. Η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ» γίνεται «ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΊΑ», η «ΜΑΚΕΔΟΝΊΑ» γίνεται «ΣΚΌΠΙΑ», «ΤΑ ΝΈΑ» «ΣΧΕΔΌΝ ΝΈΑ», ο «ΡΙΖΟΣΠΆΣΤΗΣ» «ΡΙΖΟΚΛΆΣΤΗΣ», η «ΑΥΡΙΑΝΉ» «ΧΤΕΣΙΝΉ», η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» «ΛΙΜΟΚΡΑΤΊΑ», η “REAL NEWS” “ FAKE NEWS”, το «ΘΈΜΑ» «ΑΝΆΘΕΜΑ», το «ΠΑΡΌΝ» «ΠΑΡΕΛΘΌΝ», «ΤΟ ΆΡΘΡΟ» «ΆΝΑΡΘΡΟ», ο «ΕΠΕΝΔΥΤΉΣ» «ΑΠΕΚΔΥΤΉΣ», «ΤΟ ΚΑΡΦΊ» «ΠΈΤΑΛΟ», η «ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ ΚΑΙ 13»  «ΤΡΊΤΗ ΚΑΙ 13», ο «ΚΌΣΜΟΣ» «ΑΠΌΚΟΣΜΟΣ», το «ΡΑΔΙΟ-ΑΡΒΎΛΑ» παραμένει γιατί ότι και να γίνει είναι άχρηστη και «Η ΣΥΝΤΈΛΕΙΑ» κόβεται.
-Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δηλώνει: «Πρέπει να υποστηρίξουμε τους αδύναμους»

ΝΟΈΜΒΡΙΟΣ
-Παρακολουθώντας την προ εννεαμήνου πτώση των μισθών, τα μαιευτήρια κλείνουν λόγω έλλειψης πελατείας.
- Ο Παπακωνσταντίνου καταδικάζεται εις θάνατον γιατί έκλεψε το Δημόσιο με την προ διετίας επέμβασή του στη λίστα Λαγκάρντ. Καθώς οδηγείται στο εκτελεστικό απόσπασμα τον συμβουλεύουν να ζητήσει συγνώμη από τον ελληνικό λαό πριν πεθάνει.
Εκείνος: «Ποτέ! Δε θα προδώσω την ιερή παράδοση των συναδέλφων μου βουλευτών και υπουργών! Για μια υπόληψη ζούμε!»
Και πεθαίνει με μια γομολάστιχα στα χέρια του σύμφωνα με την τελευταία του επιθυμία, ψιθυρίζοντας: «Πού ξέρεις; Μπορεί κι εκεί να ’χοηυνε λίστες».
-9 Νοεμβρίου, «Διεθνής Ημέρα κατά του Αντισημητισμού». Ο Σημίτης κυκλοφορεί χωρίς αστυνομική συνοδεία.
-15 Νοεμβρίου, «Παγκόσμια Ημέρα Φιλοσοφίας». Σαμαράς: «Να ζει κανείς ή να μη ζει…»
-Βενιζέλος: Αν το σημείο βρασμού του νερού πάει στους σαράντα δύο βαθμούς, τότε δε θα πάρουμε άλλα μέτρα. Ο λαός χειροκροτεί.

ΔΕΚΈΜΒΡΙΟΣ
9 δεκεμβρίου, «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Διαφθοράς». Δεν μας αφθορά.
Εξωγήινοι προσγειώνονται στην ταράτσα του Μαξίμου: «Έχετε τρεις δικούς μας στον πλανήτη σας» Και παίρνουν μαζί τους Σαμαρά, Βενιζέλο και Κουβέλη.
Ο Σαμαράς: Μέρκελ αγάπη μου! μας χωρίζουν!  Ο Βενιζέλος προλαβαίνει να ζητήσει πάλι την κατάργηση όλων των κομμάτων πλην του ΠΑΣΟΚ. Ο Κουβέλης: Πάει η Προεδρία!..
-Πρόεδρος Δημοκρατίας: «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν: Λόγω ελλείψεως από διμήνου στη χώρα μας μαιευτηρίου, ο Χριστός δε θα γεννηθεί φέτος και λόγω λιτότητας το Νέο Έτος δεν θα έρθει. Βολευτείτε με τα παλιά.»
-Λαός: Τσίπρα Τσίπρα, είσαι έτοιμος να κυβερνήσεις; Τσίπρας: Ναι. Γδύθηκα τελείως.-εσείς;

ΚΑΛΉ ΧΡΟΝΙΆ
 

ΑΚΟΜΑ

Σκυφτός ως περπατεί
καμιά φορά
τα μάτια του σηκώνει και κοιτάζει τους ανθρώπους.

Δεν παραιτήθηκε ακόμα.
 

ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ

-Δεντρί με κούρβουλο κάθε κλωνί σου,
Γλυκέ, Μαυρόντυτε, Πικρέ Πατέρα
ακόμα ποιο ακριβό θρηνείς παιδί σου;
-Τη Σμύρνη-την τρανή μου θυγατέρα!

-Φτάνει Πατέρα. Σκούπισε το δάκρυ.
Θεός τα παίρνει όλα και τα δίνει.
Κι αν ίσως έχασες της γης μιαν άκρη
μα της ζωής δε στέρεψεΝ η κρήνη.

-Δεν ήταν γης μα ολάργυρο φεγγάρι.
Χρυσάμαξα που αγγέλοι τηνε σύραν.
Κι ήταν διαμάντι και μαργαριτάρι.
Και δεν την πηρ’ ο Θεός-Τουρκοί την πήραν.
 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

"Πόσο μας παίδεψαν κι αυτοί οι Λατίνοι..
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί. Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με τον Μουράτ απέξω από την Πόλη;

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν... και συσκεφτόμασταν…
(κουράστηκα στο τέλος).

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φεράρα-
υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…

Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε,
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη-
καλλίτερα οι Τούρκοι απ’ τους παλιο-Λατίνους".

ΤΟ  ΜΑΡΑΖΙ

Καράβι μαύρο αρμένιζε
με μαύρα τα πανιά του.
Μαύρα φορούν οι ναύτες του
κι ειν'  η καρδιά τους μαύρη.

Την κόρη πα’  να θάψουνε
του έρμου καπετάνιου
που πέθανε απ’  τον έρωτα
κι απ’  το πικρό μαράζι.

Μαζί τους την επαίρνανε
την πήγαιναν μαζί τους
μαζί τη σεργιανίζανε
σ’  Ανατολή και Δύση.

Και σ’  ένα  απ’  τα ταξίδια τους
κει κάτου στη Βομβάη
ένα ωραίο παιδόπουλο
την κόρη ξεπλανεύει.

Για μια βραδιά τη γνώρισε-
για μια βραδιά τη  ’χάρη
και το πρωί σηκώνεται
και κάνει για να φύγει.

"Πού πας παλληκαράκι μου
και πού μ’  αφήνεις μόνη;
Με μάγεψες-με πλάνεψες
και τώρα πας και φεύγεις;"

"Άλλο καράβι έρχεται
απόψε στο λιμάνι
και μέσα έχει όμορφες
ωσάν τον ήλιο κόρες."

"Ήλιος αυτές-φεγγάρι εγώ
βροχή κι εγώ δροσούλα
κι άμα με κάνεις ταίρι σου
καράβι θα σου δώσω."

"Εγώ γαμπρός δε γίνομαι
σε γάμο δε στεριώνω
κι έχει καράβια ο κύρης μου
σαράντα μετρημένα."

Βαρκούλα παίρνει ολόχρυση
παίρνει κουπιά ασημένια
στη θάλασσα ξανοίγεται
και πέφτει στα νερά της.

ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ
(Τρίπολη 1947)

Απόψε γίνονται συλλήψεις.
Τα νέα μας τα 'φερε ο Ξηρέας-
άραγε είναι αληθινά.

Απόψε γίνονται συλλήψεις. Ένας τρόμος
έχει απλωθεί πάνω στις πέτρες της μικρής μας μάντρας.
Η λάμπα πιο αδύναμα θα φέγγει απόψε.
Στη σάλα τα φαντάσματα θα ’χουν πληθύνει. Έξω
το φεγγαρόφωτο δε θα μπορεί
μια συντροφιά να βρει για ν’ ακουμπήσει.

Θα πιάσουν πάλι τον πατέρα  
και θα τον βασανίσουνε. Αυτοί
είναι-όπως λένε-αδίστακτοι.
Ίσως τον πάνε πάλι για το Ναύπλιο
εκεί που οι φυλακισμένοι φτιάχνουνε
μικρές κομψούλες ταμπακέρες και σκαρώνουν
θήκες δερμάτινες, πτυσσόμενες,
για ΕΑΜικές φωτογραφίες.

Απόψε η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας.

Απόψε κάθε κρότος θα ’ναι μπιστολιά.
Κάθε αργοκούνημα των σκιών στον τοίχο
θα ’ναι ένα πλέγμα από θανάτους αργοτέλεστους.
Κάθε λεφτό της ώρας που περνά
και πιο κοντά σε μια καταστροφή-σ' ένα χαμό θα φέρνει.

Απόψε γίνονται συλλήψεις.
Άνθρωποι με στολές, καπέλα
άνθρωποι που λευκά κορδόνια κρέμονται απ’ τους ώμους τους
άλλους ανθρώπους πιάνουν
χειροπέδες τους περνούν
και τους κλείνουνε σε κελιά μέσα-
σε υγρές φυλακές ολοσκότεινες.

Τα παιδιά θα ’ρθει η ώρα να πάνε για ύπνο
αλλά μες στ’ όνειρό τους
φυλακές τρομερές θα οικούνε
και θα είν’ οι φρουροί τους ψηλοί ενωμοτάρχες
μ’ ένα όπλο στο χέρι και σφαίρες ζωσμένοι.
 

ΟΛΕΣ


Η ζωή είναι ολιγαρκής.

Ένα ποτήρι νερό ξεπλένει όλες τις αναμνήσεις.
Ένα χαμόγελο κοριτσιού ανοίγει μια τρύπα
στο τείχος της απνοίας.

Στην ευρύστερνη πολλαπλότητα των εναντιώσεων
το αεί νοούν φωλιάζει εφησυχάζον.
 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗ ΝΙΚΟΛΑ-1992
(Αμερική)

Και γυρνάει η γη στο τρελό γαϊτανάκι του απείρου
και δεμένους μας σέρνουν γοργόνες και δράκοι
στο μονάχο υπάρχοντα κόσμο-του ονείρου.

Στο πανηγύρι τ’ αϊ-Νικόλα
πολύχρωμα μπαλόνια
άντρες που σεργιανίζουνε
μεταξύ πόσθης και βαλάνου τις ελπίδες τους
ανεξαργύρωτες εις τον αιώνα
παιδιά που παίζουν κι όλο παίζουν
λες αύριο πρωί θα μεγαλώσουνε
και πια θα είν' αργά
γυναίκες που κατάφορτες μ’ ό,τι μπορούν
εκλιπαρούν μια κολακεία.

Κι αηδιασμένη κι ένοχη η γη
να σκύβει το κεφάλι
μπρος στ’ αλλα αστέρια που κοιτώντας την γελούν.

Και γυρνάει η γη στο τρελό γαϊτανάκι του απείρου
και δεμένους μας σέρνουν γοργόνες και δράκοι
στο μονάχο υπάρχοντα κόσμο-του ονείρου.


(Μες στο γραφείο του ναού οι παπάδες
μοιράζονται τα κέρδη από την πώληση
των ούζων και των σουβλακίων  
ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών
καθώς ανήκει κι η Δανία στο έθνος των δανών.)
 

ΟΙ ΠΑΡΩΠΙΔΕΣ


Θα δεις γυρνώντας δω και κει
όσα ποτέ δεν είδες
αν ένα ωραίο πρωινό
βγάλεις τις παρωπίδες.

Να οι άδικοι που πέρναγαν
για δίκαιοι-τώρα μοιάζουν
ο,τι ειν' αλήθεια: κλέφταροι
τον κόπο μας που αρπάζουν.

Η κοπελιά η σεμνότυφη
ένα κοινό πορνίδιο
και ο παπάς με το φονιά
μητρώο έχουν ίδιο.

Η σύζυγος η τίμια
στην ατιμία χωμένη
κι η οικογένεια που ευτυχεί-
κρίμα-δυστυχισμένη.

Όσιος ο φαύλος-ο έξυπνος
ηλίθιος-η παιδούλα
μια διεστραμμένη έκρυβε
στα στήθη της ψυχούλα.

Το φως σκοτάδι φοβερό.
Αθώος ο ισοβίτης.
Η μάνα για το κέφι της
πουλάει το παιδί της.

Ό,τι εφαινότανε σοφό
άσοφο τώρα-νάτο!
Κι ό,τι ωραίο, άσχημο
κι ό,τι ν’ αξίζει, σκάρτο.

Μακάριοι όσοι δεν έχουνε
περιέργειες υψηλές
κι έχουν τις παρωπίδες τους
στέριες-παντοτινές.
 

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ
(25-2-96, LITTLE ROCK)
(Αμερική)


Τον είδα.
Μες στο χιόνι που έπεφτε πυκνό
έμοιαζε άγγελος αγάπης.
Μου χαμογέλασε
μ’ αντίς για δόντια δυο σειρές χιονονιφάδες.
Έλαμπε σαν παιδί ευτυχισμένο.
Πέρασε αργά μπροστά από τ’ αυτοκίνητό μας
(η Λώρα πάτησε το φρένο και "τι καιρός!", είπε)

Τον κοίταξα ερωτηματικά.
Κούνησε πέρα δώθε το κεφάλι.
Τα χείλια του σχημάτισαν δυο λέξεις: "όχι ακόμα".
Μετά, γελώντας μου συνέχεια,
χωρίς να βλέπει προς τα κει
και με κινήσεις σίγουρες
αν κι απαλές
και σαν βαριεστημένες
με το δεξί του χέρι έσπρωξε στο δρόμο τον πεζό
ενώ έβαζε το αριστερό μπροστά στα μάτια
του γέρου που οδηγούσε πλάι μας.

Το σώμα έπεσε βαρύ μέσα στη νύχτα.
Σταμάτησαν πολλοί.
Κατέβηκα.
Κάποιος σκέπασε το κορμί με μια κουβέρτα-
"είναι νεκρός", είπε.

Εκείνος
περνώντας μέσα απ’ όλους
μου ’γνεφε με το χέρι φιλικά,
και γελαστά συνέχεια βλέποντάς με
χάθηκε μες στο χιόνι που έπεφτε βουβό
δίνοντας σε όσα γίνανε,
όπως χαλί στα βήματα,
μιαν αίσθησιν αλλόδημη
αναστολής και άπνοιας.
 

         ΤΟ ΤΩΡΑ

Σκόνη χρυσή που κάθοντας
πάνω στα περασμένα
δίνεις το κάλλος στ’ άσχημα
τη γεια στα πονεμένα,

που δίνεις πλούτο στα φτωχά
δίνεις στα γκρίζα χρώμα
και μέλι κάνεις γκυκερό
κάθε πικρό μας πιόμα,

σκόνη χρυσή που απόμεινες
η μόνη μας ελπίδα
έλα σε μας. το άπατο
του χρόνου ρυάκι πήδα

και μείνε μέσα στο Παρόν.
Τα μαγικά σου δώρα
ανάγκη έχει όχι το Χτες
μα πιο πολύ το Τώρα.

ΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ
(Αμερική)

-Έλα στο πάθος να καούμε
έλα να πέσουμε βαθιά
ή και οι δυο να εξυψωθούμε
η ζήση έτσι απαιτεί.

-Όχι δεν είν’ αυτή της ζήσης
η πολυπόθητη γιορτή.

-Έλα να ζήσουμε αντάμα
να μας φιλιώσει η συνήθεια
Κι όταν θα γίνει ένας σεισμός
ο ένας το χέρι να κρατούμε
του άλλου και πια να μη μας νοιάζει
ούτε σεισμός ούτε φωτιά.

-Όχι δεν είναι η συνήθεια-
όχι-της ζήσης η γιορτή.

-Έλα λοιπόν μαζί να ζούμε
και να μαλώνουμε ολοένα
κι όταν στο Κλήβελαντ θα φύγεις
προσκαλεσμένος από φίλους,
να με καλείς μέσα στη νύχτα
κι από τα σύρματα ν' ακούω
"Αχου! Μου λείπεις αγαπούλα
τώρα με ποιόνε θα μαλώνω
να ’ξερες πόσο σ’ αγαπώ…"

-Όχι δεν είναι η αγάπη-
όχι- της ζήσης η γιορτή.

-Τότε τους δυο ας μας ενώσει
του μαυροχάρου το μαχαίρι.

-Όχι ο Θάνατος δεν είναι
της πικροζήσης η γιορτή.

-Τότε η όμορφη η ζήση
τάχατε πώς θα μας ενώσει;

-Ουτ’ η αγάπη ούτ’ η συνήθεια
ούτ’ η παρέα η ταιριαστή
ούτε του γάμου το στεφάνι
ούτε το πάθος κι η λαχτάρα
είναι της ζήσης η γιορτή.
Τα τύμπανα που ανάκουστα χτυπάνε
γιά τις δικές σου τις αισθήσεις
"Μονάξα! Θλίψη! Πόνος!" λένε-
να! η γιορτή της ζήσης.
 

ΤΑ  ΔΡΥΙΝΑ

Απίθωσαν τον δρύινο κάδο
πάνω στο παλιό δρύινο βαρέλι
το γλυκό κρασί γεμάτο
και κοιμήθηκαν.

Το πρωί
στο μέρος όπου ήταν αφημένα
είχε φυτρώσει μια μικρή
περήφανη και πεταχτούλα-
μια μικρή βαλανιδιά γαλανομάτα.
 

               ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ’ αγεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού εν’ αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω, κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.

ΝΑ ΤΑ ΦΥΛΑΤΕ

Όταν δειτ' ένα κομμένο
άνθος κάτω πεταμένο
μη καλοί μου το πατήστε
κι ούτε κάτω να τ’ αφήστε.

Και τα δυο τα χέρια απλώστε
στοργικά να το σηκώστε
και να το ’χετε μαζί σας
σα χαρά και σα γιορτή σας.

Κι αν σας βρουν κακές ημέρες
κι αν η βάρκα βγει σε ξέρες
κι αν σας θλίβουν όλοι οι τόποι
κι αν σας διώχνουν οι ανθρώποι

τότε βγάλτε και μυρίστε
το λουλούδι-θ’ απορήστε
πώς λησμόνια και γαλήνη
ενα ανθάκι τόση δίνει.

Και οι πόνοι σας θα γιάνουν
και οι θλίψες θα μαράνουν
και θα γίνουν ευωχία
τ’ άσημά σας τα ψιχία.

Σημασία λίγη δώστε
κι ό,τι λέω φίλοι νιώστε:
τ’ άνθη μη-μη τα πετάτε
στην ψυχή να τα φυλάτε.
 

ΓΕΡΑΣΑΜΕ

Γεράσαμε.

Σαν σιδερένιες πόρτες που σκουριάσανε.

Κι ούτε προσέξαμε
πότε άρχισε το χρώμα να μας ντύνει το κεραμιδί.
Κι ούτε θυμόμαστε
πότε ακούσαμε το πρώτο τρίξιμο ή
τη μέρα που οι αρμοί μας
στη συνηθισμένην ώθηση δυστρόπησαν.
Όλα ήσυχα και σαν διακριτικά εγίναν.

Σκουριάσαμε.

 Και το κλειδί κάθε πρωί
με πιότερη όλο δυσκολία μας ανοίγει.
 

WAITRESS  
(Αμερική)

Ήταν ψηλή με πρόσωπο ωραίο.
Λίγο αδύνατη αλλά με συμμετρία.
Το σώμα έμοιαζε πιο νέο
για τη μεγάλη της την ηλικία.

Μια εμφανής σεμνότης την κρατούσε.
Συχνά γελούσε μα αρκετά συγκρατημένα.
Για φαγητό καθώς ρωτούσε
τα μάτια είχε κατεβασμένα.

Για ένα μεσόκοπο σαν εμένα
σωστό μου έμοιαζε να την παντρευόμουν
έτσι όπως μ’ είχανε ξεχασμένα
όσοι ασίγαστα εγώ σκεφτόμουν.

Σ’ ένα παιδί που ήξερα δυο χρόνια
καθώς ετρώγαμε μίλησα με ζέση
(είχανε φύγει τα γκαρσόνια):
«αυτή εκεί η γυναίκα μου αρέσει…»
 
Σαν να μιλούσε στον εαυτό του
"μ’ ένα ’κατόφραγκο", μου λέει, "ξαπλώνει υπτίως''.
Και γύρισε στο φαγητό του.
Δολάρια εννοούσε ο αχρείος.
 

                           ΟΙ ΦΙΛΟΙ

"Τους φίλους τους μικρούς θα παραιτήσω
και συντροφιές μεγάλες θα 'βρω-
στο νουν και στην ευγένειαν και στα ήθη-
κι εις το εξής μ’ ομοίους μου και μόνο θα μιλώ"-
έτσι σκεπτόταν, έτσι επάσχιζε
έτσι του ’πρεπε πραγματικά.

Μα όταν έφθανε της μοναξιάς το χάος
εις φίλους έτρεχε μικρούς να το πληρώσουν.
Και τα κοινότατα άρχιζαν
οι γυναίκες
τα χαρτιά…

Αυτούς τους φίλους τότε τους ευγνωμονούσε.
Καλά που βρίσκονταν κι αυτοί-
στις τέτοιες του στιγμές
ποιος θα τον δέχονταν
μεγάλος…
 

ΑΚΤΙΝΕΣ ΡΑΙΝΤΓΚΕΝ

Ιδιότητες ακτίνων Ραίντγκεν:
πρώτον-διαπεραστική
ανάλογος του πάχους των σωμάτων
ανάλογος του ποσού των ακτίνων.

...To πάχος φταίει των σωμάτων τάχα
που να νιώσω τους ανθρώπους δεν μπορώ
ή μήπως-το χειρότερο-
το ποσόν των ακτίνων μου;
 

ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΤΙΣ ΕΞΗ


Περίφροντις ασθμαίνεις αμυνομένη.
Ανάκλασις κατόπτρων ερυθρών αι ζέουσαι εναντιώσεις σου.

Κάθε πρωί η ημέρα
σε ένα εμβρόντητο πανέρι σε αποθέτει
και σε περιφέρει ανέκφραστον και ηδείαν.

Θάμβος και ίλιγγος σε διαπερνούν δι ολίγον
όταν με τα γυμνά ξίφη μας διασταυρούσαι.

Τα όρη ανατείνονται τανύοντα τα υπόγεια πόδια των
και σε φιλούν διερχομένην.
Εσύ τότε γελάς.

Αναλλοίωτη και τερπνή υπάρχεις.
Τα άνθη του φωτός ακαταπαύστως δακρύοντα
σε ραίνουν.
Εξ ου η δρόσος της φωνής σου
εξ ου τα μικρά ρυάκια ελέους
που από τ' ακροδάχτυλα των κάτω άκρων σου αναβλύζοντα
ξεδιψούν την απελπισία μας.

Ανάρμοστη κίνησις δεν υπάρχει στο πλησίασμά σου.
Αρμονικά όλα τα ιστία σου δένουν.
Η θάλασσα την γαλήνη σου εκφράζει κοπάζουσα.
Δεν είσαι μόνο μία σχεδία στο πέλαγος,
μα και το στήριγμά της.

Όταν στην απρόσμενη κάθοδο των πάμφωτων άστρων
τα ουράνια πλατύνονται ανοιγόμενα,
το άνοιγμα των χεριών σου μιμούνται όταν
το μέγεθος του αλιεΰματός σου ελαστική περιγράφεις
(πάραυτα τα αλιεύματα μεγεθύνονται υπερβάλλοντα
την κατάδειξιν)΄
και αυτό το γνωρΐζεις,
αλλά προσποίείσαι εσωστρεφή απορίαν.

Η συντροφιά διαλύεται περίπου στις έξη.
Στις εφτά όλοι σχεδόν έχουν κοιμηθεί.
Ιδίως όσοι αύριο έχουν δουλειά.
Αγρυπνώσα τους παραστέκεις.
 

Ο  ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Χαρταετός είμαι ψηλός
που πλέω στους αιθέρες
ξένιαστες νύχτες κι όμορφες
χαρούμενες ημέρες.

Μ' αστέρια κάνω συντροφιά
τις νύχτες, και τη μέρα
στον ήλιο μας το βασιλιά
λέω πρώτος καλημέρα.

Πετώ, βουτώ, λικνίζομαι
χάνομαι, ξαναβγαίνω
με τα πουλιά στο πέταγμα-
στη χάρη παραβγαίνω.

Κι η φουντωτή μου η ουρά
στολίδι και χαρά μου
αυτή και πόδια και καρδιά
και χρυσωπά φτερά μου.

Η μοναχή σκοτούρα μου
ο σπάγκος που με δένει
σαν αφαλός μου με τη γη-
που διόλου δε σωπαίνει

μόνο συνέχεια μουρμουρά
στ'  αυτί μου: "δίχως  ’μενα
όλα όσα πριν αράδιασες
θα  ’ταν για σένα ξένα".

                                   ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ
                                  (USA  L.A.)

Πολλές εισαγωγές βιβλίων από τις υπερπόντιες κτήσεις.
Τα ρομπότ τα χρησιμοποιούν
στο χτίσιμο εξοχικών οικιών
τσιμεντώνοντάς τα γύρω.

Τα γράμματα τότε μέσα τους πλαντάζουν.
Μερικά επαναστατούν
σπάζουν το περίβλημα και χύνονται έξω.
Η γυναίκα-ρομπότ λέει τότε: ο τοίχος μπάζει νερά.
 

               ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ


Σήμερα θα ’ρθω όχι όπως πρώτα
με ρόδα και με δάφνες στολισμένος-
σήμερα θα ’ρθω με τα χνώτα
του μίσους και του σκότους τυλιγμένος.

Δε θα ’χω σήμερα γιρλάντες
πλεγμένες από φως κι από λουλούδια
και του θανάτου τις μπαλάντες
θα λέω αντίς χαρούμενα τραγούδια.

Σήμερα θα ’χω της ελπίδας
το σάπιο το κορμί στην αγκαλιά μου
κι ούτε το φως μιας ηλιαχτίδας
δε θα φωτίζει τα μαλλιά μου.

Το στόμα θα ’χω σφραγισμένο
με κρύα νεκροφιλήματα και θα ’χω
επάνω στ’ όνειρό μου το θαμμένο
κυλήσει του χαμού το μέγα βράχο.

Και τότε εγώ να δω ποια θλίψη-
ποια λύπη θα μπορεί να με πληγώσει-
ποια θύελλα θα μ’ έφτανε στα ύψη
που η Παραίτηση μ’ έχει ανυψώσει.

Και τότε εγώ να δω ποιο κάλλος
μπορεί να συγκριθεί με το δικό μου.
Και τότε εγώ να δω ποιος άλλος
μισεί όσο εγώ το εαυτό μου.
 

ΞΕΡΡΙΖΩΜΕΝΟΙ

Αρίζωτοι στη νέα κι απ’ την παλιά τους
πατρίδα ολοσχερώς ξεριζωμένοι
χαμένοι, με χαμένη τη χαρά τους
περνούν οι μετανάστες εις την ξένη.

Και κάνουν συγκεντρώσεις οι καημένοι
και λεν: "η αγαπημένη μας πατρίδα"
όμως πολύ δεν είναι αγαπημένη
κι όλο λιγότερο είναι πατρίδα.
 

"FLOWERING PLANTS FLOURISHED
DURING THE PALEOCENE EPOCK.."
(NEW ENCYCLOPEDIA OF SCIENCE)


Φαντάσου το νιογέννητο χώμα να σκέπουν άνθη.
Φαντάσου χρωματόπνιχτα τα βάθη χαραδρών.
Φαντάσου την ατμόσφαιρα να μην πληγώνουν πάθη
ούτε τη γη πατημασιές ανθρώπινων ποδιών.

Φαντάσου ένας πρωτόφαντος ολανθισμένος κήπος
ναν’ όλh η γη. Κατάπληκτα να μένουν τα πουλιά
και να υμνούν τον πλάστη τους δίχως το φόβο μήπως
δίποδα όντα λογικά τους κόψουν τη μιλιά.

Ή αν σε βολεί καλλίτερα φαντάσου μια παρθένα
(μπορείς ακόμα τάχατες έστω να φανταστείς;)-
μιαν ασυντρόφευτη, μικρή, χαρούμενη παρθένα
πριν ούτε ακόμα φαντασιά να είναι ο βιαστής.
 

Ο ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ ΤΟΥ ΦΥΤΑΛΗ

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας.
Όπως τον έκανε ο Φυτάλης.
Καλόν, ολύμπιον, άλκιμόν τε.
Έτσι τον θέλαμε.

Να βλέπει όχι στα καράβια
κι ούτε δαυλό στο χέρι να κρατεί
αλλά ψηλά και μακριά να βλέπει
και με μιαν άλληνε φωτιά
όχι τους τούρκους μα τα πνεύματα να φλέγει.

Έτσι τον θέλαμε τον μπουρλοτιέρη μας-
μια σερνικήν Ελλάδα.
 

ΕΝΟΣ ΓΥΜΝΟΥ

Η λερή επιφάνεια του τραπεζιού
θυμίζει
πως κάποτε τρώγαν πάνω του.

Διακρίνω τον κύκλο του ποτηριού
τον κύκλο του ζεστού καρβελιού
και τον κύκλο ενός γυμνού κορμιού.

Πρέπει να είναι της εξαδέλφης
που πήγαινε τα Σαββατοκύριακα.
 

Σαν σήμερα (30 Μάρτη) γεννήθηκε ο Βαν Γκογκ


 PINK PEACH   TREES
                           (Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς,  χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να  ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’  αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα  ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’  την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".






CAFE  TERRACE  AT  NIGHT
(Van Gogh)

Φωτοπερίχυτη γωνιά με δάπεδο ερυθρό
δίπλα του σούρουπου η ζωή-της νύχτας η πειθώ
δυο κόσμοι-ο ένας ζωντανός, λουσμένος μες στο φως
κι ο άλλος πλάι του σταχτίς, αφώτιστος, κρυφός.

Ένα "καφέ" παρισινό. Μικρά και στρογγυλά
τα τραπεζάκια στέκονται κομψούλια και ψηλά
με τις καρέκλες δίπλα τους κυρίες ελκυστικές
χίλιες μικρές απόκρυφες να υπόσχονται  χαρές.

Νύχτα! Παρίσι!  Άνοιξη!  Ζολά!  Μπωντλαίρ!  Ουγκώ!
Ω!  αηδονάκι του φωτός στον κόσμο τον βουβό!
Α!  και ζωγράφε που πολύ ό,τι ήθελα να δω
αφού εγώ δεν πήγα εκεί μου το ’φερες εδώ.





SUNFLOWERS, MUNICH,
NOUE PINAKOTEK
(Van Gogh)


Ποιος μας ζωγράφισε σκληρός ζωγράφος
κι είναι τα φύλλα μας κιτρινισμένα
κι έτσι κειτόμαστε σαν πεθαμένα
κι είναι το βάζο μας πικρό σαν τάφος;

Εμάς που στρέφαμε τα πρόσωπά μας
στο μέγα του ήλιου πυρρό στεφάνι
τώρα ένα μαύρο πικρό μελάνι
κλέβει το γέλιο μας και τη χαρά μας.

Μα ο μεγάλος μας καημός και θλίψη
για σένανε είναι ζωγράφε πλάστη:
σ' αυτόν που έτσι μας εφαντάστη
θα 'χουν κι ο έρωτας κι η αγάπη λείψει.




HOUSES IN ANTWERP
(Van Gogh-1885)

Σπίτια στο Αντβέρπ. Σπίτια ενωμένα
με κοινές αυλές, σκεπές και τοίχους
σπίτια μες στο φως παραδομένα
και τους δρόμους ενατρόγυρα ησύχους.
                                                       
Ξύλινα σπιτάκια που πάλιωσαν
που η σκόνη τα ’χει μισοασπρίσει
σπίτια ευλογημένα που δε νοιώσαν
στη μακριά τους τη ζωή πάθη και μίση.

Σπίτια ανθρωπινά που ενώ τελείως
έχουνε χαθεί απ’ τη ζωή μας
ένας φεγγερός χρωστήρας θείος
τώρα τα προσφέρει στην ψυχή μας.





SIEN WITH CIGAR IN WHITE DRESS
SITS NEXT TO STOVE ON THE FLOOR
(Van Gogh)

Λοιπόν Σιέν αυτό ήτανε το τέλος της ζωής σου
δίπλα στη σόμπα καθιστή,επάνω στις σανίδες
μιας πάλης τα γυρίσματα να σκεφτεσαι ανίσου
κι ενός βιβλίου τις μελανές και άγραφες σελίδες.  

Κι αν τα μαλλιά σου έχουνε μαύρο ακόμα χρώμα
μα η ματιά δεν ξεγελά κι η όψη του προσώπου
κι όσα κραυγάζει τραγικά το σφραγισμένο στόμα
για μια ήλικία μοναχά μιλούν-γι αυτήν του
ανθρώπου.

Σιέν-Σιέν αυτό λοιπόν-αυτό είναι το τέλος;
ένα τσιγάρο μοναχά η μόνη σου συντρόφια
κι αυτό χωμένο άτονα στα χέρια σου σαν βέλος
μέσα σε σάρκες άζωες-σε περιστέρια ψόφια...

Σιέν, σε λίγο η νυχτιά θα μπει στην κάμαρά σου
και ό,τι η μέρα βιαστική δε σ’ άρπαξε περνώντας
αυτή θ’ αρπάξει.  Μα εμάς για πάντα η ζωγραφιά σου
θα μας ζεσταίνει την καρδιά θλιμμένα τραγουδώντας





RISES
(VAN GOGH)

Και βέβαια οι ίριδες ανθίζουνε το Μάη
στου Αγίου Παύλου της Μωσόλ το μοναστήρι
κι όταν κανείς απ' τ' ανοιχτό παράθυρο κοιτάει
ένα πολύχρωμο θωρεί μπροστά του πανηγύρι.

Μα του ζωγράφου η ματιά τις ίριδες τις θέλει
μες σ' ένα γκρίζο πήλινο χωριάτικο κανάτι
και από κει τα φύλλα τους να υψώνονται σαΝ βέλη
και λυπηρά μηνύματα να στέλνουνε στο μάτι.

Τις θέλει να στριμώχνουνε τ' αβρά στηρίγματά τους
μες στου δοχείου το στενό καμπυλωμένο στόμιο.
Θέλει κρυμμένη να κρατεί εκεί μέσα τη χαρά τους
σε σχήματα που ουτ' ένα τους με τ' άλλο δεν είν’
όμοιο.

Και θέλει τ' άνθη τα μαβιά να γέρνουν κουρασμένα
και να γεμίζουν την ψυχή με πένθιμες εικόνες'
και θέλει τα να μοιάζουνε πουλάκια πεθαμένα
κι ελπίδες που τις σκέπασαν της λησμονιάς οι
σκόνες.

Και κάποιο ανθάκι εκεί δεξά, ψηλά ψηλά το στήνει
και με ποτάμια αιμάτινα στολίζει τη θωριά του.
Κι είναι σαν η ύστατη ζωή στο άνθος αυτό να σβήνει
ή σαν το φάντασμα εκεί να στέκει του θανάτου.






L' ARLESIENNE: (MADAME JOSEPH-MICHEL GINOUX)
(VAN GOGH)

Αναπόληση; Απορία; Θαυμασμός
Πάνω απ' τ' ανοιγμένο το βιβλίο;  
Ένας σύντομος, τυχαίος χαιρετισμός
Η το ύστερο στη ζωή πικρό αντίο;

Το ’να χέρι στου βιβλίου τις σειρές
Και στον κρόταφο το άλλο έχει διπλώσει
Λες και θέλει στου μυαλού τις αυλακιές
Ο,τι γράφει το βιβλίο ν΄ αποτυπώσει.

Μαύρο χρώμα το τραπέζι, τα μαλλιά
Το παλτό, τα ωραία μάτια και τα φρύδια
Φόντο πλούσιο μία κίτρινη αντηλιά
Και στον άσπρο το γιακά κόκκινα φίδια.

Μα η καρέκλα αν είναι κόκκινο βαθύ
Κατακόκκινα κι αν ειν' και τα βιβλία
Μας δονεί το ερυθρό που ’χει απλωθεί
Στων χειλιών την αναρχίνιστη ομιλία.

Σε ποια βάθη βυθισμένη είσαι κυρά;
Ποιες το διάβασμα κλειστές σ' άνοιξε θύρες
Και ορμήσανε της σκέψης τα νερά
Και σε πνίγουν στις μεγάλες τους πλημμύρες;
 




SIESTA
(Vincent Van Gogh)

Βουνά υψώνονται τα στάχια
κομμένα πια και στοιβαγμένα.
σα χρυσωπά φαντάζουν βράχια
σε χρυσοπέλαγο ριγμένα.

Στη σκιά που ρίχνουν τα δεμάτια
δυο δουλευτές έχουν ξαπλώσει
και στα κλεισμένα τους τα μάτια
βαρύς ο ύπνος έχει απλώσει

Ο άντρας ύπτιος με βαλμένα
τα δυο του χέρια προσκεφάλι.
Dίπλα τα δρέπανα αφημένα.
Tου θέρου μέσα τους η ζάλη.

Στο άλλο πλάι του εκείνη
σχεδόν πρηνής, σκυφτή λιγάκι
και προς το μέρος του να κλίνει
 τ’ ωραίο της το κεφαλάκι.

Αυτή σεμνή κι υποταγμένη-
αυτός αφέντης και δεσπότης
άραγε τέτοια ταιριασμένη
ζωή να ζει και στ’ όνειρό της;..
 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

 ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Όταν τις πρώτες της δειλές
ανακαλύψεις κάνει
καθώς τις νύχτες τις θολές
σε θάλασσες απατηλές
η φαντασία λάμνει,

καθόλου δεν τη σταματώ
και δίχως ν' αποσταίνω
τα χαλινάρια παραιτώ
όπου πετάει κι εγώ πετώ
κι όπου με πάει πηγαίνω.

Δεν με ωθεί η αναμονή
το τέλος της ποιο θα 'ναι-
πάντοτε βγάζει μια φωνή
σαν το θηρίο που πονεί
κι όλα τελειώνουν, πάνε-

μα με κρατεί η θαυμαστή
ρώμη που πρέπει να 'χει
που τη βοηθά να μην πιαστεί
αιχμάλωτη, ή να κουραστεί
εις τη μεγάλη μάχη

που δίνει μέσα στις φριχτές
αβύσσους των αβύσσων
με αντιπάλους τις ειρκτές
που αποστερούν τους ποιητές
ωραίων παραδείσων.