Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2020

CAMOENS
(Στους φίλους Πορτογάλους)


Το ναυάγιο όταν διηγόνταν
Τόσο ζωντανά τα κύματα εζωγράφιζε
άσπρα μέσα στη νύχτα,
το νερό
έτσι σε υγρόν τάφο μεταμόρφωνε,
τα ουρλιαχτά των ναυαγών
τόσο εταίριαζε με τη βοή του αέρα,
που όσοι τον άκουγαν
στην ώρα εκείνη μεταφέρονταν
και κινδυνεύαν να πνιγούν μαζί του.

Μόνο σαν έφτανε να πέσει μες στο κύμα
στα χέρια του σφιχτά
το μισοτελειωμένο έπος του κρατώντας
κι αφήνοντας τη μαύρη του ερωμένη να πνιγεί,
εκεί για λίγο αφήνονταν να ξεχαστεί

κι ύστερα
κι έβαζε στη διήγηση μέσα κάποιου άλλου-
που έγινε πιο πέρα- το χαμό
πριν συνεχίσει.

Κι όσοι τον άκουγαν δεχόνταν την υπεκφυγή
γιατί στα βάθη μέσα της καρδιάς τους
το Λουζιτάνικο έβραζε το αίμα

και γιατί νιώθαν πως το φέρσιμό του αυτό
ζωντανή την πατρίδα τους εκράτησε
που αν χάνονταν το έπος του
αυτή θα βούλιαζε
αντίς για τη μιγάδα ερωμένη του.
Κι όχι στης θάλασσας  

αλλά στης λησμονιάς τα νερά
τ’ αδιαπέραστα

κι από μάτι,
κι από μνήμη
κι από χρόνο.